Ηλικιακός περιορισμός
Η συνέντευξη είναι διαθέσιμη μόνο για χρήστες άνω των 18 ετών.
Λιποτάκτης, επικηρυγμένος και καταδικασμένος εις θάνατον: ο Ζαχαρίας Πυρούδης, 103 ετών, διηγείται
Ενότητα 1
Παιδική ηλικία και Β' Παγκόσμιος Πόλεμος
00:00:00 - 00:21:54
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Πώς ονομάζεστε; Το όνομά μου είναι Ζαχαρίας και το επίθετο Πυρούδης. Ονομάζομαι Δέσποινα Ξηρού, είναι Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2023 και βρισκ… χρονών. Ήμουν μικρός. Κατάλαβες; Ηγεννήθηκα το 1920. Η επιστράτευση έγινε το 40. Ήμουν μικρός, δεν είχα πάει στρατιώτης ακόμα. Κατάλαβες;
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Στράτευση κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου
00:21:54 - 00:44:27
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Ύστερα λοιπόν... Επειδή δεν είχε στρατόν εδώ όσον καιρό ήταν η Γερμανική κατοχή, άμα φύγανε οι Γερμανοί, κάμανε να κάμουν στρατόν, να μπουν …ίδιου, δεν θα την στείλεις με άλλο». Ε την πήρα εγώ, το σημείον αυτό. Έρχομαι στην Ικαριά, πού να γυρίσω, να ξαναγυρίσω, να πάω πίσω εκεί.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Επικυρηγμένος και λιποτάκτης στο βουνό
00:44:27 - 01:11:05
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Περάσανε οι πενήντα μέρες που τελείωσεν η άδεια, και με κηρύξανε λιποτάκτη. Σαράντα μέρες που δεν είχα παρουσιαστεί να πάω στο στρατό, με κη…στη Μακρόνησο και έκανα δυο χρόνια κι εκεί. Περιπέτεια ε... Έχεις ακούσει για τη Μακρόνησο; Όχι. Ε πιο καλά... Εκεί κι αν ήταν η κόλαση...
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΠώς ονομάζεστε;
[00:00:00]
Το όνομά μου είναι Ζαχαρίας και το επίθετο Πυρούδης.
Ονομάζομαι Δέσποινα Ξηρού, είναι Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2023 και βρισκόμαστε στην Πλαγιά με τον κύριο Ζαχαρία. Πείτε μου λίγα πράγματα για τη ζωή σας.
Εγώ γεννήθηκα το 1920 στη Δάφνη, στη Μεσαριά. Η μητέρα μου ήταν από εκεί και ο πατέρας της ήτανε παπάς. Και γεννήθηκα εκεί, εκεί μεγάλωσα μέσα στη Δάφνη, ξέρεις το χωριόν αυτό. Εκεί μεγάλωσα, εκεί πήγα σχολείο, στο Δημοτικό δηλαδή. Ο πατέρας μου τότε ήταν στο Μικρασιατικόν Πόλεμο, στην Τουρκία που γίνετο και έκαμαν οχτώ χρόνια. Και όταν απογύρισεν εκείνος, με έφεραν εδώ στην Πλαγιά. Λοιπόν, εδώ ήβγαλα το Δημοτικό, ηπίενα μια χρονιά στο σχολείον της Δάφνης, στη Μεσαριά και μιαν εδώ, που ήβγαλα το Δημοτικό. Αφ’ το Δημοτικό όταν το ’βγαλα, με κάτι άλλα παιδιά από εδώ, τέσσερις ήμαστε, ηπήγαμε στο Γυμνάσιο μας ηγράψαν στον Εύδηλο. Αλλά αυτός ο καθηγητής, πάναθεμά σε, ήτανε πολύ σκληρός και ήταν και δεν χώνευε τους αριστερούς, να σου πω με λίγα λόγια. Ε, εγώ από μικρό παιδί, από το Δημοτικό σχολείο που πήγαινα, εκεί πίστεψα. Τώρα δηλαδή πειράζει πως γράφει η ιστορία μου, πως είμαι αριστερός; Το πειράζει;
Όχι βέβαια.
Α! Ε, από παιδί, από το Δημοτικό Σχολείο, πίστεψα στο ΚΚ που λένε. Ναι. Μεγάλωσα, με βγάλανε από το Δημοτικό, μας πήγαιναν στο Γυμνάσιο, στον Εύδηλο. Και εκεί, αυτός ο καθηγητής, Σπανός ήτανε, το επίθετο, Χαράλαμπος Σπανός. Αλλά πολύ, κακός δηλαδή, στο ΚΚ, που λέανε τότε. Ναι. Και άμα ήταν κάνα παιδί, που ήταν από οικογένεια που κράτα, αριστερός, να πούμε, ο πατέρας του, το απόλυε, δεν το κράταε να φοιτήσει. Ναι. Εγώ τότες, είχανε κυκλοφορήσει κάτι βιβλιαράκια, της Ρωσίας. Ο Στάλιν τότες, άμα κέρδισεν τον πόλεμο στη Ρωσία, έβγαζε κάτι βιβλιαράκια και έγραφεν τα ονόματα των, των υπουργών που είχαν εκεί, το κράτος, της Ρωσίας. Ναι. Και έγραφεν τα ονόματα ολονώνε, και τι πόστον είχε ο καθένας. Από όλους αυτούς μου έμεινε ένα, που το θυμούμαι ακόμα απτό Δημοτικό αυτό σκέψου. Ήταν ένας υπουργός της εργασίας, της Ρωσίας λέμε τώρα. Εκεί λοιπόν, είχε ένα, το ποιόν του δηλαδή πώς τον λέανε κι όλα αυτά, κι έγραφε ένα στοιχείο και ήλεε: «Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά, πλάκωσαν την εργατιά, και άγρια κράζουν κρέας ζητάν, τον Δημητρόφ», ήταν Ρώσος αυτός, έτσι υπουργός, τον είχε ο Στάλιν, «τον Ντάνεφ και Ποπόφ στην κρεμάλα να παν». Αυτό το έχω μάθει αφ’ το Δημοτικό σχολείο. Και το είχα πάντα στη τσέπη μου, το βιβλιαράκιν αυτό. Άμα πήγα στο Γυμνάσιο, σε ένα διάλειμμα, σκέφτηκα σε ένα συνάδελφο, να το δείξω το βιβλιαράκι να του πω, και μόλις το έβγαλα, ήταν αφ’ το Καραβόσταμο αυτό το παιδί, πάει και το λέει στο καθηγητή. Και μπαίνοντας αφ’ το διάλειμμα μέσα, έψαχε να το βρει. Βρε μέχρι παπούτσια μου βγαλε, από εδώ από εκεί, και τότε στο Γυμνάσιο είχαμε κάτι πηλήκια, με κορώναν ομπρός. Και από μέσα είχαν έτσι σα φόντραν κάτι, και το ’βαλα και μέσα το βιβλιαράκι. Έτσι να αν έκανε να πέσει το καπέλον κάτω, να πέσει και το βιβλιαράκι. Αυτός με ψάχεν εδώ. Άμα είδε που εν το ’βρε και που εν το ’βρε, με διώξε από το Γυμνάσιο. Και μου λέει να μην ξαναπάω εκεί, στο Γυμνάσιο. Έμενα πάνω στη Δάφνη εκεί, στου πάππου του παπά, το σπίτι. Σηκώθηκα το πρωί που ήταν πηαίναμε με τα πόδια, για το Γυμνάσιο. Εν ησηκώθηκα εγώ. Μου φωνάζει: «έλα και πέρασεν η ώρα για το σχολείο», μου λέει ο συγχωρεμένος. Λέω: «Μου ’πεν εμένα να μην ξαναπάω σχολείο». «Έτσι σου ’πε;» «Ναι» λέω. «Για να πάω, να τον έβρω, να δω γιατί» λέει. Αλλά ο κόσμος εκεί ήξερε πως είχα ένα τέτοιο βιβλιαράκι, γιατί κυκλοφορούσαν και είχαν όλοι εκεί κρατούσαν και μικροί και μεγάλοι, κατάλαβες. Και του λένε: «να μην πας, που α πας να τον έβρεις τον καθηγητή, γιατί το μικρό έχει ένα βιβλιαράκι». Αυτά που κυκλοφορούσαν να πούμε. «Και θα σε προσβάλλει ο καθηγητής». Και έτσι ο συγχωρεμένος δεν πήγε. Πέρασαν τα χρόνια. Δεν πήγα στο γυμνάσιο βέβαια να συνεχίσω. Ύστερα εδώ μεγάλωσα. Και τι να κάνω, η ζωή ήταν δύσκολη τότε. Από παιδί έβγαινα έξω. Όπου μπορούν να βρουν δουλειά. Μικρός, ήμασταν μια παρέα, και πιέναμε σε ένα νησί, στη Σκόπελο που λεν ένα νησί, εκεί ξεχερσώναν ένα μπλάκι να πούμε, ήταν ένα δάσος έτσι, από κουτσορούμανα που τα λένε. Και βγάλαν τα κούτσουρα και τα κάναν κάρβουνα. Και πηαίνανε πολλοί. Και σκέφτηκαμε και εμείς να πάμε εκεί. Στο καράβι, μέσα, έρχεται ένας και μου λέει: «ρε πού πάτε» ,λέει, «ρε εκεί που θα πάτε που είναι χειμώνας, μες τα τσίνια, θα κρυώσετε, ξέρω γω». «Έρχεσαι», λέει, «να σε πάρω στο Γουδί» εδώ, ξέρεις. Έχει έναν αδερφόν, είχεν αυτός εκεί. Που ήταν μάγειρας στο νοσοκομείο του Ευαγγελισμού. Και εκεί είχε, είχε παντρευτεί αυτός ο άνθρωπος, ο καθηγητής, ο μάγειρας λέω, μιαν κοπέλα από το Καρκινάγρι. Και αυτή ήταν δύο αδερφές εκεί. Τσαμουδάκαινες ηκούουνταν και οι δύο, το επίθετο εννοώ. Και είχαν πάρει ένα οικόπεδον εκεί, στο Γουδί. Και κάνανε, το μοιράσαν έτσι με τοιχίο, ντουβάρι, χώρια η μία, χώρια η άλλη. Η μία, είχε κρητικό, αλλά δεν είχε παιδιά. Η άλλη, που την είχεν αυτός ο μάγειρας που σου λέω, έκαμεν τρία παιδιά είχε. Κι είχε κάνει μιαν ταβέρνα εκεί. Μεγάλη αίθουσα, και η ταβέρνα δούλευε από το στρατό, που ήταν από πάνω, ο στρατός εκπαιδεύουν τον νεοσύλλεκτοι, πώς να σου πω. Και μετά το συσσίτιο, το βράδυ μετά τις επτά η ώρα, ήταν ελεύθεροι για δύο ώρες, οι φαντάροι εννοώ. Και έρχονταν στην ταβέρνα να πιούν εκεί, να περάσουν οι ώρες, και άμα στις επτά η ώρα, ηφώναζε η σάλπιγγα, ησυγκεντρώνονταν, και ηπήγαιναν για ύπνο. Βράδυ τώρα, ε. Εγώ, άμα πήγα εκεί, δεν την ήξερα αυτήν τη δουλειά, αλλά σιγά σιγά την έμαθα. Και ήμουνε γκαρσόνι, που λένε, σερβιτόρος εκεί. Και έρχονταν οι φαντάροι, και είχεν κάτι καρέκλες, ήταν για τέσσερις φαντάρους να κάτσουν, τέσσερα άτομα, όπως και αν ήταν, να μωρέ. Και καθίζανε, και παραγγέλλανε το κρασί να πιούνε, και κάνα μεζεδάκι. Λοιπόν, παρόλο που εν ήξερα εγώ, την δουλειά, την ώρα που ήτανε να φύγουν, να πάω να τους λέω τι χρωστούνε, έκανα το άλλο. Είχα ένα μπλοκάκι στην τζέπη, και εγώ ό,τι παραγγέλλανε, έβγαλα ένα φύλλου και τα ’γραφα, την παραγγελία, και την ήβαλα πάνω στο τραπέζι που ήταν. Και εκεί βλέπανε την παραγγελία που είχανε και πόσο κάνει, κατάλαβες; Άμα βάραγε σάλπιγγα για να φύγουνε, ήξεραν τι χρωστούνε, και τα βάζανε α[00:10:00]πάνω στα τραπέζια. Και φεύγανε. Και τα μάζευα, ύστερα αυτά, και τα έδινα εκεί στα πέρα. Ήταν την επιχείρηση, την είχανε η γυναίκα του, αυτός ήταν ο μάγειρας του, στον Ευαγγελισμό. Απ’ έξω, μπροστά, είχε μίαν ταράτσα, και είχε μια καρέκλα δεξιά και μια αριστερά. Στη δεξιά καρέκλα έρχονταν, καθίζανε μίαν παρέα τέσσερις φαντάροι. Τους πήγαινα εγώ αυτό που παραγγέλνανε. Αυτοί ήτανε πονηροί. Πριν βαρέσει η σάλπιγγα ησηκώνονταν και φεύγανε. Πήγαινα εγώ μετά, εν έβρισκα τα λεφτά ποτέ. Ηκλέβαν, πώς να το πω τώρα την ιστορία, αυτό που κάνανε. Και λέω, βρε έτσι και έτσι. Απ' έξω στα τραπέζια έρχονται τέσσερις φαντάρια, παραγγέλνουν, τους πάω στην παραγγελία, αλλά φεύγουν και αυτό, δεν φεύγουνε. Πήραν έναν γκαρσόνι που ήταν επαγγελματίας, μεγάλος από εμένα, και τα μοιράσαμε τα τραπέζια. Και πήρεν τα δύο έξω, πεζοδρόμιο εκεί, και πήραν και εγώ, μέσα άλλα δύο, τέσσερα. Όχι, τα τέσσερα τα πήρεν αυτός, με τα δύο που είχαν έξω και δύο μέσα. Και τα τραπέζια όλα ήταν πενήντα. Ε εννιά. Και πήρα τα πέντε εγώ μέσα. Αλλά, οι φαντάροι που έρχονταν εκεί στα τραπέζια που είχα εγώ, ήταν εντάξει. Έβγαλα το μπλοκάκι, μπρος τους και έγραφα ό,τι παραγγέλνανε και πληρώνανε. Λοιπόν, αυτός που είχεν πάρει, του είπα την παρέαν αυτή, στα τραπέζια που ρχόντανε, τι έκανε. Πήαινε τι παραγγέλνανε. Και τους λέει, ας πούμε, μια οκά κρασί, με μεζέ, ξέρω γω. Και πήγαινε όμως και τους λέει: «Ντούκου, μπρος τα λεφτά», λέει, «για να φέρω την παραγγελία». Και έτσι, αυτή η παρέα που ’ρχετο, και ήταν μαθημένοι έτσι, να πίνουν αυτό που παραγγέλνανε και φεύγανε, δεν ξαναπατήσανε. Γιατί ο άλλος αυτός το γκαρσόνι, τους λέει να πληρώσουν πρώτα και να πάει την παραγγελία. Και έτσι δεν τους σύμφερνε, δεν μπορούσαν να κλέψουνε λέει και δεν ξαναπατήσανε. Εκεί έκαμα, έκαμα, ανάμιση χρόνο. Ήθελα να φύω, αλλά δεν με ’φήναν, δεν μου δίναν άδεια να ’ρτω ποτέ εδώ στο χωριό. Και εδώ το χωριό, μία μύγα με ενοχλάει ρε γαμώ. Ηγιόρταζε στις 8 του Σεπτέμβρη που έχει πανήγυρι. Ηγιόρταζεν η εκκλησία εδώ που έχουμε. Λέω, μα θα πάω λίγο στην πανήγυρη και α γυρίσω. Και έτσι με ’φήκανε. Και ήρτα. Και στις 28 του Οκτώβρη που γίνετο η επιστράτευση, που ετοιμάζαν τον πόλεμο, που έκαναν η Ιταλία στην Αλβανία απάν. Εν ηπήγα εγώ πουθενά, εν γύρισα γρήγορα. Και έκατσα εδώ και έγινε ο πόλεμος στην Αλβανία. Ηπήγανε όσοι τους έπιανε η επιστράτευση, από όλους τους, από όλη την Ελλάδα τέλος πάντων, είχεν και από το χωριό τούτο, πολλούς που πήγανε. Τους έπιανε η ηλικία, να πάνε στον πόλεμο. Πήγανε, τους έπιασε χειμώνας εκεί τους, μέσα στην Αλβανία, βαρύς χειμώνας. Αφ’ τη μια το κρύο, και αφ’ την άλλη, που το στρατό εκεί τον έφαεν η ψείρα, είχανε ψειριάσει. Οι Ιταλοί ήταν σύμμαχοι με τους Γερμανούς. Και κατέβηκεν η Γερμανία, που λες έτσι τελείωσε το πόλεμο, εκεί στην Αλβανία που γίνετο. Και επειδής ήταν σύμμαχοι οι Ιταλοί, με τους Γερμανούς, τους Ιταλούς τους έβαλαν και πιάσαν τα νησά, όπου είχαν νησίν εδώ, κάτω Κυκλάδες, όλα, ήταν Ιταλοί. Και οι Γερμανοί ήταν που πήραν τη μεγάλη στρεριά, την Αττική όλη. Η Κατοχή που λένε, κατακτητές ήταν, Κατοχή, μαύρα χρόνια η Κατοχή. Ο κόσμος, η πείνα, δυστυχία μεγάλη. Ο κόσμος τότε, μόλις τελείωσε ο πόλεμος της Αλβανίας, εκατέβηκε και βρήκανε καΐκια, καριώτικα και μπήκαν μέσα πολύς κόσμους. Και ήρθανε εδώ στην πατρίδα. Εκεί έναν μεγάλο καΐκι το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί και κουβαλούσανε τρόφιμα στους Ιταλούς που ήταν στα νησά. Στο καΐκι αυτό είχε, Πυλαράς, Αλέξαντρος, ηλέγετον αυτός που το ’χε, και είχε μέσα δύο γιους, που το κυβερνούσαν το καΐκι αυτό. Ο Γιώργος και ο Νικόλας. Κάποτε, λοιπόν, αυτοί που φόρτωσε το καΐκι για να πάει κάτω στα νησά, ήρθαν και πιάσαν Μαγγανίτη. Και είχε τόσον εμπόρευμα μέσα που έπεσεν οι χωριανοί, και όπως ήταν η κατοχή, και πήρεν τρόφιμα και τα κρύβε μες στις καμάρες εκεί στο Μαγγανίτη. Γιατί φοβούνταν να μην έρτουν οι Γερμανοί και τα βρουν μες στα σπίτια και τα κρύβανε όπως μπορούσαν μες στις καμάρες. Λοιπόν, έφυγε το καΐκι και πήγαινε για Κύπρο ύστερα με το υπόλοιπο φορτίο που είχε. Είχε δυο Γερμανούς μέσα, που ήταν φύλακες πώς να το πω, σαν αυτή, συνοδεία, δηλαδή του εμπορεύματος που είχετο. Αυτούς τους μεθύσανε, μα αυτοί πίνανε, μοναχοί , και τους κατέβασαν κάτω στο αμπάρι του καϊκιού. Και φύγανε κάτω, για Κύπρο. Εις τον δρόμο τους Αλβανούς, που ήταν μεθυσμένοι πια, τους σκοτώσανε και τους ρίξανε στη θάλασσα. Μεγάλη ιστορία αυτή που, πήγανε στην Κύπρο, βγάλανε το εμπόρευμαν εκεί, που είχεν το καΐκι, και το καΐκι έμεινε ύστερα κι εκεί. Φοβούνταν να γυρίσουν πίσω, να το φέρουν το καΐκι, αυτά τα δυο παιδιά που ήταν οι καπεταναίοι εκεί πήγαν, και είχεν έναν εκεί, που ήταν ναύτης μες το καΐκι, ήταν να πούμε χωριανός. Και έβγαλε κι αυτός εμπόρευμα, και το έφεραν εδώ κάτω, στην παραλία που ήταν η σκάλα που έχουμε, που λέμε στον Γκισόντα, μια βάρκα και έβγαλε πολλά τρόφιμα έξω. Ύστερα τα τρόφιμα αυτά είχεν ένα, ήτανε θείος του αυτός εδώ που τα πήγαινε τα τρόφιμα. Και έστειλε και δύο φορτία και πήγε στους γονείς του, ο Βανγγέλην, τον Λουτρούκο, τον κοροϊδεύαν, τέλος πάντων. Και ήρθανε πολλά πράγματα εδώ, κατοχή, τρόφιμα πολλά. Ε, τα τρόφιμα κάποτε ητελειώσανε. Α σου πω την περίπτωση αυτή δηλαδή που είναι βαριά, είχε μια κόρην εκεί, ήρτε κάποιος για γαμπρός, άμα ητελειώσαν τα τρόφιμα, την παράτησε κι έφυγε. Και την κόρην, ύστερα αυτήν την παντρέψανε με έναν από εδώ στο Χρυσόστομο, που ήταν μεγάλος. Αλλά ήκαμεν όμως, παιδιά αυτή, ήταν καλή νοικοκυρά, είχε βγει, είχε δύο κόρες, ναι, ακριβώς, και ένα γιο. Λοιπόν, ο γιος ήτανε ναυτικός. Ημπάρκερε με τα πλοία που είχαν δώσει εδώ οι Ιταλοί για πολεμική αποζημίωση στην Ελλάδα, και τα πήραν πολλοί, κάναν δρομολόγια. Και ήταν μέσα ναύτης αυτός. Είχε ένα καράβι το «Χιμάρα», το λέγανε. Έναν καλό καράβι. Αλλά πουλήθηκε το καράβιν αυτό, και ο ναύτης που ήταν μέσα, ε ήβγεν, έκαμεν οικογένεια αυτός στο Χρυσόστομο. Τώρα δεν ξέρω αν ζει αυτός ο άνθρωπος ακόμα ή όχι. Γιατί δεν ήρθεν ποτέ εδώ, ήταν η μάνα του από εδώ. Κατάλαβες; Έτσι δεν, μέχρι τώρα θα ζει αυτός ο άνθρωπος, αλλά εγώ εν έτυχε να τον ανταμώσω από τότες. Ήταν ναύτης μέσα σ’ αυτό το πλοίο, το «Χιμάρα» που λέανε. Καλό πλοίο, μονάχα που πήαινε σιγά, αργά. Κι ήτανε όλα τα χρόνια εκεί μέσα αυτός. Και ύστερα απολύθηκε, ηπουλήθηκε το καράβιν αυτό. Το πήραν εδώ κάτω. Αραπάδες το πήρανε, πάντως ηπουλήθη κάτω στην Αίγυπτον ηπήε. Όχι Αίγυπτο, Μεσανατολή ηπήε το πλοίο αυτό. Κι εκεί ητελείωσεν η καριέρα να πούμε. Α εν τω μεταξύ είχε μέσα στο πλοίο αυτό το, στον Πειραιά, το καΐκι, κατέβηκε ένας απ’ την Αλβανία που ήτανε υπηρετούσε και είχε έναν καΐκι εκεί, σου λέει καριώτικο, είναι α πάει η Ικαρί[00:20:00]α. Και μπαίνει στο καΐκι, αλλά το καΐκι το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί και Ικαριά δεν είχε πιάσει ποτέ. Πήγαινε τα τρόφιμα στα νησά που στέλνανε οι Γερμανοί. Και έκανε δυο χρόνια εκεί μέσα αυτός. Και σώνει μια που πιάσεν το καΐκιν εδώ, στο Μαγγανίτη που βγάλε τα τρόφιμα και βγαίνει όξω και του δίνει. Εκεί μέσα, όμως έκανε δυο χρόνια. Και με το που βγήκε αφ’ τό το καΐκι, με βάρκα βέβαια, εν ήπιανε αρόδου, είπανε: «Μα πού να πήε», λέει, Καραβιάν τον ονομάζεται αυτός. «Εκείνος τώρα έχει πιάσει τ’ Αρνοπέζια». Ήταν αφ’ τα Αρνοπέζια αυτός, κατάλαβες. Παντρεμένος, είχεν οικογένεια εκεί. Και μόλις ήβγεν όξω που πιάσεν μόνος εκεί αφ’ την βάρκα, του ’δωκε για πάνω. Γιατί ο Μαγγανίτης εξυπηρετεί τον κόσμο αφ’ την θάλασσα. Και είχε και μια δρόμο που πήγαινε απάνω στο βουνό, που ’χεν έναν δρόμο που πήγαινε για Ράχες. Και εκεί είχεν έναν παραστράτι που πήγαινε στα Αρνοπέζια που λέμε. Τέλος πάντων, αυτός εκεί είχεν οικογένεια που σου λέω. Και το καΐκι που δεν γύριζε πια εδώ, έμεινε εκεί στην Κύπρο κάτω. Και έτσι... εσώθην πολύς κόσμος με τα τρόφιμα που βγαλε το καΐκι. Πολλά τρόφιμα.
Εσύ, όταν έγινε αυτή η επιστράτευση δεν ήσουν σε ηλικία για να στρατευτείς;
Όχι, ήμουν 20 χρονών. Ήμουν μικρός. Κατάλαβες; Ηγεννήθηκα το 1920. Η επιστράτευση έγινε το 40. Ήμουν μικρός, δεν είχα πάει στρατιώτης ακόμα. Κατάλαβες;
Ύστερα λοιπόν... Επειδή δεν είχε στρατόν εδώ όσον καιρό ήταν η Γερμανική κατοχή, άμα φύγανε οι Γερμανοί, κάμανε να κάμουν στρατόν, να μπουν εδώ. Στο 46 κάλεσε δυο ηλικίες να πάνε για να υπηρετήσουν στρατιώτες. Πήγαν εδώ πάνω σε ένα στρατόπεδο Δράμας που λέγεται, σε ένα νησί, και έπεσε κόσμος πολύς. Και από ένα μέρος από αυτούς που ήμασταν εκεί, τους στείλανε πάνω στην Αλεξανδρούπολη και εκπαιδεύτηκανε. Έγιναν δηλαδή δύο στρατόπεδα. Έναν εκεί στη Δράμα που λέμε και τ’ άλλο στην Αλεξανδρούπολη. Κάτω εδώ, σε ένα μέρος είχε δυο χωριά, Πάνω Πουρνάρα και Κάτω Πουρνάρα ηλέγονταν κι εκεί ήταν το αντάρτικο, Εμφύλιος, κατάλαβες; Κι εκεί ήτανε, σε αυτά τα δυο χωριά, ήταν πολωμένος ο κόσμος εκεί και σκέφτησαν αυτοί τότες, ο στρατός, να κάνει μια ταξιαρχία, να ιδρύσει μια, ο κόσμος να ιδρύσει μια ταξιαρχία που θα πήγαιναν εκεί και θα τους ηπιάνανε. Εκεί ήπιανε έναν τρένο κι άμα επήαινε εκεί, τέσσερα χρόνια που ήταν οι Γερμανοί, εν είχεν πάει ποτέ το τρένο εκεί κάτω, άμα πήανε που έβγαλαν τον στρατό εκεί, ήταν απόγευμα, βράδυ, νύχτα, κόντευε να ’ρτει. Και λέει, να γίνουν διμοιρίες και να πάει κάθε διμοιρία, μια μύγα μ’ ενοχλεί, να πάει κάθε διμοιρία σε κάθε σπίτι, να περάσει εκείνο το βράδι. Ναι. Είχαμε έναν διμοιρίτη, ανθυπουλοχαγός. Πήγαμε σε ένα σπίτι, είχεν μια γυναίκα εκεί, με τέσσερα παιάκια, και ο άντρας της ήταν στο αντάρτικο. Αλλά μόλις που σου λέω, που πήγανε εκεί, που βγήκε ο στρατός, πιάσανε τον βουνό, εκεί γύρω-γύρω, το κάτω, Δομοκός λέγεται αυτό το μέρος εδώ κάτω. Ε, ρωτούσαν την γυναίκα: «και πού είναι ο άντρας σου», και «πού είναι», η γυναίκα φοβισμένη. «Ε ο άνδρας μου, του λέει, έχει πάει στη Σαλονίκη για δουλειά». Λέω, εγώ που την πιέζανε εκεί, και ερωτήσεις και τότες, όπως ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο που είμαστε μέσα, δίπλα είχε ένα άλλο δωμάτιο που ήταν φαίνεται, το υπνοδωμάτιο της οικογένειας. Και της λέω: «πάρ' τα παιδιά, και πήγαινε μέσα, και κλείσε την πόρτα, κλείδωσε». «Και μη φοβάσαι, εμείς μόλις ξημερώσει, θα φύουμε». Αλλά εκεί 00:00 η ώρα, αυτοί που ήταν απάνω στο βουνό, οι αντάρτες, ηρίξανε μια ντουφεκιά που ησύστηκε ο κόσμος εκεί. Και όσοι ήταν μέσα στα σπίτια, βγήκαν όξω, νύχτα. Φοβόμασταν να μη συνεχίσει. Αλλά αυτοί ρίξανε μια ντουφεκιά μόνο. Σαν να μας είπαν: «εδώ είμαστε». Μεγάλη ιστορία εκείνο το βράδυ ήταν. Είχε έναν Κερκυραίο αφ’ την Κέρκυρα, πάνω εδώ, που ήταν καλόγερος, και άμα εκκληθήκεν η ηλικία του, ήρθε κι αυτός ο φαντάρος. Κι εκεί γνωρίστηκε με έναν λοχία που ήταν αφ’ την Κέρκυρα. Πατριώτης δηλαδή, αλλά εν είχαν καμία συγγένεια. Και είχε πια θαρρέψει αυτός εκεί, που είχεν βρει πατριώτη εκεί. Μα έχει μια μύγα βρε, Βάσω, Άννα, πώς διάολο.
Δέσποινα.
Με τη συ, μωρή. Έρχεται λοιπόν αυτός εκεί, που σου λέω τώρα, έφυγε. Ήμαστε όπως, ήβγαμεν όξω από το σπίτι, με την ντουφεκιά που ρίξανε οι αντάρτες εκεί. Και τον έχασε τον πατριώτην, ο καλόγερος. Και του φωνάζε μες στη νύχτα, εκεί όξω φωνή και του λέω: «ρε συ μην φωνάζεις, να μην πάει και ακούσουν τη φωνή, και μας ρίχνουν καμιά ντουφεκιά στη φωνή». Αλλά αυτός συνέχισε. Τον άφησα εγώ εκεί που φώναζε. Και τα σπίτια εκεί, κάτω εδώ στο μέρος αυτό, κάθε σπίτι είχε και ένα ξυλόφραχτη γύρω γύρω. Γιατί κατεβαίναν οι λύκοι, είχε λύκους λέει εκεί πολλούς, και για να προστατεύονται από τους λύκους, ηκάνανε φραγμό γύρω γύρω από το κάθε σπίτι. Είχε και στην πόρτα που μπαίναν μέσα, είχε ένα φως. Και ο λύκος έχουν να πούνε, πως άμα δει φως, δεν πλησιάζει ποτέ, δεν πάει κοντά στο φως. Και έτσι γλιτώναν οι άνθρωποι αυτοί αφ’ τους λύκους που φοβούνταν.
Εσύ εκεί πήγες για να παρουσιαστείς, φαντάρος;
Ναι, μας ηπήραν για να μας εκπαιδεύσουν φαντάρους. Επειδής, ηπήραν δύο ηλικίες, πολύς κόσμος παρουσιάστηκεν στον στρατόπεδο αυτό, ρίξαν μερικούς να μας διώξουν στην Αλεξανδρούπολη. Άλλο στρατόπεδο έκαμαν εκεί για εκπαίδευση. Και ήταν ο Εμφύλιος Πόλεμος τότες. Και σκέφτησανε να κάμουν μια ταξιαρχία, να πάνε κάτω εκεί στο Δομοκό που λέμε, που ήταν δύο χωριά, που θα τους πιάνανε στον ύπνο τους αντάρτες. Αλλά οι αντάρτες, μόλις είδαν πως έβγαλεν τον τραίνον εκεί στρατό, βγήκαν αφ’ τα σπίτια τους και πιάσανε την οροσειράν απάνω στο βουνό. Και έτσι όταν που στις 00:00 η ώρα που ’ριξεν μια ντουφεκιά, και ησείστην ο κόσμος. Και πετάχτηκαν ο κόσμος όλος όξω από τα σπίτια που ήμαστε. Και πήαινε ο καθένας όπου μπορεί. Σ’ αμάν νύχτα και άγνωστο μέρος, που να πας. Πήαινα κι εγώ, έπιασα το ξυλόφρακτη αυτόν που είχε, και πήαινα σιγά σιγά, και έφυγα από εκεί επειδής ηφώναζε ο άλλος ο φαντάρος. Και εκεί κάπου ηπάτησα σε μια λίμνη με νερό και εν πήγα πιο πέρα, παρά πήγα πάνω πάνω στο ξυλόφρακτη, κι ηγάνιασα κι ήβαλα και τη χλαίνη από πάνω, σκεπάστηκα. Και φαίνεται ότι με πήρεν και κανένας ύπνος. Το πρωί βάρεσε η σάλπιγγα εκεί και συγκεντρώθηκαν ο στρατός όλος εκεί. Και κανονίζανε, ήτανε τέσσερα τάγματα μέσα, που αποτελούσαν την ταξιαρχία αυτή, κατάλαβες. Κάθε τάγμαν είχε τέσσερες λόχους. Και κάθε λόχος ήταν από εκατό φαντάρους. Φαντάσου τώρα, κάνε τον λογαριασμό, να δεις πόσος στρατός ήτανε. Και εκεί λοιπόν κανόνισανε, να ετοιμάζονταν δηλαδή να κάνουν επιχείρηση εκεί, να πιάσουν τους αντάρτες. Και μας δώσαν ένα σακούλι, και βάλαμε όλες τις αποσκευές, κρατούσαμε εκείνα τα ρούχα που φορούσαμε μονάχα και οι Εγγλέζοι δίνανε την ενδυμασία, και την καλοκαιρινή, και το χειμώνα μία φορά. Είχαμε ένα γελοίο και τα ’χαμε μέσα. Και εκεί μας λένε, όλα εκτός από αυτά τα ρούχα που φορούσαμε, να[00:30:00] τα βάλουμε μέσα σε ένα σακούλι, να γράψουμε το όνομά μας και από πού είναι ο κάθε φαντάρος στο σακούλι. Και πράγματι λοιπόν είχεν κάτι σάκους, και τα βάζανε μέσα, και τα έβαζαν στη Λάρισα και τα φυλούσαν σε αποθήκη όπως και τα φέρανε εκεί σε αποθήκη. Εκεί λοιπόν, μέσα σε ένα αμάξι, άμα σου λέω αμάξι δεν είναι το αμάξι, είναι κάτι φορτηγά με σκάλα ηνέβαιναν πάνω. Γυρέψανε στο δρόμο, απαγορευόταν να καπνίσεις. Άμα κάνεις στάση, σε κάθε τέταρτον ήκανε μια στάση μες στον κάμπο. Κάμπος αυτός που πνίγηκε τώρα πρώιμα, της Θεσσαλίας πώς λέγεται εκεί, ήτανε, παλιά, ο κάμπος αυτός ήτανε νερό, λίμνη. Και τον αποξηράνανε, και κάμανε μέσα καλλιέργειες, σπίτια, και ήταν πόσος καιρός είναι που πνίγηκε το μέρος αυτό, ο κάμπος αυτός που σου λέω ακόμα είναι γεμάτος νερό, δεν ηστράγγισε ακόμα. Το λέει το ράδιο, συνέχεια το ακούω στο ράδιο που το λέει. Όπως ηπηαίναμε με τα αμάξια, ήμουν στο εικοστό δεύτερο αμάξι, μέσα. Αμέριμνοι εκεί, α εν τω μεταξύ γυρέψαμε φωτιά και ήρτεν ο βοηθός του οδηγού, να ανέβει τη σκάλα να μας δώκει φωτιά. Αλλά ίσαμε να κάμει βόλτα το αμάξι να ’ρτει εκεί που ήταν η σκάλα, έδωκεν το σύνθημα να πούμε και ξεκίνησαν τα αμάξια. Και ε πρόκαμε πια να κατέβει, πήραμε, τραβήξαμε δύο που ήταν μέσα, άλλο ένας φαντάρος, τον τραβήξαμε μέσα. Και εκεί γινήκαμε τρεις. Και στον δρόμο που πηγαίναμε, αμέριμνοι, ο κάμπος αυτός ήταν, τον είχαν με γεμάτον νάρκες οι Γερμανοί. Και επήγαινε μπροστά έναν αμάξι με μηχανήματα, που μάζευε, έβρισκαν τις νάρκες. Και ήταν εντολή κάθε αμάξι να πηγαίνει στις ρόδες του πρώτου. Κάθε αμάξιν όμως ήταν τέσσερα μέτρα μακριά το ένα αφ’ το άλλο. Δεν ήταν κοντά, κατάλαβες; Και ηξεκίνησαν, επήαινεν η φαλάγγα. Και εκεί που επήαινε, πάτησεν ο δεξιός, ο τροχός του οδηγού απάνω σε νάρκα. Δεν την είχε πιάσει, φαίνεται, το μηχάνημα, αλλά ύστερα λέγανε πως η νάρκα αυτή…
Περίμενε λίγο να περάσει αυτό, γιατί δεν θα ακούγεται. Και πάτησε τη νάρκη.
Και πάτησε, ναι. Και... Όπως ήμασταν εκεί, μες στην κάσα με τους σάκους, ξαπλωμένοι βρεθήκαμε μέσ’ τον κάμπο εκεί της αυτός τώρα που πνίγηκεν της Θεσσαλίας. Εν μας ηπήραν τα αυτά, όλα, τα αέρια, όλα αυτά μας ητίναξαν, από απάν στην κάσα του αμαξιού μας τίναξαν μες στον κάμπο μαζί με τους σάκους. Εκεί μας ημαζέξανε, μας πήγανε στο νοσοκομείο, στη Λάρισα, στρατιωτικό νοσοκομείο. Επί τρεις μέρες δεν ήξερα, ούτε τι είχα πάθει, ούτε πού ήμουν. Είχανε κλειστά τα μάτια μου, κι ένας βουητός, στο κεφάλι, νόμιζες ότι πέρναν αεροπλάνο, απάν στο κεφάλι μου. Ύστερα που πήα εκεί που άρχισα και συνηρχόμουν, άνοιξα τα μάτια μου, και βλέπω νοσοκόμες, εκεί στη καμπίνα που με ’χανε. Και μου ’πανε, τι εσυνέβη. Και πέρασα εκεί, α εν τω μεταξύ εκεί που είχα χτυπήσει, στο χέρι τούτον, το αριστερό, και το έβαλαν στον γύψο, εβδομήντα μέρες, μέσα στο νοσοκομείο αυτό. Ήταν στον γύψο, το χέρι μου. Το χέρι εκεί, άρχισε και το πίεζε ο γύψος, εν ήρταν ποτέ να δουν πώς πάει, γιατί είχε μεγάλη φουρτούνα εκεί, κάθε βράδυ έρχονταν τραυματίες, κόσμος. Και έρχονται δύο φαντάροι που τους είχαν πάει εκεί για να φυλάγουν τις αποσκευές αυτές, της ταξιαρχίας. Και έρχονται δύο φαντάροι άγνωστοι, βέβαια. Και με βρίσκουν και μου λένε: «Είσαι», λέει, «τυχερός». Λέω: «Μα τι τυχερός, που έτσι και έτσι». «Βρε, άκουσε να δεις, τη μέρα εκείνη που πήγαιναν τα τάγματα για επιχείρηση», ετοιμάζονται. «Το τάγμα», λέει, το 556 τάγμα ήταν το τάγμα που υπηρετούσε ο Λόχος μου εμένα, ίσα ίσα. «Βρήκε», λέει, «σε νάρκες που είχαν βάλει οι αντάρτες και τα αμάξια αυτά που πήαιναν ομπρός, κάνανε ανατίναξη αυτοί». «Αφ’ τη μεσή και ομπρός», λέει, «όσος κόσμος ήταν που ηπήαινε για επιχειρήσεις, ησκοτώθηκε και οι υπόλοιποι πίσω από το αμάξι ητραυματίστησαν όλοι, και ηπέθαναν και τραυματίστηκαν και ένα μέρος από ένα βαθμό και τους έφεραν εκείνη τη νύχτα στο νοσοκομείο και βογκούσεν ο κόσμος εκεί», τι δράμα ήταν αυτό. Τέλος πάντων. Το νοσοκομείο ύστερα αυτό εκεί εγέμιζε κάθε βράδυ, κάθε βράδυ τραυματίες. Μα τι συμβαίνει αυτά τα αμάξια, συνέχεια. Που παν απάνω συνέχεια. Ας είναι εκεί λοιπόν. Κάθε αμάξι είχε και δυο ο φαντάρους, για συνοδεία. Και ένα αμάξι που... που είχεν ένα, ήταν Κρητικός. Είδε που ηφόρτωναν το αμάξι κάτι κάλτσες για τις επιχειρήσεις. Μόλις ήκανε να τραβήξω το μουλάρι εγώ, τις έριχνε κάτω τις κάλτσες. Βγαίνανε οι φαντάροι που ξέρανε και βάζαν μια χλαίνη στο κεφάλι του και το μουλάριν έμενε σαν πρόβατον εστέκετο. Το φορτωνάν, έκανα πάλι να ξεκινήσω το ίδιο. Και μες στο αμάξι αυτό είχε έναν Κρητικό. Και μου λέει: «Βρε συνάδελφε, ε μου το δίνεις εμένα το αμάξι». Λέω: «Κατέβα πάρ’ το». Κατέβαινει τη σκάλα και παίρνει το μουλάρι και ανέβηκα κι εγώ τη σκάλα και πήαινα στην κάσα που είχε άλλον ένα φαντάρο και γινήκαμε δυο. Και πήρεν το μουλάρι, πάει αυτός που πήε εν ξέρω. Είχε έναν ανθυπασπιστή που είχε τα ονόματα των φαντάρων, κάθε αμάξι που είχε από δυο. Να δει αν είναι εντάξει, η συνοδεία αυτή, αν υπάρχουν. Φώναζε τα ονόματα και λέει: «Όποιος ακούει το όνομά του, να φωνάζει “παρών”». Ξεπέρασαν από εκεί που ήμουν εγώ, εν ήκουσα το όνομά μου βέβαια. Το όνομα ήταν εκεί του Κρητικού που ήταν εκεί. Αλλά ο Κρητικός είχε φύγει, εν ήταν εκεί, έλα πια, επήρε το μουλάρι κι έφυε. Και ’πιασε για δεύτερη φορά. Αφ’ την αρχή. Και ερχόντανε, φώναζε όποιος ακούει το όνομά του, εν ξέρω γω. Εν τω μεταξύ εκεί, τα αμάξια εδώκανε σήμα και ξεκίνησαν. Και μπαίνει στο πρώτο αμάξι που βρήκε εκεί και ξεκίνησαν. Και κει ήταν που έγινε, ηπάτησε ο οδηγός, σου το πα πιο μπρος έτσι. Μια νάρκα, και βρέθηκαμε εμείς μες στον κάμπο εκεί, με τους σάκους μαζί. Κι ήκαμα μας μαζέψουν, κι ήκαμα εβδομήντα μέρες εκεί στο νοσοκομείο, το χέρι στον γύψο. Έρχεται ένας που ήταν στη Μέση Ανατολή, υπηρετούσε. Εκεί κάτω είχαν κάμει μιαν ταξιαρχία, από μικρά παιδιά μέχρι 20 χρονών. Και ονομάζετο τότε ταξιαρχία, «Ερυθρά Ταξιαρχία».
Μην κουράζεσαι, μην τα λες όλα με λεπτομέρειες, πες μόνο τα σημαντικά. Έ να, αυτό όπως οι συνέχειες που είναι η υπόθεση αυτή... Ήταν που βγάνε για επιχειρήσεις να πούμε που σου λέω και πέσανε απάνω στη νάρκα που βάλαν οι αντάρτες εκεί και διάλυσεν το 556, το τάγμαν εδιάλυσε. Αλλά τραυματίες πολλούς είχε, εκτός τους φαντάροι πια που σκοτώθηκαν. Μεγάλη περιπέτεια. Έρχονται εκεί, είχε έναν γιατρό εκεί στην Λάρισα, που είχε κλινικιά δικιά του, ήταν από εδώ στον Άγιο, αυτός. Και στέλνει έναν εκεί, να ρωτήσει αν έχει το νοσοκομείο κανέναν Καριώτη μέσα, τραυματία. Ήρθε ένα παιδί στην πόρτα, γεμάτο παράσημα, άγνωστος, κι αφ’ την πόρτα φωνάζει: «Έχει λέει κανέναν Καριώτη εδώ μέσα;». «Εγώ είμαι ο μονάχος» έχει λέω, «εγώ είμαι εδώ». Έρχεται κοντά και μου λέει: «Είμαι απ’ την Ικαρία, ακούομαι Βλάχος και είμαι αφ’ το τάδε χωριό». Που είναι κάτι χωριουδάκια εδώ, απάνω από το δρόμο αυτό που πάει από Εύδηλον. Τέλος πάντων και: «Με έστειλε», λέει, «να ‘ρθω να ρωτήσω αν έχει κανέναν». Πήεν του πε πώς του ‘πα εγώ πώς λέομαι, και παίρνει τηλέφωνο αυτός ο γιατρ[00:40:00]ός. Και μου λέει πως: θα ‘ρτω να σ’ ανταμώσω με πρώτη ευκαιρία, για να μου πεις τα νέα», για να μάθει νέα της Ικαριάς αυτός εδώ, από τον Άγιο. Πέρναν ο καιρός εν ήρκετο. Εκεί περνάει ένα γεροντάκι που πούλαε γιαούρτια και του λέω: «Ρε, γνωρίζεις, τον τάδε γιατρό»; Τρικουλάς ηλέγετον αυτός ο γιατρός. Και μου λέει: «Τον γιατρό μας» λέει «ε γνωρίζω;». Χρόνια εκεί ο γιατρός, αυτός βλέπεις. «Α σου δώκω ένα σημείωμα να του δώκεις», «Ε, αμέ», λέει. Και του γράφω ένα σημείωμα, δύο λόξεις δηλαδή. «Μου ’χεις πει πως θα ’ρτεις να ανταμώσομαι, να γνωριστούμε, αμέ εν ήρτες». Και του το ’δωκεν το σημείωμα αυτό. Και παίρει τηλέφωνο πάλι και μου λέει: «Τώρα», λέει, θα ρθω με πρώτη ευκαιρία». Μέσα στην κλινική αυτή του γιατρού ηδουλεύανε δύο, ο υποδιευθυντής του νοσοκομείου, του στρατιωτικού λέω τώρα. Και ένας ανθυπίατρος, την ώρα που σκολούσαν αφ’ το νοσοκομείο, το στρατιωτικό ηπιαίνανε σε αυτόν τον… που είχε την κλινική εκεί. Αλλά δεν ηδώκαν ποτέ έτσι, να ρωτήσουν μήπως έχει κάποιον Καριώτη εκεί μέσα. Κάποια μέρα λοιπόν. Α, εν τω μεταξύ το χέρι μου, τα δάκτυλα ηπρήστησανε. Και έρκεται ο ανθυπίατρος και μου λέει: «Α, έχει πάει η αγκύλωση και πρέπει να τα αφαιρέσουμεν τα δάκτυλα». Και λέω εγώ: «Ε φτάνει που, α μου κόψετε και δάχτυλα μόνο». Ε τότες λέει: «Άμα ε δέχεσαι, θα σε στείλομε στην Αθήνα», στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο, το οποίο υπάρχει ακόμα στην Αθήνα, αυτό το νοσοκομείο, στρατιωτικό. Κι έρχεται μια μέρα, και μου λέει να ετοιμαστώ που α κατέβω κάτω, δηλαδή λέω με ετοιμάζουν για την Αθήνα. Και ήταν αυτός ο γιατρός, ο Τρικουλάς. Ε γνωριστήκαμεν εκεί, όλα ηκάναμε. Και με ρώτησε για έναν γιατρό, Μαλαχίας, εδώ στο νοσοκομείο, που ήταν στην Κατοχήν αυτός, και έσωσε, είχε κλινικιά δικιά του, σπίτι μεγάλο που υπάρχει ακόμα βέβαια το σπίτι, και έσωσε πολύ κόσμο στην Κατοχή. Και, τέλος πάντων... Εκεί μου λέει, Α, εν τω μεταξύ είπεν στους γιατρούς και το βγάλανε το γύψο. Και το πιάσεν το χέρι, το έκανε από εδώ από εκεί και τους είπε: «Τώρα», λέει, «θα ξαναμπεί στον γύψο, α το παρακολουθήσομε έτσι να δούμε πώς πάει το χέρι». Και με ρώτησε πως που του πα πως έχω οικογένεια και μου λέει: «Αν θέλεις, να πάρεις κάμιαν άδεια». Λέω: «Άμα μου δώκουν, εγώ θέλω». Αυτός ο υποδιευθυντής του νοσοκομείου, του στρατιωτικού, ξέρεις τι λέει; «Α τον εβγάλω Ε.Α.»… Ε.Α. Δηλαδή Έκτακτη Αναβολή. Αλλά τις αναβολές, τις έδινεν ο διευθυντής του νοσοκομείου, Χαρώνης, ηλέγετον ο διευθυντής. Και την απέρριψεν τη δικιά μου, αυτήν εκεί, και μου λέει αυτός ο γιατρός εκεί: «Άμα έρτει η ώρα, λέει, που θα βγεις έξω από το νοσοκομείο, θα σου δώσω εγώ μιαν άδεια καλή». Και πράγματι, ήρτεν η ώρα που ‘βγα από το νοσοκομείο, και μου δίνει μίαν άδεια, πενήντα μέρες. Εμφύλιος Πόλεμος, ξέρεις τι α πει; Ερχόνταν φαντάροι και κάνανε εγχείρηση για διάφορες παθήσεις, και βγαίνοντας, να πάνε στην μονάδα που περετούσανε, τους έδινε μονάχα τέσσερις μέρες ελεύθεροι γιατρού. Με τις εγχειρήσεις ακόμα όλοι. Δράμα, ρε, μεγάλο. Ήβγα και εγώ λοιπόν, και μου λέει ο γιατρός: «Άμα βγεις», λέει, «α περάσεις από την κλινική μου». Ηπέρασα πράγματι. Και εκεί, μου λέει, μου δίνει ένα σημείωμα, και μου λέει: «Άμα θα τελειώσει η άδειά σου, θα πας αυτό το σημείωμα, στον διευθυντή του νοσοκομείου εκεί στην Αθήνα, αλλά θα του το δώσεις», λέει, «του ίδιου, δεν θα την στείλεις με άλλο». Ε την πήρα εγώ, το σημείον αυτό. Έρχομαι στην Ικαριά, πού να γυρίσω, να ξαναγυρίσω, να πάω πίσω εκεί.
Περάσανε οι πενήντα μέρες που τελείωσεν η άδεια, και με κηρύξανε λιποτάκτη. Σαράντα μέρες που δεν είχα παρουσιαστεί να πάω στο στρατό, με κηρύξανε λιποτάκτη. Και με δικάσανε, εγώ εν τω μεταξύ ηκρύβομουν εδώ πέρα βέβαια, από κάμαρα σε κάμαραν, εδώ. Με δικάσανε, από στρατοδικείο με περάσανε και με δικάσανε ερήμην. Ερήμην ξέρεις τι εννοεί; Σε δικάζει χωρίς να είσαι εκεί. Κατάλαβες; Και βγάλουν απόφαση, δυο εκατομμύρια αποκηρυγμένος, και εις θάνατον η απόφαση. Η Σοφία τα ξέρει αυτά, τα έχω πει πολλές φορές. Ηφέρανε η αστυνομία εδώ στη... κέντρο του χωριού κάτω, και ηκαρφιτσώσανε την απόφαση αυτή. Και την ίδια μέρα, έμαθα γω ότι... τι έγινε, πως με έχουν δικάσει. Που ‘μουνα... από εκεί που κρύβομουν ύστερα, ησκέφτηκα να πούμε, τι α κάμω, να πούμε. Και είχεν ένα, που ήταν ανυπότακτος αυτός, πολλούς που τους καλούσαν για στρατιώτες τότες, δεν ηπηγαίναν να παρουσιαστούνε. Αλλά η αστυνομία τους ηγύρευε, και τους είχαν κηρύξει ανυπότακτους, αυτούς που εν ηπαρουσιάζονταν να πάνε για φαντάροι. Και ήταν κι ένας από αυτούς, ήταν μονάχος του αυτός στο, στο χωριό, και μου λέει: «Ο τάδε», λέει, «θέλει να ’ρτει να κάμετε παρέα». «Ας έρτει», λέω. Ήρτε... και την μέραν αυτή, κάμαμε πολλές μέρες παρέα, κι άμα ήρτεν η απόφαση αυτή που ημαθεύτηκε αυτός η... ηφοβήθηκε σαν πως εκείνη την ώρα θα με σκοτώνανε. Και σηκώθκε να φύγει. Του λέω: «Δεν θα φύγεις αυτή την ώρα, λέω, γιατί τώρα γνωρίζουν την απόφαση πολλοί και εσύ τώρα ξέρουν πως είμαστε μαζί, και θα σε δούνε, βγαίνοντας να πούμε, και θα έρθουν εδώ να με πιάσουν». «Α εγώ», λέει, α φύγω». Ε πάει να φύγει. Ε, του λέα εγώ ότι α νυχτώσει και α φύγουμε μαζί, και ξέρω γω, που αυτός ήταν ανένδοτος. Εκεί που σηκώνεται να φύγει, είχα ένα σακίδιο κι είχα και χειροβομβίδες μέσα εγώ κι από πάνω παξιμάδια. Το σακίδιο το ‘χα πάντα προσκεφάλιν, δεν το άφηνα να λασκάρει από κοντά μου, εκεί βγάζω μια χειροβομβίδα και του λέω: «αν κάνεις πως φεύγεις α στην τινάξω στον κώλο», λέω. Εφοβήθηκε, βρε, τόσο πολύ, όπως ηστέκετο έκατσε σαν πατσαβούρα κάτω. Μα η Σοφία τον ήξερε, ε. Ναι. Και εκεί λοιπό ούτε μιλιάν, ούτε λαλιά. Και ηκάπνιζεν τον έναν τσιγάρον απάν στον άλλο. Ήταν και καπνιστής. Και άμα ησουρούπωσε, του λέω: «Τώρα, αυτή την ώρα θα ‘βγούμε να φύγουμε». Αλλά εγώ δεν το θαρρρευόμουν να είναι από πίσω, του λέω έλα μπροστά. Παίζει λέω να μου ρίξει κανέναν βράχο από πίσω, καμίαν πέτρα, να με σκοτώσει. Λέω, μπροστά και πηαίναμε. Και άμα φτάνομε εδώ να σε ένα σημείο που κάνε ένας δρόμος πάνω και ο άλλος συνέχιζε για, αυτός που πάει τώρα συνέχεια για τον Άγιο. Του λέω: «Κάμε απάνω από αυτόν τον δρόμο και θα βγεις εκεί πάνω ψηλά, είχε μίαν ποριά, θα βγεις λέω στην ποριά, α ανοίξεις την ποριά και απέναντι είναι τα σπίτια». Ήταν μία συνοικία που ήταν οι Βαρδαράδες, η συνοικία αυτή, Βαρδαράδος ηλέγετο. Και ήταν όλοι οι Βαρδαράδες εκεί. Και τον έδιωξα πια εγώ κι έφυγα και πήαινα σιγά σιγά εγώ στο δρόμο. Ένα δρόμο που κατεβαίνανε οι Βαρδαράδες και είχεν έρθει ο αμαξωτός μέχρι ένα σημείο που λέανε αεροδρόμιο. Και ηπέρανε τον δρόμο, τον αμαξωτό, και βρίσκανε και κανένα αμάξι και πήγαιναν για Άγιο. Ναι. Εγώ λοιπόν πήρα τον δρόμο και ανέβαινα και πάω κάπου σε ένα σημείο και ήκουσα μυρωδιά καμινιού. Ξέρεις τι α πει το καμίνι; Αυτά που ψήνουνε ξύλα που βγάλανε τα κάρβουνα, κάποιος εκεί ήψηνε ένα καμινάκι και ήταν ο πατέρας αυτουνού που ήμαστε μαζί. Αυτός ο συγχωρεμένος, ηνόμιζε πως πήγα να κρυφτώ έτσι. Ημίλαν και έτσι σιγά, η φωνή του ήταν πολύ σιγάνη. Και είδα τον που τρόμαξε να πούμε και του λέω: «Βρε, εγώ εν ήρτα να μείνω εδώ, αλλά θέλω να μου πεις πού είναι ο δρόμος που πάει απάνω στον Κοσκινά», πώς το λένε, Άι Στάθη. Και με νοήματα μου δειξε που και μπαίνω μέσα σε κάτι πρίνους, μέσα σε κάτι κουτσόκλαδα και πήαινα και βγαίνω ίσα ίσα εκεί που έχει γίνει μια εκκλησίτσα τώρα, [00:50:00]έχει κάνει ο παπάς. Λέει ο Άγιος Γιώργης εκεί τον έχει βγάλει. Και βγαίνω εκεί και ήβρα το μονοπάτιν αυτό που πήαινεν άνω πάνω. Αλλά άμα επλησίαζα εκεί κοντά ησκέφτηκα λέω, ήξερα δηλαδή πως εκεί είχε μια σπηλιά και είχε μιαν ομάδα που κρύβονταν. Λέω τώρα α πάω νύχτα η ώρα ησκέφτηκα κι έκατσα εκεί και ξημέρωσε και πήραν τον δρόμο και πήαινα. Εκεί μες στο δρόμο είχανε σκοπόν αυτοί και φύλαε. Άγνωστος ήτανε, εν γνωριζόμαστε. Εκεί γνωριστήκαμε και με αυτόν με τους άλλους που ήταν εκεί κρυμμένοι γινήκαμε μια ομάδα πια μεγάλη. Ήταν που έγινε ένας πόλεμος εκεί, το χωριό, το μέρος αυτό είναι ο Δρούτσουλας κοντά. Λέω ιστορία μεγάλη είναι, α συνεχίσομε;
Θες να σταματήσουμε, έχεις κουραστεί; Κουράστηκες;
Ε μα είναι κάμποση ώρα ε.
Είναι καμιά ώρα.
Ε άμε λοιπό. Ε πήρες καμπόσα.
Έλα, πες μου λίγο ακόμα. Πήγατε εκεί στον Άι Στάθη;
Ε ηξημέρωσε και πήγαμε εκεί και είχε σκοπό μέσα στο δρόμο. Γνωριστήκαμε εκεί. Και εκεί έγινε μια μάχη. Είχαν συγκεντρωθεί εβδομήντα χωροφύλακες τώρα από όλα τα φυλάκια που είχεν εδώ στην Ικαριά. Ήρταν εκεί, έγινε μάχη. Είχαμεν κανονίσει, είχαν γίνει ομάδες, μικρές έτσι για να μη δίνομε στόχο κι είχαμεν συνεννοηθεί όπου ακούσομε και γίνεται καμιά επιχείρηση, τουφεκιές να πάμε προς ενίσχυση. Ήμασταν εδώ απέναντι που λέω στο Βαρδαράδον ένα απόγευμα. Μα πού πάνε τα αμάξια αυτά απόψε, ρε; Φορτηγά είναι όλα, εε. Περίεργο πράμα. Και τέλος πάντων περάσανε εκεί, έγινε μάχη. Μάθαν δηλαδή εδώ κοντά ότι κάμαν μάχη οι χωροφύλακες. Αφ’ τον Τρούτσουλαν το χωριό, ένα χωριό που λέγεται Τρούτσουλας, πιάσανε από εκεί. Κι ανεβαίνανε. Εν τω μεταξύ εμείς, η ομάδα που ήμαστε, ήμαστε δυο. Κι είχαμε και τέσσερις αν αγαπάς εξόριστους. Που ήτανε κι αυτοί σαν αντάρτες να πω ξέρω γω. Ήταν τέσσερις αυτοί και δύο εμείς έξι άτομα. Μεγάλη παρέα. Κι άμα ακούσαμε τις τουφεκιές πολλές που γίνοντανε ηνέβηκε βρε ένα βουνό. Πώς είναι η Ικαρία πάνω, έλα Παναγία μου. Και μόλις ήβγαμε απάνω στο παραθέρι να κι ήτρεχεν ένας με ένα αυτόματο και μας λέει: «ακροβολιστείτε, γιατί τώρα η αστυνομία σας έχει δει και θα πιάσουν και σας πυροβολούνε». Ξεπέρασεν αυτός, Παριανός ηλέγετον αυτός που σήκωνε το αυτόματο του. Και πήε πιο πέρα και έβαλε κατά των χωροφυλάκων που ανεβαίνανε. Και συνήρταμε και μεις τι να τους κάμομε με τα παλιοντούφεκα. Ας είναι ηβάστηξε αυτή η βάρδια. Και ησυγκεντρωθήκαμε εκεί στον Άι Στάθη που λένε τώρα, στο δρόμο. Εις τον δρόμο που ηνεβαίναμε είχε ένα παιδί 22 χρονώ και ηνέβαινε απροφύλαχτο έτσι στα όρθια, ηπορπάτα κι ηνέβαινε. Του ρίχνουν από πίσω οι χωροφύλακες στην πλάτη, το ρίξαν κάτω, σκοτώθηκε. Και ανεβαίνουν ένα απόσπασμα του αμαραγκού που ηλέγετο, με δεκαπέντε χωροφύλακες. Ε, πάνε βρε και βρίσκουν το παιδί ακόμα και ζωντανό, ήταν ζωντανός, ήταν τραυματίας πιο καλά. Εν είχε δηλαδή ζόρι. Και του κόψανε το κεφάλι, ρε. Και το πήρανε και το πήγανε μέσα σε ένα χωνί και το καθίσανε στην πιάτσα εκεί του Αγίου και είχε ένα παπά, άτιμος άνθρωπος ήτανε. Και πήε και το κλώτσαε το κεφάλι, ρε. Και μέχριν ο αστυνόμος, η αστυνομία πήε εκεί και του έκαναν την παρατήρηση πως: «Αυτό που κάνεις εν είναι σωστό μα ε». Να κλωτσάς ένα κεφάλι νεκρού, τον ηγρίεψανε εκεί, ξέρω γω πώς έγινε. Και πήραν το κεφάλι που σου λέω που το κλωτσούσανε μέσα στην πλατεία εδώ του Αγίου. Αμέ. Μεγάλη ιστορία ήταν αυτή. Εκεί πια τελείωσεν η αποστολή αυτή. Αλλά, το έγκλημα που έκαναν αυτοί είναι που πήραν το κεφάλι και το πήραν και το πήανε στην Αρέθουσα, ένα χωριό που λέγεται, για να το θάψουν. Χωρίς το κεφάλι. Ε, μα ρε κοπέλα, φτάνει πια πολλά είπαμε ε. Τι θα τα κάνεις τώρα.
Θα μας πεις πόσο καιρό έκατσες στο βουνό και πότε κατέβηκες; Για να τελέψομε.
Δύο χρόνια. Και ύστερα ηπαρουσιαστή, εν τω μεταξύ δύο χρόνια ήμουν με έναν παρέα. Ε, ηφύαμε να μην ήμαστε μες στην Πλαγιά. Α εν τω μεταξύ πήα εγώ πάνω σε ένα με ύψωμα που είχεν ένα εκεί και ήβγαλε, αυτός ήτανε, ήβγαλε πλάκες. Πλάκες εννοείς αυτές που κεραμώναν τα σπίτια οι παλιά. Πριν έρθουν τα τσιμέντα που κάνουν πλάκες τώρα από πάνω με τσιμέντο. Τα σκεπάζανε με πλάκες. Ήταν η δουλειά του αυτουνού εκεί, είχεν βρει ένα ντάμαρι. Και πήα να τον έβρω που ‘ψαχε με ένα αξάδερφό μου κι όλα ήτανε. «Γιατί» λέω «ψάχετε να».. μα εν τον ήβρα. Ανοίγω, χτυπώ την πόρτα. Είχε κάνει δύο δωμάτια εκεί στο ύψωμαν αυτό. Ανοίγει μια γυναίκα. Και ήτανε παρέα. Την ήφτασες εδώ τη... Όχι. Όχι ε. Ανοίγει και λέω: «Βρε, έτσι κι έτσι. Θέλω τον Γιάννη», τον λέαν αυτόν. «Αυτή την ώρα», λέει, «λείπει, Έχει πάει στη Μεσαριά να πάρει ένα γελάδι». Ένα βόδι δηλαδή. «Ε αφού είναι…» λέω, πήα κι εγώ κι ήκατσα εκεί σε μια πεζούλα απάνω. Και ήτανε ακριβώς όπως είναι η πιάτσα εδώ του καφενείου, που είναι εκκλησία. Και είχαν μαζέξει... Από τα... Τον κόσμο αυτό που ήταν γύρω γύρω. Δήθεν να πούμε μη μπα και μας τροφοδοτούνε. Τους μαζέξανε όλους εκεί παιδιά, πράγματα. Ήτανε μια καλοσύνη. Άπνια. Και ήκουα εγώ εκεί τις φωνές των παιδιών, τις ομιλίες. Πολλούς από την ομιλία τους ηγνώριζα. Εκείνη την ώρα εγώ ήβγαλα να κάνω ένα τσιγάρο. Και δεν ξέρω, ρε, πώς αυτό δεν, στενοχωρέθηκα έτσι. Και εκεί μου ‘ρτε μια αυτή να πούμε... Να βλέπω λέω τον κόσμο να κυκλοφοράει... και εγώ τώρα να κρύβομαι από καμάρα σε καμάρα. Και ρίχνω μια χειροβομβίδα, όπως ηκάθομουν. Κι από κάτω ήταν πρίνοι, δάσος. Και ήβρε απάνω σε ένα πρίνον η χειροβοβίδα. Άσε που σείστην ο κόσμος. Το βουνό εδώ πάνω, ηβούιζε. Είχα τρομάξει εκεί δα που καθόμουνα. Και μόλις ηκούσαν την χειροβοβίδα, το πλήθος αυτό που ήταν εκεί στην πιάτσα, παιδιά. Δεν είχε ρεύμα τότες. Είχαν κάτι λάμπες, τα λουξ που λέανε. Και φέγγανε. Και ήταν σα μέρα εκεί γύρω γύρω. Η πιάτσα. Αμέσως ησβήσαν τα λουξ. Άπνοια εκεί, δεν ήκουες ούτε ανάσα. Ναι. Μεγάλη ιστορία αυτή. Έφυγα ύστερα από εκεί και πάω και του λέω... έτσι και έτσι λέω: «Δεν τον ηύρα αυτόν εκεί». «Όπως ήταν» λέω, «ο κόσμος εκεί συγκεντρωμένος... έριξα μια χειροβομβίδα». Και μου λέει αυτός: «Αύριο θα έρθουν όλοι... από όπου έχει φυλάκιο, οι χωροφύλακες... και θα ψάχουνε. Και πρέπει να φύγουμε καλά-καλά». Όχι, ήταν του μαραγκού του... αυτού που είχε εδώ, με δεκαπέντε χωροφύλακες. «Α βγούμε, λέει, όξω αφ’ την Πλαγιά και ξεκινούμε». Πηγαίνοντας στον Μαγγανίτη... είχε ένα βουνόν εκεί που είχε μια σέτα... εν είχε γίνει το τούνελ που έχει τώρα που μπαίνουν και βγαίνουν τα αμάξια, έγινεν ύστερα. Και πάμε εκεί που πηγαίναμε... έπιασε και ξημέρωνε. Και λέει τώρα αυτή την ώρα ο κόσμος θα σηκώνεται... α περάσουνε να πάνε στα σπίτια τους, α μας δούνε... ησκέφτηκε όπως είναι ένα βουνό εκεί... να πάμε, να κρυφτούμε [01:00:00]εκεί πάνω-πάνω... ίσα-ίσα να βραδιάσει και να ξεκινήσουμε άμα νύχτωνε. Πάμε εκεί, όπως είναι ένα βουνό... είχε μέσα ένα κλαδί εκεί... και πιάνει αυτός ο άνθρωπος να, Θεός σχωρέσ’ τον... το κλαδί και μου λέει: «Για βούηθα να δω» και πιάνει το κλαδί και ηνέβαινε... μέσα από το κλαδί είχε μια στοά... σπηλιά, όχι μικρή! Ένα μεγάλο δωμάτιο βρε ήταν. Αφού βάλαμε τα χέρια απάνω και δεν έφταναν απάνω στην κορυφή... και μου λέει: «Βρε, εδώ είναι μια καλή κρυψώνα». Μου ρίξεν από ένα... μια κουβέρτα εκεί, έπιασα και εγώ το κλαδί και έμπα μέσα... αλλά χάμω το πάτωμα ήταν όλο χαράδρες και ηπεριμέναμε εκεί, ξημέρωσε λιγάκι να δούμε πώς είναι το μέρος εκεί... και κανονίσαμε εκεί... πού πρέπει να πορπατούμε και μην πέσουμε σε καμιά χαράδρα που έχει. Εκεί ηκάναμε σαράντα μέρες και ητρώγαμεν, αγαπητή... Πώς σε λένε;
Δέσποινα.
Δέσποινα! Ητρώγαμε μόνο μωρόσυκα... ξέρεις ποια είναι τα μωρόσυκα; Τα φραγκόσυκα που λένε... Αυτά με τις αγκίλες... Σαράντα μέρες τρώγαμε μόνο από αυτά ρε. Και εκεί λοιπόν... ήταν ο υπουργός ο Πλαστήρας που λέανε. Έδωσεν κάτι, μία μέτρα επιοικίας... και έλεγεν: «Όσοι παρουσιάζουνται... δεν θα υποστούν την ποινήν αυτή που έχουνε». Και πήεν ο πατέρας αυτού του παιδιού που ήμασταν μαζί και βρίσκει έναν στις Ράχες... ήταν ο Τσαντίρης... ήταν και βουλευτής του Κέντρου, ήταν γιατρός αυτός, και του λέει ο Τσαντίρης. Α είχεν πάει πιο μπρος και του λέει: «Να μην παρουσιαστούν», λέει, να κρύβονται, να σκιάζονται όσο μπορούν!». Ύστερα με αυτά τα μέτρα που πήε και τον ήβρε του λέει ο Τσαντίρης: «Με αυτά τα μέτρα μπορούν να παρουσιαστούν». Και ήψαχε να μας έβρει ο πατέρας του. Εδώ που έχει γίνει τώρα το τούνελ... ήψαχεν αυτός και φώναζε: «Ελευθερία!», βαθιά. Εγώ εκείνη την ώρα ήμουν μπροστά στην μπούκα αυτό που ’χειν η σπηλιά αυτή, είχεν ένα κλαδί και καθόμαστε εκεί λιαζόμαστε και κάθομουν εγώ εκεί αυτός ηκοιμάτο μέσα. Κι ήκουα και όσον πήγαινεν η φωνή ηπλησίαζε. Και λέω «Βρε, ’χει έναν και φωνάζει», λέω, ελευθερία και όσον πάει έρκεται προς τα δω»... είχε ένα δρομάκι που πήγαινεν από εκεί μέσα στο χωριό, τον Μαγγανίτη. Έρχεται, ίσα ίσα λοιπόν μόλις ήρτεν εκεί ησταμάτησε, τον εβλέπει κι ήτανε ο πατέρας του. Και μου λέει βρε ο πατέρας μου λέει είναι... κρεμιέται κάτω από την πόρτα... και πάει και τον εβρίσκει και του... ε κουράστηκα και καλά όχι, και του λέει... ψάχνω να σας έβρω λέει που μπορεί να παρουσιαστείτε τώρα... και γυρίζει και μου λέει α πάω να παρουσιαστώ. Εγώ λέω εν έρχομαι. Ήτανε λιποτάκτης αυτός αλλά δεν ήταν δικασμένος, εν τον είχαν δικάσει και κρύβονταν κι αυτός. «Ε άσ’ το πια» λέω και εγώ «ίσαμε την Πλαγιά»... Πλαγιά λέγεται εδώ όπου ήταν οι Κοσσοικιάτες... Και ερχόμαστε. Εν τω μεταξύ είχε νυχτώσει. Είχε έναν σπιτάκι εκεί αυτός ο πατέρας αυτουνού του παιδιού που σου λέω... και πήρε να πάει να πάρει νερό... που είχεν μια βρύση από πάνω εκεί και πάει και βρίσκεται κάποιο και του λέει: «Τους ήφερα», λέει, «εδώ είναι», έρχεται ο συγχωρεμένος αυτός, μας ηγκάλιασε και μας εφίλα. «Βρε, εμείς», λέει, «σαράντα μέρες σας είχαμε για χαμένους». Τέλος πάντων, πέρασε κάμποσην ώρα πια εκεί και του λέω: «Α φύγω και εγώ να πάω ‘σαμε το σπίτι». Το σπίτι μου ήταν το κάτω, δεν ήτανε εδώ, τούτο το’ καμα ύστερα. Και τέλος πάντων, ηπήγα όπως ήμουν εκεί και ήταν μια μέρα, ήμουν με τα γένια, άπλυτος σαράντα μέρες, ξέρεις τώρα. Νηστικός μόνο με μωρόσυκα, είχαμε γίνει της κακομοίρας. Ήτανε Κυριακή ρε. Είχε έναν παπά που είχεν εδώ, πρέπει να ήταν πολύ ντερβίσης παπάς, καλός και πρέπει να ήταν και δημοκράτης, όπως φάνειν ύστερο. Και μόλις είχε απολύσει η λειτουργία, ηπήα εκεί, εν τω μεταξύ πήγαινε η αδερφή μου η Τούλα... η πεθερά της Σοφίας εδώ... μικρή ήτανε κι είχεν έναν που ξύριζεν, ηκούρευε... και λέει: «Ήρτε για μένα» δηλαδή μόλις ήρτα και «να έρθεις», λέει, «να τον κουρέψεις». Δεν ηξέρε το κορίτσι, μικρόν ήτανε το ‘πεν όξω φωνή στο καφενείο. Και ένας από αυτούς που πήγα και τον γύρευα, που εν τον ήβρα, ήτανε, κάθονταν εκεί πάνω πάνω εκεί σ’ έναν πάγκο και λέει: «μα πότεν ήρταν, εμείς ηφύαμε το πρωί από εκεί». Παρόλον αυτά δηλαδή, που εν έπρεπε να φυλάουνε, αυτοί φυλάανε εκεί, εγώ ήμουν από κάτω στο πόστο που είχεν μια άλωνα... και ηκάθονταν εκεί, είχανε ενέδραν εκεί και φυλάανε... σου λέει: «Τώρα αυτός όπου να ‘ναι α φανεί», αμέ εν ηφάνηκα τη νύχτα. Είχε πια ξημερώσει. Ε αφού είχε ξημερώσει αυτοί εφύανε... Και έρχομαι στο σπίτι κάτω. Ήρτεν αυτός με ξύρισε, με κούρεψε, ξέρω γω, με πλύναν εκεί κι επάμε εις του... Κι ήταν ομπρός ο παπάς...Τι περίπτωση αυτή ε... Και με καθίζουν απάνω σε ένα μουλάρι και το τράβαε ένας, μικρός ήτανε, αλλά το μουλάρι αυτό το είχε ένας θείος του και το ξερε. Και ηκουλουθούσαν από πίσω κόσμος. Πολλοί μικροί... να δούνε σου λέει τώρα αυτόν εκεί τι θα τον κάμουν τώρα που α παρουσιαστεί. Υπολογίζανε πως α με σκοτώνανε, που ήμουν αποκυρηγμένος, κατάλαβες; Πήγαμε λοιπόν εκεί, στην αστυνομία είχε δυο αξιωματικούς της χωροφυλακής, τους είχαν φέρει για ενίσχυση εκεί... Μόλις πήγαμε εκεί λοιπόν... Οι παπάδες λέει, μα να που μέχρι τώρα, φέρουν βαθμόν λοχαγού. Μόλις πήαμε που είδαν τον παπά, τον χαιρετήσαν αυτοί και τους είπε εκεί πολλά για μένα. Και μπάσα περιπτώσει... Λέει τους ο παπάς: «Αυτός δεν είχε βγει στο βουνό, έχει οικογένεια, ήταν στο χωριό...». Αν και εγώ είχα ούλαν την περιπέτεια στο βουνό... Ε είπεν αυτά και τους λέει: «να μου δωκε τε υπόσχεση πως δεν θα τον πειράξετε» και σηκώθηκε ήφυεν ο παπάς και ήταν κι όλη η ακολουθία που κουλουθούσανε. Και πάω μέσα σε ένα μπουντρούμιν, εκεί με βάλουνε και ήβρα άλλους τέσσερις εκεί μέσα... Αυτοί ήτανε αριστεροί και τους είχανε εκεί για να τους στείλουνε εξορία. Τους στέλνανε εκεί στη Μακρόνησο, σε διάφορα μέρη και τελείωσεν η υπόθεση αυτή. Πέρναε απ’ όξω ένας, τον είχαν στείλει αφ’ τη Σάμο σαν αγγελιοφόρο δηλαδή... Αλλά είχε μιαν ομάδα που ήτανε στου Αγίου τα μέρη και πήαινε μέχρι εκεί. Πίσω που ήμαστεν εμείς δεκαεφτά άτομα εν είχεν έρτει ποτέ. Και πήγαινε κι ήρχονταν εκεί με έβλεπε και μία δόση λοιπόν ακούω και λέει: «Αυτόν», λέει, «εν τον είδα ποτέ στο βουνό». Και εκεί η μαρτυρία, αυτό που είπεν αυτός έπιασεν και του παπά η μαρτυρία που είπεν πως εν είχα πάει στο βουνό. Κατάλαβες; Και κάνει μου ένα πόρισμαν εκεί η αστυνομία και έγραφε, με δικαιολογούσαν ύστερα να πούμε καλά. Και είχεν και δύο χωροφύλακες μάρτυρες, αν αγαπάς. Ναι, αυτό που ’κανε η αστυνομία με γλίτωσε πολύ, γιατί ύστερα που με πήανε στη Μακρόνησο. Α, με καλέσανε και πήα στη Λάρισα για στρατοδικείο. Μα ίντα ναι που χτυπάει. Και η απόφαση του στρατοδικείου με δίκασε σου λέω ερήμην... και με κατεβάσανε αφ’ τα ισόβια... με κατεβάσανε στα, αφ’ τα εις θάνατον, λέω, που ήμουν, με κατεβάσανε στα ισόβια... και με γυρίζουν και με πάμε στη φυλακήν εκεί στη Λάρισα. Κάποια μέρα λοιπόν, εν ξέρω [01:10:00]τρεις μέρες ήτανε, τέσσερες, πέρασε από όξω ο δικηγόρος αυτός που τον είχα και με ‘δε εκεί από το παραθυράκι και λέει: «Εδώ είσαι» λέει «ακόμα;». Εγώ εν είχα πάρει είδηση πως με είχαν κατεβάσει στα ισόβια... Και λέει: «Η ποινή σου κατέβηκε στα ισόβια και πρέπει να έχεις φύγει από εδώ». Και πάει εκεί στη γραμματείαν της φυλακής και έψαχνε να βρει την απόφαση. Οι κερατάδες λοιπόν τότε την απόφασην την είχαν κάτω κάτω σ’ ένα μέρος, να πούμε, πετρωμένη με άλλες αυτές... Και κάποτε την ήβρε και ήκουσα τις φωνές που τους ήβαλε εκεί κι έρχεται και μου λέει: «Να την η απόφαση», λέει, «έχεις κατέβει στα ισόβια από εις θάνατο» και την άλλη μέρα με στέλνουν στη Μακρόνησο και έκανα δυο χρόνια κι εκεί. Περιπέτεια ε... Έχεις ακούσει για τη Μακρόνησο;
Όχι.
Ε πιο καλά... Εκεί κι αν ήταν η κόλαση...
Περιεχόμενο διαθέσιμο για ενήλικους
Περίληψη
Ο Ζαχαρίας Πυρούδης γεννήθηκε το 1920 στην Ικαρία. Μεγαλώνοντας στη Δάφνη και στην Πλαγιά Ικαρίας, γνώρισε τον κομμουνισμό από μικρή ηλικία, γεγονός που οδήγησε στην αποβολή του από το Γυμνάσιο Ευδήλου. Ξεκίνησε στη συνέχεια να ταξιδεύει σε αναζήτηση εργασίας, όπως έκαναν πολλοί νέοι και νέες από το νησί. Άλλες φορές στα καμίνια σε επαρχιακές περιοχές και άλλες φορές στην Αθήνα σερβιτόρος, πάντα περιμένοντας πότε θα ξαναγυρίσει στο χωριό του. Στα 20 του ξεσπά ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος που τον βρίσκει στο νησί, μη στρατεύσιμο ακόμη, αφού δεν έχει κληθεί να υπηρετήσει. Στα 26 του καλείται να υπηρετήσει τη θητεία του εν μέσω Εμφυλίου Πολέμου, οπότε και μεταβαίνει στη Λάρισα. Μια νάρκη στον θεσσαλικό κάμπο όμως τον στέλνει πίσω στην Ικαρία με άδεια, μετά από μια μακρά περίοδο νοσηλείας, από όπου αρνείται να ξαναφύγει, και βγαίνει στο βουνό έχοντας πλέον κηρυχθεί λιποτάκτης.
Αφηγητές/τριες
Ζαχαρίας Πυρούδης
Ερευνητές/τριες
Δέσποινα Ξηρού
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
31/10/2023
Διάρκεια
71'
Περιεχόμενο διαθέσιμο για ενήλικους
Περίληψη
Ο Ζαχαρίας Πυρούδης γεννήθηκε το 1920 στην Ικαρία. Μεγαλώνοντας στη Δάφνη και στην Πλαγιά Ικαρίας, γνώρισε τον κομμουνισμό από μικρή ηλικία, γεγονός που οδήγησε στην αποβολή του από το Γυμνάσιο Ευδήλου. Ξεκίνησε στη συνέχεια να ταξιδεύει σε αναζήτηση εργασίας, όπως έκαναν πολλοί νέοι και νέες από το νησί. Άλλες φορές στα καμίνια σε επαρχιακές περιοχές και άλλες φορές στην Αθήνα σερβιτόρος, πάντα περιμένοντας πότε θα ξαναγυρίσει στο χωριό του. Στα 20 του ξεσπά ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος που τον βρίσκει στο νησί, μη στρατεύσιμο ακόμη, αφού δεν έχει κληθεί να υπηρετήσει. Στα 26 του καλείται να υπηρετήσει τη θητεία του εν μέσω Εμφυλίου Πολέμου, οπότε και μεταβαίνει στη Λάρισα. Μια νάρκη στον θεσσαλικό κάμπο όμως τον στέλνει πίσω στην Ικαρία με άδεια, μετά από μια μακρά περίοδο νοσηλείας, από όπου αρνείται να ξαναφύγει, και βγαίνει στο βουνό έχοντας πλέον κηρυχθεί λιποτάκτης.
Αφηγητές/τριες
Ζαχαρίας Πυρούδης
Ερευνητές/τριες
Δέσποινα Ξηρού
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
31/10/2023
Διάρκεια
71'