© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Ναυτικά ρεκόρ και προύχοντες της Σύμης
Κωδικός Ιστορίας
26979
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Στυλιανός Κασσώτης (Σ.Κ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
24/02/2024
Ερευνητής/τρια
Άννα Καλαμάτα (Ά.Κ.)
Καλησπέρα. Ονομάζομαι Άννα Καλαμάτα. Είμαι ερευνήτρια στο Istorima και είμαστε σήμερα εδώ, 25/2/2024, με τον κύριο Στέλιο Κασιώτη.
[00:00:00]
Κασσώτη. Δύο σίγμα, ωμέγα, χωρίς γιώτα.
Τέλεια. Κύριε Στέλιο, μιλήστε μας λίγο αρχικά για τα παιδικά σας χρόνια, πώς μεγαλώσατε, το βιογραφικό σας.
Τα παιδικά μου χρόνια... Γεννήθηκα στη Σύμη... Στη Ρόδο για λίγο, μετά βέβαια με πήρε η μητέρα μου στη Σύμη. Πήγε και γέννησε στη Ρόδο, με μετέφερε στη Σύμη για να είναι πιο ασφαλής από πλευράς ιατρικής. Και έζησα όλα μου τα χρόνια στη Σύμη της δεκαετίας του ‘60 και του ’70. Ήταν ακόμα χρόνια που η παράδοση ήταν αρκετά ζωηρή, δεν είχε ακόμα αρχίσει λόγω τουρισμού να «νερώνει», να το πούμε έτσι. Λοιπόν. Έζησα ωραία παιδικά χρόνια. Έβγαλα το Πετρίδειο Δημοτικό Σχολείο, από το οποίο έχω πάρα πολύ ωραίες αναμνήσεις και εν συνεχεία στο Πανορμίτειο γυμνασίου, απεφοίτησα. Ο πατέρας μου ήτανε έμπορος, μπακάλης. Είχε και την αντιπροσωπεία του Παπαστράτου, τα τσιγάρα. Και πουλούσε στους περιπτερούχος, ας πούμε, όλοι του νησιού οι περιπτερούχοι απ’ αυτόν αγοράζανε. Και η μητέρα μου οικιακά, η οποία κι αυτή ασχολήθηκε και με το εμπόριο, διότι είχαμε ένα... Μία δεκαετία κι αυτή μαγαζί στο σπίτι, με άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, όχι παράνομο. Λοιπόν. Τα παιδικά μου χρόνια ήτανε στο μαγαζί, να βοηθάω, να κουβαλάω απ’ το ένα μαγαζί στο άλλο πράγματα. Δεν υπήρχε τότε μέσα μεταφοράς. Μόνο οι βάρκες ήτανε και τα καρότσια, οι χαμάληδες. Είχε αχθοφόρους το νησί. Είχε αχθοφόρους, οι οποίοι κουβαλούσανε κάτω στο Γυαλό που είναι η προκυμαία και έχει κάποιους δρόμους, τέλος πάντων, τα κουβαλούσαμε με τα καρότσια. Όταν ήταν να πάνε στο χωριό ή με γαϊδούρια ή με... Στον ώμο, στον ώμο. Έχω δει ανθρώπους στη δεκαετία του ‘60, γιατί τότε πια αρχίσαν και τα ψυγεία, τα ψυγεία δηλαδή να υπολογίσετε, τι, αρχίσαν πια να μπαίνουν στο κάθε σπίτι μέσα την περίοδο της δικτατορίας, εκεί από το... Και λίγο πιο πρώτα, αλλά κυρίως τότε. Και πλυντήρια όχι, τα πλυντήρια είναι πολύ αργότερα, γιατί υπήρχε το θέμα με το νερό, δεν είχαμε τόσα νερά. Εμείς από τις στέρνες μαζεύαμε. Λοιπόν. Και πολλά σπίτι είχαν και μικρές στέρνες και είχαν προβλήματα, δανειζόντουσαν από άλλους. Τότε δεν υπήρχαν, δεν υπήρχε σύστημα υδρεύσεως τότε. Λοιπόν... Και αυτό! Σχολείο, να βοηθάω ντο πατέρα μου, να κουβαλάω πράγματα στο σπίτι, μέχρι βαρέλια πετρέλαιο που γυρνούσα από το μέσα μαγαζί του Γυαλού, να τα πάρω στο άλλο σπίτι, στου σπιτιού το μαγαζί, γιατί πουλούσαμε και πετρέλαιο, πουλούσαμε απ’ όλα τα πράγματα. Λοιπόν. Μετά, έβγαλα το γυμνάσιο. Ασχολιόμουν και με τα εκκλησιαστικά, παιδάκια στην εκκλησία εκεί στον παπά, ψιλοέψελνα και λίγο, κάτι ξέρω δηλαδή. Με τα ψαρέματα, η αλήθεια, και με αυτά, με τα θαλασσινά δεν είχα σχέση πολλή, παρόλο που προέρχομαι από τη μάνα μου από πολύ δυνατή ναυτική οικογένεια, επειδή ο πατέρας μου δεν είχε σχέση και είχαμε μαγαζί, δεν ασχολούμαστε με ψαρέματα και έτσι. Ενώ άλλοι συμμαθητές μου πηγαίναν και στο ψάρεμα και στο αυτό... Λοιπόν. Τώρα αυτό δεν ξέρω αν είναι ενδιαφέρον;
Βεβαίως!
Λοιπόν. Μετά... Εντάξει... Αυτά. Έβγαλα το γυμνάσιο, έφυγα. Εσπούδασα στη σχολή ασυρματιστών της Ρόδου, πήγα, έδωσα εξετάσεις. Και μετά άρχισα να πηγαίνω στη Σύμη σε διακοπές σε... Έμενα και στη Ρόδο ένα διάστημα. Μετά πια, από το ’82, για να μην μακρηγορούμε με λεπτομέρειες, εγκαταστάθηκα πια στην Αθήνα. Στην Αθήνα διετέλεσα και πρόεδρος των Συμιακών Νέων ένα διάστημα, ‘87 - ’90. Δεν ήθελα να κάτσω και την επόμενη διετία, γιατί ασχολιόμουνα με κάποια άλλα πράγματα που δεν ήθελα να τα ανακατέψω. Και... Αλλά ήμουνα και στην Ομοσπονδία Δωδεκανησιακών Σωματείων επτά χρόνια περίπου, Έφορος Πολιτιστικών. Λοιπόν. Τι άλλο τώρα να πούμε; Τώρα. Στη Σύμη τώρα. Υπήρχαν τα μπακάλικα, υπήρχανε τα μανάβικα, υπήρχαν φούρνοι, υπήρχε βιοτεχνία που έβγαζε... Είχε ζαχαροπλαστεία, υπήρχε βιοτεχνία που έβγαζε χαλβάδες, ταχίνι και λουκούμια. Πολύ καλή, μάλιστα, θα το τονίσω αυτό, ότι η καρύδα, το λουκούμι, η καρύδα, γιατί βγάζει τριαντάφυλλο και περγαμόντο, η καρύδα, το λουκούμι εγώ δεν το συγκρίνω ούτε με της Σύρο που λένε, το θεωρώ πολύ πιο ανώτερο της Σύμης. Ωραίο ταχίνι και ωραίους χαλβάδες. Ήταν οι Παπαδόπουλοι, αδελφοί Παπαδοπού... Αδερφοί Παπαδόπουλοι, Στυλιανός Παπαδόπουλος και υιοί, το οποίο βέβαια στη δεκαετία του ‘80 και σταμάτησε, τη δεκαετία του ‘80 σταμάτησε οριστικά. Και τώρα ο απόγονος έχει μεγάλο σούπερ μάρκετ, δεν υπάρχει πια αυτό το πράγμα ούτε και θα προϊόντα. Η Σύμη έβγαζε... Είχε... Μπορεί να μην είχε μεγάλη αφθονία, αλλά έβαζε πάρα πολύ ωραία σύκα, έβγαζε πολύ ωραία φραγκόσυκα, ειδικά τα φραγκόσυκα, τα φραγκόσυκα θα θεωρούνταν... Πρέπει να είναι από τα καλύτερα στον κόσμο σε γεύση, το συμιακό, λόγω του εδάφους. Πολύ ωραίο μέλι βέβαια, από τα καλύτερα μέλια, μεταξύ των καλυτέρων μελιών της Ελλάδος συγκαταλέγεται και της Σύμης λόγω του θυμαριού και αυτά. Είναι δε πολύ σπουδαία η ρίγανή της, της Σύμης. Μάλιστα έγινε ένα διάστημα και συγκομιδή, αλλά μετά σταματήσανε και για να μην καταστραφεί το αυτό, και το φασκόμηλο, αλλά η συγκομιδή αφορούσε τη ρίγανη της Σύμης, θεωρείται κορυφή. Αυτά, όσον αφορά τα προϊόντα της. Εν πάση περιπτώσει, ό,τι βγάλει η Σύμη, είναι πάρα πολύ νόστιμο. Δεν είναι σε μεγάλη ποσότητα, αλλά είναι πάρα πολύ νόστιμο. Εν τω μεταξύ τότε υπήρχαν βέβαια μέχρι και που ‘μουνα εγώ στο δημοτικό και μέχρι και τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, μέχρι το ‘70 να πούμε, ’71, ακόμα τα περβόλια στέκανε. Ο κόσμος είχε τα περιβόλια του, πήγαινε, έκοβε τους καρπούς. Μετά τα παρατήσανε πια. Με τον τουρισμό αρχίσαν να... Εν τω μεταξύ και οι συγκοινωνίες αυξηθήκανε και... Αρχίσαν και να φέρνουν πολλά από τη Ρόδο. Δεν ξέρω τι; Ίσως να θεωρούσαν ασύμφορο να ασχολούνται πολύ, τα αφήσανε και καταστραφήκανε. Είχε δραγάτες, φυλάγαν τα περιβόλια, τα πρόλαβα όλα αυτά βέβαια. Δεν μπορούσες να πας όπου θέλεις, μόνο μία συγκεκριμένη περίοδο που λεγόταν «η καλοχρονιά», εκεί πια ανοίγαν και μπαίναν για να μαζέψεις. Αλλά είχαν περάσει πια τα καλά φρούτα, ήταν τα «ποδιάλεα» που λέμε στη Σύμη, η δεύτερη διαλογή δηλαδή. Εκεί άνοιγε μία εποχή, δεν θυμάμαι τώρα ακριβώς την ημερομηνία, εκεί γύρω στον Σεπτέμβρη, μετά του Σταυρού κάπου εκεί, ανοίγαν πια τα περβόλια και περάστε ελεύθερα. Μέχρι τότε ήταν πολύ αυστηρά, δεν μπορείς να πειράξεις τίποτα από ξένο περιβόλι. Επίσης, είχε πολύ καλή κτηνοτροφία. Δηλαδή είχε μάντρες που τις λέμε εμείς, αλλού τα λένε μιτάτα και τέτοια στην Κάσο κι εδώ κι εκεί, και εμείς το λέμε μάντρα... Στη μάντρα. Η μάντρα του Τσουβαλά, η μάντρα του Γιακιώργη, η μάντρα του Τσακκίρη. Ήτανε καλές μάντρες, βγάζανε πολύ ωραίες μυζήθρες, ανθότυρο δηλαδή, εμείς το λέμε μυζήθρα, τυριά, σου κάνανε και για κουμπάνια αν ήθελες και παράγγελνες και το έβαζες στην άρμη, σαλαμούρα, αυτό. Ο συμιακός βούτυρος με το όνομα, δεν ξέρω αν το ‘χεις ακούσει και από άλλονε. Ο συμιακός βούτυρος ήτανε με το όνομα, κάνα καϊμάκι, κάνα... Βγάζαν πάρα πολύ ωραία προϊόντα. Βέβαια, στην εποχή τη δική μου δεν ήταν τόσο όσο αυτά που ‘λεγε ο πατέρας μου, ο οποίος του φέρναν και τα πούλαγε και στο μαγαζί κάποιες μάντρες, τα προωθούσε στο εμπόριο. Γινόταν χαμός, βγάζανε πάρα πολλά πράγματα τέτοια. Λοιπόν. Και πολύ νόστιμα. Επίσης, θα τονίσω τα κρίθινα κουλούρια τα συμιακά. Αυτά τα κρίθινα κουλούρια τα κάνανε οι βόσκισσες, οι γυναίκες δηλαδή των βοσκών, αυτές που ‘χαν τις μάντρες, ναι, οι οποίες ήταν μαστόρισσες πολύ, ειδικά η δικιά μας, Δέσποινα Τσακκίρη λέγονταν αυτή η γυναίκα, όταν μας έφερνε έτσι, δώρο μας τα ‘φερνε, επειδή είχαμε συνεργασία εμπορική, μας φέρναν τα προϊόντα τους και τα πουλούσαμε. Μιλάω τώρα για την τελευταία που την πρόλαβα εγώ, παλιά ο πατέρας μου είχε του Γιακότζη δίπλα στη Νίμο, στο νησί της Νίμου και του φέρνανε όλα τα προϊόντα. Μια βάρκα πελώρια γεμάτη πράγματα και φεύγαν όλα. Αυτά δεν τα πρόλαβα εγώ, αυτό είναι... Ήμουνα αγέννητος ή αν ήμουν πολύ μικρός. Εγώ γνώρισα τους Τσακκίρηδες και θυμάμαι εκείνα τα κρίθινα κουλούρια, πολύ νόστιμα. Αφού λένε ότι τα προνόμια που πήραν, που ‘δωσε ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής στη Σύμη λόγω της μάχτους, ένα από αυτά που τον σαγηνεύσανε ήταν και τα κουλούρια τα κρίθινα. Αυτό θα το δεις και κάπου γραμμένο, μπορεί να το ‘χεις ακούσει κιόλας. Μεταξύ αυτών που του πήραν, τέλος πάντων, πεσκέσι, η αντιπροσωπεία, ήταν και κρίθινα κουλούρια συμιακά. Είναι το έδαφος τέτοιο. Είναι το έδαφος. Οι εκκλησίες ακόμα είχανε μία άλλη ισχυρά. Είχαμε ακόμα πολλούς ψαλτάδες, είχαμε παπάδες πιο σεβάσμιους, πιο αυτούς, πιο παλιούς. [00:10:00]Τα έθιμα... Τα έθιμα ήταν ακόμα τότε το επί των ημερών μου αυθεντικά. Τώρα αρχίσαν και νερώνουνε λίγο, δεν είναι πια αυτά που ήταν τότε. Δηλαδή να σου πω και δεν έχει σημασία, αυτά λαογραφική καταγραφή είναι, πρέπει να τα πούμε όλα. Η κηδεία. Η κηδεία γινόταν με ένα τελετουργικό. Ο νεκρός... Οι νεκροί ήταν πάντα στο σπίτι. Ήθελε να πάει ο παπάς εκεί, να βγάλουν τον νεκρό, ψάλλανε στο δρόμο, τον παίρνανε στους ώμους, δεν υπήρχαν βέβαια τότε κι αυτά. Αυτά όλα τώρα δεν είναι, τώρα πια είναι έχει γίνει σαν Αθήνα, σαν Ρόδος. Δεν υπάρχουν πια τώρα αυτά, τα απλουστεύσανε. Οι γάμοι. Οι γάμοι κάτι γίνεται. Κάποιοι γάμοι κρατάνε, δεν μπορεί να είναι όπως ήταν τότε. Εκ των πραγμάτων δηλαδή δεν μπορούν πια να είναι όπως ήταν τότε, γιατί πολλά πράγματα, εντάξει, αλλάξαν πολλά πράγματα και δεν μπορεί να ‘ναι τόσα αυθεντικοί, όπως ήταν τότε. Τα τελετουργικά του γάμου δηλαδή και τα τραπέζια, αλλά ο γάμος κάπως κρατάει. Εν τω μεταξύ ήταν και άλλοι τότε οι οργανοπαίχτες, υπήρχαν πολλοί περισσότεροι, βιολιτζήδες και αυτά. Αν και κυριαρχούσε και το ακορντεόν, η τρόμπα. Είχε ωραία εμβατήρια, ξένα μάλλον, τα λογικά για τους γάμους. Είχε ωραία εμβατήρια, τα οποία δεν ήτανε παραδοσιακά. Ήτανε από ευρωπαϊκή μουσική παρμένα και αυτά υπάρχουν και οι ήχοι κάπου καταγεγραμμένοι. Να μιλήσεις και με τον Κώστα τον Κοντό στη Σύμη. Θα μιλήσεις και με εκείνον, ο οποίος βέβαια τώρα τρέχει και αυτός, γιατί παντρεύει την κόρη του στην Κρήτη και έχει διάφορα θέματα εκεί με τα μαγαζιά του. Αλλά θα σου πει κι εκείνος κάποια πράγματα, γιατί αυτός ασχολείται και με τη μουσική, είναι και οργανοπαίχτης και είναι και λαογράφος και γράφει και έχει γράψει κι ένα ωραίο λεξικό το οποίο είναι υπό έκδοση. Έχει βγάλει και κάποιο άλλο βιβλίο. Βέβαια και εγώ τον βοηθάω, του λέω πολλά πράγματα, αλλά είναι πολύ άξιος σ’ αυτά. Εγώ πιο πολύ είμαι προφορικός τύπος, δεν είμαι του γραψίματος, στο facebook γράφω αναγκαστικά, απαντώ. Αλλά πιο πολύ είμαι προφορικός, ξέρω πολλά πράγματα στο μυαλό μου πιο πολύ. Λοιπόν. Τώρα πάμε στον γάμο. Του γάμου τα φαγιά προφανώς θα έχεις ακούσει πια ήτανε. Το φαγητό του γάμου ήταν το παστίτσιο. Αυτό ήταν το φαγητό του γάμου. Το παστίτσιο, πουρέ... Πουρέ και φιλέτο κρέας -πώς λέγεται; Όχι ρόστο, κρέας ψαχνό, πώς λέγεται το... Κομμάτια, δεν ήταν δηλαδή κοκκινιστό - πώς λέγεται τώρα, έχω χάσει την αυτήν μου - αυτό ήταν το φαγητό του γάμου. Το παστίτσιο το κύριο, ο πουρές διπλά, δηλαδή μιλάμε για πολύ νόστιμα πράγματα, γιατί είχε μάγειρες που τα φτιάχνανε, δεν κάνανε πειραματισμούς. Τους Κορδόνηδες, είχε τους Μπαλήδες, τέτοια ονόματα, τρανταχτά, τα οποία αργότερα πήγανε στη Ρόδο και δουλεύανε σε μεγάλα ξενοδοχεία. Και μιλάμε ότι κάνανε ένα φαγητό για τριακόσια και πεντακόσια άτομα, μπορεί και παραπάνω, αναλόγως τι γάμος ήτανε. Λοιπόν. Σαλάτες, αλμυρό όχι αντσούγιες, φτιάχνανε μαρίδα παστή, αυτό είναι το αλμυρό της Σύμης κυρίως και κυρίως μαρίδα επειδή υπήρχε πάρα πολλή, υπήρχε πολλή μαρίδα στη Σύμη, υπήρχε πολλή μαρίδα και την παστώνανε, είναι πάρα πολύ νόστιμη. Ξέρω κι εγώ και κάνω δηλαδή, αλλά τώρα αποφεύγουμε λόγω της πίεσης. Λοιπόν, αυτά ήταν τα φαγιά και μετά αναλόγως τι εποχή ήταν, και το φρούτο. Άμα ήταν χειμώνας, πορτοκάλι, τέτοια πράγματα, μήλο, πορτοκάλι που είναι πιο και πιο αυτό. Αυτά τα φαγητά του γάμου και καμιά φορά βέβαια ήταν τα ίδια περίπου φαγητά μάλλον και σε βαφτίσια μεγάλα που τα κάναν, έτσι, πιο επίσημα. Το κρέας πώς το λέμε τώρα αυτό του γάμου; Το κρέας ήτανε... Νοβά το λένε τώρα, πώς το λένε... Κομμάτια κρέας καθαρό, χωρίς κόκκαλο, δίπλα στο παστίτσιο ένα κομμάτι και ο πουρές, πολύ νόστιμος πουρές, ναι, και οι σαλάτες ήταν ομαδικές, δεν σου δίναν ατομική, έβαζες από το... Είχε... Αυτά τα φαγητά του γάμου. Μετά βέβαια, τα πεσκέσια, είναι μία - πιστεύω θα το έχεις ακούσει και από άλλους - είναι μία διαδικασία, ένα έθιμο ωραίο. Το οποίον όταν κλείσει η αρραβώνα και προγραμματιστεί πια και η ημερομηνία του γάμου και είναι πια τετελεσμένα τα γεγονότα, δηλαδή ότι ο γάμος αυτό, παίρνανε... Όριζε η μεριά του γαμπρού πού θα... Πού θέλει να τους πάνε πεσκέσι. Δεν πήγαιναν στης νύφης στο μέρος πουθενά. Αυτά τα πεσκέσια όλα τα έκανε ο πατέρας της νύφης, η οικογένεια της νύφης, ήταν έξοδα του πατέρα της νύφης και όριζε η οικογένεια του γαμπρού πού θα πάρει πεσκέσι. Θα πάρει δηλαδή στη γιαγιά μου, θα πάρεις τον παππού μου, δηλαδή στο..., θα πάρεις στον νονό μου, θα πάρεις στον τάδε μου θείο. Εκείνοι σου λέγανε πού θα πάρεις πεσκέσι. Ήταν μια διαδικασία με, μπακλαβάς συνήθως ήταν το πεσκέσι, το γλυκό ήταν μπακλαβάς αλλά πολλές φορές και παντεσπάνι, το οποίο ήταν επικαλυμμένο με γλασέ σοκολάτα. Θυμάμαι δηλαδή που μας φέρανε εμάς από έναν πρώτο μου ξάδερφο, της μητέρας μου της αδερφής τον γιο, γιατί ήταν κι η μάνα μου η προξενήτρα που έκανε το συνοικέσιο - και μας φέραν, στη θεία δηλαδή, πεσκέσι η νύφη, ήτανε... Δεν ήταν μπακλαβάς, ήτανε τέτοιο, θυμάμαι, ήτα παντεσπάνι, δεκαετία... Αρχές δεκαετίας '60. Ναι, αναλόγως και την εποχή. Ο μπακλαβάς είναι ένα γλυκό που αντέχει όλες τις εποχές. Το παντεσπάνι συνήθως το φέρνανε πια όταν ήταν χειμωνιάτικο, για να μη λιώσει η σοκολάτα, για να μην... Η Σύμη έχει πάρα πολλή ζέστη, πρέπει να το πούμε κι αυτό, καμίνι είναι το νησί, είναι πολύ ζεστό. Ειδικά κάτω ο Γυαλός και η δικιά μας πλευρά που λέγεται Πιτίνη είναι πιο δροσερή, αλλά ο Γυαλός έχει... Πάντοτε η Σύμη έχει πολλή ζέστη λόγω και του... Έχει πολλή πέτρα η Σύμη, αλλά έχει και πολλά δάση η Σύμη. Είναι η τρίτη δασική περιοχή Δωδεκανήσου - δεν ξέρω αν το ξέρεις αυτό. Είναι... Είναι Ρόδος, Κάρπαθος, Σύμη. Έχει δάση πελώρια η Σύμη. Όταν περνάς απ’ έξω από το νησί, από τη Ρόδο για να ‘ρθείς στη Σύμη, λες ότι: «Καλά, εδώ έριξε ο Θεός όλη την πέτρα!». Κι όταν μπεις μέσα στο εσωτερικό, χάνεσαι. Ο Θεός να μας φυλάει δηλαδή και από τις φωτιές. Να μην γίνει, δηλαδή, καμιά στραβή, γιατί δεν υπάρχει, βέβαια, δεν υπάρχουν... Είναι δύσβατοι δρόμοι. Είναι ο μη γένοιτο σαν τη Ρόδο που υπάρχουν ορισμένες περιοχές που σβήνει η φωτιά όποτε δεν βρει δέντρο πια. Δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Μόνο αεροπλάνα βέβαια. Πρέπει να το πούμε και αυτό ότι έχει μεγάλο... Έχει μεγάλο δασικό πλούτο η Σύμη. Αν δεν σ' το ‘χει πει κανένας αυτό. Πρέπει να το τονίσουμε! Τώρα. Λέγε μου τώρα, κατεύθυνε με!
Αρχικά, αναφέρατε ότι η μητέρα σας λειτουργούσε και σαν προξενήτρα;
Όχι.
Όχι;
Όχι. Έτυχε τυχερά δυο - τρία, δυο φορές να το κάνει... Να κάνει... Να φέρει σε επικοινωνία... Ήρθανε και της είπανε: «Μπορείς να μιλήσεις...;». Άκου, προξενήτρα, βέβαια, να έχει τον τίτλο της προξενήτρας δεν υπήρχε καμιά. Υπήρχαν, βέβαια, κάποιες γυναίκες πιο επιδέξιες που μπορούσαν να είναι πιο έξυπνες σ’ αυτά. Η μάνα μου δεν μπορώ να την πω ότι ήταν σε μια ανώτερη κατηγορία, ήτανε μια, ας πούμε, η γυναίκα δηλαδή δεν ασχολιόταν ιδιαίτερα μ’ αυτό το πράμα. Δηλαδή έτυχε δυο - τρεις φορές να... Εκείνη να κάνει... Να το πει. Δηλαδή ήρθε μια μάνα και της λέει: «Βρε Άννα», Άννα τη λέγαν και τη μάνα μου, «μπορείς να πας, ας πούμε, στις γειτόνισσές σου και να πεις για την κόρη μου; Ότι τον θέλουμε το γιο της για γαμπρό;». Λέει: «Επειδή ξέρω την κοπέλα σας, ξέρω και την οικογένειά σας, να το κάνω αυτό!» Έπιασε. Δυο - τρεις φορές έπιασε. «Πιάνει η λίσκα σου!», έτσι λένε στη Σύμη.
Η λίσκα σου.
Δεν ξέρω αν το λένε και σε άλλα μέρη! Το λένε σ’ άλλα μέρη; Το λένε;
Στη Ρόδο δεν το λέμε.
Δεν το λέτε στη Ρόδο. Λέει: «Αυτή πιάνει η ίσκα της!». Η μάνα μου, ας πούμε, ότι έπιανε λίγο η ίσκα της, όταν ήθελε να ασχοληθεί... Όμως, δεν ξέρω αν χρειάζεται να το πούμε κι αυτό, έλεγε: «Μην ανακατεύεσαι ποτέ σε προξενιά!». Καμιά φορά είναι αχάριστος ο κόσμος. Τους ταχτοποιάς και μετά μπορεί να ακούσεις και τα μούτρα σου! Γι’ αυτό λέει μια γιαγιά μου, τώρα γιαγιά μου, είχε κάνει... Έλεγε πάντοτε... Της γιαγιάς μου η μητέρα, δηλαδή η μαμά της γιαγιάς μου, η γιαγιά της μάνας μου από τη μαμά της. Έλεγε: «Ξένο παιδί μην πιάσεις, να μεγαλώσεις», αυτό είπε εκείνη σαν μεγάλη γυναίκα που ήτανε, «και προξένια μην κάνεις!». Και της έλεγε η κόρη της: «Γιατί, ρε μάνα, να μην κάνω προξενιά, άμα μπορώ να βοηθήσω έναν άνθρωπο;». «Γιατί», λέει, «μια φορά έκανα προξένια, τους ταχτοποίησα και μετά, όταν τσακωνόντουσαν, λέει: "Να και το κόκκαλο του προξενητή! Πονά και το κόκκαλο του προξενητή!"». Οπότε λέει, από τότες, λέει, που τ’ άκουσε αυτό λέει: «Μακριά από μας!». Αλάργα δηλαδή. Τους ταχτοποιήσαμε, τους βολέψαμε και βρήκαμε και τον μπελά μας από πάνω! Ε! Τώρα πες μου! Τι άλλο; Σου διευκρίνισα πάντως πάνω σ’ αυτό που μου ‘πες!
Μια χαρά! Αναφέρατε επίσης ότι έχετε κι άλλα μέλη της οικογένειας με ιδιαίτερες ιστορίες.
Αυτό. Να πούμε για τον θείο τον Στάθη;
Βεβαίως.
Ο θείος ο Στάθης Χατζής ο οποίος έχει [00:20:00]μεγάλο σόι στη Ρόδο. Είχε εγγονές δασκάλες, δασκάλους, Αλαβέρα, Μπόκου, όλα τα παιδιά, όλα είναι σπουδαγμένα. Χατζής, ο Μιχάλης, έχουν παλαιοπωλείο. Αυτοί είναι απόγονοί του στη Ρόδο, έχει μεγάλο σόι στη Ρόδο. Αυτός, λοιπόν, ο άνθρωπος ήτανε γερός ναυτικός, γερός βουτηχτής από ναυτική οικογένεια, οι Χατζήδες ήταν παλιά ναυτική οικογένεια. Και στον όρμο Πηγάδια της Καρπάθου έμπλεξε η άγκυρα του θωρηκτού Ρεγγίνα - Μαργαρίτα το 1913. Οπότε οι Ιταλοί πιο πολύ το θεωρήσανε... Είναι λίγο προληπτικοί... Αυτοί είχαν άγκυρες εφεδρικές, αλλά -συγγνώμη- αλλά δεν θέλανε να χαθεί η άγκυρα, θεωρούσαν ότι ήταν κακός οιωνός. Οπότε βγήκαν προς αναζήτηση ενός δυνατού δύτη μπας και μπορέσει και την ξεμπλέξει. Λοιπόν. Πήγαν στην Κάλυμνο, δεν τα βρήκαν στην Κάλυμνο που οι Καλύμνιοι όλο φάρες είναι, λοιπόν, εκεί στην Κάλυμνο δεν, τελικά δεν δέχτηκε κανένας να πάει, γιατί το βάθος ήταν πάρα πολύ μεγάλο. Και στη Σύμη ήρθαν εκεί πέρα, ψάξαν τους προύχοντες και τους οδηγήσαν στο σπίτι του θείου. Ήταν η γυναίκα του, λέει: «Λείπει με τον τάδε, έχουν πάει στο ψάρεμα. Όταν έρθει, θα του το πω, να ‘ρθει να μιλήσει μαζί σας, να δούμε τι μπορεί να σας βοηθήσει». Τέλος πάντων, τελικά έκλεισε, λέει: «Θα ‘ρθώ!». Είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του και επετεύχθη παγκόσμιο ρεκόρ, ογδόντα οκτώ μέτρα βάθος πήγε με καμπανέλι, με πέτρα, έτσι; Βάζω, γιατί κρατάνε και μια πέτρα για να τους δίνει βάρος. Και μία εκ των καταδύσεων διήρκησε τρεισήμισι λεπτά. Έδεσε την άγκυρα και μετά την ανασύρανε πάνω. Η φωτογραφία του είναι κρεμασμένη στο μουσείο του Μονακό. Αυτή η φωτογραφία, όταν βγήκε από την τελευταία κατάδυση, ναι... Τέλος πάντων, θεωρείται... Είναι... Λέγεται «ο Συμαίος ημίθεος του βυθού». Αυτός ήταν αδερφός του παππού μου, ο οποίος, σου λέω, έχει πάρα πολλούς απογόνους στη Ρόδο. Και έχει κυκλοφορήσει και ένα βιβλίο του Γιάννη Δετοράκη, αυτός ασχολείται πολύ με τον βυθό, που λέγεται «Ο κατακτητής του απέραντου γαλάζιου». Και βέβαια συνέδραμα και εγώ πάρα πολύ για να βγει αυτό το βιβλίο, τον βοήθησα πολύ. Ναι. Αυτό είναι... Επίσης, έχουμε τον Φώτιο Μαστορίδη, ο οποίος εφήρμοσε στη σπογγαλιεία το σκάφανδρο. Όλοι οι δύτες ήταν γυμνοί, πηγαίναν με το καμπανέλι κάτω. Αυτός ήταν... Είναι μεγάλη οικογένεια και αυτοί, οι Μαστορίδηδες καπεταναίοι. Ήτανε καπετάνιος στις Ινδίες κάτω, φτιάχναν κάτι έργα, ήταν σε ναυαγοσωστικά, ήτανε πλοίαρχος, πλοίαρχος. Και εκεί πέρα έβλεπε που κάνανε τις κατασκευές των λιμανιών, σου λέει, αυτό το σύστημα του δύτη, του φορέματος που βάζουν με την αντλία, μπορεί να λειτουργήσει και στην σπογγαλιεία. Ήρθε, λοιπόν, στη Σύμη και το εφήρμοσε. Και όταν το εφήρμοσε, οι Συμιακοί φοβηθήκανε, γιατί μέχρι τότε ήταν γυμνοί όλοι. Ήταν γυμνοί δύτες. Σου λέει: «Τι να βάλω εγώ αυτό το πράμα; Πού ξέρω εγώ τι θα μου συμβεί;». Λοιπόν. Και έκανε δοκιμή η γυναίκα του. Η Ευγενία Μαστορίδη, Βγενιώ τη λέγανε, η οποία ήταν από τη Λήμνο. Αυτό... Πώς έγινε αυτό το συνοικέσιο; Πήγαινε πάνω προς τη Μαύρη Θάλασσα, προς τα μέρη τα πάνω, πέρασε από Λήμνο. Κάποια κακοκαιρία έπιασε, μείνανε στη Λήμνο, είναι μεγάλο νησί η Λήμνος, εκεί πέρα γνωρίστηκε και με άλλους καπεταναίους της Λήμνου, γιατί και οι Λημνιοί ασχολιόντουσαν με τη ναυτιλία και με τη σπογγαλιεία. Και τον πήγαν στο σπίτι εκείνο, είχαν κοπέλες κι έκλεισε με μια κοπέλα από την οικογένεια να την πάρει γυναίκα του. Μέχρι, όμως, να ‘ρθει πίσω από 'κεί που πήγαινε, δεν θυμάμαι ακριβώς πού πηγαίνανε, εκεί στα μέρη πάνω του Εύξεινου Πόντου, εκεί πάνω στο... Λοιπόν. Όπως γύρισε, η κοπέλα είχε πεθάνει. Τότε πεθαίναν πολύ γρήγορα με αρρώστιες της εποχής. Λοιπόν. Και πήρε την αδερφή της, η οποία βέβαια του έβαλε όρο ότι: «Αν θες να ‘ρθω στη Σύμη μαζί σου, θα φέρω και τον αδερφό μου, να ‘χω έναν δικό μου». Κι έφερε και τον αδερφό του, ο οποίος δημιούργησε μια πολύ καλή οικογένεια κι εκείνος, δική του οικογένεια. Αυτή, λοιπόν, ήταν η Ευγενία Μαστορίδου, υπάρχει και ο τάφος της, ακόμα το μάρμαρο που λέει και ομηρικά από πάνω, γιατί υπήρχε ένας Γεώργιος Περίδης στη Σύμη, σχολάρχης, ο οποίος χρησιμοποιούσε την αρχαϊκή, την ομηρική διάλεκτο και συνήθως τα επιτύμβια τα ‘γραφε με... Στη Σύμη έχει πάρα πολύ ωραία επιτύμβια στην ομηρική διάλεκτο, στα παλιά νεκροταφεία, στα παλιά νεκροταφεία, όταν ζούσε ακόμα ο Περίδης, αυτός ήταν ο συντάκτης. Βέβαια, όχι, μη φανταστείς ότι ήταν για όλους αυτό. Ήταν συνήθως πλουσίων οικογενειών. Επώνυμοι, ας πούμε, του λέγαν να γράψει και εν συνεχεία τα χάραζαν οι μαρμαράδες. Ναι. Υπάρχει ο τάφος της Ευγενείας Μαστορίδη, το μάρμαρο, όχι τα οστά της. Λοιπόν. Και αυτή, λοιπόν, η γυναίκα έδωσε θάρρος στους άντρες, έβαλε το σκάφανδρο, το φόρεμα, κατέβηκε κάτω εκεί μπροστά στο λιμάνι και από τότε ξεθαρρέψαν οι Συμιακοί και από τότε πια άρχισε... Δηλαδή δεύτερο ρεκόρ. Ο Χατζής σε καταδύσεις αργότερα το ’13. Ο Μαστορίδης, ο πρώτος που εφήρμοσε το σκάφανδρο στη σπογγαλιεία. Μεγάλη αυτή για τη Σύμη αυτό. Και κάτι ακόμα για τη Σύμη. Θέλω να σ' το τονίσω αυτό. Δεν θυμάμαι τώρα ποιο ακόμα ήτανε. Εντάξει, έχουμε αυτά τα πρωτεία δηλαδή. Ότι εφαρμόσαμε εμείς με το σκάφανδρο στη σπογγαλιεία, που οι Καλύμνιοι επαίρονται και λένε διάφορα. Και ο θείος ο Στάθης που είναι το παγκόσμιο ρεκόρ γυμνής κατάδυσης. Έχουμε βέβαια καπεταναίο! Καπεταναίοι υπήρχαν και σε άλλα μέρη. Και η Χάλκη είχε καπεταναίους. Και το Καστελόριζο είχε καπεταναίους. Είχε ιστιοφόρα... Είχε η Σύμη καπεταναίους αυτό... Βέβαια, δεν μπόρεσε και με την Χίο και με την Κάσο, αυτοί έχουν βγάλει και πολλούς εφοπλιστές. Έχουν βγάλει, η Άνδρος... Μην τρελαινόμαστε δηλαδή. Πρέπει να είμαστε και λίγο αυτά. Αλλά πάντως και η Σύμη... Ναι. Ο οικισμός της, βέβαια, φοβερός, ο νεοκλασικός. Ο οποίος πρέπει να το... Κάθε φορά το τονίζω αυτό. Λέω: «Θαυμάζετε τη Σύμη έτσι που ‘ναι τώρα! Φαντάσου να βλέπατε τη Σύμη πριν τον πόλεμο, πριν τη βομβαρδίσουνε!». Γιατί η Σύμη κακοποιήθηκε, όπως και το Καστελόριζο, ήταν χειρότερα. Και άλλα νησιά! Αλλά η Σύμη έπαθε μεγάλο στραπάτσο. Δηλαδή, φαντάσου τώρα την Σύμη να μην είχε βομβαρδιστεί. Δηλαδή, το φιόρο της Μεσογείου θα ‘τανε. Αν δεις φωτογραφίες παλιές, ας πούμε, που υπάρχουν πολλές και στο διαδίκτυο. Φοβερή, φοβερά χτίσματα είχε. Πάρα πολύ ωραίος οικισμός. Και ακόμα τρελαίνονται. Φαντάσου να βλέπανε πριν τις καταστροφές. Επειδή εγώ είμαι λίγο οπαδός του παλιού και επειδή έχω... Εγώ νομίζω ότι έχω... Είμαι του παρελθόντα αιώνα πιο πολύ, μέσα μου έτσι αισθάνομαι. Λοιπόν. Λέω, εντάξει... Λέει η Σύμη, η Σύμη κι η Σύμη. Δεν είναι η Σύμη που ήταν τότε. Πώς το κάνουμε; Έχει καταστραφεί η Καλή η Στράτα. Έχει καταστραφεί ο οικισμός των Πετριδαίων στο μουράγιο, εκεί πέρα που ήταν όλα αρχοντικά. Βέβαια γίνονται τώρα... Χτίζονται καινούργια με τους ρυθμούς, διότι είναι διατηρητέος οικισμός από τον καιρό του ’71 επί Τρυπάνη υπουργού πολιτισμού - και αυτό πρέπει να το τονίζουμε. Είπαμε δηλαδή ότι ο δασικός της πλούτος, σπουδαίος οικισμός, φαντάσου και κατεστραμμένος χαρακτηρίστηκε απείρου κάλλους και διατηρητέος, έτσι είχε χαρακτηριστεί, αν δεν κάνω λάθος, ακριβώς η ορολογία, απείρου κάλλους και διατηρητέος, τα λιμάνια της είναι αρκετά καλά, έχει το Πέδι, το Νημποριό, αυτό, η Μονή Πανορμίτη, που είναι ένα προσκύνημα σχεδόν πανελλήνιο. Είναι μία ωραία μοναστηριακή πολίχνη, που δεν τη βρίσκεις παντού. Έτσι δεν είναι; Έχει και η Τήνος την εκκλησία της, έχει... Υπάρχουν πολλά, πολλά προσκυνήματα στην Ελλάδα, αλλά νομίζω ο Πανορμίτης και η θέση του και ο Πάνορμος και τα δάση, που αυτό... Είναι είναι μία μοναστηριακή πολίχνη ωραία, δηλαδή θυμίζει Άγιον Όρος. Άλλο; Δεν ξέρω, αν είσαι ευχαριστημένη;
Πάρα πολύ!
Σοβαρά;
Έχω πολλές ερωτήσεις! Ας επιστρέψουμε λίγο στα...
Ναι. Ναι. Λέγε μου τώρα... Βοήθησέ με λίγο! Να μη μιλάω έτσι στο... Έτσι, να ξέρω και τι να λέω.
Εννοείται. Ας επιστρέψουμε αρχικά στην οικογένεια Μαστορίδη. Αναφέρατε την Ευγενία. Αν δεν κάνω λάθος και διορθώστε με, ανακαλύφθηκε ότι μετά, όταν...
Έχουμε τον Έφηβο των Αντικυθήρων! Αυτό! Αυτό σ' το είπε η Πόπη.
Πείτε μου, όμως, κι εσείς τη γνώμη σας!
Είναι εκεί στο ακρωτήριο Ταίναρο [00:30:00]βρέθηκε εκεί. Βρέθηκε ο Έφηβος από την οικογένεια Λινδιακοί και Κοντοί, ήτανε ένα σόι. Απ’ αυτούς προέρχεται η Πόπη η Τσαβαρή. Η μαμά της κρατάει από αυτό το σόι των Κοντών. Κι ο Κώστας, αν τον πάρεις τηλέφωνο. Κι αυτός από 'κεί, από καλό σόι. Λοιπόν. Ο Κώστας κρατάει και από άλλα σόγια μεγάλα της Σύμης, αυτός ο Κοντός. Βαστά και από τους Πετρίδηδες, βαστά και από τους Κοντογιάννηδες, βαστά από πολλούς αυτός. Λοιπόν. Λοιπόν. Πες μου το ερώτημά σου.
Αναφέρθηκε...
Γι’ αυτό έλεγα υπάρχει και κάτι ακόμα και ήταν αυτό το... Ο Έφηβος. Ναι. Τον ανακάλυψαν, δηλαδή, Συμιακοί... Τον έφεραν, τον ανακάλυψαν Συμιακοί.
Είχε αναφέρει σε άλλη συνέντευξη κάποιος ότι η κυρία Ευγενία ανακαλύφθηκε...
Βγενιώ, το λέγανε. Βγενιώ του Μαστοριού. Μάλιστα, δεν... Το Μαστορίδη είναι αργότερα. Μαστοριού τους λέγανε. Είχαν και ωραία σπίτια αυτοί, αρχοντικά.
Ήταν έγκυος, όταν...
Ναι. Αλήθεια είναι αυτό. Το ξέχασα να σ' το πω. Ότι όταν έκανε τη δοκιμή, ήταν έγκυος.
Αυτό... Ακούσατε πολλές ιστορίες...
Το άκουσα απ’ τον εγγονό της αυτό εγώ. Διότι ένας εγγονός της Ευγενίας, ο Βασίλης Μαστορίδης, είχε ξαδέρφη πρώτη της μάνας μου γυναίκα, Άννα Χατζή η μητέρα μου, Άννα Χατζή κι αυτή. Λοιπόν. Έχουμε σχέσεις. Πήγαινα πάνω, έπαιζα με τον γιο του, ήμασταν συνομήλικοι κτλ. Και θυμάμαι, μας έλεγε την ιστορία και λέει ότι: «Η γιαγιά μου, όταν έκανε τη βουτιά για να δείξει στους Συμιακούς και να τους δώσει θάρρος, ήταν έγκυος». Το άκουσα από τον εγγονό της. Είναι αλήθεια αυτό, αδιαμφισβήτητο, ότι ήταν έγκυος τότε. Η Ευγενία, πόσα παιδιά είχε; Είχε... Αυτός ο Φώτης Μαστορίδης και η Ευγενία, Μαυριού, ήταν το γένος της από τη Λήμνο, Μαυριού λέγονται, γιατί ήταν και η οικογένεια του αδερφού της που έφερε παρέα, που είπαμε για να τον έχει παρέα έναν δικό της άνθρωπο. Βρέθηκε από το βόρειο Αιγαίο στο νότιο Αιγαίο. Ήθελε κι αυτή να έχει τον δικό της άνθρωπο μαζί της. Ναι. Σου λέει: «Πού με πάνε τώρα;». Ναι. Λοιπόν. Ήτανε... Πόσα παιδιά ήτανε; Ήτανε ο Νικόλας, ο Αναστάσης, ο Ιάκωβος και ποιος άλλος ήτανε; Μια κόρη, το Ρηνιώ, η Ειρήνη. Είχαν κι ένα ωραίο σπίτι στην Καλή Στράτα... Υπάρχει αυτό, δεν κάηκε τότε με τις βόμβες. Υπάρχει και ένα, βέβαια, άλλο κάτω στην προκυμαία του Νικόλα Μαστοριού, του γιού του. Σπουδαίο σπίτι! Σπουδαίο!
Είχατε αναφέρει, όμως, ότι υπήρχε ένας άλλος..., άλλο μέλος της οικογένειας που είχε μια ιδιαίτερη ιστορία με το εμπόριο και συγκεκριμένα...
Για βοήθησε με!
Με το λαθρεμπόριο.
Με το λαθρεμπόριο ήταν ο παππούς μου. Δεν είναι ο παππούς μου μόνο. Ήταν όλη η οικογένεια των Χατζήδων. Οι παλιοί αρχίσανε με καΐκια, με ιστιοφόρα, με κουγέτες, με αυτά, καταντήσανε τελικά στο λαθρεμπόριο. Στο κοντραμπάτο. Είναι δηλαδή, είναι οι λεγόμενοι κοντραμπατζήδες του Αιγαίου. Όχι βέβαια μόνο αυτοί. Ανήκουν δηλαδή στην κατηγορία των κοντραμπατζήδων του Αιγαίου. Υπήρχαν... Υπήρχαν στη Σύμη ένα αρκετό, αρκετά άτομα, αρκετές οικογένειες που ήταν κι αυτές, συμπεριλαμβανόντουσαν στους κοντραμπατζήδες του Αιγαίου. Σύμη Αιγαίου, λεγόταν παλιά η Σύμη. Δεν λεγόταν Σύμη, Δωδεκάνησος. Να το ξέρεις αυτός. Όταν... Σύμη Αιγαίου, έτσι λεγότανε. Άμα δεις παλιά καρτ - ποστάλ, Σύμη Αιγαίου. Δηλαδή... Άρα, λοιπόν, και η Σύμη και ειδικά η Σύμη, δεν ξέρω για άλλα νησιά. Και οι Καστελοριζιοί μπορεί να είχαν κοντραμπάντα. Οι Καλύμνιοι δεν νομίζω. Είχαν τα σφουγγάρια πάντοτε. Η Σύμη, όμως, είχε και μεγάλη μερίδα κοντραμπατζήδων, που κάναν λαθρεμπόριο, γιατί ήταν πολύ κοντά η Τουρκία. Πολύ κοντά η Τουρκία. Ερχόντουσαν οι Τούρκοι, πηγαίναμε εμείς... Υπήρχαν καλές σχέσεις. Μετά, βέβαια, την καταστροφή την Μικρασιατική, αλλάξαν οι σχέσεις. Εντάξει. Πιο πρώτα ήτανε... Αφού μου ‘λεγε μια θειά μου ότι, όταν φεύγαν οι Τούρκοι από τη Σύμη, γιατί είχε πάρα πολλούς Τούρκους... Εβραίος δεν στέριωσε στη Σύμη, να το τονίσω αυτό, δεν στέριωσε Εβραίος. Δεν αφήσαν να στεριώσει Εβραίος στη Σύμη. Ένας μονάχα ονόματι Χατζημπουχούρης, ο οποίος του κάναν τον βίο αβίωτο, ειδικά την Μεγάλη Βδομάδα και την Μεγάλη Σαρακοστή και τον αναγκάσαν κι έφυγε.
Τι λέτε;
Δεν μπορούσε να στεριώσει Εβραίος στη Σύμη, ενώ σε άλλα μέρη υπήρχαν Εβραίοι. Ας πούμε, στη Χάλκη υπήρχε μεγάλος έμπορας Εβραίος, ονόματι Μπουάς. Στο Καστελόριζο... Δεν ξέρω. Ναι. Και ούτε και τζαμί. Στη Σύμη δεν υπάρχει τζαμί, γιατί ήταν μεγάλο κέντρο η Σύμη, εμπορικό κι αυτό. Οπότε τζαμί δεν υπάρχει, παρόλο που είχε Τούρκους πάνω. Είχαν ιδιαίτερα προνόμια οι Συμιακοί λόγω των σφουγγαριών. Λόγω των σφουγγαριών είχαν ιδιαίτερα προνόμια. Οι λεγόμενοι «μαχτού».
Μαχτού.
Οι μαχτού. Οι μαχτού. Αυτοί ήταν που έδωσε ο Σουλτάνος... Ήταν μια πολιτική της Τουρκίας. Όπως έδωσε στη Χίο λόγω του μαστίχι, ασχέτως αν μετά την κάψανε. Γιατί... Θέλαν και οι δικοί μας βέβαια κάποτε να επαναστατήσουν, να ελευθερωθούν, εκεί τα χαλούσανε. Έπεφτε η αγία ράβδος, κατάλαβες τι γίνεται; Πιο μεγάλη δύναμη. Κάναμε κι εμείς πολλές ζημιές σ’ αυτούς βέβαια, αλλά εντάξει, αυτοί ήταν ολόκληρη αυτοκρατορία. Έτσι, δεν είναι; Τη Σύμη όμως δεν την πειράξαν οι Τούρκοι, καθόλου. Δεν είχε υποστεί καμιά ζημιά η Σύμη από... Η Σύμη μεγαλούργησε επί τουρκοκρατίας. Πρέπει να το τονίσουμε αυτό. Τότε χτίστηκε η Σύμη. Επί τουρκοκρατίας χτίστηκε. Ήταν πάνω ο οικισμός του Κάστρου με τα ωραία σπίτια τα παλιά αυτά, αλλά όλα αυτά τα αρχοντικά, όλα αυτά τα νεοκλασικά επί τουρκοκρατίας χτιστήκανε. Οι Ιταλοί κατέστρεψαν τη Σύμη, ο ερχομός των Ιταλών το ’12, από 'κεί και πέρα είχε αρχίσει να φθίνει το νησί. Δεν μας προσφέραν εμάς οι Ιταλοί τίποτα, απεναντίας μας καταστρέψανε. Στη Ρόδο κάνανε μεγάλα έργα, γιατί την είχαν για δική τους σίγουρα. Κατάλαβες, την είχαν για δική ντους, σου λέει: «Αυτή δική μας είναι, φτιάχ’ τα, να τα βρούμε μπροστά μας!». Μετά ήρθαν τα πράγματα αλλιώς και... Λοιπόν. Η Σύμη τίποτα. Μας χαλάσαν κι ένα ωραίο αρχοντικό και κάμαν την αστυνομία, επειδή θέλανε να είναι ομοιόμορφα τα χτήρια. Τίποτα άλλο ιταλικό δεν έχει γίνει. Τίποτα. Ενώ επί τουρκοκρατίας χτίστηκε όλο το νησί. Αυτό πρέπει να το τονίσουμε, ότι επί τουρκοκρατίας η Σύμη μεγαλούργησε. Αυτό είναι μια αλήθεια. Είχαμε απέναντι... Πώς το λένε;... Πώς λέγεται;... Τσιφλίκια. Απέναντι στην Τουρκία είχαμε τσιφλίκια συμιακά. Αγγελίληδες, Φαρμακίδηδες... Να απέναντι σε διάφορα μέρη... Κοζάδες, Κοντζά Μπαξές, Ταπούσπουρνους σπουδαίο, μεγάλο κτήμα που το θεωρούσαν σαν Θεό το θεωρούσαν ότι ήταν, τόσο πλούσιο χτήμα. Αυτά τα ‘χαν Συμιακοί. Τώρα αυτά χαθήκαν προφανώς μετά τις καταστροφές τις μικρασιατικές και αυτά, μετά αλλάξαν οι σχέσεις μας. Η Σύμη. Η Σύμη επί τουρκοκρατίας μεγαλούργησε. Μπορώ να σου πω ότι η Τουρκία για τη Σύμη ήταν ευεργέτης. Και ουσιαστικά απλώς χάσανε τα μέρη με τη συνθήκη των Σεβρών και μ’ αυτά... Αυτά φύγανε, τα πήρε πια η Τουρκία, δεν ξέρω, νομίζω ότι πήραν αποζημιώσεις όμως. Κάτι αποζημιώσεις πήρανε. Και οι Αγγελίληδες και οι Φαρμακίδηδες, αυτοί που ‘χαν τα μεγάλα χτήματα απέναντι.
Όμως ο παππούς σας... Τι έχετε ακούσει; Πώς προέκυψε το λαθρεμπόριο;
Το λαθρεμπόριο είναι... Άκου να δεις. Ήτανε ναυτικοί, είχαν καΐκια, ιστιοφόρα με πανιά ταξιδεύαν από 'δώ κι από 'κεί, εν συνεχεία, ενδεχομένως να ‘χαν και κέρδος παραπάνω το λαθρεμπόριο. Ναι. Και να μην είχανε και τις φουρτούνες και τις καταστροφές και τα πνιξίματα και τα μποφόρια κι αυτά. Τους τα φέρνανε σε ορισμένα μέρη, πηγαίναν, τα παίρνανε, τα κρύβανε, τα βάζανε σε κρύπτες και τα πουλούσανε. Δηλαδή εννοώ για την πυρίτιδα. Ναι. Γιατί ο παππούς μου δεν έκανε τίποτα άλλο. Αφού οι κοντραμπατζήδες με δυναμίτες. Δυναμιτατζήδες, τέτοιο ήταν το εμπόριο. Αυτό που σου λέω, αργότερα... Αργότερα, στη δεκαετία του ’60, του ’70, ήταν άλλου είδους, δεν έκαναν τέτοια πράγματα πια. Δεν ξέρω κιόλας, αλλά εγώ νομίζω τρόφιμα φέρνανε.
Ο παππούς σας μετέφερε πυρίτιδα, την οποία, είπατε, ήταν και αρκετά επικίνδυνο.
Επικίνδυνοι. Επικίνδυνοι, γιατί καμιά φορά πέφτανε ρουφιανιές. Είχε και τους... Που λέγανε «Φέρνει...», οπότε πηγαίναν οι Ιταλοί, κάνανε έρευνες. Άλλες φορές δεν τα βρίσκανε, άλλες φορές τα βρίσκανε. Ένα-δυο φορές έφυγε και στη φυλακή.
Α!
Ε! Ναι! Τους βάζαν μέσα για λίγο, μετά κάτι εκεί πέρα, κάποιον βάζανε, κάποιο αυτό. Μάλιστα, είχε, μια φορά ήταν μαγκιόρα, ήτανε μεγάλη ιστορία και τους πήρανε και στη Ρόδο. Οπότε είχαμε μια θεία, της οποίας η κόρη, μάλιστα, υπήρξε και σπουδαία δασκάλα της Ρόδου, αλλά πέθανε δυστυχώς νέα, ήταν στο πρότυπο της Ακαδημίας τότε. Και αυτή η θεία ήταν από πολύ καλό σόι κι αυτή και ο θείος μου, ο αδερφός του παππού μου, χάθηκε με το καΐκι του αύτανδρο, δεν βρέθηκε ο άνθρωπος. Κι άφησε τη γυναίκα με δύο κοριτσάκια. Και εντάξει. Η μεγάλη παντρεύτηκε, κι αυτή [00:40:00]δασκάλα ήτανε, αλλά όχι να βγάλει Ακαδημία, του Σχολαρχείου στη Σύμη. Μετά η θεία, επειδή είχε κάτι πλούσιους θείους, καλαφατάδες, απ’ το δικό της σόι, μεσολαβήσαν και την πήγε στου Βενετοκλή. Σ’ αυτήν την... Μια ευεργέτιδα. Το σπίτι της ήταν κάτω στο Μαντράκι, ένα αρχοντικό. Μετά αυτά τα ‘ρίξαν κάτω οι Ιταλοί και τα κάναν... Ταχυδρομεία κι αυτά όλα. Ροδίτισσα δεν είσαι;
Ναι.
Ναι. Λοιπόν. Εκεί ήταν, η Μαρουλίτσα τη λέγανε, όχι αυτή που πέθανε τα τελευταία, αυτή είναι ανεψιά. Η αυθεντική των ευεργετών η γυναίκα. Ήταν μαζί της οικονόμος στο σπίτι. Η θεία, ας πούμε, για τον παππού μου τώρα το λέω αυτό και είχε άλλα δύο γυναίκες από τα τριάντα, αυτές κάναν τις δουλειές, πλύνανε, σκουπούσαν, καθαρίζανε. Η θεία με το κορίτσι, τη Χαριτωμένη, τάχα μου, τις είχε σαν οικονόμους για παρέα και σπούδασε και τη Χαριτωμένη δασκάλα στην Ακαδημία. Εκεί πέρα πήγε η γιαγιά μου, η γυναίκα του παππού μου, και μίλησε στη συννυφάδα της και είχε... Και η Βενετοκλή μεσολάβησε στον μεγάλο τον Ιταλό διοικητή για να τους έχουν μία ευνοϊκή αντιμετώπιση οι λαθρέμποροι που τους συλλάβανε στα πράσα και τη γλύτωσε ο παππούς μου. Αυτό είναι μία ιστορία, ας πούμε, έτσι, πάνω που λες ότι είχαν και κινδύνους, εννοείται. Αλλά ξέρω αυτήν την περίπτωση που μάλιστα της είπε η... Έστειλε τη γιαγιά μου, η Μαρουλίτσα, αυτή η αρχόντισσα, λέει: «Θα πας να πάρεις λουλούδια», την εποχή εκείνη κάπου, κάπου, κάποιο ανθοπωλείο θα υπήρχε την εποχή εκείνη, «και θα πας με μία ανθοδέσμη, έχω κανονίσει την τάδε ώρα, θα τον βρεις, αλλά θα πας με μία αγκαλιά λουλούδια. Θα πας να πάρεις λουλούδια και θα πας να τον βρεις και θα του πεις ακριβώς τι συμβαίνει, θα τον παρακαλέσεις, θα τον ικετεύσεις, θα τον αυτό, ότι έχεις οικογένεια, ότι έχεις παιδιά, αυτά». Δηλαδή είχανε, γι’ αυτό λέγονταν και κοντραμπατζήδες. Ήταν υπό διωγμόν. Λαθρέμποροι ήτανε. Δεν κάνανε κακό σε κανένα, απεναντίας ήταν μποέμηδες οι κοντραμπατζήδες. Οι κοντραμπατζήδες δεν ήταν κλέφτες. Οι κοντραμπατζήδες βοηθούσαν και φτωχούς. Απλώς ήταν το εμπόριο τους παράνομο. Ήταν και σαν προστάτες των αδυνάτων, δηλαδή, πώς να σου πω. Αν διαβάσεις και για τους «Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου», ο Παπαδιαμάντης - ποιος τα γράφει; - δεν τους κατηγορά για παλιανθρώπους, ίσα - ίσα, απεναντίας, λέει καλά λόγια. Απλώς είναι λαθρέμποροι. Δεν κάναν νόμιμο εμπόριο. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο παππούς μου. Και μάλιστα είχε και όνομα πολύ καλό στη Σύμη. Ήταν από τους δακτυλοδειχτούμενους δηλαδή σε καλοσύνη και σε... Πολύ ευυπόληπτο άτομο. Θα το τονίσουμε αυτό. Δηλαδή υπήρχε κοντραμπατζήδες, είχανε οινόπνευμα, κάτι με το οινόπνευμα, φέρνανε τέτοια προϊόντα που ήτανε... Για να γλυτώσουν τους φόρους. Κατάλαβες; Αυτοί ήταν οι κονταμπα... Δηλαδή παράνομο εμπόριο, αλλά απέναντι... Ήταν άνθρωποι, γαλαντόμοι, βοηθούσαν τον φτωχό, πάντοτε κανένα καλά πράγματα στον κόσμο, δεν κάνανε κακά. Το μόνο κακό... Παίρνει ο άλλος δυναμίτη, άμα δεν ξέρει, έχει μία ατυχία και σπάσει μες στα χέρια του, αυτό δεν φταίει κι αυτός που του το πούλησε! Κατάλαβες! Δεν τον έπιασε με το ζόρι, «Έλα, πάρ’ τα». Αφού είναι δουλειά του αυτή και θέλει να ρίξει για να σκοτώσει ψάρια - βέβαια αυτό κάνει κακό και στον βυθό βέβαια, αλλά ρίχναν παλιά, τώρα πια νομίζω έχει σταματήσει αυτό, δεν υπάρχουνε. Μέχρι και τελευταία ρίχναν δυναμίτες στη θάλασσα και σκοτώνανε ψάρια. Πρόλαβα δηλαδή και εγώ. Και θυμάμαι ότι... Θυμάμαι τη γιαγιά μου που έλεγε - όχι της μάνας μου τη μαμά, όχι του κοντραμπατζή τη γυναίκα, του πατέρα μου τη μάνα - την πείραζαν οι μαρίδες, άμα ήτανε από δυναμίτη, στη κοιλιά. Την πειράζανε στο έντερο. Φαινόταν του δυναμίτη το ψάρι. Άμα ήταν του δυναμίτη ψάρι - έτσι το λέγανε - άμα δεν ήταν του ψαρέματος και ήταν του δυναμίτη, γιατί ο παππούς μου πήγαινε, «Έλα, Άννα μαζί μου!», έλεγε της μάνας μου, «Βάστα μου κουπί εκεί!», γιατί κάνανε πάντοτε... Αυτοί διαλέγανε να κάνουνε και διακοπές σε μέρη έξω από το νησί, για να μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους. Εμείς είχαμε τον Άγιο Αιμιλιανό, αν έχεις ακούσει. Είναι ένα ωραίο ξωκλήσι, το οποίο είναι σαν το Ποντικονήσι της Κέρκυρας μοιάζει. Δεν έχεις υπόψη σου πώς είναι ο Άγιος Αιμιλιανός; Άμα χτυπήσεις στο google, θα το δεις. Δεν έχω φωτογραφίες μαζί μου. Εγώ δεν ήρθα έτσι.. Δεν είχα τέτοια προετοιμασία. Λοιπόν, και εκεί πάνω αυτό... «Βάστα μου κουπί», με τη μικρή βάρκα, όχι με τα καΐκια μετά, μπου, έρχεται μια, τριάντα κιλά ψάρια πάνω στον αέρα, τότε είχε πολύ ψάρι η θάλασσα. Δώσε από εδώ, δώσε από 'κεί, να φύγουνε. Να, κιόλας μια γαλαντομία. Δηλαδή τάιζε τον κόσμο ψάρια τζάμπα. Τώρα για να πάρεις ένα ψάρι, πόσα θέλεις; Εγώ σήμερα για να φάω έδωσα είκοσι πέντε ευρώ ψάρι, επειδή θα ‘ρχόμουνα και από 'δώ, ήθελα να πάω... Γιατί είχα καιρό να πάω εκεί πέρα. Θέλω να πω δηλαδή... Πάρε από εδώ, πάρε από 'κεί... Ναι. Αυτοί, λοιπόν, είναι οι κοντραμπατζήδες. Είδες δεν είναι κάτι κακό. Απλώς είναι κακό ότι, ας πούμε, γλυτώνουνε φόρους, αυτό. Λαθρεμπόρια. Λαθρεμπόρια, τα οποία κι ακόμα γίνονται, μη νομίζεις, με τα καύσιμα με τα διάφορα, δεν γίνονται λαθρεμπόρια; Δεν τα ακούμε; Ναι. Ρώτα με εσύ, ό,τι άλλο θέλεις!
Είδα και παρατήρησα ότι γνωρίζετε πάρα πολύ από γενεαλογικά δέντρα και οικογένειες. Πώς προέκυψε αυτό;
Τίποτα. Ένα ταλέντο είναι αυτό. Ούτε κι εγώ ξέρω πώς προέκυψε! Άρχισε γύρω στην τετάρτη γυμνασίου, το ’72 ήμουνα σ’ αυτήν την τάξη και άρχισα να ενδιαφέρομαι, ας πούμε, και σαν σφουγγάρι ρούφαγα ό,τι μου λέγανε. Αλλά ταυτόχρονα, όμως, τα ταξινομούσα στο μυαλό μου σωστά. Γιατί έχει... Ο Κοντός, σπουδαίος, ο Κώστας. Γράφει... Αυτό... Μια... Και παρόλο που προέρχεται από πολύ καλές οικογένειες και ειδικά του πατέρα του η οικογένεια που είναι, ας πούμε, απ’ την αφρόκρεμα του νησιού, μια ζωή τα μπερδεύει. Ο αδερφός μου, πανέξυπνος, γράφει ωραία, μέχρι και ποίηση κι απ' όλα, μπερδεύεται. Εκατό φορές θα μου πει: «Πώς συγγενεύουμε, ας πούμε, με την Άννα;». «Βρε Γιάννη, μα σ' το ‘πα εκατόν πενήντα φορές, να πούμε». Είχα, λοιπόν, αυτό το ταλέντο, να μπορώ να συγκρατώ, αλλά όχι μόνο τα δικά μας, και ξένα σόγια. Το θεωρούσα ταλέντο. Όπως ο άλλος, λέει, παίζει μουσική. Τι είναι η μουσική; Ταλέντο είναι. Ή η ωραία φωνή. Ταλέντο δεν είναι; Χάρισμα δεν είναι; Εγώ είχα αυτό το χάρισμα στο μυαλό, ειδικά σ’ αυτό το θέμα πάνω. Να μπορώ να κρατώ ονόματα, οικογένειες. Να λέω: «Ο τάδε είναι αδερφός του τάδε. Ότι...». Για δε, αυτό το έχω. Ναι. Τώρα, ξέρω ‘γώ. Τι είναι τώρα αυτό; Ταλέντο δεν είναι;
Εννοείται!
Είναι ταλέντο. Δηλαδή βλέπω ότι δεν μπορούν πολλοί να... Τα γράφουν, τα ξαναγράφουν, τα λένε λάθος, τα ξαναλένε λάθος. Πολλές φορές κουράζομαι. Βέβαια, μην νομίζεις ότι αυτό... Πολλοί ειρωνεύονται κιόλας μ’ αυτό το θέμα. Δεν σε... Έχω αντιμετωπίσει και ειρωνείες και κοροϊδίες. «Και πού τα ξέρεις και πού αυτό;». Προς το ειρωνικό, ας πούμε. Ναι. Τώρα πια άρχισε λίγο και τα πράματα σοβαρεύουνε. Λένε: «Μπορείς να μας πεις αυτό; Να μας πεις εκείνο;». Άλλες φορές ήτανε: «Και πού το ξέρεις;». Όχι. «Πάλι, το ξέρεις κι αυτό;». Κατάλαβες, δηλαδή; Δεν ξέρω, αν με πιάνεις, τι θέλω να πω! Ναι. Ενώ είναι ένα πράμα πάρα πολύ καλό. Πολλές φορές... Το λέω, δεν ντρέπομαι να το... Δεν έχω πρόβλημα να το πω. Πολλές φορές με αντιμετωπίσανε ειρωνικά. Και εγώ είχα επιχείρημα, οπότε κι αυτά... Ναι. Γιατί να ξέρω, δηλαδή, για τον Κολοκοτρώνη και τον Καραϊσκάκη και να μην ξέρω για την οικογένειά μου; Δεν κατάλαβα δηλαδή! Και να μην ξέρω για την οικογένεια του γείτονά μου! Γιατί να ξέρω πριν... Βέβαια, δεν είμαστε εμείς Κολοκοτρώνηδες, εννοείται, αλλά γιατί να ξέρω δηλαδή για πεντακόσους άλλους και για να μην ξέρω του νησιού μου; Να το πω έτσι! Να το πούμε κι έτσι! Του νησιού! Του νησιού μου! Να ξέρω συντοπίτες μου! Να ξέρω οικογένειες και τζάκια και φαμίλιες και φάρες - πώς τις λένε - συντοπιτών μου.
Έχοντας, λοιπόν, αυτό το χάρισμα...
Ναι.
Τι θα λέγατε σε κάποιον που θα σας ρωτούσε για τις οικογένειες της Σύμης;
Οικογένειες; Η Σύμη ήταν ένα μέρος που ‘χε μεγάλες οικογένειες. Είχε καραβοκυραίων, σφουγγαρεμπόρων... Άκου να δεις. Συνήθως αυτές οι μεγάλες οικογένειες που διέπρεψαν και στο χρήμα και στην αριστοκρατία, να το πούμε, και σ’ αυτά, συνήθως ήταν και με το σφουγγάρι. Απ’ το σφουγγάρι προέκυψαν αυτές. Πιο πρώτα ήτανε καραβοκύρηδες ίσως, μετά έγιναν σφογγέμποροι. Βέβαια, γι’ αυτούς όλους που γίνανε προύχοντες και καταξιωθήκανε στην κοινωνία της Σύμης, υπάρχουν και μαύρες σελίδες. Δηλαδή ότι βρήκανε αρχαία, ότι βρήκανε κάποια πράγματα τα οποία φυγαδεύσανε, τα πουλήσανε στο εξωτερικό και εισπράξαν πάρα πολλές χρυσές λίρες και από 'κεί γίνανε αυτοί που γίνανε. Όμως, αυτό εγώ - είναι σίγουρο αυτό - αλλά διέπρεψαν όμω[00:50:00]ς. Διέπρεψαν σαν οικογένειες, δεν έχει σημασία πώς. Διέπρεψαν. Ήτανε... Ξεχωρίζανε! Θέλεις από τα ντυσίματά τους; Θέλεις από τη ζωή που περνούσανε; Θες από τα σπίτια που χτίσανε; Θέλεις από τη μόρφωση των απογόνων τους κτλ.; Βγήκανε... Είχε εμπόριο ξυλείας. Είχε εμπόριο αλεύρι... Αλεύρια. Λέω τώρα για επωνύμων οικογενειών επαγγέλματα. Αυτές οι επώνυμες, οι πολύ επώνυμες, οι πολύ επώνυμες ήτανε σφουγγάρι, ναυτιλιακά είδη, ναυτιλιακά είδη, υφάσματα, είχε Καλαφατάδες, ναυτιλιακά είδη, πάλι Καλαφατάδες, Πετρίδηδες είναι σφουγγάρια, Φακλίδες, Φαρμακίδηδες, αυτοί σφουγγάρια, σφουγγάρια. Το σφουγγάρι έφερε πολύ χρήμα και μετά έρχονται βέβαια έμποροι τροφίμων, έμποροι με γυαλικά, είχε σπουδαία μαγαζιά η Σύμη, σπουδαία μαγαζιά η Σύμη. Φέρνανε κατευθείαν από τη Σμύρνη γυαλικά από 'δώ, από 'κεί, τότε που ήταν το νησί. Μπορεί να ‘φτασε και τριάντα χιλιάδες κάποτε εκτός απογραφής. Πρέπει να ‘φτασε κοντά στις τριάντα κάποια στιγμή. Αφού λέγανε ότι κάτω στο λιμάνι έσπρωχνες για να περάσεις. Εκεί που αρχίζουν οι πρώτες μεταναστεύσεις είναι μετά το ‘12 με την Ιταλία. Γι’ αυτό σου λέω, η Τουρκία είναι ευεργέτρια της Σύμης, άλλο ότι ήτανε προαιώνιος εχθρός και δεν τον θέλαμε στο κεφάλι μας, αλλά εμείς λέμε, αντικειμενικά μιλάμε. Έτσι; Για το... Η Ιταλία όμως αρχίζει σιγά - σιγά να φεύγει, μεταναστεύει. Μεγάλες αποικίες. Η Ελευσίνα, φύγαμε πάρα πολλοί στην αρχή. Πειραιά. Στην Ελευσίνα υπάρχουν τα «Συμιακά», οικισμός ο οποίος βέβαια είναι έχει μείνει ένα κομμάτι του μόνο, γιατί τον έφαγε το «Τιτάν», το εργοστάσιο. Ήταν ομοιόμορφα, όπως είναι τα λαϊκά στη Ρόδο, του Αγίου Ιωάννου. Σου λέω για τα παλιά λαϊκά, εκείνα που ‘ναι στον Νηρέα. Ξέρεις. Τέτοια σπίτια υπήρχαν στην Ελευσίνα τα λεγόμενα «Συμιακά», τα «Συμιακά», μεγάλη παροικία Συμιακών στην Ελευσίνα. Ήτανε η περιοχή των εργοστασίων της εποχής εκείνης. Ναι. Και μετά Πειραιάς, Πειραιά πολύ και συνεχεία η μεγάλη... Ο μεγάλος όγκος μένασι και στη Ρόδο. Η Ρόδος είναι... Τι νομίζεις ότι είναι εδώ που τα λέμε; Η Σύμη. Η πόλη της Ρόδου, και στα χωριά υπάρχουνε, αλλά εντάξει, η πόλη της Ρόδου είναι η μετοικεσία της Σύμης. Γι’ αυτό και βγάλανε και δημάρχους Συμιακούς. Τον Πετρίδη. Ο Πετρίδης έκανε βόλτα, δεν μπορούσε να τον χτυπήσει κανένας. Έβγανε συνέχεια και άμα ζούσε, ακόμα θα ‘βγαινε, που λέει ο λόγος δηλαδή. Αν δεν πέθαινε το ‘66 σίγουρα θα παρέμενε και επί χούντας, δεν νομίζω να το πειράζαν αυτόν. Και θα ‘χαν... Και θα ξανάβγαινε ‘75 που γίναν πάλε η δημοκρατικές εκλογές δηλαδή, τόσο δηλαδή ισχυρός ήτανε. Είναι ο παππούς του Βασίλη του Υψηλάντη του βουλευτή, του πατέρα του πατέρας και σπουδαίος δήμαρχος Ρόδου. Και στην Κάλυμνο βγάλαμε... Μέχρι και στην Κάλυμνο βγάλαμε Συμιακό δήμαρχο, Μαυρικάκης, είναι συμιακής καταγωγής ο Μαυρικάκης. Και εκείνος παλιός δήμαρχος, καλός. Ο Μαυρικάκης ήταν Συμιακός. Μα... Στους Λειψούς βγάλαμε Συμιακό δήμαρχο, Μάγγος. Δεν ξέρω τώρα, αλλού όχι, δεν ξέρω, δεν νομίζω αλλού, αλλά αυτά που σου λέω είναι σίγουρα. Καλά, η Ρόδος βέβαια, που είναι ίσως Σύμη. Στους Λειψούς έβγαινε ένας Μάγγος χρόνια και στην Κάλυμνο, παρόλο που είναι τοπικιστές και μεγάλο μέρος με πολύ πληθυσμό έβγαλε δήμαρχο προερχόμενο από τη Σύμη, γιατί και εκεί είχε έναν - δυο σπογγέμπορους παντρεμένους με Καλυμνιές και γίναν Καλύμνιοι. Έτσι βρεθήκαν αυτοί εκεί. Πήραν Καλυμνιές οικογενειών που ήταν κι αυτές με τα σφουγγάρια και μείνανε εκεί. Με τη Χάλκη έχουμε κάνει προξενιά παρόλο που υπάρχει, που υπήρχε μία παλιά διαμάχη με τους Χαλκίτες. Βέβαια. Η Χάλκη με τη Σύμη υπήρχε ένα περιστατικό πριν το ‘900, 1800, δεν ξέρω, 1880, 1890, ως εξής. Πήγε... Είχαν πάει τα χαλκίτικα καΐκια στην Μπαρμπαριά, στην Μαντρούχα κάτω εκεί για το σφουγγάρι και κάποια στιγμή είχαν φασαρίες με τους μαύρους εκεί που φυλάγαν τα νερά. Θέλανε να τους βάλουνε επιπλέον φόρους και τέτοια, οπότε οι Χαλκίτες αντιδράσανε, ξυλοφορτώσαν και μαύρους μερικούς. Οπότε κάποια στιγμή υπεχώρησαν οι μαύροι, τους βρήκαν λίγο άγριους τους Χαλκίτες, δεν τα βγάλανε εύκολα πέρα - πρόσεξε, γιατί αυτό είναι ένα σημαντικό ιστορικό - και κάποια στιγμή μπήκαν σε μία σειρά, διότι οι μαύροι δεν είχα και τα μέσα να... Μαύροι ήτανε. Ναι. Εντάξει. Είχαν προβλήματα γενικώς, αυτοί δεν μπορούσαν... Λοιπόν. Οπότε πάει ένα συμιακό καΐκι με μπαρούτι, κοντραμπατζής κάτω. Φεύγουν οι Χαλκίτες από τα καΐκια τους, μια αντιπροσωπεία, και πάνε και του λένε: «Πρόσεξε καλά, κάνε μας τη χάρη, μη δώσεις μπαρούτι, γιατί είναι σαν να τους δίνεις όπλα στα χέρια να μας χτυπήσουνε. Διότι είχαμε φασαρίες με τα νερά και με τις άδειες και με τα κοτσάνια και με αυτά. Και ξυλοφορτώσαμε κάμποσους. Τώρα έχουν ηρεμήσει και επειδή δεν τα βγάζουν πέρα μαζί μας. Κι αν τους δίνεις μπαρούτι, είναι σαν να τους δίνεις όπλο στα χέρια τους». Τους είπε το πλανούδι, αυτός ο Συμιακός ο καπετάνιος, ότι εντάξει. Το βράδυ όμως δεν τήρησε τον λόγο ντου. Είδαν αυτοί ότι δίνει μπαρούτι, οπότε πάνε να τον ξυλοκοπήσουνε. Αυτός ήταν ένα καΐκι, αυτοί ήταν πολλοί. Είναι και λίγο ζόρικοι οι Χαλκίτες, λοιπόν, και πολύ περισσότεροι, αυτοί ήτανε, δεν ξέρω, πόσοι καπεταναίοι, πόσες μηχανές εκεί κάτω αραγμένες για να αρχίσουν τις σπογγαλιείες, το ψάρεμα σφουγγαριού με δύτες, μιλάμε. Έτσι; Με μηχανές, με το σκάφανδρο. Οπότε αυτό. Υπάρχουν τώρα δύο εκδοχές. Ή από λάθος κάποιο τσιγάρο ή βλέποντας αυτός ότι θα φάει πολύ ξύλο απ’ τους Χαλκίτες, γιατί δεν θα βγάλει πέρα μαζί τους, είναι πολλοί εξάλλου. Με πόσους θα τα βάλεις; Κι αυτοί οι ανθρώποι δυνατοί. Ναι. Το κάνεις σαν το Σαμψώ, «Αποθανέτω η ψυχή μου μετά των άλλων φίλων». Οπότε έριξε αυτός τη φωτιά στο καΐκι μέσα κι έγινε το σώσε. Φρίκη. Σκοτωθήκανε εβδομήντα επτά Χαλκίτες. Ογδόντα ήξερα εγώ αλλά το Βιβλίο της Χάλκης του Ηλιάδη λέει ότι ήταν εβδομήντα επτά τελικά. Και μετά όλο του το πλήρωμα... Και ο Συμιακός με το πλήρωμά του, εννοείται, αφού μες το καΐκι του έγινε αυτό. Εκεί έγινε το μακελειό. Οι εβδομήντα επτά Χαλκίτες ήταν αυτοί που πήγαν για το χτυπήσουνε και όχι μόνο... Δεν ήταν κι όλοι, δεν είχαν μπει μέσα. Ήταν και οι βάρκες που πήγαν συνοδεία με αυτούς για να ενισχύουν τη δύναμη. Οπότε με την εκτίναξη, ξέρεις τώρα, ένα καΐκι γεμάτο πυρίτιδα, μπορεί να φανταστείς τι έγινε. Εδώ σκάει μια φιάλη υγραερίου και χαλάει μια πολυκατοικία ολόκληρη. Οπότε σκοτωθήκατε εβδομήντα επτά Χαλκίτες και όλοι βέβαια οι Συμιακοί - πόσοι ήτανε, πόσους να ‘χε αυτός μαζί του, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι; Ναι. Στη Σύμη, μάλιστα, λέγανε ογδόντα με ένας, για να τους πειράξουνε. Και μπορούσε να σε σκοτώσει ο Χαλκίτης, άμα του το ‘λεγες αυτό, στη Χάλκη και τον πείραζες και του ‘λεγες: «Ογδόντα με ένας», μπορούσε να σε σκοτώσει. Διότι του θύμιζε οικεία κακά. Μιλάμε, τώρα, ότι σκοτωθήκαν εβδομήντα επτά αθρώποι. Οπότε υπήρχε μια μεγάλη... μίσος μεταξύ των νησιών αυτωνών, το οποίον πέρασε στη λήθη όταν έγινε ένα συνοικέσιο αρχόντων. Πήρε ο Αγγελίτης τη μια αρχόντισσα της Χάλκης, Πιπίνου το γένος, θα ‘χεις ακούσει και το επίθετο αυτό. Λοιπόν. Και εκεί πέρα... Βέβαια, είχαν γίνει κι άλλα προξενιά μετά, αλλά νομίζω το πρώτο που αρχίζει να γίνεται επίσημο προξενιό που σείστηκε η Σύμη κι η Χάλκη, γιατί ήταν σπουδαίος γάμος αυτός. Από τότε πια άρχισαν τα πράγματα να ξεχνιούνται. Βέβαια. Έγινε... Εβδομήντα επτά άτομα λέει το Βιβλίο της Χάλκης. Εγώ ήξερα ογδόντα και μάλιστα όταν τους έλεγες: «Ογδόντα μ’ ένας», ογδόντα μ’ ένας, δεν μπορεί να είναι ογδόντα μ’ ένας, διότι είχε και πλήρωμα ο Συμιακός, δεν μπορεί να ‘ταν μόνος του. Δε λέει ποτέ ότι διεσώθη κάποιος. Δεν τους είπε: «Φύγετε έξω». Απ’ ό,τι γράφει ο Ηλιάδης, σκοτωθήκανε... Εννοείται ο ίδιος, γιατί τον δέσανε, τον είχαν δέσει πάνω στο άλμπουρο και οι δικοί του, βέβαια. Κι όλοι οι Χαλκίτες αυτοί που πήγαν κάτω. Κάποιοι που δε συμμετείχαν στον καυγά, που δεν τους άφησαν οι καπετάνιοι τους να πάνε, αυτοί σώθηκαν. Και γυρίσαν πια κι έφεραν τα μαντάτα στη Χάλκη. Και έγινε εκεί πέρα. Λένε ότι ήταν το λιμάνι της [01:00:00]Χάλκης γεμάτο μαλλιά που τα ξεριζώναν από τα κεφάλια τους οι Χαλκίτισσες από το... Εσύ που έχεις ωραίο μαλλί, πλούσιο, να πούμε, ξέρεις, ήτανε το έθιμο τότε, τα μαλλιά. Η Παναγιά δεν λέει ότι τράβαγε τα μαλλιά της; Το λέει, άμα το, «ταις θριξί», λέει. Ναι. Λοιπόν. Ήτανε... Ναι. Λοιπόν. Αυτό παρεμπιπτόντως, αλλά έχει τη σημασία του. Νομίζω έχει τη σημασία του σαν ιστορικό. Λοιπόν. Άλλο!
Είστε μια απίστευτη πηγή πληροφοριών.
Έλα. Εντάξει. Εγώ δεν το καταλαβαίνω, γιατί τα λέω λίγο σκόρπια και... Αυτά πρέπει να είναι πιο καλά να είναι προετοιμασμένα, να απαντάς καταλλήλως για να μην μακρυ... Αλλά...
Μην σας αγχώνει αυτό, θα το βρούμε!
Εντάξει.
Και για τις οικογένειες, αλλά βλέπω ότι ξέρετε πάρα πολλές ιστορίες.
Είπαμε για τις... Δεν είπαμε το πιο σπουδαίο! Σπουδαίο ναυπηγικό κέντρο η Σύμη. Πιστεύω να σ' το ‘πε και κάποιος άλλος! Σ' το ‘πε!
Όλοι.
Μπράβο. Σουμπεκιλήδες μας λέγαν οι Τούρκοι.
Σουμπεκιλήδες;
Σουμπεκί και Σουμπεκιλί. Σουμπεκιλήδες Συμαίοι - Συμιακοί, που έλεγε ο Βασίλης Μοσκόβης σ’ ένα ποίημά του, είναι τα γρήγορα σκάφη. Αυτή ήταν η ονομασία της Σύμης. Σουμπεκί και Σουμπεκιλήδες οι Συμιακοί. Δηλαδή το νησί με τα γρήγορα σκάφη. Σκορπίσαμε μαστόρους, καραβομαραγκούς στα μήκη και στα πλάτη του Αιγαίου. Τι Σάμο, τι Ρόδο, τι Πέραμα; Τι, τι, τι... Ψαρός που έκανε το «Κυρήνεια». Ψαροί, μεγάλη οικογένεια καραβομαραγκών. Και όχι μόνο αυτοί! Υπάρχει, βέβαια, μια μελέτη, για να μην λέμε τώρα αυτά, στον Β’ τόμο Συμαϊκών του Γεωργίου Ζουρούδη, του θείου της Φωτεινής, που λέει «Ναυπηγική εν Σύμη». Την θεωρώ την καλύτερη μελέτη όσον αφορά την ναυπηγική. Η Φωτεινή ήτανε και... Η Σύμη είχε και ξυλογλυπτική. Το σόι... Ο μπαμπάς της ήτανε, ο μπαμπάς της και ο παππούς της - όχι μόνο αυτοί, αλλά και άλλοι, αλλά αυτοί ήταν από τους πιο διαπρεπείς - κάνανε σπουδαία έπιπλα. Ο πατέρας της Φωτεινής και ο παππούς της, ο Γιάννης Ζουρούδης, τα «Λατζά» που λέγανε, το παρατσούκλι ήτανε Λατζί, του Λατζού τους λένε, ήτανε πρωτομάστορες. Φωτεινή Ζουρούδη.
Εσείς που ξέρετε και από οικογένειες... Μάθαμε ότι πολλοί είχανε παρατσούκλια. Μιλήστε μας γι’ αυτό.
Παρατσούκλια. Το δικό μου. Ξέρεις πώς μας λένε;
Πώς;
Εγώ λέγομαι Κασσώτης. Εγώ κρατάω από μεγάλη οικογένεια. Είμαστε από τους Μουσουρέδες. Δεν είμαι... Κασσώτης είναι επειδή ο προπαππούς μου με εμπόρια βρέθηκε στη Σύμη, του κάναν προξενιά, πήρε την προγιαγιά μου. Ένας πλούσιος, ο Βενιαμίν, που τα έκανε τα προξένια και έμεινε στη Σύμη, κτλ. Τον λέγαν «ο Σκορδόπιστος». Σκορδόπιστη είναι η γυναίκα συνήθως που ερωτεύεται εύκολα. Ο παππούς όμως δε... Ήταν στο αρσενικό. Γράφει, λοιπόν, ο Καρανικόλας στο βιβλίο του, ο παπα-Σωτήρης που είχε κάνει μελέτες, ότι άκου λέει... Σκορδόπιστος. Για κάποιο περιστατικό του βίου τους, λέει. Ωραία το διατυπώνει. Ήταν γυναικάς. Ναι. Και η προγιαγιά μου που ήταν μια πάρα πολύ καλή γυναίκα - έχουμε κάπου τις φωτογραφίες της, υπάρχουν δηλαδή - αρχοντάνθρωπος κι αυτός και εκείνη ντυμένη με τα παλιά τα συμιακά τα φακιόλια και τα διάφορα. Λέει: «Όταν με λένε του Σκορδόπιστου, σαν και να με λένε του Βασιλιά!». Δηλαδή δεν θίγομαι που ο άντρας μου, τον λένε έτσι. Ήταν αυτές τις γυναίκες που δεν θέλαν να δίνουν δικ... «Όταν με λένε του Σκορδόπιστου, είναι σαν να με λένε του Βασιλιά!», έλεγε η προγιαγιά μου, η Φανή. Δεν ήθελε, δηλαδή, να κατηγορήσει τον άντρα της. Αλλά το όνομα αυτό προήλθε, γιατί ήταν λίγο ανοιχτομάτης. Ήταν λίγο ανοιχτομάτης. Να, ένα παρατσούκλι. Έχει πολλά παρατσούκλια η Σύμη, όπως έχει παντού. Και η Χάλκη έχει πολλά παρατσούκλια. Εγώ ξέρω πολλά και για τη Χάλκη να ξέρεις. Έχει... Όλοι... Νομίζω όλα τα νησιά έχουν παρατσούκλια.
Εσάς, το δικό σας ποιο είναι;
Δε σου ‘πα του Σκορδόπιστου. Αλλά έχει μείνει... Τώρα πια, σιγά - σιγά εξαλείφεται. Παλιά, όμως, οι παλιοί το λέγανε πού και πού... Μέχρι και στο δημοτικό που ήμουν εγώ το άκουγα, ας πούμε. Δεν μας κακοφαινότανε! Τιμή μας και... Θέλω να σου πω. Ναι. Η μάνα μου δεν είχαν ακριβώς παρατσούκλι, ήτανε... Τις λέγανε, οι Χατζήνες, τις Κωνσταντάναινες... Τι ήταν; Τότε είχαν ένα παππού πολύ μεγάλο καπετάνιο, καπετάν - Κωνσταντάρος, η γυναίκα του ήταν η Κωνσταντάραινα, καπετάνισσα της εποχής εκείνης, η οποία την παίρναν, λέει, από 'δώ κι από 'κεί με τις βάρκες για να μην περπατάει οι ναύτες, τόσο πολύ δηλαδή καλομαθημένη ήτανε - και λέγαν τις Κωνσταντάρες. Αυτό δεν είναι και παρατσούκλι. Είναι και δεν είναι. Του Σκορδόπιστου είναι παρατσούκλι.
Ωραία!
Έχει πολλά παρατσούκλια η Σύμη. Δεν... Το Λατζοί, που λέμε, της Φωτεινής μπορεί να δηλώνει και προέλευση. Υπάρχει μια κατηγορία το Λατζό. Οι Λατζοί. Οι Λατζοί. Είναι μια φυλή. Αυτό πρέπει να... Δεν ξέρω κι η ίδια τι εξήγηση δίνει; Η αδερφή της η Υπατή είναι καλή φιλόλογος, ασχολείται περισσότερο μ’ αυτά. Δεν ξέρω, νομίζω... Ναι. Η Σύμη έχει πάρα πολλά παρατσούκλια.
Εσείς τι άλλο θεωρείται ότι πρέπει να ξέρουμε;
Ακούστε. Είπαμε για τα προϊόντα που ήταν νόστιμα, είπαμε αυτά. Είπαμε για το ότι ήταν κέντρο ναυπηγικής. Είπαμε ότι είχε κοντραμπατζήδες. Είπαμε ότι ήταν σφογγέμποροι. Υπήρχε η «Σφογγεφέρα», είχαν ένα μεγάλο σφογγαλιευτικό, ήτο κάποτε, ένας Φακλής, ο οποίος είχε... Στην Κούβα είχε αντιπροσωπεία. Βέβαια. Είπαμε ότι είχε πολύ ανεπτυγμένη μηχανουργία. Η Φωτεινή, το σόι της μητέρας της, οι Αναστασιάδηδες, οι Βολονάκηδες. Είχε μηχανουργεία η Σύμη. Χυτήρια. Κάναν καμπάνες. Αυτά δεν είναι απλά πράγματα για ένα νησί μικρό. Είπαμε, λοιπόν, ναυπηγική. Είπαμε ξυλογλυπτική. Είπαμε μαστόρους, είχε κι η Σύμη μαστόρους. Βέβαια, τα πιο πολλά σπίτια τα χτίζανε Καρπάθιοι. Είχαν έρθει από Κάρπαθο, Πελεκάνοι και τέτοιοι, πιο πολύ... Είχε κι η Σύμη μαστόρους, χτιστάδες, αλλά πιο πολύ ήταν οι Καρπάθιοι. Ναι. Είπαμε για τον Μαστορίδη. Είπαμε για τον Χατζή. Είπαμε για τους... Πες το... Τον Έφηβο των Αντικυθήρων, ότι αυτοί βρήκανε... Είπαμε για το ότι είναι τρίτη δασική περιοχή Δωδεκανήσου. Τι άλλο μπορούμε να πούμε;
Υπάρχει κάποιο - αν υπάρχει...
Ο Πανορμίτης που είναι ένα μεγάλο προσκύνημα.
Υπάρχει μήπως κάποιο άλλο, αν υπάρχει, βίωμα το οποίο θα θέλατε να μοιραστείτε; Δικό σας. Κάτι που ακούσατε από την οικογένεια! Κάτι που είδατε στην οικογένεια! Στη ζωή σας στη Σύμη; Αν υπάρχει.
Βίωμα... Τα ήθη και τα έθιμα που ζούσαμε τότε. Τα ήθη και τα έθιμα που ζούσαμε. Ήταν όλα πιο γραφικά, πιο ρομαντικά τότε. Να, αυτό να πω. Τώρα, ας πούμε. Σας λέω κι ο γάμος και η κηδεία και η βάφτιση και αυτά γινόντουσαν με πιο ρομαντισμό. Τώρα γίνονται πιο εμπορικά, πιο... Ας πούμε... Παραδείγματος χάριν, παλιά, την εποχή εκείνη, όταν πέθαινε κάποιος, έβλεπε κανείς τους συγγενείς τους στενούς με τα ξέμπλεκα μαλλιά τις γυναίκες. Αυτό έχει καταργηθεί. Αυτό υπήρχε και σε άλλα νησιά, βέβαια. Και στη Χάλκη... Κι είχε... Έχουμε φωτογραφία. Έχω ένα - δυο φωτογραφίες συγγενικές που είναι με τα ξέμπλεκα... Αυτά καταργηθήκανε. Τώρα λέω πράγματα, βέβαια, μοιραία, δεν έχει σημασία, αυτά είναι μέσα στη λαογραφία. Λοιπόν. Ας πούμε, αυτά... Έχει αλλάξει πια ο κόσμος. Αυτό θέλω να τονίσω.
Ωραία.
Εν τω μεταξύ, παλιά δεν είχε την ποικιλία που ‘χει σήμερα, που πας σ’ ένα ξωκλήσι και σε γεμίζουν μια τσάντα πράγματα. Άντε να κάνουν τα ακούμια, άντε να κάμουν κουραμπιέ, άντε και ένα συνήγλι, κουλούρι δηλαδή με το σουσάμι, τον καφέ με το γάλα βέβαια, γιατί κουτιά γάλα υπήρχαν... Υπήρχε, αλλά πολλές φορές επειδή ήταν ορισμένες εκκλησίες και κοντά σε μάντρες, δίναν και γάλα οι μάντρες έτσι προς τιμήν του Αγίου. Κάναν τον καφέ που πίνουμε στα ξωκλήσια, που ‘ναι και νόστιμος ο συμιακός ο καφές στα ξωκλήσια που τον κάνουν με το γάλα. Τώρα κάνουνε, τι να σου πω; Γυρνάς με μια τσάντα πράματα στο σπίτι. Δεν υπήρχε αυτή η ποικιλία τότε. Ή, ας πούμε, ο κόσμος είχε άλλα... Ας πούμε, τι είχαμε; Τον χειμώνα να κάνει ο άνθρωπος ο φραγκόσυκό του το ξερό, πολύ νόστιμα, πολλά κουκούτσια, αλλά πολύ νόστιμα και δύσκολο, βέβαια, να το κάνεις, γιατί πρέπει να το βάλεις να στεγνώσει, να μην έχει υγρασία. Σύκα ξερά. Ήταν αυτό. Μισοκοφτές, μουσταλευριές δηλαδή. Τις ξεραίναν κι αυτές. Είναι ωραία κι η μουσταλευριά. Ναι. Κι η συμιακιά είναι, γιατί τα σπίτια όλα είχανε κρεβατές, που λέμε εμείς, κληματαριές. Και στα περβόλια, αλλά και πολλά σπίτια είχε κληματαριές. Βγάζαν πάρα πολλά σταφύλια και τα σφίγγανε, κάναν και κρασί, ωραίο κρασί. Στον γάμο, στα πεσκέσια, που λέμε, δεν ήταν μόνο τα γλυκά, είχανε και κρασί και σύκα ξερά για να πάει γλυκά. Αφού το συνηθίζαν και στα... Κατάλαβες, θέλαν να πάνε ταξίδι οι ναυτικοί, πήγαινε καμιά συγγενής και στα σπίτια και στα αυτό... Και τους έπαιρνε πάντοτε σύκα για να πάει, λέει, γλυκά το ταξίδι. Γιατί η Σύμη βγάζει πάρα πολύ ωραίο σύκο. Το συμιακό το σύκο το ξερό δεν υπάρχει [01:10:00]πουθενά. Εκεί δεν τα βράζουμε, πάει κατευθείαν, στεγνώνει με τον ήλιο και το βάζουν στο φούρνο. Ενώ του εμπορίου της Καλαμάτας και της Εύβοιας είναι πιο πολύ βραστά, νομίζω, θα ‘χει και του φούρνου. Την Καθαρή Δευτέρα, βέβαια, είχε διάφορα έθιμα με τις νηστείες. Υπήρχε και ένα έθιμο. Κρεμούσαν πεύκο στους άγαμους. Όταν ήταν κανένας άγαμος, την Καθαρή Δευτέρα του κρεμούσαν στην πόρτα του πεύκο.
Γιατί αυτό;
Ότι δηλαδή είσαι ακόμα απάντρευτος. Του επισημαίναν ότι... Δηλαδή... Ναι. Ήταν πάρα πολύ έντονη, διασκεδαστικά και... Οι Απόκριες στη Σύμη. Οι Απόκριες γινότανε πολύ ωραία! Δηλαδή μέχρι καρναβάλια κάνανε, τέτοια. Δηλαδή ήταν πολύ, πολύ έντονη η ζωή στη Σύμη τις Απόκριες. Της παλιάς Σύμης όμως. Σιγά - σιγά όμως άρχισαν τώρα να αυτό... Τώρα κάνουνε ακόμα και κάναν και επί των ημερών μου, αλλά όχι όπως παλιά!
Ωραία!
Τι άλλο να πούμε; Δεν ξέρω.
Εσάς πώς σας φάνηκε η συνέντευξη;
Εντάξει. Νομίζω τόνισα τα πιο πολλά πράγματα, αυτά που πρέπει να ειπωθούν. Εσένα, όμως, έτσι σε βοηθούν, δεν ξέρω!
Ήταν άκρως βοηθητικά και άκρως ενδιαφέροντα!
Είναι σίγουρο αυτό;
Ναι!
Οπότε τώρα προσπαθώ μήπως σου πω και κάτι ακόμα! Αλλά...
Αν σας προκύψει, θα μου το πείτε!
Τηλεφωνικώς όμως πια!
Μην αγχώνεστε!
Αλλά νομίζω θα δεις και κάποιους άλλους. Δεν θα δεις κι άλλους;
Ναι, ναι, ναι!
Ο Λευτέρης ο Τσουμάρας; Μίλησες μαζί του; Μου λέει: «Η κοπέλα ντρέπομαι και με πήρε... και...». Του είπα: «Έχω μια κοπέλα και...». Είναι ξάδερφος, είναι. Βαστά από τη Σύμη κι αυτός.
Το ξέρω. Θα σας...
Μου ‘πε: «Ναι, βρε Στέλιο, ντρέπομαι την κοπέλα. Πρέπει να μιλήσω κι εγώ μαζί της» κτλ. Κοίτα, λέω: «Εγώ δεν έχω πρόβλημα, αλλά τι να πάω να λέω, δεν ξέρω!».
Είπατε, πραγματικά, πάρα πολύ ωραία πράγματα!
Η Φωτεινή, τι είπε;
Θα σας πω μόλις το κλείσουμε. Θα σας πω! Σας ευχαριστώ πάρα πολύ πάντως για τη βοήθειά σας!
Εγώ... Αυτήν τη στιγμή δεν μου ’ρχεται κάτι άλλο! Αν θες να με ερεθίσεις, να μου πεις κάτι; Αυτό... Όχι. Μια που ‘ρθα να... Τουλάχιστον να πιάσει τόπο η...
Έπιασε ήδη τόπο, σας το υπογράφω! Ευχαριστώ πάρα πολύ!