© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Μια ζωή με έντονο ποντιακό στοιχείο

Κωδικός Ιστορίας
9858
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Αναστασία Χατζηκυριακίδου (Α.Χ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
18/12/2019
Ερευνητής/τρια
Παναγίτσα Ξενιτέλλη (Π.Ξ.)

[00:00:00]

Π.Ξ.:

Γεια σας. Πείτε μου το όνομά σας.

Α.Χ.:

Ονομάζομαι Χατζηκυριακίδου Αναστασία και γεννήθηκα το 1955.

Π.Ξ.:

Ωραία. Ονομάζομαι Ξενιτέλλη Παναγίτσα, σήμερα είναι 18 Δεκεμβρίου και βρισκόμαστε στον Εύοσμο. Πού έχετε γεννηθεί;

Α.Χ.:

Στην Περιχώρα Δράμας.

Π.Ξ.:

Αλλά κατάγεστε;

Α.Χ.:

Η καταγωγή των γονιών μου είναι από το Μεταλλείο Ταύρου, από τον Πόντο.

Π.Ξ.:

Από ποιες...;

Α.Χ.:

Είναι Καππαδοκία, η περιοχή Καππαδοκίας, στο όρος Ταύρος ήταν το χωριό, κάτω από το βουνό εκεί. Ζούσαν πάρα πολύ καλά εκεί, δηλαδή εντάξει όλα ήτανε τέλεια, απ' ό,τι λέγαν οι γιαγιάδες, η γιαγιά. Καταρχήν ζούσα με γιαγιά και παππού και έχω και αναμνήσεις καλές, αλλά σαν παιδί που ήμουν – γιατί ήμουν 12 χρονών όταν έχασα τη γιαγιά και τον παππού τον έχασα όταν είχα παντρευτεί πια και πήγαινα στο χωριό σε βαθιά γεράματα, 96 χρονών ο παππούς, μας μαζεύανε και μας λέγανε διάφορες ιστορίες, αλλά εμείς σαν παιδιά πιστεύαμε ότι είναι παραμύθια, ότι είναι... δεν τα παίρναμε στα σοβαρά για να κάτσουμε να ασχοληθούμε. Καλύτερα αυτό το μυαλό που έχω τώρα να το είχα τότε και να ρουφούσα αυτά που λέγανε. Και τέλος πάντων ότι μαζευόντουσαν οι αδερφές της γιαγιάς, του παππού ξαδέρφια και λέγαν όλα τα παλιά, τα παλιά, συνέχεια αυτό. Δεν άκουγα κάτι άλλο. Όταν συναντιόντουσαν συνέχεια «την πατρίδα, τα παρχάρια μας, τα ζώα μας, τα καλά μας». Είχαν άφθονα όλα, δεν είχαν... ηρεμία είχαν εκεί, απ' ό,τι λέγανε, δεν τους πείραζε κανείς, ήταν φίλοι με γείτονες που είχαν εκεί στα γύρω χωριά. Δεν είχανε θέμα δηλαδή. Μετά που έγινε όλο αυτό, ένας, ένας, ένας... εμάς ήρθαν το '22, φύγαν.

Π.Ξ.:

Θυμάστε τα ονόματα των χωριών απ' όπου κατάγονταν;

Α.Χ.:

Δεν μπορώ να το θυμηθώ αυτό, όχι.

Π.Ξ.:

Όχι. Τι δουλειά κάνανε εκεί πέρα; Τι ήτανε;

Α.Χ.:

Γεωργία.

Π.Ξ.:

Γεωργία. Δεν είχανε μεταλλεία; Δεν ασχολούνταν με τα μεταλλεία;

Α.Χ.:

Όχι. Απ' ό,τι ξέρω του πατέρα μου, γιατί η μητέρα μου δεν ήταν από εκεί. Ο πατέρας μου ήταν από εκεί. Η μητέρα μου ήταν από τα Σούρμενα, από άλλη περιοχή. Από εκείνη δεν έχω πολλές εικόνες, γιατί οι παππούδες ζούσαν σε άλλο χωριό από το χωριό που γεννήθηκα, στο διπλανό, το οποίο δεν ζούσα μαζί τους εγώ και δεν έχω εικόνες από την περιοχή της μαμάς. Περισσότερες αναμνήσεις έχω από του πατέρα, από τον παππού από τον πατέρα μου. Δε δουλεύανε, δουλεύανε γεωργία, απ' ό,τι λέγανε, είχανε τη σειρά τους, είχανε όλα τους τα καλά, δεν τους έλειπε τίποτα. Μ' αυτά ζούσαν δηλαδή έτσι καλά, πολύ καλά. Και όταν ήτανε, αρχίσανε οι ιστορίες όλες αυτές και αυτά, αρχίσανε φεύγαν ένας, ένας. Αλλά πάντως με πολλή λύπη πάντα τα θυμόντουσαν και... Αλλά ήμουν παιδί και δεν μπορούσα λίγο να κάτσω να ασχοληθώ έτσι, να ακούσω πράγματα και να τα θυμάμαι τώρα πιο πολύ. Γιατί εγώ, τα μεγαλύτερα τα αδέρφια μου είχαν φύγει, είμαστε 4 αδέρφια, και είχα μείνει τελευταία στο σπίτι. Η γιαγιά πάντα... ήμασταν πολύ κοντά με τη γιαγιά και ήμουν τυχερό παιδί και αυτό λέω και τις εγγονές μου, όσο ζείτε με παππού και γιαγιά είστε τα πιο τυχερά παιδιά, γιατί μαθαίνετε για τις ρίζες σας, μαθαίνετε από πού ήρθαμε. Αν αυτό δεν το ξέρετε τότε τι κάνουμε;

Π.Ξ.:

Θυμάστε κάποια ιδιαίτερη ιστορία που σας έλεγαν, ο παππούς, που σας έχει μείνει, ας πούμε, έντονα στη μνήμη;

Α.Χ.:

Έντονα κάποια πράγματα που λέγανε ότι πηγαίνανε συχνά, πηγαίνανε στα παρχάρια που λέγανε, συγκεντρωνόντουσαν εκεί, φτιάχνανε διάφορα, μαζευόντουσαν εκεί όλοι οι γνωστοί, οι φίλοι και γλέντια. Είχανε πολύ, τέτοια πράγματα είχανε πάρα πολλά. Τέτοια θυμάμαι πολλά που λέγανε. Θυμάμαι ότι ήταν και φίλοι με... εκεί της περιοχής που ήτανε, με τις μουσουλμάνες, ας πούμε, και τέτοια. Ήταν και φίλες, η γιαγιά, απ' ό,τι έλεγε, είχαν και φίλους. Τώρα ο παππούς δεν θυμάμαι πόσο χρονών ήταν όταν ήρθε εδώ. Δεν τα θυμάμαι αυτά, γιατί ήμουνα εγώ η τελευταία από τα αδέρφια και δεν έχω πάρα πολλά έτσι, πολλές αναμνήσεις, ας πούμε. Γιατί δεν καθόμουνα να τους ακούσω, γι' αυτό. Όχι τίποτα άλλο.

Π.Ξ.:

Οι γονείς σας γεννήθηκαν εκεί πέρα ή εδώ πέρα;

Α.Χ.:

Εκεί γεννήθηκε ο πατέρας μου και η μητέρα μου. Από εκεί ήρθανε. Ο πατέρας μου ήταν γύρω στα 10 όταν ήρθε.

Π.Ξ.:

Οπότε είχε αναμνήσεις όταν ήρθε.

Α.Χ.:

Είχε, εκείνος είχε, αλλά δεν πολύ. Και εκείνος θυμόταν, αλλά λίγα πράγματα θυμότανε, όχι πολλά. Γι' αυτό και δεν ήξερα από τον μπαμπά μου πράγματα και ήξερα από τον παππού και τη γιαγιά. Η μαμά μου ποτέ δεν καθόταν να πει, γιατί ήταν μωρό κι εκείνη όταν ήρθανε, δε θυμόταν τίποτα από εκεί. Ήρθε εδώ, έχασε τη μαμά, ήταν 2 αδερφές και χάσανε τη μαμά τους πολύ νέα.

Π.Ξ.:

Στην...

Α.Χ.:

Εδώ στην Ελλάδα, και ο παππούς ξαναπαντρεύτηκε και αυτά ζούσανε... μετά γίναν κι άλλα αδέρφια, οπότε δεν είχε η μαμά να μας πει. Γιατί την έβλεπα συχνά, αλλά δεν είχε κάτι να θυμηθεί, ήτανε μικρή όταν ήρθε.

Π.Ξ.:

Εσάς έφυγαν με τους διωγμούς από εκεί πέρα;

Α.Χ.:

Ναι.

Π.Ξ.:

Τους... ήταν από τους τυχερούς που φύγανε χωρίς βία και τέτοια ή...;

Α.Χ.:

Ναι, νομίζω έτσι έγινε, γιατί δεν είχαμε... στον δρόμο χάσανε απ' αυτά που περνούσανε, ένας αδερφός του παππού. Παιδιά και τέτοια δε χάσανε όπως όλος ο κόσμος που ακούω τώρα, αλλά δεν είχανε, όχι, έτσι ιστορίες, εκεί να... Φύγανε, ήρθανε, αφήσανε όλα τα υπάρχοντά τους, το μόνο που θυμάμαι πάντα που έλεγε η γιαγιά, είχαμε στο χωριό –ένα χωριό της Δράμας είναι μικρό, Περιχώρα– είχε ένα εικονοστάσι και είχε μια μεγάλη εικόνα της Παναγίας ξύλινη, και πάντα έλεγε: «Αυτό το πήρα αγκαλιά και είπα εσύ θα μας βοηθήσεις στον δρόμο για να μην έχουμε θέμα». Και το είχαμε στο σπίτι και ακόμα υπάρχει, το πήρε η αδερφή μου. «Και μάζεψα» λέει «μέσα σε ένα σεντόνι μερικά πράγματα, τα φορτωθήκαμε και φύγαμε. Όλα τα πάντα, το σπίτι έμεινε όπως ήτανε. Δεν μπορέσαμε να πάρουμε κάτι φύγαμε, όπως». Πού θα τα φέρνανε, πώς θα τα φέρνανε, βασικά. Και πάντα το έλεγε αυτό, αυτή την εικόνα, το είχε κάθε φορά ή θα έβρεχε ή θα έκανε, επειδή είχαμε γεωργία και στο χωριό, πάντοτε την έπαιρνε, την παρακαλούσε: «Εσύ, όπως μας βοήθησες και ήρθαμε από εκεί και δεν πάθαμε κάτι και είμαστε καλά, βοήθησέ μας και τώρα». Και κάποια έθιμα από εκεί τα κουβάλησαν εδώ, τα είχαμε στο χωριό, όπως παράδειγμα, ας πούμε, όταν θυμάμαι έκανε καταιγίδα... Να πω πρώτα ότι το Πάσχα πάντα βάζανε σε ένα... όσα μέλη είχε μια οικογένεια τόσα αυγά, τα βάζανε σε ένα, σε μια, σε ένα σακούλι με ύφασμα, το είχε ραμμένο πάντα η γιαγιά εκείνο και το είχε για αυτή τη δουλειά και έβαζε, πόσα μέλη είμαστε, από ένα αυγό για όλους. Τη Μεγάλη Πέμπτη στα 12 Ευαγγέλια τα πήγαιναν στην εκκλησία –ο Άγιος Δημήτριος είναι η εκκλησία του χωριού– και τα έβαζαν και τα διάβαζαν τα 12 Ευαγγέλια, όλα αυτά και μετά έλεγε η γιαγιά ότι: «Δε θα φάτε άλλο αυγό, αν δε φάτε αυτό πρώτα, το διαβασμένο. Και τα τσόφλια του δε θα τα πετάξετε θα μου τα δώσετε εμένα». Και πήγαινε και άνοιγε λίγο, στον κήπο είχαμε ένα μεγάλο περιβόλι, έξω στο σπίτι, στο πατρικό, και άνοιγε λίγο τη γη εκεί που φύτευε τις ντομάτες και τα λοιπά και τα έβαζε εκεί για να μην πατηθούνε, για να μη ξέρω 'γω. Ένα αυγό κρατούσε πάντα και το έβαζε στην εικόνα, στην Παναγία. Αυτό το αυγό πάντα το έπαιρνε και όταν έπιανε η καταιγίδα και μπουμπούνιζε και έλεγε «πω τα σπαρτά έξω, θα γίνει χαμός τώρα», το έπαιρνε, πήγαινε, άνοιγε λίγο χώμα, το έβαζε στον κήπο, το άφηνε εκεί, έκανε το σταυρό της και έμπαινε μέσα. Όταν πήγαινε να σταματήσει η βροχή και όλα ήρεμα πια και έβγαινε, έλεγε πάντα: «Τη Παναΐας το ζωνάρ' βγήκε. Δόξα σοι ο Θεός», πάντα αυτό έλεγε. Έπαιρνε εκείνο το αυγό, το καθάριζε, το ξαναέβαζε στη θέση του. Το ίδιο είχαμε αυτό μέχρι την άλλη χρονιά που θα ξαναφτιάχναμε πάλι το ίδιο. Και ούτε να [00:10:00]πάθει κάτι αυτό και ούτε... και θα σας πω και γι' αυτό μια άλλη ιστορία μετά, μετέπειτα που.... Και πάντα το είχε εκεί και της έλεγα: «Γιαγιά, αυτό δε μυρίζει;» «Όχι, αυτό είναι διαβασμένο, δε μυρίζει ποτέ» με έλεγε. Και το διαπίστωσα αργότερα, σε κάποια στιγμή που περάσαμε μια δύσκολη κατάσταση, γιατί το θέλω και εγώ να το κάνω αυτό. Μερικά πράγματα θέλω να τα κρατήσω, ας πούμε, και εγώ.

Π.Ξ.:

Κάποια άλλα έθιμα που είχαν φέρει από τον Πόντο;

Α.Χ.:

Από εκεί είχανε φέρει, ας πούμε, Χριστούγεννα, όπως καλή ώρα τώρα περιμένουμε, ήτανε στο σπίτι γιορτή. Σφάζαμε, είχαμε απ' όλα, είχαμε ζώα πολλά εμείς και εδώ στην Περιχώρα, ας πούμε, γιατί έτσι είχαν μάθει από εκεί και είχαμε. Βασικά εγώ, όταν ήμουν μικρή, θυμάμαι ότι είχαμε δύο μεγάλα βόδια, τα οποία κάναμε τη γεωργία μας και ήταν όπως είναι τα σημερινά τρακτέρ, ας πούμε, και τα μηχανήματα. Εκείνα φτιάχναμε όλη τη γεωργία μας, όλη. Είχαμε μια σειρά πολύ καλή. Είχαμε πολλές αγελάδες και βγάζαμε το βούτυρο, έλεγε το βούτυρό μας, το τυρί μας, δε μας έλειπε τίποτα. Όπως ήταν εκεί θέλαν και εδώ έτσι να έχουνε την αυτή τη σειρά, να μη μας λείπει κάτι. Και είχαμε όλα τα αυτά που έπρεπε να βγάλουμε το βούτυρο, έπρεπε να βγάλουμε το τυρί μας, όλα τα είχαμε. Αυτό το, ποντιακά θα το πω εγώ γιατί έτσι το έλεγε πάντα, το ξυλάγκ, το ξυλάγκ. Και μας έστελνε εμάς μωρά για να βρούμε, γιατί δεν είχε ψυγείο, όταν ήμουν εγώ μικρή τότε δεν είχε ψυγείο, και στις άκρες των βουνών έτσι όπως είναι το χωριό είχε μερικές φλέβες, έτσι νερό έβγαινε παγωμένο, ερχόταν αυτό από το βουνό. Μας έλεγε: «Θα πάτε εκεί» –πώς τα λέγανε, στις κόζες στον Πόντο– «θα πάτε εκεί, θα γεμίζετε αυτή τη στάμνα, θα τη φέρετε να βάζουμε κρύο νερό και να χτυπάμε το γιαούρτι καινα βγαίνει το βούτυρο επάνω», γιατί όταν είναι παγωμένο το νερό και χτυπάς, χτυπάς... Χτύπαγε η γιαγιά, χτύπαγε η μαμά έτσι και μας έλεγε κι εμάς, μωρά που ήμασταν: «Βοηθήστε κι εσείς». Εκεί όλες τις δουλειές τις κάναμε και εμείς, μη νομίζεις ότι ήμασταν σαν τα σημερινά παιδιά, τα πάντα. Και βγάζαμε το βούτυρο, τα Χριστούγεννα σφάζαμε το γουρούνι, από το γουρούνι δεν πετούσαν τίποτα, όλα τα χρησιμοποιούσαν, ακόμα και το λίπος του το βάζαμε και το παγώνανε και το χειμώνα που είχαμε λάχανα, πράσα, τέτοια, έβαζαν πάντα από εκεί και ανάμεσα στο λίπος είχε και κάτι κρεατάκια μικρά και λέγανε αυτό, αυτή τη λίγδα τσιλγάνια τα λέγανε ποντιακά, αν το άκουσες, και ήταν νόστιμο το φαγητό σαν να είχες μέσα ολόκληρο κομμάτι κρέας, ας πούμε. Και όλα τα έκαμνε ακόμα, τα πάντα. Αυτά τα είχαμε τα παραδοσιακά, δηλαδή το γουρούνι αυτό όλα τα φτιάχναμε, ό,τι ήταν να κάνουμε. Το Πάσχα είχαμε έθιμο να φτιάξουνε, φτιάχναμε, η μαμά είχε φούρνο είχαμε έξω στο σπίτι, το είχε η γιαγιά και μετέπειτα η μαμά το χρησιμοποιούσε γιατί ζούσανε μαζί η μαμά. Φτιάχναμε διάφορα κουλούρια και αυτά τα στρόγγυλα, κερκέλια και εμείς μωρά ήμασταν και τα περνούσαμε σε κλωστή και σαν, τα βάζαμε εδώ σαν να είμαστε, ας πούμε, παίζαμε ας πούμε, και πηγαίναμε...

Π.Ξ.:

Σαν κολιέ.

Α.Χ.:

Μπράβο, σαν κολιέ. Και πηγαίναμε και λέγαμε γύρω στο χωριό, μας λέγανε: «Θα πάτε και θα λέτε "Βάγια, Βάγια των Βαγιών", θα τραγουδάτε αυτά πάντα», πάντα μας έλεγε «θα πάτε και θα τα λέτε», γιατί αυτά τα φτιάχναν και εκεί. Και μας δίνανε και οι άλλοι, αλλά η μαμά πάντα... Συγγνώμη λίγο. Ναι, αυτό κάναμε διάφορα. Ό,τι κάναν εκεί μοσχοβολούσε όλο το χωριό. Όσοι είχανε φούρνο και όσοι είχαν τη σειρά τους ήτανε γιορτή, ας πούμε. Πιάνανε όλη, καταρχήν, τη Μεγάλη Εβδομάδα δε θέλαν να κάνουν τίποτε. Το θεωρούσαν πένθος, το είχανε, πολύ τα κρατούσαν αυτά, πάρα πολύ. Έλεγε, άσε που με τις νηστείες και μωρά που ήμασταν έλεγαν: «Θα κρατήσεις, στο σπίτι μέσα δε θα μαγειρεύουμε, οπότε κι εσείς θα κρατάτε». Και μωρά παιδιά κρατούσαμε και νηστεία. Και πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα τα τελειώναμε όλα πριν των Βαΐων, γεμίζαμε το σπίτι, γεμίζαμε, είχαμε ξύλινα κοφίνια διάφορα κουλουράκια, αυτά τα άλλα τα κερκέλια, άφθονα όλα, όλα. Είχανε τέτοια πολλά έτσι, όσο μπορώ να θυμηθώ δηλαδή και θέλω κάποια πράγματα, και πάντα λέω και στις εγγονές μου «αυτό μου έλεγε η γιαγιά, αυτό μου έλεγε ο παππούς». Έχω τρεις εγγονές και όλο προσπαθώ να τις περάσω πράγματα που μπορώ, όσο μπορώ να θυμηθώ εγώ. Γιατί και εγώ, αν είχα το σημερινό μυαλό, θα καθόμουν ώρες εκεί και όχι μόνο, θα τα έγραφα κιόλας. Μετανιώνω για πολλά πράγματα, αλλά, δόξα τω Θεώ, αργότερα το παιδί μου ο Κυριάκος ασχολήθηκε. Και τους παππούδες εδώ από του μπαμπά του μεριά, ήξεραν πολλά πράγματα, γιατί ήρθαν και αυτοί και έλεγαν την ιστορία τους, γιατί η γιαγιά από τον μπαμπά του... Τέλος πάντων.

Π.Ξ.:

Επίσης κρατούσατε φαγητά, χορούς, όλα αυτά από τον Πόντο;

Α.Χ.:

Ναι, ναι, ναι, είχαμε τα φαγητά τα ποντιακά βέβαια τα μαγειρεύανε, κάνανε λάχανα με τα φασόλια, κάνανε τα πλιγούρια, το κορκότο, τους σουρβάδες. Τέτοια ναι, πολλά. Εμείς όλο τέτοια φαγητά είχαμε στο σπίτι. Δηλαδή τα μαγειρεύαμε συχνά η αλήθεια είναι, γιατί τα είχαμε άφθονα. Κρατούσαν το καλό το σιτάρι και το βράζαμε και κάναμε μετά, είχαμε δύο μεγάλες πέτρες στο σπίτι έτσι με ένα χερούλι ξύλινο και μας έβαζε η μαμά, κι εγώ μωρό που ήμουνα, μας έβαζε και καθόμασταν και το βάζαμε το σιτάρι από πάνω από μια τρύπα που είχε και το γυρίζαμε, το γυρίζαμε και έσπαγε αυτό και γινόταν το πλιγούρι. Δεν ήταν να το πας στο μύλο όπως τώρα, όλα με το χέρι γινόντουσαν, όλα. Το βράζαμε, το αφήναμε να στεγνώνει, μετά το φτιάχναμε έτσι, βγάζαμε το κορκότο, το πλιγούρι, και ήταν άφθονα αυτά. Και μέσα σε σακούλια από ύφασμα, για να μην πάθουν κάτι, είχαμε μια αποθήκη και τα είχε βάλει η γιαγιά έτσι, τα κρεμούσαν εκεί. Μετά είχαμε πολλά αμπέλια, όπως είχανε και εκεί και τα... είχαμε σταφύλια, πουλούσαμε κιόλας, αλλά φτιάχναμε το κρασί μας, το τσίπουρό μας, είχαμε κάτι βαρέλια μεγάλα μια αποθήκη και εκεί φτιάχναμε το μπρούσκο, το μούστο. Πολλά τέτοια είχαμε. Σε κάθε φαγητό μας, και φασολάδα να είχαμε, ο μπαμπάς θυμάμαι ότι έλεγε: «Λίγο είναι αγνό, είναι δικό μας, δεν έχουμε φάρμακα, μπορείτε να πιείτε λίγο». Πάντα μας έλεγε να πιούμε λίγο, τι ωραίο που είναι. Ανοίγαμε την κάνουλα και «να πιείτε λίγο», δε μας... ας πούμε. Αυτό το είχαμε σαν φάρμακο. Όλο το χειμώνα δηλαδή είχαμε το κρασί μας, το τσίπουρό μας και είχαμε τέτοια άφθονα πράγματα, κρατούσαμε τα έθιμα. Μετά μαζεύαμε ένα σταφύλι, όπως είναι το ροζακί, η γιαγιά να κάνει σταφίδες, ας πούμε. Τα μαζεύαμε αυτά, βάζαμε ένα καζάνι, απ' ό,τι θυμάμαι, έξω στην αυλή σταχτόνερο, έβαζε κάτι, έβαζε τέτοια μέσα, αν θυμάμαι καλά, τα βουτούσαμε λίγο όπως ήταν ολόκληρο το τσαμπί και μετά με ανέβαζε με τη σκάλα στα κεραμίδια, –είχαμε το πατρικό– και με έλεγε: «Όλα, όλα θα τα βάλεις με τη σειρά έτσι, έτσι, για να τα βλέπει ο ήλιος να στεγνώνουν». Μετά με ανέβαζε πάλι να τα γυρίσω. Γινότανε ολόκληρη αυτό, είχαμε ιεροτελεστία όταν φτιάχναμε τέτοια, όλο το χωριό, όσοι είχαν αμπέλια. Εμείς όμως είχαμε πάντα όλα μας τα καλά, η αλήθεια είναι αυτή, είχαμε μια σειρά. Και μέχρι που αυτά γινότανε σταφίδα και μετά με έβαζε πάλι –εγώ τα έκανα αυτά– ύστερα για να μην τα φαν τα πουλιά είχαμε ένα ειδικό για να τα σκεπάζουμε, αλλά να το βλέπει και ο ήλιος, αυτά τα είχαμε. Είχαμε και μεγάλα αντίσκηνα, τα οποία απλώναμε τα πλιγούρια, αυτά τα είχαν φέρει από εκεί. Ας πούμε έλεγε: «Αυτά είναι από την πατρίδα», έλεγε, ας πούμε. Πώς τα φέραν δεν ξέρω, μέσα σε αυτά που μαζέψανε; Και άσπρα ήτανε και αυτά τα κατεβάζαμε και ένα ένα τα βγάζαμε μετά τη σταφίδα. Είχαμε ένα κοφίνι τέτοιο μεγάλο, τα βάζαμε εκεί μέσα, από πάνω έραβε ένα ύφασμα –πάντα με ύφασμα ό,τι έκανε, όχι νάιλον και τέτοια– γιατί, έλεγε, πιο καλά τα κρατάνε τα τρόφιμα, δεν είχαμε ψυγεία και τέτοια. Και εγώ όταν, ας πούμε, επειδή κάποιες συμμαθήτριές μου δεν είχανε ούτε αγελάδες, ούτε αμπέλια, ούτε τίποτα και εμείς είχαμε πάντα άφθονα όλα, ακόμα και φρούτα [00:20:00]που είχαμε στο αμπέλι, σύκα, μηλιές, αχλαδιές, τα μαζεύαμε, τα έκοβε η γιαγιά, τα στέγνωνε και έκανε αποξηραμένα και είχαμε να κάνουμε κομπόστο στη νηστεία. Πάντα έκανε κομπόστο, το χοσάφ. Λέγανε: «Θα κάνουμε χοσάφ», ας πούμε. Και ήταν ένα όνειρο, έβαζε απ' όλα μέσα, όλα δικά μας, όλα σπιτικά. Και εγώ, επειδή δεν είχανε οι φίλες μου και είχαμε μια αποθήκη και όλο έτσι στο ταβάνι είχε βάλει σύρματα και ήταν κρεμασμένα όλα με γάντζους, πέρα, πέρα, όλα... Ακόμα και σταφύλι, ένα είδος σταφυλιού, το οποίο ήτανε, άντεχε πολύ το χειμώνα, τα μαζεύαμε κάτι μεγάλα τσαμπιά τέτοια, τα κρεμούσαμε πάλι και εκείνα εκεί και είχαμε όλο το χειμώνα σταφύλια. Όλο το χειμώνα, μας έκοβε λίγο λίγο. Φτιάχναμε μετά το πετιμέζι. Εκείνο ήταν ένα όνειρο. Μετά μας έβαζε και περνούσαμε η γιαγιά σε κλωστή καρύδια, τα βούταγε μέσα στο πετιμέζι και τα στέγνωνε και – παλτουρμάδες τα λέγαν αυτά. Και τα κρεμούσε, στεγνώνανε και μετά έκοβε λίγο λίγο και μας έδινε. Αυτό γινότανε... πώς είναι σήμερα που βλέπουμε σαν το σουτζούκ λουκούμ κάτι που πουλάνε, καμία σχέση με εκείνο που είχαμε εμείς βέβαια, αλλά σε αυτό το στυλ, έτσι πάγωνε μέσα το καρύδι. Και όποτε θέλαμε γλυκό, «τώρα», μας έκοβε και μας έδινε πάντα. «Γιαγιά, θα μας δώσεις;» «Θα σας δώσω». Εγώ μια φορά τι έκανα; Λέω τις φίλες μου: «Ελάτε, θα σας δώσω σταφίδες». Ήταν μεγάλο το σταφύλι που κάναμε, ήταν μεγάλο, ας πούμε, έτσι από κάτω από το... με έδινε η γιαγιά πάντα, τρέλα είχε μαζί μου, ήμουν και η τελευταία από τα παιδιά. Έκανα λίγο το κοφίνι και μια μια σταφίδα, έβγαζα από κάτω, έβγαζα. Από πάνω το καλάθι ήταν ραμμένο, γιατί έλεγε θα το ανοίξουμε όταν αρχίσει η νηστεία του Πάσχα, ας πούμε, και θα έχουμε και τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Τουκ τουκ εγώ έβγαζα, έδινα τα κορίτσια, τουκ έβγαζα, έδινα. Όταν ήρθε η ώρα να το βγάλει η γιαγιά από πάνω αυτό, λέει: «Αυτό» λέει «μέχρι πάνω το είχαμε, πώς έγινε;» «Δεν ξέρω γιαγιά, δεν ξέρω». «Έλα εδώ» μου λέει – γιατί και ψέματα δεν ήξερα να πω, την αγαπούσα πολύ, αλλά λέει: «Πες μου, πήρες;» «Όχι, γιαγιά, δε βλέπεις ότι είναι ραμμένο πάνω;». Το γυρίζει –ήταν φοβερή–, το γυρίζει πίσω και μου λέει: «Από δω;» «Γιαγιά, συγγνώμη, εγώ το 'κανα». «Δεν πειράζει, αλλά έπρεπε να με πεις». «Εντάξει» λέω «συγγνώμη, δε θα το ξανακάνω». Και το είχα χαμηλώσει το καλάθι, από το να δίνω τα κορίτσια. Είχαμε τέτοια, αυτό τους [Δ.Α.], πω. Το τουρσί, πω, τα τουρσιά, είχαμε πήλινα, αυτή η αποθήκη ήτανε όπως ένα σουπερμάρκετ γεμάτο, είχαμε πήλινα μεγάλα, αφού εγώ ήμουν πόσο ήμουνα και ήταν πιο ψηλά από εμένα. Μεγάλα, από πάνω το γέμιζε η μαμά, η γιαγιά και μετά και η μαμά, αφού μέναμε μαζί, λάχανο, όλα από τον κήπο. Έκανε ένα τουρσί και το ζουμί του να το πίνεις με την κουτάλα ήτανε, τέτοιο πράγμα, ένα όνειρο, ήταν και κρύο στην αποθήκη και αυτά θέλαν κρύο. Μετά τις –όλα από τον κήπο– μελιτζάνες. Όταν κάναμε τέτοια πράγματα είχαμε γιορτή, όλα τα παιδιά βοηθούσαμε, όλοι, όλοι συμμετείχαμε σε αυτά. Μελιτζάνες μάζευε, φτιάχναμε το υλικό, τις γέμιζε, όπως κάνουμε το παπουτσάκι, με σέλινα, με διάφορα τέτοια από τον κήπο, το έδενε με μια κλωστή που είχαμε για τέτοια, το έδενε, τα έβαζε βράζανε έτσι όλα μαζί και ήτανε τουρσί μελιτζάνα, γεμιστή. Ένα όνειρο! Αυτά δηλαδή δεν μπορώ να τα ξεχάσω και πάντα λέω αυτό είχαμε, στο σπίτι, αυτό είχαμε, καμία σχέση, μα καμία, ας πούμε, ήτανε... Το τουρσί τώρα σε απαγορεύουν να το τρως και τότε έλεγε ο γιατρός, λέγανε: «Μπράβο, βρε Μέλη» έλεγαν τη μαμά μου «αυτό είναι να το πίνεις σαν το κρασί το ζουμί του». Και εμείς που ήμασταν μωρά πηγαίναμε με την κουτάλα. Το πετιμέζι, είχαμε τέτοια πήλινα – πήλινα, δεν τα βάζαμε σε πλαστικά, τίποτα πλαστικό δεν είχαμε, δε χρησιμοποιούσαμε. Ήμασταν, δεν ξέρω, είχα έτσι πολλά και... εγώ πάντως όλο θυμάμαι τώρα. Όποτε έχω κάτι θυμάμαι: «Αχ η γιαγιά αυτό, αχ η μαμά μου αυτό», μετέπειτα, ας πούμε. Πάντα με τις εγγονές όσο μπορώ λέω.

Π.Ξ.:

Πώς και εγκατασταθήκανε στη Δράμα;

Α.Χ.:

Στη Δράμα. Ψάχνανε τότε όταν ήρθανε ένα μέρος το οποίο να μην έχει... φοβόντουσαν από τα... θέλαν ξερό, ας πούμε, θέλαν βουνό, θέλανε όπως ήρθαν από εκεί από τα βουνά, θέλαν βουνό. Τους είπανε τότε, μπορούν να πάνε όπου θέλουν, να 'ρθουν εδώ στα χωριά της Αριδαίας, να πάνε, να 'ρθουνε εδώ στη Θεσσαλονίκη, παντού όπου θέλανε, τους λέγανε: «Πού θέλετε, θα σας εγκαταστήσουμε». Αυτοί θέλανε βουνά, βουνά να φύγουνε, όπως και του πεθερού μου στα χωριά φεύγανε, στη Μολόχα Κοζάνης, ας πούμε. Τους λέγανε: «Μα πάρτε εδώ πέρα, μπορούμε να σας δώσουμε σε κάμπο». Μείνανε κάποιοι, από ελονοσία πέθαναν πολλά παιδιά τους, εμείς δεν είχαμε τέτοιο θέμα, αλλά τότε οι δικοί μας θελήσανε, λέει: «Θα μείνουμε στα χωριά της Δράμας», τα οποία τα γύρω χωριά παντού έχει από το χωριό που ήρθαν οι δικοί μου, έχει στη Σκοπιά, έχει στο Μαντήλι, έχει στις Κρηνίδες... Στα γύρω χωριά της Δράμας έχει πάρα πολλούς από το Μετέν που ήρθανε και θέλανε βουνό για να έχει κλίμα καλό, να έχει καλό νερό και να μπορούνε να ζήσουνε με το οξυγόνο, να μην έχουνε κουνούπι και τέτοια, πού κουνούπι να βρεις στο χωριό μου, είναι πολύ ωραίο χωριό. Και το κλίμα είναι έτσι καλό και έτσι εγκατασταθήκανε εκεί.

Π.Ξ.:

Εκεί πέρα είχε και άλλους πρόσφυγες από το ίδιο το χωριό;

Α.Χ.:

Ναι.

Π.Ξ.:

Είχε πολλές οικογένειες.

Α.Χ.:

Είχε και από άλλα μέρη, είχε από το δικό μας το μέρος, αλλά είχε και από άλλους. Είχε Πισιρλίδες, είχε διάφορους είχε το χωριό. Αλλά ως επί το πλείστον είχε από το Μετέν που ήρθαν από κει, το μεταλλείο.

Π.Ξ.:

Ντόπιους είχε το χωριό;

Α.Χ.:

Όχι.

Π.Ξ.:

Όχι. Ήταν χωριό που είχε δημιουργηθεί από πρόσφυγες.

Α.Χ.:

Ναι, ναι, από πρόσφυγες ας πούμε. Δεν είχαμε, όχι.

Π.Ξ.:

Και η σχέση μεταξύ σας πώς ήτανε;

Α.Χ.:

Πάρα πολύ καλή, άριστη μπορώ να πω, όλοι καμία διαφορά. Μια αρμονία όλα. Από ό,τι ξέρω και όλοι μαζί, όλοι μεταξύ τους συγγενεύανε κιόλας. Οπότε ένα αρμονικό καλό χωριό. Δεν είχαμε θέματα καθόλου. Βοηθούσαν.

Π.Ξ.:

Παρ' όλο που ήταν από άλλες περιοχές.

Α.Χ.:

Δεν έχει σημασία αυτό, ναι, ναι, παρ' όλο που ήτανε. Όλοι είχαν έναν σκοπό, να αποκαταστήσουν την οικογένειά τους, να ζουν καλά. Βοηθούσε ο ένας τον άλλον. Όχι. Με μια αρμονία ωραία ζούσαμε.

Π.Ξ.:

Ξέρετε αν οι παππούδες σας πήρανε κάποια αποζημίωση από το κράτος όταν ήρθανε; Κάποιο σπίτι, κάποια γη;

Α.Χ.:

Χωράφια, γη πήρανε, πήρανε γη. Τους δώσανε σαν ακτήμονες. Τους δώσανε κάποια χωριά για να μπορούνε... και μετέπειτα αγόρασαν κιόλας, αλλά τους δώσανε να ξεκινήσουνε η αλήθεια είναι, ναι, απ' ό,τι θυμάμαι.

Π.Ξ.:

Μετά καλλιεργήσανε, κάνανε...

Α.Χ.:

Ναι, ναι, καλλιεργήσανε, φτιαχτήκανε, το ένα το κάνανε δεύτερο, το δεύτερο τρίτο. Όσοι ήτανε σωστοί, ας πούμε, εντάξει, υπήρχαν και κάποιοι στο χωριό οι οποίοι δεν είχανε ούτε κότες να πάρουν το αυγό, ας πούμε, που ήταν απαραίτητο. Συγγνώμη λίγο. Ακούω.

Π.Ξ.:

Εσείς οπότε τα παιδικά σας χρόνια τα θυμάστε με χαρά, είχατε...;

Α.Χ.:

Ακριβώς, ακριβώς. Μία γιορτή.

Π.Ξ.:

Παρότι δουλεύατε και αναγκαζόσασταν...

Α.Χ.:

Παρότι, παρότι. Με άφηνε η μαμά στο σπίτι, πηγαίνανε στο χωράφι και μου έλεγε: «Θα μαγειρέψεις, θα αρμέξεις», που ήμουνα εγώ, δημοτικό πήγαινα, γιατί δεν ήμουνα μεγάλη. Είχανε φύγει τα άλλα τα αδέρφια μου, είχαν παντρευτεί και έμεινα η τελευταία στο σπίτι. Και για αυτό θα σας πω που δεν μπόρεσα να συνεχίσω, να πάω γυμνάσιο κι αυτό. Και έλεγε «θα μαγειρέψεις», άφηνε εκεί, όλα, «θα κάνεις αυτό το φαγητό» και είχαμε καπνά. Κάναμε πολύ καπνό εμείς. Και έλεγε: «Αυτό τον καπνό που έμεινε από την προηγούμενη μέρα, όλο θα το περάσεις στις βελόνες». Ο παππούς με βοηθούσε κι έφερνε και ένα φίλο του, ο οποίος ο καημένος δεν έβλεπε, και τον βοηθούσα εγώ. Επειδή ήτανε κοντά, τον βοηθούσα να τον μαγειρεύω, κάποιες φορές να του σκουπίζω. Και αυτός με αγαπούσε πάρα πολύ. Και ερχόταν και έλεγε: «Εγώ θα είμαι εκεί». Παρ' όλο που δεν έβλεπε, προσπαθούσε να περάσει στη βελόνα τον καπνό, για να με βοηθάει. Και ο παππούς ένα κι ένα μαζί μου. Και όταν τελείωσα το δημοτικό, κανονικά ήμουν πολύ καλή μαθήτρια, άριστη, το τελείωσα με 10. Δέκα δεν βάζαν τότε. Πάει ο μπαμπάς μου να το πάρει το ενδεικτικό, και λέει: «Τώρα πια που θα συνεχίσει στο γυμνάσιο η Αναστασία...» «Ποιο γυμνάσιο» λέει «δάσκαλε; Εμείς» λέει «όλοι φύγανε. Εγώ εργάτες» λέει «θέλω στο σπίτι. Γυμνάσιο λέει τώρα;» Δύο χιλιόμετρα ήτανε το γυμνάσιο από το χωριό μας [00:30:00]στην Αλιστράτη. Δεν είχαμε. Αλλά ήτανε δύο χιλιόμετρα, το οποίο πέρναγες και από ένα άλλο χωριό, το Αγιοχώρι, και το οποίο δεν είχε φόβο να πας και να 'ρθεις γιατί ήταν κεφαλοχώρι εκείνο, και όλα μας τα ψώνια τα κάναμε από αυτό το χωριό. Η μαμά, ας πούμε, πήγαινε πάντα και έπαιρνε από κει ό,τι θέλαμε, από ρούχο μέχρι ό,τι θέλαμε. Και λέει: «Ποιο γυμνάσιο;» λέει. «Εμείς τώρα» λέει «μείναμε μόνοι. Θέλω βοήθεια. Τα σταφύλια μαζεύω. Στον καπνό πάμε. Στο σπίτι κάποιον πρέπει να αφήνω». «Τι λες» του λέει «Δαμιανέ; Εγώ δεν συμφωνώ μαζί σου. Θα τα αφήσεις το παιδί σου, γιατί εγώ είμαι σίγουρος, ότι θα πάει μπροστά». Δεν με στείλανε, κι αυτό μέχρι που πέθανε ο μπαμπάς μου η αλήθεια είναι –καλά να είναι εκεί που είναι– έχω ένα βάρος, τον έλεγα: «Έχω ένα παράπονο και θέλω να σ' το πω. Δεν μ' άφησες να σπουδάσω, δεν με άφησες να κάνω αυτό που ήθελα». Γιατί το ήθελα.

Π.Ξ.:

Το θέλατε.

Α.Χ.:

Το ήθελα πάρα πολύ. Το ήθελα.

Π.Ξ.:

Είχατε κάποιο στόχο;

Α.Χ.:

Ήθελα, ναι. Γιατί ήξερε ότι κάποιες άλλες συμμαθήτριές μου που δεν είχανε τόσο, δεν ήτανε τόσο καλές στο σχολείο όλο, γιατί πηγαίναμε, διθέσιο ήταν το σχολείο, πηγαίναμε πρωί, απόγευμα στο σχολείο. Και ήμουνα πάντα διαβασμένη, παρ' όλο που έκανα τις δουλειές στο σπίτι, πάντα ήμουν διαβασμένη, πάντα προσεκτική, ό,τι έλεγε, ας πούμε, ο δάσκαλος. Εκεί εγώ συμμετείχα σε θεατρικά στο σχολείο, συμμετείχα και έχω και φωτογραφίες. Συμμετείχα πάντα από μικρή τάξη που ήμουνα σε 25η, που κάναμε τα Χριστούγεννα, ό,τι γινότανε γιορτή εγώ έπαιρνα μέρος, ας πούμε. Μου άρεζε πολύ. Τώρα το έχει η κόρη μου αυτό, είναι έτσι σε αυτά. Δεν με στείλανε. «Ναι» λέει «έπρεπε» λέει «να σε αφήσουμε». Γιατί οι φίλες μου που δεν ήταν, η μία έγινε... τελείωσε –δύο χρόνια ήταν η Ακαδημία τότε– τελείωσε δασκάλα η άλλη τελείωσε... Και λέω: «Τι κατάλαβες, μπαμπά; Μετά» λέω «εγώ 17 χρονών παντρεύτηκα, γιατί είχα σιχαθεί το χωριό πια». Δεν ήθελα να μείνω άλλο. Γιατί δεν υπήρχε κάτι άλλο να κάνω το χωριό. Αυτό ήταν, στο σπίτι, με τα ζώα, με τα ξέρω εγώ... Εντάξει δεν μας είχανε και με το ζόρι να μας βαράνε αλλά αυτές ήταν οι δουλειές του σπιτιού. Σε αυτά έπρεπε να συμμετέχουμε όλοι. Όλοι δουλεύαμε. Δεν ήταν όπως τώρα, «όχι εσύ» ξέρω 'γω, τα παιδιά τα έχουμε... Ίσως δεν είναι και καλό αυτό τώρα που γίνεται. Εκείνο είναι καλό. Γιατί εγώ 17 χρονών, όταν ας πούμε πια δεν με έστειλε, και θυμάμαι, ας πούμε, με σήκωνε η μαμά, φώναζε: «Σήκω, σήκω», τέσσερις, πέντε η ώρα το πρωί να πάω στον καπνό. Έλεγε ο μπαμπάς – μετά, φαίνεται, κατάλαβε: «Άσ' το παιδί να κοιμηθεί, μωρό είναι. Μην το ξυπνάς». «Όχι, να μη γίνει τεμπέλα». Άμα ξυπνούσα πέντε η ώρα, να μη γίνει τεμπέλα. Και πηγαίναμε και είχαμε κάρο, αφού τα βόδια μας μετά τα δώσαμε, μετέπειτα πήραμε δύο άλογα, δύο άλογα κόκκινα και με κείνα κάναμε τη γεωργία μας. Και είχαμε κάρο ωραίο και εγώ κοιμόμουνα πάνω στο κάρο και μόλις έκανε ο μπαμπάς να σταματήσουμε, «Θεέ μου, φτάσαμε» έλεγα «τώρα θα ξυπνήσω αναγκαστικά».

Π.Ξ.:

Οπότε, αφού τελειώσετε το σχολείο, πηγαίνετε και εσείς στα χωράφια να βοηθήσετε.

Α.Χ.:

Και πριν ακόμα, όχι μόνο. Βέβαια. Και μετά στο χωριό στη Δράμα.... Για να φανταστείς, κορίτσι μου, στη Δράμα που είναι 20 χιλιόμετρα, κάποιες φορές που ήθελα ένα ρούχο, πήγαινε η μαμά και έλεγε –εγώ περίμενα– πήγαινε μόνη της και έλεγε: «Εγώ θα σε φέρω το παλτό, θα σε φέρω...» Της έλεγα: «Θέλω ένα παλτό, θέλω τα κορίτσια, Χριστούγεννα έρχονται, θα βγω με τα κορίτσια». Στην εκκλησία πηγαίναμε. Πού θα πηγαίναμε; Και ποια θα φορέσει το πιο, τι καινούργιο έχει και ξέρω 'γω. Και οι μπότες ήταν λάστιχο και γυαλίζανε, λάστιχο παγωμένα. Και ήταν σαν μποτίνια και στο πλάι κουμπώνανε με έτσι τακ τακ με τρία κουμπάκια. Εκείνα πια, τι να πω, παγωμένα τα πόδια. Και της έλεγα: «Να 'ρθω κι εγώ;» Και μου έλεγε: «Όχι, εσύ να μείνεις εδώ». Δύο και τέταρτο ερχόταν το λεωφορείο από τη Δράμα και εγώ ήμουν από τις 12 έξω στο χωριό, στη γωνία να περιμένω να δω τι θα με φέρει. Και όταν το έφερε το παλτό, το έκρυψε, το είδα και με λέει: «Θα το φορέσεις τα Χριστούγεννα». Μαθέ που θα πήγαινα εγώ και θα το έβαζα πριν. Και μετά πήγα το βρήκα, της έλεγα: «Θέλω να το βάλω μία φορά, έρχονται τα κορίτσια και με λένε τι σε πήρε η μαμά; Να μην το δείξω;» Λέει: «Όχι». Και, θυμάμαι, ήταν έτσι ένα καρουδάκι ψιλό, κόκκινο με μαύρο. Και ήτανε αφρολέξ. Τι θα ήτανε; Τότε, ας πούμε, ένα αφρολέξ, ένα παλτό. Και της έλεγα, πήγα το βρήκα μία φορά και την είπα: «Εγώ το βρήκα». Λέει, με έλεγε πάντα: «Στου βοδιού το κέρατο να βάλω κάτι, εσύ θα το βρεις». Πάντα έτσι με έλεγε. «Θα το βρω. Γιατί δεν μου το δίνεις;» την έλεγα. «Θα το βρω». Και το έδειξα στα κορίτσια και, ξέρεις, σαν παιδί, «να τι μου πήρε η μαμά» ξέρω 'γω. Και πηγαίναμε μετά στην εκκλησία, ανεβαίναμε στον γυναικωνίτη επάνω και μετρούσαμε τι στα κάλαντα που λέγαμε και δε δίναμε τότε τίποτα. Δίναν καραμέλες, δίνανε κυδώνια, δίνανε δεκάρες και δεκάρες δίνανε οι θείες της μαμάς μου, η αδερφή ξέρω 'γω. Άσ' τα.

Π.Ξ.:

Πηγαίνετε στα κάλαντα κάθε γιορτή;

Α.Χ.:

Πάντα μας λέγανε. Η τσάντα που είχα στο σχολείο ήταν από ύφασμα. Μία μπλε και δύο χερούλια. Άδειαζα τα βιβλία. «Θα πάτε» έλεγε. «Θα πάτε, αυτό το κάναμε...» Όλο το χωριό ακουγόταν να λένε τα κάλαντα. «Θα πάτε» μας στέλνανε.

Π.Ξ.:

Ήσασταν παρέες;

Α.Χ.:

Παρέες, παρέες. Πηγαίναμε και ένας από δω, η παρέα από κει και μπερδευόντουσαν οι φωνές. Ξέρεις, ήταν πάρα πολύ ωραία. Και πηγαίναμε βράδυ, όχι ημέρα. Τώρα που έρχονται και δεν έρχονται κιόλας, γιατί φοβούνται, αλλάξαν τα πράγματα. Νύχτα, και ακουγόντουσαν οι φωνούλες, παιδιά τώρα από κει, από κει, από την άλλη και όλα μαζί γινόντουσαν ένα... Έχω πάρα πολύ ωραίες αναμνήσεις από το χωριό μου πάντως, πάρα πολύ ωραίες.

Π.Ξ.:

Και τα λέγατε στα ποντιακά τα κάλαντα;

Α.Χ.:

Όχι, δεν τα λέγαμε στα ποντιακά. Στα ελληνικά τα λέγαμε. Εγώ τουλάχιστον.

Π.Ξ.:

Εσάς οι παππούδες, φαντάζομαι, ποντιακά μιλούσαν.

Α.Χ.:

Ναι. Μέσα στο σπίτι ποντιακά όλοι, οικογενειακώς. Και μαμά, ο μπαμπάς όλοι, όλοι. Γι' αυτό και τα γνωρίζω.

Π.Ξ.:

Οπότε και εσείς τα ξέρετε.

Α.Χ.:

Ναι, βέβαια. Και τα μιλάω άπταιστα. Βέβαια, δεν το συζητώ.

Π.Ξ.:

Αλλά στο σχολείο κάνατε νέα ελληνικά.

Α.Χ.:

Ναι. Στο σχολείο ναι, ναι.

Π.Ξ.:

Οπότε εσείς ξέρατε και μπορούσατε να χειριστείτε και τις δύο....

Α.Χ.:

Ναι, ναι, γιατί και τη γιαγιά κάποιες φορές την μιλούσα στα ελληνικά και μου έλεγε: «Αχ να χαρώ εγώ τα ελληνικά σου» μου έλεγε, γιατί εκείνη... «Αχ να χαρώ εγώ τα ελληνικά σου, πουλάκι μου» μου έλεγε. Ναι βέβαια, ναι.

Π.Ξ.:

Εκείνοι γνώριζαν τουρκικά από τον Πόντο;

Α.Χ.:

Αν μιλούσαν; Ποτέ.

Π.Ξ.:

Ποτέ.

Α.Χ.:

Δεν τους άκουσα. Δεν τα ξέρανε. Όχι, όχι. Ποντιακά, ποντιακά, ποντιακά συνέχεια.

Π.Ξ.:

Ωραία. Οπότε σχολείο είχατε στο χωριό σας...

Α.Χ.:

Βεβαίως.

Π.Ξ.:

Αλλά Γυμνάσιο υπήρχε εκτός.

Α.Χ.:

Ναι. Δύο χιλιόμετρα. Ήτανε κεφαλοχώρι η Αλιστράτη. Όλα τα γύρω χωριά στην Αλιστράτη πηγαίνανε τα παιδιά. Με τα πόδια όχι με ταξί, δεν υπήρχε λεωφορείο να τα πηγαινοφέρνει με τα πόδια με το κρύο πηγαινοερχόντουσαν.

Π.Ξ.:

Εσείς στη Δράμα κατεβαίνατε καθόλου;

Α.Χ.:

Ποτέ. Αλλά όταν μία φορά θέλησα, έτσι, είπα, θέλω να μάθω κάτι, έλεγα, μία τέχνη κάτι... και ήμουνα 14 χρονών. Ήτανε μία σχολή ραπτικής κοπτικής, και λέω τη μαμά –ήταν η αδερφή μου παντρεμένη στη Δράμα– και λέω: «Μαμά, να πάω να μάθω μοδίστρα;» Γιατί είχε στην Αλιστράτη, αλλά έπρεπε να πηγαινοέρχομαι με τα πόδια. Πήγα στη... Με λέει: «Εντάξει, θα σε γράψω». Ήταν και άλλα κορίτσια από διάφορα χωριά εκεί της Δράμας και ήτανε, τα περισσότερα μένανε μέσα εκεί και μαθαίνανε.

Π.Ξ.:

Εσώκλειστες;

Α.Χ.:

Ναι, ναι. Ήμασταν καμιά 20 κορίτσια, μένανε μέσα. Εγώ όμως, επειδή η αδερφή μου ήταν δίπλα, εμένα στην αδερφή μου. Δεν θέλησα να μείνω μέσα. Δεν ήθελα. Εγώ ήμουνα παιδί έτσι, «δε θέλω» λέω. Οχτώ μήνες έκατσα, αλλά επειδή οι συνθήκες στην οικογένεια της αδερφής μου, έτσι, δε με είχαν αρέσει και εγώ δεν ήμουν μαθημένη σε φασαρίες και σε τέτοια – γιατί ήτανε και η πεθερά της αδερφής μου στο σπίτι και έβαζε λόγια πάντα τον... και είχαν πάντα ιστορίες, είχαν και εκεί γεωργικές δουλειές, θερμοκήπια είχαν αυτοί και τέτοια δουλειά. Λέω τη μαμά: «Θα με πάρεις, δε θέλω εγώ να κάτσω άλλο εκεί, δεν μου αρέσει, εγώ φασαρίες και τέτοια δεν θέλω». Μπούρου, μπούρου η πεθερά πάντα, και ξύλο ακόμα έτρωγε η αδερφή μου. Η αλήθεια είναι αυτή και εγώ δεν το άντεχα αυτό. Δεν το έλεγα στη μαμά, αλλά όταν «γιατί δεν θέλεις να μείνεις;», «πάρε με από δω και θα σου πω την αιτία, μόνο πάρε με από δω μέσα, δεν θέλω να μείνω άλλο εδώ». Με πήρε, και τη λέω: «Σε αυτήν την κατάσταση του σπιτιού εγώ δεν είμαι μαθημένη. Εγώ είμαι ωραία εδώ». Ένα περιβάλλον ωραίο, ούτε ο πατέρας μου μία φορά δεν άκουσα να βρίζει. Όχι μόνο να βρίζει άσχημα, ποτέ, ποτέ, δε μάλωσε ποτέ με τη μαμά. Ούτε η μαμά μου, με τα πεθερικά να πιάσουν έτσι, ποτέ, ποτέ τέτοια. Είχαμε μία ήρεμη οικογενειακή, έτσι, γαλήνη, ας [00:40:00]πούμε. Και εκεί δε μου άρεσε καθόλου κι έφυγα κι από κει.

Π.Ξ.:

Και δεν τελειώσατε ποτέ τη σχολή;

Α.Χ.:

Όχι. Έμαθα κάτι λίγα που μετέπειτα με χρειάστηκαν, γιατί εδώ δούλεψα αργότερα.

Π.Ξ.:

Και παντρευτήκατε στα 17 σας;

Α.Χ.:

Παντρεύτηκα.

Π.Ξ.:

Με προξενιό ή...

Α.Χ.:

Και αυτό κάπως έτσι έγινε. Δεν τον ήξερα τον άντρα μου. Ήρθανε και αυτό έγινε μία περίπτωση... Ένα μοναστήρι έχουμε στο χωριό, έξω από το χωριό. Ήρθανε κάποιοι προσκυνητές. Και είπε η ηγουμένη του μοναστηριού: «Ποιος μπορεί να φιλοξενήσει στο χωριό κόσμο, γιατί εμείς δεν χωράνε εδώ πάνω». Και στο καφενείο εκεί ο μπαμπάς είπε: «Εγώ». Φιλόξενο χωριό η αλήθεια, δεν μπορώ να πω. Όλοι «εγώ». «Ποιους θέλετε, στείλτε μου, ηγουμένη» λέει. Στέλνουνε τα πεθερικά μου στο σπίτι και κουβέντα στην κουβέντα βγήκανε ότι κάποτε ο μπαμπάς μου πήγε εκεί για να πολεμήσει στην Κοζάνη, ας πούμε, εκεί πήγε στο αντάρτικο –δεν ξέρω τι ήταν τότε– και η πεθερά μου τον είχε βοηθήσει, γιατί τον κυνηγούσανε. Ήτανε να γίνει. Συζήτηση στη συζήτηση, λέει: «Έχεις παιδιά;» «Έχω» λέει ο μπαμπάς μου. «Εσύ;» «Κι εγώ» λέει «έχω πέντε κόρες και έναν γιο» λέει ο παππούς, ο πεθερός μου. «Εσύ;» «Εγώ έχω τέσσερα, τρία κορίτσια και ένα αγόρι. Όλα έχουν φύγει και έχω τη μικρή μου τώρα» λέει «εδώ». Εγώ έλειπα τότε, δεν ήμουνα, ήμουνα στη Δράμα στην αδερφή μου. Είχα πάει για μία μέρα. Και λέει –φωτογραφίες, έτσι καλή ώρα όπως έχω τις εγγονές μου εδώ, είχα εκεί–, λέει: «Αυτή είναι;» Το πρωί σηκώνεται και λέει: «Δαμιανέ, τι λες; Θέλεις να συμπεθεριάσουμε;» Η μαμά μου «Μικρή είναι» λέει «δεν τη δίνω. Είναι 16 στα 17 τώρα» λέει. «Άσ' το» λέει. «Στο καλό». Φεύγουν, τελείωσε, αυτό ήτανε. Μετά από μία εβδομάδα έρχεται ο πεθερός μου πάλι πίσω. Λέει: «Εγώ αυτό που είπα» λέει «θα το κάνω. Μίλησα με τον γιο μου» λέει. «Να γνωριστούν τα παιδιά». Τι να γνωριστούμε; Εγώ στο χωριό, εκείνος εδώ. Τι να γνωριστούμε; Μην τα πολυλογώ. Ήρθε μετά μία-δυο, ήρθε στο χωριό. Πού να πας στο χωριό; Πού να πας; Να βγεις στην πλατεία; Κατευθείαν «του Δαμιανού η κόρη». Πού να πας; Ήμασταν τόσο μέσα σε σπίτια. Η μία με την άλλη εκεί κάναμε, κεντούσαμε, κέντημα πολύ. Και μετέπειτα κεντούσα εδώ, δηλαδή έχω πολλά κεντήματα. Έγινε τελικά. Τρεις μήνες δεν... εκείνος εδώ, εγώ εκεί, δεν γινόταν. Σε τρεις μήνες γάμος για να... Λέει, δε γίνεται αυτό, πρέπει, λέει, να τελειώνουμε, να 'ρθεις εκεί. Και έτσι έγινε. 17 χρονών.

Π.Ξ.:

Εσείς θέλετε να παντρευτείτε;

Α.Χ.:

Ήθελα να φύγω η αλήθεια είναι, ήθελα να φύγω.

Π.Ξ.:

Είχατε κουραστεί...

Α.Χ.:

Ναι, ναι, ήθελα να φύγω. Και νόμιζα η Θεσσαλονίκη πια, φανταζόμουν ότι ήτανε... ήταν μέρος...

Π.Ξ.:

Πήγατε στη Θεσσαλονίκη κατευθείαν;

Α.Χ.:

Ναι, ναι, εδώ ήρθα.

Π.Ξ.:

Δεν πήγατε Κοζάνη;

Α.Χ.:

Όχι, όχι. Γιατί εδώ μένανε. Δίπλα μένανε οι παππούδες, εδώ μένανε τα πεθερικά μου. Και νόμιζα ότι στη γη της επαγγελίας θα έρθω. Ας πούμε, έλεγα, θα φύγω στη Θεσσαλονίκη, πω! Τις φίλες μου έλεγα: «Εγώ θα φύγω. Παντρεύτηκα». Ήρθα εδώ, εντάξει, ήμουνα μόνη τελείως. Ήτανε οι κουνιάδες μου, τα πεθερικά μου και εγώ μόνη, 17 χρονών παιδί. Οι γονείς μου εκεί, αδέρφια δεν είχα εδώ κανέναν, κανέναν. «Τώρα» λέω «τι κάνω;» Και οι κουνιάδες μου κεντούσανε στη μηχανή ξένα. Τότε έπρεπε προίκα στο χωριό να δώσουνε μηχανή στο κορίτσι, γιατί ήταν η νοικοκυροσύνη αυτό. Να έχει τη μηχανή της το κορίτσι. Και επειδή ήξερα και λίγο –οχτώ μήνες πήγα–, μου έδωσε η μαμά μου προίκα μια μηχανή. Και λέω στην κουνιάδα μου –απάνω μένανε και μένει, θα πάμε και εκεί λίγο μετά– και λέω: «Μπορείτε να μου δείξετε να κεντάω και εγώ να ασχολούμαι, γιατί θα τρελαθώ;» Έφευγε στη δουλειά ο σύζυγος και εγώ ήμουνα μόνη. Η πεθερά, δεν τους ήξερα, καθόμουνα μέσα. Δεν μπορώ να πω, πέρασα καλά μαζί τους. Γιατί και εγώ δεν τα έδινα σημασία και όλα και 45-46 χρόνια ζούσα δίπλα. Και οι κουνιάδες μου, πέντε κουνιάδες, σαν αδερφές τις έχω. Δεν έχουμε μαλώσει ποτέ, δεν έχουμε ανταλλάξει ούτε μία μέρα κάτι, δεν μπορώ, όχι. Αλλά αισθανόμουνα ότι κάτι θέλω να κάνω. «Γιατί να κάθομαι» τον έλεγα «και εσύ να πηγαίνεις στη δουλειά; Εγώ τι είμαι; Χέρια πόδια δεν έχω;». Τέλος πάντων, γίνεται ο Κυριάκος μου, ο μεγάλος μου γίνεται, τον μεγαλώνω λίγο, πιάνω όμως μέσα στο σπίτι το κέντημα, λίγο λίγο στη μηχανή, με δείξανε. Κεντούσα σε διάφορα μαγαζιά, σε φορέματα, έτσι ξέρω 'γω, σε πουκάμισα. Μετέπειτα γίνεται και η κόρη μου, όταν ο Κυριάκος μου ήταν 6, γεννήθηκε η Ελένη μου. Λέω: «Τώρα θα βγω στη δουλειά, θα τη μεγαλώσω λίγο ακόμα, μόλις πάει παιδικό σταθμό και θα βγω στη δουλειά». «Δέχεσαι να την προσέχεις;» λέω στον Κυριάκο. «Ναι, μαμά». «Να βοηθήσω» λέω «την κατάσταση λίγο, αγόρι μου, γιατί μόνο ο μπαμπάς δουλεύει, να είμαστε πιο άνετοι. Θα μεγαλώσετε, θα θέλετε να σπουδάσετε, να έχουμε τη σειρά μας». Γίνεται 12 ο Κυριάκος, 6 η Ελένη, και βγαίνω στη δουλειά. Βγαίνω σε μία βιοτεχνία. Ο Κυριάκος πρόσεχε την Ελένη, την πήγαινε στο σχολείο, την έφερνε, όλα αυτά. Και εγώ έφευγα το πρωί και γυρνούσα το βράδυ. Μόνα τους.

Π.Ξ.:

Πού δουλεύατε;

Α.Χ.:

Σε μία βιοτεχνία δούλευα, στο Καλοχώρι.

Π.Ξ.:

Θυμάστε όνομα;

Α.Χ.:

Ναι. Στη Ριζοπούλου δούλευα, που έκανε εξαγωγές με Γερμανία. 150 άτομα μέσα, εργοστάσιο μεγάλο. Έμαθα καλά τη δουλειά.

Π.Ξ.:

Ράβατε;

Α.Χ.:

Ναι.

Π.Ξ.:

Συγκεκριμένα σχέδια, παραγγελίες;

Α.Χ.:

Όχι, όχι. Ήτανε, ας πούμε, δεν έπαιρνα ένα ρούχο να το τελειώσω εγώ. Εγώ τελείωνα, ας πούμε, τον ποδόγυρο ή το μανίκι. Η άλλη περνούσε. Η άλλη γάζωνε τα πλαϊνά, έτσι. Εμένα στοίβα τα καρότσια να τελειώσω αυτά τα γυρίσματα εδώ. Ώρες ατελείωτες δούλευα. Και τα δύο μαζί μόνα τους στο σπίτι εδώ. Η γιαγιά δεν αναλάμβανε εδώ δίπλα, η μαμά στο χωριό, κανείς. Μόνη μου τα μεγάλωσα. Μόνα τους ό,τι κάνανε και τελειώσανε και άριστος ο Κυριάκος – τα ξέρεις αυτά. Πήγαινα στο σχολείο με τα χνούδια από τη δουλειά για να πάρω ελέγχους και με έπαιρνε ο καθηγητής και με πήγαινε μες στο γραφείο, γιατί μαλώνανε οι άλλες οι μαμάδες. «Γιατί έβαλες το παιδί μου 16, έπρεπε να το βάλεις 18, όχι έτσι». Και εγώ έλεγα: «Σας παρακαλώ, δώστε μου τους βαθμούς να φύγω, γιατί με περιμένει ο οδηγός της δουλειάς να φύγω πίσω. Δεν θα πάω σπίτι μου εγώ. Γιατί μαλώνουν;» έλεγα. Με φαινόταν πολύ περίεργο αυτό. Και μόνα τους διαβάζανε και μόνα τους και ήταν αριστούχος πάντα. Και η κόρη μου ήτανε μαθήτρια του 17, σταθερή κι εκείνη. Μόνα τους. Βοηθούσε ο Κυριάκος την Ελένη και μόνα τους. Και έτσι όλα, πόσα χρόνια εδώ, 15 χρόνια γινόταν αυτό. Δούλευα, ας πούμε έξω, αυτά είχαν μεγαλώσει, άρχισε τις σπουδές ο Κυριάκος. «Θα σε στηρίξουμε, πήγαινε. Θα σε στηρίξουμε, πήγαινε, όσο μπορούμε». Δόξα τω Θεούλη.

Π.Ξ.:

Και εσείς δουλεύετε 15 χρόνια σε αυτή τη βιοτεχνία;

Α.Χ.:

Ναι. Σε μία άλλαξα μία φορά, πήγα σε μια άλλη και μετά με ξαναπήρε εκείνη πίσω πάλι.

Π.Ξ.:

Πόσα χρόνια 15;

Α.Χ.:

Σύνολο ναι.

Π.Ξ.:

Και μετά σταματήσατε;

Α.Χ.:

Μετά σταμάτησα λόγω υγείας. Αυτό.

Π.Ξ.:

Οπότε δεν έχετε, δεν πήρατε σύνταξη απ' αυτό.

Α.Χ.:

Όχι. Έχω τα ένσημά μου. Αργότερα θα δούμε. Αν μας δώσουν, θα πάρω, αν δεν μας δώσουνε, δεν πειράζει. Καλά να 'μαστε και έτσι. Γιατί ο μπαμπάς ήταν καλά στη δουλειά του, παίρνει...

Π.Ξ.:

Τι δουλειά έκανε ο άντρας σας;

Α.Χ.:

Δούλευε σε βαφείο υφασμάτων εκείνος και, δόξα τω Θεούλη, καλά ήταν.

Π.Ξ.:

Μέσα στη Θεσσαλονίκη;

Α.Χ.:

Ναι, ναι, στη Σίνδο. Εδώ οι δουλειές μας, εδώ ήταν. Εμένα ήταν στο Καλοχώρι, στη Σίνδο, μετά στο Ωραιόκαστρο. Εδώ ήμασταν γύρω.

Π.Ξ.:

Και πώς ήταν να δουλεύετε κάθε μέρα, όλη μέρα, να μην μπορείτε να δείτε την οικογένειά σας, τα παιδιά σας;

Α.Χ.:

Δύσκολο. Με τον σύζυγό μου βρισκόμασταν στον δρόμο. Όταν ήτανε νύχτα, τον συναντούσα το πρωί, ερχότανε και έφευγα και του έλεγα: «Στο ψυγείο έγραψα αυτό, αυτό, αυτό». Και κοιμότανε. Όταν έφευγε στη δουλειά, εγώ ακόμη και νύχτα πολλές φορές. Μόνα τους. Επιβιώνανε αυτά, μόνα τους ήτανε στο σπίτι. Και γυρίζω τώρα και λέω, βλέπω τις εγγονές μου και λέω... νομίζω πως κι εκείνο βέβαια δεν ήταν καλό, τους έλειπα. Αλλά και τώρα που είμαστε από πίσω τους τι κάνουμε; Γιατί αυτά βάλαν έναν στόχο. Και ο Κυριάκος έλεγε: «Εγώ δεν θα γίνω όπως είναι ο μπαμπάς, να ταλαιπωρείται συνέχεια και να μη μας βλέπει. Θέλω να γίνω κάτι» ας πούμε και έβαλε ένα στόχο. Δεν ξέρω ποιο είναι το καλό τελικά. Δεν ξέρω.

Π.Ξ.:

Κατάλαβα. Εσείς ήρθατε και μείνατε εδώ στον Εύοσμο. Η περιοχή έχει γενικά και άλλους Πόντιους;

Α.Χ.:

Ναι, ναι, αρκετούς, οι περισσότεροι μπορώ να πω Πόντοι είναι. Έχει, ναι.

Π.Ξ.:

Και είχατε καλές σχέσεις μεταξύ σας;

Α.Χ.:

Βεβαίως, ναι, ναι. Εγώ με όλους. Δεν είχα έτσι πολύ πάρε δώσε, αλλά όποιον να βγω τώρα είναι όλοι, όλοι. Καλημέρα, αυτά. Γιατί ήμουνα πολύ της οικογένειας. Δεν είμαι του έξω, ας πούμε, πολύ. Με τον σύζυγο θα βγούμε, θα κάνουμε ό,τι είναι να κάνουμε. Μετέπειτα τα παιδιά μας τα παντρέψαμε, τα κάναμε όλα. Έχω [00:50:00]σχέσεις, αλλά μέχρι εκεί.

Π.Ξ.:

Γενικά και εκεί στο χωριό και εδώ πέρα γινόταν ποντιακά γλέντια;

Α.Χ.:

Βεβαίως. Και εκεί γλέντια... Είχαμε στο χωριό δυο τρεις παππούδες που είχανε φέρει από εκεί τα όργανά τους και γινότανε γλέντια, όχι αστεία. Και εγώ αυτό ήθελα να κάνω και εγώ μετά εδώ και έκανα δυο γάμους, δοξάζω το Θεό, με ντυμένες φορεσιές, με ποντιακά, εδώ έξω γινότανε ο χαμός ο μεγάλος. Όλη η γειτονιά ήταν καλεσμένη, όλος ο κόσμος, 150 άτομα το βράδυ, χώρια την άλλη μέρα ποντιακό, με τη στολή ο σύλλογος. Στην κόρη μου δε, επειδή κρητικός είναι ο άνδρας της, φέραμε Κρήτες, φέραμε Πόντιους, τους μπερδέψαμε και κάναμε ένα γλέντι που έμεινε αξέχαστο.

Π.Ξ.:

Έχει κάποια ιδιαίτερα έθιμα ο γάμος από τον Πόντο που έχουν έρθει;

Α.Χ.:

Έθιμα που θυμάμαι εγώ στο χωριό, εδώ δεν τα έκανα, ας πούμε, που την κότα που δίνανε, τα αυγά που σπάζανε και λέγανε «εσύ τρως» τα αυγά που τα σπάζαμε –δεν ξέρω αν ξέρεις ποντιακά– λέγαμε φούστορο, τα λέγαμε τα αυγά, την ομελέτα. «Γαμπρέ, φούστορο τρως; Θα φας πολλά». Ύστερα πηγαίνανε στο κοτέτσι και κλέβανε από τον πεθερό τις κότες και λέγανε: «Πάνε, πάνε να δεις. Εσύ δεν έκανες γαμπρό, αλεπού έκανες τώρα. Σε κλέβει τις κότες». Είχαν τέτοια, έτσι, ωραία. Εδώ όμως δε συμβαίνει αυτό, στα χωριά τα είχαν τότε. Πήγαιναν και κλέβαν τις κότες.

Π.Ξ.:

Ωραία. Τώρα, αυτή η μετάβαση από το χωριό στην πόλη είπατε ήταν κάτι ευχάριστο για εσάς, το βλέπατε σαν κάτι πολύ θετικό.

Α.Χ.:

Ε ναι.

Π.Ξ.:

Αλλά τελικά δεν ήταν όπως το νομίζατε.

Α.Χ.:

Τελικά μπήκα στη δουλειά. Όπως το φανταζόμουνα δεν ήτανε. Όχι ότι δε με τα παρείχε. Εγώ ήμουν ανήσυχο πνεύμα και ήθελα, ας πούμε, να βοηθήσω την κατάσταση, γιατί έβλεπα, λέω: «Γιατί; Αφού μπορώ, γιατί να μη βοηθήσω; Θα κάθομαι μέσα στο σπίτι όλη μέρα; Πού να πάω; Δεν έχω κανέναν». Έπιασα, άνοιξα τη μηχανή, τη γύρισα στο κέντημα που ήτανε γαζωτική, δούλεψα αρκετά χρόνια για να μεγαλώσουν λίγο τα παιδιά. Μέσα στο σπίτι δούλευα, εδώ την είχα τη μηχανή.

Π.Ξ.:

Κάνατε οπότε και δουλειά στο σπίτι πριν και στέλνατε και έξω, πριν πάτε να δουλέψετε στη βιοτεχνία;

Α.Χ.:

Ναι. Δούλευα μέχρι που γίναν, μέχρι που η Ελένη μου πήγε στο νηπιαγωγείο και ήτανε μικρό δούλευα εδώ, σε τελάρο, δούλευα κανονικά. Γιακαδάκια, σε φουστάνια έκανα... στην [Δ.Α.], σε κάτι μαγαζιά μεγάλα, νυφικά κεντούσα, ναι, με το κομμάτι. Τα έκανα αρκετά χρόνια αυτά. Και μετέπειτα βγήκα έξω για να κάνω ένσημα, ας πούμε, είπα να φύγω από το σπίτι πια, γιατί και το σπίτι γινόταν χάλια, τα παιδιά είχαν μεγαλώσει, διαβάζανε, κάνανε, βγήκα έξω μετά. Μπορούσανε μόνοι τους μετά να μείνουνε και έτσι.

Π.Ξ.:

Θυμάστε τις πρώτες εντυπώσεις σας όταν είδατε τη Θεσσαλονίκη σαν από το χωριό στην πόλη, στο κέντρο;

Α.Χ.:

Ε ναι. Θυμάμαι ήταν η έκθεση όταν πρωτοήρθα, πήγαμε στην έκθεση, ενθουσιασμός. Πού να ξέρω εγώ την έκθεση; Τότε εκεί ήτανε –δεν είναι όπως τώρα, με μηχανήματα– είχε πάρα πολλά να δεις στην έκθεση τότε και ενθουσιάστηκα, εντάξει, σαν παιδί. Παιδί ήμουνα, 17 χρονών. Γιατί τώρα βλέπω 17 χρονών την Αναστασία μου, λέω, μωρό είναι, τι θα... Παναγία μου. Γιατί είπα μια φορά τον σύζυγο μου, λέω: «Την Ελένη άμα έρθουν να την πάρουν 17 χρονών...» «Τι λες» μου λέει «είσαι καλά;» «Α μπα, είμαι καλά; Ο μπαμπάς μου εμένα πως με έδωσε;».

Π.Ξ.:

Για πείτε μου λίγο για τη Διεθνή Έκθεση, τι θυμάστε;

Α.Χ.:

Θυμάμαι ότι είχε διάφορα, ακόμα και το «Γύρο του Θανάτου». Και είχε και κάτι παιχνίδια περίεργα και είχε τη μαύρη μπύρα και εκείνα τα σουβλάκια και ο κόσμος, χαμός. Είχε πολλά παιχνίδια, ήταν αλλιώς.

Π.Ξ.:

Ποια χρονολογία είναι αυτό;

Α.Χ.:

Αυτό τώρα, εγώ το '71 παντρεύτηκα, το '70-'71, γιατί εγώ το '71 τα Χριστούγεννα παντρεύτηκα, οπότε ήταν η χρονιά που εγώ ήρθα πρώτη φορά το '71. Γιατί 2η μέρα Χριστουγέννων παντρεύτηκα μετά και έμεινα πια εδώ.

Π.Ξ.:

Κατάλαβα. Οπότε υπήρχε ένας ενθουσιασμός για την πόλη.

Α.Χ.:

Ναι, ναι, πολύ. Πηγαίναμε, με έβγαζε, πηγαίναμε σινεμά, είχε κάτι ωραίους σινεμάδες στον Εύοσμο, στην Επτάλοφο, στο κέντρο κατεβαίναμε. Ακόμα και στο γήπεδο με πήγαινε στην αρχή, γιατί ήτανε, αγαπούσε τον Απόλλων Καλαμαριάς, ήταν με τους Πόντιους εκεί, είχε πολύ τέτοιο. Και πηγαίναμε και μου έλεγε: «Θα πάμε». «Να πάμε». Και εγώ μια έξοδο το είχα αυτό, αφού δεν είχα κανέναν να βγω, φίλες, και πήγαινα μαζί του στο γήπεδο. Μετά όμως, όταν είδα το... τι κλίμα επικρατεί στα γήπεδα του είπα: «Εγώ ξανά δεν πατάω εδώ».

Π.Ξ.:

Κατάλαβα.

Α.Χ.:

Και αυτό.

Π.Ξ.:

Άλλοι τρόποι διασκέδασης εδώ στην περιοχή;

Α.Χ.:

Στην περιοχή ήτανε πρώτα τα ποντιακά τα κέντρα, τα οποία πηγαίναμε συχνά είναι η αλήθεια, στον Εύοσμο είχε πάρα πολλά και τα προτιμούσαμε. Πηγαίναμε σε... είχε πολύ ωραία μαγαζιά.

Π.Ξ.:

Ήσασταν μέλος σε κάποιο σύλλογο Ποντίων;

Α.Χ.:

Ναι, ναι. Μετέπειτα έγραψα τα παιδιά μου στο σύλλογο Νεάπολης, Ποντίων. Πήγα τον Κυριάκο μου για να μάθει εκεί πρώτα να χορεύει καλά, γιατί ήταν μικρός και ήθελα να τον βάλω μέσα στο κλίμα. Έλεγα: «Πρέπει να τους βάλουμε» έλεγα τον σύζυγό μου. «Πρέπει να τα βάλουμε μέσα στο σύλλογο τα παιδιά. Λίγο να δούνε τι γίνεται. Τι Πόντιοι είμαστε;» Μετά από εκεί πώς ξεκίνησε, μετά, μακριά ήταν, δεν μπορούσαμε, δουλεύαμε κιόλας, τον πήγα στη Μενεμένη, στο σύλλογο της Μενεμένης των Ποντίων. Χρόνια χόρευε στο σύλλογο Ποντίων, πήγα και την κόρη μου μετά. Χορεύανε στις εκδηλώσεις, παίρναν μέρος στο χορό του συλλόγου. Όλο ήμασταν πια, μετά ακολουθούσαμε, όπου πηγαίνανε. Χόρευε καταπληκτικά, τέτοιο χορό με ένα φίλο του από τη Μενεμένη, και ακόμα είναι φίλοι, έτσι με τα μαχαίρια να χορεύουνε δυο δεν έχω ξαναδεί –και όλοι το λέγανε, όχι γιατί...– ο Κυριάκος με το φίλο του τα μαχαίρια. Ένας τους είπε μια φορά, ήταν πρόεδρος συλλόγου στη Μενεμένη, λέει: «Εάν την εξέδρα τη σπάσετε, από εμένα ό,τι θέλετε εσείς οι δυο, παλικάρια μου». Και στη Μενεμένη μετά την παρέλαση αρχίσαν να χορεύουν οι δυο τους τη σέρρα και μετά τα μαχαίρια. Και μπαμ και μπαμ, εκεί τα σανίδια είναι πόσο χοντρά ήτανε, και αυτά προσπαθούσαν να το σπάσουνε, γιατί τους είπε. Τόσο είχαν ενθουσιασμό και τι χειροκρότημα, όλοι βγήκαν και λέει: «Σπάστε το βρε, σπάστε το και θα δείτε εγώ τι θα σας κάνω». Μετά στο σύλλογο Ευόσμου «Παναγία Κρεμαστή» πήγαν κι εκεί αρκετά χρόνια. Τρέχαμε από πίσω τους όπου πηγαίναν, τα κουβαλούσαμε. Ναι, ήτανε, ναι. Τα βάλαμε μέσα στο κλίμα μετά.

Π.Ξ.:

Εσείς ήσασταν μέλος σε κάποιο σύλλογο;

Α.Χ.:

Ναι. Ήμασταν και στης Μενεμένης και στου Ευόσμου, ναι, ναι.

Π.Ξ.:

Γενικά έχει πολλούς συλλόγους.

Α.Χ.:

Ναι, ναι, έχει, έχει. Η περιοχή μας έχει. Μόνο να θέλουν τα παιδιά να πάνε. Το Κορδελιό, παντού έχει, εδώ γύρω μας, βέβαια.

Π.Ξ.:

Ποντιακά μάθατε στα παιδιά σας;

Α.Χ.:

Δίπλα οι παππούδες μιλούσανε όλη την ημέρα.

Π.Ξ.:

Του πεθερού, του άνδρα σας;

Α.Χ.:

Εδώ δίπλα μένανε, ζούσανε εδώ και αυτά με παππού και γιαγιά, ζούσαν εδώ και μιλούσαν ποντιακά και όλα τα ξέρουν. Και τα καταλαβαίνουνε και...

Π.Ξ.:

Και τα εγγόνια σας;

Α.Χ.:

Και στα εγγόνια μου αρχίζω και μιλάω και με λέει...

Π.Ξ.:

Θέλετε να το περάσετε.

Α.Χ.:

Ναι, πολύ. Και η άλλη η γιαγιά από εκεί, του Κυριάκου τα πεθερικά, μιλάν πολύ ποντιακά.

Π.Ξ.:

Είναι και αυτοί Πόντιοι;

Α.Χ.:

Ναι, ναι. Και...

Π.Ξ.:

Γενικά το κρατάτε.

Α.Χ.:

Ακριβώς και... Αλλά εδώ που είναι από την Κρήτη η εγγονή, προσπαθώ να την πω μερικές λέξεις, «τι είναι αυτό, γιαγιά, που με λες;» «Θα σ' το εξηγήσω» και λέω ποντιακές λέξεις και λέω: «Θέλω να μάθεις, Ηρώ μου» τη λέω. «Θέλω να μάθεις, να δεις την καταγωγή τη γιαγιά, ο παππούς και ύστερα και από την Κρήτη και οι Κρητικοί, όλα να τα ξέρεις». Και προσπαθούμε να τα βάλουμε φορεσιές σε εκδηλώσεις, να κάνουν παρέλαση, να ντύνονται στο σχολείο, στην Καραμελένια που πήγαιναν να βάζαμε ποντιακή φορεσιά, κάναν γάμο ποντιακό. Δηλαδή έχουμε τέτοια, προσπαθώ να τα περάσω πολύ ό,τι μπορώ, ό,τι μπορώ.

Π.Ξ.:

Και φαγητά και...

Α.Χ.:

Ό,τι μπορώ, ναι, ναι. Καμιά φορά κάνω, έκανα ένα φαγητό προχτές, λέω: «Θα κάνω ένα φαγητό, Ηρώ, το οποίο είναι, τσουμούρι το λέγαμε, το παλιό το ψωμί το κόβαμε μπουκίτσες και σπάγαμε τα αυγά και το βάζαμε». «Γιαγιά, πάρα πολύ ωραίο είναι». «Είδες, λοιπόν; Εμείς το τρώγαμε, γιατί είχαμε πολλά αυγά στο χωριό». Αυτά.

Π.Ξ.:

Στον Πόντο ξαναγύρισαν οι γονείς σας;

Α.Χ.:

Ποτέ, ποτέ.

Π.Ξ.:

Εσείς;

Α.Χ.:

Όχι.

Π.Ξ.:

Δε θέλετε να πάτε να δείτε;

Α.Χ.:

Θέλω, έχω έτσι επιθυμία, αλλά δύσκολα τώρα. Θέλω, θέλω και είπα, αν μπορεί ο Κυριάκος και κάνει καμία εκδρομή, οι πρώτοι που θα πάμε είμαστε.

Π.Ξ.:

Θέλετε να πάτε στα χωριά των...

Α.Χ.:

Ναι, ναι. Γιατί πήγε ο Κυριάκος τα είδε και ο παππούς περίμενε με αγωνία να ακούσει και να μάθει τι γίνεται. Θέλω και εγώ, έχω επιθυμία, αλλά πρώτα ο Θεούλης, αν έρθει βολικά.

Π.Ξ.:

Οπότε κρατούσανε πολύ έντονα τον Πόντο η οικογένειά σας γενικά, οι συγγενείς-

Α.Χ.:

Πολύ, πολύ.

Π.Ξ.:

Αλλά δε θέλαν να γυρίσουν να δούνε.

Α.Χ.:

Δε το επέτρεπαν οι συνθήκες, δεν το επέτρεπαν. Τώρα, από το χωριό να φύγεις, να κάνεις, δύσκολο. Πού να πάνε; Θα θέλανε πολύ, πάντα με αναμνήσεις μιλούσαν. Αλλά ποιος θα οργάνωνε, ποιος θα τους πήγαινε. Δύσκολο.

Π.Ξ.:

Κατάλαβα. Ωραία. Υπάρχει κάτι άλλο που θέλετε να μου πείτε, κάποια ιστορία;

Α.Χ.:

[01:00:00]Από μικρή ή τώρα;

Π.Ξ.:

Όχι, κάποια ιστορία που θεωρείτε ότι είναι, έτσι, μια, έτσι, ωραία ιστορία.

Α.Χ.:

Δεν έχω έτσι τώρα αυτή τη στιγμή να θυμηθώ κάτι άλλο.

Π.Ξ.:

Ωραία, σας ευχαριστώ.

Α.Χ.:

Με γύρισες πολύ πίσω.

Π.Ξ.:

Ναι.

Α.Χ.:

Και ευχαριστώ για αυτό πάντως.

Π.Ξ.:

Τίποτα. Εγώ σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Α.Χ.:

Δε ξέρω αν...

Π.Ξ.:

Ήταν όλα πολύ ωραία και μου έχετε πει ωραία πράγματα.

Α.Χ.:

Ό,τι θυμάμαι, γιατί, σε λέω, έφυγα και μικρή, δεν έζησα μετά τα χρόνια τα υπόλοιπα στο χωριό που είχαν φύγει και οι παππούδες μετά, ας πούμε. Και μόνο από τους παππούδες μαθαίνεις για τα παλιά, για την πατρίδα. Η πατρίδα, η πατρίδα, όλο η πατρίδα.

Π.Ξ.:

Στη Δράμα πάντως έχετε ακόμα επαφές;

Α.Χ.:

Ναι, είναι η αδερφή μου εκεί.

Π.Ξ.:

Πηγαίνετε.

Α.Χ.:

Πηγαίνω, ναι. Στο χωριό πηγαίνω μια φορά, δυο φορές το χρόνο, γιατί δε ζουν οι γονείς μου και πηγαίνω έτσι, ίσα ίσα.

Π.Ξ.:

Υπάρχει εκεί ποντιακό στοιχείο ακόμα;

Α.Χ.:

Υπάρχει, έχει σύλλογο, κάνουνε αντάμωμα το καλοκαίρι. Έχουν, έχουνε, κρατάνε. Σαν χωριό τα κρατάνε αυτά ακόμη και συμμετέχουμε και εμείς όταν είναι, ας πούμε. Ο Κυριάκος έχει κάνει ομιλίες εκεί. Ωραία, αυτά.

Π.Ξ.:

Ωραία, ευχαριστώ πάρα πολύ.