© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Επιβιώνοντας την Κατοχή στο Θεοδωράκι Πέλλας
Κωδικός Ιστορίας
9960
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Μαρία Ταξίτη (Μ.Τ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
18/10/2020
Ερευνητής/τρια
Βασιλική Μούλη (Β.Μ.)
[00:00:00]Γεια σας, θα μας πείτε το όνομά σας;
Ταξίτη Μαρία.
Είναι Κυριακή 18 Οκτωβρίου, είμαι με την Μαρία Ταξίτη στο Θεοδωράκι Πέλλας. Εγώ ονομάζομαι Μούλη Βασιλική και είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Κυρία Μαρία μπορείτε να μας πείτε πού γεννηθήκατε;
Πού γεννήθηκα; Στο σπίτι.
Σε ποιο χωριό;
Σ΄αυτό.
Ποιο είναι αυτό το χωριό; Πως το λένε;
Θεοδωράκι.
Πότε περίπου γεννηθήκατε;
Το ’27.
Θέλετε λίγο να μας περιγράψετε τα παιδικά σας χρόνια;
Τα παιδικά μου χρόνια, εγώ Βασούλα, παιδικά χρόνια δεν ξέρω, από 8 χρονών τον παππού τον αγάπησα, από 8. 8 χρονών ήμουν κι εγώ κι αυτός. Και ύστερα δεν άλλαξα, να πεις να αλλάξω, άλλον ν’ αγαπήσω. Αυτόν. Ύστερα τι άλλα; Φτωχικά, φτωχικά. Δεν είχαμε πλούτη, ο παππούς σου δεν έπαιρνε λεφτά, 200 δραχμές, ο παππούς ο starous (ο γέρος, λέξη που χρησιμοποιείται όταν αναφέρονται στον προπάππου). Ύστερα τι άλλο να σου πώ; Τι Βασούλα άλλο;
Αδέρφια είχατε;
Ε;
Αδέρφια, αδέρφια;
Αδέρφια; Τον παππού Μήτσο.
Και ποιους άλλους; Είχατε κι άλλα αδέρφια;
Τη θεία Βασιλική και την θεία Ελένη. Τρία είμαστε.
Οι γονείς σας τι δουλειά κάνανε;
Τι δουλειά; Μετ (όπως στην ελληνική χρησιμοποιούμε το «Ε να») σιτάρι, κριθάρι, τέτοια σπέρνανε, τέτοια κάνανε. Τι δουλειά θα κάνεις; Σου λέω φτωχικά, πολύ φτωχικά.
Είπατε ότι τον άντρα σας τον ερωτευτήκατε από 8 χρονών~
8 χρονών.
Και μετά πότε παντρευτήκατε;
Πότε παντρευτήκαμε; Τι να σου πώ τώρα; 6 χρόνια αρραβωνιασμένοι ήμασταν, 6 χρόνια. Αλλά όχι τότε που ήμουνα μικρή, όταν μεγάλωσα. Μεγάλωσα, σχολείο πήγαινα. Αλλά τα γράμματα δεν τα αγαπούσα. Δεν τα αγαπούσα τα γράμματα, μόνο τον άντρα μου, άλλον άντρα δεν αγάπησα, ούτε μ’ άλλον άντρα πήγα, ούτε αγάπησα, ούτε μάλωσα μ’ αυτόνα. Τώρα άλλο τι να σου πώ;
Εσύ θυμάσαι πόσο χρονών ήσουν όταν παντρεύτηκες;
Εγώ ήμουν 25. 25 νομίζω χρονών. Κοίταξε να δεις από 8 μέχρι 25. Άλλο;
Έχεις ζήσει εσύ πόλεμο;
Πώς δεν έχω; Κι ανταρτικό και Βουλγαρικό, τα είδα όλα, αφού είμαι γριά.
Για πες μου λίγο για τον πόλεμο, πώς ήταν εδώ πέρα στο χωριό;
Πώς ήτανε; Ήτανε αντάρτες, παίρνανε τα παιδιά απ’ το χωριό, τα βρίσκαν τα παιδιά και τα παίρνανε αντάρτες να πάνε. Ψωμί δεν είχανε, ζυμώναμε εμείς και του δίναμε ψωμί. Ύστερα, έγινε πάλι ανταρτικό ήτανε, στην Κωνσταντία χτύπησαν και άναψαν το χωριό, και σκότωσαν δύο κορίτσια. Έτσι θυμάμαι, έτσι θυμάμαι. Τι άλλο να σου πώ;
Εσείς είχατε κάποιον στον πόλεμο; Ήτανε κάποιος που πολεμούσε;
Εμείς δεν είχαμε.
Απ’ την οικογένεια.
Δεν είχαμε. Ο παππούς σου ο Μήτσος ήταν μικρός, δεν είχαμε. Ύστερα την θεία Βασιλική, κι αυτή αγάπησε από μικρή τον θείο Μήτσο.
Ο μπαμπάς σας τι δουλειά έκανε;
Ο μπαμπάς μου; Γραμματέας ήταν.
Ήταν γραμματέας του χωριού, πόσα χρόνια;
Πολλά χρόνια, πολλά χρόνια ήτανε. Πρώτα ήτανε αγροφύλακας, μετά έγινε γραμματέας. Πολλά χρόνια ήτανε, όταν γέρασε τότε παράτησε. Εγώ όταν παντρεύτηκα δεν είχαμε λεφτά, έτσι παντρεύτηκα φτωχικά. Προίκα δεν είχα τόσο γιατί δεν είχαμε λεφτά για, 200 δραχμές έπαιρνε ο παππούς. Μετά, όταν γέρασαν αυτοί, η γιαγιά έπεσε. Έπεσε η γιαγιά, εγώ 5 χρόνια πεσμένη ήτανε και την άλλαζα, με πάνες. Αυτή πέθανε στα 91 χρόνια, ο παππούς πέθανε στα 93. Άλλο τι να σου πώ;
Όταν ήταν εδώ ο πόλεμος στο χωριό.
Ναι.
Το αντάρτικο που λες.
Ναι, ναι.
Εσύ δεν είχες κάποια εμπειρία, κάτι δεν σου έκαναν εσένα; Δεν φοβόσασταν εδώ πέρα; Δεν γινόταν πόλεμος εδώ στο χωριό ή μόνο στο βουνό;
Εμένα στο χωριό με πήρανε, σε μια αχυρώνα στηn baba Toudouora (= Γιαγιά Θεοδώρα) εκεί για να με βάλουνε αυτό, πρόεδρο, να κοιτάζω τα ανταρτικά και τα τραγούδια.
Τα τραγούδια;
Τα τραγούδια. Πολύ τραγουδούσα. Ύστερα τι;
Θέλεις να μας πεις κάποιο τραγούδι που τραγουδούσες;
Ποιος;
Εσύ.
Ωχο... Πολλά.
Πες ένα, όποιο θες. Μπορείς; Θυμάσαι;
Θυμάμαι... Ποιο να θυμάμαι; Το ανταρτικό; Μωρέ Βασούλα γέρασα δεν τα θυμάμαι όλα.
Δεν πειράζει σκέψου λίγο και θα θυμηθείς μετά, θα σε ρωτήσω κάτι άλλο τώρα. Εδώ από το χωριό σας είχανε πάει σε ένα άλλο χωριό, στον Εξαπλάτανο.
Ναι.
Πώς σας πήρανε; Πώς φύγατε απ’ εδώ με ποιον τρόπο;
Με ποιόν τρόπο; Με τα πόδια, και μας πήρανε για να μην μας πάρουν οι αντάρτες και πήγαμε στον Εξαπλάτανο, καθίσαμε σε σπίτια, ειδών- ειδών σπίτια και πολύ καλά περάσαμε, στον Εξαπλάτανο, 3 χρόνια καθίσαμε.
Θυμάσαι πότε σας πήρανε;
Mouor mi (δηλώνει απορία μτφρ. «Tι να σου πώ») θυμάμαι; Αρραβωνιασμένη ήμουνα.
Αν δεν θυμάσαι δεν πειράζει .
Θυμάμαι; Δεν θυμάμαι.
Πότε γυρίσατε θυμάσαι;[00:10:00]
Πότε γυρίσαμε; Mi ξέρω. 3 χρόνια καθίσαμε.
Εντάξει δεν πειράζει άμα δεν θυμάσαι. Ποιος σας πήρε απ’ εδώ πέρα; Ποιος έδωσε την εντολή να φύγετε;
Ποιος μας έδωσε την εντολή;
Για να πάτε στον Εξαπλάτανο.
Ο στρατός.
Κι όταν πηγαίνατε με τα πόδια ήταν και ο στρατός μαζί σας;
Όχι. Στον ώμο το μπαούλο, τα ζώα έτσι με τα πόδια πήγαμε εκεί, μας τάιζαν, μας έδιναν οι Αμερικάνοι πολύ φαγητά. Κουτιά, κονσέρβες, ζάχαρη, απ’ όλα από ‘κείνα μας έδιναν. Πολύ καλά περάσαμε στον Εξαπλάτανο.
Εσύ ζούσες σε σπίτι;
Σε σπίτι, όλοι σε σπίτια, ο καθένας σπίτι νοίκιαζε. Δεν το νοίκιαζε, έτσι... το κράτος.
Σε σπίτι όμως που είχε άλλους ανθρώπους; Από τον Εξαπλάτανο ζούσανε κι άλλοι μέσα.
Είχε, είχε. Εμείς ήμασταν 3 οικογένειες, στην Αφροδίτη η γιαγιά, στον Στέφο η μαμά κι εμείς. Ύστερα, οι αντάρτες χτυπούσανε κάνανε πόλεμο, ερχόταν την νύχτα, όποιο έβρισκαν παιδί το έπαιρναν μαζί του. Εμείς κοιμόμαστε στο σχολείο, όλοι μαζί, όλοι μαζί, μαζεμένοι, όλο το χωρίο μαζεμένο στο σχολείο μέσα.
Πριν πάτε στον Εξαπλάτανο;
Όταν πήγαμε εκεί, εκεί. Εκεί κοιμόμαστε.
Πριν σας βάλουν σε σπίτια δηλαδή, πρώτα πήγατε και μένατε στο σχολείο;
Όχι πρώτα, σε σπίτια πρώτα. Μετά οι αντάρτες άρχισαν να κάνουν πόλεμο, να έρχονται να χτυπάνε, μαγαζιά να καίνε, να κλέβουν. Το τι δεν έκαναν... Οι αντάρτες.
Εσύ, πριν φύγετε για τον Εξαπλάτανο μου είπες ότι βοηθούσες τους αντάρτες; Με ποιον τρόπο; Έκανες τραγούδια; Τι είπες; Για πες το πάλι λίγο.
Τραγούδια... Δυο φορές ήταν αντάρτικο...
Ναι.
Όχι ένα, δυο φορές. Το πρώτο δεν μας πείραζαν. Μαζί τραγουδούσαμε, χορεσπερίδες κάναμε, καλά ήτανε, το δεύτερο ήταν κακό. Το δεύτερο ανταρτικό. Και δεν είχαν ούτε ψωμί, δεν είχαν ούτε τίποτες. Ζυμώναμε εμείς, για να τους δίνουμε ψωμί. Άλλο τι να σου πώ Βασιλική;
Εσείς εδώ στο χωριό τους βοηθούσατε δηλαδή τους αντάρτες που ήταν επάνω στο βουνό;
Τους βοηθούσαμε στο πρώτο ανταρτικό, στο δεύτερο όχι.
Όταν ήταν με τους Γερμανούς ο πόλεμος λες;
Ναι. Οι Γερμανοί ήρθαν εδώ, μας πήραν στην πλατεία, μας λένε: «Όποιος έχει όπλο, όποιος έχει μαχαίρι, τέτοια πράγματα να τα φέρει εδώ». Κι ό,τι είχαμε τα πήγαμε, για να μας διώξουν αλλιώς δεν μας διώχνανε. Ύστερα έναν απ' το χωριό, ο παππούς σου, με άλλον παππού, με τον πρόεδρο, φύγανε, δεν ήταν εδώ, φύγανε, πήγανε στα χωράφια μακριά, πήγανε, δεν κάθισαν στο χωριό, γιατί θα τους σκότωναν.
Επειδή ήταν γραμματέας;
Ναι. Φύγανε εκεί και ένας από το χωριό να πούμε τον βάλανε πρόεδρο, γιατί ο πρόεδρος έφυγε. Ψεύτικος πρόεδρος βάλανε. Τι τον κάναν Βασούλα; Τον κομμάτιασαν, τον σκότωσαν από ξύλο, ξύλο! Ύστερα ο άντρας μου- δεν ήμουν εγώ αρραβωνιασμένη- ο άντρας μου είχε πρηστεί τα πόδια του. Από τι τα είχε πρηστεί; Γιατί πήγαινε πάνω στο βουνό στο ανταρτικό, να πάει ψωμί, να πάει ό,τι έχει. Πολύ δύσκολα. Το Γερμανικό πολύ δύσκολο ήταν. Πολύ τραβήξαμε απ’ τους Γερμανούς. Οι Γερμανοί καλοί ήτανε, οι μαύροι ήτανε κακοί.
Ποιοι μαύροι;
Μαύροι είχε ανθρώπους, μαύρους τους λέγαμε.
Μήπως ήταν Ιταλοί ή Βούλγαροι;
Βούλγαροι είχε με τους Γερμανούς, είχε. Και ένας απ’ το χωριό μας είχε στους Γερμανούς, αλλά εκείνος τον πιάσανε μ' ένα σημείωμα, το σημείωμα να το πάει στο ανταρτικό.
Ενώ ήτανε με τους Γερμανούς;
Ναι, ναι στο χωριό μας ήτανε, στο χωριό μας. Τον πήρανε και τον είπανε: «Τον γνωρίζεις αυτόν; Τον γνωρίζεις αυτόν;» «Όχι, όχι κανέναν, δεν ξέρω» «Τα ανταρτικά τα ξέρεις;» «Δεν τα ξέρω δεν τα είδα» Πώς να πει; Μετά εκείνος έφυγε πήγε στη Βουλγαρία απ’ τον φόβο του, με τα παιδιά, τα πήρε, τα πήγε εκεί, όλα τα παιδιά του. Τι άλλο Βασούλα να σου πώ, τι ξέρω;
Εσείς τα τραγούδια τα ανταρτικά, όταν ήταν με τους Γερμανούς τέλος πάντων, με ποιόν τα έγραφες; Εσείς τα γράφατε ή τα μαθαίνατε;
Αυτοί μας τα έλεγαν, αυτοί μας τα έλεγαν. «Αυτό το τραγούδι να το τραγουδήσετε, αυτό το τραγούδι να το τραγουδήσετε», και κάθε βράδυ στο πρώτο, κάθε βράδυ στο καφενείο χορεσπερίδα, χορούς, τραγούδια. Τι τραβήξαμε, τι τραβήξαμε...
Τι χορεύατε;
Εντόπικα, σαν τα δικά μας. Ο άντρας μου ήταν, είχε κλαρίνο έπαιζε με το κλαρίνο. Τι να σου πω;
Μάζευαν απ’ εδώ μπουκάλια με βενζίνη, με πετρέλαιο και τα έβαζαν, εκείνο ήταν το ανταρτικό, τα έβαζαν στην Κωνσταντία τα χτυπούσαν, στα σπίτια για να τ' ανάψουν τα σπίτια, φόβος, φόβος.
Γιατί συγκεκριμένα στην Κωνσταντία; Είχε κάτι στην Κωνσταντία;
Όχι δεν είχε. Κοντά ήταν η Κωνσταντία, γι’ αυτό. Δεν είχαμε, άλ[00:20:00]λο τι να σου πώ; Ανεβήκαμε απ’ τον Εξαπλάτανο 3 χρόνια καθήσαμε, ανεβήκαμε,, δεν είχαμε ούτε ανταρτικό, ούτε τίποτες, ησυχία είχαμε.
Στον Εξαπλάτανο στρατός σας άφηνε να μιλάτε Ντόπικα;
Μας άφηναν; Δεν μας άφηναν, δεν μας άφηναν. Σε πολυβολεία μέσα κρυβόντουσαν, σκαμένα πολυβολεία μέσα, και μέσα εκεί κρυβόταν. Οι αντάρτες χτυπούσαν από έξω, αλλά δεν έκαναν, δεν σκότωσαν κανέναν. Το ανταρτικό το δεύτερο ήταν δύσκολο, το πρώτο δεν ήταν. Το πρώτο ήταν, είμαστε ενωμένοι. Mi άλλο δεν ξέρω Βασούλα, τι να σου πώ;
Εσύ σχολείο πότε πήγες;
Πότε πήγα; Mi τότε πήγα 8 χρονών ήμουνα,8 χρονών.
Εσύ μέχρι τότε ήξερες να μιλάς Ελληνικά;
Ήξερα, ήξερα από μικρά ξέραμε.
Από πού είχες μάθει;
Δασκάλους είχαμε, απ’ τους δασκάλους.
Στο σπίτι όμως τι γλώσσα μιλούσατε;
Στο σπίτι Εντόπικα.
Στο σχολείο πώς περνούσες;
Τα γράμματα δεν τα αγαπούσα! Καλά περνούσα, αλλά τα γράμματα δεν τα αγαπούσα. Ο άντρας μου πολύ τα αγαπούσε.
Οι δάσκαλοι σας μάλωναν για να μάθετε ελληνικά;
Μας μάθαιναν. Εντόπιοι δάσκαλοι ήτανε. Άλλο;
Μετά που επιστρέψατε απ’ τον Εξαπλάτανο.
Ε;
Μετά που γυρίσατε απ’ τον Εξαπλάτανο.
Τι; Δεν είχε ούτε ανταρτικό, δεν είχε ούτε Γερμανικό, ησυχία είχαμε.
Ναι, το χωριό ήτανε, πώς ήτανε;
Μερικά σπίτια χαλασμένα, μερικά δεν ήταν πειραγμένα, καλά ήτανε. Αλλά δύσκολα, φτωχικά.
Εσύ είχες κινδυνέψει ποτέ στο αντάρτικο;
Ε;
Είχες κινδυνέψει ποτέ στο αντάρτικο; Είχε γίνει κάτι, μήπως να σε σκοτώσουν ή κάτι;
Όχι δεν είχα δύσκολο. Μόνο που ήθελαν να με βάλουν επιμελήτρια, πώς το λένε, για να μαθαίνω τ' άλλα τα παιδιά, τα μικρά, τ' ανταρτικά να τραγουδάνε. Εγώ δεν ήθελα, του λέω: «Όχι δεν θέλω, δεν μπορώ». Στο ανταρτικό πολύ φόβος είχαμε.
Τι φοβόσουνα εσύ πιο πολύ;
Ε;
Τι φοβόσουν πιο πολύ;
Τι φοβόμουνα; Φοβόμουνα να μην με πάρουνε, οι αντάρτες να με πάρουν στο βουνό.
Στο βουνό οι αντάρτες ήτανε από το χωριό ή ήτανε κι από άλλα χωριά;
Ωχ ωχ ωχ... Δεν ήταν ούτε ένας, ούτε δύο, ούτε τρεις. Χίλια, απ’ το χωριό, δεκαριά είχε παιδιά, δεν είχε πάρα πολύ, ούτε κορίτσια είχε. Πολλοί αντάρτες ήταν, οι αντάρτες ήταν πολλοί.
Και στο πρώτο και στο δεύτερο;
Στο πρώτο, στο πρώτο ήταν πολλοί. Ύστερα στο δεύτερο όλο φασαρίες.
Ο μπαμπάς σου, που είχε κρυφτεί όταν είχαν έρθει εδώ οι Γερμανοί.
Ναι;
Πόσο καιρό έμεινε κρυμμένος; Πού κρυβόταν; Τι έκανε;
Στα χωράφια καθότανε με τον πρόεδρο.
Για πόσο καιρό;
Ejimi πόσο καιρό; Μια εβδομάδα, ώσπου να φύγουν οι Γερμανοί. Αλλά οι Γερμανοί ήταν πολύ καλοί. Να σου λέω μαύροι ήτανε, Τούρκοι ήταν; Τι ήταν, ήταν. Εκείνοι ήταν. Εγώ είχα, είχαμε ένα σκυλί, ένα μεγάλο σκυλί, γιατί ο μπαμπάς μου έφυγε, η μαμά μου μαζί μου, δυο γριές γυναίκες ήταν μαζί μας, και το έκλεισα εγώ το σκυλί να μην το σκοτώσουν, τόσο μου έκοβε, να μην το σκοτώσουν οι Γερμανοί. Κι εκείνο το σκυλί χτυπούσε στην πόρτα, άμα χτυπούσε, οι Γερμανοί το άκουσαν, οι μαύροι, οι Τούρκοι, τι ήτανε δεν ξέρω. Ύστερα με παίρνουν εμένα, εμένα με παίρνουν και με λένε: «Έλα να μου πεις πού είναι οι αντάρτες, πού είναι οι αντάρτες έλα να μου πεις». Του λέω εγώ: «Δεν ξέρω αντάρτες, δεν ξέρω δεν...». Άρχισαν να με χτυπάν εμένα, να με χτυπάνε κι εγώ έφυγα μ’ εκείνες τις γιαγιάδες, δυο γιαγιάδες. Πήγα στον Γερμανό τον υπουργό, τον πιο μεγάλο, λοχαγός ήταν δεν ξέρω, τον λέω: «Αυτό κι αυτό με κάνανε, με χτυπούσαν και με λένε θα σε σκοτώσουμε». «Τούς ξέρεις» λέει «ποιός είναι;» «Τους ξέρω» του λέω «ποιός είναι, τούς γνωρίζω» με παίρνει ο Γερμανός, με πάει εκεί στους Τούρκους που είναι μαύροι, τους πιάνει, τους δίνει ένα ξύλο, δεν ήθελε ο Γερμανός κακό να κάνει. «Πάνε» λέει «στο σπίτι σου, μην φοβάσαι, δεν σου κάνουν τίποτες, τους έδιωξα εγώ». Τράβηξα, τράβηξα κι εγώ, πολύ τράβηξα. Ήταν ένας δάσκαλος, παλιό-Ελλαδίτης, και είχε ένα, όχι όπλο, πώς το λένε εκείνο το άλλο, το μικρό;
Πιστόλι;
Ναι, το πιστόλι. Είχε εκείνος πιστόλι, τώρα τι να το κάνω εγώ το πιστόλι, ο δάσκαλος έφυγε μαζί με τον παππού. Τώρα τι να το κάνω πού να το κρύψω; Το παίρνω εκείνο το πιστόλι, το πάω στο άχυρο μέσα, το χώνω μέσα στο άχυρο, κι εκεί να μην το βρούνε. Φόβος, φόβο[00:30:00]ς... Πολύ τραβήξαμε, απ’ τους Γερμανούς πολύ τραβήξαμε, γιατί είχε ξένους μαζί τους, δεν ήταν μονό οι Γερμανοί. Οι Γερμανοί, Βασούλα, πηγαίναμε να γεμίσουμε νερό απ' την βρύση, ο Γερμανός θα έφευγε μακριά να μην μας πλησιάσει, τέτοιον τρόπο είχανε, θα γεμίζαμε νερό, μετά πάλι θα πηγαίνανε αυτοί εκεί. Πολύ, πολύ καλοί ήτανε. Οι Γερμανοί καλοί ήτανε, οι άλλοι οι μαύροι ήταν κακοί, και ξένοι είχε μέσα.
Βούλγαροι δεν είχαν έρθει εδώ στο χωριό, μαζί με τους Γερμανούς;
Είχε; Είχε, πώς δεν είχε. Να οι Βούλγαροι ήταν.
Εκείνοι τι σας έλεγαν; Επειδή μιλούσατε κι Εντόπικα και κάπως μπορούσατε να συνεννοηθείτε.
Mi ποιός τους μιλούσε; Φοβόσουνα να τους πλησιάσεις, πώς να τους μιλήσεις, εκείνοι όλο κακό ήθελαν να κάνουν. Δεν τα θυμάμαι όλα. Τώρα εσύ αυτά γιατί τα θέλεις;
Για να μείνουνε στην ιστορία γραμμένα. Όταν πήγατε στον Εξαπλάτανο...
Ναι.
Που ξεκινήσατε εδώ πέρα απ’ τον δρόμο, θέλεις λίγο να μου πεις την διαδρομή που κάνατε, πώς πήγατε; Τί μαζέψατε απ’ εδώ, τι πήρατε;
Ότι είχαμε στο σπίτι όλα τα πήραμε, όλα τα πήραμε, στα χέρια. Ούτε αυτοκίνητο, ούτε τρακτέρι, ούτε τίποτες. Έτσι εδώ κατά τα πηγάδια, από εδώ πήγαμε, όχι απ’ το δημόσιο. Τα πήραμε, τα πήραμε όλα τα πήραμε.
Πριν είπες ότι πήρατε και τα ζώα σας;
Και τα ζώα.
Σας είχαν πεί ότι θα ξαναγυρίσετε ή ότι δεν θα ξαναγυρίζατε ποτέ;
Ποιος ήξερε γιατί θα ξαναγυρίσουμε, γιατί το ανταρτικό θα τελειώσει; Αλλά τελείωσε και μας έδιωξαν.
Όταν πήγατε εκεί στον Εξαπλάτανο, σας περίμενε κανένας;
Met οι χωριανοί, όλοι οι χωριανοί.
Δεν σας περίμενε ο στρατός, κάποιος απ’ το κράτος;
Α o στρατός ήτανε, λοχαγοί ήτανε πολλοί. Ύστερα απ’ το χωριό μας όλοι πήρανε όπλα. Να πούμε ο άντρας μου, άλλοι άντροι, πολλοί άλλοι άνθρωποι γέροι, όλοι πήρανε όπλα, για να φυλάγονται απ’ τους αντάρτες.
Εκεί πέρα μετά ποιός σας είπε πού θα πάτε, τι θα κάνετε;
Όταν πήγαμε μας έπαιρναν, αυτή η οικογένεια θα πάει σ’ αυτό το σπίτι, αυτή οικογένεια θα πάει στο άλλο το σπίτι. Εμείς που καθόμασταν δεν είχε ξένοι, άδειο ήταν το σπίτι. Οι άλλοι που ήτανε, είχανε νοικοκυραίοι. Μαζί καθότανε.
Είχε έρθει κι ο μπαμπάς σου τότε είχε γυρίσει;
Πώς είχε γυρίσει. Γύρισε.
Και μετά εκεί που πήγατε, είπες πως σας δίνανε τρόφιμα, ποιός σας στα έδινε;
Οι Αμερικάνοι, μας έδιναν τόσα κουτιά λουκάνικα, ζάχαρη τσουβάλια, το τι δεν μας δίνανε; Απ’ τους Αμερικάνους.
Κι εκεί πώς περνούσατε; Δουλεύατε, κάνατε κάτι;
Ποιος, εμείς;
Ναι, στον Εξαπλάτανο.
Εκείνοι που δουλεύανε, δουλεύανε. Σπέρνανε καλαμπόκια, σπέρνανε φασόλια, σπέρνανε απ’ όλα. Εκείνοι που δουλεύανε, εμείς δεν δουλέψαμε, στο σπίτι εμείς καθόμαστε.
Δηλαδή ζούσατε μόνο μ’ αυτά που σας έδιναν οι Αμερικάνοι, την βοήθεια.
Ναι. Πολύ μας έδιναν, δεν ήταν λίγο. Πολύ μας έδιναν, αλεύρι.
Όσο ήσασταν στον Εξαπλάτανο, απαγορευόταν να γυρίσετε πίσω στο χωριό;
Α, όχι δεν ερχόμασταν κανένας, ποιός θα 'ρθεί;
Φοβόσασταν ή δεν σας άφηναν;
Δεν μας άφηναν. Και τα πρόβατα τα είχαν κατεβάσει κάτω όλα κάτω, όλα τα ζώα τα είχαν κατεβάσει. Μονάχα δυο γερούς είχε με αγελάδια, καθόταν εδώ.
Και μετά όταν γυρίσατε πίσω στο χωριό, συνέχισαν να σας βοηθάνε οι Αμερικάνοι ή το κράτος;
Μας βοηθήσαν, λίγο λίγο.
Μόνο με τρόφιμα ή και με λεφτά; Σας έδιναν και λεφτά;
Λεφτά όχι. Λεφτά δεν μας έδωσαν ποτέ. Ούτε λεφτά, ούτε ρούχα, ούτε τίποτες τέτοια πράγματα δεν μας έδιναν, μόνο τρόφιμα, ζάχαρη αυτά.
Είχε σκοτωθεί κανένας συγγενής σου στον πόλεμο;
Τι στον πόλεμο;
Αν είχε σκοτωθεί κάποιος δικός σου.
Δεν είχε σκοτωθεί, στο ανταρτικό μονάχα που πήγαν σκοτώθηκαν. Εδώ δεν σκοτώθηκαν κανένας.
Και μετά, όταν γύρισες από τον Εξαπλάτανο, τότε παντρεύτηκες;
Ωχο, πόσο έκατσα. Όταν γύρισα απ’ τον Εξαπλάτανο 6 χρόνια έκατσα αρραβωνιασμένη, 6 χρόνια, και μετά παντρεύτηκα. Στα 25.
Πώς παντρεύτηκες; Ήρθε και σε ζήτησε ο άντρας σου; Ήσασταν ερωτευμένοι είπες.
Πολύ ερωτευμένοι. Ήρθε να με ζητήσει ο γέρος ο πεθερός, να ρωτήσει τους γονείς, αν θέλουν να με δώσουν. Η μαμά μου δεν ήθελε τον άντρα μου, ο μπαμπάς μου ήθελε, ύστερα εγώ τους είπα: «Αφήστε με εγώ αυτόν θα πάρω, τον αγαπάω και θα τον πάρω αυτόνα».
Αφού ήσασταν από 8 χρονών ερωτευμένοι, βρισκόσασταν και πριν τον γάμο, βγαίνατε μαζί;
Βγαίναμε. Βγαίναμε, βγαίναμε. Βασούλα ο έρωτας είναι δύσκολο πράγμα, δύσκολο πράγμα. Και στενάχωρο, εγώ 3 χρόνια έχει πεθάνει νομίζω 3 μέρες έχει πεθάνει, από μέσα γιατί τον ερωτεύτηκα πάρα πάρα πολύ. Και πώς τον ερωτεύτηκα ξέρεις;
Για πες.
Πηγαίναμε στο σχολείο. Στο[00:40:00] σχολείο ανάβαμε σόμπες, ο καθένας από ένα ξυλαράκι εδώ, θα το πάει θα το ανάψει την σόμπα. Ο άντρας μου ήταν κοντά το σπίτι στο σχολείο. Έπαιρνε, μ’ έλεγε: «Να πας να πάρεις φωτιά, ν' ανάψουμε την σόμπα», από τότε μ’ ερωτεύτηκε απ' την σόμπα, που άναβα την σόμπα.
8 χρονών όμως, πού ξέρατε από έρωτα;
Έρωτας; Όλοι δεν ξέρανε, όλοι ξέρανε νομίζεις; Κι ο δάσκαλος με ήξερε ότι τον ερωτεύτηκα. Αυτός αγαπούσε τα γράμματα εγώ δεν αγαπούσα, εγώ μόνον αυτόν αγαπούσα.
Εσύ του το είπες ότι τον αγαπάς ή αυτός στο είπε;
Ποιος;
Ο παππούς το είπες ότι τον αγαπάς ή εσύ αυτόν; Ποιος το είπε πρώτος;
Ο μπαμπάς μου, ο μπαμπάς μου είπε.
Και πώς καθίσατε τόσο καιρό ερωτευμένοι και δεν παντρευτήκατε πιο πρίν;
Mi οι γέροι δεν ήθελαν. Ο πεθερός και η πεθερά.
Γιατί;
Ε γιατί; Εκείνοι δεν με ήθελαν. Ο άντρας μου, «Θα την πάρω, άλλο τίποτες, θα την πάρω».
Και τελικά παντρευτήκατε.
Παντρευτήκαμε.
Πώς παντρευτήκατε; Είπες φτωχικά, γιατί το είπες αυτό;
Ε;
Πώς παντρευτήκατε λέω, είπες ότι ήταν φτωχικά.
Με γάμο. Φτωχικά έτσι μια γκάιντα είχε, αυτοί είχανε τον Ουρούμη, είχανε, καλό γάμο κάναμε. Εμείς φτωχικά ήμασταν. Με άλογα εγώ ανέβηκα στο άλογο, από τότε με πονάει η μέση μου, ανέβηκα στο άλογο, το άλλο άλογο με χτύπησε απ’ εδώ κι από τότε με πονάει η μέση. Θα ανεβείς στο άλογο και θα πάς, όχι με τα πόδια.
Είχατε κανένα τραγούδι, κανένα χορό που τραγουδούσαν για τους νεόνυμφους;
Ε ποιος; Ποιος;
Κι όσο ήσουνα στον Εξαπλάτανο με τον άντρα σου ήσασταν χώρια;
Χώρια.
Δεν βλεπόσασταν τότε;
Τι να κάνουμε;
Αν βλεπόσασταν στον Εξαπλάτανο.
Α πώς δεν βλεπόμασταν. Στο σχολείο, όταν κοιμόμαστε αυτός στο πολυβολείο ήταν με τα όπλα, με έπαιρνε μέσα να κρυφτώ, οι άλλοι όλοι στο σχολείο μέσα, όλο το χωριό μέσα.
Τότε που ήσασταν όλοι μέσα στο σχολείο πάλι σας φέρνανε απ’ τους Αμερικάνους φαγητά;
Ναι.
Σας πρόσεχε κι ο στρατός απ’ έξω;
Ο στρατός ήταν στο χωριό, εμείς στο σχολείο, ο στρατός από έξω, τη νύχτα μέσα στο γήπεδο ήτανε.
Μονό οι Θεοδωρακιώτες ήσασταν στον Εξαπλάτανο ή είχε κι από άλλα χωριά;
Ε, δεν είχε. Απ’ τη Μηλιά είχε κανένα δύο. Δεν είχε απ’ άλλο χωριό μονάχα το Θεοδωράκι ήταν.
Σας είχαν πει για ποιο λόγο σας παίρνουνε;
Για να μην μας πάρουν οι αντάρτες. Οι αντάρτες να μην μας πάρουν. Πήρανε δεκαριά παιδιά, πήρανε πριν να κατεβούμε, τα πήρανε και σκοτωθήκαν όλα. Ο κουνιάδος μου παραδόθηκε, έφυγε απ’ το ανταρτικό. Ήταν εκεί σ’ εκείνα τα χωριά οι αντάρτες κι αυτός παραδόθηκε στην Αριδαία, στον στρατό. Και μόλις τον πήρανε, τον έντυσαν στρατιώτη.
Όταν παραδόθηκε είχε τελειώσει το αντάρτικο ή πρίν τελειώσει;
Όχι, όχι είχε στο βουνό εκεί, σ’ εκείνα τα βουνά. Πολύ κράτησε το ανταρικό, πολλά χρόνια.
Οι αντάρτες κατέβαιναν και στο χωριό, ή ήταν μόνο στο βουνό;
Ε;
Οι αντάρτες κατέβαιναν και στο χωριό ή ήταν μόνο στο βουνό;
Στον Εξαπλάτανο;
Όχι εδώ, στο χωριό όταν ήσασταν ακόμα.
Κατέβαιναν, κατέβαιναν. Et να τότε τα πήραν τα παιδιά.
Και στον Εξαπλάτανο αφού δεν σας άφηναν, δεν σας άφηνε ο στρατός να μιλάτε Εντόπικα, πώς συνεννοούσασταν μ’ αυτούς που δεν ξέρανε ελληνικά;
Ε εκείνοι που δεν ξέρανε, ξέρανε καλέ όλοι ξέρανε, λίγο πολύ τα ξέρανε όλοι.
Για τους πιο παππούδες λέω, που ήτανε πιο παλιά πριν από σένα.
Τα ήξεραν.
Τα είχαν μαθει.
Τα είχαν μάθει, τα ήξεραν.
Μεταξύ σας όμως πάλι μιλουσατε όταν δεν σας άκουγε ο στρατός.
Πάλι μιλούσαμε εντόπικα δεν μας μάλωναν. Άλλο;
Δεν ξέρω, εσύ έχεις να μου πείς κάτι άλλο, μήπως θυμήθηκες κάτι;
Ε τι να θυμηθώ; Τι να σου πώ;
Μετά τον πόλεμ,ο που γυρίσατε εδώ πέρα απ’ τον Εξαπλάτανο είπες όλα ήταν καλά δεν είχε...
Δεν είχε τίποτα. Ούτε αντάρτες είχε, ούτε τίποτες, ησυχία ήταν. Σου λέω ποιο σπίτι χαλασμένο, ποιο καλό. Ε, τα διορθώσαμε λίγο. Όργωναν με τα ζώα, έσπειραν κριθάρι, σιτάρι και ζούσαμε.
Τα ζώα όταν τα πήρατε στον Εξαπλάτανο τι τα κάνατε;
Τα πουλήσαμε, τι θα τα κάνεις; Τα πρόβατα μονάχα τα κρατούσαν μερικοί. Μερικοί, οι άλλοι τα πουλήσανε.
Πώς νιώθατε που είχατε φύγει απ’ το χωριό σας και σας είχαν πάει σ’ ένα ξένο μέρος;
Ε δύσκολα, πολύ δύσκολα. Πολύ δύσκολα.
Δεν ξέρατε είπες αν θα γυρίζατε ή όχι πίσω;
Δεν ξέραμε.
Κι όταν γυρίσατε πώς νιώσατε που ξαναήρθατε στο χωριό σας;
Πολύ καλά, το αγαπούσαμε το χωριό.
Εσύ είχε χρειαστεί ποτέ να κρυφτείς απ’ τους αντάρτες;
Ε;
Είχε χρειαστεί ποτέ να κρυφτείς από τους αντάρτες;
Πού θα κρυφτείς; Πού θα πάς; Et εκτός απ’ τον Εξαπλάτανο πού μας πήρανε. Δεν μπορούσες να κρυφτείς. Μαζί είσαι για, μπαίνουν- βγαίνουν.
Σας κάνανε κακό;
Όχι δεν μας κάνανε. Δεν μας κάνανε.
Μετά πού έφυγαν οι Γερμανοί απ’ το χωριό, που τελείωσε ο πόλεμος με τους Γερμανούς, πώς ξεκίνησε εδώ στο χωριό το αντάρτικο, για ποιόν λόγο; Κατέβηκαν πρώτα οι αντάρτες και ξανα ανέβηκαν; Τι έγ[00:50:00]ινε;
Είχε 5-6 δικούς μας στο βουνό, εκείνοι ανέβαιναν – κατέβαιναν, έπαιρναν ψωμί και πάλι πήγαιναν επάνω. Δεν είχε τελειώσει.
Αφού έφυγαν οι Γερμανοί και τελείωσε ο πόλεμος με τους Γερμανούς, τελείωσε το πρώτο αντάρτικο.
Ναι.
Πώς έγινε το δεύτερο που ήταν συνεχόμενο; Ήρθαν οι αντάρτες να σας μιλήσουν και να σας πούνε ότι εμείς συνεχίζουμε τον πόλεμο ή κάτι τέτοιο;
Το πρώτο ήταν αυτό, στους Γερμανούς ήταν το δεύτερο, το πρώτο ήταν ανταρτικό μαζί, μαζί μαζεμένοι! Σε κάθε σπίτι και αντάρτης, σε κάθε σπίτι και αντάρτες.
Εσύ για τον εμφύλιο τι ξέρεις, που έγινε μετά που έφυγαν οι Γερμανοί;
Ε;
Για τον εμφύλιο; Πού μάλωναν οι Έλληνες με τους Έλληνες, οι αντάρτες Έλληνες με τον στρατό, τον ελληνικό στρατό.
Τι θα πεις, ε να, όλο ψωμί γύρευαν ψωμί να του δώσεις άλλο τίποτες. Δεν ξέρω και πολλά, τα ξέχασα.
Δεν πειράζει. Σκέψου μόνο μήπως θέλεις να μου πεις κάτι για τον πόλεμο ή για την ζωή σου, για τον γάμο σου, ό,τι θέλεις μπορείς να μου πεις.
Ο γάμος μου καλά ήταν. Παντρεύτηκα, βρήκα ένα κορίτσι, έμεινα έγκυος, βρήκα ένα κορίτσι, και μετά αυτό το σπίτι, το φτιάξανε και μας διώξαν από ‘κείνο το σπίτι. Ήρθαμε σ'αυτό σπίτι. Αυτό το σπίτι δεν ήταν καθόλου φτιαγμένο. Με τούβλα, δίχως παράθυρα, δίχως πόρτες, δίχως τίποτα, έτσι κοιμόμαστε. Οι αντάρτες στο βουνό. Πάντως οι αντάρτες δεν μας κάνανε κακό, κακό δεν μας κάνανε. Μόνο τα παιδιά που τα πήρανε κι άλλο τίποτες, και ψωμί που γυρεύανε κι αλεύρι και ψωμί και να του πλέξεις κάλτσες να του πας.
Εσένα ποιός σου είπε να γίνεις επιμελήτρια;
Αντάρτικα κορίτσια. Είχε και κορίτσια αντάρτικα, κορίτσια, κορίτσια, εγώ του είπα: «Δεν μπορώ, δεν ξέρω».
Τι μου είπες στην αρχή στην αποθήκη της γιαγιάς Θεοδώρας, τι κάνατε εκεί στην αποθήκη της γιαγιάς Θεοδώρας; Τι είχε;
Τι είχε; Μαζευόντουσαν, παρέες κορίτσια τραγουδούσαν χορεύανε, εκεί ήταν.
Γιατί ήταν κάποιος αντάρτης από εκείνο το σπίτι;
Ήτανε γυναίκες, δεν είχε άντρες, στο βουνό ήτανε, γυναίκες αντάρτισσες.
Ναι, γιατί σ' εκείνο το σπίτι συγκεκριμένα; Από εκείνο το σπίτι τι ήτανε;
Αχυρώνα, μ’ άχυρα επάνω.
Εσείς, επειδή ήσασταν νέα κορίτσια όταν ήταν εδώ οι Γερμανοί κι οι Βούλγαροι και όλοι τέλος πάντων...
Ναι.
Δεν φοβόσασταν;
Πώς δεν φοβόμασταν, φοβόμασταν αλλά τι θα κάνεις. Απ’ τους Βούλγαρους φοβόμασταν πολύ κι απ’ τους Τούρκους, απ’ τους Γερμανούς πιο δεν φοβόμασταν. Μόνον εκείνον τον πρόεδρο που τον βάλαν έτσι, γιατί έφυγε ο πρόεδρος, που τον 'βάλαν πρόεδρο, εκείνον πολύ τον χτυπούσαν, το έκαναν κομμάτια.
Ποιος τον έβαλε πρόεδρο εκείνον;
Αυτός. Είπανε: «Τώρα τι θα κάνουμε, ο πρόεδρος έφυγε, ο γραμματέας έφυγε, ο δάσκαλος έφυγε τι θα κάνουμε εμείς», «Εγώ θα μπώ πρόεδρος» δεν ήξερε γιατί θα φάει ξύλο.
Δεν το σκέφτηκε όμως, αφού οι άλλοι έφυγαν;
Δεν το σκέφτηκε. Ύστερα, ο παπάς τον γλίτωσε λίγο, τους είπε: «Αφήστε τον».
Έζησε τελικά;
Ε;
Έζησε;
Έζησε, έζησε πολλά χρόνια. Στην εκκλησία δούλευε.
Μετά κάποιον άλλον δεν είχανε δείρει, είχανε δείρει κανέναν άλλον έτσι;
Όχι.
Κι αυτοί τι ζητήσανε, τι θέλανε απ’ αυτόν και δεν τους το έδωσε;
Να πεί για το χωριό, να πει τι κάνει το χωριό, τι κάνουν, πώς πάνε οι αντάρτες, πώς κοιμούνται, πού κοιμούνται, τι τρώνε, για το ανταρτικό ρωτούσαν.
Και σε τι γλώσσα συνεννοηθήκατε μ’ αυτόν που ήταν Γερμανός;
Ε;
Σε τι γλώσσα συνεννοηθήκατε μ’ αυτόν που ήταν Γερμανός;
Ελληνικά.
Ήξερε ελληνικά αυτός;
Ήξερε. Εκείνος πολύ με βοήθησε εμένα όταν μ’ έδειραν, εκείνος με βοήθησε.
Πώς σε δείρανε; Σε χτυπούσανε τι, τι , πώς σε δείρανε;
Μ' έπαιρνε για τον ώμο και με χτυπούσαν απ’ τον τοίχο.
Στο σπίτι σου;
Στο σπίτι μου. Και δύσκολα, κορίτσι να σε κάνουν ό,τι θέλουν. Έφυγα με τις γιαγιάδες, έφυγα εγώ με τις γιαγιάδες, αν δεν έφευγα, ό,τι ήθελαν θα με έκαναν.
Πώς τους ξέφυγες;
Ε;
Πώς τους ξέφυγες;
Ε πώς; Του λέω: «Θα πάω θα το πω στον Γερμανό, αφήστε με» κι μ’ άφησαν μ' εκείνες τις γιαγιάδες.
Αυτές οι γιαγιάδες γιατί ήταν στο σπίτι σας;
Δεν ήταν στο δικό μας το σπίτι οι γιαγιάδες, στα ξένα τα σπίτια κοντά , γειτόνισσες, γιατί είχαν φύγει οι νέοι όλοι.
Και τις πρόσεχες εσύ;
Να μην το ξαναδούν αυτό.
Μήπως θυμήθηκες κανένα τραγούδι να μου πείς;
Δεν ξέρω, τα ξέχασα. Κι εσύ σαν τον άντρα μου, μου έλεγε: «Τραγούδησε ένα τραγούδι ανταρτικό» «Βρε δεν ξέρω, τα ξέχασα δεν ξέρω».
Ο άντρας σου είπες έπαιζε κλαρίνο.
Κλαρίνο.
Είχανε ορχήστρα εδώ στο χωριό;
Είχαν ναι.
Και κάνατε γλέντια; Τι κάνατε;
Γλέντια κάθε βράδυ. Στο καφενείο μέσα, εκεί. Χορεσπερίδα, πώς το λένε.
Θέλεις κάτι άλλο να μου πεις;
Δεν ξέρω Βασούλα, τι να σου πω; Δεν ξέρω τι να σου πώ. Αυτά στα λέω αν είναι καλά, καλά είναι.
Μια χαρά είναι.
Αν δεν είναι καλά...
Ευχαριστώ πάρα πολύ.