Η επί 30 χρόνια παρασκευάστρια στο Νοσοκομείο Παίδων έβαζε όλη της την τέχνη στα τρυβλία και στη δουλειά της
Ενότητα 1
Εισαγωγή, η ζωή στο χωριό και τα μαθητικά χρόνια
00:00:00 - 00:08:37
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Σήμερα είναι Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2022. Εγώ ονομάζομαι Καούλα Μαρία και είμαι ερευνήτρια στο Istorima και βρίσκομαι στην περιοχή του Ζ… Τότε δεν υπήρχανε ούτε ΣΒΙΕ, ούτε επαγγέλματα τέτοια. Μπορούσες μόνο να σου δείξουν και να τα κάνεις. Και δούλεψα εκεί γύρω στα 30 χρόνια.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Η εργασία στο νοσοκομείο «Παίδων», οι πατέντες και οι σχέσεις με το υπόλοιπο προσωπικό
00:08:37 - 00:19:28
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Πες μου λίγο για τη δουλειά σου. Τι έκανες δηλαδή ακριβώς εκεί; Το μικροβιολογικό με το βιοχημικό τότε ήταν ένα τμήμα. Είχε μία διευθύντρια…ής, περίμενα το λεωφορείο του Γουδιού να με πάει απάνω, να πάω να αφήσω και την άλλη, να πάω και στην ώρα μου να ντυθώ και να είμαι έτοιμη.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Οι αρμοδιότητες στο νοσοκομείο και η σωστή ετοιμασία των τρυβλίων
00:19:28 - 00:29:28
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Φορούσατε στολή; Φορούσαμε ποδιές άσπρες. Οι καθαρίστριες φορούσανε μπλε ανοιχτό, θαλασσί πες. Όλοι οι άλλοι ήτανε λευκές. Πολλές αδελφές φ… μετά συνταξιοδοτήθηκες στα χρόνια σου; Στα 56. Εμείς στο μικροβιολογικό που ήμαστε βαρέα-ανθυγιεινά, φεύγαμε στα 55 και οι άντρες στα 60.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 4
Οι αλλαγές στο νοσοκομείο, ο αγνοούμενος πατέρας και το προξενιό
00:29:28 - 00:43:15
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Μετά πώς ήταν, όταν συνταξιοδοτήθηκες; Τίποτα, μετά είχα τα παιδιά… Σου έλειπε η δουλειά καθόλου; Ε, μου πολύ-έλειπε… Να πήγαινα να άπλων… είναι; Ο κοντότερος;», δε θυμάμαι τώρα! Είναι τόσα χρόνια, δεν μπορώ να θυμηθώ. Πάντως στον Άγιο Θωμά πρέπει να ήμασταν εκεί στην πλατεία.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 5
Η απογευματινή δουλειά, ο ρουχισμός και οι αγροτικές εργασίες στο χωριό και η κατεργασία του μαλλιού
00:43:15 - 00:54:39
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Α! Τώρα για τις δουλειές. Όταν ήμουν εγώ εκεί, ο Βρεττός – ο βιοχημικός – με μία γιατρό που όταν πήγα εγώ έκανε ειδικότητα και μετά… Τα ξεχ…ίνο, δυο-δυο τέτοια. Τα έβαζες παιδάκι μου, ήτανε με τη σειρά, δεν είχε μεγάλη σκέψη. Αλήθεια σου λέω! Αφού το σχεδίαζες μια φορά, τελείωνε.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]Σήμερα είναι Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2022. Εγώ ονομάζομαι Καούλα Μαρία και είμαι ερευνήτρια στο Istorima και βρίσκομαι στην περιοχή του Ζωγράφου με την κυρία Θεοδώρα Καούλα για να συζητήσουμε. Οπότε για αρχή, πες μου λίγα πράγματα για σένα, για να σε γνωρίσουμε καλύτερα.
Εγώ γεννήθηκα το 1940, 21 Δεκεμβρίου. Ο πατέρας μου ήταν στον πόλεμο και πέθανε – εξαφανίστηκε μάλλον τον Μάρτιο – και ούτε ξέρουμεμε αν ήταν ζωντανός ούτε αν ήταν πεθαμένος. Ούτε με είδε… Η μάνα μου κατάφερε μεν να βγάλουνε μία σύνταξη τέλος πάντων, σαν θανόντας, αλλά επίσημα είναι αγνοούμενος. Κι έπαιρνε μία συνταξουλίτσα… Έχω μία αδερφή 1 χρόνο ακριβώς μεγαλύτερη, είχε γεννηθεί στις 12 Δεκεμβρίου του ’39. Ζούσαμε μαζί με τον παππού και με τη γιαγιά, οι οποίοι συνήθως μένανε στην εξοχή και είχανε ένα γάιδαρο και δύο βόδια συνήθως και γίδια. Πολλές φορές τα δίνανε μισιακά και παίρναμε το μισό τυρί, παίρναμε το μερτικό μας ή τα μισά ζώα. Σε 5 χρόνια τα μοίραζες κι έπαιρνες τα μισά όσα κι αν είχανε πολλαπλασιαστεί. Το λέω τώρα για να μάθουνε… Ενώ μπορούσες τα κτήματα σου να τα δώσεις σε σέμπρο. Τότε βάζαμε το μισό – σιτάρι, ας πούμε, το σπόρο – και την περισσότερη δουλειά την έκανε αυτός που ήταν ο σέμπρος. Και στο τέλος, όταν θεριζόντουσαν, μοιραζόντουσαν στη μέση το εισόδημα. Αυτό μας είχε συμβεί κι εμάς. Ή έπαιρνες κάποιον να σε βοηθήσει και πλήρωνες. Είχαμε ελιές και μαζεύαμε συνήθως στο τέλος της χρονιάς μας εμείς, δεν είχαμε πάρα πολλές. Μερικοί είχανε πάρα πολλές. Συνήθως οι ελιές τον ένα χρόνο κάνουνε λίγες, τον άλλο κάνουνε πολύ. Εγώ από ό,τι θυμάμαι στη ζωή μου, το λάδι μας έφτανε. Πολύ σπάνια τύχαινε να μην κάνουνε δυο χρονιές πολύ. Πολύ σπάνια. Στο σπίτι μας είχαμε πολύ σιτάρι, αρκετό καλαμπόκι παλιά, γιατί βάζανε και ξερικά – και ποτιστικό είχαμε – και βρώμη. Και μας έφτανε και μας περίσσευε πολλές φορές! Συνήθως πουλούσαμε το καλαμπόκι, το οποίο ήτανε σε πολύ φτηνή τιμή. Τι άλλο να πω τώρα;
Θέλεις να μου πεις λίγο αυτό για τον μπαμπά σου, το γεγονός;
Η μάνα μου δε φορούσε ποτέ μαύρα. Φορούσε λίγο πάντα σκούρα. Μπλε-καφέ φορούσε και πάντα έτσι ήτανε στη ζωή της. Δεν πήγαινε σε πολλές συγκεντρώσεις, σε πολλά αυτά, ήτανε πάντα μαζεμένη. Ήτανε πολύ της εκκλησίας, πάρα πολύ της εκκλησίας. Κι εμείς στην εκκλησία επηγαίναμε και στο δημοτικό και στο γυμνάσιο από το σχολείο, στην εκκλησία. Τα πράγματα ήτανε πάρα πολύ δύσκολά, ήτανε 6 μέρες την εβδομάδα τα μαθήματα. Το δημοτικό ήτανε πρωί-απόγευμα, εκτός Τετάρτης και του Σαββάτου. Και για τους δάσκαλους ήτανε δύσκολα, καμιά φορά ήταν από άλλο χωριό και φεύγανε το βράδυ για να πάνε στο σπίτι τους.
Πες μου λίγο και σε ποια περιοχή, ποιο ήταν το χωριό σου.
Ναι, το χωριό μου ήταν η Δήμητρα Γορτυνίας. Και δάσκαλο πολλές φορές είχαμε από τη Βάχλια. Είχε παντρευτεί μια δασκάλα ο δάσκαλός μας, που ήταν από το χωριό μας, αλλά αυτή ήτανε διορισμένη στη Βάχλια, οπότε… γιατί είχε αυτή παιδιά και μείνανε στο δικό της το χωριό, να μην πηγαινοέρχεται, είχε και τα παιδάκια. Είχε και μια κοπέλα που τη βοηθούσε βέβαια, κι αυτή ήτανε άλαλη, αυτή η κοπελίτσα. Τέλος πάντων, τη βοηθούσε με τα παιδιά, γιατί δεν πηγαίνανε κι αυτά σχολείο να τα έχει πάντα μαζί της. Ήτανε πάρα πολύ φτωχός ο κόσμος, ούτε ρούχα είχε ούτε τίποτα. Οι παλιοί βέβαια, φτιάχνανε ρούχα στον αργαλειό, σεντόνια, υφάσματα και τέτοια, κι εσώρουχα και δεν ξέρω εγώ τι… Πάντα ήτανε τρίλινα, άντε λίγο μάλλινα, λίγο οι καλύτεροι, λίγο καλύτερα. Όσο για να φοράς ρούχα, δεν παίρναμε κι ετοιματζίδικα, ούτε παπούτσια ετοιματζίδικα. Πηγαίναμε και μας παίρνανε μέτρα και μας τα έφτιαχνε ο υποδηματοποιός τέλος πάντων. Έπρεπε να έχουμε λουράκια να τα δένουμε. Εκείνη την εποχή μπορούσες να φτιάξεις παπούτσια από τις ρόδες των αμαξιών. Από τη ρόδα έβαζες το κάτω μέρος, από εκεί που έχει τα νήματα μπορούσες να τα βάλεις από το πάνω μέρος. Ήτανε εξώραφα και με πρόκες και πίσω ήταν μόνο μία λωρίδα στη φτέρνα. Και αυτό ήτανε το πράγμα! Εντάξει… Και τα λέγανε τσαρούχια! Τσαρούχια υπήρχανε και τα παλιά βέβαια, που φορούσανε στο γάμο τους οι άντρες, που ήτανε με φούντα και με πολλή προκαδούρα. Και είχαμε κι εμείς του παππού μου και πολλές φορές τα παίρνανε τα παιδιά για να πάνε στην 25η Μαρτίου με τις φουστανέλες του παππού! Με τις φέρμελες, με τις φουστανέλες, με τα σελάχια, με τα δεν ξέρω κι εγώ τι! [00:05:00]Η ζωή μας ήτανε πολύ δύσκολη. Εσώρουχα ας πούμε, τα αγόρια μπορεί να μη φορούσανε καν. Τα παντελόνια ήτανε πολύ κοντά για πολλά χρόνια, ακόμα και στις μικρές τάξεις του γυμνασίου. Εμείς –από ό,τι θυμάμαι– δε φορούσαμε ποδιές στο δημοτικό, φορούσαμε τα ρουχαλάκια μας. Αλλά στο γυμνάσιο φορούσαμε ποδιές μαύρες με άσπρους γιακάδες. Και για τη γυμναστική είχαμε κάτι φουφούλες, τέλος πάντων. Κάναμε μόνο πρωί, αλλά και τα Σάββατα.
Το σχολείο σου άρεσε εσένα;
Ε, δεν ήμουνα καλή μαθήτρια! Ήμουν ανορθόγραφη. Με βγάζανε πάντα από το δημοτικό και πάντα με 5! Μόνο στην έκτη μου βάλανε ένα 6. Εγώ φοβόμουνα ότι δε θα περάσω στο γυμνάσιο. Παίρνανε τα παιδιά 7 χρονών στο σχολείο. Εγώ επειδή είχα γεννηθεί το ’40, είχα 10 μέρες βέβαια. Η αδερφή μου πήγε όταν ήρθε να πάει 6 χρονών, αλλά δεν την πήρανε. Τη βάλανε σε ένα θρανίο μαζί με τη φιλενάδα της, δε γραφτήκανε καθόλου. Εμένα - επειδή ήμουνα ψηλή - με γράψανε και πήγαινα με την αδερφή μου στην ίδια τάξη! Λοιπόν, πήγαμε να δώσει η αδερφή μου στο γυμνάσιο. Εγώ πήγα να είμαι εκεί. Έδωσε η αδερφή μου και πέρασε. Αλλά δίνανε και το Σεπτέμβριο! Λέω κι εγώ, θα πάω να δώσω το Σεπτέμβριο. Δίνω και περνάω! Πάμε βέβαια στο σχολείο και είμαστε στην ίδια τάξη και οι δύο. Όταν ήμασταν στο δημοτικό, επειδή πηγαίναμε στην ίδια τάξη όλα τα χρόνια, η μάνα μου μας είχε πάρει δύο αναγνωστικά. Δεν είχαμε βιβλία, ούτε ιστορία, ούτε γεωγραφία, ούτε χημεία, ούτε φυσική, ούτε τίποτα. Μας τα λέγανε. Και επειδή και οι δάσκαλοι δεν ήτανε πολλοί, πήγαιναν στην άλλη τάξη, που είχανε πάρει, ο ένας έκανε στις μικρές τάξεις, ας πούμε πέμπτη-έκτη ή τρίτη-τετάρτη κάνανε μαζί και παίρνανε και μια μικρή. Την ώρα που πήγαινε να κάνει με την άλλη τάξη, εμείς γράφαμε το μάθημα που είχαμε ακούσει. Άλλοι το γράφανε καλύτερα, άλλοι το γράφανε χειρότερα. Στο γυμνάσιο όμως, είχαμε βιβλία. Λοιπόν, εγώ εκείνη τη χρονιά μένω. Οπότε, δε χρειαζόμασταν να μας πάρει η μάνα μου διπλά βιβλία κι αυτά! Γιατί πώς θα διαβάζεις ιστορίες, γεωγραφίες, αφού είχες μόνο ένα βιβλίο; Ούτε θα ταιριάζαμε και θα τσακωνόμασταν. Κι έτσι ηρεμήσαμε! Πήγαινε αυτή μπροστά κι εγώ πίσω και βγάλαμε το γυμνάσιο, αυτή νωρίτερα κι εγώ αργότερα. Όταν έβγαλα εγώ το γυμνάσιο προσωπικά, έμεινα στο χωριό για 6 χρόνια. Η αδερφή μου ήρθε στην Αθήνα, την είχε πάρει ένας συγγενής μας, για να μάθει γραφομηχανή, να βρει μια δουλειά. Η αδερφή μου ερωτεύτηκε κάποιον και παντρεύτηκε, δεν έκανε τις δουλειές αυτές. Εγώ έμεινα στο χωριό. Και μια φορά ένας ξάδερφός μου έρχεται και μου λέει: «Έλα, γιατί η γυναίκα μου δούλευε στο «Παίδων» και θα φύγει. Και θα πας να πιάσεις τη δουλειά της». Βέβαια εγώ ήρθα, δεν την πήρα τη δουλειά της. Και μου λέει: «Μην πεις ότι έχεις βγάλει το γυμνάσιο, δε θα σε πάρουν. Γιατί άμα τελειώσουν μπορεί να μην έχουν θέση να τους πάρουν». Ε, πάω κι εγώ εκεί, με ρωτάει ο Διευθυντής εκεί πέρα που θα μας έπαιρνε: «Έχεις βγάλει το δημοτικό;», «Ναι», λέω κι εγώ. Ούτε ψέματα, ούτε αλήθεια, δεν είπα ότι έχω βγάλει το γυμνάσιο. Περάσανε λίγα χρόνια, η διευθύντρια που είχα ήξερε ότι εγώ έχω βγάλει το γυμνάσιο. Η κυρία Αρσένη, ας τη γράφουμε κι αυτή! Λοιπόν, λέει: «Δεν πας να κάνεις μια αίτηση να γίνεις παρασκευάστρια;». Πάω εκεί και μου λέει: «Μα έχετε βγάλει το δημοτικό», «Όχι – λέω – έχω βγάλει και το γυμνάσιο!». Πάω και φέρνω το απολυτήριο του γυμνασίου και με παίρνουνε, κι έγινα παρασκευάστρια στο μικροβιολογικό του «Αγία Σοφία». Τότε δεν υπήρχανε ούτε ΣΒΙΕ, ούτε επαγγέλματα τέτοια. Μπορούσες μόνο να σου δείξουν και να τα κάνεις. Και δούλεψα εκεί γύρω στα 30 χρόνια.
Ενότητα 2
Η εργασία στο νοσοκομείο «Παίδων», οι πατέντες και οι σχέσεις με το υπόλοιπο προσωπικό
00:08:37 - 00:19:28
Πες μου λίγο για τη δουλειά σου. Τι έκανες δηλαδή ακριβώς εκεί;
Το μικροβιολογικό με το βιοχημικό τότε ήταν ένα τμήμα. Είχε μία διευθύντρια, αλλά είχε δύο επιμελητές: την κυρία Κουμεντάκου και την κυρία Δεληγιάννη. Και βιοχημικό είχε τον Βρεττό από τα Σπάτα. Όταν ήταν να κάνουμε εφημερίες, έμπαινε ένας γιατρός και μία παρασκευάστρια και δούλευε και στα δύο τα τμήματα. Αλλά μετά από κάποια χρόνια χωρίστηκαν τα τμήματα, οπότε έμπαινε ένας γιατρός και για το βιοχημικό, αλλά όταν ήμασταν και μία παρασκευάστρια, κι εγώ δεν ήξερα όλα τα πράγματα του βιοχημικού, είχα μάθει τα επείγοντα: να κάνω χολερυθρίνες, ουρίες, ζάχαρα και τέτοια. Και να βγάζω ορούς, να τα γράφω στα τετράδια για να τα βρει και ο γιατρός, που έτρεχε κι αυτός από το ένα τμήμα στο άλλο για να βγάλει τις εξετάσεις τις επείγουσες. Μέχρι που ήρθε η ηλικία να πάρω τη σύνταξη κι έφυγα!
Κάτσε, μη με πας στη σύνταξη ακόμα! Κράτα με λίγο ακόμα στη δουλειά. Θυμάσαι μία μέρα σου στη δουλειά πώς ήτανε; Να με βάλεις λίγο μέσα στη δουλειά σου. Δηλαδή ξυπνούσες το πρωί και πήγαινες στο νοσοκομείο;
Α! Μέρες δεν είχαμε εμείς γιατί ήτανε παιδίατροι.
Ναι. Πώς ήτανε η μέρα σου; Δηλαδή ξυπνούσες το πρωί και πήγαινες στο νοσοκομείο…
Εντάξει ήτανε 8ωρα στην αρχή και εξαήμερο. Μετά αρχίσανε σε εμάς τους παρασκευαστές, να μας τα κάνουνε εξάωρα. Μετά όταν έγιναν πενταήμερο, μας προσθέσανε ώρες.
[00:10:00]Και τι κάνατε δηλαδή;
Πήγαινα στο νοσοκομείο εγώ τέλος πάντων, και προσπαθούσες να βγάλεις τα τρυβλία από αυτά που είχαμε καλλιεργήσει, να τα βάλουμε σε μία σειρά, να τα έχουμε γράψει. Εκτιμάς πράγματα που θα φέρνανε, άρχιζαν να φέρνουνε ούρα για ζάχαρο από παιδάκια διαβητικά, μερικά πράγματα που δεν ήταν ανάγκη να είναι οι γιατροί. Να κάνεις – ας πούμε – λευκώματα ούρων, χολοχρωστικές, δεν ξέρω κι εγώ… Επειδή μερικές παρασκευάστριες ξέρανε μικροσκόπιο - εγώ προσωπικά δεν ήξερα. Δεν είχαμε και χρόνο να την κάνουμε αυτή τη δουλειά. Αλλά οι παλιότερες κάνανε και πολύ περισσότερες δουλειές και των γιατρών, γιατί δεν υπήρχανε και πολλοί γιατροί. Μετά πηγαίναμε στα τμήματα και παίρναμε τα δείγματα. Τώρα δε νομίζω, τα στέλνουνε. Ή πολλές φορές μας στέλνανε και τα παιδιά από τα τμήματα να πλύνουμε τις καλλιέργειες, εκτός από τα εξωτερικά που θα έπρεπε να τα πλύνουμε ή να τους βάλουμε σακουλάκι ή να τα ουρήσουνε, και να τα προσπαθήσουμε να προωθηθούν για να φύγουνε κι αυτά και να πάρουνε τις απαντήσεις κάποια στιγμή εγκαίρως. Όσο για τις καλλιέργειες, υπήρχανε τρυβλία. Υπήρχε και παρασκευάστρια που έκανε παρασκευαστήριο: να φτιάξει τρυβλία, να βγάλει αιματούχα, να βγάζει MacConkey, να βγάζει Νούμερο 2, να βγάζει Chapman, Sabouraud, όλα αυτά. Εξαρτάται τώρα τι ήτανε. Αν ήτανε φαρυγγικό, θα ήτανε διαφορετικό. Αν ήταν κόπρανα, ήταν διαφορετικό. Αν ήταν πύον, θα ήτανε λίγο διαφορετικό. Έπρεπε να έχει πλακάκια, έπρεπε να έχει κάτι άλλο, να τα βάψεις, να τα δούνε οι γιατροί. Μερικές εξετάσεις τις κάναμε κι εμείς. Ας πούμε, τις ASO τις κάναμε κι εμείς. Τότε ήτανε σταγόνες στις σταγονούλες, ήτανε να βάλεις 300 σταγόνες για να βγάλεις μία αυτή. Έκανες τις αραιώσεις, αραιώσεις, αραιώσεις να δεις πού αιμολύει και που δε μολύνει, να τα φυγοκεντρήσεις για να δεις πόσο πάει. Δεν είναι τώρα που τα βάζεις σε μία αυτή και σου βγάζει την απόφαση και γι’ αυτό δεν έχει και πολύ κόσμο. Ύστερα θα πάρεις τις καλλιέργειες από πάνω και θα έπρεπε να τις εμφυτέψεις σε μία γωνίτσα, να τις αραιώσεις με ένα συρματάκι – στυλεό – και τα βάζεις στον κλίβανο να επωαστούν 12 με 15 ώρες. Να τα πάρει ο γιατρός, να δει που είναι – να μην έχουν κολλήσει όλες οι αποικίες η μία πάνω στην άλλη, διάφορα το χρώμα τους ή το μέγεθός τους – να το δει στο μικροσκόπιο αν είναι κόκκος, αν είναι βακτηρίδιο, αν είναι μύκητας. Τέλος πάντων Sabouraud που θα έβγαινε ο μύκητας. Να πάρεις τα τετράδια, να τα περάσεις, να τα γράψεις, να κανονίσεις τα παραπεμπτικά τους, να σε φωνάζουνε στο τηλέφωνο, να δίνεις τις απαντήσεις. Δεν υπήρχε και γραμματέας στην αρχή, τα έκανες όλα μόνος σου. Άντε πήγαινες κι έτρωγες κι έφευγες. Τώρα ούτε φαγητό, ούτε τίποτα!
Ποια περίοδο είναι όλα αυτά, η τριανταετία που δούλεψες εσύ;
Πήγα στο νοσοκομείο το 1966; Κι έφυγα… Το ‘96-‘97 βγήκα στη σύνταξη.
Θεία, ήσασταν πολύ προσωπικό τότε οι παρασκευάστριες;
Εντάξει, όταν πήγα εγώ ήτανε μία πρωινή και δυο απογευματινές στο μικροβιολογικό και μία στο βιοχημικό, η – πώς τη λέγανε τώρα; - η Ζίλη. «Έλα, βρε Ζίλη!».
Οι σχέσεις σας πώς ήτανε μεταξύ σας;
Καλές ήτανε. Όσο για καθαρίστριες, ήτανε μία που έπλενε τα σωληνάρια και τα τρυβλία και όλα αυτά και να τα αποστειρώσει και να τα κάνει. Α! Φτιάχναμε και στυλεούς! Δεν τους αγοράζαμε τότε τους στυλεούς. Παίρναμε τα ξυλαράκια, τους στυλεούς και βάζαμε μπαμπακάκι ανυδρόφιλο και φτιάχναμε τους στυλεούς. Και τους κλιβανίζαμε πολλούς μαζί ή έναν-έναν, εξαρτάται τώρα. Και ανεβαίναμε και στα τμήματα και παίρναμε τα φαρυγγικά, τα κόπρανα, το οφθαλμικό, το δεν ξέρω εγώ τι. Ή μας το στέλνανε καμιά φορά από τα εξωτερικά τα παιδιά επάνω. Μετά, μια εποχή, στέλνανε και τις καλλιέργειες ούρων από τα τμήματα. Μετά κόπηκε κι αυτό, ευτυχώς.
Τι άλλες πατέντες είχατε, για πες. Φτιάχνατε στυλεούς και τι άλλο; Κάνατε κάτι άλλο μόνες σας;
Πολλές φορές φτιάχναμε και τους κρίκους! Παίρναμε σύρμα και πήγαινες εκεί και με τη λαβιδούλα έκανες το κυκλάκι σου σωστά-σωστά, να μπορείς να τα αραιώσεις. Τώρα είναι συρμάτινα, πολύ λεπτό το σύρμα, και τουλάχιστον αυτά τα αγοράζεις. Τα περνάς στο στυλεό σου και τα βάζεις στη φλόγα. Γιατί είχαμε ένα σωρό πετρογκάζ που είχανε φλογίτσα για να καίμε τους κρίκους. Εντάξει, μπορούσες να έφτιαχνες και γωνίτσες. Έπαιρνες ένα σωληνάκι γυάλινο – που το χρησιμοποιούσε το αιματολογικό συνήθως – το βάζαμε πάνω στη φλόγα και το κάναμε μια γωνίτσα. Για να μπορούμε να απλώσουμε τα ούρα, να μην τα ρουφήξει ο στυλεός, ας πούμε. Και τα βάζαμε αυτά σε ένα δοχείο με – πώς το λέγαμε αυτό; – το αντισηπτικό και μετά τα πλέναμε. Είχαμε για να βγάζουμε απεσταγμένο νερό, στήλες. Τα περνούσαμε από τέτοιο νερό, τα βάζαμε σε ένα τρυβλίο και τα [00:15:00]κλιβανίζαμε, όπως κλιβανίζαμε και τα σωληνάκια ή τα τρυβλία. Και παίρναμε και τους αυτούς και απλώναμε και τα ούρα.
Οι σχέσεις με τους γιατρούς και με τις συναδέλφισσες πώς ήταν;
Πάρα πολύ καλές ήταν! Εγώ δε μάλωνα ποτέ μαζί τους. Στις γιορτές μας, να καλείς τον κόσμο… Να φτιάχνω εγώ σπανακόπιτες και να τρελαίνονται! Με το τυρί από το χωριό. Και να φτιάχνω και παντεσπάνι με δύο χρώματα! Το κάτω να έχει και καρύδι και κανέλα και το πάνω να είναι σκέτο παντεσπάνι και να τους αρέσει! Αλλά ήταν και άλλοι που φέρνανε τα δικά τους ή τα αγοράζανε ή δεν ξέρω κι εγώ τι. Αλλά τους άρεσαν πάρα πολύ οι σπανακόπιτες. Μπορεί να έφτιαχνα και δύο για να μας φτάσει στο βιοχημικό και μικροβιολογικό!
Τι άλλα έφτιαχνες;
Ε, μας κάνανε και λίγα μαθήματα νομίζω. Κατεβαίνανε κάτω και μας διδάσκανε διάφορα πράγματα. Δε θυμάμαι τίποτα άλλο τώρα…
Πώς περνούσες εσύ εκεί; Σου άρεσε;
Ε, μου άρεσε, εντάξει. Οι καθαρίστριες δικαιούντουσαν πρωινό. Εγώ στην αρχή πήγαινα κι έπαιρνα και πρωινό, γιατί μέχρι τις 8 ήταν, μετά έκλεινε, αλλά κι εμείς δεν είχαμε πολύ πρωινές ώρες των παρασκευαστών. Μετά κόπηκαν όλα αυτά. Κόπηκε και το φαγητό δηλαδή, κόπηκε και το μεσημεριανό και όλα. Αλλά είχες κι ένα δεκατιανό κατά κάποιον τρόπο, να λείψεις από τη δουλειά σου για λίγη ώρα όταν τα τελείωνες όλα αυτά και να πας να πάρεις έναν καφέ. Και μπορούσαν να σου δώσουν και ψωμάκι, σου δίνανε ψωμί μπορούσες να έχεις από το σπίτι σου τυράκι και να φας. Και πολλές κατεβαίνανε και κάτω στο υπόγειο και τρώγανε, αλλά δεν ξέρω αν πρέπει να τα πω αυτά! Αυτές που ήταν από τμήματα, μπορούσαν να πάρουνε φρυγανίτσες ή και λίγο βουτυράκι και λίγο μαρμελάδα να φάνε. Αλλά εμείς που ήμασταν από τα κάτω, δεν είχαμε αυτή την ευχέρεια, έπρεπε να πάρουμε από το σπίτι μας ψωμάκι. Αλλά το ψωμάκι το βρίσκαμε, δεν μπορούσαμε να πάρουμε κάτι άλλο. Σου δίνανε δωρεάν το ψωμάκι, κόβανε και σου δίνανε.
Το νοσοκομείο πώς ήτανε τότε, το «Παίδων»;
Το «Παίδων» ήτανε το παλιό το κτίριο. Παλιά-παλιά ήτανε μόνο κτίρια. Ήταν εκεί το χειρουργικό, εκεί το παθολογικό, εκεί το ΜΑΚΚΑ. Το ΜΑΚΚΑ είχε μείνει έξω, ήτανε λοιμώδη. Το διπλανό δεν είχε λοιμώδη, μόνο εμείς είχαμε λοιμώδη. Τώρα έχει χτιστεί ένα σωρό πράγματα, έχει διπλασιαστεί μπορώ να πω. Και υπήρχανε και εργαστήρια. Και ήταν σε τμήματα: ήταν το παιδιατρικό και ήταν και το πανεπιστημιακό. Ο ένας ήταν ο Ματσανιώτης και ο άλλος ήταν ο Δοξιάδης, οι Διευθυντές τέλος πάντων, στο παιδιατρικό. Είχανε αυτοί φτιάξει δικά τους τμήματα και κάνανε και δικές τους εργασίες κι έρευνες και δεν ήτανε μόνο αυτά που κάναμε εμείς. Κάνανε και κάτι ερευνητικό μεταξύ τους. Ήταν και το παθολογοανατομείο που ήτανε κι εκεί παρασκευάστριες, είχαμε και με αυτές επαφή. Η πανεπιστημιακή είχε το κτίριο απέναντι, ενώ αυτή χτίστηκε το ένα κτίριο… Πώς το λέγανε τώρα; Ήτανε της παιδιατρικής. Το ξέχασα να πάρει η ευχή! Το ινστιτούτο…
Μη βασανίζεσαι, άστο. Δεν πειράζει.
Δε μου έρχεται τώρα. Και μετά έγινε μεγάλο. Ήταν κι εκεί παρασκευάστριες, ήτανε κάτι στου Ζωγράφου, τις λέγανε και κάτι άλλες. Όλες δεμένες ήμασταν.
Βγαίνατε μαζί; Κάνατε παρέα εκτός νοσοκομείου;
Ε, μην το νομίζεις. Εγώ έμενα Γουδί, οι άλλες ήτανε παντρεμένες… Με την Ελένη είχα λίγο περισσότερη αυτή, πέθανε κι αυτή μετά κι άφησε 3 παιδάκια...
Στο νοσοκομείο δηλαδή ήταν κυρίως η συναναστροφή σας; Μεταξύ σας βρισκόσασταν στο νοσοκομείο;
Στο νοσοκομείο. Σπάνια να βρισκόμασταν έξω, γιατί ο καθένας είχε τη δική του τη ζωή και δεν είχες και τον πολύ χρόνο, δε σου έμενε και τίποτα, μη νομίζεις. Πότε να πας σπίτι σου, να μαζέψεις τα παιδιά; Το νοσοκομείο είχε φτιάξει και παιδικό σταθμό λίγο μετά, πήγαινα εγώ τον Κώστα και τη Μαρία λίγο. Είχε τον παιδικό σταθμό, το πήγαινες, το άφηνες. Ε, σχόλαγες, το έπαιρνες. Μια φορά που ήτανε και ο Κώστας και η Μαρία, ο Κώστας δεν είχε πάει πια ακόμα σχολείο και τα κράταγαν κι εκείνοι όλα τα χρόνια, μέχρι 3-4 χρονών. Είχε ο Δήμος Ζωγράφου φτιάξει έναν παιδικό σταθμό προς την Ούλωφ Πάλμε κάτω. Κι έπαιρνα και τα 2 παιδιά, πήγαινα στο λεωφορείο, άφηνα τον Κώστα. Πήγαινα απ’ έξω από το φαρμακείο της αυτής, περίμενα το λεωφορείο του Γουδιού να με πάει απάνω, να πάω να αφήσω και την άλλη, να πάω και στην ώρα μου να ντυθώ και να είμαι έτοιμη.
Φορούσατε στολή;
Φορούσαμε ποδιές άσπρες. Οι καθαρίστριες φορούσανε μπλε ανοιχτό, θαλασσί πες. Όλοι οι άλλοι ήτανε λευκές. Πολλές αδελφές φορούσανε και ροζ αν ήτανε κατώτερες, δεν ήτανε πολύ σπουδαγμένες. Όλοι οι άλλοι φορούσανε λευκά και οι άντρες και οι γυναίκες και οι γιατροί και ο βιοχημικός και ό,τι να ήτανε.
Εσύ τη δουλειά στην αρχή από ποιον την έμαθες, όταν πήγες;
[00:20:00]Σου τα δείχνανε. Πρώτα-πρώτα ήμουνα τόσον καιρό εκεί, που ψιλό-τα ΄ξερα. Πώς τα πλένουν τα παιδιά; Εγώ τα έπλενα καλύτερα από τις αδελφές και από τον καθέναν. Δεν τα βγάζανε τα πουλάκια τους, τι να σου πω τώρα; Βγαίνανε και ακατάλληλες. Ε, δε βγαίνανε και ολωνών τα πουλάκια, είχανε φίμωση. Εγώ έκανα όσο καλύτερη δουλειά μπορώ, να σου δώσω να καταλάβεις. Ήταν, ας πούμε, παραδείγματος χάριν. Ήταν τέτοια η μανία της να το καθαρίσει, το κουνούσε έτσι, τα πλήγωνε τα μωρά! Τι να της πεις τώρα κι αυτής; Άμα τη βλέπανε και οι μανάδες και είχανε και τα μωράκια… Τι να της πεις τώρα...
Είχατε επαφή και με τα μωρά δηλαδή, με τα παιδιά; Δεν ήσασταν μόνο στο εργαστήριο;
Μα δε σου έφερνε τα παιδιά για να τα πλύνουμε για τις καλλιέργειες ούρων; Όταν παίρναμε δείγματα, παίρναμε και από τα πρόωρα. Και θυμάμαι μια φορά που είχα πάει σε ένα προωράκι να πάρω – δεν κάνανε κι εκείνοι να μας πάρουνε μια σταλίτσα δείγμα και να μας το στείλουνε, ρε παιδί μου; Να πάω να πάρω από το προωράκι τώρα; Κι έξω είχανε μία ποδιά, τη φόρεσα κι εγώ. Και με είδε μία γιατρός και μου είπε: «Πρώτη φορά βλέπω εγώ παρασκευάστρια που να φορέσει ποδιά για να μπει στο θάλαμο του παιδιού!». Το διανοείσαι; Να μπαίνουνε χωρίς να αλλάζουνε; Με με την ποδιά του εργαστηρίου; Στο προωράκι;
Τι άλλο περιστατικό έτσι; Θυμάσαι τίποτα περίεργο τόσα χρόνια στη δουλειά σου; Κάτι που να σου έχει μείνει, που να σου έχει κάνει εντύπωση;
Τι να σου πω τώρα… Δε θυμάμαι τίποτα. Εντάξει, θυμάμαι ότι μερικοί βάζανε τα παραπεμπτικά τους όλα μάτσο κι έπρεπε να κάνουμε εμείς τους θαλάμους, όπως ήθελες να πας: ήθελες να πας από δεξιά, να γυρίσεις από αριστερά, τέλος πάντων. Αυτή που ήτανε - μου φαίνεται – καλύτερη, ήτανε της Γ’ Πανεπιστημιακής που τα έβαζε κατά θαλάμους. Η – πώς τις λέμε αυτές τις ανώτερες στα τμήματα; - προϊσταμένη. Αυτή τα έφτιαχνε έτσι, τα έβρισκες κανονισμένα. Στους άλλους, σου τα γράφανε και τα ακουμπούσανε εκεί πέρα και τελειώνανε. Οι γιατροί τώρα, τρέχανε κι αυτοί μωρέ, σάμπως είχανε κι αυτοί το χρόνο; Ε και στο ΜΑΚΚΑ δεν πηγαίναμε, στο ΜΑΚΚΑ δε πηγαίναμε, στα λοιμώδη, μας τα στέλνανε.
Κάποιο λάθος να έχει γίνει, να έχετε μπερδευτεί κάποια φορά;
Τώρα δε θυμάμαι κάτι περίεργο.
Κυλούσε ομαλά δηλαδή γενικά;
Ναι, εντάξει. Πηγαίναμε τρώγαμε, γυρίζαμε… Μερικές, ας πούμε υπήρχε μία, η Τασία, η οποία δεν την έφερνε και ο άντρας της καμιά φορά, είχε αμάξι. «Να πάρει ταξί να έρθει», τι να σου πω κι αυτός ο άνθρωπος! Η Τασία πάντα αργούσε, αλλά στην ώρα της ήθελε να φύγει, γιατί αυτός της φώναζε άμα δεν πήγαινε στην ώρα της. Να σκεφτείς για να σου δώσω, να καταλάβεις. Θα πήγαιναν μία φορά στο χωριό της. Και δεν πήγαινε αυτός. Και πήρε ένα ταξί, δε θα το βρήκε και αμέσως το ταξί. Να ετοιμάσει τα παιδιά, να ετοιμάσει το σπίτι, να το αφήσει και τέλειο. Προσπαθούσε κι αυτή να το αφήσει στην εντέλεια, γιατί αυτός γκρινιάζει. Παίρνει το ταξί, του λέει: «Πάμε γρήγορα! Πάμε γρήγορα! Πάμε γρήγορα!». Θα πήγαινε με τη μάνα της και την αδερφή της. Αυτοί ξέρανε ότι η Τασία πάντα αργεί και της είχανε πει λάθος την ώρα. Όταν πήγε και η Τασία και βλέπει ένα αμάξι να φορτώνει, τρέχει αυτή και της λένε: «Σώπα μωρέ, μην κάνεις έτσι! Εμείς φεύγουμε σε μισή ώρα!».
Τα είχε δει όλα κι αυτή!
Η κακομοίρα! Να μην την πηγαίνει κι αυτός ο χριστιανός! Ήξερε ότι δουλεύει την εφημερία, πάρε τη γυναίκα σου και φέρ’ τη! Πόσο μακριά είναι πια; Πόση βενζίνη θα έκαιγε να φέρει τη γυναίκα του; Και ήταν και της λεπτομέρειας κι αυτή, ήταν έτσι κι αυτός: «Να το αφήσεις τέλεια!», της έλεγε. Ποτέ στην ώρα της! Και να πηγαίνει σιγά-σιγά, πώς να υπογράψεις, πώς να κάνεις; Υπογράφαμε και στο θυρωρείο πολλές φορές. Στο μικροβιολογικό υπογράφαμε πάνω. Εμείς πηγαίναμε από τους πρώτους. Καλά, η καθαρίστρια ακόμα πιο νωρίς, γιατί πώς θα σφουγγάριζε εκείνη και θα ήμασταν κι εμείς και θα πατούσαμε; Να στεγνώσει. Πήγαινε μία ώρα πριν. Εμείς στις 8 κι εκείνη 7. Δεν είχα κάνει εγώ την καθαρίστρια 3 χρόνια; Να με στέλνουν με τα γιο-γιο! Να τους δείχνω με 3 γιο-γιο και να φέρνουν τους 3 που τους δίνανε το καθαρτικό και να κάνουνε και οι 3 τις αραιότερες και τις αραιότερες κενώσεις. Να πεις και πάνω όνομα και την κλινική που θα πήγαιναν για να τα μαζέψουν τα γιο-γιο. Μετά βγήκαν τα πλαστικούλια, τι να σου πω τώρα! Και βάζανε ένα δειγματάκι εκεί στο πλαστικό και στο στέλνανε. Δε στέλνανε και το πιο μαλακό, μπορεί να στέλνανε και το πιο σκληρό! Κάνε κι εσύ μωρέ μια δουλειά της προκοπής! Που αυτά κλείνανε και είχανε κι ένα κουταλάκι… Τέτοιες χαζομάρες κάναμε!
Είχατε μπλεχτεί εκεί!
Εγώ να σου πω, έκανα όσο πιο καλή δουλειά μπορείς να φανταστείς. Τα δικά μου τα τρυβλία μπορούσες να τα βγάλεις [00:25:00]φωτογραφία! Θυμάμαι, έρχεται μία και μου λέει: «Δεν μπορείς να φανταστείς, έδειξαν μέσα ένα τρυβλίο που είχες απλώσει». Όπως ήταν τα τρυβλία στρογγυλά, εξαρτιόταν από το υλικό που είχες μέσα στο τρυβλίο. Αν μπορούσε να περπατήσει ο Πρωτέας ας πούμε, ή η Ψευδομονάδα. Αν ήταν αιματούχο, αν ήταν άγαρ, το έκοβες. Η Έλσα έκοβε ένα κομμάτι τεράστιο! Μπορεί να έχουνε και γεφυρούλες όμως, να μην το έχει καλά ξεφλουδίσει και να περάσει από τη γεφυρούλα και να πάει απέναντι. Αλλά από τεράστια, τεράστια! Δεν έκανε οικονομία. Πού θα την απλώσεις τη μια σταλίτσα; Όταν ενοφθάλμιζες - ας πούμε - ένα κομματάκι εδώ, τον έστριβες το στυλεό σου. Έχεις ένα από κακά, θα το πάρεις. Έχεις ένα ρινικό, ένα φαρυγγικό, κάτι θα ακουμπήσει. Αν έχεις ένα ομφαλικό, ένα από το μάτι σου ή από ένα σπυράκι, από μια μεριά θα είναι. Αν δε γυρίσεις το στυλεό σου γύρω-γύρω, δε θα μείνει τίποτα. Δε θα φυτρώσει καν…
Καλά τα λες εσύ!
Κι έπρεπε σε τέτοια πράγματα να τον στρίψεις το στυλεό σου, κάτι να αφήσει κι ας είναι πολύ μικρό. Και μετά έπαιρνες το στυλεό με το συρματάκι και το έκανες έτσι-έτσι και το γύριζες κιόλας ή το έκαιγες. Εγώ τον γύριζα. Λοιπόν, πάει μια φορά μια δικιά μας και φτιάχνει ένα πράγμα που είχε και χλωρίδα. Δεν ήταν όπως αν έχεις μια πληγίτσα, μπορεί να έχει δυο μικρόβια, δε θα έχει 400. Αν είναι ένα κόπρανο όμως, θα έχει 400, δε θα έχει ένα πράγμα. Και το φαρυγγικό. Όπως είχε κάνει το ενοφθάλμισμα εδώ, έκανε ένα έτσι-έτσι και με τον ίδιο στυλεό χωρίς να ακουμπάει πουθενά, έκανε ένα έτσι κι έφτασε. Πού να πάει την άλλη μέρα η γιατρός, που είχαν αυτά φυτρώσει όλη η γραμμή; Δηλαδή μπορεί να χάσεις κάποιο από τα μικρόβια. Κι αν πάρεις από το πολύ πυκνό, πώς θα τα αραιώσεις; Δεν είναι από το αρχικό που θα είναι αραιά, είναι τόσα εκατομμύρια. Και της λέω: «Ρε παιδάκι μου, δεν το έκανες καλά». Και να φωνάζει! Και το δείχνει σε εμένα να το δω: «Να, δες το». Τι να δεις; Πήγα να της πω: «Μωρέ, αυτό πού στα κομμάτια πήρες και το έκανες εκεί πέρα το άλλο;». Αλλά είπα «άστηνε, από τη γκρίνια της» θα τσακωνόμαστε.
Τα δικά σου τα τρυβλία πες μου πώς ήτανε;
Τα δικά μου ήτανε… Δε σου λέω ότι θα ήταν όλα καλά, εγώ πάντως έβαζα όλη μου την τέχνη! Δηλαδή οι άλλες τελειώνανε πριν από μένα. Εγώ για να κάνω όλες αυτές τις ζωγραφιές, ποτέ δεν έχω φύγει πριν από την ώρα μου. Ούτε μία φορά!
Σας μάθαιναν οι γιατροί τις τεχνικές; Γιατί είναι πολύ τεχνικά αυτά.
Εντάξει, τους τα δείχνανε μια φορά, δε θα σου τα δείχνουνε 400. Και από την άλλη την παρασκευάστρια. Και μετά είναι και το φιλότιμό σου, τι να σου πω τώρα; Κι επίσης καταλαβαίνεις, ένα κόπρανο δεν είναι το οφθαλμικό που θα βγάλει ένα πραγματάκι ή θα βγάλει δύο. Και δε θα έχει και τα τόσα, πόσα θα έχει πια; Εκτός αν είναι σκέτο πύον. Θυμάμαι μια φορά, ήταν ένας του στρατού, δεν κάνανε ειδικότητα αυτοί στα δικά τους τα νοσοκομεία. Και είχε έρθει και μου λέει: «Βρε Θεοδώρα, βάλε μου αυτό. Δεν είναι δυνατόν να μην έχει τίποτα το παιδί». Και το έβαλα και φύτρωσε. Και η άλλη δεν το είχε κουνήσει καθόλου, το ακούμπησε μια μέρα και δεν είχε φυτρώσει τίποτα.
Είχατε πολλά περιστατικά μέσα στη μέρα;
Ναι. Τη μία μέρα το ένα, μία μέρα το άλλο, εφημερεύανε. Και είχαμε και την Κυριακή που μας είχε 2 μέρες στη σειρά. Μην το συζητάς καθόλου…
Στις εφημερίες πώς ήτανε;
Μέρα-νύχτα συνέχεια. Και το βράδυ ο κόσμος έβρισκε το χώρο που δούλευες και ερχόταν μέσα στα μεσάνυχτα και ρώταγε αν βγήκε. Άμα σου ήταν και άρρωστα κιόλας και από νωρίς… Απλώς οι άνθρωποι δεν ήταν εκεί να τα πάρουνε από πουθενά. Μετά βαραίνανε, τα φέρνανε μπας και ξεμπλέξουνε. Και πραγματικά, μερικά ξεμπλέκανε και έπαιρνες τηλέφωνο και πηγαίνανε σπίτι τους. Δεν μπορούσες να το αφήσεις και το παιδί έτσι και να μην ξέρεις τι έχει. Έμπαινες και μέσα. Ήτανε μέρα-νύχτα, δουλειά πολλή... Ερχόντουσαν και από επαρχία, δεν είχες μόνο τα εδώ που είμαστε η μισή Ελλάδα. Αλλά είχες και της επαρχίας. Ένα βαρύ περιστατικό δε θα το αφήσεις στην επαρχία, θα έρθει επάνω. Φέρνανε παιδάκια διαβητικά από την επαρχία. Θυμάμαι ένα που φέρνανε τα κατουράκια του να τους κάνουμε, γιατί ήταν διαβητικούλι το κακόμοιρο. Τα λυπάσαι…
Αυτή η μυρωδιά του νοσοκομείου σου είχε μείνει μετά; Ή δεν ήταν τόσο έντονη;
Εσένα πώς σου φαίνεται, σου φαίνεται άσχημα;
Πολύ έντονη μου φαίνεται εμένα.
Δεν ξέρω, την είχα συνηθίσει. Τι να σου πω. Δεν είχα πρόβλημα.
Και μετά συνταξιοδοτήθηκες στα χρόνια σου;
Στα 56. Εμείς στο μικροβιολογικό που ήμαστε βαρέα-ανθυγιεινά, φεύγαμε στα 55 και οι άντρες στα 60.
Μετά πώς ήταν, όταν συνταξιοδοτήθηκες;
Τίποτα, μετά είχα τα παιδιά…
Σου έλειπε η δουλειά καθόλου;
Ε, μου πολύ-έλειπε… Να πήγαινα να άπλωνα θα ήθελα και τώρα. Έτσι τουλάχιστον τα άπλωνα σωστά. Ή και να τους βοηθούσα.
Τι ήταν αυτό που σου έλειπε περισσότερο; Και πώς σου λείπει δηλαδή;
Να βοηθάς είναι μωρέ και να αισθάνεσαι ότι πιάνει και τόπο. Όχι ότι βοηθάω και η άλλη κάθεται και καπνίζει.
Όλα τα χρόνια που ήσουνα στο νοσοκομείο πέτυχες μεγάλες αλλαγές; Γιατί ήσουνα και πολλά χρόνια, φαντάζομαι θα άλλαξε και ο χώρος και ο τρόπος που δουλεύατε.
[00:30:00]Ναι, αλλάζει, βέβαια, αλλάζει. Εντάξει, έφυγε η Διευθύντρια πια, κάποτε συνταξιοδοτήθηκε, μπήκε άλλη. Τις γνώριζες αυτές, ήταν επιμελήτριες εν τω μεταξύ, δεν ήταν και κάτι πολύ διαφορετικά. Εντάξει, με το βιοχημικό μετά, το βιοχημικό μετά είχε δικούς τους… Αυτή που ήτανε… Η επιμελήτρια που ήταν τότε, πήγε στο διπλανό Διευθύντρια. Ο Βρεττός μετά συνταξιοδοτήθηκε και έχει πεθάνει. Ήταν από τα Σπάτα αυτός ο καψερός. Το καλοκαίρι έφτιαχνε κρασιά και τέτοια. Καμιά φορά που είχα αρχίσει κι εγώ να πηγαίνω Λούτσα, με έπαιρνε με το αμάξι και μου έλεγε: «Μερικές φορές – μου λέει – με τα κρασιά και με τη δουλειά, λέω πότε να πάω στο νοσοκομείο!». Που έπαιρνε και την άδειά του να φτιάχνει τα κρασιά. Ήταν πολύ καλός αυτός, ήταν πάρα πολύ καλός, δε θυμάμαι να έχει καθίσει σε σκαμπό. Όλο όρθιος δούλευε! Και με το δεξιό και με το αριστερό χέρι μπορούσε να δουλεύει με την πιπέτα. Οι πιπέτες αυτές που ρουφάς και ρίχνεις λίγο-λίγο και αν βάλεις τα ούρα πρέπει να έχεις 0,01. Να κάνεις αραίωση 1 προς 5, να πάρεις ένα πολύ ελάχιστο για να τα πολλαπλασιάσεις επί 500, επί 100, δε θυμάμαι τώρα. Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να πω. Μια αποικία αντιστοιχούσε σε 1000, πάνω από 100.000 αν ήταν πήχτρα. Τι να μετρήσεις;
Στον τρόπο που δουλεύατε τι αλλαγές γίνανε; Μου είπες ήδη μία, ας πούμε με τα γιο-γιο ότι φύγανε και ήρθανε οι συλλέκτες-
Τα δοχειάκια. Τα πετάγαμε αυτά πια.
Τι άλλο είχε αλλάξει;
Οι στυλεοί πετιόντουσαν. Καλά, έτσι κι αλλιώς πετιόντουσαν οι στυλεοί. Μετά βγήκαν οι στυλεοί σε χαρτάκια μέσα, δε φτιάχναμε πια στυλεούς.
Τι άλλο άλλαξε τεχνικά;
Ε, πού να ξέρω; Τώρα μπορεί να έχουν αλλάξει και πολλά άλλα. Και εντάξει και οι δουλειές τώρα, τα μηχανήματα. Πας να φτιάξεις τώρα μια ουρία και κάνεις τόσες ώρες; Πάω να φτιάξω εγώ 10 χολερυθρίνες και φάω μία ώρα και πάω πεντάλεπτο με πεντάλεπτο. Να φτάσεις, να πας να δεις τις άμεσες, να μετρήσεις μετά τις ολικές και να βρεις μετά τα νούμερα και να τα τηλεφωνήσεις στα τμήματα τι να κάνεις; Δεν ήταν και κοντά.
Όλη τη διαδικασία την κάνατε εσείς;
Βέβαια, μας στέλνανε το αίμα, θα μας το έφερνε κάποιος το αίμα. Το πρωί ήταν ένας, μετά θα τα έφερνε κάποιος από τους νοσοκόμους. Δεν πηγαίναμε εμείς να τα πάρουμε από πάνω, μας τα φέρνανε ή μπορεί να στέλνανε τους γονείς, δεν ξέρω και ‘γω τι, όπως βόλευε τον καθένανε τώρα. Γιατί βιαζόντουσαν και οι γιατροί θέλανε να δούνε πώς είναι τα παιδιά.
Διακοπές έκανες καθόλου;
Εντάξει, έκανες διακοπές. Αρχίζανε από 8 μέρες… Περίμενε! Για τους καθαριστάς ή δεν ξέρω ‘γω τι ή τους τεχνικούς ήταν 8 μέρες και φτάναν στα 16. Για τους παρασκευαστές ήταν 12 και φτάνανε 24, τέλος πάντων, πόσο έφτανε. Κάθε χρόνο έπαιρνες από 2 μέρες ακόμα.
Εσύ τι έκανες στις διακοπές σου;
Ε, τι έκανα… Πήγαινα στο χωριό, ξέρω κι εγώ; Τι, έμενα στην Αθήνα; Μια βδομάδα ήταν αυτή! Μια εβδομάδα, δύο εβδομάδες τι να τις κάνεις; Να πας στο σπίτι σου να σε δούνε οι δικοί σου.
Στο χωριό είχες διαφορετική αντιμετώπιση λόγω του ότι δούλευες σε νοσοκομείο;
Δε νομίζω να το ξέρανε και όλοι.
Α ναι;
Και θα ήξερα κι εγώ κάτι να κάνω; Δεν μπορούσα να βοηθήσω και κανέναν, δεν ήξερα και τίποτα.
Να σε γυρίσω λίγο στα χρόνια τα παιδικά; Πες μου λίγο το περιστατικό με τον μπαμπά σου στο χωριό που μου λες.
Ο πατέρας μου ήταν στον πόλεμο και πολέμαγε στη Βόρεια Ήπειρο το ’40. Όταν όμως έπεσε στη Μακεδονία, αυτούς τους καλέσανε να φύγουνε. Φύγανε αυτοί από εκεί πέρα, τι να πολεμάνε τώρα, αφού είχε ήδη πέσει. Δε βγήκε κάτω ο άνθρωπος, χάθηκε… Ξέρω κι εγώ; Σκοτώθηκε; Πού να ξέρω… Δεν τον είδε κανείς ούτε ζωντανό ούτε πεθαμένο. Τι να σου πω τώρα…
Τι μάθατε εσείς;
Τίποτα δε μάθαμε. Όποιους και να ρωτήσαμε και από το χωριό μας. Γιατί ήτανε και από το χωριό μας άνθρωποι, τουλάχιστον ο θείος μου, της αδερφής του πατέρα μου, ο άντρας της, ήτανε στον ίδιο πόλεμο. Ο πατέρας μου ήτανε δεκανέας, είχε βγάλει κι αυτός σχολαρχείο τέλος πάντων ο πατέρας μου και ήτανε δεκανέας. Τι να σου πω τώρα…
Ούτε πιο μετά μάθατε-
Τίποτα δε μάθαμε, τίποτα… Δε βρήκαν άκρη, αφού δε βρήκαν τότε πώς θα τη βρίσκανε μετά;
Και εσάς πώς σας το είπανε; Εσένα σου το είχανε πει από μικρή;
Μας το είπανε, θα το είπανε. Εγώ πια ήμουνα το μωρό τώρα!
Ναι, αλλά μεγάλωσες και-
Εντάξει, θα τους το είπανε. Αφού γυρίσανε οι άλλοι. Γύρισε ο μπάρμπας μου, γύρισε ο άλλος ανθρωπάκος, γύρισαν τόσοι. Στο στρατό είχανε πάρει πολλές κλάσεις. Ο πατέρας μου τι ήταν; 26 χρονών ήταν, το ’35 γεννηθείς… Κάτσε, περίμενε, το ’15. Το ‘15 ήτανε ο πατέρας μου και το ’17 η θεία μου.
Θυμάσαι πώς ήσουν εσύ παιδάκι;
Το θυμάμαι…
Ρωτούσες; Σου είχαν πει τι έχει γίνει με τον μπαμπά σου;
Δεν καθόμουν να ρωτήσω, θα τους στεναχωρούσα… Εγώ πρώτα-πρώτα ήμουνα πάρα πολύ δειλό παιδάκι, μπορεί να έβαζα τα κλάματα…
Γιατί το λες όμως έτσι;
Γιατί έκλαιγα με ευκολία, ήμουνα πολύ δειλή… Δεν ήμουν άταχτη καθόλου.
Και η οικογένεια πώς ήτανε μετά;
Ήμασταν με τους παππούδες και με τη γιαγιά. Ο ένας παππούς ήταν καλός άνθρωπος γιατί ήξερε γράμματα. Είχε πάει στην [00:35:00]Αμερική. Είχε πάει στην Αμερική όταν είχε τα 2 παιδάκια, τον πατέρα μου και την κόρη του. Και ήρθε να τους δει και μετά μάλλον έμεινε έγκυος και η γιαγιά μου και δεν ξαναπήγε. Αυτό το αγοράκι τους πέθανε 9 χρονών από μηνιγγίτιδα. 9 χρονών πήγαινε στο δημοτικό, δευτέρα δημοτικού, γιατί θυμάμαι που μου έλεγε μια κυρία: «Θυμάμαι και το θείο σου που του βάλανε και την τσαντούλα του μαζί όταν πέθανε το παιδάκι…». Αυτό το είχε βαφτίσει και ο πατέρας της μάνας μου, ήτανε γειτόνοι στα χωράφια τους. Και στη γειτονιά μας ήτανε και η μάνα μου. Το σπίτι μας εμάς ήταν ένα σπίτι και από πάνω ήταν της μάνας μου, του πατέρα της, τέλος πάντων. Αν κατάλαβα καλά, το παιδάκι κάπου κόλλησε τέλος πάντων μηνιγγίτιδα. Και τη μηνιγγίτιδα μου την είπε η θειά μου, γιατί κανείς δεν ήξερε, λέγανε ότι είχε «Πυρετό, πυρετό…». Αλλά η θεία μου – παρ’ όλο που δεν την είχανε στείλει την κακομοίρα στο σχολείο – το θυμότανε ότι ο γιατρός τους είπε ότι το παιδί έχει μηνιγγίτιδα, δεν μπορούσε να κάνει το κεφαλάκι του κάτω. Κι έλεγε – ας πούμε η θεία μου έλεγε – ότι δεν του έδωσαν σημασία αυτοί να το πάνε στο γιατρό. Δεν υπήρχανε φάρμακα για τις μηνιγγίτιδες τώρα, τι το συζητάμε; Τι να της πω τώρα της θείας μου; Δηλαδή κι αυτή την είχα δει που είχε πεθάνει ο άντρας της και είχα πάει στο σπίτι της. Τι να σου πω τώρα… Και ο πατέρας μου με τον άντρα της ήταν κάπως φίλοι βέβαια. Επειδή οι δικοί μας ήτανε πιο πλούσιοι, ας πούμε είχανε περισσότερα χτήματα. Είχανε 2 παιδιά μόνο φτωχά σαν το παιδάκι. Τους είχα μια άνεση περισσότερη. Τη θεία μου δεν την είχαν στείλει στο σχολείο, το αγοράκι το είχανε στείλει όμως, το μικρό. Αυτός ήταν και πρώτος ξάδερφος της μάνας μου, την ήθελε για την περιουσία της μάλλον. Γιατί η θεία μου ήταν 15 χρονών παιδάκι και κοντούλα, πώς να σου πω, ένα παιδάκι ξανθό. Και πάει και την κλέβει! Κάποτε αποκοιμήθηκε, σηκώνεται και φεύγει η θεία μου, πάει σπίτι, στο χωράφι τους τέλος πάντων, στην εξοχή στα καλύβια τους. Μετά αυτός πάει, είχε κλειστεί αυτή μέσα στη χαμοκέλα και είχε κλειδωθεί κι αυτός άρχισε να χαλάει τις πλάκες από πάνω για να τη βρει. Και αναγκάστηκε και βγήκε και την πήρε. Οπότε τη διακόρευσε. Ο παππούς μου δεν ήθελε να του τη δώσει, να σου πω. Ας ήτανε και διακορευμένη… Δεν ήτανε και καλή η οικογένειά τους, τέλος πάντων. Τέλος πάντων για να μην του τη δώσει, ο παππούς μου λέει στον πατέρα της: «Αν δεν της δώσεις από το τάδε χωράφι – έπαιρνε το καλύτερο, που είχε και νερό – εγώ δεν τη δίνω!». Λέει αυτός: «Θα της το δώσω». Συνεννογιέται με το γιο του μετά να του το δώσει. Του το ‘δωσε μετά ο άλλος; Πήγε και το θέρισε! Και τους άφησε στο σπίτι τους να μην έχουνε να φάνε ένα σωρό παιδιά! 7 παιδιά, πόσα θα ‘χε αυτός… Και η θειά μου έκανε 10 παιδιά! 7 αγόρια και 3 κορίτσια. Αυτή τη στιγμή έχουν πεθάνει 3 αγόρια. Έχει πεθάνει ο Κώστας που τον είχανε βάλει μάλλον στον πατέρα μου, έχει πεθάνει ο Πάνος που ήτανε στου πατέρα του κι έχει πεθάνει κι – Πάνος, ο Κώστας – και ο Λάκης που ήτανε στου παππού μου σαν κι εμένα. Τόσα παιδιά, τους έβαλε όλους η θεία μου. Η κακομοίρα, 15 χρονών κοριτσάκι…
Να σου πω, με τη μητέρα σου η σχέση πώς ήταν;
Καλή ήτανε. Ε, χτύπαγε όμως… Δε χτύπαγε με τα χέρια της, την πονάγανε. Έπαιρνε το σχοινί που πήγαινε να φέρει το βαρέλι και σου ‘δινε. Κι αν ήταν το σχοινί, να πάει στα κομμάτια. Αλλά ήταν αυτοί οι κόμποι! Πώς τους δένανε; Την πονάγανε τα χεράκια και ήθελε να σε χτυπήσει και στο πρόσωπο. Ε, λίγο σκληρούτσικη ήτανε, αλλά τέλος πάντων δίκαιη. Τέλος πάντων, πόση ζημιά να είχες κάνει τώρα;
Οι παππούδες;
Οι παππούδες εντάξει, δε μας μαλώνανε. Δεν μας μαλώνανε καν. Δεν κάναμε καμία ζημιά, τι ζημιά να κάνουμε; Ο παππούς μου μας μάθαινε να μετράμε. Ο παππούς μου είχε πάει και στην Αμερική. Μας μάθαινε 1, 2, 3, 4, 5, 10, δέκα-ένα, δέκα-δύο, δέκα-τρία… Γιατί οι Αμερικάνοι τα μιλάνε έτσι. Κι όταν εμείς πήγαμε στο δημοτικό, ξέραμε και μετράγαμε! Γιατί άλλα δεν ξέρανε τα κακόμοιρα. Κι εκείνοι βρε παιδί μου κι ο παππούς μου δε μας μάθαινε κι η γιαγιά μου δε μας μάθαινε, ξέρανε κι εκείνοι να μετράνε. Αλλά θυμάμαι κι αυτό το «δέκα-ένα, δέκα-δύο»! Και δεν είναι ότι ο παππούς μου που δεν το ήξερε, αλλά έτσι του είχε μείνει. Κι εκείνος πώς δεν έστειλε το κοριτσάκι στο σχολείο δεν ξέρω. Αλλά τον πατέρα μου στον στείλανε τότε στο σχολαρχείο. Και σε κατεβάζανε, δεν ήταν και δίπλα στο χωριό. Δηλαδή δεν είναι κάτι που το έχεις και δίπλα σου. Πηγαίνανε με τα πόδια, ήταν μια ώρα με τα πόδια για να πας. Μάλλον δεν θα είχε γίνει, γιατί η μάνα μου όταν έγινε αυτός ο δρόμος, ήτανε και δούλευε στο δρόμο. Πηγαίνει, αλλά ξέρεις, επειδή είναι πολύ μεγάλο το [00:40:00]βουνό, κάνεις κύκλο, τους κάνει μια ώρα. Κι ήτανε να ανέβει στην κορυφή, ήτανε όμως πολλή ανηφόρα και ειδικά από το δικό μας σπίτι που είναι στο κάτω μέρος του χωριού. Κι έπεφτες πίσω, πήγαινες στην Κοντοβάζαινα. Καμιά ώρα και λιγότερο μπορεί να έκανες εκεί, αλλά με πολλή ανηφόρα.
Για τον πατέρα σου, σου μιλούσανε οι παππούδες καθόλου;
Συνήθως δε λέγανε σπουδαία πράγματα. Κανείς δεν έλεγε τίποτα σχεδόν…
Είχε μείνει λίγο το θέμα δηλαδή στην άκρη.
Ναι, το είχανε παρατήσει. Δε λέγανε τίποτα, ούτε καλό ούτε κακό. Μάλλον και ο πατέρας μου είχε φύγει μια φορά. Έφυγε και πήγε ο παππούς μου και τον βρήκε και τον έφερε στο σπίτι. Ήταν η γιαγιά μου πολύ τσιγκούνα. Ο παππούς μου ήτανε νορμάλ, πολύ καλός άνθρωπος. Μένανε στην εξοχή, ο παππούς μου τυφλώθηκε μωρέ, πολύ νωρίς, το ’53 νομίζω. Έζησε 22 χρόνια τυφλός. 22 χρόνια. 22 χρόνια τυφλός από γλαύκωμα… Ο παππούς μου δεν έβλεπε από το ένα, μας το έλεγε εμάς. Δεν πήγαινε και στο γιατρό, τι να σου πω τώρα. Όταν άρχισε να μη βλέπει και από το άλλο, αρχίσαμε κι εμείς και πηγαίναμε στο γυμνάσιο. Έστειλε η μάνα μου έναν ξάδερφό της να πάνε στην Τρίπολη, του δίνανε κάτι φάρμακα, δεν κάνανε και τίποτα. Ίσα που τον τσούζανε. Τίποτα, τυφλώθηκε ο άνθρωπος. Ε να σου πω έστω και η γιαγιά μου. Πιο πολύ βοηθούσε ο παππούς τη γιαγιά, παρά η γιαγιά τον παππού. Η γιαγιά μου πέθανε όταν πήγαινα εγώ στην ογδόη. Ο παππούς μου έζησε και πέθανε όταν εγώ είχα αρραβωνιαστεί, ήμουν εγώ 35 χρονών. 34-35.
Το θείο, τον άντρα σου, πώς τον γνώρισες;
Τον άντρα μου; Μας κάνανε προξενιά! Εγώ έμενα στη νονά μου, που μένει Γουδί. Γιατί ήρθε – σου λέω – ο ξάδερφός μου στο χωριό να μου πει ότι η γυναίκα του θα έφευγε και η νονά μου είχε κάτι δωμάτια και τα νοίκιαζε. Όταν πήγα στη νονά, ήταν ένα δωμάτιο εκεί, μες στη μέση. Κάτω τσιμέντο, μία πόρτα, ένα παραθυράκι και ρεύμα και έξω ήτανε και μια βρύση στην αυλή. Δίπλα μου ήταν ένα άλλο αγόρι, πήγαινε στο νοσοκομείο, στο «Λαϊκό», νοσοκόμος. Και στα δίπλα τα 2 άλλα δωματιάκια – έτσι ήταν στην αρχή, ήταν 4 δωμάτια στη σειρά – ήταν τα ξαδερφάκια μου τότε, σόι, τα 2 αγόρια. Μετά παντρεύτηκε η γυναίκα του, παντρεύτηκε αυτός κι έφυγε κάποια στιγμή, δεν μείνανε πολύ καιρό εκεί. Εγώ ήμουνα εκεί, εκεί, εκεί… Λίγο πιο πάνω ήτανε ένας από το χωριό του, από το Τρίκορφο, ήτανε και λίγο κουμπάροι νομίζω. Και κάποτε είπε στη νονά – ήμουνα κι εγώ πόσα χρόνια, ήμουνα 26, είχα πάει 35, αρκετά χρόνια. Είχα πάρει και το σπίτι, δούλευα και δυο δουλειές! Αυτό το ξεχάσαμε!
Ένα-ένα μου τα λες!
Ε το ξέχασα! Λοιπόν, αυτός, είχε βαφτίσει ο άντρας μου το κοριτσάκι του, τη Σταυρουλίτσα. Και είχανε παντρευτεί τα αδέρφια του, αλλά πολύ πρόσφατα θα ήτανε ο Μένιος, είχε παντρευτεί νωρίτερα. Και το λέει της νονάς μου ότι: «Έχω έναν κουμπάρο» τέλος πάντων. Ε, και πήγαμε εκεί, στον Άγιο Θωμά, να ιδωθούμε. Τον είδα κι εγώ κοντό, αλλά είπα «ας πάει στα κομμάτια!». Λοιπόν έγινε το προξενιό! Δέχτηκε εκείνος, δέχτηκα κι εγώ, τελειώσαμε!
Πώς ήταν εκείνη η μέρα, τη θυμάσαι; Που βρεθήκατε.
Περίμενα. Ήρθε με τον Αντρέα, δε θυμάμαι. Της λέω: «Ρε παιδί μου, ποιος είναι; Ο κοντότερος;», δε θυμάμαι τώρα! Είναι τόσα χρόνια, δεν μπορώ να θυμηθώ. Πάντως στον Άγιο Θωμά πρέπει να ήμασταν εκεί στην πλατεία.
Ενότητα 5
Η απογευματινή δουλειά, ο ρουχισμός και οι αγροτικές εργασίες στο χωριό και η κατεργασία του μαλλιού
00:43:15 - 00:54:39
Α! Τώρα για τις δουλειές. Όταν ήμουν εγώ εκεί, ο Βρεττός – ο βιοχημικός – με μία γιατρό που όταν πήγα εγώ έκανε ειδικότητα και μετά… Τα ξεχνάω τώρα. Βόρεια σε ένα νοσοκομείο ήταν επιμελήτρια αυτή τότε.
Στο «Παίδων» Πεντέλης;
Όχι. Εκείνη έκανε ειδικότητα στο «Παίδων» κι έφυγε και μετά είχε πάει σε ένα νοσοκομείο που ήτανε πια επιμελήτρια, νομίζω. Εκείνη σαν μικροβιολόγος –ας πούμε– κι εκείνος σαν βιοχημικός, ανοίξανε ένα εργαστήριο και μου προτείνανε να πάω να τους βοηθήσω. Και πήγα! Οπότε έγινα απογευματινή. Άντε να τα τραβάς όλα και του βιοχημικού και του μικροβιολογικού!
Σου άρεσε όμως, το λες με χαρά από ό,τι φαίνεται, έτσι;
Ναι, δούλευα όλη μέρα! Πήγαινα πρωί-πρωί. Δεν μπορώ να πω ότι ήμουνα και η καλύτερη αιμολήπτρια, αλλά άμα είχε καλή φλέβα του την έπαιρνα. Τα τσίσα τους, τα αυτά τους, τα έπαιρνα και όταν ερχόντουσαν κι άλλοι έκανα κι εκεί ό,τι μπορούσα να κάνω. Να τα βάλω ή να φτιάξω κάποια από τις εξετάσεις. Συνήθως τα παίρνανε και τα πηγαίνανε στο νοσοκομείο, μη νομίζεις ότι τα πολυκάναμε εκεί πέρα, ελάχιστα κάναμε. Αλλά αν ήτανε μια γενική ούρων, να τη φυγοκεντρήσω, να την κάνω, να τους τα έχω αφήσει έτοιμα. Δηλαδή όταν φεύγανε κι αυτοί ερχόντουσαν, παίρνανε ό,τι παίρνανε, αλλά μετά μπορεί να ερχόταν και κάποιος άλλος. Εγώ κατά τις 12 έφευγα, αλλά είχα καμία... με τρώγανε οι καθιζήσεις! Έπρεπε να κρατάω τις ώρες!
Η πιο δύσκολη διαδικασία από όλες αυτές που είχες να κάνεις ποια ήτανε για σένα;
Δεν είχα καμιά δυσκολία στις διαδικασίες.
Κάποια που δε σου άρεσε;
Ε, δε νομίζω. Και τα κόπρανα εμένα δε με νοιάζανε. Έπαιρνες ένα δειγματάκι εκεί, Τι; Καθόσουνα και τα μύριζες; Μερικοί [00:45:00]σιχαινόντουσαν. Εγώ εντάξει ρε παιδί μου, ήταν ένα δείγμα, τι θα πάθεις; Να βλέπεις έναν άνθρωπο με πληγές και με πύον, τι θα πεις τώρα; Δεν τον βλέπω; Άσε που δε μου είχε τύχει κάτι τέτοιο, αλλά θέλω να σου πω εντάξει, τι να κάνεις τώρα…
Θυμάσαι κάποια εικόνα ασθενή που να σου έχει κάνει εντύπωση; Που πήγες να πάρεις δείγμα.
Όχι μωρέ, δε μου κάνανε.
Μετανιώνεις για κάτι από όλα τα χρόνια που δούλευες;
Όχι μωρέ, για τίποτα. Όσο εξυπηρετείς ρε παιδί μου, σου αρέσει κιόλας. Δε σου αρέσει; Πες μου εσύ πώς αισθάνεσαι. Αν πεις ότι βοηθάω κάποιον, αισθάνεσαι μια χαρά. Λες τον βοήθησα ρε παιδί μου, έστω και κάπως…
Αφού συνταξιοδοτήθηκες συνέχισες να δουλεύεις έστω κάπου; Στο εργαστήριο, ας πούμε.
Μετά; Όχι, τίποτα…
Σταμάτησες τελείως;
Σταμάτησα. Εντάξει και μετά αυτοί δεν ξέρω τι κάνανε. Την άδειά μου την έπαιρνα και συνήθως παίρνανε κάποια κοπέλα από το νοσοκομείο μας. Γιατί θα έπαιρνα κι εγώ μια άδεια, την άδεια δεν την παίρναμε όλοι μαζί. Παίρνανε κάποια από τα κορίτσια. Πήγαινε η Έλσα καμιά φορά, καμιά άλλη…
Τώρα θα ξαναδούλευες;
Για να απλώνω, ναι! Να κάτσω σε μια μεριά και να απλώνω, η καλύτερή μου θα ήτανε! Και θα ήτανε και ωραία κιόλας και θα ήτανε και τέλεια!
Σε ευχαριστώ πάρα πολύ που μου είπες πολλά πράγματα…
Τι να σου πω τώρα; Ότι τα παιδιά δε φορούσανε σώβρακα; Ότι ήτανε μες στη φτώχεια; Ότι δεν είχαμε ρούχα; Ότι μας ντύνανε από την UNRRA; Όταν εγώ πήγαινα στο γυμνάσιο δεν είχα καν παλτό και της αδερφής μου της είχε πάρει η μάνα μου ένα μπεζ μάλλινο. Και δεν έκανε και στη μία και στην άλλη, δεν ήτανε πια τόσο που ήτανε και φτωχιά. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί τα κάνανε κι αυτοί αυτά. Μετά μου πήρε ένα μπλε που είχε υφάδι μάλλινο και το στημόνι βαμβακερό. Τα πλύναμε και σουφρόμπασε στη σκάφη! Ας πούμε, αλλιώς ήμουνα στην τρίτη τάξη, αλλιώς ήμουνα στην πέμπτη, ψήλωσα, μου βγαίνανε κιόλας. Αλλά προς το τέλος, μου έδωσε η μάνα μου το δικό της το παλτό. Από όταν ήταν να παντρευτεί κάπου εκεί θα πρέπει να το είχε κάνει. Ήτανε μια φανέλα, ολομάλλινη όμως. Το κοιτάγανε και τα άλλα τα κοριτσάκια, αυτά ράβανε. Τότε εντάξει, ήταν οι μοδίστρες, δεν υπήρχανε να πας να αγοράσεις, δεν ήταν αυτή η ευχέρεια. Πώς να σου πω, δεν ήτανε. Θα έραβες σε μοδίστρα. Η μάνα μου όταν ήταν να παντρευτεί, φωνάξανε μία από τα Τρόπαια για να της φτιάξουνε στο τέλος τα διάφορα πραγματάκια της, να παντρευτεί. Και τις γνώριζα και είχαμε πάει εκεί στην αρχή για να μας κάνουνε τις μπλουζίτσες, φουστούλες, τι θα φορούσαμε, ποδιές. Κάποτε φοράγαμε και κάτι φουστόμπλουζες, φουφούλες τέλος πάντων, και είχαμε πάει σε εκείνες.
Σου άρεσαν τα ρούχα πολύ; Μου αναφέρεις πολύ για τα ρούχα, τα χαιρόσουνα.
Εντάξει, ρε παιδί μου. Η μάνα μου μας έφτιαχνε εμάς στην αρχή κάτι με μύτες εδώ, δεν ήτανε με μεσούλες, ας πούμε. Αλλά μετά ήτανε μία κοπελίτσα στο χωριό μας, μια μοδίστρα καλή και μάθαινε και η αδερφή της. Και έφτιαχνε τα παλτά, ό,τι μπορείς να διανοηθείς. Αλλά ήτανε μια πιο φτωχή κοπελίτσα, δεν είχε καν γονείς και δεν είχε ούτε αδέρφια ούτε τίποτα, αλλά έκανε πάρα πολύ καλή δουλειά. Και πήγαινε η μάνα μου σε αυτήν και μας έκανε ωραία ρουχαλάκια, πώς να σου πω, καλά να πέφτει το μανίκι σου. Και σου λέω, όταν πήγαινα στην ογδόη φορούσα της μάνας μου το παλτό. Δεν είχαμε λεφτά να δώσουμε, δε θα είχαμε. Τώρα δεν το φαντάζομαι κιόλας, θα είχαμε να μου πάρει ένα υφασματάκι για να μου φτιάξει ένα παλτό. Έφυγε η αδερφή μου, όταν εγώ πήγαινα στην ογδόη, ήρθε στην Αθήνα. Δεν είχα τελειώσει εγώ την ογδόη όταν η αδερφή μου έφυγε. Εγώ έμεινα στο χωριό κι έκανα όλες τις δουλειές, τις ήξερα όλες πια. Το σκάψιμο ήταν το χειρότερο!
Από σκάψιμο σε άπλωμα το πήγες όμως!
Το σκάψιμο ήταν το χειρότερο… Δεν ήταν μόνο να πας πίσω από τα ζώα και να κάνεις τις μαντζούλες έτσι κάτω να τις χώσεις, έπρεπε να σκάψεις. Εκεί να κάνεις τις γωνίες ή να βάλεις στο περιβόλι σου ή δεν ξέρω κι εγώ. Ήταν το χειρότερο. Αλλά το θέρος εντάξει, δε σου λέω ότι ήτανε και το καλύτερό σου μες στον ήλιο να σε τρώει η μέρα και να θερίζεις. Και όταν έβαζες στο αλώνι και αλώνιζες, μετά έπρεπε να κουβαλήσεις. Αλλά το κουβάλημα ήταν περπάτημα, δεν ήταν αστεία. Αν είχες να κάνεις 3 στράτες τη μέρα και ήταν 1,5 ώρα και 1,5 να γυρίσεις, 3. Και 3 φορές, 9. Και στο ζώο το λυπόσουνα να πας καβάλα. Άσε στον κατήφορο του έβγαινε και του μουλαριού στο σβέρκο το τέτοιο. Την ανηφόρα λιγάκι, γιατί κι αυτό κουράζεται να πάει και να έρθει, να πάει και να έρθει, 3 φορές τη μέρα να περπατάει, κάποτε πρέπει να φάει κιόλας. Έλεγες ας περπατήσω κιόλας, ανέβαινες και λίγο πάνω να ξεκουραστείς, έτρωγες και την πήγαινες μετά την κατηφόρα. Το ίσωμα το πήγαινες και την κατηφόρα. Το ίσωμα θα το πήγαινε και εκείνο, δεν είχε κανένα λόγο. Αλλά δεν υπήρχανε τέτοιοι δρόμοι, λίγο ήταν το ίσωμα! Έπρεπε να κατέβουμε στο ποτάμι και να ανεβούμε μετά στο χωριό! Ήταν από την άλλη μεριά του βουνού. Προς τα Τρόπαια.
Αν σε ρωτήσω ποιο είναι το πράγμα για το οποίο νιώθεις πιο περήφανη που έχεις κάνει;
[00:50:00]Δε νομίζω ότι έχω κάνει κάτι που να περηφανεύομαι. Δε νομίζω… Τίποτα. Δεν έχω κάνει κάτι που να περηφανεύομαι.
Κάτι που να νιώθεις εσύ πολύ καλά με αυτό;
Όχι, δε νομίζω…
Ούτε στη δουλειά σου;
Ε, στη δουλειά μου σου λέω, προσπαθούσα να ήμουνα πάρα πολύ εντάξει. Αυτό μόνο, τίποτα άλλο. Στα άλλα δεν έκανα τίποτα. Εντάξει, να θερίζεις; Να θερίζεις. Δε θα τα έκανες και όλα τέλεια. Τέλος πάντων, εγώ προσπαθούσα να κάνω ό,τι μπορούσα καλύτερο. Και στον αργαλειό μάλλον έκανα, να, αυτό που πατάς κάτω!
Εσύ το έχεις φτιάξει;
Ας πούμε, δεν είναι μόνο που τα έφτιαχνα! Είναι που τα σχεδίαζα κιόλας!
Δηλαδή τι έκανες;
Να, ας πούμε αυτό, να έχει παρόμοια πράγματα. Ήταν από τα νήματα που είχανε μείνει. Να είναι παρόμοια τα πράσινα, τα κίτρινα, τα κόκκινα και τα μπιρμπιλά!
Πόσο καιρό σου πήρε να το κάνεις αυτό;
Δε θα μου έφαγε καμία βδομάδα; Περισσότερο… Το κάθε ματάκι εδώ είναι από δύο φορές. Να χτυπάς στον αργαλειό… Είδες πόσο είναι και πολύ ψιλό το νήμα, κατάλαβες; Στημόνι δεν μπορούσα να κάνω. Παίρνεις το μαλλί – τα γράφεις μωρέ τόσες ώρες;
Δεν πειράζει, θα το σταματήσουμε.
Παίρνεις το μαλλί από το ζώο και πας στη βρύση να το πλύνεις. Τι να το πλύνεις σπίτι; Δεν μπορείς. Δεν είχαμε και νερά στα σπίτια. Πήγαινες στη βρύση, είχαμε μια πηγή, αλλά εκεί δεν μπορούσες να φτιάξεις τίποτα. Ήταν η άλλη που ήτανε προς τα χωράφια και μπορούσες να βάλεις λεβέτι, μπορούσες να βάλεις ό,τι θέλεις, μπορούσες κάπως να το έχουνε φτιάξει έτσι οι άνθρωποι να βάλεις τη σκάφη σου. Έβαζες νερό μέσα, ζεμάταγε, έβαζες και τα μαλλιά μέσα που είχανε πολλή πείνα, πολύ ιδρώτα και βρωμιά. Και τριβόλια και ό,τι μπορείς να διανοηθείς. Και καλαμιές, ό,τι μπορεί να βάζει ο νους σου. Και τα στριφογύριζες, τα έβγαζες, έπιανες κι έναν κόπανο, ντουπ-νταπ! Άφριζαν αυτά, δε θέλανε να τα πλύνεις με κάτι και να αυτώσουνε, από μόνα τους ο ιδρώτας τους έκανε έναν αφρό. Μπορούσες να πλύνεις και ρούχα ας πούμε, να πας τα μάλλινα τα ρούχα του ανδρός σου και να τα χτυπήσεις και να καθαρίσουν. Τόσο καλά… Και μετά τα πήγαινες και τα άπλωνες. Μετά τα έπαιρνες και τα έξενες, τα έξενες, τα έξενες. Και για να κάνεις το στημόνι υπήρχε ένα ξύλινο πράγμα που είχε πρόκες, πρόκες, μύτες, μύτες. Το πέρναγες έτσι, έτσι, είχες και το άλλο και τα έκανες έτσι κι έβγαζες. Κι έπαιρνες αυτές τις πιο μακριές τρίχες, τις έβγαζες και τις ακούμπαγες έτσι. Αυτό, μπορούσες να πάρεις στην άκρη υπήρχε ένα ξυλαράκι. Και στην άκρη έβαζες ένα γαντζάκι, έτσι. Μπορούσες να πιάσεις από το γαντζάκι και να το στρίβεις αυτό και να πηγαίνεις με το άλλο χεράκι και να φτιάχνεις την τριχουλίτσα. Αυτό το δίπλιαζες – γιατί από μόνο του με τον αργαλειό, θα σου το ξέφτιζε – γιατί άμα είναι διπλό, δε σου το ξέφτιζε. Ας πούμε, να κάνεις μαντανίες τώρα, όχι για αυτό εδώ, γιατί τούτο εδώ είναι φεγγερό. Αυτό δεν μπορούσα να το κάνω εγώ, αυτή την ψιλή κλωστή την έκανε η μάνα μου. Αλλά το υφαδάκι… Μάλλον για τις μαντανίες η μάνα μου τα έφτιαχνε και τα δύο. Είχανε πια βγει οι μηχανές να τα ξένουνε, οπότε αυτές ήτανε πιο καλά από ό,τι να τα έχεις στα χέρια. Βέβαια μπορεί και περισσότερο να κοπεί καμία τρίχα, αλλά δε χάλαγε και ο κόσμος, δεν παθαίνανε και τίποτα. Αυτά τα έγνεθα εγώ, αυτά μπορούσα να τα γνέσω εγώ. Αλλά για τις μαντανίες τα έγνεθε η μάνα μου. Αλλά έπρεπε να το σχεδιάσω! Να μου βγουν ακριβώς, να μου βγούνε τούτα, να μου βγούνε εκείνα, να μη γίνει κανένα λάθος, πώς να σου εξηγήσω; Να ρυθμίσεις τα χρώματα, γιατί δεν είναι και σε όλα ίδια, γιατί κάπου λείπανε κιόλας κι έφτιαχνα κάτι άλλο. Αλλά προσπαθούσα να έχουν παρόμοια πράγματα. Δεν είναι όλα ίδια, θα καταλάβεις. Τώρα αυτό ή το παράλλο, δεν έχουν τα ίδια πάντα όλα, όλα κόκκινα, όλα μπλε. Τούτο εδώ μπορεί να είναι πράσινο, το άλλο μπορεί να είναι τέτοιο, ό,τι μου είχανε περισσέψει. Έκανα δύο τέτοια κι έκανα ένα χαλί να χωράει εδώ.
Πού τα σχεδίαζες;
Α! Επειδή το χτένι μας δεν είχε πολλά αυτά και δεν μπορούσα να πάρω σχέδια που είχαν οι άλλοι, τα έπαιρνα από χαρτιά! Και τα έβγαζα έτσι. Αυτά τα σχεδίαζα από μοναχή μου, δεν υπήρχαν αστεράκια τέτοια. Τα σχεδίασα έτσι που να μου βγαίνουνε ακριβώς. Γιατί τα αστέρια τους αυτωνών δε βγαίνανε ποτέ έτσι, των γυναικών εκεί! Είναι από νήματα που μου είχανε περισσέψει. Ας πούμε, να μου βγει εμένα αυτό εδώ, να βγει όλο ίδιο και να τελειώσει αυτό σωστά… Μετρούσα εγώ με τα χέρια μου και με το μυαλό μου!
Και με τη φαντασία σου να κάνεις το σχέδιο.
Ε, εντάξει. Προσπαθούσες ρε παιδί μου, σε ένα χαρτί που να έχει τετραγωνάκια και προσπαθούσες. Θα πεις, θα φτιάξω αυτό και το άλλο, στην ίδια ευθεία είναι. Όσα τετραγωνάκια έχει αυτό, έχει και τούτο, έχει κι εκείνο, δυο-δυο τέτοια. Τα έβαζες παιδάκι μου, ήτανε με τη σειρά, δεν είχε μεγάλη σκέψη. Αλήθεια σου λέω! Αφού το σχεδίαζες μια φορά, τελείωνε.
Φωτογραφίες

Η Θεοδώρα Καούλα με τη σ ...
Στον περίβολο του Νοσοκομείου Παίδων

Η ομάδα του Νοσοκομείου ...
Στο κέντρο της φωτογραφίας, η Θεοδώρα Καούλα

Η Θεοδώρα Καούλα με τη μ ...

Θεοδώρα Καούλα

Θεοδώρα Καούλα
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Η Θεοδώρα Καούλα, μεγαλωμένη στη Δήμητρα Γορτυνίας, αφηγείται τα χρόνια που δούλεψε ως παρασκευάστρια στο νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία». Οι καθημερινές αρμοδιότητες, η οργάνωση του νοσοκομείου τις δεκαετίες ’70 και ’80, και η «ζωγραφική» των τρυβλίων, ζωντανεύουν μέσα από τις αναμνήσεις της Θεοδώρας. Η επιστροφή στα πάτρια εδάφη για διακοπές, την φέρνει αντιμέτωπη με τις παιδικές της αναμνήσεις, και τις συζητήσεις για την τύχη του πατέρα της, ο οποίος εξαφανίστηκε στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο.
Αφηγητές/τριες
Θεοδώρα Καούλα
Ερευνητές/τριες
Μαρία Καούλα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
22/09/2022
Διάρκεια
54'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Η Θεοδώρα Καούλα, μεγαλωμένη στη Δήμητρα Γορτυνίας, αφηγείται τα χρόνια που δούλεψε ως παρασκευάστρια στο νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία». Οι καθημερινές αρμοδιότητες, η οργάνωση του νοσοκομείου τις δεκαετίες ’70 και ’80, και η «ζωγραφική» των τρυβλίων, ζωντανεύουν μέσα από τις αναμνήσεις της Θεοδώρας. Η επιστροφή στα πάτρια εδάφη για διακοπές, την φέρνει αντιμέτωπη με τις παιδικές της αναμνήσεις, και τις συζητήσεις για την τύχη του πατέρα της, ο οποίος εξαφανίστηκε στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο.
Αφηγητές/τριες
Θεοδώρα Καούλα
Ερευνητές/τριες
Μαρία Καούλα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
22/09/2022
Διάρκεια
54'