Τέσσερις γενιές χεριών, τέσσερις γενιές μνήμης: H ιστορία του Κωνσταντίνου Στεφανίδη με το τερζήδικο κέντημα
Ενότητα 1
Πρώτο ερέθισμα και πρώτη απόπειρα τερζήδικου κεντήματος
00:00:00 - 00:18:09
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλησπέρα. Kαλησπέρα. Πώς ονομάζεσαι; Ονομάζομαι Στεφανίδης Κωνσταντίνος του Νικολάου. Η ημερομηνία είναι 28 Οκτωβρίου 2023, εγώ ε…ε ο κεντητής κλέβει λίγο από τη δική της τη χαρά και την υπερηφάνεια ότι ντύθηκε μια γυναίκα με τα καλύτερα που θα μπορούσε να είχε ντυθεί.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Η σύνδεση με τους προγόνους, παιδικές εικόνες από τις γυναίκες της οικογένειας, επαφή με εμπειροτέχνες ανά την Ελλάδα
00:18:09 - 00:35:54
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Πώς συνδέεσαι με τους προγόνους σου; Πώς είναι αυτό; Θέλεις να μας πεις λεπτομέρειες; Ευχαρίστως. Επειδή ήμουνα το παιδάκι που μεγάλωσε μ…ι πουθενά αλλού. Αυτοί με τον τρόπο τους πήρανε μία φωτοτυπία. Καλό είναι, η γνώση να ταξιδεύει, η γνώση να μοιράζεται, κατά την άποψή μου.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηTags
Ενότητα 3
Η μαθητεία στην Αρετή Παστελή, προσωπική εξάσκηση
00:35:54 - 00:49:28
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και αργότερα μετά πήγα σε... στο δεύτερο αυτό εργαστήριο, της Αρετής Παστελή, η οποία με υποδέχτηκε, μου μίλησε και αυτή για την... για το κ…αφιέρωση, έβγαλε ένα καλό αποτέλεσμα που μπορώ σήμερα να πω ότι μετά από αρκετά χρόνια έχω κάνει κάποια καλά για τα οποία είμαι υπερήφανος.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 4
Τελετουργίες ολοκλήρωσης, δυνατότητες στο μέλλον, το χειροποίητο στον σημερινό
00:49:28 - 01:07:44
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Πόσα χρόνια κεντάς; Αν ξεκίνησα από το ’10 χοντρικά, τώρα είμαι... έχουμε ’23, δεκατρία χρόνια. Κάποιος μού είχε πει τότε ότι: «Στα πέντε…νει να αισθάνεται αυτήν τη σύνδεση με τους προγόνους, δεν μπορώ αυτό να το πω για όλους. Αυτό θα το πω... θα μιλήσω μόνο για τον εαυτό μου.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 5
Ένα υπόγειο ρεύμα που λέγεται παράδοση
01:07:44 - 01:19:49
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και για να καταλήξω, έτσι, να ανακεφαλαιώσω, αυτό που με συνεπαίρνει, εμένα προσωπικά, είναι το ότι προσπαθώ να βρω, μέσα από τις διηγήσεις … ό,τι όταν είμαστε σε μια άλλη φάση που απλά μιλάμε και γελάμε και... χωρίς να το καταλάβουμε. Οπότε ναι, ήτανε... νιώθω πάρα πολύ όμορφα.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]Καλησπέρα.
Kαλησπέρα.
Πώς ονομάζεσαι;
Ονομάζομαι Στεφανίδης Κωνσταντίνος του Νικολάου.
Η ημερομηνία είναι 28 Οκτωβρίου 2023, εγώ είμαι η Μαρκία Λιάπη, είμαι ερευνήτρια στο Istorima, είμαστε με τον Κωνσταντίνο Στεφανίδη στη Θεσσαλονίκη και θα ξεκινήσουμε την αφήγηση. Για τι θα μας αφηγηθείς;
Θα ήθελα να αφηγηθώ για την τερζήδικη κεντητική, η οποία είναι και μία λαϊκή τέχνη, αρκετά σπάνια όμως για να τη συναντήσεις ανάμεσα σε νέους ανθρώπους, που σημαίνει ότι πρέπει να διασωθεί αυτό το είδος του κεντήματος. Και βέβαια είναι και πολύ έτσι... και παρέχει πολλές γνώσεις για αυτόν τον οποίο την ψάχνει κιόλας, ακαδημαϊκά μιλώντας, γιατί είναι ένα δύσκολο είδος κεντήματος, αλλά και συνοδεύεται συνήθως στις παραδοσιακές φορεσιές, οπότε είναι αρκετοί αυτοί οι οποίοι, αν δεν κεντήσεις ο ίδιος, θα την γνωρίσεις μέσα από μια ακαδημαϊκή εργασία, γύρω από τις παραδοσιακές φορεσιές κυρίως.
Εσύ πώς ήρθες σε επαφή μ’ αυτό;
Πολύ ωραία ερώτηση. Εγώ ήρθα σε επαφή με αυτό εντελώς τυχαία, θα έλεγα, και εντελώς αψυχολόγητα, αν μου επιτρέπεις αυτόν τον όρο, γιατί άκουγα πάντοτε από τον παππού μου να λέει ότι ο πατέρας του ήταν, ανάμεσα στα πολλά άλλα χαρίσματά του, και κεντητής. Και τότε εκείνη την εποχή τον λέγανε τερζή, αυτόν που κεντούσε τις φορεσιές και τα ενδύματα. Και έλεγε ότι είχε κάνει για τη μεγάλη αδελφή του, τη Μαρία, ένα στηθόδεσμο, ένα νυφιάτικο στηθόδεσμο. Τον οποίο μετά από πολλά χρόνια, όταν αυτοί οι άνθρωποι έφυγαν από τη ζωή και βρέθηκα στο σόι της αδερφής του παππού μου και το ζήτησα να το δω, όταν το είδα αυτό, είπα από μέσα μου: «Εγώ αυτό θα το κάνω, θα το αναπαράγω, θα το αναπαραγάγω». Και αυτό... αυτή ήταν η αφορμή και το ερέθισμα για να ξεκινήσω με αυτό.
Πώς ένιωσες εκείνη τη στιγμή κι έτσι είπες ότι: «Θέλω να το φτιάξω»;
Ένιωσα ότι έρχομαι σε επαφή με κάτι το οποίο άφησαν οι πρόγονοί μου. Για κάποιο λόγο με ηλέκτρισε η παρουσία του. Και επειδή ήταν έτσι μικρό και πολύ έντεχνο και πολύ ιδιαίτερο, μου κίνησε την περιέργεια να το ψάξω περισσότερο. Και όντως, έκανα το πρώτο μου ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη μετά από αυτό, στη συνοικία που θεωρούσα ότι θα μπορούσα να βρω και στο μέρος που θα μπορούσα να βρω υλικά αντίστοιχα με αυτό το ένδυμα, όπως για παράδειγμα το ίδιο μετάξι, άρα στα υφασματάδικα της Πόλης. Μετά, επειδή δεν ήξερα τότε ότι αυτά τα κεντήματα γίνονται στο χέρι, αλλά νόμιζα ότι ήταν κάποιες φάσες ή μικρές ταινίες οι οποίες απλά ράβονται για τη διακόσμηση της λαιμόκοψης, για παράδειγμα, στον χώρο εκεί που είχαν τοποθετηθεί, έψαχνα να βρω κάτι τέτοια έτοιμα σχέδια, που να μοιάζουν με αυτό, με τη φωτογραφία στο χέρι, και να ρωτάω εκεί τους Τούρκους εμπόρους πού θα με παραπέμψουν αυτοί, από μαγαζί σε μαγαζί, για να βρω το κατάλληλο. Μέχρι που μάζεψα αρκετά υλικά, τα πιο πολλά ήταν άσχετα. Τα έφερα στη μητέρα μου, η μητέρα μου είναι μοδίστρα, της ζήτησα να μου κάνει ένα αντίγραφο, να μου κόψει ένα από τα... από τα υφάσματα που έφερα, κάτι παρόμοιο. Και μετά της ζήτησα να μου δείξει πώς να το κεντήσω, δηλαδή πώς να ράψω, στην ουσία, αυτό το έτοιμο πάνω στο ύφασμα. Το πρώτο έγινε χάλια, το δεύτερο έγινε λιγότερο χάλια, το τρίτο έγινε καλούτσικο, το τέταρτο καλό, το πέμπτο το πούλησα. Δηλαδή άρχισα... θέλω να πω ότι να ασχολούμαι με τη βελόνα, που δεν την ήξερα καν. Δεν ήξερα πώς κεντάνε. Αλλά με τη βοήθειά της, είδα ότι το χέρι μου πιάνει και ότι μπορώ να ασχοληθώ περισσότερο με αυτό. Βέβαια έκανα κάτι το οποίο ήταν πάρα πολύ ‒έτσι‒ ανορθόδοξο για τους κεντητές, αλλά ήταν κάτι που, με τις γνώσεις, τις ελάχιστες γνώσεις που είχα, πιστεύω ότι έφτασε πολύ κοντά σε κάτι, σε ένα αποτέλεσμα που ίσως ο παππούς μου να ήταν περήφανος γι’ αυτό.
Ανορθόδοξο ‒που λες‒ γιατί;
Γιατί δεν ράβουμε τίποτα έτοιμο πάνω στο ύφασμα, είτε είναι μετάξι είτε είναι βελούδο. Φτιάχνουμε τα μεταλλικά νήματα μόνοι μας, στο αδράχτι, και τα κεντάμε πάνω στην επιφάνεια, φτιάχνοντας οι ίδιοι τα σχέδια αυτά. Οπότε δεν παίρνουμε έτοιμες φάσες για να τις τοποθετήσουμε απλικέ, πάνω στο ύφασμα, αλλά το ίδιο το νήμα στρίβεται με τέτοιο τρόπο και κεντιέται ταυτόχρονα, έτσι ώστε το νήμα να φτιάχνει τα σχέδια... τα πολυποίκιλτα αυτά σχέδια πάνω στο ύφασμα.
Μπορείς να μας εξηγήσεις λίγο αυτήν τη διαδικασία‒
Ναι.
Είπες είναι δύο νήματα;
Στην ουσία παίρνουμε... τώρα βέβαια είναι λίγο δύσκολο να βρεις το μεταλλικό νήμα εκείνης της εποχής, οπότε... επίσης αυτό θα οξειδωθεί πάρα πολύ γρήγορα και θα μαυρίσει. Και επειδή δεν θέλω να έχω κάποια τέτοια ενδύματα τα οποία θα έχουν μαυρισμένα κεντήματα επάνω, παίρνω πλαστικό νήμα πλέον, τα οποία βέβαια έξω στο εμπόριο τα πουλάνε για μεταλλικά, ο κόσμος δεν ξέρει και τα νομίζει ότι είναι μεταλλικά, είναι πλαστικά. Αυτά τα... έχουν κάποιους κλώνους. Συνήθως είναι τρίκλωνα, απλές κλωστές, τρίκλωνες απλές κλωστές, τις οποίες τις κόβω περισσότερες φορές σε κάποια τεμάχια. Αυτά τα τεμάχια τα δένω μεταξύ τους, προσαρμόζονται σε κάποιο αγκιστράκι ψηλότερα και από κάτω στο αγκιστράκι του αδραχτιού. Πρέπει να είναι, αν θέλω να φτιάξω, ας πούμε, ένα δωδεκάκλωνο νήμα, χωρίζω έξι κι έξι κλωστές σε δύο αδράχτια, στρίβονται με την αντίθετη φορά και τα δύο με τον ίδιο τρόπο και μετά αδελφώνονται αυτά τα δύο, δηλαδή από τα δύο γίνονται... μπαίνουν σε ένα αδράχτι και στρίβονται κατά την αντίθετη φορά από την αρχική του στρίψη, ώστε αυτά τα δύο να γίνουν ένα, να αδελφώσουν και να κάνουν αυτό που ονομάζουμε αυλακιές, δηλαδή, με πιο απλό τρόπο να το πούμε, γίνεται έτσι το κορδονάκι. Ή αλλιώς, αυτό που ξέρουμε όλοι, για ένα σκοινί, οι αυλακιές ενός σκοινιού. Οπότε το κέντημά μας έχει να κάνει με κορδονάκια, τα οποία τα φτιάξαμε εμείς σε τεμάχια, μικρότερα ή μεγαλύτερα, και που μονοκοντυλιά κεντιούνται πάνω στο ύφασμα. Δηλαδή με το ένα χέρι λέμε ότι φυτεύουμε το κορδονάκι, την αρχή του κορδονιού σε κάποιο σημείο και από εκεί ξεκινάμε. Το κορδονάκι αυτό εφάπτεται πάνω στην επιφάνεια του ενδύματος, με το ένα χέρι κρατάμε το κορδονάκι και το στρίβουμε συνέχεια για να διατηρήσουμε την καλή στρίψη του, να φαίνονται καλά, όμορφα, ζωγραφιστές οι αυλακιές αυτές του νήματος και με το άλλο χέρι ανεβοκατεβάζουμε τη βελόνα κάτω-πάνω, έτσι ώστε να ραφτεί το νήμα πάνω στο ύφασμα. Βέβαια, μιλάμε για πάρα πολύ λεπτά νήματα, που αυτό απαιτεί κάποια δεξιότητα και κάποια δεξιοτεχνία φυσικά, το οποίο έρχεται με την πολλή εμπειρία και με τα χρόνια. Στην αρχή όλοι ξεκινάμε με κάποια χοντρά νήματα και στη συνέχεια αυτό το πράγμα γίνεται πολύ πιο δεξιοτεχνικό, όταν αρχίζεις και μαθαίνεις να το στρίβεις εύκολα, πρώτα απ’ όλα να έχεις την τεχνική, να αποκτήσεις, να ξέρεις να στρίβεις στο αδράχτι τα νήματα έτσι ώστε να έχουνε καλές αυλακιές, να είναι πολύ ‒έτσι‒ καθαρές οι αυλακιές, γιατί μπορεί και να μη σου πετύχει απόλυτα, αλλά και αυτό είναι κάτι που μαθαίνεται με την εμπειρία. Και μετά βέβαια είναι και ο τρόπος που το στρίβεις, αν θα γίνει πολύ σκληρό ή πολύ μαλακό αυτό το νήμα. Αν γίνει πολύ σκληρό, έχεις και μια ήττα, μια έξτρα δυσκολία στο ράψιμό του. Γιατί το βελόνι είναι διαφορετικά όταν περνάει και τρυπάει όλο το νήμα, δηλαδή τους δώδεκα κλώνους του, και άλλο είναι όταν μάθεις να το τρυπάς πολύ έξω στο κορδόνι ή μέσα στις αυλακιές, οπότε στην ουσία χτυπάς πολύ λιγότερο και η δύναμη που βάζεις είναι λιγότερη από τη δύναμη που θα έβαζες αν τρύπαγες τους δώδεκα κλώνους. Όλα αυτά που λέω, βέβαια, ακούγονται πάρα πολύ τεχνικά και πάρα πολύ ίσως και δυσνόητα ή ακατανόητα για κάποιον που δεν ξέρει, αλλά είναι βασικές... από τα βασικά πράγματα, γιατί οτιδήποτε κεντιέται πάνω σε ένα φορέα θα πρέπει να δείχνει σαν να είναι ακέντητο. Δηλαδή δεν πρέπει να φαίνεται ότι τράβηξες πολύ δυνατά την κλωστή και ότι δαπάνησες πάρα πολύ μεγάλη σωματική δύναμη, η οποία θα φανεί πάνω σε ένα πολυτραβηγμένο ύφασμα. Δεν πρέπει να έχει αυτό που λέμε σούφρες, να μη σουφρώνει το ύφασμα. Το ύφασμα θα πρέπει να είναι εντελώς τεντωμένο και τα νηματάκια να έχουν κεντηθεί πάνω στο τεντωμένο ύφασμα σαν να τα κολλάς, χωρίς να φαίνονται ούτε οι κλωστές που χρησιμοποιείς, αλλά και χωρίς να φαίνεται αυτός ο κόπος που καταβάλλεις, δηλαδή η δύναμη. Θα πρέπει να είναι όλα αέρινα, να το πω έτσι, κάτι που το βλέπουμε στα αυθεντικά. Γι’ αυτό και προτείνω φυσικά, για οποιονδήποτε ακούσει αυτήν τη συνέντευξη και θα ήθελε να ασχοληθεί και θα ήθελε να μάθει περισσότερα, να μελετήσει πρώτα πάρα πολύ καλά τα αυθεντικά κομμάτια, να αποκτήσει φωτογραφίες, να ανοίξει λευκώματα και να δει πόσο καθαρή είναι αυτή η δουλειά των αυθεντικών κομματιών, όπου εκεί οι τερζήδες πιστεύω ότι επέτρεπαν πολύ λίγα λάθη στον εαυτό τους. Δηλαδή οι άνθρωποι έφταναν την τελειότητα.
Όταν είπες πριν ότι πρέπει να κεντηθεί πάνω στον φορέα, πες μας λίγο αυτό, τι είναι;
Ναι, για το ποντιακό κέντημα μιλώντας, οι φορείς πάνω στα οποία ράπτονται αυτά τα νήματα ‒γιατί μιλάμε για μια επίρραπτη διακόσμηση, έτσι;‒ έχουμε το μετάξι και το βελούδο. Το με[00:10:00]τάξι αφορά τις ζιπούνες, δηλαδή το μακρύ, χειριδωτό και ποδήρες φόρεμα, το οποίο έχει και μια βυζαντινή καταγωγή, κατά την άποψή μου, γιατί διατηρεί μια βυζαντινή μνήμη, δεν είναι το ίδιο, αλλά διατηρεί κάποια μνήμη, και κυρίως έχει δεχτεί αραβοπερσικές επιρροές. Έχουμε λοιπόν ζιπούνες, οι οποίες είναι κεντημένες αρκετά ‒θα έλεγα έτσι... να... για να χρησιμοποιήσω πιο σωστά, πιο... έναν ακριβή όρο‒ διακριτικά. Δηλαδή είναι κυρίως στις παρυφές του υφάσματος. Και όσον αφορά το κομμάτι του στήθους, οι παρυφές του υφάσματος γύρω από το στήθος έχουν ένα πολύ μικρό κεντηματάκι. Στην ουσία πρόκειται για μικρά κυκλάκια, τα οποία είναι όρθια πάνω στις παρυφές του υφάσματος της ζιπούνας και της φόδρας της. Και στην ουσία δεν είναι πάνω στο ύφασμα, είναι πάνω στο γαϊτάνι. Και τα γαϊτάνια ήταν χειροποίητα, τα έφτιαχναν οι τερζήδες. Δεν ξέρω τον τρόπο, γιατί δεν έχω δει ποτέ μου και ούτε έχω ρωτήσει κάποιους από τους παλιούς. Τώρα πλέον τα έχουμε έτοιμα. Και μάλιστα τώρα τα λένε και σουτάς, δεν είναι ούτε καν τα γαϊτάνια που ήταν εκείνη την εποχή. Τότε ήταν πάρα πολύ λεπτά, ήταν κλώστινα από πίσω, υφασμάτινα, και από την πάνω πλευρά ήταν μόνο με μέταλλα, στην ουσία φτιάχνανε ένα είδος ψαροκόκκαλου ή βέλους, πάρα πάρα πολύ λεπτά και στο πάχος τους και στην... στο πλάτος τους, τα οποία δεν τα έχουμε τώρα αυτά τα υλικά, οπότε διαφέρει η δουλειά μας και από την δουλειά των παλιών τερζήδων και χάρη στα υλικά. Είναι πάρα πολύ σημαντικό κι αυτό και πρέπει να το τονίσουμε. Οπότε πάνω σε αυτά τα γαϊτάνια τότε, κεντούσαν αυτά τα πολύ μικρά και αυτά έμπαινε σαν εξωτερική διακόσμηση της ζιπούνας. Οπότε η ζιπούνα έχει μια... οι μεταξωτές ζιπούνες έχουν μια διακριτική διακόσμηση με τα γαϊτάνια και με τα στριμμένα κορδονάκια. Εκεί που ένας τερζής μπορεί να δείξει όλη του τη δεξιοτεχνία και την εμπειρία του είναι πάνω στον κατιφέ. Κατιφές είναι ο εξωτερικός κοντός εφαρμοστός επενδύτης, που μπαίνει πάνω στο σώμα της γυναίκας, και οι παρυφές πάλι του ενδύματος, σε ταινίες πλάτους των... μέχρι 6 εκατοστά, το μεγαλύτερο, το περισσότερο, κεντιούνται από διάφορα διαμετρικά κυρίως σχήματα, με αυτόν τον τρόπο που σας περιέγραψα στην αρχή, πάνω στο βελούδο. Οπότε βελούδο για τους εξωτερικούς επενδύτες και μετάξι για τα φορέματα. Ανάμεσα στα φορέματα, έχουμε κάποιες ποικιλίες, όσον αφορά την τυπολογία και τη μορφολογία τους. Αυτές οι οποίες είναι πολύ περισσότερο κεντημένες είναι οι φορεσιές της περιοχής της Ματσούκας. Είναι αγροτικές... η περιοχή είναι αγροτική και κτηνοτροφική, γιατί μιλάμε για κάποιο επίπεδο στα βουνά, κάποιο υψόμετρο, συγγνώμη, οπότε και είναι κοντές αυτές οι φορεσιές, αλλά ιδιαίτερα επιμελημένες, με ιδιαίτερο κέντημα, κάτι που δεν συναντούμε στις αστικές φορεσιές των παραλίων πόλεων, που μου κάνει εντύπωση. Δηλαδή ενώ οι παράλιες πόλεις είναι μακριές και έχουν την αίσθηση ενός πολύ ‒έτσι‒ μακριού ποδήρους φορέματος, δεν είναι τόσο... είναι πολύ πιο διακριτικές στο κέντημά τους. Ενώ της Ματσούκας είναι πολύ πιο... φανταχτερές όλες τους, βέβαια, και με εξαιρετικό... εξαιρετικά μετάξια, αλλά πολύ πιο έντονα κεντημένες της Ματσούκας. Πιστεύω ότι είναι μια βυζαντινή επίδραση αυτό, και στα ονόματά τους που έχω προσέξει και ίσως επειδή είναι και πιο απομονωμένη περιοχή της Ματσούκας λόγω των αποστάσεων και λόγω, ας πούμε, του ότι οι δρόμοι της επικοινωνίας δεν ήταν τόσο άνετοι και εύκολοι, διατήρησαν πιο πολύ, πιο έντονο τον βυζαντινό χαρακτήρα απ’ ό,τι άλλες περιοχές. Και της Ματσούκας είναι σταυρωτή ζιπούνα, οι άλλες είναι απλές, δεν έχουνε... δεν επανωτίζουν τα φύλλα, των παράλιων πόλεων, οπότε και αυτό από μόνο του έχει μια ιδιαιτερότητα. Η έρευνά μου έχει δείξει αρκετά διαφορετικά κεντήματα, βέβαια στο ίδιο βασικό μοτίβο. Αλλά η ποικιλία αυτή κάτι δείχνει. Και βέβαια το γεγονός ότι από πάνω μπαίνει ο εξωτερικός επενδύτης, μπαίνει ο στηθόδεσμος που καλύπτει το στήθος της γυναίκας και το στήθος της ζιπούνας, το σημείο του κεντήματος της ζιπούνας, και η ποδιά, η οποία μπαίνει από τη μέση... στη μέση και πέφτει προς τα κάτω, καλύπτουν όλο το κέντημα της ζιπούνας. Οπότε βλέπουμε δηλαδή κάτι το οποίο είναι ιδιαίτερα διακοσμημένο. Δαπανήθηκε πολύς χρόνος για να φτιαχτεί αυτό το... τα βασικά αυτά μοτίβα, τρυγόνι λέγεται το βασικό μοτίβο της ζιπούνας της Ματσούκας. Και όλο αυτό χάνεται, δεν φαίνεται, από όλα τα υπόλοιπα ενδύματα τα οποία φοριούνται από πάνω. Δηλαδή κάτι που δείχνει ότι δεν υπήρχε κάποια επιδεικτική κατανάλωση, στην περιοχή αυτή. Δεν έκαναν τις ζιπούνες τόσο για να φαίνονται, όσο περισσότερο η ποσότητα των ενδυμάτων ήταν αυτή που φάνταζε στα μάτια των άλλων κι όχι τα ίδια τα μοτίβα. Ενώ στην... στις παράλιες πόλεις, οι κατιφέδες, επειδή είναι το τελευταίο από όλα τα ενδύματα που θα φορεθούν, θα υπήρχε και κάποιος ανταγωνισμός μεταξύ των κυριών, ποια θα είχε και το ομορφότερο, ίσως το μεγαλύτερο σε πλάτος σχέδιο, το πιο γεωμετρικό, το πιο σύνθετο, το πιο δύσκολο, γιατί αυτά φαίνονται. Ενώ οι επενδύτες της Ματσούκας είναι ακέντητοι. Μόνο η ζιπούνα είναι κεντημένη και αυτή χάνεται, τα κεντήματά της δεν φαίνονται, λόγω όλων των υπόλοιπων ενδυμάτων που μπαίνουν από πάνω. Αυτό που φαίνεται είναι το σπαλέρ, ο στηθόδεσμος, η λαιμόκοψή του είναι κεντημένη. Και επειδή είναι το πιο διακριτικό από όλα, γιατί φαίνεται, γιατί είναι από πάνω και είναι το τελευταίο που θα μπει πριν τον επενδύτη, πάνω από τη ζιπούνα και πριν τον επενδύτη –ο επενδύτης είναι ανοιχτός‒ είναι ίσως το κομμάτι που χιλιοτραγουδήθηκε, πολυερωτεύτηκε, από τα αγόρια που το προσφέρουν στα κορίτσια, και τα κορίτσια θα έπρεπε να είχαν ένα τέτοιο μεταξωτό από τους γονείς της ή από κάποιον καλό τερζή που θα το φρόντιζε να το έχει για την ημέρα του γάμου της. Οπότε εκεί φαίνεται η σύγκριση των σχεδίων του σπαλεριού μεταξύ τους και η ποικιλία των κεντημάτων των μοτίβων, που προφανώς κάτι δείχνει, κάτι μαρτυρά κι αυτό. Το ότι δεν είναι ένα συγκεκριμένο μοτίβο, αλλά είναι πολλά τα μοτίβα εκεί, όπως και διαφορετικά τα μοτίβα των κατιφέδων. Δηλαδή σε αυτό που φαίνεται τελευταίο και μπαίνει πάνω στη γυναίκα, προφανώς υπάρχει κάποια διάθεση επιδεικτικής κατανάλωσης.
Πώς νιώθεις εσύ που κεντάς, όταν υπάρχει πολλή διακόσμηση κάπου, η οποία δεν φαίνεται όμως; Την απολαμβάνεις όπως αυτή που τη βλέπει μόνο;
Είναι πάρα πολύ ωραία αυτή η ερώτηση. Εγώ το κάνω γιατί γεμίζει εμένα προσωπικά. Δηλαδή είναι κάτι το οποίο δεν το κάνω απλά για να περάσω τον χρόνο μου, αλλά το κάνω γιατί έρχομαι συνειδητά πιο κοντά στους προγόνους μου, αφενός. Και αφετέρου γιατί μου αρέσει να κάνω και τα πιο απαιτητικά σχέδια, γιατί γίνομαι καλύτερος, αποκτώ εμπειρία. Γνωρίζοντας όμως ότι αυτό θα φορεθεί αλλά δεν θα φαίνεται, ίσως για τον κεντητή να είναι λίγο δυσάρεστο. Αλλά σίγουρα όμως παίζει τον ρόλο του και αυτό, με τον δικό του τρόπο, στη φάση που θα ντυθεί μια γυναίκα, γιατί είναι μια ιεροτελεστία αυτή. Οπότε για αυτήν που θα ντυθεί και θα τα βλέπει η ίδια και ένα-ένα κομμάτι θα μπαίνουν πάνω της, τότε ο κεντητής κλέβει λίγο από τη δική της τη χαρά και την υπερηφάνεια ότι ντύθηκε μια γυναίκα με τα καλύτερα που θα μπορούσε να είχε ντυθεί.
Ενότητα 2
Η σύνδεση με τους προγόνους, παιδικές εικόνες από τις γυναίκες της οικογένειας, επαφή με εμπειροτέχνες ανά την Ελλάδα
00:18:09 - 00:35:54
Πώς συνδέεσαι με τους προγόνους σου; Πώς είναι αυτό; Θέλεις να μας πεις λεπτομέρειες;
Ευχαρίστως. Επειδή ήμουνα το παιδάκι που μεγάλωσε με τον παππού και τη γιαγιά και οι ιστορίες οι δικές τους έγιναν και δικές μου ιστορίες, για μένα αυτό ήτανε μία αναζήτηση της ταυτότητας. Μεγαλώσαμε με τον παππού και τη γιαγιά μου μέχρι τα 20-22 μου χρόνια το πολύ, οπότε από παιδάκι είχα τις ιστορίες τους, οι οποίες στα αυτιά μου ακούγονταν σαν εξωτικές και λίγο φανταστικές και λίγο ‒έτσι‒ παραμυθένιες και ότι ζούσαν έναν παράδεισο χρωμάτων, ενδυμάτων, καρπών, φρούτων, ιστοριών. Ο Πόντος των ηρώων, ότι στο χωράφι το πατρογονικό του παππού μου υπήρχε ένα έξαρμα, ένας λόφος, και ότι υπήρχε εκεί μια σπηλιά και ο Διγενής Ακρίτας σέλωνε το άλογό του και το αποτύπωμά του αλόγου του είναι εκεί κι ότι ο παππούς μου θα μπορούσε να με πάρει, αν κάναμε αυτό το ταξίδι πίσω στις εστίες του, θα μου το έδειχνε, όλα αυτά με μεγάλωσαν με μια νοσταλγία, όχι ότι εγώ νοσταλγώ τη δική... ότι είναι μέρος και της δικής μου πατρίδας, είναι η πατρίδα η δική του, αλλά μια νοσταλγία ότι αυτό που έζησε και που μεγάλωσα και εγώ κοντά του θα ήθελα να το δω. Θα ήθελα και εγώ να το μυρίσω. Θα ήθελα να το ακουμπήσω, να το ψηλαφήσω, να δω τα χρώματα αυτά από μου περιέγραφε, να κόψω και εγώ ένα κυδώνι από το... από την αυλή του. Ή να μου πει ότι ανέβαινε η αρκούδα και έκοβε τους καρπούς τον χειμώνα, γιατί πείναγε και αυτό το ζώο και το βλέπανε και έλεγαν ότι: «Έρθεν ο άρκον να τρώει τ’ απίδεα». Όλα αυτά, λοιπόν, λειτουργούσαν μέσα μου [00:20:00]σαν ένα ερέθισμα να ψάξω βαθύτερα και περισσότερο. Γι’ αυτό και ξεκίνησα με τις ιστορίες του παππού μου, τα αντικείμενα που έβρισκα, ένα-ένα, σιγά-σιγά, τόσο από την οικογένειά μου όσο και από τις συγγενικές οικογένειες, όπου υπήρχαν αυτά, αλλά και από τους ανθρώπους της γειτονιάς, από τις γυναίκες της εκκλησίας, τις ηλικιωμένες, που ερχόμουν σε επαφή μαζί τους. Μου έλεγαν η καθεμία και από κάτι. Ένιωθα ότι συλλέγω υλικό και ότι πρέπει να καταγραφεί αυτό για κάποιο τρόπο... με κάποιον τρόπο και για κάποιο λόγο, σημαντικό λόγο, και ότι όλα αυτά είναι μικρά κομματάκια ενός μεγάλου παζλ, που μας άφησαν παρακαταθήκη, αυτό που ονομάζουν παράδοση. Οπότε αισθανόμουν ότι θα έπρεπε αυτό να το διασώσω με κάποιο τρόπο. Και ένα περισσότερο όταν ανακάλυψα αργότερα ότι έχω και τη δυνατότητα να δοκιμάσω με το βελόνι αυτήν την τεχνική και να δω αν μπορώ να τα καταφέρω. Οπότε πιστεύω ότι το είχα μέσα στις φλέβες μου. Το είπε ο παππούς μου κάποτε, όταν με είδε να στολίζω τα κόλλυβα της γιαγιάς μου ‒έφυγε πρώτα η γιαγιά μου‒ και μου... έτσι πολύ... με κάποια απορία στο πρόσωπό του, μου είπε: «Πού έμαθες εσύ να τα κάνεις αυτά;» και του λέω: «Δεν ξέρω, μου βγήκε». Είδα βέβαια και κάποιες φωτογραφίες που στολίζουν κόλλυβα και μου ξύπνησε κάτι μέσα μου και ήθελα να το κάνω. Μου λέει: «Περίμενε να σου φέρω κάτι». Και βγάζει απ’ το ντουλάπι ένα μικρό κουτάκι κι έβγαλε αυτό το... αυτήν την τσιμπίδα, που μου είπε ότι αυτό το χρησιμοποιούσε ο πατέρας του, ο Χαράλαμπος Στεφανίδης, στον Πόντο, γιατί έφτιαχνε και κόλλυβα μέσα στα μεγάλα σινιά και μ’ αυτό έπαιρνε τα κουφέτα και τα τοποθετούσε πάνω στο κόλλυβο. Και μου λέει: «Αυτό θα είναι τώρα δικό σου, γιατί έσυρεν το κόκκαλό σ’», δηλαδή τράβηξε το κόκκαλό σου, σαν να μου λέει: «Είναι στο DNA σου πλέον. Kαι ότι αυτό τώρα αξίζει να το έχεις εσύ. Kαι θα το χρησιμοποιείς εσύ κάθε φορά που θα κάνεις αυτό». Βέβαια δεν θυμάμαι την πρώτη ερώτηση, για να ’μαι ειλικρινής. Ποια ήταν η ερώτησή σου, γιατί λέγοντας το ένα και το άλλο λίγο παρασύρομαι.
Ναι. Για τους προγόνους ήταν, οπότε είμαστε εντός του θέματος.
Ωραία.
Πώς ένιωσες τότε που σου είπε αυτό; Για την τσιμπίδα, ότι τώρα θα το πάρεις;
Ναι, ένιωσα ότι είμαι η φυσική εξέλιξη, κατά κάποιον τρόπο, της οικογένειας, δηλαδή ότι κάτι γίνεται σωστά. Οι γενιές κυλάνε σωστά... Εντάξει, αυτό επίτρεψέ μου να μπει σε εισαγωγικά, το «κυλάνε σωστά», δεν ξέρω αν υπάρχει λάθος και σωστός τρόπος, για όνομα του Θεού. Απλά ότι αυτό που εγώ καταλαβαίνω σαν σωστό, ότι μεταφέρονται, και κληρονομικά, αν μπορεί να μου επιτραπεί αυτός ο όρος, από γενιά σε γενιά, χαρίσματα, τάσεις, συνήθειες, ίσως και αρνητικά και θετικά πράγματα, και περνάνε από πρόσωπο σε πρόσωπο. Ίσως από τους άνδρες της οικογένειάς μας, δεν είναι τυχαίο το ότι όλοι ασχοληθήκαμε λίγο ή πολύ με το ράψιμο. Αυτός ο προπαππούς το έδωσε στον θείο μου, είναι ο πρώτος γιος του παππού μου. Ο γιος του, απ’ ό,τι μ’ έχει πληροφορήσει η μητέρα μου, γαζώνει τα ρουχαλάκια των παιδιών του. Εγώ κεντάω. Οπότε είναι λίγο στους άνδρες της οικογένειας όλοι με κάτι να ασχολούμαστε, με κάτι χειροτεχνικό. Και αν δεν είναι κέντημα, αν δεν είναι ράψιμο, γάζωμα στη μηχανή, θα είναι κάτι άλλο που αυτός ο προπάππος είχε. Ο πατέρας μου είναι μάστορας και με τα χέρια του κάνει πάρα πολλές κατασκευές, σιδερένιες κατασκευές. Αυτός ο προπαππούς ήταν, εκτός από τερζής και κολυβάς που ανέφερα, ήτανε και γανωτζής. Οπότε κατασκεύαζε και μεταλλικά αντικείμενα, από χαλκό, από διάφορα μέταλλα, έφτιαχνε τις βελόνες, με τις οποίες βελόνιαζαν και περνούσαν τον καπνό, και ήταν γνωστός στο χωριό που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα με το παρατσούκλι «ο βελονάς». Πιστεύω πιο πολύ για τα βελόνια που κατασκεύαζε, αλλά το μυαλό μου βέβαια πηγαίνει και στο ότι ήξερε να χρησιμοποιεί και τις βελόνες του... της ραπτικής. Ή εγώ θα ήθελα να πιστεύω κάτι τέτοιο. Αλλά οι κάτοικοι του χωριού τον θυμούνται σαν τον βελονά, γιατί τους έφτιαχνε τις βελόνες για τα καπνά, τις μεγάλες βελόνες. Ή ότι χρησιμοποιούσε λανάρια, κατασκεύαζε λανάρια, για το ξάσιμο του μαλλιού, για τους υφαντές. Οπότε, όλα αυτά, για να συνοψίσω έτσι και να ανακεφαλαιώσω την ερώτηση, νιώθω ότι είμαι πολύ δικός τους και θέλω με κάθε τρόπο να ανακαλύπτω όλο αυτές τις τάσεις που αν... που βρίσκω και σε μένα να υπάρχουν, γιατί αυτό μου δίνει ταυτότητα, μου δίνει το όνομά μου, μου δίνει μια αίσθηση νοήματος, ότι: «Ξέρεις; Ξυπνάει κάτι μέσα σου και αυτό αποτελεί μια μνήμη», ότι είναι μια μνήμη του παρελθόντος, που υπήρχε στην οικογένεια και ξαφνικά βγαίνει στα νεότερα μέλη. Και βέβαια δεν είναι απαραίτητο ότι τα νεότερα μέλη θα το εξοικειωθούν ή θα το... θα ασχοληθούν με αυτό. Αλλά σε μένα, μου βγήκε σε πολύ καλό δρόμο, το αγάπησα, θέλω να ασχοληθώ με αυτό και εμένα προσωπικά μου δίνει την αίσθηση της ταυτότητας, ότι συνδέομαι μαζί τους. Η ζωή μου έχει αποκτήσει κάποιο όμορφο νόημα του ότι είμαι ο εγγονός του Κωνσταντίνου Στεφανίδη, του Χαράλαμπου Στεφανίδη, του Νικόλα Στεφανίδη, που ακόμη και αυτά τα ονόματα ανακυκλώνονται μέσα στην οικογένεια. Οπότε για μένα είναι πολύ βασικό το ότι ταυτίζομαι και ότι συντηρείται μια μνήμη.
Εσύ ξεκίνησες όμως... μάλλον θυμάσαι στην παιδική σου ηλικία να ασχολείσαι ή με τις βελόνες...; Είπες και για τη μαμά σου.
Δεν θυμάμαι εγώ τον εαυτό μου να έχει ασχοληθεί ποτέ στην παιδική μου ηλικία με βελόνες. Έβλεπα όμως τη μητέρα μου να γαζώνει, ήτανε μοδίστρα, την έχω δει απεριόριστες ώρες να δουλεύει με πατρόν, να κόβει πατρόν, να κόβει τα υφάσματα, με καρφίτσες, να προσπαθεί, να ενώνει τα υφάσματα που θα... μεταξύ τους, τα οποία θα κόψει, να τεντώνει τα πατρόν επάνω στα υφάσματα, με τα... με αυτές τις κιμωλίες, τα σαπουνάκια, να γράφει τα μεγέθη, με πολύ ωραίους μεγάλους χάρακες, που στο μυαλό μου εκείνη την εποχή, στο μυαλό και στα μάτια ενός μικρού παιδιού, φάνταζαν τεράστιοι και ένιωθα ότι η μητέρα μου έχει κάποια ιδιαίτερα χαρίσματα πάνω στη Γεωμετρία, που εγώ βέβαια δεν ήξερα ούτε τη λέξη «Γεωμετρία» τότε, αλλά ένιωθα ότι είναι φορέας μιας μεγάλης γνώσης. Όλο αυτό το πράγμα με μάγευε. Όπως επίσης και ότι κένταγε με carbon, περνούσε τα δικά της τα σχεδιάκια επάνω σε φορείς, ιταμίνα ή κάποια άλλα από αυτά που οι γυναίκες κεντούσαν τότε, σε άσπρο λευκό χασέ, ασπροκέντια είτε με χρώματα. Θυμάμαι και τον εαυτό μου να έχω θυμώσει που ξόδευε τόσο πολλές ώρες με τον εαυτό της και δεν μας έδινε τη σημασία που ήθελα εγώ να είχα, αν και η γυναίκα έδινε τα πάντα για εμάς ‒ το «για μας» είναι για μένα και τον αδερφό μου. Και θυμάμαι να μιλάει πολλές ώρες στο τηλέφωνο και εγώ να πάω και να κόβω λίγο το... αυτόν τον φορέα που κεντούσε, χωρίς βέβαια να ξέρω γιατί το έκανα, αλλά ήταν μια ‒έτσι‒ αυθόρμητη κίνηση, για να δείξω προφανώς την επανάστασή μου. Και ήμουνα τότε... να ήμουνα 11-12 χρονών; Κάτι τέτοιο. Οπότε της το χάλαγα και λίγο. Αλλά όλο αυτό λειτούργησε μέσα μου σαν ένα μαγικό, σαν κάτι το οποίο είχα πάρα πολλές εικόνες δηλαδή από παιδί, γύρω από αυτό. Επίσης, δεν θα ξεχάσω τη γιαγιά μου και τις θείες μου, να κάθονται χειμωνιάτικα απογεύματα, τότε που βράδιαζε και πολύ νωρίς, και να ξοδεύουν απεριόριστες ώρες στο να πλέκουν ή να κεντάνε. Πάλι ασπροκέντια, το βυζαντινό, τη βυζαντινή βελονιά, ή να πλέκουν απεριόριστες ώρες με βελονάκι ‒αυτές το λέγανε «τσιγκελάκι»‒ να πλέκουνε τις δαντέλες της ζωής τους, ατελείωτες δαντέλες, χιλιόμετρα δαντελών. Και όλα αυτά για τις προίκες των παιδιών τους. Δηλαδή πόσα παιδιά να είχαν αυτές οι γυναίκες με τόσες δαντέλες που πλέξαν στη ζωή τους; Νομίζω ότι θα μπορούσαν να είχαν πλέξει για τα μισά παιδιά του συνοικισμού, με τα τόσα πολλά που ’χαν πλέξει. Και αυτό που με συγκινούσε πιο πολύ στη γιαγιά μου, ότι είχε πολλές βελόνες, διαφορετικού μήκους και πάχους, για να φτιάχνει κάλτσες, τα «ορτάρεα» που λένε οι Πόντιοι, και μπορούσε να τα κάνει και με σχεδιάκια και χοντρά νήματα και πιο λεπτά νήματα, που όλα αυτά τα ’βλεπα, όπως περνούσε και τα... γύρω απ’ τον λαιμό της αυτά τα... τις κλωστές, ή παιδάκια μάς έβαζε... μας άνοιγε τα χέρια και μας έβαζε μέσα αυτά που αγόραζε, δεν ξέρω πώς τα λένε, τις... Αυτά τα μάλλινα νήματα έπρεπε να γίνουνε μπαλάκια... δεν ξέρω την ορολογία. Ήτανε σαν μαλλιά, ας πούμε. Όλα αυτά έχουν κάποια ορολογία την οποία εγώ τώρα δεν τη γνωρίζω. Και περνάγαμε αυτόν τον... τη δέσμη μαλλιών στα χέρια μας και η γιαγιά μου το... σαν ανέμη ήταν τα χέρια μας δηλαδή, τράβαγε από κει την αρχή για να κάνει αυτό το κουβάρι που ήθελε, για να μπορέσει μετά να πιάσει την κλωστή για να ξεκινήσει το κέντημα ή το πλέξιμο, με τα βαμβακερά ή τα μάλλινα αυτά νήματα. Οπότε άθελά μας συμμετείχαμε σε μια διαδικασία τέτοια, που μας έδινε τότε βιώματα, θαυμάζαμε τη γιαγιά ή τις θείες να το κάνουν. Και πιο πολύ μου άρεσε το γεγονός ότι αυτές είχαν έναν κώδικα επικοινωνίας μεταξύ τους, την ώρα που κεντούσαν ή που πλέκανε, που ένιωθα ότι υπάρχει μια... γί[00:30:00]νεται μια ιεροτελεστία, μια άτυπη ιεροτελεστία, και στην οποία εγώ δεν έπρεπε να συμμετέχω, γιατί θα τους το χαλούσα αυτό, απλά θα έπρεπε μόνο να κοιτάζω, να είμαι σιωπηρός και να ακούω και να... αυτά που λέγανε. Και τότε καταλάβαινα ότι ό,τι δεν θέλανε εμείς να ακούμε σαν μικρά παιδιά το λέγαν στα ποντιακά. Και στα ελληνικά λέγανε αυτά που δεν πείραζε να ακούμε κι εμείς. Αλλά δεν θέλανε να μιλάμε πολύ εμείς ή να ρωτάμε συνέχεια τι είναι αυτό και πώς το κάνεις και τέτοια, γιατί αυτές είχανε μια... ένα συγκεκριμένο ρυθμό εργασίας, που μετρούσανε τις βελονιές τους, και επειδή το κάνανε συνεχόμενα και με τόσες πολλές επαναλήψεις, αυτό πλέον γινόταν μηχανικά. Οπότε να έχεις και ένα μικρό παιδάκι συνέχεια να σε ρωτάει δεν ταίριαζε στην ιεροτελεστία, οπότε μιλούσαν αυτές όταν ξέρανε πότε και όταν αυτό δεν επηρέαζε τον ρυθμό της εργασίας τους και όταν μετράγανε συγκεκριμένες βελονιές.
Εσύ... θα σε ρωτήσω και μετά για κάτι πάνω σ’ αυτό. Εσύ μετά, οπότε, έχεις αυτές τις εικόνες και μετά στην εφηβεία ασχολείσαι; Όχι;
Ούτε στην εφηβεία, ούτε στην εφηβεία. Αυτά παραμένουν μέσα μου σαν εικόνες. Και η πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με το κέντημα είναι όταν βρίσκομαι πλέον σαν δάσκαλος, καθηγητής διορισμένος στη Σαντορίνη και φτιάχνουμε έναν σύλλογο Ποντίων εκεί και πρέπει να κάνουμε κάποια ενδύματα. Τότε έστειλα πρώτη φορά μια πολύ καλή ‒έτσι‒ μαθήτριά μου, η οποία ήταν και Σαντορινιά, αλλά τόσο πολύ αγάπησε ‒τη Βλασία τη Βαζαίου‒ τόσο πολύ αγάπησε την ποντιακή παράδοση, έραψε φορεσιά για τον εαυτό της, της κέντησα και αργότερα και ένα ζακετάκι. Επειδή ήταν από την Ηλιούπολη της Αθήνας ο νονός της και πολύ συχνά επισκεπτόταν την περιοχή, μάθαμε ότι εκεί υπάρχει ένα εργαστήριο παραδοσιακής φορεσιάς που κεντάνε και στο χέρι, και αν δεν είναι στο χέρι, κάποια καλά δείγματα στη μηχανή. Πήγε, ρώτησε τότε, μας είπε κάποια πράγματα, αλλά δεν ήρθαμε σε επαφή με την κυρία, αυτήν την υπεύθυνη του εργαστηρίου. Αργότερα ‒οπότε κράτησα από κει κάτι‒ για κάποιους λόγους βρέθηκα στην Κρήτη, για να βοηθήσω την... σαν ομαδάρχης σε μια κατασκήνωση. Και επειδή εκεί οι γυναίκες... οι μητέρες των κοριτσιών στην κατασκήνωση που είχα έρθει σε επαφή μού είπαν ότι κεντάνε και ότι ράβουν παραδοσιακές φορεσιές και εκεί ήθελα να έρθω σε επαφή μαζί τους, οπότε γνώρισα μια κυρία η οποία θεωρείται η δασκάλα όλων αυτών των γυναικών. Και πρώτη φορά ‒έτσι‒ μου μίλησε λίγο, σε θεωρητικό επίπεδο φυσικά, για το κρητικό κέντημα, είδα κάποιες φορεσιές τους. Εκεί κατάλαβα ότι όλα αυτά είναι κομμάτια τα οποία κεντιόνται στο χέρι και ότι δεν είναι κόμματα τα οποία ράβονται, δηλαδή έτοιμες φάσες που και περνιούνται, αλλά όλα γίνονται από το μηδέν, με την ειδική στρίψη του κορδονιού επάνω στον φορέα του υφάσματος. Μου είχε δώσει και κάποιες σημειώσεις, τις οποίες ακόμα τις έχω κρατήσει και τις οποίες θεωρώ εξαιρετικές, σε άποψη βέβαια ενός λαϊκού εμπειροτέχνη, γιατί ήταν η πρώτη φορά που είχα επαφή με ονομασίες βελονιών, χωρίς όμως να έχω κάποια τεχνική εμπειρία, μηδέν εμπειρία ακόμα. Και αργότερα, γύρω στα 30 μου και λίγο παραπάνω, κάπου εκεί, μία χορεύτριά μας, η οποία και αυτή συνάδελφος, Φυσικής Αγωγής καθηγήτρια, ήρθε στη Σαντορίνη, ποντιακής καταγωγής από την Αριδαία, η Άννα η Ζουμή, είπε ότι έχει όλη τη φορεσιά της προγιαγιάς της, έραψε με τάχιστους ρυθμούς, για κάποια εκδήλωσή μας, μία ζιπούνα και της είπα η μητέρα της αν θα μπορούσε, αν θα ήταν εφικτό και αν θα έδινε την άδεια να στείλει το ζακετάκι της προγιαγιάς της το κεντημένο να το φορέσει σε αυτήν την εκδήλωση. Πράγμα που έγινε. Η φορεσιά της προγιαγιάς της ήταν ακριβώς στα μέτρα της Άννας, η οποία με την προγιαγιά της έχει το ίδιο όνομα και το ίδιο επίθετο. Και η προγιαγιά της, με το γραφικό της χαρακτήρα, είχε γράψει την υπογραφή της, το όνομά της, στη ζιπούνα της. Οπότε αν το φορούσε αυτό η προγιαγιά και το φορούσε μετά το δισέγγονο... η δισέγγονή της, ήταν το ίδιο και το αυτό. Από Άννα Ζουμή πήγε σε Άννα Ζουμή, που ήταν και συγκινητικό αλλά και πολύ πολύ ιδιαίτερο, ως προς την εξέλιξη και του ίδιου του ενδύματος. Λοιπόν, με τη φωτογραφία του ενδύματος αυτού, του κατιφέ αυτού... Κατιφέ λέγεται γιατί ‒να το εξηγήσουμε κι αυτό‒ είναι το... αραβικό δάνειο από την αραβική λέξη «κατίφ» που σημαίνει βελούδο. Από τον φορέα του ενδύματος το ένδυμα αυτό πήρε το όνομά του, δηλαδή από το βελούδο. Οπότε είναι ένα βελούδινο ένδυμα. «Η κατιφέ» λεγότανε στον Πόντο. Εμείς σήμερα το λέμε «ο κατιφές», μάλλον για απλοποίηση, επειδή τα πιο πολλά είναι αρσενικού γένους για κάποιο λόγο, χωρίς αυτό να είναι σεξιστικό, το σημειώνω. Οπότε, με τη φωτογραφία του κατιφέ της, θελήσαμε να κάνουμε ένα αντίγραφο. Μάθαμε, από αυτές τις μικρές εμπειρίες που είχαμε αποκτήσει, ότι στην Αθήνα είναι κάποιοι σχετικοί με αυτό... με αυτήν τη λαϊκή τέχνη του τερζήδικου κεντήματος τεχνίτες. Πήγα πρώτα στον Θεοδόση τον Καλλιάδη, που μου είπαν κάποια βασικά πράγματα σχετικά με την... με τον τρόπο του τερζήδικου κεντήματος, θεωρητικά βέβαια, πώς ράβονται αυτά, πόσο ακριβά είναι, πόσος χρόνος χρειάζεται. Ήθελαν να πάρουν το σχέδιο το δικό μου, οπότε βγάλανε μια φωτοτυπία από τις φωτογραφίες μου. Η Άννα δεν θα το επέτρεπε ποτέ αυτό να γίνει, γιατί το θεωρούσε κάτι δικό της και δεν θα ήθελε να το δώσει πουθενά αλλού. Αυτοί με τον τρόπο τους πήρανε μία φωτοτυπία. Καλό είναι, η γνώση να ταξιδεύει, η γνώση να μοιράζεται, κατά την άποψή μου.
Και αργότερα μετά πήγα σε... στο δεύτερο αυτό εργαστήριο, της Αρετής Παστελή, η οποία με υποδέχτηκε, μου μίλησε και αυτή για την... για το κέντημα αυτό και για τις ποντιακές φορεσιές, μου έδειξε έναν άλλον κατιφέ που είχε φτιάξει, χειροποίητο. Της ζήτησα να μου φτιάξει το συγκεκριμένο, ένα αντίγραφο. Ζήτησα να μου πει πόσο θα κοστίσει. Δεν μπορούσε να μου πει πόσο θα κόστιζε. Είπε απλά ότι θα το φτιάξει, αν μας αρέσει, θα το αγοράζαμε. Αλλά επειδή εμείς... δεν μας φαινόταν αυτή... αυτού του είδους η συμφωνία αρκετά ‒έτσι‒ πειστική ή ξεκάθαρη και θέλαμε να ξέρουμε την τιμή, σίγουρα η Άννα θα ήθελε να ξέρει κάποια τιμή για να... αν, ας πούμε, ήταν όντως όμορφο το αποτέλεσμα, αλλά πάρα πολύ ακριβό και δεν είχαμε τη δυνατότητα να το αγοράσουμε, θα ήμασταν ακόμα πιο στεναχωρημένοι. Γι’ αυτό και της είπα ότι, αν δεν μου πει την τιμή, δεν θα μπορούσα να της αφήσω το σχέδιο εκεί. Ήμαστε λίγο έτσι... είχαμε μια διαφωνία πάνω σε αυτό σε σχέση με την Αρετή. Η Αρετή είπε ότι: «Δεν μπορώ να σας πω και καλό θα ήταν να πάρετε το σχέδιό σας και να φύγετε, για να είμαι ξεκάθαρη απέναντί σας». Ακριβώς κάτω από την πόρτα, φεύγοντας, γυρίζω και της κάνω την εξής ερώτηση: «Αρετή, θα μπορούσες να με πάρεις κοντά σου και να μου μάθεις αυτήν την τεχνική;». Και η Αρετή είπε: «Ναι, εσένα θα σε πάρω». Ρώτησα πόσο κοστίζει το μάθημα και μου είπε ότι δεν θα χρειαστεί να πληρώσω για τίποτα, ότι θα είναι δωρεάν, αρκεί, ένα Σάββατο, να πάρω το καράβι, από τη Σαντορίνη που έμενα, και να πάω εκεί για να περάσω κάποιο χρόνο μαζί της και να... την άλλη μέρα να φύγω πάλι με το καράβι. Έγινε το αμέσως επόμενο Σαββατοκύριακο. Πρέπει να ήταν τέλη Οκτωβρίου ή αρχές Νοεμβρίου. Πρέπει να ήταν το 2010, αν δεν κάνω λάθος, κάπου εκεί. Έχει δηλαδή μια δεκαετία τώρα, σίγουρα. Και έκανα το πρώτο μάθημα μαζί της. Θέλεις να σου το περιγράψω; Κάθισα σε μια ξύλινη καρέκλα με ένα μαξιλαράκι. Και μου είπε: «Τι θέλεις να κεντήσεις;». Και είπα: «Έναν ποντιακό βελούδινο κατιφέ». Μου λέει: «Το βελούδο είναι δύσκολο να το κεντήσεις. Αλλά εσύ ήρθες για τα δύσκολα, σωστά;». Λέω: «Ναι, θέλω βελούδο να κεντήσω». Μου λέει: «Συνήθως ξεκινάνε με κάτι... με έναν ευκολότερο φορέα, όπως, ας πούμε, είναι το... η τσόχα, γιατί δεν γλιστράει, γιατί είναι πιο σταθερή. Αλλά εσύ θέλεις κατευθείαν να πάμε στα δύσκολα;». Λέω: «Ναι». «Εντάξει» μου λέει. Λέει: «Βέβαια, είναι πολύ πιο λεπτά τα νήματα του ποντιακού κεντήματος. Θα σου δώσω ένα λίγο πιο... ας πούμε, λίγο πιο χοντρό νηματάκι και θα μου κάνεις μία ευθεία γραμμή. Θα σου μάθω να περάσεις από πίσω μία ενίσχυση, από ένα χαρτί που βάζουν οι τερζήδες, κάτω από το βελούδο. Θα το τρυπώσεις, θα το προσαρμόσεις. Και μετά θα τραβήξεις μια γραμμή από πίσω, θα τρυπώσεις αυτήν τη γραμμή να έχεις έναν οδηγό, ή θα τη γράψεις με ένα σαπουνάκι, και θα προσπαθήσεις, σιγά-σιγά και με πολύ κοντινές βελονιές η μία στην άλλη, να κεντήσεις μια ευθύγραμμη... ένα ευθύγραμμο τμήμα». Έκανα το πρώτο μου ευθύγραμμο τμήμα και μου πήρε γύρω στις τρεις με τέσσερις ώρες, ένα μικρό ευθύγραμμο τμήμα. Τα χέρια μου είχαν αρχίσει να πονάνε, τα δάχτυλα. Ο ποπός πονούσε γιατί ήμουνα για τέσσερις ώρες καθισμένος σε μια ξύλινη καρέκλα πάνω σε ένα μαξιλαράκι. Η ίδια ήταν στα πιο μέσα δωμάτια, οπότε είχα μόνο μια... είχαμε μόνο ακουστική συνομιλία, ηχητική δηλαδή, μιλούσε και την άκουγα, μιλούσα και με άκουγε. Της έλεγα ότι κουράστηκα, πονάνε τα χέρια μου, τα δάχτυλά μου, μου έλεγε: «Μα ήρθες για τα δύσκολα. Αυτό που κάνεις είναι δύσκολο. Αν μπορούσαν να το κάνουν όλοι, θα ήταν εύκολο. Οπότε εσύ ήρθες να μάθε[00:40:00]ις κάτι δύσκολο. Και τώρα θα το υποστείς, γιατί σου αρέσει, γιατί το ’χεις αυτό, είναι μέσα σου. Οπότε θα το ξεκινήσεις. Και επειδή είναι κάτι δύσκολο, θα δεις μετά, αργότερα, ότι αυτό θα αρχίσει να λειτουργεί μέσα σου και θα γίνεται όλο και πιο εύκολο. Αλλά έτσι είναι η πρώτη φορά». Και με τα λόγια αυτά, και με αρκετό ενδιαφέρον εκ μέρους της, με προικοδότησε με βελουδάκια, νηματάκια, κλωστές και βελόνια. Έφυγα έχοντας ζήσει την πιο όμορφη μέρα της ζωής μου, μέχρι τότε, μέσα σε ένα χώρο που μύριζε ύφασμα. Έβλεπα όλα τα κορδονάκια και τα γαϊτάνια και νόμιζα ότι είμαι σε ένα εξωτικό μέρος και ότι όλα αυτά μιλάνε για κάποιο λόγο μέσα στην ψυχή μου και στη συνείδησή μου και στο μυαλό μου και στην καρδιά μου και με συνεπαίρνουν και με γοητεύουν με τον τρόπο τους. Παίρνω το καράβι και στο καράβι μέσα προσπαθούσα να μιμηθώ αυτό το πραγματάκι που μου έμαθε. Και επειδή της είχα πει τότε ότι κουράστηκα να κάνω όλο ευθύγραμμα τμήματα, «Να κάνω και κανένα κυκλάκι για να αλλάξουμε λίγο;». Έκανα κοντά της τρία κυκλάκια, τα οποία μού πήραν δύο ώρες, όταν τώρα, με την εμπειρία που έχω, το ένα κυκλάκι μπορεί να γίνει σε δευτερόλεπτα. Και όταν τα έκανα αυτά πάνω στο καράβι και με έβλεπαν γυναίκες κυρίως, μου έλεγαν: «Πάρα πολύ ωραίο, πάρα πολύ ωραίο, γεια στα χέρια σου!», που ήταν η πρώτη άσκηση και ήταν άθλιο, και οι γυναίκες μού λέγαν: «Πάρα πολύ ωραίο, γεια στα χεριά σου! Εκκλησιαστικά δεν είναι;». Και έλεγα: «Ίσως θα μπορούσε να ήταν κι αυτό». Και επέστρεψα στο νησί και ξεκίνησα να κεντάω. Ζήτησα να ξαναπάω, δεν μπορούσε να με δεχτεί. Ξαναπήγαμε, ήθελα να ξαναπάω μετά από καιρό. Πάλι δεν μπορούσε να με δεχτεί. Εν τω μεταξύ, στο τηλέφωνο μού τα έλεγε όλα τηλεφωνικά, οπότε όλα θεωρητικά, οπότε δεν μπορούσα να έχω εικόνα του τι μου λέει. Παραδείγματος χάρη, πώς τρίβουμε στο αδράχτι το νήμα. Έπρεπε να φτιάξω μόνος μου ένα αδράχτι. Δεν είχα ένα αδράχτι. Έπρεπε να ξέρω πώς τρίβεται. Δεν καταλάβαινα πώς τρίβεται. Ή μου λέγανε ότι, με το Black&Decker, στρίβει αριστερόστροφα και δεξιόστροφα. Ναι, αλλά και πάλι δεν είχα εικόνα για να ξέρω πώς γίνεται αυτό. Οπότε ό,τι έκανα, ό,τι νήματα έκανα, τα έκανα... τα έβγαλα με το... από το μυαλό μου, τα αριστερόστροφα και τα δεξιόστροφα, δεν μπορούσα να καταλάβω πώς αδελφώνουν τα δύο μεταξύ τους. Και επειδή και εκεί ο κόσμος, κάποιοι φίλοι μου ‒έτσι‒ που συνδέθηκα, οι γονείς τους, ξέρανε λίγο από αυτά, γιατί κι εκεί είναι μια λαϊκή επαρχία, που οι λαϊκές αυτές τέχνες υφίστανται ακόμα σε κάποιο βαθμό, αν και δεν είχαν ποτέ τέτοιου είδους κεντήματα, είχαν ασπροκέντια, είχαν άλλα, κοφτά, πολλά κοφτά εκεί, το κοφτό κέντημα. Παρ’ όλ’ αυτά, κάπως, ας πούμε, βρήκαμε μια μικρή άκρη, με πολύ αυτοσχεδιασμό. Και με απεριόριστες ώρες κεντήματος, θυμάμαι τον εαυτό μου να αρχίζει να κεντάει με το σούρουπο και τελείωνα την άλλη μέρα το πρωί, στις πρωινές ώρες. Που σημαίνει ότι άκουγα συζητήσεις και ομιλίες στο ραδιόφωνο, αφιερώματα, κάποια θεολογικά με την... τον σταθμό της εκκλησίας του Πειραιά. Θυμάμαι ήταν του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου 25 Ιανουαρίου και είχε... είχαν αφιέρωμα στα Ηθικά Έπη του Γρηγορίου του Θεολόγου και τα άκουγα αυτά και κεντούσα εγώ. Οπότε έκανα... έφτιαξα κάποια πραγματάκια, μικρά μοτιβάκια, και μετά από έξι μήνες που με δέχτηκε ξανά, όταν τα είδε, μου λέει: «Εσύ τα έφτιαξες αυτά; Πάρα πολύ ωραία και πάρα πολύ όμορφα, για κάποιον ο οποίος, από μόνος του, με ένα μάθημα, έφτασε να φτιάξει όλα αυτά τα πράγματα». Φυσικά, όλα αυτά ήταν ασκήσεις, με πάρα πολλά λάθη, αλλά με πάρα πολύ ζήλο και αγάπη. Και αυτό είναι που, αν το στραγγίξουμε, θα βγάλουμε αρκετά έτσι... αρκετή αγάπη, αρκετό ζήλο. Αν ξεκίνησα Οκτώβριο-Νοέμβριο, ας πούμε, στις αρχές του καλοκαιριού κατάφερα να κεντήσω τον πρώτο μου κατιφέ. Δηλαδή μέσα σε ένα εξάμηνο, με πάρα πολλή προσωπική εργασία και ατελείωτες ώρες, άρχισα να μπαίνω στα πολύ βαθιά νερά. Γιατί πρέπει να ξέρεις τη συμπεριφορά του ενδύματος, τις ραφές του. Κεντάμε πάνω στις ραφές, κεντάμε πάνω στο... ο γιακάς είναι... θα κεντηθεί en forme, δηλαδή δεν είναι ένας ξεχωριστός γιακάς που τον κεντάς τεντωμένο κάπου μόνο του και μετά αυτός ο γιακάς συναρμολογείται με το υπόλοιπο. Ο γιακάς είναι ήδη συναρμολογημένος και πρέπει να κεντήσεις εκεί επάνω. Οπότε περνάς... φτιάχνεις ένα πέταλο στην ουσία και εκεί η φορά του σχεδίου αλλάζει. Άρα, πολλές δυσκολίες στην τοποθέτηση του σχεδίου, πολλές δυσκολίες στις ραφές, δυσκολίες στην τοποθέτηση του σχεδίου πάνω στις ραφές της μασχάλης. Οι Πόντιοι κεντάνε μοτίβα πάνω στις ραφές της μασχάλης. Πολύ δύσκολο να τοποθετηθεί εκεί σχέδιο, γιατί η αρχιτεκτονική του υφάσματος είναι τέτοια, από τη μέσα πλευρά, εκεί έχει εξογκωματάκια από τα υφάσματα που ενώνονται και βγαίνουν προς τα έξω και σε δυσκολεύουν. Και στην τοποθέτηση του σχεδίου και στο τρύπωμά του, αλλά μετά και στο κέντημά του, πας πολύ τυφλά. Οι γωνίες έχουν θέματα, πρέπει να ξέρεις πώς να κάνεις τις ευθείες έτσι ώστε να είναι πραγματικά ευθείες και όχι στο περίπου ευθείες, τα ευθύγραμμα τμήματα πρέπει να είναι ευθύγραμμα τμήματα. Να έχεις μελετήσει καλά αυτό που θα πρόκειται να κάνεις. Δηλαδή για έξι μήνες δουλειά και αμέσως να κάνεις έναν κατιφέ, ήτανε κάτι που εγώ δεν θα το έλεγα... δεν θα το έκανα ποτέ τώρα. Αν είχα κάποιο μαθητή, θα του έλεγα: «Μη βιάζεσαι ακόμα να κάνεις κάτι τέτοιο». Αλλά είχα μια αυτοπεποίθηση, προφανώς του πρωτάρη ή αυτού που δεν γνωρίζει τι έχει να αντιμετωπίσει, αλλά είχα πάρα πολύ ζήλο και αυτό ήταν η κινητήριος δύναμη για τότε και βγήκε ένα καλό αποτέλεσμα και μάλιστα με νήματα τα οποία δεν ήταν στριμμένα όπως θα ’πρεπε. Αλλά ήταν τόσο, όμως, πολύ παρόμοια με αυτά τα οποία έβλεπα εγώ στα αυθεντικά και απαιτούσαν και εκείνα έτσι... όσο πιο λεπτό, είπαμε, τόσο πιο δεξιοτέχνης και εμπειροτέχνης ο τερζής, που πραγματικά ήταν ένας πόλεμος με τον εαυτό μου, μια πολύ μεγάλη πρόκληση. Βγήκε... πήγε καλά. Είχα κάνει και κάποια άλλα ταξιδάκια, να γνωρίσω και κάποιους άλλους τερζήδες, στη Μακεδονία, στο Ρουμλούκι, τον Αχιλλέα τον Τζιάρα, στο Άργος, στην Πελοπόννησο, τον Άρη τον Τζονευράκη. Πήρα και από αυτούς στοιχεία, έψαχνα να βρω κάποιες συγκεκριμένες βελόνες που έχουν τα ποντιακά, δεν τα ήξεραν, στο περίπου μου είπανε. Τελικά πάλι η Αρετή, κάποια άλλη φορά που κατάφερα να πάω, μου είπε κάποιο τρόπο. Μια κοπέλα που δούλευε εκεί στο εργαστήριο της... Δεν ήταν ο ιδανικός τρόπος, αφήνοντας κι άλλο χρόνο να περάσει και ψάχνοντας ακόμα περισσότερο το συγκεκριμένο μοτίβο, τελικά η Αρετή μού είπε και λέω: «Μα έκανα τόσα χιλιόμετρα, που όλοι κάτι μου είπανε, για να καταλήξω πάλι στη δασκάλα μου, πάλι στην Αθήνα, που τελικά ήξερε πώς γίνεται;». Δηλαδή ήθελε να με βοηθήσει με τον τρόπο της, να μη μου τα πει όλα εξαρχής, αλλά ανάλογα με την πρόοδό μου να μου λέει κι άλλα πράγματα. Και σιγά-σιγά, με φωτογραφίες που έστελνα, μ’ αυτά που έκανα, με τις διορθώσεις της, με τις παρατηρήσεις της, τις συμβουλές της, κατάφερα σιγά-σιγά να φτάσω σ’ ένα καλύτερο επίπεδο και όλο και να ξεπερνάω τον εαυτό μου και να βλέπω πολύ τα παλιά, τα αυθεντικά, να συγκρίνομαι. Και έτσι κάπως ξεκίνησε το ταξίδι μου στην κεντητική. Το ένα έφερε το άλλο. Μπόρεσα να ράψω για τα κορίτσια περισσότερους κατιφέδες. Η καθεμία αποκτούσε το δικό της, με απλά σχεδιάκια στην αρχή, με πιο πολύπλοκα αργότερα. Η ίδια αυτή η ενασχόληση, όπως λέει και η παροιμία: «το αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη», μάθαινα κι άλλα πράγματα, και σε επίπεδο τεχνικής και σε επίπεδο ραπτικής, αποκτούσα κάποιες γνώσεις απαραίτητες που πρέπει να έχει ένας τερζής, γιατί οι τερζήδες τότε και τα έκοβαν αλλά και τα κένταγαν. Οπότε, όταν κάποιος ήθελε να ξεκουραστεί από το κέντημα, θα έκοβε. Και το ανάπαλιν, και το αντίστροφο. Εγώ μόνο κεντούσα, αλλά έπρεπε όμως να έχω και γνώσεις του πατρόν, του σχεδίου, της αρχιτεκτονικής του ρούχου. Οπότε ήρθα σε επαφή και με άλλους ράπτες: τη Λένα την Καλαμαρινού στο Γυναικόκαστρο, η οποία και αυτή με βοήθησε αρκετά με τον τρόπο της και τις συζητήσεις μας. Και η μία συζήτηση πάνω στην άλλη, το ένα αποτέλεσμα πάνω στο άλλο, η μία έρευνα πάνω στην άλλη, το ένα αυθεντικό μετά το άλλο, όλα αυτά και με πολύ κόπο και με πολλή αυτοθυσία και με πολλή πολλή αφιέρωση, έβγαλε ένα καλό αποτέλεσμα που μπορώ σήμερα να πω ότι μετά από αρκετά χρόνια έχω κάνει κάποια καλά για τα οποία είμαι υπερήφανος.
Ενότητα 4
Τελετουργίες ολοκλήρωσης, δυνατότητες στο μέλλον, το χειροποίητο στον σημερινό
00:49:28 - 01:07:44
Πόσα χρόνια κεντάς;
Αν ξεκίνησα από το ’10 χοντρικά, τώρα είμαι... έχουμε ’23, δεκατρία χρόνια. Κάποιος μού είχε πει τότε ότι: «Στα πέντε χρόνια θα φανεί η δουλειά σου». Και γενικά είναι νόμος, απ’ ό,τι κατάλαβα, και άτυπος κανόνας, άγραφος νόμος, για όλους όσους ασχολούνται με τις τέχνες, τη ζωγραφική, είτε είναι ζωγραφική, κέντημα, γλυπτική, οτιδήποτε, στα πέντε χρόνια και μετά φαίνεται η δουλειά κάποιου, πραγματικά. Θα συμφωνήσω δηλαδή με αυτό.
Έχεις κάποιο κατιφέ που θυμάσαι πολύ, που έφτιαξες;
Ναι, θυμάμαι πάρα πολύ ένα σχ[00:50:00]έδιο το οποίο το βγάλαμε μόνο από φωτογραφίες. Δεν μας έχει μείνει κάποιο κομμάτι, έχουν μείνει παραπλήσια κομμάτια από κάποια άλλα ενδύματα της ίδιας περιοχής, που φορούσανε και οι Αρμένιοι και οι Μουσουλμάνοι... οι Μουσουλμανίδες, οι γυναίκες, ‒είναι γυναικεία τα ενδύματα‒, οπότε, με τέτοια τεκμήρια και από φωτογραφίες, έβγαλα ένα που θυμάμαι πάρα πολύ καλά. Και που και αυτό μου έδωσε τη χαρά της δημιουργίας, γιατί ήθελα να το ταυτίσω με αυτά που έβλεπα και με... φυσικά, χρησιμοποιώντας όλα... όλη τη δεξιοτεχνία που είχα αποκτήσει μέχρι τότε.
Πώς νιώθεις, όταν το ολοκληρώνεις;
Πολύ χαρούμενος, ότι κάτι έγινε με μεράκι, με αρκετές ώρες εργασίας, με πολύ κόπο, με πολλή θυσία, θα έλεγα, και πολλές φορές και κόντρα στο προσωπικό μου πρόγραμμα, γιατί έχει πάρα πολλές απαιτήσεις το κέντημα. Είναι σκλαβιά. Βέβαια, σκλαβιά χαρούμενη, γιατί αν έχεις και κάποιον άλλονα που κεντά και εκείνος ή που κάνει κάποια άλλη χειρωνακτική εργασία, μπορείς να συζητάς και είναι ευχάριστη η συζήτηση. Αλλά γενικότερα όμως είναι... απαιτεί ώρες την ημέρα. Βέβαια, είναι πολύ κακό για το χέρι, για την υγεία του χεριού. Αποκτάς το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα αν το παρακάνεις και αν είναι παρατεταμένο και αν είναι πολλές οι ώρες της ημέρας, κάθε μέρα δηλαδή που εργάζεσαι, και αν είναι για παρατεταμένους μήνες. Επειδή τα έχω όλα αυτά και προσπάθησα έτσι λίγο να βάλω και ένα φρένο στον εαυτό μου, τώρα πλέον κεντάω έναν κατιφέ τον χρόνο. Κι αυτό θα το πιάσω, θα το ξεκινήσω, θα το αφήσω. Νομίζω ένα δίωρο την ημέρα είναι ό,τι καλύτερο. Όχι παραπάνω. Βέβαια, με ένα δίωρο την ημέρα, μπορείς να προλάβεις, αν είσαι αρκετά έμπειρος, ένα και μοναδικό μοτίβο. Διαφορετικά, ούτε το μισό. Αλλά έστω και με αυτόν τον τρόπο, που είναι αρκετά αργός, αξίζει, γιατί έχω το δικό μου το μότο, που χρησιμοποιώ, λέει ότι: «Όποια βελονιά μπαίνει, μπαίνει για την αιωνιότητα». Και ότι δεν είναι εύκολο να το κόψεις. Γίνεται, τεχνικά είναι εύκολο. Αλλά επειδή δεν μου αρέσει να κόβω κάτι το οποίο το ’χω ξεκινήσει, προτιμώ να κάνω μικρά βήματα προσεκτικά, να τα ’χω βρει πολύ καλά με τον εαυτό μου, ότι ξέρω τι πάω να κάνω, έχω κάνει τη μελέτη μου, το ’χω μελετήσει και ερευνήσει πάρα πολύ καλά το σχέδιο. Το έχω ζωγραφίσει στο χαρτί, σαν να είναι κάτι το οποίο θα κεντήσω, δηλαδή το στιλό είναι το νήμα, μονοκονδυλιά, πώς θα το κάνω. Το ’χω ερευνήσει, το ’χω δει, το ’χω ψάξει και δεν επιτρέπω στον εαυτό μου πολλά λάθη. Όχι ότι δεν θα γίνουν τα λάθη, αλλά θα τα κρύψω, με την εμπειρία που έχω. Και έτσι θα βγει, πιστεύω, ένα καλό αποτέλεσμα. Οπότε καλύτερα αργά και με λιγότερες ώρες εργασίας, αλλά παρατεταμένα μέσα στον χρόνο, παρά πολλές ώρες εργασίας και στο τέλος να είναι αυτό εις βάρος της υγείας του κεντητή. Δεν είναι καλό αυτό. Δεν κεντάμε για να πληγώσουμε τα χέρια μας και τον καρπιαίο σωλήνα μας και τους καρπούς μας και οτιδήποτε, να αποκτήσουμε, δηλαδή, προβλήματα. Επειδή δεν ζω από αυτό και δεν εξαρτώμαι οικονομικά από αυτό, αλλά το κάνω μόνο και μόνο για μένα και για να αποκτήσω μια δεξιότητα, δεν με πιέζει κάτι ώστε να βγάλω και ποσότητα. Οπότε θέλω να είναι ποιοτικό, μέσα στον χρόνο που μπορώ και να μην είναι εις βάρος της υγείας μου.
Επειδή είπες για τις τελετουργίες, έχεις κάποια τελετουργία δική σου, άμα τελειώσεις κάτι;
Άμα τελειώσω κάτι, τελετουργία θα έλεγα... Αυτό μού το πέρασε η Άννα η Ζουμή, η αδερφή της πάντοτε κάτι το πέταγε ψηλά στον ουρανό όταν το τελείωνε. Το έκανα και εγώ αυτό, γιατί μου άρεσε η αίσθηση της χαράς που δίνει αυτή η πράξη. Και βέβαια, μετά ότι θα ετοιμάσω τα γαϊτάνια, τη φόδρα και ό,τι άλλο χρειάζεται, με πολλή χαρά και προσμονή θα το στείλω στη μοδίστρα για να φτιάξει όλα τα υπόλοιπα και με την αντίστοιχη προσμονή και αποκαραδοκία θα το περιμένω να το πάρω πίσω και να το καμαρώσω. Και η χαρά μου θα μεγαλώσει όταν θα το δω φορεμένο, που καμαρώνω περισσότερο εγώ που το έφτιαξα παρά ο άνθρωπος που το φοράει.
Σήμερα πώς το βλέπεις το μέλλον;
Του κεντητή‒
Ναι.
Ή το δικό μου μέλλον σχετικά με αυτό;
Και για τα δύο να μας πεις.
Για του κεντητή, πιστεύω ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο κάποιος να εξαρτηθεί οικονομικά σαν κεντητής τερζής, να κάνει χειροποίητα πράγματα. Νομίζω ότι αυτό ‒σε εισαγωγικά‒ “έχει πεθάνει”. Αν θα γινόταν στο χέρι κάτι, θα ήταν γιατί κάποιος θα πληρωνόταν πάρα πολύ από αυτό το οποίο θα κάνει και αξίζει να βάλει τον εαυτό του στον κόπο. Να κεντήσει κάτι, ας πούμε, ένα διπλό σχέδιο, ποντιακό, με τη δική μου εμπειρία και επειδή έχω κεντήσει ένα αντίστοιχο, μου πήρε, με έξι ώρες εργασίας την ημέρα, έξι μήνες. Που σημαίνει ότι, αν ήταν μονό το σχέδιο και όχι διπλό, θα είχε τελειώσει στο τρίμηνο ή στο δίμηνο. Τα διπλάσια τα τελειώνουν στον διπλάσιο χρόνο απ’ ό,τι χρειάζεται ένα απλό σχέδιο. Πόσο θα το πουλήσεις αυτό, για να πεις ότι μπορείς να ζήσεις και να βιοποριστείς με αυτό; Είναι πάρα πολύ δύσκολο. Οπότε ξέρω ότι οι περισσότεροι ασχολούνται με το κέντημα της μηχανής. Δεν μου αρέσει αν βλέπω κεντήματα τα οποία δεν έχουν αυτό το στρίψιμο των αυλακιών, αλλά είναι κασινάκι, κάτι... με κάποιον άλλο τρόπο, που λένε δηλαδή απλό κέντημα, σαν αυτά τα... που κάνουνε, τις βελονιές που κάνουν οι γυναίκες. Το δικό μας δεν έχει να κάνει με τέτοια βελονιά, είναι επίρραπτα τα κεντήματά μας. Οπότε και της μηχανής να είναι, αν είναι επίρραπτο, θα συμφωνήσω με αυτούς τους ανθρώπους, καλά κάνουν. Και εφόσον κάποιος το έχει εξελίξει και μπορεί να κάνει... να βγάλει τη δουλειά που θα ήταν παρόμοια με το χέρι, θα του πω και μπράβο, δηλαδή το ζηλεύω αυτό. Εγώ δεν έχω ασχοληθεί με τη μηχανή, ασχολούμαι μόνο με το χέρι. Δεν έχω μάθει, δεν μου έχει δοθεί η ευκαιρία να... ούτε έχω μηχανή δική μου, αλλά ούτε έχω πάει σε κάποιο εργαστήριο να μάθω. Δεν ξέρω και πόσο εφικτό είναι αυτό. Σίγουρα θα είναι, για κάποιον που το ψάχνει πολύ. Αλλά εγώ επειδή ‒θα το ξαναπώ‒ δεν εξαρτώμαι από αυτό οικονομικά, θα μείνω μόνο στο χέρι. Το νιώθω σαν την κλίση μου, ότι είναι η κλήση μου, και με γιώτα και με ήτα. Κλήθηκα να το κάνω αυτό, το υπηρετώ δηλαδή, το διακονώ αυτό το... αυτήν την τέχνη, τη διακονώ και θα την κρατήσω σ’ αυτό το επίπεδο. Θα κρατήσω κάτι το οποίο είναι σαν ένα απολιθωμένο τεχνούργημα. Απολιθωμένο το λέω γιατί κανείς πλέον... πολύ λίγοι κεντάνε στο χέρι πλέον. Ένας; Δύο στην Ελλάδα; Τρεις; Μετρημένοι στα δάχτυλα της μιας παλάμης. Και οι άνθρωποι καλά κάνουν και είναι τόσο λίγοι. Τώρα, το δικό μου μέλλον είναι ότι θα το κάνω όσο μπορώ και όσο χρόνο ελεύθερο έχω. Αν και νιώθω τώρα τελευταία ότι σιγά-σιγά κλείνει ένας κύκλος και αρχίζω όλα τα υλικά μου να τα δίνω από δω κι από κει και θα κρατήσω μόνο τα πολύ απαραίτητα, για να έχω έτσι... για να κάνω αυτά τα οποία θέλω να τελειώσω, κάποια δύσκολα σχέδια. Και μετά να τα βλέπω να τα φοράνε πλέον. Και ίσως έτσι να κάνω κάποιο δώρο, σε πολύ-πολύ αγαπημένα πρόσωπα. Ή αυτήν τη συλλογή που έχω αποκτήσει να τη βλέπω να τη φοράνε... να τη φορέσει κάποιος σύλλογος, κάποια παιδιά. Και να καμαρώνω κι εγώ μαζί τους.
Ο περίγυρός σου, και η οικογένειά σου και το περιβάλλον σου, τι λέει για αυτήν την κλίση, όπως είπες;
Στην αρχή, κανένας δεν μου είπε κάτι γι’ αυτό, ότι είναι αρνητικό ή ότι είναι κακό να κεντάει κάποιος ή ότι αυτό είναι αποκλειστικά για τις γυναίκες ή ότι δεν πρέπει να κεντάνε οι άντρες ή οτιδήποτε. Δεν είχα καμία τέτοια... από τον περίγυρό μου τον οικογενειακό, ας πούμε, κάποιο τέτοιο θέμα. Επειδή ίσα-ίσα ξέραν ότι ασχολούμαι με την ποντιακή παράδοση και τη λαογραφία και την καταγραφή της λαογραφίας, το είδανε και αυτό τι γίνεται στο πλαίσιο ενός τέτοιου εγχειρήματος, δηλαδή να καταγραφτεί η παράδοση. Απλά η μητέρα μου, επειδή είχε τη γνώση της μοδιστρικής και βλέποντάς με να κάνω τόσο λεπτεπίλεπτα πράγματα και τόσο λεπτά νήματα και τη δυσκολία που πρέπει να καταβάλει κανείς για να ξοδέψει, το θεωρεί ότι είναι κάτι πολύ εξεζητημένο, εξειδικευμένο και ότι, για έναν νέο άνθρωπο, στην ουσία τρώει, σπαταλάει τον χρόνο του, σε κάτι που τον κλείνει αντί να τον ανοίγει. Μπορεί να έχει και δίκιο, βέβαια. Αλλά νομίζω, σε όλα τα πράγματα, όλα τα πράγματα συνδυάζονται. Και σε όλα τα πράγματα, αν τηρηθεί κάποιο μέτρο, όλα μπορούν να γίνουν.
Εσύ πώς νιώθεις, ότι σε κλείνει ή σε ανοίγει;
Εξαρτάται. Αν θέλω να κλειστώ, είναι ό,τι καλύτερο για να κλειστεί κάποιος. Αν θέλω, τώρα όμως, στη φάση που νιώθω ότι πρέπει να κάνω κι άλλα πράγματα, αλλά πιέζομαι να τελειώσω κάποιο ζακετάκι, είτε λόγω παραγγελίας, είτε γιατί θέλω εγώ να μην το πάω άλλο, αλλά πρέπει να το τελειώσει, εκεί κλείνομαι περισσότερο. Άρα, συνειδητά όταν κλείνεσαι είναι διαφορετικά και διαφορετικά όταν σε πιέζει κάτι και πρέπει να παραδώσεις ή πρέπει να το φτιάξεις για κάποιους λόγους και εκεί πλέον μετά ζορίζεσαι γιατί πρέπει να το τελειώσεις. Αλλά γενικά είμαι λίγο αγχώδης εγώ σαν άνθρωπος και ό,τι ξεκινάω θέλω να το τελειώνω. Δεν μ’ αρέσει να τα αφήνω έτσι μισά ή... Μόνο για πολύ πολύ σοβαρούς λόγους θα το αφήσω, γιατί πρέπει, ξέρω γω, να τελειώσω τη διδακτορική μου εργασία. Μόνο τότε θα πρέπει να το κάνω και θα το συνεχίσω μετά. Και όντ[01:00:00]ως έγινε. Και συνήθως μετά από κάποιες τέτοιες εργασίες, πάντα κάνω κάτι, για να θυμάμαι ότι τελείωσε κάτι δύσκολο που έκανα και επιτέλους τώρα έχω τον χρόνο να κάνω το μεράκι μου.
Σήμερα, αυτή η τέχνη, που έχει τόση λεπτομέρεια και παίζεται... εκεί παίζεται πολύς κόπος, δουλειά κτλ., πώς νιώθεις να υπάρχει μέσα στον κόσμο τον σημερινό;
Ναι, νομίζω ότι είναι ανύπαρκτο. Για πάρα πολλούς λόγους. Πρώτον, γιατί δεν εκτιμάται αυτή η εργασία. Δεύτερον, γιατί δεν πληρώνεται αυτή η εργασία. Τρίτον, γιατί οι άνθρωποι πλέον φοράνε μπλουζάκια των 10€. Έχουμε χάσει την αίσθηση της παράδοσης. Έχουμε μετεξελιχθεί τόσο πολύ, από κάτι χειροποίητο σε κάτι τόσο βιομηχανοποιημένο και βιοτεχνοποιημένο, που πλέον έχουμε χάσει την αίσθηση της σύνδεσης με κάτι χειροποίητο και με κάτι περισσότερο εξειδικευμένο. Ακόμα και οι πολύ καλές τουαλέτες, ας πούμε, που θα μπορούσαμε να ασχοληθούμε και να κάνουμε κάποια κεντήματα εκεί πάνω, κάτι δηλαδή παραδοσιακό να μπολιαστεί σε ένα σύγχρονο ένδυμα, νομίζω και αυτό πλέον μόνο για πολύ εξειδικευμένους ράπτες θα μπορούσε να γίνει, γιατί έχουν αντίστοιχο πελατολόγιο και γιατί υπάρχει αντίστοιχη ζήτηση. Νομίζω, αυτό που κάνουμε ανήκει στη σφαίρα μόνο του ανθρώπου που είναι πολύ μερακλής. Και που το θέλει για τον εαυτό του. Μπορεί να το πληρώσει, άρα οικονομικά έχει τη δυνατότητα. Και τελευταίο, γιατί είναι το μεράκι του να έχει τόσο όμορφα πράγματα. Δηλαδή γενικότερα ο κόσμος, νομίζω, είναι πλέον... αγνοεί τις τέχνες αυτές, και αν τις δει, δηλαδή αυτά που έχω ακούσει από τους ανθρώπους που βλέπουν τη δουλειά μου, νομίζουν ότι είναι μια φάσα που κεντήθηκε, δηλαδή αγοράστηκε έτοιμο και περάστηκε πάνω στο ύφασμα. Δεν μπορούν να καταλάβουν ότι αυτό όλο έγινε στο χέρι. Και αν έγινε στο χέρι, δεν μπορούν να καταλάβουν και την οικονομική του... το οικονομικό του κόστος.
Πιστεύεις ότι αλλάζει η αντίληψη για το χειροποίητο; Ή όχι ακόμα;
Εννοείς δηλαδή αν ο κόσμος αρχίζει να καταλαβαίνει τι είναι χειροποίητο;
Αν αρχίζουμε σε αυτήν τη φάση.
Νομίζω ότι όλοι οι παλαιότεροι άνθρωποι ήταν πιο κοντά στην κουλτούρα και στην παράδοσή τους να έχουν χειροποίητα πράγματα, γιατί όλοι έχουν κάποια τέτοια ανάμνηση σαν τις δικές μου, τις γιαγιάδες και τις θείες να κεντάνε και να πλέκουν. Άρα όλοι κάτι στην «προίκα» τους ‒σε εισαγωγικά‒ έχουν κάποια πράγματα χειροποίητα. Οι νεότερες γενιές, τις βλέπω πιο αποτραβηγμένες από κάτι χειροποίητο. Και δεν βλέπω να εκτιμάνε και κάτι χειροποίητο, γιατί ίσως τότε να είναι και λίγο παρεξηγημένα όλα αυτά, γιατί ήτανε κιτς το να βάλουμε ένα χειροποίητο σεμεδάκι στην τηλεόραση. Είναι κιτς να μπει ένα χειροποίητο σεμεδάκι στο ψυγείο. Και έχουν δίκιο και από την άποψη αυτή οι νεότερες γενιές, που θα μπορούσαν κάτι χειροποίητο να το βάλουν κάπου αλλού και όχι στο ψυγείο και στο... και στην τηλεόραση. Κι εγώ μαζί τους είμαι, συμφωνώ. Βέβαια, ένας καθηγητής μου μου είπε στη σχολή: «Πραγματικά είναι τόσο όμορφα αυτά τα μοτίβα που κεντάς, που εγώ θα σου ζητούσα να μου κεντήσεις μια ζακέτα και να έχω λίγα τέτοια μοτίβα πάνω μου, πάνω της. Γιατί καταλαβαίνω και τον κόπο, αλλά και περισσότερο το αριστοτεχνικό αυτής της εργασίας». Και η ομορφιά και η αισθητική που παράγεται είναι πραγματικά κάτι το οποίο λείπει σήμερα από την εποχή μας. Δηλαδή να φανταστούμε με αυτόν τον τρόπο ότι αυτά τα κεντήματα, στην δική τους την εποχή, είχαν έναν κώδικα επικοινωνίας, δηλαδή μιλούσαν, συνομιλούσαν με τους ανθρώπους που τα φορούσαν. Και αυτό τώρα πλέον δεν υπάρχει. Και δεν αναφέρομαι τώρα μόνο για τον ποντιακό χώρο. Ο ποντιακός χώρος είναι ένας ξεριζωμένος χώρος. Και απομονωμένος χώρος λόγω της τοποθεσίας του, αλλά και ξεριζωμένος, γιατί αυτά πολύ βίαια ξεριζώθηκαν από κάτι... από μια φυσική εξέλιξη. Οπότε και εδώ στη μητροπολιτική, ηπειρωτική Ελλάδα, και οι υπόλοιπες φυλές που είχαν κεντημένα, χειροποίητα ενδύματα πάνω τους, κι εκείνοι πλέον δεν τα φοράνε αυτά. Νομίζω είμαστε στη φάση που θέλουμε fast food, έτοιμα πράγματα, φτηνά, πολύ γρήγορα, φανταχτερά, έγχρωμα και με λίγο κόπο. Έχει να κάνει με τον κόπο που καταβάλλουμε. Κανένας δεν καταβάλλει κόπο χειροτεχνικό, χειρωνακτικό και αριστοτεχνικό. Ο κόπος που καταβάλλεται είναι λίγος. Θέλουμε με λίγο κόπο να καταφέρουμε πολλά. Με το πάτημα ενός κουμπιού, όπως ανάβουμε και σβήνουμε τα φώτα. Με τις ταχύτητες που μεταφέρονται και μεταδίδονται πληροφορίες σε έναν υπολογιστή. Με τις οθόνες ενός κινητού. Μας συνεπαίρνει η γοητεία της πληροφορίας. Και όλα αυτά πλέον έχουν γίνει μουσειακά εκθέματα. Και αφήνονται στην τύχη του ερευνητή να τα ερμηνεύσει, να γίνουν εργαλεία μεθοδολογικά, να αναπαραστήσουμε το παρελθόν και να δούμε τι προεκτάσεις αυτές έχει για το παρόν, όχι για το μέλλον. Μόνο για το παρόν.
Πώς νιώθεις σε αυτόν τον κόσμο, όπως τον περιγράφεις εσύ; Αλλά εσύ παράλληλα κάθεσαι ένα βράδυ για να κεντήσεις. Πώς νιώθεις εσύ με αυτήν την αντίθεση;
Ουσιαστικά και εγώ ζω στον κόσμο μου, μέσα σε εισαγωγικά αλλά και εκτός εισαγωγικών. Γιατί αν είσαι αισθητά, συνειδητά δηλαδή, μέσα σε έναν κόσμο που πολύ γρήγορα καταναλώνει πράγματα και μετά τα απορρίπτει αυτά, γιατί έχει βρει κάτι καλύτερο, δεν θα το έκανα αυτό, που κάνω δηλαδή, που κεντάω. Οπότε και εγώ θεωρώ ότι έχω τη δική μου “τρέλα”, σε εισαγωγικά αυτήν τη φορά, και ότι, για να ασχοληθεί κανείς σοβαρά με αυτό, και όχι έτσι απλά, θα πρέπει να έχει βιώματα, να το ζει, να βλέπει αυτό που γίνεται έξω στον κόσμο, αλλά αυτός, κόντρα σε αυτό που γίνεται στον κόσμο, να κάνει αυτό που ευχαριστεί τον ίδιο και που τον κάνει ευτυχισμένο, είτε γίνεται, άθελά του ή ηθελημένα, φορέας συνέχισης μιας παράδοσης, είτε όχι. Δηλαδή κάποιος το κάνει για χόμπι, γιατί του αρέσει να περνάει τον χρόνο του, ή επειδή... Μου είχε πει η Αρετή κάποτε, ένας κύριος μεγάλης ηλικίας χήρεψε. Και επειδή είχε αρκετό ελεύθερο χρόνο και ήταν και συνταξιούχος, έκανε τις καραγκούνικες ποδιές. Και μάλιστα έκανε ποδιές για κούκλες, δηλαδή κούκλες του μισού ή του ενός μέτρου, μικροσκοπικά ενδύματα, του... των 30 εκατοστών, των 20 εκατοστών; Έκανε όλα τα μοτίβα που είχε μια μεγάλη καραγκούνικη ποδιά επάνω και πολύ αριστοτεχνικά, πολύ όμορφα. Δεν ξέρω περισσότερα στοιχεία για τον ίδιο, αν είναι και από αυτήν την περιοχή ή αν αισθάνεται ότι συνδέεται με τους προγόνους του ή με κάτι τέτοιο. Πάντως όμως και για χόμπι, έκανε κάτι το οποίο για τον ίδιο ήταν κάτι πολύ δημιουργικό ή τον βοηθούσε να ξεχάσει. Ήταν αγχολυτικό. Ακόμη και γι’ αυτό, νομίζω ότι ταιριάζει σε όλες τις εποχές κάποιος να ασχοληθεί με αυτήν την τέχνη. Τώρα για περισσότερα πράγματα, όπως ανέφερα στην αρχή ότι δίνει ταυτότητα σε κάποιον ή τον κάνει να αισθάνεται αυτήν τη σύνδεση με τους προγόνους, δεν μπορώ αυτό να το πω για όλους. Αυτό θα το πω... θα μιλήσω μόνο για τον εαυτό μου.
Και για να καταλήξω, έτσι, να ανακεφαλαιώσω, αυτό που με συνεπαίρνει, εμένα προσωπικά, είναι το ότι προσπαθώ να βρω, μέσα από τις διηγήσεις των προγόνων μου, αλλά και όλων των Ποντίων πληροφορητών μου, που μου έχουν μιλήσει για αυτά τα ενδύματα, ένα υπόγειο ρεύμα, που λέγεται παράδοση ή κάπως αλλιώς. Τάσεις; Δεξιότητες; Κληρονομιά; Όπως και να λέγεται, νιώθω ότι υπάρχει ένα υπόγειο ρεύμα, που συνδέει όλες τις εποχές μεταξύ τους και φτάνει στο σήμερα και θα υπάρχει και στο μέλλον. Δηλαδή από τα γεωμετρικά σχέδια της προϊστορικής εποχής και της γεωμετρικής εποχής, τους ιστορικούς χρόνους, που βλέπω πολλά κοινά με τα δικά μας τα γεωμετρικά σχέδια των κεντημάτων, μέχρι σήμερα, η τέχνη έχει ένα υπόγειο ρεύμα, ρέει ένα ποτάμι, ένα... κάποιο νερό που τα ενώνει όλα αυτά. Και περνάει και έρχεται και σε εμάς. Και σίγουρα, άλλοτε είναι παρεξηγημένο, άλλοτε είναι ολοφάνερο και άλλοτε ξυπνάει μέσα στους ανθρώπους μνήμες. Που αναλόγως με τα βιώματά τους είτε μπορούν να τα... να το δουν περισσότερο, να το εξελίξουν, δηλαδή να ασχοληθούν με αυτό, είτε όχι, να το αρνηθούν. Εγώ είμαι πολύ υπέρ της ελευθερίας του κάθε ανθρώπου. Και επειδή είσαι φορέας, ας πούμε, μιας τέτοιας παράδοσης, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει και να το κάνεις υποχρεωτικά. Δηλαδή θέλω... ήθελα να το δείξω αυτό στους ανιψιούς μου. Αλλά αρνούνται και, ενώ λίγο προσπάθησαν, ο ένας μού είπε: «Θα το τελειώσουμε σε δύο χρόνια αυτό;». Ένα μικρό μοτίβο δηλαδή, σε δύο χρόνια: «Θα μας πάρει δύο χρόνια να το τελειώσουμε;». Οπότε, δεν σημαίνει ότι επειδή το έχεις στην οικογένεια ότι πρέπει και να το... σώνει και καλά να το εξελίξεις. Ελεύθερα πρέπει να είναι στον καθένα. Και αυτή είναι και η συμβουλή μου για κάποιον που θέλει να ασχοληθεί, με αυτό το... τη λαϊκή τέχνη, με οποιαδήποτε λαϊκή τέχνη, προς Θεού, δεν είναι μόνο το κέντημα το τερζήδικο, είναι και το συρμακέσικο, είναι και ‒έτσι‒ η ραπτική των παραδοσιακών ενδυμάτων. Πολλές, πολλές, πολλές και διάφορες τέχνες, λαϊκές. Όταν θα το αισθα[01:10:00]νθεί, τότε θα το κάνει. Όταν θα νιώσει ότι είναι... ότι αυτό έχει κάποιο νόημα για τον ίδιο ή για την ίδια, θα βρει και τους μάστορες, θα βρει και τον δάσκαλο, θα ανοίξουν πόρτες, θα κλείσουν πόρτες. Δεν θα είναι όλα ανοιχτά. Θα υπάρχει και απόρριψη, θα υπάρχει και αρκετή απογοήτευση. Αλλά όλα αυτά είναι για να μας κάνουν πιο δυνατούς και να μας πουν ότι: «Ναι, καλά βαδίζεις». Θα φας και απορρίψεις. Και εγώ, με απέρριψαν πολλές φορές, όταν ζήτησα σχέδια ή κεντήματα ή οτιδήποτε, ή περισσότερη βοήθεια ή ακόμα και πατρόν από μουσεία, μου αρνήθηκαν. Όλα αυτά όμως με κάνανε περισσότερο... πιο δυνατό να συνεχίσω, όχι να τα παρατήσω. Γιατί αργότερα θα αποκτήσω περισσότερες γνώσεις και θα έχω και άλλα εφόδια που θα τα χρησιμοποιήσω, στο κατάλληλο timing, να ανοίξουν αυτές οι πόρτες και να κάνω άλλα πράγματα.
Εσύ νιώθεις ότι είσαι μέρος αυτού του υπόγειου ρεύματος που είπες;
Αυτή είναι η παγίδα η ερώτηση, γιατί αν πεις ναι, θα με πεις ψώνιο. Αν πεις όχι, θα μου πεις: «Μάλλον δεν ήρθα στον κατάλληλο άνθρωπο για να μου μιλήσει». Οπότε είναι λίγο δύσκολο να απαντήσει με ένα ναι ή με ένα όχι. Ας πούμε όμως ότι θα ήθελα να ήμουν. Με ποια αίσθηση όμως; Ότι υπηρετώ, διακονώ την τέχνη αυτή και ότι θέλω να είμαι στα χνάρια των ανθρώπων εκείνων που έδειξαν κάτι, που μας άφησαν, μας προικοδότησαν και εμείς το συνεχίζουμε. Βέβαια με ό,τι υλικά έχουμε στη δική μας την εποχή, άρα λίγο πιο... πώς να το πω; Όχι μεταμορφωμένο, ούτε μετεξελιγμένο. Πιο ευέλικτο, πιο εύκαμπτο, επίτρεψέ μου να πω αυτούς τους όρους, για να μπορέσουμε με τα δικά μας υλικά να βγάλουμε ένα καλό αποτέλεσμα πάλι.
Αυτό το υπόγειο ρεύμα φαίνεται από την ιστορία σου ότι είναι και ένα γενεαλογικό, είναι διαγενεακό κάπως. Τι θα έλεγες, άμα μπορούσες να δεις τον προπάππου σου; Τι θα του έλεγες, αν μπορούσες να τον δεις;
Θα του έλεγα: «Το έκανα καλό; Συμφωνείς με αυτό; Πες μου, πώς έκανες εκείνο το στρίψιμο σε εκείνο το σημείο; Πώς έκρυψες τα κορδονάκια και δεν φαίνονται; Πού ήταν η αρχή; Πού το τελείωνες; Έγινε ωραίο; Έγινε όπως οι κανόνες οι δικοί σας το θέλανε;». Και σίγουρα θα ρωτούσα για περισσότερες πληροφορίες για την ερμηνεία αυτών των συμβόλων. Που σήμερα χάθηκαν αυτοί οι άνθρωποι. Δεν έχουμε περισσότερες γνώσεις από... δηλαδή δεν μας έμειναν περισσότερα πράγματα να τους ρωτούσαμε. Δεν είχαμε τη δυνατότητα τότε, βέβαια, οι γενιές οι επόμενες να ρωτήσουν για κάτι τέτοιο, γιατί ήτανε πολύ έντονο το θέμα της επιβίωσης. Πολλοί από αυτούς, όταν ήρθαν εδώ πέρα, άλλαξαν επαγγέλματα, δεν μπορούσαν να κεντήσουν, δεν φορέθηκαν πλέον τα φορέματα αυτά και τα ενδύματα. Και από αυτά που, δόξα τω Θεώ, πόσα έμειναν, τα περισσότερα κηδεύτηκαν, τροποποιήθηκαν, μεταποιήθηκαν, χάλασαν, μπήκαν στη φωτιά, κάηκαν. Και έχει μείνει κάποιος σημαντικός αριθμός πάλι, βέβαια, αλλά πολύ λιγότερος από αυτό που θα θέλαμε. Οπότε είναι λίγο ένα παζλ πάλι, που προσπαθούμε με τη μελέτη και την έρευνά τους να φέρουμε τα κομματάκια του παζλ σε ένα καλό ικανοποιητικό σημείο, που να βγάζει λίγο περισσότερο νόημα. Δεν ξέρω αν θα μπορέσουμε ποτέ να βγάλουμε όλο το νόημα. Αν είχαμε της πρώτης γενιάς ανθρώπους και είχαμε έτσι το... ‒πώς να το πω;‒ ολόκληρη τη θέαση αυτού του πράγματος, έτσι ολόκληρη την εικόνα, έστω και αποσπασματικά τώρα, όσο είναι δυνατό στο χέρι μας να ερμηνεύσουμε, μέσα από τεκμήρια, από βιβλιογραφία, από... να το φέρουμε σε ακαδημαϊκό επίπεδο, είναι ένας από τους στόχους μου, να ασχοληθώ ακαδημαϊκά με αυτό, νομίζω ότι θα είναι ένα ακόμα βήμα στην ερμηνεία του. Και για μένα προσωπικά τον ίδιο, στο πλαίσιο αυτό και του ρεύματος και της γενεαλογικής μου κληρονομιάς, αν μου επιτρέπεις να το θέσω έτσι, αλλά και σαν ερευνητής, σαν επιστήμονας. Αλλά και γι’ αυτούς που θα τα παραλάβουνε, τις νέες γενιές, πρέπει να σκεφτόμαστε και τους νέους μελετητές, αλλά και τα νέα παιδιά, που αγαπάνε την παράδοση και θέλουν να φοράνε κάτι όμορφο πάνω τους. Οπότε νομίζω η συνεργασία όλων είναι αυτή που μετράει. Ο καθένας μας απ’ τον χώρο του και από τον τρόπο του, με πολύ σεβασμό, με φειδώ, ‒αυτό το λέω για τους επιστήμονες κυρίως‒, να το προσεγγίσουμε και να του δώσουμε αυτό που πρέπει, χωρίς παρεξήγηση. Χωρίς ‒έτσι‒ αλλοιώσεις. Αυτό όπως ακριβώς είναι. Και να βγάλουμε, όσο γίνεται, κάτι καλύτερο. Και να αφήσουμε και κάτι στους επόμενους.
Εσύ πώς νιώθεις την παράδοση; Πώς τη νιώθεις;
Πολύ... ερώτηση η οποία νομίζω δεν απαντάται εύκολα. Είναι δύσκολο πραγματικά κάποιος να απαντήσει, αλλά για μένα παράδοση είναι ο τρόπος που αναπνέω. Ο τρόπος που ζω. Ο τρόπος που βλέπω τηλεόραση και... ή ακούω κάτι ή στην τηλεόραση βλέπω κάποιον παραδοσιακό χορό από ένα συγκρότημα ή που ακούω κάποιον νέο καλλιτέχνη ή κάποια καταγραφή, και αυθόρμητα φεύγουν δάκρυα απ’ τα μάτια μου. Δεν μπορώ να το καταλάβω γιατί το κάνω αυτό. Άρα, παράδοση για μένα είναι κάτι και συνειδητό, ένα συνειδητό κομμάτι, και ένα εντελώς ασύνειδο κομμάτι, το οποίο μού λέει ότι: «Ξέρεις τι; Έχεις ένα βίωμα μέσα σου. Έχεις αρκετό υλικό μέσα σου, που ξυπνάει». Σου λέει κάτι: «Εδώ είμαι». Μπορεί να είναι κληρονομήσιμο. Μπορεί να είναι οι πόθοι και τα όνειρα των προηγούμενων γενεών που δεν πρόλαβαν να εκπληρωθούν και βγαίνουν στις επόμενες γενιές. Μπορεί να είναι ένα... μια ανάσα, που χτυπάει σε κάθε γενιά που έρχεται. Κάποιος την αφουγκράζεται, κάποιος όχι. Αλλά για μένα είναι παράδοση και κάτι ελαστικό, δηλαδή κάτι το οποίο έχει τον τρόπο να μορφοποιηθεί ανάλογα με την κάθε εποχή. Δηλαδή δεν είναι μόνο κλειστό, άτεγκτο, αυτό είναι, να το φυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού. Πιστεύω ότι η παράδοση είναι και αυτό που μας δίνουν, αλλά και αυτό που θα δώσουμε και πώς θα το δώσουμε, αλλά να περάσει και από τη δική μας την εποχή. Να παντρευτεί και με τη δική μας την εποχή. Γιατί για τις επόμενες γενιές θα είναι η παράδοση η δική τους αυτό που κάναμε εμείς. Δηλαδή αυτό που κεντάω εγώ, που νομίζω ότι κάνω ένα αντίγραφο ενός ενδύματος ηλικίας 100 ετών, όταν θα φύγω απ’ τη ζωή και θα έρθει η επόμενη γενιά, θα το θεωρήσει για δικό της κειμήλιο. Που θα το αξιολογήσουν τότε ότι ήταν μια προσπάθεια να μιμηθούν τα 6 εκατοστά του τότε κεντήματος, αλλά μετά από εκατό χρόνια και λόγω έλλειψης των υλικών, τα 6 εκατοστά γίναν αναγκαστικά 7, γιατί πάχυνανε τα νήματα και δεν μπορούσαν να γίνουν τόσο λεπτά όσο ήταν εκείνα. Παρ’ όλο αυτό, είναι κι αυτό μια... είναι μέρος της παράδοσης. Γιατί κάποιος που ασχολιόταν με την παράδοση προσπάθησε να κάνει κάτι παραδοσιακό. Με τα δικά του υλικά. Και όσο αν ακούγεται αυτό ‒έτσι‒ ομόηχο, παράδοση και παραδοσιακό, και δεν ξέφυγε και, για να βάλει και τη δική του υπογραφή και το δικό του προσωπικό στοιχείο, τελικά, άθελά μας μπαίνει κι η εποχή μας μέσα. Οπότε, για μένα η παράδοση είναι και αυτό που πήραμε, αλλά και αυτό που βάζουμε στην εποχή μας. Γίνεται από μόνο του, είναι αναπόφευκτο.
Σήμερα ‒έτσι‒ που διηγήθηκες το παζλ, το δικό σου, της εποχής μας, πώς νιώθεις τώρα που μας τα διηγήθηκες;
Πάντοτε, όταν μπαίνω σε αυτήν τη διαδικασία, επειδή δίνω ένα κομμάτι του εαυτού μου, νιώθω πολύ ευχάριστα και νιώθω αυτήν την κάθαρση της εξομολόγησης. Δηλαδή έγινε και μια ψυχοθεραπεία, άθελά μας, γιατί βγάζω κομμάτια δικά μου και τα ανακοινώνω προς τα έξω. Οπότε μου έκανε και πολύ καλό αυτή η κουβέντα, γιατί οι ερωτήσεις είναι πολύ όμορφες και με βάζουν και μένα να σκεφτώ. Κι επειδή, όταν λες και κάτι δικό σου και το εξιστορείς πλέον, το διηγείσαι, είναι και... γίνεται κι ένα υλικό που βγαίνει από σένα και μεταφέρει και πράγματα της προσωπικότητάς σου. Ακόμα και η φωνή που θα καταγραφεί, ας πούμε, και ο ήχος της, το φορτίο της, νομίζω, είναι διαφορετική από ό,τι όταν είμαστε σε μια άλλη φάση που απλά μιλάμε και γελάμε και... χωρίς να το καταλάβουμε. Οπότε ναι, ήτανε... νιώθω πάρα πολύ όμορφα.
Φωτογραφίες

Το αδράχτι του αφηγητή
Το αδράχτι του αφηγητή, κατασκευή του πατέ ...

Το αδράχτι του αφηγητή
Το αδράχτι του αφηγητή, κατασκευή του πατέ ...

Λεπτομέρεια κεντήματος
Λεπτομέρεια από κέντημα του αφηγητή.

Λεπτομέρεια κεντήματος
Λεπτομέρεια από κέντημα του αφηγητή.

Σχέδιο κατιφέ
Άλλο σχέδιο κατιφέ που κέντησε ο αφηγητής.

Γιαγιά και παππούς
Η γιαγιά και ο παππούς του αφηγητή.

Προπάππος
O προπάππος του αφηγητή.

Το ψαλίδι του προπάππου
Το ψαλίδι του προπάππου του αφηγητή.

Tα χέρια του αφηγητή
Tα χέρια του αφηγητή την ημέρα της συνέντε ...

Tα χέρια του αφηγητή
Τα χέρια του αφηγητή την ημέρα της συνέντε ...

Κέντημα από παραδοσιακή ...
O αφηγητής κρατώντας κέντημά του από παραδ ...
Περίληψη
Ο Κωνσταντίνος Στεφανίδης ζει την τέχνη, την παράδοση και την ιστορία μέσα από τον κόσμο του παππού και του προπάππου του, τον κόσμο του τερζήδικου κεντήματος. Με καταγωγή από τον Πόντο, ο Κωνσταντίνος μας μοιράζεται αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια, τις ιστορίες του παππού του για τον Πόντο των ηρώων, τις γυναίκες να κεντάνε τηρώντας έναν δικό τους, μυστικό κώδικα επικοινωνίας, αλλά και τη στιγμή που ο παππούς αναγνώρισε το ταλέντο του εγγονού, χαρίζοντάς του την τσιμπίδα του προπάππου. Επιφορτισμένος με τη συνέχεια της οικογενειακής παράδοσης, εμπνευσμένος από ένα αριστοτεχνικό νυφιάτικο δημιούργημα του προπάππου του, ο Κωνσταντίνος γυρίζει την Ελλάδα επισκεπτόμενος εμπειροτέχνες της κεντητικής. Με τη μαθητεία του πλάι στην Αρετή Παστελή, η δική του τεχνική μετά από πολύ κόπο φτάνει σε ένα επίπεδο που τον κάνει περήφανο, πλησιάζοντας τη μαστοριά των παλαιών. Προβληματίζεται για τη θέση του χειροποίητου στο σήμερα αλλά και για τις δυνατότητες βιοπορισμού από το παραδοσιακό αυτό επάγγελμα στο μέλλον. Στην αφήγησή του, η εμπειρία, η γνώση και οι βελονιές των τερζήδων μπλέκονται με το προσωπικό του αφήγημα και τη δική του εξέλιξη, παρουσιάζοντας έναν ξεχωριστό κόσμο αλλά και χρόνο δημιουργίας. Όντας ένας από τους ελάχιστους κεντητές τερζήδες σήμερα στην Ελλάδα, βάζει «βελονιές για την αιωνιότητα».
Αφηγητές/τριες
Kωνσταντίνος Στεφανίδης
Ερευνητές/τριες
Μαρκία Λιάπη
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
27/10/2023
Διάρκεια
79'
Σημειώσεις Συνέντευξης
Γλωσσάρι
τερζής: (<τουρκ. terzi) ράφτης
Περίληψη
Ο Κωνσταντίνος Στεφανίδης ζει την τέχνη, την παράδοση και την ιστορία μέσα από τον κόσμο του παππού και του προπάππου του, τον κόσμο του τερζήδικου κεντήματος. Με καταγωγή από τον Πόντο, ο Κωνσταντίνος μας μοιράζεται αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια, τις ιστορίες του παππού του για τον Πόντο των ηρώων, τις γυναίκες να κεντάνε τηρώντας έναν δικό τους, μυστικό κώδικα επικοινωνίας, αλλά και τη στιγμή που ο παππούς αναγνώρισε το ταλέντο του εγγονού, χαρίζοντάς του την τσιμπίδα του προπάππου. Επιφορτισμένος με τη συνέχεια της οικογενειακής παράδοσης, εμπνευσμένος από ένα αριστοτεχνικό νυφιάτικο δημιούργημα του προπάππου του, ο Κωνσταντίνος γυρίζει την Ελλάδα επισκεπτόμενος εμπειροτέχνες της κεντητικής. Με τη μαθητεία του πλάι στην Αρετή Παστελή, η δική του τεχνική μετά από πολύ κόπο φτάνει σε ένα επίπεδο που τον κάνει περήφανο, πλησιάζοντας τη μαστοριά των παλαιών. Προβληματίζεται για τη θέση του χειροποίητου στο σήμερα αλλά και για τις δυνατότητες βιοπορισμού από το παραδοσιακό αυτό επάγγελμα στο μέλλον. Στην αφήγησή του, η εμπειρία, η γνώση και οι βελονιές των τερζήδων μπλέκονται με το προσωπικό του αφήγημα και τη δική του εξέλιξη, παρουσιάζοντας έναν ξεχωριστό κόσμο αλλά και χρόνο δημιουργίας. Όντας ένας από τους ελάχιστους κεντητές τερζήδες σήμερα στην Ελλάδα, βάζει «βελονιές για την αιωνιότητα».
Αφηγητές/τριες
Kωνσταντίνος Στεφανίδης
Ερευνητές/τριες
Μαρκία Λιάπη
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
27/10/2023
Διάρκεια
79'
Σημειώσεις Συνέντευξης
Γλωσσάρι
τερζής: (<τουρκ. terzi) ράφτης