Ηλικιακός περιορισμός
Η συνέντευξη είναι διαθέσιμη μόνο για χρήστες άνω των 18 ετών.
Τα τραγικά γεγονότα του Μαρτίου του 1945 στο Κάτω Χωριό Ιεράπετρας μέσα από τις αφηγήσεις των γονιών μου
Ενότητα 1
Κατοχή και Αντίσταση στα χωριά του Νομού Λασιθίου
00:00:00 - 00:11:36
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Λοιπόν, βρισκόμαστε στην Ιεράπετρα, η ημερομηνία σήμερα είναι 24 Δεκέμβρη του 2021, εγώ ονομάζομαι Μαχαιρά Κατερίνα, είμαι Ερευνήτρια για …ι ο οπλισμός που αναφέραμε πριν έγινε από τους Ιταλούς. Βεβαίως, ήταν σημαντικό το ότι πηγαίνανε με οπλισμό και μάλιστα με διπλά τουφέκια.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
«Το μόνο που θυμάμαι ήταν αυτά τα μάτια γεμάτα απορία που με κοίταζε»: Τα τραγικά γεγονότα της Ιεράπετρας το 1945
00:11:36 - 00:23:18
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Οκέι. Μπορούμε να πάμε στα γεγονότα της Ιεράπετρας, του Κάτω Χωριού, δηλαδή, το ’45. Ποιο μήνα είχαν γίνει τα γεγονότα; Λοιπόν, ήταν τον Μά…ίχαν τα χωριά. Η Ιεράπετρα ήταν ψαροχώρι τότε, αλλά η εξουσία, αμέσως μετά, κατέβηκε στην Ιεράπετρα –ντάξει;–, αλλά ήταν μικρή, πολύ μικρή.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Πολιτικά φρονήματα υπό διωγμό: Από την Κατοχή και τον Εμφύλιο ως τη Χούντα και τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης
00:23:18 - 00:33:52
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Μετά, ακολουθεί ο εμφύλιος πόλεμος. Μετά, ξεκινάει ο εμφύλιος πόλεμος, εκεί είναι μια άλλη ιστορία πια. Οι γονείς σας συμμετείχαν με διάφο…ε ευχαρίστως, Κατερίνα. Εντάξει, σας ευχαριστώ πολύ! Και εγώ, να ’σαι καλά και χάρηκα έτσι που σε είδα και που σε γνώρισα, έτσι;! Κι εγώ!
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]Λοιπόν, βρισκόμαστε στην Ιεράπετρα, η ημερομηνία σήμερα είναι 24 Δεκέμβρη του 2021, εγώ ονομάζομαι Μαχαιρά Κατερίνα, είμαι Ερευνήτρια για το Istorima, και βρισκόμαστε με τον κύριο Στέφανο Γράσσο για να συζητήσουμε για την περίοδο της Κατοχής στην Ιεράπετρα και την εμπειρία των γονιών του. Κύριε Στέφανε, αρχικά, θα ήθελα να μας πείτε πότε γεννηθήκατε και πού μεγαλώσατε.
Λοιπόν, εγώ γεννήθηκα το 1951, έξι χρόνια μετά το ’45 δηλαδή –ντάξει;– και μεγάλωσα προφανώς εδώ Ιεράπετρα.
Οι γονείς σας από πού έχουν καταγωγή;
Ο πατέρας μου έχει καταγωγή από το Πάνω Χωριό, η μητέρα μου είχε από το Καβούσι, τα γύρω χωριά μας.
Με τι ασχολούνταν οι γονείς σας;
Η μητέρα μου είχε εμπορικό κατάστημα και ο πατέρας μου ήτανε ταξιτζής.
Στην περίοδο της Κατοχής ήταν αυτές οι ασχολίες τους;
Προφανώς όχι, την περίοδο της Κατοχής ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Η μητέρα μου, απ’ ό,τι θυμάμαι, την περίοδο Κατοχής ήταν υπάλληλος σε εμπορικό κατάστημα, ο πατέρας μου αγρότης.
Ωραία. Πώς ξεκίνησε η Κατοχή στην Ιεράπετρα;
Λοιπόν, εγώ μπορώ να σου πω από αφηγήσεις, προφανώς, έτσι, τι μου έλεγε ο πατέρας μου τότε, ότι τέλη ’42-αρχές ’43 υπήρχε μεγάλη καταπίεση στην περιοχή από τους κατακτητές και ήτανε πολύ μεγαλύτερη στα «πανωκατωχώρια», δηλαδή Πάνω Χωριό, Κάτω Χωριό, Επισκοπή, που ήταν κεφαλοχώρια, είχε πολύ κόσμο. Δηλαδή, φαντάσου τα χωριά εκεί να είχαν πολύ περισσότερο πληθυσμό απ’ ό,τι είχε η Ιεράπετρα. Οπότε, ήταν το προπύργιο των Γερμανών και των Ιταλών, τα πανωκατωχώρια και είχαν καθημερινά αγγαρείες, ξυλοδαρμούς. Σκοπός τους ήταν να πτοήσουν το ηθικό των χωριανών. Επιτάσσαν σπίτια, χρησιμοποιούσαν τα ζώα τους ή τα παίρνανε, οπότε παίρνανε και τα τρόφιμα, τα οποία ήταν λιγοστά εκείνη την περίοδο. Και, απ’ ό,τι μου έλεγε τότε κι ο πατέρας μου, αναγκαζόνταν σιγά-σιγά να φεύγουνε προς τα χωριά, προς τα βουνά πάνω: Θρυπτή, Σελιμάς, τα γύρω βουνά. Εκεί κάνανε τα πρόχειρα σπίτια, δηλαδή τους περιβόητους μαγατζέδες, που έχεις ακούσει, μαγατζέδες, ναι, για να προφυλαχτούν και αυτοί και τα λιγοστά τρόφιμα που είχαν τότε, κάποιες κότες, λιγοστά ζώα.
Τι ήταν ακριβώς αυτό που μας είπατε;
Οι μαγατζέδες ήταν τα δωματιάκια, δηλαδή έκαναν ένα πρόχειρο δωμάτιο, πετρόχτιστο προφανώς, με λάσπη γύρω-γύρω, έριχναν και δοκάρια πάνω και έμεναν εκεί, δεν μπορούσαν, αφού δεν είχαν σπίτι, είχαν ξεριζωθεί από δω. Αυτά είναι τα περιβόητα λημέρια πάνω και τώρα είναι... πάει κόσμος, λες: «Πάω στη Θρυπτή» και βλέπεις τον παλιό μαγατζέ, τα πετρόχτιστα. Αν πας καμιά φορά, θα τα δεις. Λοιπόν, αυτά τα κάνανε προφανώς για να ανταπεξέλθουν από την όλη κατάσταση οι άνθρωποι. Δηλαδή, ήταν φοβερή η καταπίεση. Θυμάμαι όταν μιλούσαμε για αγγαρείες, έλεγα του πατέρα μου –αξίζει τον κόπο να σ’ το πω–, έλεγα, λοιπόν, στον πατέρα μου: «Πες μου, τι αγγαρείες κάνατε;», λέει: «Ε, μεταφέραμε κιβώτια, το πιο βασικό ήταν ότι σκάβαμε». «Δηλαδή», του λέω, «τι σκάβατε;», «Καταφύγια». Εδώ, στην περιοχή μας, στην Ιεράπετρα μέσα, κατεβαίνοντας προς τα κάτω, υπάρχει του Περισυνάκη το ζαχαροπλαστείο. Σε αυτήν την κατηφόρα, λοιπόν, υπήρχε ένα καταφύγιο, το οποίο, σαν πιτσιρικάς εγώ, παίζαμε, είχε είσοδο-έξοδο –αξίζει τον κόπο, γιατί δεν ήξερα τότε τι ήταν η λάμπα ασετιλίνης–, τον ρώτησα, λοιπόν, του λέω: «Ωραία, σας παίρνανε από το χωριό, κατεβαίνατε...», λέει: «Σκάβαμε» – με αξίνες προφανώς. Το καταφύγιο, τώρα, που, σαν πιτσιρικάς, παίζαμε, είχε έναν τεράστιο διάδρομο να μπεις μέσα, δύο μεγάλα δωμάτια, τα οποία ήταν προφανώς αποθήκες πυρομαχικών, κι έβγαινε κι από την πάνω μπάντα γύρω στα τριάντα μέτρα, από την πάνω μεριά, μια μικρή έξοδο. Του λέω: «Καλά, πώς βλέπατε;» –η απορία μου τότε ήταν πώς βλέπανε–, «Είχαμε λάμπες ασετιλίνης». Ωραία; Τι είναι η λάμπα ασετιλίνης τώρα, έτσι; Ήταν σαν τη φιάλη του πετρογκάζ που έχουμε, μέσα ρίχνανε ανθρακασβέστιο και νερό και αυτό βγάζει ακετυλένιο, στρόφιγγα από πάνω, την άναβες κι έφεγγε όλη τη μέρα. Αυτές είναι οι περιβόητες λάμπες ασετιλίνης, που θα ακούσεις και σε τραγούδια, τέλος πάντων. Λοιπόν, αυτό, έτσι, για να δούμε μερικές λεπτομέρειες. Ας γυρίσουμε, τώρα, στα της εποχής. Σου ’πα ότι προηγούμενα υπήρχε πολύ καταπίεση, οπότε άρχισαν να φεύγουν στα βουνά και άρχισαν να... κάναν τον πρώτο πυρήνα στο Πάνω Χωριό, από τον Δημήτρη τον Καζαντζάκη, τον Αργύρη τον Αντιπαρμάκη και τον Βαγγέλη το Γράσσο, τον πατέρα μου. Ωραία. Σ[00:05:00]τη συνέχεια, άρχισαν να δημιουργούνται και άλλοι πυρήνες ανά τριάδες. Ενδεικτικά θα πω μερικά ονόματα: δηλαδή, στο Πάνω Χωριό, παράδειγμα, ήτανε ο Βασιλείου, Χαμεζανάκης, Φραντζεσκάκης, Κωνσταντακάκης, στο Κάτω Χωριό Δερμιτζάκης, Τωμαδάκης, Φραγκούληδες, αδελφοί Πετάση κτλ., Επισκοπή ήταν Φλουράκηδες, στη Βασιλική οι περιβόητοι Ραϊνάκηδες, στην Παχιά Άμμο ήτανε Τριχάς, στο Καβούσι Κουδουμάδες, και πολλοί άλλοι, έτσι ενδεικτικά.
Πυρήνες, τώρα μας λέτε, τι πυρήνες;
Ανά τρία άτομα.
Οι οποίοι ήτανε–
Ναι, ναι πες μου.
Όχι, όχι, εσείς πείτε μου τι πυρήνες ήταν αυτοί.
Οι πυρήνες αυτοί ήταν ανά τρία άτομα και απόκτησαν, στην πορεία, συγκεκριμένο ρόλο. Αυτοί ήταν για να ανταπεξέλθουν απέναντι στην καταπίεση και για να δουν τι θα κάνουν, το ξεκίνημά τους ήτανε. Oι πυρήνες άρχισαν να οργανώνονται, να επικοινωνούν μεταξύ τους και να κάνουν τα πρώτα σαμποτάζ. Τώρα, τι σαμποτάζ κάνανε στο ξεκίνημα δεν μπορώ να σου πω, αλλά ήταν και οι πυρήνες που ήταν ενάντια στην καταπίεση και την αγγαρεία, δηλαδή, τους λέγανε αγγαρεία, λέει: «Δεν πάμε», σε αυτό το στιλ, προσπαθούσαν να πείσουν τους χωριανούς να μην πάνε αγγαρείες, να μην κάνουν τίποτα πια, να μη δίνουν τρόφιμα, να κρύβουν τα τρόφιμα. Δηλαδή, θυμάμαι ότι μου έλεγε ότι: «Οι Ιταλοί πήγαιναν, έβλεπαν, έσκαβαν, έπαιρναν τις πατάτες από κάτω και άφηναν τα φυτά πάλι από πάνω, δεν τους άφηναν να φάνε», αυτό ήταν αντίσταση, όμως. Τώρα–
Συγγνώμη, να σας διακόψω λίγο, μιας και μιλάμε γι’ αυτό, αναφέρατε ότι προσπαθούσαν να πείσουν τον κόσμο. Ο κόσμος της Ιεράπετρας, ο απλός κόσμος της Ιεράπετρας–
Αυτά ήταν στα χωριά τώρα, η Ιεράπετρα σχεδόν ήταν ανύπαρκτη, ήταν ψαροχώρι, ντάξει;
Ο κόσμος των χωριών, λοιπόν, πώς είχε εκλάβει όλη αυτή... αναφέρατε τους πυρήνες του ΕΑΜ, έτσι;
Ναι, ξεκινούσαν έκαναν τους πρώτους πυρήνες του ΕΑΜ.
Ωραία, ο κόσμος πώς το είχε εκλάβει αυτό, πώς έβλεπε αυτούς τους πυρήνες;
Πολύ θετικό, διότι, σου είπα προηγουμένως, υπήρχε μια καταπίεση και ήταν αντίδραση απέναντι σε αυτήν την καταπίεση. Οπότε, αφού δημιουργήθηκαν οι πρώτοι πυρήνες, άρχισαν κι έφτιαχναν την ΕΠΟΝ της περιοχής, δηλαδή Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων. Κατάφεραν και βρήκαν, απ’ ό,τι μου ’χε πει, ένα ραδιόφωνο, όπου έπαιρναν τα δελτία ειδήσεων, ήξεραν τι γινότανε στο ρωσικό μέτωπο, αλλά και τι γινότανε με τους υπόλοιπους συμμάχους, έφτιαξαν τα δελτία ειδήσεων τότε που παίρνανε από το ραδιόφωνο, τα έγραφε ο πατέρας μου, τα δίνανε στους Επονίτες και τα μοίραζαν σε όλα τα γύρω χωριά, στους πυρήνες που είχαν δημιουργηθεί, οπότε ενημερώνονταν όλοι και ανέβαινε και το ηθικό τους. Ίδρυσαν την Εθνική Αλληλεγγύη και αργότερα την Επιμελητεία του Αντάρτη, όπως τη λέγανε. Σκοπός της Επιμελητείας ήταν να φροντίζει να βρίσκει τρόφιμα, γιατί ήταν πολύ δυσεύρετο είδος –έτσι;–, να βρίσκει τρόφιμα, ούτως ώστε να προετοιμάσουν το έδαφος για τις αντάρτικες ομάδες που θα γινόνταν στην πορεία στα βουνά. Αυτό, τώρα, ήτανε τέλη ’42-αρχές ’43 όλα αυτά. Το ’44, δεν θυμάμαι ποια περίοδο τώρα, άρχισαν να γίνονται οι πρώτες αντάρτικες ομάδες στα βουνά των Μαλών, στο Σελάκανο. Εκεί, είχαν σταλεί κι από την περιοχή μας άτομα να οργανώσουνε τότε τον στρατό του ΕΛΑΣ –εκεί ξεκινούσε ο στρατός του ΕΛΑΣ–, να οργανώσουνε τον στρατό του ΕΛΑΣ και, στην πορεία, ένα τμήμα του θα ερχόταν στα δικά μας τα βουνά, Θρυπτή, Σελιμάς κτλ., στα βουνά, δηλαδή, της Ιεράπετρας. Οπότε, το ’44 εμφανίζεται ο ΕΛΑΣ στην περιοχή τη δική μας, στα βουνά τα δικά μας, και άρχισε σιγά-σιγά να φουντώνει το αντάρτικο. Πραγματικά αντάρτικο, με τα λιγοστά όπλα που είχαν στην αρχή, οπότε άρχισαν να φεύγουν από τα ορεινά χωριά οι κατακτητές και να κατεβαίνουν στα πεδινά, λόγω φόβου. Τον Σεπτέμβρη του ’42, απ’ ό,τι ξέρουμε, οι Ιταλοί κατέρρευσαν τότε και συνθηκολόγησαν, οπότε άρχισαν να αυτομολούν κιόλας και πολλοί πήγαιναν προς το μέρος των ανταρτών να φύγουν, φοβόνταν τους Γερμανούς, γιατί οι Γερμανοί τούς σκότωναν κιόλας. Θυμάμαι ότι μου ’λεγε ο πατέρας μου τότε, ότι φεύγανε, αλλά με τα όπλα τους και με τρόφιμα, ανεβαίναν στα βουνά και, μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις κουβαλούσαν και δύο όπλα! Οπότε, άρχισε σιγά-σιγά να εξοπλίζεται το αντάρτικο. Δεν είχε όπλα δικά του, είχε λιγοστά όπλα – να μη λέμε τώρα άλλες λεπτομέρειες. Προφανώς, απέκτησαν καλό εξοπλισμό και ο στρατός, τώρα, της Ιεράπετρας και της Σητείας, γιατί συμμετείχε κι η Σητεία, στην πορεία, στέλνανε κόσμο στη Σητεία, είχε έδρα το Πάνω Χωριό. Επικεφαλής τότε ήταν ένας Φιλοκτήτης –να δω τις σημειώσεις μου–, ο λοχαγός Φιλοκτήτης Βαρδάκης και δύο ανθυπολοχαγοί, ο Σαββόπουλος και ο Καπετανάκης από τα Μουδανιά της Σητείας. Οι άνθρωποι αυτοί παρέμειναν εδώ μέχρι τη διάλυση του ΕΛΑΣ το ’44, γ[00:10:00]ιατί το ’45 είχαμε τη Συμφωνία της Βάρκιζας, όπου διαλύθηκε ο ΕΛΑΣ, παραδώσαν τα όπλα κτλ. Οπότε, αν θέλεις τώρα ,μπορούμε να έρθουμε στα γεγονότα της περιοχής μας.
Ναι, ναι, πριν έρθουμε στα γεγονότα της περιοχής, θα ήθελα να σας ρωτήσω, αν σας αφηγήθηκαν πότε οι γονείς σας ή τουλάχιστον μετέπειτα, όταν πλέον κι οι ίδιοι είχαν συνειδητοποιήσει τα γεγονότα, τη στροφή αυτή των Ιταλών προς τη συνεργασία με τους Βρετανούς. Δηλαδή, είχαν αρχίσει σιγά-σιγά να σκέφτονται κινήσεις να προσεγγίσουν τους Βρετανούς, ήταν εδώ ένας Κάρτα, ο διοικητής των ιταλικών στρατευμάτων, ο οποίος είχε διορίσει έναν συγκεκριμένο άνθρωπο για να προσεγγίσει τους Βρετανούς μέσω των ανταρτών.
Ναι, δεν μπορώ να σου πω σ’ αυτήν τη λεπτομέρεια τι γινόταν, δεν το ξέρω, δεν μου το είχαν αφηγηθεί, μπορώ, όμως, να το βρω, άλλη ώρα να το κουβεντιάσουμε. Προφανώς, υπήρχαν και λίγοι Εγγλέζοι τότε, οι οποίοι κάνανε, είχανε ουσιαστικό ρόλο, συνεννοούνταν, απ’ ό,τι μου είχαν πει, με τους αντάρτες, οι Ιταλοί οι πιο πολλοί, όμως, φεύγανε μόνοι τους, φεύγανε μόνοι τους για τα βουνά. Κάποιοι μείνανε και συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς, οι φασίστες, δηλαδή, Ιταλοί οι πιο πολλοί, γιατί υπήρχε και το φασισταριό τότε, αλλά πολύς κόσμος από τους Ιταλούς έφευγαν μόνοι τους, αυτομολούσαν τελείως, δηλαδή θυμάμαι μαρτυρίες ότι ανέβαιναν δυο-δυο, τρεις-τρεις τα βουνά πάνω, τους παίρνανε οι αντάρτες, τους πηγαίνανε στα λημέρια του Σελιμά, όπου και τα όπλα φύλαγαν τότε και τα τρόφιμα που κουβαλούσαν.
Οπότε, και ο οπλισμός που αναφέραμε πριν έγινε από τους Ιταλούς.
Βεβαίως, ήταν σημαντικό το ότι πηγαίνανε με οπλισμό και μάλιστα με διπλά τουφέκια.
Ενότητα 2
«Το μόνο που θυμάμαι ήταν αυτά τα μάτια γεμάτα απορία που με κοίταζε»: Τα τραγικά γεγονότα της Ιεράπετρας το 1945
00:11:36 - 00:23:18
Οκέι. Μπορούμε να πάμε στα γεγονότα της Ιεράπετρας, του Κάτω Χωριού, δηλαδή, το ’45. Ποιο μήνα είχαν γίνει τα γεγονότα;
Λοιπόν, ήταν τον Μάρτη του ’45, 23 Μαρτίου του ’45. Τότε, ένας υπενωμοτάρχης της χωροφυλακής με δυο χωροφύλακες πήγαν στα τοπικά γραφεία του ΕΑΜ στην Ιεράπετρα και κατάσχεσαν μερικά έγγραφα. Στη συνέχεια, με πρόφαση τα έγγραφα, ότι είναι επαναστατικού περιεχομένου, συνέλαβαν δύο μέλη της Επαρχιακής Επιτροπής του ΕΑΜ. Ξεσηκώθηκε ο κόσμος, πήγε μια πρώτη αντιπροσωπεία στη χωροφυλακή τότε για να απελευθερώσει τους συλληφθέντες και δεν γίνεται τίποτα. Μετά από δύο-τρεις ώρες, απ’ ό,τι ξέρουμε, πήγε δεύτερη επιτροπή–
Επιτροπή του ΕΑΜ;
Ναι, και από ιθύνοντες, έτσι, της Ιεράπετρας.
Πρωτοβουλιακά, ας πούμε.
Ναι, ναι, πήγε δεύτερη επιτροπή, πάλι δεν έγινε τίποτα και, στη συνέχεια, μετά από ώρες, αφού ενημέρωσαν τον αρχιεπίσκοπο της Ιεράπετρας, πήγε ο αρχιεπίσκοπος αλλά ακολουθούσε και πλήθος κόσμου από πίσω, πολύς κόσμος. Βλέποντας ο ταγματάρχης, τότε διοικητής της χωροφυλακής, ο Κουδουμάτος, βλέποντας τον κόσμο, υποσχέθηκε ότι θα τους αφήσει αρκεί να φύγει ο κόσμος. Απεναντίας, μετά την απομάκρυνση του λαού από κάτω, τοποθέτησε πιο ισχυρή δύναμη έξω απ’ τη χωροφυλακή και συνέλαβε και τρίτο άτομο της Επαρχιακής Επιτροπής του ΕΑΜ. Ε, απ’ ό,τι καταλαβαίνεις τώρα, αυτή η είδηση, η αυθαίρετη σύλληψη, δηλαδή, των τριών πια διαδόθηκε αστραπιαία και αποφάσισαν οι επιτροπές από τα χωριά να κατέβουν κάτω ειρηνικά να διαμαρτυρηθούν. Από τα χωριά: Παχιά Άμμο, Καβούσι, Μοναστηράκι, Βασιλική, Πάνω Χωριό, Κάτω Χωριό, Επισκοπή και Αη Γιάννη. Είχανε κάνει ήδη προσυγκεντρώσεις στα χωριά και συναντήθηκαν όλοι στο σημερινό, όπως λέμε, του «Βλάχου το καμίνι» – είναι το σημείο που συναντάει ο κεντρικός δρόμος ο επαρχιακός το Κάτω Χωριό. Εκεί, θυμάμαι μου έλεγε ο πεθερός μου ότι βρεθήκανε όλοι –ο Γιάννης ο Πετάσης– κι έψαχνε ο ένας τον άλλον να μην κρατούνε ούτε μαχαιράκι πάνω τους, να είναι εντελώς άοπλοι, για να μη δώσουνε λαβή στους αστυνομικούς, στους στρατιωτικούς, γιατί υπήρχε και στρατός τότε κάτω. Ωραία. Πραγματικά, κατέβηκαν κάτω και είχαν πορεία προς την Ιεράπετρα, φτάσαν στην Ιεράπετρα, έξω από την Ιεράπετρα, εκεί που είναι οι σημερινές, σου λέω, δεξαμενές, εκεί είχαν ταμπουρωθεί οι στρατιώτες, οπότε σταμάτησε η πορεία και προσπάθησαν να φτιάξουν μια επιτροπή για να κατέβει κάτω στην αστυνομία να διαπραγματευτεί, να δει τι θα γίνει κτλ. Πριν συγκροτηθεί η επιτροπή, δόθηκε η εντολή τότε, από τον επικεφαλής αξιωματικό των στρατιωτών με έναν πυροβολισμό στον αέρα, να αρχίζουν να χτυπάνε, και άρχισαν να χτυπούν εν ψυχρώ στο ψαχνό! Η απόσταση ήταν, απ’ ό,τι ξέρουμε, μικρότερη από τα εκατό μέτ[00:15:00]ρα, ήταν ταμπουρωμένοι και βαρούσανε! Οπότε, άρχισαν να πέφτουν οι πρώτοι νεκροί, τραυματίες, δεν ξέρουμε, οι πρώτοι. Οπότε, άρχισαν να σηκώνονται λευκά μαντήλια για να πάνε να βοηθήσουν αυτούς που είχαν χτυπηθεί, αλλά αυτοί συνέχιζαν, οπότε πέφτανε κι αυτοί κάτω από τις σφαίρες, δηλαδή μιλάμε για τραγικές καταστάσεις. Για να σου δώσω, τώρα, να καταλάβεις πώς ακριβώς έγινε διαδικασία, θα σου πω τι έγινε τότε με την πρώτη μου ξαδέρφη, την Ξενούλα τη Γράσσου, η οποία ήταν 19 χρόνων τότε. Λοιπόν, αυτή έφαγε την πρώτη σφαίρα στον γλουτό, έπεσε κάτω, έτρεξε η γιαγιά της, η Ευθυμία η Καζαντζάκη που ήταν 65 χρόνων να τη βοηθήσει, αυτή έφαγε σφαίρα και σκοτώθηκε ακαριαία, έτρεξε ο πατέρας της, στη συνέχεια, να τη βοηθήσει, τραυματίστηκε, ο Μιχάλης ο Γράσσος, έτρεξε ο θείος της, στη συνέχεια, ο Γιάννης ο Γράσσος, 30 χρονών τότε, ο οποίος σκοτώθηκε κι αυτός, και η Ξενούλα, ενώ ήταν κάτω τραυματισμένη, δέχτηκε δεύτερη σφαίρα στο πρόσωπο, η οποία προφανώς αποδείχτηκε ότι ήταν και η μοιραία, έτσι; Τώρα, να σου πω αυτά που θυμάμαι, γιατί συγκινούμαι... πραγματικά συγκινούμαι, γιατί ρωτούσα τον πατέρα μου: «Τι έγινε με την Ξενούλα, πες μου έτσι ακριβώς όπως ήταν η κατάσταση», λέει: «Όταν πια τραυματίστηκε και μας άφησαν να φύγουμε από κάτω...» –ο πατέρας μου, βέβαια, συμμετείχε, ήτανε επικεφαλής της Αχτιδικής Επιτροπής τότε–, την πήρε, μου λέει, την πήρε με ένα αυτοκίνητο: «Την έβαλα στο πίσω κάθισμα, της κρατούσα το κεφάλι, δεν μπορούσε να μιλήσει, γιατί είχε σπάσει η σιαγόνα της, και το μόνο που θυμάμαι ήταν αυτά τα μάτια γεμάτα απορία που με κοίταζε! Δηλαδή, τι έγινε; δεν είχε καταλάβει τι έγινε». Προφανώς η Ξενούλα, πριν το Ηράκλειο, εκεί στη Χερσόνησο κοντά, άφησε την τελευταία της πνοή. Το μένος των στρατιωτών πρέπει να ήταν τρομερό τότε, γιατί μου λέγαν μαρτυρίες ότι, όταν διαπίστωσαν ότι ο κόσμος δεν ήταν οπλισμένος, ξεθάρρεψαν, βγήκαν από τα ταμπούρια τους, πήγαν στα δέκα με είκοσι μέτρα και χτυπούσαν στο ψαχνό και ορισμένοι ανέβηκαν στα δέντρα πάνω για να έχουν καλύτερη ορατότητα. Δηλαδή, μιλάμε για προμελετημένο έγκλημα, έτσι; Προμελετημένο. Υπάρχει μια μαρτυρία της Κατίνας της Καμπάκη – αυτήν τη γυναίκα τη θυμάμαι, το σπίτι της ήταν στον κεντρικό δρόμο, φαντάσου, προφανώς δεν υπήρχε άσφαλτος, ήτανε χωματόδρομος ο κεντρικός δρόμος που κατέβαινε προς την Ιεράπετρα με τον δρόμο του νοσοκομείου, ένα σπίτι πριν τη γωνία ήταν το σπίτι της, με κάτι πεύκα απέξω, δεν θυμάμαι, μια μονοκατοικία. Αυτή, λοιπόν, η γυναίκα ήταν εκεί την ώρα που ανέβαιναν οι στρατιώτες πάνω. Η μαρτυρία της ήταν το εξής: ότι άκουε τους στρατιώτες να λένε: «Σήμερα θα ρίξουμε στους χωριάτες στο ψαχνό», δηλαδή το ξέρανε εκ των προτέρων, «Πάμε να σκοτώσουμε». Προφανώς ήταν μακρύς ο κατάλογος των νεκρών και των τραυματιών, δηλαδή μπορώ να σου πω ποιοι ήταν οι νεκροί, να πούμε τους νεκρούς: ήταν ο Χατζησάββας 45 χρόνων, η Ευθυμία Καζαντζάκη 65, η Ξενούλα η Γράσσου 19 χρονών, ο Γιάννης ο Γράσσος 30 χρονών, ο Λιανός ο Μανώλης 26 χρόνων, ο Σφακιανάκης 25, ο Βασίλης ο Χατζησάββας και πολλοί τραυματίες στην πορεία. Δεν ξέρω τι άλλο θα ’θελες να σου πω πάνω σε αυτό. Εγώ πιστεύω ότι ήταν τραγικές οι καταστάσεις και δεν θα πρέπει, έτσι, να ξεχνούμε όλους αυτούς που σπείρουν το μίσος και την αλληλοεξόντωση και βάζουν τον λαό να αλληλοεξοντώνονται. Προφανώς υπήρχαν εκείνη την εποχή και δωσίλογοι και πρέπει να τιμάμε τη μνήμη όλων αυτών που έπεσαν για την πατρίδα και τη λευτεριά μας και να απομονώνουμε προφανώς τους κάθε λογής δωσίλογους! Δεν ξέρω τι άλλο θα ήθελες να κουβεντιάσουμε.
Ωραία μας τα είπατε κύριε Στέφανε. Θα ήθελα να μου πείτε, τι σας έχουν αφηγηθεί, οι γονείς σας την επαύριο αυτής της μέρας; Τι ακολούθησε, πώς αυτό το πράγμα προσλήφθηκε από τον απλό κόσμο;
Λοιπόν, υπήρχε πολύς θυμός από τον κόσμο. Θυμάμαι τον πατέρα μου, τότε, που μου είπε ότι όταν θάψανε τους νεκρούς στο χωριό, έκλαιγε ο κόσμος, αλλά βουβό κλάμα [00:20:00]και, στην πορεία, αυτό το βουβό κλάμα έγινε οργή. Δηλαδή, να σου πω συγκεκριμένα, θυμάμαι ότι μου λέει ο πατέρας μου, ότι μπήκε αυτός –δεν μου το είπε αυτός, μου το είπε άλλος–, ότι μπήκε στην εκκλησία μέσα που έκλαιγαν, γιατί φαντάσου είχε πολλούς νεκρούς τότε το Πάνω Χωριό, και τους είπε: «Σταματήστε να κλαίτε και αρχίστε να τραγουδάτε!», έτσι; Αυτοί οι άνθρωποι, τώρα, που έδωσαν το αίμα τους για τη λευτεριά, τι να πεις; Ήταν, όμως, τραγικές οι καταστάσεις, έτσι; Θυμάμαι, έτσι, θυμάμαι τον πατέρα μου, τα ’λεγε και συγκινούταν.
Οπότε έγινε, ας πούμε, κάποια μαζική κηδεία, ας πούμε.
Κηδεία έγινε, ήταν μαζική, δηλαδή φαντάσου από το χωριό ήταν πολλοί. Προφανώς υπήρχαν και τραυματίες, αλλά, σου είπα, ήταν ένα βουβό κλάμα. Στην πορεία, αυτό το βουβό κλάμα έγινε οργή και έγινε αντίσταση! Τα βουνά τα δικά μας είχανε «κοκκινίσει» από πάνω, τα χωριά μας ήταν πάντα, την περιοχή, δεν θυμάμαι πότε μου το ’πε, την Ιεράπετρα τότε τη λέγανε «μικρή Μόσχα»! Είχε πολύ ΕΑΜ, όλος σχεδόν ο κόσμος ήτανε γραμμένος στο ΕΑΜ, όλη η περιοχή.
Υπήρξε κάποια κίνηση στο να γνωστοποιηθεί αυτό το γεγονός, δηλαδή τα μέσα της εποχής το κάλυψαν;
Όχι, δεν υπήρχαν τότε τίποτα. Δεν υπήρχε τότε τίποτα, δεν υπήρχε μέσον, μη νομίζεις. Αφού σου λέω, τώρα, φαντάσου ότι οι δρόμοι ήταν χωματόδρομοι, υπήρχαν κάποιοι δρόμοι που κατέβαινες κάτω, τίποτα άλλο, δεν υπήρχε επικοινωνία. Αφού, επί εποχής Κατοχής, μόλις τελείωσε η Κατοχή υπήρχαν ένα-δυο ράδια, τα οποία έλεγαν κάτι κεντρικά, δηλαδή για να πάει η είδηση από την Ιεράπετρα στο Ηράκλειο έπρεπε να την πας με ώρες, γαϊδούρια υπήρχανε, αυτοκίνητα λιγοστά. Δηλαδή, με το αμάξι τότε για να πας Ιεράπετρα-Ηράκλειο –πότε; Όταν ήμουνα εγώ μικρός– ήθελες τρεισήμισι ώρες περίπου, με στάσεις στον δρόμο, κούραση, χωματόδρομος.
Αυτό το σκηνικό, κάπως, δείχνει ότι, κάπως, είχε ξεκινήσει μια στροφή της εξουσίας εναντίον της Αριστεράς και του οργανωμένου κόσμου.
Ναι, τελείωσε, από τη στιγμή που είχαν αναλάβει τότε η κυβέρνηση Παπανδρέου, οι Άγγλοι δηλαδή, ο Σκόμπι, είχαν μοιράσει τα πράγματα, οπότε έπρεπε η Αριστερά τότε, γι’ αυτό έγινε και η Συνθήκη της Βάρκιζας, έπρεπε η Αριστερά τότε να σταματήσει να υπάρχει. Και γι’ αυτό έγινε όλο αυτό που έγινε. Δηλαδή, φαντάσου ότι συμμετείχαν δωσίλογοι σε όλη αυτήν την ιστορία. Ενώ, δηλαδή, μετά τον πόλεμο, μετά την Κατοχή, μετά το φευγιό των Γερμανών σκότωσαν μερικούς δωσίλογους, υπήρχαν κι άλλοι, αυτοί είχαν αναλάβει τα ηνία πια, αυτοί βγήκαν στην εξουσία. Το δράμα της Ελλάδας είναι αυτό, μη νομίζεις, πάντα μας κυβερνούνε αυτοί που σκύβουν το κεφάλι, αυτοί που είναι με τους ξένους, το δράμα μας. Τέλος πάντων, ναι.
Οπότε, οι γονείς σας, η οικογένειά σας στην ουσία βίωσε ένα τραύμα το οποίο δεν έχει υπάρξει–
Τρομερό, ναι, ναι. Σου είπα προηγούμενα, Κατερίνα, ότι ο πατέρας μου μού είχε πει ότι: «Δεν θα ξεχάσω πότε τα μάτια της Ξενούλας». Φαντάζεσαι να την κρατάει στα πόδια του και να τον κοιτάζει μόνο με τα μάτια και να προσπαθεί να τον ρωτάει με τα μάτια τι έγινε; Τέλος πάντων.
Η μητέρα της πού βρισκόταν εκείνη τη μέρα;
Κι αυτή ήταν εκεί, τη γλίτωσε, η θεία η Μαρία τότε τη γλίτωσε. Κατέβαινε κόσμος, σου λέω, φαντάσου, για να σου λέω ότι ήτανε πάνω από τρεις χιλιάδες κόσμος, η Ιεράπετρα, όταν ήμουνα πιτσιρικάς είχε τρεις χιλιάδες κόσμο, δηλαδή το ’55-’56 που τη θυμάμαι, ’57-’58 εκεί. Τα χωριά ήτανε, τα κεφαλοχώρια, τον κόσμο τον είχανε τα χωριά, τα πάντα είχαν τα χωριά. Η Ιεράπετρα ήταν ψαροχώρι τότε, αλλά η εξουσία, αμέσως μετά, κατέβηκε στην Ιεράπετρα –ντάξει;–, αλλά ήταν μικρή, πολύ μικρή.
Ενότητα 3
Πολιτικά φρονήματα υπό διωγμό: Από την Κατοχή και τον Εμφύλιο ως τη Χούντα και τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης
00:23:18 - 00:33:52
Μετά, ακολουθεί ο εμφύλιος πόλεμος.
Μετά, ξεκινάει ο εμφύλιος πόλεμος, εκεί είναι μια άλλη ιστορία πια.
Οι γονείς σας συμμετείχαν με διάφορους τρόπους;
Κοίταξε, ο πατέρας μου, όλοι πια αυτοί που συμμετείχαν στο ΕΑΜ ήτανε χαρακτηρισμένοι. Δεν, η περιοχή δεν είχε να δείξει, έτσι, πια οργανωμένες καταστάσεις στον Εμφύλιο πάνω –ντάξει;–, δεν ήταν, δηλαδή, όπως στη Στερεά Ελλάδα. Είχαν παραδώσει τα όπλα, τελειώσανε, απλά ήταν σε καταστολή, το κίνημα σε καταστολή, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Εντάξει, αν θες, μια άλλη φορά μπορούμε να το κουβεντιάσουμε με λεπτομέρειες να δούμε τι γινότανε. Προς το παρόν, τώρα, δεν νομίζω ότι...
Είπατε μία λέξη: «χαρακτηρισμένοι» Αριστεροί.
Ναι, αυτό ήταν και μετέπειτα, ναι.
Αυτό, θέλω να σας ρωτήσω, πώς το βίωσαν αυτό το πράγμα; Ή, καλύτερα, υπήρξε, δηλαδή, αυτό το στίγμα στην οικογένειά σας;
Βεβαίως, βεβαίως υπήρξε το στίγμα. Μετά τον Εμφύλιο, αλλά και πριν τον Εμφύλιο, αμέσως μετά είχαμε εξόριστους, αλλά, μετά τον Εμφύλιο, και απ’ το ’50 και μετά δηλαδή, κάποιοι είχαν φύγει για τα νησιά, Γυάρο κτλ. Ντάξει, «χαρακτηρισμένος» σημαίνει ήσουνα ευάλωτος, ευάλωτος, κι αυτό γινόταν και μετά, στην περίοδο της Χούντας, δηλαδή από τον Εμφύλιο κυβερνούσε πια η Δεξιά, υπήρχε πολύ παρακράτος και δεν ήταν καλή η κατάσταση για τους Αριστερούς τότε ή αυτοί που είχανε μείνει στην Αριστερά, γιατί πολύς κόσμος μετά γύρισε από φόβο, έτσι, γύρι[00:25:00]σε, γιατί στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ δεν συμμετείχαν μόνο οι Αριστεροί τότε, όλος ο κόσμος, ήτανε μαζικό το κίνημα. Κάποιοι ήταν πιο συντηρητικοί, γύρισαν, αλλά κάποιοι έμειναν πια Αριστερά, κομμουνιστές κτλ. Αυτοί δεν περάσαν καλά.
Η οικογένειά σας είχε τέτοια βιώματα;
Ναι, ο πατέρας μου, είχαμε, πώς δεν είχαμε, αλλά εγώ τα θυμάμαι, γιατί ήμουνα μικρός τότε, τα θυμάμαι επί Χούντας πια.
Τι συνέβαινε, δηλαδή, επί Χούντας;
Ε, θυμάμαι ότι τον πατέρα μου ετοιμαζόταν να τον πάρουν να τον πάνε στο ξερονήσι εξορία και θυμάμαι ότι καθόμασταν στο τραπέζι και μας έλεγε: «Να προσέχετε τη μάνα σας» κτλ. κτλ. Δηλαδή, τέτοιες ιστορίες. Του ’χαν πάρει το ταξί τότε, ήταν ταξιτζής, δεν τον άφηναν να δουλέψει, η μητέρα μου είχε μαγαζί, απ’ ό,τι θυμάμαι, της κάνανε σχεδόν κάθε εβδομάδα μία μήνυση, δηλαδή μπαίνανε μέσα, βρίσκανε μια δικαιολογία, δικαστήριο, μήνυση. Δηλαδή μιλάμε για τρομοκρατία πια. Ε, αυτήν την τρομοκρατία που εγώ κατάλαβα επί Χούντας, προφανώς υπήρχε και πιο νωρίς, με άλλο στιλ. Ήμουνα μικρός, δεν τα θυμάμαι, αλλά πρέπει να υπήρχε. Δηλαδή, υπήρχε μια συνέχεια σε όλα αυτά. Αυτό μέχρι το ’74. Ε, μετά, αλλάξαν τα πράγματα όσον αφορά την καταπίεση, ναι.
Εσείς τότε, μέσα στη Χούντα, ήσασταν μαθητής;
Στη Χούντα, όταν έπιασε το ’67, ήμουνα πρώτη Λυκείου, οπότε, από κει και πέρα, τα θυμάμαι καλά τα πράγματα. Δηλαδή, εγώ ήμουνα στη Χούντα, τελείωσα, τελείωσα Πανεπιστήμιο και, όταν ήμουνα στο Πανεπιστήμιο, είχαμε τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Είμαι από αυτήν τη γενιά που λέμε «του Πολυτεχνείου», «γενιά του Πολυτεχνείου».
Πού βρισκόσασταν τότε;
Θεσσαλονίκη. Τα γεγονότα γινόταν τότε στην Αθήνα, τα έζησα, γιατί έτυχε να είμαι και τις δύο φορές, δηλαδή στα γεγονότα της Νομικής τότε, και στα δύο γεγονότα έτυχε να είμαι στην Αθήνα, τα έζησα καλά. Αλλά το Πολυτεχνείο, όταν έγινε η επέμβαση, ήμουνα στη Θεσσαλονίκη, αντίστοιχα στο Πολυτεχνείο το δικό μας πάνω.
Εσείς, τότε, είχατε μία συγκεκριμένη πολιτική πορεία μέσα στο Πολυτεχνείο, δηλαδή συμμετείχατε μέσα στην εξέγερση;
Πάντα, εννοείται. Ήμασταν χαρακτηρισμένοι κι εμείς. Τότε, Κατερίνα, υπήρχανε φάκελοι. Εγώ είχα δει τον φάκελο τον δικό μου εντελώς τυχαία. Ήταν ένα σαν μπαουλάκι. Εγώ ήμουνα χαρακτηρισμένος «βητάς», δηλαδή υπήρχαν οι χαρακτηρισμοί τότε που μου είχαν πει –στον στρατό κατάφερα και το είδα–, ήτανε Α΄, Β΄, Γ΄ και «Επικίνδυνος» – μάλλον όχι, όχι, Α΄, Β΄, Γ΄ και το Ε΄: εθνικόφρονας. Ήτανε Α΄, Β΄, Γ΄, οι Γ΄ ήταν οι επικίνδυνοι, οι Α΄ ήτανε απλά χαρακτηρισμένοι, οι Β΄ ήταν χαρακτηρισμένοι με πορεία, με δράση κτλ. Αν θυμάμαι, που μου το έχει πει ένας φαντάρος τότε, μου λέει: «Είσαι “βητάς”, κανόνισε». Δηλαδή, καταγράφανε τότε, για να σου δώσω να καταλάβεις, καταγράφανε τα πάντα, τι έκανες, τι δεν έκανες, πότε το έκανες. Αυτά υπήρχαν στο φάκελο μέσα, τα πάντα.
Το οποίο, εσείς ξεκινήσατε να ασχολείστε από μαθητής;
Όχι μαθητής, απαγορευόταν, διότι θα σε βάζανε μέσα κατευθείαν, δεν θα μπορούσες να δώσεις εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Δηλαδή, της Ξενούλας που είπαμε τώρα, για να σου δώσω να καταλάβεις, η πιο μικρή αδερφή, η Ευθυμούλα, που ήταν και καλή μαθήτρια, δεν της επέτρεψαν να δώσει στις εξετάσεις για Γυμναστική Ακαδημία, απαγορευότανε. Η Ευθυμούλα δεν σπούδασε, ήθελε να γίνει γυμνάστρια, δεν σπούδασε, γιατί δεν επιτρεπότανε, το απαγορεύανε. Το αντίστοιχο γινόταν επί εποχής Χούντας, αν ήσουν χαρακτηρισμένος δεν σε άφηναν. Ε, μετά, βέβαια, που έμπαινες, δεν μπορούσαν να σου κάνουν τίποτα.
Είχατε συλληφθεί εσείς μέσα στο Πολυτεχνείο;
Όχι, εμείς καταφέραμε φύγαμε χωρίς να μας πιάσουν, ήτανε περικυκλωμένοι όλοι τότε. Ντάξει, κατά τις 04:00 τα ξημερώματα, οι μπάτσοι ήταν γύρω-γύρω και βρίσκαμε τρόπο πώς να φύγουμε. Αργότερα, είχαμε συλλήψεις, διότι συμμετείχαμε τότε ενεργά σε πορείες, μας έπιανε η αστυνομία, μας άφηνε, δικαστήρια, ξαναγύρνα, ήταν αλλιώς μετά όμως, δηλαδή μετά τη Χούντα, έτσι;
Μετά τη Χούντα.
Μετά τη Χούντα, επί Νέας Δημοκρατίας τότε – όχι Νέας Δημοκρατίας, ΕΡΕ ήταν στο ξεκίνημα, Νέα Δημοκρατία την είχε κάνει ο Καραμανλής που είχε έρθει. Ναι, μας πιάνανε, απαγορεύονταν. Αφισοκόλληση; Μέσα! Δηλαδή δικαστήριο, όχι μέσα στο μπουντρούμι, δικαστήρια, σε πιάνανε με το παραμικρό. Μη νομίζεις, δεν είχανε αλλάξει πολλά πράγματα ού[00:30:00]τε στο στρατό τότε. Είχαμε κάποιους λοχαγούς φασίστες, εντελώς φασίστες.
Επομένως, δηλαδή, αυτό το πράγμα είναι κάτι που ακολουθεί έναν άνθρωπο σε όλη την πορεία της ζωής του.
Σε στιγματίζουν κάποια πράγματα, σε στιγματίζουν, δεν γίνεται, δηλαδή. Πρέπει, βέβαια, να το αισθάνεσαι, έτσι, ό,τι κάνεις το αισθάνεσαι. Αλλά σε ακολουθεί σε όλη σου την πορεία, το πώς είσαι, το πώς συμπεριφέρεσαι, το αν μέσα σου υπάρχει ηθική, αν υπάρχει ουμανισμός, αν είσαι τίμιος, χίλια δυο πράγματα. Όλα αυτά σε ακολουθούνε. Ή, αν δεν τα έχεις, δεν συμμετέχεις σε αυτό το πράγμα, έτσι, έτσι είναι η άποψή μου, δηλαδή, δεν συμμετέχεις. Θα χρησιμοποιήσω εκφράσεις που δεν πρέπει να τις λέω, αλλά είναι τα περιβόητα λαμόγια: να την κάνω, να τη βολέψω, τα γνωστά, αν επιτρέπονται οι εκφράσεις!
Επιτρέπονται! Ήθελα να σας ρωτήσω, εντάξει, βέβαια, τώρα αυτό θα μπορούσε να γίνει μια άλλη συνέντευξη, το Πολυτεχνείο–
Ναι, θα μπορούσε, ναι. Είναι μια ολόκληρη ιστορία το Πολυτεχνείο, ολόκληρη ιστορία.
Ναι, πραγματικά. Συγκεκριμένα, για το βίωμα των γονιών σας και το πώς ήταν να μεγαλώνετε με αυτούς τους ανθρώπους που είχαν ένα τόσο σοβαρό πλήγμα στην οικογένειά τους;
Σαν πιτσιρικάδες δεν το αισθανόμασταν, όπως και κανένα παιδί δεν το καταλαβαίνει. Εγώ άρχισα να αντιλαμβάνομαι τι γινότανε όταν μεγάλωσα πια, δηλαδή από φοιτητής και μετά άρχισα να καταλαβαίνω τι γινότανε. Μέχρι το σχολειό δεν έχεις πολλά περιθώρια να καταλάβεις τι γίνεται. Εξάλλου, δεν μιλούσανε, οι γονείς δεν μιλούσανε, δεν λέγανε τίποτα, δηλαδή αυτά που έχω εγώ σαν μαρτυρίες τα έχω πολύ αργότερα, όταν πια ήμουνα μεγάλος και ρωτούσα τον πατέρα μου τι έγινε τι δεν έγινε, συγκεκριμένα πράγματα. Από μόνος του δεν θυμάμαι ποτέ να μας έχει πει τίποτα, γιατί φοβόταν και την όλη κατάσταση. Όσο λιγότερα ξέρεις τόσο πιο αθώος είσαι, άρα δεν σε πειράζουν.
Και ήθελα να σας κάνω και μία ερώτηση, αν νιώθετε ότι όλη αυτή η ιστορία των γονιών σας, αν νιώθετε ότι είναι κομμάτι πλέον της δικής σας ιστορίας.
Προφανώς. Η ιστορία της οικογένειάς σου είναι η δικιά σου ιστορία, ναι, προφανώς. Δεν μπορείς να πεις ότι εγώ ξέκοψα. Από τι ξέκοψες, από τις ρίζες; Δεν ξεκόβεις.
Η μετέπειτα ταυτότητά σας, δηλαδή–
Σε χαρακτηρίζει, η οικογένειά σου, πιστεύω εγώ, σε χαρακτηρίζει, εφόσον συμφωνείς με αυτά, με την οικογένειά σου. Σε στιγματίζει, σε χαρακτηρίζει, εντάξει δεν είναι σωστή έκφραση, σε προσδιορίζει, σε προσδιορίζει.
Έχετε φίλους ή φίλες που έχουν αντίστοιχα βιώματα;
Πολλούς, πολλούς, και από το Πανεπιστήμιο τότε, όλοι αυτοί είχαν αντίστοιχα βιώματα. Μη νομίζεις, Κατερίνα, ο κόσμος πέρασε πολύ άσχημα. Εσείς, σαν νέα γενιά, καλά κάνετε και το ψάχνετε, κι εμείς δεν καταλάβαμε πολλά πράγματα, ελάχιστα καταλάβαμε, έτυχε να είμαστε στην περίοδο της Χούντας και Πολυτεχνείο, αλλά ως Ιστορία ακούμε τα προηγούμενα, τα οποία ήταν η ζωή, όμως, αυτών. Δηλαδή, εγώ αυτά που μου ’λεγε ο πατέρας μου τα άκουγα σαν Ιστορία, δεν τα είχα βιώσει. Μου μιλούσε τότε και για τους πολιτικούς που συμμετείχαν, εγώ αργότερα άρχισα να τα συνδέω και λέω: «Καλά, πώς τους ξέρει;», αφού τους ζούσε, όπως ξέρουμε εμείς τους δικούς μας πολιτικούς και τι καπνό φουμάρουν όλοι, έτσι;
Κύριε Στέφανε, εγώ δεν έχω άλλη ερώτηση, προς το παρόν, αν θέλετε εσείς να μου πείτε κάτι.
Δεν έχω να σου πω κάτι, αν κάποια άλλη φορά χρειαστεί να κουβεντιάσουμε κάτι άλλο θα το δούμε ευχαρίστως, Κατερίνα.
Εντάξει, σας ευχαριστώ πολύ!
Και εγώ, να ’σαι καλά και χάρηκα έτσι που σε είδα και που σε γνώρισα, έτσι;!
Κι εγώ!
Φωτογραφίες

Εθνικό Εγερτήριο, 1944
Φύλλο εφημερίδας της τοπικής οργάνωσης του ...

Φύλλο εφημερίδας «Μάχη», ...
Εφημερίδα της κομμουνιστικής οργάνωσης Λασ ...

Κάλεσμα προς τις αντιστα ...
Αντίγραφο καλέσματος αγώνα προς τις αντιστ ...
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Περιεχόμενο διαθέσιμο για ενήλικους
Περίληψη
Μάρτης του 1945. Έπειτα από εισβολή της χωροφυλακής στην τοπική οργάνωση του ΕΑΜ Ιεράπετρας και τη σύλληψη τριών μελών του, αποφασίζεται από πλήθος κόσμου αυθόρμητη, ειρηνική πορεία διαμαρτυρίας. Τα γεγονότα που ακολουθούν είναι τραγικά: Ο στρατός δολοφονεί εφτά άτομα και τραυματίζει αρκετούς άλλους. Τρεις από τους νεκρούς ανήκαν στην οικογένεια του Αφηγητή μας Στέφανου Γράσσου, ο οποίος μας εξιστορεί τα γεγονότα της ημέρας εκείνης, καθώς και την οργάνωση των κατοίκων των χωριών της Ιεράπετρας στην Αντίσταση, όπως διαθλώνται κυρίως μέσα από το βίωμα των γονιών του· ένα βίωμα που, αναπόφευκτα, θα προσδιορίσει και όλη τη δική του ζωή, όψεις τις οποίας, επίσης, παρακολουθούμε μέσα από τη διήγησή του, όπως τέμνουν τις γραμμές της οικογενειακής και, ταυτόχρονα, της εθνικής Ιστορίας.
Αφηγητές/τριες
Στέφανος Γράσσος
Ερευνητές/τριες
Κατερίνα Μαχαιρά
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
23/12/2021
Διάρκεια
33'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Περιεχόμενο διαθέσιμο για ενήλικους
Περίληψη
Μάρτης του 1945. Έπειτα από εισβολή της χωροφυλακής στην τοπική οργάνωση του ΕΑΜ Ιεράπετρας και τη σύλληψη τριών μελών του, αποφασίζεται από πλήθος κόσμου αυθόρμητη, ειρηνική πορεία διαμαρτυρίας. Τα γεγονότα που ακολουθούν είναι τραγικά: Ο στρατός δολοφονεί εφτά άτομα και τραυματίζει αρκετούς άλλους. Τρεις από τους νεκρούς ανήκαν στην οικογένεια του Αφηγητή μας Στέφανου Γράσσου, ο οποίος μας εξιστορεί τα γεγονότα της ημέρας εκείνης, καθώς και την οργάνωση των κατοίκων των χωριών της Ιεράπετρας στην Αντίσταση, όπως διαθλώνται κυρίως μέσα από το βίωμα των γονιών του· ένα βίωμα που, αναπόφευκτα, θα προσδιορίσει και όλη τη δική του ζωή, όψεις τις οποίας, επίσης, παρακολουθούμε μέσα από τη διήγησή του, όπως τέμνουν τις γραμμές της οικογενειακής και, ταυτόχρονα, της εθνικής Ιστορίας.
Αφηγητές/τριες
Στέφανος Γράσσος
Ερευνητές/τριες
Κατερίνα Μαχαιρά
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
23/12/2021
Διάρκεια
33'