Διατηρώντας τις ρίζες: Αναμνήσεις από την ποντιακή παράδοση

Γ.Γ.

[00:00:00]Πέμπτη, σήμερα, 17 Μαρτίου 2022, εγώ είμαι ο Γιώργος Γεωργούδης και βρίσκομαι μαζί με τον Αλέξανδρο Τοπαλίδη, στον πολιτιστικό σύλλογο της Σκύρου, ΣΣΟΠΠΑ, στο Κοντύλι. Αλέξανδρε, πες μου λίγα πράγματα για σένα, μίλησέ μου για τη ζωή σου και για σένα.

Α.Τ.

Λοιπόν, είμαι ο Αλέξανδρος Τοπαλίδης, κατάγομαι από το Κάτω Νευροκόπι Δράμας, είμαι αξιωματικός στην Πολεμική Αεροπορία και, γι’ αυτό το λόγο, κατοικώ, αυτή τη στιγμή, στο νησί της Σκύρου.

Γ.Γ.

Τα παιδικά χρόνια Αλέξη πού τα πέρασες;

Α.Τ.

Τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα στο Παρανέστι Δράμας, λόγω της εργασίας του πατέρα μου, ο οποίος ήτανε σταθμάρχης στον ΟΣΕ, είναι συνταξιούχος πλέον, και όλα μου τα παιδικά χρόνια τα πέρασα εκεί. Και το σχολείο. Μέχρι το 2007, που η οικογένειά μου μετακόμισε οριστικά στη Δράμα.

Γ.Γ.

Από το χωριό, τα παιδικά χρόνια, τι αναμνήσεις, τι θύμησες έχεις;

Α.Τ.

Είναι η πιο ωραία, νομίζω, εποχή, περίοδος της ζωής μου, με πολύ ανέμελα παιδικά χρόνια, κατ’ ουσίαν παιδικά, σ’ ένα χωριό αρκετά μικρό, που κατοικείτο, ως επί το πλείστον, από πρόσφυγες από τον Πόντο και την Καππαδοκία, με λίγους ξενοτοπίτες, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, που ερχόντουσαν περιστασιακά στο χωριό, για να εργαστούνε, κυρίως, στο φράγμα του Θησαυρού του Νέστου, το οποίο είναι απ’ τα μεγαλύτερα, αν δεν κάνω λάθος το μεγαλύτερο της Ελλάδας. Οπότε υπήρχε αυτή η μίξη των ντόπιων με τους ξενοτοπίτες κι είχαμε πολλές εμφανείς  διαφορές. Το βρίσκαμε μικροί στον τρόπο που μιλάμε και όχι τόσο πολύ στον τρόπο που συμπεριφερόμαστε, κυρίως στην ομιλία είχαμε πάρα πολλές διαφορές. Ένα χωριό, το οποίο είχε ακραίες καιρικές συνθήκες το χειμώνα, πάρα πολύ κρύο, το οποίο, όμως, αυτό δεν ήτανε ποτέ τροχοπέδη, για το δικό μας το παιχνίδι. Θυμάμαι να βγαίνουμε για βόλτα, ας πούμε, το απόγευμα, γιατί σαν παιδιά Δημοτικού και Γυμνασίου δεν μπορούσαμε να κάνουμε και κάτι άλλο το χειμώνα, πέραν από τη βόλτα, και έχει έξω, ας πούμε, μείον 12. Κι εμείς να βγαίνουμε, απλά για να παίξουμε ή να κάνουμε βόλτα. Γενικώς, ήτανε πολύ ήσυχα τα παιδικά χρόνια. Το πιο χαρακτηριστικό, που το συνειδητοποίησα μεγαλώνοντας αυτό, όταν άρχισα να αλλάζω μέρη που κατοικούσα, είναι το ότι δεν κλειδώναμε την πόρτα του σπιτιού μας.

Γ.Γ.

Λόγω ότι υπήρχε μια αίσθηση ασφάλειας;

Α.Τ.

Ναι, υπήρχε η αίσθηση της ασφάλειας και είχαμε το συνήθειο και δεν την κλειδώναμε. Ή, αν φεύγαμε με τον πατέρα μου, πολλές φορές, οικογενειακώς, να πάμε στη Δράμα και να γυρίσουμε την ίδια μέρα, ο πατέρας μου, καθότι πόντιος, κλείδωνε την πόρτα και το κλειδί το άφηνε πάνω στον μεντεσέ, γιατί μπορεί κάποιος να ερχότανε, κάποιος φίλος, κάποιος γνωστός και να ήθελε να ανέβει στο σπίτι, να κάνει κάτι και το κλειδί ήτανε εκεί πέρα!

Γ.Γ.

Αυτό, τώρα, εν τω μεταξύ, είναι μια τρομερή ομοιότητα σε πάρα πολλά μέρη της Ελλάδας, το οποίο είναι καταπληκτικό, απ’ την άποψη, ρε παιδί μου, ότι φανερώνει την εμπιστοσύνη και την αλληλεγγύη, που είχανε οι άνθρωποι της εποχής, έτσι;

Α.Τ.

Ναι. Είχαμε πολλές φορές, ας πούμε, να ήτανε περαστικοί από το χωριό κάποιοι φίλοι, απ’ το χωριό του πατέρα μου ή της μάνας μου, από το Νευροκόπι και θυμάμαι περίπτωση, που περάσανε κι αφήσανε σημείωμα. Ανοίξανε την πόρτα, μπήκανε μέσα κι αφήσανε σημείωμα, να πούνε χαιρετίσματα στον πατέρα μου και φύγανε!

Γ.Γ.

Ωραίοι! Εκεί, σαν παιδιά πώς ήτανε, δηλαδή, τα παιχνίδια σας, είχατε κάτι ιδιαίτερο παιχνίδι;

Α.Τ.

Είχαμε τα κλασικά παιδικά παιχνίδια, αν μιλάμε, δηλαδή, για πιτσιρικάδες. «Τζαμί», ξέρω γω, «κυνηγητό», «κρυφτό» και τέτοια, με διάφορες παραλλαγές που μπορεί να είχε ο κάθε τόπος. Χωρίς, όμως, κάτι το ιδιαίτερο. Μπάλα και μπάσκετ όλη μέρα, όλη μέρα! Δηλαδή, όποτε είχαμε χρόνο, θα ήμασταν με μια μπάλα είτε ποδοσφαίρου είτε μπάσκετ και θα αλωνίζαμε μέσα στο χωριό. Και μας άρεσε πάρα πολύ, να ανεβαίνουμε πάνω στους λόφους, γιατί το χωριό είναι στους πρόποδες της οροσειράς της Ροδόπης κι έχει ακριβώς πάνω απ’ το χωριό λόφο. Γενικώς, είναι ανάμεσα σε δυο βουνά, βασικά. Και πηγαίναμε είτε σε διπλανά χωριά, μέσα από τις μικρές χαράδρες, που κάνανε οι λόφοι κι αυτά. Μας άρεσε, δηλαδή, πάρα πολύ να ανεβαίνουμε στο βουνό!

Γ.Γ.

Το «Τζαμί» τι παιχνίδι είναι;

Α.Τ.

Το «Τζαμί» είναι ένα παιχνίδι, το οποίο βάζαμε τούβλα, ή κεραμίδια, αν είχαμε, σε σχήμα πυραμίδας και πήγαινε μια ομάδα, χωριζόμαστε σε δυο ομάδες, και η μια ομάδα προσπαθούσε, με μία μπάλα να ρίξει τα τζαμιά, δηλαδή την πυραμίδα, και εκείνα, όπως σκορπιζόντουσαν, η άλλη ομάδα έπρεπε να προλάβει, να τα στήσει και η άλλη με τη μπάλα, όσο τα στήνανε, προσπαθούσε να «κάψουν» τους αντιπάλους, να χτυπήσουν με τη μπάλα τους αντιπάλους, να τους «κάψουνε», για να έρθει η σειρά στους επόμενους. «Μήλα» και τα κλασικά, μετά.

Γ.Γ.

Αλέξανδρε, είπες ότι ο πατέρας σου είναι Πόντιος.

Α.Τ.

Ναι.

Γ.Γ.

Ποιες είναι οι ρίζες του πατέρα σου, της μάνας σου;

Α.Τ.

Λοιπόν, οι γονείς μου και οι τέσσερις ήτανε, γιατί έχουνε συγχωρεθεί όλοι, πρόσφυγες. Οι γονείς του πατέρα μου, καταγόντουσαν από χωριά της Άνω Ματσούκας, η οποία είναι μια επαρχία του νομού Τραπεζούντας. Ορεινά χωριά, κοντά στα 2.000 μέτρα υψόμετρο, στο όρος Ζίγανα, σχετικά κοντά στην Παναγία Σουμελά για να το θέσουμε έτσι. Στα οποία, οι οικογένειές τους έφυγαν, κυνηγημένες, τον χειμώνα του ’17-’18, οπότε και μετά τα Οκτωβριανά, έληξε, με έναν περίεργο τρόπο, ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος του ’16-’17. Και φύγανε κυνηγημένες οικογένειες και κρυφά απέναντι, της μεν γιαγιάς μου στην Κριμαία, στη Συμφερούπολη συγκεκριμένα, που γεννήθηκε μετά από 4 χρόνια, αφού φύγανε και η γιαγιά μου εκεί πέρα. Και ο παππούς μου γεννήθηκε στη Ρωσία, το 1920, 2 χρόνια ακριβώς μετά, που έφυγε η οικογένειά του κρυφά, με βαπόρι ναυλωμένο, από την Τραπεζούντα στο Βατούμ κι εκεί πέρα απέναντι, στη Ρωσία. Της μητέρας μου οι γονείς γεννημένοι και οι δυο σ’ ένα χωριό της Καππαδοκίας, ανατολικά της Καισάρειας, έχει τρεις ονομασίες βασικά και απαντάται με τις τρεις ονομασίες, είτε Χαμιντιέ, έτσι μας το ‘λεγε η γιαγιά μου, ή αλλιώς Σαρμουσακλί, ή αλλιώς Πουνιάντη.

Γ.Γ.

Πουνιάντη;

Α.Τ.

Ναι. Σε ένα εργόχειρο, που έχει η αδερφή του… που έχουμε, σαν οικογενειακό κειμήλιο, από την αδερφή του παππού μου, το 1914, εργόχειρο, κεντητό, στο οποίο ήτανε 10 χρονών, κι έχει με καλλιγραφικά γράμματα την ελληνική αλφαβήτα και τους αριθμούς, γράφει: «Καλλιόπη Αμπατζόγλου, εν Πουνιάντη, 1914».

Γ.Γ.

Η γέννησή της ήταν αυτή;

Α.Τ.

Όχι, ήτανε το 1914, που το έφτιαξε, και ήτανε 10 χρονών, ήτανε γεννημένη το 1904.

Γ.Γ.

Α, πιο μεγάλη η γιαγιά απ’ τον παππού;

Α.Τ.

Όχι, αυτή ήταν η αδερφή του παππού μου. Ο παππούς μου γεννήθηκε το 1906, σ’ αυτό το χωριό και η γιαγιά μου γεννήθηκε το 1922 στο ίδιο χωριό. Και φύγανε οι οικογένειές τους, το ’24.

Γ.Γ.

Άρα, προφανώς, μάλλον ο παππούς έχει περισσότερες μνήμες απ’ όλον αυτόν τον διωγμό, ε;

Α.Τ.

Ναι. Ο παππούς μου, ο πατέρας της μάνας μου, ναι, ήρθε 18 χρονών στην Ελλάδα. Η γιαγιά μου δεν είχε μνήμες, γιατί ήρθε 2 χρονών, μωρό παιδί. Βέβαια, εγώ τον παππού μου δεν τον πέτυχα, δεν τον έζησα πάρα πολλά χρόνια γιατί, όταν πέθανε, εγώ ήμουν 10 χρονών και δεν είχα όλες τις ανησυχίες για τις ρίζες. Τις ιστορίες και τα λοιπά τα έχω μάθει περισσότερο απ’ τα αδέρφια της μάνας μου, τα μεγαλύτερα, που εκείνοι ήξεραν περισσότερα απ’ τον παππού κι απ’ τα αδέρφια του.

Γ.Γ.

Ο παππούς, δηλαδή, τι ιστορίες είχε;

Α.Τ.

Βασικά στο χωριό που μένανε, αυτό, που μου έλεγαν οι θείοι μου, είναι ότι το 1/3 των κατοίκων ήτανε Έλληνες… Καταρχήν ήτανε τουρκόφωνοι, οι Έλληνες ήτανε τουρκόφωνοι, ελληνικά δεν μιλούσανε, καθόλου. Παρόλο που η γιαγιά μου έγραφε, όπως σου είπα, στο εργόχειρο. Η μόνη επαφή που είχανε με τα ελληνικά ήταν μέσω της θρησκείας, πολύ θρησκευόμενοι άνθρωποι. Ήταν το 1/3 και δεν μιλούσανε γιατί φοβόντουσαν έξω να μιλήσουνε, στο χωριό. Ας πούμε, η μητέρα μου, συγκεκριμένα, που έζησε και τους παππούδες της, που οι παππούδες, τώρα, ήτανε γεννημένοι το 1870-1880, έτσι; Κι ήρθανε σε ηλικία 50-60 χρονών εδώ πέρα. Η μητέρα μου έλεγε ότι το παράπονο της ήτανε ότι ποτέ δεν μπόρεσε να συνεννοηθεί καλά με τους παππούδες της, γιατί καταλάβαιναν τα Ελληνικά, που μιλούσε η μάνα μου, αλλά εκείνοι μιλούσαν μόνο Τούρκικα, δεν μπορούσαν να μιλήσουν Ελληνικά οι παππούδες της μάνας μου. Η μάνα μου δεν τα ήξερε καλά τα Τούρκικα, ό,τι άκουγε στο χωριό. Γιατί το χωριό της μάνας μου, ο Γρανίτης, που είναι ένα μικρό χωριό του Νευροκοπίου, είναι όλοι πρόσφυγες από εκείνο το συγκεκριμένο χωριό της Καππαδοκίας, της Καισάρειας. Όλοι ήτανε τουρκόφωνοι, οπότε τα τουρκικά τα ψιλοήξερε, τα άκουγε όμως, επειδή ήταν η πιο μικρή απ’ όλους η μητέρα μου. Ενώ τα αδέρφια της, τα μεγάλα, αυτοί τα ξέρανε καλά τα Τούρκικα, να τα καταλαβαίνουν κι ο ένας μάλιστα τα ψιλομιλούσε, κιόλας. Ας πούμε, συγκεκριμένα κι απ’ τη γιαγιά μου, που πολλές φορές έχω αναμνήσεις, να μας κοιμίζει ξέρω ‘γω, όταν ερχότανε στο σπίτι και τα λοιπά, τα τραγούδια, που τραγουδούσε, ήταν όλα στην τούρκικη γλώσσα.

Γ.Γ.

Αυτοί οι άνθρωποι και όλα αυτά τα δεινά που πέρασαν, τι μνήμες έχουνε φτάσει και στα αφτιά τα δικά σου;

Α.Τ.

Από τους γονείς της μάνας μου, αυτοί, ευτυχώς, αυτοί φύγανε ειρηνικά. Επειδή ήτανε στα βάθη της Ανατολής, ήτανε οι τελευταίοι που φύγανε, το ’24 κι είχανε καταλαγιάσει κάπως τα πράγματα και φύγανε ειρηνικά. Οι ιστορίες από την πλευρά του πατέρα μου και από τον παππού και από την γιαγιά, εκεί, είναι λίγο πιο τραγικές.

Γ.Γ.

Οι Πόντιοι;

Α.Τ.

Ναι, οι Πόντιοι. Ας πούμε, της γιαγιάς μου σηκωθήκανε, ένα βράδυ, 9 οικογένειες από το χωριό και φύγανε βράδυ. [00:10:00]Μέσα στα βουνά, περπατούσαν το βράδυ και την ημέρα κρύβονταν, γιατί από κάτω, στους δρόμους, περνούσανε οι «Τσανταρμάδες» οι Τούρκοι, οι χωροφύλακες, οι οποίοι ήτανε πάρα πολύ σκληροί κι άμα τους πιάνανε, θα τους σφάζανε άνευ ετέρας. Κι υπάρχει και μια ιστορία, που μου την εξιστόρησε μια ανιψιά της γιαγιάς μου, κατά την οποία, μια θεία της γιαγιάς μου, όταν περπατούσανε, μέσα στο βράδυ, είχε στην αγκαλιά της ένα μωρό, το μωρό της. Το οποίο μωρό, όμως, άρχισε να κλαίει και φοβήθηκε ο γενάρχης, ας πούμε, ο μεγαλύτερος σε ηλικία από τις οικογένειες, που ήταν όλες σχεδόν από το ίδιο σόι, φοβήθηκε ότι θα τους προδώσει. Έτσι και τους πρόδιδε το μωρό, θα τους σκότωναν όλους οι «Τσανταρμάδες». Δεν ξέρω, άμα θες να στην πω και στα ποντιακά την έκφραση, πώς την είπε. Την είπε, δεν θυμάμαι το όνομα της θείας μου, νομίζω Δέσποινα ήταν αυτή, την είπε: «Ποινή, ατόν το θα λέω σε αμαρτία εν, αμόν σύρον και χάσον το μωρόν γιατί θα ανγκαλεί μας», δηλαδή: «Δέσποινα…», «Ποινή» στα ποντιακά η «Δέσποινα», Δεσποίνη, Ποινή. «Σύρον και χάσον το μωρόν», «πήγαινε και χάσε το μωρό», δηλαδή να το σκοτώσει ή να το αφήσει. «Γιατί θα ανγκαλεί μας», «θα μας προδώσει». Κι η θεία αποκρίθηκε: «Εγώ το μωρόν μ’ κι χάνα το...», «εγώ το μωρό μου, δεν θα το αφήσω» δηλαδή, να πεθάνει. Έμεινε πίσω, μόνη της, μέχρι που κατάφερε και το ηρέμησε. Δεν ξέρουμε τώρα, πόσο απομακρύνθηκαν οι άλλοι, πάντως κατάφερε και πήγε και τους βρήκε και συνεχίσανε τον δρόμο τους, μέσα στο βράδυ. Επίσης και του παππού μου η φυγή ήταν κι εκείνου περιπετειώδης, γιατί εκείνος είχε δουλειές με τη Ρωσία. Από το 1908, αν δεν κάνω λάθος, έκανε εμπόριο ανάμεσα σε, τότε, Τουρκία και Ρωσία. Και την τελευταία φορά που γύρισε, το ’16, οι Τούρκοι τον κυνήγησαν, τον επικήρυξαν, γιατί είχε βαφτίσει μια οικογένεια μουσουλμάνων και τους βάφτισε  Χριστιανούς. Τώρα, δεν ξέρω, αν ήταν «κρυπτοχριστιανοί» εκείνοι και τους φανέρωσε, που δε νομίζω. Αλλά τον επικήρυξαν οι Τούρκοι κι έτσι πήρε την οικογένειά του, που τότε αποτελούτανε από την προγιαγιά μου, την Παλάσσα, ένα καθαρά ποντιακό όνομα, το οποίο είναι παρεκφορά του «Παλλάδα», η Αθηνά «Παλλάδα», στα ποντιακά «Παλάσσα»… Και την μεγάλη αδερφή του παππού μου, που ήτανε γεννημένη τότε. Πήρε και τη μάνα του. Ήτανε 8 αδέρφια, ο προπάππους ο Σάββας. Ο πατέρας του έμεινε εκεί και πέθανε στο χωριό, δεν ήρθε ποτέ στην Ελλάδα. Και φύγανε με ναυλωμένο βαπόρι, όπως σου ‘πα πιο νωρίς, πήγανε στο Βατούμ κι από ‘κει πήγανε στην Ρωσία, στα παράλια της Ρωσίας.

Γ.Γ.

Αυτοί, όλοι, οι άνθρωποι, που έφτασαν εκεί μέσα στο ’20, ’21, ’22, ’23, απ’ όσο γνωρίζουμε, εσύ θα το ‘χεις καλύτερα και στο αυτί και στο βίωμα, δεν τους συμπεριφερθήκαν στην Ελλάδα τόσο καλύτερα…

Α.Τ.

Όχι, καθόλου καλά! Τους αντιμετωπίζανε, οι ντόπιοι που υπήρχανε στα χωριά της Δράμας, που πήγαν οι δικοί μου, με τα χαρακτηριστικά είτε «Τουρκόσπορους», είτε «Αούτηδες», από το «Αούτος» που λέμε στα ποντιακά, «Αυτός, αυτό» το «Αούτο», οι «Αούτηδες». Και επειδή κάποιοι… δώσανε κλήρο σε όλους αυτούς τους πρόσφυγες, που ήρθανε, και οι ντόπιοι πάρα πολλές φορές δεν θέλανε. Θέλανε τα χωράφια που τους δίνανε, τη γη, για δική τους εκμετάλλευση. Τους αντιμετώπισαν με πολύ εχθρικό τρόπο, τα πρώτα χρόνια. Βέβαια, στα χωριά τα δικά μας επειδή ήτανε κατά, να σου πω 95% πρόσφυγες, δεν είχανε κάποιες ιδιαίτερες προστριβές. Σε μεικτά χωριά, που υπήρχανε, και  στον νομό Δράμας και στον νομό Σερρών, στον όμορο νομό, εκεί είχαμε και συμπλοκές και θανάτους, σκοτωμούς, φτάνανε και σε τέτοια επίπεδα. Επίσης, πολλούς δεν τους αντιμετώπισαν καλά οι ντόπιοι, γιατί ήτανε τουρκόφωνοι. Όπως ένα μεγάλο μέρος των καππαδοκών προσφύγων ήταν τουρκόφωνοι, έτσι κι ένα μεγάλο ποσοστό των Δυτικοπόντιων που είχαμε στο νομό Δράμας, από Σαμψούντα, Μπάφρα, Αμάσεια και τα λοιπά, ήταν κι εκείνοι τουρκόφωνοι, οπότε οι ντόπιοι δεν τους δέχθηκαν καλά.

Γ.Γ.

Ο παππούς, έτσι, τα πρώτα χρόνια… Δηλαδή οκ, ναι μεν δεν είχανε με τους ντόπιους προστριβές, γιατί, όπως είπες, ήταν οι περισσότεροι πρόσφυγες, αλλά όλα αυτά, που άφησαν πίσω και η πρώτη ερώτηση είναι τι άφησαν πίσω αυτοί οι άνθρωποι;

Α.Τ.

Αφήσανε περιουσίες. Το σημαντικότερο, που αφήσανε πίσω, ήτανε τους τάφους των προγόνων τους. Δηλαδή, υπήρχε το παράπονο ότι, όταν ήρθανε Ελλάδα, οι δικοί μου, βέβαια, μέσω Ρωσίας, έτσι; Ήρθανε στην Ελλάδα το ’30 ο παππούς και το ’39 η γιαγιά. Αυτό, που δεν είχανε ένα μνήμα, για να πάνε να ανάψουνε ένα κερί στον τάφο του πατέρα τους, της μάνας τους, στων αδερφών τους. Γιατί κατά τη διάρκεια και στη Ρωσία, κι εκεί αντιμετώπισαν πολύ δύσκολες καταστάσεις και αφήσανε και νεκρούς εκεί. Ειδικά της γιαγιάς μου η οικογένεια, που τράβηξε περισσότερα εκεί πέρα, να σου πω εν τάχει ότι ήρθανε με τους τελευταίους το ’39. Άφησε πίσω μόνο μια αδερφή, μεγαλύτερη, την οποία εγώ την γνώρισα και την έζησα εδώ πέρα κι από ‘κείνη έχω πολλές ιστορίες. Αλλά για να έρθουνε εκείνοι, η αδερφή της γιαγιάς μου, με τον άντρα της και τα 4 παιδιά της, έπρεπε να πάει πρώτα η οικογένεια της γιαγιάς μου, με τους γονείς τους και να τους στείλουνε πρόσκληση. Τότε ήτανε κάπως διαφορετικά τα πράγματα κι έπρεπε ο θείος μου, να πάει στη Μόσχα, να πληρώσει, δεν πρόλαβε… Και τους έπιασε η εξορία του Στάλιν και βρέθηκαν στο Ουζμπεκιστάν! Την περίοδο, νομίζω, ’46-’49 γίνανε εκείνες οι διώξεις, ή ’43-’46. Απ’ το ’39, που ήρθε η γιαγιά μου, με όλη της την οικογένεια στην Ελλάδα, τους χάσανε αυτούς, γιατί μετά βρεθήκανε στο Ουζμπεκιστάν! Στο οποίο Ουζμπεκιστάν πήγανε, σε τραίνα, εμπορικά, της εποχής και μου ‘λεγε η θεία μου ότι ήτανε 16 μέρες μέσα στο τραίνο, μέχρι να φτάσουνε στο Ουζμπεκιστάν. Σ’ ένα μέρος, μόνο λάσπες, δεν είχε τίποτα. Χτίσανε με τα χέρια τους σπίτια. Και τους βρήκανε μετά, ο αδερφός του πατέρα μου, αν δεν κάνω λάθος, το 1967. Γιατί η γιαγιά μου είχε τον καημό το ότι «έχω μια αδερφή. Την έχω χάσει. Δεν ξέρω πού βρίσκεται» και μέσω του Ερυθρού Σταυρού, έγραψε γράμμα ο θείος μου και δεν ξέρω τώρα πώς ακριβώς και τους βρήκανε! Και, κάποια στιγμή, ήρθε ο ένας της ο γιος στην Ελλάδα, με δυσκολίες μεν, γιατί ήτανε σκληρά τα κομμουνιστικά καθεστώτα, τότε. Όταν ήρθε εδώ πέρα, είδε έναν άλλον πολιτισμό, αγαθά και τα λοιπά. Όταν γύρισε πίσω, πράγματα, που είχε αγοράσει εδώ πέρα… Φαντάσου ότι αγόρασε λάστιχα για το αυτοκίνητο, γιατί δεν είχανε και του τα κατασχέσανε, τον χτυπήσανε, τον βάλανε φυλακή… Και, τέλος πάντων, άρχισε να έρχεται η οικογένεια αυτή, της αδερφής της γιαγιάς μου, στην Ελλάδα, σταδιακά, από το 1991 μετά, με το κύμα, ας πούμε, των «Νεοπροσφύγων», εδώ πέρα. Και ενώθηκε η γιαγιά μου με την αδερφή της, από το ’39 που χωρίστηκαν, το 1992 ξανά!

Γ.Γ.

Τόσα χρόνια μετά! Ήσουνα εκεί;

Α.Τ.

Ναι, την γνώρισα! Και σαν παιδί, που την γνώρισα, μου φαινόντουσαν τόσο ίδιες που γύρισα και είπα στον μπαμπά μου, γιατί θυμάμαι τον πατέρα μου να μας λέει: «Σήμερα θα φύγουμε, θα πάμε στο Νευροκόπι, να γνωρίσουμε την αδερφή της γιαγιάς! Την μεγάλη της αδερφή». Αυτή ήτανε γεννημένη το 1907, στο χωριό τους, στο Γιανάντον της Τραπεζούντας κι η γιαγιά μου ήτανε γεννημένη το 1922, στην Συμφερούπολη. Και χωριστήκανε το ’39 και ξανά ανταμώσανε στο Νευροκόπι το ’92!

Γ.Γ.

Πώς κάνανε;

Α.Τ.

Δεν ήμουνα τη στιγμή, εκείνη, που ανταμώσανε οι δυο τους, εμείς πήγαμε μετά, γιατί ήμασταν στο Παρανέστι. Εγώ, αυτό που θυμάμαι, είναι μια απέραντη αγάπη και ‘γω έβλεπα τη θεία μου και νόμιζα ότι έβλεπα τη γιαγιά μου! Κι αυτό, που έκανε, χρόνια μετά, εντύπωση, ανακαλώντας όλες τις μνήμες μου, ήτανε τα ποντιακά, που μιλούσε αυτή η γυναίκα… Έφυγε 10 χρονών απ’ τον Πόντο κι ήρθε στην Ελλάδα, μετά από έναν σωρό εξορίες και τέτοια και τα ποντιακά της ήτανε τόσο καθαρά…

Γ.Γ.

Η οικογένειά σου και οι παππούδες και ο πατέρας σου κι εσύ, κατ’ επέκταση, ξαναγύρισαν ποτέ και στο σπίτι απ’ τη μεριά της μαμάς στην Καππαδοκία και στον Πόντο;

Α.Τ.

Δυστυχώς όχι. Ο μόνος μου έχει πάει στο χωριό του παππού, στον Πόντο, είναι ο μεγάλος αδερφός του πατέρα μου, ο Σάββας ο Τοπαλίδης. Αυτός έκανε μιαν εκδρομή, έτσι που οργανώνουν οι πολιτιστικοί σύλλογοι τα καλοκαίρια, κυρίως. Και πήγε το 2006, αν δεν κάνω λάθος. Βέβαια, δεν έχουμε στοιχεία για το σπίτι και τα λοιπά, για εκεί πέρα. Από τις ιστορίες της αδερφής της γιαγιάς μου, αυτής, που σου έλεγα προηγουμένως, της Λισάφ, η Ελισάβετ δηλαδή, η Λισάφ, εκείνη μας έλεγε, ήξερε, γιατί έφυγε 10 χρονών, έφυγε, από ‘κει πέρα, τη ζήσαμε. Μας έλεγε πού ήτανε το σπίτι. Δεν ξέρουμε, αν υπάρχει ακόμη ή αν έχει γκρεμιστεί, γιατί πολλά γκρεμίστηκαν μετά.

Γ.Γ.

Έτσι στην παιδική ψυχή τότε, γιατί απ’ τα παιδικά χρόνια φαντάζομαι, για να γυρίσω πάλι σε εσένα. Εσύ είσαι ένας άνθρωπος, που μιλάς την ποντιακή διάλεκτο.

Α.Τ.

Όσο μπορώ, ναι.

Γ.Γ.

Αυτό πόσο χρονών ξεκίνησε;

Α.Τ.

Κοίταξε, τα ποντιακά ήτανε στην καθημερινότητα μου από την ημέρα, που έχω μνήμες. Ο πατέρας μου, γιατί απ’ αυτόν έχω γαλουχηθεί σ’ αυτό το κλίμα, πάντα, όπου και να βρισκότανε, έψαχνε, ας το πούμε, να κάνει παρέα με Πόντιους. [00:20:00]Δηλαδή, ο πατέρας μου, όταν μπήκε στον ΟΣΕ το ’77 και μέχρι το ’86, υπηρετούσε στην Αττικο-Βοιωτία, και Χαλκίδα και Αθήνα, Οινόη, Θήβα… Δηλαδή, εγώ γεννήθηκα στη Χαλκίδα, εγώ και τα αδέρφια μου. Ήμασταν στη Θήβα τότε. Ακόμα και στη Θήβα, οι παρέες ήτανε Πόντιοι. Η βάφτισή μου, που έγινε στη Θήβα, στο σπίτι μετά, στην αυλή του σπιτιού, έγινε «μουχαμπέτι». Ήτανε ένας καβαλιώτης, από την Λεκάνη Καβάλας, ο Γιωργούλης ο Φουντουκίδης, ο «Γούλης», ο οποίος έπαιζε λύρα και μετά τη βάφτισή μου, στο σπίτι έγινε «μουχαμπέτι». Έχουμε φωτογραφία, ας πούμε, που παίζει ο συγκεκριμένος λύρα και τραγουδάει ο πατέρας μου. Τα ακούσματα, η διάλεκτος υπήρχε πάντα.  Το πιο χαρακτηριστικό, που μπορώ να σου πω είναι ότι πρώτα χόρεψα ποντιακά και μετά πήγα σχολείο. Πρώτα γράφτηκα στον σύλλογο… Ο σύλλογος ξεκινούσε, ας πούμε, 1 Σεπτεμβρίου, τα σχολεία ξεκινούσαν 15! 1η Δημοτικού όταν ήτανε να πάω, πρώτα πήγαμε στον σύλλογο να χορέψουμε, κι εγώ και τα αδέρφια μου, και μετά ξεκίνησε το σχολείο! Και κάθε φορά, που πηγαίναμε στο Νευροκόπι, στον παππού και στην γιαγιά ο πατέρας μου, γιατί η μάνα μου καταλαβαίνει, βέβαια, μετά από τόσα χρόνια τα ποντιακά, αλλά εννοείται ότι δεν τα μιλάει, μιλούσανε ποντιακά. Ο πατέρας μου, με όποιον στο χωριό καταλάβαινε ποντιακά, ποντιακά του μιλούσε. Ο άλλος μπορεί να τον απαντούσε στη νεοελληνική, δημοτική διάλεκτο, ο πατέρας μου ποντιακά! Κι εγώ επειδή από μικρός είχα μια κλίση, μ’ άρεσε πάρα πολύ και η μουσική και η γλώσσα κι αυτά… Θυμάμαι, μάλιστα, όταν φεύγαμε από το Παρανέστι, να πάμε στο Νευροκόπι, το οποίο είναι μια απόσταση 80 χιλιομέτρων τα δυο χωριά, μέσα έπαιζε μόνο ποντιακά. Κασέτα, μόνο ποντιακά! Εγώ είχα την τάση, από πολύ μικρός, αυτά που ακούω να τραγουδάω κιόλας, γιατί μ’ άρεσε κι ασχολήθηκα μετά με τη μουσική. Και θυμάμαι, πάντα, τον πατέρα μου, όταν έλεγε καμιά ιδιαίτερη λέξη, μέσα, να γυρνάει σε ‘μένα και μου λέει: «Αλέξη, εγρίξες ατό;», το κατάλαβες, δηλαδή, τι λέει εδώ, πέρα; Και μετά, να μου εξηγεί. Και στο χωριό, όταν πηγαίναμε, ας πούμε, στο Νευροκόπι, που στο σπίτι του παππού μου, μαζευότανε όλο το σόι πάντα, μόνο ποντιακά…

Γ.Γ.

Οπότε από μικρό παιδί τη μιλάς, τη γλώσσα…

Α.Τ.

Να σου πω, όχι. Ξεκίνησα να προσπαθώ να μιλήσω στην ηλικία των 16, όταν ξεκίνησα να πηγαίνω 2α Λυκείου. Εκεί υπήρχε, που ήτανε και η ωριμότητα της εφηβείας, που τελειώνει, υπήρχε μια περίοδος στη ζωή μου που, έχω έναν μεγαλύτερο αδερφό, ο οποίος είχε περάσει στη σχολή Ικάρων, οπότε, δικαιωματικά, μετά εγώ έμεινα ο «άντρας του σπιτιού» κι είχα από πίσω άλλα δυο αδέρφια. Κι επειδή είχα βάλει κι εγώ πλώρη, να περάσω στη σχολή Ικάρων και ενδόμυχα ήξερα ότι θα τα καταφέρω, είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ ότι για ‘μένα η ζωή στο χωριό, ουσιαστικά, τελειώνει. Γιατί, άπαξ και περάσω στη σχολή, μετά στο χωριό δεν έχει επιστροφή, ποτέ για μόνιμη κατοικία. Κι εκεί άρχισα να λέω «Ώπα, τώρα, δηλαδή, εσύ θα φύγεις απ’ το χωριό σε 2 χρόνια, με τα ποντιακά τι θα κάνεις; Θα χάσεις την επαφή θέλοντας και μη». Οπότε, εκεί πέρα, άρχισα πολύ να προσπαθώ να μιλήσω, δηλαδή τις σκέψεις που έκανα, ήθελα να τις μεταφράζω στα ποντιακά. Το πρώτο σοκ το έπαθα όταν, ο πατέρας μου είχε μιαν έτσι σχετικά καλή βιβλιοθήκη, με ποντιακά βιβλία και γραμμένα στην ποντιακή διάλεκτο, ξεκίνησα να παίρνω να διαβάζω. Κι έβλεπα λέξεις, που τις σημείωνα, για να πάω, να τις ρωτήσω στον πατέρα μου, τι σημαίνουνε. Και γυρνούσε ο πατέρας μου, ας πούμε, χαρακτηριστικά ένα ήταν το «τσαΐζω», αλλά δεν ήτανε «τσαΐζω», ήτανε σε κάποιον άλλον χρόνο, σε κάποια άλλη κλίση. Και το δείχνω στον πατέρα μου «Μπαμπά, τι σημαίνει "τσαΐζω";». Το «τσαΐζω» είναι το «φωνάζω», είναι κάτι, το οποίο δεν υπάρχει Πόντιος, να μην ξέρει, ακόμα και να μην ξέρει ποντιακά το συναντάει, το ακούει πάρα πολύ. Και γυρνάει ο πατέρας μου και μου λέει, θυμάμαι και το βλέμμα του ακόμα: «Ναι, πρε, κι γροίξας το τι είναι το "τσαΐζω" που λέω την μάνα σ’: "Δέβα αν έξω έναι το παιδί;"», αλλά ήτανε έτσι… Κι εκεί κατάλαβα ότι πρέπει να ασχοληθώ, γιατί θα το χάσω αυτό το πράγμα. Κι άρχισα, πάρα πολύ διάβαζα, ό,τι βιβλίο γραμμένο στην ποντιακή διάλεκτο και μετά ζάλιζα συνέχεια τον πατέρα μου: «Μπαμπά, πώς θα πούμε αυτό;». Κι επειδή ο πατέρας μου ήξερε πάρα πολύ καλά τα αρχαία, γιατί τα ποντιακά έχουνε μεγάλη σχέση, ένα ρήμα που ήθελα να το κάνω, ας πούμε, στον παρατατικό στον β’ ενικό ή στο… Ο πατέρας μου το είχε πάρα πολύ εύκολο, να μου το μεταφράσει κατευθείαν. Κι έτσι άρχισα να ασχολούμαι και να προσπαθώ. Και υπήρχαν και κάνα δυο άλλα παιδιά στο χωριό, που αγαπούσαν κι αυτοί τα ποντιακά, γιατί όταν καταλάβαμε ότι δεν μπορούμε να τα μιλήσουμε, ντρεπόμασταν, τώρα, να πάμε σε κάνα παππού, σε καμιά γιαγιά απ’ το χωριό και να πάμε ότι και καλά να τους μιλήσουμε… Μια πρόταση, για να πούμε, έπρεπε να τη σκεφτούμε 3 λεπτά! Και, ειδικά, μέσω του διαβάσματος και των τραγουδιών, έτσι;

Γ.Γ.

Και γύρω από τη γλώσσα, όπως ανέφερες πριν, και με τη μουσική, που έχεις ασχοληθεί, για να φτάσουμε σε λίγο και στη μουσική, άρχισες από παιδί να αναμειγνύεσαι και να έχεις επαφή και με τη ποντιακή παράδοση στο χορευτικό…

Α.Τ.

Ναι, από 1η Δημοτικού ξεκίνησα στο χορευτικό του συλλόγου κι εγώ και τα αδέρφια μου. Το αγαπούσα από πολύ… Είχα μια έμφυτη κλίση προς τα ‘κει, ρε παιδί μου, και με τη μουσική, το τραγούδι, με τον χορό. Ας το πούμε, ότι τα πόδια μου αρπάζανε, γιατί ούτως ή άλλως, όπου υπήρχε ποντιακό πανηγύρι, ο πατέρας μου μας έπαιρνε και πηγαίναμε και μας έβαζε και χορεύαμε δίπλα του. Στην ουσία, έτσι μάθαμε. Και μετά, σε κάποια φάση, φέρανε κι έναν τοπικό δάσκαλο, εκεί ο σύλλογος, για μαθήματα λύρας, οπότε ξεκίνησα εκεί πέρα. Είχα ξεκινήσει ήδη, βέβαια, και να πηγαίνω στο ωδείο, οπότε είχα ήδη κάποιες γνώσεις μουσικές και τα λοιπά. Κι άρχισα να ασχολιέμαι και μ’ αυτό. Κι όσο ασχολιόμουνα, τόσο με συνέπαιρνε αυτό το πράγμα!

Γ.Γ.

Έφυγες απ’ το χωριό πόσο χρονών;

Α.Τ.

18. Το 2001, που κατέβηκα στην Αθήνα, με την εισαγωγή μου στη σχολή. Αλλά και στην Αθήνα, τον 1ο χρόνο, έμενα στην Καλλιθέα, στη θεία μου, στην αδερφή του πατέρα μου. Εκεί, που έμενε η θεία μου, ήτανε τα παλιά προσφυγικά της Καλλιθέας . Τον πρώτο χρόνο, που έμενα εκεί, μετά έμενα μόνος μου, ήτανε σα να μην έχω φύγει απ’ το χωριό, γιατί ήτανε όλοι Πόντιοι κι όλοι μιλούσανε ποντιακά, μη σου πω και περισσότερο από το χωριό. Κι ενώ είχα σταματήσει… στο χωριό πήγα, όλο κι όλο 3 χρόνια, λύρα, μόνο στο Δημοτικό, μετά σταμάτησε να λειτουργεί ο σύλλογος για κάποιο διάστημα, έφυγε κι ο δάσκαλος, σταμάτησα να ασχολούμαι με τη λύρα. Τη λύρα την ξαναέπιασα, όταν κατέβηκα στην Αθήνα, που στα 200 μέτρα από το σπίτι της θείας μου, ήτανε ο συγχωρεμένος ο Γεώργιος ο Αμαραντίδης, ο «Σιμούλτς», πολύ γνωστός καλλιτέχνης, Πόντιος και λύρα και τραγούδι. Και πήγα σ’ εκείνον, ξεκίνησα να κάνω μαθήματα.

Γ.Γ.

Έτσι τα πρώτα συναισθήματα σου, όταν κατάφερες, κι από παιδί, αλλά και μεγαλύτερος, με μεγαλύτερη συνειδητοποίηση, τέλος πάντων, όταν κατάφερες να βγάλεις τα τραγούδια…

Α.Τ.

Κάθε φορά που κατάφερνα κάτι, πάντα, στο επίπεδο της ποντιακής παράδοσης, αυτό που θυμάμαι χαρακτηριστικά είναι την εσωτερική ικανοποίηση, που ένιωθα εγώ, γιατί μου άρεσε. Και δεύτερον, η αγωνία μου να πάρω τηλέφωνο στον πατέρα μου, να του το πω… Να πάρω τηλέφωνο, να του πω ότι συνάντησα έναν Πόντιο, ότι γνωρίστηκα με έναν Πόντιο από ‘κει, που ήξερε τον τάδε, που μπορεί να τον ξέραμε. Ή που ήτανε απ’ το ίδιο χωριό του παππού ή της γιαγιάς. Ή την χαρά, που πήρε ο πατέρας μου, όταν κατέβηκα στην Αθήνα και του είπα: «Μπαμπά θα ξεκινήσω λύρα, στον Αμαραντίδη», ο οποίος, ο πατέρας μου ήτανε λάτρης του Αμαραντίδη, σαν καλλιτέχνης, την χαρά που πήρε… Και να με ρωτάει: «Πώς πηγαίνει η πρόοδός σου;» και τα λοιπά…

Γ.Γ.

Επίσης, Αλέξανδρε, έχεις ασχοληθεί και με τον χορό, γύρω απ’ το κομμάτι, στο να μεταφέρεις τις γνώσεις σου, μέσω της διδασκαλίας, γιατί κι εσύ προσπάθησες και προσπαθείς να παίρνεις αυτούσιο, όσο μπορείς περισσότερο, το χορευτικό ύφος, το ποντιακό κι έχεις ασχοληθεί και σαν δάσκαλος.

Α.Τ.

Ναι, όταν ήμουνα στην Αθήνα, πέρασα ένα πολύ μεγάλο σχολείο το οποίο λέγεται Νίκος Ζουρνατζίδης. Είναι χοροδιδάσκαλος, ερευνητής… Πήγαινα στο χορευτικό του, ήμουνα μαθητής του. Κι απ’ αυτόν τον άνθρωπο, στον 1.5 χρόνο που υπήρξα δίπλα του, πήρα τρομερά ερεθίσματα, πολλές γνώσεις… Αλλά περισσότερο ερεθίσματα, που εμένα με ώθησαν, να μελετήσω πάρα πολύ. Πράγματα, τα οποία τα ήξερα στο περίπου ή τα είχα ακουστά και δεν τους έδινα σημασία με κάνανε να ψάξω να τα μάθω. Κι όσο πιο πολύ μάθαινα τόσο περισσότερο όρεξη είχα, να μπω ακόμα πιο βαθιά μέσα σε όλο αυτό. Και ο ίδιος του, ας πούμε, εντός εισαγωγικών, με «έχρισε» χοροδιδάσκαλο, όταν έφυγα, πλέον, απ’ την Αθήνα και βρέθηκα στο Ηράκλειο της Κρήτης κι είχε έρθει εκεί πέρα, με το χορευτικό του. Πήγα και τον συνάντησα και με έφερε σε επαφή με τα παιδιά του χορευτικού, εκεί πέρα, και τους λέει: «Χοροδιδάσκαλο έχετε φέτος;». «Όχι» του λένε. «Ορίστε, ο χοροδιδάσκαλός σας» λέει και έδειξε εμένα. Και του λέω: «Δάσκαλε τι;», μου λέει: «Πάνε κι ό,τι χρειαστείς, όπου έχεις απορία κι αυτά, θα με παίρνεις τηλέφωνο ή όποτε έρχεσαι Αθήνα…». Κι έτσι, μπήκα μέσα σε όλο αυτό, το οποίο εμένα μου δημιουργούσε ένα αίσθημα βαριάς ευθύνης , γιατί έπρεπε ό,τι γνώση έχω αποκτήσει εγώ, να την μεταφέρω στους επόμενους, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Οπότε αυτό συνεπαγόταν πολλή μελέτη, πολλή μελέτη, πολύ διάβασμα!

Γ.Γ.

Και πολλή μελέτη και πάρα πολύ διάβασμα και, βάσει της σχέσης, που έχουμε, εμένα μ’ αρέσει ,σε όσες συζητήσεις έχουμε κάνει, ότι ένα απ’ τα πράγματα, πέρα απ’ το ύφος και πέρα απ’ όλα, αυτό που προσπαθείς κι εσύ να κάνεις είναι το βάλεις τους ανθρώπους, τους χορευτές, στο να αποκτήσουν περισσότερο κριτική σκέψη.

Α.Τ.

Βασικά, το μέλημά μου ήτανε πάντα αυτό. Κι αν μου επιτρέπεις κάτι, έτσι σε προσωπικό επίπεδο, όσον αφορά τα χρόνια που έχω κάνει σαν χοροδιδάσκαλος, [00:30:00]στον τελευταίο σύλλογο που ήμουνα, στην Δράμα, αυτό που τους είχα πει την πρώτη μέρα είναι το ότι «δεν θέλω να σας κάνω τους χορευτές μου, να λένε: "Α, αυτοί είναι οι χορευτές του Τοπαλίδη". Θέλω να σας κάνω κριτές. Να πάρετε ό,τι γνώση έχω εγώ να σας μεταδώσω, ό,τι ερεθίσματα θέλετε εσείς, για να μπορέσετε να αναπτύξετε μια κριτική σκέψη, πάνω σ’ αυτό το αντικείμενο. Ώστε…», να, εγώ λόγω δουλειάς έφυγα, με αντικατέστησε κάποιος άλλος, «θα δείτε διαφορές. Να έχετε κριτική ικανότητα. Όχι, ό,τι σας λέει ο ένας, επειδή ονοματίζεται χοροδιδάσκαλος είναι και θέσφατο, είναι αυτό. Ψαχτείτε και μόνοι σας, όπως ψάχνομαι εγώ και διαρκώς ψαχνόμαστε όλοι μας», έτσι;

Γ.Γ.

Και γύρω απ’ αυτό το κομμάτι, που λες με την απόκτηση του καθενός της κριτικής σκέψης, θέλω να σε ξαναγυρίσω λίγο στα παιδικά χρόνια, ρωτώντας σε, αν όλη αυτή η αγάπη γύρω απ’ την παράδοση, την ποντιακή προήλθε κι απ’ τους παππούδες και τους πατεράδες σας, δηλαδή αν θέλανε να σας «ψήσουνε», μέσα σε εισαγωγικά.

Α.Τ.

Όπως σου ανέφερα, εξαρχής ο πατέρας μου ήταν αυτός, που μας γαλούχησε. Επειδή εμείς είμαστε τρία αγόρια στη σειρά, ο ένας, μετά τον άλλον και μετά από κάποια χρόνια ήρθε κι η αδερφή μου, γαλουχηθήκαμε και οι τρεις, με τον ίδιο τρόπο, αφού ήμασταν ίδιες ηλικίες. Ο πατέρας μου, ανακαλώντας τη μνήμη μου πολλές φορές, ναι, την είχε την αγωνία ότι «τα παιδιά του να μάθουνε ποντιακά, να μάθουνε την καταγωγή τους». Θυμάμαι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, να φεύγουμε απ’ το Νηπιαγωγείο, έχουνε έρθει οι γονείς μας, να μας πάρουνε, είναι στην άκρη του χωριού, του Νηπιαγωγείο και φεύγοντας να λέει ο φίλος του πατέρα μου σε μια συμμαθήτριά μου: «Ελενίτσα, πες μας το "Μώσε θεία, μώσε"», ένα ποντιακό τραγούδι, παραδοσιακό. Και το τραγουδάει, τραγουδάει μια στροφή και ένα ρεφραίν! Και γυρνάει ο πατέρας μου σε ‘μένα και μου λέει: «Πες κι εσύ ρε ένα!» κι εγώ δεν ήξερα! Νηπιαγωγείο τώρα! Ο πατέρας μου δεν λέει τίποτα και με το που μπαίνουμε μέσα στο σπίτι, απ’ την εξώπορτα, θυμάμαι τον πατέρα μου να λέει: «Ορίστε, του Τσεπίδη, η Ελενίτσα να ξέρει ολόκληρο τραγούδι και του Τοπαλίδη ο γιος, ούτε ένα ρεφραίν να μη μπορεί να πει!». Είχε αυτή την αγωνία… Μας μεγάλωνε έτσι. Αλλά έβλεπε, ας πούμε ότι ο μεγάλος μου αδερφός, ναι μεν είχε κλίση κι αυτός, καλός χορευτής, επιμελής ξέρω ‘γω και τέτοια. Έπαιξε κι αυτός λύρα τα πρώτα χρόνια και τέτοια. Ο μικρός πιο αδιάφορος, έκανε κι αυτός λίγο λύρα, πήγε στο χορευτικό. Δεν τους πίεσε ποτέ, τα αδέρφια μου, έβλεπε σε μένα ότι «εγώ το ‘χω», ότι μου αρέσει κι ότι μου βγαίνει και αυθόρμητα. Γιατί, κι όταν σταμάτησε ο σύλλογος να λειτουργεί, εγώ τα καλοκαίρια, δεν υπήρχε περίπτωση να υπάρχει ποντιακό πανηγύρι, ποντιακό γλέντι, και να μη πάω, να πάρω την παρέα μου και να πάμε. Δεν υπάρχει περίπτωση! Οπότε ναι, υπήρχε αυτή η αγωνία, αλλά ξέρεις, με ένα μέτρο. Όταν έβλεπε ότι ο άλλος «δεν το ‘χει», δεν επέμενε σε κάτι. Μας έδινε ένα «μπουστάρισμα», πιτσιρικάδες, ίσως και λόγω των χαρακτήρα των Ποντίων, έντονο, σε κάποιες αναμνήσεις που έχω, αλλά μετά όχι. Αυτό μπορώ να σου πω ότι το έκανα εγώ στην αδερφή μου, που εγώ, όταν γεννήθηκε η αδερφή μου, εγώ ήμουνα 12 χρονών. Και 3 χρονών, την αδερφή μου δεν της είχα μάθει να τραγουδάει, ας πούμε, το «Μια ωραία πεταλούδα», της είχα μάθει ένα ποντιακό τραγούδι, δυο στροφές με το ρεφραίν, να ξέρει να το λέει, 3 χρονών μωρό, και να το μεταφράζει, κάθε λέξη ξεχωριστά.

Γ.Γ.

Αυτή η γαλούχηση, γενικά, στις νέες γενιές υπάρχει ακόμα;

Α.Τ.

Κοίταξε, σε πολλά φθίνει, έτσι; Κακά τα ψέματα, δεν μπορεί να είναι το ίδιο. Αλλά υπάρχει ακόμα… Δηλαδή, εγώ τα ανίψια μου, κάθε φορά που θα τα δω, δεν υπάρχει περίπτωση, να μη τα αναφέρω κάτι σχετικά με τα ποντιακά. Καταρχήν θα τα μιλήσω πάντα ποντιακά. Ο αδερφός μου, ας πούμε, μάλλον και τα δυο μου τα αδέρφια, που έχουνε παιδιά και δεν μιλάνε ποντιακά, έτσι; Παρόλα αυτά ξέρουνε ότι, όταν θα πάω εγώ, να δω τα ανίψια μου, αυτό που θα τους πούνε είναι ότι «έρχεται ο θείος, ο Πόντιος!». Οπότε υπάρχει αυτό. Ο πατέρας μου, που ζει τα δυο μου τα ανίψια, τα εγγόνια του, στην Δράμα, εκείνα ναι, γαλουχούνται αρκετά ποντιακά!

Γ.Γ.

Έτσι, γενικότερα, αν έχεις εικόνα κι αν μπορείς να γνωρίζεις, εντάξει φαντάζομαι είναι πάρα πολλοί οι πόντιοι παντού, αν γενικότερα υπάρχει αυτή η γαλούχηση ακόμα…

Α.Τ.

Υπάρχει, αλλά ξέρεις κάτι; Όταν η δική μου γενιά, που θεωρείται η τρίτη, ας πούμε, γενιά προσφύγων, αν δεν το ‘χει η ίδια της μέσα, δεν μπορεί και να μεταφέρει και πολλά πράγματα. Μεταφέρουνε τις καταβολές, αλλά… Συγκεκριμένα, έχω έναν φίλο συνομήλικο, ο οποίος έχει έναν γιο, πιτσιρικά, ο πιτσιρικάς απ’ τις πρώτες λέξεις, που μαθαίνει να λέει ήτανε «γιαβρί μ’», «πουλί μ’» και «κάκαλα», έτσι; Βέβαια, ο ίδιος, ας πούμε, δεν μιλάει πάρα πολύ καλά ποντιακά, αλλά έχει την αγωνία, το παιδί του να καταλάβει από μικρός ότι είναι πόντιος, ότι έχει αυτήν την ιδιαιτερότητα, οι καταβολές μας.

Γ.Γ.

Αν σου ζητήσω και από τις δύο τις μεριές της ρίζας σου, τι είναι αυτό που σου μένει περισσότερο, απ’ αυτούς τους ανθρώπους, που γνώρισες, όσο γνώρισες και φτάσανε στ’ αφτιά σου περισσότερο, τι είναι αυτό; Αν μπορείς, να ξεχωρίσεις.

Α.Τ.

Ναι, θα σου πω. Το πόσο προκομμένοι άνθρωποι ήτανε! Και το αίσθημα της δικαιοσύνης, που αναπτύξανε, πάρα πολύ. Γιατί οι ιστορίες, που μ’ έχει γαλουχήσει ο πατέρας μου, γιατί μ’ έχει μεγαλώσει πολύ με το «ο παππούς σου…» ή «η γιαγιά σου έλεγε αυτό… Έκανε αυτό…», το πόσο δίκαιοι άνθρωποι ήταν και το πόσο εργατικοί! Ο παππούς, δηλαδή, απ’ τα 12 που έμεινε ορφανός εδώ, στην Ελλάδα, ήταν μια ζωή μέσα στο χωράφι! Μια ζωή μέσα στο χωράφι… Το ίδιο κι ο πατέρας μου, μέχρι να φύγει απ’ το χωριό για φαντάρος, ήταν κι εκείνος μέσα στο χωράφι.

Γ.Γ.

Κι αυτοί οι άνθρωποι, ρε Αλέξανδρε, μπορεί στον Πόντο, πίσω να είχανε πολύ καλύτερες δουλειές, να είχανε καλύτερη «μοίρα». Κι όλο αυτό πρέπει να έχει μια συσχέτιση, γιατί ξέρεις, χωράφια τους δώσανε, ούτε σπίτια, ούτε…

Α.Τ.

Τίποτα… Το σπίτι, ας πούμε, ο παππούς μου το ‘χτισε με τα χέρια του.

Γ.Γ.

Τα σηκώσαν τα μανίκια, δηλαδή…

Α.Τ.

Ναι… Βασικά μια ζωή δουλεύανε! Κι είχανε τρομερή αγάπη, για την οικογένεια! Πολύ ανεπτυγμένο το αίσθημα της οικογένειας, της θρησκείας, πάρα πολύ.

Γ.Γ.

Ερώτηση, τελικά αληθεύει ότι, παρά τα Τούρκικα που μίλαγαν οι άνθρωποι, μέσω της θρησκείας διατήρησαν και την Ελληνική;

Α.Τ.

Ναι, ναι, ξεκάθαρα, ναι. Κι αυτό στο λέω για τους Καππαδόκες, γιατί οι Πόντιοι δεν ξέρανε Τούρκικα, το χωριό τους ήτανε αμιγώς ελληνικό. Αλλά οι Καππαδόκες, οι πρόσφυγες ναι, μέσα απ’ την θρησκεία, διατήρησαν την ελληνικότητά τους. Γιατί είχανε την επιλογή, να «τουρκέψουνε» και να μείνουν εκεί, διατηρώντας τις περιουσίες τους, που είχανε περιουσίες. Αντ’ αυτού… Κι όταν λέγαμε να «τουρκέψουνε», τι εννοούμε; Απλά, να αλλάξουνε θρησκεία, στην ουσία. Γιατί, ούτως ή άλλως, Τούρκικα μιλούσανε. Αλλά όχι, προτίμησαν να κρατήσουν τη θρησκεία και την ελληνικότητά τους και ‘ρθούνε στο άγνωστο, έτσι; Γιατί δεν ξέρανε, τι είναι Ελλάδα…

Γ.Γ.

Και την Ελλάδα όλοι αυτοί οι άνθρωποι την λέγανε «μητέρα», «πατρίδα» κι εν τέλει δεν ήτανε και τόσο δίκαιη μάλλον…

Α.Τ.

Όχι, όχι… Τα πρώτα χρόνια δεν ήταν καθόλου!

Γ.Γ.

Εσένα, μέσα σου, περισσότερο κερδίζει ο Πόντος, σωστά;

Α.Τ.

Τα πρώτα μου χρόνια, ήτανε σχεδόν αποκλειστικά Πόντος… Συνειδητοποιώ, όμως, ότι είναι διττή η φύση, όπως και να το κάνουμε. Κι έχω μια τρομερή αγάπη, γιατί την μάνα της μητέρας μου, είναι αυτή που την έζησα περισσότερο απ’ όλους. Η οποία πέθανε το 2008. Και μέχρι τα τελευταία της, την ζητούσα να μου τραγουδάει τα τουρκόφωνα τραγούδια. Ας πούμε, το «Κόνιαλι» που ‘ναι το πιο γνωστό, το οποίο το χόρευε, κιόλας, και την είχα ζητήσει να μου δείξει, γιατί είχα αρχίσει να ασχολούμαι πάρα πολύ με τις ρίζες και με την έρευνα, ας πούμε, όσο μπορούσα και τα λοιπά. Και, για κάποιο λόγο, έχω μια βαθιά συγκίνηση κάθε φορά, που θα ακούσω αυτά τα τραγούδια, που τα έχω πρωτακούσει από την γιαγιά μου.

Γ.Γ.

Έχεις στο μέλλον πλάνο, σκοπό, να επισκεφτείς…

Α.Τ.

Ναι! Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια είναι οι συνθήκες τέτοιες, που δεν μου έχουν επιτρέψει, αλλά είναι το όνειρο της ζωής μου, το οποίο θα πραγματοποιηθεί… Ήθελα να το κάνω με τις καλύτερες δυνατές συνθήκες, δηλαδή να πάμε όλοι οικογενειακώς! Να διοργανώσουμε ένα ταξίδι με τους γονείς μου και τα αδέρφια μου και να πάμε πρώτα στον Πόντο και μετά στην Καππαδοκία. Βέβαια, κάτι τέτοιο πλέον είναι λιγάκι αδύνατο και λόγω διαφορετικών δουλειών και τα λοιπά. Θα ήθελα πάρα πολύ, να καταφέρω να πάρω τους γονείς μου και να πάω… Αλλά εγώ θα πάω σίγουρα, δεν υπάρχει περίπτωση!

Γ.Γ.

Από όλες αυτές τις ιστορίες, που έχεις ακούσει κι απ’ τις 2 μεριές, έτσι μες στο μυαλό σου πιο γλυκά, αν στέκει η λέξη, πιο γλυκά τι σου μένει μέσα; Πιο γλυκύ σαν ιστορία, σαν θύμηση, δική τους…

Α.Τ.

Οι δικές τους οι θύμησες δεν ήτανε γλυκές… Αυτά που κουβάλησαν, δηλαδή, απ’ τις πατρίδες τους δεν ήτανε γλυκά. Ειδικά των Ποντίων προσφύγων, όχι. Και απ’ ό,τι μου ‘λεγε κι ο πατέρας μου, οι παππούδες του απέφευγαν να μιλάνε πολύ γι’ αυτά, γιατί είχε πολύ θανατικό μέσα, πολύ κυνηγητό! Όσες φορές ρώτησα τις ανιψιές της γιαγιάς μου, που σου ‘λεγα, αυτές που εξορίστηκαν στο Ουζμπεκιστάν, γιατί κάποιες απ’ αυτές ζούνε ακόμα, σε ηλικία 96 χρονών, η μεγαλύτερη… Όσες φορές ζήτησα, δάκρυα στα μάτια και μια συγκεκριμένη μου έλεγε: «Αχ γιαβρί μ’ χάσον ατά τώρα», δηλαδή «γιαβρί μου, άστα αυτά, τώρα», δεν ήθελε να τα θυμάται, πολύ δύσκολα πράγματα, πολύ δύσκολα γι’ αυτούς. [00:40:00]Χάσανε παιδιά, χάσανε αδέρφια…

Γ.Γ.

Πολύς κόσμος, που πέθανε…

Α.Τ.

Και μπροστά στα μάτια τους! Ή κάποιους άλλους που ήρθανε, τους πήρανε ένα βράδυ από το σπίτι και μετά δεν τους ξαναείδαν ποτέ…

Γ.Γ.

Στην Ελλάδα όταν ήρθανε, άραγε, ηρέμησε ποτέ η ψυχή τους;

Α.Τ.

Στην Ελλάδα αντιμετωπίσανε κι άλλα πράγματα, που δεν τους άφησε πολύ, να ηρεμήσει η ψυχή τους. Για τη μητέρα της γιαγιάς μου, της Πόντιας, ο πατέρας μου κι η θεία μου έλεγαν πάντα ότι «Είχε μια γλυκιά μελαγχολία αυτή η γιαγιά», γιατί είχε χάσει ένα παιδί στην Πατρίδα, το είχε αφήσει πίσω, είχε πεθάνει. Όχι στην Πατρίδα, στην Ρωσία. Οπότε αυτή η γυναίκα, όσα χρόνια έζησε στην Ελλάδα, είχε τον καημό του χαμένου της παιδιού. Μετά ο παππούς κι η γιαγιά αντιμετωπίσανε πολλές δυσκολίες… Καταρχήν και στην περιοχή που μείνανε, στη Δράμα, με τον Πόλεμο του ’40. Εκεί η γιαγιά μου έχασε απ’ το σόι, ο παππούς μου μπήκε σε εκτελεστικό απόσπασμα, γλίτωσε ακόμα κι από χαριστική βολή… Φυλακίστηκε, τον μαστιγώσανε οι Βούλγαροι… Πολλές τέτοιες ιστορίες, μετά… Επειδή ο παππούς μου, αργότερα, αρνήθηκε να πάρει μέρος σε όλες τις διαμάχες «αριστερών», «δεξιών» και τέτοια, στο χωριό του κάνανε την ζωή δύσκολη, με το παραμικρό θα τον καρφώνανε… Ας πούμε, το πιο απλό, που μου ‘λεγε ο πατέρας μου, πηγαίνανε στο βουνό να κόψουνε ξύλα, ο μπαμπάς με τον παππού, για να έχουνε να καίνε. Και μια μέρα του κατέσχεσαν το τσεκούρι! Αυτή ήτανε η περιουσία του παππού! Το τσεκούρι να πάει να κόψει ξύλα, γιατί δεν είχε μετά ξύλα, να πάει, να ζεστάνει το σπίτι.

Γ.Γ.

Γύρω από σένα, τι είναι για σένα ο Πόντος;

Α.Τ.

Το έχω σκεφτεί πάρα πολλές φορές και συνέχεια το σκέφτομαι τι μπορεί να σημαίνει… Είναι μια τρομερή αγάπη, για κάτι το οποίο εγώ δεν το ‘χω δει, δεν το έχω ζήσει, δεν το έχει ζήσει ούτε ο πατέρας μου και δεν το είχε ζήσει ούτε ο παππούς μου και το οποίο το λατρεύουμε, για κάποιον λόγο! Λατρεύουμε έννοιες, μέσα από τις λέξεις που ταξιδεύουνε, το οποίο το κάνουμε εικόνα, το έχουμε πλάσει, εικόνα, στο μυαλό μας. Σαν παιδί, εγώ εικόνες έκανα… Μετά με το ίντερνετ στις ζωές μας, μπήκα και είδα τις φωτογραφίες, πώς είναι το χωριό του παππού και της γιαγιάς και δόξα τω θεώ τα ‘χω δει και είναι πανέμορφα! Είναι μια λατρεία, για κάτι, που δεν έχω ζήσει ποτέ! Αλλά η λέξη είναι αυτή «λατρεία». Λατρεύω το να ακούω το όνομα του χωριού των Τοπαλιδαίων.

Γ.Γ.

Το οποίο, είπαμε, είναι;

Α.Τ.

Το χωριό των Τοπαλιδαίων, στον Πόντο, όχι, όχι… Υπάρχει μια περιοχή, 4 χωριά, που έχουνε μια κοινή ονομασία και λέγεται Χαψίκιοη, είναι στην Άνω Ματσούκα, και το χωριό των Τοπαλιδαίων είναι το Φαργανάντον. Και της γιαγιάς είναι το Γιανάντον.

Γ.Γ.

Σημαίνουν κάτι όλες αυτές οι λέξεις;

Α.Τ.

Όχι… Το Γιανάντον δεν ξέρω, αν βγήκε από κάποιον γενάρχη, ας, πούμε ή όχι.

Γ.Γ.

Γύρω από τις δικές σου καταβολές και τα ερεθίσματα κι απ’ τα ποντιακά και απ’ τα καππαδόκικα, είναι κάτι, το οποίο θα ήθελες να προσθέσουμε το οποίο έχω αμελήσει να ρωτήσω και θα άξιζε να το αναφέρουμε, έτσι σαν μνήμη, σαν θύμηση δική σου;

Α.Τ.

Σαν θύμηση… Κοίταξε τώρα, υπάρχουν πολλά και να μη το πλατειάζουμε, αλλά τα βασικότερα είναι αυτά. Οι θύμησες είναι αυτές, ότι οι οικογενειακές μαζώξεις στο χωριό ήτανε πάντα κουβέντα, ποντιακά. Δεν υπήρχε περίπτωση, να μην ανάψει γλέντι σε κάποια φάση, να μην παίξει μουσική, ποντιακά. Και δεν υπήρχε περίπτωση, ένα στοιχείο μεγάλο, του αυτοσαρκασμού των Ποντίων! Δηλαδή, ό,τι «κουταμάρα» γινότανε, ο ένας έλεγε στον άλλον: «Ε βέβαια, Πόντιος δεν είσαι; Τι θα ‘κανες, τίποτα σωστό;», το οποίο διατηρείται μέχρι και τώρα! Ναι, το ‘χαμε πάρα πολύ!

Γ.Γ.

Αγαπημένο ποντιακό τραγούδι;

Α.Τ.

Είναι πολλά, δεν μπορώ να ξεχωρίσω… Δεν θα πω μια μελωδία, υπάρχει ένα, που λέγεται «Μακρύν γκαϊντέν», «Μακρύς σκοπός» δηλαδή. Αυτό είναι χαρακτηριστικό της περιοχής των προγόνων μου, της Ματσούκας. Είναι μια αργόσυρτη βουκολική μελωδία, η οποία είναι άρρυθμη, ας πούμε, δεν χορεύεται, έτσι; Το οποίο, ο πατέρας μου πάντα μου έλεγε ότι η γιαγιά μου τραγουδούσε πάρα πολύ ωραία το «Μακρύ γκαϊντέν», η οποία, όμως, σπάνια τραγουδούσε, η γιαγιά… Κι ο πατέρας μου, τον έχω τρομερή εικόνα μπροστά μου, κάθε φορά που θα ‘μαστε σε ένα πανηγύρι και θα έπαιζε αυτό, ότι κάθε φορά που θα άκουγε «Μακρύ γκαϊντέν» Ματσούκας, θα γέμιζε το ποτήρι του ρετσίνα και θα άναβε το τσιγάρο… Αυτό το έχω εικόνα στα μάτια μου.

Γ.Γ.

Είναι εύκολο άμα σου ζητήσω, να μου το τραγουδήσεις;

Α.Τ.

Όχι, δεν είναι εύκολο να σου το τραγουδήσω… Κι εντάξει, για χορό, δεν το συζητάμε, ότι είναι η «Σέρρα»!

Γ.Γ.

Μίλησέ μου λίγο και για την «Σέρρα»… Τι είναι για ‘σένα η «Σέρρα», τι είναι η «Σέρρα»;

Α.Τ.

Η «Σέρρα»… Για ‘μένα η «Σέρρα», αυτή τη στιγμή είναι έτσι, όπως το ‘χω αναλύσει, στα χρόνια που ασχολούμαι και χορεύω, εμπεριέχει το δυναμισμό και τις αρχές των Ποντίων… Το οποίο, βέβαια, εγώ το ‘χω πλάσει σ’ ένα παράλληλο σύμπαν, δικό μου, θεωρητικό, αλλά έτσι το ‘χω μεταφράσει. Όταν άρχισα, δίπλα στον Ζουρνατζίδη, να κατανοώ, όχι απλά να τον βηματίζω τον χορό, αλλά να αρχίσω να τον νιώθω μέσα μου, θυμάμαι ότι μια φορά είχα κάνει έναν εξής παραλληλισμό. Και το οποίο το ‘χα συζητήσει και με τη θεία μου, σε κάποια φάση. Οι «φιγούρες» στην «Σέρρα», αυτήν που έχω μάθει εγώ, τέλος πάντων, η οποία μου θύμιζε πάρα πολύ… είχα δει σε ένα ντοκιμαντέρ πώς είναι έτοιμα να υπερασπιστούνε τα αρσενικά λιοντάρια, αν θυμάμαι καλά, τα λιοντάρια ήτανε, αλλά, τέλος πάντων, σίγουρα κάποιο άγριο ζώο, την περιοχή τους. Με το πόδι τους μαρκάρανε μια γραμμή και το αντίστοιχο αρσενικό, που είχε ενηλικιωθεί και θα ερχόταν να διεκδικήσει την αγέλη, θα έπρεπε να παλέψει με το άλλο αρσενικό. Αλλά το αρσενικό, ο αρχηγός, ας πούμε, χάρασσε μια γραμμή, στην ουσία έβαζε το όριό του και του έλεγε: «Από ‘δώ δεν περνάς!». Και για ‘μένα, η «Σέρρα», στον βηματισμό έχει… είδα στοιχεία, να τα μεταφράζω έτσι. Ότι όταν κάνουμε την κίνηση, το «χάλαμαν» που λέμε, που «χαλάμε» τους ώμους μας και γινόμαστε ένα με τη γη και κάνουμε μια κίνηση, σα να κλωτσάμε, σε ευθεία εκεί πέρα, είναι το ότι «ξέρεις κάτι; Εδώ είναι τα όρια μου, τα ιερά και τα όσια μου! Πίσω δεν θα κάνω, αλλά και δεν έχω βλέψεις, να βγω μπροστά». Κι όταν το έλεγα αυτό στη θεία μου, σε κάποια φάση, στην αδερφή του πατέρα μου, έτσι σε μια κουβέντα απ’ τις πολλές που κάναμε, γύρω απ’ τα ποντιακά, γυρνάει και μου λέει: «Αγόρι μου, κι ο νονός μου…», ο νονός της ο οποίος ήτανε Πόντιος, «αυτό το πράγμα έλεγε. Ότι τον Πόντιο αν κι πολεμάσε ατον κι θά πολεμά σε!». «Τον Πόντιο, αν δεν τον πολεμήσεις, δεν θα σε πολεμήσει». Αλλά μην έρθεις να του πάρεις τα ιερά και τα όσιά του! Εκεί, θα πέσει μέχρι τελευταίας ρανίδος, που λέμε…

Γ.Γ.

Απ’ τα καππαδόκικα;

Α.Τ.

Απ’ τα καππαδόκικα είναι το «Κόνιαλι»! Και, βασικά, μόνο καρσιλαμάδες χορεύανε. Και σαν μελωδία, είναι το «Κόνιαλι», το οποίο, να σου πω έτσι δυο μικρά ιστορικά. Είμαι, ένα απόγευμα στη Δράμα, στο σπίτι μαζί με την αδερφή μου, η μάνα μου είχε πάει να ψωνίσει κι εγώ έπαιζα λύρα. Και την ώρα που μπαίνει η μάνα μου, της παίζω το «Κόνιαλι», γιατί η μάνα μου, εντάξει, ποντιακά τα ‘χει βαρεθεί η κακομοίρα… Κι εγώ, εκείνη την ώρα, παίζω το «Κόνιαλι». Και, με το που ανοίγει την πόρτα η μάνα μου, κι ακούει το «Κόνιαλι», αφήνει τις σακούλες κάτω κι αρχίζει και χορεύει μόνη της! Κι εμείς σκάμε στα γέλια, με την αδερφή μου και γυρνάει και μας λέει: «Τι γελάτε ρε σείς; Εγώ όταν το ακούω αυτό, είναι σα να ακούω τον εθνικό μου ύμνο!». Ένα στοιχείο είναι αυτό κι ένα στοιχείο δεύτερο, θεία μου, ξαδέρφη της μάνας μου, πιο μεγάλη σε ηλικία. Τη ρωτούσα, να μου μεταφράσει το «Κόνιαλι» απ’ τα Τούρκικα, στα Ελληνικά, γιατί ήθελα να μάθω, να το τραγουδάω λέξη προς λέξη. Κι αφού, τέλος πάντων, καθόμουνα έγραφα και τα λοιπά, γυρνάει και μου λέει: «Αγόρι μου, όταν θα πεθάνω, θα έρθεις πάνω στο μνήμα μου, με τη λύρα, θα μου παίξεις ένα Κόνιαλι, θα βγω, θα το χορέψω και θα ξαναμπώ μέσα!».

Γ.Γ.

Ζει;

Α.Τ.

Ναι.

Γ.Γ.

Στο μέλλον, Αλέξανδρε, σε τι προσδοκάς, σε τι ελπίζεις; Γύρω κι από σένα και απ’ την παράδοση, που κουβαλάς κι απ’ τις δύο τις μεριές;

Α.Τ.

Όσο μπορώ από μέρους μου, με όσο εύρος μπορεί να έχει το δικό μου το άτομο, να μεταδώσω αυτά που νιώθω κυρίως, όχι αυτά που έχω μάθει… Αυτά που νιώθω! Γύρω από τις καταβολές μας. Σε πρώτη φάση, είναι αυτό που έχω κάνει στην αδερφή μου, σαν μικρή και, δόξα τω θεώ, έχει πιάσει, γιατί το έχει και τα αγαπάει τρομερά τα ποντιακά και τα καππαδόκικα, βέβαια. Και το νιώθει, το αισθάνεται, το έχει. Κι αυτό που προσπαθώ να κάνω, σε ατομικό επίπεδο, έτσι, στα ανίψια μου. Στα πιτσιρίκια, δηλαδή, κάθε φορά που θα τα δω, να τους βάλω τον σπόρο ότι «εμείς είμαστε Πόντιοι, είμαστε και Καππαδόκες. Και οι παππούδες μας από κάπου ήρθανε» και να τους μεταδώσω τις μνήμες, που έχω εγώ από τους παππούδες μου και τις ιστορίες που κουβαλάω απ’ όλο το σόι, που έχω πάρει.

Γ.Γ.

Είναι ακόμα κάτι γύρω απ’ όλα αυτά που έχουμε πει, που θα ήθελες, ακόμα, να προσθέσουμε;

Α.Τ.

Γύρω απ’ αυτά, όχι. Απλώς ήθελα να σου πω ότι, επειδή ασχολούμαι, όσο μπορώ ενεργά, έτσι, και με της γενιάς μας τώρα και μ’ αυτά, αυτό που μου δίνει ελπίδα είναι ότι υπάρχουν ακόμα πολλά παιδιά, που ασχολούνται πάρα πολύ ενεργά με τον στίχο, τη μουσική, τη λαογραφία εν γένει. [00:50:00]Και είναι αυτό, το ότι υπάρχει ένα κρίμα μέσα μας, ότι ένας πολιτισμός που άνθισε για 3 χιλιάδες χρόνια και δεν τον έσβησε ούτε η Γενοκτονία, δεν κατάφερε να τον σβήσει η Γενοκτονία, που υπέστησαν οι πρόγονοί μας… Κι εμείς, όσο μπορούμε, να τον μεταλαμπαδεύσουμε, αν μου επιτρέπεται αυτός ο όρος, να δώσουμε ό,τι ξέρουμε, τέλος πάντων, και ό,τι μαθαίνουμε, γιατί δεν σταματάμε ποτέ να μαθαίνουμε, να τον δώσουμε στην επόμενη γενιά… Ακόμα και στη δικιά μας τη γενιά, έτσι; Γιατί δεν είμαστε και μεγάλοι. Μέσα από τους συλλόγους, μέσα από δράσεις μεμονωμένες. Αυτό το πράγμα, να μη σβήσει… Είναι κρίμα κι άδικο να σβήσουνε οι μνήμες! Πολύ κρίμα κι άδικο…

Γ.Γ.

Πιστεύεις θα σβήσουνε ποτέ;

Α.Τ.

Εγώ πιστεύω πως όχι. Σίγουρα κάποια πράγματα φθίνουνε, με τον καιρό, και θα φθίνουν κι άλλο όσο περνάν τα χρόνια, δεν το συζητάμε αυτό. Γιατί έχουμε φύγει από τον φυσικό μας τόπο, εκεί που αναπτύχθηκε η γλώσσα και ο συγκεκριμένος πολιτισμός είχε συγκεκριμένους λόγους, γεωφυσικούς κυρίως λόγους, έτσι; Όπως και κάθε πολιτισμός. Αλλά όχι, υπάρχει ένα πείσμα, υπάρχει ένα πείσμα, που βλέπω ότι κι, ενώ πολλές φορές λέω: «Φθίνουμε, φθίνουμε, φθίνουμε», υπάρχει ένα πείσμα, σε πολλούς ανθρώπους, που το βλέπω, έτσι σαν κι εμένα, που ασχολούνται και με πολλές παραπάνω γνώσεις απ’ τη μικρότητά μου, ας πούμε, και το τι μπορώ να κάνω εγώ. Και δεν σβήνει, υπάρχει ακόμα, υπάρχουν γενιές παιδιών… Τα χορευτικά είναι γεμάτα. Στα πανεπιστήμια γίνονται, πλέον, μεταπτυχιακά γύρω απ’ την ποντιακή λαογραφία κι όλα αυτά. Κόσμος που ασχολείται με το στίχο, με την έρευνα… Υπάρχουνε στιγμές, που είμαι πολύ αισιόδοξος, ότι «όχι, ρε πούστη μου, δεν!».

Γ.Γ.

Ωραία… Θέλω τώρα να σου ζητήσω κάτι δύσκολο για το τέλος. Θέλω να επιλέξεις απ’ όλα αυτά τα τραγούδια που ξέρεις, όχι να μου τραγουδήσεις, ή αν θες να μου τραγουδήσεις κιόλας. Θέλω να επιλέξεις ένα και να καταγράψουμε κι εδώ πέρα στην προκειμένη περίπτωση, τετράστιχο, πεντάστιχο, οχτάστιχο, οτιδήποτε θες. Να καταγράψουμε κάτι ποντιακό, είτε κάποιο κείμενο, είτε κάποιο τραγούδι. Θα ήθελα να κλείσουμε με κάτι τέτοιο…

Α.Τ.

Κοίταξε, θα ήθελα να επιλέξω κάτι χαρακτηριστικό, ας πούμε. Κι επειδή αναφέρθηκε στην κουβέντα, για την Γενοκτονία, κάτι που, άτυπα, το θεωρούμε τον ύμνο στον «Άγνωστο αντάρτη Πόντιο» είναι το «Αητέντς επαραπέτανεν». Το οποίο θα σου πω ένα τετράστιχο ξέρω γω που λέει: Αητέντς' επαραπέτανεν Ψηλά ‘ς σα επουράνια Είχεν τσιαγκία κόκκινα Και το κουδούκ' νατ' μαύρον Κι εκράτ' νεν και ‘ς σα κάρτσια του Παλληκαρί' βρασιόνας Αητέ μ' για δός μ' ας σο κρατείς Για πε με όθεν κείται Ας' σο κρατώ ‘κι δίγω σε Αρ' όθεν κείται λέγω Ακεί  πέραν ‘σο ρασίν Σ’ ελάτεα ‘πεκεί μέρος Τραντέλλεναν εσκότωσανκαι κείται ματωμένος. Αυτό νομίζω είναι το πλέον χαρακτηριστικό.

Γ.Γ.

Ωραία… Αλέξανδρε, σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ, για τη συνέντευξη, που μας παραχωρείς, σου ευχόμαστε και σου εύχομαι, για το μέλλον τα καλύτερα και κάθε καλό!

Α.Τ.

Κι εγώ! Να ‘σαι καλά!

Περίληψη

Το να διατηρεί κανείς τις ρίζες του, να τις κατανοεί και να προχωρά μαζί τους είναι αυτό που του δίνει την ταυτότητά του. Ο Αλέξανδρος ήδη από την παιδική του ηλικία, άρχισε να αγαπά και να θέλει να ζήσει με τις δικές του. Μέσα απ' αυτή τη συνέντευξη, μας ταξιδεύει στις ιστορίες των προγόνων του, από τον Πόντο και την Καππαδοκία, στις παραδόσεις, στις παιδικές του αναμνήσεις, την ενασχόλησή του με την ποντιακή παράδοση και διάλεκτο, τον χορό και τη μουσική. Μας κάνει να νιώσουμε την αγάπη του για τις ρίζες του και την πίστη του πως αυτή η ιστορία δεν θα χαθεί ποτέ.


Αφηγητές/τριες

Αλέξανδρος Τοπαλίδης


Ερευνητές/τριες

Γιώργος Γεωργούδης


Ημερομηνία Συνέντευξης

16/03/2022


Διάρκεια

53'