© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Άννα Μαυρολέων: Η κασιακή της ταυτότητα
Κωδικός Ιστορίας
9816
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Άννα Μαυρολέων (Ά.Μ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
28/12/2019
Ερευνητής/τρια
Κατερίνα Χειμωνέτου (Κ.Χ.)
Λοι[00:00:00]πόν πώς λέγεστε;
Άννα Μαυρολέων.
Και πόσο χρονών είστε;
54.
Που έχετε μεγαλώσει;
Έχω μεγαλώσει στον Κορυδαλλό. Έφυγα από την Κάσο 2 ετών και μετακομίσαμε με την οικογένειά μου, στον Πειραιά, στον Κορυδαλλό, όπου έχω περάσει ένα μεγάλο διάστημα της ενήλικης ζωής μου. Από τα 35 και μετά ζω στην Κηφισιά.
Οι γονείς σας με τι ασχολούνται;
Οι γονείς μου δεν ζουν πια, η μητέρα μου ήτανε νοικοκυρά και ο πατέρας μου ήταν λοστρόμος. Και οι δύο Κασιακής καταγωγής με παιδική ηλικία στην Κάσο, στο Φρυ συγκεκριμένα-
Περιοχή;
Καρακάσι. Η μητέρα μου μεγάλωσε στο Καρακάσι και ο πατέρας μου μεγάλωσε δίπλα στον Άγιο Σπυρίδωνα, στην Μπούκα, δηλαδή πολύ κοντά. Παντρεύτηκαν το ’57, ο αδερφός μου γεννήθηκε το ’58, εγώ το ’65. Μείναμε, δύο χρόνων δηλαδή αποφάσισε η οικογένεια ότι πρέπει να μετακομίσει στον Κορυδαλλό, γιατί εκεί υπήρχε η ακίνητη περιουσία του πατέρα μου, κάποια σπίτια που είχε αγοράσει, οπότε η οικογένεια έκρινε ότι ήταν καλύτερο για την ίδια και για τα παιδιά της να μεγαλώσουν σε ένα περιβάλλον που υπήρχαν σχολεία, γιατροί, στο δικό τους το σπίτι, σε ένα πιο αστικό περιβάλλον από ένα νησί απομονωμένο και μικρό. Ο πατέρας μου πέρασε και από μία έτσι αναζήτηση του τύπου, που θα ήταν καλύτερα, γιατί είχε τη δυνατότητα να μας πάει Αμερική ή Ρόδο, όπου ήταν η δική του οικογένεια. Η οικογένεια του πατέρα μου είχε μετοικίσει χρόνια πριν στην Ρόδο. Ενώ η οικογένεια της μητέρας μου παρέμεινε στην Κάσο.
Παρόλο που έκανε ένα επάγγελμα, το οποίο σας επέτρεπε να μείνετε στην Κάσο-
Ναι-
Ήτανε δηλαδή θέματα ασφάλειας, που σας έκαναν περισσότερο να σας κάνουν να μετακομίσετε; Από άποψη υγείας ας πούμε-
Όχι, νομίζω όχι ήταν κυρίως το θέμα το ότι θέλανε να έχουνε προσωπική διαχείριση της περιουσίας του πατέρα μου. O πατέρας μου ας πούμε είχε δύο σπίτια και κάποια μαγαζιά που τα ενοικίαζε, τα οποία τα χειρίζονταν ένας ξάδελφος του, τα χρήματα. Οπότε οι γονείς μου αποφάσισαν ότι θα ήταν καλύτερο, αφενός να διαχειρίζονται οι ίδιοι και να ζήσουνε, η μητέρα μου ήθελε πάντοτε να ζήσει στην Αθήνα, από νέα. Ο πατέρας μου δεν είχε τέτοιο πρόβλημα, με την έννοια ότι επειδή είχε ζήσει σε όλο τον κόσμο και ήταν ναυτικός, δεν τον ενδιέφερε ο τόπος της μόνιμης κατοικίας τόσο. Αυτό που τον ενδιέφερε όμως πολύ, ήταν ότι ήθελε να σπουδάσουμε και στην Κάσο αυτό, ήξερε ο ίδιος και από τη δική του εμπειρία, ότι δεν θα ήταν δυνατόν, έτσι; Ήταν πιο δύσκολο.
Η μητέρα σας, για πιο λόγο, δεν ξέρω αν το είχε μοιραστεί ποτέ μαζί σας, για ποιο λόγο είχε αυτήν την ανάγκη να φύγει από τον Κάσο, δεν ήταν η ζωή ενδιαφέρουσα, ήταν δύσκολη;
Ναι. Kαι ήταν δύσκολη και παρά το ότι ήταν πάρα πολύ δεμένη με την οικογένειά της, νομίζω ότι αυτό που την ωθούσε από νέα να θέλει να φύγει από το νησί, ήτανε το θέμα ελευθερίας. Ότι μία γυναίκα στη γενιά την δική της δεν είχε πολλές επιλογές ελευθερίας, να κάνει πράγματα, να συναναστραφεί ανθρώπους, να συμπεριφερθεί όπως ήθελε, ακόμα και να ντυθεί όπως ήθελε. Ακόμα και να πει αυτά που θέλει ή να ασχοληθεί με πράγματα, που πιθανόν να μην ήτανε αποδεκτά από το μικρό κοινωνικό σύνολο της Κάσου. Επίσης νομίζω ότι επειδή παντρεύτηκε μικρή, παντρεύτηκε 19 χρονών και οι μόνες έτσι εμπειρίες ζωής που είχε από άλλους τόπους ήτανε στη Σύρο, που έμενε στην παροικία την κασιώτικη μαζί με τη θεία της, της οποίας έχω το όνομα. Εμένα με λένε Άννα, όχι γιατί λέγανε Άννα τη γιαγιά μου αλλά λέγανε Άννα την αδερφή της γιαγιάς μου, η οποία δεν είχε παιδιά οπότε δεν είχε και εγγόνια, η οποία έμενε στη Σύρο, στα Βαπόρια, που εκεί ήταν όλο Κασιώτες. Λοιπόν, η μητέρα μου λοιπόν είχε αυτή την εμπειρία, της άρεσε πάρα πολύ, βέβαια δεν της προέκυψε να μείνει στη Σύρο αλλά την ιντρίγκαρε το γεγονός να έρθει να ζήσει στην Αθήνα, που ήτανε τέλος πάντων όνειρο πολλών τότε, δεν είναι όπως είναι τώρα τόσο εύκολο, τότε δεν ήταν πολύ εύκολο. Αυτό βέβαια που την φόβιζε ήταν ότι θα έπρεπε να μείνει στην Αθήνα, σε μία περιοχή όπου δεν είχε κοντά της συγγενείς, ο πιο κοντινός συγγενής ας πούμε έμενε στον Πειραιά, στο κέντρο του Πειραιά.
Δεν πήγε δηλαδή σε μία περιοχή που να ήταν κοινότητα των Κασιωτών όπως είναι η Καλλιθέα ή-
Ο Κορυδαλλός είχε και έχει μία κοινότητα Κασιωτών, η οποία όμως δημιουργήθηκε τότε, δηλαδή περίπου την ίδια εποχή κάποιοι ξαδέρφες, κάποιοι γείτονες από την Κάσο, άρχισαν σιγά-σιγά να μετακομίζουν, στο Κορυδαλλό και έτσι, εκείνη όμως την εποχή, δηλαδή δεν είναι ότι υπήρχε ήδη ένα περιβάλλον, το οποίο θα προσαρμοζόταν σε αυτό. Υπήρχα κάνα δύο γνωστές ας πούμε από την Αγία Μαρίνα μία, που δεν ήταν φίλη της, γίνανε φίλες αναγκαστικά, γιατί αυτό που συμβαίνει με τους Κασιώτες και γενικά με τους ανθρώπους από τις επαρχιακές πόλεις, είναι ότι μπορεί να ζουν σε μία σε ένα χωριό που να μην μιλάνε να μην κάνουν παρέα, αλλά όταν είναι εκτός να υπάρχει μία αίσθηση συγγένειας και σχέσεις και να δημιουργούν εκεί την σχέση, ενώ δεν την είχαν πριν ας πούμε καθόλου. Λοιπόν οπότε μετακομίζουμε στον Κορυδαλλό, στην ουσία με ελάχιστους γνωστούς. Εμείς πολύ μικρά, δηλαδή εγώ 2, ο αδερφός μου 9, γιατί έχουμε 7 χρόνια διαφορά. Ο αδερφός μου με πολλά προβλήματα προσαρμογής γιατί ήδη είχε μεγαλώσει στην Κάσο, πήγαινε σχολείο, μιλούσε την, είχε αυτήν την Κασιώτικη προφορά αυτό του δημιουργούσε θέμα στο σχολείο, γιατί τον κορόιδευαν τα άλλα παιδιά, γιατί μιλούσε το ιδίωμα, και το είχε και τραύμα, δηλαδή πολλές φορές το συζητάει ότι τον έλεγαν τα παιδιά Βλάχο στο σχολείο. Εγώ δεν είχα τέτοιο πρόβλημα, γιατί δεν το κατάλαβα σαν αλλαγή.
Και η, πότε θυμάσαι να ξεκινάει η δική σου σχέση και επαφή με την Κάσο, οι παιδικές σου εμπειρίες;
Οι παιδικές μου εμπειρίες. Λοιπόν, νομίζω ότι δεν υπήρχε φάση που δεν ένιωθα να έχω σχέση με την Κάσο, γιατί για μεγάλα διαστήματα ερχότανε ο παππούς και η γιαγιά στο σπίτι και έμεναν ας πούμε μαζί μας, γιατί ο πατέρας μου ναυτικός, άρα είχε ανάγκη μιας επαφής ή ήτανε πολύ συχνό στο σπίτι μας οι φιλοξενίες διαφόρων Κασιωτών που έρχονταν και τους φιλοξενούσαμε σπίτι, οπότε πάντα υπήρχε ένα κασιώτικο στοιχείο. Κάποιος συγγενής, κάποιος γείτονας, κάποιος από ένα άλλο χωριό, κάποιος ξάδερφος, πάντα υπήρχε κάποιος στο σπίτι, όπου δημιουργούσανε και βραδιές τέτοιες. Δηλαδή οι αποσπερίες που λέγανε οι παλιοί, που εγώ τις έχω ζήσει παιδί τα καλοκαίρια, γινόντουσαν πολύ συχνά σπίτι μας. Φτιάχνανε αλευρά, φτιάχνανε ξέρω γω καφέ κασιώτικο και πίνανε ή ξέρω γω φαγητά και αρχίζανε μετά και λέγανε ιστορίες από τα καράβια ή από την Κάσο από τα παλιά χρόνια ή βάζανε μουσική και ακούγανε ξέρω γω σούστα, πάθος, τέτοια-
Υπήρχανε δηλαδή τα ήθη στο σπίτι σας παρόλο που δεν-
Ναι νομίζω ότι η μητέρα μου έφυγε από την Κάσο και κουβάλησε την Κάσο στον Κορυδαλλό. Και το φοβερό ήτανε ότι καθώς μεγάλωνε, ενώ ας πούμε στην ώριμη της ηλικία μεταξύ 40-50 είχε, δεν την καταλάβαινες και εύκολα το ιδίωμα το είχε, στον Κορυδαλλό δηλαδή σπάνια καταλάβαινες ότι αυτή η γυναίκα είναι από ένα άλλο μέρος. Όταν άρχισε να μεγαλώνει πολύ, άρχισε να μιλάει πιο έντονα το ιδίωμα και να λέει και λέξεις τις οποίες δεν τις χρησιμοποιούσε, πιο βαριές κασιώτικες λέξεις, πιο έτσι δύσκολες και σπάνιες. Οπότε στην ουσία εγώ δεν ένιωθα ότι είμαι, ότι ήμασταν ποτέ εκτός του κασιώτικου περιβάλλοντος. Ήτανε ένα στοιχείο ταυτότητας πάρα πολύ έντονο και στην καθημερινότητα, βέβαια δεν είχαμε πολλές σχέσεις με το σύλλογο ξέρω γω, δηλαδή οι γονείς μου δεν πηγαίνανε στις χοροεσπερίδες του συλλόγου, αυτό άρχισε να γίνεται πια όταν εμείς μεγαλώσαμε και μπορώ να σου πω πιο πολύ με πρωτοβουλία του αδερφού μου, που άρχισε να ασχολείται με τα κοινά. Αλλά είχαμε επισκέψεις ας πούμε στις γιορτές πηγαίναμε σε άλλους Κασιώτες, όπως έτσι το περιέγραψα πριν.
Και βέβαια το μεγάλο κομμάτι της επαφής, της επανένωσης, της παλιννόστησης με την Κάσο ήτανε το καλοκαίρι το οποίο, με το που τελείωνε το σχολείο ξέρω γω πότε τελειώνει Ιούνιο, εμείς φεύγαμε, κυρίως, όταν λέω εμείς, η μητέρα μου, εγώ, και ο αδερφός μου, γιατί ο πατέρας μου ταξίδευε. Έτσι; Και πηγαίναμε στη Κάσο και καθόμασταν όλο το διάστημα του καλοκαιριού εκεί. Οπότε η επανασύνδεση ήτανε ότι για μένα ας πούμε στην ουσία δεν ένιωθα ότι πηγαίνω σε ένα τόπο διακοπών, πήγαινα σε ένα τόπο που ήτανε και αυτός σπίτι μας. Ήτανε η γιαγιά, ήτανε ο παππούς, ήτανε το σπίτι μας, τα ξαδέρφια, οι φίλοι, συγγενείς και ήτανε μία συνέχεια της καθημερινότητας, μία συνέχεια μιας κατάστασης την οποία όταν την βιώνεις χρόνια ίδια, δεν είναι κάτι το οποίο ήτανε διαφορετικό. Βέβαια ήτανε η θάλασσα, τα μπάνια, τα παιχνίδια ήταν πολύ ιδιαίτερα σε ένα νησί που ήταν επίσης ιδιαίτερο. Γιατί η διαφορά της Κάσου ας πούμε με τη ζωή στη Κάσο από τον Κορυδαλλό ή από το οποιοδήποτε αστικό τοπίο ακόμα και σήμερα έχει μία τεράστια διαφορά, είναι σαν να μπαίνεις σε μία χρονοκάψουλα, πας σε ένα άλλο τόπο που ο χρόν[00:10:00]ος είναι διαφορετικός και αυτό είναι μαγικό. Λοιπόν, όποτε εμείς τα καλοκαίρια πηγαίναμε στη Κάσο, όπου άλλαζαν πάρα πολύ οι συνήθειες, ακόμα και το πρωινό μας ήταν διαφορετικό, δηλαδή ήταν κατσικίσιο γάλα, το οποίο αντιπαθούσα φοβερά, αλλά μου άρεσε η φάση το ότι έβλεπα τη γιαγιά μου ότι πήγαινε να αρμέξει την κατσίκα για να το βγάλει, το οποίο ήταν κάτι πολύ ιδιαίτερο για μένα-
Διαφορετικό-
Ναι, ήταν κάτι το οποίο μου φαινότανε σαν να ζεις ένα κομμάτι παραμυθιού. Εκεί λοιπόν, τα παιδικά χρόνια στην Κάσο, είχανε και αρκετές ιδιαιτερότητες η Κάσος ήτανε πολύ διαφορετική τότε, από ότι είναι τώρα. Δηλαδή ακόμα και η άφιξη στο νησί ήτανε πολύ διαφορετική-
Δηλαδή; Πως ήταν;
Δηλαδή, εντάξει τα καράβια πάντα που πήγαμε στην Κάσο ήτανε πάντα μικρά, δεν ήταν καλής ποιότητας, δηλαδή ήταν καράβια ας πούμε καράβια της άγονης γραμμής, που πάντα ήτανε παραμελημένα και δεν ήτανε ιδιαίτερα πολυτελή, καθαρά και τα λοιπά. Πολλές ώρες ταξίδι με πολλά όμως παιχνίδια. Δηλαδή εγώ θυμάμαι σαν παιδί να ταξιδεύουμε ξέρω γω μαζί με την οικογένειά του θείου μου, τα ξαδέρφια μου, τα οποία πήγαιναν Κάρπαθο, δηλαδή στο επόμενο λιμάνι από μας και να είναι οι μαμάδες στην μια καμπίνα και όλα τα παιδιά στην άλλη, οπότε να παίζουμε, να γίνεται χαμός και επίσης έχω πολλές εικόνες παιδί, να γίνονται γλέντια στο κατάστρωμα, επειδή πάντα ταξίδευαν Κασιώτες, ακόμα και τώρα το κάνουν πολλοί μαζί, να στήνονται φάσεις με λύρες, με λαούτα, και αυτά και να πηγαίνει ένα γλέντι που να χορεύουνε οι μεγάλοι στο κατάστρωμα, να μπλέκονται και οι Καρπάθιοι. Τότε ήτανε και πολύ συχνό να βλέπεις και Ολυμπίτισες με τις στολές μέσα στο κατάστρωμα, μέσα στο πλοίο, κάτι το οποίο σπανίζει πλέον, οπότε και το ταξίδι για την Κάσο ήτανε ένα κομμάτι των διακοπών. Δηλαδή ακόμα και τώρα εγώ θεωρώ ότι το ταξίδι, η Κάσος ξεκινάει από την ώρα που μπαίνω στο καράβι. Και ποτέ δεν με ενόχλησε, και νομίζω κανέναν μας, από την γενιά μας, το πολύωρο ταξίδι. Ήτανε ένα στάδιο που μετάβασης, ναι, άρχιζες να μαθαίνεις τα νέα, να βλέπεις άλλους, και στην ουσία όταν έφτανες πια στο νησί, είχες ήδη συνδεθεί με αυτό που συνέβαινε το προηγούμενο καλοκαίρι ή με αυτό που είχε συμβεί το χειμώνα. Ήσουνα ενημερωμένος για όλα, έτσι; Οπότε είχες ήδη ενταχθεί σε αυτό που νιώθεις ότι είσαι λίγο ξένος. Γιατί με όλους εμάς που έχουμε μεγαλώσει στην Αθήνα ή ξέρω γω σε άλλα μέρη και όχι στην Κάσο υπήρχε πάντα το, πώς να σου πω, μία αίσθηση το ότι, με θεωρούν Κασιώτη; Οι άλλοι; Είμαι ή δεν είμαι; Ή είμαι κάτι λιγότερο από εκείνους; Εγώ θυμάμαι ας πούμε πάντοτε ότι, επειδή έκανα παρέα φυσικά με τα παιδιά που ήταν ντόπιοι κάτοικοι, φεύγοντας μιλούσα με το ιδίωμα. Και θυμάμαι ας πούμε τον μπαμπά μου στο καράβι να μου λέει ότι όταν φτάναμε Πειραιά, τώρα κοίταξε να δεις, θα πας στο σχολείο δεν μπορείς να μιλάς έτσι, πρέπει να μιλάς κανονικά, γιατί θα σε κοροϊδεύουνε ή δεν θα καταλαβαίνουνε τι λες. Εν τω μεταξύ η κολλητή μου η φίλη μιλούσε πολύ βαριά, και η γιαγιά μου επίσης έλεγε εκφράσεις, τις οποίες δεν τις ακούμε πια. Στην Κάσο δηλαδή, αυτό που μου έχει κάνει εντύπωση τα τελευταία χρόνια είναι ότι οι ντόπιοι δεν μιλάνε πια τα Κασιώτικα, όπως τα μιλούσανε οι πιο παλαιότεροι ή οι παππούδες μας, και έχουνε χαθεί εκφράσεις, οι οποίες ήταν εκφράσεις κλισέ. Δηλαδή όλοι ξέραμε τι σημαίνει «Κοτ’ του όλου», τώρα δεν το λέει κανείς. Μου κάνει εντύπωση αυτό. Λοιπόν, οπότε φεύγοντας, ήτανε μια, ένα μέλημα ας πούμε του πατέρα μου ειδικά, ήταν ότι πρέπει να σταματήσεις να μιλάς, που σημαίνει ότι η αφομοίωση ήτανε και γλωσσική αφομοίωση. Λοιπόν τα παιδικά χρόνια στην Κάσο ήτανε ιδιαίτερα, ήτανε όλο το κομμάτι ιδιαίτερο ακόμα ας πούμε σου είπα για το καράβι.
Φτάνοντας, ακριβώς επειδή το νησί δεν είχε λιμάνι, το πιο πιθανό ήτανε ότι θα κατεβαίναμε με βάρκες-
Το έχετε βιώσει δηλαδή αυτό και εσείς;
Πολλές φορές. Εγώ το έχω βιώσει και μωρό. Εγώ έχω κινδυνεύσει από αυτό, παιδί. Έχει φουρτούνα, το καράβι δεν μπαίνει στον Εμπορείο, που είναι το παλιό λιμάνι, που τώρα ποια είναι η παραλία, η πλαζ. Αν θυμάμαι ήτανε το Κανάρης, δεν θυμάμαι ένα από αυτά τα καράβια. Λοιπόν είμαι μικρή, έχει έρθει το καΐκι του Λώλη έχει κάνει, έχει σταματήσει το καράβι στα Αρμάθια με φουρτούνα. Έχει έρθει το καΐκι του Λώλη να βγάλει το κόσμο, τα πράγματα, εννοείτε βαλίτσες και αυτά, το ταχυδρομείο, τα τρόφιμα όλα αυτά τέλος πάντων που περίμεναν οι Κασιώτες. Υπάρχει μία τρελή φουρτούνα, εγώ πρέπει να ήμουν τότε 7 χρονών, 8. Η μητέρα μου, είμαστε στη σκάλα, η οποία αιωρείται στην θάλασσα και μία ακουμπάει το καΐκι μια ξέρεις αναλόγως με το πόζι το διαφορετικό που κάνει το καΐκι με το καράβι, και κάποια στιγμή βρίσκομαι, με κρατάει ο ναύτης του καραβιού να με δώσει στον Λώλη, που έχει το καΐκι και βρίσκεται το κεφάλι μου ανάμεσα στη σκάλα και σε έναν άξονα, δηλαδή ήτανε μια κίνηση του Λώλη, όχι του Λώλη, του Κοκόλη που με τράβηξε. Θα με είχε αποκεφαλίσει ας πούμε δηλαδή θυμάμαι τη φάση ότι όλο το καράβι που ήτανε πάνω στην κουπαστή και έβλεπε τη σκηνή, ξέρεις ήτανε αυτό το «Ααα» όλοι μαζί η έκπληξη, ότι κάτι θα γίνει άσχημο τώρα. Τέλος πάντων ο Κοκόλης μέχρι που πέθανε, κάθε φορά που με έβλεπε μου έλεγε «Θυμάσαι τότε που σε έσωσα» ήτανε, ήμουνα αιώνια υποχρεωμένη. Τέλος πάντων, αυτή ήτανε μία κακή εμπειρία, το συνεχόμουνα αυτό το πράγμα. Πάρα πολύ, με τρόμαζε πάρα πολύ αυτό το ταξίδι, δεν με πείραζε τόσο το ταξίδι στο καράβι όσο το ότι υπήρχε περίπτωση να μπούμε στις βάρκες-
Η απόβαση-
Ναι και να κατέβουμε με φουρτούνα, μέσα στο καΐκι, και ήδη ζαλισμένος από ένα εικοσιτετράωρο ταξίδι ήτανε, πώς να το πω, διαλυόσουνα. Ακόμα και όταν ήσουν παιδί. Βέβαια υπήρχε πάντοτε το, στην άφιξη το εθιμοτυπικό ότι η γιαγιά πάντοτε μας περίμενε με μία σούπα την οποία μικρή την σιχαινόμουν, την οποία μεγάλη άρχισα να την εκτιμώ, σούπα σκορπιός, από το σκορπιό που είναι η καλύτερη σούπα, και βέβαια αυτό μεγάλη κατάλαβα ότι είχε και μία άξια, γιατί ήτανε το πολύωρο ταξίδι που το στομάχι σου δεν ήτανε πώς να το πω, δεν είναι ένα έθιμο που δεν έχει ένα σκοπό, έπρεπε να αποκαταστήσει το χαλασμένο στομάχι ήδη από τη ναυτία. Και η άφιξη στο νησί ήταν πάντα, και είναι κάτι που το κάνω ακόμα, δηλαδή θέλαμε με το που φτάναμε και βγάζαμε τις βαλίτσες στο σπίτι και τα λοιπά, και εγώ μετά ήθελα να τρέξω, να πάω να δω τη θεία μου να δω τα ξαδέρφια μου και ήτανε. Η Κάσος ήταν και είναι και ο μόνος τόπος που το παιδί είναι ελεύθερο και είναι ακόμα ελεύθερο και αυτό ήτανε κάτι το οποίο και για μένα ήτανε πάρα πολύ σημαντικό, γιατί στον Κορυδαλλό, στο σπίτι μας, εγώ δεν κατέβαινα να παίξω με τα άλλα παιδιά στη γειτονιά. Ζούσαμε σε μία κεντρική λεωφόρο που ήτανε και επικίνδυνο. Δηλαδή θυμάμαι εγώ δυο τρεις φορές έχω κατέβει να παίξω, με την παρουσία της μαμάς μου ας πούμε. Ενώ ο αδερφός μου έπαιζε μπάλα με τα αγόρια και τα λοιπά, εγώ δεν κατέβαινα. Είναι και το θέμα αγόρι κορίτσι που παίζει ρόλο σε αυτά. Τέλος πάντων η Κάσος για μένα ήτανε ένα κομμάτι ελευθερίας, όταν ήμουν παιδί. Τα παιχνίδια στην Κάσο τότε, ήταν τα παιχνίδια που παίζανε τα παιδιά που μέναν εκεί. Δεν υπήρχαν ποδήλατα, ήταν πολύ λίγοι αυτοί που είχανε ποδήλατα. Ας πούμε εγώ ένας από τους λόγους που δεν έμαθα ποδήλατο πότε ήταν γιατί, καλά πέρα από το ότι δεν αγόραζαν στα κορίτσια ποδήλατα, ήταν γιατί ήταν και ένα κακοτράχαλο μέρος με βραχώδη σημεία, και με κακούς δρόμους, οπότε δεν ευνοούσε το να κάνεις ποδήλατο. Κολύμπι, ψάρεμα με τις γυάλες που ήταν το αγαπημένο μου. Είναι μία φάση που η Μπούκα που ξέρουμε τώρα στην ουσία ήταν το μέρος που κολυμπούσαμε τα παιδιά. Είχε φύκια γύρω-γύρω, δεν ήταν τόσο βαθιά, όσο, τουλάχιστον κοντά στην αποβάθρα, και εκεί λοιπόν κολυμπούσανε όλα τα πιτσιρίκια του Φρυδιού, εκεί μαθαίναμε μπάνιο, να κολυμπάμε, βέβαια-
Είναι ένα σημείο-
Τώρα-
Το οποίο δεν είναι τόσο καθαρό-
Ναι τότε ήταν όμως καθαρό. Οι βάρκες ήταν πιο μικρές, τα καΐκια δεν ήταν τόσο μεγάλα και τα μεγάλα καΐκια που πήγαιναν στο ψάρεμα, το αγκυροβόλι τους ήτανε ο Εμπορειός, δεν ήταν η Μπούκα. Οπότε εκεί ήτανε οι μικρές βάρκες, και το σημείο που συναντιούνται και παίζουν τα παιδιά, οπότε στην ουσία η Μπούκα ήτανε η παιδική χαρά μας, κατά κάποιο τρόπο. Δηλαδή εγώ θυμάμαι ότι όλοι μάθαμε κολύμπι εκεί. Επίσης ήτανε και το νησάκι, που τώρα πια δεν υπάρχει, που έχει ενσωματωθεί με το λιμάνι. Το νησάκι ήταν το έπαθλο. Δηλαδή αν κατάφερνε κάνεις να φτάσει στο νησάκι κολυμπώντας, σημαίνει ότι έχει μάθει να κολυμπάει καλά, είχε μυηθεί. Το οποίο ήταν γεμάτο αχινούς, που πια τους έχουμε χάσει, δεν τους βλέπουμε, αλλά ήτανε όποιος κατάφερνε να πάει στο νησάκι να φέρει αχινούς και τα λοιπά ήτανε πλέον μεγάλος, ήτανε έμπειρος, ήτανε Κασιώτης, ήτανε και αυτό ένα ζήτημα, έγινες Κασιώτης, είχες πάρει την μύηση. Λοιπόν, το ψάρεμα με τις γυάλες ήτανε ένα παιχνίδι, [00:20:00]νομίζω το παίζανε μόνο τα παιδιά του Φρυδιού. Δηλαδή τι ήτανε, παίρναμε γυάλες από μέλι, τέτοια. Βρέχαμε ψωμί, το βάζαμε στο πάτο, κόλλαγε, και το βουλιάζαμε μέσα στο νερό. Καθόμασταν λοιπόν από πάνω με ένα καπάκι, με το καπάκι της γυάλας, πηγαίνανε λοιπόν τα ψαράκια να πάρουν το ψωμί, κλείναμε το καπάκι και ψαρεύαμε έτσι και μαζεύαμε, και τα βάζαμε όλα σε μία λεκάνη, και μαζεύαμε ψαράκια μικρά. Τα οποία βέβαια δεν τα τρωγες στην ουσία, ταΐζαμε τις γάτες. Όσα κατάφερναν να επιβιώσουν τα ξαναρίχναμε μέσα, και όσα δεν κατάφερναν ταΐζαμε τις γάτες της Κάσου. Άλλα γενικά όλη αυτή η διαδικασία κράταγε όλο το πρωί, και εννοείτε ότι είναι και εποχή που με το ζόρι φοράς καπέλο, αντηλιακά δεν, δηλαδή εγώ μονίμως πιτσιρικά, επειδή ήμουν και ξανθιά ήμουν μονίμως καμένη και ότι φακίδες έχω στην πλάτη είναι από αυτά. Ήτανε μια, ένα από τα πιο ωραία παιχνίδια.
Να ρωτήσω κάτι, το παιχνίδι αυτό το παίζατε και κορίτσια και αγόρια μαζί;
Ναι ναι, όλα, όλοι μαζί. Εμ, γενικά δεν θυμάμαι στην Κάσο να υπήρχαν παιχνίδια που δεν τα παίζαμε όλοι μαζί. Να ήταν μόνο των κοριτσιών ή μόνο των αγοριών. Ε κανένα σκοινάκι που και τα αγόρια παίζανε, ή ξέρω γω το λάστιχο κυρίως, αλλά αυτό ήταν πολύ σπάνιο, γιατί στην Κάσο τα παιχνίδια ήτανε συνδεδεμένα τουλάχιστον στη δική μου την ανάμνηση με τη θάλασσα.
Πέρα από τα παιχνίδια, σε εκείνη την ηλικία, πως θυμάσαι την σχέση σου με τους παππούδες;
Ονειρική. Η σχέση μου με τους παππούδες, ειδικά με τη γιαγιά μου, ήτανε πάρα πολύ καλή. Την λάτρευα. Η γιαγιά μου δεν ήξερε γράμματα, ήτανε το μικρότερο κορίτσι της οικογένειας, είχε κλεφτεί, είχε παντρευτεί 16 χρονών τον παππού μου, ο οποίος ήταν 17. Ήτανε μάλιστα και το εξής παράξενο, ο παππούς μου, για αυτό τον λένε και Τηλιακό, τον λέγανε Τηλιακό. Έρχεται από την Τήλο, με καΐκι, αλλά είναι Κασιακής καταγωγής. Η οικογένεια του έφυγε από την εποχή του Ολοκαυτώματος, η μισή οικογένεια πήγε στην Κάρπαθο να σωθεί και άλλη μισή έφυγε σε διάφορα νησιά. Ο παππούς μου λοιπόν, το κομμάτι αυτής της οικογένειας που ήταν ο παππούς μου πήγε στην Τήλο. Από την Τήλο φτάνει σαν ναύτης σε ένα καΐκι, και μένει το καΐκι αρκετό καιρό, γιατί ψαρεύει στην Κάσο. Η Κάσος ήταν ένας ψαρότοπος που εκείνη την εποχή ερχόταν καΐκια από όλα τα νησιά και μένανε πάρα πολύ καιρό για να ψαρέψουν. Γνωρίζει τη γιαγιά μου και την κλέβει και 16 χρονών και 17 εκείνος παντρεύονται και κάνανε τέσσερα παιδιά.
Την έκλεψε λόγω ηλικίας ή την έκλεψε επειδή οι γονείς δεν θέλανε να παντρευτούν για κάποιον άλλον ίσως λόγο;
Νομίζω και για τα δύο, κύριος λόγω ηλικίας. Γιατί η γιαγιά μου ήτανε το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας, που είχε πεθάνει η μητέρα τους, οπότε την είχανε μεγαλώσει οι αδερφές της. Η μεγάλη αδερφή, που σου λέω έχω και το όνομα της, είχε παντρευτεί ένα καπετάνιο από το Πόλι, οπότε, η ιδέα να παντρευτεί η μικρή, πριν τη μεσαία, που δεν παντρεύτηκε ποτέ τελικά, ήτανε μια παράβαση ενός κανόνα που θα έπρεπε να τηρηθεί, συν το ότι η γυναίκα του καπετάνιου, η μεγάλη αδερφή δεν ήθελε να παντρέψει την αδερφή της με ναύτη και μάλιστα 16 χρονών. Και θυμάμαι ότι ακόμα και όταν γέρασαν, και ήτανε πια ο παππούς και η γιαγιά και η θεία, ένιωθα ότι μεταξύ τους η μεγάλη αδερφή της γιαγιάς μου έτρεφε μία αντιπάθεια για τον παππού μου, δηλαδή πάντα κάτι του πέταγε κάτι «Να το ότι μεγάλη χάρη κάναμε που σου δώσαμε την αδερφή μου», ξέρω γω.
Άρα δηλαδή την εποχή εκείνη θεωρούνταν στόχος να πάρεις καπετάνιο-
Βέβαια και νομίζω. Ναι ναι ήτανε, εντάξει. Ο καπετάνιος ήτανε, αν σκεφτείς και από τον τρόπο που αποκαλούνται μεταξύ τους οι άντρες στο καφενείο, αν κάποιος είναι καπετάνιος πάντα θα του πουν κάποιοι, καπετάν Ηλία, καπετάν Μανώλη, πάντα ο ένας αποκαλεί τον άλλον έτσι, που δεν είναι όλοι καπετάνιοι. Αυτοί όμως που είναι, πάντα κάποιος τους προσφωνεί με αυτό τον τρόπο. Δηλαδή εγώ θυμάμαι ας πούμε τον πατέρα μου να αποκαλεί τον πατέρα του Ηρακλή ξέρω εγώ του Πιπίνου, καπετάν Ηλία, πάντα. Ο ίδιος δεν ήταν, ήταν λοστρόμος. Αλλά έτρεφε ένα σεβασμό, γιατί ήταν ένα επάγγελμα πολύ σημαντικό και ήταν και ανώτερος αξιωματικός. Και επίσης πολλοί από αυτούς ήταν και συνάδελφοι μέσα στα καράβια, οπότε υπήρχε και ένας κανόνας τιμής μεταξύ τους, στο πως αποκαλεί ο ένας τον άλλον, ακόμα και στην καθημερινότητα τους στο νησί.
Τότε λοιπόν στην Κάσο, να σου πω και μία άλλη φάση που δεν ξέρω μπορεί να την έχεις ακούσει, δεν υπήρχε νερό μέσα στα σπίτια, πόσιμο νερό. Το πόσιμο νερό γενικά στην εποχή πριν ο Μουτέν βρει, κάνει, τις γεωτρήσεις ήταν μεγάλο ζήτημα, γιατί το νησί είναι άνυδρο. Υπήρχαν οι λατσίες οι οποίες όμως, επειδή το όνειρο είναι εγκλωβισμένο και θέλουν συντήρηση και λοιπά, δεν είναι ότι πιο καθαρό. Και βέβαια μετά και την ιστορία με το Τσερνομπίλ και τα λοιπά, γενικά ότι δεν τα πηγάδια και οι λατσίες δεν είναι ότι καλύτερο, γιατί αποθηκεύει ενέργεια. Τέλος πάντων, σε εκείνη τη φάση υπήρχε το εξής, υπήρχαν βρύσσες σε κεντρικά σημεία του νησιού, ανά γειτονιά, όπου πήγαινες και έπαιρνες το πόσιμο νερό ήταν από εκεί, που ήταν η βρύση που συνδεόταν με το, με το νερό του Αγίου Γεωργίου της βρύσης ή το νερό ξέρω γω. Κυρίως του φρυδιού ήταν αυτό. Δηλαδή εγώ θυμάμαι ότι το νερό που πίναμε ήτανε από τον Άη Γιώργη της βρύσης που εκεί έχει πηγή, και υπάρχει ακόμη κάτι σαν υδραγωγείο ας πούμε. Το οποίο μάλιστα έχει εκείνες τις γλίστρες που ήταν το παιχνίδι μας, δηλαδή πηγαίναμε και ήταν ποιος θα πάει πιο ψηλά και, που πια δεν το παίζουν τα παιδιά. Το έχεις παίξει, ok. Λοιπόν, αυτό βέβαια είχε ένα καθημερινό κόπο, το ότι έπρεπε να πας στη βρύση να φέρεις νερό κτλ, εμένα μου άρεσε πάρα πολύ.
Ήταν αρμοδιότητα των παιδιών, ας πούμε;
Ναι, δηλαδή εγώ θυμάμαι ας πούμε με τις φίλες μου και τα λοιπά και με τους φίλους πηγαίναμε με τα παγουράκια του σπιτιού να γεμίσουμε το νερό και ήταν και ένα σημείο συνάντησης, γιατί εκεί συναντιόμασταν όλοι, και κανονίζαμε που θα πάμε να παίξουμε, που θα πάμε να κολυμπήσουμε, τι θα κάνουμε το βράδυ, γιατί το νησί έχει πολύ λίγα πράγματα που μπορείς να κάνεις. Βεβαίως εγώ έχω ζήσει το ΑΝΟΚ σαν παιδί, που ήταν για μας τεράστιο θέμα, δηλαδή το ΑΝΟΚ ήταν ειδικά την εποχή της εφηβείας σημαντικό μέρος για να παίξεις να συναντηθείς να αθληθείς να γίνουν εκδηλώσεις, δηλαδή νομίζω είναι απώλεια το ΑΝΟΚ, που δεν υπάρχει πια.
Εκεί ζω και την εισβολή της Κύπρου, δηλαδή είμαι το ‘74 είμαι 9 ετών έχουμε κατέβει καλοκαίρι όπως κάθε καλοκαίρι με τη μητέρα μου και τον αδερφό μου στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού, γίνεται εισβολή στην Κύπρο, βέβαια έχει προηγηθεί ένας χειμώνας παράξενος, όπου εγώ πηγαίνοντας στο σχολείο, γιατί μέναμε Κορυδαλλό, είδαμε τα τανκς να ανεβαίνουν, δηλαδή είχε προηγηθεί το Πολυτεχνείο, όπου καταλαβαίναμε ότι κάτι περίεργο συμβαίνει, δηλαδή θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου, που σε εκείνη την φάση για κάποιο λόγω ήταν σπίτι, σε κάποια φάση που είχε επιστρέψει από το καράβι και ακούει τον σταθμό του Πολυτεχνείου. Δηλαδή είχαμε καταλάβει ότι κάτι περίεργο συμβαίνει αλλά στα 9 σου δεν μπορείς να το αντιληφθείς πλήρως. Στην Κάσο λοιπόν πηγαίνουμε το καλοκαίρι, γίνεται η εισβολή και ξαφνικά βρίσκεται ένας τόπος που τον ξέρεις, ένας ξέρεις, να αλλάζει και να γίνεται ένα σκηνικό πολέμου περίεργο, αλλά ταυτόχρονα είχε και πάρα πολύ πλάκα. Να έχει πολύ ενδιαφέρον. Γιατί ξαφνικά το νησί μοιράζεται στα δύο, δηλαδή φαντάσου ότι δεν επιτρεπόταν να πας στο ΑΝΟΚ, γιατί είχε γίνει το στρατόπεδο της πολιτοφυλακής. Πολιτοφυλακή ήτανε δεν ήτανε στρατιώτες που είχανε έρθει, ήτανε ο θείος μου, ο άλλος μου θείος, ο γείτονας δηλαδή ήτανε οι ντόπιοι, οι οποίοι φορούσαν κάτι στολές, που εμένα μου φαινόντουσαν απίστευτα αστείες τότε.-
Πως ήτανε, θυμάσαι;
Ήταν στολές του στρατού, αλλά ήταν λίγο σαν να έβλεπες κάπως ταινία εποχής, δεν ξέρω αν ήτανε σύγχρονες στολές του στρατού. Είχαν κάτι απίστευτα, από ότι λέγαν και οι ίδιοι άχρηστα όπλα κάτι τουφεκιά έτσι, ξέρω γω που τα είχανε βρει. Υπήρχανε, υπήρχε συσκότιση στο νησί, γιατί ήμασταν πολύ κοντά γεωγραφικά στο σημείο της εισβολής. Υπήρχε ένας φόβος των μεγάλων τρομερός, γιατί υπήρχαν πληροφορίες ότι από την πίσω πλευρά του νησιού υπήρχαν ρωσικά και αμερικάνικα πλοία που επέβλεπαν την κατάσταση. Είχαν όλα τα σπίτια το βράδυ, είχανε βάλει εκείνες τις παλιές κόλλες τετραδίου, τις μπλε σκούρες για να μην βγαίνει το φως γιατί υπήρχαν πτήσεις των αεροπλάνων από πάνω άλλες τις αντιλαμβανόμασταν άλλες όχι, οπότε έπρεπε το νησί να είναι σε συσκότιση και μάλιστα η πολιτοφυλακή επιτηρούσε δηλαδή θυμάμαι το θείο μου, ξέρω γω, και άλλους ξαδέλφους, θείους, και τα λοιπά, με τις στολές, να επιτηρούν το βράδυ το νησί, αν όλα τα φώτα είναι κλειστά και αν υπήρχε ας πούμε κάποια δεσμίδα φωτός, οι οποία έβγαινε σου χτυπούσαν και σου έλεγαν να είναι κλειστό. Ή ξέρω γω τις λάμπες πετρελαίου, που μέχρι τότε μου φαινόταν διακοσμητικές στα κασιώτικα ράφια και γίναν ξαφνικά μέρος της καθημερινότητάς μας, δηλαδή κατέβαζε η γιαγιά μου την λάμπα, που είχε πολύ χαμηλό φως που δεν μπορούσε να το εντωπίσει το αεροπλάνο ας πού[00:30:00]με. Και άρχισε η λάμπα πετρελαίου που μέχρι τότε διακοσμούσε το ράφι το κασιώτικο, να είναι ένα χρηστικό αντικείμενο, το οποίο δεν σου κρύβω ότι μου άρεσε πάρα πολύ, μου θύμιζε ένα παραμύθι όλο αυτό το πράγμα, ε. Και μετά άρχισαν κάποιες περίεργες ασχολίες, δηλαδή γέμισε όλη η ακτή με τσουβάλια, τα οποία βοηθούσαμε και εμείς τα παιδιά να γεμίσουμε με άμμο, ώστε σαν, πώς να το πω, μία προφύλαξη από υποτιθέμενα πυρά από τη θάλασσα, δηλαδή όλη η ακτή φαντάσου από το Καρακάσι που πήγαινε μέχρι τον Εμπορειό, την Κοφτερή, υπήρχαν τσουβάλια με άμμο ώστε δεν ξέρω πώς ήταν το σχέδιο τότε και αν υπήρχε σχέδιο-
Αυτό ήθελα να ρωτήσω, αυτή ήταν πρωτοβουλία των κατοίκων ή ήτανε είχε δοθεί ας πούμε γραμμή στρατιωτική, ότι έπρεπε να γίνει αυτή η διαδικασία;
Νομίζω ότι είχε δοθεί γραμμή, με την έννοια ότι αυτός που ήταν ο επικεφαλής αυτού του στρατοπέδου εντός εισαγωγικών στο ΑΝΟΚ, ήτανε νομίζω ο γυμνασιάρχης, μαζί με τον αστυνόμο, που τότε η αστυνομία ήτα ένα, δυο, χωροφύλακες κιόλας, ήταν εποχή δικτατορίας. Αυτοί ως πιο μορφωμένοι και πιο έμπειροι να το πω, σε μια άλλη κατάσταση από την καθημερινή ζωή των κατοίκων τέλος πάντων, οργάνωναν όλο αυτό το πράγμα, αλλά νομίζω ότι έπρεπε να υπήρχε μία γενική οδηγία σε όλα τα νησιά για αυτό. Γιατί θυμάμαι ότι υπήρχαν ομάδες ας πούμε ο αδερφός μου που ήταν έφηβος τότε. Υποτίθεται ότι φτιάχνανε αυτοί οι έφηβοι ομάδες νοσοκόμων, με πρώτες βοήθειες με, φτιάχνανε μικρά φαρμακεία σε περίπτωση που είχε συμβεί κάτι να μπορέσουν να βοηθήσουνε. Θυμάμαι ας πούμε ότι ο παππούς μου μας έλεγε ότι έχουν φτιάξει ομάδες, που τις έχουν αναλάβει μεγάλοι, ώστε αν γίνει απόβαση στο νησί να οδηγήσουνε τα γυναικόπαιδα σε σπηλιές, να τα ανεβάσουν πιο ψηλά στα βουνά, δηλαδή τέτοια σκηνικά. Όλο αυτό λοιπόν είχε αρχίσει να γίνεται πάρα πολύ περίεργο, νομίζω ότι ήταν το πιο ενδιαφέρον καλοκαίρι των παιδικών μου χρόνων και ίσως είναι και η μόνη πραγματικά, όχι πολεμική εμπειρία, αλλά μια αίσθηση πολέμου, που σαν γενιά δεν την έχω, ευτυχώς. Νομίζω είναι η μοναδική αίσθηση πολέμου που είχα και νομίζω ότι την έζησα έτσι επειδή ήμουνα στη Κάσο. Αν ήμασταν στην Αθήνα, νομίζω ότι δεν θα υπήρχε καμία σχέση. Τέλος πάντων ήταν μαγικό, όπως και να ήταν. Οι αποσπερίες τότε των μεγάλων ήταν πολύ αγχωτικές, με την έννοια ότι μέχρι τότε μαζεύονταν στις γειτονιές, λέγανε ιστορίες από τα παλιά, λέγαν τραγούδια, λέγαν θρύλους, μύθους, κάποιος θείος, για να μας βάλει να κοιμηθούμε ας πούμε ο θείος μου ο Γιάννης, έβαζε ένα σεντόνι και μας έκανε το φάντασμα, δηλαδή υπήρχε, οι αποσπερίες, ή μας βάζαν να λέμε τα ποιήματα μας, που ήμασταν μικρά. Στη φάση της εισβολής στην Κύπρο, οι αποσπερίες μετατράπηκαν σε ομαδικές ακροάσεις ραδιοφώνου. Δηλαδή όποιος είχε πολύ καλό ραδιόφωνο, έπιανε BBC, μαζευόταν οι γειτονιές, έχω μία πολύ έντονη ανάμνηση με αυτό. Έξω από το σημερινό μουσείο, που τότε έμενε η γιαγιά μου εκεί, γιατί ήτανε σπίτι, ήταν οικία, είναι μαζεμένη όλη εκείνη η γειτονία, έχει πιάσει ο θείος μου το BBC, ο ξάδερφός μου είναι πολύ μωρό, μόλις έχει αρχίσει να περπατάει και με το που αρχίζει να λέει το ελληνικό τμήμα του BBC τέλος πάντων, τι συμβαίνει με το Κυπριακό κλείνει ο ξάδερφός μου το ραδιόφωνο και θυμάμαι να τρώει κάτι χαστούκια φοβερά, γιατί ήταν το σημαντικό σημείο που περίμεναν όλοι το τι θα συμβεί, τι συμβαίνει να μάθουν ειδήσεις, γιατί φυσικά είναι ακόμα δικτατορία, γιατί φυσικά το ραδιόφωνο παίζει συνεχώς εμβατήρια και δεν μεταδίδει ειδήσεις. Δεν θυμάμαι πιο πολλά εμβατήρια να έχω ακούσει στο ραδιόφωνο από εκείνη τη φάση, όπως και πολλές άγνωστες λέξεις. Θυμάμαι ας πούμε τη μητέρα μου να πηγαίνουμε στο σπίτι της γιαγιάς και είχα ακούσει την λέξη «γενική επιστράτευση» εκείνη τη μέρα που έγινε η γενική επιστράτευση και ρώταγα τη μαμά μου τι σημαίνει αυτό, όπου τρελάθηκε όταν το άκουσε, γιατί δεν είχε ακούσει την είδηση και ήτανε μία μέρα όπου συνέβαινε το εξής, από το Δημαρχείο ακούγαμε σε όλο το νησί τα ονόματα των ανθρώπων που έπρεπε να επιστρατευτούν, το οποίο ήτανε ακραία άγριο. Άκουγες ας πούμε συνεχώς ονόματα νέων παιδιών τότε, δηλαδή εικοσάρηδων. Είτε που είχαν ήδη αποστρατευτεί, είτε που ήταν σε ηλικία στρατεύσιμη είτε που δεν είχανε πάει ακόμα στρατό αλλά ήτανε με αναβολές, και θυμάμαι τότε που υπήρχε και μία διάκριση σε σχέση με το χρώμα των απολυτηρίων του στρατού, που σήμαινε ειδικές δυνάμεις, πεζικό, και άκουγες συνέχεια ονόματα ανθρώπων που έπρεπε να παρουσιαστούν στο Δημαρχείο και να τους κατατοπίσει σε πιο στρατόπεδο πρέπει να πάνε στην Αθήνα ή όπου στη Ρόδο ή όπου έπρεπε να-
Η μετακίνηση πως ήταν τότε, πως μπορούσαν να μετακινηθούν-
Με το καράβι-
Συνεχίζονταν τα δρομολόγια κανονικά δηλαδή, δεν είναι ότι είχε περιοριστεί ας πούμε-
Νομίζω. Ναι το δρομολόγιο έτσι και αλλιώς ήταν πάρα πολύ σπάνιο. Ήταν μία φορά την εβδομάδα και αν, έτσι, αλλά νομίζω για τους λόγους αυτούς, ότι πρέπει να υπήρχε και μετακίνηση με τα καΐκια, δηλαδή κάποιος να πήγαινε μέχρι την Κάρπαθο, γιατί όλα έπρεπε να γίνουν πολύ γρήγορα. Θυμάμαι ότι επειδή ας πούμε το όνομα Ηλίας είναι και πολύ συχνό στο νησί, έγινε και του Αγίου, του Προφήτη Ηλία όλο αυτό το σκηνικό, ήταν πάρα πολλά πάρτι κανονισμένα να γίνουν, των μεγάλων γιατί τότε εμείς ήμασταν πιτσιρίκια, όπου οι μισοί από αυτούς επιστρατεύτηκαν και ήταν πολύ τραγικό γιατί κλαίγανε οι μάνες τους, άκουγες θρήνο σε όλα τα, σε όλες τις γειτονιές. Τότε είχε επιστρατευτεί και ο θείος μου. Τότε θυμάμαι και ο πατέρας μου, ο πατέρας μου όμως ήταν επιστρατευμένος στο καράβι που ήδη ήταν ναυτικός, δηλαδή όλοι οι ναυτικοί που ήταν στα εμπορικά πλοία θεωρούνταν στρατεύσιμοι για την προστασία του πλοίου τους-
Σε πια περιοχή;
Στη Μεσόγειο. Δεν θυμάμαι ακριβώς, Ιταλία κάπου, δεν ήταν Ελλάδα Ελλάδα αλλά ήταν κοντά στην περιοχή, οπότε ήταν σε επιφυλακή, με ελληνικές εταιρείες ένας ακόμα λόγος παραπάνω για να είναι σε επιφυλακή, λοιπόν, και θυμάμαι τη γιαγιά μου να τραβάει τα μαλλιά της και να τα ξεριζώνει, γιατί θα επιστρατευόταν ο μικρότερος της γιος, ο όποιος τότε ήτανε δεν θυμάμαι, 30 κάτι ας πούμε, σε ηλικία. Ίσως και μικρότερος. Και αυτό συνέβαινε σε κάθε γειτονιά, αυτό ήταν πολύ άγριο, να ακούς ονόματα. Ήταν σαν να ακούς ονόματα ξέρεις, κάποιος που πάει στον πόλεμο ρε παιδί μου, και ακούς συνέχεια. Μου θύμιζε μετά όταν μεγάλωσα και άκουγα στις γιορτές τις σχολικές για την 28η τον τύπο που έλεγε το, αυτό με τον φοβερό ρυθμό τα ονόματα του Ερυθρού Σταυρού, ξέρεις ήτανε μία τέτοια, έτσι, ανάμνηση. Τέλος πάντων, ένα βράδυ, στη φάση αυτή της εισβολής που το νησί κινείται σε αυτά τα πλαίσια, τρόμου και πλάκας μαζί, γιατί αυτά πάντα ο Έλληνας τα διαχειρίζεται με κάποιο τρόπο, γίνεται το εξής περιστατικό, εμφανίζεται νύχτα ένα πλοίο μεταξύ Κάσου-Καρπάθου το βλέπαμε από την Μπούκα, Αρόδου, εμπορικό άγνωστο. Το λιμενικό, ένας λιμενάρχης ήταν τότε μόνος του, το λιμενικό δεν έχει ενημερωθεί, έχει μαζευτεί όλο το νησί στην Μπούκα, οι γιαγιάδες κλαίνε. Μία μάλιστα έλεγε «Κρύφτε τις κόρες σας αν είναι Τούρκοι να τις μαζέψετε γιατί θα βγούνε οι Τούρκοι να τις βιάσουν δεν ξέρω γω τι θα γίνει θα τις σκοτώσουν». Και τελικά όλο αυτό το σκηνικό του τρόμου ήταν κάτι πάρα πολύ απλό, ένας Κασιώτης από την Αγία Μαρίνα, καπετάνιος, ο όποιος πέρναγε με το πλοίο του, είχε ειδοποιήσει τη γυναίκα του αλλά δεν είχε ειδοποιήσει το λιμενικό και η άλλη κατέβαινε ξέρω γω με το ταξί να δει τον άντρα της και όλο το νησί ήταν τρελαμένο, έντρομο ότι γίνεται απόβαση από τους Τούρκους αυτό. Αυτό δηλαδή ήταν πολύ πολύ έντονη ανάμνηση. Ε ήταν ένα καλοκαίρι γενικά πάρα πολύ έτσι ιδιαίτερο, δεν θα το ξεχάσω ποτέ, έχω περάσει πάρα πολύ ωραία σαν παιδί παρά το ότι είχε αυτό το φόβο. Μετά όταν τελείωσαν όλες αυτές οι φάσεις θυμάμαι ότι φεύγαμε για να ρθούμε στην Αθήνα, και όταν έφυγε το καράβι, αυτό το επιβατηγό, μεταξύ Κάσου και Κρήτης ήταν πράγματι ένα τεράστιο θυμάμαι στο μυαλό μου πλοίο, αμερικανικό και ένα ρωσικό το οποίο όντως υπήρχε εκεί, αυτό ήταν έτσι το πιο έντονο καλοκαίρι των παιδικών μου χρονών.
Μετά η φάση της εφηβείας ήταν τελείως άλλη, γιατί η Κάσος εκεί άρχισε να γίνεται καταπιεστική. Δηλαδή από τα 14 και μετά είχα μία απώθηση, γιατί άρχισαν να με περιορίζουν, άρχισα να πρέπει να συμπεριφέρομαι με ένα τρόπο το νησί τότε ακόμα πολύ βαθιά χωμένο στους παραδοσιακούς του ρυθμούς, το πανηγύρι δεν ήταν διασκεδαστικό για μένα, έπρεπε να ντυθώ με ένα συγκεκριμένο τρόπο, έπρεπε να συμπεριφερθώ με ένα συγκεκριμένο τρόπο, και κυρίως άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι με βλέπουν σαν νύφη, και αυτό με ενοχλούσε πάρα πολύ.-
Οι οικογένειες, η δική σου οικογένεια;
Και η δική μου οικογένεια και η μητέρα μου και νομίζω και οι υπόλοιποι δηλαδή ένιωθες ότι από τη στιγμή που κάποιος σε καλούσε στο χορό, γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος να χορέψεις, δηλαδή όταν ήμασταν παιδιά μπαίναμε στους κύκλ[00:40:00]ους και χορεύαμε όπως να ναι, όταν ξαφνικά περνάς στη εφηβεία και δεν είσαι πια παιδί, αρχίζεις και αντιλαμβάνεσαι το τυπικό. Δηλαδή εγώ θυμάμαι, ότι όταν κάποιος σηκωνόταν να χορέψει έπρεπε να σηκώσει τη σύζυγό του αν ήταν παντρεμένος, την μητέρα του, την αδερφή του την ξαδέρφη και πήγαινε έτσι μετά τη γειτονιά και αν δεν σου έκανε το νεύμα, το έλα, με το χέρι δεν μπορούσες να σηκωθείς στο χώρο. Δηλαδή οι γυναίκες δεν είχαμε τη δυνατότητα και δεν την είχαν ειδικά οι γυναίκες οι μεγάλες εκείνης τις ηλικίας να σηκωθούν από μόνες τους να χορέψουν. Βέβαια, θυμάμαι κάποια περιστατικά, θυμάμαι ας πούμε την θεία μου, επίσης γυναίκα ναυτικού. Αλλά αυτό έγινε πολύ μετά, δηλαδή ήμουν πια 20 χρονών, σε μεταγενέστερη φάση να σηκώνετε να δίνει λεφτά στα όργανα και να χορεύουνε όλη η γειτονιά ας πούμε και οι φίλες της. Είχε προηγηθεί όμως κάτι άλλο, που μου είχε αρέσει πάρα πολύ, ενώ λοιπόν με καταπιέζει το πανηγύρι, γιατί δεν έχω τη δυνατότητα της ελευθερίας στην διασκέδαση και πάντα σκέφτομαι ότι εγώ τώρα για να χορέψω πρέπει κάποιος να μου κάνει, και αν αυτός μου κάνει νόημα εγώ δεν θέλω να χορέψω μαζί του, υπήρχε και αυτό ότι αν δεν χορέψεις σε κάποιον, του πεις όχι δεν θέλω, δεν πρέπει να χορέψεις σε κανέναν, γιατί δίνεις στόχο. Πρώτον προσβάλεις αυτόν που σε καλεί, στην ουσία τον απορρίπτεις, οπότε αν τον απορρίψεις ενώ έχεις δεχτεί κάτι άλλο, αυτό για τον κώδικα του κύκλου του νησιού μπορεί να σήμαινε κάτι. Δηλαδή θυμάμαι τη μαμά μου να μου λέει: «Ή θα πεις ναι σε όλους όταν σου πουν το νεύμα ή θα πεις όχι σε όλους». Φυσικά η δική της προτροπή είναι το ναι σε όλους για να χορέψεις, αλλά εγώ το αντιπαθούσα πάρα πολύ, και συνήθως δεν χόρευα με κανένα. Δηλαδή εγώ άρχισα να χορεύω, φοιτήτρια στην Κάσο, στη φάση της εφηβείας μου, όταν είχε πανηγύρι ζοριζόμουν απίστευτα, ήταν χειρότερη μου φάση.
Το πανηγύρι είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό γεγονός, το σημαντικότερο ίσως-
Και ακόμα είναι, δηλαδή μου φαίνεται αδιανόητο τώρα ότι θα γίνει πανηγύρι ας πούμε και δεν θα χορέψω ή δεν θα πάω στο πανηγύρι, τότε όταν ήμουν έφηβη, το θεωρούσα μεγάλο καταναγκασμό. Ακριβώς γιατί άρχιζε να φαίνεται ότι η ελευθερία που έχεις ως γυναίκα έφηβη, είναι ανύπαρκτη σε αυτό τον τόπο. Άρχισε μετά να μας ελέγχουν που βγαίνουμε, που πάμε, και τι ώρα θα γυρίσουμε, ενώ η Κάσος δεν έχει πράγματα που μπορείς να κρύψεις και δεν έχει και πράγματα που μπορούσες να κάνεις-
Αυτό το πράγμα έχει να κάνει θεωρείς με τη δική σου οικογένεια ή-
Όχι-
Ή όχι από όλες τις οικογένειες-
Όχι ήταν γενικότερα, όλες και μάλιστα η δική μου, επειδή ζούσε και στην Αθήνα και η γιαγιά ήταν και λίγο πιο ελεύθερο πνεύμα, ήταν πιο χαλαρά. Αλλά επειδή όλοι ήταν πολύ πιο σφιχτοί και πιο συντηρητικοί αναγκαζόταν και η γιαγιά μου. Ας πούμε, θυμάμαι όταν άρχισα να καπνίζω, κάπνιζα πρώτη φορά, μου λέει η γιαγιά μου: «Κάπνιζε στο σπίτι, μην καπνίζεις έξω να σε βλέπουνε καλύτερα να καπνίζεις εδώ». Για να μην χρειαστεί να εξηγήσει, «Α είδαμε την εγγονή σου, ξέρω γω εκεί, είδαμε την εγγονή σου να καπνίζει, είδαμε την εγγονή σου να χορεύει». Δεν της άρεσε να χρειάζεται να με δικαιολογήσει. Ήτανε άγριο, δηλαδή οι φίλες μου είχαν πιο πολλούς περιορισμούς από ότι είχα εγώ, γιατί ήτανε και μόνιμοι κάτοικοι που για αυτές δεν ήταν ότι θα φύγεις το καλοκαίρι και θα το αφήσεις αυτό πίσω. Αυτό ήτανε η καθημερινότητά τους, δηλαδή ζούσανε, ναι, δίναμε συνέχεια λογαριασμό για τα πάντα. Και στην Κάσο, εντάξει γενικά στις παραδοσιακές κοινωνίες, ο καθένας μπορεί να σε ρωτήσει και για το οτιδήποτε. Το να μην πάρει απάντηση, υπάρχει μία αδιακρισία σε αυτούς τους ανθρώπους. Τέλος πάντων, θυμάμαι ας πούμε πάρτι στο ΑΝΟΚ της γενιάς του αδερφού μου, όπου τα παιδιά βάζανε ο καθένας ότι είχε pic up, ξέρω εγώ τους δίσκους του. Θυμάμαι κάτι πάρτι με λαμπάκια δέντρου χριστουγεννιάτικου, να είναι όλη η νέα γενιά μέσα στο ΑΝΟΚ να χορεύουνε Beatles, Elvis Presley, τέτοια και όλοι οι παππούδες γύρω-γύρω και οι γιαγιάδες και οι γονείς στα παράθυρα, να παρακολουθούν ποιος χορεύει με ποιον. Γενικά υπήρχε μία, και ακόμα νομίζω ότι υπάρχει αυτός ο έλεγχος, αλλά πλέον επειδή η τότε γενιά των ανθρώπων που ήταν νέοι τώρα πια είμαστε εμείς οι γονείς οπότε, δεν, το αφήνουμε γιατί το έχουμε υποστεί, έχουμε υποστεί αυτό τον περιορισμό, οπότε δεν το αφήνουμε να γίνει στα παιδιά μας. Και βέβαια η Κάσος δεν είναι πια αυτό που ήτανε. Θα πας στο μπαρ να πιεις και θα είναι και το παιδί σου δίπλα. Όλα είναι τέλος πάντων πιο χαλαρά. Στο χορό λοιπόν το θέμα, στο πανηγύρι το παραδοσιακό, υπήρχε αυτό το πρόβλημα, το ότι πώς θα χορέψεις, στην ουσία δεν ήταν διασκέδαση ήταν σαν μία κοινωνική προβολή, ένας κύκλος ο οποίος παρατηρεί και θυμάμαι πάντοτε όταν κάποιος σηκωνόταν να χορέψει αρχίζανε, ποια είναι αυτή πόσο χρονών είναι, και ποιανού, «Τίνος είσαι;» ξέρεις. Και κουτσομπολιά που πάντα είχανε στόχο θυμάμαι την φράση «Αυτές είναι τσίτομες νύφες» τσίτομες νύφες, δηλαδή φαντάσου ας πούμε 18 χρονών κοπέλες ήτανε έτοιμες νύφες στην ουσία, και θεωρούσα ας πούμε ότι δεν θα ήθελα να το ακούσω για μένα αυτό.-
Ένα σκηνικό ήθελες να αναφέρεις-
Ναι ναι, λοιπόν κάποια στιγμή το δικό μας το χωριό έχει πολιούχο τον Άγιο Σπυρίδωνα, ο οποίος γιορτάζει χειμώνα. Σε κάποιες φάσεις λοιπόν, το οποίο είναι χρόνια που δεν γίνεται πια αλλά τότε, μετέφεραν το πανηγύρι το καλοκαίρι που είναι και όλοι οι άνθρωποι εκεί. Σε ένα πανηγύρι λοιπόν του Αγίου Σπυριδώνου που γίνεται μέσα στη σάλα, το καλοκαίρι, είναι μία ομάδα πιο μεγάλων κοριτσιών από μένα τότε, η οποία αποφασίζει να πληρώσει τα όργανα και να στήσει χορό. Και σηκώσανε, δηλαδή ξεκίνησε πιο μεγάλη να το κάνει αυτό, και άρχισε να σηκώνει κοπέλες και λέει: «Σηκωθείτε όλες». Σε πληροφορώ ότι αυτό δεν άρεσε πάρα πολύ, γιατί έσπαγε τον κώδικα τον παραδοσιακό, αλλά για μένα ήταν μία τρομερή αίσθηση ελευθερίας. Δηλαδή είναι από τις πιο ωραίες αναμνήσεις, το πόσο ένιωσα ότι κάτι αλλάζει και κάτι αλλάζει που φέρνει πιο πολύ ελευθερία. Γιατί η παράδοση είναι πολύ ωραία, αλλά έχει πάρα πολλά μαύρα σημεία για τις γυναίκες, είναι τρομερή καταπίεση για τις γυναίκες, και για τους άντρες ίσως αλλά για τις γυναίκες είναι ακόμα πιο δύσκολο. Το θυμάμαι λοιπόν σαν μία τρομερή, σαν μία μικρή επανάσταση ρε παιδί μου που έγινε. Στην αρχή τα όργανα δεν θέλανε να πάρουν τα χρήματα από τις κοπέλες και να το κάνουν αυτό, στην αρχή. Τελικά έγινε και σχολιάστηκε μεν ξέρεις, μέχρι να γίνει ο πρώτος γύρος ο δεύτερος γύρος μετά άρχισαν να σηκώνονται και οι μεγάλες, δηλαδή σηκωθήκαν όλες οι γυναίκες του πανηγυριού, που ήτανε εκείνη την ώρα στο πανηγύρι. Μου είχε αρέσει πάρα πολύ σαν εικόνα, το χα έτσι δει πολύ ωραίο, και νομίζω ότι από εκείνη τη φάση και μετά άρχισε να σπάει αυτό το, ο κώδικας το πώς σηκώνομαι και χορεύω που εντάξει στην Κάσο μπορεί να μην είναι τόσο αυστηρός όσο είναι ας πούμε στην Όλυμπο της Καρπάθου που ακόμα είναι περίεργος, αλλά είχε μια αυστηρότητα και καταπίεση και πόσο μάλλον για κασιώτες από την Αθήνα σαν και μας που βιώναμε μία πιο αστική ζωή όλο το χειμώνα και ξαφνικά έμπαινες ας πούμε σε ένα κώδικα άλλο, τον οποίο αν μη τι άλλο έπρεπε να τον σεβαστείς. Ο οποίος ήταν απίστευτά καταπιεστικός όμως.
Πότε άλλαξε ο τρόπος που κοιτούσες, που έβλεπες την πραγματικότητα της Κάσου, αυτή την καταπίεση;
Λοιπόν, αυτό άλλαξε όταν ξεκίνησα να σπουδάζω. Δηλαδή θυμάμαι με το που πέρασα στο πανεπιστήμιο, σπούδαζα κοινωνιολογία τότε, πρώτο έτος, άρχισαν τα πράγματα, είχε να κάνει και με το θέμα των σπουδών, το ότι αρχίζεις να βλέπεις το κόσμο μέσα από την τριτοβάθμια εκπαίδευση με άλλο μάτι, σπούδαζα κοινωνιολογία που σημαίνει ότι-
Έγινε πεδίο έρευνας-
Όχι μόνο πεδίο έρευνας, άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι τα πράγματα έχουν και άλλες πλευρές από αυτές που νιώθεις ή βλέπεις με μία πρώτη ματιά. Και έχει και μια πλάκα σε αυτό στο πως σε βλέπουνε οι άλλοι. Δηλαδή η γιαγιά μου ήταν, δεν ήξερε να γράφει, έγραφε θυμάμαι ένα «Φ» με ένα «Δ». Ήταν τα αρχικά του ονόματός της, αυτό ήξερε μόνο. Ήταν απίστευτα καλλιγραφικά γράμματα, αλλά ήξερε μόνον αυτά τα δυο. Όταν λοιπόν εγώ πέρασα στο πανεπιστήμιο θεώρησε ότι ήταν κάτι πάρα πολύ σημαντικό. Είχε ένα δαχτυλίδι, το οποίο το είχε κρατήσει για μένα όταν θα αρραβωνιαστώ. Μου λέει λοιπόν ότι πιστεύω ότι η γιαγιά μου πρέπει να χάρηκε πιο πολύ από όλους από την οικογένεια που πέρασα στο πανεπιστήμιο, «Ότι νομίζω ότι αυτό που κάνεις τώρα, που μπήκες να σπουδάσεις, είναι πιο σημαντικό από το να αρραβωνιαστείς, και θέλω το δαχτυλίδι να το πάρεις τώρα». Πάντοτε την θεωρούσα μία γυναίκα έξυπνη κτλ. αλλά ανέβηκε πιο πολύ στην εκτίμηση μου όπως καταλαβαίνεις. Λοιπόν και έχει πλάκα που λες, που η γιαγιά μου νόμιζε ότι όποιος έμπαινε στο πανεπιστήμιο, αποκτά, μαθαίνει τα πάντα. Θυμάμαι ένα καλοκαίρι με κυνηγούσε να της κάνω μία ένεση, πίστευε ότι δεν είναι δυνατόν να είσαι στο πανεπιστήμιο και να μην ξέρεις να κάνεις ενέσεις. Λοιπόν, αρχίζω λοιπόν να βλέπω τα πράγματα διαφορετικά και αρχίζω να νιώθω και κάτι άλλο. Ακριβώς επειδή είχα περάσει τη φάση της εφηβείας από την Κά[00:50:00]σο είχα αρχίσει να την αποκλείω από τη ζωή μου, γιατί με ζόριζε, και μάλιστα προς τα 16 μου άρχισα να το νιώθω πιο έντονο όλο αυτό και να λέω: «Ωχ θα πάμε στη Κάσο-, ενώ ποτέ δεν το έλεγα πιο μικρή, ωχ θα πάμε στην Κάσο το καλοκαίρι πάλι». Από τα 18,19 και μετά αρχίζει να γίνεται πιο χαλαρό και επίσης συνειδητοποιώ για πρώτη φορά, ότι ούσα πρωτοετής στο Πάντειο, που ήταν ένα πολυσυλλεκτικό πανεπιστήμιο, είχε παιδιά από διάφορες πόλεις της Ελλάδας, με ρωτάγανε από πού είμαι. Και ακούω τον εαυτό μου να μη λέει ότι είμαι από τον Κορυδαλλό να λέει ότι είμαι από την Κάσο. Και αρχίζω να συνειδητοποιώ ότι, να συνειδητοποιώ πια ότι αυτή είναι η ταυτότητά μου. Ότι ένα βασικό στοιχείο της ταυτότητας μου είναι η κασιακή καταγωγή μου. Για αυτό και όταν έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο, ενώ έχω γεννηθεί Ρόδο, όπως οι περισσότεροι της γενιάς μου, οι μισοί Ρόδο και οι μισοί Κρήτη, και πάντα ας πούμε στα χαρτιά «Ο γεννημένος στη Ρόδο» νομίζεις ότι είναι Ροδίτης, ποτέ δεν ένιωσα Ροδίτισσα φυσικά, γιατί ήταν μία λύση ανάγκης των γυναικών δεν υπήρχε μαιευτήριο στο νησί κλπ. Τέλος πάντων, στο πρώτο μου λοιπόν βιβλίο έβαλα ότι είμαι από την Κάσο. Και γενικά νομίζω ότι την ταυτότητα την συνειδητοποίησα σε εκείνη την ηλικία. Και αν θέλεις απενεχοποίησα και το κομμάτι της περιόδου που με ζόρισε. Δηλαδή άρχισα πια να το καταλαβαίνω και να μη με ενοχλεί, είχε περάσει κιόλας. Είχα αρχίσει και εγώ να είμαι πιο μεγάλη, πιο ελεύθερη, ενήλικη, οπότε. Πάντα βέβαια το νησί ακόμα και σε εκείνη την φάση παρατηρούσε, σχολίαζε. Ακόμα το κάνει αλλά πλέον δεν σε ενδιαφέρει. Αλλά όταν είσαι 20, έχεις να λογοδοτήσεις σε διάφορους, ναι.
Και βέβαια μετά άρχισε να γίνεται πιο έντονο με την Εταιρεία Κασιακών Μελετών. Δηλαδή είμαι νομίζω γύρω στα 24 όταν μία παρέα από 9 άτομα που είμαστε, εκτός από έναν, ο οποίος ένας-δύο μεγάλωσε που μεγάλωσα στην Κάσο και όλοι οι άλλοι είμαστε κασιώτες της Αθήνας. Αποφασίζουμε λοιπόν να φτιάξουμε την εταιρεία κασιακών μελετών, ήταν μία ιδέα του αδερφού μου στην ουσία, όπου ο στόχος της ήταν να φτιάξει ένα φεστιβάλ έγχορδων οργάνων με δοξάρι, Λύρας δηλαδή κυρίως, όπου έγινε μία μουσική συνάντηση στην ουσία με λύρες από όλη την Ελλάδα και όχι μόνο. Το Φεστιβάλ λοιπόν Λύρας, στήθηκε στην ουσία από μία παρέα. Βέβαια η παρέα αυτή ήταν μία ιδιαίτερη παρέα, γιατί ήταν όπως σου είπα οι περισσότεροι Κασιώτες της Αθηνάς, ένα δυο παιδιά που μεγάλωσαν στην Κάσο, αλλά ζούσαν στην Αθήνα, γιατί έκαναν σπουδές ή δούλευαν εδώ. Στήθηκε δηλαδή από ανθρώπους, οι οποίοι είχαν ένα μορφωτικό επίπεδο και μπορούσαν να καταλάβουν αυτό που λέμε την αξία της παράδοσης, αλλά μέσα σε ένα πλαίσιο επιστημονικό, θα έλεγα. Δηλαδή όχι αυτό το γραφικό, «Α ο παππούς που παίζει λύρα». Στήθηκε λοιπόν με έναν τρόπο πάρα πολύ επαγγελματικό, στην ουσία δηλαδή τι κάναμε προσεγγίσαμε ανθρώπους από την Αθήνα, ηχολήπτη, μουσικολόγους και μάλιστα με τον μουσικολόγο τον Λιάβα που ήταν ο πρόεδρος, ο διευθυντής του μουσείο λαϊκών οργάνων και ήταν γνωστός του αδερφού μου από τα μαθητικά του χρονιά όπου είχε πάρει συνεντεύξεις από τους Περσελίδες για την διατριβή του, οπότε είχε επαφή, καταλάβαινε τι σημαίνει Κάσος. Είχαμε βέβαια πάρα πολλά πρακτικά προβλήματα που έπρεπε να λύσουμε, του τύπου ποιοι θα έρθουν να παίξουν, να είναι αντιπροσωπευτικές μουσικές από όλη την Ελλάδα, από τόπους που έχουν λύρα. Ήμασταν φοβερά λίγοι για όλο αυτό που κάναμε, οι 9, είχαμε γύρω μας βέβαια ανθρώπους που βοηθούσαν. Ήτανε τότε ο δήμαρχος, ο δάσκαλος, ο Κακομανώλης, ο οποίος χωρίς να καταλαβαίνει απόλυτα τι κάνουμε, αλλά επειδή γενικά τέλος πάντων είναι και αυτός ένας άνθρωπος που είχε μία παιδεία και μία ιδιαίτερη σχέση με τις μαντινάδες, δική του, ενίσχυσε με κάποιον τρόπο και οικονομικά μέσω του δήμου, γιατί έπρεπε αυτοί οι άνθρωποι να φιλοξενηθούν, να μεταφερθούν στο νησί, να οργανωθούν πράγματα, να νοικιαστούν μηχανήματα, φορτηγά, γιατί φαντάσου ότι κατέβηκε ηχολήπτης της ΕΡΤ έκανε την ηχοληψία ας πούμε στην συναυλία. Δηλαδή, παρά το ότι στην ουσία ήμασταν ερασιτέχνες, με την έννοια ότι δεν είχαμε ξαναοργανώσει κάτι τέτοιο και ήμασταν και διαφορετικών ειδικοτήτων. Δηλαδή εγώ δηλαδή σπούδαζα κοινωνιολογία, ο αδερφός μου ήταν φαρμακοποιός, η Σοφία ήταν οικονομολόγος, παρόλα αυτά όμως, ο Γιάννης στρατιωτικός, δηλαδή ήμασταν άνθρωποι από πολύ διαφορετικές, ο Μπαραλής μαθηματικός ή ο Μαστροπαύλος δημοσιογράφος. Όλοι όμως από το κομμάτι μας, αφενός είχαμε μία κοινή αντίληψη για το πόσο σημαντικό είναι να δημιουργηθεί στην Κάσο ένας θεσμός, που να είναι ένα νησί μικρό, γιατί πάντοτε με την Κάσο, υπάρχει αυτό το θέμα, το ότι είναι ένας πολύ μικρός τόπος, πολύ σημαντικά πώς να το πω ιστορικά σημαντικός, αλλά πολύ απομονωμένος και ολονών μας το πρόβλημα που ακόμα το έχουμε είναι πώς θα αναδείξουμε αυτό το μικρό τόπο με την μεγάλη ιστορία. Και με την μεγάλη σημασία που έχει το τοπίο, η παράδοση που ακόμα είναι ζωντανή. Αυτά τα ιδιαίτερα έθιμα που έχουμε σε σχέση με το χορό, με το πώς αντιλαμβανόμαστε την έννοια της φιλοξενίας, το πώς αγκαλιάζουμε τους ξένους και τους εντάσσουμε μέσα στο πανηγύρι, ή μας απασχολεί να περάσουν καλά στον τόπο μας για να ξανάρθουν. Ένα άγχος ας πούμε που έχουμε όλοι είναι να έρχονται άνθρωποι στο νησί, να μην αδειάζει το νησί και όχι μόνο το καλοκαίρι. Κυρίως ο φόβος είναι το χειμώνα. Ήτανε λοιπόν, το θεωρούσαμε σαν μια πολύ σημαντική προσπάθεια στην ουσία να κάνουμε την Κάσο γνωστή και όντως την κάναμε γνωστή με το φεστιβάλ. Δηλαδή, όταν έγινε το Φεστιβάλ, είχαμε οργανώσει δελτία τύπου. Δημοσιεύθηκε παντού ότι σε ένα μικρό νησί, που μέχρι τότε το μπέρδευαν όλοι με την Θάσο, σαν όνομα, γίνεται κάτι το οποίο δεν έχει ξαναγίνει. Θυμάμαι ότι στο πρώτο φεστιβάλ εγώ με τη Σοφία παρουσιάζαμε τους μουσικούς. Υπήρχανε αποστολές, αποστολές τέλος πάντων, μουσικοί από την Κάρπαθο, από το Κρήτη, από τη Θράκη. Είχανε έρθει οι Αναστενάρηδες οι οποίοι πρώτη φορά βγαίνανε από το χωριό τους να παίξουμε θρακιώτικη λύρα με νταούλι εκτός πλαισίου Αναστεναρίων, που είναι ένας τελετουργικός χορός, πυροβατικός πολύ ιδιαίτερος, από μία πιο κλειστή κοινωνία από την δική μας. Οι Θρακιώτες είναι ακόμα πιο κλειστοί από ότι είναι οι νησιώτες. Από τη Λέρο είχανε έρθει, από την Λήμνο, από τη Ρόδο, από την Χάλκη. Και τότε την πρώτη χρονιά που θέλαμε να δώσουμε και μία διεθνή διάσταση σε όλο αυτό, για αυτό το είχαμε ονομάσει και εγχόρδων με δοξάρι ώστε να μπορούν να μπουν και άλλα όργανα πλην της λύρας. Μάλιστα τότε είχε έρθει μία αντιπροσωπεία μουσικών από την Κάτω Ιταλία από τα ελληνόφωνα χωριά της Κάτω Ιταλίας. Στις επόμενες ας πούμε διοργανώσεις που είχαμε κάνει είχανε έρθει Κύπριοι, που εκεί παίζουν βιολί, από ότι είναι και αυτό ένα έγχορδο με δοξάρι, που μπορεί να μην είναι λύρα αλλά είναι της ίδιας μουσικής οικογένειας. Και κάποια στιγμή ήρθαν και Αιγύπτιοι που παίξανε αυτές τις Ραμπάπ, μάλιστα τότε το φεστιβάλ για πρώτη φορά δεν έγινε στον ΑΝΟΚ όπως το κάναμε εμείς, αλλά είχε γίνει στην Μπούκα. Λοιπόν, η πρώτη χρονιά με το φεστιβάλ είχε πάρα πολλά στοιχήματα που έπρεπε να κερδηθούν. Το πρώτο ήτανε της διοργάνωσης. Το δεύτερο ήταν σωστές υποδομές, γιατί ένας χώρος όπως ήταν το ΑΝΟΚ, που στην ουσία ήταν ένας χώρος που είχε μέσα πινγκ πονγκ, μία μεγάλη αίθουσα, όπου γίνονταν κάτι εκδηλώσεις του τύπου ένα σινεμά. Δεν είχε τις ηλεκτρολογικές υποδομές για να στηρίξει ρεύμα, που θα σήκωνε μηχανήματα ηχοληψίας, που θα σήκωνε μικρόφωνα… Τότε το ΑΝΟΚ δεν το χρησιμοποιούσαν για εκδηλώσεις, δηλαδή να στήνουν καρέκλες και να παρακολουθείς μία εκδήλωση, στον υπαίθριο χώρο όχι εσωτερικά. Στην ουσία τι είχαμε κάνει, είχαμε οργανώσει πρωινές ημερίδες όπου οι μουσικοί εκείνοι που είχαν έρθει με μουσικολόγους συζητούσαν το πρωί για θέματα θεωρητικά σε σχέση με τη λαογραφία ή με τη μουσική. Και το βράδυ ήτανε το διήμερο στην ουσία που ήτανε οι παρουσιάσεις των μουσικών συγκροτημάτων, και όλο αυτό θα έκλεινε τη δεύτερη μέρα με μία μουσική συνομιλία, όπου στην ουσία θα γινόταν ένας διάλογος με μαντινάδες. Α και Πόντοι είχαν έρθει, το ξέχασα να το πω αυτό, πολύ σημαντικό, γιατί ο Πόντιος μάλιστα που ήρθε ήταν και δεξιοτέχνης. Θα θυμηθώ το όνομα, δεξιοτέχνης στην ποντιακή λύρα, αναγνωρισμένος βέβαια τότε δεν το ήξερα. Οι συμμετοχές δηλαδή που είχαν έρθει στην Κάσο και στα φεστιβάλ, ήτανε άνθρωποι που εξελίχθηκαν στην πορεία ας πούμε είχε έρθει ο Σωκράτης Σινόπουλος που είχε παίξει Πολίτικη λύρα, ο οποίος είναι το μεγαλύτερο όνομα στην Πολίτικη λύρα έτσι, πολύ σημαντικός μουσικός. Νομίζω λεγόταν Καλαϊτζίδης ο Πόντιος που κάποια χρόνια μετά ας πούμε εί[01:00:00]χε δώσει ένα ρεσιτάλ ποντιακής μουσικής στο Μέγαρο Μουσικής. Δηλαδή δεν ήταν απλή συμμετοχή. Είχαν έρθει τα Παλαϊνά Σεφέρια, που ήταν το πρώτο έντεχνο μουσικό σχήμα, που παίζανε παραδοσιακά πάνω σε παραδοσιακή μουσική τραγούδια δικά τους, εξαιρετικοί μουσικοί. Τέλος πάντων το πρώτο λοιπόν, φεστιβάλ είχε και ένα άλλο στοίχημα να παίξει. Την αποδοχή των ντόπιων για κάτι που δεν αφορούσε το πανηγύρι, για κάτι το οποίο δεν αφορούσε τη δική τους καθημερινότητα και πρέπει να σου πω ότι δεν ήταν ιδιαίτερα φιλικοί οι ντόπιοι. Δηλαδή θυμάμαι ότι στήναμε την εξέδρα που θα παίζανε οι μουσικοί, και παράλληλα τσακωνόμασταν με τα παιδιά που θέλανε να παίξουν μπάσκετ στον ίδιο χώρο, με κίνδυνο να σπάσουν την εξέδρα. Και θυμάμαι ας πούμε καβγά με τον πρώτο μου ξάδερφο, εγώ να φυλάω την εξέδρα για να μη σπάσει και εκείνος να μου λέει: «Μαζεύτετα και φύγετε, γιατί εμείς θέλουμε να παίξουμε μπάσκετ». Δεν είχε καταλάβει ο κόσμος ακριβώς τι είναι αυτό που πάει να γίνει και νομίζω ότι πήρε και χρόνια να καταλάβει την αξία του. Επίσης δεν είχαν καταλάβει ότι δεν είχε σχέση με το πανηγύρι. Δηλαδή, θυμάμαι έχει ανέβει να παίξει ο Ζωγραφίδης από την Έλυμπο στη σειρά του ας πούμε μουσική, ήτανε λύρα τσαμπούνα, όπως παίζουνε οι Ολυμπίτες. Και είχε ξεκινήσει, ο κόσμος χόρευε, επίσης δεν υπήρχε εισιτήριο ήταν δωρεάν, και έχει ξεκινήσει να παίζει, και όσο αυτός έβλεπε ότι χόρευε ο κόσμος συνέχιζε, δεν σταμάταγε. Αλλά έπρεπε να σταματήσει έπρεπε να παίξει συγκεκριμένα κομμάτια, όπως είχε καθοριστεί από το πρόγραμμα και να ανέβει η άλλη συμμετοχή που νομίζω ήτανε η Χάλκη, μετά δεν θυμάμαι καλά, ένα άλλο νησί. Αυτός λοιπόν δεν σταμάταγε, και είμαστε με τη Σοφία και σκεφτόμαστε τι θα γίνει ας πούμε χαλάει το πρόγραμμα. Ο άλλος λοιπόν του κάναμε νοήματα, πρέπει να σταματήσεις μα λέει ο κόσμος χορεύει. Μα δεν είναι πανηγύρι, είναι συναυλία. Δηλαδή προσπαθήσαμε να τους δώσουμε μία ακόμη και στους μουσικούς είχαμε δυσκολία να τους δώσουμε να καταλάβουν, γιατί είναι παραδοσιακοί μουσικοί, τι ρόλο παίζεις αυτή τη στιγμή. Δεν είσαι σε πανηγύρι να γλεντήσει ο κόσμος πρέπει να παρουσιάσεις την μουσική σου παράδοση. Ε και τότε λοιπόν μου ήρθε η ιδέα και τι έκανα το πολύ απλό, του τράβηξα την πρίζα και του έκλεισα τον ήχο και έτσι σταμάτησε να παίζει ο Ζωγραφίδης. Μετά θυμάμαι, ενώ ας πούμε στην αρχή υπήρχε μία επιθετικότητα, δεν βοηθούσαν, και «Τι είναι αυτό που κάνετε τώρα και πιος σας είπε ότι εμάς μας ενδιαφέρουν αυτά. Και εμείς θέλουμε να ακούμε σούστα, δεν μας ενδιαφέρουν οι Ροδίτες, δεν μας ενδιαφέρουν οι άλλοι». Όταν ξεκίνησε το φεστιβάλ, την πρώτη μέρα, θυμάμαι ας πούμε τον μεγαλύτερο μπακάλη του νησιού, το Βρετό, που μας είπε ότι ήταν πολύ πετυχημένο αυτό που κάνατε, γιατί όση ώρα ήταν το φεστιβάλ στη διάρκεια του φεστιβάλ δεν κυκλοφορούσε άνθρωπος στο νησί, ήταν όλοι, όλοι όμως στο ΑΝΟΚ, εκεί που γινόταν ο χώρος του φεστιβάλ. Ηχογραφήθηκε όλο αυτό, υπάρχει και δίσκος και cd κλπ υπάρχει γιατί ηχογραφήθηκε και μέσα στο σπίτι της Σοφίας ας πούμε για να είναι και ο ήχος και πιο καλός πιο αγνός και μάλιστα τότε καταγράψαν και σκοπούς που έχουν χαθεί. Γιατί ακόμα ζούσε ο Σάββας, ζούσε ο Λιός. Στα πανηγύρια δεν παίζουνε, η Κάσος έχει ένα πλούσιο, μεγάλο αριθμό σκοπών που δεν είναι σκοποί διασκεδαστικοί, δεν είναι χορός. Αυτούς λοιπόν τους κατέγραψε ο Λιάβας, στο σπίτι της Σοφίας, με ξέρεις να καθόμαστε απέξω και να μην αφήνουμε να περνάνε αυτοκίνητα για να μην υπάρχουν παρεμβολές στον ήχο και να γίνει ηχογράφηση ή να περνάνε οι περαστικοί και να τους λέμε σιωπή, ας πούμε, για να γίνει καλά η καταγραφή, διάφορα τέτοια τα οποία ήταν όλα πώς να σου πω προσωπικές πρωτοβουλίες. Θυμάμαι ότι εκείνο το καλοκαίρι δεν έκανα ούτε ένα μπάνιο. Κανένας μας, δεν κολύμπησε, κανένας μας δεν έκανε διακοπές. Ήταν τόση η δουλειά που είχαμε να κάνουμε από το να φτιάξουμε το χώρο του σχολείου, που θα φιλοξενούσαμε όλους αυτούς τους ανθρώπους, γιατί ακόμα τότε το νησί δεν είχε τόσα ξενοδοχεία. Το να πείσουμε τα εστιατόρια ότι πρέπει να φτιάξουμε ας πούμε, γιατί πήγαιναν οι άνθρωποι με κάτι κουπόνια από το δήμο ώστε να ξέρουμε ότι για να καλύψουμε τη διατροφή τους, έτσι. Να βγαίνει και η κουτοπονηριά των ντόπιων, να βγαίνει ένα πράγμα έτσι λίγο εχθρικό, και γιατί το κάνετε, σου λέω αυτή η μόνιμη απορία: «Γιατί το κάνετε αυτό. Τι κέρδος έχετε.» Τους ήταν αδιανόητο ότι μπορεί να κάνεις κάτι που δεν έχει οικονομικό όφελος. Είχαμε βγάλει αφίσες, είχαμε τα δελτία που σου είπα, πανό, τα πάντα δε τα κάναμε μόνοι μας. Δηλαδή θυμάμαι με τη Σοφία να καθαρίζουμε το βράδυ το ΑΝΟΚ οι ίδιες να σφουγγαρίζουμε και αυτό και την άλλη να γράφουμε τα κείμενα για να κάνουμε την παρουσίαση για να παρουσιάσουμε τον κάθε τόπο και τη μουσική του παράδοση. Να αλλάζουμε κλειδαριές στα δωμάτια ή σπασμένα τζάμια ή να καθαρίζουμε τους χώρους για να φιλοξενηθούν οι μουσικοί. Και ταυτόχρονα είχαμε μοιράσει μεταξύ μας τα μέρη, ώστε να μπορούμε να τους βοηθάμε. Δηλαδή εγώ με τη Σοφία ήμασταν υπεύθυνες για τους Αναστενάρηδες. Δηλαδή τους παραλάβαμε από το αεροδρόμιο, τους πήγαμε στο ξενοδοχείο και μετά ήμασταν πώς να στο πω λίγο υπεύθυνοι για να περάσουν καλά. Όπου έχουν ανέβει οι Αναστενάρηδες στο πανηγύρι. Αυτό είναι και λίγο πρέπει να στο πω για να καταλάβεις το πώς αντιδρούσε ο κόσμος στο καινούργιο. Στην Κάσο δεν είχαν ξανακούσει νταούλι ποτέ. Και το είχαν συνδεδεμένο με τους γύφτους. Αυτό λέγανε, ότι ήρθανε οι γύφτοι. Οι Αναστενάρηδες έχουνε, πίνουνε ούζα. Στο λέω, γιατί ακούω ένα μεσημέρι το νταούλι να παίζει δυνατά στο καφενείο της Μπούκας, και κάτι είναι που λέμε δεν μου άρεσε όλο αυτό. Είχανε πάει λοιπόν οι Αναστενάρηδες να τα πιούνε μεσημέρι και τους λένε δεν πάτε να φέρεται και τα όργανα σας, και τι είχε γίνει οι Αναστενάρηδες, έχουν μεθύσει οι μουσικοί, γιατί τους ποτίζουν οι άλλοι ούζα και στην ουσία είναι οι μισοί κασιώτες στο καφενείο και γελάνε με το νταούλι, τους κοροϊδεύανε. Κάποια στιγμή λοιπόν γίνεται ένα πανηγύρι που πρέπει μάλλον να ήταν του Χριστού, που είναι κοντά στο Δεκαπενταύγουστο και έχουνε ανέβει πάλι οι Αναστενάρηδες στο πανηγύρι και αρχίζουν και παίζουν τη λύρα τη δική τους, και θυμάμαι να μας τηλεφωνούν ελάτε να μαζέψετε τους γύφτους σας γιατί χαλάνε το πανηγύρι. Και προσπαθούμε τώρα εμείς, χωρίς να εξηγήσουμε με λεπτομέρειες. Έχουμε ανέβει με ένα ταξί με τη Σοφία και προσπαθούμε να βάλουμε με το ζόρι τους Αναστενάριδες να τους πάρουμε από το πανηγύρι γιατί είχαν ενοχληθεί οι ντόπιοι μουσική, οι οποίοι φυσικά, το πανηγύρι για αυτούς είναι και ένα κομμάτι της δουλειάς τους, πέφτουν λεφτά. Οι άλλοι παίζανε για τη διασκέδασή τους. Και χάλαγε και την εικόνα αυτού που είχε στο μυαλό του ο κασιώτης μουσικός για το τι είναι το πανηγύρι. Επίσης είχαμε και ένα άλλο θέμα πάρα πολύ σημαντικό, το θέμα με το ρεύμα, φαντάσου ότι την πρώτη μέρα στο φεστιβάλ με το που τελείωσε, και είπαμε καληνύχτα σας περιμένουμε αύριο, κόπηκε το ρεύμα για 5 ώρες δηλαδή ήτανε στο τσακ, θα είχε τιναχθεί όλο αυτό στον αέρα γιατί δεν θα είχαμε ήχο, μικρόφωνα, φώτα… Και θυμάμαι ας πούμε μετά που έχουμε πάει μετά όλοι να φάμε, σκοτάδι μαύρο, στον Κίκη όπου έτρωγε ο ένας από το πιάτο του άλλου, δεν βλέπαμε τίποτα, και αυτό κράτησε και τρέμαμε για την επόμενη μέρα τι θα γίνει, αλλά ευτυχώς αποκαταστάθηκε το πρόβλημα. Τότε οι διακοπές του ρεύματος ήταν πιο μεγάλες σε διάρκεια. Αυτό το κομμάτι με το φεστιβάλ ήτανε νομίζω μία καινοτομία που έκανε μία παρέα. Εξακολουθεί βέβαια να γίνεται με τον τρόπο που ξέρεις, εγώ το θεωρώ σημαντικό το ότι γίνεται έστω και έτσι, δεν έχει βέβαια σχέση με αυτό που είχαμε κάνει εμείς αλλά τέλος πάντων διατηρεί έναν τύπις θεσμό μουσικής συνάντησης, που ήταν ένας από τους στόχους στο νησί.
Τώρα θα ήθελα να πάμε πάλι η κουβέντα τελείως διαφορετικά-
Για πες-
Ανέφερες κάποια στιγμή ότι ο μπαμπάς σου ήταν ναυτικός-
Λοστρόμος. Καραβομαραγκός ξεκίνησε, μία ειδικότητα που δεν υπάρχει…
Δεν υπάρχει πια στο νησί-
Δεν υπήρχε, ακόμα και όταν ήταν λοστρόμος έγινε γιατί είχε πάψει η ειδικότητα του καραβομαραγκού-
Θα ήθελα να μου εξηγήσεις πώς είναι, πώς θυμάσαι, πώς έχεις βιώσει, την εμπειρία του να μεγαλώνει ένα παιδί και μια κόρη ως κόρη ναυτικού, πώς είναι αυτή η απουσία;
Λοιπόν κοίταξε ήτανε νομίζω πιο δύσκολο, πρέπει να ‘ταν πιο δύσκολο από ότι να μεγαλώνεις σαν κόρη ή παιδί ναυτικού στην Κάσο, από το να μεγαλώνεις στην Αθήνα με ένα περιβάλλον πιο, οι υπόλοιποι είχαν τους μπαμπάδες τους γύρω-γύρω. Έτσι, στην Αθηνά, στο Κορυδαλλό που ζούσαμε εμείς. Στη Κάσο ας πούμε όλοι ήταν ναυτικοί, οπότε δεν ένιωθες ότι έχεις μία έλλειψη, γιατί όλοι είχαν την ίδια έλλειψη. Εγώ στο Κορυδαλλό την ένιωθα αυτή την έλλειψη πιο έντονα, γιατί σε σχολικές γιορτές, στους βαθμούς εμφανίζονταν οι μπαμπάδες των παιδιών. Εμείς δεν είχαμε πολλούς ναυτικούς στη γειτονι[01:10:00]ά. Δηλαδή ήταν ο μπαμπάς μου και άλλος ένας που έλειπε. Επίσης, ο πατέρας μου δεν θυμόταν πότε σχεδόν τι τάξη πηγαίναμε ας πούμε. Για μένα η απουσία του πατέρα μου, ήταν πάρα πολύ σημαντική στο σπίτι. Και ήταν πάντα η προσμονή, βέβαια ήταν όλοι μου οι θείοι ναυτικοί, οπότε ήταν στην ουσία οι οικογενειακές γιορτές το χειμώνα ήταν οι γιορτές με γυναίκες και παιδιά. Γιατί λείπαν οι μπαμπάδες. Υπήρχε, είχαμε σχέση με τον πατέρα μου διαφορετική. Δηλαδή θυμάμαι και ήμουνα και ένας από τους λόγους που εγκατέλειψε τα μακρινά ταξίδια και άρχισε να ταξιδεύει σε πιο κοντινά, γιατί ωρυόμουν όταν έφευγε από το σπίτι. Είχα μία σχέση μαζί του λίγο σχέση ξέρεις τηλεπάθειας. Δηλαδή είχε ένα ατύχημα στο καράβι όταν έκοψε το δάχτυλό του, το είχα δει στον ύπνο μου, και πρέπει να ήμουνα 3-4 χρονών κάτι τέτοιο και είχα σηκωθεί με κλάματα και είχα πει στη μητέρα μου ότι ο μπαμπάς χτύπησε. Και μετά από μία εβδομάδα, εμφανίστηκε ο πατέρας μου με το χέρι, με το δάχτυλο κομμένο ας πούμε και ταλαιπωρημένος γιατί ήταν σε ταξίδι μάλιστα εκτός Ευρώπης κιόλας, όταν έγινε αυτό. Παρόλα αυτά όμως ο πατέρας μου, παρά το ότι ήταν ναυτικός, ήταν και ένας ιδιαίτερος τύπος ναυτικού. Δηλαδή, και τον έκρινα σε σχέση με θείους. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν του άρεσε το ποτό, δεν έπαιζε χαρτιά, του άρεσε πολύ η ευρωπαϊκή μουσική. Ήταν αρκετά ανοιχτός στο θέμα του ταξιδιού όχι σαν έννοια, σαν δουλειά, αλλά να γνωρίζεις τόπους σαν κουλτούρας. Δηλαδή ήταν φορέας, του άρεσε πάρα πολύ ο Αμερικάνικος κινηματογράφος, του άρεσε ας πούμε τα western, ταινίες. Επίσης διάβαζε αρκετά. Ακόμα σκέφτομαι ότι μπορεί να μην καταλάβαινε όλα όσα διάβαζε, διάβαζε λογοτεχνία, αλλά δεν φαινόταν ας πούμε ότι στην κουλτούρα του αλλάζει κάτι. Ήτανε αρκετά συντηρητικός σε θέματα τιμής. Ας πούμε δεν ήθελε να βγαίνω τα βράδια ή να έχω σχέσεις με αγόρια, είχε αυτό. Αλλά γενικά δεν ήταν ο κλασικός ναυτικός, όπως έβλεπα που τους θείους μου, οι οποίοι έπιναν, έπαιζαν, είχαν έτσι μια τάση, πιο, οι ναυτικοί είναι και λίγο, επάγγελμα που φλερτάρει λίγο, όχι με την αλητεία, αλλά με μια ελευθερία και το λιμάνι, ξέρεις την πιάτσα. Ο πατέρας μου είχε ζήσει και πολλά χρόνια στην Ιαπωνία. Μιλούσε Ιαπωνικά. Εγώ σαν παιδί τον θυμάμαι να μου τραγουδάει ιαπωνικά, μετά θυμάμαι τη φάση ότι είναι η κόρη μου κόρες μου μικρές, έχει αρχίσει να παθαίνει Alzheimer και να θυμάται τα ιαπωνικά τραγούδια. Και να τραγουδάει στις μικρές κάτι που μου ήτανε πάρα πολύ γνωστό σαν ήχος, αλλά είχε σταματήσει να το κάνει, επειδή είχαμε μεγαλώσει και τραγουδούσε ιαπωνικά τραγούδια στις εγγόνες του. Είχε ζήσει στην Ιαπωνία 7 συναπτά χρόνια. Είχε αρραβωνιαστεί Γιαπωνέζα, την οποία είχαμε τις φωτογραφίες, της οποίας είχε μάθει ελληνικά. Έχουμε ας πούμε μία φωτογραφία που έγραφε με ελληνικά και λατινικά γράμματα αγγλικά ας πούμε «Νικ σε αγαπώ, διότι είσαι Έλλην και ωραίος» και κάτι τέτοια. Και βέβαια δεν ολοκληρώθηκε ποτέ αυτή η σχέση σε γάμο, γιατί αυτό σήμαινε ότι ο πατέρας μου θα έπρεπε να μείνει στην Ιαπωνία. Ο πατέρας μου ήταν ο μεγαλύτερος ο γιος μιας οικογένειας με πολλά κορίτσια, με τρία κορίτσια και δυο αγόρια ακόμα πιο μικρά από εκείνον, όπου έπρεπε να τις παντρέψει, έπρεπε να σπουδάσει τα αδέρφια του, δηλαδή είχε πολλές μεγάλες οικογενειακές ευθύνες σαν πρώτο παιδί. Η γιαγιά μου του έλεγε ότι έπρεπε να ρθεις να παντρευτείς μία από τον τόπο, το δικό σου, και έτσι γύρισε στη Κάσο και παντρεύτηκε τη μητέρα μου. Θυμάμαι ως παιδί να του λέω: «Γιατί το έκανες αυτό, έπρεπε να μείνεις στην Ιαπωνία». Είχε μία, ας πούμε του μπαμπά μου δεν του άρεσε η κασιώτικη μουσική, τη θεωρούσε, έλεγε αυτό το ντίρλι ντίρλι στα πανηγύρια, τον ενοχλούσαν τα κουδουνάκια της Λύρας πάρα πολύ και αυτό το μονότονο που παίζει συνέχεια ας πούμε το ίδιο. Τέλος πάντων, και γενικά είχε μία κριτική απόσταση από τα, από αυτό το παραδοσιακό, γιατί είχε ζήσει πολλά χρόνια, δηλαδή έφυγε 15 χρονό στα καράβια και στην ουσία μέχρι τα 15 του έζησε στην Κάσο. Από εκεί και πέρα, ζούσε σε όλο τον κόσμο. Επτά χρόνια στην Ιαπωνία, οπότε είχε μπει σε μια άλλη σφαίρα και στην ουσία επανασυνδέεται με την Κάσο όταν παντρεύεται η μητέρα μου. Αναγκάζεται πιστεύω να επανασυνδεθεί με αυτό τον τρόπο. Την οποία γνώρισε στην εκκλησία και τέτοια. Ας πούμε η αίσθηση του μπαμπά που λείπει, αλλά που θα ρθει και θα φέρει δώρα, γιατί πάντα είχαμε σαν παιδιά ναυτικών παιχνίδια που δεν υπήρχαν, δεν τα είχε κάνεις. Ναι μεν ήτανε ξέρεις το κερασάκι, το καροτάκι μας, αλλά δεν έφτανε. Τουλάχιστον σε εμένα δεν έφτανε. Δηλαδή θυμάμαι να κρέμομαι από τον λαιμό του, και να τον επηρεάζω. Μέχρι που κάποια στιγμή αποφάσισε ότι δεν θα ξαναφύγει. Γιατί τότε οι ναυτικοί λείπανε και πολύ μεγάλα διαστήματα. Δηλαδή θυμάμαι από αφήγηση, γιατί δεν είχα γεννηθεί ακόμα ότι όταν είναι και ο αδερφός μου ο πατέρας μου ταξίδευε. Έρχεται λοιπόν όταν είναι ο αδερφός μου 2 ετών, όπου δεν το αναγνώριζε. Δεν τον είχε γνωρίσει, και επειδή είχε μάθει να κοιμάται με την μαμά μου, της έλεγε «Βγάλε τον ξένο άνθρωπο από το κρεβάτι σου, -ξέρω γω- θέλω να κοιμηθούμε μαζί». Και του έλεγαν είναι ο μπαμπάς, ο οποίος φυσικά του έφερνε δώρα, παιχνίδια, ιστορίες, κακό. Αλλά παρόλα αυτά ο αδερφός μου είχε συνηθίσει η καθημερινότητα να ήταν ο παππούς και η γιαγιά, γιατί ήμασταν μόνιμοι κάτοικοι Κάσου τότε και ήρθε ξαφνικά ένας ξένος που δεν αναγνωρίζω τον πατέρα του. Σε μένα δεν έγινε αυτό, ο πατέρας μου ήταν στη γέννηση μου, δηλαδή του είχε γίνει πολύ άσχημο, είχε σοκαριστεί και εκείνος με το να γυρίζεις με λαχτάρα να βρεις το παιδί σου και να μην σε αναγνωρίζει. Οπότε μεγαλώνοντας και βλέποντας και τον τρόπο που αντιδρώ εγώ, σταμάτησε να ταξιδεύει μακριά ή ταξίδευε με μικρά πλοία και μάλιστα για μεγάλο διάστημα ταξίδευε με κότερα ο πατέρας μου. Δηλαδή με θυμάμαι ως παιδί να πηγαίνουμε να τον δούμε στο Πασαλιμάνι. Οδηγούσε κότερα, τα οποία μου φαινόταν υπέροχα, γιατί ήταν κάτι ξύλινα έτσι πλοία με κατάρτια, με μπρούτζινα εξαρτήματα και μας έβαζε ας πούμε στη γέφυρα με το τιμόνι, το οποίο ήταν ο λαμπερό και ήταν έτσι πάρα πολύ έτσι φαντασμαγορικό. Και σιγά-σιγά άρχισε να το κόβει εντελώς μέχρι που πήρε τη σύνταξη του και τέλος πάντων σταθεροποιήθηκε κάνοντας, δουλεύοντας είτε ξέρω γω βατσιμάνης, είτε σε επισκευές πλοίων στο Σκαραμαγκά. Αλλά έφευγε το πρωί ερχόταν το βράδυ ας πούμε, πάλι στη θάλασσα, πάλι με την ιδιότητα του μαραγκού αλλά όχι εν πλω, σε πλοία τα οποία επισκευάζονταν στην ζώνη Ελευσίνας- Σκαραμαγκά, εκεί.
Βατσιμάνης;
Βατσιμάνης, σημαίνει φύλακας. Οι βατσιμάνιδες είναι αυτοί που φυλάνε, είναι οι φυλακές, όπου το πλοίο είναι στην επισκευή, και υπάρχουν φύλακες για τη νύχτα για να μη γίνει πλιάτσικο. Κάθε εταιρεία έβαζε φύλακες το βράδυ από το προσωπικό της, εναλλασσόμενους για να προσέχουν το πλοίο να το επιτηρούν. Και τότε ήταν ένας όρος πολύ συχνός και γνωστός, διαδεδομένος και μάλιστα νομίζω ότι είναι μία λέξη, κάτι σαν greeklish το βατσιμάνης. Μεταφράζεται με κάποιο τρόπο αλλά σε greeklish. Μου άρεσαν πολύ οι ιστορίες. Είχε πάρα πολλές ιστορίες να διηγηθεί. Και γενικά όταν συναντιόντουσαν ναυτικοί στην οικογένεια άκουγες απίστευτα πράγματα. Επίσης μου έκανε εντύπωση όταν μεγάλωσα το ότι ήξερε τον Καββαδία, γιατί ο Καββαδίας ήταν ασυρματιστής ήταν ναυτικός-
Τον είχε συναναστραφεί σε κάποιο πλοίο;
Δεν τον ήξερε, σαν ναυτικό. Είχε διαβάσει Καββαδία. Ήταν γνωστός στους κύκλους, δηλαδή μου φαινόταν αδιανόητο ότι ο πατέρας μου μπορεί να είχε σχέση με την ποίηση ας πούμε. Και όταν μελοποιήθηκαν τα τραγούδια του Καββαδία και τα άκουγε μας εξηγούσε καταστάσεις, που ξέρεις η ποίηση τις κρύβει λίγο μέσα από συμβολισμούς της. Εκείνος της αντιλαμβανόταν, μου έκανε τρομερή εντύπωση το πως αντιλαμβανόταν την ποίηση του Καββαδία. Ναι. Ας πούμε τα Μαραμπού που ήτανε μία ιστορία για την Άπω Ανατολή και επειδή είχε πολλά, δηλαδή μου είχε εξηγήσει πολύ καλά τι ακριβώς λέει το «Μαραμπού». Γενικά οι συναντήσεις των θείων ή συγγενών που ήταν ναυτικοί και άρχισαν τις ιστορίες από ναυάγια, από φουρτούνες, δηλαδή θυμάμαι τον πατέρα μου να βλέπουμε υπήρχε τότε μία εκπομπή στην τηλεόραση που λεγόταν: «Μία ταινία, μία συζήτηση» και έδειχνε μία ταινία που αφορούσε ένα πλοίο που ταξιδεύει σε μία τρελή φουρτούνα και στη συζήτηση υπήρχαν και καπετάνιοι. Λοιπόν θυμάμαι πριν ξεκινήσει η συζήτηση, το σχόλιο του πατέρα μου που το βλέπει, πραγματικά ήταν μια φουρτούνα απίστευτη, που έδειχνε σε Ειρηνικό, να βουτάει το πλοίο μέσα και να κάνει πάρα πολύ ώρα να βγει η πλώρη του, και να λες «Βούλιαξε!». Και να το βλέπει ο πατέρας μου με μία απάθεια και να λέει: «Σι[01:20:00]γά τη φουρτούνα» και του λέω εγώ: «Μα είναι δυνατόν» να μου λέε:ι «Δεν είναι μεγάλη φουρτούνα αυτή». Και όταν τελειώνει η ταινία και ξεκινά η συζήτηση κάνει ο πλοίαρχος, που ήταν στο πάνελ και συζήτησε ακριβώς το ίδιο σχόλιο ότι «Εντάξει δεν είδαμε καμία φοβερή φουρτούνα» και λέω: «Τι έχουν δει αυτοί οι άνθρωποι, τι έχουν ζήσει! Αν είναι δυνατόν». Ή ο πατέρας μου ταξίδευε πολύ και σε εμπόλεμη ζώνη. Όπου μας διηγόταν ότι άκουγε την οβίδα να φεύγει και μέτραγε μέχρι το 11, που θα σκάσει ξέροντας ότι, ότι θα μπορούσε σε αυτό το μέτρημα να μην το προλάβει αν έσκαγε στο δικό τους το πλοίο. Μου φαινόταν ανατριχιαστικό, αλλά ο τρόπος που μας το είχε διηγηθεί ήταν ένα κομμάτι καθημερινότητας. Είχε ζήσει πολύ σκληρή ζωή, ήταν παιδί μεγάλο στην Ιταλοκρατία. Μιλούσε ιταλικά, γιατί είχε διδαχτεί ιταλικά, ήταν συνομήλικος του Κουτλάκη, του Μιχάλη του Κουτλάκη που για εμάς είναι ένας ήρωας του νησιού. Ήταν αυτή η γενιά ο πατέρας μου. Και θυμάται πολύ καλά δηλαδή, είχε ζήσει πολύ σκληρά γιατί, όταν γίνεται ο πόλεμος ο Β΄ Παγκόσμιος πετυχαίνει τον πατέρα του ναυτικός σε πλοίο στην Κύπρο όπου αποκλείστηκε, οπότε ο πατέρας μου ήταν το μεγαλύτερο παιδί μιας οικογένειας που όλα αυτά τα χρόνια, ο πατέρας δεν βρισκόταν στο νησί γιατί δεν μπορούσε να έρθει. Η γιαγιά μου είχε 7 παιδιά είχε 6 παιδιά τρία αγόρια και τρία κορίτσια μόνη της στο νησί. Ο μεγαλύτερος ήταν ο μπαμπάς μου, η οικογένεια υπέφερε, πεινάσανε. Μου διηγείται ας πούμε μία ιστορία που οι Ιταλοί τρώνε τις γάτες του νησιού, και για να γλυτώσει τον γάτο του, γιατί είχε ένα γάτο που… ξέρεις, οι Κασιώτες και γενικά οι άνθρωποι της επαρχίας με τα ζώα έχουν μία σχέση λίγο περίεργη, δεν είναι ότι τα φροντίζουν, ότι είναι ζωόφιλοι. Ο πατέρας μου λοιπόν είχε ένα γάτο που τον ταΐζε τον θεωρούσε μέλλος της οικογένειας, γιατί κάποια στιγμή είχε βουτήξει ένα κομμάτι λακέρδα και το είχε φέρει στο σπίτι και η οικογένεια εκείνη τη μέρα δεν είχε να φάει τίποτα. Και ο γάτος από εκείνη την μέρα έγινε ένα, ήτανε έθρεψε, την οικογένεια, και τον αγαπούσαν όλοι πάρα πολύ. Για να σώσει λοιπόν το γάτο του, άρχισε να τον φωνάζει Μουσολίνι. Αυτό σκέφτηκε σαν παιδί, ότι αν φωνάζω το γάτο μου Μουσολίνι οι Ιταλοί δεν θα φάνε ένα γάτο με αυτό το όνομα. Και όντως ήταν ο μόνος γάτος που δεν πείραξαν οι Ιταλοί. Λοιπόν, γενικά ήταν ένας άνθρωπος, ο οποίος σε εμένα με είχε εξοικειώσει πολύ με την έννοια του ταξιδιού και της θάλασσας. Θεωρώ ας πούμε τον πατέρα μου έναν άνθρωπο, ο οποίος ήταν κοσμοπολίτης, χωρίς να το ξέρει. Χωρίς δηλαδή να είναι συνειδητά αυτά που έλεγε, γιατί το μορφωτικό του επίπεδο, είχε τελειώσει ας πούμε την 8η τότε, δηλαδή ο πατέρας μου μας διάβαζε, χωρίς να έχει ιδιαίτερη υπομονή ας πούμε. Αλλά ήταν αυτός που ήταν πιο εξοικειωμένος, μιλούσε πολύ καλά Αγγλικά, μιλούσε πολύ καλά Ιταλικά, μιλούσε Ιαπωνικά. Πιστεύω ότι είχε ένα ταλέντο έμφυτο με τις γλώσσες. Και θυμάμαι λίγο πριν πεθάνει που μου έλεγε ότι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή του ανθρώπου είναι τα ταξίδια. Να ταξιδεύεις. Είχε πάει παντού, είχε ταξιδέψει μέχρι το Βόρειο Πόλο είχε ταξιδέψει Νότιο Πόλο, και νομίζω ότι και νομίζω δηλαδή ότι αυτό ήταν το πτυχίο του, ήταν η ταυτότητά του. Νομίζω ότι για τον πατέρα μου η πρώτη ταυτότητα δεν ήτανε η Κάσος, ήταν η θάλασσα, η πιο σημαντική. Κάτι άλλο ήθελα να πω. Όταν έβλεπε ένα ωραίο όνειρο, ήτανε πάντα σε καράβι. Δηλαδή όταν ξύπναγε και έλεγε είδα ένα ωραίο όνειρο, έλεγε ταξίδευα ξέρω γω στην Κούβα. Και επίσης είχε γνωρίσει τον κόσμο σε μία φάση, που ήδη όταν εγώ ήμουν έφηβη που τα διηγείται και τα θυμάμαι είχε καταρρεύσει. Ας πούμε η Σοβιετική Ένωση ο πατέρας μου την έζησε σε εποχή, ας πούμε, που ήτανε στα φόρτε της. Ή ξέρω γω την Ιαπωνία σε μία άλλη κατάσταση. Την Αμερική, θαύμαζε πάρα πολύ τους Αμερικάνους Star.
Ήταν ένα κομμάτι μιας ιστορίας των Κασιωτών εκτός Κάσου, γιατί οι Κασιώτες λόγω και της σχέσης τους με τη θάλασσα είναι λίγο κοσμοπολίτες. Αυτή η παράδοση έχει επηρεαστεί πάρα πολύ από αυτό. Και νομίζω ότι θα είχαμε πάρα πολύ διαφορετική ταυτότητα αν δεν ήτανε ναυτικοί οι πατεράδες μας. Θα μου πεις ποια είναι η διαφορά ας πούμε με την Κάρπαθο. Η Κάρπαθος δεν είναι ναυτικοί, είναι νησί αλλά είναι γεωργοί, έχουνε άλλη κουλτούρα. Οι κασιώτες είναι κοσμοπολίτες ναυτικοί. Ήτανε το κομμάτι με την Αίγυπτο που τουςς έδωσε μία άλλη διάσταση και μία άλλη σχέση με τον κοσμοπολιτισμό και την Ευρώπη τότε. Ο αριθμός των Κασιωτών ναυτικών ήταν πάρα πολύ μεγάλος. Βέβαια το εντυπωσιακό ποιο είναι, ότι ενώ αυτή η γενιά είναι όλοι οι ναυτικοί, τα παιδιά τους, που ήμασταν εμείς δεν γίνανε ναυτικοί. Τους στέλνουν στα γράμματα, στις σπουδές και η δικιά μας η γενιά που είμαστε παιδιά ναυτικών ξανά στέλνουμε πάλι τα παιδιά μας στη θάλασσα, δηλαδή αυτό μου έχει κάνει τρομερή εντύπωση, λόγω της κρίσης βεβαίως. Αλλά ξαναρχίζει πια το επάγγελμα του ναυτικού στην Κάσο να αναβιώνει και να αναβιώνουν και αυτές οι αξίες και νομίζω έτσι για έναν λόγο, που έχει να κάνει με την οικονομική κρίση, ξαναγυρίζουμε σε μία ταυτότητα που είχαμε αρχίσει να την χάνουμε. Η δική μου γενιά δηλαδή οι άνθρωποι 50-60 ίσως και πιο μικρότεροι, δεν έχουμε σχέση με τη θάλασσα. Είμαστε παιδιά ναυτικών, αυτό. Αλλά οι ίδιοι δεν έχουμε σχέση με τη θάλασσα. Πολύ λίγοι από εμάς ξέρουν να οδηγούν μία βάρκα ή να ψαρεύουν. Τα παιδιά μας όμως, δεν λέω τα δικά μου τα παιδιά, εννοώ ας πούμε παιδιά φίλων, ξάδερφων- . Είναι παράδοξο ίσως αυτό το γεγονός, το ότι χάσαμε μία επαφή με το νησί, αλλά και την χάσαμε από επιλογή των δικών μας των γονιών, που πίστευαν, και νομίζω ότι αυτό συνέβη και γενικότερα στην Ελληνική κοινωνία, που πίστευαν ότι η αλλαγή της ταυτότητας μιας κοινωνίας που στηρίζεται στη ναυτιλία της και στη γεωργία της ξαφνικά με την, με αυτό τον εξευρωπαϊσμό και το ότι πρέπει να γίνουμε κάτι άλλο, να ακολουθήσουμε ας πούμε την βιομηχανική εξέλιξη, την εξέλιξη των επιστημών, μας αλλοίωσε, και νομίζω μας οδήγησε στην κρίση, που ζήσαμε. Γιατί χάθηκαν οι πλουτοπαραγωγικοί, οι βασικοί πλουτοπαραγωγικοί πόροι. Ας πούμε το ότι στην Κάσο δεν καλλιεργείται το Άργος, το οποίο είναι μία μεγάλη έκταση, για ένα μικρό νησί. Ο πατέρας μου ας πούμε μου διηγείται ιστορίες όταν ήταν παιδί, ότι το Άργος ήτανε κάμπος που είχε σιτάρια, είχε κριθάρια, είχε καλαμπόκια που αυτός ο μύθος του άγονου νησιού, είναι μύθος. Και όλο αυτό το πράγμα είναι ένα ξερό πράγμα το καλοκαίρι, δηλαδή μου κάνει τρομερή εντύπωση που, εσκεμμένα αν θέλεις από λάθος επιλογές ή επειδή η ζωή τους ήταν πολύ σκληρή στα καράβια και θέλανε τα παιδιά τους να είναι σε ασφάλεια, να μην περάσουν την ταλαιπωρία την δικιά τους. Στην ουσία, σε συνδυασμό βέβαια με τις υπόλοιπες πολιτικές και τις ιστορικές εξελίξεις, οδήγησαν τα πράγματα σε μία άλλη φάση και αρχίζουμε να ξανά επανερχόμαστε λόγω της κρίσης. Τουλάχιστον στο κομμάτι της ναυτιλίας. Μου κάνει ας πούμε τρομερή εντύπωση που έχω ανιψιά ναυτικό. Την Ειρήνη, η οποία μου έλεγε ας πούμε το καλοκαίρι, είναι πιτσιρικάκι είναι η Ειρήνη, είναι μία κοπελίτσα 20 χρόνων, ούτε 20, η οποία μου διηγόταν ας πούμε ταξίδι στον Ατλαντικό ή με, σαν εκπαιδευόμενη ναυτικός, με 30 άνδρες πλήρωμα. Το οποίο το θαύμασα δεν σου κρύβω, το θεωρούσα, και νομίζω κάτι άλλο έρχεται. Είμαστε σε μία άλλη μετάβαση πάλι.
Μόνο και μόνο το ότι είναι κοπέλα-
Το ότι είναι η κοπέλα, σπάει το στερεότυπο ενός επαγγέλματος, που ήταν αδιανόητο έτσι σε άλλες φάσεις. Ακόμα, για να καταλάβεις τι σημαίνει αυτό. Η σχέση ας πούμε των γυναικών Κασιωτών της γενιάς των γονιών μου και των δικών σου και της δικιά σου της γιαγιά ή της μαμάς, ας πούμε με την θάλασσα ήταν πολύ περιορισμένη. Δηλαδή γυναίκες ναυτικών, οι οποίες δεν ήξεραν να κολυμπούν. Η για[01:30:00]γιά μου δεν ήξερε κολύμπι, έχει μεγαλώσει όλη της τη ζωή πάνω σε ένα νησί σε 3 μέτρα απόσταση από την θάλασσα. Δεν ήξερε να κολυμπάει. Θυμάμαι τη μητέρα μου να μαθαίνει κολύμπι μαζί μου. Βάζοντας ας πούμε στο ολόσωμο μαγιό ένα σωσίβιο. Δηλαδή η θάλασσα δεν ήτανε για τις γυναίκες, ούτε για να κολυμπούν. Γιατί βέβαια υπήρχε και το στερεότυπο ότι κατεβαίνουνε, ημίγυμνες, με τα μαγιό, απαγορεύεται. Ή ας πούμε υπήρχε μία οικογένεια που είχε πολλά κορίτσια στη Κάσο, και ένα αγόρι. Δηλαδή αυτός πρέπει να έκανε 7 παιδιά, αυτές ήταν θείες, ξαδέρφες του πατέρα μου, και λοιπά που ήταν οι μόνες που βοηθούσαν τον πατέρα τους, γιατί δεν είχε γιο, να πηγαίνει στο ψάρεμα, να μαζεύουν τα δίχτυα. Και λίγο τις σχολίαζαν κιόλας οι άλλες, ότι είναι παρακατιανές γιατί ξέρουν πως πέφτει το δίχτυ, πως το μαζεύεις, πως το μαντάρεις. Κάτι που σήμερα δεν συμβαίνει, πολλές γυναίκες βοηθούν τους άντρες τους σε αυτά, αλλά θέλω να σου πω ότι για να ενταχθεί η γυναίκα Κασιώτισα στην ταυτότητα της θάλασσας πέρασε καιρός. Θυμάμαι ας πούμε ως παιδί, τα απογεύματα, σε αυτό το κομμάτι της προβλήτας πού είναι τώρα η πλαζ αυτή, κατεβαίναν οι γιαγιάδες με τα κομπινεζόν, μαύριζε ο τόπος με τα μαύρα κομπινεζόν και τα μαντήλια για να μην τις χτυπάει ο ήλιος, για να κολυμπήσουμε, για να τσαλαβουτήσουν για τα αρθριτικά τους, δεν είχαν, δεν έχουν κολυμπήσει. Δεν ξέραν κολύμπι. Καλά τώρα είναι τελείως διαφορετικό το όλο πράγμα, η Κάσος είναι μια άλλη Κάσος. Αλλά παρόλα αυτά διατηρεί μία ζωντανή μνήμη του παρελθόντος. Δηλαδή οι Κασιώτες εκτιμούν τη μνήμη σαν αξία, σαν πολιτιστική αξία. Και αν δεν το κάνουν συνειδητά, αν δεν ξέρουν την αξία της μνήμης, το κάνουν ασυνείδητα με την έννοια ότι, πιστεύω ότι κανένας δεν θα αφήσει να καταστραφεί κάτι. Δηλαδή όλοι πονάμε για το ΑΝΟΚ και προσπαθούμε, όλοι θέλουμε να κάνουμε κάτι για το νησί. Όλοι συγκινούμαστε όταν μιλάμε για αυτό. Ακόμη και αυτοί που δεν έχουμε μεγαλώσει πάνω. Αλλά δεν σου κρύβω ότι δεν θεωρώ ότι δεν έχω μεγαλώσει στην Κάσο-
Είναι πολλά τα βιώματα-
Είναι πολλά ναι. Είναι πολλά, παρά το ότι κάποια, σου λέω ότι ένα διάστημα μεγάλο στη ζωή μου, είχα αρνηθεί να αποδεχτώ αυτή, το κομμάτι της καταπίεσης-
Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελα να σε ρωτήσω, το πως ή το τι σημαίνει για σένα η Κάσος πλέον…
Για μένα η Κάσος πλέον σημαίνει μία τρομερή ρίζα, πολύ μεγάλη, πολύ βαθιά, πολύ έντονη. Ταυτότητα. Χαίρομαι πάρα πολύ που αυτό έχει μεταδοθεί στα παιδιά μου και μάλιστα έχει μεταδοθεί με έναν πιο ωραίο τρόπο από ότι το εισέπραξα εγώ. Εμένα μου επιβλήθηκε με κάποιο τρόπο, νομίζω ότι στα κορίτσια, τα κορίτσια τα δικά μου, οι κόρες μου συνδέθηκαν με πιο πολύ χαρά. Με περισσότερη ελευθερία. Εγώ ας πούμε όταν γύριζα το καλοκαίρι από την Κάσο δεν είχα επαφή με τα παιδιά που έκανα παρέα. Εδώ βλέπω τις παρέες, υπάρχει μια συνέχεια. Για μένα η Κάσος είναι ένα κομμάτι πολιτισμού, προσωπικού και συλλογικού, πολύ σοβαρό, και ειδικά με την παγκόσμια συγκυρία που, την τοπική με όλο αυτό που συμβαίνει με τα πολιτικά, φυσικά ανησυχώ. Και φυσικά σκέφτομαι ότι το να ανήκεις σε μία πατρίδα, που μπορεί κάποιος να την θεωρεί γκρίζα ζώνη, σου δίνει μια πως να το πω, υποχρέωση παραπάνω. Έχεις μια ευθύνη παραπάνω. Είναι ένα νησί που υπάρχει, και υπάρχει ιστορικά από την εποχή του Ομήρου. Από την εποχή του Ομήρου είναι ελληνικό. Είναι ένα νησί που έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο στην ιστορία. Στο Ολοκαύτωμα, πριν το Ολοκαύτωμα, η Κάσος είχε 80 πλοία δικά της. Είναι ένα νησί, το οποίο όταν μπορεί, μπορεί να λειτουργήσει αυτόνομα, και στις φάσεις που λειτουργούσε αυτόνομα, μεγαλουργούσε. Είναι κάτι το οποίο δεν μπορώ να το χωνέψω. Το ότι αυτή τη στιγμή σαν πολίτες, σαν Κασιώτες, δεν μπορούμε να αξιοποιήσουμε τον πλούτο που έχει. Είναι μικρή αλλά έχει πάρα πολύ πλούτο, πολύ όμορφα τοπία, πολύ όμορφες θάλασσες, προϊόντα, τόπους που θα μπορούσαν να είναι επισκέψ[01:35:00]ιμοι, για να κρατήσει τον τόπο, για να κρατήσει τον κόσμο απάνω, να αναπτυχθεί. Νομίζω ότι έχουν γίνει βήματα αλλά είναι μικρά και αργά. Δεν ξέρω δηλαδή αν θα προλάβουμε να την αναπτύξουμε τόσο, ώστε να μην αλλοιωθεί. Μια αλλοίωση θα την υποστεί έτσι και αλλιώς θα την υποστεί, αλλά να είναι τέτοια ώστε να μην αλλοιωθεί η βασική της φυσιογνωμία. Οι μνήμες, η παράδοση, η μουσική, η γλώσσα. Σου λέω ήδη παρατηρώ ότι έχουν χαθεί οι φράσεις που είναι πολύ σημαντικές, γιατί είναι το ιδίωμα, χάνεται το ιδίωμα. Παραμένει ζωντανό στη μαντινάδα. Παραμένει ζωντανό στη μουσική παράδοση αλλά στην προφορικότητα χάνεται. Δηλαδή ο κασιώτης που ζει αυτή τη στιγμή, στην ηλικία μου, πάνω στο νησί δεν μιλάει τα κασιώτικα που μιλούσαν που μίλησε ο πατέρας μου ή η μητέρα μου στην ηλικία τους. Ή που μιλούσε ο παππούς σου και η γιαγιά σου. Και όταν η γλώσσα χάνεται, μαζί της, γιατί η γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός, μαζί της χάνεται και ένα πολιτισμικό στοιχείο, μεγάλο. Και για αυτό βλέπω ότι, όλη αυτή η προσπάθεια που κάνουν διάφοροι άνθρωποι που γράφουν για την Κάσο, που προβάλλουν την Κάσο, σε κάποιους μπορεί να φαίνεται ως εμμονή. Και ίσως και να είναι. Γιατί υπάρχει ένας φόβος από πίσω, αν εμείς δεν διασώσουμε πράγματα, όντως θα χαθεί και θα μείνει μία βραχονησίδα, αυτά.