«Από ηλικία 9 χρονών, είμαι μες στο εμπόριο»: Το εμπόριο και η οικονομία της Δράμας στα μεταπολεμικά χρόνια
Ενότητα 1
Βιογραφικά στοιχεία του αφηγητή από την παιδική ηλικία ως τη συνταξιοδότηση
00:00:00 - 00:21:40
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Είναι 20 Σεπτεμβρίου 2022, βρισκόμαστε στη Δράμα με τον κύριο Κώστα Παπαθανασίου. Αρχικά, σας ευχαριστώ για τη συνέντευξη. Είμαι ο Κοροσι…ν ξεκίνησα τη δουλειά αυτή, ήταν το 1963 και μέχρι το 1980, που είναι να βγω στη σύνταξη και τα λοιπά, το είχα ετοιμάσει για τα παιδιά μου.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΘέματα
Tags
Ενότητα 2
Αναμνήσεις από τη βουλγαρική κατοχή και τον Εμφύλιο
00:21:40 - 00:31:39
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Κύριε Παπαθανασίου, να σας επιστρέψω στην αρχή... Θέλετε να μου πείτε για... Κάτι περισσότερο για αυτά που θυμάστε για τη βουλγαρική κατοχή,…λλάζαμε τις σόλες, θεωρούμασταν οι πλούσιοι, αν αλλάζαμε τα παπούτσια, τις σόλες, δηλαδή, και τα λοιπά. Τόσο δύσκολα ήταν τα χρόνια εκείνα.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Το εμπόριο και η οικονομία της Δράμας μεταπολεμικά
00:31:39 - 00:37:36
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Μετά, σιγά-σιγά, το είπα, το εξήγησα πιο μπροστά, ότι η έξοδος των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία απ' τη μια μεριά αποδυνάμωσε την περιοχή …παράδειγμα προς αποφυγήν σε όλον τον κόσμο και τα λοιπά, με το χρέος το τεράστιο, το οποίο δεν ξέρουν πώς θα το βγάλουμε απ' την πλάτη μας.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΤοποθεσίες
Ενότητα 4
Τα παλιά κτήρια της Δράμας και η ανακατασκευή της Αγίας Βαρβάρας
00:37:36 - 00:45:03
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Θέλω να σας ρωτήσω για τα πρώτα σας επιχειρηματικά βήματα... Μου είχατε πει– Αν θέλετε να πω κάτι, αν θέλετε κάτι να πω, που το 'χα στο μυα…δίπλα, επωφελούνται τα εμπορικά τα καταστήματα, τα οποία έχουν το δικαίωμα, επειδή είναι εκεί μπροστά, να βγάζουν και αυτοί τις τέτοιες...
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΘέματα
Τοποθεσίες
Ενότητα 5
Οι κινηματογράφοι της Δράμας
00:45:03 - 00:51:04
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Θέλετε να μου πείτε για τους κινηματογράφους της Δράμας; Ήτανε μια... Οι κινηματογράφοι της Δράμας ήτανε κάτι το οποίο στη μνήμη μας είχε μ…ρόχειρα στη μνήμη, δηλαδή, απ' αυτούς που ξεκινήσανε αυτή την περιπέτεια, η οποία κατέληξε στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους και τα λοιπά.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΘέματα
Τοποθεσίες
Ενότητα 6
Οι εμπορικοί δρόμοι της Δράμας
00:51:04 - 00:55:00
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και οι αδερφοί Ιωάννου ήτανε και έμποροι... Έμποροι υφασμάτων. Στην παλιά αγορά της Δράμας, τα εμπορικά καταστήματα ήταν κοντά, πολύ κοντά,…κείμενο, κανένα ταψί, κανένα πλεκτό και τα λοιπά, καλάθι, τέτοια τα 'παιρνε ο αέρας... Γραφικά θεωρούνταν, αλλά ήταν και επικίνδυνα κιόλας.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΘέματα
Τοποθεσίες
Ενότητα 7
Λαϊκή διασκέδαση και μια ανάμνηση από τον μασίστα Σαμψών
00:55:00 - 00:58:19
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Την προηγούμενη φορά που μιλήσατε, μου είχατε πει και για τον γύρο του θανάτου στον κήπο... Στον κήπο μέσα, αυτό εκεί, που λέμε, που γίνετα…αι δεν μπορούσα και μετά φώναξε κάποιον άλλον και τα λοιπά. Να χτυπήσω την πέτρα, εγώ φοβόμουνα να σηκώσω ένα βαρύ τέτοιο ήτανε, θυμάμαι...
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΤοποθεσίες
Ενότητα 8
Η οικογενειακή βιοτεχνία τυριού και γιαουρτιού
00:58:19 - 01:03:09
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και μου είπατε ότι την δεκαετία του '50 ξεκινήσατε και εσείς με το πατέρα σας τη βιοτεχνία με τα γιαούρτια και τα τυριά... Ακριβώς, ναι. Το…ύνε οπωσδήποτε, όχι απ' την πολιτεία, πρώτα από τη Δράμα για το τοπικό τους τέτοιο, για τη μεγάλη τους αγάπη και μετά και απ' την πολιτεία.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΘέματα
Τοποθεσίες
Ενότητα 9
Η ποδοσφαιρική καριέρα του αφηγητή
01:03:09 - 01:15:57
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Να σας ρωτήσω για την ποδοσφαιρική σας θητεία... Αρχικά, σε τι παίζει θέση παίζατε; Έπαιζα χαφ, για αυτό και έπαιξα με την Εθνική Νέων με τ…α-δυο φορές μας κερδίσαν, 4-0 τη μια φορά και 3-1 την άλλη φορά, με δουλεύαν την άλλη μέρα και τα λοιπά... Στο γυμνάσιο, στο τέτοιο, επάνω.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 10
Τα λευκά είδη, οι διεθνείς εκθέσεις υφασμάτων και η σύνδεση με τον Χρόνη Μίσσιο
01:15:57 - 01:26:02
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και το '77 ανοίξατε το κατάστημα με τα λευκά είδη... Το '77, αφού πούλησα και το δεύτερο, αφού έκανα, πούλησα πρώτα το ένα καθαριστήριο και…ξέρω 'γω. Αυτό σου μένει. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για αυτά που μοιραστήκατε. Ευχαριστώ. Να 'σαι καλά, Φώτη μου. Να 'σαι καλά, αγόρι μου.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΤοποθεσίες
Ενότητα 11
Το χρονικό της γνωριμίας με τη Μαρία Φαραντούρη
01:26:02 - 01:36:31
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
1964. Ο Θεοδωράκης έρχεται για δεύτερη φορά στη Δράμα. Μαζί του είναι ο Μπιθικώτσης, ο Παπαδόπουλος, μπουζουκτσής, και ο άλλος πώς λέγεται; …ου τ' ανέφερα, γιατί έχει με αυτή την τέτοια, την ιστορικότητα, ένα ενδιαφέρον, δηλαδή, για το πρόσωπό μου, με αυτή την έννοια, δηλαδή. Ναι.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΘέματα
Τοποθεσίες
Ενότητα 1
Βιογραφικά στοιχεία του αφηγητή από την παιδική ηλικία ως τη συνταξιοδότηση
00:00:00 - 00:21:40
[00:00:00]Είναι 20 Σεπτεμβρίου 2022, βρισκόμαστε στη Δράμα με τον κύριο Κώστα Παπαθανασίου. Αρχικά, σας ευχαριστώ για τη συνέντευξη. Είμαι ο Κοροσιάδης Φώτης, είμαι Ερευνητής στο Istorima. Κύριε Παπαθανασίου, πείτε μας δυο λόγια για σας, για τη ζωή σας.
Είμαι 83 ετών, γεννήθηκα το 1939 στην Αλιστράτη, η οποία είναι κοντά στη Δράμα, 20 χιλιόμετρα από τη Δράμα. Η ζωή μου, βέβαια, η ζωή μου όλη έχει σχέση με την πόλη της Δράμας, γιατί στην Αλιστράτη έζησα μέχρι το 1945, μέχρι να φύγουν οι Βούλγαροι, και μετά συνεχώς, όλα τα υπόλοιπα χρόνια, είμαι στη Δράμα. Θυμάμαι και πολλά από την εποχή της Κατοχής από τους Βουλγάρους και στην τέτοια, και στην Αλιστράτη, τα οποία βέβαια δεν ξέρω αν ενδιαφέρουν και τα λοιπά...
Νομίζω ότι ενδιαφέρουν.
Ενδιαφέρουν...
Θέλετε να μας πείτε τι θυμάστε απ' τη βουλγαρική κατοχή;
Υπήρχε φτώχεια, όπως καταλαβαίνετε, πολλή, ξέρω 'γω, αλλά, επειδή ήτανε και λιγάκι μια κωμόπολις αρκετά γνωστή, ο κόσμος δύσκολα τα περνούσε... Εγώ έφτιαχνα παρέα, κιόλας, και με τον γιο του προέδρου –επειδή ήταν στην ίδια ηλικία με μένα– με τον γιο του προέδρου των Βουλγάρων και τα λοιπά. Ήταν ακριβώς απέναντι από το σπίτι μας. Παιδί και εκείνος, 5 χρόνων και εγώ, 5 χρονών και εκείνος, κάπου τόσο ήμασταν, 5 με 6 χρονών, και τα λοιπά. Και μάλιστα, θυμάμαι και ένα γεγονός. Μια κάποια στιγμή μαλώσαμε, όχι φυσικά για λόγους ευνόητους, πολιτικούς, ξέρω 'γω, και τα λοιπά. Αλλά επειδή παίζαμε στη βρύση εκεί και κάποια στιγμή, κάτι, με έβρεξε αυτός και τον έδωσα και ένα χαστούκι και λιγάκι και πήγα και κρύφτηκα στο σπίτι μου, στην αποθήκη κάτω και με έψαχνε η γιαγιά μου να με βρει. Από το φόβο. Αυτό. Γιατί μόλις φύγανε οι Βούλγαροι, το τέλος, το Νοέμβριο του 1944 από την Αλιστράτη, ο πατέρας μου με πήρε εμένα και τη μητέρα μου και κατεβήκαμε στη Δράμα. Κατεβήκαμε στη Δράμα, βρήκαμε ένα σπίτι από τα πολύ παλιά, εγκαταλειμμένα, κοντά στα νεκροταφεία της Δράμας. Και ο πατέρας μου έπιασε ιεροψάλτης στο ναό των Δώδεκα Αποστόλων, μια κεντρική εκκλησία της περιοχής της Δράμας. Και συγχρόνως, άνοιξε και ένα μαγαζί, μανάβικο, σε μια συνοικία που λέγεται Κρατικά Ορτακινά. Σχολείο άρχισα να πηγαίνω το 1946, '45-'46, την πρώτη χρονιά και το θυμάμαι χαρακτηριστικά, γιατί δεν είχαμε βιβλία, δεν είχαμε τίποτε. Μια τσάντα μαύρη που την έκανε πρόχειρα η μάνα μας, ραμμένη από κάποιο ρούχο, και είχαμε μέσα κονδύλι ακόμη. Την πρώτη χρονιά είχαμε κονδύλια, έναν γραφίτη, έναν πίνακα-γραφίτη και με το κονδύλι γράφαμε επάνω. Κανένα βιβλίο. Τα βιβλία που τώρα, καμιά φορά, τα κάνουν έκδοση οι εφημερίδες και τα λοιπά, τα μικρά, τα παιδικά, τα πήραμε όταν ήμασταν δευτέρα δημοτικού, το 1946. Τότε τα εξέδωσαν και τα λοιπά. Πήγα στο 10ο Δημοτικό σχολείο, της περιοχής των Δώδεκα Αποστόλων, το οποίο τώρα λέγεται «Πρότυπο», ένα ωραίο σχολείο μεγάλο, καθαρό... Και συγχρόνως, μετά από κάποια ηλικία, των 10-11 χρόνων και τα λοιπά, βοηθούσα και τον πατέρα μου στο μαγαζί, για να τον ξεκουράζω τις ώρες που χρειαζόταν, γιατί τα μαγαζιά δεν είχαν ωράρια τότε, απ' το πρωί ξεκινούσαν και έφευγες το βράδυ στις 11:00. Δεν είχαν τα ωράρια και τα λοιπά. Έπρεπε να ξεκουραστεί ο πατέρας μου, ήταν και ψάλτης και είχε υποχρεώσεις στην εκκλησία και τα λοιπά. Άρα, λοιπόν, από ηλικία 9-10 χρονών, είμαι σχεδόν μες το εμπόριο. Μερικές φορές, μάλιστα, και σε ηλικία 11-12, με έστελνε ο πατέρας μου το πρωί, στις 6:00 η ώρα, να ψωνίσω κάποια πράγματα, που τα είχε παραγγείλει από τους χονδρεμπόρους των μανάβικων. Να τα πάρω, γιατί εκείνος είχε εκκλησία. Πέρασε, λοιπόν, αυτή η εποχή και φτάσαμε στην εποχή της δεκαετίας του '50. Η Δράμα –και όλη η περιοχή της Δράμας και ο νομός της Δράμας και τα λοιπά– υπέφερε πολύ, γιατί είχαν είδη –αυτό που έδινε πλούτο στη Δράμα, στο νομό της γενικότερα και στην πόλη φυσικά ήταν τα καπνά, τα οποία άρχισαν να τα εγκαταλείπουν οι Αμερικανοί και 'παίρναν μόνο τη μικρή ποικιλία, πολύ, σε πολύ μικρή ποσότητα, γιατί τα αντικατέστησαν με κάτι άλλα καπνά, που λέγονταν «Βιρτζίνια» και καλλιεργούνταν στην Αιτωλοακαρνανία και στην Κατερίνη. Αυτό το είδος του καπνού, εδώ, που λέγαν, που λέγαμε εδώ «μπασμάς», που ήθελε πολλή δουλειά και τα λοιπά, άρχισαν σιγά-σιγά να το εγκαταλείπουν, τους φαινόταν ακριβό δηλαδή. Οπότε, αφού η Δράμα είναι κατεξοχήν αγροτική περιοχή και τα λοιπά, είχε μεγάλα προβλήματα οικονομικά. Ήρθε όμως το 1958, που ο Καραμανλής, ο τότε πρωθυπουργός, έκανε μια συμφωνία με τον Adenauer, τον πρόεδρο τότε της Γερμανίας, για να πάρουνε, να κάνουνε μετανάστες εργάτες και τα λοιπά, στα εργοστάσια που τα 'χαν, γιατί η Γερμανία είχε μια τρομερή ανάπτυξη από τότε που ξεκίνησε, λόγω της βοήθειας από την Αμερική που είχε και τα λοιπά. 1958, λοιπόν, εγώ σχεδόν τελειώνω το γυμνάσιο εκείνη τη χρονιά. Πριν από μερικά χρόνια, είχα ξεκινήσει να παίζω και ποδόσφαιρο, τη δεκαετία του '50. Με είχε δει ο γυμναστής, ο τότε, που ήταν στο γυμνάσιο, με είχε αξιολογήσει, επειδή παίζαμε και φιλικά αγώνα και με έγραψε ποδοσφαιριστή στην ομάδα της Ελπίδος. Τότε ήταν τρεις ομάδες στη Δράμα. Η Δόξα Δράμας, η Ελπίδα Δράμας και ο Άρης. Εγώ έπαιξα στην Ελπίδα Δράμας. Και ξεκίνησα, μάλιστα, το 1956, σε ηλικία 16 χρονών και τα λοιπά. Το 1958, όμως, είχα σε αυτό ένα τέτοιο, γιατί είχα, ήμουνα, ας πούμε, όπως λένε, φέρελπις και τα λοιπά. Είχα ελπίδα να γίνω καλός. Με κάλεσαν στην Εθνική Νέων και, μάλιστα, ήταν ο πρώτος που έφυγα από επαρχία για να πάω στην Εθνική Νέων. Είχανε πάρει κάτω στην Αθήνα έναν assistant coach της Γαλλικής ομάδας, της Εθνικής Γαλλικής ομάδας, η οποία μόλις είχε τελειώσει το παγκόσμιο κύπελλο το 1958, στη Σουηδία. Στον τελικό, ήτανε Γαλλία-Βραζιλία και η πρώτη εμφάνιση του Pelé, το 1958. Κέρδισε η Βραζιλία 4-2 και τα λοιπά. Η Ελλάδα ζήτησε, λοιπόν –δεν μπορούσε να πάρει τον προπονητή της Γαλλίας, τον πρώτο, ζήτησε τον δεύτερο– τον βοηθό προπονητού, όπως έγινε με τον Rehhagel αργότερα, τη δεκαετία του 2000. Έτσι, λοιπόν, ήρθε– Ο οποίος ζήτησε να δει τις ομάδες των νέων. Δεν υπήρχαν κάτω, γιατί τότε τους παίρναν από τις μεγάλες ομάδες, κάναν, αν χρειαζότανε. Και έκανε περιοδεία. Είχε επιλέξει, από όλη την Ελλάδα, έξι άτομα και πήγαμε κάτω στην Αθήνα και αγωνιστήκαμε. Εγώ έπαιξα μαζί με τη χρυσή εποχή, τη χρυσή εποχή του ελληνικού ποδοσφαίρου της εποχής εκείνης. Έπαιζα μαζί, χαφ, με τον Δομάζο, με τον Καμάρα, center-back –που έπαιζαν στον Παναθηναϊκό, μετά κάναν τον Απόλλωνα– τον Οικονομόπουλο, με τον...
Τον Λουκανίδη;
Ο Λουκανίδης δεν ήτανε. Με τον Λουκανίδη ήμασταν και φίλοι, αλλά έπαιζε στη Δόξα. Αυτός είχε, ήταν λίγο μεγαλύτερος από μας, ήτανε στα δύο χρόνια μεγαλύτερος από μας, ήταν ο Λουκανίδης. Ο Λουκανίδης και ο Πιστικός ο Νίκος και τα λοιπά –απ’ τους δύο ποδοσφαιριστές της Δόξης– και αυτοί και ο Παύλος ο Γρηγοριάδης και αυτοί παίξαν Νέων, απ' την Νέων, αλλά όταν τους έφτιαχνε, κλείσει η Εθνική Ομάδα, όχι αυτός ο προπονητής, ο Baron. Μας μάζεψε στην Αθήνα, μας αξιολόγησε και μας κράτησε κάποιους να παίξουμε μπάλα, που γινόταν το πρώτο πανευρωπαϊκό τουρνουά στη Βουλγαρία, που έγινε, Νέων δηλαδή. Τώρα, το λέω αυτό για ποιο λόγο. Γιατί, εκείνη την εποχή, με πήρε και η Δόξα, ενώ έπαιζα στην Ελπίδα, με είχε αξιολογήσει ο προπονητής, ο Markovic, ότι με ήθελε σαν ποδοσφαιριστή, να κάνω μεταγραφή από την Ελπίδα στη Δόξα, γιατί η Δόξα ήταν ομάδα Α' Εθνικής και τα λοιπά, εμείς παίζαμε στη δεύτερη Εθνική. Και με υποσχέθηκε, με πήρε και πήγαμε μια περιοδεία κάτω στη Θεσσαλία, στα Τρίκαλα, στην Καρδίτσα, στην Κατερίνη και τα λοιπά και παίξαμε μπάλα. Παίζοντας εγώ, ενώ έχω δελτίο στην Ελπίδα, να παίξω στη Δόξα για να με πάρουν. Αλλά η ομάδα δεν με έδωσε, δεν με έδωσε μεταγραφή, απ' την Ελπίδα στη Δόξα, αλλά μου υποσχέθηκε ότι, αν δεν φύγω, θα με βάλει σε κάποια δουλειά. Και έτσι, λοιπόν, δούλεψα στην ΥΕΒ, Υπηρεσία Εγγείων Βελτιώσεων, αυτή η οποία ήτανε μια υπηρεσία, η οποία έφτιαχνε τα εγγειοβελτιωτικά έργα στην περιοχή, στην αγροτική περιοχή της Δράμας και της ευρύτερης περιοχής. Το 1960, αρχές, κατατάσσομαι στο στρατό, είναι η εποχή που πηγαίνω στο στρατό, πρώτα στην Κόρινθο. Εξελέγην σαν έφεδρος αξιωματικός και πήγα στο Ηράκλειο της Κρήτης, στη σχολή Πεζικού. Έκανα εκεί έξι μήνες και μετά πήγα στη σχολή Πεζικού της Χαλκίδας για εξειδίκευση σε κάποιο όπλο. Και μετά, αφού τελείωσε και η εκπαίδευση στη σχολή Πεζικού της Χαλκίδος, ήρθα στη Δράμα για να καταταγώ στο τέτοιο. Και πράγματι, ήμασταν στην 132 μονάδα πεδινού πυροβολικού, η οποία είναι στην περιοχή της Δράμας. Τελειώνουμε το τέτοιο, τελειώνω το στρατό και έχω το πρόβλημα της δουλειάς πάλι, γιατί εκεί στην ΥΕΒ δούλευα, ήταν [00:10:00]πεντάμηνο, δουλεύαμε μόνο τα καλοκαίρια, όταν κάναν τα εγγειοβελτιωτικά έργα. Μετά καθόμασταν. Παίρναμε λίγο ένα μήνα ανεργία και καθόμασταν, δεν με βόλευε αυτή η δουλειά. Ψάχνομαι να κάνω τι. Ένα χρόνο προηγούμενο από μένα, ένας φίλος μου, ο Γιώργος ο Καραγιαννίδης, είχε φύγει στην Αμερική. Τότε, γινόταν στην Αμερική, κάναν, οι Έλληνες οι ομογενείς κάνανε τις ομάδες, σε αντιδιαστολή με τους Πολωνούς, τους Γερμανούς που είχαν κάνει ομάδες και τα λοιπά, ποδοσφαιρικές, γερμανικές ή πολωνικές... Και τότε, οι Έλληνες είχαν αποφασίσει να κάνουν και αυτοί. Και παίρναν ποδοσφαιριστές από την Ελλάδα. Είχε φύγει ο Γιώργος ο Καραγιαννίδης, ο οποίος, μάλιστα, ήταν και πολύ καλός, έπαιξε και Εθνική Αμερικής, κιόλας, κάποια στιγμή. Μου ζήτησε να του στείλω αποκόμματα από εφημερίδες που να λέει πού διακρίθηκα, πού έπαιξα, ξέρω 'γω. Τα μάζεψα, τα 'στειλα και, πραγματικά, μου λεν: «Έλα», και τα λοιπά. «Βγάλε τη βίζα». Πήγα στη Θεσσαλονίκη, έβγαλα τη βίζα και ήμουν έτοιμος να φύγω για Αμερική και θα 'βλεπα εκεί τι θα 'φτιαχνα. Είχα το μυαλό μου –είχα εμπορικό μυαλό– και κάτι άλλο έφτιαχνα, ήθελα στο μυαλό μου να κάνω. Η μητέρα μου, όμως, η μητέρα μου, όμως, επειδή τη στήριζα πολύ, όσο μπορούσα, οικονομικά, στεναχωρήθηκε, έκλαιγε, μου λέει: «Κώστα, μη φύγεις», ξέρω 'γω και τα λοιπά, «σε παρακαλώ, μείνε, έχω κάτι χωράφια στην Αλιστράτη, αγροτικά, θα τα πουλήσω, θα σου δώσω τα λεφτά, να κάνεις μια δουλειά». Και πράγματι, έστρεξα και πούλησε τα χωράφια και με προκαταβολή αυτό που πήρε, τα χρήματα που πήρε, τα έδωσα σε κάποιον στη Σαλονίκη και αγόρασα, τότε ήταν μόδα, πολύ μόδα, κατά κάποιο τρόπο, επάγγελμα και τα λοιπά, τα καθαριστήρια. Αυτό έγινε το 1963. Αγόρασα, λοιπόν, ένα καθαριστήριο μεταχειρισμένο και παλιό κιόλας, για να έχει, να μπορώ να... Έδωσα 25.000 προκαταβολή και άλλα 75.000 γραμμάτια. Με εκείνα, λοιπόν, ξεκίνησα να δουλεύω, δύσκολη εποχή, γιατί ήταν και τα μηχανήματα, ήταν, παλιά... Σε δύο χρόνια, όμως, μέσα, κάποιος ποδοσφαιριστής της Δόξης, ο Πιστικός ο Νίκος, ο οποίος είχε κάνει και εκείνος μαζί μου καθαριστήρια –γιατί σας είπα ήταν τότε της μόδας– πιάστηκε να δουλεύει στη ΔΕΗ, τον έβαλε η Δόξα στη ΔΕΗ να δουλέψει και, οπότε, δεν μπορούσε να το κρατήσει το μαγαζί. Μου λέει: «Κώστα, αν θες να σου το δώσω», ήμασταν και γνωστοί και φίλοι. «Για να σ' το δώσω και μου το πληρώνεις και αυτό, όποτε μπορέσεις, σιγά-σιγά στα γραμμάτια». Έτσι, μέσα σε δύο χρόνια, έκανα δύο καθαριστήρια, τα οποία τα δούλεψα καλά. Ήμουν καλός στη δουλειά, ήξερα τα μηχανήματα, πρόσεχα τα μηχανήματα, ήξερα τι φάρμακα να βάζω, πώς να βγάζω τους λεκέδες και όλα αυτά. Αλλά ήταν μια δύσκολη δουλειά, γιατί είχε να κάνει με φάρμακα, φάρμακα επικίνδυνα, κιόλας, που στο βαρέλι επάνω των φαρμάκων είχε και νεκροκεφαλή, να καταλάβετε. Τόσο. Περουβίνη και πώς λεγόταν η άλλη. Είπα, όμως, θα κάνω υπομονή, θα μαζέψω ένα κεφάλαιο και θα κάνω μια εμπορική δουλειά. Το δούλεψα αυτά δεκατέσσερα χρόνια και άρχισαν να έρχονται πλέον οι Έλληνες απ' τη Γερμανία, οι άνθρωποι που είχαν κάνει κάποια χρήματα, τα 'χαν αποταμιεύσει... Και βρήκα κάποιον να δώσω το ένα από τα δύο καθαριστήρια. Συγχρόνως, όμως, μπροστά στην πλατεία της Δράμας είναι ένα πολύ κεντρικό μαγαζί, ήταν ένα πολύ κεντρικό ζαχαροπλαστείο, που όλοι ξέραμε ότι αυτός που το είχε, θα έφευγε, είχε ήδη αποφασίσει, για την Θεσσαλονίκη, να κάνει εκεί καινούργιο, όπως και έγινε. Και κάποιος θα το 'παιρνε αυτό και τα λοιπά, για να το συνεχίσει, εμπορική δραστηριότητα. Ήμασταν πολλοί ενδιαφερόμενοι, δέκα-δεκαπέντε ενδιαφερόμενοι ήμασταν και τα λοιπά, που χτυπήσαμε την πόρτα του ιδιοκτήτη, να μας το δώσει μετά. Διάλεξε αυτός εμένα, αν και ήμουν ο μικρότερος απ' αυτούς, με τη μικρότερη εμπορική δραστηριότητα, παρόλα αυτά, δεν ξέρω πώς το εκτίμησε, μου το 'δωσε εμένα. Είναι στο κέντρο της Δράμας στην πλατεία ακριβώς απέναντι, το «Pantelissimo», που και τώρα λειτουργεί και τα λοιπά, σαν άλλο είδος. Εγώ το έκανα είδη δώρων, είδη δώρων, επειδή είναι πλατεία, κέντρο, ξέρω 'γω, μαζεύονται εκεί, ήταν ακριβώς, έλεγα ότι θα 'χει ένα ενδιαφέρον. Έβαλα αντικείμενα μέσα που είχανε σχέση με τα χειροποίητα κεραμικά, που ήταν της μόδας κατά κάποιο τρόπο, χειροποίητα κεραμικά. Έβαλα μέσα φω μπιζού, ψεύτικα κοσμήματα, τα οποία τα προμηθευόμασταν από την Ιταλία, μέσω του εισαγωγέα, γιατί δεν μπορούσαμε να τα πάρουμε του εισαγωγέα. Έκανα ένα καλό μαγαζί, κράτησε αρκετά χρόνια. Αυτό, όμως, για να μπορέσω να το κρατήσω, έκανα, είχε πολύ τρέξιμο. Πήγα στην Ιταλία, για να πάρω από έκθεση και κατευθείαν απ' το εργαστήριο το μπιζού, για να μην το πάρω μέσα απ' τον αντιπρόσωπο, που σήμαινε ότι θα 'χε μέσα και το δικό του το κέρδος και τα δικά του τα χαρτόσημα, που ήταν τότε, αντί για το ΦΠΑ, που υπήρχε τότε. Λοιπόν. Έτσι, να 'χω από πρώτο χέρι, να έχω σε καλές τιμές, ώστε να μπορώ να ανταγωνιστώ τους άλλους ομοειδείς και τα λοιπά που είχανε. Πήγα Ιταλία για φω μπιζού, γιατί ήταν η πατρίδα. Και τώρα είναι και τότε, η Ιταλία ήταν σ' αυτά τα αντικείμενα. Πήγα στη Γερμανία, στη Στουτγκάρδη, στην πόλη Esslingen, που ήταν ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε λευκοσιδηρά, τέτοια, επάργυρα αντικείμενα, πάλι για δώρο, επάργυρο, απέξω και τα λοιπά. Πήγα κάτω στη Σίφνο και στα νησιά για να βρω χειροποίητα, τέτοια, χειροποίητα πήλινα αντικείμενα και τα λοιπά, πάλι για δώρα. Το δούλεψα αρκετά καλά το μαγαζί αυτό. Κάποια στιγμή, όμως, κάποια στιγμή, πούλησα και το άλλο το καθαριστήριο, το δεύτερο, και τώρα μου 'ρθε η ιδέα να κάνω ένα εμπορικό μαγαζί, άλλο, πέρα απ' αυτό. Γιατί είχα τον αδερφό μου, έβαλα τον αδερφό μου που δεν είχε και εκείνος δουλειά, τον έβαλα στο είδη, στα φω μπιζού, σε αυτό που ήτανε για τα δώρα, τα είδη των δώρων στην πλατεία, και εγώ πήρα απέναντι από μένα, όταν είχα το καθαριστήριο, ήταν ένας ο οποίος πουλούσε λευκά είδη και τα λοιπά, αυτά που λέμε, δηλαδή, ψυγεία, τέτοια... Ο όποιος ήθελε να φύγει Θεσσαλονίκη, τον έπεισα και το πήρα και αποφάσισα να κάνω λευκά είδη. Τα οποία δεν τα ήξερα, δεν είχα καμιά, όπως δεν ήξερα και τα είδη κοσμήματα. Έκανα και σφάλματα από τις αγορές, με την έννοια, δεν είχα εμπειρία από κανένα πατέρα πιο μπροστά, που να έχει κάνει τέτοια... Έκανα και σφάλματα, αλλά είχα και κουράγιο πολύ να τρέξω και να βρω τις πηγές. Πήρα, λοιπόν, αυτό το μαγαζί, είχα μέχρι να το βρω τι έπρεπε να κάνω, κατάλαβα ότι υπήρχε ένα κενό σε αυτά τα είδη. Υπήρχαν δύο μεγάλα μαγαζιά στη Δράμα, τρομερά μεγάλα μαγαζιά, με πολλή δουλειά, τα οποία έπρεπε να τα ανταγωνιστώ και ήτανε πολύ δύσκολος ο ανταγωνισμός. Μεγάλα μαγαζιά, άνθρωποι οι οποίοι ξέραν την επαρχία και είχανε πελάτες όλα τα χωριά της Δράμας, γιατί η δουλειά η περισσότερη εξαρτάται από τις προίκες που κάναν τότε τα χωριά στις θυγατέρες τους και τα λοιπά. Και τότε, πάλι αναγκάστηκα να κάνω το ίδιο πράγμα, για να μπορέσω να ξεφύγω απ' τον ανταγωνισμό, γιατί αυτοί παίρναν μεγαλύτερες ποσότητες, είχαν καλύτερες τιμές... Πάλι αναγκάστηκα να στραφώ σε ξένες αγορές. Αυτό θέλει τρέξιμο, πάλι. Πάλι Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία. Κρήτη για τα υφαντά. Είχα πάρει τότε και, μάλιστα, είχα την τέτοια, είχα μια αντιπροσωπεία που λεγότανε «Σερραία», μου την εμπιστεύτηκε ο Σκουλής. Ήταν ένα εργοστάσιο με παραδοσιακά υφαντά στην περιοχή των Σερρών, που είχα κάποιον που με εμπιστεύτηκε και μου τα 'δωσε, μέσω του συγγραφέα του Χρόνη του Μίσσιου. Αυτός τον αντιπροσώπευε για να τον βοηθήσει. Μου έδωσε αποκλειστικότητα τα υφαντά της «Σερραίας», τα οποία τα δούλεψα πάρα πολύ καλά. Πήγα και στην Κρήτη και απέκτησα και την αντιπροσωπεία, κατά κάποιο τρόπο, δηλαδή, της Καστρινογιάννη, η οποία ήταν πάλι τα κρητικά, τα περίφημα κεντημένα, κρητικές κουρτίνες και υφάσματα για το σπίτι και τα λοιπά. Αλλά με την τεχνοτροπία την κρητική που γινότανε στο χέρι και τα λοιπά. Επίσης, η πρωτοβουλία που είχα να πάω στη Γερμανία, για να βρω από κει εργοστάσια, να βρω εργοστάσια που να 'ναι κατευθείαν, με βοήθησε πάρα πολύ για να έχω ένα εμπόρευμα πέρα απ' τις ελληνικές αγορές. Γιατί οι ελληνικές αγορές, η ελληνική αγορά τότε, δύο-τρεις εταιρείες ήτανε όλο κι όλο. Ήτανε η «Πειραϊκή-Πατραϊκή» που ήτανε στα λευκά είδη, η οποία ήταν φθίνουσα όμως, είχε φθίνουσα πορεία έχει ξεκινήσει... Και ήτανε και η «Vetlans Νάουσα», που ήταν στη Νάουσα και έβγαζαν τις κουβέρτες. Αυτοί προτιμούσαν τους παλιούς τους πελάτες και τα λοιπά, γιατί γνωρίζανε τους άλλους ανταγωνιστές μου. Αυτό μου έδωσε ευκαιρία να βρω εγώ καινούργια είδη σε καλές τιμές και τα λοιπά και έτσι μπόρεσα να ξεφύγω απ' τον ανταγωνισμό. Μια κάποια στιγμή, αυτά τα 'κανα με μαγαζί που το είχα με ενοίκιο. Είπα ότι για να μπορέσω να ξεφύγω λιγάκι από το τέτοιο του ενοικίου και τα λοιπά, τη στεναχώρια του ενοικίου, που κάθε τόσο ο ιδιοκτήτης ερχότανε και με κάποιες προφάσεις, πότε ήταν αληθινές, τις περισσότερες φορές ήταν για άλλους λόγους, σε ανέβαζε το ενοίκιο και το σκεφτόσουν ότι ένα μέρος των κερδών σου πήγαινε εκεί. Σκοπός μου ήταν να κάνω, να πάρω ένα δικό μου μαγαζί, λίγο παραπέρα από κει που ήμουνα, πιο μπροστά προς την πλατεία, δηλαδή. Ήταν ένα παλιό εμπορικό που πουλούσε διαφορά, οικιακά λεγόταν[00:20:00] τα είδη αυτά και τα λοιπά. Μεγάλης ηλικίας. Σταματήσανε. Και το πουλούσανε. Με τα λίγα χρήματα που 'χω αποταμιεύσει, γιατί τότε το πνεύμα της εποχής εκείνης ήταν η αποταμίευση, ο κόσμος, αυτός, ο καταστηματάρχης, ο έμπορας και τα λοιπά, ο μικροβιοτέχνης, αν κέρδιζε δέκα, τα εφτά, τα έξι, τα εφτά, τα οχτώ, τα ξόδευε για την οικογένειά του και γενικά... Τα δυο-τρία, όμως, τα έφτιαχνε, τα έβαζε στην άκρη για ώρες ανάγκης, γιατί είχαν περάσει, ήταν άνθρωποι ηλικίας που 'χαν περάσει πολύ δύσκολα χρόνια και από την Κατοχή και από πιο μπροστά και τα λοιπά. Έτσι, λοιπόν, με κείνες τις οικονομίες που έκανα και τα λοιπά, πήγα και στην κτηματική την τράπεζα –ο μοναδικός από τη Δράμα, την περιοχή–, οι οποίοι δίναν τέτοια δάνεια. Πήρα ένα δάνειο, πούλησα το αυτοκίνητο που είχα κάνει, τα μάζεψα και πήρα αυτό το μαγαζί, το οποίο ήθελε πάρα πολλή δουλειά, γιατί ήταν πολύ παλιά, παλιό κτίσμα... Και με βάση αυτό, μετά προχώρησα τη δουλειά μου, για τα επόμενα χρόνια, σε ένα άλλο επίπεδο, δικό μου μαγαζί, πλέον, ξέρω 'γω, το 'χα ανακαινίσει πλήρως μέσα... Και έφτασα να δουλεύω αυτό γύρω στα... Όταν το πήρα, όταν ξεκίνησα τη δουλειά αυτή, ήταν το 1963 και μέχρι το 1980, που είναι να βγω στη σύνταξη και τα λοιπά, το είχα ετοιμάσει για τα παιδιά μου.
Κύριε Παπαθανασίου, να σας επιστρέψω στην αρχή... Θέλετε να μου πείτε για... Κάτι περισσότερο για αυτά που θυμάστε για τη βουλγαρική κατοχή, για τις επιτάξεις, για τη σχέση σας με τους ανθρώπους, τους Βουλγάρους που ήρθαν...
Ήτανε, ήτανε πολύ δύσκολη εποχή. Αυτά τα χρόνια της βουλγαρικής κατοχής τα 'ζησα στην Αλιστράτη, σαν παιδί 4, 5, 6 ετών. Οι παραστάσεις, λοιπόν, και οι αναμνήσεις είναι σχετικά λίγες. Μόνο που θυμάμαι ένα γεγονός, που κάποια στιγμή ο πατέρας μου, με το κάρο του και με ένα άλογο, ψωραλέο, το θυμάμαι σαν και τώρα, πήγε στο άλλο χωριό, ήταν από ένα χωριό λίγο παραπέρα από τη Μυρίνη, από την Αλιστράτη, λεγόταν Μυρίνη. Πήγε για να πάρει λίγο σιτάρι, γιατί είχε αυτά τα χωράφια και αυτός είχε χωράφια. Και είχε δικαίωμα να πάρει μερίδιο, όπως λεγόταν τότε, απ' αυτόν που τα καλλιεργούσε, γιατί ο πατέρας μου ζούσε στην Αλιστράτη. Και θυμάμαι ότι σε κάποιο σημείο που είναι, που είναι, ακριβώς, κόμβος για να έρθεις στην Αλιστράτη και στη Δράμα απ' την περιοχή των Σερρών, υπήρχε μία φρουρά βουλγαρική. Και θυμάμαι που ο πατέρας μου, επειδή αυτοί οι φρουροί ήτανε με τα όπλα τους και τα λοιπά και σε κοιτάζαν τα χαρτιά και σε αφήναν να περάσεις, για να πας προς την περιοχή της Αλιστράτης και, ευρύτερα, της Δράμας, του νομού Δράμας, δηλαδή, ήταν κόμβος πραγματικά εκεί. Το μέρος αυτό λέγεται... Το ξέχασα. Ακόμα και τώρα φαίνεται, είναι, έτσι, κόμβος. Και θυμάμαι ο πατέρας μου έριξε ένα τσουβάλι πίσω στο κάρο και που ήρθε ο Βούλγαρος με το δίκοχο και με το όπλο, εφ' όπλου λόγχη ήταν, το σήκωσε, με τη λόγχη το σήκωσε το τσουβάλι και με είδε εμένα τρομαγμένο κάτω απ' το τσουβάλι... Το θυμάμαι σαν και τώρα, γιατί μου 'μεινε σαν εικόνα. Δεν είπε τίποτα, μας άφησε να περάσουμε. Αλλά μόνο η εικόνα που είδα ξαφνικά το Βούλγαρο, μου 'μεινε στη μνήμη χαρακτηριστικά, δηλαδή. Αυτό για την Βουλγαρία...
Από τον πατέρα σας, κάποια ανάμνηση;
Ο πατέρας μου, γενικότερα, εκείνη την εποχή, όχι. Απλώς έφτιαχνε τον αγρότη και εκείνος, αν και είχε λίγα χωράφια, πολύ λίγα χωράφια και προσπαθούσαν να περάσουν αυτό το πράγμα, γιατί πραγματικά περιμέναν την τέτοια, την απελευθέρωση, πραγματικά, δηλαδή, το περιμέναν.
Τη θυμάστε αυτή τη μέρα;
Το θυμάμαι σαν και τώρα, γιατί όταν 1944, ίσως και αρχές '45, όταν φύγαμε. Το θυμάμαι που κατεβήκαμε στην πλατεία της Αλιστράτης, με το μπαμπά, τη μαμά και μένα, και με 'βαλαν σε ένα αυτοκίνητο ενός Αλιστρατινού, Καρτάλης λεγότανε, ήταν ένα παλιό αυτοκίνητο που το είχαν αφήσει οι Εγγλέζοι, ξύλινο μάλιστα, το οποίο όταν σταματούσε σε κάθε περιοχή για να πάρει επιβάτες, με μανιβέλα ξεκινούσε πάλι από μπροστά. Το θυμάμαι γιατί με έβαλε ο Καρτάλης, επειδή είδε μικρό, 5 χρόνων, με έβαλε μπροστά, στη μπροστινή τη θέση, δίπλα, και τα 'βλεπα όλα. Με τη μανιβέλα που γυρίζανε, για να πάρει μπρος το αυτοκίνητο και τα λοιπά και να 'ρθούμε στη Δράμα. Στη Δράμα, μέχρι να 'ρθούμε στη Δράμα, σταματήσαμε σε πέντε-έξι σημεία, λεγότανε φόροι τότε, έτσι τους ονομάζαμε, ήταν σημεία ελέγχου, όμως, πάλι ψάχναν για ταυτότητες και επί ελληνικής εποχής, δηλαδή. Άλλο;
Από την εποχή του Εμφυλίου;
Ο Εμφύλιος ο πόλεμος, εμείς, μας βρήκε εδώ, απ' το '46-'49 που έγινε, μας βρήκε στη Δράμα, να 'χουμε μαγαζί στην οδό, στην πλατεία, τη Σκρα, είναι καταπληκτική πλατεία. Και τώρα υπάρχει έτσι όπως ήταν τότε με μαγαζιά γύρω-γύρω. Είχαμε το γωνιακό μαγαζί, σε μανάβικο, σε είδη φρούτων και τα λοιπά. Και επειδή είχαμε συγγενείς, επειδή ήμασταν η μάνα μου απέναντι απ' την Αλιστράτη και ο πατέρας μου από την Μυρίνη και απ' το Παγγαίο τη μεριά, γιατί είχαμε και στην Πρώτη συγγενείς και στη Βιτάστα –που τώρα λέγεται, εγώ το λέω με το παλιό όνομα, Βιτάστα, τώρα λέγεται Κρηνίδα– συγγενείς. Οι οποίοι οι άνθρωποι, όταν ερχόνταν, δεν μπορούσαν να παν στα ξενοδοχεία, δεν είχαν και τη δυνατότητα και τα λοιπά να 'ρθουν, ερχόταν στο σπίτι μας. Και υπήρχαν περιπτώσεις που, λέει, κάναμε στρωματσάδα δεκαπέντε με είκοσι άτομα. Να παν σε κανένα γιατρό, να κάνουν καμιά δουλειά, άλλοι που τους χρειαζότανε, ξέρω 'γω. Γέμιζε το σπίτι μας από τέτοιο κόσμο, από ανάγκη. Επίσης, πολλά απ' αυτά τα χωριά, όπως ήταν τα βόρεια χωριά, Σιδηρόνερο και Σκαλωτή, είχανε φύγει, τα 'χανε εγκαταλείψει και είχαν κατέβει στη Δράμα. Λόγω του εμφυλίου. Ήταν στα βουνά επάνω. Ο Εμφύλιος ήταν ένας πόλεμος τρομερός, χειρότερος και από την Κατοχή ακόμα, θα μπορούσα να πω, γιατί υπήρχε μίσος, υπήρχε μίσος μεταξύ, ξέρω 'γω, των δύο μερών. Υπήρχε μίσος μέχρι που αδέρφια με αδέρφια δεν μιλιόντουσαν ή, ακόμα χειρότερα, μπορούσαν και μέχρι και αυτοδικίες να φτάνουνε. Είχα τέτοιες περιπτώσεις απ' την περιοχή της Μυρίνης και τα λοιπά, που ο πατέρας μου είχε πρώτο ξάδερφο... Όταν τον πατέρα με το 1949, το 1948, έγινε επιστράτευση, τον καλέσανε πάλι και φύλαγε σε μία γέφυρα στην περιοχή του Στρυμόνα, στην περιοχή κάτω του Νομού Σερρών. Εκεί, απ' την απέναντι πλευρά, ήτανε τα Κερδύλια, που υπήρχε ο Δημοκρατικός Στρατός, όπως λέγανε, ή τους αντάρτες, όπως τους ονομάζαμε γενικότερα. Και ένα βράδυ –το είδα αργότερα αυτό και σε ταινία που θα το διηγηθώ, το είδα και σε μια ταινία του Βούλγαρη, μετά από πολλά χρόνια που το επανέλαβε– θυμάμαι ένα βράδυ, μου διηγήθηκε ο πατέρας μου, ο πρώτος του ξάδερφος, ο Βαγγέλης, Ευάγγελης όπως τον λέγαν τοπικά, και ήταν και δάσκαλος, με ένα χωνί τον φώναξε: «Νικολάκη», έτσι λέγαν, στο χωριό τους χώριζε ένας λάκκος, τα σπίτια τους, δηλαδή. «Νικολάκη, τι κάνει η γιαγιά, βρε, τι κάνει η θεία, η τέτοια» και τα λοιπά... «Τι κάνει, βρε αγόρι μου, τι κάνει; Πού; Τι κάνεις;», ξέρω 'γω και τα λοιπά. Ο πατέρας μου δεν ήξερε τι να απαντήσει. Είναι απ' τη μεριά της μιας της γέφυρας και αυτό ακούγεται απ' την απέναντι μεριά. Αλλά ήτανε πολύ τέτοιο, πολύ δραματικό, δεν τον απάντησε, αλλά για να καταλάβουμε πόσο φτάνανε τα ακραία τα πράγματα, με αυτή την έννοια. Ο πρώτος του ξάδερφος, ο πιο μορφωμένος του χωριού, ο Ευάγγελης, απ' τη μεριά του Δημοκρατικού, όπως λεγότανε, Στρατού, ο πατέρας μου από δω, του Ελληνικού Στρατού, να φυλάει τη γέφυρα, ο ένας από τη μια μεριά και άλλος απ' την άλλη τη μεριά. Το είδα αυτό μετά από πολλά χρόνια, σαν ταινία...
Ψυχή Βαθιά...
Και στην Ψυχή Βαθιά, αλλά και σε ένα, σε μια άλλη ταινία... Ποιανού ήτανε; Στον κινηματογράφο της Αθήνας, στο «Αττικόν», εκείνο που κάηκε, που κάηκε ο κινηματογράφος, οι δύο, «Απόλλων» και «Αττικόν» νομίζω που ήτανε, στη Σταδίου εκεί, είδα μια ταινία του Αγγελόπουλου, που έχει ένα τέτοιο γεγονός, ακριβώς. Δύο αδέλφια, ο ένας απ' τη μια μεριά του ποταμού και ο άλλος απ' την άλλη μεριά του ποταμού, σαν σκηνή τη θυμάμαι. Έκλαψα, γιατί ήμουν βραδινή παράσταση και κάποιοι φοιτητές που ήταν, που παρακολουθούσαν, δεν ήταν και πολλοί, βράδυ αργά ήτανε, θυμάμαι που ήρθαν και με ρωτούσαν: «Τι έχεις, γιατί κλαις;». Θυμήθηκα την περίπτωση του πρώτου ξαδέρφου μου, του πατέρα μου και τα λοιπά, ακριβώς το ίδιο γεγονός με την τέτοια του Αγγελόπουλου... Πώς λεγότανε η ταινία του...
Ο Θίασος ήτανε; Ο Θίασος μήπως ήτανε;
Όχι, όχι. Τον Θίασο τον έζησα με άλλο τρόπο. Τον Θίασο τον έζησα με... Υπήρχε μια παλιά καπναποθήκη στη Δράμα, απέναντι απ' το Μητροπολιτικό το Μέγαρο, το νυν, το οποίο ήταν, παλιά, καπνά στοιβάζανε, καπναποθήκη, βάζαν τις τόγκες, ερχόταν το 1947, '48, '49, ένας θίασος από κάτω, ο θίασος... Επιθεώρηση ήτανε. Αυτή τη στιγμή μου διαφεύγει το όνο[00:30:00]μά του τέτοιου, του θιασάρχη, που ερχόταν για πολλά χρόνια και πήγαινε ο πατέρας και η μητέρα μου, με έπαιρναν και εμένα μικρό παιδί, και θυμάμαι ανέβαινα στις καρέκλες για να μπορώ να δω, γιατί οι καρέκλες, ψάθινες, ίσες ήτανε και θυμάμαι που το 'βλεπα. Εκεί, αυτό μου θύμισε αργότερα, όταν είδα την ταινία του Αγγελόπουλου, ο Θίασος, μου θύμισε πολλά από αυτούς τους ανθρώπους, τους μπουλουκτσήδες, μπουλούκια, στην κυριολεξία, πώς ζούσανε... Και, μάλιστα, την μια χρονιά, θυμάμαι, που είχα ακούσει και τον Οικονομίδη, τον τότε τον κονφερανσιέ, αργότερα κονφερανσιέ, που είχε βγει μαζί με τον... Χθες τον θυμόμουν και το διηγούμουν, να πάρει η ευχή. Και το ξέχασα το όνομα του τέτοιου, του θιασάρχη, γιατί ερχόταν κάθε φορά αυτός το χειμώνα.
Άρα ήσασταν 8 χρόνων όταν πήραν τον πατέρα σας στον πόλεμο...
8-9 χρόνων.
Πώς ήτανε στο σπίτι τότε η κατάσταση;
Η κατάσταση ήταν πολύ χάλια, εντάξει, δεν χρειάζεται να πούμε τα σπίτια της εποχής εκείνης που ζούσαμε. Όταν έβρεχε, έπρεπε να βάλουμε κουβάδες πάνω απ' τα κρεβάτια μας, να κουκουλωθούμε, γιατί απ' τα κεραμίδια στάζανε... Παλιά σπίτια. Όσο δεν είχαμε δικά τους, όσοι παλιοί Δραμινοί δεν είχαν δικά τους και τα λοιπά, που και εμείς δεν είχαμε, βάζαμε κουβάδες και τα λοιπά... Η Κατοχή, ο Εμφύλιος, πολύ φτωχικά τα πράγματα, πολύ λίγα. Αν είχαμε να φορέσουμε παπούτσια, θεωρούμασταν τυχεροί. Και τα λοιπά. Αν κάναμε τα Χριστούγεννα, αν αλλάζαμε τις σόλες, θεωρούμασταν οι πλούσιοι, αν αλλάζαμε τα παπούτσια, τις σόλες, δηλαδή, και τα λοιπά. Τόσο δύσκολα ήταν τα χρόνια εκείνα.
Μετά, σιγά-σιγά, το είπα, το εξήγησα πιο μπροστά, ότι η έξοδος των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία απ' τη μια μεριά αποδυνάμωσε την περιοχή της Δράμας, γιατί από 100.000 πληθυσμό που ήμαστε, φτάσαμε να 'μαστε 55.000. Όλα τα νέα παιδιά, αυτά που ήταν ικανά να δουλέψουν, φύγανε. Έπεσε πολύ η αγροτική περιοχή εδώ, παραγωγή. Αλλά απ' την άλλη μεριά, τη δεκαετία του 1960 και αργότερα το '70, άρχισαν, αυτά που μαζέψαν οι άνθρωποι, να τα φέρνουν πίσω κατά κάποιο τρόπο, αυτά.
Στήριξαν το εμπόριο...
Και στηρίξανε το εμπόριο. Άρχισε η Δράμα να έχει, τέτοια, αντιπαροχές, το φαινόμενο αυτό, το γνωστό, και τα λοιπά. Παίρνανε οι άνθρωποι, το 'χανε τέτοιο, από το χωριό τους, να 'ρθουν στη Δράμα, να έχουν ένα διαμέρισμα, όταν θα γυρίσουν από τη Γερμανία και τα λοιπά.
Αλλά η οικονομία της περιοχής–
Αλλά αυτό μας βοήθησε και εμάς τους εμπόρους, γιατί εγώ αυτή την εποχή έζησα, την εποχή του '70 και του '80, στα δικά μου τα είδη και με τον τρόπο που σου είπα, που το είχα, έτσι, που το 'χα κάνει το μαγαζί, μ' έδωσε μεγάλη ώθηση η δεκαετία του '80, βασικά. Και του '70, αλλά του '80 ακόμα πιο από κει. Όταν άρχισαν, λόγω της τέτοιας, λόγω του Ανδρέα Παπανδρέου, των μεσογειακών προγραμμάτων και τα λοιπά, να 'ρχονται χρήματα άφθονα, στους αγρότες κατά βάση, οι οποίοι τα ξοδεύανε στην Δράμα μέσα, για τους δικούς τους λόγους. Τότε ήταν η χρυσή εποχή, δηλαδή, και τα λοιπά, του εμπορίου για τη Δράμα, που είχε γεμίσει μαγαζιά, δεν έβρισκες ελεύθερο μαγαζί και, μάλιστα, αν ήθελες κανένα μαγαζί, έδινες τον λεγόμενο, την άυλη αξία, τον αέρα, που λέμε, ξέρω 'γω. Δηλαδή, έδωνες κάτι σ' αυτόν που ήταν μέσα, για να βγει. Το κάτι ήταν σημαντικό, σε πολλές περιπτώσεις, αν το μαγαζί ήταν πολύ καλό, δηλαδή, και τα λοιπά.
Αλλά το '40 και το '50 η οικονομία της περιοχής στηριζόταν, ήταν αγροτική;
Το '40, η δεκαετία του '40, ήτανε η χειρότερη εποχή, καθαρά αγροτική, μόνο με αγροτικές δουλειές και μόνο αυτοί που ήταν στα χωριά τους. Εδώ περνούσαμε πολύ δύσκολα στις πόλεις, περνούσαμε, πάρα πολύ δύσκολα. Ήταν, όμως... Περνούσαν αυτοί που είχαν την εμπειρία, γιατί ήταν, οι περισσότεροι απ' τους Δραμινούς, ήτανε πρόσφυγες, πρόσφυγες απ' την περιοχή της Ανατολικής Θράκης, απ' την περιοχή της Σμύρνης, απ' την περιοχή, κάτω, της Καππαδοκίας... Γεμάτο ήταν... Τους Ποντίους και τα λοιπά. Ήτανε πρόσφυγες, οι οποίοι ήτανε συνηθισμένοι, κατά κάποιο τρόπο, στις δυσκολίες της ζωής. Και ήτανε γεμάτο, τέτοιο, επαγγέλματα μικρά, μικρά επαγγέλματα, που τώρα έχουν όλα εξαφανιστεί, δηλαδή, και τα λοιπά. Ραφτάδες γεμάτο τότε. Τους έραβαν το ρούχο, έπαιρνες το ύφασμα και σου το ράβανε. Παντοπωλεία μικρά, σε κάθε γειτονιά και ένα μικρό παντοπωλείο, που τώρα γίναν σουπερμάρκετ. Λευκοσιδηρουργεία για να κάνουνε τα τέτοια, τα σκεύη που χρειαζόταν οι νοικοκυρές στα σπίτια, να τα πουλήσουν, να τα γανώσουν, να τα κάνουν και τα λοιπά. Επιπλοξυλουργεία μικρά να σου κάνει κανένα μικρό έπιπλο, καμιά ντουλαπίτσα, κάνα τέτοιο. Καλάθια για να κάνουν για τους αγρότες, για να βάζουν μέσα τα καπνά τους και τα τέτοια τους και τα λοιπά. Μικρά επαγγέλματα, πολύ μικρά, που τα είχαν κουβαλήσει αυτοί σαν εμπειρία απ' τις χαμένες πατρίδες... Γεμάτο, γεμάτο. Τα οποία, τη δεκαετία σιγά-σιγά, ήρθε κάποια εποχή, λόγω της Γερμανίας, που άρχισαν ένας-ένας να το κλείνουνε, να φεύγουν για πάνω. Να κλείνουνε, ο καθένας το μαγαζί του, να φεύγουν. Και ήρθανε τότε οι περίφημες μπουτίκ, που ήταν τα ρούχα τα εισαγόμενα... Και ήταν η μόδα της εποχής εκείνης, πουλούσανε κάποια χωράφια, παίρναν απ' τον πατέρα τους κάνα χρήμα, για να κάνουνε τη Δράμα μπουτίκ, έτοιμα ρούχα και τα λοιπά εισαγωγής και τα λοιπά. Σαν εμπόριο, η Δράμα, αν κάπως, ας πούμε, ορθοπόδησε και πολύ κιόλας, ήταν η δεκαετία του '80, γιατί τότε πολλά χρήματα έπεσαν στους αγρότες, οι οποίοι ήτανε οι κατεξοχήν πελάτες μας, ξέρω 'γω.
Είχε, όμως, η Δράμα ανεπτυγμένο εμπόριο;
Αν το συγκρίνω με τώρα, είχε. Αν το συγκρίνω με τώρα, είχε και τα λοιπά. Είχε, γιατί οι πρόσφυγες που είχαν έρθει και είχαν μεγαλώσει κάπου στην περιοχή της Δράμας και είχανε και δικά τους μαγαζιά –κάποιοι είχαν αποκτήσει και δικά τους μαγαζιά– ήτανε παλιά σινάφια, όπως λεγόταν και τα λοιπά, άνθρωποι έμπειροι, σωστοί, με αποταμίευση και τα λοιπά. Υπήρχανε καλοί έμποροι, υπήρχε πνεύμα εμπορικό, δηλαδή. Δεν υπάρχει τώρα αυτό το πνεύμα, το τ' αρπάζω. Υπήρχε τότε να έχω ένα μαγαζί, να ζω, να βάζω λίγα στην άκρη για τις δύσκολες στιγμές και τα λοιπά. Και ήτανε πιο συμμαζεμένα τα πράγματα. Αυτή η λεγόμενη αμερικανιά περισσότερο φάνηκε τη δεκαετία του '90, δεκαετία του '90 και εντεύθεν και τα λοιπά. Τότε πια, με τις κάρτες, τις περίφημες κάρτες... Ερχόνταν στο μαγαζί και μ' εβγάζαν, δεν ξέραν ποια κάρτα να βγάλουν... Στο πορτοφόλι τους, δέκα κάρτες στη σειρά ήτανε. Έβγαζε τη μία, αυτή δεν είχε. Πήγαινε στην άλλη, πήγαινε στην άλλη. Αυτή η δεκαετία του καταναλωτισμού, του ξέφρενου καταναλωτισμού, ήταν δεκαετία κατεξοχήν του '90 και πιο αργότερα. Μέχρι που φτάσαμε σε αυτά που φτάσαμε και τα λοιπά. Να χρωστάμε σε όλο τον κόσμο, να 'μαστε παράδειγμα προς αποφυγήν σε όλον τον κόσμο και τα λοιπά, με το χρέος το τεράστιο, το οποίο δεν ξέρουν πώς θα το βγάλουμε απ' την πλάτη μας.
Θέλω να σας ρωτήσω για τα πρώτα σας επιχειρηματικά βήματα... Μου είχατε πει–
Αν θέλετε να πω κάτι, αν θέλετε κάτι να πω, που το 'χα στο μυαλό μου, πώς θα 'ταν η Δράμα, πώς ήταν η Δράμα τη δεκαετία του '50, γιατί έχω μερικές ενστάσεις του πώς εξελίχθηκε, και πολλές βέβαια, ιδιαίτερα με την αντιπαροχή, που δεν προβλέπαν ούτε τους δρόμους, ούτε τίποτα, ούτε πολεοδομικό σχέδιο, ούτε τίποτε παίρναν... Χτίζαν, παίρναν, χτίζαν και πουλούσαν και τα λοιπά... Που η Δράμα, τη δεκαετία, τις αρχές της δεκαετίας του '40 και του '50, που τη θυμάμαι, ήτανε μια όμορφη πόλη. Είχε, καταρχήν, ένα κήπο, ο οποίος υπάρχει και τώρα και στον οποίο γίνεται η γιορτή αυτή, η περίφημη, που ξεκίνησε από τη Δράμα... Πώς λέγεται; Που κάνουμε τα Χριστούγεννα...
Η Ονειρούπολη;
Ονειρούπολη. Εκεί. Αυτός ο πνεύμονας του πράσινου και του νερού που είναι στην καρδιά της πόλης, στην πόλη και τα λοιπά... Και τότε ήταν πνεύμονας, στη δική μου εποχή, στις αρχές της δεκαετίας του '50, '50-'51. Είχε τρεις πισίνες μέσα στον κήπο αυτόν, οι οποίες είχαν με τρεχούμενο νερό, το οποίο υπάρχει και τώρα. Τις είχαν κάνει οι Βούλγαροι, αυτοί, και τα λοιπά, με την τέτοια, με καταναγκαστική εργασία Ελλήνων, όμως. Έτσι. Ήτανε τρεις πισίνες, πρώτα μία μικρή για να μπαίνεις μέσα και είχε 40-50 πόντους νερό, να μάθεις να κολυμπάς, όταν είσαι μικρός. Πήγαινες στη δεύτερη, που ήταν συνεχόμενη, μαζί, εν σειρά ήταν αυτά. Πήγαινες στη δεύτερη, στην οποία έπεφτε το νερό, που υπάρχει και τώρα και τρέχει και τώρα από ρυάκι που το βλέπεις και τα λοιπά. Όχι από ρυάκι, από ποταμάκι μάλλον και τα λοιπά. Που ήταν πιο καθαρή και πιο κρύα, γιατί έπεφτε το νερό. Και ήταν λίγο πιο πέρα μία μεγάλη πισίνα, κατέληγε σε μία μεγάλη πισίνα, που ήταν το νερό πιο ζεστό και τα λοιπά. Και στην οποία, μέσα, ήταν και μία βάρκα, μάλιστα, που την είχε κάποιος Ζήσης, με μια τραγιάσκα ναυτικού, το θυμάμαι σαν και τώρα. Ήταν γραφικότατη, γραφικότατη και τα λοιπά. Σαββατοκύριακα έβλεπες ανθρώπους, ζευγαράκια, αρραβωνιασμένους να παίρνουν τη βάρκα και να κωπηλατούνε μέσα. Ήταν ένα πράγμα απίστευτο σαν εικόνα, σε γαλήνευε μόνο που το 'βλεπες αυτό εδώ. Και δεν ξέρω, δεν θυμάμαι, ποιος δήμαρχος κάποια στιγμή... Και πιο μπροστά απ' αυτές, υπή[00:40:00]ρχανε δύο λαχαναγορές, δύο αγορές. Αγορές πάλι που τις είχαν κάνει οι Βούλγαροι. Ήτανε στον κήπο, στην άκρη, μπροστά. Η μία ήταν κρεαταγορά και η άλλη ήτανε λαχαναγορά, οι οποίες επικοινωνούσαν και μεταξύ τους με μια στοά. Μεγάλα κτίρια, ψηλά, με μέσα πίδακες νερού που τρέχανε ελεύθερα, πίδακες νερού, σιντριβάνια, δύο σιντριβάνια η μία, και δύο σιντριβάνια η άλλη... Τα χρειαζόταν τα νερά και οι μεν και οι δε. Και οι κρεοπώλες και οι τέτοια. Με πάγκους μαρμάρινους, ωραίους, ξέρω 'γω και τα λοιπά. Που δεν ξέρω για ποιο λόγο κάποιος είχε την έμπνευση, κάποια στιγμή– Όταν λέμε που φύγανε οι Έλληνες, που φύγαν στη Γερμανία και άδειασε η Δράμα και ο νομός Δράμας, πραγματικά, τα επαγγέλματα αυτά είχανε χάσει πάρα πολύ, δηλαδή, γιατί άρχισαν τα άλλα. Και με αυτήν την τέτοια, τα γκρέμισε κάποιος δήμαρχος και, κατά τη γνώμη μου, αν τα κρατούσαν αυτά, θα ήταν στολίδι για τη Δράμα. Όταν λέμε στολίδι, στην κυριολεξία. Γιατί, κάποια εποχή, πήγα στην Κρήτη για τα υφαντά της Καστρινογιάννη και ένας φίλος με πήγε να μου δείξει μια αγορά χανιώτικη που ήταν το μισό της δικής μας. Και αξιοθέατο, δηλαδή, μου λέει: «Έλα να σου δείξω την αγορά». Που δεν είχε καμιά σχέση με αυτήν εδώ τη δική μας. Και αργότερα, τη δεκαετία του '80, όταν ήμουν υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος, θυμάμαι που ψάχναμε μέρος στη Δράμα, για να κάνουμε καινούργια δημοτική, να κάνουμε δημοτική αγορά. Γιατί οι δρόμοι της Δράμας δεν είναι πολύ μεγάλοι, δεν έχουν μεγάλη έκταση για να βρεις κάποια, να γίνει ένας εμπορικός δρόμος, με καλά καταστήματα, καινούργια, ξέρω 'γω και τα λοιπά. Και το είχα προτείνει, τότε, στο Σωκράτη τον Δημητριάδη, θυμάμαι, να κάνουμε αυτόν, την αγορά αυτή, αν μπορούμε, να την ανακατασκευάσουμε, να τις ανακατασκευάσουμε σε εκείνο το μέρος. Αφού είναι και τώρα, κόβεις μερικά δέντρα, ξέρω 'γω, όπως έχει τώρα δέντρα, για να κάνουμε τις αγορές. Όπως και η αξιοποίηση της Αγίας Βαρβάρας, τώρα να μην το αναφέρω, ένα γεγονός που ήταν με δική μου πρωτοβουλία, με δική μου ιδέα, δηλαδή, και τα λοιπά. Για όταν πήγαμε να μιλήσουμε σαν υποψήφιοι εκεί, στην Αγία Βαρβάρα, κατέβηκε κάποιος από πάνω, από εκεί, από τη γειτονιά, γιατί μαζευόμασταν και τους λέγαμε τι θα κάνουμε... Ήταν το '84 αυτό.
Ήταν οι υπόνομοι εκεί...
Θα σου πω τώρα. Εκεί ακριβώς ήταν οι υπόνομοι και μύριζαν και τα λοιπά. Ένας Βαδράτσικας, παλιός έμπορος, παραδοσιακός της Δράμας, Βαδράτσικας, ο Σίμος, που ζει και τώρα και είναι 95 χρόνων, ξαφνικά κατεβαίνει απ' το πλακόστρωτο της Αγίας Σοφίας, έρχεται κοντά μου, επειδή με γνώριζε. Μου λέει: «Κώστα, εδώ, όσοι κι να πείτε, αν δεν κάνετε αυτό...». Λέω: «Ποιο, ρε Σωτήρη;». Μου λέει: «Να βγάλετε τους υπονόμους, να καθαρίσετε την Αγία Βαρβάρα, είναι κρίμα», λέει. Γιατί ευκολία ήτανε, οι υπόνομοι πέφταν εκεί μέσα και μύριζε όλη η περιοχή, δε μπορούμε να σταθούμε το βράδυ. Το είπα στο Δημητριάδη τον Σωκράτη, όταν μαζευτήκαμε μετά, για να κάνουμε έναν απολογισμό της δουλειάς μας, τέτοια, της προδημοτικής τέτοιας, συζήτησης... Μου λέει: «Πού θα βρούμε τα λεφτά, ρε Κώστα;». Λέω: «Έχω διαβάσει στην εφημερίδα», τότε, θυμάμαι, «ένας καθηγητής Φατούρος», που ήταν καθηγητής Αρχιτεκτονικής στη Θεσσαλονίκη, στο πανεπιστήμιο, «είχε πάρει τους φοιτητές του», λέω, «ρε Σωκράτη, και πήγε στη Φλώρινα», νομίζω, «ή στη Νάουσα και έκανε τέτοιο. Και τους βοήθησε». Λέει: «Λεφτά μετά πού θα βρούμε;». Λέω: «Υπάρχουν τα Μεσογειακά Προγράμματα, ρε, κάποιον θα βάλουμε, θα βρούμε». Λέει: «Για να το δούμε». Τον πήρε τηλέφωνο, πραγματικά σε κανένα μήνα ήρθε ο Φατούρος, ανέλαβε την τέτοια, την μελέτη της Αγίας Βαρβάρας. Και πάνω στην πορεία, μετά από κανένα, μερικούς μήνες, βρήκαμε κάτι προγράμματα, βρέθηκαν κάτι προγράμματα από την ΕΟΚ και ήρθαν και κάναμε τότε την περιοχή που έρχονται και τη θαυμάζουν και τη χαίρονται και τα λοιπά. Σαν ιδέα, σαν ιδέα, δηλαδή, δική μου, γιατί μετά την υλοποίησαν άλλοι.
Και οι λαϊκές αγορές;
Οι λαϊκές αγορές γίνονται σε ένα αμφιλεγόμενο μέρος, που είναι μέσα στην πόλη ακριβώς, με όλα τα καλά και τα κακά. Τα καλά μεν, βοηθάει τον κόσμο, ναι, σωστά. Αλλά, επειδή είναι κατοικημένες περιοχές, έχουν όλα τα μειονεκτήματα μιας λαϊκής αγοράς, με τα κατάλοιπα που αφήνει, του κόσμου του πολύ, την κίνηση την τρομερή... Και τώρα τελευταία, υπάρχει μία ιδέα να μεταφερθεί, όπως μεταφέρθηκε ήδη σε μια περιοχή εκτός έδρας, εκτός, στην άκρη της Δράμας. Και υπάρχει, όμως, η διχογνωμία μεταξύ των μικροπωλητών, οι μεν θέλουν την καινούργια περιοχή που είναι ωραιότατη και τα λοιπά, μπορείς να αναπτύξεις ελεύθερα με καθαριότητες, με τα πάντα. Αλλά προτιμούν αυτή, γιατί ενδεχόμενα είναι μες την αγορά της Δράμας και επωφελούνται τα εμπορικά που είναι ακόμη δίπλα, επωφελούνται τα εμπορικά τα καταστήματα, τα οποία έχουν το δικαίωμα, επειδή είναι εκεί μπροστά, να βγάζουν και αυτοί τις τέτοιες...
Θέλετε να μου πείτε για τους κινηματογράφους της Δράμας;
Ήτανε μια... Οι κινηματογράφοι της Δράμας ήτανε κάτι το οποίο στη μνήμη μας είχε μείνει εμάς, γιατί τότε η ψυχαγωγία μας ήτανε οι κινηματογράφοι. Δεν είχε τίποτα άλλο και τα λοιπά. Κανένα θέατρο, αυτό που σ' ανέφερα πιο μπροστά, Φώτη, το οποίο ερχόταν το χειμώνα και έφτιαχνε καμιά δεκαριά παραστάσεις... Κινηματογράφοι. Ένας κινηματογράφος απ' αυτούς ήταν καταπληκτικός. Το «Αττικόν» των αδελφών Ιωάννου. Ήταν στο κέντρο της πόλης, αμερικανικού τύπου κινηματογράφος, με ωραία είσοδο, μεγάλη είσοδο, φουαγιέ μεγάλο για να καθίσεις πιο μπροστά, να περιμένεις την ταινία να τελειώσει. Δεξιά μια μπάρα αμερικάνικου στυλ, που μου θύμιζε τα καουμπόικα έργα που βλέπαμε τη δεκαετία του '50. Μεγάλη αίθουσα, μεγάλες αίθουσες και πάνω και γαλαρία, επάνω, πολύ ωραία και τα λοιπά. Ο οποίος έδωσε ζωή στη Δράμα πάρα πολύ, έδινε για πολλά χρόνια. Ήταν, αυτοί οι αδερφοί Ιωάννου ήταν κάτι, που ήτανε προοδευτικά πνεύματα και τα λοιπά. Ήταν καταπληκτικός, χαιρόσουν να πας, δηλαδή. Ήταν και μόνη μας διέξοδος. Βέβαια, με τις ταινίες, τότε, της εποχής εκείνης, που ξεκίνησαν με τον ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του '50, που ήτανε πρωτόλειος κινηματογράφος, στις αρχές του, δηλαδή, με κάποιες ταινίες ελληνικές που έχουν σχέση με το συναίσθημα της αγάπης, τέτοιες, αυτοκτονίες, ξέρω 'γω, και τα λοιπά. Αλλά συμπληρώθηκαν, μετά, με τον ινδικό κινηματογράφο. Ερχόταν ταινίες ινδικές. Τότε είχε ανθίσει ο ινδικός κινηματογράφος και ο τούρκικος και ο αιγυπτιακός. Τα ξέχασα τα ονόματα, τώρα, αν σκαλίσω τη μνήμη μου, θα θυμηθώ και τα ονόματα... Θυμάμαι μια Nargis, νομίζω, πρέπει να 'τανε, αν δεν κάνω λάθος, ινδικής καταγωγής, και οι ταινίες ινδικές. Μαζεύονταν πάρα πολύς κόσμος. Μετά, βέβαια, ανέλαβε η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η οποία τα ισοπέδωσε όλα και τα λοιπά. Οι ταινίες της, η μία μετά από την άλλη, οι γνωστές οι ταινίες, που οι κινηματογράφοι βουίζανε, γεμίζανε. Καρέζη, Βουγιουκλάκη, αυτό, ιδιαίτερα η Βουγιουκλάκη, με Υπολοχαγό Νατάσα, θυμάμαι, είχε γεμίσει ο δρόμος απέναντι απ' το μαγαζί μου το ένα, που ήταν ο «Ορφέας», ο κινηματογράφος. Σ' ανέφερα τον κινηματογράφο το «Αττικόν», γιατί υπήρχε και πιο επάνω τα «Ολύμπια», τα οποία χρησιμοποιούνται και τώρα για το Φεστιβάλ ταινιών. Και κει. Αλλά το «Αττικόν» έφερνε καταπληκτικές ταινίες. Καταπληκτικές ταινίες. Πολύ ωραίες. Ο πρώτος που τις έπαιρνε, όταν ερχόνταν στην Ελλάδα, γιατί γινότανε διακίνηση, ως τέτοιες, ήτανε το «Αττικόν», τις έφερνε. Με τον νεορεαλιστικό κινηματογράφο, τον ιταλικό, με Rossellini μέσα, De Sica μέσα... Δεν μου 'ρχονται τώρα, αν ήμουν προετοιμασμένος, θα θυμόμουν και όλους-όλους τους κινηματογραφιστές που έβλεπα τότε του νεορεαλιστικού κινηματογράφου της εποχής, που ήταν καταπληκτικές. Κλέφτης των ποδηλάτων, θυμάμαι... Πώς λεγόταν η άλλη με το Raf Vallone; Claudia Cardinale, Gina Lollobrigida, οι πρώτες, ξέρω 'γω, και τα λοιπά.
Πόσοι οι κινηματογράφοι υπήρχαν στη Δράμα;
Σου ανέφερα το «Αττικόν», σου ανέφερα τα «Ολύμπια»... Μετά, υπήρχανε χειμερινοί... Θερινοί υπήρχανε που ανοίγανε, ένας «Έσπερος», που ήταν στην πλατεία απέναντι, απέναντι απ' το «Ξενία», ο «Έσπερος». Υπήρχε και το «Ελλάς», που ήταν απέναντι απ' το Μητροπολιτικό το Μέγαρο... Και ένας πιο επάνω, απέναντι από το γήπεδο της Δόξας, που ξέχασα το όνομά του, γιατί λειτουργούσε μόνο τα καλοκαίρια για λίγο καιρό και τα λοιπά. Αλλά ο κινηματογράφος που κατεξοχήν μας θυμίζει είναι το «Αττικόν», το χειμερινό και ο «Ορφέας», ο θερινός. Τον είχαν κάνει οι αδελφοί Ιωάννου, ψηλά, ψηλά από το «Αττικόν», απ' την πίσω πλευρά, το «Αττικόν», ψηλά, και έβλεπες όλη τη Δράμα, είχαν βάλει λουλούδια, θυμάμαι, παρτέρια και είχε... Θυμάμαι μια ταινία με τον Mario Lanza, έναν Ιταλό τενόρο, το Cavalleria Rusticana, το θυμάμαι σαν και τώρα, πολλά, πολλά χρόνια έχει... Που καθόμουν εκεί δίπλα, με τα λουλούδια, που μύριζαν οι πανσέδες, τέτοια ήτανε. Και καθόμουν και έβλεπα αυτή την ταινία, γιατί αυτή μου έμεινε στη μνήμη, βέβαια και πολλές άλλες ταινίες... Χαιρόσουν να πας μόνο και μόνο για το περιβάλλον, να πάω επάνω να ξεσκάσω λιγάκι με λίγα σπόρια στο χέρι και κανένα στραγάλι και κανένα φυστίκι... Για να... Είχε καλούς κινηματογράφους.
Τα «Αστέρια»;
Τα «Αστέρια» ήταν η κατοπινή εποχή, δηλαδή. Η κατοπινή[00:50:00] εποχή, η οποία, και αυτό, ήταν την εποχή πάλι που ο κινηματογράφος ανθούσε, δηλαδή. Και, μάλιστα, θυμάμαι ότι ήμουν απ' τους συντελεστές που ξεκίνησε το Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας. Γιατί; Το 1977 εγώ και μερικοί φίλοι μου κάναμε την κινηματογραφική λέσχη, το 1977. Την κινηματογραφική λέσχη στο «Αττικόν». Την Τρίτη το βράδυ νοικιάζαμε το κινηματογράφο και όσοι πιστοί για να δούμε κάποια άλλη ταινία, πέρα από τις εμπορικές, δηλαδή, πηγαίναμε. Βέβαια, αργότερα το ανέλαβαν κάποιοι άλλοι, πολύ πιο άξιοι, που τρέξαν πάρα πολύ, και την κάναν την κινηματογραφική λέσχη, την εξελίξανε και έγινε το Φεστιβάλ μικρού μήκους. Τον Γεωργόπουλο θυμάμαι, τον τέτοιον, που ήταν ένα παιδί που συγχωρέθηκε. Ο Χρυσανθόπουλος ο Χρύσανθος, ο Τάκης ο δάσκαλος, ο... Πώς τον λένε; Τον ξέχασα τώρα. Ζει, βέβαια. Αυτοί, αυτούς που μου έρχονται τώρα πρόχειρα στη μνήμη, δηλαδή, απ' αυτούς που ξεκινήσανε αυτή την περιπέτεια, η οποία κατέληξε στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους και τα λοιπά.
Και οι αδερφοί Ιωάννου ήτανε και έμποροι...
Έμποροι υφασμάτων. Στην παλιά αγορά της Δράμας, τα εμπορικά καταστήματα ήταν κοντά, πολύ κοντά, υφάσματα γυναικεία και τα λοιπά, για να πάρουν οι γυναίκες, να παν στις μοδίστρες της γειτονιάς τους ή του χωριού τους, να τους ράψουνε το ρούχο. Και ήταν μια πολύ... Η αδερφή μου επί παραδείγματι, που ήταν μικρότερη από μένα, ήτανε μοδίστρα. Και ερχόταν πολλοί απ' τα χωριά τα δικά μας, έπαιρναν μέτρα στο... Και ένας άλλος ήτανε πάλι, Ντινάκης λεγότανε, και αυτός πολύ γνωστός, έφτιαχνε τη δουλειά, για αυτό μου ήρθε τώρα στο μυαλό. Πουλούσε υφάσματα, τα 'παιρνε η αδερφή μου, τα 'ραβε ταγιέρ, μαντό, που συνηθιζόταν τότε και λοιπά. Υπήρχανε σε όλη την παλιά αγορά της Δράμας, η οποία τώρα έγινε καφέ, γέμισε καφέ, ήταν εμπορικά καταστήματα τέτοια.
Ο εμπορικός δρόμος ήταν αυτός;
Αυτό είναι η Βενιζέλου απ' την αριστερά και απ' τη δεξιά πλευρά. Δεξιά και αριστερά της Βενιζέλου, η κατεξοχήν ήταν. Γιατί η καινούργια αγορά της Δράμας θεωρείται η οδός Παπανδρέου, που είναι από μένα, απ' το μαγαζί, ίσα επάνω προς τους στρατώνες που πηγαίνουμε. Εκείνη θεωρείται η καινούργια, που δεν υπήρχε τότε. Γκρεμιστήκανε και την κάνανε. Αλλά κατεξοχήν αγορά με τέτοια, αυτά τα είδη, τα έτοιμα και τα λοιπά, με υφασματάδικα και με ρουχάδικα και με ραφτάδες και με ραφτούδες και άλλα, κουμπιά, κουμπιά... Τι δεν είχε και τα λοιπά. Ήταν εκεί. Επαγγελματίες, αλλά ωραία αγορά, ωραία αγορά, δηλαδή και τα λοιπά. Σιγά-σιγά σβήσανε, γιατί τα αντικατέστησαν τα πολύ μεγάλα καταστήματα, τα έτοιμα τα είδη... Ο Ιωάννου κρατάει ακόμη...
Θέλετε να μου πείτε και για την οδό 19ης Μαΐου;
Η οδός 19ης Μαΐου, το λεγόμενο «παζάρι» που είναι τώρα, η λαϊκή αγορά που είναι τώρα, κάποτε ήταν ένα ρέμα, ανοιχτό ρέμα, το οποίο ερχόταν από ένα χωριό πάνω από τη Δράμα, απ' το Μοναστηράκι και λίγο πιο πάνω, απ' το Βαθύλακκο, από κει ξεκινούσε το ρέμα αυτό...
Το Τσάι.
Το Τσάι που λέμε. Το οποίο, δεξιά-αριστερά, ήτανε γεμάτο καταστήματα, μικρά, αυτά που σας ανέφερα και τα λοιπά. Όλοι εκεί, που είχανε μια τέχνη να κάνουνε, την εξασκούσαν εκεί. Μικρά μαγαζιά, όμορφα, ωραία και τα λοιπά. Τα οποία είχαν και κάτι γραφικό, βέβαια, το γραφικό ήτανε τέτοιο, η ανάγκη για να γίνει αργότερα, να στρωθεί και να γίνει άσφαλτος και να γίνει η λαϊκή αγορά της Δράμας, με τα εμπορικά, βέβαια, δεξιά, καταστήματα. Αλλά τότε είχε ό,τι μαγαζί ήθελες να βρεις, ό,τι επάγγελμα ήθελες να βρεις, ό,τι πράγματα ήθελες να βρεις, ήταν εκεί, δεξιά και αριστερά. Με κάτι... Επειδή ήτανε το Τσάι πιο βαθύ, είχαν κάτι στενά πεζοδρόμια μήκους ενός μέτρου και τα λοιπά και περπατούσες μέχρι να βγεις, μέχρι επάνω, απ' το Τσάι... Ήτανε σαν εικόνα γραφική. Για την εποχή, όμως, δεν ήταν, δεν... Για αυτό, κάποια στιγμή, αποφασίστηκε να κλειστεί αυτό και δημιουργήθηκε η οδός 19ης Μαΐου...
Μπάζωσαν την κοίτη, δηλαδή; Μπάζωσαν την κοίτη;
Μπάζωσαν την κοίτη. Το οποίο είχε το γραφικό αυτή το εξής και το εξής δύσκολο και τα λοιπά. Γιατί κάποια εποχή και κάποιες μέρες του χρόνου γίνονται κάποια μπουρίνια ψηλά στα βουνά. Ε τότε δεν υπήρχαν και τα αντιπλημμυρικά έργα. Και όταν ερχόταν ένα μπουρίνι, αυτό κατέβαινε από πάνω κουβαλώντας όλες τις πέτρες των βουνών και δεν προλάβαιναν οι άνθρωποι να τα καταλάβουν, γιατί σου λέω ήταν μπουρίνι, δεν προλάβαιναν να μαζέψουν τα πράγματά τους και τους τα 'παιρνε και τους τα 'παιρνε... Και τρέχαμε εμείς, η πιτσιρικαρία, να βρούμε, ξέρω 'γω, να βρούμε κανένα αντικείμενο, κανένα κουβά, κανένα λευκοσιδηρό αντικείμενο, κανένα ταψί, κανένα πλεκτό και τα λοιπά, καλάθι, τέτοια τα 'παιρνε ο αέρας... Γραφικά θεωρούνταν, αλλά ήταν και επικίνδυνα κιόλας.
Την προηγούμενη φορά που μιλήσατε, μου είχατε πει και για τον γύρο του θανάτου στον κήπο...
Στον κήπο μέσα, αυτό εκεί, που λέμε, που γίνεται τώρα, το...
Η Ονειρούπολη.
Που γίνεται η Ονειρούπολη, πέρα από τις πισίνες και τα δύο τα μεγάλα τα κτίρια, ακριβώς από πίσω, ο ελεύθερος ο χώρος, δίπλα στο σιντριβάνι, που –τόσο μεγάλο το σιντριβάνι που υπάρχει ακριβώς αυτούσιο και τώρα– και στο οποίο είχε και φωτογραφίες ο Καραμανλής, ο παππούς, να κάθεται και να πίνει καφεδάκι με έναν φίλο του από τη Δράμα. Του οποίου την εγγονή χτες βρεθήκαμε στο τέτοιο, στην έκθεση φωτογραφίας που γίνεται και θυμηθήκαμε λίγο από τις φωτογραφίες, θυμηθήκαμε, εγώ 83, εκείνη 84... Με αυτόν να κάθεται. Είχε κι άλλες... Είχε ένα γύρο θανάτου. Ήταν ένα, της εποχής εκείνης, ήταν μία κυκλική σκηνή, μεγάλη, ξύλινη, κατασκευασμένη εκείνη την ώρα, δηλαδή τις ώρες και τα λοιπά. Σκηνή. Στην οποία, μες την οποία, είχε δύο μηχανές, μοτοσυκλέτες, οι οποίες, ξεκινούσαν οι αναβάτες, τις παίρνανε και κάνανε γύρω-γύρω το τέτοιο. Λεγόταν γύρος του θανάτου. Αυτό η φυσική πρέπει να του εξηγήσει, λογικό είναι και τα λοιπά, με την ταχύτητα που έχουν και τη γωνία κλίσης που έχουνε, θα μπορούσαν... Και πηγαίναμε μέσα και το βλέπαμε αυτό. Έξω από εκείνα, υπήρχαν, όμως, και μικρά σεργκιά, δηλαδή, πάγκοι με ό,τι μπορείς να φανταστείς. Ό,τι. Δίπλα υπήρχε ένα σκοπευτήριο με όπλα, να πάρεις, για να πάρεις το δώρο που υποτίθεται... Πιο δίπλα είχε μία, τέτοιο, ένα μέρος, ένα κομμάτι, μες το οποίο έριχνες ένα στρόγγυλο πράγμα...
Μια στεφάνη...
Και, αν το πετύχαινες, έπαιρνες το δώρο εκείνο, ξέρω 'γω και τα λοιπά. Αυτά της εποχής τότε εκεί. Και ερχότανε πού και πού, εγώ θυμάμαι, είχα λάβει μέρος, θέλοντας, χωρίς να θέλω, σε μία επίδειξη τέτοια, που 'κανε ο Σαμψών. Ήταν ένας γραφικός τύπος από τον Πειραιά, που τον έδειξε και η τηλεόραση πριν από τρία-τέσσερα χρόνια... Τώρα συγχωρέθηκε. Ίσως και παραπάνω χρόνια και τα λοιπά. Με το μούσι του, ένας γεροδεμένος της εποχής εκείνης, του Καρπόζηλου και του... Πώς λεγόταν οι άλλοι, οι παλαιστές της εποχής, δηλαδή που...
Μασίστες;
Οι μασίστες ήταν αργότερα, γιατί ήταν αμερικανική τέτοια. Εγώ... Είχαμε και ανθρώπους, οι οποίοι και αργότερα –δε μου 'ρχονται τώρα στο μυαλό– παλαιστές που κάναν αγώνες ολόκληρους στην Αθήνα και γέμιζε το Παναθηναϊκό γήπεδο, το Παναθηναϊκό γήπεδο. Το γήπεδο του Παναθηναϊκού, γινότανε αρένα για παλαιστές. Με πολλά ονόματα και τα λοιπά. Και κάποιοι– Ερχόταν αυτός, ο Σαμψών, είχε μια τράπουλα, έπιανε να τη σκίσει, μια τράπουλα ολόκληρη να μπορέσεις να τη σκίσεις έτσι... Είχε κάτι αλυσίδες, που πρώτα φώναζε κάποιον από τους τέτοιους να την ανοίξει και δεν μπορούσες ούτε να την κάνεις. Αυτός τις έπαιρνε, με τον τρόπο του, ήταν και γυμνασμένος, γερά κορμιά, και τις άνοιγε... Και είχε και έβαζε και μια πέτρα πάνω στην κοιλιά του και, με ένα σφυρί, εσύ προσπαθούσες να τον χτυπήσεις και να σπάσει πέτρα, δηλαδή. Και μια φορά, με φώναξε και εμένα για να κάνω και δεν μπορούσα και μετά φώναξε κάποιον άλλον και τα λοιπά. Να χτυπήσω την πέτρα, εγώ φοβόμουνα να σηκώσω ένα βαρύ τέτοιο ήτανε, θυμάμαι...
Και μου είπατε ότι την δεκαετία του '50 ξεκινήσατε και εσείς με το πατέρα σας τη βιοτεχνία με τα γιαούρτια και τα τυριά...
Ακριβώς, ναι. Το 1900, ενώ είχαμε το μανάβικο, στην γωνία την Σκρα... Και επειδή είχε πολύ στρατό, δουλεύαμε κάποτε στην αρχή καλά, πολύ καλά, στρατό δουλεύαμε, λόγω του στρατού, ερχόταν στρατός και ψώνιζε πολλές φορές απ' το μαγαζί μας. Όταν τους έλειπαν, γιατί ειδάλλως πηγαίναν στα μαγαζιά της χονδρικής. Το 1950, είχε μια ιδέα να κάνει μία βιοτεχνία. Την είχε πάρει από το συνάδελφο του τον ψάλτη τον Χρήστο, ο οποίος ήτανε στο συνεταιρισμό «Άγιος Μόδεστος», ήταν ένας συνεταιρισμός γαλακτοπαραγωγών απ' την περιοχή της Νέας Αμισού. Είχαν μαζευτεί οι άνθρωποι αυτοί και δίναν το γάλα τους, το κάνανε γιαούρτια... Και ο λογιστής τους ήτανε με τον πατέρα μου μαζί ψάλτης στους Δώδεκα Αποστόλους. Και γνωριζόταν. Το πήρε σαν ιδέα από εκεί και αποφάσισε κάποια στιγμή να ξεκινήσει μία οικοτεχνία-βιοτεχνία μες το σπίτι μας. Είχε ένα δωμάτιο πίσω, που το 'χαμε τέτοιο, πήρε μία ντουλάπα μεγάλη, μία μηχανή παλιά, πολύ παλιά, που απορούσα πώς την χειριζότανε... Και πήγαινε στα χωριά που είναι έξω από τη Δράμα, στον Μαυρόβατο και στη Νέα Σεβάστεια, έπαιρνε τα γάλατα, γιατί τότε κάτω από τα σπίτια τους, αυτονών στο χωριό, που σου ανέφερα και κάποιων άλλων, οι περισσότεροι είχαν αγελάδες. Κάπου το γάλα τούς περίσσευε, το βάζανε σε δοχεία, το 'παιρνε ο πατέρας μου, το 'φερνε εκεί και το κάναμε γιαούρτι. Και τα μοίραζα εγώ το απόγευμα, αφού τέλειωνα το γυμνάσιο και τέλειωνα, με τα βιβλία στην τέτοια, έπαιρνα το βαλιτσάκι με τα γιαούρτια και τα μοίραζα στα μπακάλικα της γειτονιάς μας. Καμιά εικοσαριά μπακάλικα, έτσι προμηθευόταν το γιαούρτι. Και είχαμε και μαγαζί [01:00:00]κάτω, που τα πουλούσαμε και κάτω στην οδό Σκρα, εκεί μέσα, γιαούρτι... Και αυτό είχε εξέλιξη. Κάποια στιγμή, προσπάθησα και εγώ να τον πω, να το εξελίξουμε, να το κάνουμε βιοτεχνία πιο καλή, όπως έγινε αργότερα ο «Άγιος Μόδεστος», έγινε το νυν «Νεογάλ», έτσι εξελίχθηκε. Το «Νεογάλ» είναι από κει, απ' το «Άγιο Μόδεστο». Από εκεί ξεκίνησε. Λοιπόν, τον είπα, πήγε στην τράπεζα, δεν τολμούσε να πάρει λεφτά, γιατί δεν είχε τίποτα, τότε ζητούσαν εγγύηση. Και τώρα ζητάν, αλλά τότε ακόμα πιο έντονη. «Τι έχεις;». Δεν είχε ο πατέρας μου, ούτε σπίτι είχε, ούτε μαγαζί είχε, να πει: «Έχω. Έχω την εμπορική μου αξία, την άυλη εμπορική μου αξία» και τα λοιπά. Και δεν μετρούσε. Το δουλέψαμε αυτό αρκετά χρόνια. Μάλιστα, πηγαίναμε κιόλας και στο μαγαζί που το είχε τότε ο πατέρας του νυν διευθυντή-ιδιοκτήτη της μεγάλης βιομηχανίας-βιοτεχνίας που είναι του Αποστολίδη, που λέγεται... Τώρα, πώς λέγεται, πάλι, η εταιρεία, η μεγάλη που έχει εδώ...
«Anil»; Της «Anil»;
Όχι, η «Anil» είναι... Δεν... Αυτός που έχει κάνει το γυμναστήριο, τώρα μας έχει κάνει το γυμναστήριο, το κολυμβητήριο τώρα μας κάνει... Ο Αποστολίδης, ο τέτοιος... Πώς λέγεται η εταιρεία του; Αμάν. Είναι παγκόσμια σε θέματα... Σε θέματα...
«Raycap»; «Raycap»;
Τη «Raycap». Στη «Raycap». Ο πατέρας του ήταν φίλος με τον πατέρα μου. Πήγαινε στο μπακάλικο, γιατί είχαμε ένα μικρό μπακάλικο, επάνω ένα σούπερ μάρκετ της εποχής εκείνης, ένα μίνι σούπερ μάρκετ, επάνω στην οδό, στο τέρμα της οδού Γαληνού με την Παπανδρέου, γωνία. Και καθόταν ο θείος του, ο Γεωργούλης, μέσα, το θυμάμαι σαν και τώρα, και ο μπαμπάς του... Μάλιστα, της «Raycap» ο Αποστολίδης και του πατέρα μου φίλος και δικός μου πολύ γνωστός. Κάθε μέρα περνούσε στο μαγαζί και τα λέγαμε και τα λοιπά. Αλλά το παιδί του αποδείχθηκε πολύ πιο άξιο και πολύ πιο τρομερό, δηλαδή, και τα λοιπά. Για αυτό που κάνει, θα πρέπει να αναγνωριστεί από τη Δράμα. Και αυτός και ο άλλος, ο Θεοδωρίδης, ο οποίος ανέλαβε και έκανε το τέτοιο, το πέτρινο κτίριο, που χτες, στο οποίο και είδα την έκθεση για την παλιά Δράμα και για την καινούργια με του Βιδάκη τις φωτογραφίες, καταπληκτικό. Ανέδειξε το τέτοιο και πήρε και το «Νησάκι» απέναντι το εγκαταλειμμένο αυτό «Νησάκι», που τόσα χρόνια μάς έδωσε χαρές και τα λοιπά με τη διασκέδαση και την ψυχαγωγία και το φαγητό... Το πήρε και αυτό, τώρα δεν ξέρω τι θέλει να το κάνει. Μακάρι να υπήρχαν και άλλοι τέτοιοι άνθρωποι, αλλά αυτοί οι δύο δώσανε ζωή στη Δράμα, δώσανε ζωή στη Δράμα. Ανέλαβαν και το κολυμβητήριο, το καινούργιο να κάνουν, που το κάνουνε... Ανέδειξε και κάποια παλιά αρχιτεκτονικά στοιχεία της Δράμας, ένα-δύο, ένα τουρκικό τζάμι, που περισσότερο ψυχογραφήματα αναδείξανε, πώς ήτανε, δίπλα στο ΙΚΑ που είναι... Κάναν τον προαύλιο χώρο του γυμνασίου της Δράμας, το καινούργιο το γυμνάσιο, επίσης και τα λοιπά, και εκείνο το κάνανε σε πολλά σημεία, αίθουσες και τέτοια πράγματα... Και πολλά άλλα, τα οποία, τώρα, αυτή τη στιγμή, δεν μου 'ρχονται στο μυαλό, δηλαδή. Αλλά αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να τιμηθούνε οπωσδήποτε, όχι απ' την πολιτεία, πρώτα από τη Δράμα για το τοπικό τους τέτοιο, για τη μεγάλη τους αγάπη και μετά και απ' την πολιτεία.
Να σας ρωτήσω για την ποδοσφαιρική σας θητεία... Αρχικά, σε τι παίζει θέση παίζατε;
Έπαιζα χαφ, για αυτό και έπαιξα με την Εθνική Νέων με τον Δομάζο. Δεξί χαφ ο Δομάζος, αριστερό χαφ εγώ. Κάτω στην Αθήνα, για δύο αγώνες μόνον έπαιξα, γιατί μετά με θεωρήσαν ότι έκανα κάτι, ζήτησα από την τότε ΕΠΟ να μας δώσει και κανένα φράγκο, πέρα απ' τα εισιτήρια που κατεβήκαμε, τα αεροπορικά που κατεβήκαμε, εμένα, τρεις, ήμασταν τρεις από δω, από την Ανατολική Μακεδονία και τρεις απ' τη Θεσσαλονίκη. Οι οποίοι, αργότερα, παίξαν στην ΑΕΚ και τα λοιπά. Στην ΑΕΚ, την καλή. Είχαν διαλέξει αυτούς, ο προπονητής ο Baron, ο Γάλλος, είχε διαλέξει εμένα, τον τερματοφύλακα της Ελπίδος, τον Τσίτσο, και τον Δεμίρη από την ΑΕΚ. Οι άλλοι γυρίσανε πίσω στις ομάδες. Αλλά εμένα με κάνανε για κάποιο λόγο, γιατί ζήτησα κάτι παραπάνω να μου δώσει για να φάμε κάπου. Δεν είχαμε φράγκο.
Και θυμάστε, με ομάδες που είχατε παίξει, ποιοι ήταν οι ανταγωνιστικές σας ομάδες...
Γνωριζόμασταν... Καταρχήν, παίξαμε ημιτελικό κυπέλλου με τον Παναθηναϊκό το 1964, στη μεγαλύτερη φόρμα του Παναθηναϊκού. Ήταν η εποχή που ο Παναθηναϊκός πήρε το πρωτάθλημα χωρίς ήττα. Ήταν όλοι μέσα και τα λοιπά. Όλοι. Λουκανίδιδες, Δομάζος, Παπαεμμανουήλ, Καμάρας, Οικονομόπουλος και τα λοιπά... Έτυχε, παίζουμε εμείς εδώ, τοπικό κύπελλο, παίζω και αντιμετωπίζω τον Αντωνιάδη, στην Ασπίδα Ξάνθης έπαιζε, την πρώτη χρονιά. Εγώ τον αντιμετώπισα. Ήταν ένας, ψηλό παιδί, και τον έπαιξα από μπροστά μπάλα, γιατί δε μπορούσα να τον κερδίσω, γιατί ήταν... 1,90 και είναι το παιδί... Τον είχα δει και τον έπαιξα μπάλα, στον μόνο αγώνα που δεν έβγαλε γκολ, ήταν με τη δική μας την ομάδα. Ένα αγώνα εκεί μέσα, φέραμε 0-0 και ήρθαμε μετά, την άλλη Κυριακή, και παίξαμε, τους κερδίσαμε. Κερδίσαμε τη Δόξα, η οποία ήταν Α' Εθνικής ομάδα, κερδίσαμε τη Δόξα, κερδίσαμε τον Ηρακλή Καβάλας, που ήταν πολύ καλή ομάδα, με τον Κοψαχείλη μέσα, και ποδοσφαιριστές, Μουδούρα και τα λοιπά, πολύ καλούς... Και κληρωθήκαμε να παίξουμε με τον Παναθηναϊκό στην Αθήνα, το 1964. Και κατεβήκαμε κάτω, ήδη είχε φύγει όμως και ο Τσίτσος –αυτός που σου ανέφερα– που τον είχαν διαλέξει, είχε φύγει στην Αυστραλία αυτός και ο Γιώργος ο Καραγιαννίδης, ο οποίος είχε φύγει στην Αμερική τον προηγούμενο χρόνο. Κατεβήκαμε κάτω, κάπως κουτσουρεμένη ομάδα, αλλά λιγάκι προετοιμασμένοι ψυχολογικά πώς θα παίξουμε... Και χάσαμε 4-1, αφού μέχρι το 75' ήμασταν 1-1 και είχαμε... Θυμάμαι ο προπονητής τους, ήταν του Παναθηναϊκού, ήταν τότε ο Bobek, ένας Γιουγκοσλάβος, που είχε θορυβηθεί, όταν τους ισοφαρίσαμε στο 72'. Θυμάμαι που θορυβήθηκε. Κάναμε καλή εμφάνιση, αλλά, λογικό ήτανε, αυτούς που σ' ανέφερα, τους ποδοσφαιριστές, ήταν η Εθνική ομάδα, ήταν αυτοί που πήγαν στο Wembley και τα λοιπά και παίξανε εκείνη την τρομερή την μπάλα. Εγώ, εγώ σταμάτησα νωρίς, πολύ νωρίς σταμάτησα το ποδόσφαιρο, στα 25, σταμάτησα με ποια έννοια... Ήδη είχα κάνει τα δύο καθαριστήρια. Και είπα ή το ένα ή το άλλο και τα λοιπά. Μάλιστα, είχα πάει και σε σχολή προπονητών που είχε κάνει ο Ασλανίδης, τότε, στον Άγιο Κοσμά. Το 1967 είχε γίνει η σχολή, είχα φοιτεύσει, για να πάρω, για να έρθω στην Ελπίδα, που έπαιζα μπάλα, σαν προπονητής. Αλλά, κάποια στιγμή, σκέφτηκα, δεν γίνεται αυτό, λέω. Τώρα είμαι στη Δράμα, του χρόνου θα 'μαι στην Αλεξανδρούπολη, τον άλλο χρόνο μπορεί να είμαι εκεί πέρα... Έχω δύο μαγαζιά, τα οποία τα είχα κρατήσει καλά, τα 'χα σαν καθαριστήρια και τα οποία ήταν το σκαλοπάτι για να πάω στο εμπόριο μετά. Και έτσι, δεν το έκανα, δεν έγινα προπονητής.
Τα γήπεδα πώς ήταν τότε που προπονούσασταν;
Τα γήπεδα, το εθνικό γήπεδο, το κατεξοχήν γήπεδο της Ελπίδος, που παίζαμε εκεί, είναι όπως είναι και τώρα. Είχε γίνει επί εποχής του 1937, επί ενός Υπουργού, αργότερα, Κάρδας λεγότανε, ο οποίος ήταν και Δραμινός βουλευτής, αργότερα έγινε. Τότε έγινε αυτό. Ή όπως είναι και τώρα, έτσι είναι και τότε. Με στίβο γύρω-γύρω, με κερκίδες, τις οποίες προσπαθούν τώρα να γκρεμίσουν, γιατί είναι ετοιμόρροπο, κατά κάποιο τρόπο, υπάρχει φόβος στατικότητας. Και προσπαθούν να βρουν κονδύλια και, μάλιστα, τώρα εγκρίθηκε. Το στίβο που είχε... Γιατί είχε και ομάδες καλές, είχε και ομάδες, τέτοιο, είχε και ομάδες η Δράμα, είχε και ομάδες στίβου καλές... Τότε ήτανε η Δράμα, καλό στίβο, καλό στίβο, είχε και η Αλεξανδρούπολη, είχε και ο Άρης Θεσσαλονίκης και ο Αετός Θεσσαλονίκης και, όταν γινόταν πανβορειοελλαδικοί αγώνες, έτσι ονομαζόντανε και τα λοιπά, ήτανε πολύ ενδιαφέροντες, δηλαδή, αυτοί. Αλλά αυτά εξαφανίστηκαν πλέον, δεν έμειναν τίποτα. Τι να κάνουμε; Ο πρωταθλητισμός όλα τα έκανε και τα λοιπά τώρα... Τότε ήτανε ερασιτεχνικός αθλητισμός, έτσι το αισθανόσουνα, έτσι το έκανες... Και για τη χαρά της της άθλησης ήταν περισσότερο, παρά για οτιδήποτε άλλο. Αλλά είχε ενδιαφέρον, όταν αγώνες γινότανε, εμένα με ενδιέφεραν πάντοτε. Όπως και τώρα, παρακολουθώ στίβο περισσότερο, όπου έχει στίβο, αυτά που γίνονται και τα λοιπά, το παρακολουθώ, αφήνω τα... Παρακολουθώ ποδόσφαιρο, παρακολουθώ τένις, παρακολουθώ μπάσκετ, έχω πάρει την Cosmote μόνο και μόνο για να βλέπω NBA και τα λοιπά. Εγώ ξέρω, ξέρω, τους θυμάμαι τους αθλητές ακόμη του 1950, με τον Ματθαίο τον προπονητή και τον Σπανουδάκη, που τους ξεχάσαν όλοι... Αθλητές πολύ καλούς, δηλαδή και τα λοιπά. Όπως και την εποχή του '67, με την ΑΕΚ και τα λοιπά, με το Μόσχο μέσα, με τον Αμερικάνο που την Τσεχοσλοβακία, κέρδισαν το κύπελλο κυπελλούχων της Ευρώπης μέσα στο Παναθηναϊκό γήπεδο. Όχι του Παναθηναϊκού. Στο Παναθηναϊκό γήπεδο μέσα. Εκεί. Σε τέτοιο. Είχα πάει, για αυτό το λέω αυτό. Ήταν την εποχή που ήμουν δίπλα στον Άγιο Κοσμά για προπονητής, εκείνη τη χρονιά ακριβώς παίξανε και τα λοιπά. Και το παρακολούθησα. Γενικώς, με ενδιαφέρουν. Ό,τι άθλημα γίνεται, με ενδιαφέρει δηλαδή. Αθλητικώς. Πέρα απ' τη δουλειά μου, δηλαδή, αυτό που με έφτιαχνε, ήτανε ο αθλητισμός, δηλαδή. Και επειδή προτιμούσα πάντα τον αθλητισμό, ο οποίος δεν ήταν επ' αμοιβή, ήταν ερασιτεχνικός, για τη χαρά του ποδοσφαίρου, όταν έγινε Α' Εθνική, όταν εδώ γινόταν αγώνες Α' Εθνικής, δεν πήγαινα τόσο, όσο πήγαινα στα επαρχιακά, δίπλα, στα χωριά για να δω ποδόσφαιρο, αυθεντικό, το παιδί που ήταν στην καφετέρια, το παιδί που ήταν στο γκαράζ και ήρθε να παίξει για τη χαρά του ποδοσφαίρου και τα λοιπά. Δηλαδή και εγώ για αυτό το λόγο είχα παίξει τότε, για τη χαρά του ποδοσφαίρου παίζαμε και τα λοιπά.
Και στην Αμερική σε ποια ομάδα θα...
Ήταν ο Ολυμπιακός Σικάγου.
Ολυμπιακός Σικάγου.
Ήταν μία, η οποία υπάρχει και τώρα. Ολυμπιακός Σικάγου, ο οποίος κράτησε, ανέβηκε κάποια στιγμή, έπαιξε στο παναμερικανικό πρωτάθλημα... Ήταν καλή ομάδα, έπιασε, δηλαδή και τα λοιπά. Και φύγαν και άλλοι ποδοσφαιριστές, πέρα απ' αυτούς που σας ανέφερα. Πήραν τον Αλμπάντη, [01:10:00]που έπαιζε στην Δόξα εδώ, είχαν πάρει τον Παπαϊωάννου της ΑΕΚ... Είχαν φύγει, ποδοσφαιριστές με ονόματα φύγανε σε αυτή την ομάδα, δηλαδή. Παίξανε, αφού είχαν κάνει, είχε τελειώσει πλέον εδώ ο ποδοσφαιρικός τους βίος, τους κάνανε προσκλήσεις και πηγαίναν για να συμπληρώσουν το εισόδημα που είχαν αφήσει στην άκρη και τα λοιπά. Πολύ καλοί ποδοσφαιριστές.
Θυμάστε και καθόλου εξωγηπεδικά επεισόδια, βίαια επεισόδια μεταξύ ομάδων...
Εξωγηπεδικά και τότε γινόνταν, αλλά δεν γινόταν σε αυτή την κλίμακα, δηλαδή. Τώρα, είναι, έχει ξεφύγει πια το πράγμα, είναι περισσότερο, μπορώ να πω, απότοκο της κοινωνίας μας, η οποία είναι λιγάκι, έως πάρα πολύ, μπερδεμένη και τα λοιπά. Γιατί αυτά που βλέπουμε δεν είναι επεισόδια. Αφού τους βλέπεις να μαλώνουν χωρίς λόγο. Δίνουν ραντεβού για να μαλώσουν, για να χτυπηθούν, να κάνουν και τα λοιπά. Τότε, υπήρχανε κάποια επεισόδια, αλλά όχι τόσο πολύ. Μπορούσες να φωνάξεις και μέσα, να πας σε μια ομάδα αντίπαλη και να φωνάξεις «ζήτω» τη δική σου την ομάδα που έπαιζε, δηλαδή. Εκτός από μερικές ακραίες περιπτώσεις, κάποιοι ακραίοι πραγματικά, δεν σου το επιτρέπαν αυτό και μπορούσες να αρπαχτείς, που λέμε, μετά. Αλλά, ιδίως, ο ενθουσιασμός που υπήρχε τότε, κατεξοχήν με τη Δόξα, όταν έπαιζε με Ολυμπιακό, ΑΕΚ, Παναθηναϊκό ήταν άλλο πράγμα. Όλη, όλη η βόρεια, όχι η Δράμα... Όλη η βόρεια Ελλάδα ήταν εδώ. Γέμιζαν οι δρόμοι, γέμιζαν τα μαγαζιά. Απ' τις 9:00 το πρωί –θα 'παιζαν το απόγευμα στις 3:00 η ώρα–, 9:00 η ώρα ανοίγαν οι πόρτες για να μπει ο κόσμος. Και πήγαινε ορεξάτος με το μαξιλαράκι του να παρακολουθήσει. Οικογενειακά, με την οικογένειά του μέσα και τα λοιπά. Ιδιαίτερα με αυτές τις ομάδες που σου ανέφερα. Βέβαια, υπήρχαν και οι άλλες, ο Πανιώνιος, ο Πανιώνιος, ο Απόλλων Νέας Σμύρνης που ήταν καλή ομάδα, ο Απόλλων Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, ο Άρης, ο ΠΑΟΚ, ξέρω 'γω... Υπήρχαν και αυτές. Αλλά απ' αυτές, τις κατεξοχήν τις ομάδες που ήταν επικεφαλής του πρωταθλήματος και τα λοιπά γινότανε χαμός, γινότανε. Ήταν η Δράμα, ήταν κάτι άλλο. Και για αυτό άφησε όνομα, ακόμα την έχουν ποδοσφαιρομάνα. Και, μάλιστα, ακόμη πιο μπροστά, αυτό ξεκινάει ακόμη πιο μπροστά. Δηλαδή, η ιστορία της Δόξας και τα λοιπά, η σχέση με ποια... Τη δεκαετία του 1950, αρχές '50-'51, '49-'50-'51, μόλις τελείωσε ο Εμφύλιος, ερχότανε ομάδες από την Αυστρία, που η Αυστρία ήταν πολύ, ποδοσφαιρική δύναμις ήταν τότε, τελικό παγκοσμίου κυπέλλου είχε παίξει πιο παλιά και τα λοιπά. Η Αυστρία... Ερχότανε ομάδες, όπως ήταν η Austria –και τώρα υπάρχει– η Rapid Βιέννης, η Wacker, η Wien... Θυμάμαι και τις ομάδες, να πάρει η ευχή... Και η Admira... Και ερχόταν και απ' την Κωνσταντινούπολη η νυν, πώς τη λέν'... Fenerbahçe. Ήρθε η Εθνική Αιθιοπίας. Ερχόντουσαν ομάδες και παίζανε... Αφού παίζανε στην Αθήνα δύο ματς με το ΠΟΚ, όπως λεγότανε, ΠΟΚ λεγόταν τότε, δηλαδή, Παναθηναϊκός, Ολυμπιακός και ΑΕΚ, δηλαδή, έτσι ονομαζόταν ΠΟΚ. Και ανέβαιναν Θεσσαλονίκη, παίζαν έναν-δύο αγώνες και μετά ερχόταν στη Δράμα, στο Εθνικό το γήπεδο, γινότανε χαμός. Δηλαδή, ομάδες... Ενώ τόσες πόλεις, τέτοιο... Πάτρα μπορείς να πας, Ηράκλειο μπορεί να πας, μεγάλες πόλεις και τα λοιπά. Προτιμούσαν τη Δράμα, γιατί υπήρχε ποδοσφαιρική... Δεν μπορώ να το πω παράδοση, να πάρει ευχή, αλλά οι ομάδες ήτανε καλές, παίζανε μαζί και μάζευε κόσμο και τα λοιπά. Και αυτές, φυσικά, ερχόνταν, γιατί έπαιρναν το αντίτιμο και τα λοιπά, του κέρδους, για να μπορέσουν να βγάλουν το χειμώνα τους κιόλας.
Και η σχέση σας με τις τοπικές επαρχιακές ομάδες, όπως Ασπίδες Ξάνθης, Ορφέας Κομοτηνής, ήτανε...
Αυτές ήταν μια κατηγορία, την οποία δεν την έζησα εγώ, γιατί αργότερα ξεκινήσαν. Εγώ, όταν έπαιζα, ήμασταν Β' Εθνική ομάδα, που ήταν καλή κατηγορία τότε. Β' Εθνική, που έπεσε και η Δόξα και μια χρόνια ήμασταν μαζί, στην ίδια... Το '62-'63 η Δόξα είχε πέσει από την κατηγορία την Α' και έπαιζε και μαζί μας μάλιστα. Ήτανε... Με τις άλλες... Να, με την Ξάνθη είχαμε κόντρα, με την Ξάνθη, που ήτανε όταν παίζαμε Β' Εθνική... Με τον Ηρακλή Καβάλας, με τους Φιλίππους Καβάλας, με την ΑΕΚ Καβάλας, με το Βύρωνα Καβάλας, τέσσερις ομάδες έχει και τα λοιπά. Τους θυμάμαι αυτούς που παίζαμε αντίπαλοι, δηλαδή. Αλλά οι αγώνες δεν ήτανε πολύ φανατισμένοι, εκτός περιπτώσεις, σου λέω, μεμονωμένες κάποιων ποδοσφαιριστών, οι οποίοι ήτανε νευρικοί, δηλαδή, και δίνανε ένα επεισόδιο. Άλλα επεισόδια, με αυτές τις ομάδες, που σ' ανέφερα, τις τοπικές –γιατί γινόταν πρωτάθλημα ανατολικής Μακεδονίας– δεν είχαμε και τα λοιπά. Την αγωνία την είχαμε, το τέτοιο, να παίξουμε με πάθος, με όρεξη, με διάθεση, υπήρχανε... Τραυματισμούς είχαμε, ξέρω 'γω και τα λοιπά. Αλλά...
Διακρίσεις εις βάρος, τώρα, της Δόξας που έπαιζε σε μεγάλους αγώνες, είχανε συμβεί;
Ε αυτό, ναι. Λέγεται ότι συνέβη και λογικό είναι και τα λοιπά. Οι ομάδες, όπως και τώρα... Τι κάνει ο Ολυμπιακός και τώρα; Δεν κάνει; Κάθε μέρα ακούς δηλώσεις του ότι: «Με αδίκησαν, με αδίκησαν». Ε σ' αδίκησαν, γιατί έχασες ένα αγώνα απ' το Βόλο ή έχασε, ξέρω 'γω, έφερε ισοπαλία με το Βόλο ή έφερε τότε... Και τώρα. Τότε λέγανε ότι σε κάποιους αγώνες αδικήθηκε, όπως το ότι όταν η Δόξα έπαιξε με τον Ολυμπιακό, για δεύτερη φορά, το 1958, και έχασε 2-1 και τα λοιπά, που πήγε και ο Καραμανλής, έδωσε το κύπελλο, μάλιστα, στον Ολυμπιακό, τρομεροί... Σ' εκείνον τον αγώνα αδικήθηκε λεν και τα λοιπά. Λένε. Δεν τον είδα. Λένε ότι αδικήθηκε. Μου τα 'λεγαν λιγάκι οι ποδοσφαιριστές του τέτοιου, γιατί ήμασταν φίλοι. Ο Παύλος ο Γρηγοριάδης, Ο Θανάσης ο Λουκανίδης και ο Νίκος ο Πιστικός ήμασταν στην ίδια τάξη, στην ίδια τάξη. Αυτοί ήταν λίγο μεγαλύτεροι από μένα, τρία χρόνια, αλλά λόγω Κατοχής είχαν χάσει χρόνια. Είχαν χάσει χρόνια, λόγω της Κατοχής δεν μπόρεσαν να κάνουνε. Και ήμουν στο γυμνάσιο μαζί τους, στα ίδια θρανία καθόμουν και τα λοιπά. Εγώ, βέβαια, στην Ελπίδα και με δουλεύαν, γιατί κάνα-δυο φορές μας κερδίσαν, 4-0 τη μια φορά και 3-1 την άλλη φορά, με δουλεύαν την άλλη μέρα και τα λοιπά... Στο γυμνάσιο, στο τέτοιο, επάνω.
Ενότητα 10
Τα λευκά είδη, οι διεθνείς εκθέσεις υφασμάτων και η σύνδεση με τον Χρόνη Μίσσιο
01:15:57 - 01:26:02
Και το '77 ανοίξατε το κατάστημα με τα λευκά είδη...
Το '77, αφού πούλησα και το δεύτερο, αφού έκανα, πούλησα πρώτα το ένα καθαριστήριο και έκανα τα είδη δώρων στην πλατεία της Δράμας. Μετά πούλησα και το δεύτερο καθαριστήριο απ' αυτούς τους ανθρώπους που ερχόνταν απ' τη Γερμανία, που 'χαν κάνει κάποια λεφτά και θέλαν να κάνουν και ένα επάγγελμα, το βρίσκαν έτοιμο και τα λοιπά, έτοιμη δουλειά, έτοιμη πελατεία και τα πούλησα, τα 'δωσα σε λογική τιμή, χωρίς τέτοια και τα λοιπά, αφού το 'κανα απόφαση. Το 1977, αποφάσισα να κάνω, αφού είχα διχογνωμίες τι να κάνω, να κάνω είδη κιγκαλερίας, όπως λέγονται, είναι τα είδη που έχουν σχέση με τις πολυκατοικίες, πόμολα και τέτοια πράγματα και τα λοιπά. Είχα πάει και στην Αθήνα, είχα μιλήσει και με τον Παπαθανασίου, τον μετέπειτα Υπουργό Οικονομικών που έγινε, επί Καραμανλή, είχαν ένα μαγαζί τέτοιο, πουλούσε είδη κιγκαλερίας και ήταν εισαγωγέας, δεν μπορούσα να πάω στην Ιταλία να πάρω, όπως έφτιαχνα και τα λοιπά. Πήγα σε αυτόν και μίλησα και είπε ότι θα μου 'δινε τα δικά του τα είδη, θυμάμαι, τώρα σαν ιδέα. Και, αλλά μετά, προτίμησα τα λευκά τα είδη, γιατί είδα να υπάρχει ένα μεγαλύτερο κενό σε αυτά τα είδη, δηλαδή. Και το άλλο, έπρεπε να κόβει και το μυαλό σου, να έχεις και ασχοληθεί με τέτοια πράγματα, με εργατικές εργασίες, που δεν το είχα.
Θέλετε να μου πείτε για τις εκθέσεις που πηγαίνατε στο Μιλάνο, στη Φρανκφούρτη...
Αν ήθελες να βρεις καινούργιο προϊόν, εάν ήθελες να βρεις καινούργιο προϊόν και να το πάρεις από πρώτο χέρι από την τέτοια, από τη βιομηχανία, αντί να το πάρεις απ' τον αντιπρόσωπο, που ήταν στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη... Γιατί οι αντιπροσωπείες έτσι γίνεται. Το εργοστάσιο δεν ψάχνει, βρίσκει έναν αντιπρόσωπο, τον δίνει μαζικά τα είδη, πας εσύ σε αυτόν παραγγέλνεις, βάζει όμως αυτός και το δικό του το κέρδος επάνω. Δεν σ' το δίνει έτσι, όσο το εργοστάσιο. Το πήρε 10 ευρώ; Θα το πάρεις απ' αυτόν 14 ή 15. Και θα βάλεις, μάλιστα, και το ΦΠΑ ή το χαρτόσημο, που ήταν τότε, και πάει 17. Βάζεις και το δικό σου το κέρδος και ανεβαίνει τιμή αμέσως. Λοιπόν, για να το γλιτώσω αυτό και να 'χω, να μπορέσω να ανταγωνιστώ τους άλλους, τους δύο, που ήταν μεγάλοι και δυνατοί μες τη Δράμα, βρήκα αυτόν το τρόπο. Για αυτό, με χίλια δυο βάσανα πήγα στη Γερμανία, γίνεται μια έκθεση στη Φρανκφούρτη, είναι παγκόσμια, η μεγαλύτερη, που έχει εργοστάσια από παντού, από όλη την Ευρώπη, την Ιταλία, από την Κίνα, απ' την Ινδία και τα λοιπά. Όσοι έχουν κάποιο λόγο, εκθέτουν εκεί τα είδη, τα γυρίζεις, τα γυρίζεις... Και μάλιστα, είναι τόσο μεγάλη, που τρεις μέρες να γυρίζεις δεν σου φτάνουν. Να τριγυρίζεις, για να βρεις αυτό που σε ενδιαφέρει, δηλαδή. Τώρα έχει γίνει, μάλιστα μου 'χουν πει, τεράστια. Ήταν τότε εννέα κτίρια, θυμάμαι, το κάθε κτίριο είχε πέντε ορόφους, ή τέσσερις ή πέντε ορόφους, και σ' όλα ήτανε τα τέτοια... Έπρεπε να τα γυρίσεις πάρα πολύ, ταλαιπωρία πολύ μεγάλη... Εγώ, για να γλιτώσω και τα έξοδα, τα αεροπορικά ή τα τέτοια, πήγαινα με το τρένο ή με το δικό μου το αυτοκίνητο, ένα παλιό FIAT που 'χα, και πήγαινα σε συγγενείς που μένανε στη Στουτγκάρδη, στο Esslingen μάλιστα, πιο έξω απ' τη Στουτγκάρδη είναι το Esslingen, κοιμόμουν σε εκείνους για να μην πληρώσω τέτοια, έπαιρνα το τρένο, πήγαινα στη Στουτγκάρδη και από κει πήγαινα στη Φρανκφούρτη, άλλες δύο ώρες δρόμος, για να μπορέσω να παραγγείλω αυτά τα είδη, δηλαδή. Και να μην επιβαρύνω και το τέτοιο. Επίσης, στην Ιταλία, πάλι με τα ίδια και τα λοιπά. Μάλιστα, είχα και αδελφό, τον οποίον τον σπούδασα εγώ στην Ιταλία, στην Παβία, πολιτικό μηχανικό. Και με αφορμή εκείνο, πήγαινα έβλεπα τον αδελφό μου και πήγαινα στην έκθεση, την Fiera, που γίνεται, έτσι λέγεται, ανοιξιάτικη δηλαδή. Γίνεται 20 Μαΐου, την ημέρα της γιορτής μου πάντα γινότανε, Κωνσταντίνος, και το 'βλεπα, έτσι, σαν τέτοιο. Από εκεί, έπαιρνα τα φω μπιζού και αργότερα και τα είδη, τα λευκά είδη, τα έβρισκα, τραπεζομάντηλα πολύ ωραία, ιταλικά, που ήταν σε αυτό ειδικοί, ήτανε. Και είχα άλλο είδος, ανταγωνιστικό και σε καλή τιμή, χωρίς δεύτερο χέρι μέσα και τα λοιπά.
Και αναφέρατε ότι σχε[01:20:00]τιστήκατε με τον Χρόνη Μίσσιο... Θέλετε να μου πείτε κάτι παραπάνω...
Ο Χρόνης ο Μήσσιος είναι συγγραφέας, τον οποίον τον είχα πάρει το βιβλίο και το είχα διαβάσει... Καλά εσύ πέθανες νωρίς, κάτι τέτοιο πρέπει να 'ταν ο τίτλος...
Σκοτώθηκες. Σκοτώθηκες νωρίς...
Ναι ε;
Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς.
Α ναι, ακριβώς αυτός. Ήταν αριστερός, προοδευτικός, έτσι; Μπορούσε να ζητήσει... Εγώ... Άλλος ήταν ο χώρος, σε άλλο χώρο, κάπως, έτσι... Και τα λοιπά. Ήμουν σε χώρο... Τώρα δεν ξέρω αν πρέπει να το αναφέρω μέσα και τα λοιπά. Και δούλεψα πολλά χρόνια, ξοδεύοντας πολλά από την ελεύθερή μου ώρα σε αυτό το χώρο, τον πολιτικό, δηλαδή. Πηγαίνοντας σαν αντιπρόσωπος από δω στην Αθήνα, στα συνέδρια και στα τέτοια. Ο Χρόνης ο Μίσσιος, μια κάποια στιγμή, αυτό το εργοστάσιο που είναι έξω από τις Σέρρες, στο Λευκώνα κοντά, ήταν ένα παραδοσιακό εργοστάσιο που είχε αργαλειά, που έφτιαχναν υφαντά. Αλλά παραδοσιακά, ωραία, γερά, με ωραίες κλωστές, με πολύ ωραία χρώματα... Που ταιριάζαν στο σπίτια της εποχής του '80, των αρχών του '80. Γιατί τώρα δεν πάνε. Τώρα γίνανε όλα μοντέρνα, δεν μπορείς να ρίξεις ένα παραδοσιακό υφαντό επάνω στο ντιβάνι σου, ξέρω 'γω και τα λοιπά. Τώρα πουλάμε άλλα, τα οποία δεν έχουν καμιά ταυτότητα, απλώς είναι για αυτή τη δουλειά. Τότε αυτό ήταν και ταυτότητα, ήταν, για το σπίτι, όταν το έβαζες. Και το δούλεψα πάρα πολύ. Κάποια στιγμή, ήρθε, μου λέει: «Χρόνης Μίσσιος». Λέω: «Το βιβλίο το δικό–». «Ναι». Γίναμε φίλοι για αυτό το λόγο, δηλαδή. Το 'χα διαβάσει, ήξερα να τον ρωτήσω για κάποιες απ' τις ιστορίες που ανέφερε μέσα, είχαμε και μια ανταλλαγή πολιτικών απόψεων, ξέρω 'γω και τα λοιπά. Και τον θυμάμαι με πολλή αγάπη, με πάρα πολλή. Ένας γλυκός, ωραίος άνθρωπος, ήρεμος, ήσυχος και τα λοιπά, χαίρεσαι να τον βλέπεις και να τον ακούς κιόλας και τα λοιπά, γιατί κάναμε πολύ ωραίο... Και μου 'δωσε, αυτός μου 'δινε σ' εμένα μόνο τα υφαντά γιατί ήθελε μόνο, για δικούς του λόγους, αν και τον πουλούσα τα περισσότερα κιόλας, και αυτός ο λόγος ήταν μέσα. Εγώ το 'χα καθιερώσει και δούλευα και το δούλεψα πάρα πολύ αυτό το εργοστάσιο, μέχρι που έκλεισε, δυστυχώς, μέχρι που έκλεισε. Σιγά-σιγά, φθάρθηκε και αυτό, δεν μπόρεσε να αντέξει τον ανταγωνισμό των ινδικών και των τέτοιων, των κινεζικών πραγμάτων. Των τουρκικών βασικά. Που τα περισσότερα μας τα είδη τώρα, στα λευκά τα είδη, είναι από την Τουρκία. Έκλεισε η τέτοια, η «Πειραϊκή-Πατραϊκή», με τα δεκαεφτά εργοστάσια σε όλη την Ελλάδα. Ήτανε μια πολύ καλή εταιρεία. Τη δούλευα πάρα πολύ. Την έπαιρνα προσφορές, που λέμε. Κάποια στιγμή, όταν τέλειωνε η σεζόν, ερχόταν ο αντιπρόσωπος της, ο Γιάννης, και μου 'λεγε: «Κώστα, έχω αυτό το κατάλογο, προσφορές είναι και τα λοιπά, να τις πάρεις». Τους περίσσευε πάρα πολύ εμπόρευμα, δεν μπορούσαν, δεν είχαν εκσυγχρονιστεί, δεν είχαν εκσυγχρονιστεί. Δεν μπορούσαν να αντέξουν τον ιταλικό, καταρχήν, τέτοιο, ανταγωνισμό, που 'χαν καλά μηχανήματα... Μάλιστα, με κάλεσαν κιόλας και στην Ιταλία και πήγα να δω, με δικά τους έξοδα και τα λοιπά, να δω και εταιρείες, την Ιταλία, γιατί τους πουλούσα πολλά προϊόντα και τα λοιπά. Στην Ιταλία πήγαμε και με καλέσαν εμένα και την κόρη μου μάλιστα. Πήγαμε μαζί και στην Ιταλία. Δεν μπορούσαν να αντέξουν τον ιταλικό ανταγωνισμό, όπως και οι Ιταλοί δεν μπόρεσαν να αντέξουν τον τούρκικο ανταγωνισμό. Και τώρα, τα περισσότερα, τα δίνουν φασόν στην Τουρκία. Και εμείς που έχουμε τα τέτοια, έχει μια εταιρεία, δύο εταιρείες και τα λοιπά, οι οποίες τα περισσότερα τα παίρνουν απ' την Τουρκία. Όχι οι περισσότερες, για να μην το κατηγορήσουμε το εμπόρευμα και... Είναι δύο καλές εταιρείες που έχω τώρα, που με τις οποίες συνεργάζομαι, οι οποίες τα περισσότερα τα είδη, πρώτη ύλη, και όχι μόνο πρώτη ύλη και προϊόντα έτοιμα, Τουρκία, και πρώτη ύλη απ' το Πακιστάν.
Κύριε Παπαθανασίου, εγώ έχω καλυφτεί. Έχετε απαντήσει στις ερωτήσεις μου. Αν θέλετε να προσθέσετε κάτι ή να συμπυκνώσετε την ιστορία σας μέσα απ' την πόλη της Δράμας...
Αυτό που μπορώ να πω για τον εαυτό μου, ήταν ένας διαρκής αγώνας, δηλαδή, στην κυριολεξία, δηλαδή. Με τις χαρές και με τις λύπες και με τις στεναχώριες που είχαμε και με τα ατυχή γεγονότα που συνέβαν στην οικογένειά μου. Γιατί είχαμε και τέτοια ενδιάμεσα γεγονότα, πολύ δυσάρεστα, πάρα πολύ δυσάρεστα, πάρα πάρα πολύ, τα οποία ανάλωσα χρόνο, στενοχώρια, χρόνο, αγάπη και τα λοιπά για τη γυναίκα μου, η οποία συγχωρέθηκε νωρίς. Αν και πήγαμε και Αγγλίες και τέτοια και τα λοιπά. Δεν μπόρεσε να αντέξει. Αυτό που έχω να πω απ' τον εμπορικό κόσμο, σου μένει ότι σαν απαύγασμα όλης αυτής της ιστορίας και, γενικότερα, το ακούω και από άλλους συναδέλφους, είναι ότι η δουλειά σε κρατάει ζωντανό, σε δίνει κίνητρα για να ζήσεις και τα λοιπά. Η δουλειά αυτή καθεαυτή έχει το κέρδος αυτό καθεαυτό. Η δουλειά δηλαδή. Εγώ βγήκα συνταξιούχος το 2020 με τριάντα εφτά χρόνια υπηρεσία. Το 1963, σας είπα, άνοιξα. Το 2000 βγήκα σύνταξη με τριάντα εφτά χρόνια υπηρεσία. Και μέχρι το 2020, κάθε μέρα, κατέβαινα στο μαγαζί, για τη χαρά της αγοράς. Βέβαια, εμμέσα, για να βοηθήσω και το παιδί, την κόρη που το ανέλαβε το τέτοιο, αλλά δεν το χρειαζόταν, γιατί ήταν καλύτερη από μένα. Γιατί το έπαιρνα, από 5 χρόνων την έπαιρνα στις εκθέσεις κάτω, που πήγαινα στην Αθήνα και τα λοιπά. Και στη Γερμανία και στην Ιταλία, για να μάθει. Και πράγματι, έτσι έγινε, δηλαδή. Αλλά είναι η χαρά που σου δίνει η δουλειά, δηλαδή. Ιδίως, ιδιαίτερα, θα το πω αυτό, γιατί δεν συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις, αν είναι παραγωγική, δηλαδή, αν μπορείς να δικαιολογήσεις την παρουσία σου, να έχεις το θεμιτό κέρδος, ξέρω 'γω... Αν έχεις την εκτίμηση, όπως την έχω, του εμπορικού κόσμου της Δράμας και τα λοιπά. Αγάπη μού δείχνουν οι περισσότεροι. Με βρίσκουν στο δρόμο μετά από τόσα χρόνια... «Τι γίνεται, ρε Κώστα, τι κάνεις; Α ρε, σε θυμόμαστε», ξέρω 'γω. Αυτό σου μένει.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για αυτά που μοιραστήκατε. Ευχαριστώ.
Να 'σαι καλά, Φώτη μου. Να 'σαι καλά, αγόρι μου.
1964. Ο Θεοδωράκης έρχεται για δεύτερη φορά στη Δράμα. Μαζί του είναι ο Μπιθικώτσης, ο Παπαδόπουλος, μπουζουκτσής, και ο άλλος πώς λέγεται; Αυτή τη στιγμή δεν μου έρχεται στο μυαλό. Ένας πολύ γρήγορος... Εγώ έχω βγάλει εισιτήριο, ξέρω για το Θεοδωράκη, όλα του τα τραγούδια, δεν υπάρχει τραγούδι που να μην το ξέρω, δηλαδή. Και την ιστορία του ξέρω. Και μάλιστα απ' τους πρώτους το ξέρω, γιατί το 1957, την ημέρα που τέλειωνα το γυμνάσιο και κατέβαινα απ' το γυμνάσιο γεμάτος σκέψεις, ένα έργο ενός Γάλλου συγγραφέα, τέτοιου, είχε από κάτω, βλέπω, με λατινικούς χαρακτήρες, Μίκης Θεοδωράκης. Είχε γράψει τη μουσική για εκείνο το έργο ενός Γάλλου που προχθές τον άκουσα... Resnais λεγότανε... Ο Lelouche ήτανε; Κάποιος απ' αυτούς τους δύο, και ένας ακόμη. Τρεις ήταν τότε του νεορεαλιστικού γαλλικού κινηματογράφου, που είχαν βάλει το Θεοδωράκη... Και ήταν το τραγούδι, μάλιστα, που το 'παιξαν αργότερα οι τέτοιοι... Που κάναν το... Aphrodite's Child! Ήταν το τραγούδι που το ξανάκαναν αυτοί και το κάναν επιτυχία, το 'καναν επιτυχία, αλλά με αυτό ξεκινούσαν δηλαδή. Το 'χα διαβάσει εγώ, είχα τώρα 1,5 δραχμή στη τσέπη μου, θυμάμαι, για να πάω να παίξω λίγο παραπέρα, είχε ένα καφενείο, παίζαμε μπιλιάρδο. Είναι το παιχνίδι που μ' αρέσει. Και μπήκα για να δω τη ταινία και άκουσα την μουσική αυτή στον κινηματογράφο «Αττικόν», για αυτό σ' το λέω αυτό. Ο Θεόφιλος, αυτός που ζωγράφιζε, ένας ωραίος ζωγράφος, σαν τον Μπαλάφα, που έκανε χειροποίητες, που έκανε, ζωγράφιζε... Σε κινηματογραφικά έργα τις σκηνές αυτός τις ζωγράφισε, ένας Μπαλάφας, που εχθές τον είδε η γυναίκα μου στο Μέτσοβο, έχει έκθεση. Ή πήγε στο Μέτσοβο και την είπα: «Πάνε εκεί στην έκθεση». Πήγε και το είδε, λέει: «Κώστα, έχει του Μπαλάφα τα έργα που τον αρέσουν πολύ». Λοιπόν. Και το είχα δει, τον ήξερα τον Θεοδωράκη. Ήθελα να πάω. Αλλά υπηρετώ. Ήμουν έφεδρος ανθυπολοχαγός. Λοιπόν. Εδώ στη Δράμα. Είχα κόψει εισιτήριο πιο μπροστά, αλλά το βράδυ εκείνο, έπρεπε να ήμουν αξιωματικός ασφαλείας των στρατοπέδων. Κάθε βράδυ υπήρχε ένας αξιωματικός, υπάρχει και τότε και τα λοιπά, που είσαι, κάνεις επιθεώρηση τις φρουρές, που λέμε, στα διάφορα στρατόπεδα... Η Δράμα είναι, είκοσι στρατόπεδα έχει. Είκοσι στρατόπεδα έχει, στην κυριολεξία. Τότε είχε πολύ περισσότερα. Λοιπόν, ήμουν εκεί για να κάνω τέτοιο. Τυχαίνει την ημέρα εκείνη, εγώ έχω πάρει τα εισιτήρια και τα λοιπά. Θέλω αμάν, πώς και πώς να πάω να το δω. Λέω ένα φίλο μου, που ήταν, Πέτρος Μετοχιαννάκης, Κρητικός δάσκαλος, ήταν υπασπιστής, του λέω: «Ρε συ, Μετοχιαννάκη, κάτσε εσύ», λέω, «στη θέση, θα αλλάξω εγώ» και τα λοιπά. Αυτό γινότανε, αλλά έπρεπε να πάρεις το διοικητή να το πεις πρώτα. Τον διοικητή του στρατοπέδου, που ήταν σε άλλο στρατόπεδο, ανήκαμε μεν στο τάγμα, αλλά ήτανε σε άλλο στρατόπεδο, εμείς ήμασταν με το πυροβολικό, αυτοί ήταν στο άλλο. Δεν πήγα να του το πω, γιατί ήταν σε άλλο στρατόπεδο. Πήγα, όμως, στο τέτοιο και άκουσα τον Θεοδωράκη. Ήταν η μέρα, η πρώτη φορά, που φώναξε τη Φαραντούρη να πει δύο τραγούδια, αφού κάναν ο Μπιθικώτσης, με έναν Ιωαννίδη που έκανε δεύτερη φωνή. Και έχει νόημα, γιατί σ' το λέω με τον Ιωαννίδη, που δεν τον ξέρει κανένας. Λοιπόν. Που βγήκε και, μάλιστα, την είδα, επειδή ήμουν στη δεύτερη σειρά, μπροστά-μπροστά, στη δεύτερη σειρά, με είχε η Όλγα δώσει εισιτήριο, είχα βγάλει μπροστά, τους έβλεπα όλους. Είδα και τη τέτοια, που ήτανε λιγάκι, που πήγαινε έτσι λιγάκι το πόδι της, που είχε το πρόβλημα από τότε, από μικρή, δηλαδή. Με ένα μαύρο φορεματάκι, είπε δύο τραγουδάκια και τα λοιπά. Την άλλη μέρα, το πρωί, ο Διοικητής μου μού λέει: «Κύριε Παπαθανασίου, σε θέλει ο διοικητής του τάγματος», γιατί υπαγόμασταν στο τάγμα, αλλά ήμασταν σε άλλο στρατόπεδο, λίγο παραπέρα, δηλαδή. Τι να με θέλει και τα λοιπά. Ψυλλιάστηκα κάτι ότι συμβαίνει και τα λοιπά, με αυτό και τα λοιπά. Πηγαίνω στο στρατόπεδο, εκεί που ήταν αυτό... Ο διοικητής ήταν, μάλιστα, αυστηρός πολύ, γιατί μόλις είχε 'ρθει απ' τη σχο[01:30:00]λή Ευελπίδων, σαν διοικητής ήρθε σε εμάς, εδώ, στο τάγμα επάνω. Ένας Σπαρτιάτης, το όνομα, καθώς ερχόμουν, το θυμόμουν κιόλας, αλλά τώρα το ξέχασα. Λοιπόν. Μου λέει: «Κύριε Παπαθανασίου, χτες ήσασταν φρουρά ασφαλείας;». «Ναι», του λέω. «Την κάνατε;». Καταλαβαίνω κάτι έχει τώρα και τα λοιπά. Λέω: «Όχι, δεν την έκανα. Έβαλα τον κύριο Μετοχιαννάκη». «Με είπατε;». Λέω: «Δεν σας είπα, γιατί ήσασταν μακριά, στο άλλο το στρατόπεδο, δεν ήθελα, δεν πρόλαβα να 'ρθω. Πήγα στο γιατρό και έκανα για το δόντι μου, γιατί με πονούσε». Είχε ένα ντοσιέ δερμάτινο, ανοίγει από το ντοσιέ, όπως έχουν επάνω, σηκώνει το ντοσιέ, βγάζει από κάτω μια φωτογραφία της τοπικής εφημερίδας, εδώ, το «Θάρρος», η οποία, ο φωτογράφος με είχε βγάλει, γιατί ήμουν και μπροστά-μπροστά, μπαίνοντας στην αίθουσα του «Αττικόν». Ήμουν στη δεύτερη σειρά, στη γωνία, για αυτό τα είδα και τα λοιπά. Λέει: «Αυτός είστε εσείς;». Εγώ με πολιτικά, βέβαια, δεν ήμουν αξιωματικός, αλλά η φάτσα μου φαίνεται κατακάθαρα, αφού με πήρε, έτσι, μπαίνοντας από την είσοδο, το «Αττικόν», όπως τη θυμάμαι τώρα κιόλας, στη γωνία μπροστά, εγώ ήμουνα η πρώτη σειρά –δύο σειρές ήταν– η μπροστά η γωνία, μπροστά-μπροστά ήμουνα εγώ. «20 μέρες φυλακή, να μην το ξανακάνετε, δεν έχετε», λέει, «τίποτα στο φύλλο σας», το basebook, έτσι λέγεται... Ναι, basebook λέγεται, το βασικό βιβλίο του στρατού που γράφουνε μέσα οι ποινές και τα λοιπά. Είχα μόνο αυτό, για αυτό το λόγο. 2007 τώρα, πρόσεξέ με, σειρά γεγονότα. 2007. Κάνει η τέτοια, κάνει η Φαραντούρη μία εκδήλωση στο «Παλλάς», τον πρώην... Τώρα που έγινε θεατρική αίθουσα, παλιά ήτανε, κάτι άλλο ήτανε και τα λοιπά. Το «Παλλάς», που είναι στη Βουκουρεστίου, πίσω από το τέτοιο, το ξέρεις...
Ο κινηματογράφος είναι το...
Μπράβο. Κινηματογράφος δεν είναι. Δεν λειτουργεί σαν κινηματογράφος, σαν αίθουσα εκδηλώσεων είναι. Όταν θέλουν να κάνουν καμιά εκδήλωση μεγάλη όλοι αυτοί, όλοι εκεί την κάνουν και τα λοιπά. Λοιπόν. Τραγουδάει η Φαραντούρη του Καμπανέλλη το Άσμα ασμάτων και όλα αυτά τα τραγούδια τα υπέροχα, τα καταπληκτικά, που είναι, τραγούδια και τα λοιπά. Εγώ βρίσκομαι στην Αθήνα για αγορές. Οι αγορές οι δικές μας... Γίνονται δύο εκθέσεις, μία την άνοιξη και μία το φθινόπωρο. Στα δικά μας τα είδη. Επάνω στην Παιανία γινότανε. Μεγάλες αίθουσες και τα λοιπά. Και πηγαίνω κάθε χρόνο, για να κάνω τις αγορές μαζεμένες, αντί να τρέχω από μαγαζί σε μαγαζί, αυτό ήταν το τέτοιο. Κόβω κι ένα εισιτήριο για εκεί και τα λοιπά. Αλλά είχα πάει λίγο αργά. Η πλατεία γεμάτη, «δεν έχουμε να σας δώσω εισιτήρια, έμειναν», λέει, «επάνω δύο θέσεις» και τα λοιπά. «Έχει ένα φουαγιέ επάνω. Έχει, αν θέλετε να σας δώσουμε τη μία». «Δώστε», λέω. Ε, πηγαίνω κάθομαι, ακούω τη συναυλία, ξέρω τα τραγούδια όλα και μισοτραγουδάω κιόλας, έχω αυτό το τέτοιο, τα μισοτραγουδάω και τα λοιπά. Όλα και τα λοιπά. Γιατί η φωνή μου είναι καλούτσικη. Λοιπόν. Και μία θέση, όμως, άδεια, λέω: «Τόσες γεμάτες, πήχτρα, αυτή ποια είναι και δεν έρχεται κανένας». Λοιπόν. Όχι στην πρώτη σειρά, στη δεύτερη σειρά ήμουν θυμάμαι. Στο διάλειμμα, γίνεται διάλειμμα, βλέπω έρχεται σιγά-σιγά ο Χυτήρης, ο άντρας της Φαραντούρη, ο οποίος ήταν στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ που γινότανε πάνω στην Κηφισιά... Η κόντρα μεταξύ Βενιζέλου και Παπανδρέου, ποιος θα βγει επικεφαλής του τέτοιου. Έχω και την περιέργεια εκείνη, γιατί ανήκω σε εκείνο το χώρο. Για αυτό, σου λέω προηγουμένως, δούλεψα σε εκείνο το χώρο πολύ και τα λοιπά, χωρίς καμία τέτοια, ίσα-ίσα, με αφήσαν, μου χρωστάν και λεφτά... Λοιπόν. «Κύριε Χυτήρη», λέω, «τι γίνεται; Ποιος βγήκε;». λέω και τα λοιπά. Λέει: «Βενιζέλος». «Α κρίμα», εγώ αυθόρμητα του λέω. Ο τέτοιος, ο Παπανδρέου βγήκε. «Κρίμα», λέω και τα λοιπά. Λέω: «Θα σου πιάσω μια κουβέντα, είμαι του χώρου», λέω, «αν το ξέρετε... Έχω 'ρθει και σε πολλές εκδηλώσεις, έχω 'ρθει του χώρου μας, του δικού μας» και τα λοιπά, «ήμουν αντιπρόσωπος των εμπόρων βορείου Ελλάδος σε συνέδρια πολλά... Πώς έτσι και έγινε;». «Βγήκε», λέει, «άνετα ο Παπανδρέου ο Γιώργος», ξέρω 'γω και τα λοιπά. «Αλλά θα σου πω και κάτι ακόμα», λέω. «Τη γυναίκα σας τη γνώρισα πριν από σας». Με κοιτάζει παράξενα, σου λέει με ποιον τρελό έμπλεξα. «Τη γνώρισα», λέω, «πολύ πριν από σας, όταν ήταν 17 χρονών». Κοιτάζει. Με λέει... Γιατί τόσο ήταν η Φαραντούρη, όταν ήρθε εδώ. Μου λέει: «Πώς;». «Το 1964», του λέω, «ήταν πρώτη της προεμφάνιση, την έκανε στη Δράμα. Ή η πρώτη, ή η δεύτερη. Δε ξέρω αν την πρώτη την έκανε στις Σέρρες», λέω, «αλλά ήταν απ' τις πρώτες εμφανίσεις που είπε δύο τραγουδάκια» και τα λοιπά. «Τι λέτε, πωπωπώ...» Ενθουσιάστηκε ο άνθρωπος, γυναίκα του είναι, ξέρω 'γω. «Θα 'ρθεις», λέει, «μαζί μου». «Πού;». «Θα πάμε στα καμαρίνια κάτω να σε γνωρίσω». «Βρε αμάν!» «Όχι. Θα 'ρθεις». Τελειώνει η παράσταση, με παίρνει στα καμαρίνια του τέτοιου, κατεβαίνουμε κάτω, κόσμος, τι να σου πω... Ήταν πρώτη εκδήλωση, ήτανε, δημοσιογράφοι... Θυμάμαι τον τέτοιον, ήταν πολύ... Πώς λεγότανε; Ο δημοσιογράφος τότε, ήταν και πολύ, πολύ γνωστός και γράφει τώρα στο Βήμα, στα Νέα. «Θα 'ρθεις», λέει, «κάτω». «Δεν κάνει», λέω. «Όχι, θα 'ρθεις», με παίρνει απ' το χέρι, με το ζόρι... Φεύγει όλος ο κόσμος. Με κατεβάζει στα καμαρίνια, τα θυμάμαι σαν και τώρα, κάτω στο Παλλάς, δηλαδή, δεξιά, έτσι, αριστερά, ανεβαίνεις κάτι σκαλοπατάκια και φτάνεις ένα μέρος, στενό, στενάχωρο... Η Φαραντούρη καθόταν σε μια καρέκλα, ιδρωμένη, ζαλισμένη... Από πίσω όλοι οι δημοσιογράφοι με ανθοδέσμες και με τέτοια πράγματα... Μου λέει: «Να σου γνωρίσω έναν παλιό τέτοιο...». Με κοιτάζει η γυναίκα έτσι, καθισμένη στην καρέκλα, λέει: «Δεν τον γνωρίζω», λέει, «τον κύριο». «Να σου πει», λέει, «την ιστορία». Τη λέω: «Σας είδα», λέω, «σας είδα τότε, πρώτη φορά, το 'πα στο σύζυγό σας να μην έρθω και σας κάνω, γιατί είστε κουρασμένη. Σας είδα στο "Αττικόν"», λέω, «τον κινηματογράφο το 1974, την πρώτη εμφάνιση που τραγουδούσατε μαζί με τον Μπιθικώτση και με τον Ιωαννίδη». Με κοιτάζει έτσι παράξενα. «Ήσασταν εκεί;». Λέω: «Ήμουν εκεί». «Δεν λέω για τον Μπιθικώτση, ούτε που ήσασταν εκεί. Δεν ξέρω. Αλλά για τον Ιωαννίδη, πού τον θυμηθήκατε;». Ήταν ένας τραγουδιστής που έφτιαχνε δεύτερη φωνή. Σεκόντο έφτιαχνε. Αλλά ήταν καταπληκτικός, όταν τον άκουγες... Άλλο το τραγούδι, όταν άκουγες μόνο τον Μπιθικώτση και άλλο, όταν άκουγες να γλυκαίνει τη φωνή του, γιατί αυτό είπε και ο Μπιθικώτσης, μια κάποια στιγμή, «με γλυκαίνει στο τραγούδι», το είπε και τα λοιπά. Ο οποίος εξαφανίστηκε, δεν έγινε τραγουδιστής ο άνθρωπος, σεκονταδόρος, άλλο σεκονταδόρος και άλλο ο τραγουδιστής. Μου λέει: «Θα 'ρθεις μαζί μου», θα πήγαιναν στην «Αίγλη», έχει ένα στο Ζάππειο μέσα, έχει ένα κέντρο, «θα φάμε εκεί», λέει, και τα λοιπά. «Συνηθίζεται αυτό, θα 'ρθεις μαζί παρέα». «Βρε όχι». «Θα 'ρθεις» και τα λοιπά. Ο Φασουλής ήταν ο τέτοιος, ο δημοσιογράφος, τότε, στην ΕΡΤ παρουσίαζε την τέτοια, ο Φασουλής ήταν, που ήρθε και έκατσα και μαζί του και στην «Αίγλη» κιόλα και δεν είχα και τι να πω, δηλαδή. Αυτοί έχουν τα δικά τους, τους δικούς τους κώδικες... Και κακώς που πήγα, δηλαδή, αμηχανία, αλλά, τέλος πάντων, σου τ' ανέφερα, γιατί έχει με αυτή την τέτοια, την ιστορικότητα, ένα ενδιαφέρον, δηλαδή, για το πρόσωπό μου, με αυτή την έννοια, δηλαδή. Ναι.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Ο κύριος Παπαθανασίου, έμπορος υφασμάτων με μεγάλη εμπειρία στην αγορά, αφηγείται την επιχειρηματική του πορεία, διαγράφοντας μέσα από αυτήν την εξέλιξη της πόλης της Δράμας. Από τη βουλγαρική κατοχή και τον διχασμό του Εμφυλίου, από την οικοτεχνία γιαουρτιού και τη σταδιοδρομία του ως ποδοσφαιριστής στην «ποδοσφαιρομάνα» Δράμα, μέχρι την εμπορική δραστηριότητα στα λευκά είδη, ο κύριος Παπαθανασίου παρουσιάζει αποκαλυπτικά τους σταθμούς εξέλιξης της πόλης του στις δεκαετίες της εκβιομηχάνισης και της αντιπαροχής. Παρουσιάζει τις μεταβάσεις που πέρασε το εμπόριο, τον αγώνα για νέες αγορές και την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας της πόλης. Τέλος, περιγράφει την ποδοσφαιρική ιστορία της πόλης, από τη Δόξα Δράμας και τον Λουκανίδη, μέχρι τον Ολυμπιακό Σικάγου.
Αφηγητές/τριες
Κωνσταντίνος Παπαθανασίου
Ερευνητές/τριες
Φώτης Κοροσιάδης
Θέματα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
19/09/2022
Διάρκεια
96'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Ο κύριος Παπαθανασίου, έμπορος υφασμάτων με μεγάλη εμπειρία στην αγορά, αφηγείται την επιχειρηματική του πορεία, διαγράφοντας μέσα από αυτήν την εξέλιξη της πόλης της Δράμας. Από τη βουλγαρική κατοχή και τον διχασμό του Εμφυλίου, από την οικοτεχνία γιαουρτιού και τη σταδιοδρομία του ως ποδοσφαιριστής στην «ποδοσφαιρομάνα» Δράμα, μέχρι την εμπορική δραστηριότητα στα λευκά είδη, ο κύριος Παπαθανασίου παρουσιάζει αποκαλυπτικά τους σταθμούς εξέλιξης της πόλης του στις δεκαετίες της εκβιομηχάνισης και της αντιπαροχής. Παρουσιάζει τις μεταβάσεις που πέρασε το εμπόριο, τον αγώνα για νέες αγορές και την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας της πόλης. Τέλος, περιγράφει την ποδοσφαιρική ιστορία της πόλης, από τη Δόξα Δράμας και τον Λουκανίδη, μέχρι τον Ολυμπιακό Σικάγου.
Αφηγητές/τριες
Κωνσταντίνος Παπαθανασίου
Ερευνητές/τριες
Φώτης Κοροσιάδης
Θέματα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
19/09/2022
Διάρκεια
96'