© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Η επαναστατική κυρία Λία: αετόπουλο, αντάρτισσα και ελληνίδα ηρωίδα

Κωδικός Ιστορίας
27028
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Ευαγγελία Χαύτα (Ε.Χ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
10/01/2024
Ερευνητής/τρια
Ανδρέας Τσιβουράκης (Α.Τ.)
Α.Τ.:

Καλημέρα. Είμαι ο Ανδρέας Τσιβουράκης, ερευνητής από το Isotrima, και η μέρα είναι Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2024. Βρισκόμαστε με την κυρία Λία Χαύτα στο σπίτι της στο Ναύπλιο και είμαστε να ξεκινήσουμε την συζήτησή μας. Λοιπόν, θέλετε να ξεκινήσετε να μου πείτε λίγα περιληπτικά πράγματα για εσάς, μία μικρή εισαγωγή για το ποια είστε;

Ε.Χ.:

Είμαι η Λία η Χαύτα. Είμαι ενενήντα χρόνων και έχω σπουδάσει δύο χρόνια πανεπιστημιακή ιατρική, πανεπιστήμιο, και με διώξανε λόγω κοινωνικών φρονημάτων. Με έδιωξε, λοιπόν, λόγω κοινωνικών φρονημάτων και ήρθα στο Ναύπλιο. Και επειδή έχω πάρει γαλλική φιλολογία, όχι δίπλωμα, είχα γκουβερνάντα μία Γαλλίδα καθηγήτρια και ήρθα εδώ και άρχισα να κάνω μαθήματα γαλλικής σε παιδάκια. Μετά παντρεύτηκα και δημιούργησα οικογένεια.

Στα δώδεκά μου χρόνια ενετάχθην στ’ Αετόπουλα και πήγα στην ελεύθερη Ελλάδα, στο αντάρτικο, μαζί με τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήτανε καπετάνιος του ΕΛΑΣ, Ταγματάρχης. Και πήγαμε, ελεύθερη Ελλάδα θεωρούσαμε από Τροιζήνα, Κρανίδι και αυτά και τέτοια. Έμεινα, μείναμε εκεί πέρα, στο Κρανίδι, μαζί με τους γονείς μου, με τον πατέρα μου, διότι φύγαμε από εδώ, από την πόλη μας, διότι ήρθαν οι γερμανοτσολιάδες. Και οι γερμανοτσολιάδες είχαν αρχίσει τους, καταλαβαίνεις, τις κλοπές, τους φόνους και τέτοια. Το δε μίσος τους ήτανε τέτοιο που μας είχαν βγάλει και τραγούδι, εμένα, γιατί ήτανε ο πατέρας μου καπετάνιος. Ήτανε ο καπετάν Παλαμήδης και είχανε βγάλει τραγούδι:

«Το μάθατε τι έγινε εκεί κατά την Γκούρα,

σκοτώσανε τον αρχηγό της Μαύρης της Μουρμούρας.

Αν το μάθει η Διαμάντω, θε’ να σκάσει σαν κουκί, και η κόρη της η Λία»,

σκεφτείτε δώδεκα χρονών εγώ,

«και η κόρη της η Λία θα πάει να κρεμαστεί».

Και γυρίζανε τις οδούς του Ναυπλίου με τη σημαία μπροστά, ντυμένοι τη γερμανική στολή του Ράλλη, οι Ράλληδες. Μετά, πήγα στο σχολείο, πήγα στο Γυμνάσιο, τότε δεν είχαμε Λύκειο, βγαίναμε ογδόη γυμνασίου. Επήγα στο Γαλλικό Ινστιτούτο, annexe μέχρι το speciale. Μετά, επαντρεύτηκα, εκάναμε τα παιδιά. Ο σύζυγός μου ήτανε φυλακή στην Αίγινα και μετά, όταν πήγε στον στρατό, τον πήγανε στη Μακρόνησο για ανάνηψη.

Α.Τ.:

Λοιπόν, θα ήθελα να μου πείτε, αρχικά, μερικές απ’ τις πρώτες αναμνήσεις που έχετε από τα παιδικά σας χρόνια στο Ναύπλιο, πώς μεγαλώσατε.

Ε.Χ.:

Ναι. Ήτανε γειτονιές στο Ναύπλιον, είχαμε πάρα πολλές επαφές. Επειδή τα στενά του Ναυπλίου είναι μικρά, είχαμε επαφές ακόμη και για φαγητά. Είχαμε δέσει σκοινιά από το ένα μπαλκόνι στο άλλο, βάζαμε το φαγητό ή ό,τι άλλο θέλαμε. Επειδή ήτανε το σπίτι μου τετραώροφο και τ’ άλλα σπίτια τριώροφα, ή διώροφα, τραβάγαμε τα σκοινιά και ερχότανε, ας πούμε, το φαγητό. Μετά, δεν είχαμε οπωροπωλεία και τέτοια, ήτανε σπάνια, για πολύ μικρή μετά, αργότερα, περνάγανε τα γαϊδουράκια ή τα μουλάρια και πουλάγανε, τώρα μελιτζάνες, καταλαβαίνεις, τα οπωρικά.

Μέσα στην παραλία, που είναι τώρα η παραλία, δεν ήταν έτσι. Μεταμορφώθηκε, επεξετάφη το γήινο... Εκεί, λοιπόν, είχανε κάνει οι Ιταλοί τέτοια, αυτά, και εμείς όταν εφύγανε... Όταν ήτανε οι Ιταλοί, ήτανε πάρα πολύ προσκείμενοι σ' εμάς τα παιδιά και μας φωνάζανε και μας δίνανε φρομάτζα, ψωμί, σοκολάτες. Οι Γερμανοί, όμως, μπροστά μας επαίρνανε φαγητό, πατάτες είχανε συνήθως, το πετάγανε μπροστά μας και το πατάγανε. Μετά, λοιπόν, από το, που φύγανε και, εδώ πέρα υπήρχανε καράβια, αν ενδιαφέρει. Υπήρχε ένα καραβάκι στο λιμάνι και δυο καράβια αρόδο. Αυτά που ήτανε αρόδο είχανε μουλάρια και τρόφιμα. Αυτό εδώ πέρα που ήτανε στο λιμάνι, ήτανε Ιταλοί στρατιώτες. Βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς και εβουλιάξανε τα δύο αρόδο, αυτό δεν καταφέρανε να το χτυπήσουνε, και οι Ιταλοί μπήκανε στα σπίτια μας και κρυφτήκανε. Το ένα είχε μουλάρια, πνιγήκανε. Το άλλο, εμείς τώρα οι Ναυπλιώτες, επειδή είχε μέσα άλευρα, κονσέρβες, φασόλια και τέτοια, με βάρκες πήγαμε μέσα στ’ αμπάρια και παίρναμε ό,τι μπορούσαμε, τρόφιμα και τα βγάλαμε έξω, τα οποία ξηλώσαμε τα πατώματα και βάζαμε τις κονσέρβες, για να μη μας τα πάρουν οι Γερμανοί που μας είχαν επιτάξει τα σπίτια μας. Αυτό όσον αφορά μέχρι...

Στις 14 του Σεπτέμβρη, όταν ήτανε να φύγουν οι Γερμανοί, ναρκοθέτησαν ήταν όλο το λιμάνι του Ναυπλίου, από του Καραμανλή, από ‘δώ που μπήκατε, μέχρι τον πράσινο φάρο που θα δείτε. Το ναρκοθέτησαν και ανατίναξαν τις νάρκες. Μας ειδοποίησαν, όμως, οι δικοί μας οι αντιστασιακοί οι οποίοι ήτουσαν πράκτορες, καταλαβαίνεις, κι έφυγε ο κόσμος πάνω προς τα βουνά. Μας ειδοποίησαν να ανοίξουμε τα τζάμια και τις πόρτες και φύγαμε προς τα πάνω και ανατίναξαν το λιμάνι. Μετά, μείναμε εμείς εκεί πέρα στο ιταλογερμανικό και μετά, αφότου ο Ράλλης έντυσε τους Ράλληδες, είχε πλέον αρχίσει η Εθνική Αντίσταση. Ο πατέρας μου έφυγε για το αντάρτικο και όταν έφυγε, επειδή μπαίνανε οι τσολιάδες, έστειλε σύνδεσμο και μας πήρε και φύγαμε κι εμείς για την ελεύθερη Ελλάδα και τότε έγινα Αετόπουλο. Τα Αετόπουλα πετάγαμε κουβέρτες στις ράγες των… Όταν έγιναν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, στα τανκς για να μπορούν οι ερπύστριες να μπερδεύονται. Δηλαδή τ’ Αετόπουλα πήραμε μέρος στη μάχη της Εθνικής Αντίστασης.

Μετά, ήρθανε οι αντάρτες εδώ πέρα, μείνανε οι αντάρτες ως πολιτοφύλακες και ως στρατός μέχρι τα Δεκεμβριανά. Εν τω μεταξύ, γίνεται μία απόβαση στο λιμάνι Μπουραντάδων. Ξέρεις τι είναι οι Μπουραντάδες. Δεν ξέρεις; Οι Μπουραντάδες ήτανε, ο περίφημος Μπουραντάς που επνίγηκε με της μοτοσυκλέτας την... Τέλος πάντων, ο Μπουραντάς είχε μία ομάδα, οι οποίοι ήταν αντίθετοι προς τους αντάρτες κι αυτά και ξεκινήσανε και κάνουνε μια απόβαση στο λιμάνι και συλλαμβάνουνε όλους τους ανθρώπους της γειτονιάς μας που έτυχε να είναι αριστεροί. Και τους κλείσανε σ’ ένα οίκημα εκεί στην παραλία. Ειδοποιούν από εδώ η πολιτοφυλακή, ο Γιαδής με τον Νικολόπουλο και θυμάμαι και τα ονόματα. Ειδοποιούνε τους αντάρτες, οι οποίοι ήδη ευρίσκοντο στο Άργος προς Αθήνα και αρχίζει ο βομβαρδισμός από το Άργος στο Ναύπλιον. Ένας όλμος, λοιπόν, έπεσε στο σπίτι μου και πέταξε όλο τον πρώτο όροφο και εγώ ήμουνα πάνω στο παράθυρο. Κι εκείνη την ώρα μου φώναξε η γιαγιά μου: «Έλα παιδί μου κάτω, δεν ακούς τι γίνεται;» και φεύγω απ’ το παράθυρο. Και μόλις κατέβαινα τα σκαλιά για τον τρίτο όροφο, επέταξε όλη τη στέγη από τον όλμο.

Μετά άρχισε η ζωή, φροντιστήρια, σχολές κι αυτά. Επήγα στην Αθήνα, μας διώξανε λόγω πολιτικών φρονημάτων ο κύριος Ταμπάκης, για εγώ ήμουνα επικίνδυνη, κατάλαβες τώρα. Στα δώδεκά μου χρόνια που ήμουνα Αετόπουλο, ήμουνα επικίνδυνη για την ασφάλεια και για την πατρίδα μου, που εγώ και τα παιδιά που αγωνιστήκαμε για τον εχθρό, για τον ναζισμό, για τον φασισμό, ήμαστε προδότες. Φυλακιστήκαμε και εκτελεστήκαμε. Η Αίγινα έχει φάει πολλά παλικάρια στον Τούρλο. Στον Τούρλο της Αίγινας εξετελέσθησαν πάρα πολλά παλικάρια, διότι εκεί πηγαίνανε τους θανατοποινίτες. Ποιοι ήταν οι θανατοποινίτες; Οι αντάρτες οι οποίοι ήτανε στο αντάρτικο και κάνανε τα εγκλήματα, που τα μάτια, βγάζανε τα μάτια και τα βάζανε στις βαλίτσες, να καταλάβεις.

Μεταξύ των θανατοποινιτών ήτανε και ο άντρας μου, ο οποίος ήτανε με τον Μπελογιάννη στην Κέρκυρα. Και όταν πήρανε τον Μπελογιάννη απ’ την Κέρκυρα, τον άντρα μου τον μετέθεσαν στην Κρήτη, όχι στην Αγιά, στο Καλάμι. Και έρχεται διαταγή να εκτελεστούνε δέκα κρατούμενοι από το Καλάμι. Αλλά ο διευθυντής είχε ακούσει τον Ποπώφ που είπε ότι - έχει γράψει και ποίημα ο Ναζίμ Χικμέτ:

«Και η καρδιά μου στην Ελλάδα πληγώνεται».

Λοιπόν, και ο διευθυντής του Καλαμιού ισχυρίστηκε ότι η φυλακή είναι εν αναβρασμώ και δεν μπορεί να βγάλει κρατουμένους έξω, αλλά απαγορευόταν άμα τη ανατολή του ηλίου να γίνονταν εκτελέσεις. Πιάνει, λοιπόν, οι ηλιαχτίδες, δεν μπορούνε να τους πάρουνε, επροφτάσανε, όμως, και βγάλανε ένα τμήμα αυτών και προ της εκτελέσεως, που ήταν και ο άντρας μου για να εκτελεστεί, ο εισαγγελέας στέλνει διαταγή. Σταματάνε οι εκτελέσεις με το βέτο του Ποπώφ. Τότε γνωριστήκαμε με τον άντρα μου και άρχισε η ζωή η έγγαμη.

Όσο είμαστε όμως παιδιά, κάναμε ομάδες και κάναμε πόλεμο. Πόλεμο o Άγιος Νικόλας με τον Άι Γιώργη, πόλεμο η Παναγία με τον Άγιο Σπυρίδωνα. Είχαμε καλάμια, τα βάζαμε για άλογα και πηγαίναμε. Εγώ ήμουνα νοσοκόμα με τον τέτοιο, με τον κόκκινο σταυρό και αυτά. Και είχαμε αμπάρια, αμπρί. Ποια; Αυτά τα οποία είχανε κάνει οι Ιταλοί τα προφυλακτικά καταφύγια, πηγαίναμε μέσα και μαγειρεύαμε, σε κονσερβοκούτια βάζαμε μακαρόνια με νερό, πώς δεν είχαμε πάθει και τίποτα. Ανάβαμε φωτιές, κάναμε συσσίτια και μετά ξεκινάγαμε για τον πόλεμο με πέτρες, με αυτά, μ' εκείνα. Περισσότερο ήτανε η εχθρότητα, ας πούμε, του Ναυπλίου, μέχρι την πυροσβεστική είναι Ναύπλιον, μέχρι τον Άι Γιάννη. Στην πυροσβεστική από πάνω είναι η έπαυλη του Καποδίστρια, μέχρι εκεί είναι Ναύπλιον. Από 'κεί κι έπειτα ήτανε ένα προάστιο, η Πρόνοια. Οι πιο σκληρές μάχες γινόντανε μεταξύ Ναυπλίου και Προνοίας. Αυτά ήταν τα παιδικά μας χρόνια.

Σαν τα παιδιά ήμαστε σκανταλιάρικα. Κάναμε αποχές στο σχολείο, δεν μπαίναμε μέσα στο σχολείο, κάναμε αποχές, είχαμε αιτήματα. Δηλαδή ειδικά το σχολείο μας εδώ και προπαντός η τάξη μας και οι πιο μεγάλες τάξεις, δεν ήτανε παιδιά, ξέρεις, ήτανε παιδιά με απαιτήσεις, με αιτήματα: «Θέλουμε τις ώρες, θέλουμε καθηγητές, θέλουμε οι τουαλέτες να είναι καθαρές». Θέλαμε χωριστές τουαλέτες, γυναικείες και ανδρικές, οπότε μέσα στο προαύλιο υπήρχε ένα ειδικό κτήριο, αριστερά από την τάξη μας, και είχαμε τουαλέτες καθαρές. Κάθε πρωί έβγαινε ο γυμνασιάρχης και φώναζε για την προσευχή. Κάναμε την προσευχή μας, αφού είχε γίνει ο αγιασμός άμα τη ενάρξει του έτους, κάναμε την προσευχή το πρωί, ανάλογα με την εποχή. Εάν ήτανε Λαμπρή, λέγαμε «Χριστός Ανέστη», εάν ήτανε Χριστούγεννα το «Πάτερ ημών», ή ξέρω 'γώ, τέτοια και μετά μπαίναμε στις τάξεις μας, σε τμήματα. Διότι είμαστε αρκετά παιδιά και τα τμήματα ήτανε απ’ το Α μέχρι το Μ, ας πούμε, και από το Μ μέχρι το Ψ, με το Σ που ήμουνα εγώ, Σεληνιωτάκη, έχω Κρητικό όνομα. Και όταν τελειώσαμε, πετάγαμε, τώρα δεν ξέρω κι εσείς τι κάνατε, τα τετράδια στο πάρκο, πετάγαμε τα μελανοδοχεία. Κάναμε στο πάρκο μπροστά στο δικαστήριο και μετά κάναμε το κάθε παιδί, της τάξης μου μιλάω, κάναμε ένα πάρτι, συνάθροιση. Ας πούμε, ο Αντρέας έκανε στο δικό του σπίτι και μαζευότανε η τάξη όλη, να είχανε οι γονείς μας κρύο πιάτο, κοτοπουλάκια, ό,τι μπορούσε ο καθένας, ανάλογα με την οικονομική του κατάσταση. Χορεύαμε, πίναμε. Εμένα, λοιπόν, είχανε λουλούδια στο σπίτι μου. Εν τω μεταξύ η μητέρα μου είχε απαγορεύσει τα ποτά και τέτοια σ’ αυτή την ηλικία. Ήταν όμως τότε που είχανε πρωτοβγεί κόκα κόλες και πηγαίνανε και μου ρίχνανε τις κόκα κόλες μέσα στις γλάστρες και είχανε κρυμμένα κονιάκ, ξέρεις, κάτι τέτοια εκείνα και τάχα μου βάζανε στις κόκα κόλες και πίνανε. Αλλά τόσο όσο, όχι ότι μεθάγανε τα παιδιά, γιατί δεκαοχτάρικα ήμαστε. Μετά ξεκινήσανε τα παιδιά τις σπουδές τους, όπως κι εσύ, γιατί είχε και μεγάλη επιτυχία η τάξη μας, σχεδόν τ’ ογδόντα τοις εκατό επιστήμονες, αξιωματικοί του στρατού, δικηγόροι, γιατροί και όποιοι άλλοι υπάρχουνε τώρα, κι άλλοι δεν υπάρχουνε. Εγώ θα γίνω κόρακας και θα φωνάζω «κρα - κρα», θα πάω στα εκατό τόσα.

Α.Τ.:

Εγώ ήθελα να σας ρωτήσω, έμαθα ότι μεγαλώσατε σε μία εύπορη οικογένεια.

Ε.Χ.:

Ναι.

Α.Τ.:

Και θα ήθελα να σας ρωτήσω τι θυμάστε από τους γονείς σας, ποιες είναι οι παιδικές αναμνήσεις σας από αυτούς. Πείτε μου μία εικόνα.

Ε.Χ.:

Ναι, ναι. Η μητέρα μου ήτανε μοναχοκόρη και είχε πόσα αδέρφια; Τάκης, Χρήστος, Σωτήρος, Αντώνης. Τέσσερις; Με τη μητέρα μου πέντε. Χρήστος, Τάκης, Αντώνης, Σωτήρης. Τον είπα τον Αντώνη, τέσσερις, πέντε. Ήτανε μοναχοκόρη. Όντως ήτανε εύπορη και πλούσια οικογένεια. Το σπίτι μας ήταν τετραώροφο. Η μάνα μου παρήγγειλνε από το Παρίσι τα καπελάκια και το ένα και το άλλο από μία καπελού εδώ, η οποία τα έφερνε, Φιλοθέη τη λέγανε. Κι είχαμε ένα, τώρα όχι ότι ήτανε και ρεστοράν, τύπου ταβέρνα ρεστοράν. Εκεί, λοιπόν, είχαμε πάρα πολλή δουλειά, γιατί το λιμάνι, όλες οι εισαγωγές και οι εξαγωγές γινότανε μέσω σιδηροδρόμων. Δεν υπήρχανε αυτοκίνητα και φορτηγά και είναι οι γραμμές, αν προσέξατε, μπροστά από ένα φαρμακείο, υπάρχουν ακόμα οι γραμμές. Και ήτανε η πόστα, κάνανε και παραπήγματα και υπήρχε πάρα πολλή δουλειά. Εν τω μεταξύ γινότανε και εισαγωγή με ξυλεία από έξω και από εδώ βγάζανε ντομάτα, πελτέ, ο «Κύκνος», και τέτοια. Τότε δουλεύανε πάρα πολλά παιδιά, φοιτητές και μαθητές, μέσα στα εργοστάσια του «Κύκνου» και του «Πελαργού». Υπήρχανε τρία εργοστάσια τοματοπελτέ και κονσέρβας και τέτοια. Μετά, γίνανε και χυμού.

Τα παιδιά, παιδιά. Βόλτα μέχρι τις 19:00 η ώρα, απαγορευότανε μετά, από το σχολείο. Φοράμε ποδιές με άσπρα κεντητά γιακαδάκια και μας μετράνε από το έδαφος με το υποδεκάμετρο τις φούστες, πόσο πρέπει να είναι οι φούστες. Οι καθηγητές μας δεν ήτανε καθηγητές τέτοιοι. Ήτανε καθηγητές με Κ κεφαλαίο, αυστηροί. Μάθαμε γράμματα. Εγώ, τώρα, όποια λέξη θέλεις θα σου την κλίνω λατινικά και θα σου πω και όλα τα ρήματα λατινικά. Από το amo, amas, amat. Amabam. Amaverim. Amavi, τα πάντα, γιατί μαθαίναμε γράμματα. Τώρα δε μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα. Ο Κολοκοτρώνης, φερ' ειπείν, ήτανε, τι είπε μωρέ εκείνος; Ήτανε αρχηγός το 1940. Κολοκοτρώνης, καταλαβαίνεις δηλαδή. Ή να μιλάς στο παιδί και να του λες: «Τι είναι ο χρωστήρ;». «Τι είναι αυτό;». Τι είναι ο χρωστήρ, το πινέλο. Ή τι είναι, λέξεις, εγώ του γιου μου κιόλας, όχι. Του έλεγα λέξεις. Σκέψου ότι μας βάλανε διαγώνισμα «Αρωγή και ευδοκίμηση» και δεν έγραψε κανένας έκθεση. Τόσο μορφωνόντουσαν μετά τα παιδιά. Εννοώ τα παιδιά της γενιάς της δικιάς σας, της μετά. Τώρα μπορείς να με ρωτήσεις και κάτι άλλο σαν θεματολογία.

Α.Τ.:

Έχω να σας ρωτήσω πάρα πολλά πράγματα. Αρχικά μου είπατε ότι σπουδάσατε δύο χρόνια ιατρική στο Πανεπιστήμιο.

Ε.Χ.:

Ναι, και…

Α.Τ.:

Μου ‘πατε και για το πιάνο και για τα γαλλικά. Θα ήθελα να μου πείτε λίγο για τις πνευματικές σας ανησυχίες ως παιδί και έφηβη, γιατί σπουδάσατε ιατρική. Μιλήστε μου λίγο γι’ αυτό.

Ε.Χ.:

Ναι, στο πιάνο με πήγε ο πατέρας μου ένα χρόνο πριν κηρυχτεί ο πόλεμος. Πήγα πιάνο, έφτασα μέχρι το [Δ.Α.]. Μετά φύγαμε για το αντάρτικο, σταμάτησε. Όταν γυρίσαμε από τ’ αντάρτικα, συνέχισα εγώ το πιάνο στη δασκάλα μας, αλλά έπαθαν μηνιγγίτιδα κάποιος εκεί πέρα και αποκλείσανε το σχολείο και τέτοια. Οπότε, εν τω μεταξύ, άρχισα κι εγώ πλέον να μεγαλώνω κι έπρεπε να πάω για σπουδές. Και στην Annexe, αφότου είχα καθηγήτρια, είχα γκουβερνάντα τη μαντάμ Μαργκερίτ, μετά έδωσα εξετάσεις στη Γαλλική Ακαδημία. Στη Γαλλική Ακαδημία είχαμε διευθυντή τον Μεσιέ Ρισελιέ και εγώ είχα προσωπικά τον Σερ, τον Ρουλάν, ήταν ο καθηγητής μου. Πριν όμως δώσω στην Γαλλική Ακαδημία, επέρασα από την Annexe εδώ πέρα και είχα καθηγητές τη Μαντάμ Φλορέτ. Όταν έδωσα εδώ πέρα εξετάσεις, γιατί δώσαμε εξετάσεις για να μπούμε, μπήκα στο cours trois, moyenne trois, γιατί ήδη ήξερα τη γλώσσα. Δεν ήξερα όμως να γράφω και να διαβάζω. Δηλαδή le sang, το αίμα, το ήξερα ότι είναι το αίμα, αλλά για να το γράψω, s - a - n - g, δεν το ‘ξερα, γιατί μου μίλαγε προφορικά, γιατί ήμουνα παιδάκι πέντε - έξι χρονών. Τι να με μάθαινε γράμματα; Αν και η κόρη μου τέσσερα χρονών πήγε αγγλικά. Στο πανεπιστήμιο τα πήγα καλά, αλλά με κάλεσε, πώς τον λέγανε τον διευθυντή; Αρσενάκης; Δεν θυμάμαι. Και μου λέει: «Εθελουσία έξοδο». Τι εθελουσία έξοδο, θέλαμε εμείς εθελουσία έξοδο από το πανεπιστήμιο; Απλώς λόγω κοινωνικών φρονημάτων. Αλλά επειδή η θεία μου ήτανε προϊσταμένη και ήτανε και γραφέας μέσα στο πανεπιστήμιο, μου λέει: «Κορίτσι μου, είναι... Ο Ταμπάκης έστειλε φάκελο ότι λόγω κοινωνικών φρονημάτων…» και με διώξανε. Και αφού με διώξανε, άρχισα να παραδίδω γαλλικά που ήδη, πλέον, από τη Γαλλική Ακαδημία είχα πάρει το Baccalaureate.

Α.Τ.:

Πώς νιώσατε, όταν μάθατε ότι δεν είχατε επιλογή από το να παραιτηθείτε από το πανεπιστήμιο και να φύγετε;

Ε.Χ.:

Τώρα καταλαβαίνεις, ένα παιδί, όταν του γκρεμίζουνε τα όνειρα… Γιατί εγώ από μικρή είχα όνειρο ότι θέλω να κάνω, να γίνω γιατρός, αλλά να μην παίρνω λεφτά και ήθελα να γίνω παιδίατρος. Και δεν ήθελα να παίρνω λεφτά εσκεφτόμουνα, γιατί θα ήθελα πάντα να επισκέπτομαι φτωχές οικογένειες. Ήτανε τώρα όνειρα, ξέρεις, μικρού παιδιού. Μετά απογοητεύτηκα η αλήθεια, πάρα πολύ, και μισούσα καθετί το κατεστημένο. Το μισούσα και το μισώ. Μου γκρεμίσανε τα όνειρα, τις προσδοκίες μου, τα όνειρά μου.

Α.Τ.:

Να επιστρέψω λιγάκι σε κάτι πιο, σε κάτι διαφορετικό. Μου είπατε ότι η καταγωγή σας είναι απ’ την Κρήτη και ότι και οι δύο γονείς σας ήταν από εκεί. Μιλήστε μου λίγο για το πού...

Ε.Χ.:

Για το;

Α.Τ.:

Για την Κρήτη, για την καταγωγή σας, για τις αναμνήσεις σας από 'κεί.

Ε.Χ.:

Ναι, εγώ είμαι Ναυπλιωτοπούλα, γεννήθηκα στο Ναύπλιον. Τ’ αδέρφια της μητέρας μου έχουν γεννηθεί στην Κρήτη. Η μητέρα μου είχε γεννηθεί στο Ναύπλιον. Ο πατέρας μου είναι Κρητικός και τα αδέρφια του υπάρχουνε στην Κρήτη. Όταν ήρθαμε, λοιπόν, εδώ στο Ναύπλιον, ήρθανε πάρα πολλοί Κρήτες, οι οποίοι απεβιβάσθησαν στο Τολό και γι’ αυτό όλο το Τολό είναι Κρήτες και υπάρχει και εδώ μία γειτονιά πάνω από της Αντωνίας το σπίτι, τα οποία ονομάζονται κρητικά. Εκεί είμαστε όλοι συγγενείς. Αν δεν απατώμαι, ήταν το 1866, αν δεν απατώμαι, τότε που έγινε η μάχη του Θερίσου. Τότε φύγανε με βάρκες, με πλοία, με τέτοια. Τώρα, συγκεχυμένα αυτά, ό,τι είχα ακούσει από τον πατέρα μου παιδί, γιατί δεν τον πρόφτασα τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου έφυγε το ‘41 που εγώ ήμουνα οκτώ χρονών τώρα, καταλαβαίνεις. Αλλά ό,τι σταχυολογώ απ’ ό,τι μου λέγανε. Εκεί έχουμε ακόμα τους συγγενείς μου. Τ’ αδέρφια του πατέρα μου έχουνε πεθάνει βέβαια, αλλά είναι τα πρώτα μου ξαδέρφια κι έχουμε και περιουσία, ελιές και οικόπεδο, τα οποία τα έχω γράψει στον γιο μου για να διατηρήσουμε τις ρίζες μας. Όχι ότι παίρνουμε λάδι και τέτοια, τα ‘χουμε δώσει μισακά, αλλά επειδή θέλουμε να διατηρήσουμε τις ρίζες μας, διατηρούμε την περιουσία μας.

Α.Τ.:

Υπήρχαν κάποια κρητικά στοιχεία ή παραδόσεις που διατήρησαν οι γονείς σας όσο ήσασταν μικρή και θυμάστε;

Ε.Χ.:

Παραδόσεις κρητικές - κρητικές, όχι. Παραδόσεις θυμάμαι από την Κρήτη. Ας πούμε, ήτανε πάρα πολλά, γινόταν ένας γάμος. Στον γάμο αυτόν έπρεπε την επομένη του γάμου να βγει ο γαμπρός να δείξει την παρθενιά. Πετάγανε, λοιπόν, ένα άσπρο, ο γαμπρός, ένα άσπρο σεντόνι στο μπαλκόνι και χτύπαγαν οι μπαλωθιές από κάτω ότι τη βρήκε τίμια. Άμα όμως δεν την έβρισκε τίμια, της βάζανε ό,τι είχε πάρει μαζί της για προίκα σ’ ένα μουλάρι, χτυπάγανε μια μπαλωθιά, τρόμαζε το τομάρι, το μουλάρι και φεύγανε από εκεί. Οι γάμοι μας γινόντουσαν με βιολιά. Ξεκίναγες από το σπίτι να πας στην εκκλησία με τους λυράρηδες. Μέσα, τώρα, στον περίβολο που γινόντουσαν, βράζανε καζάνια για το γαμοπίλαφο. Κάνουμε το γαμοπίλαφο και χτυπάγανε οι μπαλωθιές. Μετά, μια ωραία περίοδος της Κρήτης είναι όταν πιάνουμε την τσικουδιά, που κάνουνε το καζάνι, τα καζάνια ή το που πατάγαμε τα σταφύλια. Αυτά, όμως, εγώ ως καλοκαιρινή επισκέπτρια της πατρίδας μου τα θυμάμαι, σταχυολογικά δηλαδή. Άλλα έθιμα, έχουμε πολλά έθιμα, να δημιουργούνται παρέες, αυτά. Φτιάχναμε αυτά τα πήλινα, είναι, υπήρχε ένας τροχός κι έβαζε τον πηλό απάνω και με το πόδι ο πηλουργός έπλαθε αγγεία, διάφορα. Ήτανε κι αυτό, έτσι, ένα έθιμο του χωριού μου, το οποίο ήτανε ειδικό, έτσι, για τα πήλινα. Και ζωγραφιζόντουσαν και τότε μαζευόμασταν όλα τα πιτσιρίκια εκεί πέρα και χειροκροτούσαμε τον Θεοχάρη, έτσι τον ελέγανε αυτόν που ζωγράφιζε και αυτός που έφτιαχνε τα πηλά ήταν ο μπάρμπα Αντώνης. Στο χωριό αυτά κάναμε εκεί πέρα. Τώρα σε άλλα χωριά υπήρχανε κι’ άλλα έθιμα που εγώ δεν τα ξέρω. Έχω επισκεφθεί την Κρήτη από τα Φάρσαλα μέχρι τον Ίτανο, όλα. Και που είναι η τελευταία άκρη της Ελλάδος ο Ίτανος, έχουμε πάει και στο, Νεκροχώρι το λέμε. Τότε, παλιά υποτίθεται κι εκεί περνάγανε, όπως στον Αχέροντα κι αυτά, ότι πήγαιναν ταξίδι στον Άδη και τη λένε Νεκρόπολη.

Α.Τ.:

Θα ήθελα, επίσης, να σας ρωτήσω, δεν το ρώτησα πριν, για τη γκουβερνάντα σας από τη Γαλλία.

Ε.Χ.:

Ναι, ήτανε η μαντάμ Μαργκερίτ. Αυτοί είχανε έρθει τότε με τον διωγμό, τον πρώτο διωγμό της Σμύρνης και τέτοια. Όταν ήρθε, λοιπόν, εδώ πέρα, βρήκε έναν κύριο ο οποίος ήτανε ελαιοχρωματιστής. Αυτός ο ελαιοχρωματιστής επήγαινε στο μαγαζί, στο ρεστοράν, στην ταβέρνα - ρεστοράν και πίνανε παρεΐτσες. Κάποια στιγμή είπε του παππού μου ότι: «Μωρέ, είναι καμιά γυναίκα που να χρειάζονται να, αυτά», για δουλειές, γιατί είχαμε γυναίκες οι οποίες υπηρετούσανε. Άλλη έπλενε, άλλη, γιατί ήτανε μεγάλη οικογένεια. Ο πατέρας μου, τ’ αδέρφια της, ο παππούς, η γιαγιά. Ήμαστε μεγάλη οικογένεια και είχαμε γυναίκες. Και του λέει: «Θέλουμε μία», λέει. «Δεν είναι όμως για παραδουλεύτρα. Μιλάει γαλλικά», λέει, «και μπορεί να διδάσκει γαλλικά». «Τότε», του λέει, «έχω την εγγόνα μου, έχω την εγγονή μου» και να την πάρουμε στο σπίτι τη μαντάμ Μαργκερίτ, η οποία έφευγε τη νύχτα, μόνο την ημέρα ήτανε και μου μιλούσε μόνο γαλλικά. Δεν μου μιλούσε ποτέ ελληνικά. Όταν, όμως, πλέον έφτασα να πηγαίνω στο γυμνάσιο, ή έκτη δημοτικού ή γυμνάσιο, έπρεπε να κάνω φροντιστήριο. Κι έκανα φροντιστήριο σε μία καθηγήτρια Γαλλίδα, τη Μαντάμ Ηλιοπούλου, λεγότανε, Μαντάμ Κατρίν. Και έτσι έδωσα μετά στη Γαλλική Ακαδημία. Αφού πρώτα το σπίτι ήτανε πού είναι το άγαλμα του Νανάκου του Καρούζου;

Ο Νανάκος ο Καρούζος, αν έχεις υπόψη σου, ήτανε ποιητής από το Ναύπλιο. Ο Τερζάκης, ο Νανάκος ο Καρούζος, η Νάντια Κωνσταντού.

Και μετά έδωσα και μπήκα στο cours moyenne trois. Δεν μπήκα από την αρχή, préparatoire και τέτοια, γιατί ήδη τη γλώσσα την ήξερα προφορικά. Αλλά αυτή δεν με δίδασκε γαλλικά, γιατί ήμουνα μικρό, δεν με δίδασκε τα γράμματα. Τα γράμματα ξεκίνησα από εκεί, μια πάρα πολύ, η οποία, να σκεφτείς ότι ξέρω όλο τον εθνικό ύμνο Γαλλικά, "Amour sacré de la Patrie, le jour de gloire est arrivé", τον ξέρω όλο. Ξέρω τη λίμνη του Λαμαρτίνου γαλλικά, "Le lac" "ainsi, toujours poussés vers de nouveaux rivages". Ξέρω του Πωλ Βερλαίν το "La tristesse", "il pleure dans mon cœur". Αυτά. Λατρεύω τη λογοτεχνία τη γαλλική και τη ρωσική.

Α.Τ.:

Μιλήστε μου γι’ αυτό.

Ε.Χ.:

Ναι, ναι, έχω, τουλάχιστον τη γαλλική, επειδή είναι λιγάκι βαρύς ο, η ρωσική λογοτεχνία, η γαλλική είναι πιο elegant και μου άρεσε. Έχω διαβάσει Dumas, την «Υπόθεση Ντρέιφους», το «Κατηγορώ» του Ζολά, τη Λαμαρτίν, πολλά, του Στεντάλ, το "La Rouge et Le Noir", πολλά. Έχω τόσα πολλά διαβάσει λογοτεχνία, Steinbeck, Renart, [Δ.Α.], το «Κοινωνικό συμβόλαιο». Τώρα από βιβλία έχω πλήρη λογοτεχνία κι έχω και μεγάλη βιβλιοθήκη.

Α.Τ.:

Γνωρίζω ότι το βιβλίο δεν έλειπε ποτέ απ’ το σπίτι σας. Θα ήθελα να μου πείτε λίγο για την αγάπη σας για το βιβλίο, τι συμβολίζει για εσάς, τα πάντα.

Ε.Χ.:

Το κακό ήταν ότι γινόμουνα κάθε φορά η ηρωίδα του βιβλίου. Έχω διαβάσει Pearl Buck. έχω διαβάσει το "Jane Eyre" της Μπροντέ. Έχω διαβάσει πάρα πολλά βιβλία, πάρα πολλά βιβλία και έχω και μια πλήρη ιατρική εγκυκλοπαίδεια, την έχω εδώ μπροστά μου. Έχω διαβάσει Λουντέμη και έχω όλα τα βιβλία του Λουντέμη, εδώ μπροστά, έχω τους φακέλους Mondadori, τώρα τους έχω κι εδώ μπροστά στη βιβλιοθήκη μου. Εκεί είναι η βιβλιοθήκη, γεμάτη όλη. Κάθε φορά γινόμουνα με την ηρωίδα κι εγώ, ανάλογα με τα αισθήματα που μου προκαλούσε. Ή νευρίαζα πολλές φορές που κάνανε αντιγραφές και μιλάγανε με τη γλώσσα την πολύ δημοτική. Ας πούμε την Pearl Buck, που έχω διαβάσει τη «Μάνα», δεν μπορούσα να αισθανθώ αυτό που ήθελε να αποδώσει η Pearl Buck, γιατί απέδιδαν με τον δικό τους τρόπο και με τη δική τους γλώσσα. Αυτά δεν τα μπορούσα. Ήθελα πάντοτε να παίρνω πρότυπα και όλα όσα έχω είναι πρότυπα. Τα δε περισσότερα τα έχουν απάνω κιβώτια, η Λία. Τα έχετε απάνω κιβώτια λέω τη λογοτεχνία. Γεμάτο. Κι εδώ είναι η βιβλιοθήκη μου, από κάτω τα ντουλάπια και τα πάνω. Σου αρέσει ο Λουντέμης; Έχεις διαβάσει;

Α.Τ.:

Δεν έχω διαβάσει.

Ε.Χ.:

Δεν έχεις το «Κονσέρτο για τα πολυβόλα» ακούσει, «Οδός Αβύσσου, αριθμός τέσσερα». Να τα διαβάζεις, παλικάρι μου. Να τα διαβάσεις.

Α.Τ.:

Ήθελα να σας ρωτήσω τι είδους ηρωίδες σας άρεσαν πιο πολύ. Προς τα πού, τι χαρακτήρες προσεγγίζατε;

Ε.Χ.:

Τις άτακτες και δραστήριες. Δεν ήμουνα ρομαντική. Μου αρέσαν οι γυναίκες με τσαγανό. Θυμάμαι είχα διαβάσει τη «Λαίδη Τσάτερλυ», αν το έχεις ακούσει ποτέ, και είχα μία απέχθεια για τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε στον οικογενειακό κύκλο της και η Λαίδη Τσάτερλυ μού είναι αντιπαθητικότατη, δεν θέλω να το ξαναπιάσω. Έχω διαβάσει το ημερολόγιο της Φρανσουάζ Σαγκάν και από λογοτεχνία ό,τι θέλεις να με ρωτήσεις, παρούσα.

Α.Τ.:

Το αγαπημένο σας βιβλίο;

Ε.Χ.:

Ο Λουντέμης, όλα τα βιβλία του Λουντέμη. Μετά, ιστορικά, τα απομνημονεύματα του Ζούκοφ. Και Παπαρρηγόπουλο.

Α.Τ.:

Θα ήθελα να επιστρέψω λίγο. Μου είπατε ότι την ημέρα που ξεκίνησε ο πόλεμος πηγαίνατε στο πιάνο.

Ε.Χ.:

Ναι.

Α.Τ.:

Μιλήστε μου για εκείνη την ημέρα. Τι θυμάστε;

Ε.Χ.:

Θυμάμαι ότι εχτύπησαν οι σειρήνες αργά, γιατί είχε χαλάσει η σειρήνα και χτύπησε περίπου γύρω στις 10:00 η ώρα. Και πήγαινα για πιάνο, ήτανε το σπίτι μου στην παραλία κι εγώ επήγα στο Βουλευτικό, έπρεπε να πάω στο ωδείο. Φυσικά δεν πήγαμε, με το χτυπώντας τις σειρήνες, τρέξαμε για τα καταφύγια, δεξιά - αριστερά σε καταφύγια. Μετά, όμως, μας κλείσαν τα σχολεία και κάναμε μάθημα σ’ εκκλησίες. Στην πλατεία, λοιπόν, του Συντάγματος, που υπάρχει τώρα, είχανε κάνει χαρακώματα και μόλις χτυπάγανε οι σειρήνες από το σχολείο και ήταν να σχολάσουμε ή ξέρω 'γώ, τρέχαμε και πέφταμε μέσα στα χαρακώματα της πλατείας. Και είχα εδώ πέρα μελανιά σε όλο μου το πόδι, έπεσα έτσι. Και τ’ άλλα παιδιά δηλαδή άλλοτε χτυπάγανε. Είχε όλη σκαφτεί η πλατεία με χαρακώματα. Εκεί πηγαίναμε στο καταφύγιο, στις ντάπιες. Υπήρχανε εδώ οι ντάπιες, εκεί που είναι τα νερά, δεν ξέρω, πού είναι η πύλη της ξηράς, αν πήγατε για να σου την δείξει. Εκείνα είναι ντάπιες και κρυβόμαστε εκεί πέρα. Ή στου Παλαμηδίου τις ντάπιες, αυτές που είναι παράπλευρα στα σκαλιά, όπου προφτέναμε.

Α.Τ.:

Μέχρι να καταταχθείτε στ’ Αετόπουλα και να μπείτε στον ανταρτοπόλεμο και να πάτε στα βουνά, πώς επιβιώνατε στο Ναύπλιο; Πού ζούσατε;

Ε.Χ.:

Αυτό, στο σπίτι μας με τους γονείς μου, με τ’ αδέρφια της μητέρας μου, με τους υπηρέτες που είχανε στα μαγαζιά. Εζούσαμε εκεί πέρα και εσκοτώσανε έναν Πολωνό. Σκοτώσανε έναν Πολωνό στην Τίρυνθα και άρχισαν, λοιπόν, να κάνουνε μπλόκα και συλλήψεις. Αφού ακούσαμε ότι κάνουνε μπλόκα και συλλήψεις, ο πατέρας μου, γιατί χτυπήσανε το σπίτι μου λόγω ότι ξέρανε ότι ο πατέρας μου ήταν αριστερός. Χτύπησαν το σπίτι μου, αλλά ο πατέρας μου από ταράτσα σε ταράτσα σε ταράτσα έφυγε. Εμείς τον χάσαμε τον πατέρα μου και δεν ξέραμε πια πού είναι. Έψαχνε η μάνα μου στα χωριά, όπου ήξερε γνωστούς μας. Στο Αβδήμπεη, στο Ανυφί, στου Πασά, με τα πόδια πήγαινε η μητέρα μου για να βρει πού είναι ο πατέρας μου. Οπότε ο πατέρας μου ήτανε στην Γκούρα. Ήτανε στην Γκούρα που ορκίστηκε ο ΕΛΑΣ. Και μας ειδοποιούνε με σύνδεσμο ότι: «Έλα στο Κατσίγκρι, στον Άγιο Ανδριανό, σε θέλει ο κύριος Κούτρας». Και πήγαμε εμείς και ήταν ο πατέρας μου και τον γνωρίσαμε σαν αντάρτη πια τον πατέρα μας. Λία, φέρε τον παππού που είναι στο άλογο. 

Α.Τ.:

Ξαναπείτε μου, μου λέγατε όταν μπήκε ο ΕΛΑΣ.

Ε.Χ.:

Όταν μπήκε ο ΕΛΑΣ, έπρεπε να τον υποδεχτούμε. Από την οργάνωση, λοιπόν, εδώ πέρα που υπήρχε, βάλανε εμένα να τον υποδεχτώ. Ήμουνα παιδί, μου δώσανε μια ανθοδέσμη και μου δώσανε ένα ποίημα να του πω:

«Εγώ είμαι η ορφανή, κόρη του Παλαμίδα. Σκοτώθηκε ο άντρας μου από χέρια προδοτικά και όχι από χειροβομβίδα»

Και δεν το θυμάμαι το παρακάτω. Με ανέβασε ο συνταγματάρχης ο Σεφερλής επάνω στο άλογό του και μπήκα κι εγώ μαζί με το αντάρτικο μέσα στο Ναύπλιον. Η δε μητέρα μου ως χήρα του Ταγματάρχη, ο Δήμαρχος Ναυπλιέων, που ήταν ο Μιχαήλ ο Λάμπρου, εκεί που είναι η Εθνική Τράπεζα, την είχαν απάνω στην Εθνική Τράπεζα με τους επισήμους. Όταν, λοιπόν, ήτανε αυτοί που διοικήσανε την Ελλάδα μετά και τη σώσανε, επειδή η μητέρα μου ήτανε στο αντάρτικο πήγανε να την απαγχονίσουνε στην πλατεία. Ο αδερφός της και ο πατέρας της ήτανε άνθρωποι… Αυτός λεγότανε Ρομποτής, Μουστακόπουλος, ήτανε στην Γκεστάπο οι Γερμανοτσολιάδες. Ρομποτής, Μουστακόπουλος και, του Μπέλια, ρε Γκέλη. Θα τον θυμηθώ. Θέλανε να την κρεμάσουνε στην παραλία και πήγε ο αδερφός της μάνας μου στον επίσκοπο, τον Αγαθόνικο, διότι, γιατί ήτανε θρησκευόμενοι και όλη την εκκλησία την κρατάγανε οι δικοί μου, τα αδέρφια της μάνας μου και ο πατέρας του. Και πήγε στον Αγαθόνικο και, θυμάμαι, μας είχανε στην πλατεία βάλει υποχρεωτικά, ερχότανε με τα ράσα, δεν υπήρχανε τότε αυτοκίνητα. Ερχότανε με τα ράσα ο Αγαθόνικος και τα ράσα του… Και πάει και πιάνει τον Ρομποτή και του λέει: «Ρε, τη Διαμάντω; Ρε, τη Διαμάντω; Ένα ψωμί έχετε φάει με τη Διαμάντω και πας να σκοτώσεις τη Διαμάντω;». Και αρχίζει να φωνάζει ο κόσμος. Και πάνε και την πηγαίνουνε στα μπουντρούμια που είναι κάτω απ’ το Βουλευτικό. Εκεί εσκοτώσανε δύο πολιτικούς μηχανικούς, τους Ζαρογιανναίους και τη βάλανε σε αυτό το κελί. Εκεί ήτανε γκαρσόνι σ’ ένα εστιατόριο, στο «Νέα Ελλάς», ένας Αντρέας Αρμάου, ο οποίος ήτανε πολύ φίλος με τη μητέρα μου. Και πήγανε να τη βιάσουν τη μητέρα μου. Κι έβαλε τις φωνές η μάνα μου και αυτός πέρναγε, ήτανε, άκουσε, ανοίγει την πόρτα, βάζει τις φωνές και την παίρνουνε τη μάνα μου αμέσως και την πήγανε στην Ακροναυπλία, όπου και την απελευθέρωσαν οι αντάρτες. Κι εγώ έχω κάνει εγχείρηση και στα δύο εδώ από την κούραση, ανέβα, κατέβα, ανέβα, κατέβα τα σκαλιά της Ακροναυπλίας να πηγαίνουμε φαγητό.

Α.Τ.:

Τη βλέπατε τη μητέρα σας;

Ε.Χ.:

Ναι, από τα κάγκελα. Έχω μία φωτογραφία. Για άνοιξε εκεί. Αυτή η φωτογραφία είμαι μικρή εγώ και είμαι με τον Ιωαννίδη και τον Ρεμπούτσικα. Τους κουμουνιστές τους προ, προ πολέμου, ήτανε εδώ πέρα φυλακή κομμουνιστών. Κι είχαμε πάει να τους επισκεφτούμε, επειδή ο πατέρας μου ήτανε προ κομμουνιστής από… Και είχαμε πάει να τους επισκεφτούμε, έτσι, για να βάλουμε φαΐ και ο αρχιφύλακας, επειδή ήτανε φίλος με τον, όχι ο αρχιφύλακας, ο διευθυντής των φυλακών της Ακροναυπλίας λέει: «Κάτσε, κάτσε, να σας βάλω παρέα με τους κρατουμένους». Και είναι ο Ιωαννίδης, ο περιβόητος, όχι ο Ιωαννίδης, ο άλλος. Έτσι θα είναι, έτσι. Είναι μεγάλη, έτσι φωτογραφία. Και είναι η αρραβωνιαστικιά του Ρεμπούτσικα, η Ρεμπούτσικα, της Ευανθίας της Ρεμπούτσικα που, αν έχεις ακούσει τώρα, της μουσικής, είχανε φαρμακείο στην οδό Αιόλου. Βέβαια, πριν ξεκινήσει, υπήρχανε φατρίες, οργανωμένα παιδιά, δεκαρχίες, οι οποίες δεν ξέρανε ο ένας τ’ όνομα του άλλου. Αλλά ήτανε, που μετά κάνανε και διάφορα σαμποτάζ. Κάνανε σαμποτάζ στον σιδηρόδρομο, στα εργοστάσια. Το πρώτο βάφτισμα τότε για την ποιότητα του ανθρώπου και την αξία του ανθρώπου μου τη δίδαξε ο πατέρας μου, που ήμουνα μικρή. Μου έλεγε: «Πρέπει ο άνθρωπος να πληρώνεται σύμφωνα με την προσφορά του. Φερ' ειπείν», μου λέει, «στο εργοστάσιο στη Σοβιετική Ένωση». Το ‘χω για να το δείξω, εσύ δεν την βρίσκεις. Για να το δείξω σ’ έναν σύντροφο, και μου λέει: «Εκεί πέρα δεν πληρώνονται με μισθό, εκεί πληρώνονται με την προσφορά. Πέντε ποτήρια», θυμάμαι το ποτήρια ότι μου ‘πε, «πέντε ποτήρια. Πέντε καπίκια, ας πούμε ξέρω 'γώ, Δέκα; Δέκα. Δεκαπέντε; Δεκαπέντε. Εκεί η προσφορά του ανθρώπου σ’ εργασία αμείβεται ανάλογα με την εργασία της». Και άρχισε τότε να μου λέει ότι πρέπει για κοινωνικοποίηση, για τον ουμανισμό, και όλα αυτά παιδί. Όσα καταλάβαινα κι όσα θυμάμαι.

Α.Τ.:

Ξέρω κι ότι ο πατέρας σας ήταν απ’ τους πρώτους που κατατάχτηκε και στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος και ήτανε πρώτος στη σκέψη την αριστερή στην Ελλάδα. Μιλήστε μου λίγο την ιδεολογία του και τι θυμάστε από εκείνον.

Ε.Χ.:

Κοιτάξτε, ο πατέρας μου απ’ ό,τι θυμάμαι αρθρογραφούσε στον «Παρατηρητή», όχι κομμουνιστικά. Ήτανε όμως κομμουνιστής πριν, επί Μανιαδάκη, που τους βάζανε το ρετσινόλαδο και τον πάγο. Λοιπόν, στο σπίτι μου γινόντουσαν συγκεντρώσεις αριστερών. Τους θυμάμαι έναν έναν. Ένας Βαλασάκης, ένας Γεωργόπουλος, ο Παπαρήγας, τον ξέρεις τον Παπαρήγα. Ο Παπαρήγας και άλλος ένας που ήτανε στην Επιτροπή του… Δεν ξέρω αν αυτή η επιτροπή ήτανε και από την Intelligence Service, τέλος πάντων. Και κάνανε ότι παίζανε χαρτάκια, είχανε ποτήρια με κρασί και χαρτιά.

Και εμείς, τα δύο μικρά, ήμαστε κάτου στην πόρτα ότι παίζαμε και δίναμε σήμα αν τύχαινε κάτι. Δίναμε σήμα ότι παίζανε χαρτιά απάνου και κρασί στις συγκεντρώσεις. Όταν ο πατέρας μου έφυγε για την Αλβανία, όταν γύρισε από την Αλβανία το ‘41, πριν ακόμα πάει γι’ αντάρτης, τους καλέσανε σαν χωροφύλακες, εθνοφύλακες, δεν ξέρω κάπου, να φυλάνε τους κρατούμενους στην Ακροναυπλία κι έτσι έχω βγάλει τη φωτογραφία στην Ακροναυπλία, επειδή ο πατέρας μου υπηρετούσε. Μέχρι που μπήκανε οι Γερμανοί κι έφυγε, ήτανε είκοσι οχτώ του Οκτώβρη, όταν έφυγε. Εμείς εφύγαμε από 'δώ Φεβρουάριο, όταν ντυθήκανε οι πρώτοι τσολιάδες. Ήρθε σύνδεσμος από το αντάρτικο να μας πάρει να φύγουμε. Και μας πήρανε νύχτα με μια σούστα και φύγαμε και πήγαμε στο Κρανίδι κι εκεί έβγαλα το σχολείο, την έκτη δημοτικού.

Α.Τ.:

Πείτε μου για εκείνο το βράδυ. Το θυμάστε που ήρθαν και σας πήραν;

Ε.Χ.:

Ναι. Ήρθε, θυμάμαι πριν μας πάρουνε, ότι χτύπησε κάποιος την πόρτα, «τακ, τακ, τακ». Όχι την κάτου πόρτα, γιατί τότε δεν είχαμε κλειδιά και τέτοια, είχαμε ένα σκοινάκι, τραβάγαμε το σκοινάκι κι άναβε την πόρτα. Την απάνω όμως πόρτα, αφού έλειπε ο πατέρας μας κι ήμαστε με τους γηραίους πια, τον παππού και τη γιαγιά, δεν είχαμε το σκοινάκι. Το ‘χαμε βάλει μέσα. Ακούμε το «τακ, τακ». Και ποιος είναι, ποιος είναι. «Κατέβα κάτω», μία φωνή. Και κατεβαίνω εγώ κάτου κι ήταν ο πατέρας μου καμουφλαρισμένος μ’ ένα αυτό και με το αυτόματο κάτω από την καπαρντίνα. Τον είδαμε, αυτό, έφυγε ο πατέρας μου. Μετά έρχεται ένας σύνδεσμος και μας λέει: «Κυρία Τούλα, γρήγορα ετοιμαστείτε να ‘ρθείτε μαζί μας». Τι να ετοιμαστούμε; Πήρε η μάνα μου ένα μαντό, μία τσάντα με κάτι, αυτά, εκείνα και περίμενε μία σούστα έξω από το - πού να σου πω τώρα; Του Καραμανλή δεν το ξέρεις. Λίγο πιο έξω, προς τον συνοικισμό, πριν απ’ τα τείχη που είχανε κάνει. Και μας πήγανε εκεί πέρα και φύγαμε, πήγαμε Κρανίδι.

Μετά όμως, που γινόντουσαν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, έπρεπε να φύγουμε. Έπρεπε να φύγουμε, γιατί, να περάσουμε στην αντίπερα όχθη, στον Πάρνωνα. Εμπήκαμε στα καραβάκια και ο πατέρας μας και τα τάγματα να φύγουμε. Και μπαίνουνε στο Κρανίδι και σφάζουνε τέσσερις τραυματίες αντάρτες. Και έρχεται, κατεβαίνει ο Λευτεριάς, ο Λευτεριάς ήτανε στην ΟΠΛΑ, να κάψει το Παλαμήδι, το Κρανίδι. Έρχεται σήμα ότι κατεβαίνει ο Λευτεριάς και γυρίζει ο πατέρας μου με τρεις καπεταναίους, με τον καπετάνιο του ΕΛΑΝ, ο ίδιος κι ένας άλλος υπεύθυνος, γυρίζει να συγκρατήσει την ΟΠΛΑ να μην κάψουνε, σαν το Βαλτέτσι θέλανε να το κάνουνε. Και δεν προφταίνει να φύγει μ’ εμάς. Εφύγαμε εμείς και ο πατέρας μου έμεινε και με μία βαρκούλα πέρασε στις Σπέτσες.

Μπήκανε σε μια σπηλιά και κρυφτήκανε. Όταν κρυφτήκανε, ένας αλήτης, θυμάμαι και τα ονόματά τους μέχρι να πεθάνω, τους πρόδωσε. Τους πρόδωσε έξι άτομα και τους φέρανε εδώ στο Δρέπανο. Εμείς, όμως, ο θείος μου είχε λεφτά και εδώ ήτανε το σπίτι μας κι εδώ που είσαι εσύ ήταν η Γκεστάπο. Ακούγαμε τα βασανιστήρια, ακούγαμε απ’ τα μπαλκόνια. Ο αδερφός της μάνας μου, λοιπόν, που έμενε εκεί, είχε πιάσει φιλία με τον Τζότζεφ και κανονίζει να του δώσει δύο χιλιάδες λίρες και να πάρει τον πατέρα μου. Όταν, λοιπόν, τους πάνε στο Δρέπανο για να τους σκοτώσουνε και τους ανεβάζουνε σε μια ταράτσα, του Κρεμμύδα. Εκεί πάει ο Τζότζεφ, τον οποίο και τον εσκοτώσανε ως προδότη, ότι ήτανε κομμουνιστής, ότι ήτανε αντιναζιστής, δεν ξέρω. Και λέει: "Νo kaput, no kaput" για τον πατέρα μου. Και πετάγεται ένας δικηγόρος από 'δώ, ντυμένος την γερμανική στολή, "Kaput", λέει, «έχουνε σκοτώσει οι αντάρτες τον αδερφό μου», έναν προδότη που του είχανε βρει τους καταλόγους μέσα στις κάλτσες με τα παπούτσια και δεν τον σκοτώσανε αυτοί. Τον σκοτώσανε οι άλλοι, οι οποίοι νόμιζαν ότι ήτανε μπουλούκι αντάρτικο, όπως τους αφήσανε. Τέλος πάντων, και τον πετάξανε από την ταράτσα τον πατέρα μου και απολύσανε σκυλιά και είπανε ότι όποιος τα καταφέρει και φύγει, θα σωθεί. Απολύσανε σκυλιά και τους κατασχίσανε. Τους βάλανε σ’ έναν κοινό τάφο. Όταν ήρθανε οι αντάρτες, επήγαμε να τον βρούμε τον πατέρα μας απ’ τον κοινό τάφο. Και τον εγνωρίσαμε, του ‘χανε βγάλει τα χρυσά δόντια που είχε εδώ και την ζώνη που φόραγε, όταν ήτανε κρυμμένος. Τον πήραμε, μετά έγινε κηδεία μεγαλοπρεπής, δυο χιλιάδες κόσμος, είχανε μαζευτεί όλα τα χωριά, όλα τα αυτά. Τους απέδωσαν τιμή με τα όπλα, σκεπασμένος με τη σημαία την ελληνική. Κι εκεί τελείωσε η ζωή της μάνας μου που ήταν είκοσι έξι χρονών και ο πατέρας μου τριάντα δύο.

Α.Τ.:

Τελευταία φορά που τον είδατε ήτανε, όταν πήγατε στη βάρκα;

Ε.Χ.:

Η τελευταία φορά που τον είδα, ναι, όταν μπήκαμε στο καραβάκι να φύγουμε για το…

Α.Τ.:

Που ήσασταν στο καραβάκι και φύγατε;

Ε.Χ.:

Μπήκαμε, το τάγμα μπήκε, δεν μπορούσε. Τι να έκανε; Δεν υπήρχε τίποτα. Περάσαμε απέναντι και πού να πάμε; Πάμε, λοιπόν, με την Επιμελητεία την αντάρτικη στο Άστρος. Στο Άστρος επιτάξανε σπίτια και μέναμε και ένα ξενοδοχείο που τρώγαμε. Όμως έχουν αρχίσει και οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις έρχονται προς τα εκεί. Πρέπει να φύγουμε και ακολουθούμε το τάγμα. Το τάγμα, όμως, δεν μπορούσε να τραβάει τα γυναικόπαιδα. Μας δώσαν, λοιπόν, ένα κιλό ρύζι, ζάχαρη, λίγο βούτυρο και «Μείνετε», λέει, «όπου μπορείτε». Πήραμε τον δρόμο, το στρατί, όπου βρεθούμε κι όπου μπορούμε. Ανεβήκαμε, λοιπόν, σ’ ένα χωριό που το λέγανε Πραγματευτή. Πού να πάμε; Είχε η μάνα μου, σου είπα ότι η μάνα μου είχε πάρει ένα μαντό, ένα παλτό. Κάτσαμε σε κάτι σκαλιά της μιας εκκλησίας. Μας σκέπασε η μάνα μου με το μαντό και καθόμασταν εκεί στην εκκλησία.

Ξημερώνοντας, περνάει ένας γέρος, κάπως όχι και γέρος πολύ, αλλά αρκετά ηλικιωμένος, εβδομηντάρης, εξηντάρης. Μας βλέπει. «Ε, ψιτ», μας ξεσκεπάζει, «Τι κάνετε εδώ;». Κοιτάει τη μάνα μου, «Διαμάντω;!», της λέει της μάνας μου. «Τι λες, χριστιανέ μου, ποια Διαμάντω; Εμείς έχουμε έρθει…», έτσι μας είχαν πει οι αντάρτες. «Εμείς έχουμε έρθει εδώ για λάδι. Κάνουμε…», του λέει, «λάδια δεν έχουμε κι έχουμε έρθει για λάδι». «Διαμάντω, μη μου τα λες εμένα». Η μάνα μου ταράχτηκε, γιατί Διαμάντω δεν την ξέρανε, Τούλα την ξέρανε. Διαμάντω την ξέρανε εκείνοι οι οποίοι πηγαίνανε στο εστιατόριο, ψαράδες, και τρώγανε. Όταν, λοιπόν, έπεσε η πείνα, η μητέρα μου είχε φίλους πολλούς χωρικούς ο παππούς μου και μας δίνανε αραβοσίτι, πράγματα, τα οποία τα τρίβαμε, τα ‘κανε η μάνα μου μπομπότα, τα κατέβαζε στο μαγαζί κι έπαιρνε ψάρια. Ένας, λοιπόν, απ’ τους ψαράδες αυτούς, που ήταν από εκεί, τη γνώρισε. Τη γνώρισε... Η μάνα μου: «Όχι, όχι, όχι». «Διαμάντω, είσαι του μπάρμπα Αδαμάκη» κι αυτά κι εκείνα. Όταν άρχισε να της λέει της μάνας μου τον Αδαμάκη και τον Χρήστο και αυτά, «Έλα», της λέει, «θα μείνεις σπίτι μου». Είχε πνιγεί η γυναίκα του, από εκεί είχαν έρθει στα Ίρια για να μαζέψουνε σιτάρι και πνιγήκανε.

Όντως μας έβαλε σ’ ένα σαράβαλο πράγμα, το σπίτι. Να, και φτάνουνε οι γερμανοτσολιάδες εκεί απάνω. Μας βάζει η μάνα μου σε μία κασέλα που βάζανε στάρι, τη μία. Η μάνα μου κρύφτηκε πίσω από την πόρτα κι εγώ σ’ ένα ντιβανομπάουλο, μ’ έβαλε έτσι και με σκέπασε. Γιατί; Γιατί ο αρχηγός των γερμανοτσολιάδων ήταν φίλος της. Του γιατρού του Κοντού ο αδερφός. Και ήτανε φίλος και θα την γνώριζε τη μάνα μου. Μπαίνουν οι Γερμανοί, χτυπάνε την πόρτα. Κάτι φωνάζανε, αλλά ήταν τόσο παράλυτο το σπίτι και ακατοίκητο, όπως ο γέρος δεν… Κλείσαν την πόρτα και φύγανε. Έλα όμως που ο γέρος φοβήθηκε και μας έδιωξε. Και παίρνουμε δρόμο και πηγαίναμε, πηγαίναμε απάνω στον Πάρνωνα. Μας είχανε πει αντάρτες: «Όπου κρυφτείτε και θα σας λένε: "Ψιτ, έβγα έξω", δεν θα βγαίνετε. Θα σας σκοτώσουνε έτσι κι αλλιώς, ή κρυμμένοι είσαστε ή στον δρόμο βγείτε, θα σας σκοτώσουνε». Όπως σκοτώσανε και τη Βάσω την Οικονόμου. Πάμε, λοιπόν, και μπαίνουμε σ’ ένα, σε μία χαράδρα. Μας σκεπάζει η μάνα μου ό,τι μπορεί από πάνω και κάτω ήτανε φίδια. Και εδώ τα φίδια, εδώ εμείς. Η μάνα μου στην τσάντα της είχε τον Άγιο Στέφανο και την Αγία Ειρήνη και πιάνει και πετάει τις εικόνες μπροστά μας. Δεν μας πείραξε τίποτα. Ούτε φίδια, τίποτα, τίποτα. Αλλά αρχίσαμε να διψάμε, θέλαμε νεράκι. Ο ήλιος από πάνω, Ιούλιος μήνας, είκοσι Ιουλίου. Μου λέει η μάνα μου: «Μπρος να βγούμε, παιδάκι μου, έξω. Έτσι κι έτσι, κι εδώ θάνατος μας περιμένει, θάνατος κι έξω». Πήραμε λοιπόν, στρατί το μονοπάτι, στρατί το μονοπάτι.

Βγαίνουμε σ’ ένα, μια ράχη. Βγαίνουμε σε μια ράχη, έρχεται ένας σύνδεσμος, άλογο. «Πού είσαστε», λέει, «ψάχνουμε να σας βρούμε. Κατεβείτε», λέει, «κάτω στο λιβάδι. Είναι κι άλλες οικογένειες, να μείνετε μαζί». Σηκωνόμαστε, λοιπόν, αφού ο γέρος φοβήθηκε και μας έδιωξε. Σηκωνόμαστε, λοιπόν, πάμε. Φτάνουμε στη ράχη κι από κάτω αρχίζει ο κατήφορος να πάμε στο λιβάδι. Εγώ σταματάω και λέω: «Δεν κατεβαίνω, δεν έρχομαι». Βρε καλή μου, βρε κακή μου. Το παιδί έπρεπε να γυρίσει στο τάγμα και να φωνάζει «συναγωνίστριες, σας παρακαλώ. Πρέπει να γυρίσω στη βάση μου». «Όχι, δεν έρχομαι», και πάω και πέφτω μπροστά στο άλογο. Πάω και πέφτω μπροστά στο άλογο, με μαζεύει η μάνα μου, «πήγαινε», του λέει. Λούη τον ελέγανε το παιδί, «Λούη πήγαινε», του λέει, «στη βάση σου, άσε μας εμείς, θα τα καταφέρουμε». Πήραμε τον δρόμο και τι μαθαίνουμε; Βγαίνουνε τα καραβάκια τα γερμανικά και όλοι τα γυναικόπαιδα που ήτανε εκεί τα κάψανε. Με το που ρίχνανε.

Από 'κεί, λοιπόν, που είχαμε μείνει, ακούμε από πίσω μας στον δρόμο που παίρναμε βήματα. Τρομάξαμε, τρόμαξε η μάνα μου. Βήματα μάς ακολουθούσανε. Σταματάει σε μια στιγμή μάνα μου να δει ποιος είναι αυτός που μ’ ακολουθεί. Και βλέπει έναν Ναυπλιώτη ο οποίος είχε διασταυρωμένα εδώ παγούρια με νερό. Και βγάζει το ένα παγούρι και μας δίνει και πίνουμε και κατεβαίνουμε εμείς κάτω και πάμε σ’ ένα χωριό που το λέγανε Σαμπατική και μένουμε εκεί πέρα. Εκεί εγνώρισε πάλι τη μητέρα μου ένας ψαράς, ο Δημήτρης, ο μπάρμπα Δημήτρης. Είχε πεθάνει η γυναίκα του και είχε μία κορούλα, έτσι ίσα με τη Λία, και τ’ άλλα πιο μικρά. Μας πήρε στο σπίτι ο άνθρωπος, «Διαμάντω, μη λες…», αυτά. Μας πήρε στο σπίτι ο άνθρωπος. Η μάνα μου βοήθαγε το κοριτσάκι, ζύμωνε, έπλενε, όσες μέρες έμεινε. Κάποια στιγμή έρχεται ένα καράβι, ένα καΐκι από το Χαϊντάρι, απ’ το Δρέπανο, στη Σαμπατική, για λάδι, για, δεν ξέρω. Και ήτανε ο μπάρμπα Μήτσος στην ταβέρνα, καφενείο, δεν ξέρω τι ήτανε. Τον εβλέπω και λέει: «Διαμάντω. Να σου πω…» και την παίρνει κρυφά. Την παίρνει κρυφά και της λέει: «Έχει έρθει ο Αντώνης ο Ράπανος και άντρας σου είναι σκοτωμένος, μην περιμένετε». Εγώ με τα κιάλια ανέβαινα σ’ έναν λόφο και κοίταγα με τα κιάλια βαρκούλα, αν έρθει μια βαρκούλα με πανί, να ‘ρχεται ο πατέρας μου. Ήταν 8 του Ιούνη που τον εκτελέσανε. Εμείς μέχρι τις 20 Ιουλίου ήμαστε, δεν ξέραμε για τον πατέρα μας. Εγώ τους ακούω και παίρνω φόρα, και πάω και πέφτω και αυτοκτονώ στη θάλασσα. Βουτάνε εκεί οι άνθρωποι. Με βγάλανε έξω και με δέσανε με σκοινιά σε μια καρέκλα. Πήγε η μάνα μου, βρήκε τον Αντώνη, οι οποίοι όλοι ήμασταν γνωστοί, ήτανε ψαράδες, φέρνανε ψάρια στο μαγαζί απ’ το Χαϊντάρι. Του λέει: «Αντώνη...», «Ναι», της λέει, «έφυγε ο Γιώργος. Τον σκοτώσανε». Αυτός ήτανε γερμανοτσολιάς. Του λέει: «Θα με πάρεις να με πας στην πατρίδα;». «Ναι», της λέει, «θα σε πάρω, θα κρυφτείτε στο αμπάρι».

Μας έκρυψε στο αμπάρι εκεί του καϊκιού και μας έφερε στο Χαϊντάρι, στο Δρέπανο. Εκεί μας πήρε ένας γκεσταπίτης και του λέει του Αντώνη: «Φύγε εσύ, θα τους αναλάβω εγώ τους ανθρώπους». Μας πήρε στο σπίτι του, ας είναι καλά, και η γυναίκα του μας περιποιήθηκε. Λέει: «Θα σας πάω εγώ το πρωί, μην αυτόσετε, έχω άδεια, θα σας περάσω με τη σούστα». Φεύγει, λοιπόν, μας περνάει με τη σούστα. Πάμε στο σπίτι μας, ανεβαίνουμε, δεν προφτάσαμε ν’ ανέβουμε και την παίρνουνε τη μάνα μου με το κομπινεζόν. Ίσα που πρόλαβε κι έριξε κάτι απάνω της και την πήγανε φυλακή, κι εμείς μείναμε με τους παππούδες.

Α.Τ.:

Μετά, με την αδελφή σας τι κάνατε, αφού πήραν τη μητέρα σας;

Ε.Χ.:

Εγώ και η, μείναμε στο σπίτι μας, είχαμε τετραώροφο σπίτι, δεν σου είπα; Μείναμε στον παππού με τη γιαγιά, και από εκεί και πέρα ήταν και μία γειτονοπούλα που την είχανε κι αυτή φυλακή και παίρναμε από τον πατέρα της, για δεν είχε άλλονε. Είχε δύο, μάλιστα ήτανε ποιητής ο ένας, χάθηκε, δεν ξέρουμε, ο Άγγελος. Ο άλλος έμεινε, κομμουνιστής βέβαια. Και πηγαίναμε τώρα, πότε η μία ή πότε η άλλη, εκ περιτροπής, ή και οι δύο μαζί στη μητέρα μας, να της πάμε ν’ αλλάξει, να της πάμε μια κουβαρίστρα που ήθελε να ραφτεί, ήτανε μήνες. Από τον Ιούλιο μέχρι τον Οκτώβριο στη φυλακή. Και εγώ από το ανέβα - κατέβα, πρήστηκαν οι ελιές και μου κάνανε εγχείρηση, έχω κάνει εγχείρηση εδώ. Και μετά την απελευθέρωσαν οι αντάρτες.

Α.Τ.:

Οι συνθήκες στη φυλακή πώς ήταν;

Ε.Χ.:

Τώρα, όλο γυναίκες ήτανε, δεν ήτανε άντρες έγκλειστοι στους τομείς, γιατί ήτανε και άντρες βέβαια. Εκεί, στους τομείς ήταν μεταξύ τους γυναίκες, δεν κοτάγανε και να μας πούνε, Αντρέα, κάτι, γιατί στο επισκεπτήριο ήτανε δίπλα μας σπιούνος, όχι σπιούνος. Από αυτούς τους εθνοφύλακες, τάχα μου εθνοφύλακες τσολιαροτομάρια. Δεν μπορούσαν να μας πούνε τίποτα, της δίναμε το φαΐ, ή από κάτι κάγκελα, ήτανε ένα, έτσι, στρογγυλό, τετράγωνο με κάγκελα, από μέσα ήτανε οι δικοί μας, η μάνα μας ας πούμε, και από εδώ εμείς. Τους δίναμε το φαΐ από 'κεί, «Τι κάνεις, μάνα;». «Πάρτε μου μια κουβαρίστρα. Φέρτε την…». Αυτές ήτανε, δεν μπορούσαμε να πούμε αν... Όσο για φαγητό, απαίσιο. Πηγαίναμε εμείς φαγητό κάθε μέρα απάνω στους γονείς μας.

Α.Τ.:

Μου αναφέρατε πριν ότι τ’ Αετόπουλα στον αντάρτικο πόλεμο που κάναν, για παράδειγμα πετάγαν την κουβέρτα στις ράγες του τρένου, τι άλλο…

Ε.Χ.:

Όχι του τρένου, στα τραμ, στα τανκς.

Α.Τ.:

Στα τανκς, σωστά. Τι άλλο κάνατε ως Αετόπουλο στον αγώνα;

Ε.Χ.:

Εμείς περισσότερο μας χρησιμοποιούσανε σαν συνδέσμους από το ένα χωριό στο άλλο, σαν συνδέσμους και ή να μεταφέρουμε έγγραφα μέσα σε, ποδίτσες μάς φοράγανε, τάχα μου κοριτσάκια κι αυτά κι εκείνα. Και πολλές φορές σαν Αετόπουλα εμείς, ομαδικά, δημιουργούσαμε θεατρικές παραστάσεις, τις οποίες τα χρήματα τα πηγαίναμε σε δύο φυματικά παιδιά και τα δίναμε. Σ’ έναν Δαμιανό και σ’ έναν Αχιλλέα.

Αλλά δεν μας αφήναν οι γονείς να μπούμε μέσα ή μας τα παίρναν απ’ τον δρόμο τα μακαρόνια, το ρύζι, επειδή είμαστε μικρά παιδιά, μην κολλήσουμε κι εμείς. Και κάναμε τέτοια, ας πούμε. Τότε λέγαμε, ας πούμε, πώς να σ' το πω τώρα, μας διδάσκανε οι πιο μεγάλοι, που ήτανε ΕΠΟΝίτες, μας διδάσκανε πώς μπορούμε να φερθούμε, πώς να κρυφτούμε, τι μπορούμε να δημιουργήσουμε. Και μας κάνανε κάθε φορά αυτή, διαφώτιση. Η διαφώτιση δεν ήτανε κομμουνιστική, ήτανε ανθρωπιστική. Εμάς τα παιδιά, ούτε όπλα, ούτε τέτοια, ανθρωπιστική. Πώς μπορούμε να φερθούμε, τι να κάνουμε. Μαζεύαμε, ας πούμε, διάφορα αντικείμενα απ’ τα σπίτια μας και κάναμε τραπεζάκια στις γωνίες και τα πουλάγαμε σαν λαϊκά. Και τα χρήματα ή θεατρικές παραστάσεις, όπου υπήρχανε άρρωστοι άνθρωποι, είχαμε δημιουργήσει ένα τμήμα αλληλεγγύης, προϊσταμένη ήταν η μάνα μου. Ένα τμήμα αλληλεγγύης, τα οποία δύο παλικάρια, ανταρτόπουλα, τα παίρνανε τα φαγητά από την αλληλεγγύη που είχε και τα μοίραζαν εκεί στους ανθρώπους που ήτανε πένητες. Αυτή ήταν η δουλειά μας. Δεν είχαμε όπλα εμείς.

Α.Τ.:

Το πιο επικίνδυνο πράγμα που σας συνέβη ως Αετόπουλο ποιο ήτανε;

Ε.Χ.:

Το;

Α.Τ.:

Το πιο επικίνδυνο.

Ε.Χ.:

Που μου συνέβη; Ήταν όταν με το καραβάκι μπροστά από τους Μύλους μάς περιστοίχιζαν τα ιταλικά, τα γερμανικά καραβάκια. Σβήσανε οι μηχανές της βενζίνας που είμαστε, κρυφτήκαμε κι αρχίσαμε να ψάλνουμε. «Διάσωσον από κινδύνους» και τέτοια παρακαλούσαμε. Δεν μας αντελήφθησαν όμως, είχανε σβήσει οι μηχανές κι αυτά, αλλά ήταν η πιο φοβερή μέρα φόβου. Και στη σπηλιά με τα φίδια. Αλλού δεν τρόμαξα ποτέ. Ή που μέσα στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, στα παιδιά που ήταν απάνω στις επιχειρήσεις, στα βουνά, ήτανε Λαμπρή. Όλα τ’ Αετόπουλα με ομάδες πήγαμε στις διάφορες ραχούλες και τους πήγαμε αυγά και κουλούρια, πριν ακόμα φτάσει δηλαδή το συρφετό των Γερμανών, που ‘χανε κάνει καραούλι.

Α.Τ.:

Μου αναφέρατε στην αρχή ότι οι Ιταλοί ήταν πιο καλοί μ' εσάς τα παιδιά, ενώ οι Γερμανοί με την πατάτα…

Ε.Χ.:

Έχω και φωτογραφίες να σας δείξω που ήτανε μαζί μας, ντυμένοι μασκαράδες εμείς τα παιδάκια και αυτοί μας κράταγαν αγκαλιά, από τι; Δίπλα στο σπίτι μου, απέναντι, ήταν η πόστα, το ταχυδρομείο τους. Και ήτανε πάρα πολλοί, ο Φράγκο, ο Τζιοβάνι, ο Κωνσταντίνο, πολλοί. Αυτοί, λοιπόν, βγαίνανε στη γειτονιά, γιατί είχαμε γειτονιές τότε, και φωνάζανε: "Vieni qui, vieni qui. Bambino. Io, donne, donne, formaggi, donne, pane, cioccolatino". Και μας φωνάζανε και μας δίνανε πανιότες, τυρί, κι εκεί έμαθα και για πρώτη φορά το κίτρινο τυρί. Μας δίνανε ένα κίτρινο τυρί και παρμεζάνα. Όχι, ήτανε πολύ φιλικοί, πάρα πολύ φιλικοί. Πηγαίνανε στο ρεστοράν, εκεί στου παππού μου, παίρνανε κρασί και δίνανε πανιότες. Οι Γερμανοί απαίσιοι, απαίσιοι. Ήτανε, απέναντί μας είχανε επιτάξει ένα καφενείο και το σπίτι απάνω. Και είχανε κάτι καραβάνες, έτσι αλλιώτικες όχι τις ιταλικές και πετάγανε τις πατάτες και ποδοπατάγανε που ‘μαστε εμείς. Κι άλλη μια φορά μου συνέβη κάτι. Εγώ είχα μάθει ιταλικά από τους ιταλικούς και λίγο την γλώσσα την πάω. Ήμουνα, λοιπόν, στο μπαλκόνι. Η μητέρα μου είχε φούλια, γαρδένιες, τέτοια πράγματα. Κι όπως καθόμουνα στο μπαλκόνι κάποιο από το φούλι, την γαρδένια, έπεσε κάτω και μπαίνει σ’ έναν κύριο. Ανεβαίνει απάνω και μου δίνει ένα χαστούκι, στο μπαλκόνι. "Veni qui"και με άρπαζε να με πάρει κάτω. "Signore, fiore, fiore", του έλεγα εγώ και του ‘δειχνα τη γλάστρα. "Signore no io, fiore", του ‘λεγα. Φόραγε ένα γκρι κουστούμι, το θυμάμαι σαν να είναι τώρα. Ωραίος άντρας, λεπτός με πολιτικά. Ιταλός με γκρι κουστούμι. Θα ‘τανε στην καραμπινιερία, δεν ξέρω. Και αφού μου έδωσε το χαστούκι κι εγώ του έλεγα: "Νo, signore", δεν έκλαιγα όμως, για να κλάψω μπροστά του, όχι. "No, signore", του ‘λεγα, "fiore, fiore", και μ’ άφησε κι έφυγε.

Α.Τ.:

Έχετε άλλες αναμνήσεις από τους Γερμανούς στο Ναύπλιο; Κάτι χαρακτηριστικό που έκαναν που θυμάστε;

Ε.Χ.:

Με τους Γερμανούς θυμάμαι όταν έγινε η συνθηκολόγηση. Αυτό θυμάμαι. Βέβαια σαν ανθρώπους τους έβλεπα απέναντι. Η γκεστάπο που σου είπα ότι ήτανε, που ακούγαμε που τους χτυπάγανε και φωνάζανε, και κάνανε. Θυμάμαι όταν έγινε η συνθηκολόγηση Ιταλίας Γερμανίας, τους βρήκε, το ιταλικό καραβάκι το βρήκανε εδώ, στο λιμάνι, και μετά με τα όπλα προτεταμένα ερχόντουσαν στα σπίτια μας και ψάχνανε αν είχαμε βρει, αν είχαμε κρύψει Ιταλούς. Μετά, με τους Γερμανούς δεν θυμάμαι τίποτα, γιατί απαγορευμένη κυκλοφορία, δεν είχαμε… Αλλά με τους Ιταλούς υπήρξανε φίλοι και με τους γονείς μου, επειδή πουλούσανε κρασί και ο ένας αδερφός της μητέρας μου ήτανε, δούλευε σε καπνοβιομηχανία και ήξερε πώς κάνουνε τσιγάρα. Και είχαμε κάνει ολόκληρο δωμάτιο τ’ οποίο φτιάχναμε με τσιγάρα. Κάναμε ένα τετράγωνο έτσι, εδώ πέρα, εδώ βάζαμε τον καπνό και είχαν τα φυλλάδια. Κάναμε τον καπνό έτσι και μ’ ένα μολύβι εγινότανε το τσιγάρο, τα βάζαμε στις κούτες, ερχόντουσαν οι Ιταλοί, παίρνανε τσιγάρα, παίρνανε. Και μας δίνανε ψωμί, βούτυρο, ζάχαρη. Όχι, ήτανε φιλικοί οι Ιταλοί, δεν... Δηλαδή εδώ στο Ναύπλιο δε δημιουργήσανε, ό,τι κάνανε οι τσολιάδες. Οι τσολιάδες κάνανε πολλά. Μπήκανε και σκοτώσανε μία μάνα και βρήκανε το μωρό κρεμασμένο στο βυζί της, εδώ, στη Ψαρομαχαλά.

Α.Τ.:

Θυμάστε τίποτα άλλο από εκείνους που ήταν στο Ναύπλιο σαν αυτή την ιστορία;

Ε.Χ.:

Μικροπράγματα. Ήταν ένας, ο Κουτελιάς, ξέρεις, ο Τάκης. Πεινάγαμε, ας πούμε, κι αυτοί είχαν εδώ πέρα μαγειρεία. Κι αυτός ήτανε μικρούλης, κοντούλης, στην ηλικία μου θα ‘τανε, πιο μικρό, πιο μεγάλο, κάνα χρόνο. Και πήγαινε λοιπόν κι’ έβαζε το χεράκι να πάρει αν έχει μείνει τίποτα. Και το είδανε και το πήραν το παιδί και το ρίξανε μέσα στο καζάνι. Εδώ χάμω, μόλις στρίψετε στη γωνία που είναι η τράπεζα.

Α.Τ.:

Μιλήστε μου για την απελευθέρωση. Πού ήσασταν, όταν συνέβη; Ποια ήταν η πρώτη ανάμνηση που είχατε, μόλις τελείωσε ο πόλεμος;

Ε.Χ.:

Στην απελευθέρωση στο Ναύπλιον είμαστε. Χτυπήσανε οι καμπάνες, καλά τώρα, και στον Αλβανοϊταλικό πόλεμο είχαμε, Κορυτσά, Τεπελένι που αυτόνανε, Αργυρόκαστρο. Βγαίναμε στους δρόμους με τις σημαίες, με διθυράμβους να τραγουδάμε τα τραγούδια της Βέμπο. Γινότανε ένα πανηγύρι. Μετά, με την απελευθέρωση επεριμέναμε να έρθει οι αντάρτες, οι οποίοι ήρθανε μετά από την απομάκρυνση των Ιταλών. Ήρθανε πριν από τις 10 που φύγαν απ’ την Αθήνα. Στο Ναύπλιον το στράτευμα, η στρατιά ήρθε πριν απ’ την απελευθέρωση της Αθήνας. Το Ναύπλιον απελευθερώθηκε πριν.

Α.Τ.:

Θυμάστε εκείνη την ημέρα καθόλου;

Ε.Χ.:

Ναι, θυμάμαι τον κόσμο όλον. Μας είχανε τα σχολεία παρατάξει, τον κόσμο όλον, δεξιά και αριστερά του μεγάλου δρόμου που λέμε, πού είναι το Γυμνάσιο. Και εμπήκε μέσα ο στρατός. Μπροστά ο Συνταγματάρχης ο, πώς τον είπα, τον ξέχασα. Τέλος πάντων, θα τον θυμηθώ και θα σ' τον πω. Τον εσταμάτησε μπροστά μου, με σηκώσανε αγκαλιά και με βάλανε στο άλογο και ξεκινήσαμε και προχωρήσαμε προς την πλατεία. Τα, δεν ήτανε όλος ο στρατός ο αντάρτικος, ήτανε μόνο τα τμήματα της πολιτοφυλακής. Παρετάχθησαν τα τμήματα της πολιτοφυλακής εκεί στην πλατεία. Καλωσόρισε ο δήμαρχος τους αντάρτες, τον Σεφερλή τον λέγανε, τον Σεφερλή τον Συνταγματάρχη. Και μάλιστα τώρα η κόρη του έρχεται κάθε τόσο και ψάχνει τις φωτογραφίες, αν είχαμε. Είχαμε πολλές φωτογραφίες, αλλά κάηκε το φωτογραφείο εκεί όπου είχε τραβήξει τις φωτογραφίες και δεν απομείνανε, απομείνανε μικροπράγματα. Το Ναύπλιον πρέπει να ξέρετε ότι είναι κάστα μπλε.

Α.Τ.:

Δηλαδή;

Ε.Χ.:

Κάστα μπλε, Μητσοτάκης. Πραγματικά κάστα, δεν ανοίγεις την πόρτα αλλιώς στο Ναύπλιον, είναι αριστοκρατία.

Α.Τ.:

Μιλήστε μου λίγο για τη ζωή σας μετά την απελευθέρωση. Πώς πήγατε στην Αθήνα, πώς γνωρίσατε τον σύζυγό σας;

Ε.Χ.:

Όταν πήγα στην Αθήνα, η πρώτη μου φορά που πήγα για να πάω φροντιστήριο στον Παπαϊωάννου, επήγα σ’ ένα θείο μου στρατηγό, τον Παπαγρηγοράκη, Πόντου 2. Κι έμενα εκεί πέρα. Όταν όμως, η θεία μου ήταν προϊσταμένη στον Ευαγγελισμό και είχε, ήταν μικρό το σπίτι και τέτοια και με είχανε πάρει να πάω να τη βοηθήσω, γιατί ήτανε η θεία μου κλινήρης, γιατί είχε αποβάλει. Μέσα, λοιπόν, σε αυτήν την αυλή εγνώρισα μία κοπελίτσα με την οποία διατηρήθηκε μια φιλία εξήντα χρόνων. Πηγαίναν, ερχόντουσαν, πηγαίναν, ερχόντουσαν. Και έμεινα στο σπίτι τους όλο το διάστημα που έδινα εξετάσεις. Δεν είχαμε, ας πούμε, κάπου που να μείνω άλλο, ξέρω 'γώ. Και από το σπίτι τους έφυγα τότε που επέθανε ο παππούς μου και με ειδοποιήσανε να κατέβω κάτω. Ξαναγύρισα μετά από αυτό, όταν τότε ήτανε, δίναμε, νομίζω, φυσική, Περιστεράκη, εφ’ όλης της ύλης Περιστεράκη. Και έγραψα και μετά μου είπε, η Πατρέα ήρθε και με ειδοποίησε, μία εκεί αυτή, δεν θυμάμαι ποιος απ’ όλους, μας ανακοίνωσε: «Την εθελουσία σας έξοδο λόγω πληρότητας του Πανεπιστημίου». Κοινωνικά φρονήματα. Μου λέει η θεία μου: «Κοινωνικά φρονήματα, κορίτσι μου», λέει. «Έστειλε ο Ταμπάκης», ο οποίος είχε κοροϊδέψει τον θείο μου που ήτανε προϊστάμενος στην εισαγγελία, εδώ, στο δικαστήριο. «Δεν υπάρχει λόγος. Τι κοινωνικά φρονήματα», λέει, «το κοριτσάκι;». Κι όμως. Έκτοτε ήρθα εδώ πέρα. Άρχισα να διδάσκω γαλλικά εδώ και τις γειτόνισσες, οι οποίες δεν μέναμε εδώ, αλλού. Και από κάτω του ράφτη τα παιδιά τους μάθαινα. Και μετά, επειδή καταλαβαίνεις ότι μας κυνηγάγανε, δεν μας αφήνανε σε χλωρό κλαρί. Καλημέρα, τη λέγαμε έτσι, έτσι τη λέγαμε την καλημέρα. Και άρχισα να διδάσκω ελληνικά, αρχαία, γιατί τότε κάναμε αρχαία. Δημοσθένη, Λυσία: «Οὐ πολλοῦ δέω χάριν, τῷ κατηγόρῳ, ὅτι μοι παρεσκεύασε τὸν ἀγῶνα τουτονί». Και διάφορα, τα θυμάμαι απ' έξω.

Α.Τ.:

Μιλήστε μου λίγο για τις διώξεις, που λέτε ότι ήτανε συνεχής ο φόβος και…

Ε.Χ.:

Τι να σου πω αγόρι μου; Ότι με είχαν σπάσει στο ξύλο δέκα φορές, φίλοι! Συμμαθητές όχι, μεγαλύτεροι, μας χτυπάγανε. Και μια φορά μας χτυπάγανε, πού είναι τώρα ένα ξενοδοχείο εκεί, με είχανε βάλει κάτω από ένα μπαλκόνι και με χτυπάγανε εμένα και την αδερφή μου. Και κατέβηκε από πάνω ο Γιάννης ο Καρώνης και λέει: «Δεν ντρεπόσαστε», Μπελέζο τον λέγανε και μετά γίναμε και φίλοι. Γίνανε φίλοι μετά, όταν ήρθε το αντάρτικο, όχι πριν. Και μας χτυπάγανε, δε μας αφήνανε. Όπου μας βρίσκανε, αλλά είμαστε κι εμείς καθίκια. Είχαμε βάλει κάτω απ’ τα παπούτσια μας κορώνες και περπατάγαμε και χτυπάγανε οι κορώνες. Ξέρεις, του Βασιλιά τις κορώνες, τις είχαμε βάλει, στα τακούνια τις είχαμε κολλήσει. Και μας ακούγανε απ’ τις κορώνες και μας αρπάζανε απ’ τις κοτσίδες. Ναι, ναι, διώξεις. «Κομμούνια, κομμούνια, θα σας φάνε τα σαπούνια». «Ίπι, ίπι, ι», μου λέγαν εμένα, «είσαι βόμβα ατομική», τι μου λέγανε; «Ίπι, ίπι, ι, είσαι βόμβα ατομική. Θα σε στείλουμε στην Αμερική», λέγανε πολλά. Μάλιστα μια φορά, δεν τον είχα γνωρίσει τον άντρα μου, αλλά είχα ακούσει ο Χαύτας, κι ο Χαύτας, κι ο Χαύτας. Και είμαστε στον περίβολο του Γυμνασίου και άρχισε μια, που ο πατέρας της ήτανε φύλακας απάνω στη Διδασκάλου, τα θυμάμαι όλα, είδες IQ; Και άρχισε να βρίζει τον Κώστα χωρίς λόγο. «Ο σφαγιάς, ο έτσι, ο έτσι».

Όποτε μου τη δίνει εμένανε. Γιατί τι μου ‘χανε πει; Μου ‘χανε πει ότι αυτή που της πήγαινα φαΐ, της κοπέλας, της Άννας, ότι είχε αρραβωνιαστεί με τον Χαύτα, που ο ένας στην Αίγινα και ο άλλος στο Ναύπλιον. Λοιπόν, και εθύμωσα τόσο πολύ και πιαστήκαμε μαλλιά με μαλλιά, ξύλο. Μας πάνε στο Γυμνασιαρχείο. Εν τω μεταξύ εγώ, επειδή ήμουν άριστη μαθήτρια, με αγαπούσαν οι καθηγητές μου, Ευαγγελία με φωνάζανε εμένα, ποτέ Σεληνιωτάκη. Μου λέει ο γυμνασιάρχης, ο Νανόπουλος: «Ευαγγελία, παιδί μου. Εσύ;». «Κύριε Γυμνασιάρχα, μας έχετε διδάξει προδότες και μνησίκακους να τους αποφεύγουμε. Εγώ έπεσα σε μνησίκακο. Ένα ξάδερφό μου τον έλεγε σφαγιά και τούτα», κι εκείνα, και τούτα. Της λέει: «Διδασκάλου; Αυτά τα μίση και οι κακίες θα εκλείψουνε. Είμαστε όλοι Έλληνες, δεν είμαστε μισοί και μισοί». Τρώει μιάμιση μέρα αποβολή και από τότε με αγαπούσε πάρα πολύ ο Νανόπουλος και με υποστήριζε. Ήτανε ένας πολύ τίμιος άνθρωπος και ήτανε ένας καθηγητής απ’ τον οποίο τον είχαμε πάρει, ξέρεις, του βάζαμε sen-sen, τις καραμέλες και τέτοια και του πετάξανε ένα καπέλο. Ρώταγε, λοιπόν, τον έναν τον άλλονε, εμένανε. «Δεν ξέρω, κύριε καθηγητά». Εγώ όμως τον είδα ότι το είχε πετάξει ο Χρήστος ο Πράσινος. Και δεν ξέρω, με καλεί στο Γυμνασιαρχείο ο κύριος Νανόπουλος και μου λέει: «Ευαγγελία, πρόκειται», μου λέει, «ν’ αποβληθεί όλη η τάξη. Προκειμένου ν’ αποβληθεί όλη η τάξη, πες ποιος το έκανε». «Κύριε Γυμνασιάρχα, σε σέβομαι, Εφιάλτης δεν γίνομαι», του είπα. Δάκρυσε ο Γυμνασιάρχης μου. «Πήγαινε, παιδί μου», μου λέει, «απάνω». Και αυτός μ’ αγαπούσε πολύ. «Εφιάλτης δεν γίνομαι», του λέω. Για σκέψου, να πρόδιδα τώρα τον συμμαθητή μου. Ποια εκτίμηση θα είχα μετά στα παιδιά μας; Καλύτερα ν’ αποβληθούμε όλοι. Δεν μπορούσαν να μας μειώσουνε τη διαγωγή, ολική αποβολή. Ναι, καλά, τέτοια περιστατικά, πολλά. Εθυμάμαι μία καθηγήτρια η οποία ήταν πολύ φασίστρια και ήτανε στον προσκοπισμό. Και με καλεί και μου λέει: «Σεληνιωτάκη, να ‘ρθεις εσύ στον προσκοπισμό και πρέπει να έρθεις να είναι δίπλα σου». Της λέω: «Κυρία, έχω καμπουριάσει». Μου λέει: «Γιατί;». «Από το αίμα του πατέρα μου», της λέω. Από τότε δεν με χώνευε. Μου ‘βαζε άλγεβρα 06, έγραψα για 20, και την καλέσανε σ’ απολογία. Καλά, έχω τραβήξει πολλά. Στη δικτατορία να δεις.

Α.Τ.:

Πείτε μου.

Ε.Χ.:

Στη Δικτατορία τι να σου πω. Ήτανε Μεγάλη Παρασκευή. Είχαμε κρεοπωλείο και είχε φύγει ο άντρας μου να πάει να πάρει αρνάκια γάλακτος, γιατί γινότανε παζάρι εκεί που είναι η πυροσβεστική. Και πήγα κι εγώ, έφυγα απ’ το μαγαζί και πήγαινα κατά το παζάρι. Με σταματάει ο Αντώνης ο Μπουγιώτης, που θα τον εθυμάσαι εσύ. «Πού πας», μου λέει, «εσύ;». Του λέω: «Πάω στον άντρα μου κάτου, έχει πάει γι’ αρνιά». «Φύγε γρήγορα και πήγαινε σπίτι», μου λέει. «Δεν ακούς τα εμβατήρια;». «Ποια εμβατήρια;», του λέω. «Έγινε δικτατορία». Έγινε δικτατορία, πάω εγώ στο σπίτι. Ήταν ο γιος μου τριών μηνών, έξι μηνών. Όχι. Νοέμβριος, Δεκέμβριος, Γενάρης, Φλεβάρης, Μάρτης, Απρίλης, πέντε μηνών. Το ‘χα αφήσει με την Γκέλη που ήτανε πιο μεγάλη, θα ‘ταν τέσσερα χρονών. Έρχεται η αδερφή μου. Ψιλόβρεχε. Ψιλόβρεχε και ανέβηκα να μαζέψω τα ρούχα. Κατεβαίνω τα ρούχα και της λέω: «Ευτυχώς», της λέω, «ο Κώστας έχει πάει στη λαϊκή να ψωνίσει». «Ποιον Κώστα στη Λαϊκή», μου λέει. «Τον έχουνε συλλάβει και είναι με το αυτοκίνητό μου», λέει, «και τους πηγαίνουνε, δεν ξέρω, για από…». Και να τρέχω από πίσω και να φωνάζω. «Σας παρακαλώ! Κώστα! Κώστα!». Ήτανε μπροστά, μου ‘λεγε: «Πήγαινε σπίτι, πήγαινε σπίτι». Εν τω μεταξύ έρχεται ένας αξιωματικός, του Ελενόπουλου, Άννα, Αντωνία, θα τους θυμάσαι. Με παίρνει αγκαλιά και μου λέει: «Πήγαινε», μου λέει, «κυκλοφορία και θα σε πυροβολήσουνε». Και με πήρε και με πήγε σ’ ένα σπίτι της αδερφής μου, που από πάνου έμενε ένας από αυτούς, που ‘τανε ντυμένος γερμανικά. Και πήγανε και μου φέρανε το μωρό από το σπίτι, και μπιμπερό και γάλα. Τον πήρανε τον άντρα μου, τον επήγανε στο Κ.Ε.Μ., φυλακή, στο στρατόπεδο.

Πήγαινα εγώ, ζήταγα να με πάνε. Δεν με πήγαινε κανένας από το ταξί. Βρέθηκε ένας με μοτοσικλέτα, φορτηγατζής. Καβάλησα, πήρα μια κουβέρτα και το πρώτο που θυμήθηκα ήτανε να πάρω έναν καφέ, θερμός, που ήξερε ο άντρας μου. Λέει: «Άμα ‘ρθει η γυναίκα μου», λέει, «θα μας φέρει καφέ». «Έλα ρε», του λέει, «πού τώρα θα ‘χει μυαλό τώρα η γυναίκα σου να σου φέρει καφέ». Κάτι δικηγόροι, ο Σπήλιος, ο Λυκίδης, ο Μελίδης ο δήμαρχος. Τέλος πάντων, ανέβηκε ένας, το τι μας είπε. «Πουτάνες, σφαγιάδες, που σφάξατε τον κόσμο. Που βγάζετε τα μάτια των ανθρώπων και τα κάνατε κομπολόγια». Να λέει τώρα σε γυναίκες με φυλακισμένους τα παιδιά τους, τους άντρες τους, τις οικογένειές τους. Τέλος πάντων, ήτανε Λαμπρή. Μου λέει ο Κώστας: «Τ’ αρνιά», μου λέει, «να πάνε στο Παλαμήδι. Άσ' τα εκεί, δε γίνεται τίποτα». Του λέω: «Τι να κάνω; Να το κλείσω το μαγαζί». Έρχεται ένας χασάπης, μου λέει: «Δεν θα το κλείσεις το μαγαζί. Θα πάνε τα παιδιά μου, θα σφάξουνε τ’ αρνιά, και θα ‘ρθουμε να σας τα πουλήσουμε». Μεγάλη Παρασκευή τον αφήνουνε τον άντρα μου, γιατί πήγανε από τα καφενεία επιτροπές με ονόματα ενυπόγραφες ν’ αφεθεί ελεύθερος, διότι είναι ο πλέον ήσυχος άνθρωπος και ήρεμος εδώ πέρα. Και Μεγάλη Παρασκευή τον αφήνουνε και αρχίζουμε να πουλάμε. Αμ δε μου λες τον πόλεμο που μας κάνανε και δουλεύαμε, και φτιάχναμε πατσές για να ζήσουμε. Δεν αφήναν άνθρωπο να μπει στο μαγαζί. Οπότε ενώ είχαμε ένα μαγαζί πολύ σπέσιαλ με τα αυτά, βγαίνει ο άντρας μου, φωνάζει τρεις φίλους, βγάζει το ψυγείο από το μαγαζί, το βγάζει στη μέση του δρόμου, παίρνει ένα τσεκούρι. «Στην υγειά σας!», φώναζε. «Στην υγειά σας!». Το ‘κανε το ψυγείο αυτό και πήγε υπάλληλος κι έσφαζε αρνιά.

Δεν μας αφήσανε. Θυμάμαι, έλεγε η μητέρα της: «Πήγα στη θεία τη Μαρία και είχε τυρί φέτα». Της λέω: «Κορίτσι μου, θα φτιάξουμε πάλι εμείς το μαγαζί μας και θα πάρουμε και τυρί φέτα». Και πράγματι, όταν σταμάτησε αυτή η λαίλαπα, έδωσε η μητέρα μου λεφτά στον άντρα μου, ο οποίος είχε ο άνθρωπος απογυμνωθεί και ξεκινήσαμε και φτιάξαμε πάλι το μαγαζί μας. Και η ζωή μας κύλησε, ας πούμε, ροή ευτυχισμένη μ’ έναν…

Κύριος με κάππα κεφαλαίο. Κυρίως με κάππα κεφάλαιο. Εξήντα χρόνια ζωής δεν ήξερα το «ρε», δεν το ‘ξερα. Μας λέγανε σιαμαίους. Δεν πηγαίναμε ποτέ πουθενά ο ένας χωρίς τον άλλονε. Τα παιδιά μας με πολλή αγάπη μεγαλώσανε, μορφωθήκανε. Αγγλικά, γαλλικά η Γκέλη, αγγλικά ο Παναγιώτης. Δεν αφήσαμε τα παιδιά με όλα όσα κάναμε, ως γονείς τραβήξαμε, τα παιδιά… Θυμάμαι ένα περιστατικό. Ήταν ο Παναγιώτης έντεκα χρονών και ο άντρας μου δούλευε σ’ ένα καμίνι που ήτανε λεφτά, εννέα εκατομμύρια δικά μας, τέλος πάντων, και τα δώσαμε προίκα. Και δούλευε υπάλληλος στην περιουσία του. Και του είχαμε πει: «Άμα θα το πάρεις με δέκα, θα σου πάρουμε ένα ποδήλατο». Έβλεπε τ’ άλλα παιδιά και ζήλευε. Και ξέρεις τι έκανε ο άνδρας μου; Πήγαινε τριάντα χιλιόμετρα ποδαρόδρομο κι ερχότανε τριάντα χιλιόμετρα ποδαρόδρομο, είκοσι εφτά χιλιόμετρα, για να κονομάει το εισιτήριο για να του πάρουμε το ποδήλατο. Γιατί το πήρε με δέκα. Ναι, περάσαμε πολλά. Πάρα πολλά περάσαμε. Όμως τώρα, δόξα τω Θεώ, καλά είμαστε, και ο γιος μου έχει ωραίο μαγαζί, μεγάλο. Τα παιδιά σπουδάξανε και αυτή έχει IQ μεγάλο.

Α.Τ.:

Μου μιλήσατε και για τη Μακρόνησο, ότι ήταν φυλακισμένος και ο σύζυγός σας.

Ε.Χ.:

Άσ’ τα, παλικάρι μου.

Α.Τ.:

Μπορείτε να μου πείτε μερικά πράγματα γι’ αυτό;

Ε.Χ.:

Ξύλο πολύ. Ήτανε τρία τμήματα, Α, Β και Γ. Αέτο, βέτο, γκέτο. Τον άντρα μου τον είχανε στο Α, διότι αθωώθηκε απ’ όλες τις δίκες που στήσανε, ότι σφάζανε και κάνανε και τέτοια και του είχανε στο Αέτο. Οι άλλοι όμως, όπως ο Κύρκος, ο Ρίτσος, αυτοί φάγανε ξύλο πολύ. Ένας απ’ όλους, ο οποίος έβγαλε, έβγαζε και την εγκυκλοπαίδεια, εκουφάθηκε όλος τελείως απ’ το ξύλο. Του άντρα μου του βάζανε βραστά αυγά εδώ και από τη μύτη τού βάζανε σωλήνες με γάλα και με αυγά, γιατί έκανε απεργία πείνας και δεν τους αφήνανε, ήτανε ανάνηψη εκεί. Και εδώ πέρα δεν είχε όσφρηση ο Κώστας, γιατί του βάζανε σωλήνα με χτυπημένα αυγά και γάλα. Τα νύχια του εδώ κάνανε έτσι από τα καλάμια που τους βάζανε. Δεν έχουνε κάνει τίποτα, είναι άγιοι... Που αν ξέρανε τα παλικάρια μας τι έχουμε τραβήξει, ούτε bullying θα κάνανε, ούτε αυτά που κάνουνε. Ήτανε μια Ελλάδα όμορφη, αγαπημένη. Είμαστε όλοι ενωμένοι, εκτός από αυτούς τους ναζιστές που πήγανε με τους Γερμανούς. Όλοι οι άλλοι ένα κρεμμύδι, ένα ψωμί, ένα ψάρι. Βρισκότανε η Ελλάδα στην μεγαλύτερη ανάταση και τι να σου πω. Ήτανε μια Ελλάδα… Όλα τα παιδιά ανήκανε. Ένωση, Πανελλήνια Οργάνωση Νέων. Τα παιδιά στο, απάνω στον Υμηττό, πού είναι στο σπίτι που σκοτώσανε παιδιά. Τώρα θα μου πεις, εγώ τα λέω με τη δικιά μου... Άμα μίλαγες με καμιά άλλη που είναι δεξιά, άλλα θα σου έλεγε φυσικά. Αλλά εγώ σου λέω αυτά που έχω περάσει και αυτά που έχω ζήσει. Να, η Λία έχει και το στικ εκεί που μου πήρανε. Το ‘χεις εκεί; Δείχ' το του Αντρέα.

Α.Τ.:

Ποτέ έφυγε ο άντρας σας απ’ τη Μακρόνησο;

Ε.Χ.:

Εγώ τον άντρα μου, δεν ξέρω πότε έφυγε. Το ’55, αλλά δεν ξέρω ποιον μήνα. Τον εγνώρισα το ‘55, κάπου Σεπτέμβριο. Σεπτέμβριο του ‘55. Ξεκίνησε από ένα κλάμα. Ήρθε, εγώ όταν τον έβλεπα, ετρελαινόμουνα να γυρίζω να τον εβλέπω. Ότι ήτανε ο πατέρας μου αρχηγός του και πάθαινα ταραχή κάθε φορά. Πηγαίναμε σινεμά και γύριζα πίσω να δω, είναι κι αυτός στο σινεμά; Όχι ερωτικά, γιατί εγώ ήμουνα δεκαεννιά χρονών, αυτός μεγάλος. Κάποια φορά, λοιπόν, δούλευε η αδερφή μου σ’ ένα κατάστημα και κανονίζουμε να πάμε. Όχι, η αδερφή μου αγαπούσε τον άντρα της, μαθητές, μαθητές Β' Γυμνασίου κι είχανε τσακωθεί. Και αυτός που αγάπαγε, εκεί στη φωτογραφία που είναι, την αδερφή μου, έκανε φιλίες, ήτανε φίλος με τον Κώστα, γιατί του είχε βαφτίσει ο Κώστας ένα ανίψι. Εγώ έλα που ‘θελα να τον γνωρίσω τον Κώστα. Του λέω: «Άμα θέλεις να βγεις βόλτα με τη Μαρία, θα φέρεις και τον Κώστα στην παραλία». Πράγματι, ήταν ο προϊστάμενος εκεί της Μαρίας, ο θείος μου που ήτανε στο δικαστήριο, ήμαστε πολλοί, έρχονται κι αυτοί οι δύο. Έρχονται κι αυτοί δύο, «Πού να πάμε, παιδιά;», πάμε στο Καστράκι. Πάμε στο Καστράκι, «Σφάξε έναν κόκορα, ρε Βασίλη», κάνει κόκορα μακαρονάδα. Κάθισε κι αυτός δίπλα. «Χορεύετε δεσποινίς;», μου λέει. Του λέω: «Χορεύω». «Α», μου λέει, «χορεύετε πάρα πολύ ωραία. Είσαι», μου λέει, «του καπετάν Παλαμήδη η κόρη; Μου το ‘πε ο Γιώργος». Του λέω: «Ναι. Δεν το ξέρεις; Εσύ», του λέω, «δεν μας πήρες αγκαλιά την ημέρα που ήρθε η Αθανασέκου και μίλησε και μας χτυπήσανε και ήρθες και μας πήρες εμένα και την αδερφή μου», του λέω, «αγκαλιά; Που φόραγες τον μπερέ της πολιτοφυλακής;».

Μου λέει: «Εσύ ήσουνα; Ήσουνα μπεμπέκα». «Τώρα», του λέω, «δεν έμεινα μπεμπέκα». Μ’ έπιασε όμως, έτσι, ένα αυτό, μου λέει: «Θες να βγούμε έξω να συνέλθεις;». Λέω: «Βγαίνουμε». Κι αρχίσαμε να διηγούμεθα τι έγινε. Πώς έφυγε αυτός με τον Λευτεριά, από πού φύγανε, ότι φύγανε απ’ τα Ίρια. Ότι εμείς φύγαμε από 'κεί, ότι συναντηθήκαμε στον Άγι’ Αντρέα. «Σας έδωσα μπισκότα που ‘χαμε μαζί μας», του είπα. Και σε μια στιγμή πιάσαν τα κλάματα και ακούμπησα το κεφάλι μου στον ώμο του. «Έλα», μου λέει, «μην κλαις. Ο πατέρας σου ήτανε ήρωας, θέλησε μάχες. Μας διοικούσε ένας υπέροχος άνθρωπος», γιατί υπήρχε τριανδρία στο στράτευμα, ο πολιτικός, ο στρατιωτικός, και ο καπετάνιος. Ο καπετάνιος ήτανε του κόμματος. Κι ο πατέρας μου ήτανε καπετάνιος, αυτός διοικούσε. Και τον βλέπω την άλλη μέρα, λέει, ήμουνα και στην αδερφή μου. «Κορίτσια», λέει, «θέλετε να πάμε να πιούμε έναν καφέ; Κύριε Τάκη», του λέει, «έρχεσαι να πάμε να πιούμε έναν καφέ;». Πήγαμε να πιούμε έναν καφέ με τον κύριο Τάκη και μετά ερχότανε, «Ήρθα να πιω καφέ», «του Γιάννη ήρθα να πιω καφέ», ερχότανε. Μετά έφυγα εγώ τον Σεπτέμβριο, γιατί αρχίζανε το πανεπιστήμιο. Μου λέει: «Μη φύγεις. Μείνε», μου λέει, «αν θέλεις να ‘μαστε ζευγάρι». «Τι λες;», του λέω, «Εμένα τ’ όνειρό μου είναι να σπουδάσω, δεν είναι για να παντρευτώ». Έφυγα εγώ, μετά ξαναήρθαμε τα Χριστούγεννα, ξανασμίξαμε. Μετά με διώξανε. Κι έβαλε και σαν πρόσχημα ο Ταμπάκης, έτσι μου ‘πε η θεία μου, ότι μου έκανε φάκελο κοινωνικά φρονήματα, γιατί έκανα παρέα με τον Χαύτα. Όχι ότι επειδή ήταν ο πατέρας μου, αλλά επειδή έκανα παρέα με τον Χαύτα.

Α.Τ.:

Πριν κλείσουμε, υπάρχει κάτι που δεν σας ρώτησα και θα θέλατε να πείτε που ξεχάσαμε στη συζήτησή μας; Κάτι που θα θέλατε να αναφερθεί;

Ε.Χ.:

Δεν θυμάμαι. Δεν θυμάμαι κάτι. Αν με αμπώξεις εσύ, που λέμε και στην Κρήτη.

Α.Τ.:

Κι ένα τελευταίο, πριν κλείσουμε, πείτε μου μία όμορφη ανάμνηση, να κλείσουμε με κάτι τέτοιο.

Ε.Χ.:

Πολλές. Πολλές όμορφες αναμνήσεις έχω. Την ημέρα που μου είπε ο Κώστας να γίνω γυναίκα του.

Α.Τ.:

Πείτε μου γι’ αυτό.

Ε.Χ.:

Εμένα δεν με θέλανε οι γονείς, οι γονείς του, η αδερφή του από ζήλια, γιατί ήθελε να παντρευτούνε, να πάρει προίκα. Να πάρει δυο χιλιάδες κέρατα, γίδια. Λοιπόν, έρχεται η μία αδερφή του, η οποία με ήθελε, γιατί ήμουνα από οικογένεια και μου λέει: «Κοίταξε, να σου πω, πες του τού Κώστα, δεν τη μαζεύει», μου λέει, «την Πόπη. Κάθεται», μου λέει, «και σε βρίζει και λέει κουβέντες». Ο Κώστας έλειπε και μου ‘χε στείλει κάτι ανίψα να μου κάνουνε παρέα για να μην είμαι μόνη μου στο πάρκο, γιατί εμείς δεν ξέραμε ξενοδοχεία, και συντρόφους, και συμβιώσεις. Κρατάγαμε, έλεγε η μάνα μας «Από 'δώ και κάτου να μη σας ξέρουνε. Από εδώ κι απάνω», δηλαδή τα μυστικά σας όλα. Έρχεται λοιπόν, εγώ ήμουνα πάρα πολύ στενοχωρημένη. Να με βρίζει έξω απ’ την εκκλησία, να λέει. Τι έχει μ' μένανε; Εγώ δεν είχα τίποτα. Ούτε γκόμενους είχα ούτε είχα δώσει δικαιώματα γιατί έλειπα. Τέλος πάντων, το κατάλαβε αυτός από τον τρόπο που αντέδρασα, όταν ήρθε. Μου λέει «Τί συμβαίνει;». Του λέω «Αυτό κι αυτό η αδερφή σου η Πόπη». «Έλα, βρε Λία», μου λέει, «ακούς τους Προνοιώτες;». «Αφού είναι», μου λέει, «κουτσομπόληδες, παλιανθρώποι, λένε». Του λέω: «Είναι κουτσομπόληδες οι ανθρώποι; Ναι… Ποιος μου τα είπε θες να μάθεις;». Λέει ναι. «Η αδερφή σου η Αθηνά». «Τι;». «Η αδερφή σου η Αθηνά; Τώρα», μου ‘χει κάνει πολλά, πού να σ' τα λέω. «Τώρα φεύγουμε, αρραβωνιάζεσαι». «Δεν είμαι γκαστρωμένη», του λέω, «ν’ αρραβωνιαστώ. Θ’ αρραβωνιαστώ με τιμή και υπόληψη, και με τραπέζι». Μας στεφάνωσε ο δήμαρχος Ναυπλιέων. «Και θα γίνουνε όλα», του λέω «όπως πρέπει». Πράγματι, εκείνη την ώρα, ας πούμε, με πιάσαν τα κλάματα. Και είπα: «Πατέρα! Ο σύντροφός σου γίνεται δικός μου σύντροφος».

Αλλά μου ‘χε κάνει πολλά, ήτανε… Παλιάνθρωπος ήτανε. Αγαπιόμαστε κι είχαμε τσακωθεί. Το σπίτι μου ήταν τετραώροφο κι εγώ κοιμόμουνα στην ταράτσα. Που ήξερε ότι θα τραβήξει το σκοινάκι, τα ‘ξερε βέβαια. Κι ανεβαίνει κι όπως κοιμόμουνα, έρχεται και μου βουλώνει το στόμα για να μη φωνάξω. Φώναζα εγώ, αφού χτύπαγα τα χέρια, του ‘δινα μπουνιές, τον κλωτσαγα. Μου λέει: «Μη μιλάς, δω’ μου ένα φιλάκι». «Μπα», του λέω, «φύγε». «Άμα μου δώσεις ένα φιλάκι, θα φύγω». Δώσαμε το φιλάκι κι έφυγε και τον πιάσανε. Έκανε τέτοια πολλά. Όταν, η μάνα μου δεν τον ήθελε, τον έλεγε χασαπόσκυλο. Χασαπόσκυλο τον ανέβαζε, χασαπόσκυλο τον κατέβαζε. Κάποια φορά, η μάνα μου μας έλεγε: «21:00 η ώρα θα είσαι στο σπίτι. Τέρμα. Γιατί είσαστε, δεν έχετε πατέρα, δεν έχετε αυτό. Μη δίνετε δικαιώματα». Έλα ντε που εγώ είχα κάτσει με τον Κώστα, με τον Γιαννητσάλη, της αυτηνής της Όλγας, Λία, τον θείο, και τον Ηλία τον Τζάνο στο πάρκο και πίναμε πορτοκαλάδα. Τους λέω: «Παιδιά, πήγε 21:00 η ώρα, πρέπει να φύγω. Θα με σκοτώσει η μάνα μου». «Μπα», λέει, «στην Αθήνα τι; Ξέρει τι κάνεις, δεν σε σκοτώνει, εδώ θα σε σκοτώσει;». Του λέω: «Θα με χτυπήσει». Λέει: «Θα σε πάμε εμείς μέχρι την πόρτα». Έρχονται, λοιπόν, μέχρι την πόρτα. Ανεβαίνω εγώ. Όσο ήξερα, όμως, εγώ ότι είναι στην πόρτα, τόσο ούρλιαζα και φώναζα. Ανεβαίνει, λοιπόν, απάνω, την πιάνει από 'δώ τη μάνα μου, πριν αρραβωνιαστούμε. Και της λέει: «Άλλη φορά δε θα την ξαναγγίξεις, γιατί εμένα θα γίνει η γυναίκα μου». «Τι λες, ρε χασαπόσκυλο; Που τη σπουδάζω εγώ και τη μορφώνω για τη δώσω σ' εσένανε». Δεν της είπε τίποτα, γυρίζει σ' εμένα, μου λέει: «Θα πάρεις καμιά μπλούζα μαζί σου ή θα ‘ρθεις έτσι;». Όποτε γίνεται μαινάδα η μάνα μου, κι αρχίζει να φωνάζει και να κάνει, «Θα μου πεις εμένανε;». Γιατί του 'πα εγώ: «Θα πάρω μπλούζα και θα ‘ρθω». Κι έτσι ξεκίνησε η προϊστορία για να γίνουνε οι αρραβώνες. Είχε ήδη ο Κώστας συνειδητοποιήσει ότι κάποια στιγμή δεν είναι απλώς φλερτ ή αίσθημα.

Α.Τ.:

Τέλεια, σας ευχαριστώ πάρα πολύ!

Ε.Χ.:

Παρακαλώ! Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα!