© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Έθιμα από το Θεοδωράκι Πέλλας: προξενιό, γάμος, βάφτιση.
Κωδικός Ιστορίας
9947
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Πετρούλα Μούλη (Π.Μ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
04/10/2020
Ερευνητής/τρια
Βασιλική Μούλη (Β.Μ.)
[00:00:00]
Καλησπέρα σας, θα μας πείτε το όνομά σας;
Είμαι η Μούλη Πετρούλα.
Είναι Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2020, είμαι με την Μούλη Πετρούλα στο Θεοδωράκι Πέλλας. Εγώ ονομάζομαι Μούλη Βασιλική και είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Ας ξεκινήσουμε την συνέντευξη, θέλατε να μου πείτε λίγα λόγια για τον τόπο που γεννηθήκατε, για σας γενικότερα, να σας γνωρίσουμε καλύτερα;
Γεννήθηκα στο Θεοδωράκι το 1963 και μένω στο Θεοδωράκι. Κι ακόμα παραμένω στο Θεοδωράκι. Παντρεύτηκα πολύ μικρή, με προξενιά. Οι γονείς μου καταγόντουσαν από φτωχή οικογένεια, είχαν ασχοληθεί κι αυτοί με την κτηνοτροφία, με κατσίκια. Ο πατέρας μου ήταν ανάπηρος, μ' ένα μάτι, μ' ένα χέρι, ήμασταν και φτωχοί, η μητέρα μου με τα χωράφια μόνη της. Μετά εμένα, κάποια μέρα, μετά την δουλειά που κάναμε στα χωράφια, ήρθε ο τωρινός άντρας μου, με ζήτησε, χωρίς να ξέρουμε τίποτε, και οι γονείς μου με δώσανε. Εγώ όμως ήμουν 14,5 χρονών. Επειδή ήταν κι αυτοί φτωχοί, έβλεπαν κάτι καλύτερο για μένα.Μετά, εγώ όμως ήμουνα τόσο μικρή, που την άλλη μέρα είπα «δυστυχώς δεν τον θέλω τον άντρα μου». Δεν ήθελα αυτό το αγόρι, δεν το γνώριζα, πρώτη φορά τον είδα εκείνη την στιγμή, ήμουνα και μικρή. Ήρθαν οι φίλες μου, την άλλη μέρα το πρωί και μου είπανε «τι έκανες, τι έκανες» κι εγώ λέω «εντάξει ρε παιδιά, θα χωρίσω, δεν έκανα και κάτι. Οι γονείς μου με δώσανε». Τότε έτσι γινότανε, αυτό έγινε το 1979. 25η Μαρτίου παρακαλώ. Θυμάμαι και την ημέρα, Παρασκευή. Και την ημέρα Παρασκευή, εκεί που κοιμόμουνα μου χτύπησαν την πόρτα κι ήρθαν αυτοί, ο τωρινός σύζυγος. Μετά εγώ βέβαια, όπως σας είπα και τον φοβόμουνα λίγο. Φοβόμουν δεν ήξερα τί θα πει, δεν ήξερα τίποτα. Όμως εντάξει, μετά όλα στρώσανε και τελικά αρραβωνιαστήκαμε. Κάναμε κανονικό αρραβώνα και με τα πεθερικά με όλους. Μετά ήρθε ο καιρός, μετά από 3-4 χρόνια, επειδή ήμουνα πολύ μικρή, ακόμα ήμουνα κοριτσάκι, παντρευτήκαμε. Βέβαια κάναμε γάμο, όχι όπως τώρα, κάναμε γάμο τότε στο σπίτι, στο χωριό, κάναμε παραδοσιακά φαγητά στο γάμο μας, αλλά πρέπει να σας πω πρώτα, ο γάμος άρχιζε την Τετάρτη, που καλούσε ο άντρας με το κουφέτο. Όχι προσκλήσεις και τέτοια, δεν υπήρχαν τότε, το ’79 προσκλήσεις, στο χωριό μας, τώρα δεν ξέρω αλλού αν υπήρχανε. Μετά κάναμε τα κουφέτα και καλούσαμε και τον κουμπάρο, την Τετάρτη, με ψωμί, κρασί και λουκούμι. Τον καλούσαμε τον κουμπάρο, και μας γυρνούσε κι ο κουμπάρος λίγο ψωμί, το τυχερό μας, λέγανε. Το λέγαμε pougatsa στην γλώσσα την δικιά μας, το λέγαμε pougatsa. Μετά την Παρασκευή, την Πέμπτη δεν είχαμε τίποτα απλά προετοιμασία κάναμε για τον γάμο, απ’ ότι θυμάμαι εγώ. Πιο παλιά είχανε μία βδομάδα γάμο, απ’ ότι μου λέγανε, η μητέρα μου, ο πατέρας μου, αλλά αυτά δεν τα γνωρίζω εγώ, εγώ λέω για τον δικό μου τον γάμο. Μετά την Παρασκευή καλούσαμε για την νύφη. Μαζεύαμε κορίτσια, όλες τις φίλες της νύφης και στην ίδια ηλικία που ήμασταν τα κορίτσια, της νύφης και καλούσαμε κι εμείς με την μπομπονιέρα, την κλασική την μπομπονιέρα. Και το βράδυ όμως ερχόντουσαν όλοι από τον γαμπρό, όλο το σόι του γαμπρού και απλώναμε τα προικιά μας, απλώναμε την προίκα μας και την έβλεπε ο κόσμος, αυτά που είχαμε. Το Σάββατο πάλι προετοιμασία, σφάζαμε κατσίκες, γιατί δεν κάναμε με κοτόπουλα και τέτοια και μπιφτέκια, σφάζαμε κατσίκες, ό,τι είχαμε, κατσίκες, προβατίνες ο καθένας ό,τι είχε, μοσχάρια... Τα σφάζαμε και τα βράζαμε σε καζάνια για τον γάμο, με κριθαράκι. Το κάναμε σε [00:05:00]καζάνια με κριθαράκι κι όλος ο κόσμος που ερχόταν στον γάμο έτρωγε. Την Κυριακή αυτό γινόταν. Την Κυριακή το πρωί όταν, καταρχάς την προηγούμενη Κυριακή ξέχασα να σας πώ, νηστεύαμε και πήγαμε να κοινωνήσουμε, ήταν καθιερωμένο, το είχαμε και ο άντρας και η νύφη. Μετά την Κυριακή το πρωί πρώτα έφερναν στην νύφη. Την Κυριακή το πρωί, την ημέρα του γάμου, έφερναν από το σόι του γαμπρού το νυφικό με όργανα στην νύφη. Το έπαιρνε η νύφη το νυφικό, αφού προσκυνούσε κιόλας, έκανε μετάνοιες και το έπαιρνε το νυφικό και τα παπούτσια της και όλα γενικά, όλα τα ρούχα και μετά χόρευαν κανα χορό στην νύφη και φεύγανε. Το μεσημεράκι κατά της 12:00 πήγαιναν για τον κουμπάρο, πάλι με τα όργανα, να πάρουν τον κουμπάρο, να πάει ο κουμπάρος στον γαμπρό να φάει, να χορέψουν. Είχανε και τα bratimia αυτά, πώς θα τα πω για. Είχανε τα bratimia τους βάζαμε πετσέτες. Στη γλώσσα μας λεγότανε poubratimes, βάζαμε πετσέτες και κάλτσες, χόρευαν, έτσι ήτανε παλιά. Μετά ερχόντουσαν και από την νύφη και απ' τον γαμπρό. Και ερχόντουσαν μετά για την νύφη μαζί με τον κουμπάρο, το απόγευμα. Εκεί έπαιρναν μετά την νύφη, ερχόντουσαν η πεθερά, η πεθερά δεν ερχόταν, όχι λάθος. Η πεθερά δεν ερχότανε καθόλου πήγαινε κατευθείαν στην εκκλησία. Μόνο το σόι του γαμπρού ερχόταν στο σπίτι της νύφης μαζί με τους κουμπάρους. Χορεύαμε, κάναμε μετάνοιες, δωρίζαμε την οικογένεια, δωρίζαμε την οικογένεια και μετά χόρευε και η νύφη 3 χορούς με το σόι της, από 'κει και πέρα πήγαινε στην εκκλησία, πήγαινε στην εκκλησία γινότανε η στέψη. Η πεθερά πήγαινε κατευθείαν εκεί, πάλι θα το πω, δεν ερχόταν στο σπίτι μας. Μετά το βράδυ είχαμε γλέντι, μετά την στέψη, είχαμε γλέντι στην πλατεία του χωριού. Χορεύαμε, όσο ήθελαν οι κουμπάροι, γιατί είχαμε μεγάλη σέβαση στους κουμπάρους παλιά, δεν είναι όπως τώρα. Μετά ερχόμασταν στο σπίτι, μετά το γλέντι στην πλατεία, κάναμε μετάνοιες στο σόι του γαμπρού, πεθερά, πεθερό, παππούδες ότι υπήρχανε. Κάναμε μετάνοιες και ταΐζαμε πάλι τους κουμπάρους στο σπίτι. Αυτά όσον αφορά τον γάμο. Μετά άλλος δεν ξέρω τί να σας πω για τον γάμο.
Είπατε ότι δωρίζατε το σόι σας, όταν ήσασταν στο σπίτι σας. Πώς ακριβώς γινόταν αυτό το έθιμο; Μπορείτε να μας το περιγράψετε λίγο;
Κάναμε μετάνοια και φιλούσαμε το χέρι. Και μας έδιναν και λεφτά και μετά τους δωρίζαμε.
Για ποιο λόγο συνέβαινε αυτό;
Για να συγχωρεθούμε. Ξέρω 'γω, γι’ αυτό μας έλεγαν, να συγχωρεθούμε. Για την συγχώρεση.
Και κάνατε και το αντίστοιχο στο σόι του γαμπρού όταν ερχόσασταν στο σπίτι του;
Ναι.
Το νυφικό σας ήταν κανονικό νυφικό;
Ναι. ξέχασα να σας πω όμως, το νυφικό το χόρευε πρώτα και μια ξαδέρφη μας, όχι εμείς, δεν το φορούσαμε πρώτα εμείς. Και μας έδιναν στο παπούτσι λίγο κρασί που αυτό το οποίο ακόμα γίνεται, αυτά ξέχασα να τα πω.
Πείτε μας ό,τι θέλετε, ό,τι ξεχάσατε.
Ναι ναι, ξέχασα να τα πω μας βάζανε στο, εκεί που μας έκανε η κομμώτρια, μας έντυνε, μας ετοίμαζε να μας κάνει, να μας ετοιμάσει. Εκεί μας έδινε και η ίδια η κομμώτρια και ένα παιδάκι μας δίνανε, αλλά αυτό γινόταν στον άντρα, στο σπίτι του γαμπρού όταν ερχόμασταν, μας περίμεναν με λάμπες και κάναμε τον σταυρό πρώτα και μετά μπαίναμε. Με λάμπες πετρελαίου. Και μετά μπαίναμε, κάναμε τον σταυρό μας και μπαίναμε. Κι όταν φεύγαμε από το σπίτι της νύφης, δεν πειράζει που είναι λίγο μπερδεμένα, κι όταν φεύγαμε απ’ το σπίτι της νύφης, γιατί κι εγώ τα ξέχασα έχουν περάσει 40 χρόνια, όταν φεύγαμε από το σπίτι της νύφης μας έλεγαν «κάντε τον σταυρό σας και τρείς φορές να γυρίσετε προς τα πίσω για να μην ξεχάσετε το πατρικό σας σπίτι», ήταν έθιμο δικό μας που έπρεπε να το κάνουμε.
[00:10:00]Αν θέλετε κάτι να προσθέσετε και να τα ξαναπείτε από την αρχή για να τα βάλουμε σε μία σειρά, μπορείτε να το κάνετε
Δεν ξέρω τι να πω.
Όταν είπατε ότι μία ξαδέρφη σας χόρευε το νυφικό, χόρευε κάποιο συγκεκριμένο σκοπό, κάποιο συγκεκριμένο τραγούδι, κάποιο συγκεκριμένο χορό;
Όχι, όχι. Συρτούς χόρευε. Συρτό χόρευε, μόνο συρτό. Τρείς συρτούς χόρευε, όπως και η νύφη μετά, πάλι ξανά χόρευε τρεις συρτούς, με το σόι της και την χόρευαν την νύφη όλο το σόι, μαμά, μπαμπάς, αδέλφια, ξαδέρφια κι όλο το σόι της νύφης, κλαίγοντας βεβαία. Γιατί παλιά κλαίγανε για την νύφη, τώρα είναι διαφορετικά τα πράγματα. Κάποτε, εγώ δεν είχα φύγει από το σπίτι μου, πρώτη φορά έφυγα εκείνη την μέρα του γάμου. Μπορεί να ήμουνα 17 χρονών αλλά δεν είχα φύγει στα 17 μου χρόνια ποτέ από το σπίτι μου. Κι ούτε κοιμόμουνα στο σπίτι του άντρα μου καμιά φορά. Αρραβωνιασμένη ήμουνα 3,5 χρόνια μα δεν κοιμήθηκα όμως στο σπίτι του άντρα μου. Ήταν διαφορετικά τα χρόνια τότε.
Ο άντρας σας, σας ήξερε πριν έρθει να σας ζητήσει, σας είχε ξαναδεί ή ήταν κάποιο προξενιό; Γιατί εσείς είπατε ότι δεν τον ξέρατε.
Ναι αυτός ήτανε μεγαλύτερος, με ήξερε, με είχε δει στην βόλτα που κάναμε στο χωριό. Ήμουνα μικρή αλλά έκανα τις βόλτες μου στο χωριό, γιατί δεν είχαμε και τίποτα μπαράκια και τέτοια όπως τώρα, δεν υπήρχε τίποτε, απλά κάναμε βόλτα στο χωριό. Αυτός με ήξερε απλά και κάτι θείες μου έστειλε πριν έρθει αυτός, σαν με προξενιό. Εντωμεταξύ εγώ μικρή δεν έδωσα σημασία καθόλου και μετά ήρθε κι αυτός ο ίδιος, δεν δίστασε και βγήκε κερδισμένος. Τώρα ο ίδιος του το ξέρει αν είναι κερδισμένος όχι εγώ, αλλά τέλος πάντων.
Εσείς είπατε ότι δεν τον θέλατε, τελικά πώς πειστήκατε;
Όχι δεν ήθελα κανέναν. Ήμουνα πολύ μικρή, δεν είναι ότι δεν ήθελα τον συγκεκριμένο άνθρωπο, δεν ήθελα κανέναν. Δεν ήξερα να θέλω ακόμα. Ήμουνα 14,5 χρονών. Αυτό. Αλλά έχω περάσει μια καλή ζωή μαζί του, έχω 3 παιδιά.
Ναι και τελικά πώς πειστήκατε; Για ποιόν λόγο μείνατε μαζί του;
Αυτός ήταν έξυπνος και με κράτησε κοντά του. Εγώ ήμουνα μικρή μπορεί και να έφευγα. Ήμουνα τόσο μικρή που το μυαλό μου δεν λειτουργούσε. Έβλεπα να παίξω με τις φίλες μου, να φύγω απ’ το σπίτι. Κι όμως αυτός έκανε μεγάλη υπομονή και με κέρδισε.
Ο άντρας σας τι δουλειά έκανε;
Ο άντρας μου είχε αγελάδια, κτηνοτρόφος.
Και με ποιόν τρόπο βρισκόσασταν;
Τον τρόπο αφήστε τον, μπορεί και 15 μέρες να μην βρισκόμασταν και ερχόταν ο καημένος από το βουνό την νύχτα με τα πόδια, για να με συναντήσει κάποια στιγμή γιατί δεν γινόταν, 15 μέρες άμα δεν ερχόταν, δεν γινόταν έπρεπε να έρθει.
Μας είπατε για τον αρραβώνα σας αλλά δεν μας είπατε παραπάνω λόγια γι' αυτόν. Θέλετε λίγο να μας πείτε πώς ήταν ο αρραβώνας;
Τον αρραβώνα τον κάναμε πάλι – μου πήραν πάρα πολλά πράγματα οι γονείς του- και τον κάναμε στο σπίτι το δικό μου, ψήσαμε σούβλες, κατσίκες είχαμε κατσικάκια ψήσαμε. Ψήσαμε σούβλες ήρθε και το σόι, ήταν μισός γάμος, ήταν μισός γάμος. Είχαμε και την εικόνα, βάλαμε και τις βέρες, μας τις άλλαξε ο κουμπάρος τις βέρες, πάλι το κάναμε και τότε, αλλά στο σπίτι μας με μια εικόνα απλή και όλο το σόι του άντρα μου και το δικό μου το σόι.
Όταν λέτε σας πήρανε πάρα πολλά δώρα, τι δηλαδή έπαιρναν; Υπήρχε κάτι συγκεκριμένο που έπρεπε να δώσει η οικογένεια του γαμπρού ας πούμε στην νύφη;
Ε ναι, χρυσαφικά μου πήρανε, doubla μου δώσανε, λίρες μου δώσανε, αυτά που είχαν οι άνθρωποι. Και αντίστοιχα κι εμείς ότι είχαμε δώσαμε στον γαμπρό. Αλλά στην νύφη δίνανε πιο πολλά.
Η doubla μπορείτε να εξηγήσετε λίγο τι είναι; Γιατί μάλλον είναι κάτι στην δική σας γλώσσα.
Η doubla είναι λένε, 4 λίρες μία doubla, ξέρω ‘γω είναι χρυσό κι αυτό. Αλλά νομίζω, όχι νομίζω είναι 4 λίρες μαζί, είναι μια. Είναι και το πεντόλιρο είναι 5 λίρες, αυτό είναι doubla, λεγόταν που είναι 4 λίρες.
Μετά από πόσο καιρό είπατε παντρευτήκατε, από τον αρραβώνα σας;
Μετά από 3-4 χρόνια; Ναι.
Στο μεταξύ, εσείς είχατε ερωτευτεί τον σύζυγο σας; Που δεν τον ξέρατε πιο πριν;
Ναι, ναι. Ήμουν πολύ καλά μαζί του και είμαι ακόμα καλά.
[00:15:00]Είχατε πει πριν ότι τον φοβόσασταν.
Όχι τον φοβόμουνα, φοβόμουνα να κοιμηθώ μαζί του, φοβόμουνα αυτά τα πράγματα, γιατί ήμουνα πολύ μικρή, δεν ήξερα τι θα μου συμβεί. Αυτό φοβόμουνα, παρόλο που ήμουνα μικρή, φοβόμουνα να μείνω μόνη μου μαζί του.
Κι αυτό το ξεπεράσατε με ποιόν τρόπο;
Αυτός με έκανε να το ξεπεράσω, με περίμενε όταν ήμουνα έτοιμη εγώ για όλα.
Για τον γάμο σας μήπως θέλετε να μας τα ξαναπείτε λίγο κάπως πιο συγκεντρωμένα;
Τί θέλετε να σας πω;
Μας είπατε ότι φτιάχνατε ένα συγκεκριμένο φαγητό.
Ναι.
Και το γλέντι γινότανε στο σπίτι του γαμπρού;
Και της νύφης και του γαμπρού.
Υπήρχανε δύο γλέντια;
Ναι. Ο γαμπρός είχε το γλέντι του με τα όργανα και με το σόι του, και η νύφη είχε το γλέντι με τα όργανα τα δικά της και το σόι της.
Την ίδια μέρα;
Την ίδια μέρα.
Την ημέρα γινόταν αυτό;
Την ημέρα. Και το βράδυ είχαμε στην πλατεία του χωριού, με την ορχήστρα του άντρα, όχι της γυναίκας. Ο γάμος της γυναίκας τελείωνε, με το που θα έφευγε η νύφη από το σπίτι, ο γάμος της γυναίκας τελείωνε το γλέντι, δεν υπήρχε, όχι όπως τώρα. Μετά την στέψη τελείωναν όλα για την γυναίκα, από ‘κει και πέρα ο κουμπάρος και ο γαμπρός.
Έχω ακούσει για ένα έθιμο που φτιάχνετε στον κουμπάρο μία σημαία;
Ναι.
Μπορείτε λίγο να μου το εξηγήσετε αυτό;
Ναι, την λεγόμενη frouglitsa. Ναι, την χορεύει ο παρακούμπαρος. Την κάνει ο κουμπάρος, όχι η νύφη κι ο γαμπρός. Την κάναμε και εμείς ναι, κι ακόμα όποιος θέλει πάλι την κάνει, την κάνουμε την σημαία, να πω με τι την κάνουμε θέλετε;
Ναι, περιγράψτε ό,τι θέλετε.
Ε ναι, την κάνουμε σε έναν μεγάλο μπαστούνι, βάζαμε έναν καρέ όμορφο, τον κεντάμε με σταφίδα και ποπ κόρν- ploufkes τις λέγαμε εμεις-ποπ κορν τώρα τις λέμε. Τότε εμείς τις λέγαμε, καλαμπόκι, ploufkes και την στολίζαμε με κόκκινη κορδέλα και την κεντούσαμε γύρω, τριγύρω όλη και βάζαμε και 3 μήλα από πάνω με χρυσή- πως το λένε; Κόλλα; Όχι.
Κλωστή;
Όχι. Κολλούσαμε χρυσόχαρτο, χρυσόχαρτο στα μήλα. Να μην φαίνονται τα μήλα τα κάναμε με χρυσόχαρτο και την χόρευε ο παρακούμπαρος. Κι όταν πήγαιναν στην νύφη, την frouglitsa αυτή, την λεγόμενη frouglitsa, την έπαιρναν από την νύφη το σόι και ζητούσανε λεφτά για να τους την δώσει ξανά στον κουμπάρο. Παράδειγμα, τότε έλεγαν ένα πεντοχίλιαρο, δεν είχε ευρώ, ήταν τα λεφτά, η δραχμή. Ζητούσανε πεντοχίλιαρο, δεκαχίλιαρο και έδινε ο κουμπάρος αναγκαστικά, γιατί δεν μπορούσε να πάρει, λάβαρο για, λάβαρο λέγεται στα ελληνικά, εμείς το λέμε frouglitsa. Δεν μπορούσε να φύγει χωρίς το λάβαρο ο κουμπάρος, έπρεπε να το πάρει πάλι μαζί του να το χορέψει και στην πλατεία του χωριού.
Κάτι άλλο που δεν μας διασαφηνίσατε, όταν είπατε ότι την ημέρα του γάμου πήγαινε το σόι του γαμπρού να πάρει την νύφη και η πεθερά πήγαινε κατευθείαν στην εκκλησία, ο γαμπρός που πήγαινε;
Ερχότανε, ερχότανε στην νύφη. Ναι, σε εμένα ήρθε ο γαμπρός στην νύφη και μετά εκεί όταν ερχότανε σε εμάς, στην νύφη ο γαμπρός, έκανε κι αυτός μετάνοιες στους γονείς της νύφης και στο σόι της νύφης, έκανε μετάνοιες κι αυτός και του δίνανε και αυτουνού λεφτά- δηλαδή μαζεύαμε και χαρτζιλίκι-έδινε λεφτά όλο το σόι και έκανε και μετάνοιες στον πεθερό, στην πεθερά. Μετά τον βάζαμε μέσα στο σπίτι, είχαμε ένα κοτόπουλο ψημένο για τον γαμπρό και κάναμε και πίτα, το banik.
Μπορείτε λίγο να μας εξηγήσετε το banik πώς γίνεται;
Το banik είναι ψημένα φύλλα, ανοίγουμε τα φύλλα τα ψήνουμε στην φωτιά, στο vrasnik* στην σόμπα, όχι σε κουζίνα, το ψήναμε και την ημέρα του γάμου τα κάναμε με λάδι και νερό τα φύλλα και το ψήναμε και μετά γινότανε μαλακό, ενώ γίνονται σκληρά τα φύλλα, αλλά μετά μαλακώνουνε, κι όταν ερχόταν ο γαμπρός τότε αυτό το παίρνανε και δίνανε σε όλους απ’ αυτήν την πίτα. Στην ουσία και παλεύανε για να πάρουν πίτα, τόσο πολύ, τζερτζελές, και το κοτόπουλο. Και μετά στον γαμπρό η αδελφή της νύφης αν [00:20:00]είχε, ή η ξαδέρφη της νύφης, τον έβαζε ένα λουλούδι και τον έδινε ένα ποτήρι να σπάσει, με το πόδι του το έσπανε και η κοπελίτσα εκείνη τον έδινε κι ένα χαστούκι στον γαμπρό. Και τρώγανε όλοι και από την πίτα και από το κοτόπουλο.
Είπατε ότι του ‘δινε χαστούκι, αυτό μήπως ξέρετε για ποιον λόγο συνέβαινε;
Όχι δεν ξέρω, έτσι έθιμο, ξέρω ‘γω. Έθιμο το είχαμε κι όλοι το κάναμε. Μετά που θα έσπαζε το ποτήρι και θα του έβαζε λουλούδι, ένα γαρίφαλο κι ένα μαντήλι και μετά του έδινε κι ένα χαστούκι και τίποτε πάλι τζερτζελές γινότανε, δεν ξέρω γιατί το κάνανε.
Ο γαμπρός και η νύφη δεν βλεπόντουσαν όμως στο σπίτι, απ' ό,τι καταλαβαίνω ή ο γαμπρός έβλεπε την νύφη;
Ε ο γαμπρός εμένα ερχότανε στο σπίτι μου και το Σάββατο το βράδυ ήρθε αλλά τον μαυρίσαμε με πατσαβούρες. Δεν έπρεπε να έρθει κανονικά, και το σόι το δικό μου όλοι τρέξανε με πατσαβούρες απ’ τα καζάνια τον μαύρισαν, αλλά δεν έφυγε, έκατσε και φάγαμε και γλεντήσαμε στο σπίτι, δεν είχαμε όργανα αλλά είχαμε άλλη μουσική, τρώγαμε και πίναμε όλη νύχτα. Αλλά τον μαυρίσαμε πάντως. Έτσι ήταν το έθιμο μας γιατί δεν έπρεπε να έρθει να με δει.
Μάλιστα, την ημέρα του γάμου όμως, εκεί ας πούμε που έτρωγε την πίτα, σας είδε; Ειδωθήκατε;
Όχι, απλά του ρίχναμε ρύζι από το παράθυρο χωρίς να μας δει. Λίγο ρύζι και λίγη ζάχαρη η νύφη έριχνε. Εντάξει και ρίχνανε, η πεθερά έριχνε και φρούτα και στραγάλια και λεφτά μέσα, τον έριχνε στον γαμπρό και όπως αντίστοιχα και στην νύφη, στο σπίτι όταν ερχόταν στην πεθερά, πάλι τα ίδια έκανε. Μετά η νύφη κρυβόταν και σου είπα, σας είπα έριξε το ρυζάκι με την ζάχαρη αλλά κρυμμένη, να μην μας δει, ο γαμπρός έβλεπε την νύφη όταν ερχόταν να πληρώσει την κομμώτρια, που την έκανε νύφη, τότε έμπαινε και την έβλεπε την νύφη. Κι εμείς αυτό το κάναμε δεν ερχόταν πιο μπροστά, ερχόταν εκείνη την στιγμή, που για να, τέλος πάντων, τελειωμένη η νύφη να βγει έξω για να χορέψει μετά τους 3 χορούς.
Το νερό, την ζάχαρη και το ρύζι για ποιον λόγο το έριχνε η νύφη;
Όχι νερό, ρύζι και ζαχαρίτσα μέσα έριχνε να ριζώσουνε και να είναι γλυκοί.
Κάτι άλλο που είπατε και δεν το συνεχίσατε είναι κάτι για το ποτήρι, για το παπούτσι που έπινε...
Με το κρασί.
Ναι.
Ναι, ναι. Εκεί στην κομμώτρια, πριν έρθει ακόμα ο γαμπρός, μα έριχναν κρασάκι μέσα στο παπούτσι και μας δίνανε να το πιούμε. Και άλλο τι μας κάνανε εκεί; Δεν θυμάμαι, νομίζω μόνο αυτό ήταν, το κρασί μονό μας δίνανε και το πίναμε από το παπούτσι μας.
Ωραία έχουμε μείνει στο σημείο που ο γαμπρός πληρώνει την κομμώτρια, μετά τι γινότανε; Τι κάνατε εσείς;
Ε μετά θα βγει, έβγαινε η νύφη, πρώτα έκανε τις μετάνοιες, δώριζε και μετά χόρευε 3 χορούς, η νύφη με το σόι της.
Κάτι είπατε για σταυρό, ότι έκανε τον σταυρό της και δεν έπρεπε να κοιτάξει.
Ε αυτό ήταν όταν έφευγε, μετά το δώρισμα και αυτά. Όταν έφευγε μας λέγανε «θα κάνετε τον σταυρό σας και θα κοιτάξετε τρείς φορές προς τα πίσω για να μην φύγετε απ’ το σπίτι σας», δηλαδή να γυρνάτε στο σπίτι το πατρικό σας, το είχαμε κι αυτό έθιμο. Μας έβαζαν κι ένα, η κομμώτρια μας έβαζε κι ένα γαρίφαλο πίσω στα μαλλιά, δεν έκανε να το δούμε ποτέ αυτό, μας έλεγαν «είναι γρουσουζιά, δεν πρέπει η νύφη να το δει» και μετά όταν ερχόμασταν στο σπίτι του άντρα το βράδυ άλλος μας το έβγαζε το λουλούδι και το έβαζε, στα σπίτια, ανάμεσα σε κάνα τούβλο, να μην το δούμε εμείς ποτέ, η νύφη δεν έπρεπε να το δει ήταν μεγάλη γρουσουζιά, αυτό το έφερνε η πεθερά το λουλούδι, ένα παιδάκι το έφερνε μας το ‘δινε στην νύφη. Αλλά ήταν γρουσουζιά, δεν έπρεπε λέει να το δούμε εμείς, ούτε στον καθρέφτη πουθενά, τελευταία στιγμή θα καθρεφτιστείς και μετά θα σου βάλει το λουλούδι η κομμώτρια και δεν θα ξανά καθρεφτιστείς, δεν ήταν σωστό.
Αυτό το λουλούδι ξέρουμε αν συμβολίζει κάτι;
Δεν ξέρω. Για γρουσουζιά μας λέγανε, δεν είναι καλό να το δει η νύφη, αυτό τίποτα άλλο δεν ξέρω.
Μετά στην στέψη με ποιόν τρόπο πηγαίνατε;
Με τα πόδια, με τα όργανα, κανονικά με τα όργανα με τα [00:25:00]κλαρίνα. Πηγαίναμε πρώτος ο γαμπρός και μετά από πίσω με κάποια απόσταση η νύφη, πηγαίναμε με τα πόδια μας κανονικά και με τα όργανα. Χόρευαν μπροστά όλοι, χορεύανε με μπίρες, με τέτοια, πάλι αυτά ήτανε, η μπίρα υπήρχε, τα τσίπουρα υπήρχαν. Χορεύανε και πηγαίναμε στη εκκλησία.
Και μετά γινότανε η στέψη.
Ναι.
Εκεί πέρα υπήρχε κάποιο έθιμο;
Στην στέψη δεν, τί υπήρχε; Όχι δεν υπήρχε, πάλι έτσι κανονικά, πάλι, η στέψη δεν υπήρχε και κάτι. Τί είχα πει ότι υπήρχε; Λίγο και τα ‘χω ξεχάσει. Μετά την στέψη που ερχόμασταν στο σπίτι, ναι υπήρχε. Καταρχάς μας περιμένανε, σας είπα και πιο μπροστά, με δύο λάμπες και με μία φέτα ψωμί να την σπάσουμε, μερικοί δίναν και γλυκό στην νύφη. Και πρώτα τις λάμπες, μετά το ψωμί και μετά μας δίνανε κι ένα μωρό να το χαϊδέψουμε με τον σταυρό ntemek ( υποτίθεται) για να κάνουμε παιδιά, και εμείς του δίναμε στο μωρό ένα μαντήλι κι ένα ζευγάρι καλτσάκια γεμάτα φρούτα και ξηρούς καρπούς, το χαϊδεύαμε το μωρό και μετά δωρίζαμε, πρώτα φιλούσαμε χέρι με μετάνοιες, στην πεθερά, στον πεθερό, παππού, γιαγιά, αδέρφια, ό,τι είχε ο γαμπρός, και μετά δωρίζαμε, και στον κουμπάρο μετάνοιες, και μετά δωρίζαμε.
Τι δωρίζατε; Ποια ήταν τα δώρα που τους δίνατε;
Ρούχα, ρούχα ήταν παλιά. Πουκάμισα, φορέματα, στον καθένα τους αγοράζαμε ρούχα. Δεν δίναμε τότε, όπως τώρα δίνουνε και χρυσαφικά και τέτοια, χρυσαφικά μονό η πεθερά θα σου αγόραζε ό,τι ήταν να σου αγοράσει, οι πεθερές. Τώρα δίνουν όλοι, τότε δεν υπήρχε αυτό, ήταν και φτωχός ο κόσμος, τώρα έχει πιο πολλές δουλειές, τότε δεν είχε μόνο με την κτηνοτροφία ζούσαμε, πού να βρεις να παίρνεις και τόσα χρυσαφικά και...
Άρα φτάνατε στο σπίτι, γινόντουσαν αυτά που μας είπατε, και μετά γινόταν το γλέντι;
Στο σπίτι μετά δεν είχε και πολύ γλέντι γιατί γινόταν στην πλατεία το γλέντι. Πηγαίναμε στην πλατεία μετά την στέψη. Αυτά μετά. Πρώτα γινόταν το γλέντι στην πλατεία και μετά ερχόμασταν στο σπίτι. Ξανά ταΐζαμε κουμπάρους και τα σόγια το βράδυ στο σπίτι ε και μετά τελείωνε ο γάμος. Την άλλη μέρα το πρωί, Δευτέρα, η νύφη δεν κάνει να κάνει μπάνιο μετά 3 μέρες μας έλεγαν μετά τον γάμο, Δευτέρα Τρίτη όχι, την Τετάρτη να κάνει μπάνιο. Μετά την Τετάρτη, Πέμπτη τίποτε. Βέβαια το σπίτι ήταν όλο χαλασμένο, τραπέζια και τέτοια, που να κοιμηθείς, κάτω στο πάτωμα δεν υπήρχε περίπτωση να βρεις κρεβατοκάμαρα στρωμένη κιόλας έτοιμη, δεν υπήρχε τίποτα έπρεπε πάνω στα τραπέζια να κοιμηθείς την πρώτη νύχτα του γάμου. Αν και πρώτη νύχτα του γάμου εντάξει, για μένα προσωπικά δεν υπήρχε όπως παλιά. Η πρώτη νύχτα του γάμου είχε γίνει πιο μπροστά. Κάναμε κι ένα γλυκό για την πρώτη νύχτα του γάμου, που το οποίο τον λένε χαλβά παραδοσιακό, τον κάνουνε στο Θεοδωράκι, τον κάνουν και σε άλλα χωριά, ντόπια χωριά. Είναι με αλεύρι, με λάδι και με ζάχαρη, με νερό, το κάνουμε το σερμπέτι (σιρόπι) και το ρίχνουμε από πάνω, το ψήνουμε το αλεύρι με το λάδι στον χαλβά, ήταν παραδοσιακός χαλβάς, αλλά ήταν πιο πολύ για τις παρθένες γυναίκες. Παλιά απ’ ότι άκουσα, απλώνανε οι παρθένες και τα σεντόνια τους, εγώ αυτό δεν το έχω ζήσει. Ήμουνα άλλης γενιάς και κάνανε χαλβά, αλλά τον χαλβά τον συνεχίζαμε και τον κάναμε κι εμείς. Μετά την Τετάρτη που κάναμε μπάνιο, την Πέμπτη τίποτα, την Παρασκευή πηγαίναμε σε pravitse**, η νύφη δεν θα έβλεπε τους γονείς της ως και την άλλη παρασκευή, την ερχόμενη Παρασκευή. Την έβλεπε την ερχόμενη Παρασκευή, που πάλι όλο το σόι θα πήγαινε στην νύφη, θα την πήγαινε την νύφη και τον γαμπρό που θα μέναμε εκεί στους γονείς της νύφης, στο σπίτι το πατρικό μου, καθόμασταν και φεύγαμε την Κυριακή το πρωί. Παρασκευή βράδυ, Σάββατο βράδυ καθόμασταν εκεί. Εντωμεταξύ όμως πάλι είχαμε τραπέζι με φαγητά, πάλι όχι όργανα, τραπέζι φαγητά κι αυτά. Όλοι μάς πηγαίναν, πάλι μετάνοιες κανονικά, όχι δώρα μετάνοιες μόνο, στους γονείς και οι δύο και ο άντρας και η γυναίκα κάναμε μαζί μετάνοιες .Άλλο;
Θέλετε λίγο να μας πείτε την διαδικασία της παραγωγής του [00:30:00]χαλβά; Πώς το φτιάχνατε; Γιατί είπατε πως είναι κάτι παραδοσιακό που μπορεί να μην υπάρχει σε άλλα χωριά.
Ε ναι δεν υπάρχει, όχι δεν υπάρχει. Το κάνουμε με λάδι, το βάζουμε στην φωτιά το λάδι, σε μία χύτρα, σε μία κατσαρόλα, τώρα βέβαια το κάνουμε στην κουζίνα παλιά το κάναμε στο τζάκι, έξω στην αυλή, ναι στις αυλές έξω το κάναμε. Βάζαμε το λάδι στο καζανάκι να βράσει, έβραζε το λάδι, μετά ρίχναμε το αλεύρι και το ανακατεύαμε, μετά βάζαμε χώρια σε άλλο, σε άλλη κατσαρόλα το νερό με την ζάχαρη, έπρεπε το αλεύρι να ψηθεί να κοκκινίσει πάρα πολύ, το νερό να βράσει με την ζάχαρη και μετά όταν θα ψηνόταν το αλεύρι και να μην το ρίξεις εκείνη την στιγμή το ζουμί δεν έχει πρόβλημα και την άλλη μέρα να το ρήξεις, απλά το ζουμί να είναι βρασμένο πάρα πολύ, να κοχλάζει, να βράζει παρά πολύ. Και το ρίχνεις και το ανακατεύεις. Είναι λίγο δύσκολο, αλλά άμα το ξέρεις δεν είναι τίποτα. Να μην σου σβολιάσει κι αυτά.
Κι αυτό πότε ακριβώς το τρώγατε;
Μετά το βράδυ, στον γάμο και την Δευτέρα. Και την Δευτέρα παλιά ερχόντουσαν, σ’ εμάς όχι, παλιά πήγαινε ο κόσμος να βλέπει και τα σεντόνια, αυτά τώρα εμείς δεν τα ζήσαμε.
Και στο pravitse...
Ναι.
Είπατε πηγαίνατε εσείς κι ο, η νύφη κι ο γαμπρός ουσιαστικά πήγαινε και έμενε στα πεθερικά του γαμπρού, στο σπίτι της νύφης;
Ναι, ναι. Και οι γονείς του γαμπρού ερχόντουσαν αλλά φεύγανε, και το σόι του γαμπρού ερχόταν κι έφευγαν όμως μετά.
Ωραία, θέλετε να μας πείτε δυο λόγια για την ζωή σας μετά τον γάμο;
Η ζωή μου μετά τον γάμο, τι να σας πω; Εντάξει ήταν λίγο έτσι δύσκολη. Εντωμεταξύ είχαμε, ήμασταν μεγάλη οικογένεια, είχα παππού, γιαγιά, πεθερά, πεθερό κουνιάδες, όλοι μέναμε μαζί, εγώ μικρούλα. Εντάξει είναι δύσκολη η ζωή με τόσο κόσμο κι εγώ μικρή, η αλήθεια είναι. Μετά κάναμε παιδιά, μετά αποκτήσαμε τα ζώα, εντωμεταξύ είχαμε 2-3, μετά τα κάναμε πολλά, αρκετά. Μετά έκανα τα παιδιά μου, που τα οποία κι αυτά μεγάλωσαν μαζί μου ερχόντουσαν κι αυτά στα βουνά μαζί μου. Γιατί κι εγώ πήγαινα στο βουνό με τον άντρα μου και μέναμε εκεί, ειδικά με την κόρη μου, ήταν συνέχεια στο βουνό μαζί μας. Απ’ εκεί πήγαινε γυμνάσιο, απ’ εκεί πήγαινε δημοτικό την κατέβαζε ο άντρας μου, απ’ εκεί πήγαινε φροντιστήρια και κατέληξε να γίνει καθηγήτρια από ‘κει.
Για την βάφτιση έχετε κάποιο έθιμο; Ας πούμε τα παιδιά σας πώς τα βαφτίσατε εσείς;
Και τα παιδιά μου εγώ τα βάφτισα στο σπίτι πάλι. Πάλι στο σπίτι κάναμε, τις βαφτίσεις και στα 3 μου τα παιδιά στο σπίτι, όχι στα 2 τα παιδιά έκανα στο σπίτι και στο 1 έκανα σε κέντρο, στο χωριό, σ' ένα καφενείο γιατί ήταν του ’96 που γεννήθηκε και ο κόσμος δεν έκανε στο σπίτι αλλά τα 2 μου τα αγόρια που είναι ’83 και ’85 τα έκανα στο σπίτι, τις βαφτίσεις. Πηγαίναμε, καταρχάς παλιά η μαμά δεν πήγαινε στη βάφτιση, εγώ όμως πήγα, άρχισαν και πηγαίνανε, παλιά δεν πήγαινε η μαμά. Περίμενε στο σπίτι να έρθουν να πουν το όνομα και η μαμά τους έδινε λεφτά στα παιδάκια. Βέβαια τα ονόματα έπαιρναν της πεθεράς και του πεθερού, τα παιδιά έτσι έχουμε έθιμο δεν τα, πρώτα από τον άντρα βαφτίζουμε τον μπαμπά και την μαμά και μετά. Όλοι αυτό το είχαμε έθιμο στο χωριό μας. Όχι εντάξει πήγα εγώ στην βάφτιση κανονικά, δεν είχα, αλλά πάλι δώσαμε λεφτά. Μετά και το μωρό την Τετάρτη το πλέναμε, το μύρο που έβαζε ο παππάς κι ο κουμπάρος λέγανε να μείνει 2 μέρες στο παιδί και το κάναμε μπάνιο την Τετάρτη και το ρίχναμε το νερό, που κάναμε και τα ρουχαλάκια που πλέναμε, σε βασιλικό ή σ’ ότι πράσινο λουλούδι είχαμε, δεν το πετούσαμε έτσι. Κι όταν καλούσαμε τον κουμπάρο, πάλι με ψωμί, πάλι με pougatsa τον καλούσαμε και λουκούμι, και μετά ο κουμπάρος μας γυρνούσε και σιτάρι. Μας γυρνούσε σιτάρι να το σπείρουμε να είναι του παιδιού το σιτάρι, όταν το παιδί θα βγάλει δόντια να του βράσουμε σιτάρι. Γιατί στα μωρά βράζαμε εμείς σιτάρι για τα δόντια, άμα βλέπαμε δοντάκια[00:35:00], τώρα δίνουν χρυσαφικά, εμείς τότε παλιά βράζαμε σιτάρι και μαζεύαμε τα παιδιά και βάζαμε μέσα στο σιτάρι, με λίγη ζαχαρίτσα ένα σταυρό, βάζαμε μέσα καθρέφτη, μολύβι, τετράδιο, χτένες, χρυσαφικό, βιβλίο και να δούμε τι θα τραβήξει το μωρό, να δούμε τί θα γίνει όταν μεγαλώσει, έθιμο ήταν του χωριού μας.
Αυτό μπορείτε λίγο να μας το εξηγήσετε, δηλαδή άμα το παιδί τραβούσε ας πούμε το μολύβι ή το στυλό ή τα ψαλίδια ξέρω ‘γω;
Έπρεπε να τραβήξει 3 πράγματα το είχαμε στο έθιμο. Αν τραβούσε ψαλίδι θα λέγαμε «θα γίνει κομμώτρια - κομμωτής», αν τραβούσε μολύβι θα λέγαμε «θα γίνει δάσκαλος, καθηγητής» και το βιβλίο τα ίδια, άμα τραβούσε καθρέφτη και τέτοια και χρυσαφικό λέγαμε «εντάξει αυτή μόνο θα στολίζεται», αυτά ήταν τα έθιμα.
Η επιλογή του κουμπάρου με ποιόν τρόπο γινόταν; Είτε στο γάμο είτε στην βάφτιση.
Αυτός που μας βάφτιζε, αυτός μας στεφάνωνε και αυτός μας βάφτιζε τα παιδιά, δεν αλλάζαμε κουμπάρο κι εγώ δεν άλλαξα κουμπάρο, ούτε στα παιδιά μου, μπορεί να 'ναι αδερφός ο ένας ή, αλλά είναι τα αδέλφια από το ίδιο σπίτι, δεν αλλάξαμε κουμπάρο. Τώρα τα παιδιά μας όμως αλλάζουνε, ενώ εμείς όχι. Ο ίδιος κουμπάρος μας πάντρευε, ο ίδιος μας βάφτιζε τα παιδιά και τον έχουμε σέβαση ακόμα στον κουμπάρο.
Είπατε πριν ότι ο πατέρας σας ήταν ανάπηρος, από ποιο, για ποιο λόγο; Ήταν εκ γεννετής;
Όχι ο πατέρας μου ήταν μικρό παιδάκι, βοσκούσε γουρούνια, εγώ έτσι τον ξέρω τον πατέρα μου, ήταν παιδάκι βοσκούσε γουρούνια, τότε με τους Γερμανούς από νάρκες τι είχε, αυτός μικρό παιδάκι φτωχό, όπως βοσκούσε τα γουρούνια είδε καραμέλες, απ’ ότι μου έλεγε και πήγε να πάρει τις καραμελίτσες και έσκασε η νάρκη στο χέρι του και τον τραυμάτισε σοβαρά και στο μάτι και τα δύο του μάτια, αλλά το ένα λίγο έβλεπε εντάξει. Και στα δυο του μάτια ήταν και το χέρι του αφαιρέθηκε. Τον βρήκανε μετά οι χωριανοί και τον φέρανε σ' ένα γαϊδουράκι, γιατί δεν υπήρχε τίποτε ούτε συγκοινωνία ούτε τίποτε, τον έφεραν μ' ένα γαϊδουράκι μισοπεθαμένο, αλλά ήταν τυχερός κι έζησε και μας έκανε εμάς κι εμείς κάναμε τα παιδιά μας.
Και πριν είπατε «στην γλώσσα την δική μας», όταν λέτε στην γλώσσα την δική μας;
Την Ντόπια γλώσσα, αυτή είναι η δικιά μας γλώσσα.
Ναι απλά πρέπει λίγο να μας το διασαφηνίσετε.
Ναι, τι θέλετε;
Εσείς μιλάτε ελληνικά, οι γονείς σας δηλαδή δεν μιλούσαν ελληνικά;
Ε μιλούσαν αλλά δεν μπορούσαν όμως καθαρά, μετά είχα και γιαγιά και παππού που δεν ήξεραν ελληνικά, μονό ντόπικα μιλούσανε κι εγώ έμενα μαζί τους .
Εσείς έτσι τους ξέρατε δεν...
Ναι, ναι. Δεν ήξεραν τίποτε ελληνικά, δεν ήξερε η γιαγιά κι ο παππούς.
Οι γονείς σας μετά πήγανε σχολείο;
Ε όχι. Νυχτερινό, νυχτερινό σχολείο ο γονείς μου, δεν είχε σχολεία και για λίγο καιρό, δεν πήγανε, ο μπαμπάς μου αφότου χτυπήθηκε δεν πήγε μετά. Η μαμά μου, μου έλεγε για λίγο πήγε νυχτερινό σχολείο, για λίγο.
Εσείς πώς μάθατε ελληνικά;
Εγώ πήγα κανονικά σχολείο, δημοτικό.
Στο σχολείο πώς ήταν τα πράγματα; Ήτανε εύκολα;
Όχι, σε εμάς εύκολα ήταν, αυτά τα χρόνια που πήγα εγώ δεν ήταν, δεν είχε κάτι το δύσκολο. Αλλά ούτε τρώγαμε εμείς εκεί ούτε τίποτα. Δεν υπήρχε συσσίτια και τέτοια. Εγώ κανονικά, όταν πήγα στο σχολείο, ήμουνα όπως τώρα ας το πω, δεν υπήρχε. Απλά ήμασταν πάρα πολλά παιδιά τότε. Τώρα δεν έχει, τώρα έχουμε στο χωριό μας 10 παιδάκια στο σχολείο, ενώ εμείς ήμασταν 150 μπορεί, τώρα δεν υπάρχει.
Εσείς τη γλώσσα τη ντόπια, την Σλαβομακεδονική δηλαδή, την μάθατε μέσα από την οικογένεια σας;
Ναι, ναι. Και την ξέρουμε και την μιλάμε και μπερδευόμαστε, μέσα στα ελληνικά βάζουμε και κανα Ντόπιο.
Παιδιά μετά από πόσο καιρό που παντρευτήκατε αποκτήσατε;
Μετά από 4 χρόνια. Έμεινα έγκυος εντάξει, είχα και γέρους πολλούς, έχασα τα πρώτα μου, ήταν δίδυμα, τα έχασα υπέφερα πάρα πολύ όπου και αρρώστησα, είχα ψυχολογικά προβλήματα μετά λίγο καιρό, γιατί άργησα μετά να κάνω παιδιά, 4 χρόνια με [00:40:00]πεθερές και πεθερούς καταλαβαίνετε εκείνα τα χρόνια πώς ήταν, να σου μιλάνε συνέχεια «δεν έχεις παιδιά, δεν έχεις παιδιά!» Ήταν πολύ δύσκολο, αλλά μετά δόξα τω Θεώ έκανα 3 υπέροχα παιδιά, έχω δυο αγόρια και ένα κορίτσι, το είπα και πιο μπροστά.
Ξέρω ότι υπάρχει στο χωριό σας ένα μέρος όπου πηγαίνουν οι γυναίκες για να μείνουν έγκυες.
Ναι, ναι.
Μπορείτε να μ πείτε λίγο γι’ αυτό.
Πήγα κι εγώ! Πήγα κι εγώ με την πεθερά μου και πήραμε κι ένα παιδάκι της κουνιάδας μου μικρό και πήραμε κι ένα περιστέρι που έπρεπε αυτό το περιστέρι να το βράσουμε εκεί. Πήγαμε προσκυνήσαμε τις εικόνες, είναι το Toukmeout λέγεται, η αποκεφάλιση του Ιωάννου του Προδρόμου γιορτάζεται αυτό. 00:35:40
Είναι στο χωριό σας αυτό;
Όχι, όχι Θηριόπετρα, δεν είναι εδώ. Πήγαμε εκεί με την πεθερά μου, πήραμε και το περιστέρι το βράσαμε εκεί, πήραμε και κατσαρολάκι, έπρεπε να φάμε εκεί, δεν μιλήσαμε καθόλου, δεν πρέπει να μιλήσεις εκεί όταν πας για τέτοιο πράγμα, για παιδιά, για να μείνεις έγκυος. Δεν μιλήσαμε, δεν κάναμε τίποτα, βράσαμε, το φάγαμε, προσκυνήσαμε, πλυθήκαμε, αφήσαμε και από ένα ρούχο, έτσι μας είχανε πει, πρέπει να κάνετε και μετά με το που ήρθα εκείνη την στιγμή που ήρθα στο σπίτι, με το που ήρθα και έμαθα ότι είμαι έγκυος. Δηλαδή ήταν τόσο, μα και πίστευα όμως. Πίστευα, γιατί πίστευα σ’ αυτά. Κι ακόμα πηγαίνει κόσμος στο Toukmeout. Απλά είναι, το κάνουν πανηγύρι η αποκεφάλιση του Ιωάννου του προδρόμου, αλλά εμείς το λέμε Τoukmeout.
Πριν αναφερθήκατε, όταν μιλούσαμε για τον γάμο, στο banik.
Ναι.
Έχω ακούσει για ένα έθιμο, που κάνετε εδώ πέρα στο χωριό πίτες και μοιράζετε για κάποιο παιδί.
Ναι.
Θέλετε λίγο να μου πείτε γι’ αυτό;
Ναι. Κάποτε μας έλεγαν οι παππούδες, οι γιαγιάδες ότι ένα παιδάκι πέθανε στο χωριό μας; Πέθανε για πίτα. Η μαμά του ήταν πολύ φτωχιά και τον έκανε με στάχτη πίτα, αλλά το παιδάκι δεν άντεξε πέθανε, δεν έφαγε ούτε από ‘κείνη την πίτα. Και από τότε εμείς ψυχοσάββατο το γιορτάζουμε και μοιράζουμε πίτα και το λέμε «Dete oumre za banik» δηλαδή το παιδάκι πέθανε για πίτα κι εμείς το ‘χουμε, το γιορτάζουμε αυτό και μοιράζουμε πίτα. Και παραμένει ακόμα, κι εμείς το κάνουμε δηλαδή κι εμείς η άλλη γενιά, δεν είναι μονό οι γέροι, κι εμείς το κάνουμε.
Δηλαδή, η μητέρα αυτού του παιδιού ο μύθος λέει ότι δεν είχε αλεύρι.
Ναι δεν είχε αλεύρι και του ‘κανε με στάχτη πίτα, αλλά το παιδάκι δεν άντεξε, πέθανε.
Μάλιστα.
Κι ακόμα το γιορτάζουμε.
Θέλετε να προσθέσετε κάτι άλλο πάνω σ’ αυτά που είπαμε για τα έθιμα του γάμου, μήπως κάτι ξεχάσατε να μου πείτε; Ή για τα έθιμα της βάφτισης ή οτιδήποτε αναφέραμε ή κάτι που θέλετε να προσθέσετε για την ζωή σας.
Δεν ξέρω! Είχαμε και το proustsavajine.
Στα έθιμα;
Ναι στα έθιμα. Στα έθιμα είχαμε το proustsavajine, πάλι όμως βέβαια οι νύφες, οι γαμπροί φιλούσαμε χέρια στις πεθερές, στους πεθερούς, είχαμε proustsavajine για να συγχωρεθούμε, κάθε χρόνο γινόταν αυτό, κάθε χρόνο προσκυνούσαμε. Τώρα πότε ήταν; Πότε το κάναμε; Ποια παραμονή το κάνουμε; Δεν μπορώ να θυμηθώ.
Πείτε μου τι κάνετε γενικά και ίσως το θυμηθείτε στην συνέχεια.
Καλά. Και να είπα και τα παιδάκια όλα ερχόντουσαν τους δίναμε λεφτά, Αγίου Θεοδώρου; Όχι βρε δεν ήταν Αγίου Θεόδωρου. Κι εγώ το ξέχασα.
Τί κάνατε όμως ακριβώς δεν μας είπατε. Περιγράψτε το έθιμο και θα...
Ναι το έθιμο ήταν, βράζαμε κι ένα αυγό νομίζω, ναι κι ακόμα το κάνουμε το proustsavajine, ακόμα δίνουμε λεφτά στα παιδάκια, όλα τα παιδάκια έρχονται και μαζεύουν λεφτά, το Πάσχα; Ναι, ναι.
Πότε ήτανε;
Το Πάσχα.
Και τι ακριβώς κάνανε; Δηλαδή έρχονται τα παιδιά...
Ναι έρχονται τα παιδιά στα σπίτια, τα παιδιά των συγγενών σου, δεν έρχονται τα ξένα παιδιά και τους δίναμε λεφτά μας, [00:45:00]φιλούσαν και το χέρι τα παιδάκια. Μετά του Λαζάρου, μάζευαν ήρθε Λάζαρος, δίναμε αυγό, ψάρι, λεφτά, ό,τι είχαμε, αλεύρι, και μαζευόντουσαν σ’ ένα σπίτι και τώρα λένε τα κάλαντα, τότε εμείς λέγαμε αλλά δεν μας δίναν λεφτά και να φεύγουμε. Όταν τραγουδούσαμε το τραγούδι μας δίναν ψάρι και τα τηγανίζαμε σ’ ένα σπίτι και τα τρώγαμε όλα μαζί τα παιδιά, είχαμε άλλα έθιμα τώρα τα ‘χουμε αλλάξει.
Άρα 40 μέρες πριν το Πάσχα κάνατε αυτό, το proustsavajne...
Ναι, proustsavajne...
Για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες σας;
Ε ναι έτσι λέγανε, στην πεθερά, στον πεθερό δεν γινόταν. Αφού το θέλανε και οι ίδιοι κι εμείς. Έτσι είχαμε έθιμο, τέλειωσε αυτό έπρεπε να γίνει. Όλοι το κάναμε, δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην το κάνει στο χωριό.
Και σαν αντάλλαγμα; Υπήρχε κάποιο αντάλλαγμα;
Όχι, τι αντάλλαγμα, δεν υπήρχε. Απλά αυτοί μας δίνανε λεφτά, τίποτε άλλο, μας δίνανε λεφτά. Φιλούσαμε το χέρι αλλά πάντα με λεφτά, δεν ήταν έτσι.
Αυτό το έθιμο συνεχίζεται ακόμα κι τώρα;
Και τρώγαμε το proustsavajne, ναι συνεχίζεται σε πολλά σπίτια. Και τρώγαμε χαλβά. Όχι χαλβά τον φτιαγμένο, τον άλλον τον χαλβά τον αγοραστό. Το είχαμε σαν έθιμο το proustsavajne τρώμε χαλβά, γιατί νηστεία, μετά αρχίζαμε την νηστεία, 40 μέρες για το Πάσχα.
Μάλιστα, θέλετε να μου πείτε κάτι ακόμα;
Δεν ξέρω ρωτήστε με εσείς άμα θέλετε, άμα ξέρω να σας απαντήσω.
Εσείς δεν έχετε να προσθέσετε κάτι για όλα αυτά που μου είπατε, για τον γάμο τα έθιμα, την βάφτιση, οτιδήποτε τέτοιο;
Δεν ξέρω τώρα.
Ή για την ζωή σας κάτι που σας έχει στιγματίσει ας πούμε; Κάτι ,δεν ξέρω.
Ε όχι, όχι.
Άρα τελειώσαμε;
Νομίζω.
Σας ευχαριστώ πολύ.
Κι εγώ.
*Παραδοσιακό σκεύος μαγειρικής, που χρησιμοποιούνταν πυρωμένο για το ψήσιμο του ψωμιού και του φαγητού. Δεν υπάρχει ακριβής μονολεκτική ελληνική μετάφραση.
**Παράγωγο της λέξης pravnou, που σημαίνει πρώτο κι εδώ αναφέρεται στη πρώτη επίσκεψη της νύφης στο πατρικό της μετά τον γάμο.