Από τις Καστανιές του Έβρου στα σχολεία του Μπρονξ
Ενότητα 1
Μεγαλώνοντας στις Καστανιές του Έβρου και οι καλοκαιρινές σεζόν στο Νιού Τζέρσεϊ
00:00:00 - 00:19:27
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλησπέρα. Καλησπέρα. Θα ήθελες να μου πεις το όνομά σου; Nαι. Με λένε Αναστασία. Και το επίθετό σου; Αναστασία Αρικίδη. Είμαστε με…κάποια χρήματα, λέω: «Οκ, θα το προσπαθήσω». Οπότε μάζεψα, ξέρω 'γώ, ενδεικτικά, κι ελέγχους και τέτοια από Ελλάδα και είπα να μείνω εκεί.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηTags
Ενότητα 2
Η μετανάστευση στην Πενσυλβάνια. Η ζωή στο Πανεπιστήμιο και η καποέιρα
00:19:27 - 00:41:09
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Πηγαίνω στην Πενσυλβάνια, στη θεία μου, το σχολείο είχε μία ομάδα βόλεϊ που ήταν πολύ καλή. Εγώ όντως εκεί δηλαδή διαπίστωσα ότι σε σχέση με…ιόλας στα ελληνικά, αλλά τα χρήματα ήταν πάρα πολύ χαμηλά. Λέω: «Τι να κάτσω να κάνω εδώ;». Τέλος πάντων, μετά από μια βδομάδα τα παρατάω.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηTags
Ενότητα 3
Το όνειρο της Νέας Υόρκης. Η μετακόμιση και το σχολείο στο Χάρλεμ
00:41:09 - 00:50:18
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Μπήκαν όλοι έτσι σε μια κρίση, γιατί αυτοί οι μαθητές είχαν ήδη διαλέξει μάθημα, ας πούμε, για το εξάμηνο. Και φεύγω, λέω: «Θα πάω στη Φλόρι… κάνεις ένα μάθημα μια μέρα, θα σε παρακολουθήσουμε κι από 'κεί θα αποφασίσουμε αν θα σας κρατήσουμε για του χρόνου σαν κανονική δασκάλα».
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηTags
Ενότητα 4
Η πρώτη δουλειά ως δασκάλα και η δυσκολία κοινωνικής ενσωμάτωσης
00:50:18 - 01:02:55
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Της λέω: «Οκ», κάνω το μάθημά, μου λένε: «Οκ». Εγώ όμως πάλι δεν έβγαινα οικονομικά, οπότε ξεκίνησα να δουλεύω σε ένα άλλο εστιατόριο, ένα ά…παιδιά», στη διοίκηση αυτό δεν άρεσε, γιατί έμπαινα σε αντιπαράθεση μαζί τους. Τέλος πάντων, λέω: «Οκ, κανένα πρόβλημα, θα βρω κάτι άλλο».
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηTags
Ενότητα 5
Το σχολείο στο Μπρόνξ και οι μεταπτυχιακές σπουδές
01:02:55 - 01:11:40
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Μετά βρήκα ένα σχολείο στο Μπρονξ και με πήραν εκεί απ’ τον Σεπτέμβριο του 2020. Ήταν αρκετά μακριά το σχολείο, αλλά ήμουν λίγο τυχερή, γιατ…α άλλα σχέδια εγώ δεν ξέρω και ούτε πρόκειται να μάθω! Αλλά πήρα το ρίσκο πάλι και σταματάω τη δουλειά, δηλαδή δεν παίρνω τη δουλειά αυτή.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηTags
Ενότητα 6
Η εμπειρία ως καθηγήτρια σε δημόσιο αμερικανικό σχολείο και οι οικονομικές δυσκολίες
01:11:40 - 01:26:06
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Αποφάσισα να μείνω λίγο έξτρα στην Ελλάδα, να μείνω λίγο με τους γονείς μου, να κάνω λίγα ταξίδια στην Ελλάδα, γιατί πάντα το είχα, ας πούμε…ι οι συνεντεύξεις με κάποιες εταιρίες. Οπότε εγώ δούλευα στο σχολείο, δούλευα σε εστιατόρια κι έκανα και συνεντεύξεις για αυτήν τη δουλειά.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 7
Η αλλαγή καριέρας, η επιστροφή στην Ελλάδα και η ζωή στην Αθήνα
01:26:06 - 01:38:20
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και μίλησα με μια εταιρεία από εδώ από την Ελλάδα, τέλος πάντων, δηλαδή από τις εκατόν πενήντα αιτήσεις που έκανα, έκατσε μόνο μία, η μοναδι…υχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο και για το μοίρασμα και για όλα αυτά που μοιράστηκες σήμερα μαζί μου. Ευχαριστώ κι εγώ για την εμπειρία.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 1
Μεγαλώνοντας στις Καστανιές του Έβρου και οι καλοκαιρινές σεζόν στο Νιού Τζέρσεϊ
00:00:00 - 00:19:27
[00:00:00]Καλησπέρα.
Καλησπέρα.
Θα ήθελες να μου πεις το όνομά σου;
Nαι. Με λένε Αναστασία.
Και το επίθετό σου;
Αναστασία Αρικίδη.
Είμαστε με την Αναστασία Αρικίδη, εγώ είμαι η Έλλη Ξυπολιτάκη και είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Σήμερα είναι 22 Δεκεμβρίου του 2022, βρισκόμαστε στην Αθήνα και μπορούμε να ξεκινήσουμε τη συνέντευξή μας. Θα ήθελες, για αρχή, να μου πεις λίγα πράγματα για σένα;
Ναι! Εγώ μεγάλωσα στον Έβρο, σε ένα χωριό τέρμα σύνορα, αλλά γεννήθηκα στην Αμερική, γιατί ο πατέρας μου ήτανε πάρα πολλά χρόνια μετανάστης, Καναδά, Γερμανία Αμερική, και γνώρισε τη μητέρα μου εκεί, Αμερικανίδα. Ήρθαν στην Ελλάδα, ξέρω ‘γώ, το ‘80 παντρεύτηκαν και ξαναγύρισαν πίσω. Γεννήθηκε και ο αδερφός μου και εγώ και ήρθαν όταν ήμουν δεκαπέντε μηνών στην Ελλάδα, πήγαμε κατευθείαν στον Έβρο. Ναι, μεγάλωσα εκεί, ο πατέρας μου δεν δούλευε, γιατί είχε ένα ατύχημα στην Αμερική και έπαιρνε μία μικρή σύνταξη αναπηρίας, αλλά ασχολιόταν κυρίως με ποδόσφαιρο και τέτοια στο χωριό. Η μαμά ήταν καθηγήτρια αγγλικών, οπότε δούλευε τα βράδια, απογεύματα, ξέρω ‘γώ, μέχρι βράδυ κι εγώ κυρίως μεγάλωσα με τη θεία μου, τη μεγαλύτερη αδερφή του πατέρα μου, την οποία την έλεγα γιαγιά, γιατί οι γονείς του πατέρα μου είχαν ήδη πεθάνει. Επειδή ο πατέρας μου είναι μεγάλος σε ηλικία, δεν είχα από ‘κεί, ξέρω ‘γώ, παππούδες. Μεγάλωσα στο χωριό, γενικά ήταν πάρα πολύ ωραία τα παιδικά χρόνια, είχαμε πάρα πολλή ελευθερία, ήμασταν όλη μέρα με ποδήλατα, έξω στη φύση, τρέλες. Γενικά ήταν πολύ ωραία τα παιδικά μας χρόνια. Στο δημοτικό σχολείο δεν είχαμε πολλά παιδιά, δηλαδή εφτά με δέκα άτομα ανά τάξη, δηλαδή μέχρι έκτη δημοτικού ήμασταν εφτά παιδιά, τώρα πλέον έχει κλείσει το δημοτικό σχολείο. Αλλά περάσαμε τέλεια, πολλές εκδρομές. Θυμάμαι όμως, έκτη δημοτικού, είχε έρθει ένας άλλος δάσκαλος πολύ, πολύ αυστηρός, τον οποίο δεν τον θέλαμε καθόλου στην αρχή, αλλά αυτός ήρθε και συνειδητοποίησε ότι δεν ξέραμε τίποτα εμείς, δηλαδή τίποτα, ούτε το ρήμα, ας πούμε, τι είναι. Και μας έμαθε πάρα πολλά πράγματα, για τον οποίο είμαστε πολύ ευγνώμων όλοι μας από την ίδια τάξη. Γιατί λέμε πραγματικά δεν ξέρουμε πού θα ήμασταν, αν δεν είχαμε αυτό το δάσκαλο να μας μάθει, ξέρω ‘γώ, τη γλώσσα τουλάχιστον. Η γλώσσα είναι ένα άλλο θέμα στον Έβρο, γιατί εκεί μιλάμε την εβριτική διάλεκτο, η οποία διαφέρει αρκετά από τα τα στάνταρ ελληνικά. Και θυμάμαι την πρώτη μέρα της πρώτης δημοτικού που πήγα, ετοιμαζόμουν για σχολείο, μου λέει ο πατέρας, μου λέει: «Έλα εδώ», λέω: «Ναι», μου λέει: «Τώρα πρέπει να ακούς τους δασκάλους πώς μιλάνε». Λέω: «Γιατί;», λέει: «Γιατί πρέπει να μάθεις ελληνικά». Λέω: «Τι εννοείς; Ξέρω ελληνικά». Μου λέει: «Όχι, δεν ξέρεις ελληνικά, μιλάς διάλεκτο. Θα μεγαλώσεις και θα σε κοροϊδεύουν και δεν θα μπορείς να βρεις δουλειά πουθενά από τον τρόπο που μιλάς». Τέλος πάντων, αυτό μου είχε μείνει, οπότε το δούλεψα πάρα πολύ κι ενώ ίσως υπάρχει ακόμα μία προσφορά, προσπαθώ όσο μπορώ να τη διαχωρίζω. Δηλαδή, όποτε πηγαίνω στο χωριό, μιλάω τη διάλεκτο, όχι πολύ βαριά πλέον, αλλά μου αρέσει, ας πούμε, είναι μία έκφραση και όποτε είμαι έξω από το χωριό, μιλάω λίγο πιο ελληνικά, ας πούμε, πιο, το πιο νορμάλ.
Ποιες είναι οι διαφορές;
Είναι η προφορά πολύ διαφορετική, αλλά είναι και λέξεις πολλές διαφορετικές, οι οποίες έχουν πολλή πλάκα. Δηλαδή, όλα τα παιδιά από πάνω, όταν μιλάμε μεταξύ μας έτσι, γελάμε με τους εαυτούς μας έτσι, γιατί έχει πολλή πλάκα γενικά να μιλάς στη διάλεκτο. Τώρα πιστεύω ότι έχει αρχίσει λίγο να αλλάζει αυτό, δηλαδή ο κόσμος το βλέπει λίγο πιο, δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, ότι είναι, αυτή είναι ταυτότητα, ας πούμε, και έχει αρχίσει να γίνεται, να γυρνάει λίγο πάλι στη μόδα. Όχι πολύ βαριά, ας πούμε, όπως οι παλιοί που δεν είχαν πάει σχολείο και αυτά, αλλά έτσι το ακούς λίγο παραπάνω, τη διάλεκτο. Αλλά, ναι, είναι η προφορά, παίρνει λίγο, ξέρω ‘γώ, από τούρκικα, είναι όμως και λέξεις πολλές που είναι διαφορετικές, μπορεί να είναι μίξεις διαλέκτων από διάφορα χωριά, λίγο με τουρκικά, ίσως λίγο βουλγάρικα. Δεν ξέρω, δεν το έχω μελετήσει για να ξέρω ακριβώς από πού, από πού έχει βγει αυτή η διάλεκτος τέλος πάντων. Αλλά ναι, αυτό θυμάμαι, ας πούμε, από την πρώτη δημοτικού, πριν πάω σχολείο. Μετά, fast forward, τελείωσα την έκτη δημοτικού και έτυχε να έρθει ένας προπονητής βόλεϊ, αυτός γενικά έψαχνε ταλέντα σε σχολεία στα χωριά και εγώ ήμουν γενικά πολύ ψηλή για την ηλικία μου και μου λέει: «Εσύ θα παίξεις βόλεϊ». Οπότε ξεκίνησε να πηγαίνω σε ένα γειτονικό χωριό, έκτη δημοτικού, για να κάνω προπονήσεις με κάτι, «Πυρήνες» λέγονταν τότε, «Πυρήνες βόλεϊ». Και αποφάσισα να πάω αθλητικό γυμνάσιο, το οποίο ήταν λίγο πιο μακριά, στην Ορεστιάδα, ενώ πια όλοι μου οι φίλοι πήγαν σε ένα πολύ κοντινό χωριό για γυμνάσιο, το οποίο ήταν, ξέρω ‘γώ, πέντε χιλιόμετρα από μας. Εγώ ξυπνούσα μία ώρα πιο νωρίς κι έπαιρνα το λεωφορείο με τα παιδιά που πήγαιναν στο τεχνικό λύκειο στην Ορεστιάδα και κατέβαινα, ήταν, ξέρω ‘γώ, κατέβαινα σε μία στάση που δεν κατέβαινε κανείς άλλος και περπατούσα είκοσι, είκοσι πέντε λεπτά το πρωί για να πάω σε αυτό το γυμνάσιο. Την πρώτη μέρα είχα πει: «Τι κάνω; Τι βλακεία είναι αυτή, ξέρω ‘γώ, δεν, δεν το ξανακάνω». Αλλά, λέω, ας δώσω μία άλλη ευκαιρία. Πήγαμε εκεί στο αθλητικό, κάναμε προπόνηση το πρωί, μετά σχολείο και μετά από το σχολείο πήγαινα κατευθείαν πάλι στο γήπεδο. Δηλαδή, επειδή ήμουν αρκετά μακριά από όλους τους άλλους, δηλαδή όλοι οι άλλοι πηγαίναν σπίτι για να φάνε και αυτά και εγώ πήγαινα κατευθείαν στο γήπεδο. Μερικές φορές κάποιες φίλες έλεγαν: «Έλα σπίτι μου για να φας μεσημεριανό», αλλά κυρίως πήγαινα κατευθείαν στο γήπεδο και έκανα προπόνηση όλη μέρα εκεί. Αυτή ήταν η ζωή μου κυρίως στο γυμνάσιο. Πολλές ώρες έξω από το σπίτι, πολλές ώρες μες στο γήπεδο, βόλεϊ και αυτά. Και τότε, η ομάδα των ανδρών του ομίλου Ορεστιάδας ήταν Α1 Εθνική και γενικά πηγαίναμε πολύ στα παιχνίδια και ήμασταν μέσα, βοηθούσαμε, ξέρω ‘γώ, με μπάλες, τέτοια, μες στο γήπεδο, γιατί ήμασταν από τον όμιλο, ας πούμε. Και έτυχε, ήμουν Β' λυκείου, ναι, μετά συνέχισα το λύκειο εκεί. Δεν ήταν αθλητικό το λύκειο, αλλά συνέχισα, ας πούμε, στο αντίστοιχο λύκειο στην Ορεστιάδα. Και έτυχε να παίξουνε έναν αγώνα, οι άντρες με τον Ηρακλή, ο οποίος Ηρακλής είχε τρεις παίκτες Αμερικανούς. Και πήγα εγώ και τους μίλησα τέλος πάντων και τους λέω: «Έχω, η μητέρα μου είναι Αμερικανίδα» κι αυτά και μου λένε: «Α, και παίζεις βόλεϊ;», λέω: «Ναι» και μου λέει: «Γιατί δεν πας στην Αμερική να σπουδάσεις;» και λέω: «Πώς θα πάω στην Αμερική να σπουδάσω;». Εγώ είχα μπει κανονικά στο σύστημα εδώ, είχα πιάσει, πάρει την θετική κατεύθυνση στο λύκειο, φροντιστήρια τέτοια, να δώσω Πανελλαδικές την επόμενη χρονιά και τα λοιπά για να περάσω εδώ κάπου. Μου λέει: «Θα παίξεις βόλεϊ, μπορείς να πάρεις υποτροφία βόλεϊ», και λέω: «Οκ». Πηγαίνω σπίτι, λέω στους γονείς μου: «Θα παίξω βόλεϊ, θα πάω Αμερική να σπουδάσω» και μου λένε: «Ποιος θα σε σπουδάσει στην Αμερική; Με τι χρήματα θα σε στείλουμε στην Αμερική να σπουδάσεις;». Λέω: «Θα παίξω βόλεϊ, θα πάρω υποτροφία» και μου λένε: «Κι αν δεν πάρεις υποτροφία, τι γίνεται;». Λέω: «Δεν ξέρω», έχουν ένα point όμως. Οπότε έκατσα λίγο κι έκανα μία έρευνα, είχε έρθει κι ο προπονητής μου, θυμάμαι, και μίλησε με τους γονείς μου και λέει: «Η Αναστασία είναι καλή, αλλά και στην Αμερική είναι πολύ αθλητικές, είναι πολύ γρήγορες οι κοπέλες, δηλαδή θα υπάρχει πολύ ανταγωνισμός». Οπότε λέω: «Πρέπει να έχω μία εναλλακτική λύση». Άρχισα να το ψάχνω, δεν είχαμε internet τότε, αλλά θυμάμαι κάπου σε μία εφημερίδα ή ένα περιοδικό, δεν θυμάμαι πώς ακριβώς, είχα βρει ένα νούμερο, το οποίο μπορούσα να το καλώ μέσω υπολογιστή, δηλαδή έβγαζα το καλώδιο από το τηλέφωνο και το έβαζα στον υπολογιστή και καλούσα αυτό το νούμερο και μου έδινε internet. Άρχισα εγώ να ψάχνομαι εκεί και βρήκα έναν τρόπο για να σπουδάσω πιο οικονομικά στην Αμερική. Στην ουσία βρήκα ότι, αν είσαι κάτοικος μιας πολιτείας και πας σε κρατικό, υποτίθεται, πανεπιστήμιο, πληρώνεις τα μισά, έχεις μία έκπτωση 50% ως κάτοικος μιας πολιτείας. Τα οποία ποσά πάλι είναι υψηλά, αλλά έλεγα ότι, αν το καταφέρω αυτό, θα μπορούσα να δουλεύω τα καλο[00:10:00]καίρια, γιατί αυτό ήταν ένα άλλο που κάναμε. Οι γονείς μου, κάποτε, είχανε μία πιτσαρία στο Νιού Τζέρσεϊ, αυτήν την ανοίγαμε μόνο για σεζόν. Οπότε, μέχρι το ‘96, πηγαίναμε και δουλεύαμε στο Νιού Τζέρσεϊ μόνο για αυτό, δηλαδή ανοίγαμε την πιτσαρία για σεζόν. Ο πατέρας μου έφευγε, ξέρω ‘γώ, Απρίλιο, εμείς τελειώναμε το σχολείο τον Ιούνη, πηγαίναμε. Δούλευαν οι γονείς όλο το καλοκαίρι και μετά γυρνούσαμε εμείς το Σεπτέμβρη και ο πατέρας μου, ξέρω ‘γώ, μετά, τον Οκτώβριο. Μετά από κάποια χρόνια, το ‘96, αποφάσισαν ότι δεν πήγαινε πολύ καλά η επιχείρηση, οπότε δεν σύμφερε και σταματήσαμε να πηγαίνουμε. Αλλά εμείς στο χωριό μέναμε σε ένα σπίτι που ήταν πάρα πολύ παλιό, δηλαδή δεν είχαμε θέρμανση, είχαμε ποντίκια στο ταβάνι, ναι, δηλαδή τα θυμάμαι και λέω: «Τι ζήσαμε στο χωριό;». Αλλά σαν παιδί, επειδή τα παιδιά γενικά είναι χαρούμενα πλάσματα, το έβλεπα σαν παιχνίδι όλο αυτό. Έπαιρνε ο πατέρας μου το κοντάρι το βράδυ και έκανε έτσι το ταβάνι κι έτρεχαν τα ποντίκια πάνω κι εγώ έσκαγα στα γέλια. Αλλά ναι, ήταν λίγο, οι γονείς μας που τα έβλεπαν από άλλη οπτική γωνία κι έλεγαν: «Θέλουμε να δώσουμε κάτι καλύτερο στα παιδιά», ήταν γενικά λίγο δύσκολη κατάσταση εκεί. Οπότε αποφάσισαν να αγοράσουμε ένα οικόπεδο στο χωριό, ο πατέρας μου ήθελε πάρα πολύ να έχει σπίτι δικό του στο χωριό και το πατρικό του, επειδή ήταν πολλά αδέρφια, πήγε σε άλλα αδέρφια, τέλος πάντων, όλα οκ. Και λένε να χτίσουμε κάτι δικό μας. Η μητέρα μου έχει φροντιστήριο αγγλικών, αλλά αυτό, ας πούμε, μας συντηρούσε, δεν μπορούσε να χτίσει σπίτι. Οπότε το 2010, είχαμε, ο πατέρας μου μίλησε με κάτι φίλους του, Έλληνες στην Αμερική, που είχαν εστιατόριο και είπανε να πάμε Αμερική τα καλοκαίρια, πάλι να δουλεύουμε σεζόν οικογενειακώς. Οπότε έφυγε ο πατέρας μου, τότε μπορεί να ήταν εξήντα πέντε χρόνων δηλαδή ο μπαμπάς, γιατί είναι μεγάλος σε ηλικία, είναι το ‘35 γεννημένος, η μαμά μου το ‘58, έχουν είκοσι τρία χρόνια διαφορά. Και είπαμε να ξαναγυρίσουμε στην Αμερική, να δουλεύουμε σεζόν και είναι σε ένα παραθαλάσσιο έτσι χωριό και δουλεύαμε στα εστιατόρια όλοι μας. Δηλαδή ο πατέρας μου έφτιαχνε πίτσα, επειδή ήξερε να φτιάχνει πίτσα, η μητέρα μου είτε hostess είτε, ξέρω ‘γώ, ταμείο, ας πούμε. Ο αδερφός μου δούλευε μες στην κουζίνα, τότε να ήταν ο Νίκος, αν ήμουν εγώ δέκα, έντεκα, αυτός δεκαέξι, δεκαεπτά, ας πούμε. Αυτός δούλευε κουζίνα, μπέργκερ, γύρους και τα λοιπά και εγώ είχα ξεκινήσει να καθαρίζω τραπέζια, ίσως όχι την πρώτη χρονιά, στα δέκα μου, στα έντεκα όμως ξεκίνησα κανονικά να καθαρίζω τραπέζια, ειδικά τις πολύ, τις ώρες που είχε πάρα πολλή δουλειά, ας πούμε, 5 με 9. Είχε τις σερβιτόρες, εγώ καθάριζα τραπέζια κι αυτές από τα πουρμπουάρ που βγάζανε, τα φιλοδωρήματα, το βράδυ η καθεμία μου έδινε 15%. Δηλαδή, αν έκανε μία εκατό δολάρια το βράδυ, μου έδινε δεκαπέντε δολάρια και από την καθεμία, ας πούμε, έβγαζα εγώ δέκα-δεκαπέντε. Αυτά τα χρήματα τα έδινα στους γονείς μου και το έκανα πιο πολύ όχι επειδή με ανάγκασαν να δουλέψω, αλλά δούλευε όλη η οικογένεια κι εγώ δεν είχα τι να κάνω. Δηλαδή πήγαινα πέρα-δώθε εκεί, παραλιακά, που είχε κάτι μαγαζιά με ηλεκτρονικά και τέτοια, αλλά είχα βαρεθεί, λέω: «Και εγώ θα δουλέψω και εγώ θέλω να κάνω χρήματα». Οπότε κάναμε αυτό και μετά πηγαίναμε κάθε χρόνο και αυτό γενικά βοήθησε πάρα πολύ. Χτίσαμε το σπίτι και τα λοιπά, αλλά σιγά-σιγά εγώ είχα αρχίσει να μαθαίνω και τη δουλειά της σερβιτόρας. Δηλαδή πήγα από το να καθαρίζω τραπέζια στο να δουλεύω σε ένα stand που είχε, ξέρω 'γώ, βάφλες, παγωτά, πίτσες, όλα αυτά σε Έλληνες, ας πούμε, οικογενειακούς φίλους παλιούς του πατέρα μου και αυτά. Και μετά, στα δεκατέσσερά μου, έγινα σερβιτόρα και ξεκίνησα να δουλεύω. Οπότε έμαθα καλά αυτή τη δουλειά, την κάναμε δηλαδή πολλά χρόνια αυτή την, πηγαίναμε Αμερική, ξέρω 'γώ, τα καλοκαίρια και δουλεύαμε και μετά γυρνούσαμε, πηγαίναμε σχολείο και τα λοιπά. Εγώ είχα μία τάση ανεξαρτησίας από μικρή και δεν ήθελα έτσι να νιώθω βάρος στους γονείς μου, να είμαι βάρος για τους γονείς μου, οπότε ό,τι χρήματα έκανα, τους τα έδινα και μετά ό,τι μου έδιναν χαρτζιλίκι, εγώ το σημείωνα για να ξέρω ποια είναι η συνεισφορά μου στην οικογένεια. Όχι ότι συγκρίνεται με όλα αυτά που σου δίνουν, αλλά ήθελα να ξέρω ότι έχω κι εγώ κάτι μέσα σε αυτό, ότι συνεισφέρω κάπως. Οπότε λέω, τότε που σκεφτόμουν να πάω Αμερική να σπουδάσω, λέω: «Τη δουλειά της σερβιτόρας την ξέρω, άτομα ξέρω, εστιατόρια ξέρω», εκεί όλοι οι Έλληνες, ας πούμε, που πηγαίναμε στο Νιού Τζέρσεϊ και δουλεύαμε και αυτά. Αν πάρω την προσφορά 50% για να σπουδάσω, τα καλοκαίρια θα μπορώ να πηγαίνω εκεί να δουλεύω και να κάνω τα υπόλοιπα, ας πούμε. Πώς όμως γίνομαι κάτοικος μιας πολιτείας; Δεν μείναμε ποτέ εκεί σαν κάτοικοι, δηλαδή το ‘91 που φύγαμε, αυτό ήτανε, ας πούμε. Οπότε μετά το έψαξα και αυτό λίγο: «Πώς γίνεσαι κάτοικος μιας πολιτείας», ενώ είχα υπηκοότητα, δεν είχα αυτή τη μόνιμη κατοικία. Το έψαξα και λένε ότι πρέπει να είσαι εκεί δώδεκα μήνες, όταν δηλαδή συμπληρώσεις δώδεκα μήνες σε μία πολιτεία, γίνεσαι κάτοικος της πολιτείας. Εγώ λέω είμαι Β' Λυκείου, άρα θα μπορούσα να κάνω τη Γ' λυκείου εκεί, θα γίνω κάτοικος μιας πολιτείας και μετά θα πάω σε ένα πανεπιστήμιο με μισή τιμή, ας πούμε. Κι αν δεν πάρω υποτροφία βόλεϊ, όλα οκ, θα πηγαίνω τα καλοκαίρια, θα δουλεύω και τα λοιπά. Πάω λοιπόν, ψάχνομαι από 'δώ και λέω: «Πώς μπορώ να το κάνω;». Έχω μία θεία στην Αμερική, η αδερφή της μητέρας μου, αυτή μένει στην Πενσυλβάνια, λέω: «Ίσως να μπορούσα να μείνω μαζί της για έναν χρόνο». Τη ρωτάω και μου λέει: «Έλα, αν θες, και ο ξάδερφός σου είναι Γ΄ λυκείου, θα πηγαίνετε μαζί σχολείο και τα λοιπά». Λέω: «Ωραία ιδέα, θα γλυτώσω φροντιστήρια, τέτοια και μετά, αν πάω πανεπιστήμιο, θα έχω πιο πολλές επιλογές, γιατί είμαι δεκαεπτά χρονών, δεν ξέρω τι θέλω να κάνω». Δηλαδή μπορεί εγώ τώρα να λέω ότι θέλω να σπουδάσω οικονομικά, αλλά στα είκοσί μου να πω: «Δεν μου αρέσει» και όντως έτσι έγινε. Τέλος πάντων, μου λέει: «Έλα, θα το κάνουμε έτσι». Το λέω στους γονείς μου, λέω: «Θα πάω Αμερική Γ΄ λυκείου, θα μείνω με τη θεία μου, θα γίνω κάτοικος της Πενσυλβάνια, μετά θα μπορώ να πάω σε ένα κρατικό πανεπιστήμιο στην Πενσυλβάνια, θα πάρω την έκπτωση, τα καλοκαίρια θα πηγαίνω στο Νιού Τζέρσεϊ, θα δουλεύω σερβιτόρα, θα τα βγάλω πέρα». Και μου λένε οι γονείς μου: «Έχεις σχέδιο» και ήταν γενικά πολύ υποστηρικτικοί. Όταν τους έλεγα: «Δεν θα πάω», μου έλεγαν: «Ναι, τι να πας να κάνεις τώρα στην Αμερική; Πήγαινε εδώ πανεπιστήμιο, φοιτητικά χρόνια στην Ελλάδα, ωραία, θα κάνεις ταξίδια, θα κάνεις παρέες, φίλους και τα λοιπά, θα είσαι κοντά». Και όταν τους έλεγα: «Θέλω να πάω», μου λέγανε: «Ναι, πήγαινε, είναι καλά εκεί, μπορείς να γυρίσεις όποτε θες, εμείς εδώ θα είμαστε» και τα λοιπά. Οπότε αποφάσισα, ήταν να πάμε ούτως ή άλλως το καλοκαίρι για δουλειά όλοι, οπότε το 2007 το καλοκαίρι είχαμε μαζευτεί όλοι να πάμε. Εγώ είχα και ένα περιστατικό με το βόλεϊ την προηγούμενη χρονιά, επειδή ετοιμαζόμουν να κατέβω στο Διακλιμακιακό εδώ, στον Μαραθώνα νομίζω ήτανε, πού διαλέγουν παιδιά, ξέρω 'γώ, για την εθνική και αυτά, κάτι έγινε τη χρονιά που ήταν να έρθουμε και άλλαξαν οι ημερομηνίες. Ήταν να πάμε Ιούνιο, μετά αλλάξαν τις ημερομηνίες για Ιούλιο, ο πατέρας μου ήταν στην Αμερική, λέει: «Δεν θα κάτσεις εκεί όλο το καλοκαίρι και θα ‘μαστε εμείς εδώ και θα είσαι εκεί μόνη σου». Οπότε χάνω το Διακλιμακιακό, με έπιασε μία τρομερή κατάθλιψη, γιατί το θυμάμαι, ήμουν δεκαέξι χρονών, και δούλευα σε δύο διαφορετικά εστιατόρια. Έκανα πέντε μεροκάματα στο ένα και πέντε μεροκάματα στο άλλο, δηλαδή φουλ, δεκαέξι χρονών. Και είχα έτσι κάνει μία παύση με το βόλεϊ, οπότε, γι’ αυτό και δεν μπορούσα να βασιστώ πάρα πολύ στο ότι θα πάρω μία υποτροφία. Τέλος πάντων, πάμε το επόμενο καλοκαίρι, δουλεύω, κάνω κάποια χρήματα, λέω: «Οκ, θα το προσπαθήσω». Οπότε μάζεψα, ξέρω 'γώ, ενδεικτικά, κι ελέγχους και τέτοια από Ελλάδα και είπα να μείνω εκεί.
Πηγαίνω στην Πενσυλβάνια, στη θεία μου, το σχολείο είχε μία ομάδα βόλεϊ που ήταν πολύ καλή. Εγώ όντως εκεί δηλαδή διαπίστωσα ότι σε σχέση με τα κορίτσια από ‘κεί, δεν ήμουν καθόλου αθλητική. Δηλαδή, εγώ νόμιζα ότι ήμουνα αθλήτρια, αλλά αυτές ήταν πολύ πιο γυμνασμένες, πολύ πιο αθλητικές από μένα. Αλλά τέλος πάντων, μπήκα στην ομάδα και άρχισα να ξαναβρίσκω τη φόρμα μου, ας πούμε, αλλά είχα πάρα πολύ πρόβλημα στο να κάνω παρέες. Και αυτό για μέν[00:20:00]α ήταν πολύ διαφορετικό, ας πούμε, δεν ήτανε το νορμάλ για μένα να μην κάνω παρέες, γιατί ήμουν γενικά αρκετά κοινωνική και πάντα είχα φίλους, δηλαδή πάντα καλή με όλους, δεν είχα θέμα, με οποιονδήποτε μπορούσα να κάνω παρέα. Και στο Νιού Τζέρσεϊ που πηγαίναμε, εγώ έβλεπα μία Αμερική τελείως διαφορετική, έβλεπα μία Αμερική, ξέρω 'γώ, μιας κοινωνίας μεταναστών που ήταν οι Έλληνες, ήταν σαν ένα μικρό ελληνικό χωριό, όπως σου είπα, και είχε και φοιτητές από όλον τον κόσμο που πηγαίνανε εκεί για να δουλέψουν σεζόν και αυτά. Και από ‘κεί πήγα στην άλλη άκρη της Πενσυλβάνια, μέσα, δυτικά, που είναι όλοι, ξέρω 'γώ, λευκοί Αμερικάνοι, πολύ κλειστή κοινωνία, κλειστή εννοώ δεν είναι συνηθισμένοι στο να βλέπουν κόσμο από άλλα μέρη. Οπότε στο σχολείο δεν μπόρεσα να κάνω φίλους, ήταν πάρα πολύ δύσκολο αυτό για μένα, γιατί είχαν έρθει όλες οι αλλαγές μαζί. Δηλαδή, έμενα με την θεία μου και τον θείο μου και τα ξαδέρφια μου, οι οποίοι ζούσαν μία ζωή τελείως διαφορετική από αυτή που είχα μάθει εγώ εδώ. Εδώ είχαμε, ξέρω 'γώ, έβγαινα με τις φίλες μου, είχαμε ελευθερία, η μητέρα μου έφτιαχνε φαγητό κάθε μέρα, ξέρεις, λίγο πιο παραδοσιακό ελληνικό, σπιτικό, ας πούμε, έτρωγα καλά και τα λοιπά. Και εκεί ήτανε φάση, έρχονταν 5 το απόγευμα και λέγανε: «Τι θα παραγγείλουμε σήμερα; Πίτσα, σάντουιτς;». Ήταν αυτό, από την άλλη μετά ήταν ένα μέρος στο οποίο δεν είχε συγκοινωνία και δεν είχε καν πεζοδρόμια. Δηλαδή, για να βγω μία βόλτα, όλοι εκεί κυκλοφορούν με αυτοκίνητα, έπρεπε να υποχρεωθώ κάπως στον θείο μου, στην θεία μου, στον ξάδερφο, για να με βγάλουν μία βόλτα, ξέρω 'γώ. Και επίσης δεν είχα και φίλους, γιατί δεν ερχόταν κανείς να μου μιλήσει εκεί στο σχολείο. Ήταν πάρα πολύ δύσκολα, δηλαδή μπορώ να πω ότι ήταν η πιο δύσκολη χρονιά της ζωής μου, η πρώτη χρονιά στην Αμερική, γιατί ενώ μοιάζω με αυτούς, είμαι και εγώ, ξέρω 'γώ, έχω πολύ ανοιχτά χρώματα, μοιάζω για Αμερικανίδα, αυτοί με έβλεπαν σαν εξωγήινο, δηλαδή είχα τελείως διαφορετικά βιώματα, μιλούσα για τελείως διαφορετικά πράγματα. Αυτοί εκεί έχουν κάτι lunch, ξέρω 'γώ, το μεσημεριανό μες στο σχολείο, που είναι σαράντα πέντε λεπτά και κατεβαίνουν όλοι κάτω στην εστία και τρώνε. Eκεί έκατσα μία χρονιά μόνη μου, δηλαδή σε σημείο που ούτε καν ο ξάδερφός μου ερχόταν να κάτσει μαζί μου, γιατί δεν ήθελε να συσχετιστεί με αυτή την ξένη, oπότε ήταν πολύ δύσκολο. Είχα μία φίλη, η οποία ήταν εκεί με ανταλλαγή μαθητών από τη Νορβηγία και είχε το αντίστροφο lunch από μένα. Επίσης τα αγγλικά μου, αν και ήταν καλά, δεν ήταν καλά όπως είναι τώρα, οπότε η προφορά μου ήταν λίγο πιο βαριά, ξέρω 'γώ, θυμάμαι έκανα μία παρουσίαση και είπα λάθος μια λέξη και με ψιλοκορόιδεψαν κάπως. Και, ξέρεις, όταν είσαι δεκαεπτά χρονών, είσαι λίγο πιο ευαίσθητος σε αυτά τα comment. Και έπαιζα στην ομάδα βόλεϊ, μετά ξαναμπήκα λίγο στο κέντρο, έπαιζα, ξέρω 'γώ, κεντρική. Η πασαδόρος λίγο παρεξηγήθηκε, επειδή άρχισαν να βάζουν εμένα, αντί της φίλης της, δεν μου έδιναν πάσα, τα κορίτσια δεν μου έλεγαν «καλημέρα» στον διάδρομο. Οπότε σταμάτησα και το βόλεϊ, μπήκα σε μία πολύ βαριά κατάθλιψη, νομίζω έβαλα δεκαπέντε κιλά εκείνη τη χρονιά. Δεν είχα καμία κοινωνική ζωή και είπα στους γονείς μου: «Θέλω να φύγω από ‘δώ, αυτό το μέρος είναι οπισθοδρομικό. Εγώ ήρθα στην Αμερική για κάτι πιο μοντέρνο, πιο διαφορετικό, πιο μπροστά, ξέρω 'γώ και νιώθω ότι έχω έρθει πίσω κάπως, έχω πάει πίσω, θέλω να γυρίσω Ευρώπη». Μου λένε: «Κοίταξε, είναι περίεργη χρονιά η τελευταία χρόνια του λυκείου, προσπάθησε να μπεις στο πανεπιστήμιο και δες πώς θα πάει». Δεν ήταν πιεστικοί, δηλαδή σαν συμβουλή, αν τους έλεγα ότι δεν την παλεύω, θα μου έλεγαν: «Οκ, έλα σπίτι σου». Αλλά ένιωσα ότι είχαν ένα δίκιο σε αυτό που έλεγαν, ας πούμε, και λέω: «Οκ, θα το παλέψω». Γιατί μου είπαν μετά: «Αν δεν σου αρέσει ούτε αυτό, θα βρούμε τρόπο, θα γυρίσεις Ελλάδα, θα δώσεις πανελλαδικές ή θα πας Ευρώπη, θα βρούμε μία άκρη». Πέρασα σε ένα πανεπιστήμιο κρατικό εκεί και ήταν λίγο μοναχικά στην αρχή. Γιατί θυμάμαι την πρώτη μέρα, την πρώτη εβδομάδα που είχα πάει, την πρώτη μέρα όλοι πήγαιναν εκεί με τους γονείς τους, γέμιζαν τις εστίες με πράγματα, έβγαιναν να φάνε με τους γονείς τους κι αυτά κι εγώ ήμουν τελείως μόνη. Τότε θυμάμαι πέθανε και η θεία μου, αυτή που με μεγάλωσε στο χωριό. Δηλαδή την πρώτη εβδομάδα που είχα πάει, με πήρε τηλέφωνο η κόρη της, η ξαδέρφη μου, η οποία είναι, επειδή οι ηλικίες είναι λίγο περίεργες λόγω του πατέρα μου, είναι αρκετά μεγαλύτερη, δηλαδή πιο μεγάλη από τη μαμά μου. Μου λέει: «Αναστασία, να σου πω, είσαι με τους γονείς σου;». Γιατί οι γονείς μου δεν είχαν τηλέφωνο στην Αμερική τότε που ερχόμασταν τα καλοκαίρια. Ήτανε δηλαδή μία φάση, πηγαίναμε μόνο για δουλειά. Δηλαδή νοικιάζαμε κάτι δωμάτια και μέναμε και οι τέσσερις μέσα σε ένα δωμάτιο. Ούτε κουζίνα είχε, δηλαδή ίσα-ίσα δύο κρεβάτια και ένα μπάνιο. Τρώγαμε στο εστιατόριο και γυρνούσαμε εκεί για ύπνο, ας πούμε, τίποτα άλλο. Οπότε ούτε τηλέφωνα ούτε τίποτα. Εγώ είχα ένα τηλέφωνο, επειδή πήγα πανεπιστήμιο και ήθελα να έχω έναν αριθμό, τέλος πάντων. Και πήρε εμένα τηλέφωνο η ξαδέρφη και μου λέει: «Αναστασία, θέλω να μιλήσω λίγο με τον μπαμπά σου». Λέω: «Ξαδέρφη, όλα καλά;». Και εκεί κατάλαβα, ας πούμε. Μου λέει: «Όχι, η θεία πέθανε, η γιαγιά πέθανε». Εκεί κατέρρευσα εγώ, παίρνω τηλέφωνο στο εστιατόριο, γιατί οι γονείς μου ήταν ακόμα στο Νιού Τζέρσεϊ για τη σεζόν, λέω: «Θέλω να μιλήσω με τον μπαμπά μου». Με το που ακούω τη φωνή του, βάζω τα κλάματα, ο πατέρας μου λέει: «Τι έπαθε τώρα αυτό το παιδί, πρώτη εβδομάδα πήγε στο πανεπιστήμιο;» και λέω: «Μπαμπά, η θεία», ξέρω 'γώ κι αυτά, προσπάθησα να είμαι αυτό, οπότε ήταν δύσκολη η πρώτη εβδομάδα εκεί, αλλά σιγά-σιγά, θυμάμαι ήμουν στην εστία, έτρωγα μόνη μου τέλος πάντων και είδα έτσι μία μεγάλη παρέα παιδιών στη γωνία, που έτσι ήτανε, είχαν πολλή πλάκα τέλος πάντων και γυρνάει μία κοπέλα από Ινδία και μου λέει: «Κοπελιά, από πού είσαι;» και της λέω: «Από Ελλάδα». Λέει: «Εμείς είμαστε το διεθνές γκρουπ εδώ, έλα μαζί μας». Λοιπόν και παίρνω το φαγητό μου, πηγαίνω, ξέρω 'γώ, στα παιδιά. Ήταν παιδιά από όλο τον κόσμο, δηλαδή Ινδία, Νεπάλ, από διάφορες χώρες της Ευρώπης, Πολωνία, Γαλλία, Γερμανία, Ισπανοί, μετά από όλη τη Λατινική Αμερική, Περού, είχαμε άτομα από Βολιβία, Περού, Ελ Σαλβαδόρ, Γουατεμάλα, Μεξικό, Κολομβία, Βραζιλία, δηλαδή ήταν πραγματικά το διεθνές γκρουπ, ας πούμε. Και μετά εκεί λέω: «Οκ, βρήκα την κλίκα μου». Και έτυχε, επίσης, ήταν ένας φίλος μου, τώρα πολύ καλός φίλος, καθόταν μόνος του αυτός εκεί σε ένα τραπέζι και μου λέει: «Α, και αυτός είναι Greek», λέω: «Αυτός εκεί είναι Greek;». Λέει: «Ναι», πηγαίνω εγώ μέσα στον ενθουσιασμό να βρω έναν άλλον Έλληνα, ξέρω 'γώ, λέω: «Γεια! Έλληνας;». Μου λέει: «Ναι». «Πώς σε λένε;», «Μιχάλη». Δεν με ρώτησε πώς με λένε, λέω: «Τι πρόβλημα έχει αυτός ο άνθρωπος», λέω: «Από πού είσαι;», «Από Κύπρο», λέω: «Κι εγώ από Ελλάδα», ξέρω 'γώ και αυτά και αυτός δεν είχε συγκινηθεί καθόλου, ξέρω 'γώ, μπορεί δηλαδή για αυτόν να ήταν το αντίθετο: «Εγώ φεύγω από 'κεί», ξέρω 'γώ, δεν ξέρω. Τέλος πάντων, ο Μιχάλης τώρα είναι πολύ καλός μου φίλος. Μόλις κέρδισε και το βραβείο νέου λογοτέχνη στην Κύπρο. Ναι, έχει εκδώσει βιβλίο. Μιλούσαμε σήμερα για την ακρίβεια και γίναμε και με αυτόν πολύ καλοί φίλοι. Αλλά, ναι, αυτή ήταν μετά η ζωή στο πανεπιστήμιο και ήμουν πολύ τυχερή επίσης, γιατί τα χρήματα που κάνει μητέρα μου στην Ελλάδα, στην Αμερική φαίνονται σαν να είναι κάτω από το όριο της φτώχειας. Οπότε πήρα βοήθεια από το κράτος και για να σπουδάσω. Ναι, οπότε και είχα την έκπτωση σαν κάτοικος στη Πενσυλβάνια, αλλά και τα χρήματα της μαμάς μου ήταν χαμηλά για τα δεδομένα της Αμερικής που πήρα πάρα πολύ βοήθεια από το κράτος. Οπότε με λίγη δουλειά το καλοκαίρι που πήγαινα στο Νιού Τζέρσεϊ και λίγη βοήθεια, όσο μπορούσαν από εδώ οι γονείς, με ενοίκιο κι αυτά, έβγαλα το πανεπιστήμιο κι εκεί ήταν μια υπέροχη εμπειρία. Δούλευα και είχα ξεκινήσει να σπουδάζω International Βusiness, δεν ξέρω γιατί. Γιατί λέω: «Α, θα ταξιδεύω τον κόσμο», ας πούμε. Μετά άρχισα και είχα έναν, αυτός, ο μέντοράς μου, εκεί έχεις[00:30:00] πάντα έναν καθηγητή, δεν ξέρω πώς λέγεται, σύμβουλος; Το advisor-
Επόπτης ίσως;
Υπόπτης;
Επόπτης.
Ο επόπτης μου ήταν ένας καθηγητής από το Ιράκ, ο Abbas Ali, ο οποίος πήγα να του μιλήσω, ξέρω ‘γώ, και του έλεγα: «Θέλω να μάθω γλώσσες, θέλω να μάθω αραβικά, θέλω να κάνω ισπανικά». Κι αυτός απλά γελούσε. Λέω: «Τι γελάει αυτός; Εγώ μιλάω σοβαρά εδώ», ξέρω ‘γώ. Τέλος πάντων, αυτός, με αυτόν ξεκινήσαμε μια πάρα πολύ ωραία σχέση. Πήγαινα συνέχεια, τον έβλεπα, του έκανα ερωτήσεις για τι μαθήματα να πάρω κτλ. Και μου είπε ότι χρειαζόταν άτομο να τον βοηθήσει στο γραφείο, γιατί αυτός έκανε πολλά, έκδιδε πολλά άρθρα και τέτοια, ας πούμε, και χρειαζόταν βοηθό. Οπότε λέω: «Οκ, θα δουλέψω» και δούλευα σαν φοιτήτρια, έχουν αυτοί κάτι προγράμματα, work study τα λένε, ξέρω 'γώ, και μετά άρχισα να μαθαίνω αραβικά, άρχισα να μαθαίνω ισπανικά και άρχισα να βλέπω όλη αυτήν τη σύνδεση των γλωσσών, τέλος πάντων, επειδή και εγώ μεγάλωσα με μια διάλεκτο που έχουμε αρκετά τούρκικα μέσα και από εκείνα, ας πούμε, έβλεπα την επιρροή των αραβικών στα τούρκικα και από τα τούρκικα στα ελληνικά και όλα αυτά. Και μετά και μέσα στα ισπανικά είχα δει τη σύνδεση με τα αραβικά, γιατί είχανε μπει μέσα οι Άραβες πάρα πολλά χρόνια στην Ιβηρική χερσόνησο κι αυτά. Και λέω: «Τι κάνω στο Business, δεν μου αρέσει το Business, μου αρέσουν αυτά», ό,τι έχει να κάνει με ανθρώπους γενικά μου αρέσει πολύ. Και την ιστορία των ανθρώπων και τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Οπότε λέω μια φορά στον καθηγητή μου, λέω σε αυτόν, τον επόπτη μου, ας πούμε, του λέω: «Θα αλλάξω, θα φύγω από το Business School και θα πάω πολιτικές επιστήμες». Και μου λέει: «Τι να πας να κάνεις πολιτικές επιστήμες; Διάβαζε τα άρθρα που σου δίνω εδώ κάθε μέρα», γιατί αυτός είναι είναι λίγο τρελαμένος με τα νέα. Ας πούμε, ξυπνάει 4 η ώρα το πρωί και διαβάζει όλα τα νέα από όλον τον κόσμο και μετά τα εκτυπώνει όλα κι εγώ μετά έπρεπε να τα βάλω σε κατηγορίες. Ναι. Δηλαδή ανά θέμα κάπως και κρατούσε αυτός αρχεία, χαρτί, δηλαδή χαρτούρα, πολλή χαρτούρα. Τέλος πάντων, και μετά το σκέφτηκα, ας πούμε, και λέω: «Θα μπω», λέω, «στις γλώσσες». Δηλαδή στην ουσία μπήκα στο παράρτημα, στη σχολή της αγγλικής και πήρα την εξειδίκευση στις γλώσσες. Οπότε έκανα γλωσσολογία, ιστορία γλώσσας, τέτοια πράγματα και μετά έκανα και πολλά μαθήματα λογοτεχνίας, κάποια γραφής. Ήτανε, ήταν πολύ δύσκολη, πολύ δύσκολη αυτή η μετάβαση, γιατί είναι τελείως διαφορετική επιστήμη. Στο Business School δηλαδή, θυμάμαι, είχα μαθηματικά, είχα οικονομικά, πράγματα, ας πούμε, που μου έπαιρναν λιγότερο χρόνο να κάνω τις εργασίες μου σπίτι και αυτά. Ενώ με τα αγγλικά είχα πάθει πλάκα, γιατί ήταν όλα θεωρία, ξέρω ‘γώ, είχε πάρα πολύ διάβασμα και πάρα πολύ γράψιμο και δυσκολεύτηκα πάρα πολύ στην αρχή, λέω: «Τι κάνω;», ας πούμε. Τέλος πάντων, το άλλαξα, μπήκα, μετά έτυχε να έρθω πιο κοντά με τον φίλο μου τον Μιχάλη, γιατί κι αυτός ήταν μέσα στην αγγλική φιλολογία. Νομίζω στην αρχή ήταν φιλοσοφία και ψυχολογία και μετά έκανε ψυχολογία και αγγλικά, γιατί τον διώξανε από τη Φιλοσοφική Σχολή, γιατί είχε ένα θέμα εκεί. Νόμιζαν ότι έκανε plagiarism, πώς λέγεται αυτό στα ελληνικά; Δεν ξέρω.
Να σου πω την αλήθεια, ούτε εγώ θυμάμαι την ελληνική λέξη.
Τέλος πάντων, αλλά με αυτόν γελάσαμε πολύ, περάσαμε πολύ ωραία. Και γενικά μου άρεσε σαν εξειδίκευση, ας πούμε, συνέχισα να κάνω αραβικά, συνέχισα να κάνω τα ισπανικά. Τα ισπανικά τα είχα σαν δεύτερη, σαν δεύτερο πτυχίο, αλλά μετά το παράτησα, γιατί ήθελα να τελειώνω, γιατί κουράστηκα, γιατί κουράστηκα με τις σπουδές. Οπότε τελείωσα αγγλική φιλολογία, σπουδές γλωσσών συγκεκριμένα κάπως. Και μετά, εκείνη την τελευταία χρονιά - βόλεϊ δεν έπαιξα ποτέ τελικά. Είχα μιλήσει το πρώτο έτος με μια κοπέλα από Σερβία, η οποία έπαιζε στην ομάδα βόλεϊ των κοριτσιών του πανεπιστημίου και μου λέει: «Έλα να μιλήσεις με τον προπονητή». Πηγαίνω, μιλάω με τον προπονητή μου λέει: «Φαίνεται ότι έχεις μια εμπειρία και ύψος έχεις κτλ., έλα, έλα στα δοκιμαστικά». Πάω στα δοκιμαστικά, μου λένε: «Πού είναι η ασφάλεια υγείας;», λέω: «Δεν έχω ασφάλεια υγείας», γιατί η ασφάλεια υγείας ήταν πάρα πολύ ακριβή. Δεν μπορούσα εγώ να αγοράσω ασφάλεια υγείας για τον εαυτό μου, αυτά τα προβλήματα της Αμερικής. Οπότε δεν μπόρεσα καν να πάρω μέρος στα δοκιμαστικά, γιατί γι’ αυτούς είναι σαν, είναι, πώς το λένε, σαν εγγύηση, το να έχεις ασφάλεια υγείας, γιατί αν πάθεις κάτι πάνω στα δοκιμαστικά, να μην έχουν αυτοί την ευθύνη. Τέλος πάντων, το αφήσαμε αυτό και έτυχε στο προτελευταίο έτος να λέω: «Ας κάνω κάτι άλλο». Ήθελα, μου έλειπε η γυμναστική, τέλος πάντων, κάπως. Και περνάω μπροστά από ένα στούντιο γιόγκα, ξέρω 'γώ, λέω: «Μπορώ να δοκιμάσω γιόγκα». Και είδα το πρόγραμμα απ’ έξω και είδα ότι τις Κυριακές έχει καποέιρα. Και κάπου είχα ακούσει τι είναι η καποέιρα. Η φίλη μου, η κολλητή, στο πανεπιστήμιο ήταν από Βραζιλία κι αυτή, είχε αρχίσει, ξέρω ‘γώ, να μου, να μου δείχνει μουσική από Βραζιλία και αυτά και μου άρεσε πάρα πολύ σαν κουλτούρα κι αυτό και σαν γλώσσα, άρχισα να μαθαίνω τα πορτογαλικά μόνη μου. Και μετά ξεκίνησα να κάνω καποέιρα. Μου άρεσε πάρα πολύ, θυμάμαι ήταν η πρώτη χρονιά, δηλαδή μετά από τέσσερα χρόνια στην Αμερική, που έκανα φίλους Αμερικάνους. Και το συνειδητοποίησα τότε. Δηλαδή, νομίζω ότι δεν το έκανα εσκεμμένα, αλλά χωρίς να το καταλαβαίνω τους απέφευγα. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως επειδή ο πατέρας μου συνέχεια μας έλεγε: «Μην κάνεις έτσι σαν Αμερικανός, μην τρως σαν Αμερικανός, μη μιλάς σαν Αμερικανός, μην περπατάς σαν…». Είναι λίγο αντι-Αμερικανός ο πατέρας μου και παρότι παντρεύτηκε Αμερικανίδα, δεν δέχτηκε ποτέ να γίνει Αμερικανός, Αμερικάνος υπήκοος. Δηλαδή είχε βγάλει ένα διαβατήριο από Καναδά, όταν ήταν στον Καναδά. Και λέει: «Εγώ το καναδέζικο δεν το δίνω για να πάρω αμερικάνικο, Αμερικάνος δεν θέλω να γίνω ποτέ». Οπότε ίσως ήταν κι αυτό λίγο πίσω, να είχα κι εγώ μια, πώς το λένε, προκατάληψη χωρίς να το ξέρω. Και, τέλος πάντων, ξεκινάω να κάνω καποέιρα. Γνώρισα κι άλλα άτομα και μου άρεσε πάρα πολύ όλο αυτό. Ο δάσκαλος του δασκάλου μου έμενε στη Νέα Υόρκη και είχε τη σχολή στη Νέα Υόρκη. Οπότε εγώ πωρωμένη, τελείωσα το πανεπιστήμιο, λέω: «Πρέπει να βρω τρόπο να πάω να μείνω στη Νέα Υόρκη». Για μένα ήταν κάτι το απίθανο, γιατί λέω: «Ποιοι μένουν στη Νέα Υόρκη; Μάλλον μόνο εκατομμυριούχοι, ξέρω ‘γώ». Δηλαδή από αυτά που άκουγα στις ταινίες και έβλεπα κτλ., λέω δεν θα μπορούσα ποτέ να επιβιώσω σε μια τέτοια πόλη. Τέλος πάντων, το καλοκαίρι πηγαίνω πάλι στο Νιου Τζέρσεϊ για δουλειά. Τότε είχε έρθει και ο αδερφός μου με την κοπέλα του από Ελλάδα, μέναμε όλοι μαζί. Ο αδερφός μου σπούδασε εδώ, αλλά μετά κι αυτός τελείωσε τη σχολή και λέει: «Τι να κάνω στην Ελλάδα; Πάω Αμερική για δουλειά». Και αυτός δούλευε σε εστιατόρια, δεν είχε ποτέ, νομίζω, την ελπίδα ότι θα κάνει κάτι με καριέρα στην Αμερική, γιατί είχε στο μυαλό του ότι το πτυχίο του από την Ελλάδα, δεν θα μετρούσε ποτέ εκεί. Τέλος πάντων, δουλεύαμε όλοι στα εστιατόρια το καλοκαίρι, εγώ με το μυαλό να πάω στη Νέα Υόρκη. Τελικά, όμως, με δέχτηκαν στο μεταπτυχιακό στο πανεπιστήμιο που δούλευα. Εκεί εγώ την τελευταία χρονιά είχα αρχίσει να κάνω μαθήματα ελληνικών στον γιο ενός καθηγητή, ο οποίος ήταν υπεύθυνος, τον είχα γνωρίσει επειδή ήταν υπεύθυνος, το λέγανε το παράρτημα «Κριτικές Σπουδές», όχι κριτικές σπουδές, Critical Languages, ξέρω 'γώ, κάπως. Είναι οι γλώσσες που, οι μη ρομαντικές, οι λατινικές, ελληνικές γλώσσες, όχι, οι ελληνικές, ας πούμε, πήγαν σε αυτό το παράρτημα μετά. Είχαν, ας πούμε, τα αραβικά, τα μάνταριν, τα γιαπωνέζικα, τα εβραϊκά, δηλαδή αυτές τις γλώσσες. Και όταν γνώρισα, επειδή έκανα αράβικα, και μου λέει: «Ο γιος μου θέλει να μάθει ελληνικά, γιατί του αρέσει πάρα πολύ η αρχαία ελληνική μυθολογία». Και είχα αρχίσει να κάνω μαθήματα στο γιο του και του άρεσαν πάρα πολύ, ήταν οκτώ χρονών, εννιά. Και μου λένε: «Αναστασία, κάνεις μεταπτυχιακό εδώ, θα ανοίξουμε τμήμα Νέων Ελληνικών. Θες να το αναλάβεις;». Και λέω: «Οκ, θα το[00:40:00] κάνω». Οπότε μου φάνηκε σαν πολύ ωραία ευκαιρία, ξέρω 'γώ, να κάνω το μεταπτυχιακό εκεί και να διδάσκω ελληνικά. Τελειώνω το καλοκαίρι της σεζόν στο Νιου Τζέρσεϊ, γυρνάω στο πανεπιστήμιο, ξεκινάω το μεταπτυχιακό, ξεκινάω τα ελληνικά. Είχα είκοσι τέσσερις μαθητές, αλλά ένιωσα μια απίστευτη πίεση, δεν ξέρω πώς το λένε, μια ασφυξία εκεί. Δεν μπορούσα άλλο στη Δυτική Πενσυλβάνια, δηλαδή δεν άντεχα άλλο σε μέρος τόσο απόμακρο, τόσο μακριά από τη θάλασσα, γιατί ήταν εφτά-οκτώ ώρες από τη θάλασσα. Εμένα μου αρέσει να έχω κοντά θάλασσα, ας πούμε. Και λέω: «Δεν αντέχω άλλο. Είμαι εδώ πέντε χρόνια. Πώς θα κάτσω εδώ άλλα δύο χρόνια; Δεν αντέχω άλλο αυτό το μέρος». Αλλά είχα ήδη ξεκινήσει το μεταπτυχιακό. Επίσης νόμιζα ότι θα μου δώσουν καλύτερα χρήματα για να διδάσκω κιόλας στα ελληνικά, αλλά τα χρήματα ήταν πάρα πολύ χαμηλά. Λέω: «Τι να κάτσω να κάνω εδώ;». Τέλος πάντων, μετά από μια βδομάδα τα παρατάω.
Μπήκαν όλοι έτσι σε μια κρίση, γιατί αυτοί οι μαθητές είχαν ήδη διαλέξει μάθημα, ας πούμε, για το εξάμηνο. Και φεύγω, λέω: «Θα πάω στη Φλόριντα», γιατί ο αδερφός μου κατέβηκε στη Φλόριντα με τη γυναίκα του για να δουλέψουν, γιατί η σεζόν μετά συνεχίζει στο νότιο τμήμα της Αμερικής. Δηλαδή, το καλοκαίρι είναι στο βόρειο τμήμα που έχει πολλές παραλίες, εστιατόρια και ξενοδοχεία και τέτοια και μετά κατεβαίνουν, κατεβαίνει η σεζόν στη Φλόριντα, γιατί εκεί έχουν όλη τη χρονιά καλοκαίρι και οι καλύτεροι μήνες είναι Οκτώβριος με Απρίλιο. Λέω: «Νίκο, να έρθω να μείνω μ' εσάς κάποιο διάστημα;», λέει: «Έλα, χρειαζόμαστε και βοήθεια με το ενοίκιο, θα είναι καλύτερο για όλους μας». Παρατάω το μεταπτυχιακό, κατεβαίνω στη Φλόριντα, πιάνω δουλειά σε εστιατόριο, δουλεύω εκεί και λέω: «Τι κάνω με τη ζωή μου;». Άφησα το μεταπτυχιακό, δίδασκα ελληνικά, ευκαιρία ζωής, ξέρω 'γώ, για βιογραφικά και τέτοια και τα παράτησα και λέω: «Έρχομαι κι έγινα πάλι σερβιτόρα». Τέλος πάντων, ήταν ωραία όμως, γιατί είχε ωραίο καιρό και αυτά, ήταν μια ωραία εμπειρία, δέθηκα πολύ και με τη γυναίκα του αδερφού μου, γίναμε φίλες, κλπ. Μετά πήγα Ελλάδα. Τώρα μιλάμε για το 2013. Ναι, τελείωσα το πανεπιστήμιο το ‘12, μετά πήγα τον Οκτώβρη στη Φλόριντα. Δούλεψα τη σεζόν μέχρι τον Απρίλιο. Γυρνάω Ελλάδα για Πάσχα. Τότε το Πάσχα θυμάμαι ήταν Πρωτομαγιά. Κάνω την Πρωτομαγιά και αυτά και το Πάσχα εδώ και ξαναγυρνάω στην Αμερική το καλοκαίρι να δουλέψω σεζόν στο Νιού Τζέρσεϊ για καλοκαίρι. Μαζεύω κάποια χρήματα, λέω: «Πάω Νέα Υόρκη», γιατί εμένα στο μυαλό μου μου είχε μπει να κάνω καποέιρα, γιατί ήθελα να γίνω καλή σε αυτό, να το συνεχίσω, μου άρεσε, κτλ. Μαζεύω κάποια χρήματα τον Οκτώβριο του ‘13, βρίσκω ένα σπίτι μέσω της καποέιρα, μια κοπέλα από το γκρουπ που έψαχνε συγκάτοικο. Αυτή είναι από τον Ισημερινό και μου λέει: «Το δίνω τόσο το έξτρα δωμάτιο. Αν θες, έλα να μείνουμε μαζί». Μαζεύω το καλοκαίρι κάποια χρήματα, νομίζω δύο-τρεις μήνες ενοίκιο, πηγαίνω στη Νέα Υόρκη. Λοιπόν, εγώ είχα βλέψεις να φύγω από την Αμερική, γιατί γενικά δεν μου άρεσε πολύ. Έλεγα: «Μπορώ να πάω οπουδήποτε, εκτός από Αμερική», αλλά λέω: «Ας πάω στη Νέα Υόρκη να το δοκιμάσω κι αυτό και μετά να αποφασίσω». Λοιπόν, πάω στη Νέα Υόρκη και νομίζω ήταν το μέρος που είπα ότι: «Εδώ ανήκω. Αυτή είναι η πόλη μου». Και ήταν περίεργο το feeling, γιατί, ξέρεις, περπατάς μέσα στους δρόμους και λες: «Αυτά τα έβλεπα μόνο σε ταινίες». Πήγα στο Κουίνς, στο Τζάκσον Χάιτς, το οποίο είναι, η οποία γειτονιά είναι η πιο πολυεθνική ίσως στον κόσμο, μιλάνε εβδομήντα τέσσερις γλώσσες μόνο σε αυτήν τη γειτονιά, ξέρω 'γώ. Κι έμενα με τη φίλη μου, αυτήν την κοπέλα που ήταν από το γκρουπ καποέιρας, κλπ. Και… Εκτύπωσα κάποια βιογραφικά με την εμπειρία μου στα εστιατόρια και βγήκα στους δρόμους κι έμπαινα από εστιατόριο σε εστιατόριο κι έδινα βιογραφικά μέχρι να βρω δουλειά. Είχα μόλις ξεκινήσει σε ένα Irish pub και μετά με παίρνουν τηλέφωνο από ένα ελληνικό εστιατόριο, το οποίο ήτανε λίγο πιο ήταν πιο ακριβό και λέω: «Ίσως κάνω πιο καλά χρήματα εκεί». Πάω σε αυτό, αφήνω το Irish pub, πάω σ’ αυτό το ελληνικό εστιατόριο. Ήταν αρκετά μακριά. Εντάξει, τα χρήματα ήταν οκ. Κι έκανα αυτό, δηλαδή δούλευα εκεί και έκανα και προπονήσεις καποέιρα. Αλλά μετά οι γονείς μου έλεγαν: «Οκ, τι κάνεις στη Νέα Υόρκη; Πήγες δηλαδή στη Νέα Υόρκη για να γίνεις πάλι σερβιτόρα και να κάνεις καποέιρα δηλαδή; Τι σχέδιο έχεις;». Λέω κάπως πρέπει να δικαιολογήσω τη διαμονή μου στη Νέα Υόρκη, οπότε άρχισα να κάνω αιτήσεις για μεταπτυχιακά. Έκανα διάφορες αιτήσεις μέχρι τον Ιανουάριο. Με δέχτηκε ένα πανεπιστήμιο, τον Ιανουάριο του ‘14, με δέχτηκε ένα πανεπιστήμιο στην Νέα Υόρκη και ξεκίνησα να κάνω το μεταπτυχιακό πάνω σε αγγλικά ως ξένη γλώσσα. Γιατί λέω: «Αν έχω μεταπτυχιακό αγγλικά ως ξένη γλώσσα και στη Νέα Υόρκη πάντα θα έχω δουλειά και όπου θέλω στον κόσμο να πάω, πάντα ζητάνε καθηγητές αγγλικών». Οπότε ήταν και κάπως safe επιλογή. Αλλά μου άρεσε επίσης και η διδασκαλία. Λοιπόν και είχα ξεκινήσει λίγο να βοηθάω και τον μάστερ μου με καποέιρα, πηγαίναμε στα σχολεία, κάναμε μαθήματα στα ολοήμερα και τέτοια, οπότε μάθαινα και αυτό. Προπόνηση καποέιρας, εστιατόριο, σχολή. Ήταν αρκετά δύσκολα οικονομικά, γιατί είναι μια πόλη πολύ ακριβή και στα μεταπτυχιακά πλέον δεν δίνουν επιδόματα και τέτοια από το κράτος. Γιατί σου λέει: «Για να κάνεις μεταπτυχιακό, πάει να πει ότι έχεις κανονικό πτυχίο, που σημαίνει ότι μπορείς να δουλεύεις κιόλας». Οπότε έβγαλα ένα δάνειο εκεί. Ξεκίνησα τα μαθήματα. Και μετά, είχα κουραστεί λίγο όλα αυτά τα χρόνια εστιατόρια, εστιατόρια, εστιατόρια, οπότε λέω: «Κάτι άλλο πρέπει να κάνω». Και ξεκινάω να στέλνω και άλλες αιτήσεις σε σχολεία κι αυτά. Έτυχε ένα σχολείο να ζητάει άτομο για παράλληλη στήριξη, έτσι δεν λέγεται; Λοιπόν και πηγαίνω σε ένα σχολείο στο Χάρλεμ και ήταν πάρα πολύ χαμηλά τα λεφτά. Δηλαδή όλοι μου έλεγαν: «Δεν θα βγαίνεις, δεν θα μπορείς να την κάνεις την δουλειά, δεν βγαίνεις με αυτά τα χρήματα στην Νέα Υόρκη». Μετά εγώ λέω όμως: «Ναι, αλλά πώς θα μπω στα σχολεία; Πώς θα ξεκινήσω κάποια καριέρα; Πρέπει από κάπου να ξεκινήσω». Και μπαίνω σε αυτό το σχολείο και ήμουν παράλληλη στήριξη για τρία παιδιά, το οποίο είναι παράνομο. Κανονικά είναι ένα άτομο, γιατί οι δυναμικές, όταν έχεις τρία παιδιά με δύσκολες ψυχολογικές καταστάσεις, είναι πολύ-. Μετά μπαίνουν αυτοί σε σύγκρουση, γιατί ο ένας θέλει λίγο περισσότερο προσοχή από τον άλλον. Αν δώσεις λίγη προσοχή σε ένα παιδί, μετά άλλος θα κάνει διάφορα για να πάρει τη δική του. Οπότε ήταν σχεδόν τοξικό να έχω τρία παιδιά. Δηλαδή σχεδόν τους έκανα κακό, αλλά ήταν πολύ δύσκολη η κατάσταση. Ήταν από πολύ δύσκολες περιοχές, τα παιδιά πολύ δύσκολες κοινωνικές συνθήκες και αυτά, αλλά, εντάξει, είναι παιδιά και τα αγάπησα πάρα πολύ γενικώς. Αλλά ήταν δύσκολα και ήταν δύσκολα οικονομικά, γιατί και δούλευα πολλές ώρες και δεν έβγαζα πολλά χρήματα. Δηλαδή θυμάμαι ότι είχα έναν κουμπαρά κι έβγαζα από εκεί από μέσα κέρματα για να αγοράσω εισιτήριο για το μετρό. Οπότε είχα αρχίσει λίγο να λέω: «Τι κάνω;», ας πούμε, δηλαδή αυτοί με εκμεταλλεύονται εδώ. Μιλάω με τη διευθύντρια, της λέω: «Κάτι πρέπει να γίνει, γιατί δεν βγαίνω. Ή θα μου δώσετε κάτι παραπάνω, ή την επόμενη χρονιά θα με κάνετε κανονική δασκάλα, ή φεύγω». Και μου λέει: «Αναστασία, αν θες, σε πληρώνω από την τσέπη μου για να μείνεις εδώ», γιατί με ήθελαν πάρα πολύ. Δεν γινόταν, ας πούμε. Αυτά τα τρία παιδιά ήταν τόσο ακραίες περιπτώσεις που χρειαζόταν πραγματικά έναν άνθρωπο εκεί. Λέει: «Σε καταλαβαίνω, αλλά αυτό είναι το μπάτζετ». Δεν ήτανε κρατικό σχολείο, αυτά είναι κάτι σαν σύμπραξη που μπαίνουν, χρηματοδοτούνται λίγο ανεξάρτητα και λίγο από το κράτος και μπαίνουν σε δύσκολες περιοχές των μεγάλων πόλεων. Δύσκολες εννοώ με χαμηλό οικονομικό επίπεδο, ας πούμε, για να παρέχουν μία καλύτερη εκπαίδευση στα παιδιά. Οπότε έχουν κάπως καλύτερο μπάτζετ και γι’ αυτό και μπορούσαν να έχουν ένα άτομο για τρία παιδιά, γιατί έχουν λίγο δικούς τους κανόνες εκεί μέσα. Αλλά αν περνούσε, ξ[00:50:00]έρω 'γώ, από την κανονική γραφειοκρατία, δεν θα ενέκριναν κάτι τέτοιο. Τέλος πάντων, μου λέει: «Θα κάνεις ένα μάθημα μια μέρα, θα σε παρακολουθήσουμε κι από 'κεί θα αποφασίσουμε αν θα σας κρατήσουμε για του χρόνου σαν κανονική δασκάλα».
Της λέω: «Οκ», κάνω το μάθημά, μου λένε: «Οκ». Εγώ όμως πάλι δεν έβγαινα οικονομικά, οπότε ξεκίνησα να δουλεύω σε ένα άλλο εστιατόριο, ένα άλλο ελληνικό εστιατόριο. Δηλαδή δούλευα εκεί, βράδια, καλοκαίρια, σαββατοκύριακα, τέτοια πράγματα. Έκανα αυτές τις δύο παράλληλες δουλειές. Όσο μπορούσα πήγαινα και στην καποέιρα, έκανα προπονήσεις εκεί, από το πρωί μέχρι το βράδυ, ας πούμε. Μετά με πήρανε κανονική δασκάλα και ήταν πάρα πολύ δύσκολη η κατάσταση. Δηλαδή, είχα τριάντα μαθητές με μια άλλη καθηγήτρια μαζί, αλλά το training γενικά, και το δικό μου και της άλλης καθηγήτριας και γενικά όλου του προσωπικού, ήταν λίγο χαμηλό. Δεν υπήρχε οργάνωση πολύ καλή. Τα παιδιά ήτανε παιδιά που έχουν πολλές ανάγκες τις οποίες εμείς δεν είχαμε, δεν ξέραμε πώς να χειριστούμε και ήταν μια πάρα πολύ δραματική και δύσκολη κατάσταση. Οπότε δούλεψα για δεύτερη χρονιά εκεί στο Χάρλεμ, καλοκαίρια, εστιατόρια κι αυτά. Έτυχε να δουλεύω μετά και σε ένα, βρήκα και μια δουλειά σε ένα μαγαζί που έφτιαχναν σοκολάτες και τέτοια κι έμαθα πράγματα για τη σοκολάτα κι αυτά και ήταν ενδιαφέρον, αλλά κι εκεί τα χρήματα πολύ χαμηλά. Τέλος πάντων όμως, λέω: «Δεν έχω άλλη επιλογή, πρέπει να συνεχίσω», δηλαδή έκανα ότι μπορούσα. Πολλή δουλειά, πολλή πίεση, δεν ήξερα πώς να χειριστώ μια τέτοια τάξη, μια τόσο μεγάλη τάξη, έτσι με πολλές ανάγκες. Αυτό. Μετά από ‘κεί, εγώ είχα γνωρίσει και τον φίλο μου που είναι από τη Βραζιλία και ήμασταν έτσι σε μια απόσταση κάποια χρόνια. Μετά από αυτά τα δύο χρόνια αποφασίζουμε ότι πρέπει να είμαστε μαζί για να συνεχίσουμε τη σχέση μας. Αυτός ήταν μουσικός, παράτησε τη δουλειά του, ήρθε στη Νέα Υόρκη. Εγώ βρήκα άλλο σπίτι, γιατί δεν μπορούσαμε να είμαστε όλοι μέσα μαζί με τη φίλη μου. Πήγα στο Μπρούκλιν από το Κουίνς, μετακόμισα στο Μπρούκλιν. Εκεί βρήκα δουλειά σε ένα άλλο σχολείο, αντίστοιχο, σε αντίστοιχη περιοχή με αντίστοιχα παιδιά. Πάλι πολύ δύσκολα, αλλά με χρήματα λίγο καλύτερα. Αλλά ήταν άλλη μια χρονιά πάρα πολύ δύσκολη για μένα. Δηλαδή δεν είχα βοήθεια από πουθενά. Είχα σταματήσει το μεταπτυχιακό, γιατί δεν είχα χρήματα να το συνεχίσω. Οπότε έμεινα στη μέση και εφόσον αυτό έμεινε στη μέση, είχε μείνει και στη μέση η άδεια διδασκαλίας για δημόσιο σχολείο, οπότε η μόνη μου επιλογή ήταν να δουλεύω σε τέτοια σχολεία που είναι πολύ περισσότερες οι ώρες και γενικά πολύ περισσότερες οι απαιτήσεις. Και, ναι, δούλευα εκεί. Γενικά ήταν έτσι μια πολύ πιεστική περίοδος. Μετά, μέσα στο καλοκαίρι, μίλησα με έναν φίλο από ένα άλλο γκρουπ καποέιρας που μου λέει: «Αναστασία, εγώ δουλεύω σε ένα λύκειο, που είναι κι αυτό τέτοιο σύμπραξης λύκειο, πάλι σε δύσκολη περιοχή, αλλά λύκειο». Εγώ πάντα ήθελα να δουλέψω με μεγαλύτερα παιδιά. Δηλαδή, αν και τα αγαπώ πολύ τα μικρά, δεν είναι το στοιχείο μου πολύ να διδάσκω μικρά παιδιά, οπότε δεν ένιωθα ότι έκανα κάτι που με γέμιζε. Έκανα κάτι που έπρεπε να το κάνω για να επιβιώσω. Και μου λέει: «Ζητάνε φιλόλογο, αγγλική φιλόλογο, γιατί έχουμε μεγάλο αριθμό μεταναστών που δεν μιλάνε καλά αγγλικά. Θες να στείλεις το βιογραφικό;». Λέω: «Ναι». Στέλνω το βιογραφικό μου σε αυτό το σχολείο, πηγαίνω, κάνω, εκεί τα λένε demo lesson, δηλαδή πηγαίνεις, φτιάχνεις ένα μάθημα και σε βάζουν μέσα σε μια τάξη και κάνεις εσύ το μάθημα που έχεις προετοιμάσει με αυτά τα παιδιά. Δεν τα ξέρεις τα παιδιά ποια είναι, σου δίνουν πάνω κάτω κάποιες πληροφορίες, σου λένε: «Έχεις περίπου δεκατέσσερις μαθητές οι οποίοι έχουν αυτό το level αγγλικά, κάνε κάτι που νομίζεις». Πήγα κι έκανα κάτι για έκθεση, ας πούμε, πώς να γράψεις έκθεση με δυο-τρία επιχειρήματα. Ετοίμασα το μάθημα, έκανα το demo lesson. Εκεί στο demo lesson σε παρατηρούν πώς επικοινωνείς με τα παιδιά. Δηλαδή δεν στέλνεις απλά μια αίτηση και σου λέει: «Οκ, έχει μεταπτυχιακό, έχει γλώσσες, έχει, ξέρω 'γώ, οκ, θα την πάρουμε». Θέλουν να δουν πώς είσαι με τα παιδιά. Το οποίο το θεωρώ σωστό. Με πήρανε, τα χρήματα ήταν πολύ καλύτερα απ’ ό,τι νόμιζα. Δηλαδή είχα πάρει τρελή αύξηση από το προηγούμενο σχολείο, οπότε λέω: «Εδώ είμαστε». Ήταν και κοντά στο σπίτι και ξεκίνησα να δουλεύω εκεί. Εκεί άρχισα να νιώθω ότι κάτι αρχίζει να γίνεται στη ζωή μου. Ήμουν είκοσι επτά χρονών τότε. Και τελικά έμεινα σε αυτό το σχολείο τρία χρόνια. Έμαθα πάρα πολλά πράγματα. Έμαθα πάρα πολλά πράγματα για τη διδασκαλία, γιατί είχα και καλό, είχα και καλή καθοδήγηση. Δηλαδή είχαν σύστημα καθοδήγησης καθηγητών, άτομα που ήξεραν πραγματικά το αντικείμενο πολύ καλά, μου έμαθαν πολλά πράγματα. Μάθαμε πάρα πολλά, ήταν δηλαδή ένα σχολείο πάρα πολύ δραστήριο από θέμα κοινωνικών θεμάτων. Γιατί όταν έχεις ένα σχολείο σε μια περιοχή που δεν είναι λευκή και έχεις αρκετούς καθηγητές που είναι λευκοί, πρέπει να κάνεις αρκετά σεμινάρια για να μάθουν λίγο ποιος είναι ο ρόλος τους μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Δηλαδή πρέπει να μάθεις λίγο ποια είναι η εξουσία σου σαν λευκός, σαν μορφωμένος και πώς να χειρίζεσαι παιδιά που έρχονται από τελείως διαφορετικές καταστάσεις, ας πούμε. Οπότε έμαθα πάρα πολλά πράγματα εκεί. Αλλά σιγά σιγά είχα αρχίσει να νιώθω ότι κάπου δεν ανήκω. Δηλαδή, αυτό που έλεγα και πριν, ότι γενικά όλα τα χρόνια στην Αμερική, ενώ ήμουν έτσι, είχα πολλή ανεξαρτησία, πολλή ελευθερία, ένιωθα πάντα ότι δεν μπορούσα να ανήκω ούτε στους Έλληνες, ούτε στους Αμερικανούς, ούτε στους έγχρωμους, ούτε στους Λατίνους, άλλους μετανάστες, γιατί ήταν μια περίεργη περίπτωση. Ας πούμε, δεν ήμουν, είχα γνωρίσει πολλούς Έλληνες, που ήταν από τελείως διαφορετικό κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο από μένα, ας πούμε. Πήγαιναν Αμερική για να σπουδάσουν, ξέρω 'γώ, μουσική, καλές τέχνες, δεν ξέρω, εικαστικοί, ξέρω 'γώ, τέτοια πράγματα, που ήταν τελείως άλλο το επίπεδο εκεί κι άλλη η εμπειρία. Ή μετά, από την άλλη, τους Έλληνες που ήξερα στα εστιατόρια, που ήτανε λίγο πιο λαϊκή φάση, που εννοείται τους αγαπούσα πολύ, αλλά ήταν άνθρωποι με λίγες, με κάποιες παραπάνω προκαταλήψεις, ίσως λίγο κάποια ρατσιστικά, κάποια ομοφοβικά μυαλά, ας πούμε, που δεν ταίριαζα. Οπότε πάντα ένιωθα λίγο έτσι χαμένη στο πού ανήκω. Και στην Αμερική νομίζω ότι έχουν πάρα πολύ σημαντικό αυτό το θέμα της ταυτότητας, δηλαδή όλοι κάπου πρέπει να ανήκουν. Δεν ξέρω γιατί, ας πούμε. Ίσως επειδή είναι όλοι από διαφορετικές χώρες εκεί, θρησκείες, φυλές, δεν ξέρω. Νιώθω ότι όλοι θέλουν να ανήκουν κάπου, ας πούμε, δεν ξέρω. Κι εγώ ένιωθα πάντα ότι δεν ανήκα πουθενά. Και αυτό το συνειδητοποίησα στα σχολεία μέσα που δούλευα, γιατί οι Αμερικανοί, οι λευκοί, ξέρω 'γώ, με έβλεπαν ως διαφορετική. Και μετά είχες τους έγχρωμους που ήταν λίγο πιο μεταξύ τους, που δεν, όχι πάντα, αλλά δεν εμπιστευόταν πολύ άτομα που δεν ήταν έγχρωμοι και τους καταλαβαίνω απόλυτα γι’ αυτό. Και μετά ξέρω 'γώ είχες τους Λατίνους και ίσως με τους Λατίνους κάπως κολλούσα πιο πολύ, γιατί ήταν κι αυτοί κάπως μετανάστες, ένιωθαν κι αυτοί, μιλούσαν και τα ισπανικά, ένιωθαν κι αυτοί ότι είχα μια λίγο, δεν θα έλεγα αντίστοιχη εμπειρία, γιατί γι’ αυτούς ίσως ήταν πιο δύσκολα τα πράγματα απ’ ό,τι από μένα. Αλλά, ναι, ήμουν πάντα σ’ ένα, σε μια φάση πολύ ντεμί, που ένιωθα ότι δεν κολλούσα με κανέναν, ας πούμε. Ενώ είχα φίλους από παντού κι αυτά, ήμουν πάντα η εξαίρεση κάπως. Κι ερχόμουν Ελλάδα τα καλοκαίρια και, θυμάμαι, είχα να κάνω, είχα κάνει τρία χρόνια χωρίς να έρθω Ελλάδα. Και μετά ήρθα Ελλάδα το ‘18, μετά από τρία χρόνια, κι ένιωσα τόσο ήρεμη και τόσο ότι ανήκω κάπου, ας πούμε, γιατί είδα φίλους παιδικούς, οικογέν[01:00:00]εια, μιλούσα τη γλώσσα μου. Και ό,τι και να πεις, δηλαδή, ενώ ήμουν στην Αμερική πάνω από δέκα χρόνια πλέον, είναι κάτι το, ακούγεται η δικιά σου γλώσσα πάντα πιο κοντά στην καρδιά σου, με πιο, πιο γλυκιά το να ακούς τη δικιά σου γλώσσα. Δηλαδή να λες πράγματα έτσι ακριβώς όπως θες και να σε καταλαβαίνουν, να μην εξηγείς πάντα: «Α, στην Ελλάδα λέμε αυτό και εννοούμε εκείνο». Κατάλαβες; Δηλαδή μου φάνηκε λίγο πιο εύκολο το να είμαι εδώ. Και μετά είχα μπει σε αυτό το τριπάκι, τι μπορώ να κάνω για να είμαι στην Ελλάδα. Αλλά δεν είχα και πολλές επιλογές τότε, ας πούμε. Δηλαδή δούλευα στο λύκειο, στην Ελλάδα δεν ήξερα ότι μπορεί να υπάρχει δουλειά που να αξίζει για μένα μετά από τόσο κόπο και τα λοιπά. Μετά ήθελα πάρα πολύ να ξαναμπώ στο μεταπτυχιακό, να τελειώσω κι αυτό, λέω: «Πώς να φύγω, πριν τελειώσω το μεταπτυχιακό;». Οπότε ξεκίνησα να κάνω κι άλλες δουλειές, άρχισα να κάνω ξενοδοχείο σκυλιών στο σπίτι, δίδασκα λίγα ελληνικά από ‘δώ, λίγα αγγλικά από ‘κεί έξτρα, λίγη, δίδασκα λίγη καποέιρα, έκανα όλες αυτές τις διαφορετικές δουλειές. Και, τέλος πάντων, μετά από τρία χρόνια σ’ αυτό το λύκειο, μες στην καραντίνα και λίγο πριν την καραντίνα, είχα έρθει σε σύγκρουση με την διοίκηση του σχολείου, γιατί κάποια πράγματα που έκαναν, εγώ δεν συμφωνούσα πάρα πολύ και γενικά έλεγα τη γνώμη μου λίγο πιο ελεύθερα. Κι ενώ αυτοί έλεγαν ότι δέχονται διάφορες, πώς το λένε, γνώμες και τέτοια, όταν τους πίεζες κάπως, έβρισκαν τρόπο να σε κάνουν παραπέρα, τέλος πάντων. Και μάλωσα κάπως με αυτούς και μέσα στην καραντίνα μού είπαν ότι: «Κοίταξε, Αναστασία, δεν θα σου-, θα τελειώσεις τη χρονιά, αλλά δεν θα σου ανανεώσουμε το συμβόλαιο, γιατί βλέπουμε ότι πλέον δεν κολλάς με την κουλτούρα του σχολείου». Ενώ όλοι οι άλλοι καθηγητές έλεγαν ότι: «Χρειαζόμαστε την Αναστασία σε αυτό το σχολείο, γιατί όντως ενδιαφέρεται, την αγαπάνε πάρα πολύ τα παιδιά και αυτά που λέει είναι όντως επειδή την ενδιαφέρουν τα παιδιά», στη διοίκηση αυτό δεν άρεσε, γιατί έμπαινα σε αντιπαράθεση μαζί τους. Τέλος πάντων, λέω: «Οκ, κανένα πρόβλημα, θα βρω κάτι άλλο».
Μετά βρήκα ένα σχολείο στο Μπρονξ και με πήραν εκεί απ’ τον Σεπτέμβριο του 2020. Ήταν αρκετά μακριά το σχολείο, αλλά ήμουν λίγο τυχερή, γιατί το πρώτο μέρος της χρονιάς το κάναμε, το είχαμε ξεκινήσει διαδικτυακά. Κι εκεί κάπου εγώ εξόφλησα αυτά που χρωστούσα στο πανεπιστήμιο και ξαναμπήκα στο πανεπιστήμιο να ξανακάνω το μεταπτυχιακό, να συνεχίσω μάλλον το μεταπτυχιακό. Κι έκανα, δούλευα full-time στο Μπρονξ κι έκανα και full-time και το μεταπτυχιακό. Και μπορούσα, ενώ δούλευα στο σχολείο, αυτοί είχαν δύο εξάμηνα πρακτική, είχε το μεταπτυχιακό, τα οποία μπορούσα να τα συμπληρώσω μέσα από τη δουλειά μου, επειδή δούλευα full-time σαν καθηγήτρια. Εκεί έκανα, κι εκεί ήμουν φιλόλογος, κι εκεί έμαθα πάρα πολλά πράγματα. Είχαμε έναν απίστευτο διευθυντή από την Αϊτή, ο οποίος ενδιαφερόταν πραγματικά για τα παιδιά. Ήταν σε μια περιοχή πάρα πολύ δύσκολη, δηλαδή η πιο δύσκολη περιοχή της Νέας Υόρκης που έχω δουλέψει. Δηλαδή γύρω γύρω πρότζεκτ και ναρκωτικά και μιζέρια γενικά. Αλλά το σχολείο δηλαδή δούλευε πραγματικά πολύ καλά, γιατί είχαν διευθυντή που δεν έβλεπε, ξέρω 'γώ, αυτό το σχολείο σαν μια αφορμή, γιατί αρκετοί λευκοί, ας πούμε, κάνουν αυτή τη δουλειά για να νιώθουν ότι κάνουν κάτι σημαντικό για την κοινωνία, αλλά χωρίς να το καταλαβαίνουν, ίσως την κάνουν και χειρότερη, γιατί μπαίνουν με την εξουσία τους μέσα σε περιοχές που το τελευταίο που θέλουν είναι άλλον έναν λευκό, ας πούμε, να τους λέει πώς πρέπει να γίνονται τα πράγματα. Αλλά αυτός ο διευθυντής δεν ήταν έτσι κι ήταν κι αυτός όντως, ας πούμε, από την Αϊτή, οπότε τα έβλεπε διαφορετικά. Πολύ δυνατός, πολύ πωρωμένος με την εκπαίδευση, τα έπαιρνε όλα πάρα πολύ σοβαρά. Κι έμαθα πάρα πολλά μέσα σε αυτό το σχολείο για τη διδασκαλία γενικά. Αλλά ήταν δύσκολα, γιατί εγώ έκανα το μεταπτυχιακό και ήταν πάρα πολύ απαιτητικό το σχολείο αυτό. Δηλαδή είχα γύρω στους εκατό μαθητές και για κάθε μαθητή κάθε εβδομάδα έπρεπε να βάλω τρεις βαθμούς, έναν από κάποια εξέταση, έναν από… Όταν τα παιδιά κάνουν, όταν μιλάνε μέσα στο μάθημα, πώς το λένε; Όχι παρακολουθούν το μάθημα…
Παρουσία.
Συμμετοχή, συμμετοχής, έναν βαθμό συμμετοχής κι έναν βαθμό κάτι από το σπίτι, εργασίες από το σπίτι. Οπότε είχα τριακόσιους βαθμούς την εβδομάδα να βάλω κάθε εβδομάδα, είχα και το μεταπτυχιακό που ήταν απίστευτα απαιτητικό. Δηλαδή έκανα μάθημα hybrid, υβριδικά μαθήματα, δηλαδή ήμουν μέσα στην τάξη και είχα μαθητές ταυτόχρονα στο Zoom και στην τάξη μέσα. Κι εμάς μας κάναν αξιολογήσεις από το σχολείο και από το πανεπιστήμιο, για να δουν πόσο καλά χειριζόμαστε τα παιδιά μέσα στην τάξη και μέσα από το Zoom, πράγματα που δεν είχε κάνει κανείς, εμάς μας αξιολογούσαν και πόσο καλά μπορούσαμε να φέρουμε σε επικοινωνία τα παιδιά από μέσα από την τάξη και από το Zoom. Δηλαδή όταν κάναμε, ξέρω ‘γώ, εργασίες σε γκρουπ, δεν μπορούσα να βάλω εγώ τα παιδιά από το Zoom να είναι μια ομάδα, ας πούμε, ή δύο, να τους χωρίσω και, ξέρω 'γώ, τους άλλους που ερχόταν σχολείο να τους κάνω άλλες δύο. Έπρεπε να έχω παιδιά και από μέσα από την τάξη και από το σπίτι να δουλεύουν σε γκρουπ, ας πούμε. Οπότε πολλή πίεση κι εκεί κι έπρεπε να κάνουμε και βίντεο, να τα στέλνουμε στους καθηγητές μας στο πανεπιστήμιο για να μας κάνουν τις αξιολογήσεις για το μεταπτυχιακό, κλπ. Και πάνω σε αυτά γράφαμε κι εργασίες και κάναμε και έρευνες και θεωρία κλπ. Πολύ απαιτητικό το μεταπτυχιακό. Ξυπνούσα κάθε μέρα 4 η ώρα το πρωί, γιατί μετά τη δουλειά δεν υπήρχε περίπτωση εγώ να βγάλω και τη δουλειά της επόμενης μέρας, αλλά και να κάνω και τις εργασίες του μεταπτυχιακού. Όποτε ξυπνούσα 4 η ώρα κάθε μέρα, έβγαζα δύο ώρες δουλειά το πρωί, έπαιρνα το αυτοκίνητο και πήγαινα στο Μπρονξ, ήταν περίπου σαράντα πέντε λεπτά, επτάμισι η ώρα έπιανα δουλειά, τελειώναμε τεσσεράμισι και μετά εκείνη την ώρα είχε και πάρα πολλή κίνηση. Και γυρνούσα σπίτι 6, ίσως και μετά τις 6 μερικές φορές, οπότε μετά δεν έμενε, έμεναν τα μαθήματα που κάναμε, διαδικτυακά πλέον, λόγω κόβιντ, με το πανεπιστήμιο. Κι αυτό. Τελείωσε η χρονιά όμως, τελείωσα και το μεταπτυχιακό, δεν ξέρω πώς το τελείωσα, εγώ νόμιζα ότι δεν πρόκειται να το τελειώσω ποτέ. Αλλά τελικά έβγαλα όλες τις εργασίες και την ύλη κτλ. Και παρέδωσα και την μεταπτυχιακή και το βίντεο από τα μαθήματα και όλα. Πήρα το μεταπτυχιακό κι εκεί που νόμιζα ότι, επειδή εγώ ερχόμουν γενικά σε αντιπαράθεση πάλι με τη μάνατζέρ μου στο σχολείο, νόμιζα ότι δεν θα με πάρουν και είχα πει και το πρώτο μου «όχι» σε δουλειά. Δηλαδή, εννοώ σε αυτά που μου ζητούσαν να κάνω, μου είχαν πει ότι, εγώ ήμουν στην Β' λυκείου, και στην Α' λυκείου κάνανε ένα σχολείο, ένα βιβλίο, το "The Kite Runner" του Καλέντ Χοσεϊνί, δεν ξέρω τώρα αν, είναι ένας Αφγανός τέλος πάντων, ένας συγγραφέας που είχε ένα βιβλίο πολύ σπουδαίο, τέλος πάντων. Και αυτό το βιβλίο είχε κάπου μια σκηνή μέσα που προκαλούσε λίγο τραύμα σε μια μαθήτρια, κάτι με ενδοοικογενειακή βία, δεν ξέρω ακριβώς τι έγινε. Και μου λένε: «Αναστασία, θέλουμε εσύ να πάρεις αυτό το κορίτσι και να της κάνεις τελείως άλλη ύλη». Και λέω: «Εγώ που έχω τη δικιά μου τάξη να κάνω, το μεταπτυχιακό, που ίσα ίσα, δηλαδή, δυσκολεύομαι αυτά να βγάλω πέρα, θες να βγάλω και άλλη ύλη γι’ αυτό το κορίτσι;». Λέω: «Δεν θα το κάνω, συγγνώμη», λέω, «αλλά πρέπει να το λύσουν οι δάσκαλοι της Α' λυκείου αυτό». Και από ‘κεί νόμιζα ότι δεν θα με ξαναπάρουν σ’ αυτό το σχολείο. Τελικά, εκείνο το καλοκαίρι, μάλλον την άνοιξη, εκεί που τελείωνα και το μεταπτυχιακό κι αυτά, είχα ξεκινήσει να ψάχνω άλλη δουλειά, να μπω στον χώρο [01:10:00]της τεχνολογίας. Γιατί έμαθα από μια φίλη για έναν κλάδο που λέγεται "User Experience Research", οι οποίοι είναι ερευνητές, ξέρω 'γώ, για το πόσο εύχρηστα είναι τα τεχνολογικά προϊόντα μιας εταιρείας, δηλαδή εφαρμογές, ιστοσελίδες κι αυτά. Εντάξει, το κοινωνικό αντίκτυπο αυτής της δουλειάς καμία σχέση με του καθηγητή, βέβαια, αλλά έλεγα: «Θα δουλεύω διαδικτυακά, μπορεί να είναι και η ευκαιρία μου να πάω στην Ελλάδα», ξέρω 'γώ. Κάνω κάτι σεμινάρια, και γι’ αυτά έβγαλα δάνειο, να κάνω σεμινάρια. Και το σχολείο, αυτό στο Μπρονξ, όχι απλά με πήρε πίσω, μου έδωσε συμβόλαιο για δύο χρόνια και μια τρελή αύξηση. Και λέω: «Τώρα τι κάνουμε;». Και συμβόλαιο δύο χρόνια, όχι απλά ένας χρόνος, πολλή αύξηση στον μισθό και μου είπαν επίσης και τον δεύτερο χρόνο θα ανέβαινε κι άλλο ο μισθός μου. Ήρθα στην Ελλάδα για καλοκαίρι, άρχισα να περνάω πολύ ωραία, άρχισα να νιώθω ότι εδώ θέλω να είμαι. Λέω: «Τι να κάνω; Τι να κάνω;». Στο τέλος λέω: «Όχι, δεν θα έρθω». Οπότε χάνω την ευκαιρία και γι’ αυτόν τον μισθό, μου είπε και ο διευθυντής και αυτή η coach μου ότι: «Είχαμε άλλα σχέδια για σένα και λυπόμαστε πάρα πολύ που δεν θα έρθεις». Τώρα τι ήταν αυτά τα άλλα σχέδια εγώ δεν ξέρω και ούτε πρόκειται να μάθω! Αλλά πήρα το ρίσκο πάλι και σταματάω τη δουλειά, δηλαδή δεν παίρνω τη δουλειά αυτή.
Ενότητα 6
Η εμπειρία ως καθηγήτρια σε δημόσιο αμερικανικό σχολείο και οι οικονομικές δυσκολίες
01:11:40 - 01:26:06
Αποφάσισα να μείνω λίγο έξτρα στην Ελλάδα, να μείνω λίγο με τους γονείς μου, να κάνω λίγα ταξίδια στην Ελλάδα, γιατί πάντα το είχα, ας πούμε, απωθημένο, γιατί δούλευα πάντα καλοκαίρια, τέτοια και δεν έβλεπα πράγματα που ήθελα να δω στην Ελλάδα. Οπότε έκατσα λίγο στην Ελλάδα περισσότερο και λέω: «Θα γυρίσω στη Νέα Υόρκη, θα μπω ταμείο ανεργίας». Και μπήκα ταμείο ανεργίας, έκανα την αίτηση. Κανονικά δεν θα έπρεπε να μου δώσουν. Αλλά για κάποιον λόγο στην Αμερική μερικές φορές βρίσκεις τρόπους να παίζεις λίγο και το σύστημα. Γιατί αυτοί για να μάθουν ότι εγώ παραιτήθηκα, έπρεπε να πάρουν τηλέφωνο το σχολείο, δηλαδή να πάρουν, να τους πει το σχολείο ότι παραιτήθηκε. Όχι δηλαδή να πουν ότι, όταν σε απολύει μια δουλειά, τότε κανονικά μπαίνεις στα ταμείο ανεργίας. Όπως κι εδώ, νομίζω είναι το ίδιο. Αλλά εγώ λέω: «Δεν έχω να χάσω κάτι, θα κάνω και το πολύ - πολύ να μην την εγκρίνουν την αίτηση». Τελικά μου δώσανε ταμείο ανεργίας, πολύ τυχερή. Εγώ λέω: «Τέλεια, θα αφοσιωθώ σε αυτό, σ’ αυτή την καινούργια δουλειά που θέλω να κάνω». Στέλνω, είμαι στη Νέα Υόρκη, στέλνω εβδομήντα - ογδόντα αιτήσεις για δουλειές και δεν με πήρε κανείς τηλέφωνο. Λέω: «Εδώ δεν έχουμε μέλλον». Μετά λέω: «Οκ, να μπω σε ένα δημόσιο σχολείο». Πλέον, επειδή είχα τελειώσει και το μεταπτυχιακό, είχα και την άδεια διδασκαλίας για τη Νέα Υόρκη. Οπότε λέω να μπω στο δημόσιο. Με παίρνει τηλέφωνο ένα γυμνάσιο πέντε λεπτά από το σπίτι μου και μου λέει: «Έλα να κάνεις demo lesson». Πηγαίνω, τον Σεπτέμβρη του 2022, όχι, του ‘21, κάνω demo lesson, λέει: «Θέλουμε να σου δώσουμε τη δουλειά. Τη θες;». Λέω οκ, εγώ όμως, επειδή τότε έμπαινα στο δημόσιο, είχα πάρα πολλά γραφειοκρατικά θέματα να λύσω, οπότε αυτό πήρε λίγο χρόνο. Μετά η μητέρα μου εδώ στην Ελλάδα, χρειαζόταν επειγόντως να κάνει εγχείρηση καταρράκτη στα μάτια της. Οπότε λέει: «Αναστασία, μπορεί να χρειαστώ λίγο τη βοήθειά σου με το φροντιστήριο». Η γραφειοκρατία στη Νέα Υόρκη αργούσε γενικά, εγώ έπαιρνα ταμείο ανεργίας, οπότε λέω: «Οκ, ας πάω στην Ελλάδα να βοηθήσω λίγο τη μαμά». Την πήγα, πήγα στον Έβρο τέλη Οκτωβρίου, την πήγα στη Θεσσαλονίκη, έκανε την εγχείρηση, γύρισε πίσω, της έκανα τα μαθήματα, μία- δύο βδομάδες μέχρι που να πρέπει να ξεκουραστεί κι αυτή και να γίνει καλά. Και μετά μου στέλνει η διευθύντρια αυτού του σχολείου ένα μέιλ και μου λέει: «Είναι έτοιμα τα χαρτιά σου». Της λέω: «Συγνώμη, αλλά έχω έρθει Ελλάδα, γιατί η μητέρα μου έχει κάνει αυτή την εγχείρηση». Εγώ δεν είχα βλέψεις να πάω, απλά τα έκανα, γιατί λέω δεν μπορώ να είμαι ταμείο ανεργίας συνέχεια και χρειάζομαι έναν μισθό λίγο καλύτερο, γιατί έτρεχαν τα έξοδα κτλ. Και μου λέει: «Δεν πειράζει, μην ανησυχείς, κάνε ό,τι χρειάζεσαι», ξέρω 'γώ, κι αυτά. Μετά είχα να έρθει και λίγο και τα Χριστούγεννα κι αυτά, λέω: «Μήπως να ξεκινήσω με τη νέα χρονιά;». Μου λέει: «Οκ». Οπότε έκατσα κι Ελλάδα για Χριστούγεννα. Εγώ, όμως, ήθελα να ξεκινήσω την άλλη τη δουλειά κι έτυχε να μιλήσω με μια φίλη μου από Αμερική, η οποία κάνει αυτήν τη δουλειά με την τεχνολογική έρευνα και δουλεύει στη Facebook αυτή. Και μου λέει: «Αναστασία, για να μην έχεις βρει δουλειά, πάει να πει ότι κάτι δεν κάνεις σωστά, γιατί δεν υπάρχει περίπτωση με την εμπειρία που έχεις να μην μπορείς να βρεις μια τέτοια δουλειά». Οπότε μου στέλνει τα στοιχεία μιας κοπέλας που κάνει coaching πάνω σε αυτό, δηλαδή σε άτομα που θέλουν να μπουν σε αυτόν τον χώρο εργασίας και λέει ότι η πρώτη συνεδρία είναι δωρεάν. Λέω: «Οκ, θα κάνω την πρώτη συνεδρία, γιατί έχω και μια άλλη φίλη που το κάνει αυτό και χρεώνει εκατόν πενήντα δολάρια την ώρα και δεν θα μπορέσω να το κάνω, δεν θα μπορέσω να ανταπεξέλθω οικονομικά». Κυρίως επειδή ήμουν και στο ταμείο ανεργίας και τα χρήματα ήταν πιο χαμηλά. Κάνω την πρώτη συνεδρία, ήμουν εδώ στην Ελλάδα, στο σπίτι των γονιών μου στον Έβρο και μου λέει: «Εγώ χρεώνω σαράντα δολάρια την ώρα». Οπότε λέω: «Τέλεια, θα συνεχίσουμε». Συνεχίζω με αυτήν, κάναμε διάφορα πρότζεκτ, μετά τα Χριστούγεννα γυρνάω στην Αμερική, πιάνω δουλειά σε αυτό το δημόσιο, ήταν ένα γυμνάσιο που ήταν δίπλα από το σπίτι μου, δηλαδή πέντε λεπτά περπάτημα. Και ήταν δημόσιο, οπότε οι ώρες ήταν πολύ πιο χαμηλές κι αυτά. Κι άρχισα έτσι κάπως να βολεύομαι σε αυτήν την κατάσταση, αν και απ’ τον μισθό είχα χάσει σχεδόν τριάντα χιλιάδες τον χρόνο. Δηλαδή, επειδή δεν ήμουν στο δημόσιο όλα αυτά τα, πόσα ήταν, οκτώ χρόνια, το δημόσιο, όταν δουλεύεις γι’ αυτούς πρώτη φορά, σε βλέπουν σαν καθηγητή πρώτου έτους. Οπότε ο μισθός μου πήγε πολύ πιο κάτω, αλλά εκεί συνειδητοποίησα επίσης ότι ζούσα πιο καλά. Δηλαδή, επειδή η πίεση ήταν πιο χαμηλή στο δημόσιο, αν κι έκανα λιγότερα χρήματα και περιοριζόμουν λίγο διαφορετικά, ζούσα πιο, μια πιο άνετη ζωή. Ήταν δηλαδή πιο βιώσιμο όλο αυτό. Αλλά ταυτόχρονα είχα ξεκινήσει και την άλλη τη διαδικασία, να ξεκινήσω αυτή τη καινούργια δουλειά. Οπότε λέω: «Θα συνεχίσω, τώρα που ξεκίνησα πρέπει να το συνεχίσω αυτό». Έκανα τα μαθήματα στο σχολείο, έτυχε να έχω υπέροχους μαθητές, ήταν όλοι από τη Λατινική Αμερική, νεόφερτοι, δεν μιλούσαν καθόλου αγγλικά. Τα μαθήματά μου τα έκανα στα ισπανικά φουλ, ας πούμε. Πολλή ενέργεια τα παιδιά, τρελές ιστορίες, δηλαδή η ιστορία μου κοντά στην ιστορία αυτών των παιδιών, δώδεκα, δεκατρία, δεκατέσσερα χρονών δεν είναι τίποτα. Κι εκεί έμαθα πολλά πράγματα, αλλά εκεί γενικά μπήκα σε αυτό το σύστημα του δημοσίου που, εντάξει, μπορεί να μην είναι το ίδιο δημόσιο με εδώ, αλλά κι εκεί υπάρχει λίγο αυτό το: «Πότε θα βγει η σύνταξη, ποια είναι, τι επιδόματα παίρνεις σαν δημόσιος υπάλληλος», κλπ. Κι εμένα αυτό λίγο δεν με εμπνέει. Τα παιδιά με ενέπνεαν πάντα, αλλά αυτή η νοοτροπία, ξέρω 'γώ, των συναδέλφων για μένα είναι πάρα πολύ σημαντική. Θέλω να υπάρχει μια εξέλιξη, θέλω να υπάρχει, ξέρω 'γώ, αυτό το να θέλει ο άλλος να μάθει πράγματα, να κάνει πράγματα, να εξελιχθεί και αυτά, με πειράζει γενικά όλο αυτό. Οπότε έκανα τη δουλειά μου, όμως, κανονικά και συνέχισα να κάνω τις συνεδρίες με αυτή την coach και δουλεύαμε πάνω στο πρότζεκτ. Δηλαδή το πρωί δούλευα στο σχολείο, γυρνούσα το απόγευμα, έτρωγα, και κατευθείαν έμπαινα σε αυτό. Δηλαδή πάλι δούλευα όλη μέρα. Την καποέιρα λίγο την έχω ξεχάσει, όχι, την έχω ξεχάσει, ψιλοσταμάτησα μετά τον κορονοϊό, όταν μπήκαμε δηλαδή καραντίνα και αυτά και άρχισα να ασχολούμαι πιο ζεστά με το μεταπτυχιακό και με την αλλαγή καριέρας και όλα αυτά, οπότε δεν έκανα, δεν ασχολήθηκα πολύ με αυτό από το 2020. Τώρα έχω ξεκινήσει να ξαναθέλω να γυρίσω σε αυτό. Αλλά, ναι, δούλευα το πρωί και το απόγευμα ασχολιόμουν με αυτό, δηλαδή τα πρότζεκτ, να φτιάξω portfolio, να ψαχτώ, μπήκαμε σε ομάδες, κάναμε κάτι consulting για κάτι εταιρείες που δεν έχουν ερευνητές κτλ., κτλ. Και μετά, αφού έφτιαξα το portfolio, μου είπε η coach μου: «Eίσαι έτοιμη να αρχίσεις να κάνεις αιτήσ[01:20:00]εις». Πού είχα μείνει; Α, το καλοκαίρι, ναι, ξεκίνησα. Το καλοκαίρι, όμως, συνειδητοποιώ επίσης ότι μου κόβεται ο μισθός στη μέση. Και λέω: «Από πού ήρθε τώρα αυτό;». Δηλαδή μπήκαν τα χρήματα στον λογαριασμό και βλέπω ότι είναι τα μισά. Και λέω: «Τώρα;». Ψάχνομαι λίγο στο ίντερνετ και λένε, επειδή είχα ξεκινήσει τον Ιανουάριο και δεν είχα πάρει δουλειά από τον Σεπτέμβρη που ήρθα Ελλάδα, όταν δουλεύεις από τη μέση της χρονιάς, μετά, το καλοκαίρι σου κόβουν τον μισθό στη μέση. Εμένα δεν μου το είπε κανείς αυτό, εγώ σέβομαι δηλαδή αυτό το σύστημα τέλος πάντων, αλλά λίγο απογοητεύτηκα που δεν μου το είπε κανείς. Εντάξει, ίσως φταίω κι εγώ που δεν το έψαξα, αλλά δεν πήγε το μυαλό μου για να το ψάξω. Και δεν μου είπε κανείς, ξέρω 'γώ: «Αναστασία, κοίταξε, να ξέρεις ότι, εφόσον ξεκινάς τον Ιανουάριο, τα χρήματα το καλοκαίρι θα είναι τα μισά». Εντάξει, εγώ στη Νέα Υόρκη δεν μπορούσα να ζήσω με τα μισά χρήματα, ας πούμε. Οπότε εκεί που πάλευα με τα πρότζεκτ, με τα τέτοια κι αυτά, παίρνω τηλέφωνο έναν φίλο μου, κι αυτός από Κύπρο, τον Σάββα, κι αυτός είχε έρθει μετά στο πανεπιστήμιο, αυτός σπούδαζε μουσική σε πανεπιστήμιο που είχα κάνει κι εγώ το μπάτσελορ κι είναι μάνατζερ σε μια μικρή ελληνική αλυσίδα εστιατορίων που δεν είναι ελληνικά εστιατόρια, αλλά τα έχει ένας Έλληνας, ένας Ελληνοκύπριος, τέλος πάντων. Λέω: «Σάββα, χρειάζομαι μεροκάματα, γιατί δεν θα βγω οικονομικά, επειδή το και το, ξέρω 'γώ, μισά χρήματα και τα λοιπά, μισός μισθός». Μου λέει: «Ναι, θα βρούμε, ίσως σε βάλω Σάββατο, Κυριακή brunch. Και λέω: «Οκ, θα δουλεύω σχολείο και αυτά», θα κάνω το πρότζεκτ και μετά λέω: «Οκ, θα δουλεύω και τα Σαββατοκύριακα». Μετά κάθισα και το σκέφτηκα και λέω θα καώ, δεν μπορώ, δεν θα μπορέσω να ανταπεξέλθω, δεν μπορώ να την κάνω αυτή την δουλειά. Και εκτός αυτού, λέω θα φέρω και τον Σάββα σε δύσκολη θέση, γιατί, ξέρω 'γώ, άλλος που δουλεύει εκεί τρία χρόνια, θα δουλεύει Τρίτη βράδυ και θα πάω εγώ, καινούργια, και θα δουλεύω τα δύο καλύτερα μεροκάματα της εβδομάδος, Σάββατο, Κυριακή. Λέω δεν είναι δίκαιο και μπορεί να φέρει τριβή μέσα στην ομάδα. Οπότε με παίρνει ο Σάββας, μου λέει: «Έλα να μιλήσουμε» και εγώ πήγα με το σκεπτικό ότι θα του πω ότι δεν θα δουλέψω τελικά, ότι ευχαριστώ πολύ, δεν θα την πάρω τη δουλειά και αυτά. Φτάνω εκεί και μου λέει: «Ρε Αναστασία, σου βρήκα καλύτερη δουλειά». Λέω: «Τι εννοείς;», λέει: «Και θα την κάνεις από το σπίτι», λέω: «Δηλαδή;», λέει: «Χρειαζόμαστε άτομο να μας βοηθάει με τα email, επικοινωνία, κρατήσεις κλπ. Τα χρήματα θα είναι fixed κι εσύ θα δουλεύεις όση ώρα σου παίρνει η δουλειά, ας πούμε, να απαντάς και να κανονίζεις τα πράγματα μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. Αυτό θέλουμε εμείς». Λέω: «Τέλεια, πάλι, τι κωλοφαρδία». Την παίρνω αυτή τη δουλειά, συνεχίζω τα πρότζεκτ, στέλνω, στέλνω, στέλνω, στέλνω, στέλνω, στέλνω βιογραφικά. Ενώ ξεκίνησα να βλέπω ότι τουλάχιστον ανοίγουν την αίτηση μου οι εταιρείες, γιατί σε κάποια platforms, δείχνει ότι άνοιξαν και είδαν τις αιτήσεις, λέω: «Οκ, είμαστε ένα βήμα πιο κοντά σε αυτήν τη δουλειά». Ναι, όμως ήρθε ο Σεπτέμβρης κι εγώ δεν είχα βρει άλλη δουλειά ακόμη, οπότε λέω: «Τι να κάνω, πρέπει να γυρίσω στο σχολείο». Γυρνάω τον Σεπτέμβρη στο σχολείο, πιστεύω ότι στα εννιά χρόνια διδασκαλίας, αυτή θα ήταν η καλύτερη χρονιά απ’ όλες, πάλι πιο χαμηλά τα χρήματα βέβαια, αλλά οι μαθητές μου θα ήταν οι ίδιοι, γιατί ανέβηκα τάξη μαζί τους, οπότε τους ήξερα όλους κι έτυχε να έχω έναν συνάδελφο, ο οποίος ήταν πάρα πολύ υπεύθυνος με τη δουλειά του και πωρωμένος καθηγητής κι έκανε αυτό που έπρεπε. Δηλαδή πολλά χρόνια εγώ τύχαινα σε συναδέλφους που, επειδή έβλεπαν ότι εγώ βγάζω δουλειά, αυτοί έκαναν λιγότερα, οπότε εγώ καιγόμουν στη δουλειά συνέχεια. Κι όπως είπα, η δουλειά του καθηγητή στην Αμερική δεν είναι: «Σου στέλνει το κράτος την ύλη και το πας σελίδα-σελίδα». Σου δίνουν κάποιες παραμέτρους ανά τάξη και μέσα απ’ αυτές τις παραμέτρους πρέπει εσύ να βγάλεις την ύλη, δηλαδή να διαλέξεις τι βιβλία θα διδάξεις κι από βιβλία εννοώ πιο πολύ από το λογοτεχνικό κομμάτι, ας πούμε, γιατί εμείς κάνουμε κάποια θέματα μέσα από λογοτεχνικά βιβλία. Oπότε διαλέγεις το βιβλίο, αναλόγως το θέμα, αναλόγως τι μαθητές έχεις, αναλόγως τι συμβαίνει στην κοινωνία, ξέρω 'γώ. Οπότε είναι ωραίο, απλά είναι πιο πολλή δουλειά, γιατί πρέπει να βγάλεις όλα, τα πάντα, εγχειρίδια, ασκήσεις, διαγωνίσματα, όλα τα φτιάχνεις εσύ. Και τέλος πάντων, όλα αυτά τα χρόνια την έβγαζα όλη αυτή τη δουλειά κυρίως μόνη, ενώ αυτήν την χρονιά έτυχα σε έναν άνθρωπο που ήταν υπεύθυνος δηλαδή και του άρεσε να κάνει τη δουλειά του, οπότε λέω θα είμαι πιο χαλαρά και όντως ήταν πιο χαλαρή η χρονιά. Ήμουν δίπλα από το σπίτι, είχα τους ίδιους μαθητές, οπότε δεν χρειάστηκε να κάνω την έξτρα δουλειά τού να χτίσεις τις σχέσεις μαζί με τους μαθητές. Κι επίσης είχε και πολύ καλό πρόγραμμα κι είδα ότι δεν έπαιρνα για πρώτη φορά σε εννιά χρόνια δουλειά στο σπίτι τόση πολλή. Έπαιρνα, αλλά σε πολύ χαμηλότερο βαθμό από παλιά. Κι εκεί άρχισαν επίσης και οι συνεντεύξεις με κάποιες εταιρίες. Οπότε εγώ δούλευα στο σχολείο, δούλευα σε εστιατόρια κι έκανα και συνεντεύξεις για αυτήν τη δουλειά.
Και μίλησα με μια εταιρεία από εδώ από την Ελλάδα, τέλος πάντων, δηλαδή από τις εκατόν πενήντα αιτήσεις που έκανα, έκατσε μόνο μία, η μοναδική που έκανα αίτηση στην Ελλάδα. Οπότε λέω: «Τώρα τι γίνεται;». Ο μισθός πολύ χαμηλός σε σχέση με την Αμερική. Καλός για Ελλάδα μεν, όχι από τους καλύτερους, αλλά και πολύ καλύτερος από πολλούς Έλληνες, ας πούμε, που ζορίζονται αρκετά, αλλά πολύ πιο χαμηλός, πολλά βήματα πιο κάτω από αυτά που έκανα στην Αμερική. Κι αυτά που έκανα στην Αμερική, όχι μόνο αναλογικά, αλλά και από την ποιότητα ζωής, δηλαδή τι μπορούσα να κάνω με τα χρήματα αυτά που έκανα εκεί. Είχα αρχίσει να, παρότι είχα, μου είχε κοπεί αρκετά ο μισθός από το προηγούμενο σχολείο στο δημόσιο, πάλι ήταν αναλογικά καλύτερα κι από εδώ απ' ό,τι είναι τώρα, ας πούμε. Αλλά λέω: «Είναι και ευκαιρία όμως, γιατί τόσα χρόνια εγώ προσπαθώ να πάω, να γυρίσω στην Ελλάδα, να προσπαθήσω λίγο τη ζωή στην Ελλάδα», γιατί όλα αυτά τα χρόνια ερχόμουν καλοκαίρι με τον μισθό μου απ’ την Αμερική, ξέρω 'γώ, τρεις εβδομάδες, τέσσερις εβδομάδες και τα έβλεπα όλα πολύ πιο ρομαντικά, ας πούμε. Επειδή είχα μια, σε σχέση με τον Έλληνα, με τους φίλους μου εδώ, μια ελευθερία οικονομική, ας πούμε. Κι ήθελα να πάρω μια πιο ρεαλιστική γεύση Ελλάδας ως ενήλικας. Και λέω έκατσε κι αυτή η δουλειά και μου λέει η coach μου: «Αναστασία, κοίταξε, είναι πάρα πολύ χαμηλά τα χρήματα, δεν σου αξίζει να έχεις τέτοιον μισθό. Δηλαδή με όλα αυτά που έχεις κάνει κι όλα αυτά που έχεις περάσει κι όλα αυτά που ξέρεις να χάνεις τόσα χρήματα δεν είναι δίκαιο για σένα σαν Αναστασία. Είναι θέμα χρόνου δηλαδή να έρθει κάτι άλλο, πιο καλό για σένα». Και λέω: «Οκ, τώρα τι κάνουμε όμως;». Γιατί εγώ ήθελα να πάω Ελλάδα τόσα χρόνια. Η δουλειά είναι από Ελλάδα, είναι διαδικτυακή, αλλά είναι Ελλάδα, ας πούμε, θα έπρεπε να γυρίσω, ειδικά για το πρώτο διάστημα που θα έπρεπε να υπάρχει μια συνεργασία και να μην έχουμε τεράστια διαφορά ώρας, ας πούμε, κι αυτά. Οπότε αποφάσισα, μετά από δεκαπέντε χρόνια στην Αμερική κι όλα αυτά που έχω κάνει, να γυρίσω στην Ελλάδα, να ξεκινήσω αυτή την καινούργια καριέρα, να κάνω πολύ λιγότερα χρήματα και να μάθω τη δουλειά και να είμαι και λίγο στην Ελλάδα κοντά στους γονείς, κοντά στους παιδικούς φίλους, λίγο κοντά, να ξαναέρθω σε επαφή με την κουλτούρα μου κι αυτά. Οπότε ήρθα. Και πάλι θα πω ότι είμαι τυχερή, γιατί έτυχα σε έναν μάνατζερ, ο οποίος έχει κάνει τη δουλειά πάρα πολλά χρόνια στην Αγγλία και γύρισε κι αυτός για τον ίδιο λόγο. Και μαθαίνω πάρα πολλά πράγματα από αυτόν. Εννοείται πως η δουλειά, ενώ είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον, είναι πάρα πολύ διαφορετική για μένα. Δηλαδή πήγα από ένα επάγγελμα φουλ κοινωνικό, δηλαδή μπαίνεις μέσα σε μια τάξη, έχεις ένα σωρό παιδιά, ξέρω 'γώ, με φουλ ενέργεια, σχέσεις πολλές και τα λοιπά, ξέρω 'γώ, αστεία, είναι ζωή, τέλος πάντων, η δουλειά του καθηγητή. Σε ένα σπίτι μόνη μου, με έναν υπολογιστή, τελείως διαφορετική δυναμική και λέω: «Τι κάνω εδώ;», ας πούμε. Αλλά σιγά σιγά έ[01:30:00]χω αρχίσει να το συνηθίζω, να μου αρέσει. Ασχολούμαι κι αρκετά χρόνια έτσι κάπως μόνη μου με τη φωτογραφία και ξεκίνησα να κάνω και εδώ κάποια μαθήματα, για τα οποία δυσκολεύομαι λίγο να αποδώσω, είναι η αλήθεια, γιατί έχουν έρθει όλες αυτές οι αλλαγές μαζί και προσπαθώ να αποδώσω και σε μια καινούργια δουλειά. Αλλά, εντάξει, το παλεύουμε, ρε παιδί μου. Κι αυτό, αλλά νιώθω ότι, ενώ μ’ αρέσει αυτή η δουλειά και μου δίνει την ελευθερία να δουλεύω από το σπίτι, που μ’ αρέσει πάρα πολύ, δηλαδή μ’ αρέσει να έχω την επιλογή του να κάθομαι σπίτι, να πηγαίνω στο γραφείο, ας πούμε, είναι πολύ ωραίο αυτό, και να είμαι μέσα στον χώρο μου κι αυτά. Νιώθω ότι κάτι πρέπει να κάνω που να έχει λίγο πιο πολύ νόημα, δηλαδή πιο πολύ κοινωνικό νόημα, αυτό μου λείπει πάρα πολύ. Ενώ, ας πούμε, τόσα χρόνια, η δουλειά μου ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον κοινωνικό αντίκτυπο, τώρα απλά δουλεύω για μια εταιρεία και προσπαθώ να κάνω το τεχνολογικό κομμάτι καλύτερο για να τα πάει και η εταιρεία καλύτερα οικονομικά, ας πούμε. Δεν είναι, δηλαδή μπορεί να είναι καλή τώρα για μένα από άποψη ψυχικής υγείας, ηρεμίας, εξέλιξης κτλ., αλλά νιώθω ότι κάτι λείπει, γιατί δεν κάνω κάτι ουσιώδες, ας πούμε, οπότε έχω αρχίσει να σκέφτομαι τι άλλο μπορώ να κάνω. Ίσως κάποιον εθελοντισμό, ίσως να ξεκινήσω κάποιο δικό μου πρότζεκτ, ίσως μέσα από τη φωτογραφία να κάνω κάτι που να έχει λίγο κάτι, λίγο πιο, να είναι λίγο πιο, να έχει πιο πολύ νόημα για την κοινωνία. Αυτά. Επίσης έχω αφήσει τη σχέση μου, οκτώ χρόνια σχέσης. Έφυγα, ήρθα Ελλάδα κι είμαστε από απόσταση, οπότε κι αυτή είναι μια καινούργια δυναμική. Το αγόρι μου ήταν πάρα πολύ υποστηρικτικό και ήξερε, ρε παιδί μου, ότι και την καριέρα μου ήθελα να την αλλάξω, οπότε ήρθε αυτή η ευκαιρία να κάνω αυτό, τουλάχιστον το πρώτο βήμα, και ότι ήθελα να έρθω Ελλάδα. Και μου λέει: «Πήγαινε όπου είσαι πιο χαρούμενη κι όπου νιώθεις ότι καταφέρνεις τους στόχους σου ή εξελίσσεσαι». Οπότε θα δούμε πώς θα πάει αυτό. Προς το παρόν όλα καλά. Και, ναι, αυτή είναι η ιστορία πάνω κάτω.
Πλέον που μένεις στην Αθήνα, ποιες θεωρείς ότι είναι οι διαφορές;
Η Αθήνα σε κάποια σημεία μοιάζει πολύ με τη Νέα Υόρκη, γιατί είναι κι αυτή μια πόλη χαοτική, πολυπολιτισμική. Απλά αυτό το πολυπολιτισμικό επίπεδο είναι πιο χαμηλό, δηλαδή στη Νέα Υόρκη βλέπεις κόσμο από παντού, αλλά που να έχουνε, ξέρω 'γώ, ένα καλύτερο βιωματικό-, καλά το λέω;
Βιοτικό.
Ένα βιοτικό επίπεδο, ενώ εδώ βλέπεις ότι είναι λίγο πιο χαμηλό. Δηλαδή θα ήθελα να δω μια Αθήνα σιγά σιγά που να ανοίγει πιο πολλές ευκαιρίες σε κόσμο που να μην είναι, ξέρω 'γώ, οι Έλληνες. Εντάξει, ούτε και για τους Έλληνες βέβαια έχει ευκαιρίες, αυτό. Δηλαδή πιστεύω ότι αν υπήρχε αυτή η άνεση, η επαγγελματική και οικονομική, να ήταν ίσως ακόμη πιο παρόμοια με τη Νέα Υόρκη, γιατί υπάρχει αυτή η δυναμική, ξέρω 'γώ, πολλοί πολιτισμοί μαζί. Εντάξει, ίσως είναι αυτό που μου λείπει λίγο, γιατί το είχα συνηθίσει πάρα πολύ, το να έχω φίλους απ’ όλον τον κόσμο, το να είναι νορμάλ να βλέπεις κόσμο απ’ όλον τον κόσμο και να μην είναι το περίεργο. Και δεν έχω και φουλ εικόνα ακόμη - γιατί είμαι εδώ μόνο δυο μήνες - του πώς είναι πραγματικά τα πράγματα, γιατί έτρεχα από σπίτι σε σπίτι, μετακομίσεις, τέτοια, σπίτια φίλων, από ‘δώ, από ‘κεί, οπότε δεν είχα χρόνο έτσι να βγω και να γνωρίσω πολύ κόσμο κι αυτά. Έχω κάποιους παιδικούς φίλους εδώ, αλλά σιγά σιγά έχω ξεκινήσει να βλέπω τι συμβαίνει κι εδώ. Παρόλα αυτά, μ’ αρέσει πάρα πολύ, βλέπω ότι ο κόσμος γενικά έχει αρχίσει να αλλάζει αρκετά, δηλαδή, σιγά σιγά, έχει φύγει λίγο η-, όχι έχει φύγει, έχει αρχίσει λίγο να φεύγει η-, πώς το λένε, η νοοτροπία αυτή η λίγο πιο κλειστή, ας πούμε, του παλιού Έλληνα. Αν και εμένα μ’ αρέσει πάρα πολύ η παράδοση, μ’ αρέσει η Θράκη, μ’ αρέσει, ξέρεις, όλα αυτά, νιώθω ότι πλέον ζούμε σε έναν κόσμο διεθνές, διεθνή;
Διεθνή.
Διεθνή, ευχαριστώ. Που πρέπει να είμαστε λίγο πιο ανοιχτοί στη διαφορετικότητα και σε όλα αυτά, ας πούμε, που συμβαίνουν. Γιατί-, αυτό. Αλλά βλέπω ότι πάει καλά, απλά θα ήθελα να δω, ας πούμε, μια Ελλάδα πιο δίκαιη για τους Έλληνες και για όλον τον κόσμο. Έχω μια πάρα πολύ καλή φίλη Γιαπωνέζα στην Αμερική, η οποία μόλις νοίκιασε ένα καινούργιο σπίτι από έναν Έλληνα. Και μου λέει: «Αναστασία, οι Έλληνες αγαπούν την Ελλάδα πάρα πολύ, όποτε μιλάω με τον ιδιοκτήτη μου, μου μιλάει μόνο για την Ελλάδα και πόσο ωραία είναι η Ελλάδα. Γιατί έρχονται εδώ και δεν μένουν στην Ελλάδα;». Λέω: «Μάλλον η Ελλάδα δεν τους αγαπάει πολύ», ξέρω 'γώ, κατάλαβες; Οπότε αυτό. Ναι, αλλά περνάω πάρα πολύ καλά, δηλαδή, στην αρχή έφαγα ένα σοκ, δηλαδή τι ήρθα να κάνω εδώ, ας πούμε, αλλά δεν ξέρω, έχω γνωρίσει και πολύ ωραίο κόσμο και παιδιά που είναι πολύ μπροστά και πολύ ανοιχτόμυαλοι και πολύ μορφωμένοι και νιώθω άνετα, ας πούμε, νιώθω πολύ καλά και νιώθω και πολύ τυχερή. Δεν ξέρω για πόσο θα κάτσω, γι’ αυτό δεν έχω ακόμη μια τεκμηριωμένη άποψη για το πώς νιώθω στην Ελλάδα, γιατί είναι ακόμη αρχή, ας πούμε, ίσα - ίσα έχω αρχίσει μόλις να προσαρμόζομαι κάπως. Οπότε σίγουρα έφαγα το πακέτο του: «Καλώς ήρθες στην Ελλάδα» με τα γραφειοκρατικά και όλα αυτά τα οποία, εντάξει, όλοι τα ξέρουμε εδώ πώς είναι. Αλλά πέρα απ’ αυτό νιώθω πολύ ωραία εδώ. Είναι τέλειος ο καιρός, δηλαδή τέτοια εποχή στη Νέα Υόρκη έχει πάρα πολύ κρύο. Αυτό. Είμαι πολύ ευχαριστημένη με τα μαθήματα της φωτογραφίας, μαθαίνω πολλά πράγματα και θα δούμε πώς θα πάει. Αυτό. Κάτι άλλο;
Νομίζω έχουμε, έχεις περάσει απ’ όλα τα στάδια αυτής της διαδικασίας. Δεν ξέρω αν εσύ έχεις κάτι τελευταίο που θα ήθελες να μοιραστείς;
Δεν ξέρω. Νομίζω τα ‘χω πει όλα σχεδόν. Έχεις κάποια άλλη ερώτηση;
Θεωρώ, είμαι υπερκαλυμμένη νομίζω με αυτά που αφηγήθηκες, οπότε μπορούμε να-
Οκ. Ωραία.
Να το σταματήσουμε εδώ-
Σε ευχαριστώ πάρα πολύ-
Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο και για το μοίρασμα και για όλα αυτά που μοιράστηκες σήμερα μαζί μου.
Ευχαριστώ κι εγώ για την εμπειρία.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Η Αναστασία Αρικίδη είναι μόλις 33 χρονών, αλλά η προσωπική της ιστορία θα μπορούσε να είναι βγαλμένη από τον κινηματογράφο. Μεγαλωμένη στις Καστανιές Έβρου από Έλληνα πατέρα και Αμερικανίδα μητέρα, αφηγείται τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια στην παραμεθόριο, καθώς και τα καλοκαίρια της στο Νιού Τζέρσεϋ, όπου μαζί με την οικογένειά της δούλευε σεζόν σε εστιατόρια Ελλήνων της διασποράς. Στην ηλικία των 17 ετών πήρε την απόφαση να μετακομίσει σε συγγενείς της στην Πενσυλβάνια και μιλάει για τη εμπειρία της ως μαθήτρια σε αμερικάνικο λύκειο, καθώς και τη δυσκολία της να ενσωματωθεί στην κλειστή κοινωνία της αμερικανικής επαρχίας. Αφηγείται τις εμπειρίες της από το αμερικάνικο πανεπιστήμιο, τη διαρκή αναζήτηση πολιτισμικής ταυτότητας, αλλά και τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε για να μπορέσει να επιβιώσει. Στα 23 της μετακόμισε στη Νέα Υόρκη όπου και ξεκίνησε να εργάζεται ως δασκάλα σε σχολεία κοινωνικά δύσκολων περιοχών της πόλης, όπως το Χάρλεμ και το Μπρονξ. Στην αφήγησή της, περιγράφει την εμπειρία της στα σχολεία της Νέας Υόρκης, την επαγγελματική και οικονομική εξουθένωση, αλλά και τη διαρκή ανάγκη της για αλλαγή και εξέλιξη. Τέλος, μιλάει για τη νέα της καριέρα στον τεχνολογικό τομέα, την επιστροφή στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 2022 μετά από μια δεκαετία στην Αμερική, και την τωρινή της καθημερινότητα στην Αθήνα.
Αφηγητές/τριες
Αναστασία Αρικίδη
Ερευνητές/τριες
Έλλη Ξυπολιτάκη
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
21/12/2022
Διάρκεια
98'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Η Αναστασία Αρικίδη είναι μόλις 33 χρονών, αλλά η προσωπική της ιστορία θα μπορούσε να είναι βγαλμένη από τον κινηματογράφο. Μεγαλωμένη στις Καστανιές Έβρου από Έλληνα πατέρα και Αμερικανίδα μητέρα, αφηγείται τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια στην παραμεθόριο, καθώς και τα καλοκαίρια της στο Νιού Τζέρσεϋ, όπου μαζί με την οικογένειά της δούλευε σεζόν σε εστιατόρια Ελλήνων της διασποράς. Στην ηλικία των 17 ετών πήρε την απόφαση να μετακομίσει σε συγγενείς της στην Πενσυλβάνια και μιλάει για τη εμπειρία της ως μαθήτρια σε αμερικάνικο λύκειο, καθώς και τη δυσκολία της να ενσωματωθεί στην κλειστή κοινωνία της αμερικανικής επαρχίας. Αφηγείται τις εμπειρίες της από το αμερικάνικο πανεπιστήμιο, τη διαρκή αναζήτηση πολιτισμικής ταυτότητας, αλλά και τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε για να μπορέσει να επιβιώσει. Στα 23 της μετακόμισε στη Νέα Υόρκη όπου και ξεκίνησε να εργάζεται ως δασκάλα σε σχολεία κοινωνικά δύσκολων περιοχών της πόλης, όπως το Χάρλεμ και το Μπρονξ. Στην αφήγησή της, περιγράφει την εμπειρία της στα σχολεία της Νέας Υόρκης, την επαγγελματική και οικονομική εξουθένωση, αλλά και τη διαρκή ανάγκη της για αλλαγή και εξέλιξη. Τέλος, μιλάει για τη νέα της καριέρα στον τεχνολογικό τομέα, την επιστροφή στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 2022 μετά από μια δεκαετία στην Αμερική, και την τωρινή της καθημερινότητα στην Αθήνα.
Αφηγητές/τριες
Αναστασία Αρικίδη
Ερευνητές/τριες
Έλλη Ξυπολιτάκη
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
21/12/2022
Διάρκεια
98'