Από τα χωράφια του Περάματος... τερματοφύλακας της Εθνικής Ελλάδας
Ενότητα 1
Τα παιδικά χρόνια στο Πέραμα
00:00:00 - 00:06:02
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Είμαι ο Ανδρέας Καλοκαιρινός, σήμερα είναι 13 Σεπτέμβρη 2021, βρισκόμαστε στο Ηράκλειο Κρήτης. Θέλετε να ξεκινήσουμε με το όνομά σας; Να…νια, πραγματικά, μου έχουν μείνει στη μνήμη και ήταν πολύ- θα έλεγα- ωραία, αργά, αλλά ανθρώπινα και νομίζω ότι μένουν στη μνήμη για πάντα.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΘέματα
Τοποθεσίες
Ενότητα 2
Η μετακόμιση στην Αθήνα, τα πρώτα ποδοσφαιρικά βήματα στον Φοίβο Αθηνών, η μεταγραφή στο Αιγάλεω και η πρώτη κλήση στην Εθνική Ελλάδος και ο κατ’ εξαίρεση νόμος, ο Νίκος Γουλανδρής και η μεταγραφή στον Ολυμπιακό
00:06:02 - 00:20:25
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Η συνέχεια, αν θα πούμε εμείς, μετά το ’60 περίπου. Φύγαμε και πήγαμε Αθήνα, διότι οι συνθήκες της ζωής στο Πέραμα, στο χωριό, εν πάση περιπ…α ήμαστε παιδιά του. Ήταν αυτό, πραγματικά, για μένα, θα έλεγα, με άγγιξε τόσο πολύ η κίνηση και ήτανε στην καρδιά μου. Και θα είναι πάντα.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΘέματα
Τοποθεσίες
Ενότητα 3
Ο αγώνας στο Εσκί Σεχίρ και οι ένοπλοι στον αγωνιστικό χώρο
00:20:25 - 00:22:32
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Τώρα, τα υπόλοιπα έχουν τόσο μεγάλη συνέχεια που… Ξέχασα να σου αναφέρω ένα γεγονός στο «Αιγάλεω» που ήταν πολύ σημαντικό, από πλευράς συμβά…υτό είχανε βάλει τους φαντάρους γύρω-γύρω. Και νομίζαμε ότι μας είχαν στήσει παγίδα. Ναι, ήταν ένα γεγονός που γελάγαμε μετά. Ήτανε αστείο.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 4
Τα χρόνια του ως ποδοσφαιριστής σε διάφορες ελληνικές ομάδες και το πέρασμα στην προπονητική
00:22:32 - 00:47:16
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Στον Ολυμπιακό έζησα απίστευτες στιγμές, οι οποίες εκτός τα ταξίδια, εκτός τους ανθρώπους που γνώρισα, την αγάπη του κόσμου, νομίζω, πράγματ… βγεις ποτέ απάνω. Αυτό είναι γεγονός. Και πραγματικά, εγώ έζησα και το πεζοδρόμιο, αλλά βγήκα αλώβητος. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Άλλο!
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΘέματα
Τοποθεσίες
Ενότητα 5
Σκέψεις για το Ηράκλειο και την Κρήτη
00:47:16 - 00:50:45
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Στη συνέχεια, θέλω να ρωτήσω για την περίοδο στο Ηράκλειο, το ’78 με ’81 που ήσασταν. Πώς θυμάστε την πόλη εκείνη την περίοδο και πώς την β…ι ο προορισμός, είναι το ταξίδι. Αυτό είναι. Ωραία, ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο σας. Μπορούμε να επανέλθουμε. Τίποτα, εγώ ευχαριστώ.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΘέματα
Τοποθεσίες
[00:00:00]
Είμαι ο Ανδρέας Καλοκαιρινός, σήμερα είναι 13 Σεπτέμβρη 2021, βρισκόμαστε στο Ηράκλειο Κρήτης. Θέλετε να ξεκινήσουμε με το όνομά σας;
Ναι. Είμαι ο Λευτέρης Πουπάκης, γεννήθηκα στο Πέραμα Μυλοποτάμου το 1946. Οι γονείς μου ήταν αγρότες, οι οποίοι είχαν και χωράφια και ζώα. Νομίζω ότι αν θυμηθώ από την παιδική μου ηλικία, τα χρόνια εκείνα, και κάνω μια αναδρομή, θυμάμαι αξέχαστα, μετά, όταν ήμασταν 7-8 χρονών, με όλους τους φίλους και συμμαθητές, όλη τη μέρα θέλαμε να παίζουμε. Να είμαστε χαλαροί, να είμαστε απερίσκεπτοι. Είχαμε πάρα πολλές, θα έλεγα, δραστηριότητες, κυνηγητό, κρυφτό, σκλαβιά. Πάντως, η ενέργεια που είχαμε και η σχέση, νομίζω, το χθες με το σήμερα είναι τεράστια η διαφορά των παιδιών. Απ’ ό,τι θυμάμαι, στα παιδικά μου χρόνια, οι γονείς μου ήθελαν περισσότερο να σπουδάσω παρά να ασχοληθώ με τον αθλητισμό. Εγώ, όμως, θυμάμαι αξέχαστα ότι όλη μέρα, όπου βρισκόμουνα ή στον δρόμο, αν έβρισκα ένα καπάκι ή μια πέτρα, την κλωτσούσα και κάποια στιγμή, είχα μια επαφή με οτιδήποτε αντικείμενο ήτανε στον δρόμο μου. Το ίδιο έκαναν και οι συμμαθητές μου οι περισσότεροι. Εκείνη την εποχή, πραγματικά, το ποδόσφαιρο ήταν- θα έλεγα- στη γέννησή του. Ήτανε πάρα πολύ στην αρχή του. Εμείς, τότε, όμως, είχαμε και τα ινδάλματα τους παίκτες που εκείνη την εποχή, κάποια στιγμή ακούγαμε, οι οποίοι πραγματικά για εμάς ήταν ινδάλματα. Και κάποια στιγμή, απ’ ό,τι θυμάμαι, αξέχαστα, κάναμε μια ομάδα έτσι 8-9 παιδιά, τα οποία ήμαστε να πηγαίνουμε σε χωριά να παίζουμε. Αξέχαστα, οι γονείς μας δεν ‘θελαν όμως, γιατί αυτά τα χωριά ήταν απομακρυσμένα, 7-8 χιλιόμετρα. Τα οποία εγκυμονούσαν κινδύνους, την ώρα που θα πάμε, να γυρίσουμε, ήμαστε μικροί. 7-8 χρονών, άντε 9 ο μεγαλύτερος. Θυμάμαι αξέχαστα, μας είχαν καλέσει τα παιδιά του Πανόρμου, το σχολείο, να πάμε να παίξουμε παιχνίδι. Και πήγαμε, πραγματικά, εκεί. Εμείς ήμαστε καλοί γιατί παίζαμε όλη μέρα μπάλα. Του κερδίσαμε 5-0, θυμάμαι αξέχαστα. Αυτοί είχαν στεναχωρηθεί, αρχίσαν τα βάζαν μεταξύ τους… Αλλά ο χρόνος πέρασε τόσο γρήγορα, με το παιχνίδι, και βράδιασε. Πήγε γύρω στις 7-7:30 η ώρα. Εμείς, επειδή, είχαμε κερδίσει, ήμασταν όλο χαρούμενοι κτλ., αρχίσαμε να λέμε: «Τώρα πρέπει να γυρίσουμε, γιατί οι γονείς μας θα μας ψάχνουνε!» Πραγματικά, αρχίσαμε να περπατάμε αλλά μέσα στην διαδρομή, νύχτωσε. Αρχίσαμε να φοβόμαστε- πραγματικά. Και ήμαστε αγκαλιασμένοι, ο ένας στον άλλο και τραγουδάγαμε. Τα παιδιά, όμως, του Πανόρμου, επειδή είχαν στεναχωρηθεί που είχαν χάσει, τι μας κάνανε; Κάτω από μια γέφυρα είχαν πάει και είχαν βάλει σεντόνια και κάνανε τα φαντάσματα. Κάποια στιγμή λοιπόν, την ώρα που περπατάγαμε εμείς, μέσα από το γεφύρι πεταχτήκανε 7-8 παιδιά με τα σεντόνια. «Φαντάσματα! Φαντάσματα!» Έχουμε φύγει στα χωράφια, δεξιά- αριστερά. Είχαμε τρελαθεί από τον φόβο μας. Μετά από λίγο που ξαναμαζευτήκαμε, πραγματικά, δεν ξέραμε, λέμε: «Αυτό τα γεφύρι έχει φαντάσματα». Τόσο πολύ το πιστέψαμε ότι και καλά ήταν φαντάσματα. Και ήμαστε αγκαλιασμένοι, για να γυρίσουμε μέχρι το χωριό, που κάποια στιγμή πήγε αργά, πήγε 10 η ώρα. Ανησυχία οι γονείς που ήμαστε, κτλ.. Πραγματικά, όταν πήγαμε σπίτι, το ξύλο ήταν σαν αρχή. «Πού ήσασταν; Τι κάνατε;» Και κάποια στιγμή, αυτό ήταν- θα έλεγα- μια μεγάλη ιστορία, που αρχίσαμε να προσέχουμε ότι δεν θα πρέπει να κάνουμε του κεφαλιού μας, γιατί οι γονείς μας ανησυχούν, κτλ.. Και γενικά, η ζωή μας εκεί ήταν γεμάτη, θα έλεγα… λίγο, ήμασταν πολύ ζωηροί. Θυμάμαι μια άλλη περίπτωση που στο ποτάμι, στον Γεροπόταμο, που έχει το Πέραμα, μάζευε, το καλοκαίρι, κολύμπες σαν πισίνες, οι οποίες ήταν βαθιές, ας πούμε. Αλλά το καλοκαίρι έκανε πάρα πολλή ζέστη. Εμείς, λοιπόν, θέλαμε να πάμε να κάνουμε μπάνιο. Φεύγαμε, λοιπόν, όλη η παρέα και βγάζαμε τα ρούχα μας γυμνοί και κολυμπάγαμε στην «κολύμπα» που λέμε. Εκείνη την εποχή δεν ξέραμε ούτε [00:05:00]μπάνιο ούτε τίποτα. Οι γονείς μας το απαγορεύανε, γιατί και σε ορισμένα σημεία η κολύμπα και αυτή ήτανε πάρα πολύ βαθιά, εγκυμονούσε κινδύνους. Και είχανε πει στον αγροφύλακα, ο αγροφύλακας ήταν αυτός που φρόντιζε για τα χωράφια, να μην γίνουν ζημιές, κτλ.. Μια στιγμή λοιπόν, όπως εμείς κάναμε μπάνιο και είχαμε αφήσει τα ρούχα μας όλα μαζί κάτω από έναν πλάτανο, περνάει ο αγροφύλακας, μας παίρνει τα ρούχα και φεύγει. Καταλαβαίνεις τον φόβο μας, πώς θα πάμε στα σπίτια μας. Αρχίσαμε λοιπόν και αποφασίσαμε ότι θα πρέπει να νυχτώσει. Και καταλάβατε ότι πήγαμε νύχτα. Πάλι μας ψάχνανε, πάλι ξύλο, ότι: «Πού ήσαστε;» κτλ. Θέλω να πω ότι αυτά τα χρόνια, πραγματικά, μου έχουν μείνει στη μνήμη και ήταν πολύ- θα έλεγα- ωραία, αργά, αλλά ανθρώπινα και νομίζω ότι μένουν στη μνήμη για πάντα.
Ενότητα 2
Η μετακόμιση στην Αθήνα, τα πρώτα ποδοσφαιρικά βήματα στον Φοίβο Αθηνών, η μεταγραφή στο Αιγάλεω και η πρώτη κλήση στην Εθνική Ελλάδος και ο κατ’ εξαίρεση νόμος, ο Νίκος Γουλανδρής και η μεταγραφή στον Ολυμπιακό
00:06:02 - 00:20:25
Η συνέχεια, αν θα πούμε εμείς, μετά το ’60 περίπου. Φύγαμε και πήγαμε Αθήνα, διότι οι συνθήκες της ζωής στο Πέραμα, στο χωριό, εν πάση περιπτώσει-χωριό ήτανε εκείνη την εποχή- ήτανε πάρα πολύ δύσκολες. Εργασία στα ζώα, εργασία στα αμπέλια, στις ελιές, όπου ακριβώς είχε ανάγκη η οικογένεια. Και αποφασίσαμε, όλη η οικογένεια και τα αδέλφια μου, ο πατέρας μου, η μητέρα μου και πήγαμε Αθήνα. Εγκατασταθήκαμε στον Νέο Κόσμο. Το θυμάμαι αξέχαστα. Εγώ πήγα εκεί τις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού- θυμάμαι την τελευταία τάξη- και, εν συνεχεία, Γυμνάσιο. Στο Νέο Κόσμο, εκείνη την εποχή, είχε μια ομάδα που λεγόταν «Φοίβος Αθηνών». Ο «Φοίβος Αθηνών» λοιπόν, είχε και ακαδημίες, μάζευε και παιδιά. Κάποιος, λοιπόν, άνθρωπος του «Φοίβου» ερχότανε στα σχολεία ή στις αλάνες τότε που ήταν γεμάτη η Αθήνα και παρακολουθούσε παιδιά που παίζαν ποδόσφαιρο, αν έχουν ταλέντο κτλ.. Κάποιος λοιπόν, μας είπε ότι «Ελάτε να κάνετε προπόνηση στον ‘Φοίβο Αθηνών’». Εγώ εκείνη την εποχή έπαιζα μέσα, έξω δεξιά, δεν έπαιζα τερματοφύλακας. Πραγματικά, πήγαμε εκεί. Θυμάμαι αξέχαστα, ότι γενικός αρχηγός ήταν ο κύριος Καρανδρέας, ο οποίος ήτανε προϊστάμενος στην FIAT τότε. Η πρώτη μου επαφή ήταν πράγματι σημαντική, γιατί μας αγκάλιασε με μια ζεστασιά. Όπως και ο κύριος Σαραντάκης, ένας προπονητής, ο οποίος ήταν από τον Παναθηναϊκό. Θυμάμαι αξέχαστα, η πρώτη προπόνηση που κάναμε και παίζαμε… Μας έφερε ένα μπουκάλι γάλα στον καθένα, για να πιούμε μετά την προπόνηση. Βέβαια, εκείνη την εποχή, για εμάς ήταν ό,τι καλύτερο. Αρχίσαμε σιγά- σιγά λοιπόν, εντάχθηκα στην ομάδα. Και μια εποχή, ο κύριος Σαραντάκης- είχε χτυπήσει ο τερματοφύλακας- μου λέει: «Λευτέρη, θα παίξεις σήμερα τερματοφύλακας». Του λέω: «Κύριε Σαραντάκη, εγώ δεν παίζω τερματοφύλακας. Εγώ είμαι επιθετικός». Μου λέει: «Εντάξει, κατ’ ανάγκην. Δεν είναι… Τώρα να καλύψουμε την ανάγκη που υπάρχει». Εν πάση περιπτώσει, για να μην υπάρξει πρόβλημα στην ομάδα, του λέω: «Εντάξει, ok. Θα παίξω, τώρα, μέχρι να γίνει καλά ο τερματοφύλακας». Έπαιξα τα δυο παιχνίδια, τρία. Κάτι είδε καλύτερα ο προπονητής αυτός, ο οποίος μου είπε: «Νομίζω ότι η καλύτερη θέση είναι να παίξεις τερματοφύλακας!» Για να μην μακρηγορώ, με έπεισε τελικά και μου λέει: «Άλλαξε θέση, αλλά όποτε θα χρειαζόμαστε, και κάποια στιγμή, μπορεί να παίζεις και μέσα λίγο, αφού σου αρέσει». Κι έτσι, εντάχθηκα στο αγωνιστικό κομμάτι του τερματοφύλακα, το οποίο έπαιξα αρκετά παιχνίδια τότε, στο τοπικό του «Φοίβου Αθηνών»- «Θρίαμβου» σημερινό. Και εν συνεχεία, παίζοντας στο τοπικό, με είδαν οι ομάδες- ο «Ατρόμητος», ο «Πανιώνιος», το «Αιγάλεω» και ο «Παναθηναϊκός» και όλοι αυτοί, αλλά εμείς, εκείνη την εποχή, μετακομίσαμε από τον Νέο Κόσμο και πήγαμε στον Άγιο Ιερόθεο. Άγιο Ιερόθεο, Περιστέρι δηλαδή. Οι παράγοντες του «Ατρομήτου», αλλά και του «Αιγάλεω», τότε, που είχανε ήδη εντοπίσει για να με εντάξουνε στις ομάδες τους, έκαναν κάποιες ενέργειες και τότε, πραγματικά, το «Αιγάλεω» περισσότερο -θα έλεγα- διέθεσε ένα αρκετό, καλό ποσό και με απέκτησε από τον «Φοίβο Αθηνών». Και ξεκινάει μια καριέρα στο «Αιγάλεω». Το «Αιγάλεω» τότε, ήταν [00:10:00]πάντα Α’ Εθνική, με παίκτες οι οποίοι ήτανε φτασμένοι, ήτανε ονόματα. Είχε πολύ κόσμο, είχε αγάπη. Θυμάμαι, αξέχαστα, όταν πηγαίναμε ταξίδια, τότε, να παίξουμε Βέροια, Πιερικό, Ξάνθη ή οπουδήποτε αλλού, Καβάλα, ερχόταν τρία και τέσσερα πούλμαν μαζί μας, την εποχή εκείνη, φίλαθλοι. Οι οποίοι πραγματικά στήριζαν την ομάδα. Στο «Αιγάλεω» έκατσα επτά χρόνια, τα οποία οπωσδήποτε ήταν, για μένα, θα έλεγα, ο «Φοίβος» ήταν η μητέρα που με γέννησε και το «Αιγάλεω» ήταν ο πατέρας μου, που πραγματικά μου έδωσε στέγη. Παίζοντας στο «Αιγάλεω» λοιπόν, επτά χρόνια, προσπάθησα όσο μπορούσα με τις συνθήκες οι οποίες ήτανε πάρα πολύ δύσκολες, με ξηρά γήπεδα, με όχι έργα υποδομής και προπόνησης τερματοφυλάκων. Ό,τι κάναμε, το κάναμε μόνοι μας, αυτοδίδακτοι. Και προσπάθησα μέσα από αυτό να διακριθώ. Θυμάμαι, από το «Αιγάλεω» με καλέσανε Εθνική Νέων, μετά Εθνική Ελπίδων και μετά Εθνική Ανδρών. Οπότε ξεκίνησα μετά, μπήκα στο στόχαστρο των μεγάλων ομάδων. Ήταν και οι τέσσερις, δηλαδή, ο Ολυμπιακός, ο Παναθηναϊκός, η Α.Ε.Κ και ο Π.Α.Ο.Κ., οι οποίοι ήθελαν να με εντάξουνε στις τάξεις τους. Εκείνη την εποχή, ο Ολυμπιακός είχε τον αείμνηστο, μεγάλο, Νίκο Γουλανδρή. Ο οποίος πραγματικά, όταν τον γνώρισα, είπα: «Αυτός είναι ο δεύτερός μου πατέρας». Ο Ολυμπιακός μετά από μεγάλες προσπάθειες, γιατί εκεί την εποχή, μη θυμόσαστε, υπήρχε Χούντα και απαγορευότανε από Α’ Εθνική σε Α’ Εθνική παίκτες να πάνε. Εκείνη την εποχή λοιπόν, όταν με φώναξε ο Νίκος ο Γουλανδρής και μου είπε ότι με θέλει στην ομάδα, εμένα και τον Σταυρόπουλο, του είπα: «Πρόεδρε, αν δεν γίνει, θα φύγω, θα πάω εξωτερικό». Μου λέει: «Όχι, θα το κανονίσω εγώ αν δώσουνε έγκριση, αν μπορώ κατ’ εξαίρεση κτλ.. Διότι κάποια στιγμή, ξέρω ότι όντως έχετε δίκιο». Και πραγματικά, τότε πίεσε τον Ασλανίδη, ο οποίος ήτανε Γραμματέας Αθλητισμού, και έκανε το νόμο κατ’ εξαίρεση, δύο παίκτες από Α’ Εθνική σε Α’ Εθνική κι έτσι πήγαμε στον Ολυμπιακό. Στον Ολυμπιακό, νομίζω ότι έζησα στιγμές ανεπανάληπτες. Οι οποίες πραγματικά, έχουνε μείνει στη μνήμη μου. Όπως και από όλες τις άλλες ομάδες. Αλλά στον Ολυμπιακό, αυτό που έζησα από τον κόσμο, από τους παίκτες, οι οποίοι κάποια στιγμή τους έβλεπα και ήταν ινδάλματα… Δηλαδή εκείνη την εποχή, μιλάμε για Γιώργο Σιδέρη, για Ποντίνο, μιλάμε για Γιούτσο, μιλάμε για παίκτες οι οποίοι, πραγματικά, ήτανε μεγάλου επιπέδου. Ο Ολυμπιακός, βέβαια, ήταν για μένα… Γιατί είχα ένα πολύ μεγάλο, ισάξιο τερματοφύλακα, τον Κελεσίδη τον Παναγιώτη, που πραγματικά είχαμε γίνει ένα δίδυμο που μπόρεσε ο Ολυμπιακός εκείνη, τουλάχιστον, την εξαετία- πενταετία που έμεινα, είχε ήσυχο το κεφάλι του στο θέμα των τερματοφυλάκων. Στον Ολυμπιακό έζησα απίστευτες στιγμές. Θα σου πω μόνο μια ιστορία, γιατί έχει την αξία της. Όταν με φώναξε ο Νίκος ο Γουλανδρής, να πάω στην βίλα του, ήταν στο Πόρτο Ράφτη κι εγώ στο Πόρτο Ράφτη δεν είχα πάει και πολλές φορές. Πραγματικά λοιπόν, με τον Μπάμπη τον Σταυρόπουλο, λέω: «Θα πάμε». Πάμε λοιπόν, στο Πόρτο Ράφτη. Ήτανε ένας λόφος, που κάποια στιγμή- έτσι μου είχε πει ο κύριος Γουλανδρής- «Θα ρωτήσεις-μου λέει-πού είναι το σπίτι του κύριου Γουλανδρή». Όταν βγήκαμε στην εξώπορτα, που ήταν μια σιδερένια μεγάλη, κοίταξα μέσα αλλά είδα ελάφια, ζαρκάδια, άγρια ζώα. Λέω: «Αποκλείεται, δεν είναι εδώ σπίτι, πρέπει να είναι ζωολογικός κήπος». Του λέω: «Δεν είναι εδώ». Αλλά την ώρα που εμείς κοιτάγαμε μέσα, βγαίνει κάποιος υπηρέτης, εκεί, του Γουλανδρή. Ρώτησα εγώ: «Εδώ είναι το σπίτι του κύριου Γουλανδρή;» Μου λέει: «Ναι, εδώ είναι.» «Ok, πες στον κύριο [00:15:00]Γουλανδρή ότι Πουπάκης, Σταυρόπουλος έχουν έρθει». Ενημερώνει με το θυροτηλέφωνο ότι «Πες τους να περάσουνε.» Όταν ανεβήκαμε, λοιπόν, επάνω, περνάγαμε από έναν δρόμο δεξιά- αριστερά. Στην κορυφή από πάνω ήταν η πισίνα, το σπίτι αριστερά και κάτω από τον λόφο ήτανε σκαμμένο μια σπηλιά που έμπαινε η θαλαμηγός. Εγώ τα είχα χάσει. Λέω: «Τι γίνεται ρε εδώ; Ο James Bond; Τι…» Εν πάση περιπτώσει, εκείνη την ώρα έκανε μπάνιο ο κύριος Γουλανδρής και λέει στον υπηρέτη: «Δώσε τους δυο μαγιό, να κάνουνε μπάνιο». Ξεκινήσαμε, λοιπόν, πήραμε δυο μαγιό. Ήταν και τα δύο κόκκινα, τα οποία ήταν βερμούδες- εκείνη την εποχή, εμείς, φοράγαμε κοντά και οι βερμούδες ήταν κάτω από το γόνατο γύρω στους 15 πόντους. Όταν το έβαλε, λοιπόν, ο Σταυρόπουλος και το ‘βαλα κι εγώ, του λέω: «Σαν τον Φράνκο- Τσίτσο είσαι». Μου λέει: «Εσύ να δεις πώς είσαι!» Εμείς ήμασταν και αδύνατοι εκείνη την εποχή. Κάναμε μπάνιο και κάποια στιγμή, μετά το μπάνιο, είχαν έρθει και ο κύριος Λαναράς και ο κύριος Θεοδωρακάκης να καθίσουμε να φάμε, να μας κάνει το τραπέζι. Ξεκινάει λοιπόν, αλλά μπροστά στο κάθε κάθισμα ήτανε 4-5 πιάτα μικρό, μεγάλο, πιρούνια πολλά, πλατιά... Ο Σταυρόπουλος μου λέει: «Τι γίνεται εδώ; Πολύ θα φάμε!» Του λέω: «Κάτσε να βλέπουμε, γιατί εγώ ένα πιρούνι χρησιμοποιώ στο σπίτι μου-του λέω-δεν έχω την πολυτέλεια». Μου λέει: «Καλά τα λες». Πραγματικά, λοιπόν, αρχίζουνε αυτοί, μας κοιτάζανε τι θα κάνουμε. Αλλά στη διάρκεια, που εμείς προσπαθούσαμε, βήμα-βήμα να πάμε, ο Σταυρόπουλος είδε κάτι μπολ, τα οποία ήταν γεμάτα- ας πούμε- σαν τρούφα μαύρη και μου λέει: «Άστο αυτό το γλυκό, θα το φάμε τελευταία». Λοιπόν, αφού φάγαμε, παίρνω εγώ ένα μπολ, παίρνει κι ένα μπολ ο Σταυρόπουλος. Παίρνω την πρώτη κουταλιά, ήταν λύσσα! Μου λέει ο Γουλανδρής, αξέχαστα, «Λευτέρη, τι έγινε;» Του λέω: «Πρόεδρε, όλα είναι καλά αλλά το γλυκό είναι πολύ αλμυρό». Μου λέει: «Ρε Λευτέρη, δεν είναι… Αυτό είναι χαβιάρι». Του λέω: «Πρόεδρε, εγώ χαβιάρι δεν έχω φάει στην ζωή μου. Έχω φάει μόνο σαρδέλες και φρίσσα». Και εν πάση περιπτώσει, ήταν ένα στιγμιότυπο, το οποίο γέλασε. Και τελειώνοντας-γιατί έχει και την αξία του αυτό- λέει, αφού συζητήσαμε τις λεπτομέρειες της μεταγραφής κτλ., με φωνάζει και είχε δυο φακέλους, μου λέει: «Πάρε έναν φάκελο εσύ και έναν ο Μπάμπης, να πάτε σινεμά το βράδυ». Το σινεμά εκείνη την εποχή είχε 2,5 δραχμές, τόσο ακριβός! Λέω «Σινεμά, εντάξει. Μπορεί να έχει ένα δεκάρικο, μπορεί ένα πενηντάρικο». Πήρα εγώ τον φάκελο, πήρε και ο Μπάμπης. Στην επιστροφή, στο αυτοκίνητο μέσα, λέμε: «Να ανοίξουμε τον φάκελο ο καθένας». Ανοίγω εγώ τον φάκελο, 50.000 δραχμές, 50.000 ο Μπάμπης. Εντωμεταξύ, ο Μπάμπης μου λέει: «Μας γέλασε!» Γιατί είχαμε συζητήσει άλλα για τη μεταγραφή. Μου λέει: «Αυτά-μου λέει-για τη μεταγραφή;» Λέω: « Όχι ρε, για σινεμά δε μας είπε;» Πες εσύ, πες εγώ, κάποια στιγμή, πραγματικά, ήρθαμε σε ένα δίλημμα. Μου λέει: «Εγώ με 50.000 δεν συμφωνώ!» Να μην τα πολυλογώ, του λέω: «Άσε, θα τον πάρω ένα τηλέφωνο αύριο, να πάω από το σπίτι του, να μου εξηγήσει τι ακριβώς ήταν». Την άλλη μέρα το πρωί, παίρνω τηλέφωνο εγώ. Το σπίτι του ήταν δίπλα στα ανάκτορα του βασιλιά. Πήγα εγώ, λέω: «Πρόεδρε, επειδή υπάρχει ένα θέμα…» Μου λέει: «Τι θέμα;» Του λέω: «Πρόεδρε, μας έδωσες δυο φακέλους, οι οποίοι είχανε από 50.000. Και μας είπες να πάμε σινεμά». «Ναι-μου λέει-αυτό είπα». «Είναι για σινεμά;» Μου λέει: «Ναι, για σινεμά». Του λέω: «Έχετε πάει σινεμά καθόλου;» Λέει: «Εγώ δεν πάω σινεμά, αλλά αυτά είναι για σινεμά. Η μεταγραφή… Τα άλλα είναι άλλα». Και εν πάση περιπτώσει, είπα στον Σταυρόπουλο «Του εξηγήσαμε, ok. Αυτό είναι για σινεμά». Μου λέει: «Εντάξει». Θέλω να πω ότι πραγματικά σαν ανέκδοτο μοιάζει. Δεν πιστεύαμε ότι ήταν τόσο πολύ γενναιόδωρος. Αλλά και τελευταία φράση που μας είπε, ότι τα χρήματα που θα μας έδινε για να πάρει ένα σπίτι ο καθένας, θυμάμαι, αξέχαστα που μου λέει: «Έχετε πάρει στα χέρια σας τόσα λεφτά ποτέ;» Λέω: «Όχι». «Προσέχετε. Θα σας δώσω τον δικηγόρο μου, αν είναι να αγοράσετε σπίτι για να σας το εξασφαλίσει ότι είναι καθαρό. Και [00:20:00]ότι κάποια στιγμή, θα πάρετε σπίτι και όχι θα σας πάρουν τα λεφτά». Δηλαδή, πραγματικά σκεφτότανε σαν να ήμαστε παιδιά του. Ήταν αυτό, πραγματικά, για μένα, θα έλεγα, με άγγιξε τόσο πολύ η κίνηση και ήτανε στην καρδιά μου. Και θα είναι πάντα.
Τώρα, τα υπόλοιπα έχουν τόσο μεγάλη συνέχεια που… Ξέχασα να σου αναφέρω ένα γεγονός στο «Αιγάλεω» που ήταν πολύ σημαντικό, από πλευράς συμβάντος. Παίζαμε, θυμάμαι, το ’70 στην Τουρκία, Βαλκανικό Κύπελλο, στο Εσκί Σεχίρ. Περίπου 10-15 ώρες από την Κωνσταντινούπολη. Με προπονητή τον Πέτροβιτς. Και όταν πήγαμε λοιπόν εκεί, ένα στάδιο γύρω στις 20.000 κόσμο, είχε αρκετό κόσμο. Όταν αρχίσαμε να αλλάζουμε κτλ., ο προπονητής μας λέει: «Βγέστε μισή ώρα πιο μπροστά, για να εγκλιματιστείτε. Γιατί, καταλαβαίνετε, εδώ…» Ήταν και τα πνεύματα τεταμένα, εκείνη την εποχή, μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Πραγματικά, το γήπεδο είχε σκαλιά, πλατύσκαλο κάτω, σκαλιά ξανά πάνω για να ανεβείς στο γήπεδο. Θυμάμαι, αξέχαστα λοιπόν, ένας μπροστά, παίκτης δικός μας, ο Εξωμανίδης πήγαινε μπροστά, εγώ ανέβαινα από πίσω και από πίσω ανεβαίνανε όλοι. Την ώρα λοιπόν, που ανεβήκαμε στο γήπεδο, με το που βγαίνει αυτός και κάνω κι εγώ να βγω έξω από το γήπεδο, ήταν γύρω από το γήπεδο γύρω στους 2.000 φαντάρους με αυτόματα παρατεταμένοι. Αυτός σου λέει: «Εδώ, μας…» και λέει: «Πίσω! Παγίδα!» Με το «Πίσω! Παγίδα!» αρχινάμε... Ενώ ανεβαίνανε αυτοί, εμείς κατεβήκαμε, σπρώξαμε και έσπρωξε ο ένας τον άλλο και πήγαμε όλοι σχεδόν στο πλατύσκαλο. Αυτοί γιορτάζανε την σφαγή των Ελλήνων εκείνη τη μέρα. Εμείς δεν το ξέραμε ότι ήταν η ημερομηνία τέτοια. Και περίμεναν επεισόδια, για αυτό είχανε βάλει τους φαντάρους γύρω-γύρω. Και νομίζαμε ότι μας είχαν στήσει παγίδα. Ναι, ήταν ένα γεγονός που γελάγαμε μετά. Ήτανε αστείο.
Ενότητα 4
Τα χρόνια του ως ποδοσφαιριστής σε διάφορες ελληνικές ομάδες και το πέρασμα στην προπονητική
00:22:32 - 00:47:16
Στον Ολυμπιακό έζησα απίστευτες στιγμές, οι οποίες εκτός τα ταξίδια, εκτός τους ανθρώπους που γνώρισα, την αγάπη του κόσμου, νομίζω, πράγματι, ήτανε για μένα, θα έλεγα, κάτι πολύ σημαντικό. Γιατί οπωσδήποτε, οι παραστάσεις που είχα σε όλη μου την ζωή, δεν ήταν τόσο- θα έλεγα- ανοιχτές. Και στο εξωτερικό, αλλά και σε ανθρώπους, οι οποίοι γνώρισα, οι οποίοι ήταν πραγματικά επιπέδου και με βοήθησαν σε πολλά θέματα. Είναι πάρα πολλά που μπορείς να αναφερθείς στον Ολυμπιακό, αλλά κλείνοντας, θέλω να πω ότι ήμουνα- θα έλεγα- ευτυχής που γνώρισα τέτοιους συμπαίκτες, οι οποίοι ήταν και του εξωτερικού τότε, Τριαντάφυλλος, Ρομαίν Αργυρούδης, οι δικοί μας Γαλάκος, Λυκάρης, εδώ είναι η φωτογραφία, εκεί που… Πραγματικά, ήταν για μένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής. Στη συνέχεια, βέβαια, αυτό κομμάτι τελειώνει, διότι εγώ έχω ξεκινήσει ένα ξενοδοχείο στην Ιεράπετρα. Πρέπει να αναγκαστώ να επιλέξω Ολυμπιακό και όχι να είμαι κοντά σε αυτό που βάζω μπροστά ή κάπου… Συνέπεσε λοιπόν, εκείνη την εποχή, να κάνει πρόταση ο Ο.Φ.Η., ο οποίος με πολλές κινήσεις και με ανθρώπους και… γιατί ο Ο.Φ.Η. είναι μια ιδέα, την οποία, πραγματικά, την έχουν υπηρετήσει πάρα πολλοί άνθρωποι και κατόρθωσε να με πάρει. Εγώ εκείνη την εποχή, ο Ολυμπιακός δε με έδινε, ήμουνα στην Γιουγκοσλαβία, έκανα προετοιμασία και μετά από μια περιπετειώδη- θα έλεγα- κατάληξη, κατόρθωσε ο Ο.Φ.Η. να με πάρει. Αυτό για μένα ήταν σημαντικό, γιατί η Κρήτη είναι η ιδιαίτερή μου πατρίδα. Ένιωθα περισσότερο ευτυχής που θα μπορέσω, με τους ανθρώπους αυτούς και τον κόσμο, να τους δώσω λίγη χαρά ή να μπορέσω με την ομάδα, να δώσω μια [00:25:00]ώθηση για περισσότερη- θα έλεγα- σταθερότητα στο θέμα της παραμονής στην Α’ Εθνική. Γιατί ήταν πάρα πολύ δύσκολες οι δουλειές τότε. Ξεκινώντας στον Ο.Φ.Η. έζησα πάρα πολύ μεγάλες στιγμές με τον κόσμο, με τους παράγοντες, με τους ανθρώπους που πραγματικά τον περιέβαλαν και είχαν σαν γνώμονα πάνω απ’ όλα την αγάπη. Όταν λέω την αγάπη ανιδιοτελώς. Πολλοί προσέφεραν χρήματα, προσέφεραν ώρες, προσέφεραν τα πάντα, προκειμένου η ομάδα να ξεκινήσει να βρει τον δρόμο της. Ένας από αυτούς- και πρέπει να το πούμε αυτό, γιατί θα ήταν λάθος- ήταν οι Βαρδινογιάννηδες, οι οποίοι κατέβαλαν τα μέγιστα, όπως ο Ο.Φ.Η. να πάει σε ένα υψηλότερο επίπεδο και σε έργα υποδομής με το Βαρδινογιάννειο κτλ., αλλά και να αποκτήσει μια οντότητα στον χώρο του ποδοσφαίρου. Τελειώνει το κεφάλαιο του Ο.Φ.Η., το οποίο έχει απίστευτες στιγμές και θα χρειαζόταν πάρα πολύς χρόνος να πούμε ιστορίες, οι οποίες είναι σημαντικές, με ανθρώπους. Θα αναφέρω μόνο μια. Ότι εγώ ήμουνα και λίγο πειραχτήρι γιατί ήθελα να κάνω και ατμόσφαιρα στην ομάδα, πείραζα κάποια στιγμή και θυμάμαι, αξέχαστα, ο Παντελής ο Μυριοκεφαλιτάκης, ο οποίος ήταν άνθρωπος ο οποίος υπεραγαπούσε τον Ο.Φ.Η., του έκανα αστεία, γιατί ήταν μασέρ τότε. Θυμάμαι, είχαμε πάει στην Θεσσαλονίκη και είχε χιονίσει. Εμείς, κατά την διάρκεια του ταξιδιού στο αεροπλάνο… Ο Παντελής, εκείνη την εποχή, συνήθιζε να βγάζει τα παπούτσια του, γιατί πρηζότανε στο αεροπλάνο. Πήγα λοιπόν, κάτω από τα καθίσματα, τα πήρα τα παπούτσια και του τα έβαλα μέσα στην τσάντα την ιατρική. Φτάσαμε στην Θεσσαλονίκη, κάποια στιγμή έπρεπε να κατέβουμε, γιατί είπε η αεροσυνοδός ότι δε μπορεί να έρθει να μας πάρει το αυτοκίνητο, διότι ο διάδρομος από την αίθουσα, μέχρι αυτό, ήταν όλα χιονισμένα. Και θυμάμαι, αξέχαστα, να λέει η αεροσυνοδός στον Παντελή «Ελάτε, κύριέ μου. Θέλουμε να καθαρίσουμε». Λέει: «Τα παπούτσια μου, τα παπούτσια μου». Εν πάση περιπτώσει, ψάχνοντας δεν τα βρήκε πουθενά. Αναγκάστηκε να κατέβει με τις κάλτσες και πατάει πάνω στο χιόνι. Καταλαβαίνεις τι γέλιο έπεσε και τι πειράγματα έγιναν μέσα. Στη συνέχεια, στην αίθουσα μέσα, ρωτώντας και αυτό «Πού; Πώς» κτλ.. Λέω: «Μήπως τα έχεις βάλει μέσα στην τσάντα σου;» Ανοίγει την τσάντα, τα βλέπει, λέει: «Εγώ δεν τα έβαλα. Κάποιος από εσάς τα έβαλε». Και έγινε χαμός. Ήταν ένα περιστατικό, το οποίο είχε πραγματικά μεγάλη πλάκα. Τώρα, τελειώνει το κεφάλαιο- είπαμε- του Ο.Φ.Η. και εκείνη την εποχή, ξεκινάει η πρόταση από τον Παναθηναϊκό. Εκείνη την εποχή, πράγματι αφού ο κύριος Βαρδής και ο κύριος Γιώργος Βαρδινογιάννης είχαν την επιθυμία να πάω στον Παναθηναϊκό, το θεωρούσα και για μένα μια πρόκληση… Νομίζω ότι και για τον Ο.Φ.Η. ήταν καλά εκείνη την εποχή. Εγώ ήμουνα εθνική ομάδα, ήδη τότε. Είχα παίξει και στο Κύπελλο Εθνών με την Γερμανία. Δέχτηκα την πρόταση, πήγα στον Παναθηναϊκό, έκατσα περίπου 2-2,5 χρόνια. Πάντα, αυτό που με άγγιξε, ήταν η παρουσία των Βαρδινογιάννηδων και του Μάνου του Μαυροκουκουλάκη, ο οποίος πράγματι, μας είχε σαν παιδιά του και η παραμονή ήταν πάρα πολύ καλή. Οι συμμετοχές δεν ήταν αρκετές, επειδή εκείνη την εποχή ήταν ο Κωνσταντίνου, ο οποίος είχε πάρει την θέση και όταν μια ομάδα κερδίζει, ο τερματοφύλακας δε μπορεί να αλλάξει. Εκείνη την εποχή ξανάρχεται η πρόταση πάλι από Ολυμπιακό. Να ξαναγυρίσω στον Ολυμπιακό. Εκείνη την εποχή λοιπόν, γενικός αρχηγός ήτανε ο Μιλτιάδης ο Μαρινάκης, ο πατέρας του Βαγγέλη Μαρινάκη, ο οποίος είναι πρόεδρος σήμερα. Κάποια στιγμή, ήταν προπονητής ο Αλκέτας ο [00:30:00]Παναγούλιας. Μίλησα λοιπόν, με τον κύριο Μιλτιάδη τον Μαρινάκη και μου είπε ότι «Ναι, Λευτέρη. Δεν υπάρχει θέμα, σε θέλουμε. Ο κύριος Αλκέτας σε θέλει». Ok. Τότε ξεκίνησα και ενημέρωσα τους κυρίους Βαρδινογιάννηδες ότι εγώ θα ξαναγυρίσω στον Ολυμπιακό, παρότι είχαν κάποιες αντιρρήσεις λόγω του ότι υπήρχε μια αντιπαράθεση Ολυμπιακός- Παναθηναϊκός, δε θα ‘πρεπε να… Και συναίνεσαν τότε και ξαναπήγα στον Ολυμπιακό. Ο οποίος έκατσα άλλα 2,5- 3 χρόνια. Με πρόεδρο τότε τον κύριο Νταϊφά και προπονητή τον κύριο Παναγούλια. Ξεκινώντα όμως, η διάρκεια της ηλικίας προχώραγε αρκετά. Είχα φτάσει γύρω 41 χρονών. Ξεκίνησα, λοιπόν, και σαν τελευταία ευκαιρία, επειδή είχε έρθει τότε και ο Σαργκάνης στον Ολυμπιακό, είχα και την επιθυμία να παίξω κλείνοντας, γιατί το κομμάτι της αγωνιστικής είναι σημαντικό για τον τερματοφύλακα, είχα την πρόταση από τον Απόλλωνα Αθηνών, τον κύριο Αλαβάνο. Ο οποίος πραγματικά πήγα, κι εκεί οι άνθρωποι με αγκάλιασαν με πάρα πολλή αγάπη και οι συμπαίκτες μου, οι οποίοι- νομίζω- τους οφείλω πολλά. Κάναμε μια αρκετά αξιόλογη πορεία. Και με τις μεγάλες ομάδες, αλλά και γενικά με τις υπόλοιπες. Έκατσα γύρω στα τρία χρόνια. Μετά, ξεκίνησα και ήδη το πλήρωμα του χρόνου ότι κάπου εδώ πρέπει να πάρω την απόφαση να σταματήσω για λόγους υστεροφημίας, ο σεβασμός μου απέναντι στον κόσμο, απέναντι στον εαυτό μου. Θα ‘πρεπε να πάρω την απόφαση να φύγω με ψηλά το κεφάλι. Δύσκολη απόφαση, αλλά αναγκαία. Κι έτσι κάπως, κλείνει το κεφάλαιο. Στη συνέχεια όμως, μπαίνουμε σε έναν άλλο χώρο, τον προπονητικό. Ο οποίος προπονητικός, πραγματικά, είναι ψυχοφθόρος. Τη στιγμή που δουλεύεις σε ομάδες χωρίς υποδομή, με οργάνωση κτλ., και πρέπει να κάνεις τον προπονητή, τον γενικό αρχηγό, τον γιατρό και γενικά όλο το κομμάτι το οποίο… δούλεψα γύρω στα 10 χρόνια σε ομάδες οι οποίες ήταν τότε Γ’ Εθνική ήταν ο Εργοτέλης και η Π.Ο.Α. και συν κάποιες άλλες ομάδες, ο Ο.Φ. Ιεράπετρας. Κάποια στιγμή λοιπόν, είδα ότι με κούραζε πάρα πολύ ψυχικά το θέμα του να γυρίσω σπίτι και να έχω μεταφέρει τα προβλήματα μέσα στην οικογένεια. Γιατί η ομάδα δεν αποδίδει ή δεν κάνει ή υπήρχαν προβλήματα. Και κάποια στιγμή είδα ότι πρέπει να ακολουθήσω, τουλάχιστον στον χώρο, αφού για μένα είναι τρόπος ζωής το να είμαι μέσα στο γήπεδο…και να κάνω, έστω, το θέμα της προπόνησης τερματοφυλάκων, που η εμπειρία, η γνώση, είναι- θα έλεγα- αναγκαία, για να δώσεις στα νέα παιδιά όλο αυτό το κομμάτι. Και νομίζω ότι σε αυτό με ικανοποιεί, διότι έχω να κάνω με λίγα άτομα, τα οποία μπορώ να κατευθύνω και να τα διευθύνω. Κι έτσι ακριβώς πορεύομαι μέχρι σήμερα- δόξα τω Θεώ- πάνε όλα καλά. Τώρα, στο θέμα του Ο.Φ.Η. θα ήθελες να αναφερθείς; Δεν ξέρω. Μου είπες…
Ναι, έχω κάποια πράγματα που θέλω να σας ρωτήσω. Αλλά θα τα κάνω, κάπως, με μια χρονική σειρά.
Ναι, ναι.
Όπως τα βάλατε, δηλαδή, κι εσείς. Οπότε θα σας πάω πίσω, θα σας κάνω κάποιες ερωτήσεις και επανερχόμαστε. Ήθελα να ρωτήσω-τώρα σας πάω αρκετά πίσω, στα παιδικά χρόνια- είχατε πει ότι είχατε κάνει μια ομάδα με κάποια άτομα στο χωριό και βρισκόσασταν-
Συμμαθητές μου ήταν.
… και παίζατε με άλλα παιδιά, από άλλα χωριά. Και αναφέρατε βέβαια μετά ότι περπατούσατε κιόλας, σε μια επιστροφή. Αλλά αυτές οι μετακινήσεις πώς γίνονταν; Εννοώ-
Με τα πόδια! Με τα πόδια. Μόνιμα αποφασίζαμε. Δεν υπήρχε τίποτα. Λέγαμε: «Θα πάμε να παίξουμε στο Πάνορμο. Θα πάμε να παίξουμε στο Μπαλί. Θα πάμε να παίξουμε στον Αχλαδέ». Κι εκεί ήταν 7-8 παιδιά, 10- δεν ήτανε παραπάνω εκείνη την εποχή. Απλώς για εμάς ήτανε εκείνη την εποχή- θα έλεγα- η διέξοδος. Γιατί ήμαστε πολύ ζωηροί, ενεργοί. Θέλαμε όλη μέρα να παίζουμε. Όλη μέρα. Δηλαδή, ήμαστε στα χωράφια, κουρασμένοι [00:35:00]ή έτσι, αλλά το παιχνίδι είναι παιχνίδι. Ένα περιστατικό που ξέχασα να σας πω. Παίζαμε, θυμάμαι, κρυφτό- στο Πέραμα, τώρα, αυτό- κι εγώ έχω κρυφτεί σε μια οικοδομή απάνω κι επειδή θέλω γρήγορα να κατέβω, για να πάω να πω: «Φτου, ξελευθερία!» πηδάω από τον πρώτο όροφο. Από κάτω είχε άμμο. Λέω: «Εντάξει, μπορώ να πηδήξω». Αλλά κάτω από την άμμο, είχε ασβέστη. Κι όταν πήδησα, μπήκα μέχρι τη μέση και δε μπορούσα να βγω. Και ήρθαν τα παιδιά και με βγάλανε απάνω. Φαντάσου, δηλαδή, τι…
Και πάνω στο πλαίσιο του παιχνιδιού, ήθελα να ρωτήσω στη συνέχεια. Εσείς μετακομίσατε οικογενειακώς από το Πέραμα, ένα χωριό της Κρήτης, στην πρωτεύουσα κατευθείαν και μέσα στην πόλη κιόλας.
Ναι, για αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής.
Και ήθελα να ρωτήσω, στο παιχνίδι όμως, δηλαδή, το παιχνίδι στην ύπαιθρο- που αναφερθήκατε και με 1-2 παραδείγματα, τι διαφορές είχε με τις- φαντάζομαι- αλάνες των γειτονιών της Αθήνας; Εσείς το θυμάστε; Εννοώ…
Ναι. Η Αθήνα ήταν τότε, βέβαια, όλο αλάνες και παίζαν τα παιδιά. Γιατί όπου ήταν οικόπεδο, παίζανε. Σε εμάς, η διαφορά ποια ήτανε; Ότι εμείς τότε στο Πέραμα, για να παίξουμε ποδόσφαιρο, έπρεπε να πάρουμε ένα χωράφι, να βγάλουμε όλες τις πέτρες και ο ιδιοκτήτης μας το έδινε, επίτηδες, γιατί έβαζε την σταφίδα μετά. Λέει: «Αδειάστε τις πέτρες εσείς» εμείς παλεύαμε 10 παιδιά, μια βδομάδα, δυο βδομάδες, να βγάλουμε όλες τις πέτρες και το παίζαμε. Μετά το έκανε ο ιδιοκτήτης «απλωτό» που λένε, για τη σταφίδα του. Η διαφορά στην Αθήνα ήταν ότι υπήρχαν πολλές συνοικίες, που είχανε τόσα πολλά οικόπεδα, που όπου και να πήγαινες, έβλεπες ποδόσφαιρο, ποδόσφαιρο, ποδόσφαιρο, ποδόσφαιρο. Κατάλαβες; Αυτή είναι η διαφορά.
Επίσης, από τον «Φοίβο» και το τοπικό, βρεθήκατε μετά στο «Αιγάλεω» και Α’ Εθνική, όπως είπατε. Και παράλληλα, αναφερθήκατε στο «ξηρό» γήπεδο. Η μετάβαση πότε έγινε; Εσείς, πότε παίξατε πρώτη φορά σε χορτάρι;
Κοίτα, στο «Αιγάλεω» ήταν ξηρό. Πήγα στο «Αιγάλεω» ‘63, γύρω στο ‘71-’72, περίπου, άρχισαν να κάνουν χορτάρι. Κάνανε υποχρεωτική, οι ομάδες της Α΄ Εθνικής, να κάνουνε χορτάρι. Τότε υπήρχε ένα κενό, ναι, έναν χρόνο… Δηλαδή, τα δυο χρόνια ήταν ορισμένα ξερά, ορισμένα χορτάρι. Και μετά είπανε όλοι χορτάρι. Εκεί ήτανε και οι συνθήκες που αλλάξανε.
Ωραία, στη συνέχεια ήθελα να ρωτήσω, αν θέλετε να μας πείτε λίγα παραπάνω πράγματα για το πέρασμα στην προπονητική. Εννοώ πώς το βιώσατε εσείς από εκεί που ήσασταν… φτάσατε, είπατε, ένα όριο που νιώσατε ότι πρέπει να σταματήσετε και μετά περάσατε στην προπονητική. Αυτό, πώς ήταν το αίσθημα του να παίζεις μέσα στο γήπεδο και του να κατευθύνεις μια ομάδα;
Υπάρχει τεράστια διαφορά. Από το παίκτης και προπονητής, ο προπονητής πρέπει, εκτός την προπόνηση που πρέπει να δομήσει και να γυμνάσει, σωματικά, αλλά και τακτικά στο θέμα της προπόνησης, οφείλει να είναι ψυχολόγος. Έχει να κάνει με 25-30 άτομα, τα οποία είναι διαφορετικής ψυχοσύνθεσης, διαφορετικής νοοτροπίας, διαφορετικής κουλτούρας. Που κάποια στιγμή, όλα αυτά πρέπει να τα ενώσεις. Η ομάδα είναι μια ομάδα ανθρώπων που πρέπει να σκέφτεται όλη το ίδιο πράγμα. Αν λέμε τώρα «επιθετικά» επιθετικά πρέπει να σκέφτονται όλοι. «Αμυντικά»; Αμυντικά πρέπει να σκέφτονται όλοι. Δηλαδή, δεν υπάρχουν… Όταν δε μπορείς να ενώσεις αυτά τα κομμάτια και υπάρχουν άνθρωποι ή παιδιά, τα οποία δεν μπορούν να ενταχθούν. Υπάρχουν παιδιά που δε μπορούν να ενταχθούν σε σύνολο. Θέλουν το «εγώ». Το «εγώ» δεν υπάρχει στο ποδόσφαιρο. Είναι σαν μια κοινωνία που κάποια στιγμή πρέπει να ενταχθείς για να παράγει κάποιο έργο. Για να παραχθεί έργο στην ομάδα, η οποία πρέπει να βγάλει την ευκαιρία ή το γκολ, πρέπει να δουλέψει όλη η… από τον τερματοφύλακα, μέχρι τον επιθετικό. Κι εκεί τώρα, ο προπονητής έγκειται να ενώσει όλα τα κομμάτια αυτά, και στο θέμα της εκγύμνασης και στο θέμα της τακτικής και στο θέμα ποιος αντίπαλος παίζει. Υπάρχουν πράγματα, τα οποία κάποια στιγμή, προπονητικά μια ομάδα μπορεί να είναι ψηλή και να έχει το πλεονέκτημα, η άλλη ομάδα μπορεί να είναι κοντή ή η ομάδα να παίζει άμεσο παιχνίδι στο μπουμ-μπαμ ή άλλοι να παίζουν… Δηλαδή, υπάρχουν πάρα πολλές παράμετροι που μπορείς να αξιολογήσεις, για να μπορείς να είσαι πιο έτοιμος. Εγώ το θεωρώ το κάθε παιχνίδι είναι μια μάχη, η οποία δίδεται και σε χώρους, οι οποίοι μπορεί να είναι [00:40:00]κέντρο, επίθεση, άμυνα, και ο καθένας συμμετέχει. Η αλληλοκάλυψη και η συνοχή είναι αυτή που φέρνει ένα αποτέλεσμα. Και νομίζω ότι αυτό είναι ο προπονητής που πρέπει να το κάνει. Άλλα όταν οι συνθήκες είναι- αυτό που σας είπα προηγουμένως- είσαι μόνος σου, χωρίς γυμναστή, χωρίς ανθρώπους οι οποίοι μπορούν να σε βοηθήσουν σε όλο, να παραχθεί αυτό το έργο, εκεί σε κουράζει αφάνταστα.
Ωραία, ήθελα να σας ρωτήσω μια αρκετά πιο γενική ερώτηση. Αν υπάρχουν κάποια σημεία, κάποιες στιγμές συγκεκριμένες στη μέχρι τώρα καριέρα σας στον χώρο του ποδοσφαίρου, που μπορείτε να τις ξεχωρίσετε; Δηλαδή, να πείτε ότι αυτές ήταν οι πιο σημαντικές. Σαν σημεία σταθμοί, ας πούμε.
Ναι. Νομίζω οι σημαντικές στιγμές είναι η μεταγραφή στον Ολυμπιακό, σίγουρα για μένα ήτανε ορόσημο, όπως και η πρόσκλησή μου στην Εθνική Ομάδα, για εμένα ένιωσα υπερήφανος, ένιωσα ότι οι κόποι μου ανταμείφτηκαν. Νομίζω ότι αυτά τα δυο πράγματα είναι σημαντικά, στο κομμάτι τουλάχιστον της ψυχικής-αν θέλεις- ικανοποίησης.
Ωραία. Και εκτός ποδοσφαίρου ήθελα να σας κάνω ακόμα δύο ερωτήσεις. Σε σχέση με την περίοδο του ’67 με ’73, την περίοδο της δικτατορίας. Εσείς τότε παίζατε στο «Αιγάλεω» μένατε στην Αθήνα. Θυμάστε καθόλου την κοινωνική κατάσταση; Έχετε κάπως μνήμες για το πώς ήταν τα πράγματα εκείνη την περίοδο;
Για τον κόσμο, γενικά; Κοίτα, ήταν δύσκολα. Θα σου πω περιστατικά. Εγώ και τα αδέρφια μου και οι γονείς μου, όλοι δουλεύαμε και δεν είχαμε ούτε σπίτι, ούτε τίποτα. Αξέχαστα, στον Άγιο Ιερόθεο που μέναμε, θυμάμαι ότι απέναντί μου έμενε ο Γιάννης ο Πουλόπουλος. Ο Γιάννης ο Πουλόπουλος λοιπόν, ξεκινάγαμε γύρω στις 6 η ώρα το πρωί, γιατί ήταν κι αυτός μπογιατζής, πιτσιρικάς όπως κι εγώ κάποια στιγμή, έχω κάνει όλα τα επαγγέλματα. Ξεκινάγαμε 6 η ώρα, αλλά το λεωφορείο πέρναγε κάθε 1-1,5 ώρα, για να πας στην δουλειά. Εγώ θυμάμαι, πήγαινα στο Παγκράτι, να δουλέψω σε μια πολυκατοικία. Ο Γιάννης το ίδιο. Κάποια στιγμή, πήγαινε κάπου, σε κάποιο άλλο εργοτάξιο. Η μεταφορά του κόσμου, ήταν- θα έλεγα- πηγαίναμε αργά και βλέπαμε… το βασικότερο κομμάτι στο ταξίδι δεν είναι ο προορισμός, είναι η διαδρομή, η οποία την απολαμβάνεις. Μπορεί να είναι η θάλασσα, μπορεί να είναι το δάσος, μπορεί να είναι η πόλη. Όταν πας πολύ γρήγορα…Δηλαδή, το σημερινό με το χθεσινό, νομίζω μπορεί να ήταν δύσκολο, από πλευράς επιβίωσης, ανάγκες… δεν είχαμε πολλά. Σήμερα όμως, έχουμε πολλά, δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε περισσότερα και νομίζω δεν έχει αξία, πολλές φορές, διότι ο προορισμός είναι πάντα ο ίδιος. Το ταξίδι όταν πάει αργά, είναι αυτό που λέμε: «Το απόλαυσα και είδα και καλά και κακά». Κι εκεί νομίζω υπάρχει μια… Η εξέλιξη και η ανάπτυξη είναι πολύ σημαντική για τον κόσμο. Όμως έχουμε μπει σε έναν συναγωνισμό και ανταγωνισμό, που πάμε ποιος θα τρέξει πιο γρήγορα και σαν άτομο και σαν σύνολο. Και αυτό πολλές φορές οδηγεί σε αδιέξοδα, αδιέξοδο σκέψης, αδιέξοδο συμπεριφοράς, που πολλές φορές, βλέπουμε ανθρώπους που η πίεση των πραγμάτων που δε μπορεί να αποδεχθεί… Ο κάθε εγκέφαλος είναι ένα κομμάτι, που πολλές φορές, του βάζεις παραπάνω από αυτά που χωράει. Όπως υπάρχει ένας υπολογιστής. Όταν του βάλεις παραπάνω αυτό, δεν μπορεί. Στη σημερινή εποχή, έχουμε πάρα πολύ φορτώσει και τη νεολαία. Νομίζω ότι είναι πολύ πιο αξιόλογα πράγματα, κάποια που μπορεί να είναι χρήσιμα, γιατί, είμαι της άποψης, το να είσαι ευτυχισμένος είναι πρώτα να είσαι χρήσιμος στη ζωή. Το αν είσαι χρήσιμος, νιώθεις και ευτυχισμένος. Δηλαδή κάποια στιγμή, μια μικρή πράξη, νιώθεις μέσα σου ότι πράγματι ικανοποιείσαι. Το να αφήσεις κάποιον να περάσει που έχει πρόβλημα ή βιάζεται ή έχει ένα παιδάκι, δεν είναι τόσο σημαντικό το να πας ένα δευτερόλεπτο πιο μπροστά. Και βλέπουμε ότι μπορεί να γίνει ένα έγκλημα, γιατί ποιος θα περάσει πρώτος. Αυτό είναι πράγματι ένα φαινόμενο, το οποίο [00:45:00]εγώ τουλάχιστον, το αντιλαμβάνομαι- που κινιέμαι- ότι ο κόσμος δε μπορεί να δεχθεί, να περιμένει. Όλο βιάζεται. Αυτό είναι ένα σημαντικό κομμάτι. Δηλαδή, το χθες- όπως είπατε πολύ καλά- το πώς ζούσαμε εμείς- ανέμελα… Εγώ θυμάμαι τώρα… Θα αναφερθώ... Πηγαίναμε, όταν πρωτοπήγαμε στην Αθήνα, στον Νέο Κόσμο, πηγαίναμε στις λαϊκές, εγώ και δυο φίλοι μου άλλοι, και ξεφορτώναμε τριαξονικά με καρπούζια. Τα πετάγαν από πάνω και τα πιάναμε και τα ξεφορτώναμε. Και μας έδινε τότε, αυτός που έκανε την λαϊκή, ένα τάλιρο. 2,5 δραχμές ήταν το σινεμά και άντε 1,5 δραχμή ήταν το σάμαλι. Ήμαστε ευτυχισμένοι. Ήμαστε ευτυχισμένοι! Και δουλεύαμε 5-6 ώρες, να ξεφορτώσουμε αυτό το… Πετάγαμε τα καρπούζια, κάποια στιγμή, ήταν πιο βαριά από εμάς. Πιάναμε αυτά, τα βάζαμε, τα στοιβάζαμε… Και ήτανε πραγματικά, εκείνη την εποχή έπρεπε να επιβιώσεις και το δεχόσουνα. Τώρα, δεν θέλει ούτε ο νέος ούτε ο άνθρωπος να δεχθεί ότι αυτό το κομμάτι πρέπει να δώσεις κάποια προσοχή, κάποια δύναμη για να το αποκτήσεις. Θέλουμε να το αποκτήσουμε γρήγορα, με όποιον άλλο τρόπο. Αυτή είναι η διαφορά μας. Καταλάβατε; Αλλά νομίζω ότι ολοκληρωνόμαστε μέσα από αυτή την διαδρομή με όλες τις καταστάσεις. Και θέλουμε, πολλές φορές, να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω. Αλλά δεν γυρνάει. Αυτό είναι το σημαντικό. Πολλοί λέμε: «Αν ήμουνα και αν..» Το «εάν» δεν υπάρχει. Εγώ έχω πει ότι το πεζοδρόμιο είναι μεγάλο πανεπιστήμιο, αλλά έχει και υπονόμους. Αν πέσεις στον υπόνομο, δε μπορείς να βγεις ποτέ απάνω. Αυτό είναι γεγονός. Και πραγματικά, εγώ έζησα και το πεζοδρόμιο, αλλά βγήκα αλώβητος. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Άλλο!
Στη συνέχεια, θέλω να ρωτήσω για την περίοδο στο Ηράκλειο, το ’78 με ’81 που ήσασταν. Πώς θυμάστε την πόλη εκείνη την περίοδο και πώς την βλέπετε, επειδή πλέον ζείτε αρκετά χρόνια…
Αλλαγμένη, τελείως. Η πόλη, όταν εγώ ήρθα στο Ηράκλειο, που έμενα στον Αϊ Γιάννη, ο Αϊ Γιάννης ήτανε, τότε, αμπέλια, άντε δυο σπίτια παλιά, τα οποία τα ‘χανε αυτοί οι οποίοι ήτανε παλιά και τα είχανε, το «εξοχικό» τους, ας πούμε. Σήμερα, ο Αϊ Γιάννης έχει χτιστεί όλος, γύρω έχει ανοιχτεί. Γενικά η εικόνα, η παραλιακή έχει αλλάξει. Θα ‘λεγα ότι έχει ανάπτυξη, έχει αλλάξει. Αν και το Ηράκλειο πάσχει από πολεοδομικής κατάστασης. Δηλαδή, δε μπορεί να αλλάξει πολλά πράγματα, λόγω του ότι είναι χτισμένο άναρχα μέσα στην παλιά πόλη. Αν κι εκεί μπορούσαν να γίνουν παρεμβάσεις, διότι, εγώ είμαι της άποψης- επειδή έχω γυρίσει όλο το εξωτερικό κι έχω πάει παντού- ότι η εικόνα από το λιμάνι, όταν βγαίνεις πρέπει να είναι καλή όπως και όταν φεύγεις. Και η εικόνα από το αεροδρόμιο, πρέπει να είναι εξίσου καλή. Γιατί είναι η τελευταία εντύπωση και στον τουρίστα, αλλά και σε οποιονδήποτε επισκέπτεται την πόλη. Αυτά τα δύο σημαντικά πράγματα. Αλλά γενικά, έχει αλλάξει τρομερά, διότι, το Ηράκλειο- ας μην ξεχνάμε- είναι μια πόλη, η οποία αναπτύσσεται, έχει απ’ όλα κι έχει και ένα επίπεδο καλής ζωής. Γιατί μπορείς άπλετα να φύγεις, να πας 10-20 λεπτά να κάνεις το μπάνιο σου ή να πας σε ένα χωριό ή να κάνεις μια εκδρομή. Έχει εναλλακτικές λύσεις. Νομίζω ότι απλώς, ο σχεδιασμός της εξέλιξης πρέπει να είναι πιο προσεκτικός, με πάρκα, με πλατείες, με οποιαδήποτε αν θα ‘λεγα… διότι αυτό είναι, δε μπορούμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω. Ξεκινάμε, κάνουμε μια τσιμεντούπολη και μετά ανακαλύπτουμε ότι όλο αυτό έχει δημιουργήσει πρόβλημα και ρύπανσης και πρόβλημα πρόσβασης και πρόβλημα… Δηλαδή, πρέπει σε αυτό το κομμάτι οι υπεύθυνοι να το έχουνε κατά νου, διότι η Κρήτη, γενικά, νομίζω ότι έχει μεγάλες δυνατότητες σε όλα τα κομμάτια, γιατί παράγει απ’ όλα, έχει τον τουρισμό, έχει ανθρώπους οι οποίοι είναι έξυπνοι και δραστήριοι, αναπτύσσονται σε όλα τα επίπεδα. Θα ‘λεγα ότι μπορεί, κάποια στιγμή, να πάει πολύ πιο ψηλά.
Δεν ξέρω αν θέλετε να προσθέσετε κάτι άλλο.
[00:50:00]Όχι, πες μου εσύ ό,τι θέλεις. Εγώ είμαι ανοιχτός. Στα είπα… Κοίτα, η ζωή μου είναι τόσο πολύ γεμάτη, που αν μπαίναμε σε λεπτομέρειες, θα θέλαμε ώρες ατέλειωτες. Μπήκα έτσι σε κομβικά σημεία ανά ενότητα, για να μπορείς να βγάλεις ένα γενικό συμπέρασμα. Εσύ θα τα ενώσεις τώρα και κάποια στιγμή κόβεις, πιάνεις… Να βγει ένα νόημα. Βασικότερο είναι αυτό που πρέπει να περάσουμε στον κόσμο, αλλά και σε όλους που θα το ακούσουν, ότι αυτό πρέπει να το λαμβάνουμε υπόψιν μας. Ότι όλη η κατάσταση δεν είναι ο προορισμός, είναι το ταξίδι. Αυτό είναι.
Ωραία, ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο σας. Μπορούμε να επανέλθουμε.
Τίποτα, εγώ ευχαριστώ.
Περίληψη
Ο Λευτέρης Πουπάκης περιγράφει την πορεία του στον αθλητισμό, από τα χωράφια του Περάματος, μέχρι την καταξίωση ως διεθνής τερματοφύλακας. Μέσα από την αφήγησή του μαθαίνουμε λεπτομέρειες για την ποδοσφαιρική του καριέρα αλλά και τις σκέψεις του για τη μεταπήδησή του στην προπονητική. Ταυτόχρονα, ο αφηγητής περιγράφει τα παιδικά του χρόνια τόσο στην κρητική ύπαιθρο όσο και στην Αθήνα.
Αφηγητές/τριες
Ελευθέριος Πουπάκης
Ερευνητές/τριες
Ανδρέας Καλοκαιρινός
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
12/09/2021
Διάρκεια
51'
Σημειώσεις Συνέντευξης
Σάμαλι = σιροπιαστό γλυκό
Περίληψη
Ο Λευτέρης Πουπάκης περιγράφει την πορεία του στον αθλητισμό, από τα χωράφια του Περάματος, μέχρι την καταξίωση ως διεθνής τερματοφύλακας. Μέσα από την αφήγησή του μαθαίνουμε λεπτομέρειες για την ποδοσφαιρική του καριέρα αλλά και τις σκέψεις του για τη μεταπήδησή του στην προπονητική. Ταυτόχρονα, ο αφηγητής περιγράφει τα παιδικά του χρόνια τόσο στην κρητική ύπαιθρο όσο και στην Αθήνα.
Αφηγητές/τριες
Ελευθέριος Πουπάκης
Ερευνητές/τριες
Ανδρέας Καλοκαιρινός
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
12/09/2021
Διάρκεια
51'
Σημειώσεις Συνέντευξης
Σάμαλι = σιροπιαστό γλυκό