Η ιστορία μιας ζακυνθινής μοδίστρας
Ενότητα 1
Η ζωή στο χωριό, η μοδιστρική και ο σεισμός του '53
00:00:00 - 00:33:13
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλησπέρα, σήμερα έχουμε Τρίτη 04 Απριλίου του 2023. Ονομάζομαι Πάντου Βαλεντίνα και είμαι ερευνήτρια του Istorima. Σήμερα βρίσκομαι στη Ζ…τη και βγάναμε το πατρόν και φτιάναμε τα ταγιέρ, από τα φιγουρίνια. Δηλαδή η μόδα κάθε μήνα ξέραμε ότι θα είναι αυτή, η μόδα. Και παίρναμε.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Το οικοτροφείο και ο γάμος της αφηγήτριας
00:33:13 - 00:42:44
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Μιλήσατε για το οικοτροφείο, που η μητέρα σας ήταν μαγείρισσα– Μαγείρισσα. Μιλήστε μου λίγο παραπάνω για το οικοτροφείο; Το οικοτροφείο, …, σας ευχαριστώ πάρα πολύ για το χρόνο σας και για όλα αυτά που μας είπατε σήμερα. Και εγώ σας ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία, που ήρθατε.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]Καλησπέρα, σήμερα έχουμε Τρίτη 04 Απριλίου του 2023. Ονομάζομαι Πάντου Βαλεντίνα και είμαι ερευνήτρια του Istorima. Σήμερα βρίσκομαι στη Ζάκυνθο, μαζί με την κυρία Μαρία Πλέσσα, στο σπίτι της. Κυρία Μαρία, μιλήστε μου λίγο για τη ζωή σας.
Εγώ γεννήθηκα το 1951 στον Άγιο Δημήτρη. Είμαστε δίδυμες, δύο αδερφές, γεννηθήκαμε δίδυμες. Οι γονείς μου ήτανε ο Διονύσιος Μπουζιάνος και η Ευφροσύνη. Είχα άλλη μια αδερφή μετά, την Ακριβή, γεννήθηκε το '54. Ζήσαμε στο χωριό μέχρι τα παιδικά μας χρόνια. Ήτανε φτωχά εκείνα τα χρόνια. Βέβαια, είχαμε το σπίτι. Ο πατέρας μου είχε ένα μαγαζάκι εκεί πέρα, παντοπωλείο και αυτά. Σφάζανε εκεί τότες, ξέρετε, παντοπωλείο. Πηγαίναμε στο σχολείο μετά, στο Δημοτικό και ήτανε από το «Πλακάκι» που λέγαμε κάτω, κάπου 1 χιλιόμετρο με τα πόδια. Ήτανε το σχολείο μας, ήτανε, τότες ξέρεις, δεν ήταν το σχολείο που ήτανε, είμαστε όλα τα παιδιά. Πηγαίναμε το πρωί με τα πόδια, γυρίζαμε το μεσημέρι, διαβάζαμε λίγο. Δεν ήμουνα και του διαβάσματος, δεν τα παίρναμε και πολύ τα γράμματα. Παίζαμε έξω με τα ξαδέρφια μου, γιατί ήμαστε, ο πατέρας μου ήτανε τρία αδέρφια εκεί στη γειτονιά και ο ένας είχε δέκα παιδιά, ο άλλος εφτά και ο πατέρας μου τρεις κόρες, εμείς, τρεις κόρες. Παίζαμε τα παιδιά. Τότες το παιχνίδι, τι ήτανε; Κρυφτό. Μετά να παίζουμε, σαν γυμναστική, αυτά από κάτι που παίζανε τα χαρτάκια, πώς να το πω; Αυτά. Έπειτα, όταν τελείωσα το Δημοτικό, που πήγα έκτη τάξη, πήγαινα για μοδίστρα. Πήγαινα για μοδίστρα στον Άγιο Δημήτρη. Δηλαδή από το σχολείο του Αγίου Δημητρίου, από κάτω από το «Πλακάκι», για να πάω για τη μοδιστρική, ήταν να πάω πάνω στο χωριό, με τα πόδια. Πήγαινα κάπου τέσσερα χρόνια. Πήγαινα το μεσημέρι, σε κάποιους μπαρμπάδες μου το μεσημέρι και τρώγανε που ήταν Αμερικάνοι τότες, Αμερικάνοι και μου είχαν φαγητό. Κατέβαινα το βράδυ. Όταν πέρασαν τα τέσσερα χρόνια και έβγαλα, όταν τελείωσε το Δημοτικό, είδες; Μετά πήγα, ας πούμε, για μοδιστρική τέσσερα χρόνια. Μετά από τα τέσσερα χρόνια, ήρθαμε, φύγαμε, από το χωριό και ήρθαμε στην πόλη. Και στην πόλη που ήρθα τότες, ήτανε ένας ιερέας, ο πάτερ Χαράλαμπος, ο Κουτουλογένης, και με πήρε για ένα χρόνο στο σπίτι του, που ήταν μοδίστρα και η παπαδιά και έμεινα μέσα σαν οικότροφη ένα χρόνο. Ε, μετά και η άλλη μου αδερφή ήρθε και αυτή στην πόλη, η Φρειδερίκη, που είμαστε δίδυμες, για Μοδιστρική και αυτή, στη Μάνεση τη Λούλα και κάθισε κι εκείνη τέσσερα-πέντε χρόνια για να μάθει τέλεια τη μοδιστρική και αυτή. Και μετά νοικιάσαμε τότες ένα σπιτάκι στην πόλη, πίσω στον Άγιο Παύλο, που είμαστε τρεις αδερφές, γιατί ήρθε και η μικρή. Αυτή πήγαινε, για να μάθει κομμωτική, διάφορα πήγαινε. Όταν τελείωσε αυτό, από τον πάτερ Χαράλαμπο, μετά δούλευα. Έμαθα τη μοδιστρική μόνη μου και δούλευα στο σπίτι. Στο σπίτι με την αδερφή μου, ας πούμε, έφτιανα και γάντια εκείνα τα χρόνια, ήταν διάφορα, για να μπορέσαμε να... Γάντια φτιάναμε, μου δίνανε από μια μηχανή που ήταν ένας Σουλης, που έφτιανε πλεκτά. Η Τσαγκαροπούλου πάλι, η Ντίνα, ήταν παλιά, που έφτιανε πλεκτά και της έραβα. Μετά που πήρα και εγώ την πείρα και έγινα τέλεια μοδίστρα, ας πούμε, μπορούσα να παίρνω να τις πελάτισσές μου και να 'μαι ελεύθερη, δούλευα μόνη μου μοδιστρική. Μετά γνώρισα, τώρα στα 18 μου γνώρισα τον άντρα μου. Ε, αυτός ήτανε σιδηρουργός. Παντρευτήκαμε εδώ στην πόλη. Φύγαμε από το χωριό τότες και ήρθαμε στην πόλη. Παντρευτήκαμε. Ήρθα εδώ στην Αγία Άννα, που λέγεται, στην παλιά, στην Πικριδιώτισσα, στην Αγία Άννα που λέγανε στην Πικριδιώτισσα, Κοργιαλό το λέγανε τότες. Πλέσσας λεγότανε. Κάθισα εδώ εκείνα τα χρόνια. Εντάξει, ήταν και αυτός δεν είχε, ας πούμε, δούλευε και εγώ δούλευα. Τότες ήτανε δύσκολα τα χρόνια. Διακόσιες δραχμές παίρναμε τότες, για να έχουμε οικογένεια και τα πεθεριακά μου είχαν το σπιτάκι. Έφυγα εγώ ας πούμε τότες, που τον γνώρισα, που ήμαστε και μέναμε μαζί με τις αδερφάδες μου. Και όταν τον γνώρισα, μου λέει: «Αφού δεν μπορείς και εσύ», ας πούμε, δεν τα βγάζουμε, γιατί ήτανε, δεν είχαμε ας πούμε τον τρό[00:05:00]πο, ήταν φτωχά τα χρόνια. Ε, και ζήσαμε εδώ δυο χρόνια, από το '68 μέχρι το '70. Μετά παντρεύτηκα το '70. Όταν παντρεύτηκα το '70, πάλι δούλευα εδώ. Η πεθερά μου ήταν και αυτή παντελονού και έφτιανε παντελόνια, και εγώ μοδίστρα. Λοιπόν, όταν παντρεύτηκα έπρεπε κάποιος από τους δύο, αφού μέναμε μαζί στο σπίτι, να εξακολουθήσει τη δουλειά. Λοιπόν, αφού ήμουν νέα εγώ και είχα πιο μεγαλύτερες δυνατότητες, άφησε αυτή τα παντελόνια και δούλευα τη μοδιστρική. Δούλεψα πολλά με τη μοδιστρική. Είχα πελάτες, αυτά. Μετά όμως, το '71 είχαν είχαν φτιάξει οικοτροφείο ο Απόστολος. Ο δεσπότης, ο Απόστολος, που είχε οικοτροφεία. Έφτιασε δύο οικοτροφεία τότες, και ερχόντουσαν τα παιδιά από τα χωριά, κάπου διακόσια παιδιά ήτανε, με δυο οικοτροφεία και τα είχε οικότροφα δωρεάν. Δωρεάν. Μέσα και εκεί κοιμόντουσαν και πήγαινε στα σχολεία, στα Γυμνάσια και έφτιαξε και σχολή μοδιστρικής, για να έρχονται και κορίτσια από όλη τη Ζάκυνθο, και ήταν οικότροφες και καθόντουσαν μέσα και τους μαθαίναμε μοδιστρική. Ήμαστε τρεις δασκάλες. Ήτανε του παπά του Κουτουλογένη, που ήμουνα στο σπίτι του ένα χρόνο, που με αγαπάγανε πάρα πολύ. Ήτανε μοδίστρα και αυτή. Και ήταν η παπαδιά του Κουτουλογένη η μοδίστρα, ήταν μια Κωνσταντίνα Βοζαΐτη και εγώ Μαρία, η Μαριγώ που έλεγαν, Μαρία. Και καθόμαστε τότες πηγαίναμε το πρωί, στην καλή σχολή. Ο Δεσπότης είχε τη σχολή εδώ στην Αγία Άννα, που ήταν οικότροφοι. Μέσα ήταν ο Δεσπότης αυτός ήταν από την Κοζάνη ο Δεσπότης μας, που ήτανε στη Ζάκυνθο. Αλλά μετά έφυγε. Μετά τα χρόνια, δεν ξέρω τι γίνεται με τους Δεσποτάδες, τον Βγάλανε από τη Ζάκυνθο. Και τα ίδια και από το οικοτροφείο που ήτανε, είχαν έρθει από την Κοζάνη και ήτανε οι Διευθύντριες. Η Παρθένα, η Βαγγελία, ο Άγγελος που ήτανε οδηγός της Μητροπόλεως και πηγαίναμε εκδρομές στη Θεσσαλονίκης, σε όλα τα μέρη. Γυρίσαμε όλο... Δηλαδή ήταν οικότροφα αλλά τρώγανε τα παιδιά μέσα δωρεάν. Η μαμά μου ήτανε μαγείρισσα για διακόσια παιδιά, διακόσια πενήντα παιδιά, να τους μαγειρεύει. Ταψιά μεγάλα, γλυκά... Εκεί πέρα ερχόντουσαν και οι ιερείς. Κάνανε τις γιορτές, τα Χριστούγεννα, όλα... Χριστούγεννα, όλες τις γιορτές, του Ευαγγελισμού, τα πάντα. Άλλο... Ήταν και άλλη μία σχολή μετά πάλι που πήγαιναν και κάνανε σαν τραπέζια. Πώς να... Αυτά. Και τι άλλο, να θυμηθώ; Αυτά ήταν από το σχολείο. Α, και που πηγαίνουμε στη μοδιστρική κάτω. Εγώ τότες γέννησα το πρώτο μου παιδί, τον Κώστα. Και το περνάνε και η μητέρα μου και το πήγαιναν στα οικοτροφεία και οι κοπέλες κάτω και το, ξέρεις, το προσέχανε και αυτό. Ερχότανε και ένας, ο πάτερ, ο παπάς, ο Πλέσσας ο Διονύσιος, που ήταν ιεροκήρυκας και μας έκανε διάφορα κηρύγματα, γιατί ήτανε χριστιανική η στέγη που πηγαίναμε. Το οικοτροφείο ήταν Χριστιανικό, ας πούμε, στέγη, ήτανε... Και πηγαίνανε παντού. Πηγαίναμε στην εκκλησία, παντού. Ήτανε δηλαδή, πολύ καλό, ήτανε τα παιδιά, ήτανε πάρα πολύ καλά, γιατί φεύγανε από τα χωριά τους και ήταν υπεύθυνα. Μαθαίνανε, σπουδάσανε δωρεάν, που τρώγανε, τις εκδρομές τους... Περάσανε αυτά τα χρόνια. Μετά εγώ δούλευα. Δουλεύαμε κάτω, τριάντα κοπέλες ήμαστε, που ήτανε η μοδιστρική. Τρεις ήμαστε, είχαμε μοιράσει, ας πούμε, τις κοπέλες δέκα-δεκαπέντε, καμία κάπελα, η καθεμία. Η μοδιστρική που μάθαιναν τα παιδιά, εκεί που θα δούλευα στο σπίτι μου, κατεβαίναμε και περνάμε τις πελάτισσές μας στη σχολή κάτω, που ήτανε κάτω στην πόλη, ήτανε... Δε θυμάμαι πως λέγεται κιόλας. Κάτω, πίσω από την Αλεξάνδρου Ρώμα, στην πίσω μεριά, που ήτανε το δεσποτικό αυτό το οίκημα, ήταν από τη Μητρόπολη. Γιατί αυτά ανήκαν στη Μητρόπολη, τα οικόπεδα και όλα αυτά και ο Δεσπότης είχε φτιάξει τότες και τη σχόλη. Και τα παιδιά ερχόντουσαν που μαθαίνανε οι μοδιστρικές και ερχότανε οι πελάτισσές μας, που ήταν δικές μας, και τους ράβαμε εμείς και, ας πούμε, παίρναμε τα χρήματα και εμείς, άλλα μαθαίνανε και οι κοπέλες δωρεάν τη Μοδιστρική. Έφε[00:10:00]υγαν μετά τα κορίτσια, πηγαίνανε το μεσημέρι στο σπίτι, και εγώ. Μέχρι που, από την ώρα, που έφευγα από το σπίτι... Αυτό έγινε μέχρι το '74 που έγινε το Πραξικόπημα τότες, γιατί μετά μας βγάλανε από τη σχολή και έφυγα και ήρθα στο σπίτι πάλι και δούλευα. Τότες γέννησα και τον γιο μου. Εντάξει, μετά έκανε και την κόρη μου. Μεγαλώσανε τα παιδιά μου, πηγαίναν στο σχολείο, στο Δημοτικό και αυτά. Η κόρη μου... Ο Κώστας πήγε και αυτός στο Γυμνάσιο, εντάξει, επήγε έβγαλε και το Λύκειο και αυτά. Πήγε Στρατιώτης. Η κόρη μου σπούδασε, έγινε δικηγόρος. Ήταν πολύ καλή μαθήτρια, της άρεσαν τα γράμματα. Εγώ δεν έπαιρνα γράμματα. Της έδινα... Πήγαινε σε κάποια κυρία, εγώ της έραβα, εκείνα τα χρόνια, και αυτή να την διαβάζει, γιατί ήτανε δύσκολα τα χρόνια, δε βγαίναμε να έχουμε και χρήματα να πληρώνουμε δασκάλα. Εγώ δεν ήξερα γράμματα καθόλου, αλλά έπρεπε να βοηθήσω το παιδί. Και εγώ πήγαινε, ας πούμε, όπου μπορούσα και βοηθούσα. Αν η μία δασκάλα ήθελε, ας πούμε να της ράψω ή χρήματα ή οτιδήποτε. Παντρεύτηκε τα παιδιά μου, παντρεύτηκε ο Κώστας, μετά πήγε στρατιώτης, πήγε στην αεροπορία. Στην αεροπορία, πήγε, ναι, άλλα ήρθε μετά στη Ζάκυνθο και έκαμε το στρατιωτικό του ένα χρόνο στο αεροδρόμιο που ήταν η Μετεωρολογική. Παντρεύτηκε τη νύφη μου, έκαμε και αυτός τα παιδιά του, τρία παιδιά. Καλά είναι. Η Άννα παντρεύτηκε στην Αθήνα. Είναι δικηγόρος, έχει δύο παιδιά. Εντάξει, αυτά η ζωή μου. Εντάξει, τώρα είμαι εδώ, στη Ζάκυνθο έρχονται τα παιδιά μας. Ο άντρας μου, είναι καλά. Όλοι καλά... Τι άλλο να πω; Δεν ξέρω, δε θυμάμαι και κάτι άλλο.
Κυρία Μαρία, μιλήστε μου λίγο παραπάνω για τα παιδικά σας χρόνια, πάμε πίσω.
Για τα παιδικά μου χρόνια... Τα παιδικά μου χρόνια ήτανε δηλαδή δύσκολα, πώς να το πω; Εμείς, ας πούμε, και το πρωί ήταν ένα σπιτάκι είχαμε έξω, δεν ήτανε... Ήτανε πολύ φτωχικά. Ούτε είχαμε φως, δεν είχαμε, με το λύχνο. Με λύχνο ήμαστε και που έκανε κρύο το βράδυ, ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου είχε μια, φουφού τη λέγανε. Ήτανε μια τσίγκινη λάττα, που λέμε, την λάττα του λαδιού, και έκανε έτσι και έβανε μέσα ξύλα και καθόμαστε γύρω γύρω το βράδυ και ζεσταινόντουσαν. Ε, μετά δεν είχαμε εκεί... Τα χρόνια εκείνα εκεί ήτανε πολύ δύσκολα. Ούτε και φαγητό ήτανε πολλά. Τα φαγητά ήτανε δύσκολα. Είναι να τρως κρέας Χριστούγεννα, Πάσχα, κανένα κουνελάκι, κανένα... Ήτανε, δεν είχε και υπηρεσία ο πατέρας μου, να 'χει ας πούμε, ήτανε φτωχή οικογένεια. Τι άλλο μετά, τι να πω; Δε θυμάμαι. Μετά πήγαμε στο σχολείο το μεσημέρι με την μπαρμπάδες μου εκεί πέρα, μας βοήθησαν. Ένας Αμερικανός μπάρμπας τότες, που μας έδωσε, που ήρθα στην πόλη για να παντρευτώ, είκοσι χιλιάδες, για να παντρευτούμε. Δούλευα όμως εγώ, εντάξει... Και δούλευε και ο άντρας μου σιδηρουργός. Τι άλλο να πω; Δε θυμάμαι και τι άλλο... Τις γιαγιάδες δεν τις γνώρισα. Η μαμά μου ήταν ορφανή από μικρό παιδάκι, τη μάνα της, ας πούμε, είχε ο πατέρας της πέθανε, είχε πάει στην Αμερική και ήταν ορφανή από πατέρα και ήτανε με τη γιαγιά. Την είχε και την ανάστησε εκείνα τα χρόνια. Ήταν δύσκολα χρόνια, πολύ δύσκολα χρόνια. Περάσαμε δύσκολα χρόνια.
Κυρία Μαρία, τι θυμάστε από το χωριό σας;
Από το χωριό μου θυμάμαι τα πανηγύρια που πηγαίναμε. Την Κυριακή πηγαίναμε, σηκωνόμαστε το πρωί και πηγαίναμε στην εκκλησία. Το Σάββατο το απόγευμα είχε, το πρωί, ο ιερέας μας πήγαινε και έκανε κατηχητικό, 11:00 η ώρα το πρωί. Τα Πάσχα έκανε τα πανηγύρια που γινόντουσαν και αυτά. Είχανε, κκάνανε ομιλίες. Ομιλίες που κάνανε στα χωριά. Είχανε το σινεμά, που ήμαστε μικρές θυμάμαι, γιατί μετά είχα φύγει από 14 χρόνο από το χωριό. Μετά ήταν το σινεμά, θυμάμαι, στα Πηγαδάκια, σε ένα χωριό και πηγαίναμε με τα πόδια να βλέπουμε τον κινηματογράφο. Όμως το καλοκαίρι ο πατέρας μου είχε άλογο, είχε ένα κάρο και την Κυριακές με τους μπαμπάδες μας πηγαίνανε τα κάρα και πηγαίναμε έξω στις [00:15:00]τις αλυκές και κάναμε στη θάλασσα, και μαγειρεύουμε, παίρναμε μαζί μας κοτόπουλα, τα σφάζαμε και μαγειρεύανε στη θάλασσα και τρώγαμε όλες οι οικογένειες. Ήτανε χαρούμενα χρόνια και καλά. Κάναμε το μπάνιο μας, γυρίζαμε χαρούμενοι με τα κάρα.
Μου είπατε για τα πανηγύρια;
Ναι.
Για περιγράψτε τα πανηγύρια, πλως γίνονταν στο χωριό σας;
Το πανηγύρι στο χωριό ήτανε, το πρωί πηγαίναμε στην εκκλησία. Γινόταν η θεία λειτουργία και μετά το πανηγύρι στο χωριό ήτανε, είχαν τα ταμπούρλα. Ταμπουρλονάκερο που λέγανε, που ήταν με το ταμπούρλο και με... Αυτό, το ταμπούρλο. Και μαζευότανε όλο το χωριό το μεσημέρι και χορεύανε εκεί πέρα. Εψέναμε, είχανε τα κόκκινα αυγά. Αυτό γινότανε το Πάσχα. Το χειμώνα δεν είχε, ας πούμε. Το Πάσχα ήταν να σηκωθούμε... Εκεί πέρα, για να κάνουμε την Ανάσταση πηγαίναμε το πρωί. Τη νύχτα, το χάραμα γινόταν η Ανάσταση. Την πρώτη τη βδομάδα που ήτανε, τη Μεγάλη Εβδομάδα, γινόταν διαφορετικά. Ήτανε, ξεκινάνε στις 09:00 η ώρα το βράδυ και κατά τις 02:00 η ώρα σφάζανε τα αρνιά και τα δαμάλια, και τα κρεμάγανε και πήγαινε για να πάρουν τα κρέατα να φάνε, ας πούμε, το χωριό, ο κόσμος. Γυρίζανε... Τότες για να ψωνίσεις, ερχότανε από την πόλη ένας, με ένα ποδήλατο και πούλαγε τις μαρίδες, για να πάρουμε τις μεριδούλες να φάμε. Και τι άλλο; Ήταν οι σταφίδες το καλοκαίρι, που πηγαίνανε ο πατέρας μου και έκανε μεροκάματο και πήγαινε με την αξίνα στον ώμο να πάει στο χωριό, μακριά, για να πάνε να πάρουνε τα μεροκάματα. Πήγαινε στην Πελοπόννησο που θερίζανε και με τα δρεπανιά εκεί πέρα, για να φέρουν το σιτάρι, για να έχουμε το χειμώνα. Μάζευαν ελιές... Ελιές δεν είχαμε εμείς, δεν είχαμε δικά μας, ας πούμε, να έχουμε περιουσία, αμπέλια και τέτοια. Πήγαινε και μεροκάματο και τα παίρναμε. Τι άλλο να πω; Δε θυμάμαι... Τις μπαρμπάδες μου, τις θειάδες μου... Ζήσαμε ήσυχα χρόνια αλλά και τα παιχνίδια μας, τα παιδιά ήτανε... Τα αγόρια πήγαιναν για να κάνουν, έπαιζαν μπάλες, εμείς οι κοπέλες στο γύρω γύρω από το μύλο που κάναμε τα... Αυτά, τι άλλο να πω, δεν ξέρω.
Για πείτε μου, μου είπατε ότι έφερναν το σιτάρι. Το σιτάρι τι το κάνατε;
Το σιτάρι, έφερνε το σιτάρι και το παίρνε και το πήγαινε στο μύλο. Είχα ένα θείο που είχε λειτρουβείο και είχε... Όχι, οι ελιές ήταν αυτές. Το σιτάρι που έφερνε, τότες ήταν οι μηχανές, που αλέθανε. Που άλεθαν τα μεγάλα, ερχόταν πάνω από την Ξάνθη και ερχότανε στη Ζάκυνθο, ας πούμε, στα μέρη να πάνε στη Ζάκυνθο για να πάνε σε μια περιουσίας που είχε το στάρι του. Και πήγαινε και το... Γιατί θερίζανε κιόλας, γιατί είχε και κάτι, είχαμε και λίγα, κάτι... Έβγαζε και λίγο ο πατέρας μου θυμάμαι και λίγο στάρι και είχε και δικό μας, και τα άχερα και αυτά αυτού. Και ερχόταν οι μηχανές και αλέθανε... Το αλέθανε, δηλαδή το αλέθανε, όπως ήταν τα... Πώς τα λένε; Όχι τα καλάθια, τα δέματα. Όπως ήταν, ακριβώς. Όπως έβγαινε το σιτάρι, να βγάζεις το σιτάρι, με τη μηχανή, για να βγει το... [Δ.Α.]. Τα ξεχνάω.
Μην αγχώνεστε.
Και μετά, το πηγαίναμε το σιτάρι, το πήγαινε για να το αλέσει στο μύλο. Να κάνει, να το αλέσει το στάρι. Πρώτα το έφτιανε η μηχανή που το καθάριζε, από τα χόρτα που ήταν τα... Και το έφερνε στο σπίτι. Εκείνα τα χρόνια τα βάζαμε, το είχανε το στάρι, έπαιρνες το σιτάρι που είχες αλεύρια, και καθόσουν και έψενες. Η μαμά μου εζύμωνε. Εζύμωνε, είχε φούρνο έξω. Έναν έξω φούρνο, η καημένη. Έπρεπε να πάει στα χωριά, απάνω στις ελιές να βρει ξηρά χόρτα και από τις ελιές, τα κλαδιά, δεμάτια για να κάψει το φούρνο, να [00:20:00]φτιάσει το ψωμί για να φάμε. Κάθε μία... Μια φορά τη βδομάδα. Το φυλάγανε...
Και το λάδι;
Το λάδι... Το λάδι, εμείς λάδι δεν είχαμε, το αγοράζαμε το λάδι. Το αγοράζαμε με το κιλό πήγαινες να σου δώσει. Δεν είχαμε να βάλουμε ποσότητες στα βαρέλια, που έχουν άλλοι. Ε και αγοράζαμε το λάδι με το, που λένε με το με τον καρτούτσο τα λέγανε τότες. Ήταν τα μπακαλικάκια που είχανε να πας να πάρεις τη ζάχαρη, μια ουγκιά ζάχαρη, μια ουγκιά να πάρεις το ρύζι. Τα φρούτα περνάγανε, ερχότανε κάποιος ο καημένος σε ένα γαϊδουράκι και πέρναγες να σου κόψει κανένα πορτοκάλι να αγοράσεις. Ήτανε άλλα, ήταν δύσκολα χρόνια. Ειδικά και στο μέρος το δικό μας, δεν υπήρχε εκεί πέρα να έχουμε πορτοκάλια και αυτά. Κατέβαινε από το Μπελούσι, από διάφορα χωριά που είχανε... Τα λένε αυτά... Είχαν, ας πούμε ένας να πάρεις τα πορτοκάλια, να πάρεις τα λεμόνια, πέρναγε... Για να αγοράσεις τότες ήθελες, για να πας να πάρεις ρούχα, ήταν ένας έμπορας που ερχότανε με το κάρο και πούλαγε σεντόνια, να πάρεις ό,τι ήθελες ας πούμε, κάλτσες που θέλανε, τα μαντίλια τους, φορούσαν τις ποδιές. Η μαμά μου τότενες, ήταν με τα μαντήλια, δεν μπορούσανε χωρίς. Και τα κεφάλια τους ήτανε δεμένα με την τσεμπέρα, λέγανε.
Αλήθεια;
Στο χωριό οι παλιές ήτανε φορούσανε την τσεμπέρα, ναι. Σε κομμωτήρια και τέτοια δεν πηγαίνανε. Για να παντρευτούν τότες στο χωριό που ήμουν, ας πούμε –γιατί εγώ παντρεύτηκα στην πόλη–, επήγαινε ο ιερέας στο σπίτι και έκανε... Γιατί δεν υπήρχε. Ήτανε ο ιερέας, δεν υπήρχε να πάει. Πήγαινες να παντρευτείς και ήθελε να σε πάει στο σπίτι να σε παντρέψει ή να σε βαφτίσει το παιδί εκείνα τα χρόνια. Γιατί ήτανε τώρα σου λέω, εγώ γεννήθηκα το '51, ήμουνα μέχρι το '68 στο χωριό, μετά ήρθα στη πόλη. Αυτά που θυμόμουνα από τα μικρά μου τα χρόνια. Ήτανε μελισσουργός εκεί πέρα που πήγαινε και μαζεύανε το μέλι. Ήταν ένας που πηγαίναμε και βοηθάγαμε και είχε μελίσσια και έδινε τα μέλια. Ε, αυτά που ήταν στο χωριό, ήταν ωραία. Ο νονός μου ήταν εκεί πέρα, που με βάφτισε, πήγαινε και μας έδινε λίγο κρασί. Η γιαγιά ήθελε το κρασάκι της να πίνει και μας έστελνε να πάρουμε ένα μπουκαλάκι κρασί για να πιει.
Γεννηθήκατε το '51.
Ναι.
Ο σεισμός του '53–
Α, του '53, τον καιρό που γεννήθηκε και... Το '51, έγινε το '53. Λοιπόν, τον καιρό που έγινε ο μεγάλος σεισμός, η μαμά μου ήμαστε μικρά, ήμαστε κάπου 2-2,5 χρονών με την αδερφή μου. Και λέει, μας έβαλε, λέει: «Πάω να τα βάλω -λέει- να κοιμηθούνε αυτή την ώρα. Να κοιμηθούνε». Και η άλλη η αδερφούλα μου κοιμότανε, το μικρότερο. Εμείς ήμαστε, με την αδερφή μου ήμαστε δίδυμες και πηγαίναμε να κοιμηθεί. «Τα έβαλε -λέει- να κοιμηθούνε». Λοιπόν, εκείνη την ώρα που μας έβαλε να κοιμηθούνε, η μαμά μου ήταν έξω στην αυλή που λέγανε, έξω στην... Πώς το λέγαν εκεί;. Στην ταράτσα, έξω ένα, μέσα στο–
Στο χωριό.
Στο χωριό. «Κοίταξε -λέει-, κοίτα, που τα έβαλε να κοιμηθούν και φύγανε -λέει- και δεν κοιμούνται». Και εκείνη την ώρα, που ότι είχαμε φύγει, δεν είχαν περάσει δέκα λεπτά, κάνει το μεγάλο σεισμό του '53, που έγινε ο μεγάλος σεισμός και η αδερφή μου η μικρή κοιμότανε. Το σπίτι έπεσε, αλλά ήταν μια ντουλάπα παλιά και εκείνη την ώρα με τη ντουλάπα, έπεσε η ντουλάπα απάνω και έγειρε την ντουλάπα και τη γλίτωσε την άλλη την αδερφή μου, τη μικρή, τη Βιβή. Και έτσι έζησε. Αλλά φύγαμε έπειτα, από όταν έγινε ο καταστροφικός σεισμός, φύγαμε από τη Ζάκυνθο, και μας πήρανε μια θεία και πήγαμε –ξαδέρφη της μαμάς μου, κάποια συγγενής– και πήγαμε, με μια βαρκούλα που φύγαμε και πήγαμε στην Αθήνα και μείναμε. Και μετά, όταν κάμποσο καιρός μείναμε στην Αθήνα, φτιάξανε κάποια σπιτάκια εκεί πέρα, που έδωσαν, που έδινε για τους σεισμούς και γυρίσαμε στην Ελλάδα, που θυμάμαι τα μικρά. Τώρα το θυμήθηκα κι αυτό. Σιγά σιγά [Δ.Α.].
Στη μοδιστρική–
Ναι.
Που πήγα[00:25:00]τε, τι μάθατε ακριβώς;
Έμαθα, στη μοδιστρική έμαθα να ράβω. Τη μοδιστρική, τα ρούχα. Αλλά από τον καιρό που ξεκίνησα, έμαθα σιγά σιγά, γιατί εκείνα τα χρόνια, που ήμουνα και δούλευα έξω έπρεπε... Δούλευα στο χωριό πρώτα. Και πήγαινα στα χωριά και θέλανε να τους φτιάξω μια ρόμπα, μια ποδιά, να της φτιάξεις εκείνα τα χρόνια. Φορούσανε και οι άντρες, φορούσα από μέσα τα σώβρακα, να τα πω και εγώ έτσι, τα σώβρακα, ε;
Αφού έτσι λέγονται.
Και τα φτιάχναμε, σώβρακα, τις ρόμπες τους. Αυτά!. Μετά, έμαθα σιγά σιγά, όταν έμεινα στο χωριό –δεν έμεινα για πολύ καιρό γιατί όταν πήγαινα στα χωριά, ήρθα στην πόλη. και πέρα από την πόλη ξεκίνησα, πήγαινα στο σπίτι στην παπαδιά που πήγα τότες και έμαθα ένα χρόνο και ήμουν μέσα μαθήτρια και μάθαινα εκεί ακόμα. Καλά έμαθα. Και πήγαινα και στα σπίτια, σαν μαθήτρια που ήμουνα, τότες που ετοιμάζαμε τα ρούχα για να τα πάμε να τα δώσουμε στην πελάτισσα. Μας δίνει και ένα χαρτζιλίκι, πέντε λεπτά ξέρω 'γω, μια δραχμή. Ε και μετά από κει, έκανα τη δικιά μου τη δουλειά που έμαθα εγώ. Έμαθα τις δικές μου πελάτισσες, δούλευα εγώ, έβγαλα καλά λεφτά. Και μετά από τη μοδιστρική, επήγα στην Τσαγκαροπούλου την Ντίνα και μου λέει: «Αφού είσαι μοδίστρα, θέλω να μου φτιάξεις καλύμματα». Της λέω: «Κοίτα, τα καλύμματα, δεν τα ξέρω, γιατί εγώ ξέρω την μοδιστρική, τα φορέματα» και έφτιανα ταγέρ, τουαλέτες, παρτά, δουλεύαμε πολύ καλά. Και μου λέει: «Όχι, θα σε μάθω, θα σου δείξω και θα μάθεις πώς». Και μου έδειξε. Τις έφτιασα, θυμάμαι τότες, τα καλύμματα, που ήθελε σε καρέκλες. Ήταν σε βενετσιάνικα. Και το έμαθα. Όταν είδα ότι μου αρέσει αυτή η δουλειά, πήγα στην Αθήνα. Ήξερα τη μοδιστρική, δούλευα, αλλά έφυγα ένα διάστημα και πήγα στην Αθήνα, σε μια μου θεία. Και εκεί πέρα που ήτανε στην Αθήνα, είδα πώς φτιάχνανε, πέρναγα από... Ήμαστε στην Καλλιθέα και πέρναγα από ένα, από το δρόμο και είδα ταπετσαρίες, πώς φτιάχνονται τα καλύμματα. Μπήκα μέσα και είδα και ρώτησα. Και τελικά μετά ξεκίνησα σιγά σιγά να φτιάνω καλύμματα. Και έφτιανα καλύμματα σε ταπετσαρίες, κουρτίνες, τα πάντα. Δηλαδή έγινα η πρώτη μοδίστρα στα καλύμματα στη Ζάκυνθο τότες! Είχα πάει σε όλη τη Ζάκυνθο, μέχρι Αθήνα, μέχρι κουρτίνες στο Δεσπότη, εκεί στο δεσποτικό. Έφτιασα όλα του μοναστηριού τις κουρτίνες, καλύμματα μέσα, τα αυτά. Δούλεψα πολλά χρόνια. Μέχρι που έφτιανε... Δηλαδή μετά από την ραφτική, όταν είδα τα καλύμματα, ότι με συμφέρανε τα καλύμματα και έβγαζα πιο πολλά χρήματα, επήρα τη δουλειά αυτή, που ήταν πιο εύκολη και δεν ήμουνα με τις πελάτισσες: «Κάμε μου έδωπα», «Κάμε μου το στρίφωμα», «Ξήλωσέ μου εκεί». Εντάξει. Και ξεκίνησα τα καλύμματα, που έφτιανα χρόνια πολλά. Και ήταν και καλή δουλειά και είχε και καλά χρήματα τότες. Δούλεψα και έφτιανα και στα κέντρα, που ήτανε τότες, τα τραπεζομάντιλα, κουρτίνες. Μου δίνανε και τα μαγαζιά και έπαιρνα, έφτιανα κουρτίνες, για ξενοδοχεία, για τα πάντα, όλες οι χοντρές δουλειές. Δούλευα πολύ καλά. Μετά, σαράντα οχτώ χρόνια δούλεψα στη μοδιστρική. Και μετά έφυγα που παντρεύτηκε η κόρη μου, είχε μείνει έγκυος και πήγα στην Αθήνα που ήθε να γεννήσει και κάθισα οχτώ χρόνια. Μετά δεν δούλεψα άλλο μοδιστρική. Εντάξει... Και τώρα είμαι εδώ στη Ζάκυνθο, πάω στην εκκλησία μου, φτιάνω τα πρόσφορά μου και ασχολούμαι με την εκκλησία.
Τι είδους ρούχα ράβατε;
Έραβα πρώτα. Πρώτα ξεκίνησα έραβα, δηλαδή φορέματα, παρτό, ταγέρ, ρόμπες, φούστες, πουκάμισα, τα πάντα. Όλα αυτά τα ρούχα, τα καλά ρούχα. Εκείνα τα χρόνια, δεν υπήρχαν τα έτοιμα στη Ζάκυνθο. Ήτανε, δουλεύαμε με μοδιστρική. Δηλαδή μόνο με μοδιστρική, δεν έβρισκες. Μετά, όταν ήρθανε τα τα έτοιμα, σιγά σιγά... Αλλά εκείνα τα χρόνια φτιάναμε, τα πηγαίναμε από του Παυλόπουλου, από το Χριστόφορο που παίρναμε τα υφάσματα, που τα φέρνανε. Ο Μπάρας που ήταν τότε, στα καλά μαγαζιά και είχαμε καλές πελάτισσες, καλά παρτά. Πολύ καλή δουλειά.
Όλος ο κόσμος έραβε τα ρούχα του ή μόνο η υψηλή κοινωνία;
[00:30:00]
Η υψηλή κοινωνία έραβε τα καλά. Δηλαδή ήθελε να ράψει ένα παρτό. Ήθελε να πάει σε ένα γάμο και ήθελε να ράψει το δικό της για να πάει στο γάμο. Ή και η άλλη κοινωνία, δεν είχανε, ας πούμε, να ράψουν. Έφτιανανε μια φούστα, ένα πουκαμισάκι, πιο πολλές φούστες. Αλλά πιο πολύ ήτανε η υψηλή κοινωνία που δουλεύαμε, στην πόλη. Στο χωριό ήτανε, αλλά ερχόντουσαν και στην πόλη από τα χωριά και να φτιάξουμε ένα ταγιέρ για το γάμο, ένα φόρεμα που θέλανε, τα καλοκαιρινά... Όλα, όλα, τα πάντα. Φούστες, όλα αυτά.
Οι πελάτες σας ήταν απαιτητικοί;
Οι πελάτισσες ήταν όχι όλες, αλλά ήταν και απαιτητικές. Ήταν και πολύ δύσκολες και, πώς να σας το πω; Ιδιότροπες, να το πω. Το ήθελε στην τρίχα. Αν ήταν κάτι να το 'χεις έτοιμο, σου έλεγε: «Ξήλωσέ μου το». Δηλαδή να κάνεις τις πρόβες, να τα κόβεις, να έρχονται στο σπίτι να κάνουμε πρόβες. Ήταν απαιτητικές! Εντάξει, αλλά εγώ, δόξα τω Θεώ, πήγαινα πολύ καλά με τη μοδιστρική και με τις πελάτισσές μου. Μέχρι το απόγευμα, μέχρι το Σάββατο το μεσημέρι εδούλευα. Κυριακή ή Σάββατο απόγευμα σταμάταγα δουλειά. Μετά τη Δευτέρα, γιατί είχα μάθει και από την σχολή που ήτανε με του ιερείς και με το Δεσπότη και αυτά και είχα πάρει αυτό τον κανόνα. Δηλαδή ήθελα να είμαι στο σπίτι μου και να μπορώ να, και τα παιδιά μου την Κυριακή, και να μην είμαι όλο συνέχεια...
Έχουνε διαφορά τα ρούχα του τότε, με τα ρούχα σήμερα;
Τα ρούχα, τώρα, που είναι αυτή η μόδα το '23, ήταν τα χρόνια που είχαμε εμείς τα φτιάναμε εκείνα τα χρόνια. Τα ταγιέρ τώρα αυτά, που είναι αυτά τώρα, αυτά εμείς ράβαμε. Τα στενά τα ρούχα, αυτά με τα ταγιέρ, με τα φιλέτα, με τα ταγιέρ. Αυτή τη δουλειά κάναμε. Εκείνα τα χρόνια ήταν αυτή η δουλειά, δηλαδή αυτή η μόδα ήτανε, που έχουμε τώρα του–
Του '23.
Του '23. Δηλαδή του '60 ήταν αυτή η μόδα, που γύρισε τώρα. Αυτά τα ρούχα ράβαμε. Ήταν υψηλή μοδιστρική, ήτανε καλή δουλειά. Δεν ήτανε μετά που η γένανε τα διάφορα και γένανε... Όταν βγήκανε τα άλλα τα... Βέβαια πήγαιναν και στην Αθήνα και παίρνανε και από τις φίρμες, αλλά εκείνα τα χρόνια ήταν αυτά τα... Με πατρόν, τα κόβαμε, σκίτσα κάναμε, παίρναμε το Burda, το τηλέφωνο και το φιγουρίνι, που τα λέγαμε Burda –πώς τα λέγαμε, δε θυμάμαι κιόλας– και έκοβες από μέσα. Είχε τα... Έδειχνε κάθε μήνα, έβγαινε αυτό το φιγουρίνι και έπρεπε να το πάρουμε, να δούμε τη μόδα που έχει. Έδειχνε, ας πούμε, είχε το νούμερο το 34, για το 42, για το 50, για την παχιά, για την αδύνατη και βγάναμε το πατρόν και φτιάναμε τα ταγιέρ, από τα φιγουρίνια. Δηλαδή η μόδα κάθε μήνα ξέραμε ότι θα είναι αυτή, η μόδα. Και παίρναμε.
Μιλήσατε για το οικοτροφείο, που η μητέρα σας ήταν μαγείρισσα–
Μαγείρισσα.
Μιλήστε μου λίγο παραπάνω για το οικοτροφείο;
Το οικοτροφείο, τότες που το έφτιαξε το οικοτροφείο, ήτανε από τη Μητρόπολη Ζακύνθου. Και ο Δεσπότης ήτανε ο Απόστολος που ήρθε, που ήταν από την Κοζάνη. Και ήθελε, ήταν στη Ζάκυνθο, στη Μητρόπολη μέσα. Και μετά, αυτός είχε φέρει, με τη συνοδεία του που ήρθε από την Κοζάνη, είχε φέρει και δικούς του ανθρώπους, είχε φέρει... Που, ας πούμε, για να είναι στο οικοτροφείο μέσα, να είναι υπεύθυνες, ήταν για τις κοπέλες, άλλοι ήτανε για τα δωμάτια, για το φαγητό, για το μεσημέρι, για να διαβάζουνε. Για κάτω ήτανε στη Μητρόπολη, στα γραφεία της Μητροπόλεως ήτανε άλλη κυρία, που είχε, ας πούμε, υπεύθυνη για την Μητρόπολη, τα γραφεία. Τα φαγητά που ήταν, μας έδινε τα φαγητά, τα πρωινά τα ωραία τους είχε. Με το γάλα, τα γάλατα, όλα, με τα τυριά τους. Τα πρωινά, τα απογευματινά με το γλυκό, με... Να τους κάμει την προσευχή το πρωί, να κάνουνε την προσευχή, το μεσημέρι. Να είχανε το πρόγραμμα τι ώρα θα κοιμηθούν. Δεν ήταν ο καθένας, να μπουν εκείνη την ώρα. 09:00 η ώρα, δηλαδή 07:00 η ώρα τελείωνε... Όταν το μεσημέρι τελειώνανε τα μαθήματά τους, έκλεινε και το οικοτροφείο η πόρτα. [00:35:00]Δεν ήταν ένα βγαίνουνε τα παιδιά το βράδυ, δεν υπήρχαν και εκείνα τα χρόνια τα κέντρα που έχουμε τώρα, για να βγαίνουνε. Τα οικοτροφεία ήταν διαφορετικά. Δεν πληρώνανε τότες, μόνο ας πούμε πλήρωναν, θυμάμαι, τη μαμά μου, τότες κάτι τσι πλήρωναν, διακόσια ευρώ τσι δίνανε, θυμάμαι. Τότε ήταν διακόσια πενήντα παιδιά. Τη μαμά μου κιόλας, μετά πήγαινε, η καημένη, είχε τα διακόσια πενήντα τα παιδιά πρώτα, και πήγαινε και στου Τυρόγαλα και ήτανε και εκεί, έπλενε στην κουζίνα. Και έφευγε από του Τυρόγαλα το ξενοδοχείο, το Strada Marina, που ήτανε μικρά τα παιδιά μου, και πήγαινε-ερχότανε στο οικοτροφείο, να μαγειρέψει το οικοτροφείο. Με το Δεσπότη άλλο... Ας πούμε, μετά, ο Δεσπότης έφυγε από την Ζάκυνθο, μετά... Έφυγε από τη Ζάκυνθο, τον διώξανε από την Ζάκυνθο το Δεσπότη τον Απόστολο και ήρθε άλλος Δεσπότης μετά. Παντελεήμονας.
Μου είπατε πως το οικοτροφείο έκλεισε.
Έκλεισε.
Με ποιον τρόπο το έκλεισε;
Έκλεισε το οικοτροφείο, γιατί τότες έφυγε ο Δεσπότης, τον διώξανε, το Δεσπότη από τη Ζάκυνθο και χάλασε το οικοτροφείο, δεν το κράτησε η Μητρόπολη να το συνεχίσουνε οι άλλοι Μητροπολίτες και χάλασε το οικοτροφείο. Φύγανε τα παιδιά. Έγινε και το '74, που έγινε το Πραξικόπημα από κει. Από κει, ξεκίνησε. Μετά, όταν διώξανε το Δεσπότη, εφύγανε και τα παιδιά. Και είχανε και [Δ.Α.], είχανε και στο στο Λόγγο το Βασιλικό που πηγαίνανε και κατασκηνώσεις. Είχανε και τσι κατασκηνώσεις τα παιδιά. Πηγαίνανε κατασκηνώσεις. Ερχόντουσαν και από άλλα μέρη, που ήτανε – πώς το λένε;– πρόσκοποι, διάφοροι. Πηγαίνανε εκεί και κάνανε μπάνιο στο λόγκο, που ήταν, εμένανε και κόσμος εκεί πέρα και μέχρι ακόμα είναι τώρα ο Λόγγος, που είναι ο Λόγγος του Αγίου, αυτό είναι.
Το οικοτροφείο σήμερα υπάρχει ακόμη;
Το οικοτροφείο όχι. Το οικοτροφείο, εδώ είναι η Αγία Άννα, τα γκρεμίσανε τότες αυτά τα οικοτροφεία, τώρα δεν υπάρχουν. Γίνανε οικόπεδα. Αυτά ήτανε, ανήκαν στη Μητρόπολη. Μετά νομίζω η Μητρόπολη, δεν ξέρω, τα πουλήσανε, και είναι οικόπεδα, γιατί το ήθελε να πάρει κάποιος, τα πήρε ότι θα κάνει πολυκατοικία και αυτά. Τελικά βρέθηκαν μέσα, βρήκανε παλιά... Πώς τα λένε; Αρχαία. Και έτσι σταμάτησε και μείνανε... Τα πλήρωσε και αυτός και μείνανε τα αρχαία. Και τώρα είναι οικόπεδο, που δεν το έχουνε να φτιάξουνε κάτι, που λέγαν ότι θα φτιάξουνε.
Γνωρίζετε τι μαθήματα διδασκόντουσαν τα παιδιά στο οικοτροφείο τότε;
Τα μαθήματα ήτανε, πήγαιναν πρώτη Γυμνασίου, αυτά. Δηλαδή βγάνανε την πρώτη... Τότες δεν ήτανε... Έβγανες το Γυμνάσιο κατευθείαν. Δηλαδή πήγαινες και έβγαινες από την πρώτη Δημοτικού, την πρώτη Γυμνασίου, μέχρι το Λύκειο που έβγαινε. Και μετά σπουδάζανε τα παιδιά, φεύγανε. Πηγαίνανε, ας πούμε, όπου έμπαινε το κάθε παιδί.
Τι μάθαιναν εκεί τα παιδιά;
Στο οικοτροφείο; Στο οικοτροφείο δε μάθαινε κάτι. Ήταν οικότροφα και πήγαινε στο Γυμνάσιο, για να σπουδάσουν, για να μαθαίνουνε γράμματα, μετά να φύγουνε να πάνε να σπουδάσουνε, άλλοι δασκάλοι, άλλοι καθηγητές. Αλλά ήταν δωρεάν, ήταν οικότροφα. Δεν πληρώνανε, το οικοτροφείο, ήτανε δωρεάν το οικοτροφείο, από τη Μητρόπολη. Όπως και οι κοπέλες. Όπως και η μοδιστρική, ήτανε δωρεάν και αυτή. Εμείς είμαστε, είχαμε τις πελάτισσές μας και απάνω στην πελατεία μας, στις πελάτισσες τις δικές μας, στη ραφτική που μαθαίναμε εμείς, μάθαινε και τα κορίτσια. Ε μετά γίνανε και αυτές μοδίστρες. Μάθανε, άλλη για το σπίτι της να μάθει, να ράβει, άλλη έγινε μοδίστρα, άλλη έφυγε, πήγε Αυστραλία, άλλη..
Μιλήστε μου λίγο για το γάμο σας.
Ο γάμος μας... Εγώ τον καιρό που γνώρισα τον άντρα μου, ήμουνα 19 χρονών. Δεν ήμουνα σε... Προξενιό ήταν. Μου έκαμε μία κυρία, ένα προξενιό, και μου είπε, τότες η πεθερά μου, ήτανε ο άντρας μου, στην Αθήνα και ήθελε να 'ρθει, εκείνα τα χρόνια, να τον φέρει από την Αθήνα, που δούλευε, για να μην είναι μόνοι τους, που ήτανε μεγάλη σε ηλικία και θέλανε να έχουνε και ένα παιδί εδώ. Και το γύρισε και από την Αθήνα που δούλευε σιδηρουργός. Έφτιασε δικό του σιδηρουρ[00:40:00]γείο, δούλευε καλά εκείνα τα χρόνια. Δούλεψε μετά από σιδηρουργός, έκανε κάτι άλλα μπαρ, αλλά εκεί, άλλα από δω... Διαφορά.
Μου είπατε πως οι γάμοι γινόντουσαν στο σπίτι;
Στο σπίτι, ναι.
Εσείς στο σπίτι παντρευτήκατε;
Εγώ δεν παντρεύτηκα σπίτι. Εγώ παντρεύτηκα στην πόλη, γιατί εμέναμε... Το σπίτι, είχα νοικιάσει, είχαμε νοικιάσει, η μαμά μου τότες ένα σπίτι στη κάτω στην πλατεία, δίπλα από το φοίνικα. Και είμαστε τις τρεις αδερφές, εκεί πέρα, δουλεύαμε μοδίστρες, εκεί είχαμε τα προικιά που κάναμε και τότες. Εκείνα τα χρόνια έβγανες, ήθε να κάνεις και προικιά. Και βάλαμε την Πέμπτη, να βάλουμε εκεί ό,τι είχαμε. Τα παπλώματα, τσι κουβέρτες. Τα φέρναμε στο σπίτι. Ό,τι ήθελε ο καθένας μάς έφερνε. Εκείνα τα χρόνια, που ήταν φτώχεια έλεγες, ας πούμε: «Τι θες να σου φέρω;». Άλλος σού έφερνε σεντόνια, άλλος σού έφερνε τις πετσέτες, το νυφικό. Καλά, το νυφικό ήταν του γαμπρού. Αλλά μας... Τα χρόνια που είχαμε καλέσει τον κόσμο, ερχότανε και μας έφερνε τα δώρα αυτά. Δηλαδή ό,τι ήθελες να πάρεις, κουρτίνες, μαξιλάρια, πετσέτες, ό,τι χρειαζότανε να πάρεις στα δίνανε. Τα φέραμε στο σπίτι εδώ, η πεθερά μου είχε το σπίτι εδώ, ένα μικρουλάκι σπίτι. Καθότανε απάνω στο δίπλα εδώ, ήτανε δύο δωμάτια. Και ανεβήκαμε εμείς επάνω. Έκανες ένα σαλονάκι, κάτω ήτανε η πεθερά μου που κοιμόταν σε ένα δωμάτιο και δίπλα ένα καθιστικό. Τα παιδιά μου... Και τουαλέτα δεν είχανε τότες, ήταν έξω. Μετά φτιάσανε τουαλέτα. Ήταν εκείνα τα χρόνια έξω οι τουαλέτες, μέχρι να φτιάξουμε. Το φτιάξαμε μετά το σπίτι, άλλαξαν οι συνθήκες.
Σήμερα με τι ασχολείστε; Πώς περνάτε την ώρα σας;
Εγώ τώρα ασχολούμαι... Το πρωί θα σηκωθώ, θα κάνω την προσευχή μου και αυτά. Ασχολούμαι πιο πολύ με τα οικιακά. Πάω στην εκκλησία, έχω πολύ με την εκκλησία. Θα κάνω αυτά, τον κανόνα μου της εκκλησίας, τα πρόσφορά μου κάθε εβδομάδα, να τα πάω στην εκκλησία. Ο χρόνος μου είναι, να ασχολούμαι με τα οικιακά και με τον κανόνα της εκκλησίας.
Κυρία Μαρία, σας ευχαριστώ πάρα πολύ για το χρόνο σας και για όλα αυτά που μας είπατε σήμερα.
Και εγώ σας ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία, που ήρθατε.
Περίληψη
Η κυρία Μαρία Πλέσσα μάς μιλάει για τη φοίτησή της σε οικοτροφείο και για την εργασιακή της σταδιοδρομία στη ραπτική και τη μοδιστρική. Παράλληλα, θυμάται τις δύσκολες στιγμές του μεγάλου σεισμού του 1953 αλλά και οι οικογενειακές στιγμές από τα παιδικά της χρόνια. Τέλος, μιλά για το πώς παντρεύτηκε με προξενιό.
Αφηγητές/τριες
Μαρία Πλέσσα
Ερευνητές/τριες
Βαλεντίνα Πάντου
Θέματα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
03/04/2023
Διάρκεια
42'
Περίληψη
Η κυρία Μαρία Πλέσσα μάς μιλάει για τη φοίτησή της σε οικοτροφείο και για την εργασιακή της σταδιοδρομία στη ραπτική και τη μοδιστρική. Παράλληλα, θυμάται τις δύσκολες στιγμές του μεγάλου σεισμού του 1953 αλλά και οι οικογενειακές στιγμές από τα παιδικά της χρόνια. Τέλος, μιλά για το πώς παντρεύτηκε με προξενιό.
Αφηγητές/τριες
Μαρία Πλέσσα
Ερευνητές/τριες
Βαλεντίνα Πάντου
Θέματα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
03/04/2023
Διάρκεια
42'