Ηλικιακός περιορισμός
Η συνέντευξη είναι διαθέσιμη μόνο για χρήστες άνω των 18 ετών.
«Στο μυαλό μου υπάρχει συνέχεια μουσική»: Αναδρομή στη μουσική σκηνή των '80s στα Ιωάννινα
Ενότητα 1
Τα πρώτα μουσικά βήματα, η σχέση με το ωδείο και οι μουσικές επιρροές
00:00:00 - 00:39:58
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλησπέρα, αρχικά θα ήθελα να μου πεις το όνομά σου. Λέγομαι Χρήστος Παρλαπάς. Είναι Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2022, είμαι με τον Χρήστο…οίο στην επαρχιακή πόλη των Ιωαννίνων στα ‘80s, δεν υπήρχε κανένας που, κατά τη γνώμη μου, ήξερε ή θα ήθελε να κάνει αυτό το πράγμα. Αυτά.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Φλερτάροντας με τους συγχρόνους ήχους: Τα Γιάννενα μεταξύ new wave και ροκ, η προτεραιότητα του αυτοσχεδιασμού
00:39:58 - 00:53:49
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Κοινό της new wav e, των ρευμάτων της new wave στα Ιωάννινα, στα γυμνασιακά σου χρόνια υπήρχε; Ναι, υπήρχε έντονο. Και το αστείο ποιο εί…ί και να μη λειτουργήσει». Εγώ ήμουν πάντα του: «Ας δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό και ας μη λειτουργήσει, ας δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό».
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Η μουσική σκηνή των '80s στα Ιωάννινα, η πολλαπλή αξία των λάιβ και η περιπλάνηση στα δισκάδικα της πόλης
00:53:49 - 01:12:37
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Γενικότερα, πώς θα περιέγραφες την κατάσταση στα Ιωάννινα της δεκαετίας του ‘80, όσον αφορά τα μουσικά δρώμενα; Κοίτα, εγώ σε μια ηλικία,…σαι λίγο. Ή θα πάρεις χορδές ή κάτι τέτοιο ή δεν θα πάρεις χορδές για μήνες τώρα για να πάρεις τον τάδε δίσκο, ούτε μου έρχεται στο μυαλό.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 4
«Στο μυαλό μου υπάρχει συνέχεια μουσική»: οι διάφοροι τρόποι της σύνθεσης ενός κομματιού
01:12:37 - 01:31:10
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Όταν λες ότι έχεις συνέχεια μουσική στο μυαλό σου τι εννοείς; Υπάρχει συνέχεια στο μυαλό μου, μελωδίες, ηχοχρώματα, μοτίβα, κάτι το οποίο…ώρα να καθίσω και να γράψω Κιάμο». Μπορείς να πεις απλά: «Όχι» ή «Να σου συστήσω τον τάδε ο οποίος θα μπορέσει να σε βοηθήσει», πιο τίμιο.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 5
Η διασκέδαση στα '80s, το κοινωνικό στίγμα και ο ενδυματολογικός κώδικας
01:31:10 - 01:53:06
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Να επιστρέψουμε λίγο στα νεανικά χρόνια. Βεβαίως. Πού διασκεδάζετε; Πού διασκεδάζαμε... Υπήρχαν πάντα κάποιοι χώροι στα Γιάννενα αν…ια εξακρίβωση. Ποιανού είσαι;» και «Γιατί είσαι αυτουνού;» και «Πότε και πού...», έτσι, δουλειά να ‘χουν να κάνουν, για κανέναν άλλο λόγο.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 6
Από πληκτράς μπασίστας: τα μουσικά σχήματα ήδη από τέλος του Γυμνασίου κι η πρώτη σύνθεση, οι Religious Tramp
01:53:06 - 02:31:30
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Την πρώτη σου ηλεκτρική κιθάρα ποτέ την απέκτησες; Εγώ με την κιθάρα ασχολήθηκα πολύ πολύ αργότερα. Την πρώτη μου ηλεκτρική κιθάρα, δικιά…ο κρατήσαμε για δύο-τρία, τρία χρόνια; Τα χρόνια του Λυκείου, βασικά. Αυτό ήτανε το πρώτο σχήμα, το πρώτο σχήμα σχήμα, έτσι, που επένδυσα.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 7
Πρόβες, αυτοσχέδια στούντιο, λάιβ και ηχογραφήσεις, ιδεολογία και μουσικά δρώμενα στα '80s
02:31:30 - 03:05:15
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Πρόβες πού κάνατε; Αυτά τα στούντια, αυτά τα στουντιάκια. Σου λέω, πρώτα από όλα υπήρχε ο ΟΗΘ. Ο ΟΗΘ άνοιξε τον δρόμο. Όταν ο ΟΗΘ άρχισε …το left right της άλλης. Το οποίο, μετά, έγινε η πρακτική η οποία χρησιμοποιούντανε στα τετρακάναλα κασετόφωνα. Ξέρεις τι είναι αυτά; Όχι;
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 8
Η λειτουργία του Οργανισμού Ηπειρωτικού Θεάτρου (ΟΗΘ), τα σύγχρονα είδη μουσικής και οι μπάντες μεταξύ '80s και '90s στα Γιάννενα
03:05:15 - 03:46:03
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Μπορείς να μου πεις τι ακριβώς ήτανε ο ΟΗΘ; Ο ΟΗΘ, λοιπόν, είναι... σίγουρα παίζει έναν τρομερά σημαντικό ρόλο στα ‘80s. Ο Οργανισμός Ηπε…εν ακολούθησα ποτέ τον ρόλο του πληκτρά σε ροκ μπάντα, γιατί είναι κάτι το οποίο είναι επιεικώς βαρετό, δεν έχεις να κάνεις πολλά πράγματα.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 9
Ο προσωπικός του ήχος και η σημασία, γενικότερα, της μουσικής
03:46:03 - 04:02:56
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Η δική σου μουσική επηρεάστηκε από τα ρεύματα των ‘90s; Των ‘90s; Δηλαδή; Όταν μιλάμε τα ρεύματα των ‘90s, grunge, ας πούμε; Τι άλλο χαρα…, σε ευχαριστώ πάρα πάρα πολύ για τον χρόνο σου και για όλα αυτά τα ενδιαφέροντα πράγματα που ακούστηκαν! Να ‘σαι καλά! Ευχαριστώ κι εγώ!
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]Καλησπέρα, αρχικά θα ήθελα να μου πεις το όνομά σου.
Λέγομαι Χρήστος Παρλαπάς.
Είναι Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2022, είμαι με τον Χρήστο Παρλαπά, βρισκόμαστε στα Ιωάννινα, εγώ ονομάζομαι Παπαβασιλείου Κωνσταντίνος, είμαι Ερευνητής στο Istorima, και με τον Χρήστο Παρλαπά θα μιλήσουμε για την ελληνική ροκ σκηνή στα Ιωάννινα των δεκαετιών του ‘80 και του ‘90. Μπορείς να μου πεις αρχικά κάποια πράγματα για εσένα;
Έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στα Γιάννενα, μεγάλωσα στα Γιάννενα λίγο σαν μισός Ιταλός μισός Έλληνας. Η μητέρα μου ήτανε Ιταλίδα, έχω γεννηθεί στη Ρώμη, άρα είχα πάντα αυτήν τη διπλή ειδικότητα – διπλή επαφή. Δεν σταμάτησε ποτέ η επαφή μου με την Ιταλία και τα ιταλικά. Τι άλλο; Άρχισα να ασχολούμαι με τη μουσική από πολύ μικρή ηλικία και μεγαλώνοντας στα Γιάννενα, όπου είχα την ευκαιρία να μπορέσω να ασχοληθώ και να μάθω και να παίξω μουσική, και από το σχολείο και αργότερα στο Γυμνάσιο, στο Λύκειο, και αργότερα γυρνώντας στα Γιάννενα, τέτοιο, ασχολούμαι με αυτό το πράγμα.
Σε ποια ηλικία ακριβώς ξεκίνησες να ασχολείσαι με τη μουσική;
Εξαρτάται τώρα τι εννοείς «ασχολείσαι με τη μουσική». Δηλαδή, από πολύ μικρή ηλικία τραγουδούσα. Στην πολυκατοικία που μεγάλωσα, στον κάτω όροφο, έμενε μια οικογένεια όπου ήμασταν πολύ πολύ φίλοι, αλλά εκεί ήτανε και το πρώτο πιάνο, όπου έβαλα τα πρώτα μου δάχτυλα σε πιάνο. Και στο σπίτι του θείου μου υπήρχε ένα πιάνο, και οι πρώτες μου αναμνήσεις οι οποίες υπάρχουν από αυτό το πράγμα είναι: εγώ να είμαι πάνω στο πιάνο και να προσπαθώ με κάποιον τρόπο να αναπαραγάγω τη μουσική του βουβού κινηματογράφου, δηλαδή πράγματα τα οποία είχαν να κάνουν με ταινίες του Charlie Chaplin, του Laurel and Hardy, το οποίο πάει να πει ότι παίζεις διάφορα πράγματα, τα οποία έχουνε και έναν ρυθμό ο οποίος δεν είναι ένα συνεχόμενο πράγμα, δεν είναι ένα τραγούδι, αναπαριστά κάποια δράση. Δηλαδή, αυτές είναι οι πρώτες μου αναμνήσεις. Συν το ότι στο σπίτι ακούγονταν πολλή μουσική, κυρίως ιταλική, και ότι θυμάμαι τη μάνα μου να τραγουδάει πάντα. Και επίσης, πολύ έντονα θυμάμαι να κάνουμε ταξίδια οικογενειακά και ότι στο αυτοκίνητο τραγουδούσαμε. Και ότι είχαμε ένα μικρό φορητό πικάπ με μπαταρίες, που έπαιζε τα μικρά τα δισκάκια, με παιδικά τραγούδια, ιταλικά κυρίως, τα οποία ήτανε τα πρώτα τραγούδια τα οποία θυμάμαι να μαθαίνω τα λόγια – αυτό πρέπει να ‘ναι στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, κάπου εκεί. Τα πρώτα ελληνικά τραγούδια που θυμάμαι ήτανε ένας δίσκος με αντάρτικα που είχε ο πατέρας μου, και τα πρώτα λόγια από ελληνικά τραγούδια τα οποία μαθαίνω όλα είναι αντάρτικα, είναι στίχοι οι οποίοι μιλάνε για τον Άρη, για τον Νίκο τον Μπελογιάννη, «Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά...», «Στα άρματα, στα άρματα...», σε μια εποχή, μάλιστα, η οποία είναι, εντάξει, λίγο μετά τη Δικτατορία. Εγώ, θυμάμαι χαρακτηριστικά, κάπου στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, μία από τις μεγάλες μου αγάπες εμένα ήτανε να σκαρφαλώνω –όπου μπορούσα να βρω δέντρο ή μονόζυγα ή ακόμα και ράχες, πάντα σκαρφάλωνα–, θυμάμαι, λοιπόν –πρέπει να ‘ναι... στην τρίτη Δημοτικού; Μάλλον, κάπου εκεί γύρω–, να είμαι σκαρφαλωμένος σε ένα δέντρο στο παλιό σχολείο της Όλγας Ντότης-Οικονόμου, στην Καποδιστρίου, και να τραγουδάω αντάρτικα. Και να έρχεται μια δασκάλα, δεν θυμάμαι ποιο τραγούδι ακριβώς, να έρχεται και να λέει: «Πού τα ‘χεις μάθει αυτά τα τραγούδια, Χρήστο;». Κι εγώ να απαντάω: «Είναι στον δίσκο που είναι απέξω ο Άρης». «Ποιος Άρης, Χρήστο, ο αδερφός σου;». «Όχι, ο Άρης ο Βελουχιώτης»! Τώρα, σε ένα σχολείο, σε ένα Δημοτικό, το οποίο ήτανε ιδιωτικό τότε, και που ήτανε ένα πρότυπο ιδιωτικού, του στιλ «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», δεν ξέρω τι συνέχεια είχε ακριβώς αυτή η δήλωσή μου. Δεν θυμάμαι να μου απαγόρευσαν, μπορεί να συζητήσαμε κάποια στιγμή ότι: «Ξέρεις τι; Καλύτερα αυτά τα τραγούδια να μην τα τραγουδάς στο σχολείο». Στο σχολείο μαθαίναμε τραγούδια, μέχρι τώρα τα θυμάμαι, όλα αυτά τα «Υπερμάχω», όλα αυτά τα εκκλησιαστικά άσματα τα θυμάμαι απ’ το Δημοτικό. Παρεμπιπτόντως, το αστείο είναι ότι, πάρα πολλά χρόνια μετά, εγώ εργάστηκα σχεδόν για μία δεκαετία στο καινούργιο ίδιο εκπαιδευτήριο. Πολύ ωραία εμπειρία, δηλαδή, ένας κύκλος ο οποίος άλλαξε, έφερε άλλους καιρούς – ούτε τώρα, βέβαια, παίξαμε αντάρτικα!
Τα πρώτα μουσικά όργανα με τα οποία ασχολήθηκες ποια ήταν;
Οκέι, η φωνή είναι σίγουρα ένα πολύ πολύ σημαντικό όργανο και είναι το πρώτο πράγμα. Το πρώτο μουσικό όργανο, όπως είπαμε και πρώτα, πρώτα έμαθα να βάζω τα δάχτυλά μου στα πλήκτρα, άρα όπου μπορούσα να βρω πιάνο ήμουνα κολλημένος πάνω σε ένα πιάνο. Όταν υπήρχε ένα πιάνο σε κάποιον χώρο, ή αν όχι ένα πιάνο κάτι με πλήκτρα, εγώ ήμουνα εκεί, ήμουνα πάνω σε αυτό και προσπαθούσα να παίξω, να βγάλω μελωδίες. Κάπου στην ηλικία της τετάρτης Δημοτικού είχαμε το πρώτο αρμόνιο στο σπίτι, το οποίο αγοράσαμε στην Ιταλία, θυμάμαι, ήτανε ένα «Bontempi», το οποίο λειτουργούσε μέσω ενός ανεμιστήρα, μέσα. Άρα, άνοιγες το «On», άρχιζε ο ανεμιστήρας [μιμείται τον ήχο] και ήτανε το πρώτο όργανο. Τα πρώτα κομμάτια τα οποία θυμάμαι, δηλαδή, εκεί αρχίζω και ανακαλύπτω ότι οτιδήποτε ακούω... Εννοείται ότι κατευθείαν οι μελωδίες μού κολλάνε, μπορώ να τις τραγουδάω, και το δεύτερο ήτανε ότι αμέσως, σιγά-σιγά, μπορώ και να τις παίξω στο αρμόνιο. Και εκεί, τα πρώτα πράγματα τα οποία θυμάμαι, μελωδίες, να παίζω, είναι, π.χ., η μουσική από την τότε Πίπη τη Φακιδομύτη, το μουσικό θέμα από την ταινία Παπαφλέσσας με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, υπήρχαν κάποια μοτίβα, είχα μια κλίση πολύ προς τα μοτίβα. Τα πρώτα μοτίβα του Πολέμου των άστρων, κομμάτια από σειρές, έτσι, μοτιβάκια, τα οποία εμένα μ’ άρεσε πάρα πολύ και με συγκινούσε κιόλας, ειδικά αυτή η μουσική, είτε θέλουμε να το πούμε soundtrack είτε θέλουμε να το πούμε instrumental μουσική, είχε μια άλλη συγκίνηση, πέρα απ’ το τραγούδι. Ναι, το τραγούδι έχει λόγια, εκφράζει τη συγκίνηση ή τον συναισθηματικό φόρτο μέσα απ’ τα λόγια, σε μεγάλο βαθμό. Τα instrumental κομμάτια και αυτά τα άλλα με συγκινούσανε μέσα από τη μελωδία και την αρμονία την οποία είχαν. Άρα, τα πρώτα πράγματα είναι εκεί, στην τετάρτη Δημοτικού, που ό,τι ακούω καταλαβαίνω ότι μπορώ σιγά-σιγά και το παίζω.
Μελετούσες κάποια βιβλία προκειμένου να παίξεις αυτές τις μελωδίες;
Όχι, όχι, καθόλου. Είχα μια φυσική απέχθεια προς το –πώς να το πούμε τώρα;–, το κατεστημένο, το μουσικό εκπαιδευτικό κατεστημένο. Είναι και λίγο... ίσως είναι και λίγο αυτό που λένε ότι: «Α, ξέρεις, το παιδί αυτό έχει πάρα πολύ ταλέντο, είναι ένα παιδί-θαύμα στα μουσικά, άρα δεν χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ». Αυτό αργότερα μου κόστισε αρκετά, δηλαδή, σε δεύτερη μοίρα, όταν κάθομαι και σκέφτομαι ότι: «Ξέρεις τι; Αν ήτανε και λίγο διαφορετικά η μουσική εκπαίδευση...». Γιατί σε μικρές ηλικίες, ας πούμε, έκανα δύο προσπάθ[00:10:00]ειες να μπω στο ωδείο, την πρώτη φορά κάθισα μόνο ενάμιση μήνα, δεν με ενδιέφερε το πράγμα το οποίο με δίδασκαν, και τη δεύτερη φορά μπορεί να κάθισα πέντε μήνες. Είναι λίγο, αυτό που κάνουν στο ωδείο, ήτανε λίγο τυποποιημένο, ήτανε ότι οι ασκήσεις αυτές δεν μου κέντριζαν το ενδιαφέρον, δεν με αφήνανε να εκμεταλλευτώ αυτό το οποίο εγώ θεωρούσα ότι είναι τα φυσικά μου χαρίσματα, κυρίως το αυτί μου, δηλαδή, και η άποψη του ότι θέλω να εξερευνήσω, θέλω να βγάλω καινούργια πράγματα, θέλω να μάθω περισσότερα πράγματα για αυτού του είδους τη μουσική ή του άλλου είδους τη μουσική. Αυτά σε ένα ωδείο του τότε δεν ήτανε προβλεπόμενα καθόλου, ήτανε: «Τι είναι αυτά; Κάτσε εδώ, κάνε τις ασκήσεις σου, μάθε τις παραλλαγές του Beethoven» ή, ξέρω γω, «του Bach» και τα τέτοια. Εμένα δεν με ενδιέφεραν. Εμένα με ενδιέφερε αυτό το οποίο μπορεί να ‘βλεπα στην τηλεόραση, σε μεγαλύτερη ηλικία μετά, π.χ., στο Fame, που σαν σειρά είχε αυτά τα καταπληκτικά τραγούδια, ήτανε όλο περί μουσικής, όλοι παίζουνε, όλοι τραγουδάνε, είναι περίπλοκες οι ενορχηστρώσεις, χορογραφίες – καλά, οι χορογραφίες δεν με ενδιέφεραν, αλλά ήτανε showmanship, αυτό με ενδιέφερε, αυτό με ιντρίγκαρε εμένα. Άρα, δεν ήτανε πολύ πετυχημένη. Οι φορές οι οποίες χρειάστηκε να μελετήσω, πάλι στηριζόμουνα πολύ περισσότερο στο αυτί μου. Όταν λέμε «να μελετήσω», όταν άρχισα να μπλέκομαι λίγο με μουσικά σχήματα και τέτοια, μπορεί να χρειαζότανε να βγάλουμε κάποια τραγούδια τα οποία εγώ δεν γνώριζα, όχι ότι καθόμουνα με μια κασέτα, αυτό συνέβηκε πολύ πολύ αργότερα. Αυτά, μιλάμε τώρα, είναι στο Γυμνάσιο; Είχα αυτό το αυτί, το οποίο είναι, όπως λέμε, φωτογραφική μνήμη, εγώ έχω μια ηχογραφική ακοή, ό,τι άκουγα μπορούσα το συγκρατούσα, και, αν δεν το συγκρατούσα, έβρισκα κάποιον τρόπο να το μετατρέψω, να είναι έτσι, να συμπληρώσω την πλήρη μελωδία ή το πλήρες κομμάτι. Αυτό.
Το ταλέντο σου, σε ό,τι αφορά τη μουσική, το αναγνώρισες ο ίδιος ή, κατά κάποιον τρόπο, σου το υπέδειξαν οι άνθρωποι από το στενό σου οικογενειακό περιβάλλον;
Νομίζω ότι περισσότερο μου το υπέδειξαν. Δεν είναι κάτι το οποίο μόνος σου το καταλαβαίνεις ότι... Εντάξει, σε μια ηλικία εκεί στο Δημοτικό-Γυμνάσιο, δεν είναι ότι: «Α, θεωρώ ότι εγώ κάνω κάτι το ιδιαίτερο». Εντάξει, αν το πάρουμε λίγο συγκριτικά, π.χ., σε μια χορωδία στο Δημοτικό, ήδη στις τελευταίες τάξεις, εγώ ανακαλύπτω ότι μπορώ να κάνω αρμονίες, δηλαδή να τραγουδώ μια τρίτη παραπάνω τη μελωδία και, έτσι, να ακούγεται μια δεύτερη μελωδία από πάνω δημιουργώντας μια αρμονία, φυσικά με πολλά λάθη, δεν κατείχα και την τέλεια αρμονία, αλλά μπορούσα να το κάνω. Ωραία, δεν ξέρω πολλά, ξέρω άλλο ένα παιδί σε όλο το σχολείο που μπορούσε ίσως να καταλάβει τι έκανα και να προσπαθήσει να το κάνει. Εντάξει, στο σχολείο, πάλι με αυτό το ιδιωτικό το οποίο μετά πήγα και δούλεψα, ήμουνα μία από τις πολύ καλές φωνές, να πούμε. Είναι μία από τις σόλο φωνές, αυτό. Εγώ δεν θεωρούσα... δηλαδή, ναι, ωραία, καταλαβαίνω ότι είμαι λίγο πιο πάνω από το average, που λέμε, στο τραγούδι, αλλά δεν ξέρω αν θεωρούσα ότι εγώ, για τον εαυτό μου, έχω κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο ή παραπάνω ταλέντο. Ωραία, συγκριτικά, ναι, είμαι καλύτερος απ’ το μέσο όρο, αλλά νομίζω ότι αυτό το ότι: «Α, είναι ιδιαίτερα ταλαντούχος, είναι...» έρχεται, τελικά, από άλλους.
Είχες κάποιον μέντορα;
Μέντορα... Υπάρχουνε διάφορες φιγούρες σε διαφορετικά σημεία της ζωής μου οι οποίες έχουνε παίξει ρολό σε συγκεκριμένες περιοχές. Δεν μπορώ να πω ότι υπάρχει μία φιγούρα στην οποία οφείλω κάτι, κάτι πολύ μεγάλο. Για εμένα η μουσική ήτανε πάντα λίγο –αυτό θεωρώ ότι είναι μέχρι και τώρα–, είναι μια εξερεύνηση, είναι μια ασταμάτητη εξερεύνηση, δηλαδή θεωρώ τον εαυτό μου λίγο τυχοδιώκτη μέσα στη μουσική, με την καλή έννοια, δηλαδή, ότι ψάχνομαι, adventurer, που λέμε. Ψάχνομαι και ψάχνω συνέχεια το ίδιο, και σε πολλές φάσεις της ζωής μου έχω δει ότι, μετά από κάτι, μετά από λίγο καιρό, βαριέμαι, δηλαδή, δεν θέλω να επαναλαμβάνω το ίδιο πράγμα, είτε αυτό είναι ένα είδος μουσικής είτε αυτό είναι ένα συγκεκριμένο ρεπερτόριο. Θέλω συνέχεια, αναζητώ να κάνω καινούργια πράγματα, να μάθω κάτι παραπέρα, να πειραματιστώ και να εξερευνήσω καινούργια πράγματα. Άρα, σίγουρα υπάρχουν, π.χ., η κοπέλα η οποία έμενε από κάτω μας όταν ήμασταν μικροί, η Δήμητρα η Δούμα, σίγουρα είναι αυτή η οποία πρώτη μου ‘δειξε πώς βάζουμε τα δάχτυλα στο πιάνο, είναι ο πρώτος άνθρωπος ο οποίος, ενώ εγώ έμαθα να παίζω ένα πολύ πολύ χαρακτηριστικό πράγμα το οποίο παίζουμε στο πιάνο στα πρώτα βήματα, το ‘χω ακούσει σε ταινίες, το έχω ακούσει σε τέτοια, είναι ένα πολύ πολύ κλασικό μοτιβάκι τεσσάρων συγχορδιών και από πάνω μπορεί να μπει ένα άλλο χέρι ή άλλα δύο χέρια τα οποία παίζουν μια κύρια μελωδία, άρα ο πρώτος άνθρωπος με τον οποίο μπόρεσα να συμπράξω μουσικά σίγουρα ήτανε αυτή, αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι εκείνη τη στιγμή ήτανε σίγουρα ο μέντορας. Αργότερα, μπλέκοντας με μουσικά σχήματα και τέτοια, κάποιος μου έβαλε ένα είδος μουσικής και, ενώ εγώ μπορεί μέχρι ένα σημείο, επειδή ασχολούμουν με τα πλήκτρα, να άκουγα ένα είδος μουσικής τότε στα ‘80s το οποίο ήτανε πιο electro-pop, ήτανε αυτό που τότε λέγαμε new wave, γιατί είχε να κάνει με σύνθια, είχε να κάνει με πλήκτρα, είχε να κάνει με κάποιες μελωδίες, είχε να κάνει με αυτήν την εφηβική νταρκίλα λίγο η οποία βολεύει – «βολεύει», είναι κάτι το οποίο, τέλος πάντων, είναι λίγο πιο κοντά, όταν έμπλεξα με τα μουσικά σχήματα, με κατευθύνανε λίγο αυτά τα μεγαλύτερα παιδιά στα σχήματα, με κατεύθυναν προς άλλες μουσικές: λίγο στο ροκ, κυρίως στο μπλουζ και κυρίως στην τζαζ. Μπορεί να είναι ο πρώτος άνθρωπος που μου έδειξε δύο συγχορδίες ή πώς να παίζω σωστά ένα κομμάτι στην κιθάρα, αυτός είναι ένας μέντορας, κάποια στιγμή. Μπορεί να ‘ναι, όταν γύρισα στην Ελλάδα, μετά από ένα σύντομο, αποτυχημένο, θα ‘λεγα, διάστημα στην Ιταλία που προσπάθησα να σπουδάσω – λέω «προσπάθησα» γιατί δεν ήμουνα στο επίπεδο, το μυαλό μου δεν ήτανε τότε και ούτε ήτανε το επίπεδο των ιταλικών μου, δεν ήξερα ακόμα τι θέλω να κάνω. Σίγουρα, όμως, υπήρξανε άνθρωποι οι οποίοι με επηρεάσανε. Όταν γύρισα στην Ελλάδα, πήγα στην Αθήνα και άρχισα να κάνω μαθήματα θεωρητικών, γιατί αρνιόμουνα ακόμα και τότε να ασχοληθώ με κάποιο όργανο. Τα θεωρητικά ήτανε ένας τρόπος που τότε, μετά το Λύκειο, ήτανε μια διέξοδος προς μια στοιχειώδη επαγγελματική αποκατάσταση, από την άποψη ότι υπήρχε τότε το ενδεχόμενο ότι μπορούσες να πάρεις ένα πτυχίο αρμονίας, το, ας πούμε, δεύτερο πτυχίο θεωρητικών στην Ελλάδα, και με το πτυχίο αρμονίας να είσαι δάσκαλος μουσικής στο δημόσιο, άρα πολύ πολύ γενικά ήτανε έτσι. Επί τρία χρόνια ομολογώ ότι δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε καν τι έκανα εκεί μέσα, δεν είχα την οικειότητα με το πεντάγραμμο, με τις νότες, τέτοια. Μου πήρε σχεδόν τρία χρόνια να αρχίσω να ανακαλύπτω ότι: «Ξέρεις τι; Μην είσαι ξεροκέφαλος, μην τα κάνεις όλα από το...» –γιατί είμαι πάρα πολύ ξεροκέφαλος– «μη νομίζεις ότι όλα αυτά θα τα κάνεις με τον δικό σου τρόπο, πάρε το βιβλίο και ακολούθα παραδείγματα». Και θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά τότε τον δάσκαλό μου και σίγουρα σημα[00:20:00]ντικό σαν μέντορα, πολύ θα ήθελα παραπάνω αλλά δυστυχώς αρρώστησε και πέθανε προτού εγώ εξελιχθώ μουσικά πολύ περισσότερο, ήτανε ο Αμάραντος Αμαραντίδης, ε, αρχίζοντας να ακολουθώ λίγο τα παραδείγματά του, μου άνοιξε ο κόσμος της μουσικής θεωρίας και από κει ο κόσμος της αρμονίας, των κανόνων της δυτικοευρωπαϊκής αρμονίας. Μου πήρε κάποια χρόνια μέχρι να καταλάβω ότι οι γνώσεις οι οποίες είχα αποκτήσει απ’ τα θεωρητικά, «Ωραία» –εδώ είναι λίγο η σχιζοειδής κατάσταση– «αυτές τις γνώσεις μπορώ να τις εφαρμόσω σε αυτό το οποίο κάνω; Που μπορεί να είναι παίρνω μια κιθάρα με φυσαρμόνικα και τραγουδάω μπλουζ και τέτοια;». Όχι, εκεί δεν μπορώ. Αργότερα, όμως, μπόρεσα και κατάλαβα τη σύνδεση, έτσι, σιγά-σιγά. Σίγουρα, ο Αμαραντίδης ήτανε ο άνθρωπος ο οποίος μου άνοιξε τα μάτια στη θεωρία της δυτικοευρωπαϊκής μουσικής, την αρμονία και σε αυτά. Μετά από τον Αμαραντίδη, όταν αρρώστησε, εγώ συνέχισα με την Ειρήνη την Αραχάβλη, βοηθό του και αυτή καθηγήτρια θεωρητικών, με την οποία εξέλιξα λίγο και με βοήθησε λίγο να καταλάβω λίγο τι ακριβώς έχω μάθει. Αυτή είναι μια σημαντική προσωπικότητα, σίγουρα. Όταν, σε αρκετά μεγαλύτερη ηλικία, αποφάσισα να ξανασχοληθώ με τις σπουδές και να το κυνηγήσω λίγο, πήγα στην Αγγλία, εκεί σίγουρα ένα σημαντικό άτομο ήτανε ένας καθηγητής, ο καθηγητής της σύνθεσης, ο Francis Evans, ο οποίος μου άνοιξε λίγο... βασικά αυτές οι σπουδές στην Αγγλία μού ανοίξανε τον κόσμο της σύγχρονης μουσικής του εικοστού αιώνα, το οποίο ήτανε πραγματικά μια αποκάλυψη, γιατί μέχρι τότε η δυτικοευρωπαϊκή μουσική και τα θεωρητικά της έχουν να κάνουνε με το ότι μελετάμε πράγματα... «Coral» του Bach και τέτοια. Είναι θεωρητικά τα πράγματα, άρα ασχολείσαι με μουσική του Μεσαίωνα, άντε κλασική περίοδο στην καλύτερη, τα οποία είναι απαραίτητα για τα πτυχία θεωρητικών. Δεν είχα κάποια επαφή με την μουσική του εικοστού αιώνα, δεν μπορούσα να ενώσω αυτά τα δύο βασικά πράγματα. Ε, το πανεπιστήμιο, μετά, στην Αγγλία μού άνοιξε ο κόσμος της σύγχρονης μουσικής, ο κόσμος ο οποίος έχει να κάνει πλέον με μοντέρνες και πειραματικές τεχνικές, με τα ρεύματα τα οποία ακολουθούνε μετά την κλασική περίοδο, από τον ρομαντισμό μέχρι και το σύγχρονο πειραματικό τέτοιο, και αυτά ήτανε σίγουρα αποκάλυψη, πολύ πολύ ενδιαφέρον. Σε όλα αυτά τα στάδια υπάρχουν κάποιες προσωπικότητες οι οποίες έχουνε παίξει έναν ρόλο. Τώρα, μέντορα μέντορα... ίσως δεν είμαι τόσο... είναι αυτό το ότι σαν μαθητής μετά από λίγο βαριέμαι, θέλω να πάω κάπου αλλού. Άρα, δεν υπήρχε ένα άτομο το οποίο ήτανε πάντα η σημαντικότερη επιρροή μου, ήτανε, όχι, είναι πολλές οι επιρροές.
Θυμάσαι την πρώτη φορά που άκουσες έναν δίσκο είτε ροκ είτε μπλουζ μουσικής;
Την πρώτη φορά... Η μητέρα μου άκουγε πολύ κάποιες συγκεκριμένες... Βασικά, δύο ονόματα μου ‘ρχονται στο μυαλό τα οποία έχουν πολύ πολύ σχέση με την τζαζ και σίγουρα με τη μαύρη μουσική. Αυτό είναι, δηλαδή, το οποίο μετά μου διευκόλυνε να ασχοληθώ με την πιο traditional μπλουζ μουσική και να πλησιάσω το ροκ. Μέχρι ένα σημείο, όμως, μέχρι κάποια ηλικία, το ροκ, αν με ρωτούσες εμένα, π.χ., αν οι Βeatles είναι ροκ, δεν είμαι σίγουρος αν θα σου έλεγα: «Ναι, είναι ροκ». Όχι, μουσική είναι. Από πολύ μικρή ηλικία θυμάμαι, ας πούμε, Beatles εννοείται, είχαμε μεγάλη επαφή με όλα τα κομμάτια των Βeatles, είναι τα πρώτα ξένα κομμάτια τα οποία θυμάμαι να μαθαίνω, υπήρχε πολλή μουσική τραγουδιστική, υπήρχαν φωνές, τα κύρια ιταλικά πράγματα τα οποία ακούγονταν στο σπίτι ήτανε πάρα πολύ Lucio Dalla, πάρα πολύ Mina, που ήτανε η αγαπημένη της μητέρας μου. Και η Μίνα είναι μια μαύρη φωνή, και το ρεπερτόριό της και τα κομμάτια της, ναι, βέβαια έχουν και κάποιες βάσεις περισσότερο στην ευρωπαϊκή μουσική, αλλά είναι και οι ενορχηστρώσεις της και ο τρόπος ο οποίος τραγουδάει είναι πιο μαύρος, δεν μπορείς να το πεις παραδοσιακό αυτό το πράγμα. Με Stones δεν είχα ποτέ, ας πούμε, επαφές, πολύ πολύ αργότερα, μέχρι και τώρα δεν θεωρώ τους Stones, ποτέ δεν είχα έναν δίσκο Rolling Stones, ποτέ δεν κόλλησα ιδιαίτερα με τους Rolling Stones, είμαι πιο «μπιτλόβιος». Doors ούτε, τους θεωρούσα βαρετούς, μονότονους και βαρετούς, παρόλο το ότι υπάρχει μέσα ο ρόλος του Manzarek, ο οποίος είναι πληκτράς, ναι, το θεωρούσα μονότονο, τους Doors τούς θεωρούσα μονότονους, πολύ πολύ αργότερα, με κάποια επιφύλαξη, κάποια κομμάτια με ενδιαφέρουν, πολύ αργότερα, όμως. Οι πρώτοι δίσκοι οι οποίοι αγόρασα εγώ, ο πρώτος-πρώτος δίσκος ο οποίος να αγόρασα με ενδιαφέρον ότι δηλαδή: «Α, θέλω να αγοράσω αυτόν τον δίσκο», πρέπει να αγοράσω αυτόν τον δίσκο», έρχεται στην ηλικία του Γυμνασίου, όπου το να έχεις έναν δίσκο έχει να κάνει και λίγο με το στιλ, ότι, π.χ., κάνεις το πρώτο πάρτι σπίτι σου και λες: «Ωραία, τι μουσική θα παίξουμε;» και βλέπεις ότι όλη η δισκογραφία η οποία έχεις δεν είναι, σχεδόν τίποτα από όλα αυτά τα πράγματα που έχεις, δεν είναι τίποτα για πάρτι, τίποτα από αυτά δεν είναι χορευτικά. Άντε να βάλεις κάποια κομμάτια που μπορούνε να παίξουνε στο slow, αυτό το οποίο τότε εμείς λέγαμε μπλουζ ήτανε το slow dancing, αυτό το λέγαμε μπλουζ, δηλαδή ότι: «Πάμε να χορέψουμε ένα μπλουζ», είναι το slow. Άντε κάποια κομμάτια εκεί, κάποια κομμάτια της Barbra Streisand, ας πούμε, υπήρχανε δυο-τρεις δίσκοι της Barbara Streisand, είναι φωνητική μουσική, δηλαδή, υπήρχε μια εμμονή λίγο στο σπίτι με αυτού του είδους τη μουσική. Άρα, ο πρώτος δίσκος ο οποίος αγοράζεις είναι και γιατί σ’ αρέσει ένα συγκεκριμένο ηχόχρωμα, ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής, και για μένα το πρώτο αυτό είδος ήτανε η new wave – ενδιαφέρον, δηλαδή βλέπεις ότι υπάρχουνε, ίσως ένα ρεύμα να είναι... η ροκ αντιπροσωπεύει λίγο περισσότερο την επανάσταση, να πούμε, το επαναστατημένο νεανικό πνεύμα, ενώ η new wave αυτό το οποίο σήμερα ίσως θα χαρακτηρίζαμε goth, αντιπροσωπεύει κάτι το οποίο έχει να κάνει περισσότερο με έναν εσωτερικό προβληματισμό, έχει να κάνει με μια απομόνωση. Εγώ ήμουνα πολύ περισσότερο κοντά σε εκείνο το κλίμα, άρα η πρώτοι μου δίσκοι ήτανε σίγουρα, το αγαπημένο μου συγκρότημα ήτανε οι Simple Minds, από κει, που παίξαν και πρόσφατα, ήτανε οι Cure, οι Bauhaus, electro-τέτοια πράγματα. Σιγά-σιγά, άρχισα να παίρνω και κάνα δυο δισκάκια, τα οποία ήτανε καλά χιτάκια: Yazoo θυμάμαι τότε, Vince Clarke και η Alison Moyet; Ναι. Ήτανε κάποια χιτάκια, άρα ήτανε και κάποια κομματάκια τα οποία μπορούσες να βάλεις και σε ένα πάρτι να πεις ότι: «Απ, αυτός έχει και αυτό», τέτοια. Δεν είχα ροκ δισκογραφία, σχεδόν ποτέ δεν είχα. Πολύ πολύ πολύ πολύ αργότερα, και όχι τόσο εγώ, περισσότερο ο αδερφός μου άρχισε να ασχολείται με κάποια ροκ κομμάτια, του στιλ AC/DC, π.χ. Τους AC/DC τους έβρισκα πιο συμπαθείς, πιο ενδιαφέροντες μουσικά, ήτανε και κάτι το οποίο μπορείς να πεις ότι παιζότανε και λίγο στα pops. Για να πάω πίσω: [00:30:00]Άρα, οι πρώτοι μου δίσκοι αυτοί είναι σίγουρα new wave, αυτό το τέτοιο. Αργότερα, με το που αρχίζω και μπλέκω με αυτά τα πρώτα σχήματα, οι δίσκοι και το μουσικό μου ενδιαφέρον αγοραστικά μετακινήθηκε στο πεδίο περισσότερο της τζαζ και fusion jazz πιο συγκεκριμένα, δηλαδή, τζαζ πράγματα τα οποία έχουνε να κάνουνε με διαφορετικά είδη μουσικής, με το κράμα διαφορετικών ρευμάτων και ηχοχρωμάτων από διάφορα μέρη του κόσμου. Οι Mahavishnu Orchestra και ο John McLaughlin με τους Shakti, εκεί αρχίζει και έρχεται λίγο μια επαφή μετά με τη φανκ μουσική, δηλαδή, κάποια πράγματα φανκίζανε, κάποια άλλα πράγματα ήτανε μέχρι free jazz, δηλαδή σαν ραπ, πράγματα τα οποία ήτανε ένα συνεχόμενο [μιμείται-παρωδεί τον ήχο]. Δηλαδή, θυμάμαι να έχω μια κασέτα Charlie Parker, που στην ηλικία τον 17, ας πούμε, εκεί, μου ακουγόταν ακριβώς αυτό το πράγμα, δηλαδή: «Πάμε παιδιά, αρχίζουμε; 1-2-3 [μιμείται-παρωδεί τον ήχο]». Πολύ πολύ αργότερα, όταν μαθαίνει το αυτί σου να καταλαβαίνει κάποια πράγματα, κατάλαβα ότι ο Charlie Parker παίζει δωδεκάμετρα, παίζει μπλουζ, δεν είναι περίπλοκο, όλο το άλλο είναι απλά ότι παίζει πολύ γρήγορες αξίες. Αυτό είναι κάτι το οποίο, ας πούμε, δεν μπορώ να το πω για τον John McLaughlin, o οποίος John McLaughlin είναι κάπου αλλού παιδιά. Χαρακτηριστικό για την τζαζ και αυτήν την ασχολία, η πρώτη φορά η οποία είδα στην τηλεόραση λάιβ τζαζ μαζί με αυτά τα μεγαλύτερα παιδιά με τα οποία παίζαμε μαζί τότε και που τους άρεσε, κυνηγούσαν αυτήν τη μουσική, πρώτη φορά που είδα τον Chick Corea να παίζει αποφάσισα ότι θα κόψω το πιάνο, θα σταματήσω, θα πάω σπίτι μου! Και όντως έκανα τουλάχιστον δυο-τρεις εβδομάδες να βάλω τα δάχτυλά μου πάνω στο πιάνο, δηλαδή ήτανε αυτό το: «Παιδιά, άσε, άσε, εντάξει, δεν είναι, δεν πρέπει, εγώ και αυτή η μουσική δεν έχουμε κάτι κοινό»! Πολύ χαρακτηριστικό.
Πώς ερμηνεύεις την προτίμησή σου προς τη new wave παρά προς τη ροκ μουσική;
Σίγουρα χαρακτήρας, αυτό που λέμε ότι η επανάσταση είναι κάτι το οποίο είναι... μουσικά δεν με ενδιέφερε να εκφράσω επανάσταση, με ενδιέφερε περισσότερο να εκφράσω αναζήτηση, προβληματισμό, νταρκίλα, μου άρεσε αυτό, δηλαδή, το συναίσθημα, το ίδιο συναισθηματικό πράγμα το οποίο έβρισκα μικρότερος και με οδηγούσε προς το soundtrack και αυτές τις μελωδίες τις δυνατές με το μεγάλο συναισθηματικό βάρος το βρήκα στη μουσική αυτού του είδους. Το βρήκα πολύ περισσότερο εκεί και μπορεί να έχει να κάνει και με την ένταση, ότι οι δυναμικές αυτών των συγκροτημάτων ήτανε κάτι το οποίο ήτανε πιο βάτο σε σύγκριση, ας πούμε, με κάποιες ροκ μουσικές οι οποίες άκουγαν άλλα παιδιά και μεγαλύτεροι, τα οποία εμένα μου φαινόνταν λίγο ακαταλαβίστικα και ανώφελα, θορυβώδη, να το πω έτσι, σε αυτήν την ηλικία τώρα, στο Γυμνάσιο – λέω εγώ «θορυβώδη» τη ροκ, ενώ καθόμουνα μετά και άκουγα διπλό άλμπουμ Mahavishnu Orchestra, όπου μέσα είναι: «Γεια σας τονικότητα, αντίο»! Αυτό, νομίζω ότι ήτανε, αυτή η νταρκίλα, η ανάγκη αυτού του εφήβου παιδιού με τις συναισθηματικές, θα πω, ανησυχίες. Γιατί, αν το ψάξεις, η επανάσταση υπάρχει, υπάρχει στην οικογενειακή ιστορία, υπάρχει αυτό το: «Μεγάλωσα σε μια αριστερή οικογένεια», υπάρχουν τα αντάρτικα, τα οποία ήτανε τα πρώτα ελληνικά τα οποία έμαθα, υπήρχε, δηλαδή, αυτό το... όχι τόσο ότι έχω μια βάση, υπάρχει το ότι: «Φασίστες κακοί. Είμαστε ενάντια στον φασισμό, είμαστε ενάντια στην καταπίεση». Και δεν μπορείς εμένα να με καταπιέσεις, γενικά. Αυτό φάνηκε και στο ωδείο μετά: «Όχι, δεν θέλω να μελετήσω αυτό το είδος μουσικής, δεν με συγκινεί, βαριέμαι. Γεια σας, πάω να βρω πιο ενδιαφέροντα πράγματα». Παρόλα αυτά, μουσικά φαίνεται εμένα με ενδιέφερε περισσότερο η αναζήτηση, η εξερεύνηση. Το πιο δυνατό πράγμα από ένταση που θυμάμαι, άντε που να πεις ότι... –να μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση–, πρώτος δίσκος ο οποίος είχε και ένταση και τέτοιο, αλλά εκείνο τον καιρό δεν θα μπορούσα να πω ότι είναι ροκ, είναι ο πρώτος δίσκος των U2. Το «Sunday Bloody Sunday» δεν το λες ήσυχο κομμάτι. Παρόλα αυτά, το λες ροκ εκείνη την εποχή; Λόγω κουρεμάτων και λόγω εμφάνισης αυτούς τους τύπους τότε δεν μπορούσες να τους πεις ροκάδες, δεν ήτανε μακρυμάλληδες, ντυμένοι με πέτσινα και τέτοια, ήτανε περισσότερο στο πνεύμα εκείνης της εποχής που ήτανε το new wave. Σίγουρα, όμως, δεν παίζανε αυτόν τον ηλεκτρικό ήχο, ήτανε πιο κιθαριστική μπάντα, άρα αυτό τους έφερνε... τους «ροκάριζε». Αυτό θυμάμαι να ‘ναι η πρώτη δικιά μου επιλογή από μουσική με ένταση. Αργότερα, ήρθανε και άλλα πράγματα, είχα μια επαφή, ρε παιδί μου, με τον πιο μελωδικό κόσμο της ροκ, π.χ., πράγματα τα οποία ακουγόνταν στα πάρτι του Λυκείου. Εκεί αρχίσαμε να ερχόμαστε σε επαφή λίγο με ροκ κομμάτια, όπως ήτανε οι Scorpions, όπως ήτανε οι Deep Purple, οι Rainbow. Πολύ περισσότερο με ενδιαφέρανε αυτού του είδους οι μουσικές, η μελωδική μουσική, δηλαδή. Η μελωδία και οι αρμονίες της κρύβουνε πάντα ένα άλλο συναισθηματικό φορτίο, το οποίο με γοήτευε. Και οι Scorpions είναι αστέρια σε αυτό, δηλαδή, αυτά τα κομμάτια τα οποία βασιλέψανε στα ‘80s, που έχουνε κάνει καριέρα πάνω σε τρία ακόρντα, ξανά τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια, είναι κομμάτια μελωδικότατα, και, εντάξει, είναι μάστορες του είδους. Αργότερα, με τους Purple και τους Rainbow υπήρχε και η επαφή με το: «Ωπ, αυτοί έχουνε πλήκτρα! Ωπ, άρα εδώ έχει ψωμί, έχει κάτι να καθίσουμε να ψάξουμε λίγο, ευκαιρία κανένα “Highway Star”, κάνα “Child in Time”», βασικά πράγματα όπου τα πλήκτρα έχουνε τον πρώτο ρόλο. Την ίδια εποχή έρχονται οι Supertramp, κομμάτια τα οποία βασίζονται... όπου τα πλήκτρα έχουνε πρώτο ρόλο, είναι μπροστά. Παρόλα αυτά, οι Supertramp έχουν και κάποιες ενορχηστρώσεις οι οποίες τα ‘κανε σαν κομμάτια, παιχτικά τα ‘κανε πολύ πιο δύσκολα από ό,τι η ροκ μουσική. Γιατί είναι και το άλλο το πράγμα: Ένας πληκτράς σε μια ροκ μπάντα κάνει μια αφόρητα βαρετή δουλειά, αρκετά βαρετή δουλειά, να το πω –για να μην πω αφόρητα–, αλλά στα περισσότερα κομμάτια, άντε το πολύ πολύ που να κάνεις είναι χαλί από πίσω, να κρατάς συγχορδίες και τέτοια. Άντε αν τύχει και παίζεις κάνα κομμάτι Purple, μπορεί να υπάρχει κανένα σολάκι του Lord μέσα, μπορεί, γιατί δεν είναι σε όλα τα κομμάτια. Χαρακτηριστικά, ας πούμε, το σόλο στο «Highway Star», άντε στο «Child in Time», δεν έχει παρόλα αυτά ένα σόλο. Η διαφοροποίηση είναι ότι σε αυτές τις μουσικές μπορείς να αφήσεις όλο τον βασικό ρόλο, μπορείς να τον αφήσεις στους κιθαρίστες και στους τραγουδιστές και στους ντράμερ. Εσύ έχεις έναν δευτερεύοντα ρόλο εκεί: «Και τώρα, α, είναι η ώρα που θα σολάρεις. Α, έλα εδώ, ευκαιρία τώρα, πάμε». Ενώ οι Supertramp, τον πρώτο ρόλο, τον μπροστά-μπροστά, είναι στο πιάνο και στη φωνή και από πίσω είναι οι ενορχηστρώσεις τους, είναι αρκετά περίτεχνες. Άρα, πάει να πει ότι πρέπει να είσαι εσύ μπροστά και πρέπει οι από πίσω να παίξουν αυτόν τον ρόλο όλων των υπολοίπων οργάνων, πράγμα το οποίο στην επαρχιακή πόλη των Ιωαννίνων στα ‘80s, δεν υπήρχε κανένας που, κατά τη γνώμη μου, ήξερε ή θα ήθελε να κάνει αυτό το πράγμα. Αυτά.
Ενότητα 2
Φλερτάροντας με τους συγχρόνους ήχους: Τα Γιάννενα μεταξύ new wave και ροκ, η προτεραιότητα του αυτοσχεδιασμού
00:39:58 - 00:53:49
Κοινό της new wav[00:40:00]e, των ρευμάτων της new wave στα Ιωάννινα, στα γυμνασιακά σου χρόνια υπήρχε;
Ναι, υπήρχε έντονο. Και το αστείο ποιο είναι; Τώρα που τα σκέφτομαι αυτά, βλέποντας κάποια πράγματα τα οποία πώς εξελίχθηκαν, αν συγκρίνεις λίγο το κοινό του new wave και το κοινό των ροκάδων, οι ροκάδες ακούνε πράγματα που μουσικά τοποθετούνται τουλάχιστον δεκαπέντε με ίσως είκοσι χρόνια πιο πίσω, δηλαδή οι Purple, Gallagher, Rainbow, ξέρω γω, όλα αυτά τα πράγματα τοποθετούνται περισσότερο στα ‘70s. Οι νιουγεϊβάδες άκουγαν πράγματα τα οποία τοποθετούνταν στο τότε, δηλαδή ήτανε πράγματα τα οποία γινόταν τότε. Δηλαδή, εγώ λίγο παραστράτησα εκεί. Αλλά για να μη φύγω από την απάντηση, ναι, υπήρχε ένα κοινό. Βέβαια, ήτανε ένα κοινό το οποίο δεν μπορούσες να πεις ότι ήτανε καθαρά new wave, αυτό που σήμερα θα λέγαμε καθαρά goth. Εντάξει, θα φλερτάρανε και με την ντίσκο ή την ποπ, να το πούμε ντίσκο – όχι ντίσκο, ποπ μουσική περισσότερο, ενώ οι άλλοι ήτανε ροκάδες: μαλλιάδες, τζιν πέτσινα και τέτοια πράγματα.
Υπήρχε η γνώση ουσιαστικά όσων συμμετείχαν σε αυτούς τους χώρους ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές τάσεις, δύο διαφορετικά ρεύματα, δηλαδή, συγκριτικά η new wave με τη ροκ;
Κοίτα, στη δικιά μου ηλικία είναι πράγματα τα οποία έχουνε να κάνουνε, ρε παιδί μου, με τη δημιουργία του χαρακτήρα του εφήβου. Ο έφηβος ψάχνει κάποια πράγματα τα οποία μπορεί να θεωρήσει ότι είναι πράγματα τα οποία αποτυπώνουν τον χαρακτήρα του: «Α, εγώ είμαι ρόκας, είμαι με αυτήν τη μουσική, μ’ αρέσει αυτό το look, αυτά τα τραγούδια με εκφράζουνε περισσότερο». Έχει να κάνει με τη δημιουργία της προσωπικότητας σε αυτήν την εφηβική ηλικία. Σίγουρα υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι –μεγαλύτεροι, αρκετά μεγαλύτεροι–, οι οποίοι μπορούσαν να καταλάβω πολύ πιο ξεκάθαρα τις διαφορές. Αλλά όταν είσαι μέσα στο μουσικό γίγνεσθαι, δηλαδή όταν πλέον σε παρασέρνει αυτό το πράγμα και λες: «Πάμε να παίξουμε μουσική», οι επιλογές σου είναι λιγότερες, είναι φανερά λιγότερες. Παρόλα αυτά, στα ‘80s υπήρχανε δυο-τρία σχήματα τα οποία παίζανε εναλλακτική μουσική, του στιλ electro-pop ή φλερτάτανε με αυτήν την αισθητική, ξεκάθαρα υπήρχανε. Όπως υπήρχαν και άλλα σχήματα τα οποία φλερτάρανε με την πιο ροκ version ή υπήρχε η, να το πούμε, ροκ, υπήρχε και η πιο hard rock ή μέταλ, ας πούμε, τότε. Αυτά είναι δύο αρκετά διακριτά ρεύματα στα Ιωάννινα τον ‘80s. Υπάρχουν μουσικοί οι οποίοι κάνουν το ένα και κρατάνε λίγο το ύφος τους ατόφιο. Αργότερα, μπορείς να πεις ότι αυτά αρχίσανε και μπλέκανε. Άρα, μπορούσες να βγεις λάιβ, κι εγώ θυμάμαι να ‘χω βγει σε λάιβ και να ‘χω μέσα ένα ρεπερτόριο το οποίο ήταν: δύο κομμάτια των Sex Pistols, ένα κομμάτι του Eddie van Halen, το «Eruption», γιατί είχαμε κιθαρισταρά σε αυτό το λάιβ, δεν το συζητάμε, και ένα κομμάτι Rainbow, που τώρα, αν το κοιτάξεις αισθητικά τώρα, αυτά τα πέντε κομμάτια έτσι δεν κολλάει τίποτα το ένα με το άλλο, δεν έχει καμία σχέση. Αλλά ακριβώς επειδή εμένα με ενδιέφερε η εξερεύνηση και την εξερεύνηση την έβρισκα μέσα από συνεργασίες με... «Έλα να συνεργαστούμε με κάποιον καινούργιο», «Θα ‘θελα να παίξω με αυτόν» ή «Θα ‘θελα να παίξω με αυτόν» ή «Θα ‘θελα να παίξω με αυτόν», έτσι βγαίνουν αυτές οι επιλογές, δεν είναι του στιλ ότι: «Έλα να κάνουμε ένα συγκρότημα γιατί μέσα από αυτό το συγκρότημα θα κάνουμε καριέρα». Για μένα ήτανε το ότι: «Είμαι εγώ, ξέρω αυτόν τον ντράμερ, ξέρω αυτόν τον κιθαρίστα, μπορεί με αυτόν τον ντράμερ μαζί» –περισσότερο ήτανε με τον Λεωνίδα τον Πορίκη τότε–, «έλα να βρούμε και να κάνουμε μια συνεργασία με τον Γιώργο τον Χαϊδόπουλο», που θεωρούνταν ο τοπ μέταλ κιθαρίστας τότε. Έτσι βγαίνει αυτό το... Ενώ εμένα και τον Λεωνίδα μάς άρεσε περισσότερο αυτό το φλερτ με το ροκαμπίλι εκείνη την περίοδο, άρα μέσω ροκαμπίλι στο πανκ. Και οι Rainbow πού κολλάνε; Ε, κάπου έπρεπε να παίξω πλήκτρα, κάπου έπρεπε να παίξω κι εγώ πλήκτρα!
Εσύ αυτοπροσδιοριζόσουν;
Σαν τι; Δηλαδή;
Μουσικά, δηλαδή ότι: «Ανήκω σε αυτό, είμαι ρόκας, είμαι μπλούζας».
Όχι, όχι, δεν μπορώ να πω ότι αυτoπροσδιοριζόμουνα τόσο ξεκάθαρα σε ένα... δεν μπορούσα, εγώ αυτά τα πράγματα, τα καταλαβαίνω σαν αισθητικά ρεύματα ήδη από τότε. Όπως, σου λέω, είναι αρκετά δύσκολες οι επιλογές που έχεις τότε το να ασχοληθείς μουσικά. Τώρα, μιλάμε για ένα κοινό, για έναν χώρο και μια πόλη, όπου οι επιλογές σου του να παίζεις, αν παίζεις αυτές τις μουσικές, είναι εννοείται ερασιτεχνικές. Γιατί το επαγγελματικό, επαγγελματικά «Έλα να παίξουμε», έχει να κάνει σίγουρα ότι: «Κάτσε κάτω, μάθε λαϊκά, βγάλε ρεμπέτικα, βγάλε πρόγραμμα ρεμπέτικα». Τα σχηματάκια τα οποία παίζανε λαϊκά ή ρεμπέτικη μουσική μπορείς να πεις ότι ήτανε επαγγελματικά πιο προχωρημένα, είχαν ένα πολύ μεγαλύτερο ρεπερτόριο και ήτανε σε ένα αισθητικό είδος, ήτανε πολύ πιο πιστοί. Εμείς φλερτάραμε με πολλά τέτοια πράγματα. Μετά, στο Λύκειο, με το δεύτερο σχηματάκι, ας πούμε, που κάναμε, αρχίζω και γράφω, γράφουμε τα δικά μας τραγούδια. Το ύφος το οποίο θα παίξεις εξαρτάται αρκετά από τις τεχνικές δυνατότητες τις οποίες έχεις σαν παίκτης και από το τι όργανα είσαστε. Αν εγώ τύχαινε τότε, δηλαδή, να έχω μια φιλία με δύο κιθαρίστες και ξέρω και το τάδε παιδί το οποίο παίζει κλαρίνο, μπορεί και να βάζαμε μέσα και ένα κλαρίνο, το οποίο... Τι θα κάνει το κλαρίνο; «Ε, ξέρω γω, σόλαρε!», συγχορδίες δεν μπορεί να κρατήσει, ή θα παίξεις μια μελωδική γραμμή, ένα μοτιβάκι, εντάξει. Τα τραγούδια τα οποία έγραψα εκείνη την περίοδο, αυτά τα πρώτα τραγούδια τα οποία γράφαμε, αρκετά από αυτά τα τραγούδια είχανε ένα είδος δομής το οποίο σίγουρα θα έχει κάποιο μουσικό θέμα, ένα μοτίβο, μια μελωδία η οποία πρέπει να ‘ναι χαρακτηριστική. Υπάρχει μετά μια άλλη μελωδία, η οποία είναι η μελωδία της φωνής, είναι κομμάτια τα οποία είναι, π.χ., κουπλέ-κουπλέ-ρεφρέν. Εμένα μ’ άρεσαν και οι γέφυρες. Κάπου θα έβαζα μια γέφυρα. Σε κάποιο σημείο, κάπου θα υπήρχε μια γέφυρα, ένα μέρος στο οποίο παρουσιάζεται ένα μουσικό πράγμα το οποίο μπορεί να μην έχει ξανακουστεί μέχρι εκείνη τη στιγμή και συνδέει δύο διαφορετικά μέρη μέσα σε αυτό το κομμάτι, κάπου στη μέση ή κάπου στα τρία τέταρτα, κάπως έτσι. Πώς το λένε αυτόν τον κανόνα; Αυτό που το βλέπουμε και στην Ακρόπολη, που τοποθετείς κάτι; Fibonacci. Fibonacci series. Ε, κάπου εκεί θα πρέπει να την τοποθετήσεις, ξέρεις, δηλαδή, ότι τη γέφυρα δεν τη βάζεις ακριβώς στη μέση, δεν μπαίνει η γέφυρα ακριβώς στη μέση, είναι ένα ξεχωριστό σημείο αυτής της σύνθεσης, άρα πρέπει να μπει κάπου πέρα από τη μέση, προς το τέλος. Και αυτό είναι πάλι Fibonacci series, κάπως έτσι βγαίνει, σαν αυτόν τον κανόνα.
Οι πειραματισμοί, δηλαδή, γινότανε... ουσιαστικά ήτανε κάτι το οποίο ήτανε πρακτικό, δεν ήτανε θεωρία;
Ναι... Όχι, το να αρχίσεις τον πειραματισμό από τη θεωρία, ουά, είναι κάτι πολύ πολύ αργότερα, είναι κάτι μάλιστα το οποίο μπορώ να σου πω ότι το έβλεπα σε κάποιους παίκτες στα Γιάννενα, αλλά για εμένα ήτανε... δηλαδή, αν προσπαθούσαν να μου εξηγήσουν τι γινόταν, ήταν κάτι το οποίο δεν έβγαζε νόημα, δεν μπορούσα να ακολουθήσω αυτήν τη γραμμή σκέ[00:50:00]ψης. Για μένα η μουσική ήτανε πάντα κάτι πρακτικό, είτε αυτοσχεδιάζουμε... δηλαδή αυτό ήτανε το καλό το οποίο με βοήθησε, ή ότι στην αρχή ασχολήθηκα με αυτά τα παιδιά και παίξαμε μαζί με αυτά τα παιδιά, τα οποία παίζανε – θέλανε, να το πούμε, να παίζουνε πράγματα τα οποία έχουνε να κάνουνε και με την τζαζ, έχουνε να κάνουνε με τη μπλουζ. Η σημαντικότητα του αυτοσχεδιασμού ήτανε κάτι το οποίο εμένα με απελευθέρωσε και μου ‘δωσε πάρα πάρα πολύ ενδιαφέρον. Δηλαδή, μπορεί να κάτσω εγώ, ένας μπασίστας και ένας ντράμερ και να παίζουμε ώρες, ώρες, ώρες, απλά αρχίζοντας με ένα στιλ ότι: «Πάμε», ένα μοτιβάκι, ένα κάτι και εκεί και αυτοσχεδιάζουμε, αυτοσχεδιάζουμε, αυτοσχεδιάζουμε, αυτοσχεδιάζουμε, και από εκεί θα βγει κάτι. Είναι λίγο σαν γυμναστική, μουσική γυμναστική. Αλλά, ναι, δεν άρχιζε με το: «Παιδιά, θα βάλουμε αυτόν τον όρο, τέτοιο», «Παιδιά, θα κάνουμε αυτήν τη σύνθεση» και τέτοιο, όχι. «Πάμε παιδιά, πάμε να παίξουμε» και υπάρχει μέσα αυτοσχεδιασμός. Σε αντίθεση, π.χ., με πολλά από τα ροκ, το τυπικό ροκ συγκρότημα, το οποίο δεν αντιλαμβανότανε ποιος είναι ο ρόλος του αυτοσχεδιασμού: «Εγώ ξέρω ότι ο Blackmore σε αυτό το κομμάτι έχει αυτό το σόλο, εγώ θα κάτσω και θα βγάλω αυτό το σόλο». «Καλά, κάτσε, πέρα από αυτό το σόλο δεν;». «Δηλαδή;». «Δηλαδή, πάρε, ρε παιδί μου, δύο συγχορδίες και μπες πάνω με μια κλίμακα, ξέρω γω, έναν δρόμο και αυτοσχεδίασε». Δεν, για τον ροκά, τον μουσικό ρόκα αυτό ήτανε κάτι το οποίο δεν γινόταν αντιληπτό, νομίζω, ή τουλάχιστον με τους ροκ μουσικούς τους οποίους καταλαβαίνω εγώ, ήτανε κάτι το οποίο τους φαινότανε λίγο αφύσικο. Ενώ, αν το σκεφτείς, με πιο παραδοσιακούς παίκτες, με τους ρεμπέτες, ας πούμε, που είπαμε πρώτα ή με τους λαϊκούς, τέτοιο, αυτοί τον αυτοσχεδιασμό τον έχουνε μέσα στις πρακτικές τους. Ε, ο ροκάς δεν τον έχει: «Εγώ ξέρω, ρε φίλε, ότι πρέπει να βγάλουμε το “Paranoid”. Το “Paranoid” δεν έχει σημείο», ξέρω γω, «του αυτοσχεδιασμού» ή στο πανκ ρεπερτόριο ή/και στο new wave.
Έχεις να προσθέσεις κάτι άλλο πάνω σε αυτό για τον αυτοσχεδιασμό;
Τίποτα, ότι είναι από τα σημαντικά πράγματα τα οποία έγιναν, από τα κίνητρα τα οποία καθόρισαν τον τρόπο τον οποίο λειτουργούσα σαν μουσικός, ότι θέλω να ψάχνω. Ναι, με ενδιαφέρει το ρεπερτόριο, ναι, με ενδιαφέρει να ξέρω τραγούδια, διαφορετικά τραγούδια, κάθε τραγούδι το οποίο μαθαίνεις ήτανε κάτι το οποίο κερδίζεις, με ενδιαφέρει και γιατί τραγουδούσα, πάντα τραγουδούσα. Αλλά, μουσικά, όταν αργότερα χρειάστηκε να ψάχνομαι, να φτιάχνω δικά μου πράγματα, να συνεργάζομαι με άλλους, τέτοιο, πάντα λειτουργούσα με το: «Ναι, μου φαίνεται βαρετό το απλά να αντιγράψω αυτό το οποίο παίζουνε οι άλλοι στην κασέτα, που, έτσι κι αλλιώς, κοίτα να δεις, αυτοί μπορεί να βρίσκονται σε ένα στούντιο, να είναι διαφορετικά μέλη από αυτά που είμαστε εμείς, με διαφορετικές τεχνικές ικανότητες, έχει νόημα να προσπαθήσουμε να ακολουθήσουμε ακριβώς αυτό το οποίο κάνουν αυτοί;» ή «Αξίζει τον κόπο να δοκιμάσουμε; Να δοκιμάσουμε, να δούμε, μπορεί και να μη λειτουργήσει». Εγώ ήμουν πάντα του: «Ας δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό και ας μη λειτουργήσει, ας δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό».
Ενότητα 3
Η μουσική σκηνή των '80s στα Ιωάννινα, η πολλαπλή αξία των λάιβ και η περιπλάνηση στα δισκάδικα της πόλης
00:53:49 - 01:12:37
Γενικότερα, πώς θα περιέγραφες την κατάσταση στα Ιωάννινα της δεκαετίας του ‘80, όσον αφορά τα μουσικά δρώμενα;
Κοίτα, εγώ σε μια ηλικία, δηλαδή, από τότε μιλάμε για μένα είναι το Γυμνάσιο και το Λύκειο – έτσι; Είναι αυτή η ηλικία. Συναυλία ήτανε κάτι το οποίο συνέβαινε σπάνια, μία-δυο φορές τον χρόνο, και όταν είσαι και σε μια μικρή ηλικία, δεν πάει να πει ότι είναι και εύκολα, μπορείς να πας σε μια συναυλία μόνος σου. Άρα, πας λίγο με την παρέα, στην ηλικία του Γυμνασίου, αλλά συναυλίες, δηλαδή, από συγκροτήματα ήτανε αυτές οι κλασικές, ιστορικές συναυλίες που συμβαίνουν στα Γιάννενα στα ‘80s. Δηλαδή, οι Castle Ghosts στο «Παλλάδιο», όπου είναι ένα σημαντικό σημείο, όπου εγώ καταλαβαίνω πόσο με επηρεάζει η λάιβ μουσική και η ροκ μουσική παιγμένη λάιβ. Δηλαδή, αν κι εγώ ήμουνα με μια παρέα σε αυτήν τη συναυλία που ήτανε παρέα νιουγεϊβάδων, εγώ είχα ρίξει ένα headbanging που δεν μπορούσα να σταματήσω! Γιατί υπάρχει και το άλλο: ο νιουγεϊβάς δεν χορεύει, δηλαδή ο γκοθάς-νιουγεϊβάς εκείνου του στιλ δεν χορεύει εκφραστικά. Χορεύει λίγο χοροπηδώντας τελείως όρθιος, χωρίς χέρια –πώς το λένε;– να ξεχωρίζουν από το σώμα, λίγο ακίνητος, σαν κάποιον, ρε παιδάκι μου, που έχει πάθει κρίση αυτιστική και δεν κουνιέται. Ε, σε εκείνη την συναυλία, που μπορεί και να μην ήτανε τα πιο τέλεια παιγμένα κομμάτια, είχαν, όμως, αυτόν τον αέρα, το ρεπερτόριό τους ήτανε καθαρά hard rock ρεπερτόριο. Ή έριξα ένα headbanging, γιατί θυμάμαι χαρακτηριστικά παιδιά λίγο μεγαλύτερα που ήτανε στην ίδια παρέα να μου κάνουν παρατήρηση: «Ε, ρε! Πώς κάνεις έτσι; Τι κάνεις έτσι, ρε; Τι σε έπιασε; Τι είναι αυτό; Μεθυσμένος είσαι;». Τότε, δεν ξέρω τι με είχε συνεπάρει, τελείως. Άρα, υπάρχουν αυτές οι κλασικές συναυλίες. Το καλοκαίρι γινότανε... Αυτά πρέπει να είναι γύρω στα... από το ‘83, εκεί, εκεί είχαμε γνωριστεί, στα Λιθαρίτσια γινότανε κάποια... τότε εγώ τα θυμάμαι με τον τίτλο «Free Live». «Free Live» από την άποψη ότι ήτανε free και μπορούσαν να ‘ναι τα συγκροτήματα, να συμμετάσχουνε δωρεάν. O Δήμος έβαζε μια εξέδρα, έβαζε τη μικροφωνική κάλυψη, παρείχε, δηλαδή, κάποιον ηχητικό εξοπλισμό και ήτανε ένα μέρος όπου ανέβαινες εκεί πάνω και μπορούσες να παρακολουθήσεις τοπικά σχήματα να παίζουν. Μεγάλες συναυλίες ροκ μουσικής ή alternative μουσικής δεν υπήρχανε στα Γιάννενα, δεν ήτανε κάτι. Θυμάμαι ένα λάιβ, νομίζω, θυμάμαι να περνάω απέξω από το «Παλλάδιο» και να βλέπω τη διαφήμιση ενός λάιβ, νομίζω των Sharp Ties τότε –νομίζω, δεν είμαι 100% σίγουρος, αν δεν ήτανε οι Sharp Ties, ήτανε κάποιο άλλο ελληνικό συγκρότημα της εποχής, αλλά νομίζω ότι ήτανε οι Sharp Ties–, άρα ήτανε κάποιες συναυλίες οι οποίες γινότανε, λίγες συναυλίες τον χρόνο, και γινότανε από ντόπια σχήματα. Δύο συναυλίες τον χρόνο το πολύ, αν όχι μία, γινότανε και από τον ΟΗΘ στο «Καμπέρειο», πιο χαρακτηριστικά. Άρα, αυτό ήτανε λίγο-πολύ το συναυλιακό ρεπερτόριο των ‘80s, αυτό τουλάχιστον θυμάμαι εγώ χαρακτηριστικά.
Ποιες προσωπικές ανάγκες ήθελες να καλύψεις πηγαίνοντας σε ένα λάιβ;
Προσωπικές ανάγκες να καλύψω; Καταρχήν, ήτανε κάτι το οποίο είχε να κάνει με ζωντανή μουσική η οποία παιζόταν, άρα ήτανε κάτι το οποίο πήγαινες εκεί να δεις, να δεις τα πάντα. Από τη στιγμή την οποία αρχίζω και εγώ και ανακατεύομαι με σχήματα τέτοια, είναι σίγουρα η περιέργεια και για θέματα του πώς παίζει ο ένας, πώς παίζει ο άλλος, εξοπλισμό: «Αυτός έχει μια Stratocaster αμερικανική, ο άλλος έχει ένα jazz bass», ξέρω γω, «Fender, τα πλήκτρα αυτουνού είναι Roland» και «Α! Είδες το συνθεσάιζερ το οποίο είχε;!». Τα Roland ήτανε τότε το όνειρο, το οποίο το έβλεπες μόνο άντε... Θυμάμαι χαρακτηριστικά που λέγαμε πρώτα για το Fame. Στο Fame υπάρχει αυτός ο χαρακτήρας ο οποίος είναι ο πληκτράς-συνθέτης και τέτοιος, «Αυτός έχει πάρα πολλά σύνθια και είναι το να τον κοιτάς...», «Όταν έχεις όλα αυτά τα σύνθια τριγύρω σου...», ή που είχα δει, ας πούμε, αποσπάσματα από μια συναυλία του Παπαθανασίου, ο Παπαθανασίου είχε ένα κάρο σύνθια. Ή ο Jean-Michel Jarre: πολλά σύνθια, πολύ εξοπλισμό, πολύ τέτοιο. Και, φυσικά, αυτά πού και πού μαθαίναμε και τις τιμές και τέτοια, ήτανε πράγματα τα οποία ήτανε αστρονομικά απλησίαστα για εμά[01:00:00]ς, ήτανε πάρα πάρα πάρα πολύ μακριά. Αυτά. Και σίγουρα ότι μπορεί να ακούσεις και κάποια κομμάτια τα οποία σε συγκίνησαν και μετά να ρωτήσεις κάποιον: «Το τάδε κομμάτι το οποίο παίξανε ποιο ήταν, τι είναι;» και από εκεί να ψάξεις να βρεις ίσως σε ένα δισκάδικο, να πας να ζητήσεις αν το έχουν, να σ’ το γράψει σε μια κασέτα για να το έχεις να το ακούς. Δεν υπάρχει ίντερνετ ή κάτι τέτοιο τόσο εύκολα να καθίσω: «Ωπ, τι ήτανε αυτό που άκουσα; Έλα εδώ, YouTube, το βρήκαμε». Θέλει μια κάποια έρευνα μέχρι να βρεις το πράγμα το οποίο άκουσες. Αυτά κυρίως, δεν μου έρχεται κάτι άλλο στο μυαλό.
Μπορείς να μου περιγράψεις πιο αναλυτικά με ποιον τρόπο έψαχνες να βρεις τη μουσική που σε εκφράζει σε ένα δισκάδικο;
Αν ήξερες τα κομμάτια τα οποία ήθελες, πήγαινες πολύ πολύ συγκεκριμένα. Τότε ήτανε ο Kώτσης στην 28η Οκτωβρίου, ήτανε το βίντεο κλαμπ μέσα στη Στοά Ορφέα, που ήτανε και πολύ μπροστά για την εποχή του, γιατί ήτανε το πρώτο δισκάδικο –παρένθεση–, ένα πολύ μοντέρνο και αρχιτεκτονικά μέσα, το ξέρω γιατί ο πατέρας μου σχεδίασε και όλο το εσωτερικό, αλλά ήτανε και το πρώτο μέρος όπου υπήρχε μια οθόνη και έπαιζε βιντεοκασέτες από λάιβ συγκροτήματα, και παίζει να είχε MTV; Νομίζω όχι, γιατί το MTV είναι πολύ αργότερα , αν δεν κάνω λάθος, γιατί θυμάμαι χαρακτηριστικά να είμαι στην Ιταλία το ‘87 και εκεί έρχομαι σε πρώτη επαφή με κανάλι τηλεοπτικό το οποίο ασχολείται μόνο με μουσική και παίζει μουσικά τέτοια, δεν ήταν το MTV, ήταν ένα άλλο κανάλι Μusic-κάτι, και μετά, αν όχι αυτό, γίνεται το MTV, αλλά το MTV κάπου εκεί είναι, στα ‘90s νομίζω είναι, δεν είναι πριν. Αυτό. Άρα, ξέρεις ότι ψάχνεις το τάδε κομμάτι, π.χ., το οποίο μπορεί να μην έχεις κιόλας και μπορεί να μην ψάχνεις ολόκληρο τον δίσκο, πολύ πολύ συχνά. Εμένα, ας πούμε, δεν με ενδιαφέρανε απαραιτήτως... μπορεί να με ενδιέφερε, π.χ., ένα συγκεκριμένο κομμάτι των Saxon. Πώς κολλήσαν οι Saxon; Ε, γιατί είχανε «Crusader». Οι Saxon είναι μια περίεργη, δεν ξέρω αν μπορεί να θεωρηθεί μέταλ μπάντα, σίγουρα hard rock, αν όχι μέταλ, αλλά είχανε αυτό το συγκεκριμένο κομμάτι, το «Crusader», το οποίο εμένα μ’ άρεσε. Αλλά εγώ μπορεί να πήγαινα και να έκανα μια επιλογή: «Θέλω το τάδε κομμάτι των Saxon, μετά θέλω το “Always Somewhere” των Scorpions, μετά θέλω τo “Goldfinger” από τα κομμάτια των ταινιών του “James Bond” και μετά θέλω αυτά τα τρία κομμάτια από το Ο Bιολιστής στη στέγη – Fiddler on the Roof» –με τον Topol, που είναι μιούζικαλ– «και μπορεί να θέλω μετά και ένα electro-pop τάδε κομμάτι ή αυτά τα δύο κομμάτια του Jean-Michel Jarre. A! Κι άμα το έχεις πρόχειρο, βάλε και τους “Δρόμους της φωτιάς” του Βαγγέλη Παπαθανασίου»! Ένα τουρλού γενικά από τέτοια πράγματα. Πήγαινες εκεί, σε κοιτούσε με ένα περίεργο μάτι: «Ναι, κάτσε να σημειώσω. Αυτά; Θα πιείτε τίποτα, μια Coca-Cola, μια μπύρα, να βάλω και ένα τζατζικάκι παιδιά, καμιά σαλάτα;»! Αυτά. Και μπορεί να ήτανε αυτά ηχογραφημένα στη μία πλευρά της κασέτας και στην άλλη πλευρά της κασέτας να μην υπήρχε τίποτα και να πήγαινες εσύ σε έναν φίλο σου που είχε τον δίσκο και να έγραφες το τάδε. Θυμάμαι, χαρακτηριστικά, που είχα, γιατί τότε είχαμε τα walkman, τα walkman ήτανε ο τέλειος τρόπος να απομονωθείς καθώς, π.χ., πήγαινες το πρωί ή γυρνούσες το μεσημέρι με τα πόδια. Εγώ έμενα στην πλατεία Πάργης και πήγαινα σχολείο, π.χ., Γυμνάσιο πήγαινα στη Ζωσιμαία, ήτανε μια καλή περπατάδα και το πήγαινε και το έλα ήτανε ένας ωραίος περίπατος. Αλλά ήτανε και μια τέλεια ευκαιρία να έχεις το walkman και να ακούς αυτά τα κομμάτια. Και θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά ότι έχω μια επιλογή, μια κασέτα η οποία είναι κάπως έτσι, με τέτοια κομμάτια τα οποία σου περιέγραψα και από τη δεύτερη πλευρά μπορεί να ‘χε τρία κομμάτια από τους Catch, δύο κομμάτια U2 και μπορεί να είχε μέσα και το «Hocus Pocus» των Focus. Μιλάμε, δηλαδή, για, έτσι, ένα μιξ από μουσικές ιδέες. Φυσικά, δεν πάει να πει ότι την κασέτα την ακούς ολόκληρη, ένα κομμάτι, ας πούμε, που σ’ αρέσει πολύ μπορεί να γυρνάς μετά πίσω και να το ξανακούς και να το ξανακούς και να το ξανακούς και να το σιγοτραγουδάς κιόλας, ενώ περπατάς, ξέρω γω, προς το σπίτι. Φαντάζομαι αυτήν την εικόνα για κάποιον ο οποίος είναι απέξω και να βλέπει κάποιον, ας πούμε, ειδικά αν τραγουδούσε κάνα Saxon με αυτήν την ψιλή φωνή [μιμείται τη φωνή], θα είχε πολύ γέλιο. Κάτι τέτοιο.
Και με ποιον τρόπο ενημερωνόσουν για τις νέες μουσικές παραγωγές και κυκλοφορίες δίσκων;
Α, δεν μπορώ να σου πω ότι το έψαχνα πολύ, δηλαδή και αργότερα εμένα αυτό το οποίο με ενδιέφερε δεν ήτανε ποτέ τα νέα κομμάτια που βγήκαν ή «Ο τάδε καλλιτέχνης έβγαλε καινούργια δίσκο», ποτέ δεν ακολούθησα έναν καλλιτέχνη, έτσι, να πω ότι: «Ου, βγάλανε καινούργιο δίσκο!». Αυτά είναι πράγματα τα οποία γίνανε πολύ πολύ αργότερα ή, επειδή ο αδερφός μου ήτανε κολλημένος με κάποιους καλλιτέχνες, ήτανε πράγματα τα οποία γινόντανε παράπλευρα. Δηλαδή, αγόραζε ο Άρης τον καινούργιο δίσκο, ο Άρης, ο αδερφός μου, είχε μανία, π.χ., με τον Bryan Adams. Όταν θα έβγαινε καινούργιος δίσκος του Bryan Adams, ο Άρης θα τον είχε αμέσως. Αργότερα, με άλλα συγκροτήματα, μανιακά, και μετά τους έλιωνε τους δίσκους. Θέλοντας και μη εγώ αναγκαστικά, ειδικά όταν μείναμε μαζί μια περίοδο στην Αθήνα όπου αυτός πήγε στο κολλέγιο και εγώ πήγα στο Ελληνικό Ωδείο, εγώ μουσική δεν άκουγα, να σ’ το πω τόσο απλά, σταμάτησα να ακούω μουσική, γιατί εκεί υπήρχε συνέχεια μουσική από τον Άρη, συνέχεια, έπαιζε συνέχεια μουσική, μα συνέχεια μουσική! Εγώ στη ζωή μου δεν ακούω πολλή μουσική. Έχω τόση μουσική, θεωρώ ότι έχω τόση μουσική μέσα στο κεφάλι μου, το κεφάλι μου είναι ένα ασταμάτητο πράγμα από μελωδίες, είναι τόσο πολύ που μερικές είναι φορές είναι πολύ πολύ δύσκολο να κατεβάσω διακόπτη και να μην υπάρχει μουσική στο μυαλό μου, δηλαδή ακόμη και όταν προσπαθείς να σβήσεις πολύ πολύ εύκολα, εδώ μέσα υπάρχουν μελωδίες, και δεν σου λέω μία μελωδία, μιλάμε για μελωδίες οι οποίες τριγυρνάνε ασταμάτητα, «κουνούπια» [μιμείται τον ήχο]. Αυτό. Δεν ενημερωνόμουνα, πήγαινα και έψαχνα πράγματα σπάνια, αυτό είναι κάτι το οποίο με το που έφυγα απ’ τα Γιάννενα άρχισα να το εφαρμόζω πάρα πολύ, ειδικά σε αυτόν τον τομέα της fusion μουσικής, δηλαδή πήγαινα και έψαχνα συγκεκριμένους καλλιτέχνες. Αν έμπαινα σε ένα δισκάδικο, θα πήγαινα πρώτα στον τομέα τζαζ και θα έψαχνα εκεί να δω μήπως βρω κάτι το οποίο δεν έχω ξαναδεί, γιατί δεν είναι και ότι μπορούσαμε να έχουμε τις πληροφορίες, ας πούμε, του τι δίσκους έχει βγάλει ο τάδε καλλιτέχνης, πόσους δίσκους έχει, τι έχει κυκλοφορήσει, τι δεν έχει κυκλοφορήσει. Αυτά δεν ήξερα πώς θα μπορούσα να τα βρω ούτε είχα κάποιον φίλο ο οποίος ασχολούνταν τόσο πολύ με αυτά ώστε να ξέρει, π.χ., ότι: «Ο», ξέρεις, «τάδε έχει βγάλει αυτόν τον δίσκο, έχει βγάλει αυτόν τον δίσκο, έχει βγάλει αυτόν τον δίσκο». Λέγοντάς το αυτό, εντάξει, με το που είχε τελειώσει το Λύκειο, είχα σχεδόν ακούσει όλη τη δισκογραφία του Rory Gallagher, είναι ο πρώτος, ο Gallagher είναι η γέφυρα μεταξύ μπλουζ και ροκ μουσικής, είναι ένας πολύ πολύ μοναδικός καλλιτέχνης, και δεν είναι μόνο αυτά τα δύο χαρακτηριστικά, είναι φυσικά και το ιρλανδικό φολκ στοιχείο, το οποίο είναι πολύ έντονο μέσα του. Ο Gallagher καταφέρνει και συνδυάζει αυτά τα πράγματα με καταπληκτικό τρόπο. [01:10:00]Δεν είναι τόσο τα χιτάκια τα οποία εμένα με ενδιαφέρανε, δεν είναι το «Shadow Play» και το «Moonchild» και το «Do You Read Me» τα οποία με συγκινούσαν, eμένα με συγκινούσαν πάρα πολύ οι μπαλάντες του, πάρα πάρα πολύ, τα πάρα πολλά κομμάτια τα οποία παίζει σε ένα πιο φολκ στιλ που δεν ακολουθούν απαραίτητα το δωδεκάμετρο μπλουζ. Δεν έχει πολλά δωδεκάμετρα ο Rory. Έχει, έχει μέσα στοιχεία από δωδεκάμετρα, αλλά κάνει δικές του συνθέσεις, δηλαδή ανακατεύει και κάνει ένα πολύ ωραίο κράμα – να, κάτι άλλο που είναι πάλι fusion. Άρα, τη δισκογραφία του Rory την ήξερα. Και το λέω αυτό χαρακτηριστικά γιατί ο προτελευταίος δίσκος του, το Defender βγαίνει και το αγοράζω στην Ιταλία και είμαι ο πρώτος, όταν γυρνάω τα Χριστούγεννα εδώ έχω το Defender το οποίο δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα στην Ελλάδα και το φέρνω εδώ στον τότε φίλο μου και συμμουσικό και μανιακό του Gallagher, αυτόν που έμαθε τον Gallagher, τον Κώστα τον Φωτίου, και: «Ω! Έχεις το Defender!», «Όντως, έχω το Defender», ήτανε χαρακτηριστική στιγμή: «Αυτός είναι ο δίσκος», ξέρω γω, «Ω! Πού το βρήκες;!». Είχα και κάτι άλλους συλλεκτικούς δίσκους, αλλά ήτανε πιο τζαζ, πιο περίεργα πράγματα. Και νωρίτερα, και στον καιρό της new wave, αυτά τα δισκάδικα των Ιωαννίνων είχανε πάντα και κάποιους δίσκους οι οποίοι ήτανε, εννοείται, εισαγωγής, δηλαδή κάποιοι τίτλοι μπορούσαν να βρεθούν μόνο από εισαγωγές. Υπήρχε και εκείνο το μικρό δισκάδικο, που είναι... δεν θυμάμαι, αυτό το δρομάκι κάτω απ’ τα Λιθαρίτσια, εκεί που είναι η Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, αυτός είχε κυρίως δίσκους εισαγωγής. Είχε μια πολύ πλούσια δισκογραφία στην τζαζ και στη fusion και στη world music, η οποία ήτανε πάρα πολύ ενδιαφέρον, αλλά ήτανε πανάκριβοι αυτοί οι δίσκοι. Άρα, ήτανε πράγμα τα οποία, ε, εντάξει το σκέφτεσαι λίγο. Ή θα πάρεις χορδές ή κάτι τέτοιο ή δεν θα πάρεις χορδές για μήνες τώρα για να πάρεις τον τάδε δίσκο, ούτε μου έρχεται στο μυαλό.
Ενότητα 4
«Στο μυαλό μου υπάρχει συνέχεια μουσική»: οι διάφοροι τρόποι της σύνθεσης ενός κομματιού
01:12:37 - 01:31:10
Όταν λες ότι έχεις συνέχεια μουσική στο μυαλό σου τι εννοείς;
Υπάρχει συνέχεια στο μυαλό μου, μελωδίες, ηχοχρώματα, μοτίβα, κάτι το οποίο έχω ακούσει, κάτι το οποίο με προβληματίζει για το τι θέλω να κάνω, μπορεί να είναι κάτι που άκουσα, μπορεί να είναι κάτι το οποίο έπαιξα, μπορεί να είναι κάτι το οποίο δουλεύω, είναι συνέχεια μέσα στο κεφάλι μου, υπάρχει πολύς θόρυβος μέσα στο κεφάλι μου. Είναι πολύ δύσκολο για μένα να ησυχάσει το μυαλό μου. Αυτό. Είναι ηχοχρώματα, είναι νότες από δω, είναι συγχορδίες σε μια κιθάρα, είναι μια γραμμή σε εκκλησιαστικό όργανο, είναι ένα χορωδιακό μέρος, είναι μια σκηνή από την τάδε ταινία ή το τάδε teaser το οποίο έχω δει από κάποιο σεμινάριο, είναι: «Α! Ξαφνικά θυμήθηκα εκείνο το μοτιβάκι το οποίο, α, δεν μου ερχόταν τόσο καιρό και μου, α, ήρθε εκείνη τη στιγμή». Έχει θόρυβο το κεφάλι μου!
Και η διαδικασία της μουσικής σύνθεσης ποια είναι ενός νέου κομματιού;
Ου! Δεν υπάρχει ένας κανόνας, τουλάχιστον δεν υπάρχει, αυτό σ’ το λέω τώρα πλέον. Κάποτε θα μπορούσα να σου πω ότι, πολύ πολύ μικρός: «Α, δεν έχω έμπνευση» ή «Έχω έμπνευση» ή «Ξαφνικά μου ‘ρθε αυτό». Η διαδικασία της σύνθεσης είναι κάτι, όπως λες κάποιος είναι ένας τεχνίτης, κάποιος είναι ένας ηλεκτρονικός ο οποίος έχει αναλάβει να φτιάξει αυτό το κύκλωμα. Μπορεί να ‘ναι κάποιος να σου δώσει κάποιος στίχους ή να δουλέψεις με κάποιους στίχους, άρα να αρχίσεις απ’ τους στίχους, να βάλεις αυτά τα λόγια, να τα κοιτάξεις και να αρχίσεις να πειραματίζεσαι και να δεις τι θα βγει από εκεί, πώς θα το βγάλεις, μπορεί να έχει να κάνει με το εσύ τι θέλεις να επικοινωνήσεις, γιατί δεν πάει να πει ότι, ας πούμε, ένα σετ στίχων μπορεί εύκολα να είναι ένα ροκ κομμάτι, μπορεί να είναι και μια απόπειρα σε κάτι πολύ πιο σύνθετο, σαν ένα κομμάτι από το West Side Story. Μου έρχεται στο μυαλό, γιατί στα διακόσια χρόνια από την Απελευθέρωση των Ιωαννίνων, με το Δημοτικό το οποίο δούλευα και με τη Σίλια την Οικονόμου, η οποία είναι ένας πολύ ταλαντούχος άνθρωπος και θεατρικά και συγγραφικά, δηλαδή έχει αυτήν την ικανότητα να παίξει με τον στίχο, να φτιάξει τον στίχο, εγώ το παίρνω αυτό το πράγμα και είχα ένα blank scart – όχι ένα blank scart, «Δοκίμασε να με περιορίσεις αν θέλεις, δεν περιορίζομαι». Και γράφτηκαν πέντε-έξι τραγούδια original, τα οποία βγήκανε σε μια παράσταση στο Πνευματικό Κέντρο από μια ορχήστρα, εντάξει, σχολική ορχήστρα, μαθητές φαντάσου, το ότι, όμως, είναι τραγούδια για ένα σχολείο, δεν πάει να πει ότι είναι απαραίτητα ξέρεις τραγούδια τα οποία είναι [μιμείται-παρωδεί τα παιδικά τραγούδια], καθόλου, καθόλου. Με μια έξυπνη ενορχήστρωση κάνεις ένα κομμάτι πολύ πολύ ενδιαφέρον και δεν πάει να πει ότι επειδή είναι παιδιά δεν μπορούν να καταφέρουνε κάτι πιο περίπλοκο, το θέμα είναι πώς θα το διαχειριστείς εσύ. Κάνεις πρόβες με διαφορετικά σύνολα πολλές φορές. Έτσι βγήκαν αυτές οι παραστάσεις. Αν ήτανε κάτι που ήτανε πιο περίπλοκο, έχεις ένα, δύο, τρία, τέσσερα, ξέρεις, που ξέρεις ότι είναι πολύ καλές φωνές. Σε αυτά τα πλαίσια πάντα θα υπάρχει αυτή η διαφοροποίηση, μπορείς να το κάνεις αυτό, να έχεις έναν σολίστα και σίγουρα ένα μέλος το οποίο είναι χορωδιακό. Γιατί; Για να υπάρχει συμμετοχή από όλα τα παιδιά, όλα τα παιδιά κερδίζουν από αυτό. Σίγουρα υπάρχουνε κάποιοι παίκτες μέσα σε αυτό το σχολικό περιβάλλον που είναι από ελάχιστα μέχρι πιο ταλαντούχοι, και μπορεί να χρησιμοποιήσω έναν ή δύο επαγγελματίες μουσικούς σε κάποια όργανα, σε κάποια ηχοχρώματα τα οποία θέλω, και τα υπόλοιπα είμαι εγώ και πιθανόν κάποιος άλλος δάσκαλος ή δασκάλα η οποία μπορεί να παίζει ένα όργανο. Και συνήθως έχουμε κάτι τέτοιο. Επίσης, πάνω σε αυτό το τέτοιο εγώ μπορεί να έχω κάποια μέρη τα οποία είναι προηχογραφημένα και εμείς να παίζουμε ζωντανά πάνω σε αυτά τα προηχογραφημένα μέρη, και αρκετές παραστάσεις έχουνε γίνει έτσι. Αυτός είναι ένας τρόπος. Ο άλλος ο τρόπος είναι να σου έρθει κάποιος και να σου πει: «Κοίτα να δεις, έχω μια μελωδία». Πάλι σε αυτό το σχολικό περιβάλλον έχουν γίνει πολλά τραγούδια έχουν γίνει έτσι, με το κάποιος να τραγουδάει μια μελωδιούλα [τραγουδάει ένα παράδειγμα]. Εγώ θεωρώ τον εαυτό μου καλό τεχνίτη σε αυτά τα πράγματα, δηλαδή εκεί δεν είναι τόσο το... ναι, είσαι ταλαντούχος, πάει να πει ότι αφομοιώνεις με κάποια ευκολία, επίσης ερμηνεύεις με κάποια ευκολία, αντιλαμβάνεσαι πολύ πιο γρήγορα κάτι το οποίο μπορεί να ‘ναι πιθανές άλλες παραλλαγές, άλλα μονοπάτια τα οποία μπορεί να οδηγήσουνε σε αυτό το αποτέλεσμα, μπορείς να προτείνεις, να αλλάξεις και να ελιχθείς μέσα σε ένα προϊόν, το οποίο μπορεί να ‘ναι λόγια, μελωδία ή και τα δύο μαζί ή και καθόλου λόγια. Μπορεί να ‘ναι μόνο κάτι το οποίο να είναι μόνο instrumental: «Πως εγώ θα το διανθίσω, θα το εξελίξω, θα το αναπτύξω;». Και όλο αυτό μπορεί να αρχίζει από κάτι το οποίο μπορεί να είναι πολύ απλό μοτίβο, ένα ριφάκι, δηλαδή, μια σύντομη επανάλη[01:20:00]ψη κάποιων νοτών. Και εκεί βάζεις κάτω, κάθεσαι στο πιάνο, στην κιθάρα, σε ό,τι έχεις εκεί και αρχίζεις και πειραματίζεσαι και ηχογραφείς. Και βασικό σημείο είναι το: κάνεις, πειραματίζεσαι, όσο δημιουργείς πρέπει τόσο να ‘σαι και έτοιμος να σβήσεις, με μεγάλη ευκολία πρέπει να μπορείς να το πετάξεις, να πεις: «Όχι, αυτό δεν βγάζει» ή «Ναι, ναι, κοίτα πώς...». Αν κάτι σου φέρνει την υποψία ότι δεν πάει εκεί που το θέλεις και αρχίζει και εξελίσσεται μόνο του σε κάτι το οποίο δεν είναι αυτό που ήθελες εσύ, πρέπει να είσαι έτοιμος να πεις: «Ωπ, στοπ. Πάμε τρία βήματα πίσω. Delete, άλλη ιδέα». Άρα, εύκολα και από την αρχή πρέπει αμέσως-αμέσως, με το που ακούς κάτι... Γι’ αυτό σου λέω έχω θορύβους. Ακούω κάτι, αμέσως μου ‘ρχεται αυτό στα βιολιά, μου ‘ρχεται αυτό κρουστά, μου ‘ρχεται ένας αριθμός, μου ‘ρχεται ένα ostinato – ostinato είναι ένας μηχανισμός μουσικός ενός μοτίβου, ενός θέματος, ο οποίος επαναλαμβάνεται, επαναλαμβάνεται, επαναλαμβάνεται. Ostinato στα ιταλικά πάει να πει επίμονο, κάτι το οποίο επιμένει, είναι εκεί απαράλλαχτο. Σκέψου το «Peter Gunn», έχεις υπόψη σου για τι μιλάω [τραγουδάει τη μελωδία]; Ε, μου έρχονται τέτοιοι μηχανισμοί στο μυαλό, και από κει και πέρα είναι το ότι εσύ φτιάχνεις ένα... όπως φτιάχνεις ένα κάδρο, όπως φτιάχνεις μια πολυκατοικία. Λες: «Έχω αυλή, έχω ισόγειο, έχω όροφο, έχω μπαλκόνια, έχω τέτοια» – «Έχω κουπλέ, έχω εισαγωγή, έχω μια εξαγωγή, μέσα μπορώ να κάνω κάτι, μ’ αρέσει να ανακατεύω πράγματα». Όπου η μουσική στηρίζεται πάρα πολύ στο ότι δημιουργεί προσδοκίες. Όταν αρχίζει ένα κομμάτι, με το να επιλέξω εγώ, π.χ., έναν τρόπο και ένα συγκεκριμένο όργανο το οποίο θα παίξει, σου δημιουργώ αμέσως προσδοκίες, ότι: «Α, μετά απ’ αυτό περιμένω να ακούσω αυτό». Αυτό μπορεί να ‘ναι είτε σαν ηχόχρωμα είτε σαν ρυθμός, αυτού που σε πειράζω, σου λέω: «Κοίτα να δεις τι έρχεται», είτε σαν μελωδία ή αρμονία, περιμένεις ότι θα εξελιχθεί και θα ‘ρθει προς τα εκεί. Ε, με αυτό μπορείς να παίξεις. Άρα, εγώ μπορεί να σου δημιουργήσω την προσδοκία ότι: «Κοίτα να δεις, έρχεται αυτό» και μετά να την ανατρέψω. Και αυτό ένα πράγμα το οποίο είναι, δηλαδή, το γουστάρω τρελά, δηλαδή, να παίζεις ακριβώς με τις προσδοκίες. Γι’ αυτό μου αρέσει πάρα πολύ ο Frank Zappa. Ο Frank Zappa είναι μάγος σε αυτό το πράγμα, δηλαδή παίζει κανονικά, παίζει.
Ως προς τη σύνθεση, γνωρίζεις από πριν, τουλάχιστον ως έναν βαθμό, τι θέλεις να πετύχεις ή είναι όλα αυτοσχεδιασμός;
Όχι, εξαρτάται και από το ζητούμενο. Θα σου δώσω ένα παράδειγμα: Περιμένουμε... Είχα μια πρόταση να κάνω μια δουλειά, μια μουσική για ένα δίλεπτο βίντεο, το οποίο δεν ξέρω σε τι φάση έχει εξελιχθεί, το οποίο έχει να κάνει με τους Εβραίους των Ιωαννίνων και το Ολοκαύτωμα. Ωραία, εγώ ξέρω το εξής, ξέρω το θέμα. Το θέμα ήδη, το πρώτο πράγμα το οποίο μου δίνει είναι συγκεκριμένα ηχοχρώματα, γιατί θέλω να αντιπροσωπεύσω ένα συγκεκριμένο –πώς να το πω;–, ένα έθνος, έναν λαό, μια γλώσσα, μια ιστορία, άρα πώς μπορώ να το κάνω αυτό; Θα μου πεις υπάρχει και άλλη: Πηγαίνεις σε κάποιον, ξέρω γω, στον –βρες τον τώρα–, ο «Κώστας Μπλαμπλά». «Α, κάνω εγώ σαν “Κώστας Μπλαμπλά”, με το γνωστό μου “κωστα-μπλαμπλά” ύφος, θα γράψω ένα “κωστα-μπλαμπλά” τραγούδι που έχει το αισθητικό αποτέλεσμα του “Κώστα Μπλαμπλά”». Εμένα δεν με ενδιαφέρει, εγώ, όπως σου είπα, βαριέμαι, εγώ θέλω να δοκιμάζω καινούργια πράγματα. Κι επειδή σκέφτομαι, και αυτό είναι και μέρος –πώς το λένε;– των σπουδών μου, της μελέτης της μουσικής, η ενορχήστρωση και τα ηχοχρώματα, η μουσική για τον κινηματογράφο πάντα με ενθουσίαζε, πάντα με ενδιέφερε. Άρα, για το συγκεκριμένο θέμα εγώ πρώτο πράγμα το οποίο μου ‘ρχεται στο μυαλό είναι αυτό το εθνικό γκρουπ, άρα μου ‘ρχονται συγκεκριμένα ηχοχρώματα. Το δεύτερο είναι ότι έχεις να αντιμετωπίσεις κάποια πρακτικά ζητήματα: το ότι είναι μουσική η οποία είναι background, γιατί από πάνω θα ακούγονται ομιλίες. Εδώ για να κάνεις σωστή δουλειά δεν είναι: «Α παιδιά, κοιτάξτε, πήρα την κιθάρα μου, έγραψα τέσσερις συγχορδίες, έβαλα και πάνω ένα [τραγουδά μια υποθετική μελωδία]», σκέψου Phoebe από Friends, ξέρω γω, «και σ’ το δίνω μετά και μπαίνει ο άλλος πάνω και λέει: “Και μας πήγαν όταν...”». Όχι, δεν είναι έτσι, γιατί από πάνω θα μπει η ομιλία και θα σκεπαστεί. Άρα, εγώ ιδανικά θέλω τις ομιλίες τις οποίες έχεις μαζέψει, όπου εγώ τώρα πρέπει να χρησιμοποιήσω αυτές τις ομιλίες, αυτό το ηχογραφημένο υλικό σαν μέρος του layering του συνόλου για να κάνω σωστή δουλειά. Και όχι, δεν θέλω να το αφήσω αυτό στον... αν ο παραγωγός έχει καταλάβει τι θέλει να κάνει, αν ήτανε ένας επαγγελματίας, θα έλεγα: «Ναι, respect», αλλά, αν ήτανε ένας επαγγελματίας ο οποίος κάνει αυτό το τέτοιο, θα καταλάβαινε τι εννοώ και εγώ. Ξέρω ότι ανάμεσα από ανάσες μπορώ να έχω ένα μοτιβάκι, ανάμεσα από δύο διαφορετικές μαρτυρίες ηχογραφημένες μπορώ να έχω πάλι ένα μοτιβάκι τέτοιο. Το να βάλω το μοτιβάκι αυτό από πίσω από την ομιλία δεν έχει νόημα ούτε έχω τα περιθώρια μέσα σε δύο λεπτά να κάνω μια δραματοποίηση, μουσική δραματοποίηση του λόγου, δεν με ενδιαφέρει αυτό. Δεν θέλω να κάνω «mickey mousing» –mickey mousing είναι η μουσική που περιγράφει τη δράση, περιγράφει σε αυτήν την περίπτωση, ξέρω γω, τον λόγο–, όχι γιατί ο άνθρωπος ο οποίος μιλάει εκεί μέσα δεν είναι θεατρίνος, είναι απλά η ηχογράφηση μιας μαρτυρίας. Άρα, εγώ καλούμαι να κάνω κάτι, που παραδείγματα, π.χ., μπορώ να βρω στη μουσική που χρησιμοποιείται στα ντοκιμαντέρ. Δηλαδή, φέρε στο μυαλό σου τον David Attenborough να μιλάει για παρθένα δάση ή τον Αμαζόνιο ή τις Άνδεις ή κάτι τέτοιο, υπάρχουνε στιγμές όπου ανάμεσα από την εικόνα και τον λόγο του Attenborough υπάρχουν μοτιβάκια τα οποία ξεχωρίζουν λίγο περισσότερο. Ενώ μιλάει, υπάρχει ακόμα μουσική, αυτή η μουσική έχει έναν παλμό, έχει μια κίνηση, αλλά δεν υπάρχουνε μοτίβα τα οποία ξεχωρίζουνε ή προσπαθούνε να ανέβουνε παραπάνω, πάνω από τον λόγο ή να δραματοποιήσουνε τον λόγο, είναι περισσότερο ένα χαλί. Άρα, εγώ καλούμαι να κάνω κάτι τέτοιο. Αν κάποιος μου ‘ρθει, τώρα, ας πούμε, πες, μια σχολή χορού: «Θέλω ένα μάμπο», πάλι εγώ πρέπει να καθίσω και να σκεφτώ: «Ωραία, τι έχω εγώ εδώ; Έχω ένα σύνολο χορευτών». Πρώτα από όλα, αυτό που θέλω να ξέρω είναι για τι μιλάμε. Μιλάμε για πολλούς, μιλάμε για έναν; Νομίζω ότι είναι τρομερά σημαντικό στη μουσική, για μένα τουλάχιστον, σε άλλη στιγμή μπορεί και να το αγνοήσεις αν θέλεις, αλλά για μένα είναι σημαντικό το αν μιλάμε για τέσσερα ζευγάρια τα οποία χορεύουν, αν μιλάμε για μια ομάδα χορευτριών ή αν μιλάμε για ένα σόλο ή για ένα ζευγάρι μόνο, εκεί καλούμαι να κάνω κάτι διαφορετικό. Έρχεται κάποιος και μου δίνει ένα τετράδιο με στίχους και μου λέει: «Θέλω να γράψω τραγούδια πάνω σε αυτούς τους στίχους». Ωραία, εγώ πρέπει να τον ρωτήσω: «Τι ύφος θέλεις; Τι θες; Λαϊκό; Θες έντεχνο; Θέλεις σουίνγκ; Θες Καββαδία; Μικρούτσικο; Κιάμο; Τρύπες; Μουσικές Ταξιαρχίες; Ζαμπέτα;». Είναι ύφη, είναι ηχοχρώματα, είναι τεχνικές. Εγώ το βλέπω λίγο σαν τεχνίτης αυτό το πράγμα. Όπως ένας ζωγράφος, ρε παιδί μου, καλείται, ρε παιδί μου: «Ωραία, έχουμε αυτό το κτίριο του Δήμου» μπλα, μπλα, μπλα, «Θέλουμε αυτές τις τοιχογραφίες στο ισόγειο του νέου Δημαρ[01:30:00]χείου» ή «Θέλουμε σε αυτόν τον καινούργιο κήπο του τάδε, θέλουμε καλλιτεχνικά να γίνει αυτό το τέτοιο». Είναι διαφορετικές συνθήκες.
Και το είδος της μουσικής το οποίο καλείσαι να συνθέσεις στην ουσία –πως το λένε;–, αν δεν σου αρέσει, μάλλον, ένα είδος, επηρεάζει τον τρόπο που θα αποδώσεις τη σύνθεση;
Μπορώ πάντα να πω: «Όχι, σόρι παιδιά, δεν είμαι άνθρωπος να κάνω αυτήν τη δουλειά έτσι». Ο άλλος θέλει να: «Θέλω στιλ Κιάμου», ρε παιδί μου, «και θέλω στιλ τέτοιο». Μπορεί και να το δοκιμάσω σαν πείραμα, έτσι, πρόκληση, μπορείς να το δεις σαν πρόκληση ή μπορεί εκείνη την περίοδο να έχεις πάρα πολλή πολλή δουλειά και: «Όχι, αδερφέ, συγγνώμη, αυτήν την περίοδο κάνω πρόβα με το τάδε σχήμα για να πάμε να παίξουμε, δεν είναι το μυαλό μου τώρα να καθίσω και να γράψω Κιάμο». Μπορείς να πεις απλά: «Όχι» ή «Να σου συστήσω τον τάδε ο οποίος θα μπορέσει να σε βοηθήσει», πιο τίμιο.
Ενότητα 5
Η διασκέδαση στα '80s, το κοινωνικό στίγμα και ο ενδυματολογικός κώδικας
01:31:10 - 01:53:06
Να επιστρέψουμε λίγο στα νεανικά χρόνια.
Βεβαίως.
Πού διασκεδάζετε;
Πού διασκεδάζαμε... Υπήρχαν πάντα κάποιοι χώροι στα Γιάννενα ανοιχτοί, δηλαδή, τα Λιθαρίτσια ήτανε ένα μέρος που συναντιόταν η νεολαία πολύ τότε, μπορεί να συναντιόσουνα το μεσημέρι εκεί ή αργότερα το καλοκαίρι κυρίως, όπου δεν υπήρχανε σχολεία υπήρχε πάντα κόσμος εκεί, πάντα παρέες παρέες παρέες, οι παρέες ήτανε πολύ στα Λιθαρίτσια. Συναντιόμασταν στα φλιπεράδικα και arcade centers, τότε ήτανε η Ομόνοια, στα μπιλιαρδάδικα, άντε υπήρχε και κανένας σχολικός χορός καμιά Κυριακή ή κανένα Σάββατο, ξέρεις: «Το Γ3 του Αριστοτελείου έχει χορό στην Τούμπα, Κυριακή...», πρωί εννοείται, γιατί ήτανε μαθητικοί χοροί. Δεν υπάρχει αλκοόλ, δεν υπάρχουν προσβάσεις σε τέτοια πράγματα, δεν μιλάμε για drugs, αυτά δεν έχουνε καμία σχέση, τουλάχιστον με την ηλικία τη δικιά μου τότε στα ‘80s, είναι πράγματα τα οποία στις αστυνομικές ταινίες τα βλέπεις μόνο. Καμιά καφετέρια, κλασικά, καφέ, πας μέσα, κάθεσαι. Είναι μέρη, είναι στέκια, δηλαδή, που ξέρεις ότι: «Α, βγήκα χωρίς να έχω κανονίσει κάτι, θα πάω μια βόλτα από το “Drugstore”, μπορεί να βρω αυτόν και αυτόν και αυτόν ή απέξω από τα “Μόντε”», τα λέγαμε εμείς, η «Ομόνοια», «απέξω από το “Μόντε” μπορεί να είναι ο Λεωνίδας, ο Μιχάλης ο «Jethro» εκείνη την ώρα συνήθως περνάει», ξέρω γω, «παίζει κανένα φλιπεράκι ή το βράδυ στα Λιθαρίτσια έχει αυτό». Κυρίως αυτό είναι το κέντρο των ‘80s των δικών μου, δηλαδή, είναι ο χώρος γύρω απ’ τη Νομαρχία, λιγότερο πλατεία, αλλά και η πλατεία μπορείς να πεις, το πίσω απ’ τη Νομαρχία είναι η «Ομόνοια» και μπιλιαρδάδικα, είναι ο «Κούτσικος», είναι η «Ομόνοια» και απέναντι είναι τα «Rolling». Αυτά είναι τρία μπιλιαρδάδικα και arcade της εποχής, τα οποία, σημειωτέον, είχανε το «Απαγορεύεται η είσοδος κάτω των 18», έτσι, ή «των 17». Έπεφτε σύρμα τότε: «Η Ασφάλεια, η Ασφάλεια, η Ασφάλεια!». Η οποία ερχόταν η Ασφάλεια, αν σε ‘πιανε εκεί: «Μου πήραν τα στοιχεία!». «Ε, και; Εντάξει». Εγώ, επειδή είχα και κάποιους γονείς οι οποίοι και η οικογένειά μου ήτανε λίγο γνωστή, μπορεί να το άκουγε ο θείος, ας πούμε, από κανέναν αστυνομικό, που ήτανε γιατρός, ξέρω γω, και πολλοί αστυνομικοί ήτανε πελάτες του, αλλά ήτανε περισσότερο το ότι: «Ιι, με πιάσανε τώρα» και τέτοια ή «Ιι, μία φορά με πιάσανε και έδωσα και ψεύτικο όνομα. Πω πω! Και τώρα τι θα γίνει;» και «Θα το μάθουν και θα με κυνηγάνε!». Δεν σου έκαναν τίποτα, δηλαδή. Άντε να ‘χουνε πάρει κάποτε κάποιον, να τον έχουν πάει μέχρι την Ασφάλεια και να τον έχουνε κρατήσει εκεί σε ένα γραφείο για πολλή ώρα λέγοντας διάφορες κακίες τώρα, αυτά είναι κακίες για τότε, αλλά δεν είχανε σκοπό να κάνουνε κάτι στα παιδιά, απλά τον τυραννούσαν λίγο ώστε ο άλλος να έχει χεστεί πάνω του και να ζει για κάποιον καιρό με τον φόβο τού πότε θα το μάθουν οι δικοί του, πότε θα το μάθουν οι δικοί του. Ωραία, και να το μάθουν οι δικοί σου και τι έγινε; «Γιατί πας εκεί, αφού...». Δεν υπήρχε αυτό, δηλαδή δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε γιατί απαγορεύεται. Και αυτό ήτανε ότι η νομοθεσία που ήτανε φτιαγμένη για αυτούς τους χώρους ήτανε η ίδια νομοθεσία που είχε να κάνει με, νομίζω, χαρτοπαικτικές λέσχες και τέτοια και τζόγο. Δεν υπήρχε τζόγος, όμως, σε αυτά ούτε πουθενά κουλοχέρηδες υπήρχαν εκεί μέσα. Ήτανε arcades, ηλεκτρονικά, και φαινόταν απίστευτη αδικία, του: «Σόρι, αυτά είναι παιχνίδια, ποιος περιμένεις να έρθει εδώ, ο 40άρης; Είναι για παιδιά, εμείς είμαστε παιδιά, γιατί να μην μπορούμε να είμαστε εκεί μέσα;». Άρα, κάπως περνούσε, έτσι, κοινωνικά. Αυτά λίγο-πολύ. Α, και βέβαια, εμείς σαν μουσικοί, ένας άλλος χώρος ήτανε πάντα τα στούντιο, δηλαδή, αν υπάρχει κάποιο στούντιο κεντρικά, δεν είναι ότι εκεί είναι μόνο η μπάντα που προβάρει, είναι πάντα μια επιλογή, ότι: «Α, ξέρεις, πάω μια βόλτα από κει, μπορεί να...», μπορεί να καθίσεις να παρακολουθήσεις μια πρόβα, αλλά μπορείς να βρεις και δυο γνωστούς που έχουν περάσει από εκεί. Γιατί; Γιατί είμαστε μουσικοί, αυτή είναι η καύλα μας. Όπως ο άλλος είναι: «Θα περάσω από τα μπιλιάρδα περισσότερο για να βρω κανέναν φίλο». Αλλά δεν είμαι μπιλιαρδόβιος. Ο μπιλιαρδόβιος είναι στα μπιλιάρδα, γιατί τον ενδιαφέρει το μπιλιάρδο, γιατί παίζει μπιλιάρδο, γιατί τέτοιο. Γήπεδο: Εγώ ποτέ δεν είχα καμία σχέση ούτε με ποδόσφαιρο ούτε μπάσκετ, τα απεχθανόμουνα, τα απεχθανόμουνα κυριολεκτικά. Δεν μπορούσα να καταλάβω το νόημα σε αυτό το πράγμα, ειδικά στρογγυλό πράγμα στο οποίο τρέχουν από πίσω και το κυνηγάνε και αυτό... Αργότερα, ο κυνισμός μου μεγάλωσε περισσότερο και πρόσθεσα το: «Και πληρώνεται ο καθένας περισσότερο από όσα λεφτά χρειάζεται ένα σχολείο για να λειτουργήσει». Ε, η αλήθεια είναι ότι η μουσική δεν είναι τόσο διαφορετική. Αυτά, αυτά είναι τα μέρη.
Οι δικοί σου γονείς αντιδρούσαν;
Θυμάμαι χαρακτηριστικά τη μητέρα μου να είναι σε συναυλία στο «Καμπέρειο», όπου υπήρχε τότε λίγο –μιλάμε είμαστε στο ‘85-’86, κάπου εκεί–, υπήρχε τότε από μια μερίδα του κοινού τότε: «Αυτό τώρα είναι συναυλία, θα γίνει ντου». Το ίδιο γινόταν στα φοιτητικά πάρτι. Επειδή οτιδήποτε έχει είσοδο: «Θα κάνουμε ντου». «Γιατί;». «Γιατί δεν έχουμε να πληρώσουμε». Τέλος πάντων, είχαν μια πανκ, τέτοια, και θυμάμαι χαρακτηριστικά τη μητέρα μου μαζί με το τότε συμβούλιο του OHΘ, μαζί με άλλους, τον τότε όχι ακόμα δήμαρχο, τον Φίλιππα τον Φίλιο, να είναι από την άλλη μεριά της τζαμαρίας του «Καμπέρειου» και να κάνουν πλάτες γιατί οι άλλοι ήθελαν να κάνουν ντου. Το οποίο, αν το σκεφτείς, είναι τρομερά ηλίθιο, γιατί έχεις κόσμο ο όποιος σπρώχνει τζαμαρία απέξω και κόσμο που σπρώχνει από μέσα. Αν έπεφτε η τζαμαρία, και οι μεν και οι δε θα είχαμε ένα πολύ άσχημο ατύχημα. Και, σε κάποια στιγμή, αναγκαστικά πήγαν, κάνανε πίσω, γιατί θα σπάγανε την τζαμαρία, και τους αφήσανε και μπήκαν. Άρα, να αντιδρούσανε... δεν ήτανε αυτά τα πράγματα, δεν ήτανε η μουσική η οποία θα έπρεπε, είχαν κανένα λόγο να ανησυχούσαν. Οι γονείς ανησυχούνε στο θέμα το ότι: «Α, οι βαθμοί σου είναι χάλια». «Ε, είναι, τι να κάνουμε;». Δεν είναι, το σχολείο για μένα ήταν ένας χώρος κοινωνικός, έτσι. Τα μαθήματα και ο τρόπος παράδοσης συγκριτικά με το πώς είναι η εκπαίδευση σήμερα, ο οποίος είναι και ο άλλος τομέας με τον οποίο ασχολούμαι, είναι διαφορετικά, είναι: αδιαφορία, είναι το «πειθαρχία και τάξη», κανόνες που μερικές φορές είναι υπερβολικοί, όπως του στιλ: «Κοντά μαλλιά, συγκεκριμένο ντύσιμο δεν επιτρέπεται στο σχολείο», κάποια τέτοια πράγματα. Δεν είναι αυτά τα οποία ανησυχούσαν τουλάχιστον τους δικούς μου τους γονείς, όχι.
Κοινωνικό στίγμα υπήρχε;
Από κάποιον κόσμο σίγουρα. Δηλαδή, οι πιο συντηρητικές οικογένειες [01:40:00]είχανε μεγάλο ζήτημα του: «Τι κάνεις με τους μαλλιάδες;» και «Αυτοί είναι οι ροκάδες, αντίχριστοι», τέτοιο, μέχρι τις βλακείες, οι οποίες ερχότανε από κάποια, να τα πω, εγχειρίδια να τα πω; Μαρτύρων του Ιεχωβά ή από κάποιους χαρακτηριστικούς να τους πω θεολόγους; Δεν ξέρω αν είναι η κατάλληλος τέτοιο, ας τους πω καθηγητές θρησκευτικών και κάτι τέτοια. Αυτό το... Η θρησκεία ήτανε πάντα του: «Μακριά από όλα αυτά». Άρα, στίγμα από αυτήν την άποψη, ναι, εκεί υπήρχε στίγμα. Στίγμα υπήρχε από την άποψη του θορύβου επίσης: «Είναι μεσημέρι, τι κάνετε;!...», ειδικά αν υπήρχαν στουντιάκια τα οποία ήτανε σε υπόγεια σπιτιών. Κάπου κάποιος είχε, ρε παιδί μου, ένα τέτοιο και: «Α, φέτος πρέπει να παίξουμε», άρα πάει να πει πρέπει να μαζέψουμε εξοπλισμό, γιατί εξοπλισμό δεν έβρισκες εύκολα, ας πούμε ντραμς, τα ντραμς ήταν πάντα ένα μεγάλο ζήτημα. Σε ένα στούντιο δεν ήτανε απαραίτητα μόνο ένα συγκρότημα. Γιατί; Γιατί δεν είχαμε απαραίτητα όλο τον εξοπλισμό. Δηλαδή, δεν είχαμε ενισχυτές. Τώρα, ο καθένας έχει ενισχυτές, έχουν όλοι, βλέπεις ένα παιδί στο Γυμνάσιο: «Τι θες παιδί μου, κιθάρα θέλεις; Να πάρουμε κιθάρα, να πάρουμε και έναν ενισχυτή. Τι θέλεις; Πλήκτρα θέλεις; Ας πάρουμε πλήκτρα». Δεν ήτανε έτσι τότε, ήτανε κάποια πράγματα τα οποία ήτανε πολύ δύσκολα. Άρα, έπρεπε να συμπράξουμε, άρα εκεί τον περισσότερο καιρό, όταν ήμασταν στα σπίτια, δεν ήτανε για πολύ καιρό, ήτανε μέχρι, δηλαδή, εξαρτάται από το πόσο δυνατοί ήτανε οι ενισχυτές και πόσο δυνατά έπαιζε ο ντράμερ. Αν οι ενισχυτές ήτανε πάνω των 30 Watt, αρχίζαμε και είχαμε πρόβλημα. Άρα, θα ήμασταν μία, δυο, τρεις βδομάδες. Μόλις το έχουμε φτιάξει, μόλις: «Α, βάψαμε κιόλας τις αυγοθήκες», ξαφνικά κάποιος έρχεται κλαμένος ή πάμε για πρόβα εκεί και έχουνε βγάλει τα πράγματα απέξω. «Όχι, όχι» και «Δεν γίνεται» και «Η γειτονιά και αυτό και το άλλο, το άλλο!». Τέτοιο στίγμα, δεν μιλάμε για κάτι πιο αστείο. Δεν ήμαστε ούτε μια οργανωμένη κοινωνική ομάδα να πεις... Σκέφτομαι τους στίχους απ’ τον «Γαρύφαλλο»: «Μαζεύεται πλήθος, λα, λα, λα, Γαρύφαλλε, Γαρύφαλλε, λα, λα, λα» ή τους χίπηδες των ελληνικών ταινιών του ‘50 και του ‘60. Όχι. Είναι μια επαρχιακή πόλη, υπάρχουν κάποια παιδιά τα οποία έχουν αυτήν την τέτοια, αλλά ούτε κλέβουμε, ούτε σπάμε, ούτε κάνουμε κάτι το οποίο είναι τελείως τρελό. Άντε, σε κάποια ηλικία αρχίζουμε και φλερτάρουμε με το αλκοόλ. Κάνουμε τίποτα τρομερά κακό; Όχι, το πολύ πολύ καμιά φορά να γυρίσεις στο σπίτι λίγο μεθυσμένος και να τα πάρει η μάνα σου και να σου ουρλιάζει επί δυο-τρεις μέρες και να σου κρατάει μούτρα, μέχρι εκεί. Α, κάποια σχολεία, όπως είπαμε, κάποια έχουνε κάποιους κώδικες ενάντια... σίγουρα με τα μαλλιά υπάρχει ζήτημα: «Να κουρευτείς, να κουρευτείς», το θυμάμαι αυτό χαρακτηριστικά μέχρι κάποια ηλικία. Αργότερα, από το ‘85 χαλάρωσαν λίγο τα πράγματα, αλλά στην αρχή, στο ‘80 και το τέτοιο, ήτανε... Θυμάμαι τον ονομαστό «Χάρο», γυμνασιάρχη της Ζωσιμαίας, ο οποίος έβαζε μια ολόκληρη τάξη, ξέρω γω, την πρώτη Γυμνασίου, όλα τα αγόρια: «Σκύψτε» για να δει πόσο μακρύ είναι το μαλλί στο σβέρκο: «Θες κούρεμα, θες κούρεμα, θες κούρεμα». Δεν κουρευόσουνα; «Αύριο έρχεσαι με τον κηδεμόνα σου». Αυτό. Και το πολύ πολύ να έχεις κανένα πρόβλημα με καμιά οικογένεια γκόμενας, δηλαδή, ότι: «Ο μπαμπάς και η μαμά είναι αυστηροί και δεν με αφήνουν να βγω σήμερα» και «Πού θα βρεθούμε;» και «Δεν γίνεται να βρεθούμε και πρέπει να έρθει και η αδερφή μου μαζί, γιατί πρέπει να βρω δικαιολογία ή πρέπει να πω ψέματα ότι πάω στη φίλη μου την τέτοια ή έχω φροντιστήριο και θα σε περιμένω μετά το φροντιστήριο και δεν μπορώ να αργήσω άλλο, πρέπει να...», κάτι τέτοια. Αυτά είναι ρομαντικά, αστεία πράγματα.
Εσύ ακολουθούσες κάποιον συγκεκριμένο ενδυματολογικό κώδικα ή κάποιο συγκεκριμένο look;
Τίποτα, το mainstream, με ενδιέφερε το να φτιάξω, να συνδυάσω δικά μου ρούχα. Από τη στιγμή, χαρακτηριστικά, επειδή η μητέρα μου κάποια στιγμή άνοιξε ένα κατάστημα μόδας, εγώ φορούσα πάρα πάρα πολλά ρούχα πιο unisex, τα οποία ήτανε και καταπληκτικής ποιότητας. Αυτό μέχρι κάποια ηλικία που, ξέρεις, η μαμά αποφασίζει, ξέρεις: «Πάρε αυτό, πάρε το άλλο». Ή, να το πω αλλιώς: δεν αποφασίζει, δεν σε νοιάζει εσένα. Από τη στιγμή που αρχίζει και σε νοιάζει εσένα, αρχίζεις και εσύ κάνεις κάποιες επιλογές, τις οποίες μπορεί να μπορέσεις να ακολουθήσεις, να σου επιτραπεί, δηλαδή, εδώ είναι το στίγμα, ναι: «Συγγνώμη, δεν θα βγεις έξω ντυμένος έτσι». Όπως σου είπα, εγώ άνοιξα κάποια μπαούλα και βρήκα μέσα παλιά σακάκια και γιλέκα του πατέρα μου και του παππού μου. Άρα το γιλέκο εμένα έγινε από πολύ νωρίς ένα από τα βασικά πράγματα τα οποία θέλω να φοράω. Γιλέκο και μετά το σακάκι. Θέλω, όμως, κάποια συγκεκριμένα σακάκια. Πολλά από αυτά τα πράγματα εμένα μπορεί να νιώθω ότι μου ταιριάζανε ή μου συμπληρώνανε την τέτοια, αλλά πιθανόν στον καθρέφτη να ήτανε και πολύ αστεία. Δηλαδή, θυμάμαι ένα σακάκι το οποίο υπεραγαπούσα, είχα βρει και το παντελόνι αυτό και ήτανε 100% ‘60s ή ‘70s με καμπάνα. H μάνα μου, με το που με είδε να βγαίνω με αυτό το πράγμα ντυμένο –εντωμεταξύ εγώ το φόρεσα και μου ερχότανε γάντι, έτσι ένιωσα εγώ τουλάχιστον–, με το που με είδε η μάνα να φοράω αυτό το παντελόνι, το εξαφάνισε κατευθείαν, το παντελόνι ειδικά με την καμπάνα. Η οποία καμπάνα μετά από αρκετά χρόνια, βέβαια, ξαναήρθε στη μόδα και όλο αυτό το vintage και τέτοιο φυσικά ξαναήρθε στη μόδα, αλλά μέχρι να ‘ρθει στη μόδα δεν υπήρχε τόσο τέτοιο. Εγώ, προσωπικά, απέφευγα το τζιν, δεν μου άρεσε το τζιν. Δεν φόρεσα τζιν μέχρι και τώρα, άντε να έχω ένα παντελόνι τζιν, αλλά μέχρι μια πολύ μεγάλη ηλικία, όχι, τζιν δεν πλησιάζω. Επίσης, δεν μπορούσα να φορέσω βελούδο. Γιατί; Γιατί ανατρίχιαζα, δεν μπορούσα να το ακουμπήσω. Αναγκαστικά το ένα το κοτλέ δεν μπορούσα, το κοτλέ το Levi’s εκείνη την εποχή δεν μπορούσες να το αποφύγεις, ήτανε το mainstream παντελόνι το οποίο όλοι: «Έχει, δεν έχει, θα πάμε να αγοράσεις παντελόνι». «Μα δεν θέλω». «Θα αγοράσεις παντελόνι ή θα πας μόνος σου και σε μεγαλύτερη ηλικία, αλλά θα πας και θα αγοράσεις παντελόνι. Και θα πας στον “Φαρμάκη” και θα πάρεις ένα Levi’s, ένα κοτλέ. Μαύρο το θέλεις; Πάρ’ το μαύρο. Μαύρο, έτσι. Μετά θα έρθεις από δω, θα σου πάρω τα μέτρα να το κοντύνεις», γιατί δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Αυτά λίγο-πολύ. Άρα, την έφτιαχνα, τη φτιάχνεις μόνος σου λίγο την εικόνα, είναι μέρος του χαρακτήρα του εφήβου, όταν μεγαλώνεις θες να φτιάξεις το look σου. Δεν προσπάθησα ιδιαίτερα ποτέ μου να αντιγράψω κάποιο μοτίβο, δεν νομίζω τουλάχιστον. Πάντα μου άρεσε το να υπάρχει ένα στοιχείο κομψότητας, ακόμα, δηλαδή, και στο πιο αργότερα συνειδητοποιημένο hippie style εγώ ήθελα να ‘χει και έναν βαθμό κομψότητας. Και επίσης, πολύ έντονα μ’ άρεσε και με ενδιαφέρει, γιατί υπήρχε και πολύ μέσα στο σπίτι μου, «έθνικ» – αυτό το «έθνικ» σε εισαγωγικά, έτσι; Το να φλερτάρει λίγο με το ινδικό, το ότι φορούσα χαϊμαλιά, από κάποια ηλικία και μετά έφτιαχνα μόνος μου, το ότι είχα ένα συγκεκριμένο σύμβολο, το οποίο εγώ τότε το έλεγα «ο θυρεός μου» και που ήτανε και μία από τις πρώτες υπογραφές μου. Η υπογραφή μου ήτανε αυτό το σύμβολο που είναι ένα ανθρωπάκι το οποίο θυμίζει λίγ[01:50:00]ο Ίνκας, το οποίο το είχα βρει από ένα... αυτό το είδος γραβάτας που φοράνε περισσότερο στην Αμερική, που είναι δύο κορδόνια και μια αγκράφα για να κλείνουν το πουκάμισο, τα οποία ανεβαίνουν πάνω. Και ήτανε από τη Νότιο Αμερική, ήτανε δώρο από την αδερφή της μητέρας μου που ήτανε ανθρωπολόγος και ταξίδευε αρκετά και μας είχε φέρει κάποια πραγματάκια από κει, και υπήρχε ένα συμβολάκι το οποίο ήτανε αυτό το Ίνκας, Μάγια style, το οποίο το υιοθέτησα σαν σύμβολο και άρχισα μετά να το φτιάχνω και μόνος μου, δηλαδή έφτιαξα από μπρούτζο, έφτιαξα από μολύβι, στην αρχή χυμένο μολύβι, αλλά το χυτό μολύβι είναι πολύ βαρύ, άρα φόρεσα ένα χαϊμαλί, το οποίο, όταν έχει βάρος, με το που περπατάς αυτό κουνάει, να το πούμε έτσι, χοροπηδάει πολύ. Ο μπρούτζος ήτανε που χρησιμοποίησα αργότερα ένα φύλλο μπρούτζο κομμένο και μετά λιμαρισμένο λίγο για να είναι πιο όμορφο, είναι πολύ πιο βολικός για...
Συνομήλικοι, έτσι, με πιο extreme look, πανκ look, για παράδειγμα, υπήρχανε τη δεκαετία του 80;
Υπήρχανε. Βέβαια, μιλάμε για δακτυλοδεικτούμενα άτομα, αισθητικά, όχι ότι απαραίτητα ήτανε πολύ κακά παιδιά, αλλά όταν είσαι, είτε είσαι μακρυμάλλης-μαλλιάς είτε είσαι κοκοράκι, που λέγαμε, ξέρω γω, έχεις μοϊκάνα, πας γυρεύοντας. Πας γυρεύοντας γιατί ο επαρχιώτης ο αστυνομικός ή ο αστυνομικός ο οποίος είναι στα Γιάννενα, με το που σε βλέπει στον δρόμο, έχει ένα κάρο λόγους να σε σταματάει, να σε τρέχει για εξακριβώσεις, είναι στάνταρ, δηλαδή, μη δίνεις στόχο. Δίνεις στόχο, έχουν έναν κάρο λόγους να σε σταματάνε. Ε, κι εμένα με κυνηγούσαν λίγο από το σημείο το οποίο άρχισα να αφήνω λίγο μαλλί και τέτοια, αλλά δεν ήμουνα, δηλαδή, στις μεγαλύτερες ηλικίες δεν ήμουνα ποτέ-ποτέ ακραίος, δηλαδή, το πιο ακραίο πράγμα το οποίο έκανα εγώ, έκανα πιο εξεζητημένο χίπικο look. Άρα, λίγο μαλλιάς, λίγο μουστάκια μούσια και να κουβαλάω κάποια κιθάρα συνήθως. «Ω, μαλλιάς, μούσια, τέτοια, και κουβαλάει κιθάρα. Έλα εδώ». Βαριούνται που βαριούνται οι μπάτσοι και οι ασφαλίτες: «Έλα, έλα να ταλαιπωρήσουμε το παιδί, έλα να το πάμε για εξακρίβωση. Ποιανού είσαι;» και «Γιατί είσαι αυτουνού;» και «Πότε και πού...», έτσι, δουλειά να ‘χουν να κάνουν, για κανέναν άλλο λόγο.
Ενότητα 6
Από πληκτράς μπασίστας: τα μουσικά σχήματα ήδη από τέλος του Γυμνασίου κι η πρώτη σύνθεση, οι Religious Tramp
01:53:06 - 02:31:30
Την πρώτη σου ηλεκτρική κιθάρα ποτέ την απέκτησες;
Εγώ με την κιθάρα ασχολήθηκα πολύ πολύ αργότερα. Την πρώτη μου ηλεκτρική κιθάρα, δικιά μου δικιά μου, που να αγόρασα εγώ για μένα ή κάποιος άλλος για μένα κιθάρα, είναι αυτή η οποία είναι εδώ μέσα, είναι μια Stratocaster μια Chris Rea, made in Mexico, και την αγόρασα το 2010; Ή τέτοιο. Γιατί τα λέω αυτά; Γιατί το πρώτο όργανο έγχορδο το οποίο ασχολήθηκα εγώ ήτανε πρώτα το μπάσο. Ναι, ωραία, είχα μια επαφή με την κιθάρα, είχα μια κλασική στο σπίτι, την οποία την πήρα, την έβαψα, την κατέστρεψα με λίγα λόγια, ήτανε μια κιθάρα η οποία υπήρχε... Η κιθάρα μού ήταν λίγο ανεξήγητο σαν όργανο, γιατί εγώ οπτικά λειτουργούσα βάσει πλήκτρων. Είπαμε, είμαι λίγο αυτοδίδακτος, παρτιτούρες και αυτά δεν είχαν νόημα για μένα μέχρι πολύ αργότερα. Άρα, η κιθάρα που έχει χορδές και είναι αυτά τα διαστήματα ανάμεσα απ’ τα τάστα μού φαινόταν λίγο περίεργο. Βλέποντας άλλους να παίζουνε και ακούγοντας και βλέποντας, άρχισα να βγάζω τα πρώτα μου συμπεράσματα για το πώς παίζεται αυτό το όργανο, και τις πρώτες μου μελωδίες τις έκανα παίζοντας στην κιθάρα στο πλάι, σαν χαβάγια, στιλ Jeff Healey, και πειραματιζόμενος στη μία χορδή να βγάλω τη μελωδία του «Πότε θα κάνει ξαστεριά» [κάνει με το στόμα τη μελωδία]. Ο περισσότερος κόσμος θα πάει για το «Smoke on the Water», ξέρω γω, ή για το... έλα, [κάνει με το στόμα τη μελωδία], τι είναι αυτό;
Το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας».
Το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» όχι, εμένα «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Μετά, μπορεί να ήτανε ο... αυτά είναι αστεία, δηλαδή λες ο κόσμος είναι κολλημένος με αυτές τις μελωδίες και εγώ ήμουν κολλημένος με άλλα πράγματα, δηλαδή το πρώτο πράγμα το οποίο έβγαλα στη φυσαρμόνικα ήτανε το μοτίβο του Βιολιστή στη στέγη [κάνει με το στόμα τη μελωδία]. Φυσικά, όχι με ακριβώς με αυτές τις νότες, γιατί η διατονική φυσαρμόνικα δεν μπορεί να παίξει ακριβώς αυτό το πράγμα, αλλά δεν πήγα, ας πούμε, κατευθείαν στα κάλαντα ή στο «Oh! Susanna», που είναι από τα πρώτα πράγματα τα οποία μαθαίνεις στη φυσαρμόνικα για να εξασκήσεις το φύσα-ρούφα φύσα-ρούφα, αυτά ήρθαν αργότερα. Το πρώτο για μένα ήτανε, εφόσον ήτανε μουσική και η μουσική ήτανε κάτι το οποίο υπήρχε ήδη στο κεφάλι μου και στην ψυχοσύνθεσή μου, από κει και πέρα ξέρω ότι απέναντι ήτανε ένα όργανο, αυτό το όργανο με κάποιον τρόπο λειτουργεί, εγώ καταλαβαίνω πώς λειτουργεί η μουσική άρα πρέπει να βρω τρόπο το πώς αυτό το όργανο μπορώ να το κάνω, να το χρησιμοποιήσω για να κάνει αυτό το πράγμα που ξέρω μέσα μου ότι λειτουργεί έτσι. Αυτό είναι το καλό του αυτοδίδακτου, δηλαδή δεν λειτούργησα βάσει του: «Έχω κάνει την τεχνική, έχω το τέτοιο», λειτουργώ βάσει αυτιού. Αυτό. Το πρώτο μου μπάσο το πήρα όταν πρωτόβγαλε η Yamaha ηλεκτρικά όργανα. Είναι αυτό το BB Yamaha το οποίο είναι κρεμασμένο στον τοίχο και τότε τα είχε φέρει ο Μιχάλης ο Mπάρμπας, που είχε το κατάστημα με τα μουσικά όργανα και τα ηχητικά στην Γρηγορίου Σακκά, ακριβώς δίπλα από το σπίτι το οποίο μεγάλωσα εγώ, και είχε φέρει αυτά τα όργανα και θυμάμαι ότι είχανε 25.000 δραχμές. Ήτανε και σε πολύ καλή τιμή, ήτανε το λανσάρισμα της Yamaha στα, να το πω, δεν είναι ακριβώς σωστό «τα μουσικά όργανα», γιατί η Yamaha πάντα έβγαζε πιάνα, αλλά ήτανε τουλάχιστον για μας, εκείνη την εποχή, το πρώτο λανσάρισμα των κιθάρων και μπάσο. Γνωστά Υamaha τότε, ο μοναδικός άνθρωπος ο οποίος έπαιζε Yamaha και θα λέγαμε ξέραμε, δεν είμαι σίγουρος αλλά νομίζω ότι ξέραμε, ήτανε ο Santana. Μόνο ο Carlos Santana έπαιζε με Yamaha, με ταυράκι Yamaha. Και έβγαλε με αυτά τα ταυράκια, τα οποία υπήρχαν δύο μοντέλα: υπήρχε το φτηνό μοντέλο, το οποίο ήτανε στις 25.000 πάλι, και υπήρχε και το ακριβότερο μοντέλο το οποίο ήτανε στις 35.000. Και θυμάμαι ότι εγώ αγόρασα το μπάσο και ο αδερφός μου αγόρασε μια ηλεκτρική κιθάρα, με την οποία ασχολήθηκε πολύ λίγο και μετά την παράτησε. Αυτή η κιθάρα, δηλαδή, την πήρα εγώ μετά, άρχισα κι εγώ να γρατζουνάω. Η κιθάρα ήτανε βαριά όργανα, και το μπάσο και η ηλεκτρική κιθάρα ήτανε γενικά βαριά όργανα, δεν ήτανε ένα άνετο, όπως ήταν οι κούφιες, ας πούμε, είχα πιάσει καμιά δυο φορές, ή οι ακουστικές, οι οποίες ήμουνα πιο εξοικειωμένος. Τα πράγματα τα οποία έπαιζα εγώ στην κιθάρα, όμως, δεν ήτανε, δεν ήμουνα ποτέ ηλεκτρικός κιθαρίστας, εγώ έπαιζα, είχα ένα ρεπερτόριο που είχε κυρίως φολκ πράγματα. Ήμουν ένας τύπος ο οποίος μπορούσε να τραγουδάει να έχει και μια φυσαρμόνικα, άρα ήξερε τραγούδια τέτοια και μπορούσε να παίξει ένα ρεπερτόριο από κάποια κομμάτια των Beatles, Neil Young, Bob Dylan, Simon & Garfunkel, τέτοια, κάνα δυο αντάρτικα εννοείται, όπως πάντα, άντε γενικά τον Σταυρό του Νότου απέξω και ανακατωτά, ιστορικός δίσκος αυτός. Δηλαδή, το ελληνικό μου ρεπερτόριο ήτανε κυρίως αντάρτικα και ο Σταυρός του Νότου, τα άλλα ήρθαν πολύ πο[02:00:00]λύ αργότερα. Γενικά, με την παραδοσιακή ελληνική μουσική δεν είχα σχέσεις, δεν ζήσαμε ποτέ σε χωριό, ενώ η οικογένεια του πατέρα μου είναι απ’ τα Ζαγόρια, δεν είχαμε επαφές ούτε με τον ήχο του πανηγυριού. Δηλαδή, οι εμπειρίες μου μικρός από το πηγαίνουμε σε ένα χωριό ή πηγαίνουμε σε ένα πανηγύρι είναι ταλαιπωρία, ταλαιπωρία, πολλοί τύποι οι οποίοι μυρίζουνε περίεργα, πολλά πράγματα γύρω τα οποία μυρίζουνε, γενικά όλα μυρίζουνε, μέχρι ενοχλητικά μυρίζουνε, σε ένα σημείο, γέροι, και ότι αυτός ο ήχος, ρε παιδιά, το οποίο παίζουνε και έχουν και αυτό το delay από πίσω, ξέρω γω, το echo, παιδιά, δεν μπορώ να καταλάβω πού τελειώνει το ένα κομμάτι και αρχίζει το άλλο. Και μου φαίνεται το ίδιο, από την αρχή μέχρι το τέλος, μου φαίνεται όλο το ίδιο, μα το ίδιο, δηλαδή, σόρι, ρε παίδες δεν το καταλαβαίνω, δηλαδή, πώς διασκεδάζει αυτός ο κόσμος.
Με τον αδερφό σου έπαιζες μαζί μουσική;
Όχι, δεν μπορώ να σου πω ότι έπαιζα. Μια περίοδο λίγο, που το πολέμησε λίγο, άντε προσπάθησα να του δείξω λίγο. Κάποιος που παλεύει και προσπαθεί να μάθει, δηλαδή, δεν μπορεί απαραίτητα να συμβαδίσει, γιατί και κουράζεται εύκολα, δεν μπορεί να κρατήσει έναν σταθερό ρυθμό, μια σταθερή ταχύτητα, ένα σταθερό τέμπο, είναι πρώτα που πρέπει να μάθεις τα βασικά πράγματα. Παρόλο το ότι ο αδερφός μου ούτε φάλτσος ήτανε, μπορούσε να τραγουδήσει και τα λόγια από κάποια κομματάκια, δηλαδή τον θυμάμαι, ακούω τη φωνή του και θυμάμαι να τραγουδάει το... μάλλον το έπαιζα εγώ και τραγουδούσε και μου άρεσε όταν το κάναμε αυτό, γιατί είναι ένα δύσκολο κομμάτι, το «(Don’t Fear) The Reaper» των Öyster Cult, γιατί στο ρεφρέν έχει αυτό το: «(Don’t fear the reaper) / Baby, take my hand (don’t fear the reaper) / We’ll be able to fly» και είναι κάτι το οποίο είναι δύσκολο, χρειάζονται δύο φωνές γιατί η μία πατάει πάνω στην άλλη, ένας τραγουδιστής μόνος του δεν γίνεται, αλλά και πες ότι γινόταν, πάλι πρέπει να μασήσεις τις μισές λέξεις, δεν θα παίρνεις ανάσα, δεν υπάρχει σημείο να μπορείς να πάρεις ανάσα. Αλλά το θυμάμαι χαρακτηριστικά. Και άντε, άμα του ‘παιζα κάνα κομματάκι όταν ήμασταν στην Αθήνα με την παρέα των φίλων του, αυτά που ξέρανε πάρα πολύ, που ήτανε, εννοείται, ο πρώτος δίσκος του Bryan Adams, άρα «Summer of ‘69», «Run to You», ποιο ήτανε εκείνο το άλλο που είχε κάνει με την Tina Turner ο Bryan Adams; Δεν είναι «Run to You»... Τέλος πάντως, αυτά, αυτά θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά, ναι.
Η πρώτη μπάντα που δημιούργησες, ως ιδρυτικό μέλος δηλαδή, ποια ήταν;
Ήτανε στο Λύκειο – ήτανε; Αυτή ήτανε η πρώτη; Ωπ, όχι, δεν είναι αυτή πρώτα, τα πρώτα σχήματα... ήτανε η πρώτη η οποία κράτησε λίγο καιρό, δηλαδή έκανα κάποιες προσπάθειες με κάποια σχηματάκια, όταν το πρώτο σχήμα το οποίο συμμετείχα κι εγώ, όπου τα άλλα παιδιά ήτανε αρκετά μεγαλύτερα, ήτανε στις τελευταίες τάξεις του Λυκείου και εγώ ήμουνα τρίτη Γυμνασίου. Αλλά πληκτράδες δεν υπήρχαν στα Γιάννενα. Άρα, το να ‘χεις κάποιον ο οποίος μπορεί να παίξει λίγα πλήκτρα, ακόμα και αν δεν ξέρει, δεν αντιλαμβάνεται, δηλαδή, όταν πήγα κει μέσα και άρχισα να παίζω: «Α, ωραία, και πες εδώ, τι συγχορδίες έχει; Τι ακόρντα έχει;». «Ακόρντα;». Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά αυτόν τον διάλογο, είναι μέσα σε κάτι ηλεκτρονικά, ένα arcade στη Στοά του Ορφέα που γνωρίζω. Και εκεί είναι ο Χρήστος ο Κυπαρίσσης που παίζει μπάσο, μετέπειτα συνθέτης και συνθέτης μάλιστα ελληνικού ονόματος του λαϊκού ρεπερτορίου, Πλούταρχο; Που έχει γράψει και δύο απ’ τα πλατινένια του τραγούδια. Πολλά χρόνια μαέστρος σε μαγαζιά της νύχτας, στην αρχή στη Θεσσαλονίκη και μετά στην Αθήνα, για πολλά χρόνια. Τα παράτησε όλα αυτά και τώρα είναι ένας γυναικολόγος. Μπήκε στην Ιατρική σε μεγάλη ηλικία, σταμάτησε τη νύχτα, κατά τη γνώμη του κάηκε, απ’ ό,τι μου έχει πει και ο ίδιος, κάηκε: «Δεν μπορούσα να συνεχίσω αυτό το πράγμα, θα πέθαινα». Ήτανε ο Χρήστος, λοιπόν, και ήταν και ο Φώτης ο Βαλεράς, ο οποίος ήτανε ο τραγουδιστής και ο άλλος ένας μέντοράς μου και δάσκαλος στη φυσαρμόνικα, στην μπλουζ φυσαρμόνικα, στο μπλουζ παίξιμο, και έχουμε αυτόν τον διάλογο και λέει: «Α, ναι, παίζουμε. Έχω φέρει κι εγώ ένα τραγούδι εκεί που τραγουδάω», εγώ είχα πάει εκεί με τον Λεωνίδα τον Πορίκη ο οποίος έπαιζε τύμπανα, και σ' αυτό που παίζαμε εγώ έπαιζα, ήξερα κάτι μοτιβάκια από Simple Minds, Eurythmics, αυτό ήτανε το πιο γνωστό πράγμα το οποίο θα μπορούσα να παίξω, ήτανε το «Sweet Dreams», αλλά με αυτά τα πράγματα τα οποία παίζει τότε, δηλαδή το αυτί μου ήτανε πολύ περισσότερο στις μελωδίες των πλήκτρων, κάτι τέτοια. Και θυμάμαι μετά: «Α, ναι; Τι ακόρντα έχει;». «Ακόρντα;» –τι να πω τώρα;– «Ντο!». «Ένα ακόρντο έχει; Α, ωραία, εύκολο κομμάτι!». Δεν τους έπιασα, γιατί ήμουνα αυτοδίδακτος, δεν καταλάβαινα. «Τι είναι ακόρντα; Α, αυτά! Όταν παίζουμε τρία πλήκτρα μαζί είναι ακόρντα; Α, καλά, κατάλαβα». Έτσι μάθαμε μουσική εμείς. Τέλος πάντων, όταν χάλασε αυτό το σχήμα ένα καλοκαίρι, τελειώσαν τα παιδιά, ήτανε τρίτη Λυκείου, έδωσαν εξετάσεις, αυτό, εκείνο το καλοκαίρι αποφασίζουμε και εμείς, εγώ και ο Λεωνίδας, που είχαμε μείνει εδώ και ο Μιχάλης, κάνουμε κάποιες συνεργασίες με άλλα μέλη. Τι έχουμε πρόχειρο εμείς, έχουμε τα άλλα συγκροτήματα τα οποία παίζανε εκεί στον ΟΗΘ, τον Οργανισμό Ηπειρώτικου Θεάτρου, που ήτανε ένας χώρος στα Γιάννενα που είχε έναν μουσικό εξοπλισμό, όργανα, κάποιους ενισχυτές, έναν μικτή, και ήτανε από τα βασικά μέρη όπου ξεκίνησαν αρκετά σχήματα στα Γιάννενα, αρκετές πρωτοβουλίες. Όλοι πατήσαμε εκεί γιατί ήτανε ένας χώρος όπου μπορούσαμε να πάμε εμείς. Υπήρχε σίγουρα και ένα πιο έντεχνο ή λαϊκό ή παραδοσιακό μέρος του μουσικού τμήματος του Οργανισμού Ηπειρώτικου Θεάτρου, ήτανε κυρίως για το θέατρο, και υπήρχε και ένα πιο μοντέρνο – έχω μια αφίσα εδώ κάπου, θυμήσου μετά να την ψάξουμε. Εκείνο το καλοκαίρι, λοιπόν, επειδή αυτός ήτανε ένας χώρος όπου ήτανε ξεκάθαρα στέκι αριστερών ιδεών και ρευμάτων της εποχής, κυρίως ΚΚΕ Εσωτερικού ήτανε μέσα αυτός ο χώρος. Γίνεται, λοιπόν, αυτό το γνωστό φεστιβαλάκι του ΚΚΕ Εσωτερικού κάτω απ’ τα Λιθαρίτσια, όπου ιστορικά είχε παίξει και ο Παύλος Σιδηρόπουλος –νομίζω είναι το ‘84; Κάπου εκεί, δεν νομίζω ότι είναι το ‘83, νομίζω ότι είναι το ‘84–, άρα είμαστε οι τρεις απ’ τους Terra Viventae που έχουμε μείνει, οι άλλοι δύο έχουνε πάει διακοπές, και είναι εκείνο τον καιρό και οι μισοί Mεταλλακτικοί Επικίνδυνοι εκεί. Μεταλλακτικοί Επικίνδυνοι ήτανε ένα άλλο σχήμα εκεί, ήτανε τελείως αβάν-γκαρντ, πειραματικό, ένα πράγμα ανεξήγητο, τους έχει γράψει μνείες κατά καιρούς ο Γιάννης Πετρίδης, που είχε έρθει σε κάτι συναυλίες. Ήτανε, όμως, κάτι πολύ πρωτοποριακό, εγώ, όμως, δεν είχα καμιά σχέση με αυτήν τη μουσική, ακόμη τότε εμένα μου φαινόταν απλά ακαταλαβίστικο. Και μάλιστα, μου φαινόταν ακαταλαβίστικο γιατί ήξερα ότι αυτοί οι άνθρωποι μπορούσαν να παίξουν και «φυσιολογικά» πράγματα, γι’ αυτό δεν μπορούσα να καταλάβω: «Γιατί παίζεις ακαταλαβίστικα πράγματα ενώ μπορείς να παίξεις;». Και το έλεγα εγώ που καθόμασταν και ακούγαμε τζαζ και τέτοια, που για άλλους ήτανε επίσης ακαταλαβίστικη: «Τι είναι αυτά τα οποία ακούτε ρε παιδιά;». «Εσείς τι είναι αυτά που παίζετε;». Άρα, εκεί αποφασίζουμε και φτιάχνουμε ένα σχήμα, έτσι, και η έμπνευση όποια μου έρχεται εμένα είναι: «Παιδιά, ξέρετε σαν τι θα βγούμε;». Και βγαίνουνε δύο σχήματα: το πρώτο είναι οι Εκπτώσεις και το δεύτερο είναι οι Επιπτώσεις, οι Εκπτώσεις και οι Επιπτώσεις. Και είναι ένα mix and match από όποιους είχανε μείνει εκείνον τον καιρό. Εκεί παρουσιάζω και το πρώτο μου κομμάτι σε λάιβ, το οποίο είχε τον μη original τίτλο «Το άσμα της τρέλας». Ήτανε και, όμως, ένας από τους πρώτους μου πειραματισμούς, να γράψω μουσική με στίχους, ακολουθώντας πολύ ένα ρεύμα το οποίο με είχε επηρεάσει πάρα πολύ, που ήτανε τα τραγούδια του Lucio Dalla, που ο Lucio Dalla δεν χρησιμοποιεί[02:10:00] στίχο με τον τρόπο τον παραδοσιακό, ο Lucio Dalla πλάθει εικόνες, λέει ιστορίες, αλλά πλάθει εικόνες κανονικά, δηλαδή είναι πολύ περιγραφικός σε κάποια του τραγούδια, ειδικά το πρώτο μέρος της δουλειάς του. Μιλάμε για τις μουσικές πριν το ‘80. Και έτσι εγώ βγάζω το τραγούδι που λέγεται «Το άσμα της τρέλας», παίζει ακριβώς στα λόγια με αυτό το ύφος, και μ’ αρέσει ότι εκεί ανακαλύπτω κιόλας ότι ακολουθώ τον Dalla, γιατί δεν είναι ένας στίχος ο οποίος βασίζεται σε κάτι που έχει ένα μετρικό σύστημα το οποίο ακολουθεί... ότι μπορώ να τεντώσω λέξεις, μπορώ να τις συμπιέσω, να τις κάνω να κάνω να ακουστούνε «τα-τα-τα». Προσπαθώ να θυμηθώ τα λόγια, αλλά το μοναδικό που μου ‘ρχεται στο μυαλό είναι ένα κουπλέ που λέει: «Δεκαπέντε ναύτες με λυμένα κορδόνια και ένα παππούς που πουλάει μπαλόνια». Είναι όλη μια ιστορία που τελειώνει, είναι κουπλεδάκια τα οποία τελειώνουν στις 02:00 το πρωί, δεν ξέρω γιατί. Και μετά έχει ένα ρεφρέν, κλασικά έχω κάνει αυτό, είναι, δηλαδή, τόσο πολύ Dalla τώρα που το σκέφτομαι, ενώ περιγράφεις αυτές τις περίεργες, αλλόκοτες... αλλόκοτα πράγματα τα οποία συμβαίνουν στις 02:00 το πρωί, ξαφνικά βάζει –και μουσικά κιόλας το ακούς–, μπαίνει ένα μέρος στη μέση το οποίο έχει μια αγαλλίαση, γιατί ξαφνικά παράθυρα και πόρτες ανοίγουν και ανθρωπάκια της κάθε ημέρας κατεβαίνουν στους δρόμους, μερικοί πηδάν στη θάλασσα που βλέπουν μόνο στο όνειρό τους, ίσως κάποιος να κλαίει, ίσως κάποιος να λέει βοήθεια, απαγορεύεται να κάνεις ερωτήσεις που χρειάζονται απαντήσεις. Αυτό είναι ένα πράγμα το ότι μπορώ να τα τεντώσω και να συμπιέσω τα λόγια. Δεν έχει σημασία, ακολουθούνε μια πολύ ρευστή μελωδική γραμμή και τέτοια. Το ωραίο είναι ότι, παρόλο ότι είναι ρευστή, δεν υπάρχει ποτέ κάποιο λάθος, γιατί ξέρω ακριβώς τι τραγουδάω, δηλαδή είναι πάντα το ίδιο, είναι πάντα τονισμένο, εκεί. Νομίζω ότι αυτή είναι η πιο κοντινή προσπάθεια που έχω κάνει ποτέ στη ζωή μου, δηλαδή, στο πρώτο μου τραγούδι να είμαι τόσο κοντά στον Lucio Dalla και που μάλιστα είχε αρέσει πάρα πολύ αυτό το κομμάτι σε κάποιους: «Ωραίο, ωραίο, ωραίο, ωραίο!».
Θυμάσαι με ποιον τρόπο συνέλαβες τη συγκεκριμένη δημιουργία/ιδέα;
Χρειαζόμασταν ένα κομμάτι, νομίζω. Αυτό που θυμάμαι είναι να παίζω κάτι το οποίο ήτανε μια αλληλουχία συγχορδιών η οποία μου ήταν κάτι αρκετά γνώριμο, δηλαδή, είναι αυτό το λάτιν, ας το πω Dorian ένα-τέσσερα, πρώτη μινόρε-τετάρτη ματζόρε, αυτό που πολύ χαρακτηριστικά ακούμε στον Santana, «Bingo», «Oye como va». Αυτό το ένα-τέσσερα ματζόρε, είναι το Dorian αυτό. Κι εγώ τι κάνω ο πούστης; Κάνω αυτό, του βάζω, όμως, του ριφάρω κάπως [κάνει τη μελωδία με το στόμα], του βάζω μια ώρα [κάνει τη μελωδία με το στόμα] την πρώτη φορά και τη δεύτερη φορά πάλι επανάληψη [κάνει τη μελωδία με το στόμα]. Άρα, τη μία φορά να ‘ναι κάπου ψηλά και τη δεύτερη να είναι τέτοιο. Και εκεί είχα το υλικό το οποίο χρειαζόμουνα για να φτιάξω όλο το κομμάτι, όλο το υλικό ήτανε εκεί. Αυτό που λέω στη μέση η γέφυρα, το διαφορετικό μέρος, δεν είναι τυπικό ρεφρέν, είναι η γέφυρα περισσότερο, αποτελείται από δύο μέρη τα οποία είναι αυτά τα οποία τελειώνουνε το ριφάκι, το [κάνει τη μελωδία με το στόμα]. Άρα, γέφυρα μέσα είναι μόνο το [κάνει τη μελωδία με το στόμα], το οποίο φέρνει μεγάλη αντίθεση σε σχέση με αυτό το Dorian-μινόρε-λάτιν το οποίο ακούγεται στην αρχή. Είναι πλέον μια αγαλλίαση ματζόρε ακόρντων που κελαηδούνε ξαφνικά πουλάκια, ενώ πρώτα χορεύανε, ξέρω γω, «αραπίνες μαύρες και αλανιάρες», ξαφνικά έχει πουλάκια και αγγελουδάκια και άλλα πράγματα. Το πιο μη original πράγμα είναι ο τίτλος σε αυτό το κομμάτι, «Το άσμα της τρέλας», μπαναλότατο. Έπρεπε να το πω, έπρεπε να το βαφτίσω «Στις 2:00 το πρωί», που ήταν το πιο νορμάλ πράγμα, όχι «Το άσμα της τρέλας», τέλος πάντων. Μετά από αυτό, γίνανε και κάποιες άλλες προσπάθειες, πάλι σε συνεργασίες. Αυτό ήτανε, δηλαδή, το τέτοιο το οποίο άρχισε ότι: «Με ενδιαφέρει να παίξω και με άλλους ανθρώπους, με ενδιαφέρει να παίξω και με άλλους ανθρώπους». Άρα, έκανα δυο-τρεις προσπάθειες με διαφορετικούς παίκτες και διαφορετικά κλίματα πλέον, βρέθηκα πλέον πέρα από την ασφάλεια της στενής παρέας των μεγαλύτερων παιδιών, γιατί φύγανε... έφυγε και ο Λεωνίδας μετά, γιατί ήταν και αυτός μεγάλος, πέρασε και αυτός αλλού, δηλαδή και χωρίς τον ντράμερ μου και ξαφνικά έχασα όλη αυτήν την παρέα των μεγαλύτερων παιδιών. Και σε εκείνη την περίοδο με πλησιάζει ένας συμμαθητής... Τότε ήμασταν πλέον Λύκειο, δηλαδή κάνα δυο χρόνια εγώ, είχα και λίγο αυτόν τον ρόλο του είμαι –πώς το λένε;– busker, είμαι ένας τύπος με μια κιθάρα, φυσαρμόνικα και τέτοιο, δηλαδή, κράτησα και ακολούθησα αυτό για κάνα δυο χρόνια: «Α, είναι ο Χρήστος, ο οποίος είναι γνωστός, μόνος του με την κιθάρα έτσι παίζει κάποια τραγούδια», από Σαββόπουλο και κάποια ελληνικά και πολλά ξένα. Δηλαδή, δεν ήτανε τόσο δύσκολο να βρεις κόσμο να παίζει ελληνικά τραγούδια και άντε λίγο Γερμανό ή λίγο Σαββόπουλο, αυτό δεν ήτανε δύσκολο. Το να βρεις, όμως, κάποιον που να παίζει, ξέρω γω, και το «House of The Rising Sun» και το «Hey Hey, My My» και τα κομμάτια των Simon & Garfunkel, όχι, αυτό δεν ήτανε κάτι το οποίο το έκανε ο οποιοσδήποτε 16χρονος, δεν υπήρχαν άλλοι 16χρονοι να το κάνουν, άρα εγώ ήμουν λίγο σπέσιαλ σε αυτό. Και κάπου προς την δευτέρα Γυμνασίου – δευτέρα Λυκείου-τρίτη Λυκείου, δευτέρα, με πλησιάζει ένας συμμαθητής και μου λέει: «Κοίτα να δεις, είμαι με αυτόν τον φίλο και θέλουμε να φτιάξουμε συγκρότημα. Θα ‘ρθεις να μας βοηθήσεις;». «Ναι αμέ». Α, πάμε πάλι σε συγκρότημα, ενώ εγώ ήμουνα πιο συνηθισμένος να είμαι... τροβαδούρος – γαμώ. Και μπαίνω σε ένα τέτοιο, πάμε, δίνουμε ένα ραντεβού, βρισκόμαστε, έχουν ένα κατάστημα εκεί ψηλά στη Δωδώνης, ένα ανοίκιαστο κατάστημα, κάτω έχουνε βάλει κάποια πράγματα, έχει μία ηλεκτρική κιθάρα κούφια Eko ιταλική, ο άλλος έχει μια ακουστική. Αυτό που μου κάνει μεγάλη εντύπωση είναι το ντραμ κιτ. Το ντραμ κιτ είναι βασικά ένα πετάλι μπότας και ένα πιατινάκι, το οποίο δεν μπορείς ούτε καν να διαβάσεις καλά, παίζει να είναι και ένα μικρό σπλασάκι Zildjian, το οποίο το βρήκανε σε κάποιον γύφτο εκεί στην Ανεξαρτησίας. Αυτά είναι τα ντραμς. Το πετάλι χτυπάει σε ένα κασόνι χαρτονιού, σκέψου καχόν, το ταμπούρο είναι ένα από αυτά τα δοχεία που κουβαλάν το γάλα, το οποίο έχει πλαστική σακούλα, ανάμεσα έχει σκάγια και μετά έχει άλλη πλαστική σακούλα και ακούγεται [μιμείται τον ήχο], κάτι τέτοιο. Και είναι και άντε άλλο ένα κιβωτιάκι ή ντενεκές, κάτι τέτοιο, για το... Ο ντράμερ, εντωμεταξύ, παίζει σαν τους παραδοσιακούς ντράμερ που –πώς το λέμε;– κάνουν cross τα χέρια, παίζει έτσι, παίζει αριστερά, άρα ταμπούρο εδώ και χάι χατ εδώ. Παίζει ανάποδα, αλλά παίζει σε αυτό το πράγμα και, παρόλο του ότι δεν έχει ανέβει ποτέ σε τύμπανα, συμπεριφέρεται σαν ντράμερ, αυτό μου είχε κάνει πολλή εντύπωση, συμπεριφέρεται... είναι ο μοναδικός από αυτούς που παίζει, μπορεί να κρατήσει, δηλαδή, έναν σταθερό ρυθμό, σταθερή ταχύτητα, ακόμα και με αυτά τα πράγματα. Επιεικώς, τα άλλα δύο παιδιά, ο Δημήτρης ο Τσιρώνης και ο Κώστας ο Φωτίου, επιεικώς ξέρουνε δύο συγχορδίες, επιεικώς. Ξέρουνε δύο συγχορδίες και εννοείται ότι έχουν ηλεκτρικά όργανα, τα οποία, μία ηλεκτρική κιθάρα, τα οποία πού μπαίνουνε; Σε ένα κλασικό κασετοφωνάκι φορητό, από αυτό, σαν τα εκατοντάδες τα οποία είχαμε κάψει στα ‘8[02:20:00]0s. Γιατί δεν υπάρχουνε ενισχυτές, άρα τι κάνεις; Συνδέεις το στερεοφωνικό στην είσοδο του μικροφώνου και βγαίνεις από κει. Αυτό είναι το setup. Και αρχίζουμε με αυτά τα παιδιά και καταλαβαίνουν τα παιδιά ότι δεν ξέρουνε τίποτα. Και από εκεί αρχίζω και παίρνω τον ρόλο, λοιπόν, του: «Ωραία, εδώ πρέπει να τους βοηθήσουμε λίγο να μάθουν κάποια τέτοια, να αρχίζουμε να παίζουμε κάτι το οποίο βγάζει ένα νόημα, ότι είναι κάτι», και παίρνω σαν πρώτο μοτιβάκι λίγο αυτό το κλασικό, το οποίο σου έλεγα και πρώτα, το Dorian, το ένα-τέσσερα, χαρακτηριστικό είναι το «Κορίτσι του Μάη», εμείς διπλασιάζουμε τη διάρκεια κάθε συγχορδίας και του βάζουμε –είναι instrumental, εννοείται, δεν έχει λόγια–, του βάζουμε τον τίτλο «λάτιν», είναι το «λάτιν» αυτό: «Πάμε να παίξουμε το “λάτιν”;». Πάμε να παίξουμε το “λάτιν”». Και αρχίζουμε πέντε-έξι-εφτά-οχτώ-εννιά-δέκα ώρες αυτό το πράγμα: «Λα-ρε, λα-ρε, λα-ρε, λα-ρε, λα-ρε». Σε κάποια φάση να έχει ένα: «Φα-φα-φα-μι» και πάλι: «Λα-ρε, λα-ρε, λα-ρε, λα-ρε». Και αυτοσχεδιασμό. «Τι θα γίνει στο ενδιάμεσο;». «Σόλο». Σόλα όλοι, όλοι σόλα, όλοι σόλα. Αυτά τα πρώτα σόλα, εντωμεταξύ, έχω ακούσει περιγραφές αυτών των πρώτων σόλων από άλλους μουσικούς, οι οποίοι ήτανε λίγο πιο εξελιγμένοι, δηλαδή, όταν κάποιος με σατιρίζει εμένα ή το σχήμα μου, εγώ δεν του κρατάω κακία. Εγώ ξεκωλονόμουνα στο γέλιο! Δεν μπορούσα να κρατηθώ γιατί καταλάβαινα ότι όντως έτσι ακούγεται, δηλαδή μου έκανε ο Φίλιππας ο Μέρμηγκας χαρακτηριστικά: «Αυτός ο Φωτίου, τρεις νότες κάτω, [μιμείται-παρωδεί τον ήχο]!». Δηλαδή, όντως υπάρχουν σήμερα αυτά τα πράγματα και πολύ πολύ, με τρομερό πόνο άντε βγήκε αυτό το πράγμα, το οποίο μπορούσαμε να παίζουμε, «Άντε, πάμε να βγάλουμε τίποτα άλλο». «Τι ξέρω εγώ το οποίο μπορεί να παίζεται έτσι με μπάντα; Άντε κάνα μινοράκι, το “Ηouse of the Rising Sun” ξέρω, το “Hey Hey, My My” ξέρω. Α, υπάρχει το «Into the Black», που είναι παιγμένο από μπάντα. Ω, Θα βγάλουμε αυτό!». Και ακούω καμιά φορά –τώρα δεν ακούω, αλλά θυμάμαι να ακούω– τις κασέτες απ’ αυτά τα παιξίματα, το χαρακτηριστικό αυτής της μπάντας ήτανε ότι είχε έναν ήχο... όλα πηγαίνανε μαζί! Άρα, ήτανε σαν να παίρνεις μια χούφτα μουσικούς και να τους κοπανάς όλους στο τραπέζι, όπως κρατάς έναν ρυθμό πάνω στο τραπέζι χτυπώντας το πόδι σου «τα-τα-τα-τα-τα», ε, να παίρνεις ένα μάτσο μουσικούς, φαντάσου, και να πηγαίνουν όλοι μαζί «μπαμ-μπαμ-μπαμ-μπαμ-μπαμ»: κιθάρες, μπάσα, πλήκτρα και τύμπανα, όλα να κουνιούνται μαζί, να είναι ένα concrete πράγμα το οποίο πηγαίνει έτσι, ασάλευτο «ούμπα-ούμπα-ούμπα-ούμπα» και ανάμεσα να υπάρχουν τέτοια σόλα [μιμείται-παρωδεί τον ήχο]. Και φυσικά, αυτά με πολύ πολύ πόνο, πολλή κούραση, πάρα πολύ αυτοσχεδιασμό, ώρες αυτοσχεδιασμού, ώρες, απίστευτες ώρες, μέχρι να φτάσουμε σε ένα σημείο που ήξεραν και τα παιδιά τρεις-τέσσερις συγχορδίες παραπάνω, να πούμε ότι μπορούμε να επιχειρήσουμε να βγάλουμε και δυο-τρία άλλα κομμάτια, απίστευτα κακοπαιγμένα. Πολύ πολύ αστείο. Μέσα σε αυτόν τον κύκλο, ξαφνικά θέλει να μπει... Α, η πρώτη μας συναυλία αυτού του σχήματος είναι στο Ροδοτόπι, σε ένα Φεστιβάλ Νεολαίας, παίζει πλήκτρα ο αδερφός του Δημήτρη, σε ένα Casio αρμονιάκι, ούτε, δηλαδή, σαράντα εκατοστών, με τα πλήκτρα αυτά τόσο που ίσα-ίσα χωράνε τα δάχτυλά σου, ο οποίος καραγούσταρε να είναι μέλος αυτού του πράγματος, καραγούσταρε, ήτανε και μεγαλύτερος αυτός κάνα δύο χρόνια και μας εμψύχωνε λίγο, έτσι μας έψηνε, αλλά γούσταρε, γούστα πάρα πάρα πολύ χοντρά. Υπάρχουνε φωτογραφίες. Μετά από αυτήν την συναυλία, λοιπόν, που έγινε τέτοιο, προς μεγάλη μας... πρώτο πράγμα το οποίο έπρεπε να κάνουμε: «Παιδιά, πάμε να βρούμε έναν κανονικό πληκτρά». Θέλαμε κάποιον ο οποίος να μπορεί να παίξει λίγο παραπάνω. Ο καημένος ο αδερφός του Δημήτρη είχε ταλέντο, πραγματικά ταλέντο, είχε και αυτί, αλλά ήτανε και μεγαλύτερος και ασχολούντανε με άλλα πράγματα τέτοια και βαριότανε να καθίσει να μάθει πράγματα. «Φίλε, εμείς εδώ θα ρίξουμε πόνο, θα ρίξουμε δουλειά και χρειάζεται και μια επένδυση. Δηλαδή, παιδιά, πρέπει να πάρετε κιθάρες, πρέπει να πάρετε κανέναν ενισχυτή, πρέπει να φτιάξουμε ένα κανονικό στούντιο, να αγοραστούνε τύμπανα, να μπορούμε να παίζουμε». Προς μεγάλη μου έκπληξη, μετά από κάποιους μήνες, μετά από αυτό το τέτοιο, με πλησιάζει ο Κώστας, μου λέει: «Υπάρχει ένα άλλο παιδί που θέλει να παίξει μαζί μας». Λέω: «Τι παίζει;». «Κιθάρα». Λέω: «Παιδιά, πόσοι κιθαρίστες θα είμαστε;». «Τρεις». «Καλά, ποιο είναι αυτό το παιδί;». «Ο Γιώργος ο Χλίτσιος». «Καλά τότε». Γνωρίζω, λοιπόν, ένα παιδάκι έτσι, με τα πολύ πολύ χαρακτηριστικά γυαλάκια του και το σγουρό του μαλλί, πολύ καλοντυμένος, πολύ στην τσίτα, τρομερά αρτηριοσκληρωτικός, αλλά ο άνθρωπος έχει τεχνική, είναι εντελώς ψυχρός στο παίξιμό του, εννοείται, είναι απίστευτα ψυχρός, ψυχρός, ρε παιδί μου, κανένα συναίσθημα! Μπορεί, όμως, και παίζει τα πάντα! Κάθεται και παίζει πράγματα περίεργα, δηλαδή, και είναι απολύτως ανέκφραστος και ακούνητος σε όλο το παίξιμό του. Ρομποτάκι μιλάμε, αλλά ο τζες μπορούσε να παίξει, μπορούσε να βγάλει οτιδήποτε μελωδία μου ερχότανε εμένα στο μυαλό. Παρεμπιπτόντως, αυτό που δεν είπα είναι ότι εκεί εγώ, λοιπόν, αναλαμβάνω τον ρόλο του μπασίστα, γίνομαι μπασίστας. Το δικό μου το αυτί, όμως, δεν λειτουργεί μπασιστικά ούτε έχει καταλάβει ότι: «Αδερφέ, ο μπασίστας είναι μαζί με τον ντράμερ, είναι το rhythm section». «Τι μου λες εμένα; Εγώ έχω τώρα ένα θέμα το οποίο μου έρχεται στο μυαλό, εγώ αυτό θα παίζω. Τώρα αν ο ντράμερ παίζει [κάνει τον ρυθμό με το στόμα], ας παίζει αυτό, εγώ θα παίζω [κάνει την μπασογραμμή με το στόμα], ότι άλλο μου ‘ρθει εμένα. Θα είναι λίγο ρυθμικό, έτσι, για να κρατάω και τους άλλους, γιατί εμείς στηρίζουμε...». Αλλά εκεί αρχίζω κιόλας και γράφω τα πρώτα μου κομμάτια, κι έτσι αρχίζουμε και πιάνουμε και τα πρώτα μου... οι πρώτες μου συνθέσεις, έτσι, για μπάντα, με αυτό το σχήμα. Καλά, αστεία πράγματα, εντάξει. Σκέφτομαι τους τίτλους, τώρα, και τα λόγια: Η «Mπόσα νόβα», τίτλος τώρα, το οποίο φυσικά δεν ήταν μπόσα νόβα – ντάξει; Κατά τα άλλα, για κάποιον λόγο, το είχα βγάλει «Μπόσα νόβα». Και το ακόμα πιο αστείο είναι ότι δεν θυμάμαι καθόλου πώς πάει αυτό το κομμάτι, μα καθόλου! Θυμάμαι ότι έχει ένα ριφάκι, δηλαδή εγώ τα κομμάτια τα οποία γράφω έχουνε σίγουρα ένα πολύ χαρακτηριστικό μελωδικό πραγματάκι, το οποίο είναι μια μελωδία η οποία μπορεί να ακούγεται στο τέτοιο, έχουνε μια πολύ μελωδική γραμμή, όπου είναι η μελωδία της φωνής και λόγια: «Λα-λα-λα, σ’ αγαπάω, με αγαπάς, αγαπιόμαστε και οι δυο», συνήθως, είναι αυτό το εφηβικό πράγμα. Αυτό, έτσι. Τα πρώτα πράγματα βγαίνουν έτσι. Και αυτοί είναι οι Religious Tramp. Υπάρχει το: «Τι όνομα είναι αυτό;». Α, αυτό το όνομα φυσικά είναι δική μου ιδέα, ενώ έχουν προτείνει κάτι και οι άλλοι τέτοιο. Θέλεις δεν θέλεις τώρα όλοι οι άλλοι αυτοί είναι πολύ πίσω, δηλαδή «εγώ κρατάω αυτήν την μπάντα, δηλαδή σε εμένα στηρίχτηκαν: «Έλα να μας βοηθήσεις, έλα να γίνουμε συγκρότημα». Άρα, εγώ παίρνω αυτήν την ιδέα μέσα από ένα κομμάτι του Lucio Dalla πάλι, το «Piazza Grande» – «Μεγάλη πλατεία», που είναι η ιστορία ενός άστεγου που ζει στην μεγάλη πλατεία. Το Religious Tramp, που σε μια αφίσα κιόλας υπάρχει ο αλήτης αυτός, που πάει να πει «Θρησκευόμενος αλήτης», είναι το ότι αυτή η αλητεία έχει γίνει θρησκεία, άρα είναι ο αλήτης που έχει κάνει την αλητεία θρησκεία. Βέβαια, καμία σχέση με το ηχ[02:30:00]ητικό αποτέλεσμα το οποίο, όταν ανέβαιναν αυτοί οι έξι τύποι, ανέβαιναν εκεί πάνω, έπαιζαν, αυτό που άκουγες ήτανε κάτι τέτοιο: «Τι είναι αυτοί, ρε παιδιά;». Πραγματικά τι είναι, δηλαδή, τρεις κιθάρες και, εντάξει, ένα πράγμα το οποίο κινούνταν έτσι [μιμείται-παρωδεί τον ρυθμό με τη φωνή]. Και έγινε λίγο καλύτερο εννοείται στην πορεία, αρχίσανε βγαίνανε κάποια κομμάτια τα οποία ήτανε λίγο πιο στάνταρ, περισσότερο κομμάτια τα οποία εγώ γνώριζα από την άλλη μπάντα με την οποία παίζαμε, π.χ. το «Let Me Roll It» των Wings, Paul McCartney, [τραγουδά τη μελωδία]. Και απ’ τη στιγμή που είχαμε και έναν κιθαρίστα που μπορούσε να ανταποκριθεί, να βγάλει ριφάκια πολύ πολύ συγκεκριμένα, πολύ τέτοια, προχωρούσαμε. Αλλάξαμε και πληκτράδες τουλάχιστον δυο φορές, ντράμερ σε κάποια στιγμή, και το κρατήσαμε για δύο-τρία, τρία χρόνια; Τα χρόνια του Λυκείου, βασικά. Αυτό ήτανε το πρώτο σχήμα, το πρώτο σχήμα σχήμα, έτσι, που επένδυσα.
Ενότητα 7
Πρόβες, αυτοσχέδια στούντιο, λάιβ και ηχογραφήσεις, ιδεολογία και μουσικά δρώμενα στα '80s
02:31:30 - 03:05:15
Πρόβες πού κάνατε;
Αυτά τα στούντια, αυτά τα στουντιάκια. Σου λέω, πρώτα από όλα υπήρχε ο ΟΗΘ. Ο ΟΗΘ άνοιξε τον δρόμο. Όταν ο ΟΗΘ άρχισε να γίνεται πιο προβληματικός, γιατί δεν είναι δεδομένο το ότι όλα τα συγκροτήματα μπορούσανε να παίζουνε στον ΟΗΘ, κάποια στιγμή μάλιστα η συνεργασία με τον ΟΗΘ σταμάτησε, άλλαξε το συμβούλιο, κάτι τέτοιο, και πάρθηκε και μια απόφαση ότι: «Συγγνώμη, παιδιά, από δω και μπρος ο ΟΗΘ θα ‘χει μόνο παραδοσιακό ή ελληνόφωνο μουσικό τμήμα» και πήραμε πόδι όλοι οι μαλλιάδες, όλοι οι περίεργοι τύποι τέτοιοι. Και έπρεπε να βρούμε αλλά τέτοια. Σου είπα πρώτα για τα υπόγεια τα οποία βρίσκαμε. Στούντια με την άποψη ότι όπως είναι τώρα το στούντιο, ότι κλείνω έναν χώρο ο οποίος είναι εξοπλισμένος, τέτοιο, δεν υπάρχουνε στα Γιάννενα των ‘80s. Ο πρώτος ο οποίος φτιάχνει ένα στούντιο για τέτοια χρήση είναι ο Μιχάλης ο Mπάρμπας, που όντως σε ένα χώρο δίπλα από το μαγαζί του που έχει στην αποθήκη για τον μουσικό εξοπλισμό του, έχει ένα δωματιάκι στο πίσω μέρος, που έχει ένα ντραμ κιτ, δύο ενισχυτές, ένα μπάσο, ένα κιθάρας, ένα ηλεκτρικό πιάνο, έναν μικρό μίκτη με δύο ηχεία και ένα μικρόφωνο. Αυτό ήτανε το πρώτο στούντιο-στούντιο. Κατά καιρούς στα Γιάννενα, ανάλογα με το σχήμα, έχουμε παίξει σε σχολεία τα οποία είναι κλειστά το καλοκαίρι, υπόγεια του ενός ή του άλλου, οικοδομές προς ανέγερση που υπάρχει ένα μέρος κάπου στο ισόγειο, κάπου όπου έχει μια πόρτα για να είναι κλειστά. Ένα ιστορικό στούντιο στα Γιάννενα ήταν στην περιοχή της Σκάλας απέναντι απ’ αυτό που είναι το «Μικρό βύσσινο», ήταν ένας πολύ πολύ μικρός χώρος. Κάποτε ήτανε, για ένα διάστημα, ήτανε μπουγατσοπωλείο ή κάτι τέτοιο, ή κρεπερί. Πολύ πολύ μικρός χώρος, μιλάμε ούτε αυτό, ακόμα μικρότερο. Τουαλέτα, νερό δεν υπήρχε, τέτοιο πράγμα, είχε, όμως, σοφίτα από πάνω και είχε ένα παλιό κρεβάτι και το ‘χαμε ψιλοφτιάξει, ας πούμε, και ήτανε γαμιστρώνας. Αυτό ήτανε ιστορικά το πρώτο στούντιο. Η πρώτη μπάντα που το χρησιμοποίησε αυτό ήτανε οι Castle Ghosts, αυτοί το φτιάξανε, και όταν διαλυθήκανε αυτοί πέρασε σε διάφορα χέρια. Ένα από τα χέρια αυτά ήτανε και το δικό μου, που τότε μαζί με τον Πάνο τον Μπάκα, ντράμερ, ήτανε μια περίοδος που εγώ φλέρταρα λίγο με το ροκαμπίλι-πανκ περίοδος. Ήτανε, έτσι, μια πιο wild περίοδος. Όταν έφυγα για φοιτητής, σκέψου ότι αυτό το μέρος είχε ένα ενοίκιο τρεις χιλιάδες δραχμές τον μήνα, όταν έφυγα εγώ από τα Γιάννενα, γιατί αναγκαστικά με φωνάξανε στην Ιταλία φαντάρο και έπρεπε να πάω από εκεί, γιατί αλλιώς θα έχανα την υπηκοότητα. Ο Πάνος δεν μπορούσε πλέον να βρει αυτά τα τρία χιλιάρικα τον μήνα να τα δίνει και, σιγά-σιγά, ο κυρ-Βαγγέλης από απέναντι που είχε ένα καφενεδάκι τότε, μπήκε μια μέρα μέσα, έβγαλε τα ντραμς, τι ήτανε, μέσα, ευτυχώς εγώ δεν είχα άλλον εξοπλισμό, αλλά κρίμα τα ντραμς –τα ντραμς τα είχαμε αγοράσει μαζί, τα χρειαζόμασταν: «A, θα βάλω εγώ, θα βάλεις και εσύ μετά», ήτανε μια Shaman μπλε–, έβγαλε τα ντραμς έξω, έβγαλε ένα φωτορυθμικό που είχαμε πάνω στον γαμιστρώνα κτλ., τα έβγαλε όλα απέξω, και πάνε, πάει και τα ντραμς πάει και το στούντιο. Κρίμα, άδικα, άδικα. Άρα, τα στούντιο είναι, θέλεις δεν θέλεις, είναι: «Παιδιά ό,τι μπορούμε, ό,τι μπορούμε να υπάρχει». Κατά μεγάλη περίοδο είναι σε σπίτια, και μάλιστα είναι σπίτια, αν είναι μέσα στην πόλη έχεις πάντα πρόβλημα, αν είναι λίγο πιο έξω από την πόλη είναι πολύ καλύτερα, γιατί δεν ενοχλείς, άντε το πολύ πολύ να ενοχλείς την οικογένειά σου, άντε να έχεις ένα: «Ο παππούς σου είναι άρρωστος, θα τον πεθάνεις με αυτά που κάνεις». Αλλά αυτά είναι, που λες.
Και τα υπόγεια πώς τα μετατρέπατε σε στούντιο;
Καθάρισμα, ξαράχνιασμα, πολλές φορές αυτά τα υπόγεια δεν έχουνε ρεύμα, άρα το ρεύμα πρέπει να κατέβει με κάποια μπαλαντέζα από όροφο, και το βασικό χαρακτηριστικό: αυγοθήκες. Πηγαίνεις από τα τέτοια, υπήρχε μέχρι μια αντιπροσωπεία κοντά στην πύλη την κεντρική του Κάστρου, θυμάμαι, που ήτανε αυγουλάδικο, δηλαδή αυτός ήτανε κάποιος ο οποίος έδινε αυγά, ρε παιδί μου, σε εστιατόρια, σε τέτοια, σε γαλατάδικα, τις μεγάλες αυγοθήκες τότε, και πάντα περνούσαμε από κει και είχε ένα πάκο αυγοθήκες. Επειδή φτιάχτηκαν κάμποσα τέτοια στούντιο, εγώ, δηλαδή, έχω φτιάξει, έχω «αυγοθηκώσει» τουλάχιστον τρία στούντιο, πολλές φορές αυτές οι αυγοθήκες είχαν και κάνα σπασμένο αυγό, το οποίο μπορεί και να το βγάζαμε, μπορεί και να μην το βγάζαμε! Μέσα σε αυτούς τους χώρους, πολύ υγιεινούς, ξέρεις, τους... που καπνίζαμε, κυρίως καπνίζαμε, δεν μπορώ να σου πω ότι κάναμε τίποτα άλλο, άντε να πίναμε καμιά μπύρα, κάποιος να ‘πινε καμιά μπύρα, άντε κανένα μπουκαλάκι κονιάκ, ξέρω γω, αυτός ο τόσο υγιεινός χώρος είχε και μια αίσθηση αυγουλίλας και σαπιοαυγουλίλας, τέτοιο. Εμείς, φυσικά, μπροστά στον έρωτα με τη μουσική και στο ροκ εκείνης της εποχής, δεν μασούσαμε και τόσο. Αυτά. Κατά περιόδους, θυμάμαι, δηλαδή, υπήρχανε στούντια τα οποία εγώ έκανα πρόβες. Προτού φτιάξουμε το σχήμα με τα παιδιά στο Λύκειο, ήμασταν μια περίοδο που το σχήμα ήτανε εμείς και ένας φοιτητής του Μαθηματικού τότε, κιθαρίστας, πολύ ταλαντούχος, ήτανε ο άνθρωπος ο οποίος με έβαλε, με έφερε σε επαφή με τη φανκ, με την πραγματική φανκ, με το παίξιμό του φανκ, αυτό που παίζουμε κάτω και ακούγονται τα καντίνια στην κιθάρα και παίζουν γρήγορα, και θέλει καρπό η φανκ, δεν θέλει πένα, θέλει καρπό, θέλει καρπό, αλλά τώρα δεν υπήρχε μπασίστας –έτσι;–, ήμασταν τύμπανα, πλήκτρα, κιθάρα. Αν χρειαζόταν να τραγουδήσει και αυτός μπορούσε, δεν είχε τρομερά άσχημη φωνή. Αλλά θυμάμαι με το που εγώ αγοράζω – μου κάνουνε δώρο τα πρώτα μου πλήκτρα, ένα Technics αρμόνιο το οποίο έχει πιστότητα στον ήχο: «Αα!», ήμουνα πανευτυχής, δηλαδή, είχες strings, πραγματικά strings, όχι τα strings αυτά τα φαρθίσια [μιμείται-παρωδεί τον ήχο], είχε πιστότητα ήχου, απίστευτο, επανάσταση! Εγώ μπορούσα να ‘μουνα στο δωμάτιό μου ώρες, ώρες, ώρες, ώρες, ώρες, εκεί. Είχα πλέον ήχους synth, είχα ήχους φλάουτων και κλαρινέτων, το ο[02:40:00]ποίο είχε πιστότητα ήχου, δεν ήτανε το ιταλικό το φαλθίσατο [μιμείται-παρωδεί τον ήχο], που σου λέει «clarinet». Τι clarinet, ρε φίλε; Έχεις ακούσει clarinet; Ήτανε αυτό, δεν ξέρω αν είναι samples, τι ακριβώς. Αλλά ωραία, κάνουμε πρόβες, πώς θα κάνουμε πρόβες; Ο Γιώργος έχει έναν ενισχυτάκι τριαντάρη, τσοντάρουμε από ό,τι λεφτά μπορούμε ο ένας, ο άλλος ο καημένος είναι φοιτητής: «Παιδιά, δεν θα φάω για μία βδομάδα, αλλά πάρτε και από μένα», ξέρω γω. Και πάμε και αγοράζουμε έναν ενισχυτή από το κατάστημα ηλεκτρονικών του Μπούμπα. Έναν Echolena, Echolena, πρέπει να ήτανε τσεχοσλοβάκικος, βουλγάρικος, γιουγκοσλάβικος; Ξέρω γω, τι ήτανε. Είχε τρεις εισόδους, είχε ένα που έλεγε reverb αλλά δεν ήτανε reverb, ήτανε vibrato, δηλαδή το άνοιγες και απλά ό,τι ακούγονταν από κει μέσα, ακούγονταν [μιμείται τον ήχο] σαν να βάλεις ένα vibrato, τέτοιο. Και τον παίρνουμε για έντεκα χιλιάδες δραχμές καινούργιος, ουά, άντε να ήταν 15 Watt, αλλά ήτανε ένα ματσούκι κόντρα πλακέ τέτοιο και μέσα είχε ένα ηχειάκι τόσο, δηλαδή ήτανε... Κυκλώματα τέτοια ήτανε αστείο, ήτανε όλο κόντρα πλακέ, όλο το πράγμα ήτανε κόντρα πλακέ. Και μέσα σε αυτό το ενισχυτάκι ήτανε φωνή, πλήκτρα και απ’ το μικρό ενισχυτάκι του Γιώργου... Μια περίοδο, μάλιστα, θυμάμαι να μην έχει ο Γιώργος και να είμαστε και τα τρία όργανα σε έναν ενισχυτή, και τα τρία στον Echolena! Αυτός ο Echolena χάθηκε, δεν ξέρω πώς χάθηκε, δεν θυμάμαι πού χάθηκε, πάντως χάθηκε. Μπορεί να ήτανε στο στούντιο, να τον είχα αφήσει στο στούντιο και να πέταξε και αυτός με τα τέτοια. Αλλά θυμάμαι ότι εκείνη την περίοδο ψάχναμε κάπου να προβάρουμε, ένα μισο-κίτ Asama, κάναμε πρόβες για μια περίοδο στο υπόγειο του μαγαζιού της μάνας μου, που ήτανε μπουτίκ. Και η μάνα μου ήτανε, εντωμεταξύ, έντρομη, γιατί το μοναδικό πράγμα που κάναμε εμείς, βασικά, ήταν καπνίζαμε, ναι, αλλά η μάνα μου είχε μπουτίκ και κάτω ήτανε τίγκα στα ρούχα, άρα μυρίζανε τσιγάρο! Άντε μία, δυο, τρεις, βαριά έναν μήνα, μέχρι να κάνουμε κάποιες προβίτσες για να κάνουμε ένα λαϊβάκι σε έναν χώρο που τότε είχε πάρει ο Γιάννης ο Μήτσης και ο Τάκης ο Παππάς στα Λιθαρίτσια, που ήτανε το ντίσκο κλαμπ των Λιθαρίτσιων. Είναι ένας χώρος, με το που μπαίνεις Λιθαρίτσια, είχε σκάλες και κατέβαινε από κάτω σε έναν χώρο που ήταν διαμορφωμένος σε ντίσκο κλαμπ. Και εκεί γινότανε και κάνα λαϊβάκι. Και βγαίνουμε και παίζουμε εμείς ένα ρεπερτόριο δεκαπέντε-είκοσι τραγουδιών, και ήτανε από τα πρώτα πληρωμένα μας κιτ, δεν θυμάμαι τι πήραμε, άντε να πήραμε ενάμιση χιλιάρικο ο ένας; Κάτι τέτοιο, δηλαδή κάτι αστείο. Αλλά εμείς κάναμε geek, βγάλαμε κομμάτια, δηλαδή βγάλαμε... προσπαθήσαμε να βγάλουμε, μα αυτή είναι η πρώτη μου επαφή με τον Stevie Wonder. O άλλος ήτανε μανιακός της σόουλ και της φανκ μουσικής. Είχε πολύ Stevie Wonder, πολύ Stevie Wonder. Άρα, ήτανε κάτι «Superstition», δεν θυμάμαι τι άλλο παίζαμε, το «Superstition» θυμάμαι εγώ πολύ χαρακτηριστικά από τον Γιώργο. Το άλλο το ρεπερτόριο μού διαφεύγει αυτήν τη στιγμή. Αυτοσχεδιασμός σίγουρα, πάρα πάρα πολύ, κάναμε αυτοσχεδιαστικό τέτοιο, πολλές σολιές από εδώ, πολλές σολιές από κει. Αυτά θυμάμαι.
Και ένα λάιβ πώς στηνόταν;
Ή υπήρχε κάτι το οποίο ήτανε προκαθορισμένο ότι κάτι θα γίνει, δηλαδή αυτό στα τέλη του καλοκαιριού ήτανε ότι κάτι θα γίνει, είτε αυτό γινόταν στα Λιθαρίτσια στα πρώτα χρόνια, αργότερα αυτό στα Λιθαρίτσια μετακινήθηκε προς την ΕΗΜ, προς το Θέατρο πάνω. Άρα, θυμάμαι αρκετά, ένα-δύο-τρία λάιβ να 'χω συμμετάσχει εκεί. Κάποιος μουσικός, συνήθως απ’ τα μεγαλύτερα παιδιά, έπαιρνε την πρωτοβουλία, πλησίαζε το Δημαρχείο τότε, τον Τομέα της Νέας Γενιάς, θυμάμαι χαρακτηριστικά, νομίζω ήτανε ο Ζαρμπαλάς σε αυτό το γραφείο για αρκετά χρόνια, ζητούσε την άδεια και ζητούσε από τον Δήμο να χρηματοδοτήσει τη μικροφωνική εγκατάσταση, και αυτό ήτανε το λάιβ το οποίο γινότανε. Τα λάιβ στα μαγαζιά ήτανε κάτι το οποίο απαιτούσε ιδιαίτερο κόπο και πολύ... ήτανε κάτι το οποίο γινόταν πολύ πολύ δύσκολα. Γιατί, από τη μία, δεν υπήρχε ρεπερτόριο, απ’ την άλλη, τα μαγαζιά μέσα στον αστικό ιστό θα 'χανε δεδομένα πρόβλημα με θόρυβο. Ποτέ δεν θυμάμαι λάιβ σε μαγαζί στα Γιάννενα και να μην έχει πρόβλημα, να μην υπάρχει πρόβλημα με την αστυνομία. Δεν είναι πολλά, παρόλα αυτά, τα λάιβ, δηλαδή, τότε στα ‘80s πίσω, χαρακτηριστικό είναι αυτό στη [Δ.Α.], πώς το κλείσανε, με τι εξοπλισμό παίξαμε εκεί; Να σου πω ότι δεν θυμάμαι; Πιθανόν να πήραμε τον εξοπλισμό από τον ΟΗΘ. Να πήραμε μαζί μας τον μίκτη; Το πιάνο σίγουρα το πήραμε, άρα πιθανόν να πήραμε μίκτη, να ζητήσαμε την άδεια, δηλαδή: «Θέλουμε να πάρουμε αυτό για να πάμε να παίξουμε» και εννοείται πως θα πληρωνόμασταν κιόλας. Τι πληρωθήκαμε, τι πήραμε... Και ήτανε λίγο και ένα μαθητικό γεγονός, δηλαδή, ήτανε... θα ‘τανε οι φίλοι σου απ’ το σχολείο, οι φίλοι των μεγαλύτερων παιδιών από το σχολείο, ήτανε πιτσιρικαρία. Και οι ώρες φυσικά ήτανε ώρες νωρίς το απόγευμα, όχι πολύ πολύ αργά, τέτοια πράγματα. Αλλιώς, ήτανε διοργανωμένες αυτές οι συναυλίες ή από κάποιον φορέα ή κάποιοι πολύ πολύ τολμηροί τύποι έπαιρναν αυτήν την πρωτοβουλία και πηγαίνανε, πλησιάζανε έναν ιδιοκτήτη θεάτρου ή έναν ιδιοκτήτη – «ιδιοκτήτης θεάτρου», δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, υπάρχει το «Παλλάδιο» το οποίο ήτανε ιδιόκτητος χώρος, άρα εκεί πρέπει να πας ο ίδιος και να ζητήσεις τον τέτοιον. Υπήρχανε κάποιες ντίσκο τις οποίες εγώ δεν είχα επαφή, γιατί ήμουν πολύ μικρός σε ηλικία για να πηγαίνω. Αυτοί οι χώροι ήταν. Και η ντίσκο, βραδινές ώρες αυτά, είχαν ηλικιακό όριο, δεν σε άφηναν, έπρεπε να είσαι πάνω από μια ηλικία για να μπεις μέσα, εγώ ήμουνα πιτσιρίκι. Οι άλλοι ήτανε, δηλαδή, τρίτη Λυκείου, εγώ ήμουνα τρίτη Γυμνασίου-πρώτη Λυκείου, δεν μπορούσα να μπαίνω σε συναυλίες άλλων παιδιών που ήτανε συγκροτήματα ακόμα μεγαλύτερης ηλικίας τότε στα Γιάννενα και είχαν ένα πολύ πιο ξεκάθαρο ρεπερτόριο, πολύ πιο οργανωμένο παίξιμο. Αυτοί ήτανε λίγο τύποι οι οποίοι, για μένα τουλάχιστον, ήτανε κάπου απλησίαστοι, μακριά. Ήτανε μια περίοδος κιόλας που αρκετοί από αυτούς δεν ήτανε στα Γιάννενα πλέον, είχαν φύγει από τα Γιάννενα. Μιλάμε για γενιές οι οποίες κάναν τις δικές τους πρώτες συναυλίες το ‘79, εκεί, δηλαδή, λίγο πριν το ‘80. Συγκροτήματα σαν τους Gold Fingers, τους Deans, τους Riders. Εγώ ήξερα φατσικά, ας πούμε, τον Περικλή και τον Βαγγέλη τον Μπουλουχτσή, γιατί τους είχα συναντήσει εκείνο το καλοκαίρι στον ΟΗΘ που προσπαθήσαμε κι εμείς να κάνουμε ηχογράφηση, εκείνο το καλοκαίρι που έγιναν οι Εκπτώσεις και οι Επιπτώσεις και παίξαμε σε εκείνο το λάιβ του ΚΚΕ Εσωτερικού. Εμείς είχαμε βάλει κάτω να κάνουμε μια ηχογράφηση, τον ίδιο καιρό εκεί μέσα ηχογραφούσαν, έκαναν μία από τις πρώτες ηχογραφήσεις τους σαν Κεφάλαιο 24. Ήτανε ο Περικλής ο οποίος έμοιαζε και ακουγόταν κιόλας σαν ένας Gilmour, μακρύ ξανθό ίσιο μαλλί και ξανθό μούσι, και οι δύο ήτανε λιγομίλητοι τύποι. O Βαγγέλης ο Μπουλουχτσής, είχε τη φήμη, και όντως ήτανε δηλαδή, θυμάμαι να τον βλέπω σε μια συναυλία στο «Παλλάδιο» που ήτανε όντως, άρχισε να κάνει κάτι τρικ βάζοντας συνδετήρες κοντά στο δωδέκατο τάστο, ώστε να μένει σταθερά να ακουμπάει την αρμονική και να παίζει μόνο με αρμονικές, ξαφνικά: «Τι κάνει αυτός ο τύπος;», δηλαδή τα μισά καταλάβαινα εγώ, ούτε τα μισά καταλάβαινα απ’ αυτά που κάνανε. Ήτανε αρκετά στο πειραματικό επίπεδο, αρκετά ψυχεδελικός ο ήχος τους, απλά με μάγευε, [02:50:00]ήτανε παρουσίες οι οποίες ανέβαιναν πάνω στο τέτοιο και ήτανε... μαγευόσουνα, ήτανε από άλλον πλανήτη! Αυτές ήτανε μεγάλες γενιές. Πολλά απ’ αυτά τα παιδιά είχανε φύγει και στο εξωτερικό, αρκετοί από αυτούς είχαν φύγει για τη Γαλλία, ο Μήτσης είχε φύγει για την Γαλλία, ο Παππάς είχε φύγει για τη Γαλλία, οι Μπουλουχτσήδες νομίζω ήτανε στην Αθήνα; Δεν νομίζω ότι ήτανε στα Γιάννενα. Αυτές είναι λίγο-πολύ. Α, και οι πολιτικές, οι εκδηλώσεις των πολιτικών νεολαιών, δηλαδή, πράγματα τα οποία γίνονταν σε ανοιχτούς χώρους. Και αυτοί κατά καιρούς κάνανε κάποιες προσκλήσεις. Αρκετά χαρακτηριστική ήτανε, γιατί, εντάξει, τώρα, στα πρώτα ‘80s, τα λοιπά, όταν μιλάμε για εκδηλώσεις νεολαίας μιλάμε για την ΚΝΕ, οι άλλες πολιτικές οργανώσεις νεολαίας είναι μη σου πω σχεδόν ανύπαρκτες, η ΟΝΝΕΔ, οι Δεξιές δεν κάνουν τέτοια πράγματα, κάνουν άλλα πράγματα, άλλου είδους τέτοιο. Η ΚΝΕ ήτανε κάτι το οποίο ήτανε πολύ χαρακτηριστικό στα Γιάννενα των ‘80s, γιατί έπαιρνε τα Λιθαρίτσια όλα, έστηνε μία-δύο-τρεις-τέσσερις σκηνές μικρότερες και μεγαλύτερες, όπου γινότανε διάφορα δρώμενα, θεατρικά... Εγώ είχα πάρα πολλούς φίλους στη μαθητική ηλικία που ήτανε μέσα στην ΚΝΕ. Εγώ φλέρταρα με αυτόν τον χώρο, ποτέ όμως δεν γράφτηκα μέλος, γιατί δεν καταλάβαινα τη λογική. Μ’ άρεσε, όμως, και ήξερα ότι έχω και μια παράδοση οικογενειακή που με τοποθετεί αρκετά κοντά σε αυτόν τον χώρο, αν δεν τον πω κομμουνισμό, να τον πω το αντιφασιστικό μέτωπο. Παρόλα αυτά, δεν με ενδιέφερε να γίνω μέλος. Στης ΚΝΕ, την περίοδο της τροβαδουροποίησής μου έπαιζα αρκετά συχνά και έπαιζα κλασικά φυσαρμόνικα και κιθάρα κάνα δύο κομμάτια, επειδή είναι επαναστατικές κομπανίες αυτές, άντε κάνα «Bella Ciao», εφόσον ήξερα ιταλικά, και το «Avanti popolo, alla riscossa, bandiera rossa...» τα άκουγαν από κάτω οι Κνίτες και έκαναν «Ωωω!», φυσικά το μόνο που ξέρανε είναι το «Bella ciao, bella ciao, bella ciao», τα υπόλοιπα ήταν [μιμείται-παρωδεί πώς τραγουδούσαν τους ιταλικούς στίχους], άρα το κοινό ήτανε λίγο έτσι. Και, φυσικά, τα αντάρτικα.
Στην προσωπική σου μουσική υπήρχε ιδεολογία;
Τότε, τότε, δεν μπορώ να σου πω, θα μ’ άρεσε η ιδέα του να έχω κάτι, θα φλέρταρα με την ιδέα, αλλά αυτό έρχεται από κίνητρο. Δηλαδή, στην τελευταία τελευταία τάξη, τρίτη Γυμνασίου – τρίτη Λυκείου, είχα ήδη τελειώσει εγώ, τελειώσει, πιθανόν να ήτανε το πρώτο καλοκαίρι. Μέσα από τους φίλους, με πλησιάζει ένα παιδί που ήξερα από κει μέσα και μου λέει: «Κοίτα να δεις, θα κάνουμε μια θεατρική παράσταση, είναι μια σοβαρή δουλειά, θέλεις να δοκιμάσεις να γράψεις τη μουσική;». Καταρχήν, για μένα είναι τεράστιο κομπλιμέντο εκείνη τη στιγμή. Το έργο ήτανε Το φως που καίει του Κώστα Βάρναλη. Εκεί ήτανε ένας ηθοποιός του ΔΗΠΕΘΕ, τότε βρισκόταν στα Γιάννενα σαν μέλος του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου. Ο άνθρωπος ήτανε Κρητικός, ήτανε ένας παλιάς σχολής ηθοποιός, με αυτόν τον στόμφο τον έξτρα, και εκεί κλήθηκε να είναι ο σκηνοθέτης. Το ποσό βασανίστηκαν οι ηθοποιοί, δηλαδή... σημειωτέον ότι εγώ για να γράψω αυτήν τη μουσική και να καταλάβω τις ανάγκες του τέτοιου ήμουνα σε όλες τις πρόβες, παρακολούθησα τις πρόβες για να καταλάβω τι εξελίσσεται, τι γίνεται εκεί. Η μουσική η οποία έγραψα δεν ήτανε συνεχόμενη, βγήκε, όμως, μία από τις πρώτες πιο σοβαρές προσπάθειες οι οποίες έκανα να κάνω ένα σοβαρό κομμάτι, που ήτανε η μελοποίηση του αρχικού, έχει ένα ποίημα στην αρχή μια σερβάντα από θάλασσα, και έγραψα μουσική γι’ αυτό το κομμάτι, που ήτανε ένα από τα πιο περίτεχνα πράγματα τα οποία κλήθηκα να κάνω ποτέ. Με εξέλιξε απίστευτα στην κιθάρα, γιατί το έγραψα σαν κάτι το οποίο βασίζεται σε κάποιους αρπισμούς της κιθάρας και έγινε ένα κομμάτι. Από κει και πέρα, χρειάστηκε να γράψω μουσική για κάποια σημεία του έργου. Υπήρχαν, όμως, κάποια μουσικά θέματα, υπήρχανε κάποια –πώς να το πούμε;– impromptu και τέτοια, και πάλι μέσα από τη δίψα να συνεργαστώ με αυτούς τους ανθρώπους, πήγα και βρήκα πάλι τον άνθρωπο με τον οποίο δεν είχα συνεργαστεί, που ήτανε ο Μιχάλης ο Βούλγαρης, που ήτανε σαν κιθαρίστας ροκ, hard rock κιθαρίστας, ήτανε ο κιθαρίστας των Castle Ghosts και εκείνο το καλοκαίρι κάναμε περιοδεία αυτό το έργο, κινηθήκαμε σαν θίασος. Το πιο αστείο είναι ότι αυτή η περιοδεία έχει να κάνει με προφεστιβαλικές της ΚΝΕ. Το πιο νότιο μέρος στο οποίο φτάσαμε ήτανε το Αγρίνιο. Παίξαμε στο Αγρίνιο, παίξαμε στην Ηγουμενίτσα, παίξαμε στην Κέρκυρα, παίξαμε στα Γιάννενα δυο φορές, αυτά νομίζω. Το ωραίο ποιο είναι; Oι προφεστιβαλικές της ΚΝΕ και όλο αυτό το πράγμα με τις εκδηλώσεις της ΚΝΕ, τις καλοκαιρινές εκδηλώσεις, είχαν πάντα έναν βαθμό τσαπατσουλιάς απίστευτο. Αυτόν τον ήξερα ήδη εγώ όταν συμμετείχα σαν τροβαδούρος και σαν μέλος μιας μουσικής κομπανίας που πήγαινα, έπαιζα λίγη φυσαρμόνικα κάποια κομμάτια, έλεγα και αυτά τα δύο ιταλικά κομμάτια, υπήρχανε πάντα οι τσαπατσουλιές του στιλ ότι: «Ναι, εδώ». «Α, ωραία, πού θα στήσετε παιδιά;». «Πού είναι το πάλκο;». «Α, θα το βάλουμε εκεί, δίπλα από το...». «Τι είναι αυτό, ρε παιδιά;». Τσαπατσουλιά, δηλαδή δεν υπήρχε η οργάνωση του... «Δεν έχετε καταλάβει τι πρόκειται να κάνουμε». Στο Αγρίνιο, χαρακτηριστικά, ενώ ήμαστε στην μέση του θεατρικού, κυριολεκτικά στη μέση του θεατρικού, στην κεντρική σκηνή η οποία βρίσκεται, άντε –τι να σου πω;–, πενήντα μέτρα παραπέρα, είναι η κεντρική σκηνή, αρχίζει και τραγουδάει η –δεν θυμάμαι ποιος ήταν–, η Γλυκερία, τέτοια, στη μέση του θεατρικού, όμως, να μην μπορεί ο ένας να ακούσει τον διάλογο, να μην ακούγονται οι ατάκες. Ρε, σοβαρά μιλάμε; Καθυστερήσεις... Δηλαδή, κακή οργάνωση. Στην Ηγουμενίτσα, πάμε να παίξουμε τέτοιο, έχουμε σκηνικά, εντωμεταξύ, μαζί μας, δεν είναι τόσο απλό, έχουμε πάρει σκηνικά, έχουμε τον βράχο του Προμηθέα. Το Φως που καίει είναι ένας διάλογος μεταξύ τριών ανθρώπων, ένα δρώμενο μεταξύ τριών: του Προμηθέα, του Ιησού Χριστού και του Μώμου. Ο Προμηθέας αντιπροσωπεύει... κάποιες στιγμές αντιπροσωπεύει τον καπιταλισμό, άλλες φορές τον πόλεμο, άλλες φορές τον σύγχρονο κόσμο, ο Ιησούς Χριστός το κατεστημένο της εκκλησίας, της συντήρησης, φλερτάρει με το παραδοσιακό, και ο Μώμος αντιπροσωπεύει το επαναστατικό, το στοιχείο της γης, αυτό το οποίο προσπαθεί να αποτινάξει, να ξεκολλήσει τον έναν, να ξεκολλήσει τον άλλον. Ο Μώμος συμπεριφέρεται λίγο σαν αρλεκίνος, σαν το σαιξπηρικό ξωτικό, το οποίο είναι πειραχτήρι, αυτός είναι ο ρόλος του Μώμου. Αυτά ήτανε τρία παιδιά της ΚΝΕ, ξέρω γω: «Ωραία, πάμε να κάνουμε κάνα θεατρικούλι», του στιλ, όπως κάναμε θεατρικούλια, «Α, άντε μάθε εσύ», «Α, να μάθω κι εγώ», «Α, να μάθω...», «Ναι, ναι, ναι, καλά είναι, τα μάθαμε όλοι». Δεν κατάλαβες. Φτύσανε αίμα, φτύσανε αίμα, δηλαδή ο άλλος τούς ξέσκισε, δηλαδή, όταν ακούμε αυτά τα πράγματα που ακούμε για το #Metoo κύκλωμα τώρα, που λένε: «Πολύ κακός στη συμπεριφορά του» και πολλά τέτοια, τι λες, ρε; Ξέρεις τι πάει να πει να βγάζεις, όταν δεν είσαι επαγγελματίας κιόλας, εκεί είναι διαφορετικό, γιατί είναι επαγγελματικό, αυτοί δεν είναι επαγγελματίες, αυτοί πρέπει να ξεχάσουν, δηλαδή ο άνθρωπος τους πήρε, τους έσπασε, τους έσπασε: «Θα μάθεις να περπατάς, θα μάθεις να στέκεσαι, θα μάθεις να παίρνεις αναπνοές, θα μάθεις να εκφέρεις τον λόγο σωστά, θα μάθεις να αναπνέεις σωστά», τους ξέσκισε κυριολεκτικά. Ευτυχώς που δεν είχε σχέση με τη μουσι[03:00:00]κή. Παρόλα αυτά, κι εγώ του 'χα κάτι τέτοια, γιατί μου έκοψε σε κάποια σημεία, λόγω του ότι ήτανε έτσι: «Κόψε, κόψε, κόψε, κόψε!», μου ‘κοβε κομμάτια στη μέση, δηλαδή, μου ‘κανε τέτοια στο λάιβ! Καλά να είναι μωρέ, εντάξει. Στην Ηγουμενίτσα, λοιπόν, πάμε για να παίξουμε: «Πού θα παίξετε;». «Α, είναι ένας χώρος, ένα ξέφωτο δίπλα από ένα ξενοδοχείο», έτσι, ένας ακάλυπτος. «Ρε παιδιά, τέτοιο, χώρο, εξέδρα, δεν χωράει η γέφυρα». Έχουμε έναν... το σκηνικό μας είναι ένας βράχος, ο βράχος του Προμηθέα, ένας σταυρός, ο Σταυρός του Χριστού, και μια γέφυρα σιδηροκατασκευή, αρκετά μεγάλη. «Εδώ, ρε παιδιά, δεν χωράνε τα σκηνικά». Μ’ άρεσε γιατί αυτοί οι άνθρωποι, που ήταν Κνίτες τότε και που πολλές φορές είχα έρθει εγώ φορές απέναντί τους, ξέρω γω, για τις τσαπατσουλιές που γινότανε στα τέτοια με τα μουσικά και τα τέτοια, και αυτοί ήταν: «Ε, ρε παιδιά, έλα λίγο, έλα εδώ...». Σου αρέσει τώρα που είσαι μέρος της παραγωγής και πρέπει να αντιμετωπίσεις τους δικούς σου; «Έλα, ρε παιδιά, τώρα για τον αγώνα και το Κόμμα». Σ’ αρέσει τώρα που έχεις φτύσει αίμα να σου έρχεται ο άλλος και να σου βάζει την τσαπατσουλιά στη μάπα; Φά’ την, πάρ’ τηνα να μάθεις!
Χρήστο, οι ηχογραφήσεις εκείνη την περίοδο πώς γίνονταν;
Οι ηχογραφήσεις, οι δικές μας ηχογραφήσεις, στο δικό μου το επίπεδο, ήτανε ένα πολύ περίπλοκο πράγμα. Η τεχνική ήταν αυτό που λέμε «πινγκ πονγκ». «Πινγκ πονγκ» είναι όταν έχεις δύο μέσα τα οποία είναι ικανά να ηχογραφήσουν και να αναπαράγουνε το ηχογραφημένο υλικό και έχεις έναν μίκτη και αυτό που κάνεις είναι το εξής: περνάς τα όργανα τα οποία θέλεις να ηχογραφήσεις, δηλαδή εκτός από τη δυνατότητα να ηχογραφήσεις λάιβ, περνάς, ας πούμε, στην αρχή να πούμε, ξέρω γω, όλοι ξέρουμε ότι στην αρχή, αυτό ήτανε πολύ πολύ βασικό, το μάθαμε αρκετά νωρίς: «Στην αρχή, παιδιά, πρέπει να γραφτούνε τύμπανα, πρέπει να γραφτεί το κιτ», γιατί το κιτ είναι η βάση όπου όλα τα άλλα πατιούνται, είναι ζήτημα λίγο το ότι ο ντράμερ πρέπει να έχει έναν μετρονόμο, η επαφή με έναν μετρονόμο οπτικό ή αν υπάρχει μετρονόμος ηχογραφημένος μετά να μπορέσουμε να τον σβήσουμε και άντε να υπάρχει ένας «οδηγός». Οδηγός είναι μια ηχογράφηση, στο πινγκ πονγκ δεν το κάναμε, όμως, γιατί δεν σε έπαιρνε να κάνεις μια ηχογράφηση παραπάνω και μετά να τη σβήσεις, δεν σε έπαιρνε γιατί γράφεις το πρώτο πράγμα, π.χ., πρώτη εκτέλεση, αν μπορούσες να το κάνεις αυτό, τύμπανα, μπάσο, πλήκτρα και ίσως μία κιθάρα, γράφεις αυτό, παίρνεις το αντικείμενο που έχεις γράψει, είτε είναι μπομπίνα, μπομπινόφωνο, καλή ποιότητα αλλά σπάνιο λίγο να το βρεις –παρόλα αυτά, έχω μια μπομπίνα από εκείνη την ιστορική ηχογράφηση, νομίζω την έχω, το θέμα είναι πού θα την παίξω, τέλος πάντων–, παίρνεις αυτό το ηχογραφημένο πρώτο πράγμα και το πηγαίνεις στο μέσο, το ξαναπερνάς μέσα στην κονσόλα μέσα από δυο κανάλια left right, το βάζεις να παίζει, ενώ ηχογραφείς με το άλλο μέσο και ενώ παίζεις από πάνω τη δεύτερη κιθάρα, π.χ., και κάτι άλλο. Αυτό είναι το πρώτο ping. Βεβαίως, μετά ξανακάνεις το ίδιο και γράφεις από πάνω, ας πούμε, φωνητικά. Το θέμα ποιο είναι; Ότι η πρώτη ηχογράφηση έχει ήδη ηχογραφηθεί από πάνω άλλες δυο φορές και αρχίζει και χάνει την ποιότητά της, άρα, σιγά-σιγά, αυτό το πράγμα αρχίζει και ξεφτίζουν οι πρώτες ηχογραφήσεις. Ειδικά αν δεν είχες, ας πούμε, ένα πολύ καλό κασετόφωνο, πραγματικά πολύ καλό, η κασέτα, αν ήτανε σε κασέτα, έπρεπε να ήτανε κασέτα σιδήρου, πολύ υψηλής ποιότητας ή μπομπίνα για να μπορείς να έχεις όσο γίνεται περισσότερη δυνατότητα. Το μπομπινόφωνο, νομίζω, είχε τη δυνατότητα, μπορούσες να κάνεις λίγο πουστιές μετακινώντας τις κεφαλές, να γράψεις τέσσερα κανάλια, δηλαδή, να γράψεις το left right της μία πλευράς και το left right της άλλης. Το οποίο, μετά, έγινε η πρακτική η οποία χρησιμοποιούντανε στα τετρακάναλα κασετόφωνα. Ξέρεις τι είναι αυτά; Όχι;
Ενότητα 8
Η λειτουργία του Οργανισμού Ηπειρωτικού Θεάτρου (ΟΗΘ), τα σύγχρονα είδη μουσικής και οι μπάντες μεταξύ '80s και '90s στα Γιάννενα
03:05:15 - 03:46:03
Μπορείς να μου πεις τι ακριβώς ήτανε ο ΟΗΘ;
Ο ΟΗΘ, λοιπόν, είναι... σίγουρα παίζει έναν τρομερά σημαντικό ρόλο στα ‘80s. Ο Οργανισμός Ηπειρώτικου Θεάτρου ήτανε ένα είδος σύλλογου, το οποίο φτιάχτηκε κάπου στα ‘80s από περισσότερο φίλους του θεάτρου, σίγουρα και κάποιους ηθοποιούς, δηλαδή θυμάμαι τον Γιώργο τον Νάκο στον αρχικό ΟΗΘ, δεν είμαι σίγουρος τώρα πάρα πολύ για τα ονόματα, έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια, ο Γιώργος ο Μέρτζιος; Κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι ενδιαφέρονταν σίγουρα για τις τέχνες, δηλαδή δεν ήταν ηθοποιοί ή θεατράνθρωποι, και σίγουρα είναι ένα από τα πιο προοδευτικά, να το πω, μια φωλιά ανθρώπων της τέχνης και σίγουρα της Αριστερής αντίληψης. Είναι σίγουρα σε μεγάλο βαθμό οι άνθρωποι εκεί μέσα μιας Αριστερής πολιτικής πεποίθησης, και όταν λέμε αριστερής τότε, στις αρχές του ‘80, δεν λέμε για ΠΑΣΟΚ, μιλάμε για ΚΚΕ και μιλάμε για ΚΚΕ Εσωτερικού. Ο ΟΗΘ, λοιπόν, στην αρχή ήτανε κάτι το οποίο διοργάνωνε θεατρικές παραστάσεις, είχε ένα βεστιάριο, έτσι πήρε πρόσβαση το θέατρο, στους χώρους της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, αργότερα στο «Καμπέρειο» όταν χτίστηκε. Το «Καμπέρειο» έγινε, ας πούμε, το stage του ΟΗΘ. Αυτά είναι πριν δημιουργίας από τη Μελίνα του ΔΗΠΕΘΕ, ή αν υπήρχε το ΔΗΠΕΘΕ ήτανε ακόμα πολύ στις αρχές. Ο ΟΗΘ, λοιπόν, ο οποίος στεγαζότανε στο κτίριο όπου σήμερα είναι η Πινακοθήκη, αυτό το παλιό διατηρητέο, στον δεύτερο όροφο πάνω είχε ένα δωμάτιο όπου υπήρχανε μουσικά όργανα και μουσικός εξοπλισμός. Κάτι το οποίο ήτανε αρκετά ενδιαφέρον – «ενδιαφέρον», κάτι το οποίο δεν υπήρχε σε πρόσβαση εύκολη, για εμένα τουλάχιστον που ήμουν τότε τρίτη Γυμνασίου, σε αυτήν την ηλικία ήτανε ένας χώρος από τον οποίο, σκέψου εγώ, ερχόμενος, γυρνώντας απ’ το σχολείο πολλές φορές έξω από αυτό το κτίριο άκουγα μουσική, είναι όπως όταν περνάς απέξω από ένα ωδείο και ακούς όργανα να παίζουνε και τέτοια, άκουγες μουσική από εκεί. Γνωρίζοντας τον Λεωνίδα τον Πορίκη μέσω ενός άλλου κοινού γνωστού, που αποφασίζουμε πάλι, έτσι: «Α, πάμε να κάνουμε συγκρότημα», ο Λεωνίδας μού λέει: «Υπάρχει αυτός ο χώρος όπου υπάρχουν όργανα», γιατί όπως πάντα, είπαμε, τα στούντια ήτανε πρόβλημα, ο χώρος όπου θα καθίσεις και θα κάνεις πρόβες κτλ. ήτανε ένα πρόβλημα. Παρουσιάζεται λοιπόν ο Λεωνίδας και λέει: «Α, υπάρχει αυτός ο χώρος που είναι εκεί και πηγαίνουμε και παίζουμε εκεί εμείς και κάτι φίλοι». Ο Λεωνίδας μόλις είχε πρωτοκαθίσει στα τύμπανα, δηλαδή δεν είχε κάνει ακόμα συναυλία, δεν είχε παίξει λάιβ ο Λεωνίδας, είχε μόλις πρωτοκαθίσει στα τύμπανα. Και με παίρνει, λοιπόν, ένα... Ήτανε ακριβώς μετά από αυτήν την συζήτηση, πήγαμε κατευθείαν εκεί, ανεβαίνουμε στον δεύτερο όροφο, μπαίνω σε ένα δωμάτιο που είχε έναν μίκτη, ένα ηλεκτρικό πιάνο, με το που είδα εγώ ηλεκτρικό πιάνο, «Αα, δώσε!», υπήρχε ένας μίκτης, μικρόφωνα, ηλεκτρικές κιθάρες, δύο ηλεκτρικές κιθάρες θυμάμαι εγώ, μία ακουστικ[03:10:00]ή, ένα ηλεκτρικό μπάσο, και υπήρχανε και ένας ή δύο ενισχυτές. Σε αυτόν τον χώρο, λοιπόν, υπήρχανε κάποια ερασιτεχνικά σχήματα, κατά καιρούς παραπάνω από δύο, ίσως και τρία, τα οποία με ένα πρόγραμμα ήτανε σε αυτόν τον χώρο και κάνανε πρόβες εκεί, δημιουργούσαν ένα ρεπερτόριο, κάποια κομμάτια και καλούντανε μία φορά τουλάχιστον τον χρόνο σε μία συναυλία διοργανωμένη από τον ΟΗΘ, συνήθως ήτανε στο «Καμπέρειο Θέατρο», όπου παρουσιαζότανε το έργο του μουσικού τμήματος: «Ερασιτεχνικά σχήματα ΟΗΘ». Πολλές φορές σε κάποιες από αυτές τις αφίσες έβγαιναν χωρίς τίτλο συγκροτημάτων, μεγάλη προσβολή, βέβαια, για τα παιδιά τα οποία προσπαθούσαμε να φτιάξουμε μια μουσική οντότητα με ανεξάρτητα και αναγνωρίσιμα στοιχεία το να σε βαφτίζουν απλά «Ερασιτεχνικό Μουσικό Σχήμα ΟΗΘ». Τι είμαστε, ρε φίλε; Από τον ΟΗΘ, όμως, αν σκεφτούμε λίγο, ξεκινήσανε πάρα πολλά, αν όχι σχεδόν όλα τα σχήματα τα οποία δραστηριοποιηθήκανε στα ‘80s στα Γιάννενα. Ακόμα και αν εγώ δεν τους βρήκα εκεί, είμαι σίγουρος, το ξέρω, ότι ο Γιώργος ο Γάκης με τις πρώτες του προσπάθειες να κάνει κάποια ροκ μουσικά σχήματα πέρασε από κει, δεν είμαι σίγουρος για τους τότε Castle Ghosts που ήτανε το αντίστοιχο hard rock συγκρότημα των Ιωαννίνων, με ένα ρεπερτόριο που μπορεί να ‘τανε από Purple σε πιο hard πράγματα, Sabbath, αλλά είχε μέσα και κάποια κομμάτια τα οποία ήτανε πιο, ας πούμε, «ρομαντικά» είχε Βowie, ας πούμε, μέσα κομμάτια, πιο ρομαντικά, Zeppelin θυμάμαι χαρακτηριστικά. Υπάρχει μια χαρακτηριστική συναυλία η οποία κάνανε τότε στο «Παλλάδιο», όπου εγώ ανακάλυψα το headbanging και είναι και η πρώτη φορά που ακούω το «Immigrant Song» και, εντάξει, όσο καλά και να προσπαθούσε ο τότε τραγουδιστής, ο Θοδωρής ο Σαφαρίκας, μιλάμε για ένα κομμάτι το οποίο είναι, ντάξει, αρκετά δύσκολο μέχρι τέτοιο. Άρα, δεν είσαι και σίγουρος ότι ήτανε όλες οι νότες... πέφτανε καρφί, κάποιες νότες φεύγανε. Άρα, αυτά τα δύο συγκροτήματα που εγώ σίγουρα δεν πρόλαβα εκεί, είχαν περάσει από κει. Πολύ χαρακτηριστική είναι όλο το ρεύμα αυτής της... τώρα θα το πω αβανγκάρντ, μπορώ να το πω και πειραματικό, μιας πολύ χαρακτηριστικής των Ιωαννίνων μουσικής γραμμής, που, κατά τη γνώμη μου, αρχίζει με τους Μεταλλακτικούς Επικίνδυνους ή σκέτους Μεταλλακτικούς – η διαφορά, νομίζω, είναι σε ένα μέλος, τον Κώστα τον Σταμάτη. Ο Κώστας ο Σταμάτης είναι πάλι ένα άτομο-κλειδί, γιατί είναι ο άνθρωπος ο οποίος πήρε πρωτοβουλία πάνω στο να κάνει μοντέρνες και πειραματικές μουσικές και να δημιουργήσει μια υποτυπώδη... δεν θα το έλεγα δισκογραφική εταιρεία, γιατί δεν υπάρχουν δίσκοι, αλλά μια υποτυπώδη οντότητα η οποία μάζευε κομμάτια από κάποια σχήματα, τη «Βάρκα», έτσι λεγόταν –«Βάρκα 0651»; Ή κάτι τέτοιο–, όπου εκεί κυκλοφόρησαν και τα πρώτα κομμάτια νομίζω των Κεφάλαιο 24, ήτανε γενικά ένας πολύ χαρακτηριστικός και ένας τρομερά –πώς να το πω;– επηρεαστικός άνθρωπος. Οι Μεταλλακτικοί Επικίνδυνοι ήτανε ένα σχήμα, που εγώ τότε, με τις γνώσεις που είχα και με το μουσικό background το οποίο είχα, που ήτανε αυτό το μουσικό το οποίο φλέρταρε με τη σόουλ, είχε σχέση με την ιταλική μουσική, όλα είναι μελωδίες, το soundtrack τέτοιο, μπαίνοντας μέσα και ακούγοντας ένα συγκρότημα, που, βέβαια, εγώ δεν τα ήξερα τότε, έκανε απόπειρες να πλησιάσει το stockhausen, δεν είχε μία... δεν υπήρχε τραγούδι, υπήρχε πρόζα και ήτανε όλα πολύ πειραματικά, για μένα ήτανε σαν να μου δολοφονούνε τα μουσικά όργανα, δηλαδή με εξόργιζε αυτό το πράγμα, δεν το καταλάβαινα, εννοείται, δεν το καταλάβαινα καθόλου. Δεν ξέρω αν μπορούσα και να το ακολουθήσω. Καταλάβαινα, βέβαια, ότι κάτι προσπαθούσαν να κάνουν, αυτό ήτανε ξεκάθαρο. Αυτοί δώσανε μια πρώτη γραμμή. Στην πρώτη περίοδο που θυμάμαι εγώ τον ΟΗΘ, που μπαίνω κιόλας εκεί σαν πληκτράς στους Terra Viventae, τα άλλα συγκροτήματα τα οποία υπάρχουν μέσα είναι σίγουρα οι Μεταλλακτικοί Επικίνδυνοι και είναι και οι System, με τον Καραδιάκο – Καραδιάκο τον λέγανε; Μπορεί και να μην τον λέγανε έτσι, κάπου άκουσα σε μια συνέντευξη πρόσφατα, ο άνθρωπος αυτός είχε ίσως την καλύτερη αγγλική, να το πω, προφορά και το ρεπερτόριό τους ήτανε το ρεπερτόριο της εποχής, δηλαδή νομίζω παίζανε πράγματα σαν Talking Heads, ήτανε το τοπικό new wave συγκρότημα. Και αν κι εμένα μου άρεσε η new wave μουσική, δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιαζόμουνα πάρα πολύ με τους System, κάποια πράγματα δεν μου κολλούσανε πολύ. Ένστικτο, δεν ξέρω τώρα, δεν μπορώ να φέρω στο μυαλό μου ακουστικά το τι ακούγεται, αυτό που μου ‘ρχεται χαρακτηριστικά είναι ότι κάποιο κομμάτι Talking Heads προσπαθούσαν ή παίζανε. Αυτά τα τρία συγκροτήματα, τουλάχιστον αυτήν την περίοδο, είναι στον ΟΗΘ, κάνουνε κάποιες πρόβες, δηλαδή θυμάμαι ότι χαρακτηριστικά: «Α, εμείς πότε παίζουμε;», π.χ., του στιλ: «Α, παιδιά, εμείς παίζουμε από τις 19:00 έως τις 21:00 Πέμπτη». «Νωρίτερα δεν μπορούμε; Μα έχω φροντιστήριο». «Όχι, νωρίτερα είναι οι System» ή, ξέρω γω, «Αργότερα είναι οι Μεταλλακτικοί». Γιατί όλοι μας έχουμε να αντιμετωπίσουμε πράγματα, οι περισσότεροι είμαστε μαθητές, φροντιστήρια και τέτοια. Ο συγκεκριμένος ο Καραδιάκος που λέω –που ήτανε... ο frontman; Ή ο κιθαρίστας ήτανε ο Καραδιάκος και ήτανε άλλος ο frontman; Παίζει να είναι και αυτό, δεν θυμάμαι πολύ– ήτανε καθηγητής αγγλικών, είχε φροντιστήριο, είχε μαθήματα. Υπάρχει αυτό το μικτό πρόγραμμα, λοιπόν. Και αυτό το μικτό πρόγραμμα, μετά, παρουσιάζεται σε κάποια συναυλία στο Καμπέρειο. Εκεί πρωτοβλέπω εγώ τον Λεωνίδα να παίζει για πρώτη φορά τύμπανα, και ήτανε όντως και η πρώτη φορά που έπαιξε τύμπανα σε λάιβ και κανονικό τέτοιο, βλέπω και τους Terra Viventae, από τα συγκροτήματα τα τρία τα οποία άκουσα, δηλαδή ήταν System που ήτανε ένα πράγμα το οποίο ούτε ζέστη ούτε κρύο μου έκανε πολύ, Μεταλλακτικοί, οι οποίοι εγώ ήθελα να τους δολοφονήσω γιατί δεν καταλάβαινα τι συμβαίνει, και είναι και οι Terra Viventae, όπου οι δύο frontmen, ο «Jethro», Χρήστος Κυπαρίσσης με το τέτοιο, «Jethro», γιατί είχε μια μπλούζα Jethro Tull και άρα είχε το παρατσούκλι «Jethro», και ο Φώτης, ήτανε ένα ντουετάκι που παίζανε στα Λιθαρίτσια. Και τους είχα δει κάνα δυο φορές να παίζουν λάιβ, και τον Φώτη τον ήξερα γιατί τον είχα ακούσει να παίζει μπλουζ φυσαρμόνικα στα Λιθαρίτσια, που συχνάζαμε τότε η νεολαία και έπαιζε ένα είδος φυσαρμόνικας το οποίο εγώ δεν είχα καταλάβει πώς γίνεται αυτό. Και είχαν ένα ρεπερτόριο του στιλ κομμάτια Joplin, John Mayer, κάποια μπλουζ κομμάτια, ήτανε ένα πράγμα το οποίο εμένα μου άρεσε, δηλαδή: δύο τύποι, δύο κιθάρες, ξέρω γω, φωνή και φυσαρμόνικα. Α, πολύ όμορφα! Και εκεί είχαν ένα συγκρότημα, είχαν ένα μαζί τον Μιχάλη τον Δόση ηλεκτρική κιθάρα, έναν φοιτητή τότε δεύτερη κιθάρα, έναν φοιτητή του Χημικού, δεν θυμάμαι πώς τον λέγανε, μετά αυτός έφυγε, οι φοιτητές έτσι ήτανε λίγο, ερχόντανε, παίζανε, δίν[03:20:00]ανε κάτι, μπολιάζανε κάτι και μετά φεύγανε. Με αυτό το σχήμα, θυμάμαι χαρακτηριστικά, βλέποντας αυτήν τη συναυλία πιτσιρικάς, βλέποντας αυτό το σκηνικό που ήτανε ό,τι πιο κοντά είχα δει ποτέ σε αυτό το Fame το οποίο βλέπαμε στην τηλεόραση και μας άρεσε τόσο πολύ, θυμάμαι να βλέπω αυτό το σκηνικό και να λέω: «Αχ, τι ωραία θα ήτανε να παίζω κι εγώ με αυτούς». Και όντως, μετά από κάποιους μήνες, έγινε η γνωριμία και κατέληξα να παίζω κι εγώ. Εγώ αισθάνθηκα εκείνη τη στιγμή: «Παιδιά, πετάω, με συμπαθεί ο Θεός!». Με το που διαλύονται οι Τerra Viventae, δηλαδή τα παιδιά μεγαλώνουνε, πηγαίνουνε σε άλλες πόλεις, οι Μεταλλακτικοί διαλύονται και αρχίζουνε και γίνονται άλλα μικρότερα σχήματα τα οποία ακολουθούν αυτήν τη γραμμή. Το αστείο είναι ότι αυτό το οποίο για μένα ήτανε ακατανόητο, δηλαδή δεν το καταλάβαινα. Δεν ήτανε μόνο για εμένα ακατανόητο, ήτανε πολλές φορές και για πολλούς από τους θαμώνες – «θαμώνες», σόρι, από τους διευθύνοντες, από το διοικητικό συμβούλιο, ας πούμε, του ΟΗΘ, το οποίο εγώ είχα γνωρίσει πλέον, μετά από αρκετά χρόνια. Εγώ παρέμεινα εκεί και μετά εκεί μετέφερα και τους Religious Tramp, το συγκρότημα το οποίο έκανα μετά στο Γυμνάσιο. Αρχίσαμε να κάνουμε πρόβες εκεί. Εκεί ήτανε το πρώτο μας στούντιο με κανονικά όργανα και όχι εκείνα τα αυτοσχέδια, τα οποία χρησιμοποιούσαμε. Και υπάρχει και η μετέπειτα ροκ μπάντα, γιατί και οι Castle Ghosts μετά σιγά-σιγά διαλύονται, ο ένας πάει παίζει με τους άλλους. Χαρακτηριστικά θυμάμαι ότι ο Φίλιππας ο Μέρμηγκας, ο οποίος είναι ένας πολύ αξιόλογος ντράμερ εκείνη την περίοδο, μαζί με τον Χρήστο τον Κυπαρίσση από μας και μαζί με έναν άλλον φοιτητή ο οποίος υπήρχε τότε στα Ιωάννινα, τον Κώστα τον Παπαγεωργίου, φτιάχνουν τους Puzzle, το οποίο ήτανε ένα συγκρότημα το οποίο πραγματικά πήγε το όλο πράγμα ένα σκαλί παραπάνω: με δικά τους τραγούδια, με σοβαρές προσπάθειες ηχογράφησης, κανονικό στούντιο ή με τα μέσα που είχαμε εκείνον τον καιρό. Πραγματικά το πήγανε ένα σκαλί παραπέρα. Το επόμενο ροκ σχήμα το οποίο ήτανε οι ροκάδες των Ιωαννίνων ήτανε οι Osiris. Κάποιοι από αυτούς παίζουν μέχρι και σήμερα, τρία από τα μέλη των Osiris τότε, ο Γιάννης ο Στράβος, ο Αλέξης ο Μπότης και ο Κώστας ο Βλάχος είναι τρία από τα βασικά μέλη των σημερινών Rocking Rebels, που έχουν αυτό το κλασικό ροκ ρεπερτόριο αυτών των κομματιών, αυτής της συνέχειας του μελωδικού hard rock. Δεν μπορώ να το πω μέταλ συγκρότημα, θα το ‘λεγα πάντα έτσι hard rock, με μια δόση μέσα από ελληνικό ροκ, υπήρχε, τότε αρχίζουν και βγαίνουν και κάποια κομμάτια, είναι οι Σπυριδούλα, ας πούμε. Τέλος πάντων, αυτοί είναι οι Osiris, παίζουνε κυρίως κάποια κομμάτια Rainbow, Purple, αυτό είναι το ηχόχρωμα το οποίο κυνηγούν περισσότερο. Τότε, στο συγκρότημα ο κύριος κιθαρίστας ήτανε ο Σταύρος ο Χατζής, τότε, ο οποίος δεν συνέχισε μετά τη μουσική του καριέρα – κρίμα γιατί είχε ταλέντο το παιδί. Η συνέχεια του ρεύματος των Μεταλλακτικών Επικίνδυνων ήτανε το Κρυπτογράφημα. Πάλι μέσα υπήρχε ο «επικίνδυνος» Κώστας Σταμάτης, δύο αδέρφια, ο Κώστας ο Γραμμενιάτης και η Βάνα η Γραμμενιάτη. Στα τύμπανα κατά καιρούς ήτανε ο... τον Αλέξη τον Τζιμογιάννη θυμάμαι εγώ, αλλά πιθανόν να ήτανε και άλλοι στην αρχή, και νομίζω στα πλήκτρα στην αρχή ήταν ο Μιχάλης ο Κιλάκος. Χαρακτηριστικά γι’ αυτό το συγκρότημα. είναι πάλι ότι, ωραία, και αυτοί παίζουνε κάτι το οποίο είναι λίγο ακαταλαβίστικο, λίγο πειραματικό. Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά την τότε πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου Ιωάννα Φίλιου, τη γυναίκα του Φίλιππα, η οποία να έρχεται και να μου ζητάει τη γνώμη μου: «Τι είναι αυτοί; Ρε παιδιά, είμαστε πολλοί εδώ, πρέπει να αρχίσουμε να διώχνουμε κανέναν, μαζευτήκαμε πολλοί εδώ», σε τέτοιο στιλ. Κατά καιρούς, περνούσανε και προσπάθειες του να... κάποια παιδιά τα οποία ήθελαν να είναι σχήμα, έκαναν μια αίτηση στον ΟΗΘ, μπορεί να μην είχανε ξαναπιάσει στη ζωή τους μουσικό όργανο, δεν υπήρχε κάποιος ελεγκτικός μηχανισμός ο οποίος να πει: «Για να περάσω από κει να δω, τι κάνουν αυτά τα παιδιά, παίζουνε κάτι; Ξέρουν να κρατούν την κιθάρα ή το μπάσο από τη σωστή πλευρά;». Υπήρχαν και κάποιες προσπάθειες για να φτιάξουνε ένα σχήμα που πήγαν μέσα και δεν συνεχίσανε, γιατί δεν καταφέρανε να βγάλουν κάτι το οποίο μπορεί να έβγαζε άκρη. Ε, και να με ρωτάει η Ιωάννα η Φίλιου: «Τι είναι αυτοί; Τι είναι το Κρυπτογράφημα; Τι είναι αυτά τα παιδιά;». «Δεν είμαι σίγουρος...», ξέρω γω, αλλά εγώ έχω αυτήν την πίστη ότι καταλαβαίνεις ότι κάτι κάνουν, δηλαδή καταλαβαίνεις ότι είναι κομμάτια, ότι είναι διαφορετικά κομμάτια το ένα απ’ το άλλο, ότι είναι ένα πειραματικό στιλ, ότι είναι αρκετά επιθετικό, αισθητικά τουλάχιστον για τα δικά μου αυτιά, αλλά καταλαβαίνεις ότι: «Σόρι, είναι και ένα δημοκρατικό δικαίωμα» και ότι «Πρέπει να είμαστε και λίγο πιο ανοιχτόμυαλοι», άρα εγώ έδωσα, κατά τη γνώμη μου, ότι: «Τα παιδιά πρέπει να συνεχίσουνε». Απ’ αυτό το Κρυπτογράφημα μετά γεννήθηκαν οι Dirty Saints. Η Βάνα, δεν είμαι 100% σίγουρος, νομίζω ότι συνέχισε με τον Κώστα τον Σταμάτη, ο Μιχάλης ο Κιλάκος μαζί με τον Άλεξ τον Τζιμογιάννη κάνανε το Ψυγείο Ψυγείο, που ήτανε άλλο ένα πειραματικό τέτοιο, αλλά είναι αυτό το παρακλάδι το οποίο έδωσε μετά, πιστεύω, αυτήν την αισθητική και τη συνέχεια αυτών των ανθρώπων. Αυτά πιστεύω ότι είναι μέχρι σχεδόν τα τέλη του ‘80. Κάπου στο ‘80-κάτι, αλλάξανε πάρα πολλά πράγματα στο διοικητικό συμβούλιο, δεν ξέρω τι συνέβηκε ακριβώς, μια μέρα μπαίνει λουκέτο και λέει: «Παιδιά, από εδώ και μπρος το Μουσικό Ερασιτεχνικό Τμήμα του ΟΗΘ έχει μόνο ελληνόφωνο ρεπερτόριο και έτσι θα είναι από δω και εμπρός». Άρα, όλοι εμείς οι ξενόγλωσσοι, οι πιο ροκ εντ ρολ τύποι πήραμε πόδι, με λίγα λόγια. Τέλος πάντων, πολλοί από μας είχαμε μεγαλώσει κιόλας, εγώ είχα φύγει ήδη στην Ιταλία τότε, άρα δεν ήτανε κάτι το οποίο μπορούσα να ακολουθήσω και πολύ ή να το κυνηγήσω. Ποια άλλα συγκροτήματα έχουν περάσει από κει; Δεν είμαι σίγουρος αν περάσανε ποτέ οι Spider Kickers. Σκεπτόμενος, αρχικά, με την πρώτη γραμμή, και να προσπάθησαν να περάσουνε, σίγουρα δεν μείνανε. Δηλαδή, εντάξει, φτάσαμε μέχρι το Κρυπτογράφημα, Μεταλλακτικούς Επικίνδυνους, Ψυγείο Ψυγείο και πειραματική τέτοια: «Ε, όχι το thrash metal δεν το ανεχόμαστε σε αυτήν την κοινωνία!», στο πυρ το εξώτερον τα παιδιά. Τέλος πάντων, σίγουρα το ότι υπήρξε αυτός ο χώρος... Υπήρχε κι ένας άλλος χώρος στα Γιάννενα που είχε μουσικό εξοπλισμό, και αυτός ήτανε στο πανεπιστήμιο. Αλλά αυτός ήτανε προσβάσιμος μόνο από φοιτητές, δηλαδή για να μπορείς να χρησιμοποιήσεις αυτόν τον εξοπλισμό, να είσαι εκεί μέσα και να κάνεις πρόβες εκεί, έπρεπε να είσαι φοιτητής, άντε να υπήρχε και κάποιο σχήμα το οποίο να ‘χε έναν μη φοιτητή μέσα. Εγώ, ας πούμε, αν και προσπάθησα να μπω εκεί μέσα νομίζω μια περίοδο, δεν κατάφερα να μπω, ήτανε πολύ πολύ αυστηρό το τέτοιο. Και, εντωμεταξύ, μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια ο εξοπλισμός του ΟΗΘ όλο και χαλούσε κάτι παραπάνω, όλο και άρχισε να λείπει κάτι, κάθε φορά που έσπαγε μία χορδή από μία από τις κιθάρες ήταν: «Ποιος είχε πρόβα πρώτα και δεν έχουμε χορδές τώρα;» και «Από πού θα βγουν τα λεφτά να αγοράσουμε χορδές;» και «Όχι, εσύ θα την αλλάξεις», «Όχι, εγώ θα την αλλάξω». Για να μη μιλήσουμε για δέρματα, μπ[03:30:00]αγκέτες και τέτοια πράγματα για τα τύμπανα. Ναι, στα ‘80s, άρα, τα περισσότερα σχήματα αυτής της γενιάς, δηλαδή, αυτοί που ήτανε μαθητές, ίσως οι νεότεροι οι οποίοι υπήρχανε απ’ αυτήν τη γενιά ήτανε σίγουρα τα παιδιά... το Κρυπτογράφημα και οι αργότερα Dirty Saints, αυτούς θυμάμαι εγώ. Και φυσικά, ο Κονταξής ήτανε ακόμα μια γενιά νεότερος, νομίζω. Άνθρωποι οι οποίοι αργότερα στα ‘90s φτιάξαν τα πρώτα τους σχήματα πιθανόν να πέρασαν από τον ΟΗΘ στα πρώτα τους βήματα, εκεί στα τελειώματα της δεκαετίας του ‘80. Δεν μπορώ να πω ότι τους θυμάμαι αυτούς. Ποια άλλα συγκροτήματα μπορώ να θυμηθώ από τότε; Ανθρώπους, δηλαδή, οι οποίοι δραστηριοποιούνται μουσικά. Γιατί υπάρχει αυτό το θέμα ότι κάνουμε αυτές τις συναυλίες, είτε στο θέατρο της ΕΗΜ... Ά, ένας άλλος χώρος ο οποίος αρχίζει και δραστηριοποιείται στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και είναι πολύ πολύ σημαντικός μετά στα early ‘90s, να το πω έτσι, είναι το υπόγειο θέατρο του «Πολυθεάματος», το «Πολυθέαμα». Ήταν ένας χώρος και αυτός ο οποίος φιλοξένησε πάρα πολλές μουσικές συναυλίες, με προβλήματα της γειτονιάς πάρα πολύ, γιατί ήτανε ένας χώρος ο οποίος ήτανε σε πολυκατοικία. Υπόγειος μεν, αλλά όταν ξαφνικά παίζεις μια συναυλία, ε, υπάρχει ο θόρυβος αυτός που περνάει και μέσα από το τσιμέντο. Άρα, όλη αυτή η γειτονιά εκεί πίσω από το «Ξενία», λίγο πιο πριν μάλλον, πίσω από το «Κλασικό», που λέμε εμείς, στην παλιά εφορία, ήτανε μια γειτονιά, ρε παιδί μου, αρκετά πυκνοκατοικημένη. Ξαφνικά, κάποιες Κυριακές ή κάποια Σάββατα, τέτοια, γίνοντανε συναυλίες, μαζευόντανε όλοι οι μαλλιάδες απέξω, κουτάκια μπύρες, δικαιολογίες ψάχνανε τα συμβούλια εκεί της περιοχής, τέτοιο, και δεν ξέρω πότε ακριβώς, ίσως στα late ‘90s, οι συναυλίες στο «Πολυθέαμα» απαγορεύτηκαν μετά διά ροπάλου, τελείωσαν τα λάιβ εκεί. Αλλά σίγουρα ήτανε ο χώρος ο οποίος ήτανε ο μεταβατικός μεταξύ ‘80s και ‘90s. Σε αυτές τις συναυλίες, λοιπόν, οι οποίες γινόντανε τα καλοκαίρια, χαρακτηριστικές προσωπικότητες οι οποίες υπήρχαν, γιατί πάντα κάναμε: «Έλα, ποιοι είμαστε;», εγώ θα έβρισκα να κάνω ένα σχήμα ή θα κολλούσα με κάποιον άλλον ή θα έφτιαχνα κάτι καινούργιο ή θα έβγαινα και μόνος μου. Δεν φοβόμουν να βγω μόνος μου, με το τροβαδούρικο στιλ, κιθάρα-φυσαρμόνικα: «Βγες κι εσύ να παίξεις πέντε κομμάτια», έτσι, ήτανε λίγο το δίνω το παρών. Χαρακτηριστική εικόνα σε όλα αυτά τα φεστιβάλ είναι ο Βαγγέλης ο Αγγελής, μεγάλη μορφή της τοπικής σκηνής. Δεν υπάρχει περίπτωση να περάσει απαρατήρητος. Συνήθως, στην αρχή του προγράμματος, για να αποφύγουμε κι εμείς, γιατί κανένας δεν ήθελε να φέρει τον Βαγγέλη πριν και να βγει μετά, εκτός αν είναι στην αρχή-αρχή. Γιατί υπήρχε και το θέμα ότι κάποια fanbase ήτανε: «Παιδιά, πότε παίζετε εσείς;». «Παίζουμε Τετάρτη», ξέρω γω, ή «Παίζουμε Τρίτη» ή «Παίζουμε Πέμπτη». Μιλάμε για συναυλίες στις οποίες είχαν τέσσερα-πέντε συγκροτήματα. Μερικές φορές ήτανε και διήμερα. Μαζευότανε, δηλαδή, καμιά δεκαριά μπάντες. Μία από τις τελευταίες συναυλίες που θυμάμαι εγώ στην ΕΗΜ ήτανε αρκετά σχήματα. Δεν είμαι σίγουρος, μπορεί και να ‘χε γίνει διήμερο. Ο Βαγγέλης Αγγελής ήτανε ένας μουσικός, ο οποίος, από τη μια έλεγες: «Ωραία καταλαβαίνω ότι είναι ένα κομμάτι...», δεν ακολουθούσε την περπατημένη οδό. Αρκετές αναζητήσεις, πολύ αυτοσχεδιασμός, αρκετά ψυχεδελικού χαρακτήρα, χρήση παραδοσιακών οργάνων, ο ίδιος είχε βγάλει το προσωνύμιο «απειρωτάν ροκ», αυτό, δηλαδή, το οποίο έκανε το έλεγε «απειρωτάν ροκ». Στον χαρακτήρα και περισσότερο στο τέτοιο ήτανε μια χίπικη ψυχή, με αυτόν τον ψυχεδελικό αέρα και την ψυχεδελική νοοτροπία και με δύο-τρία αναγνωρίσιμα πλέον τραγούδια, ήτανε αναγνωρίσιμα, ήτανε πράγματα τα οποία ήξερες ότι: «Ο Βαγγέλης θα πει αυτό» ή μπορείς να του ζητήσεις: «Παίξε τα “κουμπάκια”», ήτανε αναγνωρίσιμο. Εντάξει, χαρακτηριστική προσωπικότητα. Κατά καιρούς, αν ήμασταν τυχεροί, κάποιοι από τις παλιότερες γενιές, από τους παλαιότερους μουσικούς, χαρακτηριστική είναι οι αδερφοί Μπουλουχτσή, ο Περικλής και ο Βαγγέλης, αλλά επειδή αυτή ήτανε κυρίως στην Αθήνα στα ‘80s, δεν ήτανε άνθρωποι με τους οποίους είχαμε την τύχη να τους ακούσουμε πολλές φορές. Παρόλα αυτά, ήτανε ονομαστοί σαν παίκτες και οι δύο. Είχαν γίνει κάποιες συναυλίες οι οποίες ήτανε πάρα πολύ χαρακτηριστικές στα ‘80s. Στον θερινό κινηματογράφο του Ορφέα, θυμάμαι χαρακτηριστικά, μια συναυλία. Δεν είμαι σίγουρος αν ήτανε το Κεφάλαιο 24 ή κάποιο από τα άλλα σχήματα που κατά καιρούς φτιάξανε όπως ήτανε οι Hobbit. Φυσικά, άλλη μια μπάντα αρκετά χαρακτηριστική είναι οι Excalibur του Γιώργου του Γάκη, ένα power τρίο, αν και στην πρώτη τους συναυλία, την οποία εγώ θυμάμαι, που είναι πάνω στην ΕΗΜ. Το αστείο είναι, παίζει δεύτερη κιθάρα ο Αλέκος ο Παπαδόπουλος, ο όποιος έπαιξε αυτήν τη φορά μόνο αντισυμβατική μουσική, και από κει και πέρα μετά παίζει κιθάρα με τους με τους Μεταλλακτικούς Επικίνδυνους, πολύ ενδιαφέρον αλλαγή. Δεν ξανασυζητήθηκε ποτέ η περίπτωση του να πρέπει να βγει ο Αλέκος να παίξει κάποιο ροκ ρεπερτόριο ή κάποιο τέτοιο. Ο Αλέκος ήτανε ταγμένος στους Μεταλλακτικούς Επικίνδυνους. Ο Γιώργος ο Γάκης είχε ένα ρεπερτόριο πάλι, θα το έλεγα, περισσότερο hard rock, παρά μέταλ. Δεν είμαι σίγουρος ότι αν υπάρχει ξεκάθαρη διαφορά μεταξύ μέταλ τότε και hard rock, δηλαδή, τι είναι η μέταλ; Εγώ μέταλ, ας πούμε, μπορούσα να θεωρήσω τους Motorhead. Ή ξέραμε ότι το μέταλ αρχίζει με τους Sabbath, Black Sabbath. Το «Paranoid» ήτανε ένα κομμάτι το οποίο όλες οι ροκ μπάντες το έχουνε μέσα στο ρεπερτόριό τους, δεν νομίζω, όμως, ότι ο Γιώργος ο Γάκης φλέρταρε με τους Sabbath. O Γιώργος φλέρταρε περισσότερο με το πιο μελωδικό ροκ, 100% με τους Scorpions, Deep Purple, Rainbow. Και πολύ χαρακτηριστικό είναι ο κιθαρίστας, γιατί μιλάμε πλέον για μουσικές οι οποίες χρειάζονται ένα επίπεδο δεξιοτεχνίας αρκετά υψηλό. Ε, αυτό είναι ένα ζήτημα το οποίο καθορίζει αρκετά τότε τα battle of the bands – δεν υπάρχουν battle of the bands, υπάρχουν, όμως, αυτές οι αψιμαχίες: ποιος είναι καλύτερος κιθαρίστας ή ποιος είναι καλύτερος ντράμερ ή τι μπορεί να παίξει αυτός που είναι δύσκολο ή ο άλλος τι μπορεί να παίξει που είναι πιο δύσκολο. O Γιώργος ο Xαϊδόπουλος, ο οποίος ήτανε ο κιθαρίστας οποίος έπαιζε με τον Γιώργο, και ο Βαγγέλης ο Κασιούμης, επαγγελματίας ντράμερ. Τότε επαγγελματίας θεωρούνταν κάποιος ο οποίος κερδίζει τα λεφτά του από τη μουσική. Και για να κερδίσεις τα λεφτά σου από τη μουσική εκείνη την εποχή πάει να πει ότι έπαιζες νύχτα. Πάει να πει ότι έπαιζε σε κάποιο μαγαζί, ότι είχε κάποια επαφή [03:40:00]με επαγγελματίες μουσικούς, πολύ της γενιάς, της προηγούμενης γενιάς των μουσικών. Οι αδερφοί Μπουλουχτσή, τα παιδιά που έπαιξαν με τους Goldfingers, Παπαδιώτης, ο Λευτέρης ο Πανταζής, ο Χάρης ο Γιούλης, ήτανε πλέον παιδιά τα οποία είχανε περάσει στον επαγγελματικό τομέα, άρα ζούσαν από τη μουσική, πάει να πει ότι δουλεύανε νύχτα. Αυτοί ήτανε λίγο, θέλεις δεν θέλεις, εκτός του ότι ήτανε και μεγαλύτερα παιδιά, ήτανε λίγο αποκομμένοι από μας, που ήμασταν ένα μαθηματικό-φοιτητικό περισσότερο και ερασιτεχνικό, εννοείται, κοινωνικό σύνολο, να το πω έτσι. Με τον Γιώργο είχαμε την ευκαιρία να συνεργαστούμε, όταν κάποια στιγμή έκανε τη συναυλία στο «Παλλάδιο», πήγε ζήτησε το «Παλλάδιο». Μου έκανε εντύπωση η οργάνωσή του και ο τρόπος, ο επαγγελματισμός ο όποιος είχε ήταν κάτι το οποίο εγώ δεν είχα ξανασυναντήσει πότε τότε. Κάναμε κάποιες πρόβες εκείνο το καλοκαίρι. Χαρακτηριστικά πάλι θυμάμαι ότι: «Πού θα κάνουμε πρόβες, παιδιά; Πού θα βρούμε μέρος να κάνουμε πρόβες;». Ένα καλοκαίρι, ας πούμε, θυμάμαι να ψάχνουμε πρόβες, να ψάχνουμε χώρο, όταν κάτι έχει συμβεί στον ΟΗΘ, και λεγόταν ότι ο Σπύρος ο Κιρκιρίδης μπορεί να διαθέσει τον χώρο του πιάνο μπαρ στη Στοά του Ορφέα, για κάποιες πρόβες, είχανε γίνει κάποιες συναυλίες εκεί. Θυμάμαι να περνάω εγώ από κει μέσα και να βρίσκω εκεί μέσα τον Γιώργο τον Γάκη και τους Excalibur να κάνουν πρόβες. Μπαίνω μέσα, με ακούν, κατεβαίνουν κάτω, τους διακόπτω την πρόβα, και θυμάμαι μάλιστα ότι με τρόμαξε λίγο ο Βαγγέλης ο Kασιούμης: «Τι είσαι εσύ;», του στιλ. «Α, γεια σας παιδιά, τίποτα, ήθελα να δω λίγο τον χώρο εδώ, γιατί είμαι από αυτό το συγκρότημα που μπορεί να χρειαστεί να ‘ρθουμε κι εμείς να κάνουμε πρόβες εδώ». Λες και είναι κάτι σαν τον ΟΗΘ. Δεν είναι ο ΟΗΘ, μαγαζί ήτανε και ίσως μας έκανε αυτήν την παραχώρηση, δεν θυμάμαι τις λεπτομέρειες. Αυτή ήτανε μία από τις πρώτες επαφές τις οποίες είχα με αυτά τα παιδιά. Όταν, αργότερα, εγώ γνωρίστηκα λίγο πιο καλά με τον Γιώργο τον Χαϊδόπουλο, γιατί έτυχε να είναι συγκάτοικος ενός φίλου και βρεθήκαμε κάποια στιγμή. Το ‘87, εγώ βρέθηκα φοιτητής στη Ρώμη. Ο Γιώργος ο Χαϊδόπουλος και αυτός ο φίλος, ο συγκάτοικός του, ήτανε φοιτητές Ιατρικής εκεί. Και εκεί γνωρίζομαι λίγο περισσότερο με τον Γιώργο τον Χαϊδόπουλο, μιας που και οι δύο έχουμε αυτό το μικρόβιο της μουσικής, θέλουμε να ασχολούμαστε με τη μουσική. Εγώ είχα πάρει μαζί μου το Technics στη Ρώμη, ο Γιώργος είχε μια κιθαρούλα, αρκετές φορές ερχότανε σπίτι μου, εγώ εμένα με τις θείες της μάνας μου, δύο γεροντοκόρες θείτσες, που γλυκύτατες οι γυναίκες, αλλά, εντάξει, γεροντοκόρες. Και ερχόταν ο Γιώργος και πειραματιζόμασταν και βγάζαμε και κάποια – «πειραματιζόμασταν», όχι και τόσο, αλλά ακούγαμε κάποια κομμάτια και μου έδειχνε κάποια κομμάτια του ρεπερτορίου των Exculiber. Γυρνώντας, λοιπόν, κάποια στιγμή στα Γιάννενα –αν γνωριστήκαμε έτσι, δεν είμαι σίγουρος, νομίζω–, έχω την ευκαιρία, μου γίνεται πρόταση, οι Excalibur για τη συναυλία αυτή στο «Παλλάδιο» θέλουνε πλήκτρα. Και είναι μια περίοδος που εγώ κάνω πρόβες με τρία συγκροτήματα. Πολύ εντυπωσιακό για μένα, δηλαδή, εγώ το χαίρομαι, φαίνομαι πολύ κολακευμένος ότι έχω αυτήν τη θέση, ότι μπορώ να κάνω αυτό το πράγμα, να παίζω με τρία συγκροτήματα. Αρχίζουμε και κάνουμε πρόβες και κάνουμε πρόβες σε αυτό το –πώς να το πω ακριβώς;–, αυτό το κτίριο που είναι δίπλα από το Δημοτικό Ωδείο, που είναι πάλι μέρος του Δημοτικού Ωδείου. Ο Γιώργος με κάποιον τρόπο έχει καταφέρει και έχει εξασφαλίσει αυτό το κτίριο για πρόβες. Πιθανότατα, νομίζω ότι είναι καλοκαίρι, και ετοιμάζουμε και κάνουμε πρόβες περίπου έναν μήνα, αν δεν κάνω λάθος, ετοιμάζουμε ένα ρεπερτόριο από κομμάτια όπου θα παίξουμε. Εγώ, χαρακτηριστικά, έχω κάποια κομμάτια των Purple που χρειάζονται τα πλήκτρα να φαίνονται και παίζει να παίξαμε και το «Jam» των Van Halen, που εμένα μου άρεσε πάρα πολύ γιατί έχει αυτό το χαρακτηριστικό ριφάκι στα πλήκτρα το οποίο παίζει. Αλλά, γενικότερα, ενώ με ενδιέφερε πάντα το να δουλέψω με άλλους, γιατί μάθαινα πάρα πολλά πράγματα για το πώς κινείται η μουσική, πώς κινείται η δουλειά του μουσικού, δεν ακολούθησα ποτέ τον ρόλο του πληκτρά σε ροκ μπάντα, γιατί είναι κάτι το οποίο είναι επιεικώς βαρετό, δεν έχεις να κάνεις πολλά πράγματα.
Η δική σου μουσική επηρεάστηκε από τα ρεύματα των ‘90s;
Των ‘90s; Δηλαδή; Όταν μιλάμε τα ρεύματα των ‘90s, grunge, ας πούμε; Τι άλλο χαρακτηριστικό υπάρχει; Αυτό είναι μια μεγάλη αποκάλυψη, πιστεύω, των ‘90s. Δεν μπορώ να πω ότι με επηρέασε πάρα πάρα πολύ, γιατί εγώ μέσα στα ‘90s άρχισα να ασχολούμαι λίγο πιο σοβαρά με τις σπουδές στη μουσική, γιατί μέχρι τότε ήμουνα απλά ένας αυτοδίδακτος, δεν μπορούσα ούτε να διαβάσω ούτε να γράψω νότες, και κάπου βρήκα ότι αυτό το πράγμα με πάει πίσω, είναι κάτι το οποίο πρέπει να το αντιμετωπίσω. Δεν ήμουνα πλέον στα Γιάννενα όπου οι προηγούμενες προσπάθειες με τα ωδεία μού δείξαν ότι: «Συγγνώμη πάρα πολύ, αλλά αυτό το οποίο κάνετε εδώ δεν με ενδιαφέρει», απέφυγα να ασχοληθώ με ένα όργανο. Εννοώ αυτό ήτανε το πράγμα, δηλαδή: «Όχι, παιδιά, δεν με ενδιαφέρει καθόλου να σπουδάσω πιάνο, να είμαι πιανίστας κλασικός ή κιθαρίστας κλασικός». Ασχολήθηκα με τα θεωρητικά, με το σκοπό ότι μέσα από τα θεωρητικά ο δρόμος οδηγεί προς τη μελέτη της σύνθεσης, προς το πτυχίο σύνθεσης, και ότι τότε με το πτυχίο της αρμονίας μπορούσες να εξασφαλίσεις μια δουλειά σαν δάσκαλος μουσικής στο Δημόσιο. Τα κομμάτια των ‘90s με επηρεάσανε περισσότερο σαν κομμάτια τα οποία εγώ έβαλα σιγά-σιγά στο ρεπερτόριό μου σαν τροβαδούρος ή, από ένα σημείο και πλέον, εγώ τα καλοκαίρια τριγυρνούσα σε διάφορα νησιά, ασχολούμουνα με το χειροποίητο κόσμημα και συγχρόνως είχα μαζί μου την κιθάρα, τη φυσαρμόνικα, το τετραδιάκι με τους στίχους των τραγουδιών, τους οποίους κουβαλούσαμε οι τροβαδούροι τότε μαζί μας. Είναι ωραίο γιατί, όταν συναντιούνται δύο τροβαδούροι, μπορείς να συναντήσεις έναν Άγγλο, έναν Βέλγο, έναν Ολλανδό, Σκανδιναβό, Ιταλό, τέτοια, είναι τυπικό το να ανταλλάξουμε βιβλιαράκια για να: «Α, έχεις τα λόγια από αυτό το κομμάτι τα οποία είναι δύσκολα να τα βγάλω; Σε πειράζει να το αντιγράψω;». «Όχι». «Α, εσύ το τάδε κομμάτι πώς το παίζεις;». Αυτό πιο mid-90s, εννοείται, όταν κι εγώ ανέπτυξα μια σχετική τεχνική ευελιξία πάνω στην κιθάρα. Άρα, εκεί τα ‘90s με χτυπήσανε εμένα λίγο σαν κομμάτια τα οποία άρχισα να τα βάζω μέσα στο ρεπερτόριό μου. Να επηρεάσανε τη μουσική την οποία ασχολήθηκα, έγραψα, έκανα τέτοια, δεν μπορώ να πω ιδιαίτερα. Γιατί μέσα στα ‘90s επίσης εγώ έχω και μια στροφή λίγο προς το πιο χίπικο και σαν ιδεολογία και σαν τρόπο ζωής, δηλαδή: free camping, χειροποίητα κοσμήματα, τα τραγούδια τα οποία τραγουδάς, ο κόσμος με τον οποίο συχν[03:50:00]άζεις και μια στροφή λίγο προς τον ελληνικό στίχο. Γράφω τα πιο χαρακτηριστικά, ας πούμε, ελληνικά μου τραγούδια κάπου εκεί, στο ’92-’93-‘91. Συνήθως σε στίχους, όχι δικούς μου στίχους, φίλων τα περισσότερα. Εγώ έχω γράψει στίχους ίσως σε δύο ή μπορεί να ‘τανε, ξέρεις, κάποιος ο οποίος είχε μια ιδέα, μία στροφή ή ένα τετράστιχο, να το πούμε έτσι, το οποίο εγώ εκεί μέσα αναγνώριζα κάτι και έλεγα: «Ωπ, εδώ έχεις μια ωραία ιδέα. Έλα να γράψω το δεύτερο τετράστιχο, έλα να του βάλω μουσική, έλα να το διαμορφώσω, έλα να φτιάξω και ένα ρεφρέν και να ένα τραγούδι». Δηλαδή, αυτό και πάλι μέρος της τεχνικής, δηλαδή εγώ μπορώ να συμπληρώσω τα κοινά τα οποία χρειάζονται για να γίνει ένα τετράστιχο, το οποίο μπορεί να μην είναι τετράστιχο, να είναι τρίστιχο, να το κάνω τετράστιχο και να μπορέσω να το δω το πώς αυτό μπορεί να λειτουργήσει μέσα σε μια δομή. Μέχρι εκεί νομίζω με επηρέασε.
Χρήστο, πριν κλείσουμε, θα ήθελα να σε ρωτήσω: Τι σημαίνει για σένα η μουσική;
Ωραία, τόση ώρα, δηλαδή, μιλούσαμε για άλλα πράγματα! Τι σημαίνει η μουσική... Ωραία, νομίζω ότι είναι ξεκάθαρο ότι εγώ ζω, αναπνέω, ήτανε μια απόφαση την οποία την πήρα αρκετά νωρίς στη ζωή μου, ότι αυτό είναι αυτό με το οποίο θα ασχοληθώ. Ποτέ δεν μπόρεσα να δω τον εαυτό μου σαν, ξέρω γω, γιατρό. Ο θείος μου μας έτρωγε και τους δύο: «Θα γίνετε γιατροί». Ο πατέρας μου, φυσικά: «Α, όχι θα γίνεται αρχιτέκτονες». Όχι ότι με πίεσε ποτέ, ποτέ δεν με πίεσε. Ήτανε ξεκάθαρο, νομίζω, από μικρή ηλικία ότι η κατεύθυνση του Χρήστου θα είναι σε αυτόν τον τομέα. Και που σε μικρή ηλικία οι γονείς μου με πιέζανε, με τρέχανε: «Σε παρακαλώ, πήγαινε ένα ωδείο, κάνε ένα τέτοιο». Οι επαφές μου, όμως, εμένα με το ωδείο δεν μου είχαν ανοίξει τα μάτια. Έβλεπα αυτό το κατεστημένο και έβλεπα και τους μουσικούς που βγαίνουν από ωδεία –αυτό νομίζω είναι το πράγμα το οποίο με έκανε να το αποφύγω–, τους έβλεπα λίγο σαν μηχανάκια, τους έβλεπα χωρίς συναίσθημα να παίζουνε μηχανικά. Πραγματικά, η λέξη-κλειδί είναι «συναίσθημα», αυτό που εμείς τότε το λέγαμε «the feeling», κάτι το οποίο ήτανε άμεσα δεμένο με το μπλουζ, δηλαδή ότι έχεις μια βάση στο μπλουζ. Τι πάει να πει ότι έχεις μια βάση στο μπλουζ; Πάει να πει ότι έχεις επαφή με το συναίσθημα, με το feeling. Το feeling βγαίνει μέσα απ’ το μπλουζ. Τους μουσικούς τους κλασικούς τούς έβλεπα ότι: «Ωπ, κοίτα να δεις, αν εγώ πάρω από μπροστά του το χαρτί αυτό το οποίο έχει, ωπ, σταματάει να παίζει», είναι σαν να κλείνεις τον διακόπτη, κατεβάζει διακόπτη, του βγάζεις τις μπαταρίες, δεν μπορεί να παίξει. Το ξαναβάζω εκεί τα παίζει. Ωπ, το παίρνω, δεν παίζει!». Το θέμα είναι ότι, με το ότι έχω ασχοληθεί εγώ με τη μουσική, όμως, παραπέρα, εγώ επέλεξα, ακριβώς επειδή δεν επέλεξα να σπουδάσω ένα όργανο, πάλι βλέπω τα όργανα, δηλαδή, μια κιθάρα είναι κομμάτια ξύλο με σύρματα πάνω. Η μουσική είναι στο μυαλό, στην καρδιά, από κει και πέρα αρχίζεις και μελετάς. Κι εγώ μόλις κατάφερα και έβαλα λίγο κάποια πράγματα στη σειρά στη ζωή μου, μελετώντας αυτά τα θεωρητικά για κάποια χρόνια στην Αθήνα, και αρχίζοντας, τελικά, και καταλαβαίνοντας το παιχνίδι, το πώς λειτουργεί, πώς λειτουργούν τα θεωρητικά, πώς λειτουργεί η αρμονία, πώς λειτουργεί η μουσική στο χαρτί, άρχισα και απεγκλωβίστηκα από την ανάγκη να εξαρτιέμαι από ένα μουσικό όργανο. Και αυτό, μετά, με οδήγησε στο εξωτερικό για κάποια χρόνια σε σπουδές μουσικολογίας. Και η διαφοροποίηση με τις μουσικές σπουδές και τις σπουδές μουσικολογίας είναι ότι η μουσικολογία εξετάζει λίγο και τις μουσικές σε σχέση με την κοινωνία, σε σχέση με την ιστορία, σε σχέση του: «Τι είναι αυτό το γεγονός που συμβαίνει;». Αυτό που εμείς λέμε «μουσική» μπορεί σε έναν άλλον πλανήτη να λέγεται κάπως αλλιώς. Υπάρχουνε φυλές ερυθρόδερμων Ινδιάνων στην Αμερική, όπου ο όρος «τραγούδι» ή ο όρος «γράφω μουσική» είναι κάτι το οποίο μπορεί να συμβεί μόνο μέσα απ’ το όνειρο, δηλαδή, δεν μπορώ εγώ ο, ξέρω γω, ο Ερπόμενος Όφις, χαρακτηριστικό ινδιάνικο όνομα, να καθίσω κάτω για να πω: «Α, ξέρεις τι; θα γράψω ένα τραγούδι». Όχι, δεν συμβαίνει έτσι, πρέπει να το ονειρευτείς. Το πιο αστείο είναι ότι, αν έρθει κάποιος την άλλη μέρα στη συνάντηση της φυλής και τους πει: «Α, χθες ονειρεύτηκα ένα καινούργιο τραγούδι το οποίο είναι το τραγούδι έτσι και πάει έτσι», οι άλλοι καταλαβαίνουν αν λέει ψέματα, απίστευτο! Το τι είναι μουσική ακριβώς, το τι είναι για εμένα είναι και αυτό, είναι μια ασταμάτητη εξερεύνηση. Πόσο ρόλο παίζει η μουσική στην ψυχοσύνθεση, στη διαπαιδαγώγηση και στην εξέλιξη, το πόσο η μουσική και η έννοια της μουσικής και αυτό που αντιλαμβανόμαστε εμείς σαν μουσική, σαν, ας πούμε, αλληλουχία ρυθμών, μοτίβων, επαναλήψεων, με μια αρχή και ένα τέλος και με μια κάποια διάρκεια, έχει να κάνει και με το αν τελικά παιδιά ο χρόνος είναι γραμμικός ή κυκλικός. Η μουσική, χιλιάδες χρόνια πριν, ή το να μπορείς με τη μουσική να κάνεις μια μικρή κοινωνική ομάδα να κλάψει, να χορέψει, να χαρεί, ήτανε δώρο θεού, δηλαδή κάποτε λεγόμασταν μάγοι-γιατροί, είχαμε επαφή με το θείο, οι άνθρωποι οι οποίοι χειρίζονται ένα μουσικό όργανο, τραγουδάνε, κάνουν αυτά τα πράγματα. Η μελέτη των χορδών μάς έχει δείξει ότι οι διαφορές μεταξύ πυκνότητας υλικών μορίων είναι θέμα δονήσεων. Η μουσική έχει έναν ρόλο πολύ πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι απλά βάζω κάτω τέσσερα ακόρντα, κοτσάρω από πάνω δυο τετράστιχα και ένα ρεφρέν. Δεν ξέρω μέχρι πού επεκτείνεται, το σίγουρο είναι ότι δεν θα σταματήσω να ψάχνω. Εγώ είμαι ένας ταγμένος σε αυτό το διάστημα, σε αυτό το τεράστιο πράγμα το οποίο λέγεται μουσική, το οποίο, από την άλλη, αν θέλουμε να είμαστε κυνικοί, δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο να παιχτεί. Να παιχτεί, όχι, να ακουστεί, να αρχίσουμε να ακούμε διαφορετικά πράγματα και να ψάχνουμε διαφορετικά πράγματα μέσα στη μουσική έχουμε ακόμα πολλά πράγματα να ανακαλύψουμε, είναι μπροστά μας, κάθονται, μας κοιτάνε, και εμείς απλά δεν έχουμε προσέξει πόσο σημαντικά είναι, πόσο σημαντικά είναι στην εξέλιξη του ανθρώπου, της ανθρωπότητας, των ιδεών, πόσο συνδεδεμένα είναι με τις ιστορικές στιγμές. Ένα κομμάτι μουσικής είναι μια φωτογραφία μιας συγκεκριμένης χρονικής στιγμής, μια φωτογραφία των ανθρώπων εκείνης της στιγμής, των επιθυμιών, των φιλοδοξιών, των φόβων τους, όλων αυτών των πραγμάτων. Όλα αυτά τα πράγματα μπορούν να εκφραστούν μέσα απ’ τη μουσική. Άρα, είναι ακόμα ένα τεράστιο πεδίο έρευνας για μένα, το οποίο, φοβάμαι να πω το: «Ξέρεις τι; Με αυτό δεν θέλω να ασχοληθώ», δηλαδή, δυστυχώς, αναγκαστικά, είναι τόσο μεγάλο το π[04:00:00]εδίο, αλλά εγώ προσπαθώ να πω ότι, ξέρεις: «Με ενδιαφέρει να μελετήσω και αυτό, με ενδιαφέρει και αυτή η άποψη, με ενδιαφέρει και το άλλο». Γι’ αυτό και ένα θέμα λίγο του ότι δεν θέλω να βάλω από πάνω για ταμπέλα και να πω ότι, ξέρεις: «Για εμένα μουσική είναι αυτό το είδος». Όχι, με ενδιαφέρουν πολλά είδη μουσικής, με ενδιαφέρουν πολλά είδη μουσικής, όχι μόνο στην δυτικοευρωπαϊκή παράδοση, αν ήτανε δυνατόν να πω όχι μόνο στη γήινη παράδοση. Θα με ενδιέφερε πάρα πολύ να δω αν υπάρχει παραπέρα μουσική, τι είναι; Για τι; Πώς το συμβολίζουνε; Τι εννοούν με αυτό; Είναι επικοινωνία; Είναι γλώσσα; Οκέι, για εμάς είναι αυτό που ξέρουμε, είναι πεζό, είναι αυτό. Μόνο αυτά έχει να μας προσφέρει; Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε; Μένει να το ανακαλύψουμε.
Θα ήθελες να προσθέσεις κάτι για το οποίο δεν σου έδωσα την ευκαιρία να μιλήσεις;
Πραγματικά, αυτήν τη στιγμή δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο! Όταν θα έχω νεότερα, ίσως σε έναν μελλοντικό χρόνο, ξανακάνουμε αυτήν τη συζήτηση και να βρούμε και παραλείψεις τις οποίες έγιναν.
Ωραία! Χρήστο, σε ευχαριστώ πάρα πάρα πολύ για τον χρόνο σου και για όλα αυτά τα ενδιαφέροντα πράγματα που ακούστηκαν! Να ‘σαι καλά!
Ευχαριστώ κι εγώ!
Φωτογραφίες

Οι Εκπτώσεις επί σκηνής
Οι Εκπτώσεις επί σκηνής σε φεστιβάλ του ΚΚ ...

Ακροατήριο σε συναυλία τ ...
Ακροατήριο σε συναυλία των Religious Tramp ...

Ηχογράφηση των Terra Viv ...
Φωτογραφικό ντοκουμέντο από ηχογράφηση των ...

Ο Χρήστος Παρλαπάς στην ...
Ο Χρήστος Παρλαπάς στην πρώτη συναυλία των ...

Οι Terra Viventae
Οι Terra Viventae στον ΟΗΘ, 1983-84. Από α ...

Χειροποίητη Αφίσα
Χειροποίητη αφίσα συναυλίας, που πραγματοπ ...

Χειροποίητη αφίσα των Re ...
Χειροποίητη αφίσα των Religious Tramp, δια ...

Χειροποίητη αφίσα των Re ...
Χειροποίητη αφίσα των Religious Tramp, δια ...

Ο Χρήστος Παρλαπάς με το ...
Ο Χρήστος Παρλαπάς στα πλαίσια πρόβας με τ ...

Ο Χρήστος Παλπαπάς σε συ ...
Ο Χρήστος Παλπαπάς σε solo live εμφάνιση, ...

Ο Χρήστος Παρλαπάς
Ο Χρήστος Παρλαπάς στο σπίτι του.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Περιεχόμενο διαθέσιμο για ενήλικους
Περίληψη
Από τα αντάρτικα τραγούδια που τραγουδούσε στο σχολείο την ώρα των διαλειμμάτων μέχρι την ανακάλυψη των νέων μουσικών ρευμάτων των ’80s, ο Χρήστος Παρλαπάς αφηγείται μια ζωή γεμάτη από μουσική και μας μεταφέρει στη δεκαετία των ‘80s στα Ιωάννινα, εκεί όπου σχηματίζονται τα πρώτα ροκ και new wave συγκροτήματα, μαζί με τα πρώτα αυτοσχέδια στούντιο μουσικής με τη χρήση αυγοθηκών, εκεί όπου η νεολαία ανακάλυπτε, σιγά-σιγά, νέους τρόπους προσωπικής και συλλογικής έκφρασης και δημιουργίας.
Αφηγητές/τριες
Χρήστος Παρλαπάς
Ερευνητές/τριες
Κωνσταντίνος Παπαβασιλείου
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
16/06/2022
Διάρκεια
242'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Περιεχόμενο διαθέσιμο για ενήλικους
Περίληψη
Από τα αντάρτικα τραγούδια που τραγουδούσε στο σχολείο την ώρα των διαλειμμάτων μέχρι την ανακάλυψη των νέων μουσικών ρευμάτων των ’80s, ο Χρήστος Παρλαπάς αφηγείται μια ζωή γεμάτη από μουσική και μας μεταφέρει στη δεκαετία των ‘80s στα Ιωάννινα, εκεί όπου σχηματίζονται τα πρώτα ροκ και new wave συγκροτήματα, μαζί με τα πρώτα αυτοσχέδια στούντιο μουσικής με τη χρήση αυγοθηκών, εκεί όπου η νεολαία ανακάλυπτε, σιγά-σιγά, νέους τρόπους προσωπικής και συλλογικής έκφρασης και δημιουργίας.
Αφηγητές/τριες
Χρήστος Παρλαπάς
Ερευνητές/τριες
Κωνσταντίνος Παπαβασιλείου
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
16/06/2022
Διάρκεια
242'