Η ανιψιά της Σοφίας Βέμπο
Ενότητα 1
Οι μνήμες από την παιδική ηλικία και ο Εμφύλιος
00:00:00 - 00:23:09
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Εντάξει; Καλημέρα. Καλημέρα. Είναι Τρίτη, 8 Μαρτίου του 2022. Είμαι με την κυρία – Ρωξάνη Σπυριδοπούλου. Πολύ ωραία. Είμαι με την κυρ…α έξοδα είναι πολλά. Πρέπει να μείνεις στην Αθήνα» και λοιπά. Και δεν με έστειλε. Εντωμεταξύ, η Βέμπο με ζητούσε να με κάνει τραγουδίστρια.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΤοποθεσίες
Φωτογραφίες και τεκμήρια

Οικογενειακή φωτογραφία
Πρόσωπα (από αριστερά προς δεξιά): Μητέρα ...

Ολόκληρη η οικογένεια
Επάνω - Τα αδέρφια της αφηγήτριας (από αρι ...

Δημοτικό σχολείο - Ανταρ ...
Η αφηγήτρια, μαζί με τις συμμαθήτριές της ...
Ενότητα 2
Η σχέση με τη Σοφία Βέμπο και τον Μίμη Τραϊφόρο
00:23:09 - 01:07:24
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Τη γνωρίσατε τελικά; Τη γνώρισα. Αλλά… Έκλαιγα και δεν μπόρεσα ούτε να μιλήσω, ούτε τίποτα. Θέλετε να μου πείτε περισσότερα για αυτό; Γι… Δεν πειράζει. Μην αγχώνεστε. Πηδάω απ' το ένα, στο άλλο. Θα θέλατε να μου πείτε για το γάμο σας; Αν θυμάστε; Παντρευτήκατε το ’67. Ναι.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΦωτογραφίες και τεκμήρια

Προσφορά λουλουδιών στη ...
Προσφορά λουλουδιών στη βασίλισσα Φρειδερί ...

Σοφία Βέμπο: Αφιέρωση πρ ...
«Χαρισμένη στην ανειψιά μου Ρωξάνη που ελπ ...

Φωτογραφία με τη Σοφία Β ...
Από αριστερά προς δεξιά: Πατέρας αφηγήτρια ...

Προσφορά λουλουδιών στη ...
Προσφορά λουλουδιών στη βασίλισσα Φρειδερί ...

Το άρμα του αργαλειού
Ανθεστήρια Εδέσσης

Έκθεση στην Έδεσσα
Η αφηγήτρια στη μέση με τη στολή της Γάτσα ...

Φωτογραφία με τη Σοφία Β ...
Από αριστερά προς δεξιά: Πατέρας αφηγήτρια ...
Ενότητα 3
Οι πολιτικές απόψεις
01:07:24 - 01:22:02
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Τότε ήτανε και η Χούντα πάνω-κάτω. Η Χούντα. Ναι. Έχετε μήπως μνήμες από αυτά τα γεγονότα; Εγώ ήμουν χουντική. Γιατί ο αδερφός μου ήταν…ευε πάρα πολύ ωραία. Τον είχε μάθει ο πατέρας της Βέμπο που ήταν χοροδιδάσκαλος, τον είχε μάθει από μικρό να χορεύει. Αυτά. Ευχαριστώ πολύ.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]
Εντάξει; Καλημέρα.
Καλημέρα.
Είναι Τρίτη, 8 Μαρτίου του 2022. Είμαι με την κυρία –
Ρωξάνη Σπυριδοπούλου.
Πολύ ωραία. Είμαι με την κυρία Ρωξάνη Σπυριδοπούλου και βρισκόμαστε στο Ωραιόκαστρο της Θεσσαλονίκης.
Ναι.
Εγώ είμαι η Ιωάννα Μαλλιότα, είμαι ερευνήτρια για το Istorima και ξεκινάμε. Αρχικά, θα θέλατε να μου πείτε λίγα πράγματα για εσάς;
Ναι, να πω. Γεννήθηκα το 1941, μέσα στον πόλεμο, μες στη φτώχεια, γιατί ο πατέρας μου προέρχονταν από την προσφυγιά του 1922. Είχε έρθει στο χωριό Εξαπλάτανο… Να σου πω ότι, καταρχήν, είχαν έρθει στη Θεσσαλονίκη και εγκαταστάθηκαν στην Περαία. Εκεί, όμως, επειδή είχε ελονοσία, τους πήρε η μάνα, γιατί ο παππούς – τον παππού τον σκότωσαν οι Τούρκοι στην Κωνσταντινούπολη, πήρε η μάνα τα δύο παιδιά που της είχαν μείνει, γιατί είχε δύο κορίτσια και δύο αγόρια. Τα δύο κορίτσια πεθάναν στον δρόμο, στην προσφυγιά. Κι από τον φόβο της μην πεθάνουν και αυτά τα παιδιά, τα πήρε και πήγαν και εγκαταστάθηκαν στον Εξαπλάτανο, νομού Πέλλης.
Πολύ ωραία.
Ναι.
Πότε ακριβώς γεννηθήκατε;
Το 1941, στις 8 Ιουλίου.
Ωραία.
Ναι.
Θα θέλατε να μου περισσότερα πράγματα για την καταγωγή σας;
Οι γονείς μου κατάγονταν από την Ανατολική Θράκη, από την Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης. Και η μητέρα μου και ο πατέρας μου. Εγκαταστάθηκαν στον Εξαπλάτανο, κάνανε κάποια προκοπή μέχρι το 1938. Εξελέγη ο πατέρας μου τότε πρόεδρος στο χωριό Εξαπλάτανος και είχε φροντίδα μεγάλη. Στον πόλεμο του χίλια... Κηρύχθηκε ο πόλεμος του 1941 κι επειδή είχε μεγάλη οικογένεια, πέντε παιδιά, δεν μπόρεσε να προσφέρει τίποτα στον ελληνικό στρατό, ούτε και τον εαυτό του. Δεν τους παίρναν τότε στρατιώτες, όταν είχαν πολλά παιδιά. Πρόσφερε, είχε δύο άλογα και τα πρόσφερε στο ελληνικό κράτος. Μετά το 1941 που ήρθαν οι Γερμανοί, το 1944-46, δεν θυμάμαι ακριβώς. Αυτά, φυσικά, μου τα διηγήθηκε ο πατέρας μου μετά. Ναι, κλαίω, δεν μπορώ. Κηρύχθηκε ο συμμοριτοπόλεμος. Ανταρτοπόλεμος, πώς λεγότανε τότε; Τον ονομάζουν τώρα εμφύλιο. Ο πατέρας μου ήταν υποχρεωμένος να φυλάξει… Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, ήταν υποχρεωμένος να κρατήσει την κοινότητά του, να μην χαθεί κάποιος, να μην τον σκοτώσουν οι Γερμανοί, να μην τον σκοτώσουν οι αντάρτες που είχαν φύγει. Την ημέρα ερχόταν οι Γερμανοί, ζητούσαν τον Πρόεδρο, ο πατέρας μου προσπαθούσε να τους πείσει ότι το χωριό δεν έχει ανθρώπους που βγήκαν έξω να τους πολεμήσουν και αυτά. Του ζητούσανε τροφές και τέτοια, τις μάζευε τις τροφές, τους τις έδινε. Το βράδυ ερχόταν οι άλλοι: «Πρόεδρε, θέλουμε και εμείς τρόφιμα, θέλουμε και εμείς να πολεμήσουμε τους Γερμανούς». Σκεφτείτε τώρα σε τι δύσκολη θέση βρισκόταν ο πατέρας μου, η μητέρα του αρρώστησε και πέθανε από καρκίνο. Από τη στεναχώρια της. Γιατί θα ‘χανε κι άλλο παιδί. Αλλά, δόξα τω Θεώ, έζησε ο πατέρας μου. Ανέλαβε τότε, μεταβλήθηκε αυτός ο πόλεμος εναντίον των Γερμανών και έγινε ο εμφύλιος. Υπήρχαν από το χωριό μου πατεράδες που είχαν φύγει τα παιδιά τους και πήγαν στην άλλη πλευρά και παιδιά πάλι να πολεμούν εναντίον του πατέρα τους. Εμάς, τα μικρά παιδιά, μας είχαν μαζέψει στο σχολείο, στο δημοτικό σχολείο, ήταν μεγάλο το κτήριο. Εγκαταστάθηκε στρατός εκεί, είχαν κάνει χαρακώματα στο προαύλιο και εμείς καθόμασταν όλοι, παίζαμε δηλαδή στο προαύλιο, ήμασταν μικρά παιδιά και παίζαμε στο προαύλιο, στο σχολείο, μέσα στα χαρακώματα. Είχαμε... Την ημέρα μας παίρνανε οι γονείς μας, πότε πότε, πηγαίναμε στο σπίτι… Οι γονείς μου είχαν χτίσει και σπίτι. Με πολλή-
Στον Εξαπλάτανο;
Με πολλή δουλειά και αυτό χτίσανε και σπίτι. Διώροφο, καλό σπίτι, δεν προλάβανε να το τελειώσουν, ήρθαν οι αντάρτες και μας το κάψανε. Και το είχαν γκρεμίσει και με μπαζούκας, για να εκδικηθούν τον πατέρα μου που ήταν από την άλλη πλευρά. Την ημέρα, πότε πότε μας έπαιρνε η μητέρα μου και νοικιάσαμε ένα σπίτι, πολύ μικρό, δύο δωμάτια και λοιπά. Και μας έπαιρνε το βράδυ, μαζεύαμε τα πράγματά μας, τα βάζαμε κάτω από τις μασχάλες, όπως τώρα οι πρόσφυγες. Μας έπαιρνε από το ένα χέρι εμένα κι απ’ το άλλο χέρι τον αδερφό μου, που ήταν τότε, αυτός είχε γεννηθεί το ’37, ήταν τέσσερα χρόνια πιο μεγάλος απ' εμένα. Και πηγαίνουμε το βράδυ να κοιμηθούμε στο σχολείο. Να φυλαχτούμε. Εγώ τραγουδούσα καλά. Και ένας ασυρματιστής το εκμεταλλεύτηκε αυτό το πράγμα και με έμαθε ένα τραγούδι-
Πόσο χρονών ήσασταν τότε;
Για τους συμμορίτες. Το ’41. Αυτό έχει γίνει το ’46-’47. Έξι χρονών; Εφτά χρονών; Άμα – θες να στο πω το τραγούδι;
Ναι, θα το ήθελα.
Είναι πολύ άσχημο, όμως. Αλλά το λέω. Το λέω και δεν το κρύβω. Γιατί μου το είχε μάθει ο ασυρματιστής και το έλεγα στους αντάρτες. Μ' έβαζε στον ασύρματο και το τραγουδούσα και με φωνάζαν από την άλλη μεριά: «Να ζήσεις, μικρούλα. Πες μας κι άλλο. Πες μας κι άλλο», οι καημένοι. Γιατί και αυτοί είχαν παιδιά σαν κι εμένα, τα είχαν αφήσει στο χωριό και στα χωριά τους. «Δυο – τρεις συμμορίτες, χαλέδες, κοπρίτες, παλιοί, τρομεροί, λωποδύτες. Στα δάση γυρίζουν, πεινούν, τουρτουρίζουν, μα δεν ξεχωρίζουν απ’ τους Αρβανίτες. Φοράνε πιστόλι κι αν μπούνε στην πόλη, με αίμα θα βάψουν τα χέρια. Παιδιά θα μαζέψουν, θα σφάξουν, θα κλέψουν, θα σφάξουν, θα κλέψουν με σύστημα πλέρια». Εδώ σταματούσα, γιατί δεν μπορούσα να κάνω, από τις φωνές των ανταρτών. Από 'κει, από 'κείνη την πλευρά. Και σταματούσα. Μία μέρα χάθηκα. Ποιος ξέρει πώς είχα φύγει από 'κει; Ή απ' τη μάνα μου είχα φύγει κρυφά, δηλαδή, και πήγα και ανέβηκα τα κάρα τότε, δεν είχε συγκοινωνία, ούτε λεωφορεία, ούτε τίποτα. Είχαμε τα κάρα, πηγαίναμε στην Αριδαία, γινόταν το παζάρι. Και ήθελα να πάω στο παζάρι. Εντωμεταξύ, τα κάρα είχαν πίσω μία – σαν ουρά. Τον κεντρικό άξονα, τον βγάζαν λίγο πιο πίσω και το λέγανε: «Ουρά». Κάθισα εγώ στην ουρά του κάρου και με πήραν και πηγαίναν προς την Αριδαία. Όταν το αντιλήφθηκε η μάνα μου, ότι χάθηκα – είχε περάσει και πολλή ώρα – το είπε στον πατέρα μου. Αμέσως, αμέσως, ο πατέρας μου το είπε στους στρατιώτες. Βγήκε μία διμοιρία στρατού και με ψάχνανε. Και με βρήκαν στο δρόμο πηγαίνοντας προς την Αριδαία. Καθόμουν στην ουρά του κάρου και τραγουδούσα εγώ. Αυτό, δηλαδή, το θυμάμαι. Αλλά ευτυχώς που δεν με έδειραν. Δεν μου είπαν: «Γιατί έφυγες; Τι έκανες;» και αυτά. Σου λέει: «Μπορεί να κάνει και τίποτα άλλο αυτό. Μικρό είναι». Οι στρατιώται, όμως, με χαϊδεύανε που με βρήκανε και… Αυτό το θυμάμαι, δηλαδή, και δεν θα το ξεχάσω μέχρι που να πεθάνω. Η μάνα μου έκλαιγε: «Θα το βρούνε και θα το σκοτώσουν. Θα τους πει το τραγούδι, αυτό που τραγουδάει στον ασύρματο». Τέλος πάντων, τελείωσε αυτή η ιστορία.
Μου είπατε ότι οι γονείς σας είχανε πολλά παιδιά.
Πέντε παιδιά. Ο ένας, ο αδερφός μου... Εγώ τον αδερφό μου... Ήταν φοιτητής, δεκατέσσερα χρόνια διαφορά με τον αδερφό μου. Και ήρθε ένα Πάσχα στο χωριό, όταν κόπασαν τα πράγματα, δηλαδή, και δεν υπήρχε ο πόλεμος. Δεν ερχόταν στο χωριό χρόνια, πολλά. Γιατί φοβόταν μην τον πάρουν αντάρτη. Κι ήρθε ένα Πάσχα. Και βγήκαμε, πήγαμε στην Ανάσταση με τη μάνα μου. Και ρωτάω τη μάνα μου: «Μαμά, ποιος είναι αυτός;». Και μου λέει: «Ο αδερφός σου». Δεν τον ήξερα τον αδερφό μου. Οι αδερφές μου κι αυτές επειδή ήταν κοπελίτσες, μένανε με μία θεία μου. Με μια θεία μου, την αδερφή της μάνας μου. Και είχε τον άντρα της καρκινοπαθή κι ανοίξανε κάτω απ’ τα σανίδια, κάτω από το κρεβάτι του θείου που ήταν καρκινοπαθής μία – τα λέγανε: «φάλια». Δηλαδή, κάτι σαν πόρτα και χωνόταν κάτω στο υπόγειο, να μην τις πάρουν οι αντάρτες. Οι δύο αδερφές μου, που ήταν κοπελίτσες, και οι δύο και οι τρεις κόρες του θείου μου. Πέντε κορίτσια, δηλαδή, κοιμόταν στο ίδιο μέρος. Γιατί ο θείος μου ήταν λίγο αριστερός και δεν πήγαιναν οι αντάρτες εκεί κι επειδή ήταν καρκινοπαθής, σου λέει: «Θα τους κρύψω». Και τις αδερφές μου δεν τις ήξερε. Η μάνα μου, δηλαδή, είχε μείνει ο αδερφός μου στη Θεσσαλονίκη, οι αδερφές μου [00:10:00]με την θεία κι εγώ με τον αδερφό μου, ο οποίος έγινε μετά – σπούδασε στην Ελλάδα, υπηρέτησε σαν αξιωματικός στον Ελληνικό Στρατό και μετά πήγε στη Γερμανία και σπούδασε μηχανικός τηλεοράσεως. Τηλεπικοινωνίες. Ο πατήρ Κοσμάς. Κι έγινε μετά ιερέας. Είχε δει την Παναγία, ήταν φοιτητής στη Γερμανία, και διάβαζε. Και έκανε οικονομία, γιατί οι γονείς μου δεν είχαν πολλά λεφτά να στέλνουν κι αυτά. Δούλευε κιόλας στη Γερμανία και σπούδαζε. Και για να μην ξοδεύει ηλεκτρικό ρεύμα, είχε μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας ένα κερί μεγάλο. Και διάβαζε. Τον πήρε ο ύπνος, όμως, και κάηκε όλο το κερί και πήρε φωτιά το καρέ που το είχε πάνω το κερί. Γέμισε το σπίτι, το δωμάτιό του – ένα δωμάτιο νοίκιαζε – καπνούς και βλέπει την Παναγία. Και του λέει: «Γιώργο, παιδί μου, ξύπνα. Καίγεσαι». «Την είδα», λέει, «ολοφάνερα. Σηκώθηκα, με τα χέρια μου έσβησα το πανί – έσβησα ό,τι υπήρχε, φωτιά εκεί και την ξαναβλέπω. Και μου λέει: «Ήρθε η ώρα να κάνεις αυτό που έπρεπε να κάνεις πριν από χρόνια. Να γίνεις ιερέας». Από μικρό παιδί παίζαμε – που ήμασταν μικρά παιδιά – εμείς γινόμασταν καλόγριες, εκείνος γινόταν ιερέας. Μας θύμιαζε με τη μασιά, που ανακατώνουν τη φωτιά. Κι όλοι τον φωνάζανε: «Παπά», από μικρό. Μετά ήρθε από τη Γερμανία. Τελείωσε. Είχε πολλές ευκαιρίες να μείνει στη Γερμανία, γιατί το κατάστημα που δούλευε στη Γερμανία είχε ηλεκτρικές συσκευές. Κι αυτός που είχε το κατάστημα, είχε χάσει το γιο του στον πόλεμο. Και όταν τον είδε που πήγε να ζητήσει δουλειά, λέει: «Θα μείνεις εδώ, στο μαγαζί μου», γιατί δούλευε και σωστά. Όσο μπορούσε και με όλη τη δύναμή του, δηλαδή, βοηθούσε τον καταστηματάρχη: «Θα σε αφήσω όλη την περιουσία μου, γιατί το παιδί μου έχει φύγει». Και δεν κάθισε. Ήρθε να κάνει αυτό που έπρεπε να κάνει. Να γίνει ιερέας. Ναι.
Κατάλαβα. Εσείς τις ιστορίες αυτές από πού τις ξέρετε;
Αυτές τις ιστορίες; Απ' τον πατέρα μου και τη μάνα μου.
Καθόντουσαν και σας μιλούσανε στο σπίτι;
Ναι. Ναι. Ναι. Ο πατέρας μου μας έλεγε κι από την παιδική του ηλικία που πήγε και έπιασε αετό. Ήταν πολύ ζωηρός. Μάζευε τα ωρολόγια όλα του χωριού, εκεί στην Καλλίπολη και τα έφτιαχνε, όσα ήταν χαλασμένα και τα έβαζε όλα... Τα τζάκια, τότε, είχαν από πάνω ένα ράφι και τα αράδιαζε με τη σειρά και δουλεύαν όλα τα ρολόγια. Και τα μοίραζε μετά στο χωριό, τα ‘δινε στους ανθρώπους που τους τα έφτιαχνε. Η γιαγιά μου, επειδή ήταν πολύ ζωηρός, τον μάλωνε, αλλά αυτός τίποτα. Ο παππούς έλειπε, ήταν στη δουλειά του και μία μέρα άργησε να γυρίσει ο πατέρας μου. Πήρε ένα φίλο του και πήγαν κάπου. Και λέει: «Όταν γυρίσει, θα τον σκοτώσω στο ξύλο», είπε ο παππούς μου. Τον βλέπει με ένα αετόπουλο στην αγκαλιά του, γύρισε και λέει: «Δέρνεται αυτό το παιδί που έπιασε αετό;». Τον είχαν αυτόν στην αυλή τους χρόνια, τον αετό, και κυνηγούσε, λέει, είχαν και κοτόπουλα και τέτοια, κυνηγούσε τα ξένα. Και μετά διαμαρτυρήθηκε ο κόσμος και αναγκάστηκαν και τον αφήσανε.
Κατάλαβα.
Θέλω να σου πω, δηλαδή, πόσο ζωηρός ήτανε. Ναι. Κι έκανε τριάντα οκτώ χρόνια Πρόεδρος στο χωριό. Έκανε Γυμνάσιο, είχαμε αστυνομία, είχαμε ιατρείο, έκανε σχολεία, δρόμους κι αυτά. Πολλά, πολλά έργα. Τέλος πάντων, αυτά. Τώρα, να σου πω, ερχόντουσαν, όχι μουσαφιραίοι, γιατί οι πιο πολλοί συγγενείς του πατέρα μου, έμεναν στην Αθήνα. Κι ερχόταν επίσκεψη στο χωριό. Κι εγώ τους τραγουδούσα. Εντωμεταξύ και όσοι με ακούσανε που τραγουδούσα στον ασύρματο, πηγαίναν τότε – η Σοφία ήταν και αυτή μέσα στον πόλεμο. Δεν λέγεται, δεν είναι η «Τραγουδίστρια της Νίκης»; Ναι. «Έχεις μία ανιψιά που τραγουδάει ακριβώς, όπως εσύ».
Τη Σοφία τη Βέμπο εννοείτε;
Τη Σοφία Βέμπο, ναι. Και μου είχε στείλει αυτή τη φωτογραφία: «Που ελπίζω να γνωρίσω κάποτε», γράφει. Δεν ξέρω, αν το διάβασες. Από κάτω: «Χαρισμένο στην ανιψιά μου, Ρωξάνη, που ελπίζω να γνωρίσω κάποτε». Ναι. Κι έτσι που λες. Με έστειλε τη φωτογραφία. Απ' όπου τελείωσε – πηγαίναμε στο Γυμνάσιο, στην Αριδαία. Δεν είχε Γυμνάσιο. Μετά ο πατέρας μου έκανε το Γυμνάσιο στο χωριό. Τελείωσα εγώ. Τελείωσε ο πατήρ-Κοσμάς, πήγε στο – εδώ στο σχολείο στην Ανωτάτης Ιερατικής Επιμορφώσεως, λεγόταν αυτή. Και στην Τήνο είχε φοιτήσει, σε μία σχολή και μετά τελείωσε και τη Θεολογία. Τώρα για μένα θέλεις… Τι να σου πω;
Αν θα θέλατε να μου πείτε, αν θυμάστε κάτι για τα παιδικά σας χρόνια.
Τα παιδικά-
Αν πήγατε στο σχολείο…
Πήγαινα στο σχολείο, στο δημοτικό σχολείο. Τραγουδούσα όλο πατριωτικά σε γιορτές, σε σχολικές γιορτές, σε… Επειδή τραγουδούσα καλά, έπαιρνα μέρος σε πολλά, σε θεατρικές παραστάσεις, παραστάσεις. Όχι παραστάσεις – παραστάσεις. Τραγούδια μαθαίναμε, τότε, μετά τον πόλεμο: «Ελλάδα μου, πατρίδα μου, τι έχεις;». Για την πατρίδα μας συνέχεια, για την Ελλάδα. Για την Ελληνική Σημαία, προσευχές ωραίες στο σχολείο. Τελείωσα το Γυμνάσιο της Αριδαίας, τότε ήταν τρεις τάξεις. Όχι, δεν ήταν χωρισμένο, όπως τώρα, τρεις τάξεις Γυμνάσιο και μετά Λύκειο. Ήτανε όλο, όλο, έξι χρονιές, λέγαμε ότι τελειώσαμε το Γυμνάσιο. Οκτατάξιο λεγόταν. Ναι. Το Γυμνάσιο Αριδαίας τελείωσα εγώ.
Θα θέλατε να μου πείτε μήπως για τα παιδικά σας χρόνια; Αν έχετε αναμνήσεις, πώς περνούσατε τον χρόνο σας;
Τα παιδικά μου χρόνια;
Ναι.
Πώς τον περνούσα; Φτωχικά. Είχαμε ευτυχώς τον θείο που ήταν στην Αμερική και μας έστελνε δέματα. Όταν έφαγα ρύζι πρώτη φορά και το ‘βρασε η μάνα μου, το είχε στείλει ο θείος μου από την Αμερική και έκανε ρύζι, το σέρβιρε στο τραπέζι και είπα: «Εγώ δεν τρώω σκουλήκια». Νόμιζα ότι ήταν σκουλήκια το ρύζι. Κατάλαβες; Τι άλλο να σου πω; Τελείωσα το Γυμνάσιο με μία ποδιά και μ' ένα παλτό, που μου το είχε στείλει η θεία απ’ την Αμερική. Ο θείος απ’ την Αμερική και είχε γίνει ζακέτα τότε. Γιατί ψήλωσα και έγινα ένα μέτρο και 70-71. Και το παλτό ήταν ζακέτα. Και με μία ποδιά. Και η ποδιά τι ήταν; Ήμουν στον οδηγισμό, προσκοπίνα. Και το φόρεμα ήταν χακί, αυτό που ράβανε τότε στον οδηγισμό. Και το ‘ραψε η μάνα μου και μου το έκανε ποδιά. Με άσπρο γιακαδάκι, μας υποχρέωναν, τότε, να πλένουμε τον γιακά μας κάθε μέρα, να φοράμε άσπρα καλτσάκια – δεν είχε τότε – εκεί δεν φτάνανε τα καλτσάκια. Μπορεί στις πόλεις να υπήρχαν καλτσάκια, αλλά σ' εμάς δεν υπήρχαν. Και καθόταν η μάνα μου και μας έπλεκε ολόμαλλα καλτσάκια, άσπρα. Φορούσαμε στις παρελάσεις και κάθε μέρα στο σχολείο. Μέχρι τον πέμπτο χρόνο που πήγαινα στο Γυμνάσιο της Αριδαίας – οκτώ χιλιόμετρα – πηγαίναμε τα πόδια. Ύστερα, μας πήραν οι γονείς μας, οι καημένοι, ποδήλατα. Ο δρόμος ήταν όλο λακκούβες. Πολλές φορές γέμιζαν νερό οι λακκούβες. Όταν έπεφτε – πηγαίναμε πενήντα παιδιά στο σχολείο, στο Γυμνάσιο, από το χωριό. Γέμιζε – είχε λακκούβες, οι λακκούβες γέμιζαν νερό – όταν έπεφτε ένας με το ποδήλατο, πέφταμε όλοι μετά. Και πηγαίναμε βρεγμένοι, μούσκεμα. Ένας συμμαθητής μου είχε μία νάιλον σακούλα. Κι αυτός είχε πάρει ένα δέμα από την Αμερική, το οποίο το είχαν βάλει μία νάιλον σακούλα, είχαν βάλει όλα τα πράγματα που είχε το δέμα. Αυτός την κράτησε και την έκανε κουκούλα. Τη δίπλωνε. Τη δίπλωνε την κουκούλα και την έβαζε στη σχάρα, πριν πάμε στο σχολείο. Απ' όλα τα χωριά γινόταν αυτά. Γύρω πενήντα δύο χωριά είχε Αριδαία, όσα ήταν πολύ μακριά, μπορούσαν και νοικιάζαν σπίτι. Όσοι ήταν από κοντά, όμως, πηγαίναν όλοι με τα πόδια ή με ποδήλατο στο σχολείο. Την έβαζε ο καημένος ο συμμαθητής το νάιλον αυτό, την νάιλον σακούλα στη σχάρα του αυτοκινήτου. Όποιος προλάβαινε, την έπαιρνε και τη φορούσε εκείνος, για να μη βραχεί. Αυτά. Ήμασταν πολύ αγαπημένοι οι συμμαθητές. Πολλά παιδιά πρόκοψαν[00:20:00], γίνανε επιστήμονες, από τους συμμαθητάς μου.
Μου είπατε ότι ήταν οκτώ χιλιόμετρα από το σπίτι σας.
Οκτώ χιλιόμετρα.
Περίπου πόση ώρα ήταν αυτό με τα πόδια;
Μία ώρα. Αλλά τρέχαμε στο δρόμο. Τρέχαμε, δεν περπατούσαμε. Τρέχαμε για να προλάβουμε το σχολείο. Μία μέρα έπεσα από το ποδήλατο, χτύπησα το γόνατό μου. Εγώ – δεν φορούσαμε παντελόνια τότε. Και τις έπαιρνε – φυσούσε ο «Καρατζοβίτης» και μας έπαιρνε τις ποδιές και μας τις έφερνε στο πρόσωπο, πάνω στο ποδήλατο. Κι ερχόταν ο καθηγητής – ένας καθηγητής από Αριδαία – ερχόταν στον Εξαπλάτανο, είχε γίνει τότε στον Εξαπλάτανο, με δύο τάξεις πρώτα, το Γυμνάσιο, και μετά τρεις τάξεις και μετά έγινε πλήρες το Γυμνάσιο. Ερχόταν ο καθηγητής από την Αριδαία και αυτός με το ποδήλατο. Και για να μη δει τα πόδια μου, ο καθηγητής που ερχόταν, στο ένα χέρι κρατούσα το μελανοδοχείο και την πένα που γράφαμε διαγωνισμούς και με το άλλο κρατούσα το τιμόνι του ποδηλάτου. Για να μη δει τα πόδια μου ο καθηγητής, που τα είχε ανοίξει η ποδιά, είχε πάει προς τα πάνω, προσπάθησα να σκεπάσω τα πόδια μου, πέφτω από το ποδήλατο, σκίζω το γόνατό μου. Έτρεχε το αίμα, πλημμύρα. Παρόλα αυτά, όμως, πήγα στο σχολείο, μπήκα στην τάξη να γράψω διαγώνισμα. Κι έγραφα και φαίνεται ότι είχα χλωμιάσει, ποιος ξέρει; Και ήρθε ο καθηγητής και μου λέει: «Ρωξάνη, τι συμβαίνει;». «Τίποτα, κύριε καθηγητά». «Μήπως δεν ξέρεις», λέει, «να γράψεις;». «Όχι, ξέρω να γράψω». «Μα γιατί είσαι έτσι χλωμή;». «Γιατί, κύριε καθηγητά», λέω, έπεσα από το ποδήλατο και έσκισα το…». «Γρήγορα, σήκω αυτή τη στιγμή, να πας…». Το είχα πλύνει πιο μπροστά στη βρύση το αίμα και πήγα στο σχολείο. «Να πας στο γιατρό». Πάω στο γιατρό, μου το ράβει ο γιατρός. Και το σημάδι το ‘χω ακόμα.
Ήσασταν καλή μαθήτρια;
Καλή μαθήτρια ήμουν.
Θέλατε να συνεχίσετε, μήπως, σε σπουδές;
Ναι. Έδωσα εξετάσεις μετά, στη Γυμναστική Ακαδημία. Πέρασα στη Γυμναστική Ακαδημία. Το διάστημα, όμως, εκείνο είχε τελειώσει ο αδερφός μου τη νομική. Και θα ‘δινε εξετάσεις στον Άρειο Πάγο. Γιατί «Παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ», ήτανε. Και η Γυμναστική Ακαδημία δεν υπήρχε. Υπήρχε μόνο μία Γυμναστική Ακαδημία, υπήρχε στην Αθήνα. Και παίρναν τριάντα παιδιά μόνο, απ' όλη την Ελλάδα. Εγώ πέρασα τρίτη, αλλά δεν μπόρεσα να πάω. Σπούδαζε τότε, έφυγε και ο πατήρ-Κοσμάς στη Γερμανία και σπούδαζε και αυτός και τα έξοδα είχαν αυξηθεί. Και μου λέει ο πατέρας μου: «Δεν θα πας, παιδί μου. Θα πρέπει να ανοίξουμε γραφείο τον αδερφό σου. Ο άλλος σπουδάζει στη Γερμανία. Τα έξοδα είναι πολλά. Πρέπει να μείνεις στην Αθήνα» και λοιπά. Και δεν με έστειλε. Εντωμεταξύ, η Βέμπο με ζητούσε να με κάνει τραγουδίστρια.
Τη γνωρίσατε τελικά;
Τη γνώρισα. Αλλά… Έκλαιγα και δεν μπόρεσα ούτε να μιλήσω, ούτε τίποτα.
Θέλετε να μου πείτε περισσότερα για αυτό;
Για τη Βέμπο; Τι να σου πω; Ο αδερφός μου πήγαινε – υπηρετούσε στην Αθήνα ο πατήρ-Κοσμάς – και πήγαινε σχεδόν κάθε βράδυ στο θέατρο. Και όταν μας είδε – πήγα και εγώ μαζί του στο θέατρο – μας καλωσόρισε: «Καλώς τον ανιψιό μου, τον λεβέντη. Καλώς την ανιψιά μου, τη λεβέντισσα». Εντωμεταξύ, λέει: «Θα την κρατήσω τη Ρωξάνη, να την κάνω τραγουδίστρια. Θα την παρουσιάσω σαν ανιψιά μου απόψε, θα σας – δεν χρειάζεται ούτε προετοιμασία αυτή, ούτε τίποτα», λέει. «Θα τραγουδήσει κατευθείαν». Το λέει στον πατέρα μου, ο πατέρας μου – τότε δεν είχε και τηλέφωνο, ξέρεις, να μιλήσουμε στο τηλέφωνο. «Σε σφάζω και τραγουδίστρια δεν σε κάνω. Τελείωσε. Κόψ’ το». Και τελείωσε.
Ήτανε θεία σας από ποια πλευρά;
Του πατέρα μου. Μεγαλώσανε-
Τι συγγένεια είχανε;
Μεγαλώσανε. Ήτανε η μάνα της Σοφίας και ο πατέρας μου, πρώτα ξαδέρφια. Ναι. Μεγαλώσανε με τον πατέρα μου σχεδόν στην ίδια ηλικία. Έκρυβε τα χρόνια της η Σοφία, γιατί είχε βγάλει πολλά διαβατήρια. Τότε την κυνηγούσαν και οι Ιταλοί κι όλοι. Κι είχε φύγει, είχε πάει στην Αλεξάνδρεια. Ζούσε εκεί, στην Αλεξάνδρεια. Μετά ήρθε και πήγαινε στους στρατιώτες – τα ξέρεις αυτά, δεν χρειάζεται να σου τα πω. Και τραγουδούσε-
Άμα θέλετε να τα πείτε, βέβαια.
Ναι. Κι αυτά τα είχα ακούσει εγώ από τον Μίμη Τραϊφόρο, τον άντρα της. Το 1941 που έγινε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, η Σοφία πήγαινε στην Πίνδο, σε όλα τα πολεμικά αυτά. Όπου γινόταν πόλεμος και τραγουδούσε στους στρατιώτες, για να τους ενθαρρύνει. Και τραγούδησε το γνωστό τραγούδι: «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά, που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά, παιδιά, στη γλυκιά Παναγιά προσευχόμαστε όλες να 'ρθετε ξανά. Με της δάφνης τα κλαδιά, σας προσμένουμε, παιδιά. Λέω σ' όσες αγαπούνε και τα βράδια ξενυχτούνε και στενάζουνε, πως η πίκρα κι η τρεμούλα σε μια τίμια Ελληνοπούλα, δεν ταιριάζουνε. Ελληνίδες του Ζαλόγγου και της πόλης και του λόγγου και Πλακιώτισσες, όσο κι αν βαθιά πονούμε υπερήφανα ας πούμε σαν Σουλιώτ – Παιδιά…» Δεν μπορώ να το πω. «…της Ελλάδος παιδιά, που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά. Παιδιά…» Άσ’ το. Κάθε χρόνο τώρα – όχι τώρα. Έχει πέντε χρόνια που δεν το κάνουμε. Πηγαίναμε στην Καλλί, υπάρχει ένα χωριό στον νομό Πέλλης, που λέγεται Καλλίπολις. Και πηγαίναμε, κάναν προς τιμήν της, προς τιμήν της Σοφίας Βέμπο, κάναν την προτομή της. Την έχουν επάνω στο δρόμο ακριβώς. Και πηγαίναμε και κάναμε τρισάγιο και τραγουδούσα κάθε χρόνο, σαν ανιψιά της Σοφίας. Τραγουδούσα, έχω κι εφημερίδες που έχουν το όνομά μου κι αυτά. Είχαν κάνει και ένα σχολείο. Το σχολείο τους το αφιέρωσαν στην Πηνελόπη Δέλτα και το άλλο στη Σοφία Βέμπο, το δημοτικό σχολείο και το άλλο σχολείο, το Γυμνάσιο Σοφία Βέμπο. Κάθε χρόνο πηγαίναμε και κάναμε τρισάγιο.
Μου είπατε ότι κατεβήκατε στην Αθήνα με τον αδερφό σας-
Ναι.
Και τη γνωρίσατε. Αυτό πότε έγινε;
Αυτό… Πότε ήταν στρατιώτης ο πατήρ-Κοσμάς; Δεν θυμάμαι τώρα. Πότε πήγε; Δεν θυμάμαι πότε είχε πάει στρατιώτης.
Δεν πειράζει.
Υπηρετούσε τη θητεία του τότε και πήγα εγώ να τον δω. Και πήγαμε επίσκεψη στη Σοφία και έπαθα ακριβώς το ίδιο πράγμα. Μόλις την είδα, έβαλα τα κλάματα, δεν μπορούσα να μιλήσω. Ήθελε-
Από τότε;-
Ήθελε να με κρατήσει. Ο πατέρας μου δεν ήθελε να με αφήσει. Εγώ είναι η αλήθεια ότι ήθελα. Και δεν…
Από τότε την ξαναείδατε;
Όχι, δεν ξαναείδα. Την είδα! Ήμουν έγκυος τότε, στο πρώτο μου παιδί. Είχε έρθει εδώ στο θέατρο τελευταία φορά και επειδή την είδα πάρα πολύ αδύνατη και γερασμένη, δεν μπορούσα να την πλησιάσω. Από το κλάμα και από αυτό, δεν μπορούσα. Αλλά τον Μίμη, με τον Μίμη Τραϊφόρο είχα μιλήσει. Είχε κάνει μία γιορτή προς τιμήν της Σοφίας, είχε φέρει την κιθάρα της. Αυτή φορούσε πάντα μαντήλα, όπως φορούσαν οι παλιές Θρακιώτισσες. Ναι. Αυτή τη μαντίλα που φοράει και εδώ. Φορούσε τη μαντήλα και είχε πει και το τραγούδι: «Χωριάτα είμαι όλο 'γεια και σαν τη γριούλα τη γιαγιά φοράω το μπαρέζι, γενιά, σε νιώθω σαν πιοτό, σαν το κρασί το δυνατό και σαν το πετιμέζι. Μα αν είναι δύσκολοι οι καιροί…» Πώς έλεγε; Το ξέχασα και αυτό. Θα σου δείξω και ένα τραγούδι, το τελευταίο που είχε πει. Και αυτό την άκουσα που το είπε. «Όχι καινούριο πόλεμο. Όχι καινούρια αντάρα, κατάρα κι αστροπέλεκα, σ’ αυτούς που κάνουν πόλεμο», έλεγε το τραγούδι της το τελευταίο.
Κατάλαβα. Και-
Ναι.
Πώς σας επηρέασε η συγγενική σας σχέση μαζί της;
Πάρα πολύ. Πάρα πολύ με επηρέασε, με επηρέασε πάρα πολύ και αυτός ο πόλεμος που γινόταν. Πάρα πολύ. Και δεν μπορώ να συγχωρήσω, δηλαδή, κάτι που γίνεται εναντίον της Ελλάδος. Δεν μπορώ να το συγχωρήσω. [00:30:00]Γιατί έζησα μες στα χαρακώματα, γιατί έζησα μες στον πόλεμο, γιατί σαν μικρά παιδάκια τρέχαμε όταν φέρναν σκοτωμένους στην πλατεία του χωριού και τους ξαπλώνανε κάτω τους ανθρώπους. Και πηγαίναν οι μάνες και τους κλαίγανε κι όλα αυτά. Αυτά έζησα σαν μικρό παιδί. Και δεν μπορώ να συγχωρήσω, σου λέω, ό,τι είναι αντίθετο με την Ελλάδα.
Εσείς θυμάστε κάτι άλλο από τα παιδικά σας χρόνια; Μου είπατε για τα χαρακώματα.
Ναι.
Και για τους νεκρούς που ερχόντουσαν.
Ναι.
Θυμάστε κάτι περισσότερο που να σας στιγμάτισε, ίσως;
Με στιγμάτισε πιο πολύ, όταν με πήρε η μητέρα μου απ' το σχολείο και πήγαμε και αντίκρυσε η μάνα μου το σπίτι που το ‘χτισε με πολύ κόπο. Και την τραβούσα απ’ το φουστάνι: «Μητέρα, πεινάω». Μου είπε η μάνα μου: «Τι να σου δώσω; Δεν έχω τίποτα να σε δώσω. Τι να σε δώσω; Δεν βλέπεις το σπίτι μας, τι έγινε; Δεν έχω. Φύγαν όλα τα πράγματα. Ούτε ψωμί έχω να σε δώσω, ούτε τίποτα». Και μετά άρχισαν να μας κουβαλάνε από το χωριό φαγητό και τέτοια.
Η μητέρα σας δούλευε;
Δεν δούλευε, είχε πέντε παιδιά. Ευτυχώς είχα τον θείο απ' την Αμερική, τον αδερφό της μάνας μου. Μας έστελνε δέματα απ' την Αμερική, μας έστελνε ρούχα. Κι αυτά. Τι να σου πω; Άσχημα χρόνια. Μετά που μεγάλωσα, που πήγα στη Γυμναστική Ακαδημία και δεν μπόρεσα να πάω, πάλι ο πατέρας μου, ήταν εμπόδιο, πάλι. Δεν με άφηνε. Είχα μία θεία, πρώτη ξαδέρφη κι αυτή του πατέρα μου. Αυτή έραβε τη Φρειδερίκη, τη Βασίλισσα. Και πήγαμε επίσκεψη, πάλι με τον παπά – Κοσμά, ο παπά-Κοσμάς με τη στρατιωτική στολή. Εμένα με ψώνισε, γιατί είχε και μισθό τότε αυτός. Με ψώνισε, ντύθηκα ωραία και πήγαμε σ’ αυτή τη θεία, την Παπαστεφάνου. Παπαστεφάνου Κατερίνη, λεγόταν. Αυτή που έραβε τη Βασίλισσα, τη Φρειδερίκη. Έμπαινε μέσα στο ανάκτορο, με ειδική – με το αυτοκίνητο της, κι είχε την ειδική άδεια και πήγαινε, έμπαινε μέσα στα ανάκτορα. Κι όταν μας είδε, μου λέει: «Θα σε κρατήσω για μανεκέν». Πάλι, εδώ, ο πατέρας μου: «Όχι. Στην Αθήνα δεν σε αφήνω μόνη να πας». Και αυτό πάλι, εμπόδιο. Και έτσι, κατέληξα – δούλεψα λίγο στο γραφείο του αδερφού μου, του δικηγόρου. Είχε ανοίξει το γραφείο του. Είχε γραφείο και στην Έδεσσα και στην Αριδαία, Παρά τω Πρωτοδικείω Εδέσσης, ήταν δικηγόρος.
Με τα υπόλοιπα αδέρφια σας είχατε καλές σχέσεις;
Με ποιον;
Με τα υπόλοιπα αδέρφια σας.
Πάρα πολύ καλές σχέσεις. Πάρα πολύ αγαπημένα αδέρφια. Η μία αδερφή μου είχε φύγει στην Αμερική, την πήρε ο αδερφός της μάνας μου στην Αμερική. Πάρα πολύ καλές σχέσεις. Πολύ αγαπημένα αδέρφια. Η μητέρα μου ήταν πάρα πολύ καλός άνθρωπος και ο πατέρας μου. Δηλαδή, σου είχα πει για τον θείο που ήταν καρκινοπαθής και αυτά. Όταν πέθανε ο θείος μου, πήραμε και τα τρία – τις τρεις ξαδέρφες μου. Και τις τρεις ξαδέρφες μου τις είχαμε εμείς πάλι στο σπίτι μας. Πέντε εμείς και τρεις εκείνες οι ξαδέρφες, που είχαν μείνει και τις άφησε ο θείος, ο άρρωστος. Έγραψε στον πατέρα μου ένα γράμμα: «Γιάννη μου, τα παιδιά μου, στα αφήνω – τα αφήνω σ' εσένα». Ήταν στο νοσοκομείο των Αθηνών και πέθανε εκεί. Κι είδε και αυτές τις τρεις ξαδέρφες και τους κοίταζε. Παντρευτήκανε μετά και οι δύο. Η άλλη είχε μείνει, δούλευε στην Έδεσσα, στο Υγειονομικό Κέντρο της Εδέσσης. Πάλι ο πατέρας μου φρόντισε και την έβαλε. Και εμάς δεν ήθελε. Εμένα, δηλαδή, δεν ήθελε να με βάλει να δουλέψω. Ούτε σαν δημόσιος υπάλληλος. «Δουλεύεις στο γραφείο του αδερφού σου», μου έλεγε. Δούλευα στο γραφείο του αδερφού μου, στο δικηγορικό – όταν είχε υποθέσεις στην Έδεσσα. Και μετά με γνώρισε και ο κύριος Ιεροκλής και παντρεύτηκα.
Τον πατέρα σας, γενικά, τον ακούγατε σε-
Πάρα πολύ.
Αυτά που σας έλεγε;
Πάρα πολύ. Πάρα πολύ.
Εσείς δεν θέλατε να ακολουθήσετε τη δική σας πορεία;
Εγώ ήθελα, αλλά δεν υπήρχαν δυνατότητες. Δεν υπήρχε να νοικιάσω στην Αθήνα σπίτι ή να μείνω με τους συγγενείς. Δεν μπορούσα να μείνω με τους συγγενείς. Και δεν έκανα αυτό που ήθελα. Ήθελα να γίνω γυμνάστρια. Ήθελα. Αλλά, δυστυχώς δεν μπόρεσα να γίνω. Και το άνοιξε και το γραφείο ο αδερφός μου τότε. Βοήθησα την νύφη μου. Η νύφη μου ήταν καθηγήτρια, του δικηγόρου. Τη βοήθησα με τα παιδάκια της, να τα μεγαλώσει. Και ταυτόχρονα πήγαινα στο γραφείο. Αυτά. Μετά παντρεύτηκα τον Ιεροκλή. Ο Ιεροκλής ήθελε, όμως. Ο Ιεροκλής, μου έλεγε: «Πήγαινε στη Βέμπο. Πήγαινε στη Σοφία, να σε παρουσιάσει στο θέατρο, σ’ αυτά». Ήθελε. Αλλά εγώ δεν ήθελα. Δεν ήθελα να αφήσω τα παιδιά μου, δεν ήθελα… Κατάλαβες;
Κατάλαβα.
Ναι.
Με τα αδέρφια σας επικοινωνούσατε;
Πάρα πολύ. Μετά η αδερφή μου ήρθε από την Αμερική. Πήγα και στην Αμερική.
Θέλετε να μου πείτε κάτι γι’ αυτό;
Πήγα στην Αμερική με τα παιδιά μου, όμως, μαζί. Η μία ήταν οκτώ χρονών και η άλλη ήταν τεσσάρων. Όχι. Επτά χρονών ήταν η Ευδοκία και τέσσερα ήταν η μικρή, η Γεωργία. Πήγαμε στην Αμερική, καθίσαμε τρεις μήνες. Μόλις κλείσανε-
Πώς σας φάνηκε;
Μου άρεσε πάρα πολύ. Δεν κάθισα ούτε μία μέρα στο σπίτι. Ο γαμπρός μου ήθελε να κάνουμε βόλτες. Πήγαμε στον Καναδά, γυρίσαμε σχεδόν όλη την Αμερική. Και ξαναγύρισα.
Αυτό πότε έγινε;
Το 1980.
Και θυμάστε κάτι χαρακτηριστικό από την Αμερική;
Ναι. Όταν ανέβηκα στο αεροπλάνο – είχα ανέβει και νωρίτερα στο αεροπλάνο, γιατί είχα πάει δυο τρεις φορές στην Αθήνα, πριν παντρευτώ. Είχα πάει – είχε έρθει η αδερφή μου πρώτη φορά. Πήγε στην Αμερική και ήρθε ύστερα από πόσα χρόνια. Το ‘58 πήγε και ήρθε το ’67. Ύστερα από δέκα χρόνια; Είναι τόσο. Έντεκα χρόνια. Ήρθε με τρία παιδιά. Πήγε ελεύθερη, ταξίδευε έναν ολόκληρο μήνα με το «Βασίλισσα Φρειδερίκη», δεν είχε αεροπλάνα τότε. Είχε μόνο καράβια, που πήγε. Και μετά ήρθε το 1967 με τρία παιδιά. Τρία παιδάκια. Και όταν θα έφευγε πίσω, επειδή είχαμε στεναχωρηθεί πάρα πολύ που την είδαμε με τρία παιδιά και θα γύριζε πίσω πάλι και θα της κακοφαινόταν που ξενιτεύτηκε μόνη της. Ευτυχώς παντρεύτηκε, ο γαμπρός μου ήταν πάρα πολύ καλό παιδί. Ήταν Σαμιώτης. Σπούδαζε και αυτός στην Αμερική, εκεί. Και τη συνόδευσε ο μεγάλος αδερφός μου. Πήγε στην Αμερική, την πήγε στην Αμερική και κάθισε και εκείνος και έκανε μεταπτυχιακό ύστερα. Έκανε δυο χρόνια, τρία χρόνια στην Αμερική. Να σου πω και για τον γαμπρό μου, αυτόν.
Να μου πείτε.
Αυτός ο γαμπρός μου και αυτός ήταν Σαμιώτης. Πέρασε στο, πώς λεγόταν, Ιεροκλή που πήγε; Στο πανεπιστήμιο, στην Αθήνα πήγαινε. Και ο θείος του, της μάνας του ο αδερφός, ήταν στην Αμερική. Και λέει, πήρε την αδερφή του στην Αμερική και η συμπεθέρα μου ήθελε να πάρει και τον γιο της, που ήταν στο πανεπιστήμιο των Αθηνών. Τελικά τον πήρε, αλλά ο γαμπρός μου ήθελε να συνεχίσει το πανεπιστήμιο. «Όχι», λέει ο θείος. «Θα πλένεις πιάτα. Γιατί τα δικά μου τα παιδιά πλένουν πιάτα». Ο γαμπρός μου λέει: «Πόσο θα καθίσω, θεία; Θέλω να συνεχίσω το πανεπιστήμιο. Να συνεχίσω το πανεπιστήμιο». «Όχι», λέει, «δεν θα πας στο πανεπιστήμιο. Θα πλένεις πιάτα εδώ». Τον πήρε και σηκώθηκε και έφυγε ο γαμπρός μου, για να συνεχίσει το πανεπιστήμιο. Να δουλεύει και να το συνεχίσει. Και πάει ο θείος του και τον καταγγέλλει ότι δεν πήγε στρατιώτης στην Ελλάδα, επειδή ήταν φοιτητής και έφυγε στην Αμερική. Τον παίρνουν στρατιώτη και τον στέλνουν στην Κορέα, παρακαλώ. Τότε που γινόταν ο πόλεμος. Και πήγε ο καημένος, πολέμησε στην Κορέα και μετά γύρισε ξανά. Πρόκοψε και ήρθε για πάντα, ήταν εδώ, στο Ρετζίκι μένουν, με τρία παιδιά. Και αυτά και για τον γαμπρό μου. Η αδερφή μου, δηλαδή, που πήγε στην Αμερική, πέρασε εκεί καλά, αλλά φτωχικά. Γιατί, όταν παντρεύτηκε, ήταν φοιτητής ο γαμπρός μου.
Αυτήν την ιστορία την θυμάστε ή σας την διηγήθηκαν;
[00:40:00]Μου τη διηγήθηκε η αδερφή μου. Και η συμπεθέρα μου. Η μάνα του Μιχάλη, μου τη διηγήθηκε, γιατί ήρθε μετά, την είχε η αδερφή μου πολλά χρόνια την πεθερά της, ζήσαν μαζί. Και μετά έφυγε. Την έβγαλε στη σύνταξη ο γιος της, εκεί στην Αμερική, πήρε τη σύνταξή της και ξαναγύρισε στη Σάμο, η συμπεθέρα. Και τα πιο πολλά, δηλαδή, που έκανε – την έκανε ο αδερφός της, το παιδί της, μου τα είπε εκείνη. Όχι η αδερφή μου.
Κατάλαβα.
Ναι. Ταλαιπωρημένη.
Μου λέγατε πριν για τις αναμνήσεις σας από το χωριό, από τον Εξαπλάτανο και τον εμφύλιο, όπως τον λένε.
Τι;
Και τον εμφύλιο.
Τον εμφύλιο.
Τον εμφύλιο πόλεμο, όπως τον λένε. Θυμάστε, μήπως, κάτι άλλο που σας έκανε εντύπωση; Ή πώς νιώθατε τότε;
Πώς ένιωθα… Ήμουν τόσο μικρή, μικρή ήμουν. Την είδες τη φωτογραφία. Μην βλέπεις που είμαι ψηλή. Τι εντύπωση; Που μου είχε φέρει ο πατέρας μου παπούτσια απ’ την Αθήνα. Και μου τα άφησε στο μαξιλάρι, ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς. Και δεν τα φορούσα ούτε εγώ. Είχε φέρει και στον παπά-Κοσμά και σ' εμένα παπούτσια, καινούρια, από την Αθήνα τα ψώνισε. Μας τα’ φερε. Μας τα ‘βαλε στο μαξιλάρι μας την παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ο πατέρας μου πήγαινε πολύ στην Αθήνα, επειδή, σου είπα, ήταν πρόεδρος. Και πήγαινε να κάνει αυτές τις απαιτήσεις, τις υποχρεώσεις που είχε να κάνει στο χωριό. Συγκεκριμένα, για να κάνει το Γυμνάσιο, πήγε στο Υπουργείο Παιδείας, ο υπουργός δεν τον δέχτηκε. Ήταν κρυμμένος μέσα κι έλεγε ο άλλος, ο έξω, ότι δεν είναι μέσα ο υπουργός. Ο πατέρας μου περίμενε μέχρι να σχολάσει. Να βγει ο πρωθυπουργός και λέει. Τον λέει ο άλλος, ο βοηθός του. Λέει: «Φύγετε». «Όχι, θα κοιμηθώ εδώ», λέει. «Αν δεν πάρω άδεια να χτίσω Γυμνάσιο στο χωριό μου, δεν φεύγω». Ναι.
Εσείς τον πατέρα σας;-
Και τα παπούτσια μας τα είχε φέρει πιο μπροστά. Όταν ήμασταν πολύ μικρά. Και κάθε βράδυ, κάθε – πηγαίναμε το πρωί στο σπίτι, στο χωριό, στο σπίτι μας. Και παίρναμε τα παπούτσια μας, τα φορούσαμε. Το βράδυ πάλι, τα βγάζαμε τα παπούτσια και τα παίρναμε μαζί μας. Να τα κρύψουμε, μην τυχόν και μας τα πάρουνε οι αντάρτες, μην καεί το σπίτι και καούνε. Και το βράδυ εκείνο, μας το κάψανε οι αντάρτες, τα ξεχάσαμε και οι δύο, είχαμε φύγει βιαστικά. Και αφήσαμε τα παπούτσια μας και κάηκαν και τα παπούτσια μέσα.
Κατάλαβα. Εσείς τον πατέρα σας, πώς τον θυμάστε;
Τον πατέρα μου, πώς τον θυμάμαι; Στρατιώτη. Έτσι.
Σαν χαρακτήρα;
Πήγε… Σαν χαρακτήρα πάρα πολύ καλό. Πάρα πολύ καλό. Σου είπα ότι μάζεψε και ορφανά και αυτά, παρόλο που δεν είχαμε. Και παρόλο που το σπίτι μας ήταν μικρό, μαζέψαμε και όλους τους συγγενείς και ζούσαμε όλοι μαζί.
Αυτή η συμπεριφορά του σας επηρέασε;
Η συμπεριφορά του πατέρα μου; Κοίταξε, ο πατέρας μου ήταν λίγο αυστηρός. Και τον ακούγαμε, γιατί είχε και πολλές γνώσεις κι αυτά. Κι ήταν και έξυπνος άνθρωπος. Και ήξερε τι γινόταν τότε, αν εγώ ήμουν στην Αθήνα. Να σου πω συγκεκριμένα κάτι. Όταν έδινα εξετάσεις στη Γυμναστική Ακαδημία, πήγα με το αστικό στη Γυμναστική Ακαδημία, εκεί που δίναμε τις εξετάσεις. Και φεύγαμε με το αστικό και ήμασταν όρθιες εμείς, τα κοριτσάκια που δίναμε εξετάσεις. Και συζητούσαμε στον διάδρομο, εκεί, του λεωφορείου. Και λέγαμε – έλεγα εγώ: «Πώς είναι δυνατόν τώρα, εμείς χθεσινά παιδιά, έχουν την απαίτηση να κάνουμε, να κρίνουμε τους ιστορικούς;». Γιατί, το θέμα ήταν ένα κομμάτι είκοσι σειρές, περίπου, από κάποιον ιστορικό. Το τμήμα αυτό, να το κρίνουμε εμείς, αν ήταν καλό ή όχι. «Εμείς τώρα, χθεσινά παιδιά», λέω, «είμαστε σε θέση να κρίνουμε έναν Ιστορικό;». Και μας είχε τύχει Παπαρρηγόπουλος.
Και μετά;
Όλα τα παιδιά γράφανε, κάναν φροντιστήριο στην Αθήνα αυτά. Και τα φροντιστήρια, όλα δίδασκαν το ίδιο πράγμα. Λέγανε: «Αποτελεί τμήμα εκτενεστέρου τινός διηγήματος». Και όλοι γράφαν το ίδιο πράγμα. Κι όταν συναντηθήκαμε, πριν από τις εξετάσεις, εμένα μου είχε κάνει μαθήματα η νύφη μου, που ήταν ιστορικός, που σου είπα, φιλόλογος. Κι εμένα μου έλεγε: «Τι πρέπει να είναι ένας συγγραφέας, ένας ιστορικός; Πρέπει να είναι αντικειμενικός, πρέπει να είναι γλαφυρός, να ανατρέχει σε αξιοπίστους ιστορικούς, αναλόγως των εποχών» και κάτι τέτοια. Και τα συζητούσαμε, τι έγραψα δηλαδή. Και μου λέει ένας κύριος: «Έλα εδώ εσύ, μικρούλα». Καθόταν αυτός στο λεωφορείο. «Πού τα ξέρεις εσύ αυτά;». Λέω: «Τα διδάχθηκα στο σχολείο». «Μπορείς να περάσεις, μένω Σίνα, έχω το γραφείο μου, καθηγητής είμαι, καθηγητής πανεπιστημίου και είμαι, ήμουν στην Επιτροπή τη δικιά σας», λέει, «που δίνατε εξετάσεις. Να περάσεις από το γραφείο μου. Το γραφείο μου είναι Σίνα 18». Λέω: «Κύριε καθηγητά, δεν είμαι μόνη μου», λέω. «Είμαι με τον αδερφό μου, ήρθα να δώσω εξετάσεις με τον αδερφό μου, ο οποίος είναι δικηγόρος και, αν θα σας επισκεφτώ, θα σας επισκεφτώ με τον αδερφό μου μαζί». Πάμε με τον αδερφό μου το βράδυ εκεί, λέει: «Ξέρεις τι λέω εγώ; Να μην πάει το κορίτσι στη Γυμναστική Ακαδημία», λέει στον αδερφό μου. «Να πάει» – πώς λέγονται αυτοί που κάνουν ξεναγήσεις – «στη Σχολή Ξεναγών. Να πάει στη Σχολή Ξεναγών». Εγώ, μόλις το άκουσα, πετάχτηκα από το κάθισμα: «Θα πάω, θα πάω». Λέει ο αδερφός μου: «Κάτσε κάτω». Κατάλαβες; «Αυτός…», λέει μετά που φύγαμε και πήγαμε στο ξενοδοχείο: «Αυτός σκέφτεται κάτι άλλο», λέει. «Δεν σκέφτηκε να σε εξυπηρετήσει και να σε πάει στη Σχολή Ξεναγών. Ποιος ξέρει τι έβαλε», λέει, «στο μυαλό του; Μπορεί να θέλει να σε βάλει και χέρι». Ύστερα πού να πάω στην Αθήνα; Κατάλαβες;
Κατάλαβα. Για ποια χρονιά μιλάτε τώρα;
Το 1959 τελείωσα το Γυμνάσιο.
Και αμέσως δώσατε εξετάσεις για-
Ναι. Πήγα... Όταν έδινα εξετάσεις, στην αρχή έμενα στο ξενοδοχείο και ύστερα με πήρε η θεία μου στο σπίτι της, του πατέρα μου πρώτη ξαδέρφη που μεγάλωσε μαζί με τον πατέρα μου, γιατί και αυτή ήταν ορφανή από τον μπαμπά της, που τον σκότωσαν στην Καλλίπολη. Τελοσπάντων. Αυτή η θεία μου παντρεύτηκε στην Αθήνα, ο άντρας της ήταν πρώτος μηχανικός στα καράβια. Και με πήρε μαζί της. Είχε έναν γιο, ο οποίος ήτανε ζωγράφος, υπέγραφε με το – ήταν πολύ καλός. Η τέχνη του διδάσκεται στο Πολυτεχνείο. Δήμος Σκουλάκης. Ναι. Πέθανε τώρα αυτός. Και δεν είχα κάνει ούτε προπόνηση εγώ ούτε τίποτα. Ούτε σφαίρα είχα να κάνω προπόνηση και παίρναμε από τον κρίνο τις ρίζες και με δείχνανε πώς να πετάξω τη σφαίρα. Τελοσπάντων, παρόλα αυτά πέρασα τρίτη. Ναι.
Και όταν ο πατέρας σας-
Και η θεία μου, μου λέει: «Άκου να σου πω, Ρωξανάκι. Δεν μπορώ να σε κρατήσω. Όπου βγαίνουμε, όπου πάμε, όλοι γυρίζουν και σε κοιτάζουν. Είσαι ωραίο κορίτσι, δεν αναλαμβάνω αυτή την ευθύνη». Ύστερα και ο πατέρας μου επηρεάστηκε από τη θεία και ο αδερφός μου επηρεάστηκε, που δεν μπορούσαν να με αφήσουν μόνη. Σου λέει: «Οι πειρασμοί είναι πολλοί», εγώ ήμουν από το χωριό…
Σε όλα αυτά πώς αντιδράσατε εσείς;
Πώς θα – ό,τι μου έλεγαν έκανα. Γιατί εγώ τι θα ‘κανα; Θα έκανα αυτό που – θα παρέβαινα τον λόγο του πατέρα μου και του αδερφού μου; Όχι, με τίποτα. Με τίποτα.
Και δεν μετανιώσατε γι’ αυτήν την επιλογή;
Όχι, δεν το μετάνιωσα. Γιατί έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω. Εγώ πίστευα ότι έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω. Αυτό που μου είχε και αυτά που είχε διδάξει ο πατέρας μου και η μάνα μου, αυτά.
Και ποια ήταν αυτά;
Η μάνα μου και η γιαγιά μου, της μάνας μου η μάνα. Ήταν εννιά αδερφές. Ο παππούς, ο μπαμπάς τους, ήταν δάσκαλος. Αυτά, τώρα, είναι για την πατρίδα που σου λέω. Και επειδή είχε εννιά κορίτσια, παράτησε τη διδασκαλική και έγινε έμπορος. Έμπορος μπαχαρικών. Η μία η κόρη είχε γίνει ηγουμένη σε μοναστήρι, το οποίο συντηρούσε η ίδια της. Και είχαμε αυτές τις αρχές τώρα. Ξέρεις, θρησκευόμενοι άνθρωποι. Η γιαγιά μου ήταν πάρα πολύ θρησκευόμενος άνθρωπος και η μάνα μου το ίδιο.
[00:50:00]Εσείς;
Κι εγώ. Κι εγώ. Κι εγώ πάρα πολύ. Κατηχητικό, εκκλησία, αυτά. Αφού έλεγα καμιά φορά: «Θα πάω να γίνω νοσοκόμα, να κοιτάζω αρρώστους δωρεάν. Αν με κρατήσουν μέσα στο νοσοκομείο και με ταΐζουν κιόλας». Κατάλαβες; Να μην έχω επάγγελμα, να κοιτάζω, να προσφέρω υπηρεσίες ήθελα.
Και τελικά τι έγινε;
Τελικά παντρεύτηκα.
Πότε παντρευτήκατε;
Το 1967.
Θα θέλατε να μου πείτε περισσότερα για αυτό; Πώς έγινε ο γάμος;
Πώς έγινε; Δεν γνωριζόμασταν με τον Ιεροκλή. Με προξενιό. Σ' έναν μήνα παντρευτήκαμε.
Θέλετε να μου πείτε περισσότερα για αυτό;
Θα σου πω. Τον Οκτώβριο αρραβωνιαστήκαμε και τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, τον ίδιο χρόνο παντρευτήκαμε με τον Ιεροκλή.
Και η διαδικασία πώς έγινε; Πώς γνωριστήκατε; Ποιος σας γνώρισε;
Θα σου πω τώρα. Δεν ξέρω, δεν μου είπε καμιά φορά την περίπτωση ο Ιεροκλής πώς με γνώρισε. Ερχόταν, είχαν ανοίξει, ο Ιεροκλής στην Αριδαία, είχανε χρυσοχοείο. Ο Ιεροκλής ήταν χρυσοχόος. Είχε στην Εγνατία, Εγνατία 46, χρυσοχοείο. Και είχε ανοίξει και στην Αριδαία, γιατί η αδερφή του παντρεύτηκε μ' έναν καθηγητή, ο οποίος υπηρετούσε στην Αριδαία. Μαθηματικός ήταν ο γαμπρός, της αδερφής του ο άντρας. Και ανοίξανε μαγαζί εκεί, για να είναι η πεθερά μου μαζί με την κόρη. Κι η κόρη ήταν εκεί, στην Αριδαία, με τον άντρα της. Και η νύφη μου ήταν καθηγήτρια – μήπως μεσολάβησε κάτι, δεν ξέρω. Ο Ιεροκλής… Πες την αλήθεια βρε! Μη μιλάς.
Για να σου πω. Εγώ σου είπα ότι δούλευα στο γραφείο του αδερφού μου και πήγαινα και στο χωριό, να δω και τον πατέρα και τη μάνα μου. Τότε είχαν μείνει μόνοι τους, είχε παντρευτεί και η αδερφή μου, η τελευταία, ο παπά – Κοσμάς είχε φύγει στη Γερμανία και σπούδασε. Και πήγαινα και στο χωριό και μία μέρα βρήκα ένα σκουλαρίκι στο πρακτορείο. Πήγα να πάρω το λεωφορείο, να πάω στο χωριό. Αυτό που σου λέω γίνεται το ’67. Βρήκα το σκουλαρίκι και πήγα και το παρέδωσα στην αστυνομία. Γιατί, σου είπα, κατηχητικό. Λέω: «Κάποια που το έχασε, μπορεί να πάει να το ζητήσει». Ύστερα από λίγο καιρό, μία συμμαθήτριά μου είχε παντρευτεί τον ανώτερο αξιωματικό, εκεί στη χωροφυλακή. Το είπε στη συμμαθήτριά μου ότι: «Έφερε η συμμαθήτριά σου το σκουλαρίκι». Και να: «Πες την», λέει, «να ‘ρθει να το πάρει, γιατί δεν βρέθηκε ο κάτοχος». Το πήρα το σκουλαρίκι και το πήγα στον πεθερό μου, δεν ήταν πεθερός μου τότε. Λέω: «Αυτό το σκουλαρίκι το βρήκα. Πόσο κάνει;», λέω, «να πάρω κάτι άλλο». Και ήτανε ο παππούς, ο πεθερός μου, με την εγγονή του. Είχαν και την εγγονή μαζί, η πεθερά, ο παππούς και η γιαγιά, είχαν και την εγγονή και η θεία. Και λέει: «Παππού, αυτή δεν είναι καλή να την πάρει ο θείος, ο Ιεροκλής;». Αυτά μου τα ‘λεγε ο πεθερός μου ύστερα. Και φαίνεται ότι το είπαν και στον Ιεροκλή και μία μέρα ήρθαν, μ' έναν φίλο του εφοριακό, με τη γυναίκα του, με την αδερφή του, ήρθαν στο χωριό. Εγώ – είχε έρθει και η αδερφή μου το 1967 από την Αμερική, με τα τρία παιδιά και θα φεύγανε τη μέρα εκείνη. Κι ετοίμαζα τα πράγματά τους. Ήθελα, επειδή δεν την βοήθησε κανείς την αδερφή μου να μεγαλώσει και τα τρία παιδιά της, εγώ δεν την άφηνα να κάνει τίποτα. Σιδέρωνα τα ρούχα του παιδιού της αυτά, όλα. Και σιδέρωνα τα ρούχα και τα ετοίμαζα. Ήρθαν οι επισκέπτες, ο Ιεροκλής, ο εφοριακός, ο φίλος του, ο Παπαζαχαρίου και με τη γυναίκα του. Και λέει, λέει στη μάνα μου, λέει: «Εμείς θέλουμε να πάμε, λέει, επάνω στα Φυλάκια». Στη Φούστανη ήθελαν να πάνε, αλλά απαγορευόταν τότε. Έπρεπε να πάρεις άδεια από την αστυνομία. Έρχεται η μάνα μου και μου λέει: «Ρωξάνη. Έλα, έλα», λέει. Ήρθαν κάτι επισκέπτες», λέει, «και θέλουν να πάνε πάνω στα Φυλάκια. Να περάσουν να πάνε στη Φούστανη. Και να πας», λέει, «στον Κυρ-Νίκο, στον αστυνόμο», γιατί ήμασταν πολύ φίλοι μου και με τη γυναίκα του και του αστυνόμου, «να πας και να πεις να τους δώσουν άδεια». Μπαίνω εγώ μέσα, λέω: «Εντάξει, θα πάω». Και όπως ήμουν έτσι, με τα ρούχα του σιδέρωνα και αυτά, λέει η κυρία Βέτα, του εφοριακού η γυναίκα: «Άσε, άσε», λέει, «το κορίτσι», λέει. Δεν ήρθαμε γι' αυτό το πράγμα. Εμείς ήρθαμε να ζητήσουμε τη Ρωξάνη». Κατάλαβες;
Κατάλαβα.
Κι έτσι έγινε.
Εσείς θέλατε να παντρευτείτε;
Τι θα ‘κανα; Θα παντρευόμουν. Γιατί είχα μεγαλώσει κιόλας.
Ήσασταν τότε;
Είκοσι έξι. Είκοσι έξι χρονών. Ούτε, ήμουν είκοσι έξι; Αφού ήταν το ’67, είκοσι έξι χρονών ήμουν.
Και παντρευτήκατε μου είπατε το ’67.
Το ’67. Αυτό γινόταν τον Οκτώβριο. Και το ’67, δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων παντρευτήκαμε. Είχε μία ωραία λιακάδα τη μέρα εκείνη. Εγώ κάθε φορά παρακαλούσα να κάψει η μάνα μου κανένα φαγητό, ή το ρυζόγαλο, αυτό. Για να ξύσω την κατσαρόλα. Και με έλεγε η μάνα μου: «Μην ξύνεις την κατσαρόλα. Θα βρέχει στο γάμο σου». Κι είχε μία λιακάδα, δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων! Ωραία. Κι έτσι που λες. Αλλά εγώ, κοίταξε, εδώ. Στο σχολείο με είχαν πολύ, ήμουνα παραστάτρια στη σημαία, διμοιρίτισσα. Έδωσα λουλούδια στη Φρειδερίκη. Κι άκου να σου πω και αυτό. Κι αυτό ήτανε… «Μεγαλειοτάτη, μ' ανοιχτή καρδιά σας δεχόμαστε στο χωριό μας κι ευχόμαστε στον καλό μας Θεό, να φυλάξει γερούς εσάς και το λατρευτό μας Βασιλιά, για την – σας ευχόμαστε γερούς εσάς και τον λατρευτό μας Βασιλιά που τόσο πολύ νοιάζεστε για 'μας». Και την έδωσα τα λουλούδια και δεν φίλησα το χέρι της βασίλισσας. Ο καθηγητής, αυτός εδώ, ήταν καθηγητής, μ' έκανε την παρατήρηση μετά. «Γιατί δεν φίλησες το χέρι της βασίλισσας;». Λέω κι εγώ: «Μπα; Εκείνη γιατί δεν φίλησε το χέρι του ιερέα;». Πού να ξέρω εγώ ότι οι βασιλιάδες και οι πρωθυπουργοί δεν φιλάνε το χέρι του ιερέα; Το ξέρεις εσύ αυτό; Όχι. Και οι πρωθυπουργοί.
Πόσο χρονών ήσασταν τότε;
Θα ήμουν δώδεκα; Πρώτη γυμνασίου. Να! Με την μαύρη την ποδιά είμαι. Ήταν ο γυμνασιάρχης αυτός και μου λέει: «Μπα;», λέω, «και γιατί εκείνος δεν φίλησε το χέρι του παπά; Εκείνη η βασίλισσα;». Έδωσε το Ευαγγέλιο ο παπάς, φίλησε το Ευαγγέλιο η Φρειδερίκη και το χέρι του δεν το φίλησε. «Άρα κι εγώ δεν το φιλάω». Και δεν της το φίλησα. Δες εδώ, παίρνει την ανθοδέσμη η Φρειδερίκη και τη δίνει μέσα στο…
Και μετά τι έγινε;
Μετά τίποτα δεν έγινε. Γέλασε ο γυμνασιάρχης, ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Δεν ήξερα. Βλέπω αυτήν που δεν φιλάει του παπά το χέρι. Εδώ είμαστε σε γυμναστικές επιδείξεις, εδώ είχε κάνει ο νομάρχης περίπτερο στην έκθεση και ντυνόμασταν εμείς με τη μακεδονική στολή. Είχε το περίπτερο τον καταρράκτη της Εδέσσης. Εδώ είμαστε με Κερκυραίους, είναι ο δήμαρχος της Κέρκυρας με τη γυναίκα του. Κι αυτή είμαι εγώ, με τη μακεδονική στολή. Της Γάτσαινας τη στολή φορούσα. Ο Γάτσος ήτανε που πολέμησε τότε τους, ναι. Έχουν και τον ανδριάντα του στην Αριδαία, μόλις μπεις. Αγγελής Γάτσος. Και φορούσα τη στολή της Γάτσαινας, εδώ. Κι εδώ είμαι πάλι με Κερκυραίους, με το γκρουπ που είχαν έρθει. Εδώ είναι ο δήμαρχος, η γυναίκα του και το γκρουπ. Έχω τέτοιες φωτογραφίες ένα σωρό να σε δείξω.
Γενικά ήσασταν άνθρωπος της παράδοσης;
Ναι, ναι, ναι.
Δηλαδή;
Είχαμε, να! Εδώ δες. Εδώ. Ο παπά-Κοσμάς τσολιάς κι εγώ με μπλε φόρεμα, με άσπρα σουτάζ σε παρέλαση. Εδώ ήμασταν στα «Ανθεστήρια» της Εδέσσης, το άρμα του αργαλειού, παρέλαση. Γινόταν τα Ανθεστήρια στην Έδεσσα κάθε χρόνο, τον Μάιο, και παίρναμε μέρος στα Ανθεστήρια. Να εδώ, ο παπά-Κοσμάς αξιωματικός κι εγώ, πήγαινα να γράψω εξετάσεις. Πάλι εδώ τσολιάς. Τσολιάς ντυμένη. Σου λέω… Να, εδώ με τα λουλούδια που δίνω στη Φρειδερίκη.
Πολύ ωραία.
Ο παπά-Κοσμάς μεταφέρει την εικόνα της Παναγίας της Τήνου, στην Τήνο, που έκανε την… Εδώ πάλι μαθή[01:00:00]τρια, με τη Χρυσούλα τη Διαβάτη ήμασταν συμμαθήτριες, την ηθοποιό, στην ίδια τάξη.
Με τη Σοφία Βέμπο έχετε μήπως κάποια φωτογραφία μαζί της;
Να τη. Να τη. Να τη. Στο χωριό είχε έρθει. Κι εδώ. Κι εδώ. Μεγάλη πια. Ναι.
Και τι θυμάστε από τότε;
Τι να θυμάμαι; Σου λέω, έτρεχα από πίσω της, ήθελε να με πάρει. Εγώ δεν πήγαινα, μετά μεγάλωσα. Το πήρε απόφαση κι αυτή και ξανά δεν είπε τίποτα. Δεν είπε στον πατέρα μου, ήξερε ότι είναι αυστηρός ο πατέρας μου. Το ήξερε.
Είχατε σχέσεις με τη Σοφία Βέμπο;
Ναι, ναι. Και με τον Μίμη Τραϊφόρο. Είχε έρθει και εκείνος, είχε κάνει στη Χ.Α.Ν.Θ., είχε φέρει την μαντήλα της, την κιθάρα της κι έκανε μία γιορτή προς τιμήν της Σοφίας. Εγώ πέρασα, έτσι, να τον δω, γιατί ήταν πολύ απασχολημένος. Είχε πάρα πολύ κόσμο. Με κράτησε. Εκείνος δεν με ήξερε. Με είχε δει εκείνη την ημέρα που πήγα στην Έκθεση και μου λέει: «Εσύ τη μοιάζεις κιόλας τη Σοφία. Κάτσε να σε δω» κι αυτά. Μου είπε, με έδωσε και ένα βιβλίο, το ‘χω το βιβλίο που μου χάρισε. Και αυτός γράφει: «Χαρισμένο στην ανιψιά Ρωξάνη». Και τον κάλεσα να έρθει στο σπίτι. Είχε πει ότι την ημέρα που πέθανε, ετοιμαζόταν να κάνει σπανακόπιτα. Κι είπε στο θυρωρό να της φέρει το σπανάκι. Όχι, κάτι άλλο να φέρει. Εκείνη έπλενε το σπανάκι της. Κι όταν γύρισε ο Μίμης, τη βρήκε τη Σοφία πεσμένη. Το ένα το χέρι της ήταν μέσα στη λεκάνη που έπλενε το σπανάκι και είχε και η άλλη ήταν πεσμένη. Κατάλαβε, δηλαδή, ότι ετοίμαζε τη σπανακόπιτα. Και έκανε, λέει, την έλεγε την πίτα «ανεβατή», την οποία, σκέψου πόσο επηρεασμένη ήμουν και εγώ και δεν έτρωγα πίτα, αυτή με φύλλα. Έτρωγα πίτα ανεβατή. Είχα επηρεαστεί από τη Σοφία, που έκανε-
Πίτα «ανεβατή» είπατε;
«Ανεβατή» λέγεται αυτή που την κάνεις το ζυμάρι κανονικά και το πατάς το ταψί, βάζεις το υλικό μέσα και βάζεις άλλο ένα αυτό, δεν το ανοίγεις φύλλο, το πατάς με τα χέρια. Και λέγεται αυτή «ανεβατή». Και τον κάλεσα, λέω: «Θα σας περιμένω αύριο να έρθετε, να σας κάνω την ανεβατή που δεν πρόλαβε η Σοφία να σας την κάνει». Και με παίρνει ο καημένος τηλέφωνο την άλλη μέρα: «Ρωξάνη μου, δεν μπορώ να έρθω», λέει, «γιατί έχω πάρα πολύ κόσμο που περιμένει να με δει. Και φεύγω κιόλας το βράδυ». Κατάλαβες; Κι έτσι δεν τον είδα και τον Μίμη. Τον είχα δει δηλαδή, μιλήσαμε και αυτά όλα, αλλά δεν τον ξαναείδα.
Κατάλαβα.
Αυτά ήταν μετά τον θάνατό της. Ναι. Και είπε και το άλλο, που την είπε ένας: «Σοφία μου…» – τραγουδούσε στο αυτό, στο μέτωπο. Μπήκε στο νοσοκομείο και τραγουδούσε και στους τραυματίες. Και της λέει, λέει ένας: «Σοφία μου, δεν λυπάμαι που έχασα τα μάτια μου. Ευχαριστώ τον Θεό, μου χάρισε τα αυτιά μου και μπορώ να σε ακούω να τραγουδάς».
Εσάς ποιος σας την είπε αυτή την ιστορία;
Ο Μίμης ο Τραϊφόρος. Τα είπε εκείνη την ημέρα που είχε κάνει τη γιορτή προς τιμήν της Σοφίας στη Χ.Α.Ν.Θ.. Ναι.
Κατάλαβα. Σας ρώτησα πριν αν είστε, αν ήσασταν άνθρωπος της παράδοσης.
Ναι.
Και μου απαντήσατε «ναι». Θα θέλατε να μου πείτε περισσότερα για αυτό;
Δηλαδή τι; Να σου πω που φορούσα τις στολές και αυτά;
Ναι, αν θυμάστε κάτι άλλο παραδοσιακό στο σπίτι;
Τα καρναβάλια και αυτά; Τι άλλο;
Ναι, ό,τι θέλετε.
Παραδοσιακά που κάνουν τις γιορτές τις Απόκριες, μαζευόταν όλοι και τραγουδούσαν και χορεύανε αποκριάτικα τραγούδια, αυτά. Άλλο τι; Παραδοσιακό; Που έκανε η μάνα μου τα Χριστούγεννα τα «ψαθούρια» της, τον μπακλαβά της, τη βασιλόπιτα, την οποία φέτος δεν την έκανα μόνο. Γιατί δεν μπορούσα να την κάνω. Παραδοσιακή πίτα. Την έκανε η γιαγιά μου, η μάνα της μάνας μου και την έκανα και εγώ. Αυτή… Θες να σου πω πώς γίνεται;
Άμα θέλετε.
Ναι. Να σου πω. Εδώ ζυμώνεις σφιχτή ζύμη, την ανοίγεις, με τα χέρια σου πάλι, πατάς, βάζεις μέσα τυρί, κανέλα και μπαχάρι και λάδι. Πατάς το ένα φύλλο, αυτό το κομμάτι, όλο, όλο. Όλο, όπως το ζυμώνεις, όλο το κομμάτι το πατάς, βάζεις το τυρί και το διπλώνεις μετά. Διπλώνεις απ' τη μία μεριά, απ’ την άλλη μεριά, απ’ την άλλη και το ξαναπατάς και ανοίγει πάλι σαν φύλλο. Κάνεις πάλι την ίδια δόση, για να μην ανοίγεις φύλλα. Αυτό, όμως, επειδή βάζεις λάδι, ανοίγει μόνο του. Βάζεις και το νόμισμα και δεν χρειάζεται να ανοίγεις φύλλα. Και τη λέγαμε: «Η πίτα η παραδοσιακή της γιαγιάς». Κι ο αδερφός μου, επειδή η νύφη μου δεν την έκανε, ο δικηγόρος, τη ζύμωνε ο ίδιος και την έκανε. Κάθε χρόνο για να την έχει στο τραπέζι του την Πρωτοχρονιά. Το ίδιο έκανα και εγώ. Το ίδιο όλες οι αδερφές μου. Και οι δύο οι αδερφές μου.
Άρα οι παραδόσεις της οικογένειας πέρασαν και σ' εσάς;
Πέρασαν και σ' εμάς. Ναι. Εγώ, δηλαδή, το μόνο παραδοσιακό που κάνω είναι αυτή η πίτα. Κάνω και το αρνάκι, όταν περίσσευε αρνί απ’ τη σούβλα, το έκανα στον φούρνο με ρυζάκι, με μπόλικο δυόσμο, με φρέσκα κρεμμυδάκια. Τα καθάριζε η μάνα μου τα ψαχνά όλα και τα έβαζε μέσα στην κατσαρόλα – στον φούρνο, στο ταψί. Κι έβαζε το ρυζάκι μετά, έβαζε και τα φρέσκα κρεμμυδάκια, τα τσιγάριζε και τον δυόσμο, πολύ δυόσμο, όμως. Κι ένα άλλο πάλι σουφλέ, που το έκανε η γιαγιά μου και αυτό το σουφλέ – η μάνα. Την άλλη τη γιαγιά μου, δεν τη γνώρισα. Πέθανε από τον καημό της, σου είπα, που τον παίρναν τον πατέρα μου οι Γερμανοί και το βράδυ οι αντάρτες. Αυτή τη γιαγιά, αυτή που πέθανε εκατό χρονών. Η γιαγιάκα, η Ευθυμία. Πέθανε στην Έδεσσα και όλοι την ήξεραν στην Έδεσσα. Λέγαν: «Πρέπει να αγίασε αυτή η γιαγιά». Τόσο καλός άνθρωπος ήτανε. Και κάναμε και το παραδοσιακό σουφλέ. Αυτό γινότανε… Το ξέχασα τώρα. Είδες; Δεν – η μνήμη μου έχει κάνει.
Δεν πειράζει. Αν το θυμηθείτε…
Πηδάω απ' το ένα στο άλλο και η κόρη μου με μαλώνει συνέχεια: «Βρε μαμά. Τι είναι αυτά που λες, βρε;». Λέω: «Τα ‘χασα. Τι να κάνω; Αφού δεν θυμάμαι, δεν…». Δεν έχω αυτό, συνέχεια. Κατάλαβες;
Δεν πειράζει. Μην αγχώνεστε.
Πηδάω απ' το ένα, στο άλλο.
Θα θέλατε να μου πείτε για το γάμο σας; Αν θυμάστε; Παντρευτήκατε το ’67.
Ναι.
Τότε ήτανε και η Χούντα πάνω-κάτω.
Η Χούντα. Ναι.
Έχετε μήπως μνήμες από αυτά τα γεγονότα;
Εγώ ήμουν χουντική. Γιατί ο αδερφός μου ήτανε στη Συμβουλευτική Επιτροπή, ο δικηγόρος.
Και;
Ήταν στη Συμβουλευτική χρόνια, αυτός. Επειδή είχε κάνει και μεταπτυχιακό, τότε, αυτό. Έκανε και σαν – τον στέλνανε, όταν είχανε θέματα με την Αγγλία και αυτά. Πήγαινε στην Αγγλία τακτικά, στην Αμερική είχε πάει. Επί Χούντας. Ναι. Αλλά, που λένε αυτά ότι: «Η Χούντα…». Η Χούντα έκανε έργα. Ο αδερφός μου, πήρε σπίτι με δάνειο της γυναίκας του, που έκανε λεφτά. Ίσα-ίσα, είχε παρατήσει τη δικηγορική, είχε – δεν κρατούσε ούτε γραφείο, ούτε τίποτα. Και ασχολούνταν με τα κοινά. Με τον κόσμο. Πρόσφερε η Χούντα. Στα χωριά είχε δώσει δάνεια, χτίσανε σπίτια, τουαλέτες δεν είχαν οι άνθρωποι. Πηγαίνανε μέσα στους μπαξέδες και σ' αυτά. Και μετά κάναν και τις τουαλέτες τους και τις μπανιέρες τους και στο τέλος τα χάρισε αυτά η… Στα χωριά. Κατάλαβες; Ήτανε, σου λέω στην – ο αδερφός μου ήτανε βουλευτής τότε, στην Συμβουλευτική Επιτροπή.
Εσείς;
Εγώ, τίποτα. Ήμουνα – στο γραφείο του καθόμουν, σ' αυτό. Ήμουνα με τη νύφη μου, μ' αυτό. Μετά έφυγε, πήγε στην Αθήνα, υποχρεωτικά πήγε στην Αθήνα. Κι αυτά με τη Χούντα.
Θυμάστε κάτι που-
Ήμουν χουντική. Υποστήριζα.
Θυμάστε κάτι που σας έκανε εντύπωση;
Από τη Χούντα; Μπα.
Κατάλαβα.
Αυτά θα σου τα πει ο Ιεροκλής.
Από τη Χούντα, αν έχεις κάτι να πεις.
Και-
Ναι, αυτό είπα.
Όχι, αν έχω κάτι που μου έκανε εντύπωση, λέει.
Δεν ωφελήθηκα. Βλάφθηκα μάλλον, παρά ωφελήθηκα. Αφού σου λέω…
Τι έζησα;
Τι έζησα στη Χούντα; Τίποτα!
Θα θέλατε να μου πείτε μήπως για την οικογένειά σας κάποια πράγματα; Για τα παιδιά σας, ίσως;
Για τα παιδιά μου;[01:10:00] Που έκανα δύο παιδιά. Την Ευδοκία και τη Γεωργία. Το ‘68 γεννήθηκε η Γεωργία, η Ευδοκία. Το ‘68 γεννήθηκε η Ευδοκία. Η Ευδοκία τελείωσε το Δελασάλ, μετά πήγε στην Αμερική. Σπούδασε στην Αμερική, βιολόγος. Αλλά, δυστυχώς, ήρθε εδώ, ερωτεύτηκε τον Άραβα, τον παντρεύτηκε.
Και η δεύτερή σας-
Η άλλη μουσικός. Η Γεωργία. Γεννήθηκε η Γεωργία το ’71. 1971. Αυτή σπούδασε μουσικός. Κι αυτή, δεν έκανε κι αυτή τίποτα. Ούτε διορίστηκε, πήγε να διοριστεί. Έπρεπε να έχει προϋπηρεσία, ποιος θα την έπαιρνε, αν δεν είχε προϋπηρεσία; Και τώρα κάθεται.
Δέκα πτυχία. Ναι, Δέκα πτυχία. Έχει κάνει και θεατρικές, αυτές. Πώς λέγονται αυτά; Που λένε τραγουδιστά τα… Έχω τα βιβλία, αλλά δεν τα έχω βγαλμένα. Δεν ήξερα ότι θα με ρωτούσες κάτι τέτοιο.
Δεν πειράζει. Αν δεν θυμάστε, δεν υπάρχει πρόβλημα.
Έχει παίξει, έχει κάνει σε θεατρικά έργα, έγραψε τη μουσική. Σε πολλά θεατρικά έργα. Έχει κάνει το πτυχίο της, όταν έδινε στο πτυχίο της, είχε έρθει κάποιος από το Υπουργείο Πολιτισμού. Και παρακολούθησε την πτυχιακή της, δηλαδή. Είχε γράψει μουσική για τον κατακλυσμό. Κι απέναντι στην οθόνη φαινότανε πώς έγινε ο κατακλυσμός, πώς βουλιάζανε τα καράβια, πώς οι άνθρωποι τρέχανε από εδώ κι από εκεί. Δηλαδή, αυτό ήταν στη μουσική, παιζόταν η μουσική της. Αλλά, δυστυχώς, δεν μπόρεσε να μπει σε κανένα μουσικό σχολείο. Γιατί έπρεπε να έχει προϋπηρεσία.
Κατάλαβα.
Να δουλέψει κάπου αλλού. Αυτά ήταν όλα στο πτυχιακό της, που σου λέω. Δεν την πήρανε. Τώρα, λέει, θα βάλουν μουσικούς σε όλα τα σχολεία. Λέει: «Τώρα που έγινα πενήντα χρονών, πού θα πάω;». Και έτσι και οι δύο είναι άνεργες.
Θα θέλατε να προσθέσετε μήπως κάτι άλλο γενικότερα;
Τι άλλο;
Για τη ζωή σας;
Όχι, πουλάκι μου. Ήρθα εδώ-
Αν θυμάστε κάτι-
Στο Ωραιόκαστρο, δεν πάω πουθενά.
Πότε ήρθατε εδώ πέρα;
Πήγαινα στην εκκλησία. Τώρα δεν πάω. Δεν μπορώ να πάω, πονάνε τα πόδια μου, έχω το πρόβλημα με το μάτι.
Εδώ πέρα-
Εδώ ήρθαμε το 2002. Έχουμε αυτό το σπίτι και καθόμαστε εδώ. Αρρώστησε ο Ιεροκλής, έχει κάνει μπαλονάκια, έχει… Και καθόμαστε υποχρεωτικά κάτω, γιατί δεν μπορεί να ανεβαίνει τα σκαλιά, να ανεβοκατεβαίνει.
Και, αν θα ήτανε να κάνετε έναν απολογισμό της ζωής σας, θα θέλατε να πείτε λίγα λόγια γι’ αυτήν; Γιατί εγώ έχω τελειώσει τις ερωτήσεις μου. Αν θα θέλατε να προσθέσετε κάτι άλλο.
Τι να προσθέσω; Τίποτα δεν έχω να προσθέσω. Δεν θυμάμαι κιόλας. Δεν θυμάμαι. Τι να προσθέσω; Δεν… Ότι, δόξα τω Θεώ, είμαστε καλά.
Γενικά, σε γενικές γραμμές είσαστε ευχαριστημένη από τη ζωή σας;
Είμαι ευχαριστημένη. Είπα. Δόξα τω Θεώ.
Θα αλλάζατε κάτι;
Όχι, δεν θα άλλαζα τίποτα. Δηλαδή και μ’ αυτό που μου απαγορεύσανε να γίνω τραγουδίστρια… Για να το λέει ο πατέρας μου που ήτανε και έμπειρος, θα ταλαιπωριόμουν. Πώς το λένε; Θα ταλαιπωρούμουν. Κατάλαβες;
Άρα ούτε μετανιώνετε για κάτι;
Τι;
Ούτε μετανιώνετε για κάτι;
Όχι, δεν μετανιώνω. Δεν μετανιώνω. Δοξάζω τον Θεό, που έφτασα μέχρι εδώ. Που έχω τα παιδάκια μου, έχω και δυο εγγονούλες.
Αυτά. Δεν έχω τίποτα άλλο. Εσύ αν θες να κάνεις.
Όχι, όχι. Εγώ τελείωσα τις ερωτήσεις μου.
Τελείωσες; Εντάξει, πουλάκι μου.
Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω πολύ για τον χρόνο σας και για τη συνέντευξη. Και αν δεν έχετε κάτι άλλο να πείτε-
Όχι.
Μπορούμε να κλείσουμε το καταγραφικό.
Χαίρομαι που σε εξυπηρετώ. Που σε βοηθάω.
Να είστε καλά.
Ξέχασα να σου πω για τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου, δεκαέξι χρονών, είχαν μαζέψει όλα τα παιδιά, να ξεθάψουν τα κόκαλα των Άγγλων. Και ήξερε και αγγλικά, ήξερε και γαλλικά. Αιτία ήταν αυτό, το ξεθάψιμο των ηρώων, αυτών που σκοτώθηκαν στον πόλεμο και ήθελα να τον καταραστώ τον πόλεμο. Για μένα ο πόλεμος είναι έγκλημα! Έγκλημα που τιμωρείται με θάνατο, αυτό το έγκλημα. Και είχε πάει δεκαεπτά χρονών εθελοντής στον πόλεμο. Όταν οπισθοχωρούσαν, τον είχαν – ήταν πολύ μικρό, μικρός. Μπορεί να ήταν και πιο μικρός.
Πότε γεννήθηκε;
Το 1902. Το ’02. Αλλά είχε πάει νωρίτερα, δεν ήταν ότι... Όταν γίναμε πρόσφυγες. Όταν γινόταν ο Μικρασιατικός πόλεμος ήταν στρατιώτης. Και τον στείλανε, επειδή ήταν μικρός, τον στείλανε οι άλλοι στρατιώτες που πεινούσαν, ήταν φθινόπωρο, να μαζέψει σταφύλια. Τα σταφύλια τα μαζεύουν από τα αμπέλια πιο μπροστά και μένουν κάτι μικρά σταφυλάκια που ωριμάζουν μετά. Τον δώσαν ένα σακίδιο στρατιώτες και τον στείλαν: «Μικρέ, πήγαινε να μας φέρεις σταφύλια να φάμε, πεινάμε». Κι έτρεξε ο Γιαννάκος, μάζευε τα σταφύλια και μία στιγμή βλέπει έναν, λέει, καβαλάρη να τον φωνάζει: «Μικρέ, γρήγορα, έλα. Οπισθοχωρήσαμε, οπισθοχωρήσαμε». Τον μάζεψε κι ήταν ο Πλαστήρας τότε. Στρατηγός ήταν; Τι βαθμό είχε, δεν ξέρω. Μου τα ‘λεγε ο πατέρας μου, αλλά ξέχασα τι βαθμό έχει. Και τον πήρε πάνω στο άλογό του και τον πήρε, να μην τον σκοτώσουν. Ναι. Αυτά. Από μικρός, δηλαδή, ήταν πάρα πολύ Έλληνας. Αγαπούσε την πατρίδα του πάρα πολύ.
Και αυτό το μετέφερε και σ' εσάς μετά, έτσι;
Ναι. Εντωμεταξύ, μας είχανε πει ότι δίνουν αποζημιώσεις τώρα τελευταία. Ο πατέρας μου έχει πεθάνει. Τώρα, τώρα, τελευταία. Πριν πόσα χρόνια; Δέκα χρόνια; Πριν δέκα χρόνια δίναν αποζημιώσεις. Εγώ δήλωσα, μου είχε πει μία δικηγόρος ότι: «Μπορείτε να πάρετε αποζημίωση. Γράψτε μου», λέει, «τα ονόματα αυτών που είχαν περιουσίες στην πατρίδα, για να ζητήσω την ανάλογη αποζημίωση». Ο παππούς μου, του πατέρα μου ο πατέρας, ήταν υπάλληλος σε τούρκικη υπηρεσία στην Κωνσταντινούπολη μέσα. Αυτός ο παππούς αγόραζε, κάθε παιδί του που γεννιόταν αγόραζε χωράφια τους Τούρκους, ελπίζοντας ότι κάποια μέρα θα παραμείνουν εκεί, να έχει τις εκτάσεις αυτές, τα χωράφια του. Και μετά που ήρθανε από την – ο παππούς, τον σκότωσαν στην Τουρκία τον παππού και δυο αδερφές τις είχε χάσει. Ο πατέρας μου δεν μπορούσε πια να μην κάνει αυτό που ο πατέρας του σαν ήρωας θυσιάστηκε. Θυσιάστηκε γι' αυτήν την πατρίδα. Δεν μπορούσε να μην είναι καλός Έλληνας. Να μην – δεν μπορούσε να μην αγαπάει την Ελλάδα, μετά από τόσες θυσίες. Τι ήθελα να σου πω τώρα και το ξέχασα; Κατάλαβες τώρα; Οι παππούδες που είχαν έρθει από – λέγανε για τον παππού μου: «Ο παππούς σου είχε χωράφια από 'δω», μου λέγαν, «απ' το χωριό, μέχρι πάνω, εκεί που πιάνει το βουνό». Κάτι χωριά. Δραγουμάντσα, λέγανε ένα χωριό που λέγεται «Ίδα». Το ‘λεγαν τότε «Δραγουμάντσα». Και ο παππούς είχε – τόσο μεγάλος κτηματίας ήταν. Και ρώτησα εγώ τον πατέρα μου, λέω: «Πατέρα, γιατί ο παππούς είχε τόσα;». «Γιατί», λέει, «κάθε παιδί του που γεννιόταν, αγόραζε», λέει, «και χωράφια από τους Τούρκους, για να είναι – να είναι ελληνικά». Κι έβαζε μωρεόδενδρα, γιατί εκεί κάνανε μεταξοσκώληκες, στην Ανατολική Θράκη κάναν, θρέφανε μεταξοσκώληκες και βγάζαν το μετάξι. Και ο παππούς μου έβαζε μωρεόδενδρα. Και μετά που έγινε αυτό, να ζητήσουμε από τις περιουσίες μας… Πώς λέγεται; Το είπα προηγουμένως. Να πάρουμε, δηλαδή, κάτι, επιστροφή, έγραψα όλων των παππούδων. Και του Ιεροκλή, του συζύγου μου, τους παππούδες και τους δικούς μου τους παππούδες κι έγραψα και τον Ζαχαρία τον Χρυσουλά. Αυτόν τον παππού που τον σκοτώσαν οι Τούρκοι και δούλευε σε τουρκική υπηρεσία. Και μου απαντάει η δικηγόρος ότι: «Ο μόνος που είχε περιουσία και δικαιούστε ένα εκατομμύριο από αυτή την περιουσία, ήταν ο Ζαχαρίας Χρυσουλάς». Αυτός ο παππούς που αγόραζε τα χωράφια. Αλλά, δυστυχώς, έκανε αυτό που έκανε ο Ερντογάν μετά και δεν πήραμε, ούτε αποζημίωση, ούτε τίποτα.
Κατάλαβα.
Κατάλαβες; Τα χάσαμε κι αυτά του παππού. Κι έτσι που λες[01:20:00] ο παππούκας, ο πατέρας μου, εγώ τον θεωρώ Ελληνάρα. Και λέγανε τότε ότι έπρεπε να τον σκεπάσουν με την Ελληνική σημαία, όταν πέθανε. Γιατί πρόσφερε πολλά σ' αυτήν την πατρίδα. Είχε αρρωστήσει. Τέλος πάντων. Τον πήραν στο νοσοκομείο το στρατιωτικό, των Αθηνών, όταν αρρώστησε.
Τον θαυμάζετε;
Τον θαύμαζα. Τον θαύμαζα πολύ. Και όχι μόνο εγώ, όλοι τον θαύμαζαν. Η νύφη μου, που ήταν φιλόλογος, όταν είχε – έπρεπε να κάνει κάποια ομιλία σαν διευθύντρια του Γυμνασίου και αυτά: «Τον μόνο που φοβάμαι», λέει, «είναι ο πατέρας. Αυτός θα με κρίνει. Αυτός ξέρει ετυμολογικό. Και μπορεί να κάνει κριτική στην ομιλία μου». Ναι. Ήταν άνθρωπος – ήξερε γαλλικά, ήξερε αγγλικά. Είχε μάθει τότε, από τους Άγγλους και από τους αυτούς. Θα κάνει εκεί στο σχολείο. Ήξερε τούρκικα. Ήξερε τουρκικά, μιλούσε τούρκικα, διάβαζε, απ’ όλα. Γιατί πήγε σ’ όλα τα σχολεία εκεί. Κι ο αδερφός του είχε τελειώσει τη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Και τον θαύμαζα. Και τον θαύμαζαν όλοι. Όλοι. Δεν μπορούσε κανείς να τα βγάλει πέρα. Ο στρατηγός έλεγε: «Απόψε θα πάμε εκεί». «Πάψε, εσύ!», έλεγε στον στρατηγό, «Εγώ θα πω πού θα πάμε. Εγώ ξέρω πού κρύβονται». Γι' αυτό φορούσε τη στολή και τον θυμάμαι έτσι. Ακόμα τη χλαίνη του και τα αυτά, τα έχουμε.
Μάλιστα. Θα θέλατε να προσθέσετε κάτι άλλο;
Όχι.
Εντάξει.
Τίποτα άλλο.
Σας ευχαριστώ πολύ.
Όταν χόρευε στις εθνικές γιορτές, μεθούσε. Πάντα στις εθνικές γιορτές. Και χόρευε. Χόρευε πάρα πολύ ωραία. Τον είχε μάθει ο πατέρας της Βέμπο που ήταν χοροδιδάσκαλος, τον είχε μάθει από μικρό να χορεύει. Αυτά.
Ευχαριστώ πολύ.
Φωτογραφίες

Προσφορά λουλουδιών στη ...
Προσφορά λουλουδιών στη βασίλισσα Φρειδερί ...

Σοφία Βέμπο: Αφιέρωση πρ ...
«Χαρισμένη στην ανειψιά μου Ρωξάνη που ελπ ...

Οικογενειακή φωτογραφία
Πρόσωπα (από αριστερά προς δεξιά): Μητέρα ...

Ολόκληρη η οικογένεια
Επάνω - Τα αδέρφια της αφηγήτριας (από αρι ...

Φωτογραφία με τη Σοφία Β ...
Από αριστερά προς δεξιά: Πατέρας αφηγήτρια ...

Δημοτικό σχολείο - Ανταρ ...
Η αφηγήτρια, μαζί με τις συμμαθήτριές της ...

Προσφορά λουλουδιών στη ...
Προσφορά λουλουδιών στη βασίλισσα Φρειδερί ...

Το άρμα του αργαλειού
Ανθεστήρια Εδέσσης

Έκθεση στην Έδεσσα
Η αφηγήτρια στη μέση με τη στολή της Γάτσα ...

Φωτογραφία με τη Σοφία Β ...
Από αριστερά προς δεξιά: Πατέρας αφηγήτρια ...
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Γεννημένη μέσα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σε ένα χωριό της Πέλλας, η αφηγήτρια θυμάται τις δύσκολες στιγμές που έζησαν αυτή και η οικογένειά της, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου. Η ίδια, αφηγείται τις ιστορίες που έμαθε από τους γονείς της και συγκινείται. Αυτές οι ιστορίες με τη σειρά τους, διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα της κ. Ρωξάνης και την γέμισαν περηφάνια και θαυμασμό, ιδιαίτερα προς το πρόσωπο του πατέρα της. Με την εξαιρετική φωνή της και ως ανιψιά της Σοφίας Βέμπο – της «Τραγουδίστριας της Νίκης», η κ. Ρωξάνη θα μπορούσε να τραγουδάει στο πλευρό της θείας της. Όμως, οι δυσκολίες της εποχής και, κυρίως, ο πατέρας της στάθηκαν εμπόδιο, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να κάνει τα όνειρά της πραγματικότητα. Παρόλα αυτά, η ίδια επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την συγγενική της σχέση με την Σοφία Βέμπο, την οποία κάθε φορά που την αναφέρει, συγκινείται, αφού ο θαυμασμός και η περηφάνια προς το πρόσωπό της είναι μεγάλοι.
Αφηγητές/τριες
Ρωξάνη - Νίκη Σπυριδοπούλου - Χρυσουλά
Ερευνητές/τριες
Ιωάννα Μαλλιότα
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
07/03/2022
Διάρκεια
82'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Γεννημένη μέσα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σε ένα χωριό της Πέλλας, η αφηγήτρια θυμάται τις δύσκολες στιγμές που έζησαν αυτή και η οικογένειά της, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου. Η ίδια, αφηγείται τις ιστορίες που έμαθε από τους γονείς της και συγκινείται. Αυτές οι ιστορίες με τη σειρά τους, διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα της κ. Ρωξάνης και την γέμισαν περηφάνια και θαυμασμό, ιδιαίτερα προς το πρόσωπο του πατέρα της. Με την εξαιρετική φωνή της και ως ανιψιά της Σοφίας Βέμπο – της «Τραγουδίστριας της Νίκης», η κ. Ρωξάνη θα μπορούσε να τραγουδάει στο πλευρό της θείας της. Όμως, οι δυσκολίες της εποχής και, κυρίως, ο πατέρας της στάθηκαν εμπόδιο, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να κάνει τα όνειρά της πραγματικότητα. Παρόλα αυτά, η ίδια επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την συγγενική της σχέση με την Σοφία Βέμπο, την οποία κάθε φορά που την αναφέρει, συγκινείται, αφού ο θαυμασμός και η περηφάνια προς το πρόσωπό της είναι μεγάλοι.
Αφηγητές/τριες
Ρωξάνη - Νίκη Σπυριδοπούλου - Χρυσουλά
Ερευνητές/τριες
Ιωάννα Μαλλιότα
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
07/03/2022
Διάρκεια
82'