Αναμνήσεις από τον πατέρα μου ως πολιτικό κρατούμενο την περίοδο της Χούντας
Ενότητα 1
Οι γονείς του αφηγητή και η δράση τους
00:00:00 - 00:07:48
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Λοιπόν, είναι 10 Ιανουαρίου 2023, είμαστε στο Μαρούσι με τον Απόστολο Σταματιάδη. Είμαι η Μαρία Μούρτου-Παραδεισοπούλου και είμαι ερευνήτ…σε δεν ξέρω πόσα χρόνια, 2-3; Μετά επανεμφανίστηκε και ούτω καθεξής μέχρι κάπου το ‘65 όπου υπήρξε μια ας πούμε εξομάλυνση του καθεστώτος.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Χούντα: Παρανομία, σύλληψη και εξορία του πατέρα
00:07:48 - 00:16:59
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Όμως το ’67, έρχεται η Χούντα και μάλιστα θυμάμαι εκείνη τη μέρα γιατί ήταν Παρασκευή, 21η Απριλίου. Εμείς ξυπνήσαμε εκείνο το πρωί και ο πα… παρ' όλα αυτά οι γονείς μου όχι μόνο επέζησαν, αλλά έζησαν πλήρεις ημερών. Η μητέρα μου πέθανε 101 χρονών. Απίστευτο. Ο πατέρας μου 89.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Η απελευθέρωση του πατέρα και τα γεγονότα του Πολυτεχνείου
00:16:59 - 00:24:05
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Ο πατέρας μου λοιπόν βγήκε με την αμνηστία, αν θυμάμαι καλά, του ’72. Θυμάμαι ότι εκείνη τη μέρα ήταν νομίζω Πάσχα, κάπου εκεί. Το θυμάμαι π…. Προφανώς, δεν ξέρω, φοβηθήκαμε δεν θυμάμαι, πάντως ειδικά μάλιστα όταν είδαμε και αυτό τον πυροβολισμό μου φαίνεται ότι επιστρέψαμε πίσω.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 4
Η επιρροή των γονιών και της ιδεολογίας τους
00:24:05 - 00:28:12
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Να σας κάνω μια ερώτηση; Εσάς όλη αυτή η ιστορία του πατέρα σας της μητέρα σας βέβαια και ειδικά όπως τη ζήσατε σαν παιδί, πώς θεωρείται ότ…. Δεν μπορώ να πω κάτι το αρνητικό. Ωραία. Νομίζω, μπορούμε να το αφήσουμε εδώ. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ για την αφήγησή σας. Και εγώ.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 5
Επισκέψεις στον εξόριστο ή φυλακισμένο πατέρα
00:28:12 - 00:35:03
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Ωραία. Οπότε λοιπόν ο πατέρας μου συνελήφθη, όπως είχα πει, τον στείλανε στη Λέρο, προλάβαμε και του δώσαμε κάποια πράγματα, κάτι κουβέρτε…ν έχω κάτι να πω για τις επισκέψεις στον Ωρωπό. Ήταν… γινόντουσαν σε ένα θάλαμο παρουσία αστυνομικών , ερχόταν ο πατέρας μου, συζητάγαμε.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 6
Οι γονείς του αφηγητή, η στάση και η συμπεριφορά τους προς τα παιδιά
00:35:03 - 00:46:23
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Όλη αυτή την περίοδο βέβαια εμείς ελπίζαμε και περιμέναμε πώς και πώς, γιατί ακούγαμε ότι η Χούντα έδινε πότε-πότε αμνηστίες… περιμέναμε πότ… ήταν σε θέση τόσο πολύ να ελέγξει. Θέματα πειθαρχίας εννοώ. Αυτά λίγο πολύ έχω να πω για εκείνα τα χρόνια, μετά τον ερχομό του πατέρα μου.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 7
Τα χρόνια πριν τη Χούντα
00:46:23 - 00:51:33
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Επίσης, έχω να πω κάποια πράγματα για την περίοδο πριν τη Δικτατορία αν θέλετε γιατί είναι κι αυτή μία περίοδος… είναι αρκετά ενδιαφέρουσα δ…ς μετά τον εμφύλιο, όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια, από το ‘45 και μετά μέσα από ένα δίκτυο ας πούμε φιλιών και αλληλεγγύης που είχε αναπτυχθεί.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]Λοιπόν, είναι 10 Ιανουαρίου 2023, είμαστε στο Μαρούσι με τον Απόστολο Σταματιάδη. Είμαι η Μαρία Μούρτου-Παραδεισοπούλου και είμαι ερευνήτρια για το Istorima. Αρχικά κύριε Σταματιάδη σας ευχαριστούμε πάρα πολύ που δεχτήκατε να μας μιλήσετε και νομίζω μπορούμε να ξεκινήσουμε. Άμα θέλετε να μας πείτε λίγα λόγια για εσάς και μετά να περάσουμε στη θεματική που θα συζητήσουμε.
Ονομάζομαι Αποστόλης Σταματιάδης, είμαι 63 χρονών προς τα 64. Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1959. Αυτή τη στιγμή είμαι συνταξιούχος. Εργάστηκα ως διερμηνέας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στις Βρυξέλλες επί 30 χρόνια σχεδόν, αν και οι σπουδές μου ήταν σπουδές Βιολογίας, αλλά δυστυχώς δεν άσκησα ποτέ το επάγγελμα αυτό. Έτσι το ‘φεραν τα πράγματα ώστε έγινα διερμηνέας. Και θα ήθελα να διηγηθώ για την ιστορία των γονιών μου και για τα παιδικά μας χρόνια εμένα και του αδερφού μου, όλη αυτή την πολυτάραχη, ας πούμε, περίοδο, στη δεκαετία του ‘60, αρχές της δεκαετίας του ’70. Να αρχίσω λέγοντας κάποια πράγματα για τους γονείς μου πριν εμείς γεννηθούμε γιατί έτσι θα κατανοηθεί καλύτερα και η συνέχεια. Οι γονείς μου… ο πατέρας μου ήταν Μικρασιάτης από την Φιλαδέλφεια, ήρθε παιδί στην Ελλάδα, το ‘22 φυσικά. Έζησε στη Φιλαδέλφεια, φαίνεται ότι ήτανε καλός μαθητής. Μπόρεσε και… ήταν ο μόνος από την οικογένεια που μπόρεσε και έκανε ανώτατες σπουδές. Τελείωσε το Χημικό αλλά φαίνεται ότι την ίδια αυτή περίοδο μυήθηκε, ας πούμε, στις σοσιαλιστικές ιδέες και δεν ξέρω λεπτομέρειες ακριβώς αλλά εν πάση περιπτώσει έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Στη συνέχεια, στην κατοχή είχε αντιστασιακή δράση. Μετά, στα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο οπωσδήποτε έλαβε μέρος, συνελήφθη και φυλακίστηκε στις Φυλακές Αβέρωφ, αφού πέρασε βέβαια από δίκη. Στις φυλακές Αβέρωφ έμεινε αρκετά χρόνια, 5-6 χρόνια, στη συνέχεια εκτοπίστηκε σε διάφορα νησιά, μεταξύ των οποίων στον Αϊ-Στράτη, στη Γιάρο. Κατά διαστήματα έβγαινε από τη φυλακή προφανώς γιατί το καθεστώς εκδημοκρατιζόταν κατά κάποιον τρόπο, σε ορισμένα διαστήματα. Μετά πάλι η κατάσταση εντεινόταν και ξανά τον ξαναστέλναν στη φυλακή. Μάλλον όχι στη φυλακή, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αυτό εξηγεί και κατά κάποιον τρόπο και γιατί εμείς γεννηθήκαμε τόσο αργά. Το ίδιο και η μητέρα μου. Η μητέρα μου ήταν από τη Ρόδο, γεννήθηκε το ’19. Η Ρόδος τότε ανήκε στην Ιταλία. Η μητέρα μου ήταν από ένα χωριό, από μια φτωχή οικογένεια, από μια πολύτεκνη οικογένεια. Ήταν η μόνη η οποία μπόρεσε και σπούδασε, τότε ήταν πάρα πολύ σπάνιο για ένα κορίτσι να σπουδάσει, πόσω μάλλον να πάει στην Αθήνα. Παρόλα αυτά, η μητέρα μου φιλοδοξούσε να σπουδάσει, μπόρεσε και πήρε υποτροφία γιατί δεν είχε τα μέσα. Πήρε υποτροφία, μπόρεσε να έρθει στην Αθήνα, σπούδασε στο Αρσάκειο έγινε δασκάλα. Μετά το Αρσάκειο ήθελε να γίνει φιλόλογος αλλά εκείνη την εποχή, άρχισε ο πόλεμος. Δεν ξέρω πότε ακριβώς. Η μητέρα μου επίσης ανακατεύτηκε με τα πολιτικά, την Αριστερά δηλαδή, με το Κομμουνιστικό Κόμμα, ήταν στην ΕΠΟΝ, είχε αντιστασιακή δράση οπωσδήποτε. Μου έλεγε παραδείγματος χάρη, θυμάμαι, ότι έβγαινε με συνεργεία το βράδυ, όταν απαγορευόταν η κυκλοφορία με τους Γερμανούς. Έβγαινε με μεγάφωνα με άλλα με συνεργεία και φώναζαν συνθήματα για να ενθαρρύνουν τον κόσμο. Επίσης, γράφαν συνθήματα σε τοίχους εναντίον των Γερμανών. Στα Δεκεμβριανά φυσικά έλαβε μέρος. Στη συνέχεια συνελήφθη, πέρασε από στρατοδικείο, καταδικάστηκε μάλιστα σε θάνατο ή τρεις ή τέσσερις φορές, τετράκις, αλλά ευτυχώς η ποινή της δεν εκτελέστηκε γιατί πολύ απλά και πολλοί άλλοι είχαν καταδικαστεί τότε και τα εκτελεστικά αποσπάσματα δεν προλάβαιναν να τους εκτελέσουν όλους. Επομένως, για αυτόν τον λόγο και η μητέρα μου γλίτωσε τον θάνατο και για αυτό είμαστε εδώ και είμαι εδώ και μιλάω.[00:05:00] Οι γονείς μου γνωρίστηκαν, δεν ξέρω πότε ακριβώς. Στην Κατοχή; Στα Δεκεμβριανά; Εν πάση περιπτώσει, γνωρίστηκαν γιατί ήταν στην ίδια οργάνωση. Μάλιστα ο πατέρας μου ήτανε καθοδηγητής της μητέρας μου. Μου έλεγαν ότι παντρεύτηκαν σε συνθήκες παρανομίας και μάλιστα ο γάμος, η τελετή έλαβε χώρα σε ένα διαμέρισμα. Ο παπάς ήρθε σε ένα διαμέρισμα και έκανε την τελετή. Στη συνέχεια, η μητέρα μου όπως σας είπα φυλακίστηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Το ίδιο και ο πατέρας μου. Μάλιστα έχω γράμματα από εκείνη την εποχή, ο ένας στέλνει γράμματα στον άλλον. Ο ένας είναι στην ανδρική φυλακή, στις ανδρικές φυλακές Αβέρωφ, ο άλλος… η μητέρα μου στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ. Δηλαδή με λίγα μέτρα διαφορά -πιθανόν να φαίνοταν κι από τα παράθυρα- και γράφανε γράμματα ο ένας τον άλλον και μάλιστα πολύ συγκινητικά. Η μητέρα μου μάλιστα μού έλεγε ότι πριν όταν είχε συλληφθεί υπέστη πάρα πολλά βασανιστήρια για να μαρτυρήσει άτομα και λεπτομέρειες για την οργάνωση. Συγκεκριμένα μου έλεγε ότι της κάνανε κρύα ντουζ στην ταράτσα της Μπουμπουλίνας, οδού Μπουμπουλίνας. Μάλιστα εξαιτίας αυτών των κακουχιών έχασε και ένα παιδί, δηλαδή απέβαλε και αυτό εξηγεί γιατί εμείς ενώ οι γονείς μου παντρευτήκαν κάπου το ’45, γιατί εμείς ας πούμε εγώ και ο αδερφός μου γεννηθήκαμε στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Ο αδερφός το ‘57 και εγώ το ’59. Η μητέρα μου μετά την απελευθέρωσή της από τις φυλακές Αβέρωφ, κάπου μετά από 7 χρόνια δηλαδή στις φυλακές, κάπου το ’53… από τότε δεν φυλακίστηκε γιατί δεν είχε άμεση εμπλοκή στην πολιτική, ασχολήθηκε περισσότερο με εμάς. Αντίθετα, πατέρας μου όπως είπα πριν, συνέχιζε να εκτοπίζεται και να εξορίζεται σε διάφορα νησιά και λοιπά. Αλλά όπως είπα και πριν, ο πατέρας μου κατά διαστήματα, έβγαινε από τη φυλακή και προφανώς σε ένα από αυτά τα διαστήματα γεννηθήκαμε και εμείς. Το ‘57 ο αδερφός μου και το ‘59 εγώ. Τον πατέρα μου προφανώς τον βλέπαμε κατά διάστημα. Ενδεχομένως αλλά δεν είμαι σίγουρος να είχε παρευρεθεί στη γέννησή μου. Μετά όμως από μερικούς μήνες πάλι φυλακίστηκε οπότε απουσίασε δεν ξέρω πόσα χρόνια, 2-3; Μετά επανεμφανίστηκε και ούτω καθεξής μέχρι κάπου το ‘65 όπου υπήρξε μια ας πούμε εξομάλυνση του καθεστώτος.
Όμως το ’67, έρχεται η Χούντα και μάλιστα θυμάμαι εκείνη τη μέρα γιατί ήταν Παρασκευή, 21η Απριλίου. Εμείς ξυπνήσαμε εκείνο το πρωί και ο πατέρας μου δεν ήταν στο σπίτι. Η μητέρα μου μας είπε ότι ο πατέρας μου ξύπνησε το πρωί, 5 η ώρα γιατί το συνήθιζε, έβαλε το ράδιο να ακούσει τις ειδήσεις και άκουσε τα εμβατήρια και τις αναγγελλίες ότι η Χούντα είχε αναλάβει, η Στρατιωτική Χούντα είχε αναλάβει την ηγεσία της χώρας. Επειδή ήξερε ότι η αστυνομία δεν θα αργήσει να καταφθάσει στο σπίτι, βγήκε, έφυγε από το σπίτι πριν έρθει η αστυνομία και έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση, με τη βοήθεια μάλιστα του θείου μου ο οποίος με το αυτοκίνητο τον βοήθησε να πάρει κάποια πράγματα. Απ’ ό,τι μάθαμε αργότερα, είχε νοικιάσει… μπόρεσε και νοίκιασε ένα διαμέρισμα στο Παγκράτι, όπου έζησε στην παρανομία κάπου 2-3 χρόνια στο διαμέρισμα αυτό. Προφανώς χωρίς να αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα. Εμείς σε αυτά τα 2-3 χρόνια, τον πατέρα μου τον βλέπαμε μόνο σε μυστικά ραντεβού. Δηλαδή, δεν ξέρω πως με τη μητέρα μου συνεννοούνταν και μέσα από ποια κανάλια, αλλά δίναν ραντεβού σε κάποια σημεία της Αθήνας. Θυμάμαι ότι κάποια ραντεβού είχαν γίνει στην Αχαρνών, κάποια άλλα είχαν γίνει στο εξοχικό του θείου μου στη Βάρκιζα, και εκεί ξαφνικά εμφανίζονταν από το πουθενά ο πατέρας μου. Μάλιστα είχε βάλει και ένα… είχε αφήσει μουστάκι για να μην τον αναγνωρίζουν και εμείς τον βλέπαμε σε αυτά τα ραντεβού, τα οποία βέβαια διαρκούσαν, ας πούμε, άντε μία ώρα το πολύ. Μετά πάλι εξαφανιζόταν. Μία μέρα μαθαίνουμε ότι τον πιάσανε. Πώς έγινε αυτό; Έγινε ως εξής. Ότι ο πατέρας μου ζούσε απομονωμένος σε αυτό το[00:10:00] διαμέρισμα, την γκαρσονιέρα ας το πούμε. Εδώ να ανοίξω μια παρένθεση. Ο πατέρας μου είχε βγει στην παρανομία γιατί έλπιζε ότι θα υπάρξει ένας παράνομος μηχανισμός, του ΚΚΕ ή της ΕΔΑ, ο οποίος μηχανισμός θα μπορέσει να οργανωθεί ώστε να διαπράξει ενέργειες εναντίον της Χούντας και λοιπά. Δυστυχώς, αυτό δεν συνέβη διότι, όπως όλοι ξέρουμε τώρα, η Αριστερά –και όχι μόνο η Αριστερά– πιάστηκε στον ύπνο από αυτό το πραξικόπημα. Οι περισσότεροι αριστεροί βρέθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κατευθείαν και επομένως αυτή του η ενέργεια να καταφύγει στην παρανομία δεν απέδωσε κάτι συγκεκριμένο από πλευράς δράσης. Ωστόσο το κέρδος ήταν ότι δεν ήταν στη φυλακή. Παρ' όλα αυτά, μια μέρα μοιραία τον πιάσανε. Αυτό έγινε γιατί ο πατέρας μου, όπως μας είπε μετά, εκείνη τη μέρα είχε πυρετό και αναγκάστηκε να πάει σε ένα φαρμακείο. Στο φαρμακείο αυτό, τη στιγμή που περίμενε στην ουρά, εμφανίστηκε κάποιος με πολιτικά κύριος, ο οποίος σε λίγο του είπε: «Για έλα εσύ εδώ, κάπου σε ξέρω, πάμε στην ασφάλεια για αναγνώριση». Πράγματι, πήγαν στην ασφάλεια και εκεί διαπιστώθηκε η ταυτότητα του. Αμέσως τον βάλανε… τον ρίξανε σε ένα κελί στη Μπουμπουλίνας, θυμάμαι, και μάλιστα εκείνη την ημέρα ή τις επόμενης ημέρες μάς ήρθε ένα μήνυμα, τηλεφώνημα, δεν ξέρω, στη μητέρα μου ότι: «Ορίστε, ο άντρας σας είναι στην Μπουμπουλίνας, ελάτε να τον δείτε γιατί φεύγει, θα μπει στο καράβι για να πάει στη Λέρο».
Να ρωτήσω κάτι, συγγνώμη, αυτό πότε, ποια χρονιά ήταν;
Το ’69, όπως είπα, πιάνουν τον πατέρα μου, μας ειδοποιούν ότι είναι στην Μπουμπουλίνας και ότι όπου να ‘ναι, θα μπει σε πλοίο για να πάει με άλλους μαζί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Λέρο, στο Παρθένι Λέρου. Εμείς λοιπόν με τη μητέρα μου και τον αδελφό μου πάμε στην Μπουμπουλίνας και σε λίγο παρουσιάζεται ο πατέρας μου μπροστά μας σε αθλία κατάσταση. Δηλαδή αξύριστος, αδύνατος και… όχι βρόμικος, αλλά τέλος πάντων ταλαιπωρημένος. Τι να πει ο άνθρωπος; Μας λέει ας πούμε… προσπαθεί να μας ενθαρρύνει, να μη χάνουμε την ψυχραιμία μας και λοιπά, ότι όλα θα πάνε καλά. Τον βλέπουμε εκεί μερικά λεπτά και κατόπιν μαθαίνουμε ότι πράγματι επιβιβάστηκε σε ένα πλοίο μαζί με άλλους κρατούμενους και φτάσανε στο Παρθένι Λέρου. Στο Παρθένι Λέρου ο πατέρας μου… σίγουρα οι συνθήκες δεν ήταν καλές, ιδιαίτερα τον χειμώνα. Μας έγραφε πολύ συχνά γράμματα. Γιατί ναι μεν ο πατέρας μου απουσίαζε αλλά πάντα ενδιαφερόταν για μας και έκφραζε με κάθε τρόπο την αγάπη του για μας. Ανησυχούσε βέβαια γιατί απουσίαζε και ήταν για αυτόν ιδιαίτερα οδυνηρό ότι δεν μπορούσε να παρευρίσκεται και να λαμβάνει μέρος στην ανατροφή των παιδιών του. Και εμείς φυσικά του γράφαμε γράμματα, προσπαθούσαμε να τον ενθαρρύνουμε και λοιπά. Μάλιστα θυμάμαι ότι του κάναμε και δύο επισκεπτήρια με τη μητέρα μου, δηλαδή, εκείνη την εποχή βέβαιο ταξίδι στη Λέρο δεν ήταν τόσο απλό. Θυμάμαι ότι το καράβι το είχαμε πάρει από τη Ρόδο γιατί εμείς κάναμε διακοπές στη Ρόδο, που ήταν η γενέτειρα της μητέρας μου και ήταν και η γιαγιά μου και η θεία μου κ.τ.λ. και εμείς ξεκινήσαμε από τη Ρόδο με το καράβι αυτό. Στη Λέρο τότε το λιμάνι δεν επέτρεπε στο πλοίο να προσεγγίσει και θυμάμαι ότι έπρεπε να κατέβουμε σε βάρκα στη μέση του λιμανιού, η οποία βάρκα μάλιστα εκείνη τη μέρα νομίζω είχε και κύματα. Η οποία βάρκα μετά θα μας πήγαινε με τους άλλους επιβάτες στο λιμάνι. Και…πήγαμε λοιπόν επισκεπτήριο στον πατέρα μου. Θυμάμαι ότι περιμέναμε σε έναν προθάλαμο έξω από το στρατόπεδο μαζί με άλλες οικογένειες. Θυμάμαι και κάτι παιδιά που είχαν έρθει με τις μητέρες τους κι αυτοί για επισκεπτήριο. Περιμένουμε θυμάμαι και μάλιστα αρκετή ώρα μέχρι να εμφανιστούν οι πατεράδες μας. Εμφανίστηκε ο πατέρας μου, τέλος πάντων, μαζί με τους άλλους μπορέσαμε και εκεί στο δωμάτιο αυτό, στην αίθουσα αυτή, μπορέσαμε και μιλήσαμε μερικές ώρες. Μάλιστα, θυμάμαι ότι –αν και το θυμάμαι αμυδρά ότι– μπορέσαμε και φάγαμε κάτι πράγματα που είχε φέρει η μητέρα μου και θυμάμαι μάλιστα ότι του επέτρεψαν να πάει μαζί μας και στην ακρογιαλιά. Ναι. [00:15:00]Στο γυμνάσιο…Εμείς πήγαμε με τον αδερφό μου στο Γυμνάσιο Πατησίων, 18ο. Εντάξει, ένα μέτριο γυμνάσιο. Θυμάμαι ότι ήταν… τα μαθήματα γίνονταν σε παράγκες και έσταζε όταν έβρεχε. Επίσης αυτό που ήταν ενοχλητικό στο γυμνάσιο ήταν η προπαγάνδα που γινότανε για τη Χούντα. Είχαμε ένα μάθημα το οποίο λεγόταν «Η Αγωγή του Πολίτου», το οποίο ήταν ουσιαστικά προπαγάνδα υπέρ της Χούντας. Για να μη μιλήσουμε για τα «Θρησκευτικά». Εμείς…εγώ τουλάχιστον… φυσικά στη Χούντα δεν μπορούσες να μιλήσεις, ενώ ας πούμε έβλεπα ότι μας διδάσκουν προπαγάνδα, τι να έλεγα; Θυμάμαι ότι μας έλεγαν συνέχεια ότι πρόκειται για επανάσταση και θυμάμαι ότι εγώ έλεγα σε κάποιους συμμαθητές μου ότι: «Μα τι επανάσταση; Αφού αυτό είναι πραξικόπημα». Αλλά βέβαια δεν το έλεγα στον καθηγητή. Τέλος πάντων, ο πατέρας μου, όπως είπα, είχε κάνει αρκετές… έλπιζε μάλλον ότι θα έβγαινε με διάφορες αμνηστίες που πότε-πότε το καθεστώς εξάγγελνε, αλλά δυστυχώς φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτερα σεσημασμένος γιατί ήταν από τους τελευταίους που βγήκε, ενώ είχε πρόβλημα υγείας. Θυμίζω ότι ο πατέρας μου ήταν φυματικός, όπως και η μητέρα μου άλλωστε στην Κατοχή. Η μητέρα μου έκανε πολλά χρόνια στη «Σωτηρία». Η «Σωτηρία» ήταν χωρισμένη σε δύο μέρη, ουσιαστικά η μισή «Σωτηρία» ήταν φυλακή, όπου βρισκόντουσαν οι φυματικοί κρατούμενοι. Ευτυχώς όμως οι γονείς μου, ενώ ήταν καταδικασμένοι, τότε δεν υπήρχε θεραπεία για τη φυματίωση, παρ' όλα αυτά οι γονείς μου όχι μόνο επέζησαν, αλλά έζησαν πλήρεις ημερών. Η μητέρα μου πέθανε 101 χρονών.
Απίστευτο.
Ο πατέρας μου 89.
Ο πατέρας μου λοιπόν βγήκε με την αμνηστία, αν θυμάμαι καλά, του ’72. Θυμάμαι ότι εκείνη τη μέρα ήταν νομίζω Πάσχα, κάπου εκεί. Το θυμάμαι πολύ καλά γιατί ήμουν έτοιμος να πάω στη Ρόδο για διακοπές του Πάσχα και εκείνη τη στιγμή ακούγεται το τηλέφωνο… χτυπάει το τηλέφωνο και θυμάμαι τη στιγμή αυτή. Το σηκώνω εγώ και ήταν ο πατέρας μου, που συνήθως δεν έπαιρνε τηλέφωνο, αλλά δεν ξέρω πώς τα κατάφερε και πήρε. Και μου λέει: «Με απελευθέρωσαν, έρχομαι!» Το λέω φυσικά στη μητέρα μου και στον αδελφό μου. Όλοι περιχαρείς. Πράγματι, σε… δεν θυμάμαι σε πόσες ώρες ή μέρες, πράγματι ο πατέρας μου σε λίγες ώρες βρέθηκε στο σπίτι μετά από τόσα χρόνια. Πρέπει να πω ότι, εντάξει, παρά τη χαρά φυσικά που νιώσαμε όλοι για τον ερχομό του πατέρα μας, παρ' όλα αυτά δεν ήταν και χωρίς σύννεφα. Γιατί ο πατέρας μου φυσικά αντιλήφθηκε αρκετά γρήγορα ότι λόγω της εργασίας της μητέρας μου, κατά κάποιο τρόπο… είχαμε αφεθεί τις ώρες που εκείνη απουσίαζε μόνοι μας. Θέλησε να βάλει κάποια πειθαρχεία, να μας βάλει σε κάποια μαθήματα και φυσικά αυτό εμένα ειδικά μου είχε κακοφανεί. Θυμάμαι, παραδείγματος χάριν ότι του πατέρα μου του κακοφαινόταν πάρα πολύ που εγώ ασχολιόμουν με το ποδόσφαιρο και το θεωρούσε ένα άθλημα στο οποίο αν δεν προσέξεις μπορεί να παρασυρθείς στην αλητεία. Το θεωρούσε ένα διεφθαρμένο άθλημα, τέλος πάντων, κάπως έτσι. Ενώ αντίθετα ο αδελφός μου που έπαιζε μπάσκετ, εκεί παραδόξως αυτό δεν του γεννούσε τέτοια αισθήματα. Θυμάμαι παραδείγματος χάρη ότι δεν του άρεσε καθόλου του πατέρα μου που έβαζα αφίσες του Ολυμπιακού στο δωμάτιο και μάλιστα κάποιες φορές που μου έβαζε κατσάδα για κάποιες αταξίες που έκανα, θυμάμαι ότι μου τις έσκιζε. Προφανώς δεν μπορούσε να χωνέψει ότι εγώ ασχολούμαι τώρα με τον Ολυμπιακό, ίσως επειδή ήταν και από την ΑΕΚ, Φιλαδέλφεια ως πρόσφυγας. Επίσης, μας είχε βάλει σε κάποια έτσι πειθαρχία να κάνουμε αγγλικά, να κάνουμε τα μαθηματικά… Ας πούμε μάς διάβαζε στη γεωμετρία, στα μαθηματικά… ήξερε πολύ καλή. Επίσης, δεν του… του είχε κακοφανεί, ας πούμε, δεν του άρεσε που εμείς- εγώ ειδικά- μόλις έκλειναν τα σχολεία, εξαφανιζόμουνα και πήγαινα διακοπές στη γιαγιά στη Ρόδο. Και μία φορά,[00:20:00] δεν ξέρω πώς του ήρθε η ιδέα… να μας βάλει να δουλέψουμε το καλοκαίρι, σε έναν… σε κάτι γνωστούς του. Φυσικά εγώ άρχισα να «κλωτσάω» και δεν μου άρεσε καθόλου για να δουλεύω το καλοκαίρι αφού το περίμενα πώς και πώς για διακοπές και θυμάμαι ότι με το ζόρι ας πούμε με έβαλε σχεδόν σε αυτή τη δουλειά, όπου έκατσα το πολύ δύο εβδομάδες και μετά κατάφερα και έφυγα.
Να ρωτήσω κάτι, αυτά που μου περιγράφετε τώρα, ποια περίοδο είναι;
Είναι όταν ο πατέρας μου βγαίνει από τη Λέρο και αρχίζει και ζει μαζί μας, διότι από εκεί και πέρα, τελειώνουν και ουσιαστικά οι φύλακες. Δηλαδή από τότε –μιλάμε για πριν το Πολυτεχνείο– από τότε ο πατέρας μου δεν ξαναμπαίνει πια φυλακή. Ποτέ. Είναι η τελευταία φορά που βγαίνει από την φυλακή. Δηλαδή το ’72, όταν η Χούντα δίνει αμνηστία… Εντάξει, προφανώς και δεν έχει και την ευκαιρία… κάθεται ήσυχος, δεν έχει δράση… ποια δράση; Μέχρι να πέσει η Χούντα το ’73 ή πότε;… Το ’74, λάθος, δεν έχει δράση. Απλώς, εντάξει, όπως όλοι παρακολουθεί τα γεγονότα το Πολυτεχνείο, είναι εναντίον της Χούντας εννοείται αλλά δεν έχει δράση. Επομένως δεν τον πιάνουν, τον αφήνουν ήσυχο. Βρίσκει μία δουλειά θυμάμαι και… Λοιπόν και που λέτε, ο πατέρας μου, χάρει σε μια γνωριμία που είχε, πιάνει δουλειά, σαν χημικός σε ένα εργοστάσιο χρωμάτων, έτσι αρχίζει και συνεισφέρει και αυτός οικονομικά στην οικογένεια. Επίσης, όσο να ‘ναι, η παρουσία του για μας είναι ιδιαίτερα, έτσι, σημαντική. Παρά την πειθαρχία την οποία προσπαθεί να μας επιβάλλει γιατί εγώ ειδικά ήμουνα πολύ- από ό, τι έλεγε και ο ίδιος, πολύ- απείθαρχος. Ήθελα συνέχεια να πηγαίνω στις αλάνες, να παίζω ποδόσφαιρο. Θυμάμαι ότι ο πατέρας μου ερχόταν και με κυνηγούσε στις αλάνες να με φέρει σπίτι. Θυμάμαι ότι στο Πολυτεχνείο… ο πατέρας μου το έζησε πολύ, έτσι… με πολύ οδυνηρό τρόπο. Θυμάμαι ότι κι ο αδερφός μου είχε πάει στο Πολυτεχνείο. Όχι μέσα, αλλά είχε πάει σαν μαθητής στο Πολυτεχνείο. Εγώ συγκεκριμένα θυμάμαι ότι την ημέρα εκείνη που έγινε το Πολυτεχνείο, θυμάμαι ότι όταν βγήκαμε στο προαύλιο το πρωί για την πρωινή προσευχή, θυμάμαι ότι όλα τα παιδιά- εγώ ήμουν τότε 4η Γυμνασίου, δηλαδή σημερινή 1η Λυκείου- θυμάμαι ότι όλα τα παιδιά -και αυτό μάλιστα με εντυπωσίασε γιατί δεν το περίμενα από αυτούς, δεν ήταν ιδιαίτερα πολιτικοποιημένοι ή από οικογένειες τέτοιες- θυμάμαι ότι όλα τα παιδιά άρχισαν να ψάλλουν τον Εθνικό Ύμνο και μάλιστα αρνήθηκαν να πάνε στις αίθουσες, να κάνουμε μαθήματα. Οι καθηγητές προσπάθησαν αλλά δεν μπόρεσαν. Και θυμάμαι εκείνη τη μέρα εγώ με ένα συμμαθητή μου πήγαμε πήραμε τον Ηλεκτρικό από τα Πατήσια και πήγαμε στο Πολυτεχνείο. Και θυμάμαι ότι βγήκαμε στην Ομόνοια στο Μινιόν -όχι στο Μινιόν, λάθος. Στην Ομόνοια- και θυμάμαι ότι περνώντας την οδό 3η Σεπτεμβρίου θυμάμαι ότι την στιγμή εκείνη περνάγανε κάτι ερπυστριοφόρα γεμάτα με φαντάρους με όπλα, με αυτόματα και θυμάμαι ότι έπεφταν κάποιοι πυροβολισμοί και ένας από τους περαστικούς ξαφνικά τον βλέπω να διπλώνεται στα δύο και να πέφτει, να σωριάζεται κάτω –δεν έμαθα αν σκοτώθηκε ή όχι– και μου έκανε μεγάλη εντύπωση γιατί δεν υπήρχε κανένας λόγος να τον πυροβολήσουν.
Τι κάνατε μετά από αυτό που είδατε;
Ναι, θυμάμαι ότι στους δρόμους εκείνη την ημέρα, δεν μπορούσες να αναπνεύσεις από τα δακρυγόνα, και θυμάμαι ότι δεν πήγαμε στο Πολυτεχνείο. Προφανώς, δεν ξέρω, φοβηθήκαμε δεν θυμάμαι, πάντως ειδικά μάλιστα όταν είδαμε και αυτό τον πυροβολισμό μου φαίνεται ότι επιστρέψαμε πίσω.
Να σας κάνω μια ερώτηση; Εσάς όλη αυτή η ιστορία του πατέρα σας της μητέρα σας βέβαια και ειδικά όπως τη ζήσατε σαν παιδί, πώς θεωρείται ότι τελικά σας επηρέασε;
Εννοείται. Καλά, με επηρέασε πρώτα απ’ όλα πολιτικά με την έννοια ότι φυσικά παραμένουμε ακόμα αμετακίνητοι, παραμένω κι εγώ αμετακίνητος στα ιδανικά της Αριστεράς. Εντάξει, μπορεί να μην… ακριβώς να…άλλωστε είχα και πολλές διαφωνίες με τον πατέρα μου και τη μητέρα μου για το ΚΚΕ και λοιπά. Παρ' όλα αυτά, με μεγάλο σεβασμό βλέπω το ΚΚΕ –παρά τις διαφωνίες– και γενικά την Αριστερά. Εννοείται ότι τη Δεξιά δεν μπορούμε να τη δούμε ούτε ζωγραφιστή. Επομένως, σίγουρα και με επηρέασαν οι γονείς μου, όχι μόνο πολιτικά αλλά και σε άλλα θέματα. Σε θέματα αισθητικής, σε θέματα π.χ. να α[00:25:00]γαπάμε τα βιβλία, να αγαπάμε την Τέχνη, τον Κινηματογράφο, τη Δικαιοσύνη. Τέλος πάντων όλα αυτά τα ιδανικά της Αριστεράς. Επίσης εμείς μεγαλώσαμε βασικά όχι μόνο τα ιδανικά της Αριστεράς, μεγαλώσαμε και με ένα κόσμο ολόκληρο της Αριστεράς, Δηλαδή όλη αυτή τη γενιά που ήταν στο ΕΑΜ, που έκανε την Αντίσταση, που ήταν σε φυλακές. Μιλάμε για πολύ αξιόλογους ανθρώπους που πολλοί από αυτούς πρόσφεραν και πάρα πολλά στην Ελλάδα, στην Τέχνη, στις Επιστήμες, στην Πολιτική. Θυμάμαι ότι στο σπίτι μας μπαινόβγαιναν συνέχεια αριστεροί.
Ποιος σας είχε κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση από αυτούς που μπαινόβγαιναν;
Ναι, ας πούμε, θυμάμαι, η νονά του αδελφού μου ήταν η γνωστή χαράκτρια, η Βάσω Κατράκη, πολύ αξιόλογη γυναίκα. Αυτή τη στιγμή υπάρχει μουσείο στο όνομά της, στο Αιτωλικό γιατί εκεί γεννήθηκε. Θυμάμαι τον άντρα της, τον Γιώργο Κατράκη, γνωστό γιατρό, χειρούργο. Θυμάμαι τον βουλευτή, τον ευρωβουλευτή το μετέπειτα το… αλλά και τότε βουλευτή του ΚΚΕ τον Βασίλη Ευφραιμίδη, πολύ αξιόλογο άνθρωπο και τη γυναίκα του, την Τερέζα και πολλούς άλλους.
Θέλετε να προσθέσετε κάτι για να το κλείσουμε σιγά-σιγά;
Ναι αυτά, δηλαδή… αυτή είναι η περίοδος που ζήσαμε στα παιδικά μας χρόνια. Δεν θα έλεγα ότι ήτανε δυστυχισμένα χρόνια, παρά τα όσα ακούσατε γιατί θα μπορούσε κανείς να νομίσει ότι ορίστε, ότι ήμασταν μέσα στη δυστυχία και στο κλάμα. Όχι, αντίθετα. Ναι μεν εντάξει έλλειπε ο πατέρας μας, αλλά ποτέ δεν νιώσαμε, πώς να το πω, την έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους του αφενός, αφετέρου η μητέρα μου έκανε το παν για να μη μας λείψει τίποτα και πράγματι δεν μας έλειψε τίποτα. Μας έδειχνε τεράστιο ενδιαφέρον η μητέρα μου, πολλές φορές και υπερβολικό θα έλεγα από την άποψη ότι δεν μας άφηνε σε χλωρό κλαδί για να διαβάζουμε, για να γίνουμε ας πούμε κάτι, να μπορέσουμε να μορφωθούμε και λοιπά. Η μητέρα μου μας επηρέασε ιδιαίτερα γιατί αυτή ήταν περισσότερο στην παιδική μας ηλικία με το να μάθει να διαβάζουμε λογοτεχνία, να αγαπάμε το ωραίο, να μη μας αρέσει ας πούμε η κακογουστιά και λοιπά. Επίσης είναι αξέχαστες οι διακοπές που περνάγαμε στη Ρόδο αλλά και στην Αθήνα ή στη γειτονιά ή οι φίλοι, το ποδόσφαιρο, τα παιχνίδια. Τότε δεν ήταν όπως σήμερα που δεν μπορούσες να βγεις από το σπίτι όταν είσαι παιδί. Ήμασταν στον δρόμο όλη την ημέρα, παίζαμε διάφορα παιχνίδια, κρυφτό, ποδόσφαιρο, ξυλίκι, ό, τι μπορείτε να φανταστείτε. Πηγαίναμε σε σπίτια φίλων, ερχόντουσαν. Τέλος πάντων, ήτανε μία ευχάριστη παιδική ηλικία. Δεν μπορώ να πω κάτι το αρνητικό.
Ωραία. Νομίζω, μπορούμε να το αφήσουμε εδώ. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ για την αφήγησή σας.
Και εγώ.
Ωραία.
Οπότε λοιπόν ο πατέρας μου συνελήφθη, όπως είχα πει, τον στείλανε στη Λέρο, προλάβαμε και του δώσαμε κάποια πράγματα, κάτι κουβέρτες, αυτά. Όταν βρέθηκε στη Λέρο άρχισε να μας γράφει. Τα γράμματα ήτανε κάτι δελτάρια πολύ μικρού σχήματος στα οποία έπρεπε ο κρατούμενος να μπορέσει να χωρέσει ό, τι ήθελε να πει, φυσικά αυτά λογοκρίνονταν. Αυτά τα έγραφε με πάρα πολύ μικρά γράμματα ώστε πολλές φορές ήταν και πολύ δύσκολα να τα διαβάσεις γιατί και ο πατέρας μου δεν έχει και πολύ καλό γραφικό χαρακτήρα. Αυτά τα γράμματα ερχόντουσαν αρκετά συχνά και ο πατέρας μου προσπαθούσε σε αυτά να μας νουθετήσει, να μας κάνει να διαβάζουμε και να είμαστε καλά παιδιά και λοιπά… να ακούμε τη μαμά. Και εμείς φυσικά τού γράφαμε, μάλιστα έχω κρατήσει μερικά γράμματα με όλες τις ανορθογραφίες που κάναμε τότε, που του λέγαμε πώς πάμε στα μαθήματα και στα σπορ και όλα αυτά. Η μητέρα μου φυσικά σκεφτότανε όταν θα ερχόταν το καλοκαίρι να πηγαίναμε στη Λέρο και το ταξίδι θα το κάναμε από τη Ρόδο που πηγαίναμε στις διακοπές στη γιαγιά. Εκείνη την εποχή βέβαια τα καράβια δεν ήταν όπως τα ξέρουμε τώρα, Blue Star Ferries και τέτοια. Ήτανε κάτι παμπάλαια καράβια που κάνανε ώρες ολόκληρες να πάνε από το ένα νησί στο άλλο. Μπήκαμε λοιπόν σε αυτό το σαπιοκάραβο, δεν θυμάμαι το όνομά του, με τη μητέρα μου από τη Ρόδο και το ταξίδι στη Λέρο μας φάνηκε ατελείωτο γιατί σταμάταγε και σε άλλα νησιά. Όταν φτάσαμε στη Λέρο, αν[00:30:00]τί το πλοίο να προσεγγίσει στο λιμάνι, σταμάτησε στη μέση του λιμανιού και ήρθαν κάτι βάρκες να μας πάρουν. Εν τω μεταξύ είχε φουρτούνα και απορώ πώς μπόρεσαν τα γυναικόπαιδα και οι ηλικιωμένοι να κατέβουν από τις σκάλες του πλοίου. Τέλος πάντων, με τα πολλά βρεθήκαμε στη στεριά και καταλύσαμε εκεί σ’ ένα ξενοδοχείο του λιμανιού. Η Λέρος μάς έκανε μία αρχική εντύπωση πολύ καλή γιατί ήταν μία πόλη που την είχαν χτίσει οι Ιταλοί. Είχαν αφήσει πολλά ωραία κτίσματα, έτσι, ιταλικού στυλ και πράγματι σου δίνει την αίσθηση ότι βρίσκεσαι κάπου, ας πούμε, κάπου αλλού. Τέλος πάντων, την άλλη μέρα ξεκινήσαμε για το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Στο Παρθένι Λέρου, υπάρχει και τώρα. Αυτή τη στιγμή γιατί φιλοξενεί στρατιώτες, είναι στρατόπεδο δηλαδή. Μάλιστα όταν είχαμε πάει με τον αδελφό μου και τα παιδιά στις διακοπές στη Λέρο, πήγαμε επίτηδες και προς τα κει και περάσαμε από το Παρθένι Λέρου και θυμηθήκαμε εκείνα τα χρόνια. Δεν έχει αλλάξει από τότε, είναι το ίδιο στρατόπεδο με τα παραπήγματα, με τους στρατώνες. Φαίνεται ότι ήταν και παλιά και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας το μετατρέψανε σε στρατόπεδο πολιτικών εξόριστων. Οι συνθήκες διαβίωσης στο Παρθένι Λέρου εντάξει δεν ήταν και τρομερά άσχημες. Καλύτερα να είσαι εκεί, παρά ξέρω γω σε φυλακές Αβέρωφ, όπως παλιά που ήτανε ο πατέρας μου και η μητέρα μου. Ήτανε πιο άπλα, πιο… Δεν ξέρω τον χειμώνα, τι γινόταν, προφανώς θα υπήρχε υγρασία. Όταν λοιπόν φτάσαμε εκεί στο στρατόπεδο, όπως είπα περιμέναμε σε ένα προθάλαμο εκεί ο οποίος βρισκόταν έξω από το στρατόπεδο, στην είσοδο. Και από την είσοδο μέχρι τους στρατώνες υπήρχε… μεσολαβούσε ένας δρόμος. Δηλαδή ουσιαστικά και… να μην πω και ένα χιλιόμετρο. Οπότε εμείς δεν μπορούσαμε να μπούμε μέσα. Σε κάποια στιγμή μετά από μάλιστα αρκετή αναμονή - και περίμεναν κι άλλες οικογένειες με παιδιά εξορίστων- εμφανίστηκαν οι εξόριστοι μεταξύ των οποίων και ο πατέρας μου ο οποίος βέβαια ήταν πολύ χαρούμενος που θα μας δει και εμείς επίσης. Η συνάντηση έγινε κανονικά, μάλιστα θα έλεγα και χωρίς, έτσι, εμπόδια. Εντάξει υπήρχαν και αστυνομικοί οι οποίοι επέβλεπαν. Αλλά όχι ότι επέμβαιναν κιόλας για να μας λένε τι θα πούμε και τι δεν θα πούμε. Θυμάμαι ότι η κουβέντα και η συζήτηση με τον πατέρα μου πήγε καλά. Μάλιστα τσιμπήσαμε και κάτι φαγητά που είχε φέρει η μητέρα μου. Επίσης θυμάμαι ότι ο πατέρας μου… φαίνεται για να περνάει την ώρα εκεί στο στρατόπεδο με τους εξόριστους φτιάχναν διάφορα, έτσι, π.χ. κομπολόγια από ξύλο, ψάρια… ξύλινα ψάρια. Θυμάμαι ότι μας έδωσε σε εμένα και τον αδελφό μου τέτοια αντικείμενα που έχουνε φτιάξει οι κρατούμενοι. Νομίζω ότι έχουμε… κάπου είχαμε κρατήσει ένα τέτοιο αλλά δεν το βρήκα. Ένα ψάρι το οποίο έσπαζε σε διάφορα κομμάτια. Επίσης, μετά μπορέσαμε και πήγαμε για μπάνιο σε μία κοντινή παραλία που βρισκόταν νομίζω εντός των ορίων του στρατοπέδου προφανώς γιατί φυσικά εννοείται δεν τον άφηναν να βγει έξω και μπορέσουμε και εμείς να πάμε εκεί και έτσι είναι μία ανάμνηση την οποία επίσης κρατάω από εκείνη την εποχή. Ο πατέρας μου δέχτηκε και άλλες επισκέψεις από π.χ. από την θεία μου που ήρθε από την Αμερική επί τούτου για να τον δει και την ανιψιά του, όμως αυτές οι επισκέψεις αφενός ήταν δύσκολες για να γίνουν, ιδιαίτερα τον χειμώνα. Επομένως γινόντουσαν μόνο το καλοκαίρι και εγώ προσωπικά δεν θυμάμαι να κάναμε περισσότερο από 2 τέτοιες επισκέψεις στο στρατόπεδο αυτό. Βέβαια επισκεφτήκαμε τον πατέρα μου και σε μία άλλη φυλακή που τον είχα στείλει μετά, στο στρατόπεδο Ωρωπού. Αυτό ήταν περισσότερο… οι φυλακές Ωρωπού ήταν περισσότερο όπως το λέει η λέξη «φυλακές», δηλαδή δεν ήταν ακριβώς στρατόπεδο. Είχαμε πάει ήδη 1-2 φορές, εκεί κρατούσαν συγκεκριμένα θυμάμαι και τον Μίκη Θεοδωράκη, δεν τον είδαμε προσωπικά. Μάλιστα έχει γράψει κι ένα τραγούδι: «Μην ξεχνάς τον Ωρωπό». Εντάξει, δεν έχω κάτι να πω για τις επισκέψεις στον Ωρωπό. Ήταν… γινόντουσαν σε ένα θάλαμο παρουσία αστυνομικών[00:35:00], ερχόταν ο πατέρας μου, συζητάγαμε.
Όλη αυτή την περίοδο βέβαια εμείς ελπίζαμε και περιμέναμε πώς και πώς, γιατί ακούγαμε ότι η Χούντα έδινε πότε-πότε αμνηστίες… περιμέναμε πότε θα βγει ο πατέρας μας. Αλλά όλο γινόντουσαν αμνηστίες και όλο δεν έβγαινε. Δεν ξέρω ποιος είναι ο λόγος. Εντάξει, ο πατέρας μου ήταν στέλεχος του ΚΚΕ παλιά και μετά της ΕΔΑ. Προφανώς ήτανε φαίνεται αρκετά σεσημασμένος στους κύκλους της Ασφάλειας ώστε να μην τον αφήνουν. Και τελικά μπόρεσα και βγήκε με την τελευταία αμνηστία, δηλαδή αρκετά αργά, κάπου τέλη ’72…μάλλον θα έλεγα Πάσχα του ’72, κάπου εκεί. Το Πάσχα του ‘72 λοιπόν ξαφνικά παίρνουμε ένα τηλέφωνο από τον πατέρα μου ο οποίος μας λέει ότι: «Με βγάλανε και σε λίγες ώρες θα είμαι μαζί σας». Πράγματι σε λίγες ώρες εμφανίστηκε ο πατέρας μου σπίτι, φαντάζεστε τη χαρά όλων, της μητέρας, του αδερφού μου, εμένα. Το θυμάμαι πολύ καλά γιατί ήταν παραμονές σχεδόν Πάσχα και από κει… από εκείνη την ημέρα και μετά η ζωή μας άλλαξε. Μέχρι τότε η μητέρα μου τα ‘φερνε πολύ δύσκολα γιατί έπρεπε να βγάζει τα προς το ζην. Εμάς βέβαια μας στήριζε η οικογένεια και από τη Ρόδο μας στέλνανε πράγματα συνέχεια με προϊόντα τοπικά μέχρι και πορτοκάλια και λοιπά, μανταρίνια. Μας στήριζε και η οικογένειά του πατέρα μου, ο θείος μου συγκεκριμένα που ήταν εργολάβος. Αλλά φυσικά αυτό δεν έφτανε και η μητέρα μου έπρεπε να δουλεύει και μάλιστα πολύ σκληρά. Η μητέρα μου ήταν… αν και φιλόλογος, ο δρόμος του Δημοσίου για αυτή ήταν κλειστός λόγω πολιτικών φρονημάτων, δεν μπορούσε να δουλέψει στο Δημόσιο τομέα σε κανένα σχολείο. Ήταν όμως πολύ καλή φιλόλογος με πάρα πολύ καλές γνωριμίες φιλολόγων σε πολύ καλά σχολεία όπως του Ζηρίδη, του Μωραΐτη και λοιπά, Κολλέγιο Ψυχικό, Κολλέγιο και λοιπά. Οι οποίες φίλες της και φίλοι της την προμήθευαν συνεχώς με ιδιαίτερα μαθήματα μαθητών τους και μάλιστα μαθητών από πολύ καλές οικογένειες. Το λέω αυτό γιατί θυμάμαι ότι ερχόντουσαν σπίτι με ουσιαστικά με λιμουζίνες, με Mercedes, δεν ξέρω τι. Σε μία φάση έκανε και μάθημα η μητέρα μου στα παιδιά του Προέδρου της Δημοκρατίας, του πρώτου μετά την μεταπολίτευση, και το σπίτι μας ήταν συνέχεια γεμάτο παιδιά, τα παιδιά αυτών των οικογενειών, τα οποία αισθανόντουσαν μάλιστα μια χαρά, γιατί η μητέρα μου ήταν έτσι αλέγκρα και πολλές φορές τους έδινε και να τρώνε και αυτά, αν και αυστηρή. Από την άλλη όμως δεν ήταν μόνο τα μαθήματα στο σπίτι που έκανε η μητέρα μου αλλά έκανε και ουσιαστικά σε όλες τις καλές συνοικίες της Αθήνας. Και θυμάμαι ότι σχεδόν όλη τη μέρα, εκτός των μαθημάτων που έκανε στο σπίτι, ήταν εκτός και μάλιστα σε αποστάσεις που σήμερα μας φαίνονται αδιανόητες. Ας πούμε πήγαινε μέχρι τη Γλυφάδα με το λεωφορείο –πού λόγος για ταξί ας πούμε εκείνη την εποχή– πήγαινε στην Εκάλη, στην Πολιτεία, στην Κηφισιά, τότε δεν μέναμε στο… τότε μέναμε στα Πατήσια και ερχότανε πολλές φορές και αργά το βράδυ. Και μάλιστα θυμάμαι τον χαρακτηριστικό ήχο που κάναν τα τακούνια της στο πεζοδρόμιο και λέγαμε με τον αδερφό μου «Να, έρχεται η μαμά». Και μάλιστα αυτό ήταν πολύ σημαντικό, πολύ σημαντική πληροφορία, γιατί συνήθως εμείς κάναμε βλακείες στο σπίτι. Π.χ. παίζαμε πινγκ πονγκ στο τραπέζι του σαλονιού, βάζαμε εκεί το δίχτυ, το στηρίζαμε. Προφανώς είχε χαλάσει το τραπέζι το δίχτυ και παίζαμε. Μάλιστα φέρναμε κι άλλα παιδιά από τη γειτονιά και παίζαμε πινγκ-πονγκ. Όταν ακούγαμε αυτόν τον ήχο, τα τακούνια, τα μαζεύαμε όλα, τις ρακέτες, το δίχτυ, το φιλέ ώστε να μη δει… να μη δει τι κάνουμε. Επίσης, επειδή η μητέρα μου συχνά έλειπε, συχνά εμείς μαλώναμε εκεί πέρα με τον αδερφό μου. Οι γείτονες φωνάζανε και μετά παραπονιόντουσαν στη μητέρα μου ότι: Ορίστε, αυτοί πάνε να φαγωθούν εκεί πέρα». Αλλά τι να κάνει η μάνα μου; Έπρεπε να απουσιάζει γιατί έπρεπε να δουλεύει. Όμως τις ώρες που ήταν στο σπίτι η μητέρα μου προσπαθούσε να μας βάλει μία κάποια πειθαρχία και μάλιστα μας διάβαζε. Όχι όμως μαθηματικά, γιατί δεν ήξερε, δεν ήταν καλή. Όμως στα υπόλοιπα… δηλαδή από Αρχαία μέχρι Νέα[00:40:00] (Εκθέσεις δηλαδή), Ιστορία, Θρησκευτικά, Ιστορία, όλα αυτά μας υποχρέωνε ουσιαστικά να της τα πούμε, προτού…θυμάμαι…προτού πάμε στο σχολείο γιατί εμείς ήμασταν απογευματινοί νομίζω. Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι αν ήμασταν όλες τις μέρες απογευματινοί ή τρεις. Εν πάση περιπτώσει, πριν το σχολείο το οποίο άρχιζε ας υποθέσουμε στις 2:00, καθόμασταν και της λέγαμε όλα τα μαθήματα της αρμοδιότητάς της, ας το πούμε έτσι. Όταν ο πατέρας μου επέστρεψε απ’ τη Λέρο… από τον Ωρωπό μάλλον, ανέλαβε και τα Μαθηματικά γιατί ο πατέρας μου ήτανε θετικής κατεύθυνσης ήταν… είχε τελειώσει το χημικό ήταν πολύ καλός στα Μαθηματικά, στην Γεωμετρία, στην Άλγεβρα και ανέλαβε αυτός και μάλιστα ήταν αρκετά αυστηρός. Ο ερχομός του πατέρα μου φυσικά έφερε μεγαλύτερη πειθαρχία γιατί μέχρι τότε εμείς ήμασταν σχεδόν ρέμπελοι, όπως είπα, εξαιρέσει των ωρών που η μητέρα μου ήταν στο σπίτι. Παίζαμε συνέχεια στη γειτονιά, ήμασταν συνέχεια έξω, τότε εννοείται δεν υπήρχαν ηλεκτρονικά και τέτοια οπότε όλα τα παιχνίδια γινόντουσαν στον δρόμο εκτός από κάτι επιτραπέζια που παίζαμε, Μονόπολη και τέτοια με τους φίλους. Οπότε εμάς δεν μας έβλεπε το σπίτι παρά μόνο όταν ερχόταν η μητέρα μου. Όταν ήρθε ο πατέρας μου θέλησε να βάλει μία κάποια πειθαρχία. Ας πούμε θυμάμαι το εξής έτσι χαρακτηριστικό, ότι εκείνη την εποχή είναι το Μουντιάλ, ωραία; Όταν ο πατέρας μου βγαίνει από την…πως το λένε…ναι…βγαίνει…την άλλη χρονιά ήταν το Μουντιάλ, το ’74. Εκείνη την εποχή εμείς τηλεόραση σπίτι δεν είχαμε και… γιατί οι γονείς μου δεν ήθελαν να αποκτήσουν τηλεόραση, όχι μόνο για οικονομικούς λόγους αλλά γιατί θεωρούσαν ότι δεν… Και μάλιστα η μητέρα μου έλεγε χαρακτηριστικά: «Θα είμαστε η τελευταία οικογένεια στην Ελλάδα που θα αποκτήσουμε τηλεόραση». Γιατί από τότε οι γονείς μου είχαν καταλάβει ότι κάτι που τώρα είναι πια πασίγνωστο. Ότι για τα παιδιά η τηλεόραση είναι ό, τι χειρότερο. Τέτοιου επιπέδου εννοώ, τέτοια ποιότητας. Επομένως, εμείς αυτά τα ματς του Μουντιάλ έπρεπε να τα δούμε μόνο… π.χ. να φανταστείτε τα βλέπαμε στα μαγαζιά. Τα μαγαζιά είχαν τηλεοράσεις τις οποίες άφηναν αναμμένες ακόμα και το βράδυ όταν έκλειναν και αυτές οι τηλεοράσεις έπαιζαν τα ματς και όχι μόνο τα ματς αλλά έπαιζαν και διάφορα σήριαλ, τότε εκείνης της εποχής. Θυμάμαι ένα σίριαλ αμερικάνικο για τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο που το βλέπαμε σε μαγαζιά -έξω από μαγαζιά- το «Lost in Combat»… όχι, «Lost in Space» και ένα άλλο «Combat». Και βέβαια μετά όμως αποκτήσανε τηλεόραση και κάποιες οικογένειες εκεί στη γειτονιά και όποτε τα ματς του Μουντιάλ μπορούσαμε να τα βλέπουμε εκεί ή σε καφετέριες. Συγκεκριμένα στη «Χαρά», εκεί που υπήρχαν τα παγωτατζίδικα και καφετέριες, τέρμα Πατησίων. Όμως, ο πατέρας μου όταν είδε ότι εμείς θέλουμε να δούμε τα ματς του Μουντιάλ, μας λέει: «Ναι, αλλά εδώ πέρα έχουμε την περίοδο των διαγωνισμών. Πώς θα δείτε τα ματς; Πρέπει να διαβάσετε». Μα του λέμε: «Μα μπορούμε να τα συνδυάσουμε και τα δύο». Ειδικά εγώ, ο αδερφός μου δεν ήταν και τόσο φανατικός. Του λέω: «Ποιο είναι το θέμα; Να διαβάσουμε και να δούμε και τα ματς του Μουντιάλ. Δεν βλέπω το πρόβλημα». Λέει: «Όχι, αποκλείεται. Δεν συνδυάζονται αυτά τα δύο. Πρέπει να… Τώρα είναι διαγωνίσματα. Τέρμα». Με αποτέλεσμα να… κάποια πολύ σημαντικά ματς του Μουντιάλ του ‘74 να τα χάσω και αυτό ήταν ένα μεγάλο τραύμα. Ο πατέρας μου είχε τέτοιες εκδηλώσεις συχνά αυστηρότητας. Γενικά θα έλεγα ότι είχε και μία αντιπάθεια στο ποδόσφαιρο γιατί…δεν ξέρω αυτό ίσως είχε να κάνει και με την κομμουνιστική ιδεολογία, ξέρω γω. Σίγουρα το ποδόσφαιρο είναι συνυφασμένο ας πούμε με τη διαφορά, με τα λεφτά, με τους εφοπλιστές, με... Ο πατέρας μου συνέχεια έλεγε ότι θα γίνεται αλήτες λέει αν παίζετε ποδόσφαιρο. Δεν μας πολυάφηνε να… Εγώ ήθελα να πηγαίνω στο Καραϊσκάκη να βλέπω τον Ολυμπιακό και ο πατέρας μου δεν ήθελε. Πολλές φορές μάλιστα έκανα σκασιαρχείο από το σχολείο για να πηγαίνω μόνος μου, χωρίς να του το πω, στο Καραϊσκάκη. Φυσικά, εντάξει, ο πατέρας μου δεν με έβλεπε με καλό μάτι που ήμουν Ολυμπιακός επειδή ήταν πρόσφυγας από τη Φιλαδέλφεια. Και… όχι ότι ήτανε και φανατικός ΑΕΚτζής, αλλά τέλος πάντων μπορεί και να μ’ έβλεπε με πιο ευνοϊκό μάτι αν ήμουνα ΑΕΚτζής. [00:45:00]Επίσης, σε σχέση με το ποδόσφαιρο ο πατέρας μου συμπαθούσε περισσότερο το μπάσκετ για αυτό και όταν… ενώ ας πούμε εμένα δεν με άφηνε να πάω να γραφτώ σε σύλλογο… ας πούμε, του είχα πει να με αφήσει να πάω να γραφτώ στα τσικό του Παναθηναϊκού -γιατί ο Ολυμπιακός, εντάξει, ήταν μακριά στο Φάληρο- ή στης ΑΕΚ (τότε είχαν τσικό). «Τσικό» σημαίνει παιδικά τμήματα ποδοσφαίρου. Ούτε να τ’ ακούσει ήθελε. Οπότε ουσιαστικά, εγώ ποδόσφαιρο έπαιζα στις αλάνες. Τότε υπήρχαν αλάνες και τα παιδιά παίζαν εκεί, δεν είναι όπως τώρα που παίζουν σε συλλόγους και τέτοια. Αυτό ο πατέρας μου δεν το έβλεπε με καλό μάτι και συνέχεια εκεί που έπαιζα στις αλάνες εμφανιζόταν ο πατέρας μου ξαφνικά και μου έλεγε: «Τέρμα. Τέρμα το παιχνίδι. Φύγαμε στο σπίτι». Και αυτό για μένα ήταν κάπως, πώς να το πω, δυσάρεστο, γιατί, πρώτον, έβλεπαν τα άλλα παιδιά ότι έρχεται ο πατέρας σου και σε μαζεύει και δεύτερον, το κυριότερο, μου διέκοπτε το παιχνίδι στη μέση. Οπότε θέλω να πω ότι ο ερχομός του πατέρα έφερε και τέτοια, ας το πούμε, προβλήματα που η μητέρα μου δεν ήταν σε θέση τόσο πολύ να ελέγξει. Θέματα πειθαρχίας εννοώ. Αυτά λίγο πολύ έχω να πω για εκείνα τα χρόνια, μετά τον ερχομό του πατέρα μου.
Επίσης, έχω να πω κάποια πράγματα για την περίοδο πριν τη Δικτατορία αν θέλετε γιατί είναι κι αυτή μία περίοδος… είναι αρκετά ενδιαφέρουσα διότι πολλοί νομίζουν ότι ας πούμε πριν την Δικτατορία του ‘67 δηλαδή, την 21η Απριλίου, όλα ήταν ωραία και καλά. Όμως δεν ήταν έτσι γιατί ουσιαστικά στην Ελλάδα ζούσαμε σε μία μετεμφυλιακή εποχή. Δηλαδή, αν εξαιρέσεις την περίοδο Παπανδρέου, όταν δηλαδή ο Γιώργος Παπανδρέου ήρθε στην εξουσία, που και αυτό κράτησε για λίγο γιατί μετά έγιναν τα Ιουλιάνα, η αποστασία, πριν από αυτό είχαμε την ΕΡΕ, δηλαδή τη σημερινή Δεξιά, η οποία, ας πούμε εντάξει, διακατεχόταν από μία μετεμφυλιακή νοοτροπία και μία φοβία ας πούμε και μία υπερβολική φοβία του Κομμουνιστικού κινδύνου, πράγμα που εκδηλωνόταν και στην καθημερινότητα. Και το καθεστώς πότε έδειχνε τάσεις ξέρω γω φιλελευθεροποίησης, πότε όταν έβλεπε ότι κατά τη γνώμη του υπάρχει κομμουνιστικός κίνδυνος... Ας πούμε όταν η ΕΔΑ, το 1958, προς μεγάλη έκπληξη βγαίνει δεύτερο κόμμα στις εκλογές, το καθεστώς πάλι ριζοσπαστικοποιείται και ανοίγει πάλι τα… αρχίζει και στέλνει τους αριστερούς στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Έτσι, ο πατέρας μου… ουσιαστικά εμείς προλάβαμε να γεννηθούμε όταν ο πατέρας μου, έτσι για κάποια συγκυρία… για λόγους συγκυριακούς βρέθηκε στο σπίτι. Όταν εμείς γεννηθήκαμε, εγώ πρέπει να ήμουνα ούτε καν ενάμιση χρονών, όταν τον πατέρα μου τον ξαναπήραν και τον στέλνει στον Αϊ-Στράτη. Μετά επέστρεψε και μετά νομίζω ξαναέφυγε για άλλες φυλακές που δεν θυμάμαι ποιες ήταν. Όλα αυτά είχαν να κάνουν με φάσεις πιο ριζοσπαστικές και λιγότερο ριζοσπαστικές του καθεστώτος. Αλλά και όταν ο πατέρας μου ήταν μέσα στο σπίτι δεν είναι ότι ησυχάζαμε τελείως γιατί συνέχεια η αστυνομία έκανε ντου. Ναι, ναι. Και μάλιστα σε ώρες κουφές, να το πω έτσι. Π.χ. μπορούσε κάλλιστα η Αστυνομία να αρχίσει να χτυπάει τις πόρτες ξέρω γω 03:00 το βράδυ. Κι αυτό εμάς μας έχει αφήσει και κάπως έτσι τραυματικές εμπειρίες γιατί θυμάμαι και τον πατέρα μου –και μάλιστα μου είχε κάνει και εντύπωση– θυμάμαι και τον πατέρα μου να τους βρίζει ουσιαστικά, να τους λέει: «Μα τι θέλετε πια από μας, τι σας κάναμε;» Και πράγματι… ο πατέρας μου ήταν στέλεχος της ΕΔΑ. Η ΕΔΑ ήταν νόμιμο κόμμα δεν έκανε κάτι που απαγορευόταν, δεν έβλεπε το λόγο γιατί θα πρέπει να αποτελεί αντικείμενο ας πούμε αστυνομικής διώξης, καταδίωξης.
Εσείς θυμάστε κάποια από αυτές τις εφόδους έτσι έντονα;
Εντάξει, θυμάμαι αλλά δεν μπορώ να πω, δεν θέλω να υπερβάλλω κιόλας. Δεν θέλω να πω ότι ερχόντουσαν μέσα και τα κάνανε λίμπα. Όχι. Απλώς δεν ξέρω τι ακριβώς θέλανε. Για να είμαστε ειλικρινείς πιστεύω ότι το κάνανε και για… απλώς για εκφοβισμό. Ότι ξέρω γω «Προσέξτε γιατί σας έχουμε στο μάτι». Γιατί δεν βλέπω και τον λόγο γιατί να κάνουνε τέτοιες εφόδους στα σπίτια. Επίσης, εκείνη η εποχή ήταν αρκετά δύσκολη γιατί και οικονομικά τα φέρναμε [00:50:00]δύσκολα, όμως θυμάμαι ότι αυτό που βοηθούσε πάρα πολύ αυτές τις οικογένειες σαν τη δικιά μου ήταν η μεγάλη αλληλεγγύη που υπήρχε μεταξύ των αριστερών. Και αυτή πώς εκδηλωνόταν; Εκδηλωνόταν ότι οι αριστεροί βοηθούσαν ο ένας τον άλλον, ανταλλάσσοντας υπηρεσίες. Π.χ. η μητέρα μου η φιλόλογος. Έκανε μαθήματα σε μία σειρά παιδιών αριστερών. Από την άλλη, πάρα πολλοί γονείς παιδιών τέτοιων, π.χ. οδοντίατροι, παιδίατροι, δεν ξέρω οτιδήποτε, γυμναστές, αντίστοιχα προσφερόντουσαν να μας παράσχουν υπηρεσίες τέτοιου είδους. Εξού και οι περισσότεροι γιατροί που είχαμε, που διαθέταμε τότε, ήτανε αριστεροί. Οδοντογιατρός Ελευθεριάδης, θυμάμαι, παιδίατρος Ηλιόπουλος, Κατράκης και χειρουργός, τέλος πάντων. Ακόμα και ράφτες, ακόμα και τι να πω… άλλα επαγγέλματα, χίλια δυο επαγγέλματα., Γινόντουσαν τέτοιου είδους εκδουλεύσεις και έτσι μπόρεσαν και λειτούργησαν αυτές οι οικογένειες γιατί υπήρχε… και κοινωνικές σχέσεις ουσιαστικά γινόντουσαν με αυτό τον τρόπο. Κι έτσι μπόρεσαν και επέζησαν όλες αυτές οι οικογένειες μετά τον εμφύλιο, όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια, από το ‘45 και μετά μέσα από ένα δίκτυο ας πούμε φιλιών και αλληλεγγύης που είχε αναπτυχθεί.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Ο αφηγητής ανατρέχει στην ημέρα του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου και μας περιγράφει πώς ο πατέρας του αναγκάστηκε να κρυφτεί ώστε να μην τον συλλάβουν. Η οικογένεια πλέον συναντιέται κρυφά με τον πατέρα, ενώ εκείνος είναι κρυμμένος και μεταμφιεσμένος. Τελικά εκείνος εντοπίζεται και συλλαμβάνεται. Ο αφηγητής θυμάται ως παιδί να μαθαίνει ότι συνέλαβαν τον πατέρα του και να τον επισκέπτεται τόσο στο κρατητήριο της οδού Μπουμπουλίνας, όσο και στη Λέρο, όπου τον στείλανε πολιτικό εξόριστο. Εν συνεχεία, μας διηγείται την ημέρα που έμαθε για την απελευθέρωση του πατέρα του, κάποια στιγμιότυπα από το πώς βίωσε ο ίδιος τη Χούντα στο σχολείο, αλλά και την ημέρα του Πολυτεχνείου. Εν τέλει, η επιρροή που άσκησαν οι γονείς του σε εκείνον παραμένει ανεξίτηλη και πολύτιμη.
Αφηγητές/τριες
Απόστολος Σταματιάδης
Ερευνητές/τριες
Μαρία Μούρτου-Παραδεισοπούλου
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
09/01/2023
Διάρκεια
51'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Ο αφηγητής ανατρέχει στην ημέρα του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου και μας περιγράφει πώς ο πατέρας του αναγκάστηκε να κρυφτεί ώστε να μην τον συλλάβουν. Η οικογένεια πλέον συναντιέται κρυφά με τον πατέρα, ενώ εκείνος είναι κρυμμένος και μεταμφιεσμένος. Τελικά εκείνος εντοπίζεται και συλλαμβάνεται. Ο αφηγητής θυμάται ως παιδί να μαθαίνει ότι συνέλαβαν τον πατέρα του και να τον επισκέπτεται τόσο στο κρατητήριο της οδού Μπουμπουλίνας, όσο και στη Λέρο, όπου τον στείλανε πολιτικό εξόριστο. Εν συνεχεία, μας διηγείται την ημέρα που έμαθε για την απελευθέρωση του πατέρα του, κάποια στιγμιότυπα από το πώς βίωσε ο ίδιος τη Χούντα στο σχολείο, αλλά και την ημέρα του Πολυτεχνείου. Εν τέλει, η επιρροή που άσκησαν οι γονείς του σε εκείνον παραμένει ανεξίτηλη και πολύτιμη.
Αφηγητές/τριες
Απόστολος Σταματιάδης
Ερευνητές/τριες
Μαρία Μούρτου-Παραδεισοπούλου
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
09/01/2023
Διάρκεια
51'