Η καθημερινή ζωή στην Κύπρο, δεκαετίες 1960-1970
Ενότητα 1
Τα παιδικά βιώματα της αφηγήτριας στην Κύπρο, δεκαετίες 1960 και 1970
00:00:00 - 00:34:41
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλημέρα! Θα μας πείτε το όνομά σας; Ονομάζομαι Αριάδνη. Είναι Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020, είμαι με την Αριάδνη, βρισκόμαστε στην Τρίπολη Α… επίσκεψη στην αγχόνη, βέβαια είναι ένα πραγματικό γεγονός και είναι καλό να το γνωρίζουμε. Δεν ξέρω από τόσο μικρά παιδιά εάν είναι σωστό.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Η σχολική εκπαίδευση στην Κύπρο, δεκαετίες 1960 και 1970
00:34:41 - 00:57:19
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Ξεκινήσατε τη φοίτησή σας στο Δημοτικό Σχολείο Γερίου ποια χρονολογία; Το 1964; Το ’68 ήμουνα στην τετάρτη τάξη, τότε που χάσαμε τον πατέρ… να καταλάβεις τις αίθουσες, τα παιδιά εκεί και να εγκλιματιστείς λίγο. Μετά δεν είχα κανένα πρόβλημα, ήταν πολύ καλά παιδιά όλα τους εκεί.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Η πανεπιστημιακή φοίτηση στην Ελλάδα, μέσα δεκαετίας 1970 και αρχές δεκαετίας 1980
00:57:19 - 01:26:16
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και καθώς περνάει ο καιρός πλησιάζουμε στην χρονιά που αποφασίσατε να δώσετε εξετάσεις. Ναι. Το 1976. Ναι Πού θέλατε να περάσετε με εξε…ιτικός δεν θα μας βοηθήσει. Αυτό να το έχουμε υπόψιν μας. Ο ένας τον άλλον. Σας ευχαριστώ πολύ! Και εγώ σ’ ευχαριστώ πολύ, Παναγιώτη μου!
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]
Καλημέρα! Θα μας πείτε το όνομά σας;
Ονομάζομαι Αριάδνη.
Είναι Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020, είμαι με την Αριάδνη, βρισκόμαστε στην Τρίπολη Αρκαδίας, εγώ ονομάζομαι Παναγιώτης Αποστολόπουλος, είμαι ερευνητής στο Istorima και ξεκινάμε. Πότε γεννηθήκατε;
Στις 27 Απριλίου 1958.
Σε ποιο μέρος γεννηθήκατε;
Στο Σόλτσμπεργκ Ροδεσίας στην Αφρική.
Πού μεγαλώσατε;
Σε ηλικία τριών μηνών μετακομίσαμε στην Κύπρο, γιατί οι γονείς μου είναι Κύπριοι. Καταγωγή και των δύο από ένα κυπριακό χωριό, Γέρι ονομάζεται, στην επαρχία Λευκωσίας στην Κύπρο, και όταν ήμουν τριών μηνών, η μητέρα μου γύρισε πίσω στην Κύπρο και εκεί παρέμεινα μέχρι δεκαοχτώ χρονών.
Στη Νότια Αφρική θυμόσαστε να μας πείτε σε ποιο μέρος συγκεκριμένα γεννηθήκατε; Σε κάποιο σπίτι, σε κάποιο νοσοκομείο; Γνωρίζετε;
Εγώ δεν θυμάμαι. Στο Σόλτσμπεργκ είχαμε σπίτι, γιατί ο πατέρας μου είχε πάει μετανάστης νωρίτερα και είχε φροντίσει για αυτό και το ‘56, το ‘55 όταν προέκυψαν τα γεγονότα στην Κύπρο με την ΕΟΚΑ επήρε τη μητέρα μου μαζί με τον μεγαλύτερο αδερφό μου στην Αφρική. Και εκεί γεννήθηκε η αδερφή μου και εγώ. Απ’ ότι μου είπε η μητέρα μου όταν τη ρώτησα, γεννήθηκα σε νοσοκομείο.
Όταν μετακινηθήκατε και επιστρέψατε στην Κύπρο, θυμόσαστε να μας περιγράψετε τη γειτονιά σας, μικρό παιδάκι;
Το σπίτι των γονέων μου το οποίο είχανε χτίσει ήδη, ο πατέρας μου ήτανε οικοδόμος, τον βοηθούσε η μητέρα μου και με την βοήθεια αδερφών τότε, κάπως έτσι χτίζονταν τα σπίτια με πλίθρες, έχτισαν το σπίτι μας το οποίο είναι δίπλα στην εκκλησία του χωριού. Ο πολιούχος άγιος του χωριού μας είναι ο άγιος Μηνάς και εκεί είναι και η εκκλησία του και στον περίβολο της εκκλησίας έχει τους ανδριάντες των τριών ηρώων. Στην αρχή Κυριάκου Κολοκάση και Ιωνά Νικολάου που σκοτώθηκαν στην ΕΟΚΑ στην εξέγερση που έκανε η ΕΟΚΑ στη μάχη του νοσοκομείου από τους πρώτους. Συγνώμη τι ονόματα είπα; Κυριάκος Κολοκάσης και Ιωνάς Νικολάου;
Ακριβώς.
Ωραία, και το ‘63 στην εξέγερση στα γεγονότα της Κοφίνου σκοτώθηκε και ένα τρίτο παιδί από το χωριό μας, ο Κυριάκος Κακουλλής και υπήρχε και τρίτος ανδριάντας. Αυτό ήταν εξωτερικά στην εκκλησία του χωριού μας. Και στην γειτονιά μας γύρω γύρω υπήρχανε σπίτια, σε απόσταση περίπου εκατό μέτρων ήτανε το καφενείο του χωριού. Δύο καφενεία είχε το χωριό, τα οποία ήτανε πολύ κοντά το ένα στο άλλο. Ένα μπακάλικο εκεί κοντά, δεν θυμάμαι κάτι άλλο από τη γειτονιά μας, ένα ποτάμι πέρναγε το οποίο μετά κλείσανε όμως και ασφαλτοστρώσανε τους δρόμους.
Έχετε άλλα αδέρφια;
Είμαστε πέντε. Είναι ο αδερφός μου μεγαλύτερος από μένα και μία αδερφή επίσης, εγώ είμαι στη μέση και μετά ακολουθεί η μικρή μου αδερφή και ο μικρότερος αδερφός μου.
Και ποιες ήτανε οι σχέσεις ανάμεσα στα αδέρφια και τους γονείς;
Ο πατέρας έλειπε τον πιο πολύ καιρό, γιατί όπως είπαμε είχε πάει στην Αφρική και δούλευε εκεί και εκεί τον χάσαμε. Στο σπίτι ερχόταν πολύ σπάνια, ίσως κάθε τρία χρόνια κανά Πάσχα να τον δούμε κάπως έτσι, οπότε οι σχέσεις ήταν άριστες με τον πατέρα. Δεν υπήρχε λόγος να υπάρξει κάποια διαμάχη. Με τη μητέρα, εννοείται ότι η μητέρα είχε όλο το βάρος της ανατροφής των πέντε παιδιών. Ήτανε αυστηρή ενίοτε, όμως ήταν πολύ καλή παιδαγωγός η μητέρα. Τώρα που μεγαλώσαμε και τα καταλαβαίνουμε, μας μάζευε κάθε βράδυ επειδή στην Κύπρο ο χειμώνας διαρκεί πολύ λίγο, το πιο πολύ καιρό είναι καλοκαίρι μας μάζευε στην βεράντα του σπιτιού μας όλα τα παιδιά και μας έλεγε παραμύθια. Θυμάμαι το «Χωρίς οικογένεια» του Έκτορα Μαλό το λέγαμε «ο Ρεμίς», έτσι μας έλεγε, να μας πει το «Ρεμί». Και ένα άλλο επίσης παραμύθι που το θυμάμαι, ήτανε η «Μαρία Βερονίκα», η οποία ήτανε ένα κοριτσάκι που ο πατέρας του ήτανε ναυτικός και έλειπε στα καράβια και της έλεγε η μητέρα της κάποια Χριστούγεννα: «Παρακάλεσε την Παναγία τι θέλεις να σου δώσει ο μικρός Χριστός που θα γεννηθεί». Και η Μαρία η Βερονίκα ζήτησε να γυρίσει ο πατέρας της και να της φέρει και μία κούκλα. Και η μητέρα της είπε ότι ένα πράγμα ζητάμε από το Θεό, δε ζητάμε δύο, και τότε η Μαρία Βερονίκα παραιτήθηκε από την κούκλα και ζήτησε να γυρίσει ο πατέρας της, ο οποίος γύρισε και της έφερε και την κούκλα.
Οι σχέσεις με τα αδέρφια σας πώς ήταν γενικά;
Επειδή ήμασταν και διαφορετικοί χαρακτήρες τα παιδιά, εγώ με την αδερφή μου την μικρή είμαστε αυτό που λέμε κολλητάρια. Παίζαμε μαζί, μας άρεσε. Η αδερφή μου η μεγάλη έκανε λίγο περισσότερο παρέα με τον αδερφό μου, γιατί ας πούμε βγαίνανε λίγο έξω, πηγαίνανε σε καμιά ντισκοτέκ τέτοια πράγματα. Εμείς ήμασταν πιο μικρά, παίζαμε πιο πολύ στο σπίτι, κάναμε και κάτι άλλο που τότε συνηθιζόταν, τα κορίτσια έπρεπε να μάθουν δουλειές του σπιτιού και η μητέρα άφηνε τις δουλειές σε μας τα παιδιά, ειδικά Σαββατοκύριακα που δεν είχαμε σχολείο. Και εμείς οι τρεις κοπέλες, τα τρία κορίτσια μοιράζαμε τις δουλειές, έτσι το λέγαμε, η μία θα σκούπιζε η άλλη θα σφουγγάριζε κι η άλλη θα συγύριζε, για να κάνουμε το σπίτι. Και αυτό ήταν το παιχνίδι μας.
Τι τρώγατε συνήθως μικρά παιδιά;
Μικρά παιδιά, καλά το γάλα μας το οποίο προσπαθούσανε να μην λείπει, το χαλούμι που είναι το κυπριακό τυρί που μας άρεσε πάρα πολύ, αλλά μας άρεσε και το τυρί το «ένταμ» το κόκκινο το στρογγυλό, εκείνο όποτε το πετυχαίναμε δεν είχαμε τότε. Ήτανε φτώχεια στο χωριό. Τη μαργαρίνη στο ψωμί, συνήθως όλοι στο χωριό, όχι μόνο στο δικό μας το σπίτι, φτιάχνανε γλυκά κουταλιού. Καρυδάκι που ήτανε πολύ νόστιμο, κυδώνι αυτά τα δύο τα θυμάμαι γιατί ήτανε πολύ συνηθισμένα, πιο αραιά φτιάχνανε νεράντζι ή νεραντζάκι μικρό το πράσινο που ήτανε ωραίο και όταν τρώγαμε αυτά, όταν τελείωναν αυτά τα γλυκά που τα είχαν για τους ξένους, εμείς σπανίως τρώγαμε, το σιρόπι που έμενε το βάζαμε στο ψωμί πάνω από την μαργαρίνη και αυτό ήτανε και το γλυκό μας και το σνακ μας και...
Οι δρόμοι στο χωριό σας, στο Γέρι Λευκωσίας, πώς ήταν εκείνη την εποχή;
Ήτανε χωματόδρομοι, όμως νομίζω το ‘68 ,’68, ‘69 κάπου εκεί τους ασφαλτοστρώσανε. Ήτανε χωματόδρομοι και θυμάμαι εμείς βγαίναμε μετά τη βροχή γιατί ήταν αργιλώδες το έδαφος και έκανε σαν κομμάτια το χώμα και παίζαμε με το χώμα.
Θυμόσαστε να μας πείτε τι μαγαζιά είχε το χωριό σας, το Γέρι Λευκωσίας;
Το Γέρι Λευκωσίας είχε τρία μπακάλικα, τότε ήταν και οπωροπωλεία, ήταν και σούπερ μάρκετ, ήτανε τα πάντα. Το ένα ήτανε του συνεταιρισμού, του C.O.O.P. Το λέγαμε «το συνεργατικό» που τα είχε κάπως πιο φθηνά. Τα άλλα δύο ήτανε και αυτά στο χωριό για να ψωνίζουμε αλλά το συνεργατικό ήτανε πιο φθηνό. Προτιμούσαμε το συνεργατικό, εάν είχε κάτι το συνεργατικό. Είχε, δεν ξέρω τώρα εάν μέσα στα μαγαζιά εννοείτε και τα καφενεία.
Ακριβώς.
Είχε δύο καφενεία. Από κάποια εποχή και μετά, δυστυχώς υπήρξε ο Εθνικός Διχασμός και υπήρχε το καφενείο των αριστερών και το καφενείο των δεξιών όπου πηγαίνανε, δεν είχε κάτι άλλο σε μαγαζιά στο χωριό.
Και με ποιο τρόπο γινόντουσαν οι οικονομικές συναλλαγές στα μαγαζιά αυτά; Ποιο ήτανε δηλαδή το νόμισμα;
Είχαμε τη λίρα, η οποία είχε δέκα σελίνια. Είχε το μισό σελίνι πάλι σε νόμισμα και είχε και τα γρόσια. Δεν ξέρω εάν εκεί στα μαγαζιά, αν εξυπηρετεί να το πούμε, είχε π[00:10:00]λανόδιο που ερχότανε και πούλαγε παγωτό. Ένας πλανόδιος και επίσης είχε πλανόδιο που ερχότανε και πούλαγε ρούχα. Και ήτανε και ένας απ’ το χωριό μας σαν πλανόδιος ο οποίος είχε ένα τετράτροχο, σαν ντουλάπα αλλά με τέσσερις ρόδες που το έσπρωχνε και είχε μέσα κάτι ας πούμε έτσι φιστίκια, στραγάλια κάτι τέτοιο για μας τα παιδιά. Όποτε είχαμε κανένα φράγκο ψωνίζαμε.
Κάποιος που δεν είχε την οικονομική δυνατότητα, υπήρχε η ευκαιρία να δώσει κάτι και να πάρει κάτι, σαν ανταλλακτικό εμπόριο στα μαγαζιά;
Τα μαγαζιά τότε μπορούσες να δώσεις αυγά και επίσης οι μπουκάλες επιστρέφονταν οι γυάλινες από κόκα κόλες, από μπίρες από ό,τι έπινε ο καθένας κονιάκ τις επιστρέφαμε, και δεν ήταν απαραίτητο να πάρεις πάλι γεμάτες, μπορούσες να τις εξαργυρώσεις και επίσης τα μικρά βαζάκια που είχανε μέσα μπογιά για βάψιμο δερμάτινων παπουτσιών «στέμα» νομίζω ήτανε η μάρκα λεγότανε τότε, όταν αδειάζανε τα ξεπλέναμε και τα έπαιρναν και αυτά στα μαγαζιά και μπορούσαμε να πάρουμε κάτι.
Ποιες εκκλησίες είχε το χωριό σας, το Γέρι Λευκωσίας;
Η κεντρική εκκλησία του χωριού είναι ο Άγιος Μηνάς, όπως είπαμε στον περίβολο είχε και τις προτομές των ηρώων μας. Υπάρχει μία δεύτερη εκκλησία, είναι η Παναγία η Χρυσογεριώτισσα την οποία εκκλησία θέλανε να χτίσουνε σ’ ένα επίπεδο μέρος στο χωριό αλλά την κτίζανε και χαλούσε. Και τότε είχανε βάλει σ’ ένα κάρο άλογα και τα αφήσανε ελεύθερα. Κάνανε τρεις γύρους στο χωριό και σταματήσανε σ’ ένα λόφο, και σε κείνο το λόφο χτίσανε την εκκλησία και στο μέρος όπου προγραμματίζανε να την χτίσουνε έχουμε τώρα ένα εκκλησάκι, το εκκλησάκι της Παναγίας μας. Η εκκλησία μας αυτή είναι διατηρητέα, είναι πολύ παλιά εκκλησία και η εικόνα της επίσης είναι πάρα πολύ παλιά, έχει γίνει αναπαλαίωση στην εικόνα αλλά είναι πολύ αρχαία. Θαύματα έκανε η Παναγία μας και λέγανε ότι το χωριό μας ήταν αμιγές καταρχήν Ελληνοκύπριοι, δεν υπήρχαν Τουρκοκύπριοι γιατί υπάρχουν και μικτά χωριά στην Κύπρο υπήρχαν και χωριά αμιγώς Τουρκοκύπριοι. Και έλεγε η μητέρα μου, εγώ το άκουσα από την μητέρα μου, ότι κάποτε είχε ένας Τούρκος έρθει και κατοικήσει στο χωριό μας. Και ένα πρωί σηκώθηκε άρον άρον να φύγει γιατί λέει ότι το βράδυ πήγε η Παναγία στον ύπνο του και τον πάτησε στο λαιμό και του είπε: «Να φύγεις από το χωριό μου!». Και από τότε δεν είχαμε Τούρκους στο χωριό.
Τηλέφωνο πότε είδατε για πρώτη φορά;
Υπήρχε το κοινοτικό τηλέφωνο, αυτό θυμάμαι, τώρα δεν ξέρω από πότε το είχανε. Ήτανε ένας θάλαμος πράσινος θυμάμαι με μία συσκευή μέσα που κρεμότανε τηλεφώνου και αν ήθελε κάποιος κάτι, έδινε το τηλέφωνο του χωριού και όπου και να ήτανε έστελνε παιδί εκεί, στο καφενείο ήτανε αυτό, στο καφενείο μάλιστα των δεξιών, έστειλε εκεί... το οποίο είχε ο πρόεδρος του χωριού που το λέγαμε «ο μουχτάρης» είχε αυτό το καφενείο, και ο «μουχτάρης» έστελνε παιδί και πήγαινε στο σπίτι αυτού που τον καλούσανε και ερχόταν αυτός στο τηλέφωνο.
Τηλεόραση;
Είχαμε και ταχυδρομείο, το οποίο ταχυδρομείο πάλι πήγαινε εκεί σ’ εκείνο το ταχυδρομείο, και πηγαίναμε εμείς κάθε απόγευμα, εμείς επειδή είχαμε τον πατέρα μας στο εξωτερικό, κάθε απόγευμα μας έστελνε η μητέρα μου και πηγαίναμε να δούμε εάν είχαμε γράμμα, απ’ την «πόστα», έτσι την λέγαμε. «Ήρθε η πόστα;», εάν είχαμε γράμμα απ’ την «πόστα».
Τηλεόραση πότε είδατε;
Τηλεόραση τώρα δεν θυμάμαι πότε ακριβώς, αλλά επειδή ο πατέρας μου ήτανε μετανάστης και είχαμε κάποια οικονομική δυνατότητα, νομίζω ότι ήτανε η πρώτη τηλεόραση στο χωριό που είχαμε εμείς στο σπίτι. Ήρθε κάποια χρονιά και μας πήρε τηλεόραση, όπου εντάξει τότε ο κόσμος ήταν διαφορετικός μαζευόταν όλη η γειτονιά, ειδικά όταν είχε ελληνική ταινία. Είχε ελληνική ταινία μία φορά την εβδομάδα και μαζευόταν όλη η γειτονιά, καθόντουσαν οι μεγάλοι στις καρέκλες και εμείς τα παιδιά με μια κουβέρτα κάτω για να δούμε την ελληνική ταινία.
Ραδιόφωνο;
Ραδιόφωνο είχαμε, θυμάμαι με το ραδιόφωνο, εμείς είχαμε ραδιόφωνο στο σπίτι φαντάζομαι, δεν ξέρω εγώ το θυμάμαι το ραδιόφωνο από τότε που άρχισα να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο είχαμε το ραδιόφωνο. Και μάλιστα πολύ μικρή, ενόμιζα ότι κάποιος ήτανε κρυμμένος στο κουτί γιατί ήτανε αυτά τα μεγάλα ραδιόφωνα που είχαμε τότε από πίσω και είχε ένα πορτάκι μπροστά και εγώ περίμενα όπως μιλούσανε και «τσακ» άνοιγα ξαφνικά το πορτάκι για να δω ποιος ήταν μέσα και μιλούσε!
Εφημερίδες;
Εφημερίδες δεν θυμάμαι καθόλου. Η μητέρα μου δεν διάβαζε εφημερίδες, άκουγε πάντα τις ειδήσεις από την τηλεόραση. Οκτώ η ώρα ήταν οι ειδήσεις της τηλεοράσεως και μετά τις ειδήσεις τελείωνε το πρόγραμμα, δεν είχε άλλο πρόγραμμα η τηλεόραση.
Αυτοκίνητο και αυτοκινητιστικές μηχανές;
Και αυτοκίνητα θυμάμαι πολύ μικρή στο χωριό. Τώρα η μητέρα μου και οι ξαδέρφες μου που μου λένε, που είναι αρκετά μεγαλύτερες από μένα, ο πατέρας μου είχε αυτοκίνητο πολύ νέος και έπαιρνε τις ξαδέρφες μου και τις πήγαινε βόλτα, μετά το πούλησε και αγόρασε λεωφορείο και έκανε αυτή τη δουλειά ας πούμε, ήτανε οδηγός, τους πήγαινε ή σε εκδρομές είτε στη Λευκωσία και μετά που έφυγε για μετανάστης, έδωσε το λεωφορείο στα αδέρφια του. Και μετά, αφού έγιναν δύο τρία τα λεωφορεία κάνανε εταιρεία όλη η Λευκωσία και περιελήφθησαν εκεί και τα λεωφορεία αυτά.
Μετανάστευση, το φαινόμενο αυτό ήτανε έντονο και στο χωριό σας, στο Γέρι Λευκωσίας; Πήγανε πολλοί χωρικοί μετανάστες σε διάφορα μέρη;
Όχι τόσο έντονο, όμως πήγαν αρκετοί στην Αγγλία. Στο Σουέζ επίσης όταν έφτιαχναν την διώρυγα οι Άγγλοι, πηγαίναν Κύπριοι και δουλεύανε και δουλεύανε και στις αγγλικές βάσεις, είχανε τη δυνατότητα. Οι υπόλοιποι ήταν κτηνοτρόφοι, γεωργοί, οικοδόμοι.
Το Γέρι Λευκωσίας ήταν ένα ασφαλές μέρος εκείνη την εποχή; Υπήρχαν συχνά κλοπές ή δεν υπήρχαν κλοπές συχνά;
Ποτέ. Εγώ θυμάμαι και τα σπίτια μας τα αφήναμε και ανοικτά, δεν υπήρχε τέτοιο θέμα, ήμαστε όλοι γνωστοί μεταξύ μας. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι το ‘63 που γίναν τα γεγονότα αυτά της Κοφίνου, επειδή παραπέρα ήτανε ένα άλλο χωριό τουρκοκυπριακό, μαζεύονταν οι άνδρες τις νύκτες και πηγαίνανε και φυλάγανε σα σκοποί ας πούμε, με το όπλο μήπως κάνουν κάτι οι Τουρκοκύπριοι, αλλά ήτανε μεμονωμένο αυτό το γεγονός με τα γεγονότα της Κοφίνου τότε. Τουλάχιστον εμάς δεν μας πειράξανε στο χωριό μας, δεν είχαμε κάτι. Το μόνο που μας λέγανε πάντα να προσέχουμε πάντα οι γονείς μας ούτε από κλοπές ούτε από τίποτα, ένα κοριτσάκι στο Καϊμακλί ένα χωριό επαρχία Λευκωσίας, η Φανούλα, έπαιζε κάποτε με τα παιδιά και πήγε κάποιος εκεί που παίζανε τα παιδιά και είπε ότι κλείστηκα έξω από το σπίτι μου, ποιο παιδί θα ‘ρθει να το βάλω από το παράθυρο να μου ανοίξει. Και έτρεξε λέει η Φανούλα και αυτός την κατακρεούργησε και την πέταξε κάτω από ένα γεφύρι και την βρήκανε μετά. Και το μόνο που μας επισημαίναν πάντα ήτανε: «Αν σας πει κάποιος, δεν θα πάτε, πουθενά δεν θα πάτε». Κατά τα άλλα ήμασταν ελεύθεροι στο χωριό μας, παίζαμε μαζί όλα τα παιδιά μες τους δρόμους δεν μας ψάχνανε οι γονείς μας, δεν ανησυχούσανε, δεν...
Η αστική συγκοινωνία με ποιο τρόπο γινότανε στη Λευκωσία, το μεγάλο αστικό κέντρο που ήτανε κοντά;
Ναι, καταρχήν μόνο στην Λευκωσία είχε αστική συγκοινωνία. Για τα γύρω χωριά εάν ήθελες να πας σε άλλο χωριό έπρεπε να πας Λευκωσία και από εκεί να πάρεις το λεωφορείο που θα πήγαινε στο άλλο χωριό. Η στάση ήτανε σ’ ένα μέρος που σταματούσανε και τα λεωφορεία των άλλων χωριών οπότε μπορούσες εύκολα δηλαδή να μεταβείς στο άλλο λεωφορείο. Είχε το πρωί συγκοινωνία, δεν ήταν τόσο συχνή, ήτανε ορισμένες ώρες και περίμενες πολλές ώρες στη στάση για να ‘ρθει το λεωφορείο. Για το σχολείο όμως, το παρθεναγωγείο της Παλλουριώτισσας που ήταν θηλέων, υπήρχε λεωφορείο το πρωί που μάζευε όλα τα κορίτσια, μας πήγαινε στο σχολείο, έξω από την πόρτα του σχολείου, και επίσης λεωφορείο το μεσημέρι που περίμενε και μάζευε όλα τα κορίτσια του χωριού και τα ξαναπήγαινε πίσω στο χωριό. Στα αρρεναγωγεία[00:20:00], στα σχολεία των αρρένων δεν υπήρχε κάτι αντίστοιχο. Πηγαίναν τα παιδιά στη στάση του λεωφορείου στη Λευκωσία και από εκεί με τα πόδια στο σχολείο τους.
Θυμόσαστε να μας πείτε κάποια ιδιαίτερη συνταγή για να παρασκευαστεί ένα φαγητό;
Πολύ γνωστές είναι οι σεφταλιές. Το κυπριακό που πιστεύω ότι είναι πολύ νόστιμο και είναι μια πανεύκολη συνταγή. Όμως για να πετύχει πρέπει να ξέρεις τι κρέας να πάρεις, που πρέπει να είναι οπωσδήποτε χοιρινό με λίπος και μάλιστα στην Κύπρο τον κόβουν κιμά αλλά τον κόβουν κιμά σε μία θέση της μηχανής όπου κόβεται λίγο πιο χοντρό, όπως εδώ τον κόβουν για λουκάνικα, για να έχει κάπως το κρέας να μην είναι κιμάς κιμάς και να σπιλώσει. Βάζεις πάρα πολύ κρεμμύδι, που το νοστιμίζει και το κάνει αφράτο, μαϊντανό και αλατοπίπερο. Κάποιοι μπορεί να βάλουνε ένα αβγό, παραλλαγή της συνταγής ή λίγη φρυγανιά, όπως θέλει ο καθένας. Αυτό το φτιάχνεις σαν κεφτεδάκι μακρόστενο και το τυλίγεις σε μπόλια ή από αρνί ή από χοιρινό. Το ψήνεις πάντα σε κάρβουνα, όχι σε κουζίνα, μπορείς να το ψήσεις και σε κουζίνα, δεν θα είναι τόσο νόστιμο. Και νομίζω ότι είναι ένα διαδεδομένο εθνικό προϊόν και πολύ νόστιμο, οι σεφταλιές οι κυπριακές.
Μου έχετε πει πως στο σπίτι σας συχνά φτιάχνατε και τραχανά.
Κάθε χρόνο.
Μπορείτε να μας πείτε την διαδικασία;
Κάθε χρόνο φτιάχναμε τραχανά σ’ ένα μεγάλο καζάνι που στην αρχή βάζαμε κάτω φωτιά από ξύλα αλλά αργότερα είχανε βγει κάτι μάτια γκαζιού πολύ μεγάλα που είχανε μποτίλια με γκάζι και το μάτι ήτανε πολύ μεγάλο που άναβε, βάζαμε εκεί το καζάνι, αργότερα αυτό. Έβαζε μέσα η μάνα μου το γάλα το οποίο είχε ξινίσει, με ειδική διαδικασία σε πιθάρι πήλινο και έριχνε σπασμένο σιτάρι που το λέγαμε «κονάρι» στην Κύπρο μέσα, φαντάζομαι και ανάλογο αλάτι θα έριχνε, ανακατεύαμε αυτό και γινότανε ένας χυλός. Αυτός ο χυλός μέσα στο καζάνι επειδή ήτανε πολύς έπρεπε να κοπεί με τα χέρια, το βάζαμε στη χούφτα και σχηματίζαμε τα δάχτυλα μέσα και μετά τον ακουμπούσαμε σε ψάθινα ανοιχτά καλάθια που τα λέγαμε... μου διαφεύγει τώρα η λέξη, δεν μπορώ να τη θυμηθώ ίσως τη θυμηθώ αργότερα. Ανοιχτά ψάθινα καλάθια και μετά τα μεταφέραμε σε... ή σε ταράτσα ή σε σκεπή ό,τι είχε το κάθε σπίτι, όπου απλώναμε σεντόνια, τα αδειάζαμε εκεί, «τσέστες» τις λέγαμε. Αδειάζαμε τις τσέστες, τον τραχανά από την τσέστα απάνω στο πανί και κατεβάζαμε πάλι κάτω γιατί έπρεπε να μαζευτούν πολλές κυρίες για να κοπεί ο τραχανάς και ήτανε πολύ κόσμος στο σπίτι, ήτανε ημέρα χαράς εκείνη, γελούσανε μεταξύ τους και σε μας τα παιδιά μας άρεσε πάρα πολύ. Εμένα μου άρεσε να ανεβαίνω στη σκάλα, ήμουνα μικρή, τη ξύλινη και να ανεβαίνω στη σκεπή στην ταράτσα και να απλώνω τον τραχανά, ήτανε πολύ ευχάριστο αυτό.
Η θερμοκρασία στο χωριό σας στο Γέρι Λευκωσίας και γενικότερα στην Κύπρο πώς ήτανε;
Πιστεύω ότι πρέπει να έφτανε μέχρι και τους 48 που φτάνει και τώρα δηλαδή βαθμούς μπορεί και 50 κάποιες φορές. Ήτανε αφόρητη η ζέστη κάποιες φορές. Όταν θα πηγαίνανε στα χωράφια για θέρισμα, για τέτοιες δουλειές ή να μαζέψουν τριφύλλι για τα ζωντανά τους, πάντα φορούσαν μακρυμάνικα πουκάμισα να μην τους κάψει ο ήλιος και στο πρόσωπο μαντήλες, για να μην τους κάψει ο ήλιος και πηγαίνανε πολύ νωρίς ώστε να γυρίσουνε γιατί ήτανε πολύ ψηλές οι θερμοκρασίες, δεν υποφερόντουσαν ας πούμε τα μεσημέρια να είσαι στο χωράφι.
Όταν γινόντουσαν εκλογές στην Κύπρο κατά τη δεκαετία του 1960, θυμόσαστε να μας περιγράψετε τον τρόπο και τη διαδικασία των εκλογών; Σε ποιο μέρος πήγαιναν και ψήφιζαν;
Περίμενε. Η Κύπρος έγινε Δημοκρατία το ‘60. Τώρα δεν θυμάμαι εκεί, ήμουν δύο χρονών.
Είχατε κάνει και είχατε διάφορες εμπειρίες από διάφορες παιδικές εργασίες.
Ναι. Συνήθως στην Κύπρο προσπαθούσανε όσοι δεν είχανε δικές τους δουλειές ή ζώα ή αγροτικές δουλειές ή κάποιο μαγαζί ή κάτι που να μπορούσαν να απασχολήσουν τα παιδιά στις καλοκαιρινές διακοπές, προσπαθούσανε να τα στείλουνε κάπου τα παιδιά ώστε να συνηθίζουνε στην εργασία, να συνηθίζουνε στην αμοιβή, τη μικρή αμοιβή που θα παίρνανε, να συνηθίσουν στη διαχείριση αυτών που θα παίρνανε των χρημάτων, έστω και αν ήτανε λίγα, και προσπαθούσανε να τα στείλουνε πάντα σε δουλειές. Εγώ θυμάμαι την πρώτη φορά που έπρεπε να πάω κάπου και ήμουνα μικρή, δεν θα με παίρνανε βέβαια σε κάτι πιο σοβαρό, ήτανε ένας στο χωριό μας που είχε δέντρα, είχε αχλαδιές. Και μάζευε τα παιδιά του χωριού προκειμένου να μαζέψουν τα αχλάδια. Και εμείς σαν παιδιά πηγαίναμε με τα ξαδέρφια μου ας πούμε έτσι με παιδιά του χωριού κάναμε παρέα και αυτά, πηγαίναμε, ανεβαίναμε στις σκάλες και μαζεύαμε τα αχλάδια όλοι μαζί. Σαν παιχνίδι το κάναμε δηλαδή, μας άρεσε. Μας έδινε και το χαρτζιλικάκι μας ο κύριος που δουλεύαμε ας πούμε και ήτανε πολύ ωραίο. Μετά που μεγάλωσα λίγο περισσότερο θυμάμαι είχε έναν ξάδερφο η μητέρα μου, ήτανε ωτορινολαρυγγολόγος στη Λευκωσία και είχε δυο μικρά παιδιά. Και της ζήτησε να πάω στη Λευκωσία να του προσέχω τα παιδάκια. Και όντως πήγαινα εκεί και έδινε αυτός κάποια χρήματα τα οποία έδινε στην μητέρα μου και αγοράζαμε το χειμώνα τα σχολικά μας βιβλία, ό,τι χρειαζόμαστε για το σχολείο. Αργότερα εργάστηκα σ’ ένα εργοστάσιο, είχα πια μεγαλώσει κάπως που φτιάχνανε χωνάκια παγωτού. Στην πρώτη χρονιά που πήγα, με βάλανε στη συσκευασία, δηλαδή έτοιμα τα χωνάκια να βάζουμε το ένα μέσα στο άλλο σε ντάνα και να τα βάζουμε μέσα σε ένα χαρτοκούτι, το οποίο συσκευάζανε προκειμένου να πάνε, να πάει για εμπόριο. Την άλλη χρονιά που είχα μεγαλώσει πιο πολύ με βάλανε και στο μηχάνημα. Ήτανε ένα μηχάνημα που έριχνες μέσα χυλό και φτιαχνόταν το χωνάκι, τα χωνάκια νομίζω με ρεύμα ήταν αυτό ήτανε κάπως πιο επικίνδυνο αλλά είχα ήδη πια μεγαλώσει. Και θυμάμαι ακόμα ότι δούλεψα και μία χρονιά σ’ ένα εργοστάσιο με ρούχα. Μας βάζανε εκεί, όχι στις μηχανές και αυτά ας πούμε, για τακτοποίηση, για τέτοια πράγματα στα ρούχα να κάνουμε. Δεν είχαμε επαφή εμείς με τις μηχανές και μ’ αυτά. Δεν θυμάμαι να έχω δουλέψει και κάπου αλλού.
Θυμόσαστε να μας πείτε πώς ήταν το κλίμα όταν υπήρχε στο χωριό κάποιο θρησκευτικό πανηγύρι;
Τα θρησκευτικά πανηγύρια στο χωριό ήτανε δύο, 11 Νοεμβρίου που είναι ο άγιος Μηνάς και που ήταν το μεγάλο πανηγύρι του χωριού μας και στις 8 Σεπτέμβρη που είναι το Γενέθλιο της Παναγίας μας, που γιορτάζει η εκκλησία της Παναγίας της Χρυσογεριώτισσας. Εκεί στα πανηγύρια ερχόντουσαν, γινόταν ανταλλακτικό εμπόριο. Ερχόντουσαν όλοι φέρνανε καρύδια, φέρνανε ένα κυπριακό προιόν που λέγεται «σουτζούκος», που φτιάχνεται από σταφύλια, και ένα άλλο που λέγεται «κιοφτέρκια» και αυτό από σταφύλια, σησαμόπιτες, οπωρικά διάφορα όπως στραγάλια με σταφίδες, μαλακά στραγάλια και τέτοια. Ερχόταν ένας που έφερνε μηχανούλες που δεν ξέρω τώρα πώς τις λένε αυτές, εμείς τις λέγαμε «καζαντί» στην Κύπρο, που τραβούσες ένα μοχλό και είχε μία μπίλια η οποία πεταγότανε και πήγαινε σε διάφορα νούμερα και είχες κάρτες με νούμερα και αν το νούμερο που πήγαινε η μπίλια αντιστοιχούσε σε νούμερο στην κάρτα που κρατούσες κέρδιζες. Και είχε κάτι κουκλάκια, κάτι αγελαδίτσες, κάτι σκυλάκια. Ο κόσμος μαζευόταν πάντα στο πανηγύρι, είχε ανθρώπους που φτιάχνανε λουκουμάδες και κάτι άλλο που στην Κύπρο το λέμε «σάμισι» και είναι σαν πιτούλα και στη μέση έχει χαλβά, το κλείνεις ορθογώνια και το τηγανίζεις, και σάμισι με λουκουμάδες τους τρως παρέα ας πούμε και είχε τραπεζάκια και καθόσουνα ή μπορούσες να τους πάρεις και στο σπίτι αν ήθελες και διάφορα άλλα τέλος πάντων πολλά, ερχόντουσαν όλοι από τα χωριά και τα φέρνανε. Εμείς σαν σχολείο τότε που ήμουνα στο δημοτικό, όταν ήταν το πανηγύρι, εκλεγόταν μία επιτροπή τρία τέσσερα παιδιά, οι δάσκαλοι μας ορίζανε, είχαμε κάτι μικρά χαρτάκια τυπωμένα από «Δημοτικό Σχολείο Γερίου» τα οποία με μία καρφιτσούλα καρφιτσώναμε στο πέτο των προσκυνητών και αυτοί σ’ ένα κουτάκι μας έριχναν χρήματα, σαν κουμπαρά είχε π[00:30:00]άνω μία χαρακιά όπως έχουνε οι κουμπαράδες, μας έριχναν χρήματα εκεί και αυτά τα διαχειρίζονταν οι δάσκαλοι, τα χρήματα αυτά και συνήθως πηγαίναν στα φτωχά παιδιά. Τώρα αυτό που θυμάμαι για τα φτωχά παιδιά, θυμάμαι Χριστούγεννα και Πάσχα έπαιρναν τα μέτρα οι δάσκαλοι, έβαζαν το ποδαράκι τους σ’ ένα χαρτόνι, το σχηματίζανε οι δάσκαλοι μ’ ένα στυλό και αυτό ήτανε το μέτρο με το οποίο οι δάσκαλοι μαζεύανε από τα παιδιά και πηγαίνανε στην Λευκωσία και τους αγοράζανε παπούτσια. Αυτό συνήθως γινόταν από αυτά τα χρήματα που μαζεύαμε, δεν ξέρω εάν είχαν και άλλους χορηγούς, εμείς αυτό βλέπαμε. Αγοράζανε παπούτσια στα φτωχά παιδιά και αυτό γινότανε και στο γυμνάσιο και στο λύκειο, στα φτωχά παιδιά πάντα παίρνανε ή πουλόβερ ας πούμε ένα πουλόβερ ή παπούτσια, πάντα τα φτωχά παιδιά τα προσέχανε στο σχολείο και από αυτήν την άποψη. Όπως απ’ το συσσίτιο που είχαμε μόνο στο δημοτικό όμως.
Το 1955 ξεκίνησε ο πατριωτικός αγώνας των Κυπρίων κατά των Βρετανών. Τι συναισθήματα προκάλεσε στην τοπική κοινωνία της Κύπρου ο αγώνας της ΕΟΚΑ;
Εγώ βέβαια γεννήθηκα το ‘58, ο Αγώνας είχε λήξει αρχές του ‘59. Δεν έχω ιδία αντίληψη από αυτό, αλλά ας πούμε έζησα μετά και μεγάλωσα με τον απόηχο αυτής της Αντίστασης που έγινε κατά των Άγγλων. Αυτό που... ο απόηχος αυτής της Αντιστάσεως έδειξε ότι ήτανε σύσσωμος ο ελληνοκυπριακός λαός τότε στην ΕΟΚΑ ανεξαρτήτως ηλικίας από μικρά παιδιά μέχρι υπέργηρους, είχανε δοθεί όλοι στον Αγώνα. Είχανε μία οργάνωση, την ΟΧΕΝ, όπου ήταν η οργάνωση για τις νεανίδες, που ήτανε μέσα οι κοπέλες όλες και αυτή είχε πάρα πολλές αγωνίστριες. Δηλαδή και για προκηρύξεις να πάνε και για σ’ όλα μέσα ήτανε, ακόμη και με όπλα να μεταφέρουνε και ήτανε πολύ καλά οργανωμένη με πολύ καλούς συνδέσμους και επειδή ήτανε σύσσωμος ο λαός, νομίζω και για αυτό είχε πετύχει, στηριζόταν στα ιδανικά. Δεν θέλαν τίποτα οι Κύπριοι, θέλαν μόνο Ένωση με την Ελλάδα. Αυτό ήτανε το όνειρό τους, τουλάχιστον των τότε Κυπρίων και με αυτό μεγαλώσαμε και εμείς. Και στις διαδηλώσεις στο γυμνάσιο φωνάζαμε «Ένωση» και στο λύκειο, δεν φωνάζαμε τίποτε άλλο. Φωνάζαμε: «Όχι Διχοτόμηση, Ένωση - Ένωση». Αυτό λέγαμε και τα διάφορα τραγούδια που λέμε ήτανε για την Ένωση με την Ελλάδα. Η πλειοψηφία δηλαδή ήθελε την Ένωση, αργότερα έγινε μετά, μετά που έγιναν εκείνα τα τραγικά και ήρθαν και οι Τούρκοι και μας πήρανε. Πάντα γιορτάζαμε τον Αγώνα του ‘55-‘59 με τραγούδια, με ποιήματα, στεφάνια στους ήρωές μας και στα σχολεία μας πηγαίναν πάντα επίσκεψη στα «Φυλακισμένα Μνήματα», όπου εκεί είχαν οι Άγγλοι θάψει δεκατρείς ήρωες, γιατί φοβήθηκαν λαϊκή εξέγερση και δεν τους δώσαν στις οικογένειες και είναι εκεί τα μνήματά τους. Επισκεπτόμασταν εμείς σαν παιδιά και επίσης επισκεπτόμασταν και τα κελιά των φυλακισμένων που τους βάζαν οι Άγγλοι πριν την εκτέλεση και επίσης την αγχόνη. Αυτή, σε μένα σαν παιδί προκαλούσε μεγάλη συναισθηματική φόρτιση. Η αγχόνη που ήτανε ένα σκοινί χοντρό και από κάτω είχε μία καταπακτή η οποία ήτανε κλειστή και όταν ο αγωνιστής πατούσε στην κλειστή αυτή καταπακτή και βάζανε το κεφάλι τους στην αγχόνη μετά ανοίγαν την καταπακτή και τον κρεμάζανε, τον απαγχονίζανε οι Άγγλοι. Και αυτό εμένα σαν παιδί μου στοίχιζε πάρα πολύ, δεν ξέρω στα άλλα παιδιά. Η επίσκεψη στην αγχόνη, βέβαια είναι ένα πραγματικό γεγονός και είναι καλό να το γνωρίζουμε. Δεν ξέρω από τόσο μικρά παιδιά εάν είναι σωστό.
Ξεκινήσατε τη φοίτησή σας στο Δημοτικό Σχολείο Γερίου ποια χρονολογία; Το 1964;
Το ’68 ήμουνα στην τετάρτη τάξη, τότε που χάσαμε τον πατέρα μας. Οπότε πρέπει ‘64, ’65, ’67, ‘68, ναι, ναι, δηλαδή ‘63-‘64 πρέπει να ήμουν πρώτη τάξη.
Θυμόσαστε να μας πείτε ενδεικτικά κάποια μαθήματα που κάνατε στο δημοτικό σχολείο;
Ανάγνωση, γραφή, μαθηματικά, μουσική. Είχαμε και απογευματινό σχολείο εμείς τότε που κάναμε σχολικό κήπο, κάναμε τεχνικά, οικοκυρικά στην πιο μεγάλη τάξη όμως, τρίτη, τετάρτη κάναμε οικοκυρικά και φτιάχναμε κρεμούλες, τηγανίζαμε πατάτες μας μαθαίναν αυτά τα πράγματα, από τρίτη δημοτικού ξεκινάγαμε και τα οικοκυρικά. Γυμναστική, ιστορία, γεωγραφία, γραμματική. Γραμματική ήτανε χώρια, ναι.
Θυμόσαστε τους δασκάλους σας στο δημοτικό σχολείο;
Στην πρώτη τάξη ήταν η κυρία Μάρω. Μια πολύ γλυκιά και πολύ όμορφη δασκάλα. Στην δευτέρα τάξη ήτανε η κυρία Αντρούλα, η οποία ήτανε πάρα πολύ καλή αλλά όχι τόσο όμορφη. Και στην τρίτη και τετάρτη ήταν ο κύριος Μιλτιάδης και δεν ξέρω αν αυτό πρέπει να το πω για να καταλάβετε την παιδαγωγική της εποχής μας. Θυμάμαι μία φορά ο κύριος Μιλτιάδης μας διάβαζε την ανάγνωση πρώτα αυτός μία φορά στην τάξη όταν ήταν να μας παραδώσει το μάθημα και ήθελε να έχουμε απόλυτη ησυχία. Εμείς στο βάθος της τάξης υπήρχε ένας κάλαθος αχρήστων, όπου σηκωνόμασταν για να ξύσουμε το μολύβι μας όταν η μύτη του δεν ήτανε τόσο, δεν έγραφε τόσο καλά. Και μία μέρα θυμάμαι ο κύριος Μιλτιάδης διάβαζε και σηκώθηκε ένα παιδί, ένα αγόρι να ξύσει το μολύβι του. Και θύμωσε τόσο πολύ ο κύριος Μιλτιάδης που σηκώθηκε από την έδρα, τον χτύπησε και θυμάμαι τις κλωτσιές που του έδινε στο πάτωμα του παιδιού γιατί σηκώθηκε να ξύσει το μολύβι του. Αυτή την παιδαγωγική είχαμε εμείς. Όπως και την παιδαγωγική με μία βέργα αρκετά χοντρή να μας χτυπάνε στα χέρια για κάθε ορθογραφικό λάθος ή για κάτι άλλο που είχαμε κάνει σκανδαλιά. Συγγνώμη, δεν σας είπα πέμπτη και έκτη είχα τον κύριο Σταύρο Κατσαντώνη, που ήτανε αυστηρός δάσκαλος αυτός.
Θυμόσαστε τους συμμαθητές σας στο δημοτικό;
Ξεκινήσαμε με αρκετά παιδιά αλλά επειδή εμείς τότε αν κάποιος δεν είχε μάθει καλά την ύλη της τάξης στην οποία φοιτούσε, δεν προαγότανε στην επόμενη τάξη, και έτσι τους έχανα κατά διαστήματα. Θυμάμαι αρκετούς. Και επειδή ήμασταν και γειτονάκια ή ήμασταν ξαδερφάκια οι πιο πολλοί τους θυμάμαι. Μπορώ να πω τους θυμάμαι.
Όταν δίνατε προαγωγικές εξετάσεις και περνάγατε από τη μία τάξη του δημοτικού σε μία άλλη τάξη του δημοτικού με βάση τον βαθμό σας, όλη αυτή η διαδικασία σας δημιουργούσε κάποιο άγχος σε εσάς ή δημιουργούσε κάποιο άγχος στα υπόλοιπα παιδιά, στους συμμαθητές σας;
Εμείς τότε δεν είχαμε προεισαγωγικές ας πούμε για να πας από τη μία τάξη στην άλλη. Ήτανε η εικόνα που είχε ο δάσκαλος για σένα. Ή σε θεωρούσε ο δάσκαλος ικανό να προαχθείς ή θεωρούσε ότι έπρεπε να κάτσεις ένα ή και δύο ή και τρία χρόνια στην ίδια τάξη γιατί δεν ήσουν για να προχωρήσεις. Και αυτό είχε σαν συνέπεια ας πούμε εάν κάποιο παιδί έμενε πολλά χρόνια στην ίδια τάξη, να κατανοήσουν και οι γονείς του ότι θα έπρεπε να επιλέξουν κάποια άλλη εργασία για το παιδί τους, και να μην επιμένουν να πηγαίνει στο σχολείο όπως δυστυχώς γίνεται σήμερα και τους προάγουν όλους και τελικά δεν είναι όλοι για τη μόρφωση.
Ποιο ήτανε το σχολικό σας ωράριο στο δημοτικό; Ποια ώρα ξεκινούσαν τα μαθήματα στο περίπου;
Νομίζω 8 με 12, ή 8 με 1 δεν το θυμάμαι αυτό ακριβώς και είχαμε και το απόγευμα 3 με 5. Πηγαίναμε στο σπίτι, τρώγαμε, ξεκουραζόμασταν και ξαναπηγαίναμε το απόγευμα στο σχολείο όχι όμως όλες τις ημέρες 3 με 5.Κάποια απογεύματα είχαμε σχολείο.
Και πριν ξεκινήσετε το σχολικό σας μάθημα, κάνατε τη θρησκευτική σας προσευχή; Λέγατε τον Εθνικό Ύμνο; Πώς ξεκίναγε το μάθημά σας;
Θυμάμαι ότι κάναμε προσευχή. Την προσευχή όμως την κάναμε στην τάξη μας, όχι στο προαύλιο. Η κάθε τάξη, στην τάξη της μέσα. Εθνικό Ύμνο νομίζω ότι μόνο στις Εθνικές Εορτές λέγαμε, δεν θυμάμαι να τον λέγα[00:40:00]με κάθε πρωί.
Είχατε κάποιο σχολικό συσσίτιο στο δημοτικό σας;
Ναι, ψωμί και τυρί. Είχαμε ψωμί και τυρί βάλιου, βάλιου, βάλιουμ, κάπως έτσι, ήταν ένα μαλακό τυρί. Αυτό μόνο, δεν θυμάμαι εάν είχαμε και ένα ποτήρι γάλα, αυτό θυμάμαι αυτό. Αυτό και όχι πάντα. Κάποιες χρονιές, όχι πάντα.
Και με ποιον τρόπο θερμαινόντουσαν οι τάξεις σας στο δημοτικό;
Παγώναμε. Δεν είχε θέρμανση, Τα χέρια μας κοκαλιάζανε και μελανιάζανε. Βέβαια δεν έχει και πάρα πολύ κρύο η Κύπρος αλλά το χειμώνα οπωσδήποτε κάποιες μέρες ήθελε ένα θερμαντικό μέσο. Δεν είχαμε θέρμανση καθόλου.
Θυμόσαστε να μας πείτε κάποια μέρη που πηγαίνατε εκδρομές ή περιπάτους με το δημοτικό σας σχολείο;
Με το δημοτικό σχολείο μας πηγαίνανε στα «Φυλακισμένα Μνήματα», στο μουσείο «Αγώνα» στην Λευκωσία που ήτανε στην Αρχιεπισκοπή, μας πηγαίνανε σε μερικά ως Χοιροκοιτία ας πούμε που είναι στο Κούριο που είναι αρχαιολογικοί χώροι θα λέγαμε, στην Παναγία της Ασίνου που είναι και αυτή νομίζω διατηρητέα κιόλας και ιστορικό μνημείο με τοιχογραφίες σπάνιες. Τώρα δεν θυμάμαι αν μας πηγαίναν και κάπου αλλού. Μας πήγανε στου Μαχαιρά στο κρησφύγετο του Αυξεντίου αν μας πήγαν στο δημοτικό ή στο γυμνάσιο αυτό δεν το θυμάμαι.
Και ποια ήτανε η ενδυμασία σας καθώς πηγαίνατε στο σχολείο σας, στο δημοτικό;
Και στο δημοτικό και στο γυμνάσιο που ήταν εξατάξιο τότε, όπως λέμε σήμερα γυμνάσιο-λύκειο είχαμε σχολική ποδιά εμείς και τα αγόρια είχαν σχολική στολή και μάλιστα πιο παλιά, ο αδερφός μου θυμάμαι που γεννήθηκε το ‘52 είχανε και πηλήκιο τα αγόρια. Εμείς, τα δικά μας παιδιά δεν είχανε πηλήκιο.
Μπορείτε να μας περιγράψετε το σχολικό σας κτίριο, το δημοτικό στο Γέρι Λευκωσίας;
Το δημοτικό στο Γέρι Λευκωσίας είχε δύο αίθουσες, όπου στη μία, δύο αίθουσες, τέσσερις αίθουσες σαν ισόγειο ας πούμε. Ήτανε σε δύο επίπεδα. Είχε τέσσερις αίθουσες. Εκεί στεγαζόταν η πρώτη τάξη σε μία αίθουσα, η δευτέρα και η πέμπτη και η έκτη σε αυτές τις τέσσερις αίθουσες. Μάλιστα η μία ήταν τεράστια και είχε χώρισμα με πόρτες οι οποίες ανοίγανε μετά για να γίνει οι γιορτές ας πούμε και αυτά. Η τρίτη και η τετάρτη τάξη, το λέγαμε «στο πάνω σχολείο» ήτανε σ’ ένα ύψωμα, δηλαδή απλά ήτανε στο επίπεδο ήτανε οι τέσσερις τάξεις και μετά στο ύψωμα επάνω αφού ανέβαινες ήτανε οι δύο τάξεις αλλά είχανε κοινό χώρο, δεν ήτανε περιφραγμένος βέβαια αλλά μπορούσες να κατέβεις από το πάνω σχολείο στο κάτω ας πούμε για να παίξουμε σαν παιδιά. Είχε ένα χώρο που ήτανε διαμορφωμένος για «σχολικούς κήπους», έτσι τους λέγαμε, ήτανε ορθογώνια έκταση όχι πολύ μεγάλη και ήτανε χωρισμένη σε πιο μικρά ορθογώνια και κάναμε ομάδες. Τρία παιδιά, δύο παιδιά ή και ένα παιδί αν θεωρούσε ότι ήτανε άξιο μόνο του, πολλά παιδιά ήτανε μόνα τους και κάναμε το λεγόμενο «σχολικό κήπο». Ήτανε απασχόληση που γινόταν το απόγευμα αυτή, φυτεύαμε εκεί κρεμμυδάκια, φακές, φασόλια διάφορα αυτά, τον σκαλίζαμε τον περιποιούμαστε τον κήπο, βάζαμε γύρω γύρω πετρούλες ή τουβλάκια μικρά για να ξεχωρίζει ο καθένας τον δικό του και μετά οι δάσκαλοι ας πούμε ανακηρύσσανε τον πιο καλό σχολικό κήπο και έπαιρνε βραβείο ας πούμε το παιδί ανάλογα. Φαντάζομαι και μες στις βαθμολογίες θα τα υπολογίζανε αυτά.
Οι σχολικές σας αίθουσες με ποιον τρόπο φωτιζόντουσαν;
Είχαμε ρεύμα τότε. Είχε έρθει το ρεύμα στο χωριό και είχαμε λάμπα ηλεκτρική.
Είχατε τακτικό εκκλησιασμό με το σχολείο σας στο δημοτικό;
Εκτός από τις γιορτές των Τριών Ιεραρχών και αυτά που μας πήγαιναν συνοδεία δασκάλων, ήμαστε υποχρεωμένοι κάθε Κυριακή να εκκλησιαζόμαστε σαν παιδιά. Έπρεπε να έχουμε δικαιολογία γιατί δεν πήγαμε. Ή να ήμασταν άρρωστοι ή δεν ξέρω κάποια παιδιά να είχανε ασχολίες, να ‘χαν πρόβατα ας πούμε να τα ‘παιρνε ο πατέρας τους στα πρόβατα, αλλιώς, αν δεν είχαμε κάποια σοβαρή δικαιολογία, τη Δευτέρα, την Κυριακή στην εκκλησία ερχόταν και ένας δάσκαλος, όχι συνοδεία. Εμείς πηγαίναμε ο καθένας μόνος του, αλλά εκεί είχαμε έναν δάσκαλο που μας τακτοποιούσε σε κάτι παγκάκια πώς να καθόμαστε, να καθόμαστε ήσυχα να μην κάνουμε φασαρία. Και την Δευτέρα, έπαιρνε παρουσίες ο δάσκαλος ποια παιδιά λείπανε, και την Δευτέρα μας ρώταγε ο διευθυντής ποια παιδιά δεν πήγανε. Αν κάποια δεν ομολογούσανε, θα αναγκαζόταν να προσφύγει στο παρουσιολόγιο. Συνήθως λέγαν τα παιδιά και όποιο παιδί δεν είχε πάει, έπρεπε να φάει το ξύλο του μέσα στις χούφτες.
Ποιες ήταν οι σχολικές σας εορτές στο δημοτικό;
25η Μαρτίου, 28η Οκτωβρίου, 1η Απριλίου αυτές οι γιορτές γίνονταν με σκετς, ποιήματα, τραγούδια από το δημοτικό βέβαια. Από την πρώτη δημοτικού ακόμα κάναμε όλα τα παιδιά συμμετείχαμε τα πιο πολλά παιδιά. Των Τριών Ιεραρχών που είχαμε και εκεί ποιήματα, τραγούδια ήταν η γιορτή των Τριών Ιεραρχών, την γιορτάζαμε. Κάναμε βέβαια στο τέλος τη λήξη της σχολικής χρονιάς πάλι με γιορτές, με τραγούδια με ποιήματα και κάναμε και τις γυμναστικές επιδείξεις στο τέλος της χρονιάς.
Και στην τοπική θρησκευτική εορτή της Κύπρου;
Ήτανε αργία του αγίου Βαρνάβα, που είναι ο προστάτης της εκκλησίας της Κύπρου αλλά δεν κάναμε γιορτή. Δεν κάναμε ας πούμε σχολική γιορτή στον απόστολο Βαρνάβα που ήτανε όπως και στον άγιο Μηνά ήτανε γιορτές εκκλησιαστικής φύσεως ας πούμε, αλλά δεν κάναμε σκετς και τέτοια, δεν κάναμε.
Και μου είχατε πει πως είχατε έναν θεσμό, το λεγόμενο «σχολικό ταμιευτήριο». Με ποιον τρόπο λειτουργούσε αυτός ο θεσμός;
Τότε ήτανε η λεγόμενη «Συνεργατική Τράπεζα» που υπήρχε στα χωριά στην Κύπρο, που την είχανε φτιάξει το κάθε χωριό με τα χρόνια μόνο του, αποταμιεύοντας και δίνοντας δάνεια. Ήτανε μεταξύ των χωριανών δηλαδή και υπήρχε ένα συμβούλιο που εκλεγόταν από τους χωριανούς μας. Και είχε έναν γραμματέα αυτή η συνεργατική και μας εξέδιδε βιβλιαράκια, βιβλιάριο ταμιευτηρίου σε όλα τα παιδιά. Όλα τα παιδιά του δημοτικού είχαμε βιβλιάριο ταμιευτηρίου το οποίο κρατούσε ο δάσκαλος και κάθε Δευτέρα ό,τι είχε το κάθε παιδί, ό,τι μπορούσαν οι γονείς να του δώσουνε του δίνανε και το πήγαινε στον δάσκαλο και το έβαζε στο ταμιευτήριο. Του έγραφε ότι έβαλε ένα σελίνι το τάδε παιδί, όποια παιδιά είχανε. Μην φανταστείτε ποσά, γιατί το χωριό ήτανε φτωχό, ήμαστε φτωχά παιδιά αλλά συνηθίζαμε στην αποταμίευση ας πούμε και κάτι μαζεύτηκε, λίγα πράγματα. Όποιο παιδάκι είχε θυμάμαι θέλαμε όλοι να βάλουμε, ντρεπόμασταν δηλαδή άμα δεν είχαμε να δώσουμε στο ταμιευτήριο κάτι σαν παιδιά. Είχαμε και τη σχολική καθαριότητα. Κάθε πρωί έπρεπε να έχουμε το μαντηλάκι μας επάνω στο θρανίο διπλωμένο, καθαρό και βάζαμε πάνω δίπλα στο μαντηλάκι μας τα χέρια μας και περνούσε ο δάσκαλος για να δει τα νύχια μας αν ήτανε κομμένα, αν ήτανε καθαρά και το μαντηλάκι μας πλυμένο καθαρό να έχουμε όλοι γιατί δεν είχαμε χαρτομάντηλα τότε εάν οτιδήποτε χρειαζότανε έπρεπε με το μαντηλάκι το υφασμάτινο να σκουπιστούμε.
Και συνεχίσατε τη φοίτησή σας στο σχολείο σε ποιο γυμνάσιο;
Στο Γυμνάσιο Παλλουριώτισσας. Σε κείνο πηγαίναν από το χωριό μας με λεωφορείο όλα τα παιδιά δεν είχε, μπορούσες να πας και κάπου αλλού αλλά θα έπρεπε να βρεις μέσο να μεταφερθείς.
Ήτανε γυμνάσιο θηλέων;
Ήτανε θηλέων γυμνάσιο και με προεισαγωγικές εξετάσεις θα πήγαινες στο γυμνάσιο, αλλιώς εάν δεν πετύχαινες μαθηματικά, νέα ελληνικά, έκθεση, εάν δεν πετύχαινες δεν μπορούσες να πας στο γυμνάσιο.
Με βάση αυτά που μας είπατε με το δημοτικό, γυμνάσιο πήγατε το 1971. Σωστά;
Τότε ναι, ‘70-‘7[00:50:00]1 εκεί, τη σχολική χρονιά
Και τι μαθήματα διδαχθήκατε στο γυμνάσιο;
Μαθηματικά, νέα ελληνικά, δεν θυμάμαι εάν η έκθεση νομίζω και η έκθεση ήτανε στα νέα ελληνικά δεν είχαμε τότε χωρισμένα εμείς, αρχαία ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά, τα αγγλικά τα είχαμε και στο δημοτικό, σαν ξένη γλώσσα, και στο γυμνάσιο είχαμε δύο ξένες γλώσσες αγγλικά-γαλλικά, γεωγραφία, ιστορία, ελληνική ιστορία πάντα και τα βιβλία από την Ελλάδα βέβαια τα χορηγούσανε.
Ήτανε δωρεάν η χορηγία των σχολικών βιβλίων;
Τα σχολικά βιβλία ήταν δωρεάν, απλά η φοίτηση ας πούμε έπρεπε να πληρώσεις ένα το λεγόμενο «σχολικό φόρο». Ένα ποσό που έπρεπε να το πληρώσεις για να πας στο σχολείο, μικρό βέβαια, αλλά ήτανε φόρος. Είχε και ιδιωτικά σχολεία, εκεί ήτανε πιο μεγάλη η οικονομική επιβάρυνση για να πας. Πηγαίναμε στο δημόσιο σχολείο αλλά έπρεπε να πληρώσουμε τον σχολικό φόρο.
Είχατε δημιουργήσει φιλικές παρέες στο γυμνάσιο;
Είχα και φιλικές παρέες παρόλο ότι είχα και συμμαθήτριες από το δημοτικό ας πούμε που πήγαμε στο γυμνάσιο μαζί. Κάναμε παρέα και με άλλα κορίτσια στο γυμνάσιο.
Και τι κατευθύνσεις μπορούσατε να πάρετε στο γυμνάσιο;
Το Γυμνάσιο Παλλουριώτισσας είχε δύο κατευθύνσεις. Ή θα πήγαινες κλασσικό ή θα πήγαινες εμπορικό. Δηλαδή για φιλολογικές σχολές, νομικές αυτά όλα έπρεπε να πας στο κλασικό όπου διδάσκονταν και τα λατινικά που δεν διδάσκονταν ούτε σε άλλη κατεύθυνση ούτε σε άλλη τάξη στα σχολεία. Ή θα πήγαινες εμπορικό όπου είχε και κάποια μαθήματα οικονομικά ή λογιστικά τέτοια στο τμήμα αυτό, αν ήθελες να πας σε σχολές, οικονομικές σχολές. Όμως στην Κύπρο είχαν μεγάλη πρόσβαση κάποια λογιστικά πτυχία, όπως ήτανε το «Higher» και το «Elementary» αγγλικά, εγώ δεν ασχολήθηκα με αυτά αλλά ξέρω κάποιους που πήγανε εμπορικό που δίνανε ας πούμε κάτι αντίστοιχα ας πούμε αν στα ξενόγλωσσα εδώ υπάρχει το «Proficiency» ας πούμε εκεί το «Higher» ήταν κάτι αντίστοιχο σε εμπορικούς όρους όμως. Έπαιρναν το «Higher» εκεί για κάποιον που δεν ήθελε να ακολουθήσει ας πούμε σπουδές, ανώτερες σπουδές γιατί στην Κύπρο δεν είχε και πανεπιστήμια τότε. Υπήρχε το Τεχνολογικό Ινστιτούτο και η Παιδαγωγική Ακαδημία που μπορούσες να βγεις δάσκαλος και από το Τεχνολογικό Ινστιτούτο εκεί σαν αρχιτέκτονες, μηχανικοί ας πούμε σαν ανωτέρα όχι ανωτάτη, σαν ανωτέρα σχολή ας πούμε και για αυτό όποιος ήθελε να σπουδάσει έπρεπε να φύγει από την Κύπρο.
Η σχολική ποδιά εξακολουθούσε να υφίσταται και στο γυμνάσιο;
Και στο γυμνάσιο και στο λύκειο. Και τα αντίστοιχα στα αγόρια, είχανε ας πούμε κάποια αντίστοιχη στολή τα αγόρια.
Και εσείς ποια κατεύθυνση αποφασίσατε να ακολουθήσετε;
Εγώ ήθελα να ακολουθήσω πρακτικό, το οποίο δεν υπήρχε στην Παλλουριώτισσα και έπρεπε να κάνω μεταγραφή σε κάποιο σχολείο που να υπάρχει. Το πιο κοντινό ας πούμε σε εμάς ήτανε το Παγκύπριο Γυμνάσιο που ήτανε αρρένων και έκανα μεταγραφή εκεί για να πάω στο πρακτικό τμήμα.
Μπορείτε να μας περιγράψετε το σχολικό κτίριο του Γυμνασίου Θηλέων της Παλλουριώτισσας στην Λευκωσία;
Δεν το θυμάμαι ακριβώς αλλά θυμάμαι ότι είχε πολύ μεγάλο προαύλιο και είχε αρκετές τάξεις. Δεν θυμάμαι αν ήτανε, αν ήτανε ισόγειες ή αν είχε και πρώτο όροφο δεν το θυμάμαι αυτό.
Το σχολικό κτίριο του Παγκύπριου Γυμνασίου Λευκωσίας;
Το Παγκύπριο είχε πιο μικρή έκταση σε προαύλιο χώρο. Έχει και μία προτομή μπροστά αλλά δεν θυμάμαι ποιανού είναι. Λένε ότι είναι και το αρχαιότερο γυμνάσιο, είχε τη λεγόμενη «Σεβέρειο Βιβλιοθήκη» που ήτανε πολύ γνωστή στην Κύπρο και είχε πάρα πολλά βιβλία και πρέπει να ήτανε από πολύ παλιά, όπου μπορούσαμε να δανειζόμαστε βιβλία. Και τώρα θυμήθηκα ότι στο χωριό μας γύρναγε από το Υπουργείο Παιδείας η λεγόμενη «κινητή βιβλιοθήκη», που ήτανε ένα αυτοκίνητο με έναν υπάλληλο και ερχόταν στο χωριό και δανειζόμασταν βιβλία. Δανειστική βιβλιοθήκη, και είχαμε δανειστική βιβλιοθήκη και στο δημοτικό σχολείο. «Τζέιν Έιρ», «Μεγάλες Προσδοκίες» κάποια βιβλία που θυμάμαι ας πούμε τα είχαμε και στο σχολείο μας και επίσης στη δανειστική βιβλιοθήκη μπορούσαμε να πάρουμε και μια φορά την εβδομάδα ερχότανε, κάθε Σάββατο νομίζω και αλλάζαμε τα βιβλία αν τα είχαμε διαβάσει, από το Υπουργείο.
Ήτανε γενικά εύκολη η μετάβασή σας από το Γυμνάσιο Θηλέων Παλλουριώτισσας στο Παγκύπριο Γυμνάσιο Λευκωσίας;
Να πω ότι τότε σε εκείνη την ηλικία της εφηβείας δεν είχα ας πούμε, δεν θεωρούσα ότι θα υπήρχε κάποιο πρόβλημα. Όταν πήγα στο γυμνάσιο αυτό, ήτανε ευτύχημα διότι κάναμε μαζί με μία άλλη, όχι συμμαθήτριά μου, συγχωριανή μου και πήγαμε μαζί. Αλλιώς τον πρώτο χρόνο μέχρι να γνωρίσω τους συμμαθητές, τις συμμαθήτριες να έχω κάποια σχέση μαζί τους, δυσκολεύτηκα λιγάκι. Είχα όμως αυτή τη συμμαθήτρια και έτσι μαζί ας πούμε εγκλιματιστήκαμε εκεί. Δεν είχα ιδιαίτερα προβλήματα γιατί εντάξει όπως είχαμε δασκάλους, καθηγητές και καθηγήτριες στο γυμνάσιο είχαμε και στο λύκειο ας πούμε, στο γυμνάσιο το Παγκύπριο, δεν ήτανε κάτι διαφορετικό. Ήμασταν όλοι έτσι παιδιά τότε, δεν είχαμε κάτι να χωρίσουμε, κάναμε παρέα στα διαλείμματα και αυτά, απλά αυτοί στις αρχές τον πρώτο μήνα μέχρι να καταλάβεις τις αίθουσες, τα παιδιά εκεί και να εγκλιματιστείς λίγο. Μετά δεν είχα κανένα πρόβλημα, ήταν πολύ καλά παιδιά όλα τους εκεί.
Ενότητα 3
Η πανεπιστημιακή φοίτηση στην Ελλάδα, μέσα δεκαετίας 1970 και αρχές δεκαετίας 1980
00:57:19 - 01:26:16
Και καθώς περνάει ο καιρός πλησιάζουμε στην χρονιά που αποφασίσατε να δώσετε εξετάσεις.
Ναι.
Το 1976.
Ναι
Πού θέλατε να περάσετε με εξετάσεις;
Οι εξετάσεις ήθελα ή δασκάλα ή ιατρική. Έδωσα στην Παιδαγωγική Ακαδημία παίρνανε ορισμένο αριθμό, μόνο όσους δασκάλους θα χρειαζόντουσαν στην Κύπρο υπήρχε ένα σαν ελεγχόμενο σύστημα. Πρέπει να έδωσα, το ήθελα πάρα πολύ. Δεν το θυμάμαι ακριβώς αλλά πρέπει να έδωσα εξετάσεις και να μην πέτυχα στην Παιδαγωγική Ακαδημία. Πρέπει να έδωσα εξετάσεις. Στις παγκύπριες εξετάσεις, στις οποίες έπρεπε να παρακαθίσουμε προκειμένου να έρθουμε στα ελληνικά πανεπιστήμια, οι οποίες παγκύπριες εξετάσεις είχανε θεσμοθετηθεί τότε, γιατί πριν τον πόλεμο του ‘74 μπορούσες να έρθεις σε όποιο ελληνικό πανεπιστήμιο ήθελες χωρίς εξετάσεις. Και πιστεύω ότι αυτό γινότανε επειδή δεν υπήρχε μεγάλη προσέλευση σε πανεπιστήμια. Αλλά μετά το ‘74,υπήρξε μια νοοτροπία στην Κύπρο να διώξουμε τα παιδιά από το νησί ενόψει των γεγονότων που είχαν γίνει με την τουρκική εισβολή, σκοτωμοί, βιασμοί και όλα αυτά, όσο γίνεται τα παιδιά να φύγουν απ’ το νησί. Το ‘74 που είχε τελειώσει η αδερφή μου, ήτανε ελεύθερη η πρόσβαση στα πανεπιστήμια. Από το χωριό μας φύγαν πάρα πολλά κορίτσια και ήρθανε στην Ελλάδα, στην Αθήνα συγκεκριμένα με την πρόφαση ότι θα σπουδάσουνε και για να φύγουν απ’ το νησί γιατί δεν ξέραμε τι θα γινόταν με τα γεγονότα. Και ειδικά κορίτσια, γιατί τα αγόρια ήταν υποχρεωμένα να κάνουν το στρατιωτικό τους και μετά να φύγουνε. Αν δεν κάνεις την στρατιωτική σου θητεία, δεν μπορείς να φύγεις. Και ισχύει και τώρα αυτό στην Κύπρο. Δίνουν ας πούμε παγκύπριες, κατοχυρώνουν τη θέση, κάνουν την εγγραφή αλλά θα ‘ρθούνε μετά, τώρα είναι δεκατέσσερις μήνες η θητεία στην Κύπρο τότε ήταν δύο χρόνια, που θα τελειώνουν το στρατιωτικό, τη στρατιωτική θητεία. Εφαίνεται ότι ήρθε αθρόα προσέλευση στα ελληνικά πανεπιστήμια δεν μπορούσε να μας απορροφήσουμε και αποφασίσανε να δώσουνε ορισμένες θέσεις για κάθε σχολή. Ήτανε περιορισμένες πολύ οι θέσεις τότε που δώσανε στους Κύπριους, εγώ βέβαια εντάξει πήρα την βάση αλλά δεν έφτασα στο επίπεδο που έπρεπε με τα μόρια για να[01:00:00] μπω σε ιατρική σχολή και πήγα σε μια άλλη σχολή που μου επέτρεψαν τα μόριά μου, ήτανε στα ΚΑΤΕΕ τότε στο Αιγάλεω, εδώ στην Αθήνα «Marketing», Τμήμα «Marketing». Εντελώς δηλαδή αντίθετο αλλά λέω ας πάω εκεί και θα δω τι θα αποφασίσω. Να δω πώς θα διαμορφωθούν και οι θέσεις, τι θέσεις θα δώσουνε του χρόνου μπορεί να δώσουν πιο πολλές ή του άλλου χρόνου. Μετά όμως είδα ότι συνεχιζόντουσαν να είναι μειωμένες οι θέσεις που δίνανε στην ιατρική που εγώ ήθελα συγκεκριμένο κλάδο και είδα ότι ήτανε πιο πολλές οι θέσεις φιλολογικά μαθήματα, φιλολογικά, νομικές τέτοια. Είχα όμως εγώ ένα κώλυμα τότε, γιατί ήθελα οπωσδήποτε να πάω σε ανώτερο πανεπιστήμιο, στην ιατρική δεν γινότανε και αποφάσισα να πάω σε φιλολογικά μαθήματα ας πούμε. Του «κλασσικού τμήματος» όπως λέγαμε τότε. Είχα ένα κώλυμα τότε, όπως σας είχα πει τα λατινικά διδάσκονταν μόνο στο κλασικό τμήμα, για τρία χρόνια. Δηλαδή τετάρτη, πέμπτη και έκτη γυμνασίου αντίστοιχες τάξεις λυκείου σήμερα, πρώτη, δευτέρα, τρίτη. Και έπρεπε για να συμμετάσχω να μάθω λατινικά. Δεν ήθελα όμως να παρατήσω και τη σχολή του «Marketing», ήταν μόνο δύο χρόνια τότε το ΚΑΤΕΕ και έλεγα δεν ξέρεις. Μπορεί κάπου να σου χρειαστεί και αυτό το πτυχίο, είναι μόνο δύο χρόνια, δεν θα δώσεις την επόμενη χρονιά, θα δώσεις την μεθεπόμενη, δεν χάνεις κάτι. Και αφού είχα αποφασίσει ότι θα δώσω και σε τέτοιες σχολές έπρεπε να φροντίσω να μάθω και λατινικά. Οικονομική άνεση δεν υπήρχε για φροντιστήρια και τέτοια τότε και αποφάσισα τη δεύτερη χρονιά, προσπαθούσα να δίνω τα μαθήματα τον Ιούνιο στο «Marketing» να τα περνάω ώστε να μην έχω εκκρεμότητες για να μπορέσω να διαβάσω συγχρόνως και για αυτά. Το ‘77 τα πέρασα τον Ιούνιο, κατέβηκα στην Κύπρο, επήρα ύλες και τέτοια θέματα για να δω περίπου πού κινούνται, ξαναγύρισα στην Αθήνα, ήτανε έτη τότε δεν ήτανε εξάμηνα και τα δίναμε τον Ιούνιο τα μαθήματα. Μόνο αν χρώσταγες τα έδινες τον Φεβρουάριο, αν δεν πέρναγες του Ιουνίου κάποια μαθήματα. Το ‘78 έδωσα τα μαθήματα τον Ιούνιο και έφυγα και πήγα στην Κύπρο. Εντωμεταξύ, είχα ένα μήνα, δύο, διορία για να κάνω έτσι μία αυτή, είχα πάρει μία άνευ διδασκάλου, ένα βιβλίο άνευ διδασκάλου για εκμάθηση λατινικών, είχα δει ποια ήτανε η ύλη, έμαθα τα κείμενα πολύ καλά που αυτά μπορούσες να τα μάθεις παπαγαλία την ερμηνεία ας πούμε και προσπαθούσα και γραμματική στα λατινικά από εκείνο το βιβλίο. Παρακάθισα στις εξετάσεις τότε, ήτανε φιλολογικές σχολές ήτανε και νομική. Νομίζω ότι οι φιλολογικές σχολές είχαν πιο ψηλή βαθμολογία, αν θυμάμαι καλά γιατί εμένα με κατατάξαν στην Νομική. Πέτυχα στη Νομική. Εντωμεταξύ εγώ είχα φύγει από την Κύπρο μόλις έδωσα τις παγκύπριες, γιατί έπρεπε να έρθω εδώ να δω τι γίνεται με τη σχολή. Με τα μαθήματα, ποια πέρασα, αν κάποιο κόπηκα. Είπαμε και τα οικονομικά πάρα πολύ δύσκολα και πώς θα γινόταν και η μετάβαση γιατί τελικά πέρασα στη Νομική Θεσσαλονίκης.
Και μπορείτε να μας πείτε ενδεικτικά κάποια μαθήματα που παρακολουθήσατε στο Τμήμα «Marketing» του ΚΑΤΕΕ στο Αιγάλεω;
Τεχνική πωλητού, είχα συμμετάσχει σε ένα γκάλοπ, ας το πούμε. Και μπαίναμε μέσα, είχαμε ερωτηματολόγιο και κάναμε ερωτήσεις και μας απαντούσανε «πόσα σούπερ μάρκετ έχετε στην περιοχή σας;» ας πούμε, «ποια είδη νομίζετε ότι θα έπρεπε από τα σούπερ μάρκετ να προμηθεύεστε;», δεν υπήρχαν τότε κρεοπωλεία, ψαράδικα και τέτοια μέσα, ιχθυοπωλεία, στα σούπερ μάρκετ. Είχαμε ερωτηματολόγιο, ασχοληθήκαμε τότε με αυτό. Ένας καθηγητής μας ήτανε, δεν θυμάμαι ο Νικόλαος Καβάσιλας νομίζω ήτανε που μας είχε προτείνει και πήγαμε. Είχαμε μαθηματικά, είχαμε λογιστική, έρευνα αγοράς, τεχνική πωλητού δεν θυμάμαι κάποιο άλλο.
Και στην Αθήνα εφόσον σπουδάσατε στο ΚΑΤΕΕ στο Αιγάλεω πού μένατε;
Έμενα σε χριστιανικό οικοτροφείο, γιατί είπαμε ότι εμείς οικονομικά δεν είχαμε την δυνατότητα και επειδή είχα από την Κύπρο, τότε σχεδόν όλοι οι Κύπριοι είχαμε. Οι πρόσφυγες σίγουρα και σχεδόν όλοι οι Κύπριοι είχαμε δωρεάν πρόσβαση στα μέσα μεταφοράς και στη λέσχη των σχολών. Και στις λέσχες που τρώγαμε φαγητό δηλαδή, μας δίνανε κουπόνια. Και αυτά τα κουπόνια τα έπαιρνε το οικοτροφείο και τα εξαργύρωνε. Και εκεί στο οικοτροφείο εμείς είχαμε διαμονή και διατροφή. Είπαμε, τα μεταφορικά μέσα ήτανε δωρεάν οπότε με ελάχιστα έως καθόλου χρήματα μπορούσαμε να σπουδάσουμε. Μόνο για τα σχολικά, ό,τι θέλαμε ας πούμε για την εκπαίδευση, κάνα μολύβι, κανένα τετράδιο.
Και στο πανεπιστήμιό σας πηγαίνατε με την αστική συγκοινωνία;
Ναι. Έπαιρνα από την Ιπποκράτους το λεωφορείο Αβέρωφ-Προύσσης και με άφηνε κάπου στο Αιγάλεω στο τέρμα και από εκεί πήγαινα με τα πόδια κανένα δεκάλεπτο στο ΤΕΙ Αιγάλεω.
Είχατε δημιουργήσει φιλικές φοιτητικές παρέες στην Αθήνα;
Ναι, με Κύπριες πιο πολύ. Και επίσης στο οικοτροφείο έμεναν πάρα πολλές Κύπριες. Με πρωτοπήγε εκεί στα ΚΑΤΕΕ μια κοπέλα από τη Λεμεσό που έμενε στο οικοτροφείο, που δεν ήξερα και εγώ πώς να πάω και τι να κάνω. Και μου έδειξεν η κοπέλα και με κατήυθυνε και πολλές κοπέλες και από εδώ, μάλιστα είχαμε συνδεθεί πάρα πολύ με μία κοπέλα από τα Φιλιατρά με την οποία έχουμε ακόμα σχέσεις και με άλλες κοπέλες που έχουμε σχέσεις ακόμα.
Ποια ήταν γενικότερα η συμπεριφορά των Ελλαδιτών προς τους Κύπριους φοιτητές;
Εγώ δεν είχα επισημάνει ας πούμε κάποια εχθρική συμπεριφορά, απλά κάποιες φορές μου εκφράστηκαν παράπονα ότι οι Κύπριοι δεν θέλουν τους Ελλαδίτες. Και τους είπα ότι όντως αυτό γίνεται από μια μερίδα Κυπρίων, αλλά λόγω του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής. Διότι πριν από αυτό, ήτανε όλοι ας πούμε με την μάνα Ελλάδα. Και τα τραγούδια μας και όλα και στα σχολεία και η εκπαίδευσή μας και η παιδεία μας που παίρναμε ήτανε ότι η μητέρα μας είναι η Ελλάδα.
Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια για την πρακτική σας άσκηση στο τμήμα Marketing που κάνατε;
Έκανα σε μία εταιρεία τσιγάρων, τότε ήταν δύο οι γνωστές μεγάλες εταιρείες τουλάχιστον στην Κύπρο, τα «Rothmans» και τα «Three Five». Σε κείνη την εταιρεία των «Three Five», δηλαδή τα τρία πεντάρια έτσι ήταν και έξω από το κουτί, δούλευε ένας ξάδερφος της μητέρας μου και ήτανε πωλητής. Πλασιέ ας πούμε, πήγαινε στα χωριά και προμήθευε τσιγάρα και με αυτόν ας πούμε με σύστησε εκεί στο τμήμα Marketing και με πήρανε για να κάνω, ήτανε δύο μήνες η πρακτική άσκηση και έκανα εκεί την πρακτική μου άσκηση, στο τμήμα Marketing και κάποιες φορές πήγαινα και μαζί του ας πούμε έτσι που προωθούσε τα προϊόντα του στα χωριά. Ήτανε πάρα πολύ ωραία εμπειρία, στο καφενείο και του φτιάχνανε τον καφέ του εκείνου, εμένα την πορτοκαλάδα μου, ήτανε ωραία μου άρεσε αυτό εκεί και όταν τελείωσα μου δώσαν το πιστοποιητικό ότι περαίωσα την άσκηση, καθόμουν και στο γραφείο εκεί του διευθυντή. Με έβαζε και του έκανα κάτι πλάνα ας πούμε για την εταιρεία. Έπαιρνα στοιχεία ποια είναι τα τμήματα, πόσες απασχολήσεις, πόσα αυτά και κάπως έτσι τελείωσε αυτή. Είχα και την πρόταση για να παραμείνω αλλά επειδή είχα πετύχει στη Νομική δεν το αποδέχτηκα.
Και όταν δίνατε εξετάσεις κατά την εξεταστική περίοδο, πόσες ήταν εξεταστικές περιόδους το ακαδημαϊκό έτος;
Τόσο στην ανώτερη εκπαίδευση, στα ΚΑΤΕΕ ας πούμε, όσο και στο πανεπιστήμιο στην Νομική Θεσσαλονίκης που ήμουνα ήτανε Ιούνιο και Σεπτέμβριο. Το πτυχίο κατ’ εξοχήν είχε και τρίτη το Μάρτιο, που δίνανε οι επί πτυχίω. Είχανε τρεις δηλαδή οι επί πτυχίω εξεταστικές περιόδους.
Και καθώς ολοκληρώσατε τις σπουδές σας στο τμήμα Marketing στο ΚΑΤΕΕ στο Αιγάλεω και πήρατε πτυχίο, τι αισθανθήκατε;
Τότε είχα πολύ μεγάλη αγωνία και άγχος γιατί έπρεπε να έχω το απολυτήριο γυμνασίου προκειμένου να κάνω εγγραφή στη Νομική Θεσσαλονίκης. Εγώ δεν ήξερα ότι υπήρχε κάποια διαδικασία για να πάρεις δεύτερο απολυτήριο γυμνασίου, δεν ξέρω και αν δίνανε τότε εκείνη την εποχή και με[01:10:00] διακατείχε μεγάλο άγχος γιατί έπρεπε να τελειώσω, να πάρω το πτυχίο των ΚΑΤΕΕ και αφού πάρω το πτυχίο να κάνω αίτηση και να ζητήσω το απολυτήριο γυμνασίου για να μου το δώσουνε. Να κάνω σαν διαγραφή ας πούμε από τη σχολή. Και ευτυχώς που το πήρα δηλαδή στα χρονικά περιθώρια που μου είχανε πει, είχα τελειώσει και την πρακτική και όλα και πήρα αυτό. Ήταν η έννοια μου, να μπορέσω να πάρω το αυτό. Αυτό το πήρα απλά μόνο δεν ήξερα πως θα εξελιχθεί το μέλλον και έλεγα «ας το πάρω και δεν ξέρεις».
Και μας είπατε πριν λίγα λεπτά πως δώσατε ξανά παγκύπριες εξετάσεις και κατορθώσατε να μπείτε στο τμήμα της Νομικής στη Θεσσαλονίκη. Αυτό έγινε τον Οκτώβριο του 1978, σωστά; Και ποια χρονιά ολοκληρώσατε τις σπουδές σας στη Νομική Θεσσαλονίκης;
Το ‘83 το Μάρτιο, στην τρίτη.
Μπορείτε να μας πείτε ενδεικτικά κάποια μαθήματα που παρακολουθήσατε στη Νομική Θεσσαλονίκης;
Καταρχήν τα βασικά μαθήματα είναι Δίκαιο, Αστικό Δίκαιο, Ποινικό Δίκαιο, Εμπράγματο Δίκαιο, Διοικητικό Δίκαιο, είχε και ξένη γλώσσα αγγλικά είχα επιλέξει, Διπλωματική Ιστορία, Συνταγματικό Δίκαιο είχαμε τον Μάνεση, Ρωμαϊκό Δίκαιο.
Και σε ποιο μέρος μείνατε στη Θεσσαλονίκη;
Στη Θεσσαλονίκη επειδή όλα αυτά γίνανε σχεδόν με καθόλου οικονομικούς πόρους έπρεπε να μείνω σε φοιτητική εστία. Και στη φοιτητική εστία στη Θεσσαλονίκη, το πρώτο έτος το ‘78 ας πούμε έμενε η αδερφή μου η οποία είναι πιο μικρή από μένα και είχε πετύχει στο Οικονομικό της Νομικής. Ναι, στο Οικονομικό της Νομικής και είχε δωμάτιο στη φοιτητική εστία λόγω απορίας. Εκεί με φιλοξένησε και μένα, στο δωμάτιο που έμενε η αδερφή μου φιλοξενήθηκα τον πρώτο χρόνο και συγχρόνως προσπαθούσαμε να πάρουμε απορίας από την Κύπρο για να έχω εγώ δικό μου δωμάτιο. Επειδή όμως είχα τελειώσει κάποια σχολή, έστω και διετούς φοιτήσεως δεν μου δίνανε, δεν μου χορηγούσανε απορίας από την Κύπρο. Και παρέμεινα εκεί στην αδερφή μου το πρώτο έτος, γνωριστήκαμε διάφορους και διάφορες αλλά η αδερφή μου ήθελε να φύγει, δεν της άρεσε το Οικονομικό της Νομικής και ήθελε να πάει σε κάποια άλλη σχολή. Οπότε το δωμάτιο θα το άφηνε, δεν μπορούσανε να της το χορηγήσουνε αφού έφευγε από τη Νομική. Βέβαια υπήρχαν διάφορα τα οποία εμείς δεν ξέραμε, δεν ήταν υποχρεωτικό να αφήσει το δωμάτιο γιατί δεν θα φαινόταν πουθενά ότι αποχώρησε από το Οικονομικό της Νομικής και θα μπορούσε να το κρατήσει το δωμάτιο για τέσσερα χρόνια. Εμείς δεν τα ξέραμε αυτά και δεν θέλαμε κιόλας να κάνουμε λαμογιές ας πούμε όπως θα λέγαμε λαϊκά. Προτιμούσαμε να πηγαίνουμε στον ίσιο το δρόμο και αυτές ήταν και οι αρχές μας και ακόμα. Τουλάχιστον στη δική μου οικογένεια, ότι όταν πηγαίνεις στον σωστό τον δρόμο, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα. Καλύτερα να πηγαίνεις έτσι, παρά να πηγαίνεις με πλάγια μέσα γιατί πιστεύουμε στην Θεία Δίκη. Και τότε εγώ θα ήμουνα επί ξύλου κρεμάμενη, δεν ξέρω τι θα έκανα αλλά εντάξει δεν... Κατά καλή μου τύχη μία κοπέλα η οποία σπούδαζε εκεί Ιατρική, Κύπρια, είχε φίλη την κόρη του υπεύθυνου χορήγησης πιστοποιητικών απορίας. Και συζητήθηκε το θέμα στην Θεσσαλονίκη και όταν κατέβηκε το καλοκαίρι στην Κύπρο, το είπε στη φίλη της. Και η φίλη της στον πατέρα της και έτσι, ενώ η μητέρα μου πήγε επανειλημμένως και την απόπεμψε ο υπεύθυνος, για το χατίρι της κόρης του δεν ξέρω αν ήξερε ότι ήταν η ίδια περίπτωση χορηγήθηκε το πιστοποιητικό αυτό και απέκτησα και εγώ δωμάτιο στη φοιτητική εστία και εκεί παρέμεινα μέχρι που τελείωσα τις σπουδές μου.
Δημιουργήσατε φιλικές παρέες και στη Νομική Θεσσαλονίκης;
Πολύ γερούς δεσμούς τους οποίους έχουμε μέχρι σήμερα. Και παρόλο ότι είμαστε σε διαφορετικές πόλεις στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό ή και στην Κύπρο κάποιες που πήγανε, εντούτοις έχουμε επικοινωνία.
Και καθώς πήρατε το πτυχίο σας στη Νομική Θεσσαλονίκης, τι αισθανθήκατε για την απόκτηση του δεύτερου πια πτυχίου σας;
Τότε πιστεύαμε ότι η μόρφωση θα μας άνοιγε δρόμους από μόνη της. Βέβαια ίσως αυτό να ίσχυε εν μέρει. Τότε ήμασταν ενθουσιασμένοι, νομίζαμε ότι πήραμε πτυχίο Νομικής, τελείωσε. Τελείωσε, είμαστε δικηγόροι φτασμένοι. Αυτό πιστεύαμε. Βέβαια μας ανοιγότανε ο δρόμος να κάνουμε άσκηση δικηγορίας σε δικηγορικό γραφείο για δεκαοχτώ μήνες, οπότε θα ήταν μια καλή εμπειρία. Βέβαια είπαμε ότι είχαμε και το οικονομικό θέμα αλλά και σαν φοιτήτρια εγώ εργαζόμουνα αλλά και μετά που τελείωσα πάλι εργαζόμουνα, όταν συνειδητοποίησα ότι στο δικηγορικό γραφείο κάνεις απλά άσκηση και δεν σε πληρώνουν καθόλου. Δεν σου δίνουν τίποτα. Εβρήκα παιδιά για φροντιστήρια και έκανα φροντιστήρια σε παιδιά προκειμένου να μπορέσω να επιβιώσω οικονομικά.
Θα ήθελα λίγο να μου μιλήσετε για τις αναμνήσεις σας πάνω στη δεκαοχτάμηνη εμπειρία σας ως ασκούμενος δικηγόρος. Είναι κάτι το οποίο είναι υποχρεωτικό για τα παιδιά που τελειώνουν την Νομική.
Ναι, είναι υποχρεωτικό για τα παιδιά που τελειώνουν την Νομική. Σαν ασκούμενος δικηγόρος είναι καλό να κάνεις την άσκησή σου σε μέρος που να έχεις γνωριμίες, διότι εκεί σαν ασκούμενος δικηγόρος βάζεις τα θεμέλια για την μετέπειτα δικηγορία σου. Σε εμπιστεύονται, εξυπηρετείς ανθρώπους, τότε συνήθως δεν παίρνεις χρήματα ας πούμε. Αν σου προτείνουν και σου δώσουν κάτι το κρατάς, αλλιώς εγώ τουλάχιστον σαν ασκούμενη δεν ζητούσα ας πούμε. Θα έκανα, κάποιες εξυπηρετήσεις θα κάνεις ας πούμε. Θα προσπαθήσεις εκεί στο γραφείο να εκμεταλλευτείς τις γνώσεις. Και είναι καλό να είναι ένας δικηγόρος που να έχει, αν δεν έχεις, τώρα βέβαια γίνεται εξειδίκευση σε μας τότε δεν υπήρχε εξειδίκευση, ποινικολόγοι ας πούμε ή με φορολογικά θέματα, τότε ο δικηγόρος ασχολιόταν με όλα. Τώρα που είναι με εξειδίκευση πρέπει να... σε ποιον κλάδο θέλεις και εκεί πια να προσπαθήσεις να αντλήσεις γνώσεις. Αυτό πρέπει να κάνεις σαν ασκούμενος δικηγόρος. Θα έρθεις σε πρώτη επαφή με τα δικαστήρια βέβαια, θα έρθεις, θα μάθεις τη δικονομία στην πράξη, το τι ισχύει, θα παρακολουθήσεις δίκες, θα δεις πώς χειρίζονται ας πούμε οι δικηγόροι το λόγο, τα διάφορα μέσα, τους διάφορους μάρτυρες. Είναι πολύ καλή εμπειρία απλά να είσαι σφουγγάρι να τα ρουφήξεις όλα αυτά ώστε όταν θα χρειαστεί εσύ να βγεις στην ενεργό δικηγορία να έχεις ένα καλό υπόβαθρο.
Κάνατε κάποια εγγραφή σε κάποιον δικηγορικό σύλλογο;
Είχα κάνει εγγραφή στο δικηγορικό σύλλογο Τρίπολης σαν ασκούμενη δικηγόρος και όπου έκανα και την άσκησή μου. Όμως αργότερα προκηρύχθηκε διαγωνισμός για υπαλλήλους, δικαστικούς υπαλλήλους και μάλιστα και για αποφοίτους λυκείου και για πτυχιούχους. Εγώ θεώρησα καλό να συμμετάσχω στον διαγωνισμό και παρόλο που μου είπανε ότι είναι ασυμβίβαστο, δεν μπορείς συγχρόνως να ασκείς δικηγορία αν θα μπεις στον δικαστικό κλάδο, προτίμησα να έχω κάτι σίγουρο, έναν μισθό δηλαδή βασικό. Θεωρούσα ότι εφόσον γίνεται ξεχωριστός διαγωνισμός για αποφοίτους λυκείου και για πτυχιούχους θα υπάρχει και εκεί κάποια διαβάθμιση και με την απασχόληση μέσα και ότι θα έχει νομικά θέματα, θα είναι κάπως με νομικά θέματα. Θεώρησα ότι θα ήτανε δηλαδή στο αντικείμενό μου και επέλεξα να δώσω εξετάσεις τότε στον δικαστικό κλάδο. Πολύ αργότερα είχε ψηφιστεί ένας νόμος που έδινε δικαίωμα στους δικαστικούς υπαλλήλους, εάν είχανε πτυχίο Νομικής και άσκηση, δεκοκτάμηνη άσκηση να δώσουνε εξετάσεις εάν θέλουνε να πάρουνε άσκηση επαγγέλματος δικηγόρου. Εξάσκηση δικηγορικού επαγγέλματος. Εγώ βέβαια τότε ήμουνα παντρεμένη και είχαμε, δεν θυμάμαι, δύο παιδιά ή τρία λέω: «Ας πάρω και αυτό εφόσον μου χορηγεί το δικαίωμα δεν ξέρεις που μπορεί να σου χρειαστεί». Εντάξει, διαβάσαμε έκατσα διάβασα πήρα κάποια άδεια μου[01:20:00] χορηγήσανε από το δικαστήριο άδεια όταν μάθανε ότι αυτός ο λόγος και είχα, στο Εφετείο Ναυπλίου γίνονταν τότε οι εξετάσεις για το Πρωτοδικείο Τρίπολης, αφού πήραμε βέβαια παρουσιολόγιο γιατί έπρεπε να έχεις ορισμένο αριθμό δικαστικών παραστάσεων σαν δικηγόρος. Γιατί ο ασκούμενος δικηγόρος συμπαρίσταται στις δίκες μαζί με τον δικηγόρο με τον οποίο κάνει την άσκηση. Και πρέπει να έχεις παραστάσεις, ορισμένο αριθμό παραστάσεων, για να αποδείξεις ότι όντως έκανες άσκηση δεκαοχτάμηνη και βεβαίωση από τον δικηγόρο που είχες κάνει την άσκηση. Εγώ είχα αυτά, τα πήγα στο Εφετείο Ναυπλίου, είχα λάβει μέρος στις εξετάσεις για χορήγηση άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος δικηγόρου την οποία και επήρα. Μετά όμως τα ζύγισα καλύτερα τα πράγματα, είδα ότι είχα οικογένεια και ότι δεν ήταν εύκολο, ο δικηγόρος εντάξει πρέπει να ασχολείσαι περισσότερο με το επάγγελμα απ’ ότι σαν δημόσιος υπάλληλος. Είχα πάρει και κάποιες βαθμολογίες τότε, είχα ανεβεί ας πούμε στην ιεραρχία και θεώρησα ότι δεν με συνέφερε να εγκαταλείψω το επάγγελμα και να ασχοληθώ με τη δικηγορία ξεκινώντας τώρα στην αρχή ας πούμε και σε κάποια ηλικία και με κάποιες υποχρεώσεις. Αυτά έπρεπε να γίνουν νωρίτερα ώστε σε αυτήν την ηλικία να έχεις κάποιους πελάτες, να είναι κάπως διαφορετικά. Δεν έχω εξασκήσει την δικηγορία, η μόνη επαφή μου ας πούμε με δικηγορικά γραφεία μετά ήτανε ότι όταν συνταξιοδοτήθηκα, είχα πάει στην Κύπρο σ’ έναν ξάδερφο δικηγόρο ο οποίος μου ζήτησε να συνεργαστούμε και να κάνουμε μετά και δικηγορική εταιρεία. Εγώ πήγα στην Κύπρο όχι ας πούμε για καριέρα μετά στην δικηγορία, απλά μήπως κάποιο παιδί ήθελε, ήδη τα παιδιά μου ήτανε στα πανεπιστήμια, άλλα είχανε τελειώσει, αν κάποιο παιδί ήθελε να μεταφερθούμε στην Κύπρο εκεί για να έχουμε μία πρόσβαση. Δεν το θελήσαν τα παιδιά, έκατσα ένα χρόνο στο γραφείο εκεί με τις υποθέσεις και μετά ξαναγύρισα πίσω πια. Δεν παρέμεινα εκεί, αφού τα παιδιά δεν θέλανε.
Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω! Μου δώσατε σημαντικές πληροφορίες και η αφήγησή σας με βοήθησε να κατανοήσω αρκετά ιστορικά και κοινωνικά στοιχεία γύρω από την τοπική κοινωνία του χωριού σας, το Γέρι Λευκωσίας, και μέσα από την αφήγηση της σχολικής και ακαδημαϊκής σας διαδρομής, να κατανοήσω τον τρόπο λειτουργίας της εκπαίδευσης και στην Κύπρο αλλά και στην ελλαδική κοινωνία. Οι πληροφορίες σας ήτανε πολύτιμες και θα ήθελα για ακόμα μια φορά να σας ευχαριστήσω! Γενικότερα, όταν σκεφτόσαστε τα πρώτα χρόνια της ζωής σας και τα σχολικά σας βιώματα και αναμνήσεις, τι συναισθήματα πηγάζουν από μέσα σας;
Η αλήθεια είναι ότι εμείς στην Κύπρο επειδή εγώ προσωπικά επειδή μεγάλωσα σε χωριό όπου ήμασταν όλοι γνωστοί και οι πιο πολλοί συγγενείς, πέρασα πάρα πολύ όμορφα. Δεν είχαμε ποτέ άγχος, ποτέ αγωνία ποτέ, ήμασταν πάντα ξέγνοιαστα ήμασταν όλα τα παιδιά μια παρέα. Δεν είχαμε πονηρά μεταξύ μας. Θυμάμαι στο δημοτικό, στην έκτη δημοτικού όταν θα φεύγαμε για το γυμνάσιο, δύο αγόρια είχανε ένα μυστικό. «Και ποιο είναι το μυστικό, ποιο είναι το μυστικό των αγοριών;» θέλαμε όλοι να το μάθουμε και δεν μας το λέγανε. Αυτό που λένε «είπανε κρυφά», έτσι το λέγαμε τότε στο δημοτικό. Και μετά κάποιο παιδί εκεί εγώ εντόπισα το ένα απ’ τα δύο αγόρια και μου εξομολογήθηκε το μυστικό τους. Και ποιο ήταν το μυστικό τους; Ότι «θα πάμε στη Λευκωσία», θα πήγαιναν στο γυμνάσιο, «και θα βλέπουμε κορούδες», δηλαδή κορίτσια. Για να καταλάβεις πόσο αγνά ήταν τα συναισθήματα με τις συμμαθήτριες στο χωριό τους ας πούμε. Εμείς δεν ήμασταν κορίτσια, δεν ήμασταν κορούδες, δεν είχανε κορίτσια ας πούμε στο χωριό. Οι ξένες θα ήταν τα κορίτσια, δηλαδή σαν αδέρφια τόσο πολύ, τόσο πολύ έτσι αγαπημένοι ήμασταν και σαν παιδιά και παίζαμε. Δεν είχαμε πονηριά μέσα μας, ήτανε πολύ όμορφα τα χρόνια μας παρόλο ότι ήμασταν όλοι φτωχοί. Δεν είχαμε ας πούμε, ένα παιδί είχε ποδήλατο πάρει τότε θυμάμαι και ήρθε έξω από το σπίτι μας στο δρόμο και μας έδινε εναλλάξ και κάναμε όλα τα παιδιά ποδήλατο, λίγο ποδήλατο, που είχε πάρει ποδήλατο ένα παιδί. Δεν είχαμε ούτε τη φαντασία να είμαστε εμείς πιο πλούσιοι, αυτός που ήταν πιο πλούσιος έδινε και στους άλλους.
Κατάλαβα.
Ήτανε μια άλλη κοινωνία που δεν μπορείς σήμερα να την... δεν υπήρχε αυτός ο ανταγωνισμός...
Ένα μεγάλο κλίμα ομόνοιας
Έτσι, και αγάπης ας πούμε, αλληλοκατανόησης. Δεν... εγώ ας πούμε διάβαζα πολλά ξαδέρφια μου που ήμουν πιο μεγάλη και ήταν σε πιο μικρές τάξεις του σχολείου. Με φώναζε η ξαδέρφη μου: «Έλα να του λύσεις τα μαθηματικά», πήγαινα, του τα ‘λυνα, του... και γειτονόπουλα και αυτά ο ένας βοήθαγε τον άλλον. Τα πιο μικρά αδέρφια, εγώ όταν ήθελα να πω την ιστορία την έλεγα στην αδερφή μου. Δεν είχα κάποιο να με διαβάσει. Η αδερφή μου σε μένα. Ήτανε άλλα χρόνια, δεν ξέρω, και νομίζω ότι αυτά μας βοήθησαν και επιβιώσαμε κιόλας με τέτοιες συνθήκες
Κατάλαβα. Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω! Οι πληροφορίες σας ήτανε πολύτιμες.
Σ’ ευχαριστώ και εγώ πάρα πολύ, Παναγιώτη μου! Μακάρι, εύχομαι να αξιοποιηθούνε αυτά και να ωφελήσουνε κάποιους και μπράβο και σε εσάς τα νέα παιδιά και μάλιστα και στους εργοδότες σας που βρήκανε αυτόν τον τρόπο γιατί τα νέα παιδιά σήμερα μαστίζονται από την ανεργία και πρέπει να βοηθήσουμε όλοι όσον μπορούμε ο ένας τον άλλονε. Να έχουμε αυτήν την αλληλεγγύη, μόνο έτσι θα πάμε μπροστά, κανένας ξένος και κανένας πολιτικός δεν θα μας βοηθήσει. Αυτό να το έχουμε υπόψιν μας. Ο ένας τον άλλον.
Σας ευχαριστώ πολύ!
Και εγώ σ’ ευχαριστώ πολύ, Παναγιώτη μου!
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Η αφηγήτρια εξιστορεί τα παιδικά της βιώματα και τη σχολική εκπαίδευση στην Κύπρο κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970, καθώς και την πανεπιστημιακή της φοίτηση στην Ελλάδα, κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980.
Αφηγητές/τριες
Αριάδνη "Ψευδώνυμο"
Ερευνητές/τριες
Παναγιώτης Αποστολόπουλος
Θέματα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
15/07/2020
Διάρκεια
86'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Η αφηγήτρια εξιστορεί τα παιδικά της βιώματα και τη σχολική εκπαίδευση στην Κύπρο κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970, καθώς και την πανεπιστημιακή της φοίτηση στην Ελλάδα, κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980.
Αφηγητές/τριες
Αριάδνη "Ψευδώνυμο"
Ερευνητές/τριες
Παναγιώτης Αποστολόπουλος
Θέματα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
15/07/2020
Διάρκεια
86'