Μια ζωή γεμάτη δράση, συναισθήματα και αφοσίωση στη νομική
Ενότητα 1
Η επαγγελματική και προσωπική πορεία, η οικογένεια
00:00:00 - 00:28:44
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλησπέρα! Θα μας πείτε το όνομά σας; Ευχαρίστως! Ονομάζομαι Κωνσταντίνος Δημητράκουλας. Είναι Δευτέρα 10 Αυγούστου του 2020. Είμαι με τ…ν είναι δυνατόν να τα προλάβω εγώ μεγάλα ή στις σπουδές τους και τα λοιπά. Τι άλλο θα μπορούσα να σας πω; Ευχαρίστως, είμαι στη διάθεσή σας.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Η ενασχόληση με τα κοινά, παιδικές και μαθητικές αναμνήσεις, το σήμερα
00:28:44 - 00:47:40
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Από την ενασχόλησή μας με τα κοινά, θυμάστε κάτι που σας έχει μείνει ξεχωριστό; Θυμάμαι από την περιπέτεια – από τη θητεία μου μάλλον ως δ… μακάρι! Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ! Εγώ σας ευχαριστώ και εύχομαι να βοήθησα κάτι στην όλη προσπάθεια. Βοηθήσατε πολύ! Σας ευχαριστούμε!
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]Καλησπέρα! Θα μας πείτε το όνομά σας;
Ευχαρίστως! Ονομάζομαι Κωνσταντίνος Δημητράκουλας.
Είναι Δευτέρα 10 Αυγούστου του 2020. Είμαι με τον κύριο Κωνσταντίνο Δημητράκουλα και βρισκόμαστε στη Σπάρτη. Εγώ είμαι η Παρασκευή Παπακωνσταντίνου, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Πείτε μας για τη ζωή σας.
Γεννήθηκα στη Σπάρτη στις 27 Μαΐου του 1938. Απ' ό,τι έμαθα από τη μάνα μου και τον πατέρα μου, ημέρα Παρασκευή και ώρα 05.40 το πρωί. Μεγάλωσα στη Σπάρτη, φοίτησα στο Γυμνάσιο Αρρένων της Σπάρτης μέχρι και την εβδόμη τάξη. Ήταν η παλιά τότε εβδόμη. Όπου επειδή ήμουνα λίγο ζωηρός, αναγκάστηκα να πάρω μεταγραφή από το τέλος της εβδόμης προς την ογδόη στο τότε Ιδιωτικό Γυμνάσιο του Καλέμη, με διευθυντή τον Παναγιώτη τον αείμνηστο, τον Παναγιώτη τον Ροζάκη. Δεν ήταν εύκολες οι μεταγραφές, χρειαζότανε κάποια βεβαίωση ψυχολόγου, ψυχιάτρου, ότι χρειάζεται αλλαγή περιβάλλοντος. Τότε υπήρχε ένας ψυχίατρος, ο οποίος είχε δώσει όμως πολλές τέτοιου είδους βεβαιώσεις και είχαν κορεστεί αυτού του είδους τα αιτήματα στην επιθεώρηση μέσης εκπαίδευσης, που ήταν τότε στην Τρίπολη. Και αναγκαστικά, έπρεπε να βρω κάποιον άλλον. Ο πατέρας μου σκέφτηκε – είχε έναν φίλο διευθυντή στο Δρομοκαΐτειο, παρακαλώ, από τη Σκούρα. Τα θυμάμαι σαν και τώρα. Όπου αναγκάστηκα, αφού του ’κλεισε ραντεβού τηλεφωνικά, αναγκάστηκα με ένα φορτηγό και πήγα στην Αθήνα νύχτα. Ξημερώνοντας στην Αθήνα, βρήκα τον αείμνηστο, του είπα το ιστορικό, μου λέει: «Αφού είσαι του Νίκου γιος, δεν υπάρχει θέμα». Μου έδωσε μία βεβαίωση για αλλαγή περιβάλλοντος. Ήρθα εδώ, την κατέθεσα αρμοδίως στην περιφέρεια, στον επιθεωρητή. Έγινε δεκτή και πήγα στο τέλος της εβδόμης τάξης στο Ιδιωτικό. Εκεί απάντησα ένα κλίμα εντελώς διαφορετικό. Δηλαδή η ζωηράδα, η αμφισβήτηση, οι... πώς να πω, οι αντιδράσεις των μαθητών ιδιαίτερα –ήταν μικτό το σχολείο, σε αντίθεση με των αρρένων, που ήτανε μόνο αγόρια–, η αντίθεση προς τους καθηγητές και τα λοιπά. Όπου προς στιγμήν εξεπλάγην και λέω: «Εγώ είμαι ο ζωηρός του Γυμνασίου Αρρένων που για να μην αποβληθώ, έσπευσα να έρθω εδώ;». Σήκωσα τα χέρια, κατά το κοινώς λεγόμενο. Εν πάση περιπτώσει, από εκεί αποφοίτησα την ογδόη του Λυκείου, Λύκειο Σπάρτης ελέγετο. Αποφοίτησα, έδωσα στη Νομική Σχολή Αθηνών και Θεσσαλονίκης την πρώτη χρονιά. Έπιασα 23 μονάδες στη Νομική Αθηνών, ενώ την προηγούμενη χρονιά είχε κατέβει η βάση και απ’ το 23. Εκείνη τη χρονιά, όμως, η βάση σταμάτησε στο 23,5. Έτσι έμεινα έξω, εκτός νυμφώνος. Δεν ήξερα καν ότι υπάρχει η Πάντειος Σχολή, Οικονομικών Επιστημών, η οποία σου παρείχε τη δυνατότητα μετά την αποφοίτησή της, μετά το πτυχίο της, να εγγραφείς είτε απευθείας στη Νομική Θεσσαλονίκης στο τρίτο έτος είτε με εξετάσεις στη Νομική Αθηνών, με εξετάσεις στο Ρωμαϊκό Δίκαιο. Εγώ προτίμησα την Αθήνα, έδωσα εξετάσεις στο Ρωμαϊκό. Πέρασα εν πάση περιπτώσει και άρχισα να φοιτώ στην τρίτη της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου στην οδό Σόλωνος, στο τρίτο έτος. Τελείωσα κάπως καθυστερημένα, διότι «Το χούι δεν κόβεται», όπως λέει και ο λαός. Ήμουνα ζωηρός λιγάκι, από δω, από κει, η ηλικία, τα φλερτάκια, οι καθυστερήσεις. Ώσπου μία μέρα μου είπε ο πατέρας μου, ο οποίος, [00:05:00]σημειώνω, ποτέ δεν με είχε μαλώσει, ποτέ δεν μου είχε πει κουβέντα άσχημη και αυτό είχε ευαισθητοποιήσει τις χορδές μου και αισθανόμουνα πάρα πολύ άνετα, αλλά και δύσκολα μαζί απέναντί του. Μου είπε, λοιπόν, κάποια στιγμή: «Ρε παιδί, δεν νομίζεις ότι καθυστέρησες;», «Ναι», του λέω, «εντάξει, ξέχασέ το». Και από εκεί έπεσα με τα μούτρα που λέει στο διάβασμα και έδωσα – 14 μαθήματα ήταν το πτυχίο της Νομικής τότε. Έδωσα και τα 14. Πέρασα 10 μαθήματα και κόπηκα σε 3 με 4 και 1 με 4,5. Η βάση ήταν το 5. Όμως πια είχα μεγαλώσει και πήγα στρατιώτης. Πήγα στρατιώτης, παρουσιάστηκα στην Κόρινθο και από εκεί πήγα στη Δοϊράνη, στο 613 Τάγμα Πεζικού. Μετά όμως, εντελώς συμπτωματικά και με τη βοήθεια ενός αναδεξιμιού του πατέρα μου που υπηρετούσε στο ΓΕΣ, μετακινήθηκα από το Δροσάτο στη Θεσσαλονίκη. Ήταν τότε τα γεγονότα της 13ης Δεκεμβρίου με τον τότε Βασιλιά και τα λοιπά και την Κυβέρνηση τη Στρατιωτική που είχε επιβληθεί. Και τυχαίως βρέθηκε ο πατέρας μου με τον πατέρα του αναδεξιμιού του, που είχε βαφτίσει και υπηρετούσε στο ΓΕΣ, και με παίρνει τηλέφωνο ξαφνικά και μου λέει: «Κώστα, είμαι ο Χάρης, ο αναδεξιμιός του πατέρα σου» είναι μεγαλύτερός μου στην ηλικία, δεν τον ήξερα, «μη σε νοιάζει τίποτα. Πού θέλεις να πας; Θα σε μεταθέσω στη Σπάρτη, γιατί το θέλει και ο πατέρας σου πολύ». Του λέω εγώ: «Όπου νομίζεις εσύ, εγώ λέω το φρουραρχείο», «Όχι στο φρουραρχείο, θα σε στείλω στη στρατολογία, που είναι ένας σπουδαίος διοικητής, ο Βασιλείου, ο Βασίλης ο Βασιλείου». Και ήταν πράγματι. Αείμνηστος κι αυτός. Οπότε ήρθα το 1968, ανήμερα του Αγίου Αντωνίου, 17 ή 18 Ιανουαρίου. Υπηρέτησα εδώ, γραφέας πεζικού ήμουνα κατά την ειδικότητα. Υπηρέτησα εδώ τις ώρες γραφείου και το μεσημέρι έφευγα και κυκλοφορούσα και με πολιτικά και τα λοιπά. Έτσι, στρατιώτης ων, έδωσα τα τέσσερα υπολειπόμενα μαθήματα του πτυχίου και τα πέρασα. Εδώ αρχίζω τώρα να θυμάμαι λεπτομέρειες, όπως τις έχω κρατήσει. Στις 6 Νοεμβρίου του ’68 κατέβηκα στη Σπάρτη, ως πτυχιούχος πλέον απ' την Αθήνα και πήγα τρέχοντας στον πατέρα μου και του λέω: «Τελείωσα. Να, το πτυχίο» και τα λοιπά. Θυμάμαι τη χαρά του, ήταν απερίγραπτη. Στο παλιό Δικαστήριο πήδαγε δύο δύο τα σκαλιά, να ανέβει, να με παρουσιάσει στον τότε πρόεδρο του Δικαστηρίου, στον Έρη, μία μεγάλη προσωπικότητα νομική. Από εκεί και πέρα, είχα την άνεση του Βασιλείου λόγω στρατολογίας, ασκούσα πραγματική δικηγορία. Παρότι χρειαζόταν 2 χρόνια να κάνεις άσκηση δικηγορίας, ασκούσα πραγματική δικηγορία. Έτσι, άρχισα να δικηγορώ, αρχικώς με τον πατέρα μου μαζί. Ώσπου ξαφνικά σε μία βαρύτερη υπόθεση, θα την έλεγα έτσι, σε έναν εμπρησμό εκ προθέσεως της Ανθούλας της Μούτουλα απ’ το Ξηροκάμπι, αείμνηστη και αυτή. Ενώ κύλησε η διαδικασία κανονικά με ερωτήσεις και από πλευράς μου, με άφηνε ο πατέρας μου και έκανα περισσότερες, έκανε και αυτός. Μια στιγμή ήρθε η ώρα των αγορεύσεων. Αρχίζω, κοιτάζω δίπλα μου, με είχε εγκαταλείψει ο πατέρας μου. Με είχε αφήσει, διότι είχε πειστεί ότι μπορώ να ανταπεξέλθω. Αγόρευσα λοιπόν και μάλιστα αγόρευσα επιτυχώς, διότι αθωώθηκε η κατηγορουμένη. Και από τότε πήρα την πορεία μου, περισσότερο με κλίση στα ποινικά δικαστήρια και λιγότερο στα αστικά. Άλλα γεγονότα που μπορεί να πω ότι χαρακτήρισαν[00:10:00] τη ζωή μου είναι στις 27 Ιουνίου του 1970 πήρα την άδεια της δικηγορίας, μετά από τη διετή άσκηση που προείπα. Πήρα την άδεια δικηγορίας και δικηγόρησα στη Σπάρτη. Δεν είναι άσκοπο να πω ότι επειδή ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος, δεν προβληματίστηκα ποτέ τι σπουδές θα ακολουθήσω. Όπως ακριβώς συνέβη μετέπειτα και με τους δύο γιους μου, που κι εκείνοι δεν προβληματίστηκαν τι θα ακολουθήσουν και έχουν γίνει δικηγόροι και οι δύο. Θα μιλήσω και περί αυτών. Μετά από τις 27, λοιπόν, Ιουνίου του ’70 ήμουνα δικηγόρος μαζί με τον πατέρα μου επί έξι περίπου χρόνια. Στις 23 Φεβρουαρίου του ’76 πέθανε ξαφνικά ο πατέρας μου από ανακοπή καρδιάς. Ήτανε στην πολυθρόνα στο σπίτι απόγευμα και θα κοιτούσε τις ειδήσεις. Τότε δεν είχε ειδήσεις οποτεδήποτε, στις 18.00 το απόγευμα είχε το εθνικό πρόγραμμα, όπου έμεινε στην πολυθρόνα. Στην αρχή ένιωσα τη γη να φεύγει απ’ τα πόδια μου. Δυσκολεύτηκα, στεναχωρήθηκα πολύ, δεν ήθελα να πάω στο γραφείο. Μου στάθηκαν πολύ όμως οι δύο αδελφικοί μου φίλοι, αδελφοποίητοί μου και κουμπάροι μου, ο Κωστής ο Γιατράκος και ο Δημοσθένης ο Ματάλας. Οι οποίοι κάθισαν όλες τις μέρες μαζί μου και μετά την κηδεία. Και μετά από λίγες μέρες με ενεθάρρυναν και ξεκινήσαμε μαζί ένα απόγευμα και ήρθαμε στο γραφείο. Δεν ήθελα ούτε καν να πάω να ανοίξω το γραφείο. Στον δρόμο, στη νησίδα της οδού Λυκούργου, κοντά στο γραφείο μας, με συνήντησε... Είμαι μεγάλος και μιλάω όλο για αείμνηστους. Με συνήντησε ο αείμνηστος, ο Σπύρος ο Τζινιέρης. Σπουδαίος δικηγόρος, σπουδαίος νομικός, συγγραφέας και τα λοιπά. Ο οποίος κατάλαβε το σοκ που είχα πάθει από τον θάνατο του πατέρα μου. Μου λέει: «Κώστα μου, μην ανησυχείς τίποτα. Εγώ δεν είμαι ο πατέρας σου, αλλά από πλευράς επαγγελματικής θα είμαι σαν τον πατέρα σου. Ό,τι θέλεις, όποιο στήριγμα». Και πράγματι, μου έδωσε μεγάλη ανάταση θα έλεγα. Από εκεί και πέρα συνέχισα. Όπου 21 Μαΐου του ’78 παντρεύτηκα. Παντρεύτηκα με τη Σταματία τη Μορφογένη. Κατά σύμπτωση, όλες οι επέτειοι της ζωής μου είναι Μάιο. 21 Μαΐου είναι και ήταν η γιορτή μου και τότε. Έγινε ο γάμος μου στις 20 Μαΐου, στις 27 Μαΐου έχω γεννηθεί. Είναι όλες οι επέτειοι μαζί. Από εκεί και πέρα, χάρηκα ιδιαίτερα και το πανηγύρισα θα έλεγα, στις 29 Μαρτίου του ’79 γεννήθηκε ο πρώτος γιος μου, ο Νίκος. Γεννήθηκε ο γιος μου και είχα τόση μεγάλη χαρά, που υπήρχε ένα νυχτερινό κέντρο πίσω απ’ το δημαρχείο της πόλης μας, η «Μύκονος» του Δημητράκη του Δαλαμάγκα –μετέπειτα κουμπάρου μου, τον στεφάνωσα–, που από τον ενθουσιασμό μου έκαψα στην κυριολεξία το κέντρο. Υπήρχε και ένα ντουέτο εκεί που τραγουδούσαν και τραγουδούσαμε μαζί όλη τη νύχτα το «Γιε μου». Λοιπόν, ας είναι. Ξεμπλέξαμε και μ’ αυτό το θέμα. 2 Οκτωβρίου όμως του ’80, μετά από 16 μήνες, γεννήθηκε ο δεύτερος γιος μου, ο Δημήτρης. Και αυτός μετέπειτα δικηγόρος. Και τα δύο παιδιά μου σπούδασαν με επιτυχία. Ο Νίκος απόλυτη θα έλεγα στη Νομική Αθηνών, ενώ ο Δημήτρης ταλαιπωρήθηκε λίγο. Είχε πάει στην Ιταλία, μετά έγινε μεταγραφή και τα λοιπά και μετεγγράφη στην Κομοτηνή, όπου και εκεί τελείωσε τη Νομική. Μάλιστα, εκεί γνώρισε και την... ήταν συμφοιτητές, γνωρίστηκε και ήταν συμφοιτητές με τη μετέπειτα σύζυγό του, τη Μάρθα, τη νύφη μου. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πέραν από τις χαρές και τις γιορτές που έκανα για τον Νίκο, τον γιο μου, θυμάμαι χαρακτηριστικά όταν πηγαίναμε [00:15:00]αεροπορικώς μέσω Αλεξανδρούπολης στην Κομοτηνή. Από το αεροδρόμιο της Αλεξανδρούπολης είχαμε νοικιάσει ένα αυτοκίνητο για να πάμε στην Κομοτηνή. Οδηγούσε ο γιος μου ο Δημήτρης και καθόμουνα εγώ μπροστά στη θέση του συνοδηγού και πίσω ήτανε η γυναίκα μου και δεν θυμάμαι ποιος άλλος, ενδεχομένως να ήτανε και η μετέπειτα νύφη μου, η Μάρθα. Όπου σε μία στιγμή όπως οδηγούσε μου έπιασε το χέρι και μου λέει: «Ρε πατέρα, επιτέλους τα καταφέραμε». Και αυτό με συγκίνησε, διότι ο Νίκος ήτανε πιο εύκολος και στις σπουδές του και στις μελέτες του και στα ρέστα, ενώ ο Δημήτρης είχε κάποιες δυσκολίες και ταλαιπωρίες και τα λοιπά. Από εκεί και πέρα, άλλα γεγονότα που σημάδεψαν θα έλεγα -αν μπορώ να το πω αυτό- τη ζωή μου είναι ότι ανεμείχθην στην πολιτική, αναμείχθηκα στα δημοτικά πράγματα δηλαδή. Ενώ είχα αναμειχθεί στην πολιτική υπό την έννοια του δεξιού χεριού, θα έλεγα, του τότε υποψηφίου και μετέπειτα επανειλημμένως βουλευτή και υφυπουργού οικονομικών του κουμπάρου μου, του Κωστή του Γιατράκου, που μίλησα προηγουμένως, ανεμείχθην ευθέως και στα δημοτικά πράγματα. Ο Δημοσθένης ο Ματάλας ήταν υποψήφιος από το ’82. Την πρώτη φορά δεν εξελέγη. Εξελέγη το ’86, αλλά δεν συμμετείχα. Βοήθησα ολόψυχα, δεν συμμετείχα. Συμμετείχα στη δεύτερη εκλογή το ’90. Από το ’90 και μετά, επί τέσσερις τετραετίες εξελέγην επανειλημμένως δημοτικός σύμβουλος. Κατά σύμπτωση, χωρίς να θεωρηθεί εγωιστικό. Ίσως είχα και την κοινωνικότητα, γιατί είχα ασχοληθεί και με τα ποδόσφαιρα, ήμουνα στο «Λεωνίδας Σπάρτης» γενικός γραμματέας, μετά αρχηγός και τα λοιπά. Αρχηγός λέω. Πρόεδρος. Ίσως και η κοινωνικότητα που είχα, αλλά και η δικηγορία από το ’70 μέχρι το ’90, ήτανε 20 χρόνια δικηγόρος. Με βοήθησαν όλες τις φορές και εξελέγην πρώτος δημοτικός σύμβουλος. Φυσικά, ήμουνα και πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου. Άλλη ανάμειξή μου είναι με τα του Δικηγορικού Συλλόγου. Δηλαδή με τα διοικητικά του Δικηγορικού Συλλόγου, ήμουνα γενικός γραμματέας του Συλλόγου επί προεδρίας του αείμνηστου του Μίμη του Βελίκα επί πολλά χρόνια. Και μετά ήμουν υποψήφιος Πρόεδρος και εξελέγην το 2008-09, ’08 μου φαίνεται, με αντίπαλο τον αείμνηστο και πάλι τον Σταύρο τον Μηνακάκη. Εκεί, ήμουν λίγο των άκρων, των λύσεων... των έντονων και ζωηρών λύσεων. Γι' αυτό πολλές φορές είχα οδηγήσει και τη συνέλευση σε αποχές, όταν είχαμε δυσκολίες με διάφορα νομικά θέματα γενικής φύσεως και τα λοιπά. Είχα κάνει, όμως, μία τεράστια προσπάθεια με το Υπουργείο Δικαιοσύνης, γιατί τότε ήτανε και Νομικός Σύμβουλος του Υπουργού ο Οικονόμου, ο πρώην πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Σπάρτης, ο οποίος ήτανε άψογος και είναι ο κύριος και με είχε βοηθήσει πολύ. Και είχαμε προχωρήσει πάρα πολύ μέχρι την υπογραφή του Προεδρικού Διατάγματος -ο Παπούλιας ήτανε Πρόεδρος Δημοκρατίας- τη σύσταση Διοικητικού Πρωτοδικείου στη Σπάρτη. Γιατί στην Σπάρτη δεν υπάρχει Διοικητικό Πρωτοδικείο, υπάρχει μεταβατική έδρα δύο φορές τον χρόνο από την Τρίπολη προς τη Σπάρτη. Και αυτό είναι άδικο, θα έλεγα, για την πόλη μας. Ενώ οι υποθέσεις που απασχολούν το Διοικητικό Πρωτοδικείο Τριπόλεως, οι περισσότερες σε αριθμό, προέρχονται από τη Λακωνία. Άρα είναι δίκαιο και θα ήτανε δίκαιο. Εν πάση περιπτώσει, δεν ξέρω τώρα αν το επαναφέρουν οι νεώτεροι ή πώς εξελίσσεται η κατάσταση εν γένει. Έχουμε και τον κορονοϊό στη μέση και όλα αυτά. Εν πάση περιπτώσει. Μετά έχω, δυστυχώς, τον θάνατο της μητέρας μου 9 Δεκεμβρίου του 1999.[00:20:00] Και όταν χάσεις τη μάνα σου, είναι σπουδαίο πράγμα. Άλλο είναι η μανούλα και άλλο είναι ο πατέρας. Εν πάση περιπτώσει, θυμάμαι είχε γεννηθεί την 1η Ιανουαρίου του 2004 (1904) και έλεγα στον γιατρό, στον φίλο μου τον Γιάννη τον Γούτο: «Κράτα την, ρε Γιάννη. Κράτα την να φτάσει 1η Ιανουαρίου, να κλείσει τα 97». Ατυχώς, πέθανε λιγάκι νωρίτερα, στις 9 Δεκεμβρίου, νομίζω είναι της Αγίας Άννης εκείνη την ημέρα. Από εκεί και πέρα κύλησε η ζωή μου ήρεμα, με τα παιδιά και την οικογένεια και τη γυναίκα μου. Τα παιδιά σπουδάζανε. Ώσπου πλέον υπέστην μία σοβαρή κρίση της υγείας μου. Στις 10 Οκτωβρίου του 2011 αντιμετώπισα κίνδυνο ζωής. Είχα ρήξη κοιλιακής αορτής. Ευτυχώς, στον Ερυθρό Σταυρό που πήγα, διότι διημέρευε, εφημέρευε και τα λοιπά, βρέθηκα σε πολύ καλά χέρια, χειρουργήθηκα. Παρέμεινα στο «Ερρίκος Ντυνάν», διότι ο Ερυθρός Σταυρός εκείνη την ημέρα είχε διημέρευση επί δύο ημέρες και δεν είχε ελεύθερη εντατική που έπρεπε να μπω μετά το χειρουργείο και με πήγαν στο πλησιέστερο, στο «Ερρίκος Ντυνάν», που μάλιστα επικοινωνούν αυτά τα δύο νοσοκομεία με μία υπόγεια σήραγγα. Δεν χρειάστηκε ούτε καν να μετακινηθώ με αυτοκίνητο δηλαδή. Εκεί παρέμεινα μέχρι και τον Νοέμβριο και κατέβηκα πλέον στη Σπάρτη. Και μετά κάνα εξάμηνο περίπου επανήλθα στη δικηγορία. Όσο ήμουνα όμως στην ανάρρωση, στις 29 Δεκεμβρίου του 2011 παντρεύτηκε ο γιος μου ο μικρός ο Δημήτρης με τη Μάρθα, οι οποίοι ανέμεναν να αναρρώσω απ' όλη την περιπέτεια της υγείας μου και κάνανε έναν πολιτικό γάμο στα γρήγορα, θα έλεγα, γιατί μετά από τέσσερους μήνες γεννήθηκε ο Κωνσταντίνος, ο εγγονός μου, 3 Απριλίου του 2012. Όμως, στις 29 Δεκεμβρίου το βράδυ αποχαιρέτησα την αδερφή μου και ήρθα με αυτοκίνητο στη Σπάρτη. Αποχαιρέτησα την αδερφή μου που την υπεραγαπούσα, γιατί ήταν η μοναδική αδερφή που είχα. Δεν έχω, δυο παιδιά ήμαστε. Εκείνη, η οποία προηγείτο εμού κατά έξι χρόνια. Με ένα αδιόρατο αίσθημα, προαίσθημα θα έλεγα, διότι δυστυχώς, δεν ξέρω, έχω κάποιο έντονο προαίσθημα σε διάφορα γεγονότα. Συνήθως όμως κακά και όχι καλά. Εν πάση περιπτώσει, αποχαιρέτησα την αδερφή μου με μια λαχτάρα, σαν να ήξερα ότι κάτι θα συμβεί. Και πράγματι, μετά από δύο μέρες, 1η Ιανουαρίου του ’12 τη νύχτα 01.00 η ώρα, γυρίζοντας στο σπίτι της, την άφησε η κόρη της στο πεζοδρόμιο να περάσει απέναντι, τη χτύπησε αυτοκίνητο και τη σκότωσε. Βέβαια, λόγω της αναρρώσεως και της ανησυχίας των παιδιών μου ιδιαίτερα και της γυναίκας μου, αλλά και της ανιψιάς μου, της κόρης της αδερφής μου, δεν μου επέτρεψαν να πάω ούτε στην κηδεία. Η κηδεία έγινε στην Αθήνα, στην Κηφισιά. Αυτό μου ’μεινε κάρβουνο. Εν πάση περιπτώσει, τελείωσε και αυτό το θέμα. Στεναχωρήθηκα πάρα πολύ. Από κει και πέρα... Μήπως καλύψαμε τον χρόνο;
Όχι, πείτε μας όσο θέλετε εσείς. Πείτε μας, πείτε μας.
3 Απριλίου, όπως προείπα, του 2012 γεννήθηκε ο Κωνσταντίνος, το πρώτο μου εγγόνι, που πήρε και το όνομά μου. Είναι Κωνσταντίνος Δημητρίου Δημητράκουλας όμως. Δεν είναι Κωνσταντίνος Νικολάου Δημητράκουλας, που ευελπιστεί ο γιος μου ο Νίκος και εγώ ότι μπορεί να γίνει και αυτό. Χάρηκα ιδιαίτερα και χαίρομαι πάρα πολύ με τον Κωνσταντίνο μας. Είναι πανέξυπνο παιδί, ζωηρό και σκληρό θα έλεγα, αλλά λόγω της ηλικίας προφανώς. Τώρα είναι μαζί μας όλο το καλοκαίρι σχεδόν, για πρώτη φορά.[00:25:00] Περνάμε ωραία! Αλλά και δεύτερο περιστατικό εξίσου σημαντικό και ευχάριστο για μένα και όλη την οικογένειά μας είναι ότι στις 25 Απριλίου φέτος, του 2020, γεννήθηκε και η εγγόνα μου από τον γιό μου τον Νίκο, τον μεγάλο, ο οποίος ακολούθησε στον γάμο και προφανώς και εκ των πραγμάτων και στην τεκνοποιία τον μικρό. Ο μικρός προηγήθηκε, παντρεύτηκε από το 2011, ο Νίκος παντρεύτηκε το 2018. Έχω χαρεί πάρα πολύ και με την εγγόνα μου. Τώρα, βέβαια, έχω συμπληρώσει πενήντα συναπτά έτη ενεργούς δικηγορίας από τις 27 Ιουνίου του 1970. Και ίσως πλησιάζει και ο καιρός να συνταξιοδοτηθώ. Αν και δεν το πολυθέλω, διότι νιώθω ότι θα περιέλθω σε κάποια αμηχανία. Δεν θα ΄λεγα κατάθλιψη, δεν μπορώ να το ανεχτώ, ούτε τη λέξη ούτε ότι μπορεί να περιέλθω σε κατάθλιψη, διότι έχω ξεκόψει πλέον από τις εκδηλώσεις. Νεαρός ασχολιόμουνα και με τα καφενεία και με τα μπιλιάρδα και με τα ποδόσφαιρα, αργότερα με τα Δημοτικά, τελευταία με τα Διοικητικά του Συλλόγου και τα λοιπά. Έχω κλείσει από ενέργεια έναν μεγάλο κύκλο ζωής. Βέβαια, από το ’38 μέχρι τώρα, που έχω γεννηθεί, είμαι αισίως 82 ετών και αντιλαμβάνομαι ότι και παρά ταύτα θα με δυσκολέψει η σύνταξη. Εν πάση περιπτώσει, ίσως όμως να γίνει και αυτό και να δούμε από κει και πέρα πώς θα πάει. Δεν θα πάψω, όμως, όσο ζω και είμαι, να ασχολούμαι με τη νομική, είτε συμπαριστάμενος στον γιο μου που είμαστε στο ίδιο δικηγορικό γραφείο, με τον Νίκο τον γιο μου τον μεγάλο εδώ στη Σπάρτη, σε αντίθεση με τον μικρό τον Δημήτρη που είναι δικηγόρος Πειραιώς. Μετεγγράφη από τη Σπάρτη στον Πειραιά, γιατί είναι και η γυναίκα του δικηγόρος Πειραιώς. Δεν θα πάψω να ασχολούμαι με τη νομική, είτε βοηθώντας τον Νίκο, είτε με τον Σύλλογο, με τα δικαστήρια, έστω και σαν επισκέπτης και τα λοιπά. Αντιλαμβάνεστε ότι μετά από πενήντα χρόνια, πενήντα πέντε, πενήντα δύο, ξέρω γω πόσα θα ’ναι, αναμείξεως δικηγορίας μαχομένης και τα λοιπά, δεν είναι εύκολο να τα απεμπολήσεις αυτά. Έτσι, πιστεύω ότι δικηγόρος γεννήθηκα, δικηγόρος και κάποια στιγμή θα φύγω απ’ τη ζωή. Έτσι έφυγε και ο πατέρας μου, εν ενεργεία δικηγόρος. Εγώ εύχομαι να κρατήσω μερικά χρόνια και να δούμε. Γιατί είμαι χρήσιμος και για τα παιδιά μου. Δεν θα ’λεγα για τα εγγόνια μου, γιατί είναι τόσο μικρά, ώστε δεν είναι δυνατόν να τα προλάβω εγώ μεγάλα ή στις σπουδές τους και τα λοιπά. Τι άλλο θα μπορούσα να σας πω; Ευχαρίστως, είμαι στη διάθεσή σας.
Από την ενασχόλησή μας με τα κοινά, θυμάστε κάτι που σας έχει μείνει ξεχωριστό;
Θυμάμαι από την περιπέτεια – από τη θητεία μου μάλλον ως δημοτικού συμβούλου, ως Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου, ζήσαμε και πάρα πολλές έντονες στιγμές με τις αδελφοποιήσεις. Πήγαμε στην Ιαπωνία, στην Tanagura, κάναμε αδελφοποίηση. Στην Ιαπωνία ήτανε πλήρης η αποστολή, δέκα-δεκαπέντε σύμβουλοι, το Λύκειο Ελληνίδων με την Πολυτίμη την Αλεξανδρίδη την Πολυχρονάκου. Και ήτανε πάρα πολύ καλά. Εκεί μου ’κανε εντύπωση ότι είναι τόσο εμπεδωμένο, αν επιτρέπεται η λέξη, το ελληνικό στοιχείο στην Ιαπωνία. Τα σχολεία τους, άλλες αίθουσες συνεδριάσεων κοινωνικού ενδιαφέροντος και τα λοιπά σε ρυθμό γοτθικό, να διδάσκονται ελληνικά στο σχολείο.[00:30:00] Μας έκανε μεγάλη εντύπωση. Ήταν και πάρα πολύ φιλόξενοι και πολύ εργατικοί άνθρωποι. Εκεί έβλεπες τις μάρκες των αυτοκινήτων των ιαπωνικών, την Toyota, την Nissan, το ένα, το άλλο σε μεγάλη κατασκευή, 3000 κυβικά, υπερπολυτελείας. Όχι αυτά τα μικρά που βλέπουμε εδώ. Και μας είχαν εντυπωσιάσει και αυτά. Αλλά μας είχαν εντυπωσιάσει και η φροντίδα τους και η περιποίησή τους. Μετά, πήγαμε με τον δήμαρχο οι δύο μας στην Ισπανία. Αδελφοποίηση κάναμε στο Elche της Ισπανίας. Και πολλές φορές, δύο φορές τουλάχιστον, πήγαμε στην Κύπρο. Κάναμε αδελφοποίηση με τη Μόρφου, κάναμε αδελφοποίηση με την… δεν θυμάμαι την άλλη πόλη, δεν ήμουνα εγώ στη δεύτερη αδελφοποίηση. Εν πάση περιπτώσει, ήταν έντονες στιγμές και ευχάριστες και χαρούμενες στιγμές. Όπως, επίσης, θυμάμαι έντονα –τώρα έχουν αλλάξει τα δημοτικά πράγματα, δεν ξέρω, λείπει η επαφή με τον κόσμο, η κοινωνικότητα–, θυμάμαι έντονα που ζούσαμε την αλλαγή του χρόνου. Κάναμε γιορτή στην πλατεία, κάναμε γιορτή με μικρόφωνα, με μουσικές, με γλυκίσματα, με διάφορες προσφορές, με παιχνίδια που κληρωνόντουσαν και τα λοιπά, ποδήλατα και τα τοιαύτα. Και αυτό γινότανε κάθε Πρωτοχρονιά. Τώρα, τι άλλο θα θέλατε να πω πάνω σε αυτά; Έχουμε χρόνο;
Ό,τι θέλετε θα μας πείτε. Εννοείται! Εμείς είμαστε καλυμμένοι. Αν θέλετε κάτι να συμπληρώσετε...
Να συμπληρώσω τίνος περιεχομένου πλέον; Δεν στείρεψα, θα μπορούσα να πω πολλά πράγματα, αλλά δεν ξέρω μήπως είμαι εκτός θέματος.
Όχι, όχι! Ό,τι λέτε για τη ζωή σας είναι μες στο θέμα.
Ναι, ε;
Ναι, αμέ!
Λοιπόν, για τη ζωή μου τι άλλα πράγματα; Εντάξει...
Τα παιδικά σας χρόνια εδώ στη Σπάρτη;
Τα παιδικά μου χρόνια εδώ στη Σπάρτη ήταν πολύ ζωηρά. Παίζαμε μπάλα, πηγαίναμε στα καφενεία, παίζαμε μπιλιάρδο παρότι απαγορευόταν ιδιαίτερα στο Γυμνάσιο από τον Στράτη τον Σούπο τον αείμνηστο, που ήταν ο Γυμνασιάρχης σύμβολο του Γυμνασίου Αρρένων, διότι ήτανε και μετά τα μεταπολεμικά χρόνια με όλη την ένταση και τα λοιπά και είχε βάλει το σχολείο σε μία τάξη. Μας απαγόρευε τις ώρες να βγαίνουμε έξω, απαγόρευε τα ποδήλατα εκτός εάν είναι δικά μας, να μην νοικιάζουμε ποδήλατο. Εάν ήταν δικό μας, όμως, έπρεπε να έχει ένα διακριτικό, που διακριτικό στη διαφοροποίηση με των ενοικιαζομένων ήτανε μία σχάρα πίσω στο ποδήλατο το ιδιωτικό. Εγώ είχα ιδιωτικό ποδήλατο, αλλά για να κάνω τον αντιδραστικό της ηλικίας, την έβγαζα τη σχάρα. Και με βλέπανε να κυκλοφορώ και θεωρούσαν ότι ήταν ενοικιαζόμενο. Ήτανε μία αφορμή να φάω μία τετραήμερη αποβολή γι' αυτό. Επίσης, θυμάμαι λόγω της ζωηράδας μου, ήτανε και φιγούρες που κάναμε με τα κορίτσια τα συνομήλικα και τα λοιπά, μαθήτριες βέβαια του Γυμνασίου Θηλέων που ήταν απέναντί μας, απ’ των Αρρένων. Η τότε Εμπορική Σχολή ήταν, είναι τώρα το 1ο Λύκειο, το 2ο Λύκειο είναι εκεί. Θυμάμαι κάποιους αθλητικούς αγώνες, αγώνες στίβου δηλαδή. Δεν υπήρχε το στάδιο, το εθνικό στάδιο, και όλα τα αγωνίσματα, αλλά και τα ποδόσφαιρα γινόντουσαν στο γήπεδο του Γυμνασίου Αρρένων. Εκεί, λοιπόν, ένα Σάββατο επρόκειτο να γίνουν αγώνες στίβου, με σοβαρούς αθλητές των Αθηνών, ένας Λαχταρίδης και τα λοιπά και τα λοιπά. Και είχαν πάει και είχαν χαρακώσει τις γραμμές, ασβεστώσει τις γραμμές που θα τρέχανε τα 100, το ένα, το άλλο και τα λοιπά. Κι εγώ, σαν ανοησία της ηλικίας, πάω με το ποδήλατο πέρα δώθε, πέρα δώθε και σβήνω όλες τις γραμμές. Το άλλο πρωί Κυριακή πηγαίναμε εκκλησιασμό. Ήμουνα τυμπανιστής,[00:35:00] το μεγάλο τύμπανο, στην γκρανκάσα κι ήμουνα πίσω τέρμα. Ο Σούπος έκανε εκεί βόλτες απάνω και μου έβαλε τις φωνές: «Δημητράκουλα!», έτσι, αλλιώς και τα λοιπά, με Παναγίες και Χριστούς και τα ρέστα. Εν πάση περιπτώσει, πάει τελείωσε κι αυτό. Πάμε μετά στο Ιδιωτικό που πήγα στην εβδόμη. Εκεί τα πράγματα ναι μεν ήτανε ζωηρά αρχικώς, αλλά ήτανε και καλοβαλμένα, νοικοκυρεμένα. Δηλαδή, παρελαύναμε με κίτρινα φούτερ. «Καναρίνια» μας λέγανε. Ο δε Ροζάκης, ο Γυμνασιάρχης μας ο αείμνηστος, μας έλεγε ότι δεν θα κουρευόσαστε όπως επέβαλε ο Σούπος να κουρευόμαστε στο Γυμνάσιο Αρρένων και να φοράμε καπέλο. Και τώρα θα γυρίσω πάνω σε αυτό. Μας έλεγε ο Ροζάκης: «Δεν θα κουρευόσαστε, αλλά θα κάνετε χωρίστρα». Εγώ και ένας συμμαθητής, Πλαγάκης ο Κώστας, ούτε ξέρω πού βρίσκεται το παιδί, κάναμε το ζωηρό, είχαμε πάει και οι δύο με μεταγραφή. Του λέγαμε: «Είναι σκληρά τα μαλλιά μας, δεν κάνουμε χωρίστρα, δεν μπορούμε» και λοιπά. Μας έβαλε από κάτω απ’ τη βρύση, παρακαλώ, μας έκανε σαπουνάδα και μας χώρισε τη χωρίστρα ώσπου να ξεραθεί, να μείνει η χωρίστρα. Εδώ τώρα, είπα θα γυρίσω στο Γυμνάσιο Αρρένων για τα εξής περιστατικά, που επίσης, ξέρω γω, ήταν σημαντικά για την ηλικία. Μας απαγόρευε τις ώρες εξόδου. Το βράδυ μέχρι τις 20.00 η ώρα, αν θυμάμαι καλά, τους καλοκαιρινούς μήνες, τον χειμώνα ήτανε νωρίτερα. Εμείς παρά ταύτα γυρνούσαμε, κάναμε καντάδες στα κορίτσια, μας έπιαναν οι καθηγητές, μας πήγαιναν στον Γυμνασιάρχη, πότε τρώγαμε αποβολή, πότε δεν τρώγαμε. Επειδή ήμουνα και αθλητής, υπήρχε και ένας γυμναστής, ο Τζανής ο καημένος, ένα θηρίο, ο οποίος του ΄λεγε του Σούπου: «Μα, κύριε Γυμνασιάρχα, δεν έκανε τίποτα το παιδί», «Φύγε ρε, θα σε σκίσω» μου λέει. Και βουτάει έναν νυχοκόπτη μία στιγμή να μου επιτεθεί. Και από το τρέξιμο που έκανα, το θυμάμαι σαν και τώρα, παιδί, φορούσα ένα πράσινο σακάκι με εξωτερικές τσέπες. Πιάστηκε η εξωτερική τσέπη στο πόμολο της πόρτας, δεν γύρισα πίσω. Παρέμεινε, σκίστηκε, παρέμεινε και το βάλαμε στα πόδια. Εν πάση περιπτώσει, αυτές είναι κάποιες εμπειρίες. Μετά είχα πολλές εμπειρίες με τα αθλητικά, με τον «Λεωνίδα Σπάρτης». Ο δήμαρχος ήταν πρόεδρος αρχικώς, ο Γιώργος ο Λιναρδάκης. Μετά παραιτήθη αυτός, έγινα εγώ. Είχαμε περιπτώσεις καλές, προόδου. Είχαμε ανέβει στη Β΄ Εθνική κατηγορία. Και θυμάμαι χαρακτηριστικό, όταν παίξαμε έναν προκριματικό αγώνα, τον τελικό στο Αιγάλεω, στο γήπεδο του Αιγάλεω και κερδίσαμε 1-0, ήρθαμε ολόκληρη φάλαγγα από το Αιγάλεω μέχρι τη Σπάρτη με κόρνες, με αυτοκίνητα και τα λοιπά. Αναστατώσαμε όλη την Πελοπόννησο. Και θυμάμαι ακόμη ότι μέχρι ο πατέρας μου, που ήτανε παλιά στον «Πανλακωνικό» κάποια διοίκηση τότε τα παλιά χρόνια, προπολεμικά εννοώ, μέχρι και ο πατέρας μου είχε έρθει στην υποδοχή και μας περίμενε. Ήτανε ωραίες στιγμές, τις έζησε η πόλη. Ανταπεκρίθη η πόλις, γιατί πολλές φορές, Σάββατα ιδιαίτερα, βγαίναμε με τον πρόεδρο τον Λιναρδάκη και δήμαρχο και λόγω και της ιδιότητός του, του δημάρχου, κάναμε έρανο και ανταποκρίνετο και έτσι αντιμετωπίζαμε τα οικονομικά της ομάδος, γιατί στη Β΄ Εθνική δεν είχε μόνο παίχτες ντόπιους. Είχε και τον θείο σου, τον Γρηγόρη τον Καραναγνώστη. Ναι! Εντάξει, αυτές είναι από τα αθλητικά περιστατικά. Μαθητικά καλά. Στο Δημοτικό είναι πολύ[00:40:00] αχνά. Στο 1ο Δημοτικό πήγαινα. Θυμάμαι τη δασκάλα τη Στελλάκου, την αείμνηστη, η οποία στην πρώτη τάξη μου έβαλε ένα ποίημα και έλεγε: «Θα με δείτε με βελάδα, να δοξάσω την Ελλάδα», κάπως έτσι. Και τώρα, επειδή μιλάμε για ποιήματα, την εποχή που ήμαστε στην εβδόμη και ογδόη του Ιδιωτικού Γυμνασίου, του Λυκείου Σπάρτης, γίνανε τα Κυπριακά με ΕΟΚες και λοιπά και τις δολοφονίες, που σκοτώθηκε ο Παλληκαρίδης, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης και άλλοι. Και μας έβαλε να κάνουμε κάποια ποιήματα. Είχα κάνει κάποιο ποίημα αξιόλογο, εν πάση περιπτώσει κατά την άποψή μου. Και το εκτίμησε και ο Λυκειάρχης τότε. Για τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη, ήρωα των ηρώων μας. Εν πάση περιπτώσει. Τι άλλο; Τι άλλο να πω; Φιλίες έχω, στενές φιλίες. Αγάπη με τους ανθρώπους. Στενοχωρούμαι πολύ αν υπάρχει άνθρωπος που νομίζει ότι τον έχω αδικήσει και δεν μου μιλάει, αλλά δεν υπάρχει. Προσπαθώ να τα καλύψω καμιά φορά που βρίσκεται κάποιο κενό, γιατί και η δικηγορία έχει τις αντιθέσεις της και τα λοιπά, αλλά ακόμη και τα δημοτικά πράγματα είχαν αντιθέσεις. Και χαίρομαι πολύ να βλέπω την πόλη μου να προοδεύει, αλλά να μην είναι τελματωμένη, όπως προς στιγμήν φαίνεται. Έχουμε ανάγκες πολλές, είμαστε η ενδοξότερη πόλη, θα έλεγα. Υπάρχουν Σπάρτες πάρα πολλές ανά τον κόσμο. Επί δημαρχίας Ματάλα και επί προεδρίας μου, είχαμε κάνει μία προσπάθεια να συστήσουμε έναν θεσμό ανά τριετία, επειδή οι Ολυμπιακοί γίνονται διετία ή τετραετία και λοιπά, που να κάνουμε στη μητέρα πόλη τη Σπάρτη, τη δική μας εδώ της Λακωνίας, να κάνουμε ένα συμπόσιο, ένα συνέδριο θα έλεγα, με όλες τις Σπάρτες ανά τον κόσμο. Γιατί είναι πάρα πολλές, τότε τις είχαμε μετρήσει. Πρέπει να ήτανε πλέον των είκοσι. Είναι στην Αμερική, είναι στην Αφρική, είναι στη Γερμανία. Η Σπάρτη του [Δ.Α.] την είχαμε φέρει εδώ σαν ποδοσφαιρική ομάδα και παίξαμε στη Σπάρτη, τότε που ανακατευόμουνα με τα ποδοσφαιρικά. Ναι! Τώρα ακούω πολλά λόγια, αλλά είναι και δύσκολα. Θα μου πεις είναι η κρίσιμη η οικονομική περίοδος, η κρίση που πέρασε η χώρα οικονομικά, είναι και ο κορονοϊός, είναι και τα διάφορα θεϊκά φαινόμενα που δεν μας αφήνουν και την κυβέρνηση να ησυχάσει, να πάρει τον σωστό δρόμο και τα λοιπά. Ενώ δεν παύει να αποτελεί έναν διαρκή κίνδυνο ο εξ ανατολών σύμμαχος υποτίθεται. Σύμμαχος. Αλλά «Όταν έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς» λέει ο λαός. Ναι, μου αρέσει και στις αγορεύσεις μου λέω πάρα πολλές φορές διάφορα αποφθέγματα του λαού, γιατί είναι χαρακτηριστικά και αποδίδουν την πραγματικότητα. Γι' αυτό είπα τώρα: «Αν έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς». Εννοώντας τον Ερντογάν.
Είπατε για τον κορονοϊό. Εσείς πώς το βιώνετε όλο αυτό; Φοβάστε;
Τον κορονοϊό τον βίωσα τους πρώτους δυόμισι μήνες, την πρώτη του φάση, πολύ σοβαρά και με ελάχιστες εξόδους. Και εγώ και η γυναίκα μου και τα παιδιά όσο μπορούσαμε και τα λοιπά. Βέβαια, τώρα βλέπω ότι υπάρχει μία χαλάρωση, ακόμη και σε μας που μιλούμε και το συζητούμε, αλλά ευτυχώς η Λακωνία δεν έχει να επιδείξει θύματα και συμπτώματα, αλλά τίποτα δεν ξέρεις. Πρέπει να ακούμε τους επιστήμονες, τους ειδικούς. Πρέπει να λάβουμε αυστηρά και προσωπικά τα μέτρα που πρέπει, που μας υποδεικνύουν, για να αποφύγουμε. Γιατί βλέπω ότι εξαπλούται και υπάρχει και κρίση όχι μόνο[00:45:00] ασθενών ή ασθενούντων εξ αυτού του προβλήματος, του covid-19, αλλά και θανάτων. Και δεν θα θέλαμε στην Ελλάδα να έχουμε αυτήν τη δυσκολία. Βέβαια, απ' την άλλη μεριά, είναι αναγκαίο κακό και για την οικονομική κατάσταση της χώρας ο τουρισμός, η ενίσχυσή του και τα λοιπά. Όλα αυτά είναι αντικρουόμενα, αλλά και αλληλοσυνδεόμενα. Άρρηκτα μάλιστα συνδέονται. Τη βιώνω την κρίση με επιφύλαξη τώρα και με μία ανησυχία. Και θα ακολουθήσω τις οδηγίες. Να, και τη μάσκα την έχω κοντά μου και θα ακολουθήσω τις οδηγίες με σοβαρότητα και συνέπεια, θα έλεγα. Ναι, είναι ένα κακό που μας βρήκε παγκοσμίως και που δυστυχώς, απ' ό,τι λένε τα σύγχρονα τηλεοπτικά μέσα, δεν είναι τυχαίο. Δεν ήταν συμπτωματικό, ήταν προσχεδιασμένο. Λένε οι αναλύοντες σε βάθος την ιστορία του κόσμου, θα έλεγα, ότι είναι πάρα πολύ μεγάλος ο παγκόσμιος πληθυσμός και πρέπει να μειωθεί. Εάν είναι αυτό, εμείς βέβαια έχουμε ζήσει τη ζωή μας κατά κάποιον τρόπο. Κρίμα στις νέες γενιές, σε σας παιδί μου, στα παιδιά μας, στα εγγόνια μας και τα λοιπά. Αλλά πιστεύω ότι με τη βοήθεια του Θεού, που πάντα πιστεύω ότι διαφεντεύει την Ελλάδα και την ελληνική κοινωνία και τον ελληνικό κόσμο, όπου και αν βρίσκεται, αλλά και με τη συμμόρφωση. Προ του κινδύνου συμμορφώνονται οι Έλληνες, ομονοούν και μπορεί να πετύχουμε πολλά πράγματα. Και τη δεύτερη κρίση του κορονοϊού να την περάσουμε και αυτήν όπως την πρώτη, με το δυνατόν μικρότερες συνέπειες αρνητικές.
Μακάρι!
Μακάρι, μακάρι!
Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ!
Εγώ σας ευχαριστώ και εύχομαι να βοήθησα κάτι στην όλη προσπάθεια.
Βοηθήσατε πολύ! Σας ευχαριστούμε!
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Περίληψη
Ο Κωνσταντίνος Δημητράκουλας, γεννημένος το 1938 στη Σπάρτη, αφηγείται τη ζωή του. Μιλάει για τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια, τις σπουδές του στη Νομική Σχολή Αθηνών και τη στρατιωτική του θητεία. Μεταφέρει στιγμές και συναισθήματα από τα πενήντα χρόνια άσκησης του επαγγέλματός του. Αφηγείται την ιστορία της οικογένειάς του μιλώντας για τις χαρές, τις συγκινήσεις αλλά και τις απώλειες. Αναφέρεται στη δράση του στον Δήμο και στον Δικηγορικό Σύλλογο Σπάρτης. Kλείνει τη συνέντευξη κάνοντας λόγο για την ενασχόλησή του με τις ποδοσφαιρικές δραστηριότητες της Σπάρτης και εκφράζει τις σκέψεις του για τον κορονοϊό και τη σημερινή εποχή.
Αφηγητές/τριες
Κωνσταντίνος Δημητράκουλας
Ερευνητές/τριες
Παρασκευή Παπακωνσταντίνου
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
09/08/2020
Διάρκεια
47'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Περίληψη
Ο Κωνσταντίνος Δημητράκουλας, γεννημένος το 1938 στη Σπάρτη, αφηγείται τη ζωή του. Μιλάει για τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια, τις σπουδές του στη Νομική Σχολή Αθηνών και τη στρατιωτική του θητεία. Μεταφέρει στιγμές και συναισθήματα από τα πενήντα χρόνια άσκησης του επαγγέλματός του. Αφηγείται την ιστορία της οικογένειάς του μιλώντας για τις χαρές, τις συγκινήσεις αλλά και τις απώλειες. Αναφέρεται στη δράση του στον Δήμο και στον Δικηγορικό Σύλλογο Σπάρτης. Kλείνει τη συνέντευξη κάνοντας λόγο για την ενασχόλησή του με τις ποδοσφαιρικές δραστηριότητες της Σπάρτης και εκφράζει τις σκέψεις του για τον κορονοϊό και τη σημερινή εποχή.
Αφηγητές/τριες
Κωνσταντίνος Δημητράκουλας
Ερευνητές/τριες
Παρασκευή Παπακωνσταντίνου
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
09/08/2020
Διάρκεια
47'