Ηλικιακός περιορισμός
Η συνέντευξη είναι διαθέσιμη μόνο για χρήστες άνω των 18 ετών.
«Η ετυμηγορία ήταν πεντάκις εις θάνατον»: Μια ιστορία αντίστασης και φυλακής
Ενότητα 1
Τα παιδικά χρόνια της Μαρίας και οι αθλητικές δεξιότητες
00:00:00 - 00:07:55
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλησπέρα. Βρισκόμαστε σήμερα, 16/1/2021, εγώ, η Βικτώρια Δελακοβία, από τη Νεάπολη Λακωνίας και η κυρία Μαρία Σιδέρη Δεσμερή από το– Δε…ία και πράγματα και αναγκάστηκα και ήρθα στην Κοζάνη, ξαναγύρισα στην Κοζάνη και έμενα στην Κοζάνη. Και μετά πέρασε ο πόλεμος, μπλέχτηκα...
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΘέματα
Ενότητα 2
Η κήρυξη του πολέμου και η ένταξη της Μαρίας στην ΕΠΟΝ: Δράσεις, συγκεντρώσεις και απεργίες
00:07:55 - 00:27:11
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Εκεί πώς θυμάστε, κυρία Σιδέρη, εκεί πώς θυμάστε τον πόλεμο; Δηλαδή, για να δούμε την πρώτη φορά που είδατε, έτσι, να μπαίνουν στην πόλη σας…Οτζήδες και οι χίτες παρά οι Γερμανοί. Εσείς θυμάστε τέτοια σκηνικά; Δηλαδή να σκοτώνουνε μπροστά σας ανθρώπους; Όχι, όχι, όχι, δεν είδα.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΘέματα
Τοποθεσίες
Ενότητα 3
Η σύλληψη της Μαρίας: Η μεταφορά της στην Ασφάλεια, οι ανακρίσεις, το ξύλο
00:27:11 - 00:50:25
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Ωραία, εσάς σας συνέλαβαν ποτέ για τη δράση σας, κυρία Σιδέρη; Οι Γερμανοί στην Κατοχή; Όχι, εννοώ μετά. Στην Κατοχή όχι. Ναι, μετά, την …ην ξέρει. Εμείς πού να την ξέρουμε;» λέγανε. Και έμεινε πια ότι η Μαρία μπορεί να την ξέρει. Και επιμένανε αυτοί εμένα, ξύλο εγώ συνέχεια.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΤοποθεσίες
Ενότητα 4
«Πεντάκις εις θάνατον»: Η καταδίκη, η φυλακή Αβέρωφ και οι συνθήκες ζωής
00:50:25 - 01:16:48
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Λοιπόν, τελικά αφού δεν μάθανε πια ποια είναι η Ελένη, με πήρανε, με στείλανε στη φυλακή Αβέρωφ. Με πήγανε πρώτα, ναι, σ’ ένα τμήμα, δεν θυμ…φανε και τα κολλούσαν σ’ έναν σκοπό γνωστό, κολλούσαν λόγια της φυλακής, όπως αυτά που έχω κάτι στο βιβλίο μου, έχω δυο-τρία νομίζω τέτοια.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΤοποθεσίες
Ενότητα 5
Τα παιδιά των φυλακών: Η Αλέκα και ο σύντομος αποχωρισμός
01:16:48 - 01:21:18
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Για πείτε μου λίγο, εκεί παιδιά στη φυλακή είχαν γεννηθεί, στις φυλακές Αβέρωφ; Ναι, ναι, ναι, γεννήθηκαν. Θυμάστε έτσι κάποιο περιστατικ…άκι τότε; Όταν έφυγε; Όταν έφυγε από το σπίτι σας, ναι. Όταν το πήραν από μένα; Τεσσάρων. Είχε μεγαλώσει, ήταν μεγάλο, ένα κουκλί ήτανε.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΤοποθεσίες
Ενότητα 6
«Μπορώ να σε κάνω να μη δεις τον ήλιο αύριο»: Περιμένοντας την εκτέλεση
01:21:18 - 01:36:34
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Δεν μου λέτε κάτι τώρα, κυρία Σιδέρη, που θέλω να μάθω, θέλω λίγο να ανακαλέσουμε λίγο στη μνήμη μας τη στιγμή εκείνη που εσείς ήσαστε μέσα…ουβέντιαζα και πολύ συχνά τα κουβέντιαζα με άλλες κρατούμενες που ερχόταν από Ασφάλεια. Tα κουβεντιάζαμε αυτά μεταξύ μας, τα κουβεντιάζαμε.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 7
Η ζωή μετά τη φυλακή: Ο στιγματισμός, η εργασιακή απασχόληση και οι εκδρομές
01:36:34 - 01:48:13
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Εάν θέλετε για να ολοκληρώσουμε –κατ’ αρχάς, σας ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνατε να μου δώσετε αυτή τη συνέντευξη, ελπίζω να μη σας υ…α με τον Γιώργο τον Σιδέρη και σε λίγο παντρευτήκαμε και απόκτησα τον Νίκο μου και τον Λάμπη μου, δυο γιους. Να τους χαίρεστε. Ευχαριστώ.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 8
Οι επτά μελλοθάνατοι: Η παράνομη καταδίκη, η δράση των φυλακισθέντων γυναικών και η υποστήριξη του Αθηναϊκού λαού
01:48:13 - 01:54:58
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Το τελευταίο που θέλω να μάθω είναι: Τον Σεπτέμβρη του 1951, όταν εσείς –θέλω να ακούσω να μου το λέτε– ακυρώσατε μέσα από τη δράση σας την…α παλιά. Και βρήκα εσένα. Ήταν μεγάλη μου τιμή, μεγάλη μου τιμή ειλικρινά. Και εγώ, κορίτσι μου. Κορίτσι μου, σε χάρηκα. Σας ευχαριστώ.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΤοποθεσίες
[00:00:00]Καλησπέρα. Βρισκόμαστε σήμερα, 16/1/2021, εγώ, η Βικτώρια Δελακοβία, από τη Νεάπολη Λακωνίας και η κυρία Μαρία Σιδέρη Δεσμερή από το–
Δεμσερή, -μ, -σ. Δεμσερή.
Δεμσερή.
Μάλιστα.
Καλησπέρα σας.
Καταγωγή μου Κοζάνη.
Καλησπέρα σας, κυρία Σιδέρη.
Καλησπέρα.
Κατ’ αρχάς, είναι τιμή μου που μιλάμε. Θα ήθελα να μάθουμε τη δική σας ιστορία, θα ήθελα να σας γνωρίσουμε καλύτερα. Πάμε να πούμε κάποια βασικά πράγματα. Πού και πότε γεννηθήκατε;
Μάλιστα. Κοζάνη γεννήθηκα το 1923.
Ακριβή ημερομηνία θυμάστε μήπως;
Όχι.
Εντάξει, δεν πειράζει. Πείτε μας για την οικογένειά σας. Ήταν έτσι, πώς μεγαλώσατε; Είχατε άλλα αδέρφια;
Άλλα επτά. Οκτώ ήμασταν τα αδέρφια όλα, αλλά τα έξι ήταν από άλλη μάνα. Ο πατέρας μου έκανε δεύτερο γάμο και εγώ είμαι από τον δεύτερο γάμο. Και από τα οκτώ παιδιά εγώ είμαι το τελευταίο. Καταλάβατε;
Μάλιστα, πολύ ωραία, οπότε μεγαλώσατε σε μια πολύτεκνη οικογένεια.
Ναι, ναι, σε μια πολύτεκνη και πολύ γνωστή στην Κοζάνη, που ήταν στενός ο κύκλος, γιατί είχα τρεις αδερφές δασκάλες. Ο πατέρας μου ήταν μορφωμένος, πράγμα σπάνιο να βρεις, όλοι οι φίλοι του ήταν του Δημοτικού. Ο πατέρας μου, ο μόνος είχε βγάλει σχολαρχείο. Η μάνα μου ήταν αγράμματη, τελείως αγράμματη. Οι αδερφές μου της μάθανε γράμματα και έγραφε, μπορούσε και έγραφε το όνομά της.
Τα παιδικά σας χρόνια πώς τα θυμάστε;
Πολύ καλά. Πολύ καλά, ήμουν το χαϊδεμένο παιδί της οικογένειας. Ένα τρελοκόριτσο ήμουνα, ό,τι ήθελα έκανα, ό,τι ήθελα εγώ. Ήμουνα μικρή, ελεύθερη, δεν άκουγα τίποτα, ό,τι ήθελα το είχα, και οι αδερφές μου πολύ με προσέχανε. Στο σχολείο είχα τον γαμπρό μου δάσκαλο, της αδερφής μου ο άντρας, με προσέχανε, ήμουν αθλήτρια.
Τι άθλημα κάνατε;
Ακόντιο. Και πηδούσα, αλλά το άθλημά μου ήταν το ακόντιο. Και μάλιστα, 16 χρονών ήρθα στην Αθήνα και πήρα μέρος στους αγώνες, Εθνικούς Αγώνες.
Ταλέντο δηλαδή.
Ε;
Είχατε ταλέντο!
Ναι! Με πήρανε έτσι όπως –Να σας πω πώς μπήκα στον αθλητισμό;
Βέβαια, ό,τι θέλετε θα πείτε, είσαστε ελεύθερη να πείτε ό,τι θέλετε.
Ναι. Ήμουνα 16 χρονών, πρώτη γυμνασίου. Όχι, ναι, πρώτη πρώτη ήμουνα. Και κάνανε προπόνηση η γυμνάστριά μου, του Γυμνασίου. Είχε ξεχωρίσει τις κοπέλες που θα παίρνανε μέρος στους αγώνες που θα γινόταν στην Αθήνα και κάνανε προπόνηση στο προαύλιο του σχολείου. Εγώ, όμως, ήμουνα μικρή. Οι κοπέλες που θα παίρνανε μέρος ήταν της πέμπτης και έκτης γυμνασίου, μεγάλες. Ενώ εγώ ήμουν πρώτη τάξη, δεν μου δίνανε σημασία, ούτε είχα σχέση με αθλητισμό. Και κάνανε προπόνηση. Όταν τελείωσε η προπόνησή τους και πήγανε πιο κει που ήτανε το σκάμμα για να δοκιμάσουν στο μήκος –ή στο ύψος, ξέρω ‘γω, εκεί που είχαν το σκάμμα με άμμο και λοιπά–, είχανε αφήσει το ακόντιο στην άλλη άκρη του γηπέδου. Και πάω εγώ και το παίρνω και πετάω το ακόντιο. Με είδε η γυμνάστριά μου –Μπιζάνου τη λέγανε– με είδε η Μπιζάνου ότι πέταξα το ακόντιο και πήγε μακριά, και ένας δάσκαλος, και λένε: «Α, τι είναι αυτή;» και αμέσως με πλησίασαν. Με φωνάξανε για να πάω κοντά τους και λοιπά. Εγώ μόλις άκουσα ότι με φωνάζουν, νόμιζα ότι θα με φωνάζανε για να με μαλώσουν γιατί πέταξα το ακόντιο και το έβαλα στα πόδια, έφυγα. Τέλος πάντων, με πιάσανε εκεί πέρα και με βάλανε να ρίχνω, δεν το πίστευα! Ήταν τελευταίες μέρες που θα φεύγανε για Αθήνα, για να πάρουν μέρος στους αγώνες και δεν πρόλαβαν να με... Έπρεπε από 18 και πάνω παίρνανε μέρος, εγώ ήμουνα 16, αλλά ήμουν λίγο ψηλή και μπορούσα να ξεγελάσω ότι είμαι μεγαλύτερη. Και θα με παίρνανε κι εμένα στους αγώνες, αλλά ήμουνα αγύμναστη. Δεν ήξερα καλά καλά πώς κρατάνε το ακόντιο. Και τελικά, με βάλανε εκεί πέρα. Έκανα δύο-τρεις προπονήσεις, δεν μπορούσα να το καρφώσω, γιατί δεν ήξερα να το ρίξω, αλλά με πήρανε στους αγώνες, ήρθα στην Αθήνα, με πήρανε. Και τις πρώτες μέρες δεν έγιναν οι αγώνες πρώτοι, τις πρώτες μέρες, και μέναμε στη Γυμναστική Ακαδημία. Εκεί μας είχανε κατάλυμα, όλες οι αθλήτριες. Πήρα μέρος, έριξα το ακόντιο αλλά πήγε μακριά, αλλά ήταν άκυρα και τα τρία. Και οι τρεις ρίψεις που έκανα. Και έτσι, σε λίγες μέρες –ήταν το ’40, το ‘39 νομίζω αρχίσανε, τέλος το ‘39 ήτανε οι αγώνες, οι Πανελλήνιοι Αγώνες. Και ήμουν ακόμη στη Γυμναστική Ακαδημία για προπονήσεις, με ξεχωρίσανε παρόλη την ηλικία μου. Κηρύχθηκε ο πόλεμος και κλείσανε όλα, σχολεία και πράγματα και αναγκάστηκα και ήρθα στην Κοζάνη, ξαναγύρισα στην Κοζάνη και έμενα στην Κοζάνη. Και μετά πέρασε ο πόλεμος, μπλέχτηκα...
Ενότητα 2
Η κήρυξη του πολέμου και η ένταξη της Μαρίας στην ΕΠΟΝ: Δράσεις, συγκεντρώσεις και απεργίες
00:07:55 - 00:27:11
Εκεί πώς θυμάστε, κυρία Σιδέρη, εκεί πώς θυμάστε τον πόλεμο; Δηλαδή, για να δούμε την πρώτη φορά που είδατε, έτσι, να μπαίνουν στην πόλη σας, στον τόπο σας στρατεύματα;
Ναι, να σας πω. Δεν είχε συγκοινωνία για να φύγω από την Αθήνα, να γυρίσω στην Κοζάνη, δεν υπήρχε. Και ήρθε ένας ξάδερφός μου –πρώτος ξάδερφός μου, είχε φορτηγά αυτοκίνητα– ήταν εδώ, έτυχε να είναι στην Αθήνα και με πήρε αυτός με το φορτηγό του και με γύρισε στην Κοζάνη. Εκεί πέρα ήταν ξεσηκωμένος ο κόσμος. Η Κοζάνη είμαστε και λίγο κοντά Αλβανία, ήταν φοβισμένος ο κόσμος. Εγώ, όμως, δεν έπαιρνα η είδηση, σας λέω ήμουνα λίγο χαζούλικο, ήμουνα πολύ χαϊδεμένο και δεν έδινα σημασία σε αυτά. Όλα τα έβλεπα ωραία και διασκέδαζα. Σε λίγο ήρθαν οι Γερμανοί και επειδή το σπίτι μου πριν ήταν χάνι, τούρκικο χάνι, είχε πολλά δωμάτια, ήταν τριώροφο, το μοναδικό σπίτι τριώροφο στην Κοζάνη, το είχε αγοράσει ο πατέρας μου, ο οποίος ήταν καλός τεχνίτης, είχε λεφτά και τα αγόρασε. Εκεί πέρα, στην κατοχή ένας Γερμανός έπιασε ένα δωμάτιό μας. Δεν μιλούσαμε με τον Γερμανό καθόλου –αξιωματικός Γερμανός–, δεν μιλούσαμε καθόλου, αλλά είχε τον ιπποκόμο του. Ο Γερμανός ήτανε των SS, όχι της Βέρμαχτ. Είχε τον ιπποκόμο του. Ο ιπποκόμος του ήταν Αυστριακός[00:10:00], δεν αγαπούσε φαίνεται τον αξιωματικό του, όμως τον υπηρετούσε, ήταν στρατιώτης, δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώτικα. Εμένα, ήμουν χαριτωμένη φαίνεται, τραγουδούσα ωραία, χόρευα, με συμπάθησε. Εγώ, εν τω μεταξύ, όμως οργανώθηκα στην αντίσταση.
Πόσο χρονών θυμάστε;
Ναι, το θυμάμαι πολύ καλά.
Ναι, πόσο χρονών ήσασταν;
15 ήμουνα, 16; 16, αφού ήμουνα 16 όταν ήρθα στην Αθήνα, ήμουν 16. 16 χρονών ήμουνα, ναι, και οργανώθηκα. Πλησίασε ένας εκεί πέρα, ήταν μικρός σαν εμένα τότες, και έπαιζα εγώ, ήταν γείτονάς μας. Ο πατέρας του είχε σχέσεις με την αντίσταση και όλο κάτι μου έστελνε, κάτι να πάω κάπου, σ’ έναν σύντροφό του. Εγώ πρόθυμη πήγαινα. Έκανα, ό,τι μου ζητούσαν το έκανα. Μια μέρα με ειδοποίησε αυτός, με ειδοποίησε ότι θα έρθει κάποιος στις 5:00 η ώρα και να τον πάω στο μαγαζί του. Το μαγαζί του ήταν στην Ομόνοια. Και μου είπε θα ‘ρθει ένας στο σπίτι μου και να τον πάω στο μαγαζί του, να του δείξω πού είναι το μαγαζί. Εντάξει, αυτός όμως που περίμενα εγώ στις 5:00 δεν ήρθε. Και κάποια στιγμή ήρθε σπίτι μου και μου λέει: «Τι γίνεται; Εγώ το μαγαζί θα το κλείσω. Πού θα τον φέρεις αυτόν;». Λέω: «Τι να κάνω; Δεν ήρθε». Και μου έφερε εκείνος ένα καλάθι μικρό που είχε μέσα αυγά. «Έχε το», μου λέει, «εσύ εδώ, αν έρθει αργότερα, θα του το δώσεις». Εντάξει, το πήρα εγώ, δεν φοβήθηκα, ούτε πονηρεύτηκα, αυγά ήτανε και θα έρθει ένας άνθρωπος να το πάρει. Το πήρα και το πήγα μέσα. Ο ιπποκόμος του Γερμανού –το σπίτι μας σας λέω ήτανε χάνι, είχε μεγάλη αυλή γιατί τότες τα χωριά δεν είχαν ταξί και τέτοια, είχανε γαϊδουράκια και μουλάρια. Και ερχότανε εκεί πέρα και τα δένανε στις αυλές παλιά Τούρκοι, όταν ήταν Τούρκοι, όχι ο πατέρας μου. Και στη μέση της αυλής είχα μια βερυκοκιά. Εκεί πέρα ο Γερμανός είχε ένα σιδερένιο τραπεζάκι με δύο-τρεις καρέκλες και άλλοι φίλοι του και πίνανε μπύρα, θυμάμαι, μπύρα θυμάμαι πίνανε. Δεν μπορούσαμε εμείς να τους πούμε τίποτα, μην πιείτε και μην κάνετε. Και είδε που ήρθε και μου άφησε ένα καλάθι. Έρχεται αυτός –Γιάννο τον λέγανε– έρχεται και μου λέει: «Τι είναι, Μαρία, τι είναι αυτός; Τι σου έφερε;», μ’ ένα ποτήρι μάλιστα, κρατούσε και ένα ποτήρι με μπύρα. Λέω, δεν ήξερα και εγώ, αλλά κάνει έτσι αυτός με το χέρι του, είχε άχυρα από πάνω το καλάθι, σκεπασμένα τα αυγά και όπως έκανε, ήτανε μια κάνη σηκωμένη απάνω: «Τι είναι;», «Αυγά», του λέω και εγώ, «είναι». Το τράβηξα το καλάθι, αλλά ήτανε μια κάνη που φάνηκε. Όπως έξυσε αυτός το χόρτο από πάνω ήταν μία κάνη. Το παίρνει το καλάθι και μου λέει –μιλούσα καλά τα Γερμανικά τότες, είχα πάρει ένα βιβλιαράκι που πουλούσαν εκεί στο περίπτερο και είχα μάθει αρκετά φράσεις– και μου λέει: «Πάρ’ το αμέσως και φύγε!». Ήρθε και αυτός μέσα στο δωμάτιο, στο κάτω δωμάτιο, που ποτέ δεν έμπαινε μέσα στα δικά μας δωμάτια, μόνο στου Γερμανού πήγαινε. Έρχεται και μου λέει: «Αυτά τα έφερες για εμένα; Να με σκοτώσεις εμένα;». Τι να πω, τα ‘χασα και εγώ. Και μου λέει: «Πάρ’ τα και φύγε!». Δεν σκέφτηκα καθόλου, σας λέω χαζό ήμουνα.
Αγαθή.
Ναι, δεν σκέφτηκα τι επικίνδυνο ήτανε αυτό το καλάθι και δεν σκέφτηκα, όταν μου είπε να το πάρω να φύγω από κει, ότι μπορεί να παρακολουθήσει και να δει πού θα το πάω. Δεν τον σκέφτηκα αυτό. Το πήρα που λέτε και το ξαναπήγα πίσω. Μόλις είχα προλάβει που δεν είχε κλείσει ακόμα το μαγαζί. Του το είπα και, βέβαια, εκείνος το άρπαξε και έφυγε. Δεν τον πιάσανε. Τότε άρχισα και πονηρευόμουν πια. Και με είχαν εμπιστοσύνη, γιατί ήταν το σπίτι μου σας λέω στο κέντρο και με είχαν εμπιστοσύνη και μου αναθέτουν τέτοιες δουλειές επικίνδυνες. Από το καλάθι εκείνο εγώ άρχισα να πονηρεύομαι και να μπαίνω στο νόημα της δουλειάς που έκανα.
Ποιες άλλες δουλειές κάνατε; Τι άλλο παρόμοιο κάνατε στην ΕΠΟΝ;
Κάτι μου δίνανε, κάτι... Δεν ήταν ακόμα η ΕΠΟΝ.
Ναι, πιο πριν.
Ήμουνα στο ΕΑΜ, στη Νεολαία του ΕΑΜ.
Τι κάνατε λοιπόν εκεί;
Αυτά, μου δίνανε ό,τι είχανε, να πάω έναν άνθρωπο να τον οδηγήσω σ’ ένα σπίτι, κάτι χαρτιά μου δίνανε, σημειώσεις, κάτι πήγαινα να τους πω, κάτι τέτοια, βοηθητικά πράγματα, όχι σπουδαία πράγματα. Εγώ τα θεωρούσα ότι δεν ήταν σπουδαία, αλλά ήτανε. Με χρησιμοποιούσαν εμένα σαν, πώς το λένε, δεν με πονηρευόταν η αστυνομία, ξέρω ‘γω, να με κυνηγήσει. Και είχα και Γερμανό στο σπίτι! Με θεωρούσαν ξέρω ‘γω; Έκανα τέτοιες δουλειές, επικίνδυνες δουλειές πάντως. Αλλά έτυχε...
Θυμάστε ποτέ να κινδυνεύετε;
Πώς;
Θυμάστε ποτέ να κινδυνεύετε σε αυτές τις δουλειές; Εννοώ πέρα από το όπλο, από εκείνο το σκηνικό.
Με το [Δ.Α.] δεν ήταν επικίνδυνο; Αλλά ο Γιάννος δεν με πρόδωσε, δεν πρέπει, με συμπαθούσε πολύ, δεν αγαπούσε τους Γερμανούς. Ήταν Αυστριακός, δεν αγαπούσε τους Γερμανούς, δεν ξέρω τι ήτανε.
Εσείς πώς πήρατε την απόφαση, κυρία Σιδέρη, να ενταχθείτε στην αντίσταση; Πώς την πήρατε αυτή την απόφαση;
Ήμουνα, περιπέτεια ήθελα. Μετά που μπήκα στον αθλητισμό, από τότε.
Είχατε καταλάβει τι ακριβώς είναι η αντίσταση και τι κάνετε; Πριν μπείτε εννοώ.
Ναι, ναι, βέβαια! Βέβαια. Ήμουνα και πήγαινα στις συγκεντρώσεις, άκουγα τους φίλους του πατέρα μου, κουβέντες… Έτσι οργανώθηκα, κατάλαβα, ήξερα ότι είναι εχθροί οι Γερμανοί και ήθελα να βοηθήσω την αντίσταση, τους Έλληνες. Και ό,τι μου λέγανε τα έκανα, χωρίς να σκεφτώ ότι είναι επικίνδυνο αυτό που θα κάνω. Μάλιστα, το θεωρούσα και σπουδαίο, παλικάρια, που χρησιμοποιούσαν εμένα. Και έτσι, μπήκα στο νόημα της αντίστασης, ότι κάνω για την πατρίδα μου. Μετά το καλάθι αυτό, αυτό βοήθησε πολύ, μπήκα πιο πολύ στο νόημα αυτό της αντίστασης.
Και στη συνέχεια τι έπεται;
Και έτσι, οργανώθηκα πια στην ΕΠΟΝ. Γεννήθηκε η ΕΠΟΝ. Και επειδή δεν είχε πολλά κορίτσια στην ΕΠΟΝ τότες, ήταν όλα αγόρια, με κάνανε και γραμματέα της ΕΠΟΝ. Και αυτά την εποχή εκείνη, εγώ καμάρωνα πια.
Τι αρμοδιότητες είχατε εκεί;
Κάναμε κάτι συγκεντρώσεις και τα παιδιά και αυτά το ίδιο πράγμα με εμένα, που ήτανε εκεί, που κάποιον γνώριζαν, κάποιος τους χρησιμοποιούσε για δουλειές τέτοιες, βοηθητικές δουλειές κάναμε.
Ωραία, αυτό που θα ήθελα να ρωτήσω είναι αν έχετε κάποια άλλη μνήμη σε σχέση με την κατοχή και την αντίσταση στην οποία συμμετείχατε μάλλον, την οποία πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε. Δηλαδή, υπάρχει κάτι το οποίο, ένα γεγονός –δεν μιλάω για τον Εμφύλιο, μιλάω για την Κατοχή αυτή τη στιγμή–, υπάρχει κάποιο γεγονός που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε σε αυτή τη συνέντευξη;
Το ότι, όχι ιδιαίτερα. Αυτό, ότι έπαιρνα ανθρώπους που ήτανε, που τους κυνηγούσαν[00:20:00], που τους ήξερε, οι εχθροί που τους ξέρανε και τον πήγαινα κάπου σε μέρος που κρυβόταν, που δεν τολμούσε άλλος να πάει. Ήτανε μεγάλη τόλμη να οδηγήσω ανθρώπους αντιστασιακούς σε τέτοιους χώρους. Μετά στην οργάνωση, βοήθησα πολύ στην οργάνωση, γιατί εμένα με υπολόγιζαν και έβαλα πολλά κορίτσια στην ΕΠΟΝ.
Δηλαδή;
Εκτός από τα αγόρια οργάνωσα, οργάνωσα την ΕΠΟΝ της Κοζάνης. Εγώ βοήθησα και μπήκανε πολλά κορίτσια. Θυμήθηκα ότι εγώ ήμουν ο σύνδεσμος με την οργάνωση, με την αντίσταση, με τον Δεσπότη τον Ιωακείμ της Κοζάνης. Στον Ιωακείμ εγώ θα πήγαινα ό,τι θέλανε οι αντιστασιακοί, εγώ θα ήμουν σύνδεσμός του. Με ακούτε;
Τι του πηγαίνατε; Ναι, βέβαια, τι του πηγαίνατε;
Κάτι σημειώματα μου δίνανε, κάτι χαρτιά, βιβλία μου δίνανε. Μία φορά μου δώσανε ένα βιβλίο μεγάλο και ένα μικρότερο. Τώρα τι είχε μέσα δεν ξέρω, τι βιβλία ήταν. Σε φάκελο μέσα μου τα είχανε και πήγαινα. Ήμουνα και στο κατηχητικό και δεν φαίνεται, δεν ξέρω, επειδή είχα με την εκκλησία δοσοληψίες, δεν το παρεξηγούσαν που είχα σχέση με το Δεσποτικό, που πήγαινα στο Δεσποτικό.
Γενικά, αν θα μπορούσατε να μας περιγράψετε μία μέρα, μία δική σας μέρα από την καθημερινότητά σας, ας πούμε, στην ΕΠΟΝ, ως γραμματέας της ΕΠΟΝ, τι θα περιελάβανε αυτή η μέρα;
Κοίταξε να δεις, κάναμε και κάτι παρελάσεις κάναμε, γιορτές κάναμε με τους ΕΠΟΝίτες. ΕΠΟΝίτισες σας είπα δεν ήμασταν πολλές. Κάναμε γιορτές. Στην Κατοχή κάναμε γιορτές η ΕΠΟΝ, γιορτάζαμε, δεν ήμασταν έτσι σκέτες. Υπήρχαν μεγάλοι ΕΠΟΝίτες που μας μιλούσανε για τον πόλεμο, τι σκοπό είχανε η νεολαία και λοιπά, τέτοια πράγματα, θέματα. Δεν θυμάμαι, κορίτσι μου, τώρα. Μην ξεχνάτε ότι είμαι 98 χρονών, δεν θυμάμαι ακριβώς.
Ωραία, πολύ ωραία. Αυτό που θα ήθελα να ρωτήσω, και θα πάμε μετά στον Εμφύλιο που οι μνήμες σας είναι αρκετά ζωντανές, θα ήθελα να ρωτήσω–
Ε, όχι και πολύ ζωντανές–
Θα ήθελα να ρωτήσω, μου είπατε ότι οργανώσατε διάφορα κορίτσια εσείς. Πώς τις προσεγγίζατε θυμάστε δηλαδή;
Ήταν πρόθυμες όλες, ήτανε όλες, αγαπούσαν την αντίσταση. Όλοι την εποχή που είχαμε τους Γερμανούς στην πόλη μας. Είχαμε πολλούς Γερμανούς στην πόλη μας. Στην Αλβανία πέρασε, έτσι πέρασε, δεν δώσαμε και μεγάλη σημασία. Αλλά μετά ήρθαν οι Ιταλοί. Με τους Ιταλούς αρχίσαμε να αντιδρούμε και να παλεύουμε. Μετά ήρθαν οι Γερμανοί και μάθαμε, τέλος πάντων, καταλάβαμε τι σημασία έχει ο πόλεμος αυτός και η πάλη μας, ο αγώνας μας. Καταλάβαμε. Και ό,τι μας ζητούσαν οι μεγαλύτεροι, το Κόμμα μάλλον ήτανε, αλλά εμείς δεν ξέραμε τους κομμουνιστές, εμείς δεν τους αγαπούσαμε. Και εκείνη την εποχή είχαμε τον Μεταξά. Ήμουνα και στην ΕΟΝ κάποτε. Τους κομμουνιστές δεν τους αγαπούσαμε. Και εκείνοι περηφανευόντουσαν σαν κομμουνιστές, ήτανε ΕΑΜίτες και ό,τι μας λέγανε τους ακούγαμε. Μετά έγινε ο ΕΛΑΣ, σε αυτούς πια ακούγαμε.
Kαι θυμάστε έτσι να λήγει ο πόλεμος; Θυμάστε το πανηγύρι όταν ελευθερώθηκε η Ελλάδα;
Όχι ακριβώς, τι δηλαδή να θυμάμαι;
Θυμάστε δηλαδή όταν έφευγαν τα στρατεύματα από την περιοχή; Έληξε η Κατοχή.
Με τους Ιταλούς ελεύθερα κάναμε συγκεντρώσεις. Μαζευτήκαν πολύς κόσμος και εγώ κρυφά πήγαινα από τους δικούς μου, δεν με αφήνανε, με προσέχανε γιατί ήμουν μικρή. Και ξέφευγα εγώ και έπαιρνα μέρος σε αυτές τις εκδηλώσεις, απεργίες που κάνανε. Όταν ήταν Ιταλοί κάνανε πιο πολλές απεργίες και τέτοια. Είχαμε πολλά, πολλούς αγώνες κάναμε με τους Ιταλούς. Όταν φεύγανε πια οι Ιταλοί –τους κυνηγούσαν και οι Γερμανοί, βέβαια, τους Ιταλούς και εμείς κοντά. Φύγανε οι Ιταλοί, μετά είχαμε τους Γερμανούς. Με τους Γερμανούς δεν είχαμε τέτοιες εκδηλώσεις. Είχαμε δηλαδή απεργίες, είχαν οι μεγάλοι, κάνανε πάλι απεργίες, αλλά είχανε όμως και πολλά θύματα σε κάθε απεργία, πάντα. Χρησιμοποιούσαν όπλα, δεν ήταν απλώς φωνάζαμε, ξέρω ‘γω, «Ζήτω», «Ζήτω ο ΕΛΑΣ, ζήτω το ΕΑΜ», βγάζανε. Αλλά εκεί δεν είχαμε εχθρούς τους Γερμανούς, πιο πολύ είχαμε εχθρούς τους Έλληνες, τους ΠΑΟτζήδες. Είχαμε μία οργάνωση, των Γερμανών ήταν οι ΠΑΟτζήδες, Έλληνες, δωσίλογοι. Μετά έγινε η Χ, οι χίτες. Είχαμε και τους χίτες μετά, είχαμε και χίτες και ΠΑΟτζήδες. Πιο πολλούς σκοτώσανε οι ΠΑΟτζήδες και οι χίτες παρά οι Γερμανοί.
Εσείς θυμάστε τέτοια σκηνικά; Δηλαδή να σκοτώνουνε μπροστά σας ανθρώπους;
Όχι, όχι, όχι, δεν είδα.
Ενότητα 3
Η σύλληψη της Μαρίας: Η μεταφορά της στην Ασφάλεια, οι ανακρίσεις, το ξύλο
00:27:11 - 00:50:25
Ωραία, εσάς σας συνέλαβαν ποτέ για τη δράση σας, κυρία Σιδέρη;
Οι Γερμανοί στην Κατοχή;
Όχι, εννοώ μετά.
Στην Κατοχή όχι. Ναι, μετά, την πρώτη φορά που με πιάσανε ήτανε, είχανε φύγει οι Γερμανοί, βέβαια. Ήτανε, νομίζω ότι είχαν φύγει, κάπου στην Κρήτη νομίζω ήτανε, είχαν ακόμα. Με πιάσανε, στις 5 Νοεμβρίου το ‘66 πρώτη φορά με πιάσανε.
Το ‘66 ή το ‘46;
Το ‘46, το ‘46. Δηλαδή με κρατήσανε τρεις μήνες μέσα. Γιατί; Γιατί είχα ρίξει προκηρύξεις. Με πιάσανε για τις προκηρύξεις, δεν έλεγα ποιος μου τις έδωσε, πού τις βρήκα. Δεν έλεγα.
Εκεί σε ποιες φυλακές σας πήγανε;
Δεν με πήγανε στη φυλακή, στο τμήμα με κρατήσανε. Είχανε μεγάλα, μεγάλους θαλάμους και στα τμήματα μας κρατούσαν εμάς. Είχανε πιάσει κι άλλους, αλλά κοπέλες εγώ ήμουνα μόνο, δεν ήταν άλλη.
Εκεί πώς σας φέρονταν την πρώτη φορά που σας συνέλαβαν; Πώς σας φέρονταν μέσα στη φυλακή;
Πολύ άσχημα, μας δέρνανε.
Την πρώτη φορά λέω, σας δέρνανε;
Την πρώτη, βέβαια! Τα χαστούκια που έφαγα από ΠΑΟτζήδες δεν λέγονται. Μετά –χαστούκια, όμως, και καμιά κλωτσιά. Μετά με ξαναπιάσανε. Τρεις μήνες τότε ήτανε.
Ναι, να μείνουμε λίγο στην πρώτη φορά που σας έπιασαν. Για πείτε μου λίγο πώς, πού σας βρήκανε και σας πιάσανε;
Στο σπίτι ήρθανε. Μα ξέρανε, ήταν και γείτονες στη Χ, χίτες. Ήταν και γείτονες που με ξέρανε. Και εγώ μιλούσα ελεύθερα, δεν φοβόμουνα να τους πω ότι ανήκω στο ΕΑΜ. Μιλούσαμε για το ΕΑΜ ελεύθερα, δεν κρυβόμασταν τότες.
Και στη φυλακή όταν σας πήγαν, μου είπατε ότι σας πήγαν για προκηρύξεις, σας πέρασαν από ανάκριση;
Ναι, ο διοικητής της Ασφάλειας εκεί. Όχι δικαστήριο, οι χωροφύλακες, ο Μοίραρχος[00:30:00]. Μετά με ξαναπιάνει και δεύτερη φορά πάλι. Πάλι για το ίδιο.
Σύνολο πόσες φορές σας έπιασαν;
Δύο φορές με πιάσανε και κάθισα τη μία φορά τρεις μήνες και την άλλη τέσσερις μήνες. Την πρώτη ήτανε στις 5/11 το ‘46 και τη δεύτερη ήτανε 7/7 το ‘47.
Τη δεύτερη φορά πόσο καιρό μείνατε στη φυλακή;
Τέσσερις μήνες με είχαν δικάσει, πάλι στο τμήμα. Αλλά δεν έκανα όλους –στο τέλος, κάπου 15 μέρες, επειδή ήταν Χριστούγεννα, μου το χάρισαν και με άφησαν.
Ωραία, θέλουμε λίγο να μας περιγράψετε το τι συνέβαινε μέσα στο τμήμα, όταν ήσασταν εκεί. Αν μπορείτε, όσο πιο, ό,τι μπορείτε να ανακαλέσετε στη μνήμη σας. Όσο πιο αναλυτικά, τόσο πιο χρήσιμο είναι για εμάς.
Ναι. Κοιτάτε να δείτε, μέσα στο αστυνομικό τμήμα όταν με πιάνανε για διαμαρτυρίες, τη δεύτερη φορά με πιάσανε, ζητούσαν πολύγραφο που γράφτηκαν οι προκηρύξεις. Εκεί έφαγα πολύ ξύλο. Χαστούκια όμως. Γιατί μετά που με πιάσανε το ‘47, στις 7/7 με πιάσανε και με πήγαν φυλακή.
Σε ποιες φυλακές σας πήγανε;
Κοιτάτε να δείτε, δεν με πήγαν ακριβώς αμέσως στη φυλακή, από την Ασφάλεια μετά με πήγανε στο παλιό σχολείο μου, που είχα περάσει Δημοτικό. Εκεί ήταν ο εισηγητής. Είχαν ψηφιστεί τότε το Γ΄ Ψήφισμα και περνούσαμε Στρατοδικείο. Το ‘47 που με πιάσανε είχαν κηρυχθεί, είχε ψηφιστεί το Γ΄ Ψήφισμα και περάσαμε Στρατοδικείο, δεν περάσαμε αστυνομικό τμήμα. Καταλάβατε; Ναι, λοιπόν, τότες στην Ασφάλεια με βασάνισαν πολύ. Μου ζητάγανε ονόματα αγωνιστών, μου ζητάγανε να κάνω δήλωση, να αποκηρύξω το κομμουνιστικό κόμμα, ενώ δεν ήμουνα κομμουνίστρια. Δεν, εγώ... Ό,τι μου ζήταγαν εγώ έλεγα όχι! Ή έλεγα «όχι» για υπογραφή, να υπογράψω αυτά που μου δίνανε, ή έλεγα «δεν ξέρω» για γεγονότα που γινότανε και για ανθρώπους, πού είναι ο ένας, πού είναι ο άλλος, πώς τον λένε αυτόν. Με κατηγορούσαν ιδιαίτερα για μια γυναίκα. Αυτή ήτανε, στο Κόμμα ήτανε, τη λέγανε Ελένη. «Ποια είναι η Ελένη». Δεν ξέρανε το όνομα, ήτανε ψευδώνυμο. «Ποια είναι η Ελένη». Και συνέχεια με δέρνανε για να πω ποια είναι η Ελένη. Ξέρανε ότι ήταν υπεύθυνη της ΕΠΟΝ η Ελένη. Μου λέει ο γιος μου να σας πω το όνομα, ποια ήταν η Ελένη. Δεν το ήξερα το πραγματικό της όνομα.
Εσείς δεν μάθατε ποτέ ποια είναι η Ελένη;
Ήξερα ότι ήταν Πόντια, αλλά το πραγματικό της όνομα δεν το ήξερα, την ήξερα Ελένη και εγώ.
Και η Ασφάλεια κυνηγούσε την Ελένη. Εσείς γιατί φάγατε ξύλο για την Ελένη;
Απ’ όλους όσους είχε πιάσει εκεί το ‘47, γιατί έγινε μεγάλες συλλήψεις, πολλές, πιάσανε πολλούς. Καμιά σαρανταριά ήμασταν οι κατηγορούμενοι που περάσαμε Στρατοδικείο. Βέβαια, δεν τους δικάσαν όλους και τους σαράντα. Τριάντα δύο περάσαμε Στρατοδικείο και δικαστήκαμε. Καταδικαστήκαμε δεκαοκτώ παμψηφεί και οι άλλοι, άλλοι τρία κατά δύο, άλλοι ισόβια. Τότες οι ποινές ήταν όλων μεγάλες, μέχρι ισόβια ή είκοσι χρόνια. Παρακάτω δεν είχε καταδίκη.
Εσείς πόσα χρόνια καταδικαστήκατε; Σε τι καταδικαστήκατε μάλλον;
Εγώ, με κρατήσανε πολύ καιρό στην ασφάλεια, μείναμε, και με βασάνισαν πάρα πολύ. Και φάλαγγα δεν ήξερα τι είναι. Ήξερα ότι η φάλαγγα είναι στρατός, είναι ο λόχος και, ξέρω ‘γω, τέτοια, ήξερα ότι είναι η φάλαγγα του στρατού. Δεν ήξερα ότι η φάλαγγα είναι ξύλο. Και άκουγα φάλαγγα, δεν είχα ιδέα. Τέλος πάντων, όταν με συλλάβανε όμως και με είχανε στο τμήμα, επειδή δεν είχανε πού να με βάλουνε, ήταν όλο άντρες τότε –σας είπα το τμήμα είχε μεγάλες αίθουσες και τους κρατούσαν κιόλας που γινόντουσαν οι ανακρίσεις– και με βάλανε κάτω από μια σκάλα, ξύλινη σκάλα, που όρθια δεν μπορούσα να σταθώ, μόνο μπροστά στην πόρτα κάπως της σκάλας, που έμπαινα κάτω από τη σκάλα. Μόνο εκεί μπορούσα κάπως όρθια να σταθώ. Τέλος πάντων, έμεινα εκεί πέρα. Ήταν βρώμικη γιατί από έναν καμπινέ έσταζε εκεί πέρα, μη χειρότερα. Είχε...
Πείτε ό,τι θέλετε. Εγώ σας ακούω με προσοχή γιατί σέβομαι τη μαρτυρία σας, οπότε πείτε και θα κάνω εγώ ερωτήσεις. Πείτε μου.
Μου λέει γιατί δεν λέω γιατί γέμισα ψείρες εκεί πέρα.
Γεμίσατε ψείρες εκεί στη φυλακή; Την ασφάλεια τέλος πάντων.
Στην ασφάλεια. Εκεί που με είχανε βάλει, στο κρατητήριο τις έπιασα τις ψείρες, όχι στη σκάλα. Και στη σκάλα ήμουνα μόνη μου, δεν είχα αυτό, και κάτω στο πάτωμα, δεν είχαν. Αλλά τρέχανε τα νερά από τον καμπινέ, από κάπου από πάνω. Λοιπόν, μετά με βγάζανε από κει. Όταν πήγα εκεί πέρα, τρεις μέρες ήμουνα ήσυχα, απλώς ήμουνα κάτω με τα βρώμικα αυτά τα νερά. Τσούζανε τα μάτια μου, δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Τέλος πάντων. Είχα, όμως, ένα καλό παιδί χωροφύλακα και με βοηθούσε, ένα καλό παιδί. Όλοι οι άλλοι ήταν βάρβαροι, κανένας δεν μου μίλαγε καλά. Εκεί, όμως, δίπλα ήτανε κουζίνα, στη σκάλα κοντά. Εκεί η κουζίνα την είχανε εκεί που βασάνιζαν τα παιδιά, που παίρνανε τις ανακρίσεις και όλους τους δέρνανε, φάλαγγα χρησιμοποιούσαν πιο πολύ για τις ανακρίσεις. Άκουγα τις φωνές τους που κλαίγανε, που στριγγλίζανε. Μετά από την τέταρτη μέρα άρχισαν και εμένα οι ανακρίσεις. Αλλά εγώ έτρωγα κλωτσιές πολλές, όπου με δέρνανε. Με ρίχναν κάτω, με κλωτσούσαν, με πατούσαν τα χέρια μου, με πατούσαν με τις αρβύλες τους. Τότε οι χωροφύλακες δεν φόραγαν αυτά τα παπούτσια που φοράνε τώρα. Τα παπούτσια που φόραγαν είχανε από κάτω, είχαν πρόκες. Όλο, γεμάτες η σόλα τους ήταν πρόκες και με πατούσαν με αυτά. Πάντα τα χέρια μου ήταν μαύρα ή κόκκινα από τα αίματα. Το πιο πολύ δηλαδή υπέφερα από το πάτημα των ποδιών τους παρά από τις κλωτσιές. Μετά χρησιμοποίησαν και τη φάλαγγα.
Τι είναι αυτό, κυρία Σιδέρη, θέλετε να μας εξηγήσετε;
Η φάλαγγα;
Ναι, για πείτε μας τι είναι αυτό, τι σας κάνανε;
Όταν πια χρησιμοποίησαν τη φάλαγγα –τι ήταν; Είδα κάποιος χωροφύλακας που μπήκε μέσα από αυτούς που με δέρνανε, μπήκε μέσα στην αίθουσα την ώρα που έκαναν την ανάκριση για την Ελένη, ποια είναι η Ελένη, για το πραγματικό όνομα της Ελένης. Κανένας δεν το ήξερε. Λοιπόν, αυτό το όπλο ήταν μεγάλο και είχε ένα μεγάλο λουρί. Με το περνούσαν στα πόδια μου, ένας από τη μία έπιανε το όπλο και ο άλλος χωροφύλακας από την άλλη. Το στρίβανε και το σφίγγανε εκεί που είναι το... Πώς το λένε;
Το πέλμα;
Αυτό που τραβάνε, πώς το λένε[00:40:00]; Πώς το λένε αυτό που τραβάνε;
Το σκοινί;
Όχι, όχι, που τραβάνε για να φύγεις πέρα. Κλείστρο το λένε; Ναι, τέλος πάντων, αυτό που έμπαινε στις γάμπες μου κάτω και με πόναγε πάρα πολύ, αυτό πιο πολύ. Μετά με δέρνανε με βούρδουλα. Και εγώ δεν ξέρω πώς κτυπάγανε, γιατί τα έχανα, ήμουν... Στρίγγλιζα, φώναζα, έκλαιγα πολύ! Δηλαδή αυτά που άκουγα τα πάθαινα εγώ. Όμως, ήμουν τυχερή, δεν ξέρω. Ύστερα από τρεις ημέρες μου ήρθε η περίοδος και, όταν πήγαν να με σηκώσουν τα πόδια και να με χτυπήσουν, είδαν φαίνεται το αίμα και με αφήσανε. Δεν ξέρω, από τότε δεν με ξαναχτύπησαν. Δηλαδή, δεν με χτύπησαν η φάλαγγα, αλλά έτρωγα τα χαστούκια και τις κλωτσιές τις έτρωγα. Πολύ ξύλο. Πάρα πολύ ξύλο! Αφού τώρα το σκέφτομαι και λέω μα πώς άντεξα, πώς δεν πέθανα; Και ήμουν ένα κοριτσάκι, ήμουνα, τι ήμουν; 20 χρονών ήμουνα τέλος πάντων.
Αυτό συνέβη τη δεύτερη φορά που σας πιάσανε; Το ξύλο το τόσο πολύ και η φάλαγγα;
Όχι, όχι, όχι, δεύτερη ή τρίτη. Οι πρώτες ήτανε για προκηρύξεις και για... Η δεύτερη ήταν για αυτόν που τυπώνουν την προκηρύξεις, τον πολύγραφο, για πολύγραφο. Όταν με πιάσανε για Στρατοδικείο, ήμουνα στο σπίτι, κοιμόμουνα με τη μάνα μου. Εκείνη την ημέρα το πρωί είχαν εκτελέσει κάπου δεκαπέντε, δεκαπέντε εκτελέσεις κάνανε. Εγώ δεν ήμουνα τότες πουθενά σε οργάνωση, δεν ξέρω γιατί, δεν θυμάμαι. Δεν θυμάμαι πού ήμουν, τι έκανα. Και ακούσαμε τους δεκαπέντε που εκτέλεσαν γιατί τους περνούσαν, αυτούς που πηγαίνανε για εκτέλεση, τους περνούσαν από το σπίτι μου, μπροστά από το σπίτι μου, και αυτοί που πήγαιναν για εκτέλεση τραγουδούσαν και φωνάζανε: «Ζητώ!» και συνθήματα συνέχεια, και ενώ τους πήγαιναν για εκτέλεση. Και βγαίνανε άλλοι στα παράθυρα, άλλοι στις πόρτες και χαιρετούσαν, ξέρω ‘γω τι γινότανε; Λοιπόν, εκείνη την ημέρα, την προηγούμενη μέρα είχαν εκτελέσει τους δεκαπέντε και τους σκεφτόμουν, δεν μπορούσα να κοιμηθώ, και πήγα κοντά στη μάνα μου, στο κρεβάτι της μάνας μου. Δεν κοιμότανε και εκείνη. Και κόλλησα κοντά της: «Έλα, κορίτσι μου, να κοιμηθούμε μαζί». Λοιπόν, ο πατέρας μου είχε πεθάνει, δεν ζούσε πια. Λοιπόν, πήγα κόλλησα εκεί πέρα. Όμως, κατά τα ξημερώματα, ακόμα δεν είχε ξημερώσει, χτυπάει η πόρτα του σπιτιού μου– σας είπα ήταν μεγάλη αυλή που είχαμε. Και ακούμε την πόρτα, λέμε: «Αυτήν την ώρα, ποιος να είναι τέτοια ώρα;». Ανησυχήσαμε. Δεν πήγε το μυαλό μας σε κακό. Κάποιος θα ζητάει βοήθεια, κάτι. Λοιπόν, σηκώθηκε η μάνα μου, φώναζε: «Ποιος είναι, ποιος είναι;», δεν άκουσε. Αυτοί κλώτσησαν απ’ έξω, άνοιξε η πόρτα και μπήκαν μέσα. Μπήκαν μέσα. Εγώ έμενα στο κρεβάτι, της μάνας μου το κρεβάτι, με το νυχτικό μου και λοιπά. Μπαίνουν εκεί πέρα, «Πού είναι η κόρη σου;» της λέει. Η μάνα μου δεν, «Τι τη θέλετε την κόρη μου τέτοια ώρα;». «Τίποτα», λέει ο διοικητής, ο καπετάνιος μάλιστα. Της λένε: «Ο καπετάνιος θέλει κάτι ερωτήσεις να της κάνει και θα ξαναφύγει». «Ε, καλά, να ξημερώσει, δεν μπορούν να ξημερώσει και να έρθετε να την πάρετε;». «Όχι, τώρα τη θέλουμε!» να λένε αυτοί. Και τη σπρώξανε, ανέβηκαν αμέσως τις σκάλες, δεν της δώσανε σημασία, ανέβηκαν τις σκάλες και ήρθαν, με βρήκαν στο κρεβάτι. Και εγώ, αφού άκουσα τι λέγανε, σηκώθηκα και προσπαθούσα να βρω κάτι να ντυθώ, να ρίξω τη ρόμπα μου. Τέλος πάντων, με άρπαξαν εκεί πέρα, με άφησαν όμως φόρεσα το ρούχο μου, το φουστάνι μου. Να φωνάζει η μάνα μου: «Θα ‘ρθω και εγώ!», έλεγε η μάνα μου. «Έλα» της λένε. Εγώ πια είχα μπει στο νόημα για τα Στρατοδικεία και αυτά, είχα ωριμάσει νομίζω και καταλάβαινα τώρα ότι ήταν σοβαρά τα πράγματα. Και της λέω: «Κάτσε από δω, ρε μάνα, ανάκριση θα μου κάνουν και θα ‘ρθω». Προσπαθούσα να την καθησυχάσω. Εκείνη όμως ήρθε, δεν ησύχαζε. Με πήγαν στην Ασφάλεια και όταν με είδε ο διοικητής, ο καπετάνιος όπως τον λέγανε –όταν κατέβηκα εγώ από το δωμάτιό μου, είδα και στην αυλή και έξω στον δρόμο αρκετούς χωροφύλακες. Δεν ήταν ένας-δύο αυτοί που ήρθαν και μπήκαν μέσα, ήταν πολλοί, και λέω: «Όλοι αυτοί για μένα ήρθανε;». Τέλος πάντων, πήγα στην Ασφάλεια και ο διοικητής με είδε και λέει: «Αυτή είναι;», ποιος ξέρει τι περιμένουν να δούνε, καμιά γυναίκα μεγάλη, ενώ εγώ ήμουν κοριτσάκι, ήμουν και λεπτό λεπτό. Λοιπόν, άρχισαν να με ρωτάει για αγωνιστές, τους οποίους τους ήξερα. «Ναι» λέω. «Τον ξέρεις αυτόν;», «Ναι, τον ξέρω», «Αυτόν τον ξέρεις;», «Ναι, τον ξέρω». Τίποτε άλλο. Μετά αρχίσαν να μου λένε για την Ελένη. «Είσαι στην ΕΠΟΝ;», «Ναι, είμαι ΕΠΟΝίτισα». «Την αρχηγό σας πώς τη λένε;», ήταν αρχηγός αυτή. «Ποια, ποια», λέω, «δεν είχαμε αρχηγό». Να μην παραδέχομαι εγώ. «Την Ελένη. Την Ελένη δεν την ξέρεις;», «Ποια Ελένη; Όχι, δεν ξέρω καμία Ελένη εγώ». Να μη τη λέω, να μη λέω ποια είναι η Ελένη. Και δωσ’ του ξύλο! Άρχισαν τα χαστούκια απανωτά, πολύ κλωτσιές και λοιπά.
Ο αρχηγός σάς έριχνε ξύλο;
Ε;
Ο διοικητής σάς έριχνε ξύλο ή οι άλλοι;
Όχι, ένα χαστούκι μου έδωσε ο διοικητής και έκανε πως τους μάλωνε που με κτυπάγανε οι άλλοι, έκανε τον καλό. Λοιπόν, δώσ’ του ξύλο για την Ελένη. Σταματήσανε, στάθηκαν στην Ελένη. Αλλά όταν άκουγα –και με βάζανε κάτω από τη σκάλα, ήταν το κελί μου, της Ασφάλειας, και δίπλα ήταν η κουζίνα που βασάνιζαν τους άλλους. Και άκουγα που και τα αγόρια για την Ελένη τους ρώταγαν, όλοι την Ελένη. Όλοι λέγανε: «Δεν ξέρω», «Δεν ξέρω». Κάποιος, Μιχάλη τον λέγανε, είπε: «Δεν την ξέρω, μπορεί η Μαρία να την ξέρει». Εκείνος είπε για εμένα, τον ρωτούσαν αυτοί: «Η Μαρία την ξέρει;» και είπε αυτός «η Μαρία μπορεί να την ξέρει ποια είναι». Γιατί έκανα και παρέα εγώ με την Ελένη. Μάρθα Ξανθοπούλου τη λέγανε, το όνομά της ήτανε, αλλά είχε ψευδώνυμο «Ελένη». Λοιπόν, όλοι λέγανε: «Δεν ξέρω, δεν ξέρω». Μετά μερικοί και εκείνοι αφού ξέρανε, είπε ο Μιχάλης ότι «η Μαρία μπορεί να την ξέρει», με ρώταγαν και ο αστυνόμος αυτός, ο ένας αυτός που έφερνε ιδιαίτερα, δεν ήταν ο Μοίραρχος, ήταν ένας... Πώς το λέγανε; Δεν θυμάμαι πώς τον λέγανε, τον βαθμό του, Ανθυπασπιστής; Κάπως έτσι τους λέγανε, δεν θυμάμαι πώς τους λέγανε. Λοιπόν, λέγανε όλοι, σε όλους ρωτάγαν για την Ελένη, δεν ρώταγαν τίποτα άλλο πια. Η Ελένη! Είχαν πιάσει καμιά σαρανταριά, γριές, νέα παιδιά. Είχαν πιάσει, φέρνανε εκεί πέρα συνέχεια και μανάδες παιδιών που ήταν αντάρτες, που ξέρανε ότι ήταν αντάρτες, και πιάνανε τις μαμάδες, τους μπαμπάδες τους και φέρνανε. Και αυτές ακόμα τους ρωτάγανε[00:50:00] για την Ελένη, όλοι για την Ελένη. Άρχισαν όμως μερικοί, λέγανε: «Μπορεί η Μαρία», επειδή ξέρανε ότι ήμουν γραμματέας της ΕΠΟΝ, «μπορεί η Μαρία να την ξέρει. Εμείς πού να την ξέρουμε;» λέγανε. Και έμεινε πια ότι η Μαρία μπορεί να την ξέρει. Και επιμένανε αυτοί εμένα, ξύλο εγώ συνέχεια.
Ενότητα 4
«Πεντάκις εις θάνατον»: Η καταδίκη, η φυλακή Αβέρωφ και οι συνθήκες ζωής
00:50:25 - 01:16:48
Λοιπόν, τελικά αφού δεν μάθανε πια ποια είναι η Ελένη, με πήρανε, με στείλανε στη φυλακή Αβέρωφ. Με πήγανε πρώτα, ναι, σ’ ένα τμήμα, δεν θυμάμαι πώς το λέγανε, δεν τα θυμάμαι τώρα καλά, σ’ ένα τμήμα με πήγανε.
Δεν πειράζει, ό,τι θυμάστε, ό,τι θυμάστε.
Αυτά που σας λέω τα έπαθα στην Aσφάλεια. Αλλά και αλλού που με πηγαίνανε και εκεί με δέρνανε oι χωροφύλακες, όσο με είχανε, ήμουν στα χέρια των χωροφυλάκων. Μετά που πήγα, πέρασα στα Στρατοδικεία, είχα στρατιώτες. Εκείνοι με χαστούκιζαν, οι στρατιώτες, δεν είχαν αυτοί βασανιστήρια, δεν είχα υποστεί βασανιστήρια από στρατιώτες. Ό,τι τράβηξα ήταν από τους χωροφύλακες, γιατί στους χωροφύλακες, στη χωροφυλακή αυτοί μετά που φύγανε οι Γερμανοί είχαν επιστρατεύσει τους ΠΑΟτζήδες, τους χίτες, ήταν αυτοί στην αστυνομία. Δεν ήτανε καλά παιδιά.
Ωραία, πριν φτάσουμε στις φυλακές Αβέρωφ, πριν φτάσουμε στις φυλακές Αβέρωφ που θέλω με μεγάλη λεπτομέρεια να τη συζητήσουμε, την πρώτη φορά πώς λένε, τα περισσότερα βασανιστήρια τα υπoστήκατε την τρίτη φορά; Όλο αυτό που μου περιγράψατε είναι η τρίτη φορά που σας συνέλαβαν;
Την τρίτη φορά που με πιάσανε, την τρίτη.
Τις πρώτες δύο φορές, την πρώτη ή τη δεύτερη φορά θυμάστε να σας έχουν πάει σε κάποιο δωμάτιο να περιμένετε; Να σας έχουν βάλει να καθίσετε κάπου και να τρομοκρατηθείτε;
Όχι, στις δύο πρώτες φορές που με πιάσανε πια το πήρα απόφαση, το κατάλαβα τι γίνεται και δεν φοβόμουνα πια. Άκουσα κιόλας, άκουγα άλλους που είχαν συλλάβει μεγαλύτερους που ξέρανε από αυτά και ήξερα πώς να φερθώ.
Το πρώτο χαστούκι, το πρώτο ξύλο το φάγατε την πρώτη φορά που σας συνέλαβαν, κυρία Σιδέρη;
Ναι, ναι, ναι, ναι.
Εκεί πώς αισθανθήκατε, θυμάστε; Την πρώτη φορά λέω.
Τους μίσησα. Τους μίσησα. Τους έβλεπα, αλλιώτικους τους έβλεπα, δεν τους έβλεπα σαν αστυνομικούς που είναι αυστηροί και δέρνουν. Ήξερα ότι δέρνουν, αλλά δεν φανταζόμουν έτσι τέτοια πράγματα να κάνουνε και το δεχόμουν.
Και τη δεύτερη φορά που σας συνέλαβαν για τον πολύγραφο, και τη δεύτερη φορά σας χτύπησαν;
Και τη δεύτερη φορά, χαστούκια όμως, όχι φάλαγγα. Φάλαγγα την τρίτη φορά, όταν με πιάσανε για την Ελένη και για άλλους, για στελέχη, αν ξέρω–
Και Στρατοδικείο πότε περάσατε; Την τρίτη φορά δεν περάσατε Στρατοδικείο;
Την τρίτη, την τρίτη το ‘48. Το ‘47 με πιάσανε, με κράτησαν εννιά μήνες υπόδικη στις φυλακές Αβέρωφ πια. Όταν με πήραν από την Κοζάνη, με πήγαν στις φυλακές στη Θεσσαλονίκη, στο Γεντί Κουλέ. Εκεί με κράτησαν δύο μέρες νομίζω και από εκεί με πήγανε στη Θεσσαλονίκη πάλι, σ’ ένα κτίριο που ήταν καπνομάγαζο παλιά, πολυκατοικία ήτανε, με κράτησαν εκεί πέρα, δεν θυμάμαι ακριβώς πόσο. Δύο μήνες, τρεις μήνες; Δεν θυμάμαι, και με πήγανε στις φυλακές Αβέρωφ. Εκεί έμενα, όλες όλες που ήμουνα κρατούμενη ήμουνα εννιά μήνες, το ‘47. Λοιπόν, το ‘48 τον Αύγουστο πέρασα από δικαστήριο, από Στρατοδικείο. Εκεί πια είχαμε στρατιώτες, δεν είχαμε αστυνομικούς και χωροφύλακες.
Η ετυμηγορία του Στρατοδικείου ποια ήτανε; Ποια ήταν η απόφαση του Στρατοδικείου για εσάς;
Κορίτσι μου, τίποτα, τίποτα δεν είχαν. Η Ελένη ξέρω ‘γω μόνο που επιμείνανε, δεν είχανε τίποτα! Όλοι δικαστήκαμε χωρίς κατηγορία, απλώς δεν κάναμε δήλωση. Αυτό ήταν, δεν κάναμε δήλωση όλοι αυτοί.
Και σας καταδίκασαν σε θάνατο ή όχι τότε, δεν σας καταδίκασαν τότε σε θάνατο;
Πεντάκις εις θάνατον με δίκασαν. Τότες με δίκασαν, γιατί δεν έκανα–
Πόσες φορές–
Πεντάκις, πέντε φορές. Σας λέω πέντε φορές.
Εσείς όταν ακούσατε αυτή την ετυμηγορία;
Μα, κορίτσι μου, είχα συνηθίσει πια! Συνέχεια για δικές άκουγα, συνέχεια για βασανιστήρια και δεν μου κάνανε εντύπωση πια. Είχα συνηθίσει, δεν φοβόμουνα. Και τον θάνατο ακόμα λες και καμάρωνα που με δίκασαν σε θάνατο! Δεν στεναχωρήθηκα, γελούσα. Τα είχα χάσει; Δεν ξέρω. Τώρα δεν καταλαβαίνω και εγώ τώρα πώς ένιωθα εκείνο τον καιρό. Όλοι οι μελλοθάνατοι εκτελέσθηκαν τραγουδώντας! Δεν ήταν κανένας στεναχωρημένος, δεν έβλεπες κανέναν να κλαίει γιατί θα τον πηγαίναν για εκτέλεση, κανέναν.
Και εσείς όταν ακούσατε την ετυμηγορία, ήταν η μαμά σας εκεί παρούσα;
Όχι, στο δικαστήριο δεν ξέρω, δεν θυμάμαι, δεν πρέπει να ήτανε.
Όταν σας πήγανε, μετά σας πήγανε στις φυλακές Αβέρωφ, μετά σας πήγαν εκεί. Εκεί, λοιπόν, τι θυμάστε;
Εκεί ήμουνα στον παράδεισο! Ήμουν η μοναδική μελλοθάνατη –όχι η μοναδική μελλοθάνατη, ήτανε κι άλλες μελλοθάνατες. Ήμουν η μοναδική πεντάκις εις θάνατον, δεν ήταν καμία πεντάκις εις θάνατον, μόνο εγώ! Δύο φορές ήτανε μία-δύο, ξέρω ‘γω, όλες ήταν σε θάνατο απλώς. Και οι γυναίκες που πήγαν για εκτέλεση όταν ήμουν εκεί πέρα μελλοθάνατη, από τον θάλαμό μου πήρανε επτά γυναίκες πήρανε στο διάστημα εκείνο και τις εκτέλεσαν. Μας χαιρετούσαν, «Γεια σας, γυναίκες, γεια σας, κορίτσια!». Φιλιόμασταν, αγκαλιαζόμασταν! Δεν πήγε καμιά κλαμένη, καμιά δεν είδαμε στεναχωρημένη! Όλες γελούσαν που φεύγανε, «Γεια σας, γυναίκες, γεια σας». Και οι φυλακές ήταν πολύ μεγάλες και ο θάλαμος είχε, οι φυλακές Αβέρωφ είχαν δύο θαλάμους που ήταν οι μελλοθάνατες. Ήμασταν κάτω, οι κάτω θάλαμοι, τις κρατούμενες τις είχαν πάνω, ήταν τα κελιά. Κάτω ήτανε οι υπόδικες. Ένας θάλαμος ήταν οι υπόδικες, δύο θάλαμοι μελλοθανάτων, ένας θάλαμος με γυναικόπαιδα, με παιδάκια, βρεφών, βρέφη είχανε, μανάδες που είχαν μωρά, και το πλυσταριό. Και ένας άλλος μεγάλος θάλαμος, που όταν ήτανε φυλακές αντρών και τα λοιπά, ήταν μηχανές, εργαζόντουσαν φαίνεται οι κρατούμενοι. Ραπτικές μηχανές. Αυτός ήταν ο κάτω θάλαμος. Απάνω ήτανε οι κρατούμενες γυναίκες. Κάτω ήμαστε δύο θάλαμοι, ο ένας ήμασταν οι παμψηφεί και ο άλλος ήτανε ο τρία κατά τα δύο, που δεν εκτελούσαν από κει, δεν παίρνανε. Παίρνανε μόνο από τον δικό μας.
Εξηγήστε το μας, καταλαβαίνω τι εννοείτε, εξηγήστε το μας, ναι. Πείτε μας τι σημαίνει.
Τι σημαίνει; Ήτανε πέντε που δικάζανε οι στρατοδίκες. Αν δεν ήταν πέντε υπογραφές, έξι μάλλον ήταν οι στρατοδίκες που δικάζανε[01:00:00], τη μία στη χαρίζουν, και δικάζανε οι μισοί, οι δύο ή τρεις, δεν εκτελούνταν. Ο νόμος έλεγε τρία κατά τα δύο δεν είναι παμψηφεί για εκτέλεση.
Εσάς, όμως, ψήφισαν να εκτελεσθείτε παμψηφεί.
Παμψηφεί, εγώ ήμουν παμψηφεί! Τρία κατά δύο δεν ήτανε για παμψηφεί.
Ναι, καταλάβαμε. Εσάς πώς σας εκτελούσαν; Πώς εκτελούσαν τους ανθρώπους εκεί;
Τους περνάνε και τους πηγαίνανε στο Γουδί, δεν τους εκτελούσαν μέσα στη φυλακή. Λοιπόν, να σας πω πώς τις παίρνανε: Την παραμονή που θα τις εκτελέσουν τις απομόνωναν. Παίρνανε αυτή που ήτανε για εκτέλεση και την κλείνανε στο επισκεπτήριο της φυλακής, όλη νύχτα έμενε εκεί. Στη φυλακή είχαμε φύλακες καλόγριες –και καλόγριες–, αλλά οι πιο πολλές ήταν οι καλόγριες, λοιπόν, και το βράδυ της κάνανε παρέα καμιά καλόγρια, αυτή που θα ήταν το πρωί για εκτέλεση. Λοιπόν, εμείς οι άλλες που μέναμε στον θάλαμο όλη νύχτα τραγουδάγαμε, είχαμε βγάλει τραγούδια για τις εκτελέσεις, για αυτές που εκτελούνται.
Θυμάστε κανένα τραγούδι;
Ναι, όλα τα έχω στα βιβλία μου. Δεν διαβάσατε το βιβλίο μου;
Βεβαίως, απλά λέω αν θέλετε να μας το πείτε, αυτό είπα.
Δεν τα ξέρω τώρα απ’ έξω.
Ωραία, και τι συνέβαινε λοιπόν; Πήγαινε η καλόγρια μαζί με την κρατούμενη που πρόκειται να εκτελεστεί και εσείς τραγουδούσατε;
Καμιά φορά μπορεί να πήγαινε, δεν ξέρω, πήγαινε και της έκανε παρέα μέχρι το πρωί που πηγαίνανε οι στρατιώτες και την παίρνανε για εκτέλεση. Εμείς στον θάλαμο, όμως, τραγουδούσαμε τραγούδια για εκτελέσεις όλη νύχτα.
Πώς νιώθατε κάθε φορά που έφευγε μία από τον θάλαμο;
Κλαίγαμε, κλαίγαμε, ενώ αυτές που πήγαιναν για εκτέλεση δεν κλαίγανε, γελούσαν. Εμείς κλαίγαμε.
Εσείς δεν φοβόσασταν μην έρθει η ώρα ή τέλος πάντων μήπως έρθει η δική σας σειρά;
Όλες περιμέναμε, ναι, μήπως μας εκτελέσουν. Όλες περιμέναμε, όλες το φοβόμασταν αυτό, ότι μια μέρα θα μας πάρουνε. Αλλά πετύχαμε στα μέτρα ειρήνευσης που ψηφίστηκαν και πήραμε χάρη. Εγώ έκανα τρεις φορές έκανα αίτηση χάριτος και με την τρίτη αίτηση με χάρισαν την ποινή μου και βγήκα.
Πόσο καιρό κάτσατε στις φυλακές;
Δεκατέσσερα χρόνια.
Στις φυλακές Αβέρωφ καθίσατε δεκατέσσερα χρόνια;
Δεκατέσσερα χρόνια όλα μαζί. Μαζί και μετά στα τμήματα υπολογίζω όλα και είναι δεκατέσσερα χρόνια.
Δηλαδή πότε αποφυλακιστήκατε;
Στις 23 Νοέμβρη το 1959, στις 23 του Νοέμβρη.
Τη μητέρα σας τη βλέπατε στο μεσοδιάστημα;
Ναι, ναι, ερχόταν επισκεπτήριο, ερχόταν επισκεπτήριο. Έβλεπα τους δικούς μου, έκανα και εγώ επισκεπτήριο ελεύθερο, όπως και οι άλλες κρατούμενες, όταν πήρα χάρη πια.
Επιτρεπόταν να συζητήσετε πολιτικά στο επισκεπτήριο;
Τι πράγμα;
Αν επιτρεπόταν, λέω, να συζητήσετε για πολιτικά, να μάθετε τι συμβαίνει έξω.
Άπαπα, όχι! Ήτανε δίπλα μας η υπάλληλος. Άμα μιλούσαμε μας βάζανε πειθαρχείο. Αλλά τα καταφέρναμε, όμως, και τα μαθαίναμε τι γίνεται έξω. Και ξέρετε πώς τα μαθαίναμε;
Πώς τα μαθαίνατε;
Τον Λυκούργο τον Καλλέργη, τον ηθοποιό, έχετε ακουστά; Ναι, από αυτόν τον μαθαίναμε. Αυτός είχε τη γυναίκα του, τη Μαρία Καλλέργη, φυλακή, δεν ήταν μελλοθάνατη η Μαρία, ισόβια νομίζω ήτανε. Ερχόταν επισκεπτήριο. Δίπλα μας στεκόταν η καλόγρια για να ακούσει τι λέμε, να μην πούμε πολιτικά. Αυτός τι έκανε; Και έλεγε στη Μαρία: «Αγάπη μου, χθες το βράδυ σε είχα στο κρεβάτι και κάναμε έρωτα». Όταν άκουγαν αυτά οι καλόγριες, φεύγανε από κοντά, πηγαίναν πιο μακριά, και εκεί έλεγε ο Καλλέργης τα πολιτικά που μας ενδιέφεραν. Μου λέει ο γιος μου να σας πω τι ήταν οι καλόγριες.
Ναι, τι ήτανε αυτές οι καλόγριες; Για πείτε μας τι ήταν αυτές.
Υπάλληλοι, υπάλληλοι ήταν κανονικοί, όπως ήταν και οι άλλες οι πολίτισσες, πολίτισσες υπάλληλοι κανονικοί. Και οι καλόγριες ήταν υπάλληλοι. Τώρα ήταν, δεσμοφύλακες ήταν.
Να ρωτήσω κάτι ακόμα που θέλω. Πείτε μου λίγο κάτι, στις φυλακές Αβέρωφ υπήρχαν ξεσπάσματα ή αντιδρούσαν όλες οι γυναίκες τόσο ψύχραιμα στο ότι...
Όχι, όχι, δεν είχαμε τίποτα, ήμαστε πολύ αγαπημένες, περνούσαμε πολύ καλά. Και παρόλο που μερικές που κάνανε δήλωση μέσα στη φυλακή και δεν της βγάζανε, δεν, απλώς τις απομονώναμε, αλλά όχι ότι είχαμε κάποια έχθρα. Γιατί, κοίταξε να δεις, όταν ερχόταν το επισκεπτήριο, μας φέρνανε καλά φαγητά, γλυκά, πράγματα οι συγγενείς μας. Δεν τρώγαμε συνέχεια το συσσίτιο που παίρναμε όλες. Εμείς οι επαρχιώτες που δεν είχαμε δικό μας άνθρωπο να μας φέρνει το φαγητό τρώγαμε συνέχεια συσσίτιο. Όμως, αυτό που φέρανε στις Αθηναίες ή αυτές που είχαν έναν άνθρωπο εδώ στην Αθήνα, δεν τα τρώγανε εκείνες. Είχαμε τις θαλαμάρχισσες που αυτό το μοιράζαν κάθε φορά με το επισκεπτήριο στην παρέα. Είχαμε χωριστεί σε παρέες, γιατί μέσα στον θάλαμο ήμαστε στις τέσσερις-πέντε παρέες, με τέσσερα άτομα η κάθε παρέα. Είχαμε χωριστεί για το φαγητό και για αυτά τα πράγματα. Λοιπόν, κάθε φορά που θα ερχόταν το επισκεπτήριο, όποια είχε σειρά, όποια παρέα είχε σειρά έτρωγε από το επισκεπτήριο που φέρνανε στην άλλη. Καταλάβατε; Η πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη σειρά. Αν στην πρώτη σειρά έφαγε το επισκεπτήριο της τρίτης ας πούμε, την Πέμπτη θα τρώγε η δεύτερη σειρά, το επισκεπτήριο που ερχόταν απ’ έξω. Πολλές φορές δεν ξέραμε τι μας φέρανε οι δικοί μας άνθρωποι, γιατί δεν το τρώγαμε εμείς, θα το έτρωγε η άλλη παρέα που ήτανε. Και ρωτάγαμε, όταν θα ερχόταν ο δικός μας άνθρωπος, τι μας φέρανε γιατί μας ρώταγαν: «Σ’ άρεσε το φαγητό, σου άρεσε εκείνο;». Να ξέρουμε τι να πούμε.
Γιατί πείτε μου κάτι, κύρια Σιδέρη, στις φυλακές παθαίνατε κρίσεις; Ξυπνούσατε στον ύπνο σας;
Ναι, μερικές ναι. Μερικές.
Δηλαδή; Πείτε μας λίγα παραπάνω πράγματα. Στις φυλακές, λοιπόν, παθαίνατε κρίσεις;
Ναι, είχαμε πολλές που πάθαιναν. Είχανε πάθει, είχαν αρρωστήσει δηλαδή. Είχαμε την Γεωργία. Όχι την Γεωργία, τα ξέχασα κιόλας... Την Γεωργία, Θεσσαλονικιά ήταν εκείνη, πάθαινε κρίση, νόμιζε ότι έρχονται να την πάρουν για εκτέλεση και φώναζε. Ήμασταν εμείς οι άλλες που ερχότανε, υπήρχε φύλακας γυναίκα που ερχόταν και της έκανε μία ένεση και ηρεμούσε.
Εσείς η ίδια στον ύπνο σας ξυπνούσατε; Δηλαδή, πεταγόσασταν από κρίσεις ή από φόβο ή οτιδήποτε τέτοιο;
Όχι, όχι, δεν θυμάμαι τέτοιο πράγμα να πάθαινα. Αλλά ήμουν χάλια, είχα αρρωστήσει και εγώ, δεν μπορούσα να περπατήσω, δεν μπορούσα να σηκωθώ. Αυτά ήταν από τα βασανιστήρια[01:10:00], μου το είχε πει η γιατρός.
Σας έκαναν βασανιστήρια και στις φυλακές Αβέρωφ ή από τα προηγούμενα;
Όχι, όχι, στην Ασφάλεια, αυτά που έπαθα στην Ασφάλεια. Και τώρα έτσι όπως είμαι, η μέση μου και τα πόδια μου, εγώ στα βασανιστήρια τα αποδίδω. Γιατί να μην μπορώ να περπατήσω, γιατί τόσο πολύ να πονάει η μέση μου; Ενώ δεν έχω τίποτα άλλο, δεν έχω ούτε στομάχια, ούτε καρδιές, ούτε συκώτια, κάτι να με πονάει. Έχω τη μέση μου και τα πόδια μου και τα χέρια μου, τα άκρα μου. Δεν μπορώ να σηκώσω το χέρι μου πάνω από το κεφάλι μου.
Ποιο ήταν το πιο σκληρό βασανιστήριο που ζήσατε στην Aσφάλεια, κυρία Σιδέρη;
Η φάλαγγα, η φάλαγγα και το πάτημα των χεριών μου με τις πρόκες.
Σας έσπρωχναν ο ένας αστυφύλακας στον άλλο; Πώς γινόταν δηλαδή;
Ναι, αυτό γινόταν γιατί δεν πέφταμε, εγώ ήμουνα και ευκίνητη, ήμουνα αθλήτρια βλέπετε και μπορούσα και κρατούσα την ισορροπία μου. Αλλά με τέτοιο τρόπο που με έσπρωχνε δεν προλαβαίνω να ισορροπήσω και έπεφτα κάτω. Τότε αρχίζανε κλωτσιές και αυτά τα πατήματα που σας λέω, έπεφτα κάτω. Αυτό ήταν το βασανιστήριο, έτσι αρχίσανε και με ρίχνανε κάτω. Ή με κλωτσούσαν στις κλειδώσεις και έπεφτα ή με αυτό το πράγμα, μ’ έριχνε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Στην αρχή έπεφτα, γελούσαν αυτοί, ξεκαρδίζονται στα γέλια όταν έπεφτα.
Εσείς πώς αισθανόσασταν, κύριε Σιδέρη; Δηλαδή πώς μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος όταν βιώνει αυτά τα πράγματα ας πούμε;
Τι να σας πω, πώς να σας το περιγράψω; Πώς να σας το περιγράψω; Δεν τους θεωρούσα ανθρώπους. Ήταν κάτι παλικάρια, τι να σας πω; Τους έβλεπα μια χαρά ανθρώπους και έλεγα: «Μα πώς;» και «Γιατί το κάνουν αυτό, γιατί με δέρνουνε;». Αυτό το σπρώξιμο που μου θυμίσατε τώρα –να εγώ σας είπα, το ξέχασα να σας το πω– αυτό το σπρώξιμο που με κάνανε με ζάλιζε.
Τι σας έκαναν; Θέλετε λίγο να μας το περιγράψετε;
Σας λέω μ’ έσπρωχνε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Έκανα ένα βήμα-δύο, έπεφτα πάνω στην αγκαλιά του, μ’ έπιανε εκείνος. Αλλά πολλές φορές δεν μ’ έπιανε, έφευγε και έπεφτα πάνω στον τοίχο εγώ, το κεφάλι μου, «μπαμ» το κεφάλι μου! Αλλά δύο-τρεις φορές, ξέρω ‘γω, μ’ έπιανε. Μετά που ζαλιζόμουνα, που ήταν αδύνατο να σταθώ όρθιο, να κρατηθώ, έφευγε αυτός και έπεφτα εγώ πάνω στον τοίχο. Πάντα ήταν, το μέτωπο ήταν πρησμένο. Πάντα. Ξέχωρα τα αίματα, δεν τα υπολόγιζα πια τα αίματα, γιατί και στα χέρια είχα αίματα και στα πόδια. Αλλά σας λέω για τις φάλαγγες ήμουν τυχερή, μόνο τρεις φορές, τρεις μέρες με πήρανε φάλαγγα. Και επειδή είχα περίοδο, είδαν το αίμα... Αυτό ήτανε; Δεν ξέρω αν αυτό ήτανε που τους σταμάτησε να με χτυπάνε φάλαγγα. Εγώ το αποδίδω εκεί, στο αίμα που είδαν, αλλά όλοι οι άλλοι που το είπα δεν μου λένε, «Μπα, κάτι άλλο», λέει, «ειπώθηκε».
Στις φυλακές με ποια αφορμή ξεκινήσατε και κάνετε σκίτσα, κυρία Σιδέρη, με ποια αφορμή;
Δεν ξέρω, δεν ξέρω πώς άρχισα.
Μήπως για να ηρεμήσετε; Αυτό εννοώ, μήπως ήταν ξέσπασμα το να ζωγραφίζετε, ας πούμε, μια ψυχική εκτόνωση;
Κοίταξε να δεις, δεν μπορώ να σας εξηγήσω. Να περάσει η ώρα μου, τι να σας πω; Δεν ξέρω, ήθελα να περιγράψω και τη ζωή μας μέσα στη φυλακή. Αν δείτε στο σπίτι μου, ένα δωμάτιο το έχω γεμάτο με σκίτσα της φυλακής. Έχω και σ’ ένα βιβλίο μου, αν το έχετε δει, έχω το επισκεπτήριο, και μέσα έχω κάτι εικόνες. Έχω γεμάτο τέτοια, όλη τη φυλακή την έχω ζωγραφίσει. Και τις φυλακές Κοζάνης και τις φυλακές Αβέρωφ. Το επισκεπτήριο, την καθαριότητα που κάναμε, γενικά τη ζωή της φυλακής.
Στις φυλακές Αβέρωφ βιάστηκαν γυναίκες;
Όχι, όχι. Όχι, δεν θυμάμαι. Δεν θυμάμαι κιόλας, δεν θυμάμαι, κορίτσι μου, δεν θυμάμαι.
Δεν πειράζει, ό,τι θυμάστε.
Νομίζω όχι.
Ό,τι θυμάστε, ό,τι θυμάστε. Δεν μου λέτε, με το παιδί του Μπελογιάννη, το παιδί του Μπελογιάννη το θυμάστε μέσα στις φυλακές;
Ναι, το θυμάμαι και μ’ αγαπούσε πολύ, γιατί έπαιζα. Ήμουνα γυμνάστρια στη φυλακή, έκανα τη γυμνάστρια εγώ.
Δηλαδή;
Γύμναζα όλες τις γυναίκες. Κάναμε γυμναστική μετά το τσάι, κάναμε γυμναστική. Μετά έπαιζα θέατρο. Είχα χορωδία γιατί είχα καλή φωνή και τη χορωδία τη διεύθυνα εγώ, σας λέω και τραγούδια της φυλακής και λαϊκά αυτά της... «Βαγγελιώ, κυρα-Βαγγελιώ» και λοιπά, και τραγούδια που γράφαμε στη φυλακή. Γράφανε, πολλές κοπέλες γράφανε και τα κολλούσαν σ’ έναν σκοπό γνωστό, κολλούσαν λόγια της φυλακής, όπως αυτά που έχω κάτι στο βιβλίο μου, έχω δυο-τρία νομίζω τέτοια.
Για πείτε μου λίγο, εκεί παιδιά στη φυλακή είχαν γεννηθεί, στις φυλακές Αβέρωφ;
Ναι, ναι, ναι, γεννήθηκαν.
Θυμάστε έτσι κάποιο περιστατικό πού...
Του Μπελογιάννη, του Μπελογιάννη. Δεν την εκτέλεσαν την Έλλη γιατί ήταν έγκυος, γιατί είχε το παιδάκι. Και άλλες γυναίκες που ήταν έγκυες δεν τις εκτέλεσαν, γιατί θεωρούνταν δύο άνθρωποι και δεν εκτελούσαν. Εγώ πήρα ένα κοριτσάκι –να τώρα μου το θυμίσατε–, πήρα ένα κοριτσάκι μιας γυναίκας μελλοθάνατης, η οποία δικάστηκε μαζί με τον άντρα της. Αυτή ήταν έγκυος και δικάστηκε μαζί με τον άντρα της σε θάνατο, και οι δύο. Από τα Γρεβενά ήταν αυτοί. Εκτέλεσαν τον άντρα της, αλλά τη γυναίκα δεν την εκτέλεσαν γιατί ήταν έγκυος και το κοριτσάκι το γέννησε σε λίγο καιρό στη φυλακή. Αυτό το κοριτσάκι μεγάλωσε. Ήταν τόσο όμορφο που εγώ –και αυτό με αγάπησε και εγώ το αγάπησα πολύ– και το πήρα όταν αποφυλακίστηκα, το πήρα σπίτι μου. Πολλά παιδάκια έτσι πήραν κι άλλες. Όταν βγαίνανε, τα παίρνανε στο σπίτι τους. Το πήρα σπίτι μου, το μεγάλωσα, ώσπου βγήκε και η μάνα της μετά, με τα μέτρα της δεύτερης βγήκε η μάνα της, πήρε χάρη και βγήκε και το πήρε. Και μου το πήρε... Είχα κλάψει πολύ, γιατί το αγαπούσα σαν παιδί μου.
Εσείς ήσασταν στη φυλακή και η μαμά της στη φυλακή. Εσείς το παιδί αυτό πού το πήγατε, πού το πήρατε; Το δώσατε στους δικούς σας; Πώς έγινε;
Το πήγα σπίτι μου στη μάνα μου, στο σπίτι μου το πήγα.
Πόσα χρόνια μετά το κρατήσατε αυτό το παιδί;
Η μάνα μου και ο αδερφός μου το αγαπήσανε, γιατί πιστεύανε ότι ήταν δικό μου, ότι με βιάσαν και το γέννησα και δεν το έλεγα, δεν ξέρανε. Ώσπου μια μέρα που ήρθε επισκεπτήριο, τους έλεγα εγώ ότι η μάνα τους είναι εδώ, Βασιλική τη λένε και λοιπά. Και μια μέρα ζήτησα να φέρουν την Αλέκα να τη δει η μάνα της, αλλά ο επισκέπτης μας δεν έβλεπε τη μάνα της Αλέκας, δεν την έβλεπε. Και μια μέρα είχαμε κανονίσει και με την Βασιλική όταν θα ‘ρθει ο αδερφός μου να έρθει. Ήταν καταπληκτικό, με τη μάνα της έμοιαζε πάρα πολύ, και πάλι δεν το πίστευε. Μια μέρα ήρθε επισκεπτήριο ένας γείτονάς μας, απέναντι από το σπίτι μου είχε καθαριστήριο. Ήμασταν φίλοι, αγαπούσαν, όλη η γειτονιά αγαπούσε το κοριτσάκι, γιατί νόμιζαν ότι ήταν δικό μου. Και επειδή αγαπούσαν εμένα, αγαπούσαν και «το παιδί μου[01:20:00]». Και το φρόντιζαν, ό,τι ήθελε, σοκολάτες και τέτοια, χόρταινε η Αλέκα. Λοιπόν, μια μέρα είχε επισκεπτήριο αυτός και φώναξαν την Βασιλική να έρθει για να τη δει, τη ζήτησε αυτός εδώ. Γιατί του λέγανε ότι η Μαρία δεν παραδέχεται ότι είναι δικό της, ότι είναι φυλακή η μάνα της. Και ζήτησε να δει και την είδε τη Βασιλική στο επισκεπτήριο. Την είδε και, όταν την είδε, τότε πια πείστηκε ότι έλεγα αλήθεια, ότι δεν ήταν δικό μου. Και αυτός το είπε, ότι: «Ναι, δεν είναι. Τη γνώρισα τη μάνα της και είναι ίδια αυτή που μου έδειξε η Μαρία». Και έτσι πια πίστεψαν ότι δεν είναι δικό μου. Αλλά σε λίγο καιρό βγήκε και εκείνη, πήρε χάρη, βγήκε και μου το πήρε. Από τότε που το πήρε δεν το ξαναείδα.
Πόσο χρονών ήταν το κοριτσάκι τότε;
Όταν έφυγε;
Όταν έφυγε από το σπίτι σας, ναι.
Όταν το πήραν από μένα; Τεσσάρων. Είχε μεγαλώσει, ήταν μεγάλο, ένα κουκλί ήτανε.
Δεν μου λέτε κάτι τώρα, κυρία Σιδέρη, που θέλω να μάθω, θέλω λίγο να ανακαλέσουμε λίγο στη μνήμη μας τη στιγμή εκείνη που εσείς ήσαστε μέσα στο Στρατοδικείο και περιμένετε την απόφαση. Τι κοιτούσατε, είχατε κάτι στα χέρια σας και κοιτούσατε, θυμάστε; Τι κοιτούσατε στο Στρατοδικείο;
Δεν θυμάμαι. Όχι, το περίμενα ότι θα δικαστώ τόσο, όλοι το περιμέναμε. Γιατί τότε δεν δίκαζαν χρόνια, όλο σε θάνατο δίκαζαν εκείνη την εποχή. Πολύ σπάνια να δικάσουν ισόβια ή είκοσι χρόνια.
Θυμάστε τι σας είπε ο Στρατηγός όταν σας δίκασε; Τι σας είπε θυμάστε;
Στο Στρατοδικείο;
Ναι.
Όχι, δεν θυμάμαι.
Ωραία, δεν πειράζει εντάξει, εντάξει.
Μπορεί να το γράφω στο βιβλίο μου, αλλά δεν τα θυμάμαι.
Δεν πειράζει, εντάξει, δεν πειράζει. Διαβάζω επί λέξει: «Ξέρεις ότι μπορώ να σε κάνω αύριο να μη δεις τον ήλιο;».
Α ναι, ναι, μου το είπε, το θυμάμαι αυτό. Τι του απάντησα δεν θυμάμαι.
Εγώ αυτό που θα ήθελα να σας ρωτήσω, αν θυμάστε ολόκληρο τον διάλογο, μήπως μπορείτε να τον ανακαλέσετε στη μνήμη σας ή είναι πολύ δύσκολο;
Δεν ξέρω, δεν δοκίμασα ποτέ, δεν ξέρω. Μπα, δεν θυμάμαι.
Αφού τώρα κάτι βλέπαμε στην τηλεόραση με τον γιο μου, κάποιον που έμοιαζε με τον Ζαμπέτα. Τον Ζαμπέτα, τον μουσικό, θα έχεις ακουστά, τον μπουζουξή. Και λέει ο γιος ότι δεν ήτανε. Δεν θυμόμουν τ’ όνομα του Ζαμπέτα.
Εντάξει, δεν πειράζει.
...που τόσο συχνά το ακούμε.
Ωραία, σιγά σιγά και θα τελειώνουμε. Θέλω να κάνω μία-δύο ερωτήσεις ακόμα, να δούμε αν μπορούμε να φέρουμε στη μνήμη μας δύο-τρία πραγματάκια. Να ρωτήσω ας πούμε.
Κοίτα, κορίτσι μου, μπορείς άμα διαβάσεις το βιβλίο «14 Χρόνια»–
Ακριβώς αυτό, επειδή έχουμε την πολυτέλεια αυτή τη στιγμή να έχουμε τη φωνή σας, έχω διαβάσει το βιβλίο σας και προσπαθώ να σας βοηθήσω να ανακαλέσετε στη μνήμη σας και να μας τα πείτε. Αυτό που θα ήθελα, λοιπόν, να ρωτήσω είναι: Όταν σας είπαν ότι εσείς θα εκτελεστείτε και γυρίσατε στον θάλαμο, στο κελί, εκείνη την ώρα αυτό το συναίσθημα, εσείς είχατε την «ανυπομονησία» –μέσα σε εισαγωγικά– να εκτελεστείτε; Τον φόβο και την ανυπομονησία;
Όχι φόβο. Ανυπομονησία είχα, όχι φόβο. Δεν τον φοβόμασταν τον θάνατο! Αφού σας λέω τώρα το σκέφτομαι και απορώ, δεν φοβόμουνα, ήθελα να ‘ρθουνε, παρακάλαγα πότε θα ‘ρθουνε. Και όταν καταδικάστηκα στην Κοζάνη, καθόμουνα πίσω από την πόρτα και άκουσα το αυτοκίνητο που απομόνωσαν τ’ αγόρια –δέκα εκτέλεσαν από την υπόθεσή μου, οι άλλοι είχαν πάρει αναστολή. Περίμενα να με πάρουν κι εμένα, γιατί πεντάκις εις θάνατον σε καμία περίπτωση να γλιτώσω. Νόμιζα ότι θα με βάζανε κι εμένα σε απομόνωση. Αλλά μετά το δικαιολόγησαν, λέω δεν θέλω να με βάλουν γιατί είμαι γυναίκα, και με αφήσαμε στον θάλαμό μου. Όλες ήταν ξαπλωμένες, δεν είχαμε κρεβάτια στις φυλακές Κοζάνης, κοιμόμασταν κάτω στο πάτωμα. Όλες ήταν ξαπλωμένες, εγώ πίσω πήγα, πίσω από την πόρτα και καθόμουνα και περίμενα να ‘ρθουν να με πάρουν, να με βάλουν κάτω από την πέτρινη σκάλα που έχουν έξω από την αυλή της Κοζάνης, της φυλακής. Λέω θα με πάρουνε εκεί, και περίμενα πίσω από την πόρτα. Αλλά όταν πια ησύχαζα, δεν ήρθαν να με πάρουν, οι συγκρατούμενές μου με πήραν και με βάλανε, με κάθισαν εκεί κάτω. Όταν άκουσα εγώ το αυτοκίνητο που ήρθε για να τους πάρει, άκουγα το μαρσάρισμα των αυτοκινήτω –δύο νομίζω ήταν, τρία, δεν θυμάμαι–, σίγουρη πια ότι θα με πάρουνε. Μαζευτήκανε εκεί οι κοπέλες δίπλα μου και εγώ πίσω από την πόρτα και περίμενα. Άντε, τώρα θα ακούσω, λέω, τα κλειδιά του φύλακα που θα ανεβαίνει τις σκάλες για να έρθει να με πάρει. Ακούω, όμως, ότι φεύγουνε και βάζω τα κλάματα και βάζω φωνές: «Γιατί δεν με πήραν, γιατί;». Ήθελα να με πάρουν, κορίτσι μου, το πιστεύεις; Δεν θα το πιστεύεις.
Μου φαίνεται όντως απίστευτο, ναι. Δηλαδή πώς γίνεται να θες να πεθάνεις;
Γιατί δεν το πιστεύω ούτε εγώ, φώναζα να ‘ρθουν να με πάρουνε, «Γιατί δεν με πήρανε;».
Πώς σας ηρέμησαν λοιπόν;
Για να με ηρεμήσουν οι κοπέλες, ήρθαν και με τραβούσαν από την πόρτα να με καθίσουν κάτω να ησυχάσω. Τίποτα, εγώ να φωνάζω: «Γιατί δεν με πήρανε;». Και μου λέει μία, παπαδιά ήτανε. Ανοίξανε τις φυλακές γιατί ξημέρωσε εν τω μεταξύ και άνοιξαν τις φυλακές. Ήτανε δύο οι θάλαμοι, ήταν επάνω οι κρατούμενες, βγήκανε στον άλλο θάλαμο που ήμουνα εγώ, ήτανε μία παπαδιά. Ήρθε, με αγκάλιασε, αυτή ήταν η πιο μεγάλη κρατούμενη στις φυλακές Κοζάνης. Ήρθε, με αγκάλιασε. Εγώ έκλαιγα γιατί δεν με πήρανε. Με αγκάλιασε, μου λέει: «Έλα, κορίτσι μου», μου λέει, «μην κλαις, μπορεί να σε πάρουν αύριο εσένα». Την πήρανε οι άλλες μετά αυτή, την τράβηξαν και λέει: «Τι είναι αυτά, βρε παπαδιά, που της λες της κοπέλας, δεν ήταν παρηγοριά αυτό». Εγώ, όμως, το πήρα για παρηγοριά, το πίστεψα ότι μπορεί να ‘ρθουν να με πάρουν αύριο. Και περίμενα κάθε μέρα, περίμενα να ‘ρθουν να με πάρουνε, ήμουν σίγουρη ότι θα με πάρουν. Αλλά με πρόλαβε ο νόμος αυτός περί αποφυλάκισης και βγήκα.
Τις ενέργειες για την αποφυλάκισή σας ποιος τις έκανε;
Τι ποιος την έκανε;
Ποιος την έκανε την αίτηση, ποιος έτρεξε για σας, ποιοι δικηγόροι έτρεξαν; Η οικογένειά σας, ποιοι έτρεξαν;
Α ναι, ναι, η οικογένειά μου. Ήταν η τρίτη αίτηση που έκανα, τις άλλες δύο τις είχαν απορρίψει, δεν τις εγκρίνανε. Την Τρίτη, όμως, δεν με χαρίσαν, με κατέβασαν στα είκοσι. Εγώ, όμως, είχα κάνει τα 2/3 της ποινής μου, και έτσι πήρα χάρη με τα μέτρα της ειρηνεύσεως, αλλιώτικα δεν θα έβγαινα. Αλλά είχα συμπληρώσει τα 2/3 της ποινής μου, ήμουν δεκατέσσερα χρόνια φυλακή.
Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί δεν εκτελεστήκατε αυτά τα δεκατέσσερα χρόνια;
Πώς, πώς δεν αναρωτήθηκα. Όχι, με έχει συμπαθήσει ο Στρατηγός μας, ο Στρατηγός της 9ης Μεραρχίας. Ήθελε, συνήθως οι εκτελέσεις γίνονται την τρίτη μέρα μετά την καταδίκη. Τη δεύτερη μέρα μετά την καταδίκη μου ήρθε ένα τζιπάκι με τέσσερις χωροφύλακες και με πήρανε, με βάλανε στο τζιπ. Ο οδηγός, εγώ στη μέση και δίπλα ένας χωροφύλακας και τέσσερις χωροφύλακες καθόταν στο πίσω[01:30:00], στην καρότσα. Το τζιπ ήταν ανοιχτό, δύο κοιτάγανε από τη μια μεριά, με τα όπλα τους οπλισμένοι, δύο κοίταγαν αριστερά και άλλοι δεξιά. Με αυτό με πήρανε, τώρα πού με πάνε δεν ήξερα. Συνέχεια αναρωτιέμαι πού θα με πάνε. Λοιπόν, με πήγανε στη Μεραρχία. Στη Μεραρχία αμέσως με πήγανε στο γραφείο του Μοιράρχου, του Στρατηγού. Όχι Μοίραρχος, Στρατηγός ήτανε της 9ης Μεραρχίας. Μόλις με είδε τους λέει: «Αυτή είναι;». Αυτός ποιος ξέρει τι περίμενε να δει. Κούνησαν το κεφάλι τους αυτοί. Ο Βασιλικός Επίτροπος ήρθε και με πήρε, αυτός που με δίκασε. Λοιπόν, μου ‘δωσε την καρέκλα, κάθισα απέναντι από τον Στρατηγό και δίπλα μου ο Βασιλικός Επίτροπος. Αυτός μου είπε ότι: «Μπορώ να σε κάνω να μη δεις τον ήλιο αύριο» και εγώ κατέβασα το κεφάλι μου και άρχισα να στρίβω ένα δαχτυλίδι που είχα στο χέρι μου. Γιατί το είπα όμως; Κάτι είχε πει και δεν θυμάμαι τι είπε. Α, «Είδες κανέναν», έλεγε για τους κομμουνιστές, τους κατηγορούσε, «είδες κανέναν από αυτούς τους αλήτες να παντρευτεί, να κάνει οικογένεια;». Και εγώ του λέω: «Μα, μήπως τους αφήσανε;». Ενώ όλη την ώρα δεν μίλαγα, εκείνη την ώρα, όταν έκανα αυτή την ερώτηση, αν είδα κάποιον να κάνει οικογένεια, τότε του λέω: «Μα, μήπως τους αφήσανε;». Και τότε σηκώθηκε αυτός όρθιος, χτύπησε τα χέρια του στο γραφείο, σηκώνεται όρθιος και λέει: «Ξέρεις ότι μπορώ να σε κάνω να μη δεις τον ήλιο;». Εγώ έσκυψα πάλι το κεφάλι και άρχισα να στριφογυρίζω το δαχτυλίδι μου, μιλιά δεν έβγαλα. Και αμέσως τότε σταμάτησε και αυτός και λέει στον Βασιλικό Επίτροπο: «Πάρτε την από δω». Και την άλλη μέρα εκτέλεσαν τους δέκα. Ήταν δέκα αυτούς που εκτέλεσαν και έλεγα θα είμαι και εγώ μέσα. Ήταν κι άλλοι παμψηφεί, αλλά δεν τους πήρανε όλους και τους παμψηφεί. Δεκαοκτώ ήμασταν οι παμψηφεί.
Δηλαδή εσείς αποδίδετε επομένως το ότι δεν εκτελεστήκατε, που θα έπρεπε να έχετε εκτελεστεί θεωρητικά από τις πρώτες μέρες...
Ίσως αυτός με συμπάθησε, δεν ξέρω, δεν ξέρω. Και τώρα δεν ξέρω γιατί δεν με εκτέλεσαν! Εκτέλεσαν τους άλλους που ήτανε μία φορά σε θάνατο.
Είναι λίγο ανορθόδοξο! Το καταλαβαίνετε, δηλαδή, είναι απίστευτο, ας πούμε, είναι απίστευτο.
Ναι, πεντάκις, όχι μία.
Και το γεγονός ότι το αντιμετωπίζατε με γέλια και με «Θέλω να με σκοτώσουν, θέλω να με...». Είναι απίστευτο, είναι απίστευτο αυτό που μας λέτε.
Ναι καλέ, ήθελα να μ’ εκτελέσουν, ήθελα, δεν ξέρω γιατί, νομίζω ότι ήθελα. Έτσι ένιωθα!
Εγώ αυτό που θέλω να σας ρωτήσω είναι τα πράγματα, ας πούμε, το φαγητό στη φυλακή το θυμάστε; Πώς ήτανε αυτό το φαγητό;
Ε, χωρίς λάδια.
Σας πονούσε η κοιλιά σας από το φαγητό, ήταν καλό το φαγητό;
Κοίταξε να δεις, δεν έδινα σημασία, αρκεί να χορτάσουμε. Ήμαστε νέα παιδιά, το τρώγαμε. Δεν το τρώγανε όλες, εγώ όμως το έτρωγα, γιατί νέο κορίτσι ήμουνα. Μετά δεν καθόμουνα, ήμουν πάντα σε κίνηση στη φυλακή, σας λέω ήμουν γυμνάστρια. Μετά έκανα χορό στα κορίτσια. Δεν σταματούσα σε καμία περίπτωση. Και ζωγραφική πώς άρχισα; Άλλη μία ήτανε η Μαργαρίτα η –πώς λέγεται το επίθετο;– μεγάλη γυναίκα, εκείνη ζωγράφιζε, και τα ‘βλεπα και μου άρεσαν πολύ. Εγώ ξέρετε πώς άρχισα; Τώρα το θυμήθηκα.
Για πείτε μου.
Ναι, προσπάθησα να ζωγραφίσω μία μελλοθάνατη, μία που την εκτέλεσαν, να κάνω το πρόσωπό της, αυτήν ήθελα να ζωγραφίσω. Και προσπαθούσα, προσπαθούσα και δεν τα κατάφερνα και ξανά και ξανά. Τελικά την κατάφερα, έμοιαζε, την έδειχνα εκεί πέρα, «Είναι η Ισμήνη» –θυμάμαι και τ’ όνομά της–, «η Ισμήνη είναι», τη γνωρίζανε. Κι αυτό με ενθάρρυνε και άρχισα πια να ζωγραφίζω, να προσπαθώ να κάνω προσωπογραφίες, να ζωγραφίζω, τις έβλεπα κιόλας, ενώ την Ισμήνη την είχανε πάρει για εκτέλεση. Δεν την έβλεπα, απλώς τη θυμόμουνα πώς ήτανε.
Να σας ρωτήσω δύο ακόμα πράγματα και θα τελειώσουμε, γιατί σας έχω ταλαιπωρήσει πάρα πολύ. Αυτό που θέλω να σας ρωτήσω είναι πρώτον: Εσείς τα βασανιστήρια που παθαίνατε στην Ασφάλεια, πριν μπείτε, λέω, στις φυλακές, στις φυλακές τα θυμόσασταν; Δηλαδή, υπήρξαν ποτέ...
Μα κι άλλες κοπέλες βασανίστηκαν, κι άλλες που βασανίστηκαν και δεν σηκώθηκαν απ’ το κρεβάτι. Εγώ σηκώθηκα κι έκανα και γυμναστική και χόρευα και ήμουνα πολύ...
Ναι, εννοώ αν ποτέ ερχόντουσαν στο μυαλό σας μετά τα βασανιστήρια. Ερχόντουσαν ποτέ στο μυαλό σας τα βασανιστήρια μετά;
Πώς, ερχόντουσαν, τα θυμόμουν. Tα θυμόμουνα και τα κουβέντιαζα και πολύ συχνά τα κουβέντιαζα με άλλες κρατούμενες που ερχόταν από Ασφάλεια. Tα κουβεντιάζαμε αυτά μεταξύ μας, τα κουβεντιάζαμε.
Ενότητα 7
Η ζωή μετά τη φυλακή: Ο στιγματισμός, η εργασιακή απασχόληση και οι εκδρομές
01:36:34 - 01:48:13
Εάν θέλετε για να ολοκληρώσουμε –κατ’ αρχάς, σας ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνατε να μου δώσετε αυτή τη συνέντευξη, ελπίζω να μη σας υπέβαλα σε μεγάλη κούραση.
Όχι, εγώ σας θεωρώ φίλη, σαν να μιλάω με μια φίλη μου.
Χαίρομαι πολύ, χαίρομαι, αυτό είναι πολύ μεγάλη χαρά που το πετύχαμε.
Έτσι νιώθω.
Χαίρομαι! Αυτό που θα ήθελα να σας ρωτήσω είναι: Για πείτε μου, αποφυλακιστήκατε. Όταν αποφυλακίστηκε τι αντιμετωπίσατε; Δηλαδή, σας αντιμετώπιζε καλά ο κόσμος εσάς και την οικογένειά σας το ‘59;
Με αποφεύγανε, αποφεύγανε, γιατί ακόμα υπήρχε τρομοκρατία. Φοβόταν να μου μιλήσουνε γνωστοί μου, με βλέπανε και άλλαζαν δρόμο. Εγώ, με στεναχωρούσε πάρα πολύ αυτό. Πολύ αργά με πλησίασε κόσμος, δεν με πλησίαζαν και με στενοχωρούσε πολύ αυτό. Ώσπου βρήκε ο άντρας μου μια κοπέλα που ήμουνα στη φυλακή μαζί, αυτή με κάλεσε. Πώς ήρθα τώρα στην Αθήνα εγώ; Όταν βγήκα πήγα στην Κοζάνη, στο σπίτι μου. Ύστερα από κάμποσο καιρό –ο αδερφός μου εν τω μεταξύ παντρεύτηκε και είχε και τέσσερα παιδιά, και αυτός και η μάνα μου πέντε που τάιζε. Πήγα και εγώ και έγιναν έξι. Τα έβρισκε δύσκολα. Το σπίτι μου σας λέω ήταν μεγάλο, ήταν χάνι παλιά και είχε επτά δωμάτια που είχε κρεβάτια μέσα. Και κάπου κάποτε άκουσα, μου φερόταν καλά, αλλά άκουσα μια μέρα που παραπονιόταν στη μάνα μου και της έλεγε: «Δεν μπορώ πια, δεν τα βγάζω πέρα, έχω τώρα και τη Μαρία. Δεν τα έβγαζα πριν με την οικογένεια», στα οικονομικά τους, «τώρα έχω και τη Μαρία». Τ’ άκουσα αυτό και στεναχωριόμουν και εγώ πήρα την απόφαση να ρωτήσω σε ορισμένους γνωστούς που είχαν μαγαζιά αν με θέλουνε για υπάλληλο. Πήγα πρώτα σε αυτόν που ήταν απέναντί μου, ένα πλυντήριο είχε, μου είπε, λέει: «Μαρία, να σε πάρω», λέει, «σε θέλω, αλλά την άλλη μέρα στην πόρτα μου θα έχω τον χωροφύλακα». Αυτή ήταν η απάντηση όλων, ότι με θέλουνε αλλά φοβόντουσαν. Και δεν μ’ έπαιρνε κανένας, το σκεφτόμουν. Μια μέρα παίρνω γράμμα από μια φίλη μου που ζούσε στην Αθήνα με την οικογένειά της. Στη φυλακή κάναμε πολλή παρέα, ήμασταν φίλες. Παίρνω ένα γράμμα και μου ‘γραφε για την αδερφή της που δεν βρίσκει δουλειά και κάτι τέτοια. Όχι, ότι βρήκε δουλειά σ’ ένα ραφτάδικο που κάνανε πορτοφόλια. Λοιπόν, αλλά εκεί[01:40:00] έπεσε μια μέρα όταν πήγαινε στη δουλειά κι έσπασε το χέρι της και τη διώξανε. Και βρίσκω εγώ ευκαιρία και της λέω: «Εγώ πάω, ζητάω δουλειά και δεν με παίρνουνε γιατί είμαι αριστερή», γιατί ήμουν φυλακή, δεν έλεγα αριστερή, «γιατί ήμουν φυλακή». Μου λέει: «Έλα εδώ να πας στη δουλειά της Δήμητρας». Μόλις άκουσα εγώ αυτό και είχα ακούσει και τον αδερφό μου που είπε έτσι στη μάνα μου, της λέω: «Μάνα, θα φύγω» και της είπα ότι: «Με θέλει η Φανή που είναι φίλη μου και θα πάω στις Φάνης να μείνω στο σπίτι. Έσπασε η αδερφή της το χέρι της και θα πάω εγώ στη δουλειά της». Η δουλειά που δούλευε η αδερφή της ήταν αριστερός, είχε μαγαζί που έφτιαχνε τσαντάκια, τσάντες. Λοιπόν, ήρθα και πήγα σε αυτόν, έπιασα δουλειά και γάζωνα, ήξερα να γαζώνω, είχα μάθει στη φυλακή να ράβω. Είχαμε, ένας θάλαμος, σου λέω, στη φυλακή ήταν όλα μηχανές είχανε, είχα μάθει. Λοιπόν, πήγα εκεί πέρα, με δέχτηκε αυτός, με πήρε. Όταν, όμως, το χέρι της Δήμητρας έγινε καλά, ήθελε να ξαναπάει στη δουλειά της, και όταν πήγε και το είπε, δεν την ήθελε εκείνος, είπε: «Μα δεν χρειάζομαι τώρα, έχω τη Μαρία, είμαι ευχαριστημένος με τη Μαρία». Το είπε σαν παράπονο στην αδερφή της. Μου το είπανε κι εμένα και αναγκάστηκα και του λέω ότι «Δεν μπορώ». Πήγα και του είπα του αφεντικού μου ότι: «Δεν μπορώ να μείνω, θα έρθει η Δήμητρα στη δουλειά της». «Όχι», λέει, «τι θα πει να έρθει στη δουλειά της; Δεν τη θέλω! Εσύ μου είσαι καλή». Εγώ του είχα βγάλει κάτι σχέδια, τσαντάκια, και του άρεσε που ήξερα και του έκανα κάτι σχέδια. Δεν ήμουνα μόνο γαζώτρια, του έφτιαχνα και σχέδια. Και προτιμούσε εμένα, ενώ ήταν καλή και η Δήμητρα, και δεν μ’ έδιωχνε αυτός. Αλλά εγώ μια μέρα στον δρόμο βρίσκω μια άλλη συγκρατούμενη –μελλοθάνατη ήταν εκείνη, ήμαστε στο ίδιο θάλαμο, και εκείνη είχε πάρει χάρη– και της το λέω αυτό, μου λέει: «Έλα», μου λέει, «θα σε στείλω εγώ πωλήτρια κάπου γνωστό». Και την άλλη μέρα δεν πάω εγώ στη δουλειά που δουλεύαμε με τις μηχανές, στα πορτοφόλια, και πήγα στην Μαριάνθη. Αυτή ήτανε καθηγήτρια αγγλικών, στην ηλικία μου σχεδόν ήτανε, αλλά είχε τελειώσει αγγλικά. Και όλες που μάθαμε στη φυλακή αγγλικά, αυτή μας τα έμαθε, έκανε μαθήματα. Κάναμε μαθήματα διάφορα στη φυλακή, μπορούσαμε, δεν μας απαγόρευαν, μόνο ρωσικά δεν θέλανε να μάθουμε. Ενώ είχαμε και Ρωσίδα φυλακισμένη που μπορούσαμε να κάνουμε, δεν επέτρεπαν αγγλικά, δεν λέγανε τίποτα. Λοιπόν, φεύγω εγώ την άλλη μέρα, πάω στην Μαριάνθη και φεύγω και από το σπίτι που έμενα, γιατί με φιλοξενούνε η Φανή. Φεύγω και από το σπίτι, παίρνω τα πράγματά μου και πάω στην Μαριάνθη, που και εκείνη νοίκιαζε ο πατέρας της, στην Πλάκα είχε ένα σπίτι, νοίκιασε ο πατέρας της δύο δωμάτια. Ο πατέρας της είχε την Μαριάνθη, η μάνα της πέθανε όταν τη γέννησε και έμεινε ορφανή, αλλά ο πατέρας της μετά παντρεύτηκε μια άλλη και μαζεύτηκε ο πατέρας της σ’ ένα δωμάτιο και το άλλο το είχε Μαριάνθη. Και πήγα εγώ με την Μαριάνθη και έμενα πια, τακτοποιήθηκα και ήμουνα μια χαρά, δεν μ’ ένοιαζε. Τι ήθελα να σου πω τώρα με αυτό, γιατί σ’ το είπα; Πώς τη θυμήθηκα την Μαριάνθη;
Για το πώς, θέλαμε να πούμε...
Α, ναι, πώς! Κυκλοφορούσα πια. Μετά πήγαινα εκδρομές, κάνανε οι αντιστασιακοί. Ήταν πια, νόμιμα δρούσε και έκανε, οργάνωνε εκδρομές. Μια εκδρομή πήγαμε στην Αίγινα. Στην Αίγινα ήξερα, είχα έναν συγκρατούμενο –όχι, συγκατηγορούμενο–, που ήτανε στην Αίγινα φυλακή, τον Πάνο τον Τζαβέλλα. Ήταν γείτονάς μου, από μικρά παιδιά μεγαλώσαμε μαζί. Έπαιζε κιθάρα από μικρό παιδί και, όταν μεγάλωσε πια, έγινε, είναι πολύ γνωστός ο Πάνος ο Τζαβέλας. Δούλευε, μετά όταν βγήκε και αυτός από τη φυλακή, δούλευε σε ταβέρνες στην Πλάκα. Λοιπόν, και πάω εγώ, με την Μαριάνθη έμενα. Όταν πήγα εκδρομή στην Αίγινα, πήγα να δω τον Τζαβέλλα. Εκεί γνώρισα –ο Τζαβέλας ήταν κι εκείνος ανάπηρος, στο ανταρτικό του κόψαν το πόδι, τραυματίστηκε και του κόψαν το πόδι. Και έκανε παρέα ο Τζαβέλας με άλλους δύο, που και εκείνοι ήταν ανάπηροι. Ο ένας ήταν ο Γιώργος Σιδέρης, ο άλλος ήτανε ο Παναγιώτης... Δεν θυμάμαι, τέλος πάντων. Λοιπόν, μια άλλη φορά μου ήρθε εμένα να πάω εκδρομή στην Αίγινα. Πάει αυτή, γνώρισε Γιώργο τον Σιδέρη και τον Θόδωρο τον Κοκλάνη – ο άλλος ήταν ο Θόδωρος Κοκλάνης. Ο Θόδωρος Κοκλάνης ήταν συνομήλικος με τον Πάνο, ο Τζαβέλλας ήταν πιο, ο Σιδέρης ήταν πιο μεγάλος από τον Πάνο και έκανε παρέα με τον Θόδωρο Τζαβέλα – καλά λέω. Λοιπόν, πήγα εκδρομή και ο Τζαβέλλας δεν ήταν, είχε βγει και είχε πάει στην Αγγλία, ναι, στην Αγγλία τον στείλανε νομίζω, κάτι είχε το πόδι του και τον στείλανε η Ε.Δ.Α. στη Ρωσία. Ναι, το Κόμμα φρόντισε και τον έστειλαν στη Ρωσία για το πόδι του που κάτι είχε. Και δεν ήταν εκεί και ήρθε στο επισκεπτήριο ο Γιώργος ο Σιδέρης. Εκεί τον γνώρισα καλύτερα.
Τον μετέπειτα σύζυγό σας πια.
Ναι, μετά ο Γιώργος μού λέει: «Σε παρακαλώ, να πας στο σπίτι μου και να τους πεις ότι αύριο θα κάνω αίτηση χάριτος, να τους πει να στείλουν τη δικηγορίνα να φροντίσει». Ήρθα εγώ την άλλη, ύστερα από δύο μέρες εδώ στο σπίτι [Δ.Α.], μονοκατοικία και τους το είπα. Αυτό ήταν όλο. Σε λίγες μέρες βγαίνει, παίρνει χάρη. Και έτσι γνωρίστηκα με τον Γιώργο τον Σιδέρη και σε λίγο παντρευτήκαμε και απόκτησα τον Νίκο μου και τον Λάμπη μου, δυο γιους.
Να τους χαίρεστε.
Ευχαριστώ.
Ενότητα 8
Οι επτά μελλοθάνατοι: Η παράνομη καταδίκη, η δράση των φυλακισθέντων γυναικών και η υποστήριξη του Αθηναϊκού λαού
01:48:13 - 01:54:58
Το τελευταίο που θέλω να μάθω είναι: Τον Σεπτέμβρη του 1951, όταν εσείς –θέλω να ακούσω να μου το λέτε– ακυρώσατε μέσα από τη δράση σας την εκτέλεση επτά μελλοθανάτων, το θυμάστε αυτό; Όταν ακυρώσατε την εκτέλεση από επτά μελλοθάνατους, επειδή δεν υπήρχε απόφαση του υπουργού; Τι κάνατε;
Αχ, μου το λέτε τώρα, το θυμάμαι, αλλά δεν θυμάμαι ακριβώς τι έκανα.
Δεν σκαρφαλώσατε στα παράθυρα, δεν το θυμάστε τι κάνατε;
Πώς;
Τι ζητούσατε από τον λαό της Αθήνας να κάνει;
Ναι, μωρέ! Πού το ξέρετε καλέ εσείς αυτό; Αχ, τι έκανα μωρέ; Ναι, θυμάμαι! Εγώ τους έσωσα τους επτά.
Πώς τους σώσατε, τι κάνατε; Πώς δράσατε;
Με το χέρι μου –έτσι συνεννοούμασταν με τις φυλακές Αβέρωφ, ήταν απέναντι αντρικές από τις γυναικείες. Και στη σκάλα είχε μεγάλο παράθυρο, ενώ όλα ήταν μικρά, στη σκάλα είχε πολύ μεγάλο παράθυρο και από τις δύο μεριές. Και με το χέρι γράφαμε αυτό που θέλουμε. Συνήθως γράφαμε, ήτανε δύο-τρεις που είχαν τους άντρες τους απέναντι και οι υπεύθυνες, η Γλέζου και η... Πώς τη λένε η άλλη που ήταν αρχηγός ο άντρας της; Δεν τις θυμάμαι τώρα[01:50:00]. Αυτές μιλούσανε, δεν επιτρεπόταν να πηγαίνουμε και εμείς για να μη μας τα χαλάσουν οι υπεύθυνοι, που μετά το μάθανε και βάλανε λαμαρίνα μπροστά και δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε με τις απέναντι φυλακές. Από εκεί τι έκανα; Ναι, βγήκαμε όλοι στα παράθυρα –τώρα μου το θύμισες, κοίταξε τι ξέχασα– μου είπαν από απέναντι ότι: «Απομόνωσαν επτά παιδιά για εκτέλεση. Αύριο θα τους πάρουν». Εγώ το είπα στην υπεύθυνη, η υπεύθυνη είπε σε όλη τη φυλακή ότι να βγούμε στα παράθυρα και να φωνάξουμε από τα παράθυρα ότι αύριο θα εκτελέσουν, θα πάρουν για εκτέλεση. Που οι εκτελέσεις είχαν σταματήσει τότες, δεν γινότανε, και ξαφνικά μάθαμε ότι θα πάρουνε επτά για εκτέλεση. Και βγήκαμε όλες οι κρατούμενες, πιάσαμε τα παράθυρα, άλλη με χωνί, άλλη μετά κάναμε τα χέρια μας χωνί και φωνάζαμε: «Λαέ της Αθήνας, αύριο θα σκοτώσουν, σκοτώνουν τα παιδιά σας! Αύριο το πρωί. Προλάβετε, θα ‘ναι αργά ανάθεμά σε». Κάτι τέτοια συνθήματα, δεν θυμάμαι τώρα όλα. Και απέναντι είναι οι φυλακές, απέναντι από τις φυλακές Αβέρωφ ήτανε το γήπεδο του Παναθηναϊκού και είχε ματς εκείνη την ώρα. Και ακούστηκαν οι φωνές μας και από εκεί ο κόσμος έφυγε και ήρθε και αυτός και φώναζαν και αυτοί. Και με αυτές τις φωνές που γίνανε, αυτό, σώσαμε τους επτά, δεν τους εκτέλεσαν. Γιατί ήταν παράνομη η εκτέλεση, δεν ήταν από μια υπόθεση, είχαν πάρει στελέχη. Δεν θυμάμαι, ήτανε νομίζω της... Κοίτα που δεν θυμάμαι, δεν θυμάμαι καθόλου τα ονόματα.
Θυμάστε πολύ καλά, μην αγχώνεστε. Είναι όλα πολύ καλά, τα έχουμε πάει πάρα πολύ καλά.
Τα ονόματα που ήταν οι μελλοθάνατοι, που θα τους εκτελούσαν, δεν τα θυμάμαι.
Δεν πειράζει. Ωραία. Διαβάζω μια τελευταία φράση και τελειώνουμε τη συνέντευξη. Διαβάζω μια δική σας φράση: «Είχα πάθει ζημιά όμως απ’ όσα είδα, άκουσα και πέρασα. Τα βράδια ιδιαίτερα δεν μπορούσα να ηρεμήσω. Ξυπνούσα, φώναζα, έτρεμα. Οι γιατρίνες προσπαθούσαν να με βοηθήσουν, δεν είχαν φάρμακα. Ασπιρίνη και βαλεριάνα μου έδιναν, δεν υπήρχε τίποτα άλλο.
Τα γράφω αυτά στο βιβλίο μου;
Όχι, αυτά τα γράφετε σε μια συνέντευξη. Αυτά τα έχετε πει σε μια συνέντευξη που έχετε δώσει. Για πείτε μου, λοιπόν, έτσι ήταν τα πράγματα; Τόσο ταραγμένη ήσασταν;
Ναι, ναι.
Δηλαδή;
Ναι, θυμόμουν τι δεν έκανα, σε τι ήμουν υπεύθυνη. Γιατί και στη φυλακή με υπολόγιζαν πολύ, γιατί σας λέω δεν ήμουν ήσυχη, ήμουν παντού μπλεγμένη. Δεν ήμουν βέβαια στην οργάνωση, γιατί στην φυλακή είχαμε οργάνωση. Είχαμε γραμματέα, υπεύθυνους και λοιπά. Εγώ δεν ήμουνα. Βέβαια ήμουνα πιο μικρή και δεν είχα τέτοιο ρόλο. Αλλά ήμουνα παντού μπλεγμένη, παντού. Όπου χρειαζόταν άνθρωπο εμένα ψάχνανε.
Γιατί, όμως, ξυπνούσατε μέσα στον ύπνο σας; Το θυμάστε; Γιατί φωνάζατε μέσα στον ύπνο σας, τι ήταν αυτό που σας τρόμαζε;
Έβλεπα όνειρα, ξέρω ‘γω; Δεν θυμάμαι.
Εντάξει. Λοιπόν, κυρία Σιδέρη, ήταν μεγάλη μου τιμή που μου δώσατε...
Και εγώ χάρηκα που τα κουβέντιασα αυτά, χάρηκα, είχα καιρό να κουβεντιάσω για αυτά. Και δεν έχω κανέναν γνωστό, δεν ζει καμία γνωστή μου να την πάρω τηλέφωνο, να κουβεντιάσουμε για τα παλιά. Και βρήκα εσένα.
Ήταν μεγάλη μου τιμή, μεγάλη μου τιμή ειλικρινά.
Και εγώ, κορίτσι μου. Κορίτσι μου, σε χάρηκα.
Σας ευχαριστώ.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Περιεχόμενο διαθέσιμο για ενήλικους
Περίληψη
Η Μαρία Σιδέρη-Δεμσερή μάς αφηγείται τη ζωή της με φόντο τα ταραγμένα χρόνια των δεκαετιών 1940-1950. Έφηβη στην Κατοχή, αναπτύσσει αντιστασιακή δράση και οργανώνεται στον αγώνα κατά των κατακτητών. Στο τέλος του πολέμου η αφηγήτρια συμμετέχει ήδη στην ΕΠΟΝ. Στην καρδιά του Εμφυλίου Πολέμου πλέον, συλλαμβάνεται για τη δράση της και οδηγείται στην Ασφάλεια, όπου θα υποστεί βασανιστήρια και ξυλοδαρμούς. Ακολουθεί Στρατοδικείο. Η ετυμηγορία είναι «Πεντάκις εις θάνατον». Η αφηγήτρια οδηγείται στις φυλακές Αβέρωφ όπου θα περάσει δεκατέσσερα χρόνια από τη ζωή της. Μέσα στις φυλακές θυμάται τις συγκρατούμενές της που έφευγαν με περηφάνια για το εκτελεστικό απόσπασμα, τα τραγούδια, τη χορωδία, κυρίως όμως την αναμονή και την επιθυμία για τη δική της εκτέλεση. Μια εκτέλεση που δεν έφτασε ποτέ, καθώς με τα μέτρα ειρηνέσεως η Μαρία Σιδέρη-Δεμσερή πλέον απελευθερώνεται.
Αφηγητές/τριες
Μαρία Σιδέρη-Δεμσερή
Ερευνητές/τριες
Βικτώρια Δελακοβία
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
15/01/2021
Διάρκεια
114'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Περιεχόμενο διαθέσιμο για ενήλικους
Περίληψη
Η Μαρία Σιδέρη-Δεμσερή μάς αφηγείται τη ζωή της με φόντο τα ταραγμένα χρόνια των δεκαετιών 1940-1950. Έφηβη στην Κατοχή, αναπτύσσει αντιστασιακή δράση και οργανώνεται στον αγώνα κατά των κατακτητών. Στο τέλος του πολέμου η αφηγήτρια συμμετέχει ήδη στην ΕΠΟΝ. Στην καρδιά του Εμφυλίου Πολέμου πλέον, συλλαμβάνεται για τη δράση της και οδηγείται στην Ασφάλεια, όπου θα υποστεί βασανιστήρια και ξυλοδαρμούς. Ακολουθεί Στρατοδικείο. Η ετυμηγορία είναι «Πεντάκις εις θάνατον». Η αφηγήτρια οδηγείται στις φυλακές Αβέρωφ όπου θα περάσει δεκατέσσερα χρόνια από τη ζωή της. Μέσα στις φυλακές θυμάται τις συγκρατούμενές της που έφευγαν με περηφάνια για το εκτελεστικό απόσπασμα, τα τραγούδια, τη χορωδία, κυρίως όμως την αναμονή και την επιθυμία για τη δική της εκτέλεση. Μια εκτέλεση που δεν έφτασε ποτέ, καθώς με τα μέτρα ειρηνέσεως η Μαρία Σιδέρη-Δεμσερή πλέον απελευθερώνεται.
Αφηγητές/τριες
Μαρία Σιδέρη-Δεμσερή
Ερευνητές/τριες
Βικτώρια Δελακοβία
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
15/01/2021
Διάρκεια
114'