© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Η εκπαίδευση σε τουρκόφωνο χωριό

Κωδικός Ιστορίας
9935
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Καλλιόπη Χριστοφορίδου (Κ.Χ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
04/10/2020
Ερευνητής/τρια
Βασιλική Παπαδοπούλου (Β.Π.)

[00:00:00] 

Β.Π.:

Είναι Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2020, είμαστε στην Νέα Μπάφρα Σερρών, είμαι η Παπαδοπούλου Βασιλική, ερευνήτρια στο Istorima, και είναι μαζί μας η Χριστοφορίδου Καλλιόπη. Γεια σας, μπορείτε να μας πείτε λίγα πράγματα για σας, πού μένετε, για την καταγωγή σας, γενικότερα για σας, κάποια πράγματα έτσι, να μας συστηθείτε.

Κ.Χ.:

Ναι, μένουμε στην Νέα Μπάφρα Σερρών, οι γονείς μας ήρθαν από την πατρίδα, έκτισαν αυτοί το χωριό που ήρθαν, όλοι. Όλοι είμαστε πρόσφυγες στο χωριό και είμαστε και παφραλίδες που λέμε. Γεννήθηκα εγώ το ’41, πηγαίναμε σχολείο. Το σχολείο μας ήταν διθέσιο, είχαμε πολλά παιδιά τότε. Ήτανε κάπου 100 παιδιά σε διθέσιο σχολείο. Δεν είχαμε ούτε σόμπα ν' ανάψουμε, μετά έκαναν οι γονείς μας κάτι αυτά εκεί, πηγαίναμε ξύλα απ’ τα σπίτια, ο καθένας από ένα ξύλο, για να ζεσταθούμε στο σχολείο. Στο σχολείο είχαμε τους δασκάλους μας έλεγαν, δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε, ξέραμε τη γλώσσα την τουρκική. Οι γονείς μας δεν ήξεραν τίποτα να μας πουν, κι έτσι κι εμείς δεν ξέραμε να μιλήσουμε τα ελληνικά στο σχολείο. Στους γονείς μας είπανε στην πατρίδα ή τη γλώσσα ή τη θρησκεία, αυτοί διάλεξαν τη θρησκεία τους κι έτσι κι εμείς δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε. Πηγαίναμε εκδρομή και δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε με γειτονικά χωριά εδώ γύρω -γύρω.

Β.Π.:

Άρα δηλαδή, ήταν τουρκόφωνοι όλοι στο χωριό;

Κ.Χ.:

Ναι ήρθαν όλοι, ναι όλοι ήμασταν απ’ την πατρίδα. Δηλαδή, όπως ήρθανε απ’ την Νέα Μπάφρα της Τουρκίας -

Β.Π.:

Στον Πόντο.

Κ.Χ.:

Στον Πόντο, όπως ήτανε ήρθαν και κτίσανε εδώ, την Νέα Μπάφρα, εδώ. Και όλοι ήξεραν, οι παππούδες μας αυτοί, δεν ήξεραν τίποτα από ελληνικά. Ο δάσκαλος μας ήταν κι εκείνος από την πατρίδα από ‘κει, και ήξερε και λίγα ελληνικά και λίγα τούρκικα. Μας έλεγε το μάθημα από ελληνικά, εμείς δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι έλεγε ο δάσκαλος, και καθόταν και μας το έλεγε από τουρκικά για να μπούμε στο νόημα. Και δεν ξέραμε, τίποτα, πήγαμε μέχρι τρίτη, τετάρτη, μετά βγήκανε οι δουλειές, στα χωράφια oι γονείς μας ήθελαν και βοηθό να πάμε. Δεν μπορούσαμε να διαβάσουμε, όπως ήτανε κι έτσι παρατήσαμε το σχολείο. Πηγαίναμε, βοηθούσαμε τους γονείς, μετά πηγαίναμε νυχτερινό σχολείο, και πήραμε το απολυτήριο με το  νυχτερινό σχολείο. Μας βοήθησε πάρα πολύ ο δάσκαλος ο Ηλία Πάνου.

Β.Π.:

Από την αρχή που ξεκινήσαμε και σας ρώτησα πράγματα για την ταυτότητα σας, είπατε για τη γλώσσα, είναι πολύ χαρακτηριστικό, σας προσδιορίζει και γενικά προσδιορίζει το χωριό και κατευθείαν μου είπατε και για το σχολείο και ότι δεν μπορούσατε να συνεννοηθείτε . Η γλώσσα δηλαδή ήτανε κάτι που δυσκόλευε και τους γονείς σας και εσάς, ήτανε κάτι πολύ χαρακτηριστικό για την ταυτότητα σας –

Κ.Χ.:

Ναι, ναι . Οι γονείς μας δεν ήξεραν τίποτα. Όταν ήρθαν εδώ δεν ήξεραν να συνεννοηθούν με κανέναν.

Β.Π.:

Ωραία, θα μείνω στο κομμάτι αυτό και στο κομμάτι της εκπαίδευσης που είπατε. Και Θέλω να ρωτήσω για το σχολείο που ήτανε στο χωριό την εγκατάσταση του, ότι θυμάστε να μου πείτε.

Κ.Χ.:

Ναι, το σχολείο το είχαν κτίσει αυτοί που ήρθαν οι γονείς μας. Έφεραν πέτρες, χώμα από παντού και οι ίδιοι τους σχεδόν κτίσανε το σχολείο και την εκκλησία μας, και την εκκλησία μαζί έκτισαν εκεί δίπλα, κι έτσι μεγάλωσε το χωριό, τα παιδιά μεγάλωσαν, μεγαλώσαμε κι εμείς.

Β.Π.:

Είπατε ήτανε διθέσιο το σχολείο και ήτανε στον ίδιο χώρο που βρίσκεται και σήμερα;

Κ.Χ.:

Ναι.

Β.Π.:

Στην πλατεία;

Κ.Χ.:

Στην πλατεία, στο ίδιο μέρος ακριβώς, και η εκκλησία και το σχολείο.

Β.Π.:

Και το χτίσανε μόνοι τους;

Κ.Χ.:

Μόνοι τους, οι χωριανοί.

Β.Π.:

Εσείς, βοηθούσατε κάπως σε αυτό;

Κ.Χ.:

Εμείς παιδιά ήμασταν, έκτιζαν οι γονείς μας, με πλιθιά, κάμνανε λάσπη και κάμνανε σαν τσιμέντο πλιθιά και κτίζανε. Μετά [00:05:00]τελείωσε, βγήκανε στο αυτό, μεγάλωσε το σχολείο, έγινε τώρα εξαθέσιο το σχολείο.

Β.Π.:

Κατά τη διάρκεια των χρόνων οι εγκαταστάσεις μεγάλωναν, δηλαδή το έκαναν επέκταση;

Κ.Χ.:

Έκαναν, ναι, πολύ, τώρα είναι εξαθέσιο το σχολείο μας.

Β.Π.:

Ωραία.

Κ.Χ.:

Έχουμε 100 παιδιά πάλι στο σχολείο γύρω – γύρω, το χωριό είναι σε καλό μέρος.

Β.Π.:

Για τον δάσκαλο, ο δάσκαλος σας από πού ήτανε;

Κ.Χ.:

Ο δάσκαλος μας ήταν κι αυτός από την πατρίδα ήρθε. Μετά ήρθαν άλλοι δάσκαλοι. Ήρθαν από την Πελοπόννησο, Κρήτη, Κέρκυρα. Είχαμε έναν δάσκαλο, πολύ καλός, που λεγότανε Μπάμπης και ήταν πάρα πολύ καλός. Καθότανε πρωί βράδυ και μας διάβαζε, από ελληνικά για να μάθουμε καλά, πάρα πολύ… Κατσαρός λεγότανε ο δάσκαλος.

Β.Π.:

Ο πρώτος δάσκαλος ήτανε αυτός που είπατε, ο Ηλίας Πάνου;

Κ.Χ.:

Ο Ηλίας Πάνου, ήρθε ναι από ‘κει, ήξερε λίγα ελληνικά και φυσικά ήξερε και την τουρκική και μας εξηγούσε πάλι αυτό, για να μάθουμε κάτι.

Β.Π.:

Εσείς αυτό πώς το βιώσατε; Σαν συναίσθημα, σας δυσκόλευε; Δεν θέλατε να πάτε στο σχολείο;

Κ.Χ.:

Πολύ μας δυσκόλευε, πάρα πολύ. Με τον καιρό λίγο – πολύ μάθαμε και την γλώσσα, μεγαλώσαμε.

Β.Π.:

Ο δάσκαλος έμενε κοντά στο σχολείο; Γιατί συνήθως παλιά μένανε κοντά στο σχολείο –

Κ.Χ.:

Ναι, στο σχολείο. Είχε μια αυλή το σχολείο, είχανε κάνει σαν περιβάλλον, έτσι λίγο για το δάσκαλο και καθόταν εκεί, είχε και την οικογένεια. Είχαν κάνει ένα σπιτάκι κι εκείνος με οικογένεια ήταν, με παιδιά.

Β.Π.:

Και από τότε ο εκάστοτε δάσκαλος, έμενε στο σπίτι δίπλα στο σχολείο; Το παραχωρούσε δηλαδή το χωριό;

Κ.Χ.:

Ναι, μετά έκαναν άλλο σπίτι σε άλλο μέρος του χωριού και πέθανε εδώ ο δάσκαλος μας.

Β.Π.:

Ο Ηλίας αυτός;

Κ.Χ.:

Ο Ηλίας Πάνου.

Β.Π.:

Και οι επόμενοι δάσκαλοι, έμεναν και αυτοί δίπλα στο σχολείο;

Κ.Χ.:

Όχι, νοίκιαζαν στ' άλλα σπίτια, αυτοί που ΄χαν 1-2 δωμάτια νοίκιαζαν –

Β.Π.:

A, γινότανε έτσι.

Κ.Χ.:

Ναι, νοίκιαζαν ή τους βάζαμε έτσι τους ανθρώπους, για να μάθουν τα παιδιά γράμματα, οι γονείς.

Β.Π.:

Στο σχολείο πώς ήτανε; Φορούσατε κάποια -

Κ.Χ.:

Όχι -

Β.Π.:

Στολή; Ποδιές;

Κ.Χ.:

Ποδιές, φορούσαμε. Μας έλεγαν να φοράμε άσπρο γιακά και μπλε τη ποδιά. Πηγαίναμε με ποδιά στο σχολείο.

Β.Π.:

Τις ράβατε αυτές;

Κ.Χ.:

Ναι, τις έραβαν.

Β.Π.:

Οι γονείς ή –

Κ.Χ.:

Η μαμά μου έραβε λίγο – πολύ και μας έκαμνε.

Β.Π.:

  Μέσα στο σχολείο πώς ήτανε, τι βιβλία είχατε;

Κ.Χ.:

Είχαμε βιβλία, την αλφαβήτα, απ’ αυτά, απ’ την πρώτη τάξη, γεωγραφία κάναμε. Απ’ όλα κάμναμε, ιστορία, χειροτεχνία.

Β.Π.:

Κάνατε και καλλιτεχνικά;

Κ.Χ.:

Βέβαια, χειροτεχνία ήτανε η αυτή μας, πολύ. Οι δάσκαλοι μας, βρε βοηθούσαν πολύ.

Β.Π.:

Και κάνατε όλα τα παιδιά μαζί γιατί ήταν διθέσιο.

Κ.Χ.:

Όλα τα παιδιά, βέβαια 3 αυτές κάμναμε στο σχολείο, 3 -3. Πρώτη, Δευτέρα, Τρίτη σε μία αίθουσα και οι υπόλοιποι στο άλλο, όταν ήμασταν εμείς.

Β.Π.:

Είπατε πριν πηγαίνατε εκδρομές και δεν μπορούσατε να συνεννοηθείτε. Πηγαίνατε εκδρομές με τα γύρω χωριά; Με τα άλλα σχολειά;

Κ.Χ.:

Βέβαια, ερχόντουσαν αυτοί στο σχολείο, κάμναμε παρέα, αλλά δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε, δεν ξέραμε. Δεν μπορούσαμε να απαντήσουμε στα παιδιά αυτά που έρχονταν. Αυτοί ήσανε δίπλα στο χωριό, οι ντόπιοι, που έρχονταν δίπλα απ’ τα χωριά και δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε.

Β.Π.:

Και νιώθατε άσχημα;

Κ.Χ.:

Βέβαια νιώθαμε άσχημα.

Β.Π.:

Υπήρχε κάποιος ρατσισμός ας πούμε, κάπως –

Κ.Χ.:

Ρατσισμός όχι, όλοι μας αγαπούσανε εδώ γύρω – γύρω. Ναι, είχαμε, ερχόντουσαν τα παιδιά και….

Β.Π.:

[00:10:00]Με το διπλανό χωριό, με την Πρώτη, που υπήρχε αυτή η διαμάχη για την εγκατάσταση; Υπήρχε μετά μια διαφορετική αντιμετώπιση όσο ήσασταν -

Κ.Χ.:

Όχι, οι άνθρωποι καλοί. Τότε, παλιά δεν ήθελαν ν' αφήσουνε στα κτήματα τους μέσα στα χωράφια τους. Αυτοί επέμεναν γιατί είχε νερό πηγή εδώ και λέγανε «όχι δεν θα φύγουμε, γιατί το νερό εδώ μας χρειάζεται εμάς»,  κι έτσι οι γονείς μας δεν φεύγανε, αυτοί έλεγαν να φύγουν, όχι. Κι έτσι μείνανε εδώ στο χωριό.

Β.Π.:

Ναι, αυτό ήθελα να ρωτήσω, μήπως τα παιδιά από εκείνο το χωριό είχανε έτσι μια προδιάθεση –

Κ.Χ.:

Όχι –

Β.Π.:

Αρνητική.

Κ.Χ.:

Πολύ μας αγαπούσαν οι άνθρωποι. Πηγαίναμε εκδρομή κι όλο μαζί ήμασταν, παίζαμε.

Β.Π.:

Αλλά δεν μπορούσατε να μιλήσετε, παίζατε.

Κ.Χ.:

Λίγο – πολύ όσο μάθαμε, λέγαμε κι αυτοί καταλάβαιναν πως δεν μπορούσαμε.

Β.Π.:

Ναι.

Κ.Χ.:

Οι άνθρωποι.

Β.Π.:

 Κάνατε κάποιες εκδηλώσεις στο σχολείο, πώς ήτανε; Γιορτές, επέτειοι;

Κ.Χ.:

Ναι, κάμναμε θέατρο, ποιήματα λέγαμε.

Β.Π.:

Κάθε πότε γινόταν αυτό;

Κ.Χ.:

Κάθε 25 Μαρτίου, γινότανε, έκαμναν έδρα και κάμναμε θέατρο και λέγαμε τα ποιήματα, θέατρο, παίζαμε όλα τα παιδιά του σχολείου.

Β.Π.:

Παίζατε τι; Κάποιο έργο συγκεκριμένο; Θυμάστε κάτι;

Κ.Χ.:

Έργο παίζαμε –

Β.Π.:

Ο, τι θυμάστε-

Κ.Χ.:

Τον Κολοκοτρώνη κάμναμε, το κρυφό σχολειό με κεράκια. Όλο τέτοια.

Β.Π.:

Και τις εγκαταστάσεις αυτές, τα κουστούμια –

Κ.Χ.:

Τα κουστούμια –

Β.Π.:

Tα σκηνικά, εσείς τα φτιάχνατε;

Κ.Χ.:

Ναι, κάναμε σκηνή, αυτά, ρούχα που θα ταίριαζαν, έραβαν οι δικοί μας αυτά.

Β.Π.:

Οι γονείς σας;

Κ.Χ.:

Ναι, αυτό θέλουμε, μας έραβαν με αυτά, με γελέκο... Τσολιάς... Ντύνανε τα παιδιά, όλοι ντυνόμασταν.

Β.Π.:

Παρελάσεις κάνατε κανονικά, γιορτάζατε; -

Κ.Χ.:

Ναι, βέβαια. Παρελάσεις, εκκλησία, πηγαίναμε μετά στο ηρώον λέγανε κι εκεί ποιήματα στη κοινότητα.

Β.Π.:

Μάλιστα. Έχετε κάποια ιστορία από το σχολείο να θυμάστε; Πώς ήταν τα χρόνια εκείνα; Κάτι που σας έχει μείνει..

Κ.Χ.:

Ιστορία, τα παιδικά που λέγανε τότε.

Β.Π.:

Και με τα παιδιά εδώ στο χωριό, πώς παίζατε; Υπήρχε κάτι; Πώς ζούσατε, πώς ήταν η ζωή σας; Ας πούμε, πηγαίνατε στο σχολείο, μετά μου ‘πατε σταματήσατε πήγατε στις δουλειές, βοηθούσατε, πώς ήταν η ζωή σας;

Κ.Χ.:

Η ζωή μας ήτανε μετά το σχολείο, αφήναμε την τσάντα και πηγαίναμε στα χωράφια.

Β.Π.:

Δηλαδή, το πρωί στο σχολείο –

Κ.Χ.:

Ναι, γυρνούσαμε, μέχρι το βράδυ αργά στα χωράφια ήμασταν, μαζί με τους γονείς δουλεύαμε κι εμείς, βοηθούσαμε.

Β.Π.:

Στα καπνά;

Κ.Χ.:

Στα καπνά, κάμναμε καπνά, σιτάρια βάζανε. Ε, πηγαίναμε βοηθούσαμε.

Β.Π.:

Κι από 'κεί μετά; Σπίτι γυρνούσατε;

Κ.Χ.:

Σπίτι γυρνούσαμε, τι διαβάζαμε; Ό,τι ήξεραν οι γονείς μας. Δεν ήξεραν και γράμματα να μας δείξουνε κι αυτοί, με τον καιρό μάθανε κι εκείνοι να διαβάζουν και να γράφουν.

Β.Π.:

Τα μεγάλα αδέλφια ας πούμε, βοηθούσαν τα πιο μικρά, αν ήξεραν;

Κ.Χ.:

Ναι, οι μεγάλοι μας βοηθούσαν αλλά κι εκείνοι όσο μπορούσαν βοηθούσαν, κι εκείνοι πήγαιναν πιο πολύ στη δουλειά μαζί με τους γονείς.

Β.Π.:

Κι εσείς είπατε, σταματήσατε το σχολείο σε ποια τάξη;

Κ.Χ.:

Στην τρίτη τάξη.

Β.Π.:

Και πού πήγατε;

Κ.Χ.:

Στην τρίτη τάξη σταματήσαμε, να βοηθάμε τους γονείς. Είχανε ζώα, είχανε χωράφια, πηγαίναμε μαζί τους. Αυτοί μένανε κάτω στο χωράφι, μπορεί να μην ερχόντουσαν το βράδυ, να δουλεύουν εκεί κι εμείς εδώ στο σπίτι γύρω - γύρω, δεν μπορούσαμε ν' αφήσουμε να πάνε μόνοι τους.

Β.Π.:

Κρατούσατε το νοικοκυριό δηλαδή εσείς.

Κ.Χ.:

Το νοικοκυριό, ναι. Πηγαίναμε μαζί τους κιόλας, γι' αυτό και δεν μπορούσαμε να πάμε δηλαδή στο σχολείο.

Β.Π.:

Κι αυτό το νυχτερινό που είπατε τι; Πότε –

Κ.Χ.:

Το νυχτερινό, βγάλαμε με το νυχτερινό απολυτήριο.

Β.Π.:

Πότε πήγατε ξανά;

Κ.Χ.:

Συνεχίσαμε μετά δυο χρόνια.

Β.Π.:

Μετά 2 χρόνια πήγατε νυχτερινό, που; Εδώ στο χωριό;

Κ.Χ.:

Εδώ, ναι. Ερχόταν δάσκαλος την νύχτα και μας έκανε.

Β.Π.:

Αυτό έγινε συγκεκριμένα για το χωριό, επειδή τα παιδιά δούλευαν στα χωράφια;

Κ.Χ.:

Επειδή ναι, τα παιδιά που δεν μπόρεσαν να πάνε στο σχολείο τη χρόνια τους, και χάσανε τη χρονιά –

Β.Π.:

Nαι.

Κ.Χ.:

Ε[00:15:00]ρχόταν ο δάσκαλος, νυχτερινό και μας… πηγαίναμε στο σχολείο το νυχτερινό.

Β.Π.:

Εκεί πώς ήτανε τα πράγματα;

Κ.Χ.:

Εκεί όπως ήτανε το σχολείο, μας έβαζε μαθήματα, να διαβάσουμε , να κάνουμε. Όσο μπορούσαμε.

Β.Π.:

Και μέχρι ποια τάξη τελειώσατε;

Κ.Χ.:

Ε, μέχρι να πάρουμε το απολυτήριο.

Β.Π.:

Του δημοτικού;

Κ.Χ.:

Του δημοτικού.

Β.Π.:

Ωραία.

Κ.Χ.:

Αυτοί που ήτανε να προχωρήσουν μπροστά, πήγανε μπροστά.

Β.Π.:

Α, υπήρχανε δηλαδή και άνθρωποι που –

Κ.Χ.:

Βέβαια, πήγανε , πολλά παιδιά.

Β.Π.:

Μάλιστα, τα βιβλία σας, τα τετράδια σας, όλ' αυτά, από πού τα προμηθευόσασταν; Από πού τ΄ αγοράζατε;

Κ.Χ.:

Ε, είχαμε ένα μικρό σαν mini market, είχε απ’ όλα μέσα, παντοπωλείο που λέγαμε. Πηγαίναμε απ΄ όλα παίρναμε, μελάνι στυλό, τέτοια.

Β.Π.:

Εδώ στο χωριό ήτανε το παντοπωλείο;

Κ.Χ.:

Στο χωριό ήτανε. Δεν γράφαμε με στυλό τέτοιο, με πένα γράφαμε τότε. Με μελάνι και πένα, δεν είχαμε την πολυτέλεια τώρα το στυλό να πάρουμε και να γράψουμε. Εδώ ήτανε, από ‘δω παίρναμε.

Β.Π.:

Μάλιστα, αυτό που είπατε για τις εγκαταστάσεις του σχολείου, ότι το έφτιαξαν οι γονείς και για τα ξύλα που πηγαίνατε, πως ήταν είχε κρύο το χειμώνα; Πως ήταν οι συνθήκες;

Κ.Χ.:

Τον χειμώνα δεν είχαμε παπούτσια να φορέσουμε και πηγαίναμε και μας έκαναν οι γονείς μας από δέρμα τσαρούχια και φορούσαμε και πηγαίναμε στο σχολείο. Παίρναμε κι ένα ξυλάκι στο χέρι μας, μες τη λάσπη, μες τ΄ αυτά, πηγαίναμε για να ζεσταθούμε, αυτό ήτανε. Το κάθε παιδί έπαιρνε και το ξυλάκι του στο χέρι, για ν΄ ανάψουμε τη σόμπα εκεί.

Β.Π.:

Και ήτανε κρύος ο χώρος, δηλαδή δεν ήτανε τόσο κατάλληλες οι συνθήκες –

Κ.Χ.:

Κρύος ήτανε κρύος.

Β.Π.:

To καλοκαίρι ήτανε καλύτερα;

Κ.Χ.:

Καλύτερα ήταν το καλοκαίρι.

Β.Π.:

Κάνατε καμιά άλλη δραστηριότητα στο σχολείο, ας πούμε, κάνατε καμία δεντροφύτευση; Κανένα περίπατο; Τέτοια πράγματα.

Κ.Χ.:

Ναι, κάμναμε, ο δάσκαλος μας έβαζε, ο Ηλία Πάνου, μας έβαζε, είχε το σχολείο μέρος που κάναμε και βάζαμε δέντρα από διάφορα δέντρα, μηλιές, αχλαδιές, ροδακινιές, διάφορα κι εκεί τα παιδιά τα περιποιούνταν ο καθένας το δέντρο του. Αυτό είναι δικό μου το άλλο, με τη σειρά ήταν όλα αυτά. Πηγαίναμε τα ποτίζαμε, τα ραντίζανε και γινόταν ο καρπός και τρώγαμε, όλα από 'κει , δηλαδή μας έδινε ο κυρ Πάνος και γινόταν αυτό. Όλα τα παιδιά.

Β.Π.:

Δηλαδή τα καλλιεργούσατε και μαζεύατε τους καρπούς και σας τους έδινε –

Κ.Χ.:

Ναι, όλοι πηγαίνανε, ναι αλλά μας τα έβαζε ο δάσκαλος μας να τα κάνουμε αυτά.

Β.Π.:

Ναι, κάνατε κάποιες γυμναστικές επιδείξεις, όπως συνηθίζονταν στο τέλος της χρονιάς;

Κ.Χ.:

Κάμναμε.

Β.Π.:

Θυμάστε κάτι απ’ αυτό;

Κ.Χ.:

Ε, κάναμε, τότε γυμναστική κάμναμε, με τα σακιά που τρέχαμε, με το ξύλο που πηγαινοερχόμασταν, αυτά γινόντανε.

Β.Π.:

Εσείς είχατε αδέλφια; Πηγαίνατε μαζί στο σχολείο; Στην ίδια τάξη; Πώς ήτανε;

Κ.Χ.:

Είχα αδελφές, ήτανε πιο μεγάλες, αυτές δεν είχανε τελειώσει κι εγώ είχα τις ξαδέλφες μου. Μαζί πηγαίναμε, με τις ξαδέλφες μου.

Β.Π.:

Στην ίδια τάξη;

Κ.Χ.:

Στην ίδια τάξη πηγαίναμε.

Β.Π.:

Και βοηθούσε η μία την άλλη στα μαθήματα;

Κ.Χ.:

Στα μαθήματα κι εκείνοι σχεδόν ίδιοι ήμασταν όλοι, ο ένας λίγο –πολύ δεν μπορούσε.

Β.Π.:

Και μιλούσαν κι αυτοί στο σπίτι τους τούρκικα;

Κ.Χ.:

Όλοι γενικώς, όλο το χωριό, δεν ήξεραν κανένας να μιλάει ελληνικά εδώ, κανένας, ούτε παππούδες, ούτε γιαγιάδες.

Β.Π.:

Ο Ηλίας Πάνου, που είπατε ότι είναι δάσκαλος, είναι και το όνομα του συλλόγου, έχει κάποια σχέση;

Κ.Χ.:

Ναι.

Β.Π.:

Τι έκανε;

Κ.Χ.:

Έκανε πάρα πολλά πράγματα ο Πάνος, μεγάλωσε γεννιές.

Β.Π.:

Όσο ήτανε δάσκαλος, δηλαδή από εκείνη την περίοδο που ήτανε δάσκαλος, τότε ξεκίνησε να δημιουργεί το σύλλογο;

Κ.Χ.:

Ναι, από τότε, τότε, ήτανε, δηλαδή αγαπούσε την αυτή του, κι έκανε πάρα πολλά πράγματα για τα παιδιά. Έπαιρνε τα παιδιά τα διάβαζε, τα έκαμνε, κρατούσε ώρες.

Β.Π.:

Πέρα απ' το να σας μαθαίνει ελληνικά, φαντάζομαι προσπάθησε να σας κρατήσει και μέσα σας το στοιχείο της πατρίδας –

Κ.Χ.:

Ναι –

Β.Π.:

[00:20:00]Είπατε γιατί ασχολήθηκε και με το σύλλογο οπότε υποθέτω είχε κάνει και τέτοιες δράσεις;-

Κ.Χ.:

Είχε –

Β.Π.:

Σας μιλούσε δηλαδή; Τι γινότανε;

Κ.Χ.:

Μιλούσε από την πατρίδα πώς ήρθαμε , τι ήμασταν κι από ΄κει τι είχαμε και χάσαμε, αυτά μας έλεγε.

Β.Π.:

Μάλιστα, για το σύλλογο ξέρετε κάτι παραπάνω γι' αυτόν;

Κ.Χ.:

Τον σύλλογο τον δημιούργησαν αυτοί, το κρατάνε άλλοι τώρα και συνεχίζει ο σύλλογος.

Β.Π.:

Ναι, πριν, από την αρχή βασικά πέρα από το, αυτό το τούρκικο στοιχείο που κάνει εντύπωση στο τρόπο που αναφερθήκατε, αναφερθήκατε και είπατε «η πατρίδα». Εννοούσατε την πατρίδα το χωριό σας. Εσείς το θεωρείτε πατρίδα σας; Δηλαδή έχετε αφηγήσεις;

Κ.Χ.:

Το θεωρούμε γιατί οι γονείς μας εκεί μεγάλωσαν, εκεί παντρεύτηκαν, εκεί δημιούργησαν τα σπίτια τους και τ’ αυτά, όλα.

Β.Π.:

Πώς την έχετε εσείς μέσα σας σαν βίωμα; Δεν έχετε ζήσει εκεί αλλά φαίνεται ότι –

Κ.Χ.:

Νομίζουμε ότι ήμαστε εκεί.

Β.Π.:

Πείτε μας για αυτό είναι ενδιαφέρον –

Κ.Χ.:

Ναι –

Β.Π.:

Τι έχετε ακούσει, και τι σας έχει δημιουργήσει αυτή την αίσθηση ότι είναι πατρίδα σας από τους γονείς σας.

Κ.Χ.:

Οι γονείς μας έλεγαν ότι τα περνούσαν πάρα πολύ καλά, είχανε ωραία πράγματα, φέρανε τι φέρανε, ό,τι μπορούσανε να φέρουνε μέσ’ στην τσάντα τους. Φέρανε τις εικόνες, κάτι τραπεζομάντηλα που είχε η μάνα μου από ‘κει, τα τύλιξε σ’ ένα αυτό, και τα έφερε και τα έχουμε ακόμα.

Β.Π.:

Εσείς ουσιαστικά αυτό που έχετε από τον τόπο καταγωγής σας είναι υλικά πράγμα, ένα τραπεζομάντιλο, μια εικόνα αλλά φαίνεται ότι το νιώθετε σαν πατρίδα σας, από τις διηγήσεις.

Κ.Χ.:

  Πατρίδα μας είναι, ναι πατρίδα μας είναι.

Β.Π.:

Μάλιστα, ποιες διηγήσεις σας έχουν επηρεάσει έτσι τόσο πολύ από τους γονείς σας;

Κ.Χ.:

Αυτά που πέρασαν.

Β.Π.:

Ό, τι θυμάστε μπορείτε να πείτε, για μας είναι χρήσιμο, κάτι που εσείς μπορεί να θεωρείτε αυτονόητο ή απλό για μας είναι χρήσιμο –

Κ.Χ.:

Είχανε τόσα πολλά πράγματα, αφήσανε όλα και ήρθαν μ' ένα, με μία τσάντα στο χέρι κι ό,τι μπόρεσαν να βάλουν στην τσάντα μέσα και τα κουβάλησαν, αυτά τα αγαπημένα τους. Την εικόνα τους, κάτι εργόχειρα που είχανε, αυτά φέρανε, τίποτ' άλλο δεν μπόρεσαν να φέρουν από ΄κει.

Β.Π.:

Και μεγαλώσατε κι εσείς μ' αυτές τις διηγήσεις.

Κ.Χ.:

Και βέβαια, μεγαλώσαμε με αυτά και όταν έλεγαν έκλαιγαν που άφησαν τη πατρίδα και ήρθανε.

Β.Π.:

Άρα ουσιαστικά εσείς νιώθετε ότι έχετε ζήσει εκεί;

Κ.Χ.:

Νιώθουμε σαν να ζούσαμε εκεί με τα λόγια που έλεγαν οι γονείς μας.

Β.Π.:

Τόσο έντονες δηλαδή ήταν οι ιστορίες –

Κ.Χ.:

Τόσο πολύ. Ιστορία μεγάλη.

Β.Π.:

Μάλιστα, και φαντάζομαι μεγαλώσατε και με τις παραδώσεις που φέρανε.

Κ.Χ.:

Πάρα πολύ. Κι ακόμα τις έχουμε.

Β.Π.:

Και εσείς τι κρατάτε ας πούμε που η μαμά σας έκανε στη πατρίδα, έκανε και σε σας εδώ και το κάνετε κι εσείς τώρα; ΤΙ κρατάτε σαν παράδοση, σαν συνήθεια, σαν έθιμο, οτιδήποτε. 

Κ.Χ.:

 Όλα της γιαγιάς, όλα. Τα φαγητά τους, τα πράγματα που κρατάνε στα χέρια τους, τις κατσαρόλες, αυτά που είχανε στα χέρια τους και κάμνανε, όλα τα, τις παραδόσεις τα κρατάμε πάλι.

Β.Π.:

Εσείς, τώρα τούρκικα μιλάτε;

Κ.Χ.:

Μιλάμε.

Β.Π.:

Μόνο τούρκικα ή και ελληνικά;

Κ.Χ.:

Καλά τώρα μάθαμε και μιλάμε κι ελληνικά, τα εγγόνια μας δεν ξέρουνε τουρκικά.

Β.Π.:

Αλλά εσείς μιλάτε ακόμα τουρκικά. 

Κ.Χ.:

Μιλάμε.

Β.Π.:

Τα παιδιά σας;

Κ.Χ.:

Τα παιδιά μας όχι τόσο. Λίγο καταλαβαίνουν, καταλαβαίνουν λίγο-λίγο.

Β.Π.:

Και σε ποια γλώσσα θεωρείτε εσείς ότι εκφράζεστε καλύτερα;

Κ.Χ.:

Στην τούρκικη.

Β.Π.:

Τη θεωρείτε μητρική σας;

Κ.Χ.:

Μητρική μας γλώσσα, αυτήν ξέρουμε την τούρκικη, δεν νιώθουμε . Ελληνικά μιλάμε, αλλά εδώ στον τόπο που καθόμαστε, στα σπίτια με γειτονιά, με αυτά, μιλάμε τα τούρκικα.

Β.Π.:

Μιλάει και η γειτονιά;

Κ.Χ.:

Όλο το χωριό μιλάει.

Β.Π.:

Έχει δηλαδή είναι τόσο έντονο το τουρκικό στοιχείο;

Κ.Χ.:

Ναι, αυτό ήτανε από ΄κει ήρθαμε δεν είχαμε κανένα ντόπιο εδώ να μιλήσουμε ελληνικά. Όλοι όπως ήρθανε δεν ήξεραν τίποτα.

Β.Π.:

Και επίσης, το τουρκικό στοιχείο είναι ιδιαίτερο, γιατί είναι το μόνο ποντιακό χωριό, ας πούμε, που έχει κρατήσει την τουρκική [00:25:00]διάλεκτο κι εκείνη την εποχή της εγκατάστασης ήτανε ένα σημείο διαφοροποίησης από τους υπόλοιπους, και μάλιστα πολλές φορές αρνητικό, αλλά δεν το πέταξαν από πάνω τους δεν τους στιγμάτισε τόσο, ναι μεν τους στιγμάτισε, αλλά δεν το πέταξαν, συνέχισαν .

Κ.Χ.:

Όχι συνεχίζουμε κι εμείς, πάλι συνεχίζουμε κι η γενιά μας.

Β.Π.:

Δεν νιώθετε άσχημα ας πού με αυτό –

Κ.Χ.:

Η δεύτερη γενιά και η τρίτη γενιά.

Β.Π.:

Νιώθετε κάποιες φορές άσχημα για αυτό;

Κ.Χ.:

Όχι, χαρά μας είναι.

Β.Π.:

Και είναι και μια γλώσσα που έχει σταματήσει τότε, δεν έχει εξελιχθεί και ήρθε εδώ, και είναι ενδιαφέρουσα γιατί-

Κ.Χ.:

Ναι, εμείς εδώ –

Β.Π.:

Είναι σαν να σταμάτησε στο χρόνο. Μπορείτε να μοιραστείτε κάποιες λέξεις μαζί μας; Έτσι τούρκικες απλές, από 'κείνη τη διάλεκτο, όχι τα βασικά «καλημέρα, καλησπέρα», κάτι έτσι που να μη συνάδει με τα σημερινά τουρκικά, αλλά να την έχετε από τότε, να τη θυμάστε.

Κ.Χ.:

Να θυμάμαι; Όλα τα θυμάμαι. Όλα τα μιλάμε, τα τούρκικα, όλα τα μιλάμε, εμείς. Η γενιά η δικιά μου δηλαδή.

Β.Π.:

Kαι τραγουδούσατε στο σπίτι σας τουρκικά τραγούδια;

Κ.Χ.:

Η μαμά μου τραγουδούσε τουρκικά.

Β.Π.:

Και παραμύθια κι αυτά όλα στα τουρκικά.

Κ.Χ.:

Όλα, μας τα έλεγε.

Β.Π.:

Προσπαθήσανε να μάθουνε οι γονείς σας ελληνικά;

Κ.Χ.:

Πολύ, ο μπαμπάς μου ιδίως.

Β.Π.:

Πώς;

Κ.Χ.:

Πολύ, διάβαζε εφημερίδα για να μάθει.

Β.Π.:

Α, μόνος του.

Κ.Χ.:

Μόνος του και έμαθε την ελληνική γλώσσα και διάβαζε και εφημερίδα ελληνικά. Έπαιρνε και τούρκικια εφημερίδα, γιατί πήγε εκεί στο σχολείο, εδώ δεν μπόρεσε να πάει.

Β.Π.:

Εσείς τον βοηθούσατε; Βοηθούσε αυτός εσάς;

Κ.Χ.:

Όχι, μόνος του. Αυτός μετά εμάς μας βοήθησε.

Β.Π.:

Σας βοήθησε.

Κ.Χ.:

Ναι, το άλφα –

Β.Π.:

Ναι –

Κ.Χ.:

Πώς είναι, να μάθουμε την προπαίδεια.

Β.Π.:

Άρα εσείς, ήσασταν σε μια προνομιακή θέση που ο πατέρας σας ήξερε ελληνικά –

Κ.Χ.:

Λίγο, μετά που ήρθε έμαθε.

Β.Π.:

Ναι. Να σας βοηθήσει λίγο –

Κ.Χ.:

 Ναι, λίγο κι εκείνος όσο μπορούσε. Την αριθμητική ήξερε, την προπαίδεια ήξερε, την αλφαβήτα, αυτά μας βοηθούσε.

Β.Π.:

Μάλιστα, απ’ το σχολείο έχετε κάποιες άλλες μνήμες ή από τη καθημερινή ζωή σαν παιδί στο χωρίο από τις δουλειές, οτιδήποτε κάτι που δεν έχετε πει;

Κ.Χ.:

Τι να πούμε;

Β.Π.:

Οτιδήποτε, για τα παπούτσια σας, που είπατε ήταν πολύ ενδιαφέρον ας πούμε, μπορείτε να μας πείτε και για τα ρούχα σας, για την ενδυμασία.

Κ.Χ.:

Δεν είχαμε να φορέσουμε τότε, ό,τι έκαναν οι γονείς μας ή μας έπλεκαν κάλτσες στο χέρι μας έδιναν και ρούχα μας έραβαν οι ίδιοι τους στο χέρι, άλλοι, είχανε μηχανή, άλλοι δεν είχαν να γαζώσουν, και παπούτσια μας κάνανε από δέρμα, τσαρούχια και φοράγαμε και πηγαίναμε στο σχολείο. Αυτή ήταν η αυτή μας.

Β.Π.:

Σαν παιδιά λογικό ήταν να παίζετε κι εσείς -

Κ.Χ.:

Παίζαμε.

Β.Π.:

Και στο σχολείο και εδώ στο σπίτι –

Κ.Χ.:

Και στο σχολείο παίζαμε κι εδώ παίζαμε, παίζαμε κουτσό, το συνηθισμένο.

Β.Π.:

Ναι.

Κ.Χ.:

Φουκό, φουκά αυτά τέτοια,-

Β.Π.:

Αυτό πώς το είπατε;

Κ.Χ.:

Βάζαμε κεραμίδια...

Β.Π.:

Αυτό που λένε σήμερα «τζαμί».

Κ.Χ.:

Τζαμί το λένε; Δεν ξέρω.

Β.Π.:

Παλιά φουκά το λέγανε;

Κ.Χ.:

Ναι.

Β.Π.:

Α, ενδιαφέρον.

Κ.Χ.:

Και ρίχναμε τη μπάλα, έπεφτε αυτό κι όποιος κέρδιζε. Αυτά ήταν τα παιχνίδια μας άλλα –

Β.Π.:

Και στο σχολείο –

Κ.Χ.:

Και στο σχολείο το ίδιο, δεν είχαμε.

Β.Π.:

Δηλαδή φτιάχνατε εσείς επινοούσατε παιχνίδια και παίζατε–

Κ.Χ.:

Ναι.

Β.Π.:

Αυτό με τα σακιά που είπατε πριν;

Κ.Χ.:

Με τα σακιά κάμναμε στις επιδείξεις, τρέχαμε με τα σακιά όποιος κέρδιζε καλό ήτανε.

Β.Π.:

Α, αυτό ήτανε στα πλαίσια διαγωνισμών.

Κ.Χ.:

Ναι, σε διαγωνισμό, σε επιδείξεις δηλαδή και με αυτό τρέχαμε και.

Β.Π.:

Γιορτές, πέρα από τον Μάρτιο, που είπατε και την παρέλαση κάνατε ας πούμε, τα Χριστούγεννα, το Πάσχα; Κάνατε κάτι στο σχολείο;

Κ.Χ.:

Στο σχολείο γιορτάζαμε, γιορτή κάμναμε, και δέντρο στολίζαμε στο σχολείο, οι δάσκαλοι, πηγαίναμε ό,τι είχαμε αυγά, ό,τι είχαμε λουλούδια, πορτοκάλια και κρεμούσανε.

Β.Π.:

Α, φτιάχνατε δικά σας στολίδια –

Κ.Χ.:

Δικά μας, που τότε να πάρουμε αυτά, και κάμνανε μπαλίτσες χριστουγεννιάτικες, οι ίδιοι οι δάσκαλοι κι εμείς βοηθούσαμε με διάφορα χρώματα  χαρτιά, και τα κρεμούσαμε στο δέντρο. Αυτό γινότανε. Δηλαδή κάθε Χριστούγεννα.

Β.Π.:

Το Πάσχα; Το γιορτάζατε και στο σχολείο;

Κ.Χ.:

Το Πάσχα, γιορτάζαμε όπως - 

Β.Π.:

Κάνατε κάποιες, εννοώ κάποια γιορτή...

Κ.Χ.:

Στο σχολείο;

Β.Π.:

Nαι.

Κ.Χ.:

[00:30:00]Ε, να γιορτάζαμε που φεύγαμε τα παιδιά για 15 μέρες γιορτή κάμναμε εκεί.

Β.Π.:

Και ήθελα να ρωτήσω τώρα και για τα θρησκευτικά, γιατί συνήθως ο Πόντος έχει και μια θρησκευτική παράδοση, το μάθημα, κάνατε μάθημα θρησκευτικών; Πώς ήταν;

Κ.Χ.:

Πολύ. Άμα δεν ήξερες θρησκευτικά, δεν περνούσες.

Β.Π.:

Δηλαδή, είχε σημαντική θέση –

Κ.Χ.:

Σημαντική, θέση, είχε.

Β.Π.:

Και πώς ήτανε; μαθαίνατε κάτι-

Κ.Χ.:

Όλο το βιβλίο έπρεπε να διαβάσεις θρησκευτικά, τι είχε και πώς είναι η θρησκεία.  Βέβαια.

Β.Π.:

Πηγαίνατε στην εκκλησία με το σχολείο;

Κ.Χ.:

Κάθε παιδί αν δεν πήγαινε στο σχολείο, στην εκκλησία την Κυριακή, ή απ’ τον γιατρό θα πάρει χαρτί ή απ’ τον δάς... ή την εκκλησία. Ο παπάς θα δώσει, ήρθε αυτό το παιδί, γιατί δεν ήρθε.

Β.Π.:

Ναι, γιατί –

Κ.Χ.:

Έπρεπε να υπογράψει η εκκλησία.

Β.Π.:

Υπάρχουν πληροφορίες ότι παλιά έτσι γινόταν –

Κ.Χ.:

Ναι.

Β.Π.:

Λόγω των θρησκευτικών  έπρεπε να παραστείς στην εκκλησία κάθε Κυριακή.

Κ.Χ.:

Ναι, κάθε  Κυριακή. Απουσία.

Β.Π.:

Ήτανε δηλαδή η ζωή σας πολύ στενά συνδεδεμένη με τη θρησκεία.

Κ.Χ.:

Ναι, πολύ και πρέπει να πας στην εκκλησία, τα παιδιά γιατί να μην πάνε; Όλα τα παιδάκια.

Β.Π.:

Μάλιστα, για το μάθημα των καλλιτεχνικών που είπατε πριν, το είπατε έτσι με ενθουσιασμό. Τι  κάνατε;

Κ.Χ.:

Ε, κάμναμε, κεντούσαμε μας έβαζαν...

Β.Π.:

Α, εκεί μάθατε –

Κ.Χ.:

Κεντάμε, άλλοι ζωγραφίζανε, αυτοί που ήθελαν να κεντάνε κεντούσαμε, πολύ.

Β.Π.:

Εσείς τι κάνατε;

Κ.Χ.:

Εγώ έκαμνα κέντημα.

Β.Π.:

Α και τώρα κάνετε.

Κ.Χ.:

Και τώρα κάνουμε. Πολύ κεντούσαμε. 

Β.Π.:

Εκεί μάθατε να κεντάτε;

Κ.Χ.:

Σχεδόν εκεί.

Β.Π.:

Α, τόσο πολύ δηλαδή απο τότε σας άρεσε και το –

Κ.Χ.:

Ναι και το συνεχίζω πάλι.

Β.Π.:

Μάλιστα αυτό ωραίο, ενδιαφέρον. Έχετε κάτι άλλο σαν μνήμη από το σχολείο;

Κ.Χ.:

Τα περνούσαμε ωραία –

Β.Π.:

Θέλατε να πηγαίνετε;

Κ.Χ.:

Θέλαμε να πηγαίνουμε, αλλά δεν μπορούσαμε να πάμε. Έπρεπε να πας και αλλού να δουλέψεις, να βοηθήσεις.

Β.Π.:

Κουραζόσασταν;

Κ.Χ.:

Ε, κουραζόμασταν για. Μικρά παιδιά τώρα 10, 7, 8 χρονών να πάει στο χωράφι να βοηθάει τους γονείς και πολύ βοήθεια όχι και λίγο.

Β.Π.:

Είχατε χρόνο να διαβάσετε όταν γυρίζατε;

Κ.Χ.:

Όταν γυρίζαμε πόσο θα διαβάσεις; Αφού δεν ήξερες τα γράμματα που λες, αν δεν σε βοηθούσανε. Κι όταν πηγαίναμε στο σχολειό με τη σειρά ο δάσκαλος μας έλεγε «Αυτά, αυτά...». Μας βοηθούσανε δάσκαλοι.

Β.Π.:

Τιμωρίες είχε το σχολείο;

Κ.Χ.:

Είχαμε.

Β.Π.:

Για πείτε μας τι γινόταν.

Κ.Χ.:

Τιμωρία ήταν αν δεν καθόσουνα καλά φρόνιμα, τιμωρία.

Β.Π.:

Δηλαδή αυτό σήμαινε ότι, δηλαδή ας πούμε -

Κ.Χ.:

Ναι, γι' αυτό το πράγμα γινότανε.

Β.Π.:

Τιμωρία, ναι, αλλά πώς γινότανε, πώς υλοποιούτανε αυτή η τιμωρία, σας έκαναν κάτι; Ας πούμε σε κάποια σχολεία υπήρχε η βέργα.

Κ.Χ.:

Είχε και βέργα. Τα παιδιά που δεν καθόντουσαν καλά και βέργα είχε. Ξύλο στα χέρια, άνοιγαν τα παιδιά τα χέρια και τους δίνανε και ξύλο. Είχαν το δικαίωμα τότε να δώσουν ξύλο στα παιδιά.

Β.Π.:

Και τι άλλες μορφές είχε η τιμωρία;

Κ.Χ.:

Η τιμωρία είχε τώρα άμα δεν, γελούσε κάποιος στο σχολείο σηκωνόταν και γινότανε, καθότανε εκεί στην έδρα.

Β.Π.:

Α, που λένε σαν πελαργός.

Κ.Χ.:

Ναι, πρέπει να κάθεσαι εκεί ή να μην βγεις έξω στα διαλείμματα, όλη την ημέρα.

Β.Π.:

Τιμωρία παίρνανε μόνο όταν κάνανε φασαρία ή και σε άλλες περιπτώσεις;

Κ.Χ.:

Και σε άλλες άμα δε, έλεγε ο δάσκαλος ότι αυτά δεν, τα έδειχνε και δεν έγραφαν τα παιδιά αυτή τη σελίδα θα τη γράψεις στο τετράδιο, και δεν τα έγραφαν ήταν η  τιμωρία «γιατί δεν έγραψες; μπορούσες να γράψεις και το άφησες». Ήταν η τιμωρία.

Β.Π.:

Εσείς είχατε πάρει τιμωρία;

Κ.Χ.:

Δεν πήρα εγώ ήμουνα καλή μαθήτρια.

Β.Π.:

Ωραία, μάλιστα. Ενδιαφέροντα αυτά. Για το θέατρο πείτε μας λίγα λόγια. Εμένα μ’ άρεσε πολύ έτσι όπως το θέσατε, για τα σκηνικά για τα… δηλαδή κάνατε θέατρο μόνο στην επέτειο τον Μάρτιο;

Κ.Χ.:

Μάρτιος, στις 25 Μαρτίου γινότανε δηλαδή μια εβδομάδα μπροστά κτιζότανε, γινότανε η έδρα, τα ρούχα –

Β.Π.:

Α, δηλαδή είχε προεργασία μια 'βδομάδα.

Κ.Χ.:

Βέβαια γινότανε μεγάλο αυτό.

Β.Π.:

Όλοι οι γονείς πηγαίνανε και ακούγανε τα παιδιά τους, το θέατρο. Και παίζανε ωραία, και ρούχα παίρναμε απ’ τους Βλάχους, ντυνόντανε βλάχικα, αναλόγως το θέατρο που θα παίξουν.

Β.Π.:

Μαθαίνατε και τα λόγια σας. 

Κ.Χ.:

Βέβαια όλα, θέατρο κανονικά.

Β.Π.:

Ε, ερχόντουσαν και άνθρωποι να το παρακολουθήσουν;

Κ.Χ.:

[00:35:00] Ερχόντουσαν όλοι, όλοι οι γονείς.

Β.Π.:

Ναι.

Κ.Χ.:

Και από έξω ερχόντουσαν.

Β.Π.:

Και από άλλα χωριά;

Κ.Χ.:

Και από άλλα χωριά.

Β.Π.:

Υπήρχε δηλαδή πρόσκληση;

Κ.Χ.:

Καλούσανε, δηλαδή αυτοί που είχανε γνωριμία αυτά ερχόντουσαν;

Β.Π.:

Εσείς είχατε πάρει κάποιο ρόλο; Τι κάνατε συνήθως;

Κ.Χ.:

Εγώ είχα πάρει ένα αυτό, οι Σουλιώτισσες, που πέφτανε στο αυτό. Ήμασταν κοριτσάκια με μαύρα ρούχα  ντυμένες, σαν αυτό και πέφταμε στο γκρεμό.

Β.Π.:

Ναι.

Κ.Χ.:

Αυτό ήτανε, Σουλιώτισσες.

Β.Π.:

Κάποιον άλλο ρόλο είχατε παίξει;

Κ.Χ.:

Ποιήματα είχαμε, λέγαμε ποίημα, στο ηρώον, στο σχολείο.

Β.Π.:

Στο σχολείο τούρκικα μιλούσατε;

Κ.Χ.:

Τα παιδιά βέβαια, αφού δεν ξέραμε τα ελληνικά τι θα μιλήσεις αν, τι να κάνεις δεν έλεγαν τίποτα οι δάσκαλοι γνώριζαν.

Β.Π.:

Α, δεν έλεγαν.

Κ.Χ.:

Αφού γνώριζαν τι ήτανε, όπως ήρθανε από την πατρίδα, δεν είχανε άλλον να μιλήσουν ελληνικά λίγο να καταλάβει.

Β.Π.:

Ναι.

Κ.Χ.:

Οτι ελληνικά πώς είναι.

Β.Π.:

Και πέρα από τον δάσκαλο που είπατε, τον Ηλία τον Πάνου, που και αυτός ήτανε από την πατρίδα και γνώριζε τούρκικα και μπορούσε να...

Κ.Χ.:

Να μας μάθει.

Β.Π.:

Να βοηθήσει.

Κ.Χ.:

Ναι.

Β.Π.:

Οι υπόλοιποι δάσκαλοι ξέρανε τούρκικά;

Κ.Χ.:

Όχι.

Β.Π.:

Εκεί, πώς ήταν  η διαδικασία δυσκολευόσασταν;

Κ.Χ.:

Πολύ. Αλλά κι αυτοί δυσκολευόντουσαν. Δυσκολευόντουσαν για να μας μάθουνε γράμματα, τόσο πολύ. Τόσο καλοί άνθρωποι πέρασαν από 'δώ, οι δάσκαλοι βοηθούσαν, πολύ.

Β.Π.:

Μάλιστα, ωραία αυτό εγώ ήθελα να μείνω περισσότερο στα σχολικά χρόνια, έτσι όπως το θέσατε και με την γλώσσα και αυτό που μου είπατε για την πατρίδα. Δεν ξέρω εάν έχετε κάτι εσείς να προσθέσετε, να πείτε παραπάνω, κάτι που σας έρχεται το μυαλό ίσως, κάποια ιστορία.

Κ.Χ.:

Ιστορία...

Β.Π.:

Μετά στο νυχτερινό σχολείο ήτανε πάλι διθέσιο;

Κ.Χ.:

Ε, ναι.

Β.Π.:

Διθέσιο.

Κ.Χ.:

Όλοι ήμασταν σε μια θέση στο, δεν είχε διθέσιο. Όλα τα παιδιά ήμασταν σε μια αίθουσα.

Β.Π.:

Όλοι μαζί.

Κ.Χ.:

Έναν δάσκαλο είχαμε.

Β.Π.:

Αυτός που ήτανε και το πρωί;

Κ.Χ.:

Όχι, άλλος.

Β.Π.:

Άλλος. Κι αυτός έμενε στο χωριό;

Κ.Χ.:

Κι αυτός έμενε.

Β.Π.:

Ο δάσκαλος, για να το πάμε και λίγο εκεί, τι  θέση είχε στο χωριό; Γιατί παλαιότερα, τους είχαν σε περίοπτη έτσι θέση τους...

Κ.Χ.:

Πολύ αυτό τον είχανε, ψηλά δηλαδή τον δάσκαλο. Τον εκτιμούσανε τι να σου πω, πολύ τον αγαπούσε όλο το χωριό. Όταν λέγαμε δάσκαλο, δάσκαλος ήτανε τι να σου πω. Ο παππάς,  ο δάσκαλος ήτανε, πρόεδρος του χωριού το ίδιο.

Β.Π.:

Α, σε τόσο μεγάλη εκτίμηση τον είχατε –

Κ.Χ.:

Πάρα πολύ.

Β.Π.:

Τον δάσκαλο.

Κ.Χ.:

  Βέβαια τον δάσκαλο.

Β.Π.:

Μάλιστα, δηλαδή όσοι δάσκαλοι περάσανε από εδώ...

Κ.Χ.:

Ευχαριστημένοι.

Β.Π.:

Ναι.

Κ.Χ.:

Ευχαριστημένοι ήταν όλοι, μένανε μέχρι να πάρουν το, την σύνταξή τους.

Β.Π.:

Α, δηλαδή ήτανε, ερχόντουσαν και κάνανε χρόνια...

Κ.Χ.:

Χρόνια, μετά αγαπούσαν το χωριό και μένανε 'δώ.

Β.Π.:

Α, υπήρχαν και τέτοιες περιπτώσεις που ήρθε δάσκαλος από κάπου μακριά κι έμεινε;

Κ.Χ.:

Έμεινε, παντρευόντουσαν εδώ, αρέζονταν και κάμνανε και οικογένεια.

Β.Π.:

A, εκτιμούσαν κι αυτοί την φιλοξενία.

Κ.Χ.:

Πολύ. Πολύ φιλοξενία.

Β.Π.:

Έχει τύχει να συναντήσετε κάποιους από αυτούς;

Κ.Χ.:

Μέχρι δύο χρόνια είχαμε στην Κέρκυρα τον Κατσαρό τον δάσκαλο μας, πηγαίναμε εκδρομή και τον βρίσκαμε.

Β.Π.:

Α, από το χωριό πηγαίνατε εκδρομή –

Κ.Χ.:

Βέβαια, για να τον δούμε.

Β.Π.:

Α, αυτό είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον, για πείτε.

Κ.Χ.:

Πηγαίναμε και τον βλέπαμε στην Κέρκυρα.

Β.Π.:

Α, δηλαδή το χωριό διοργάνωνε εκδρομή.

Κ.Χ.:

Εκδρομή και πηγαίναμε να τον δούμε τον δάσκαλο μας.

Β.Π.:

Σώπα! Τόσο δεμένοι!

Κ.Χ.:

Τόσο αγαπημένος και η γυναίκα του.

Β.Π.:

Μάλιστα, αυτόν σε ποια τάξη τον είχατε;

Κ.Χ.:

  Ε, τάξη διθέσιο ήτανε.

Β.Π.:

Ναι.

Κ.Χ.:

Έπαιρνε από την πρώτη τάξη μέχρι έκτη.

Β.Π.:

Τον είχατε χρόνια.

Κ.Χ.:

Χρόνια. Εδώ παντρεύτηκε εδώ έκανε παιδιά.

Β.Π.:

Α, πήρε γυναίκα από το χωριό;

Κ.Χ.:

Δεν ήτανε από το χωριό, ήτανε δασκάλα κι αυτή.

Β.Π.:

Και γνωρίστηκαν.

Κ.Χ.:

Παντρευτήκανε αλλά μείνανε εδώ, χρόνια.

Β.Π.:

Α, και ενσωματώθηκαν στην κοινωνία. Μετά φύγανε;

Κ.Χ.:

[00:40:00]Μετά από πολύ καιρό φύγανε στη Κέρκυρα. Αυτός ήταν απ’ τη Κέρκυρα και μένανε εκεί. Μετά που βγήκε στην σύνταξη πηγαίναμε κάθε 5 -4 χρόνια να τον βλέπουμε. Πριν 4 χρόνια πήγαμε τον είδαμε, τον δάσκαλο μας.

Β.Π.:

Α, πάρα πολύ ενδιαφέρον. Δηλαδή έχει χτίσει σχέσεις αυτός ο άνθρωπος.

Κ.Χ.:

Πολύ!

Β.Π.:

Μάλιστα, αυτό συμβαίνει και με άλλο δάσκαλο;

Κ.Χ.:

Και με άλλους, βέβαια.

Β.Π.:

Δηλαδή κι εσείς εκτιμήσατε το γεγονός ότι ήρθαν να σας μάθουνε γράμματα.

Κ.Χ.:

Ναι.

Β.Π.:

Μάλιστα είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον αυτό.

Κ.Χ.:

Βέβαια. Κατσαρός.

Β.Π.:

Εγώ αυτά ήθελα να σας ρωτήσω, δεν ξέρω αν θέλετε να προσθέσετε κάτι, ό,τι θέλετε.

Κ.Χ.:

Τι να πούμε άλλο.

Β.Π.:

Ωραία οπότε δεν έχετε κάτι άλλο.

Κ.Χ.:

Όχι. Τελειώσαμε.

Β.Π.:

Ευχαριστούμε.