© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Αντισυνταγματάρχης Ζερζελίδης Θωμάς: Από τις αφηγήσεις των Κάτω Σουρμένων του Κιλκίς στις εμπειρίες της στρατιωτικής καριέρας

Κωδικός Ιστορίας
26817
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Θωμάς Ζερζελίδης (Θ.Ζ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
24/01/2024
Ερευνητής/τρια
Ανδρονίκη Κατικαρίδου (Α.Κ.)
Α.Κ.:

[00:00:00]Σήμερα είναι Πέμπτη 25 Γενάρη 2024. Είμαι η Κατικαρίδου Ανδρονίκη, είμαι ερευνήτρια του Istorima, και βρίσκομαι εδώ με τον κύριο Θωμά Ζερζελίδη. Βρισκόμαστε στο σπίτι του αφηγητή, το οποίο είναι στο Κιλκίς. Καλησπέρα, κύριε Θωμά! 

Θ.Ζ.:

Καλησπέρα, Ανδρονίκη– 

Α.Κ.:

Είστε καλά; 

Θ.Ζ.:

Και ευχαριστώ πολύ! 

Α.Κ.:

Χαίρομαι πολύ. Εγώ ευχαριστώ. Θέλετε λίγο να μου μιλήσετε για εσάς, να σας γνωρίσουμε καλύτερα;  

Θ.Ζ.:

Βεβαίως. Ονομάζομαι Ζερζελίδης Θωμάς, του Νικολάου και της Μαρίας. Οι γεννήτορές μου είναι αυτοί. Γεννήθηκα στις 11 Απριλίου του 1959, στα Κάτω Σούρμενα, Σταθμό Μουριών Κιλκίς. Είμαι το εγγόνι, ο εγγονός που γεννήθηκε στο σπίτι του παππού, του παππού του Θωμά και της γιαγιάς της Ευρώπης, οι γονείς του πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν ο Νικόλαος Ζερζελίδης του Θωμά και της Ευρώπης και η μητέρα μου η Μαρία Ζερζελίδου του Χαραλάμπους και της Αναστασίας. Έχουν αποβιώσει και οι δύο. Εγώ όπως είπα προηγουμένως είμαι ο εγγονός ο οποίος γεννήθηκε στο σπίτι του παππού. Ο μόνος! Δεν υπάρχει άλλο εγγόνι που να γεννήθηκε στο σπίτι του παππού, το παλιό, και το έχω και καμάρι, και μάλιστα πήρα και το όνομα του παππού. Εγώ είμαι ο πρώτος Θωμάς. Είμαστε τρεις στο σόι, να το πούμε έτσι, του πατέρα μου. Τρεις Θωμάδες, εγώ είμαι ο μεγαλύτερος. Και περιττό να πω ότι οι δύο θείοι, ένας θείος και μία θεία, που ήτανε στο σπίτι ακόμα του παππού, αυτοί με είχαν και τρελή αδυναμία. Και εξακολουθεί και είναι η τελευταία μου η θεία, αυτή που μόνο ζει από το σόι του πατέρα μου, η Αναστασία, η οποία με υπεραγαπά. Λέει: «Πρώτα τα παιδιά μου και μετά ο Μάκης». Το χαϊδευτικό είναι ο Μάκης. Τέλος πάντων, αυτά είναι, ας το πούμε, ιστορίες για να τις λέμε, αλλά εγώ το θεωρώ ότι είναι και τιμή για μένα, διότι και όλοι οι θείοι μου γενικώς μου δείχναν αδυναμία.   Στο σπίτι αυτό έμεινα περίπου δύο χρόνια, ενάμισι με δύο χρόνια. Εκεί μετά ο πατέρας μου και η μητέρα μου φύγανε και πήγανε σε ένα άλλο σπιτάκι, του άλλου του παππού, από την πλευρά της μητέρας μου, στο οποίο μείναμε μέχρι την ηλικία που έγινα εγώ 4 χρόνων. Διότι οι γονείς μου τότε, και συγκεκριμένα ο πατέρας μου, ο οποίος ήτανε έξυπνος άνθρωπος και θαρραλέος, έπαιρνε αποφάσεις τις οποίες μελετούσε και ήξερε ότι θα είναι για το καλό τόσο της οικογενείας του όσο και των παιδιών του, της οικογενείας του γενικώς. Εκείνη την εποχή, λοιπόν, τολμήσαν οι γονείς μου και αγοράσανε σπίτι. Το αγοράσανε κάτω στον συνοικισμό, συγκεκριμένα, του Σταθμού Μουριών. Αυτό το σπίτι είναι το πατρικό μας, στο οποίο μεγάλωσα εγώ και γεννήθηκαν και τα δύο άλλα αδέρφια μου, και αγοράστηκε το 1963, έναντι του τιμήματος των 30.000 δραχμών. Οφείλω όμως να πω κάτι για την αείμνηστη την κυρία Νίνα και τον σύζυγό της, τον Κώστα τον Καρυπίδη, οι οποίοι παρότι βρέθηκε ένας αγοραστής, ο οποίος είχε τα λεφτά μπροστά για να πάρει το σπίτι, δεν το δώσανε σε αυτόν, γιατί εκτίμησαν ότι ο πατέρας μου και η μάνα μου είχαν εμένα. Είχανε παιδί, ενώ άλλος δεν, ήταν ελεύθερος. Και συγκεκριμένα η κυρά Νίνα είχε πει, αυτά μου τα είπαν οι γονείς μου, έτσι, η μητέρα μου περισσότερο: «Κώστα -τον είπε- δεν θα δώσεις το σπίτι στον άλλον. Θα το δώσεις στον Νίκο και τη Μαρία, γιατί αυτοί έχουνε παιδί». Έτσι, λοιπόν, σε αυτό το σπίτι εγώ μεγάλωσα. Εκεί μέσα, εκεί σε αυτό το σπίτι γεννήθηκε και ο αδερφός μου ο Θανάσης και ο αδερφός μου ο μικρότερος, ο Κώστας. Αμφότεροι και οι δύο μέσα στο σπίτι, από τη μαμή, την κυρία Ευθυμία, συγκεκριμένα. Όπως γεννήθηκα και εγώ από την κυρία Ευθυμία. Αυτή ήταν η μαία.  Ήρθε η ώρα να πάω σχολείο. Δημοτικό σχολείο για δύο χρόνια πήγα στο σχολείο της Μικρόβρυσης. Είχαμε μία δασκάλα, την κυρία Κούλα, η οποία ήτανε ναι μεν αυστηρή, αλλά ήτανε καλή δασκάλα, όπως θυμάμαι, και μαθαίναμε. Μετά όμως λόγω της εγγύτητας, ας το πούμε, του σχολείου των Άνω Σουρμένων, σε απόσταση, ας το πούμε, από το σπίτι μου, και λόγω του ότι είχε και λιγότερα παιδιά, πήγα σε εκείνο εκεί το σχολείο. Στην τρίτη τάξη δημοτικού είχα μία δασκάλα την οποίαν, αν ενθυμούμαι καλά, τη λέγανε Λεμονιά, η οποία ήταν μια εξαίρετη δασκάλα και όμορφη. Μας έκανε εντύπωση και η ομορφιά της και η οποία ήτανε και μαθαίναμε από αυτή. Ήταν απαιτητική, είχε και μεταδοτικότητα. Τώρα θα μου πεις, Ανδρονίκη, πώς το καταλάβαινες, κύριε Θωμά; Μα εφόσον μαθαίναμε. Μας μάθαινε γράμματα. Τετάρτη, πέμπτη και έκτη είχαμε έναν δάσκαλο, τον Προσκόλη τον Κωνσταντίνο, ο οποίος πραγματικά ήτανε δάσκαλος! Δάσκαλος με όλη τη σημασία της λέξεως! Αλλά ήταν και αυστηρός. Έπεφτε η ράβδος. Είχε ξύλο. Όποιος δεν ήξερε μάθημα, έτρωγε ξύλο. Πολλές φορές μπορεί να ήταν και λίγο υπερβολικός. Όμως όταν διάβαζες και ήξερες το μάθημα, δεν είχες κανένα πρόβλημα. Εγώ ήμουν από αυτούς που διάβαζα και δεν είχα ποτέ πρόβλημα. Όλο κι όλο, στα τρία χρόνια αυτά που τον είχα δάσκαλο, έφαγα μια φορά ξύλο. Και εκείνο με μπέρδεψε σε μια ερώτηση εκεί σχετικά και το θυμάμαι. Ήτανε με την απόσταξη του πετρελαίου, στα παράγωγα που βγαίνουν από την απόσταξη. Τώρα θα μου πείτε, κύριε Θωμά, πώς τα θυμάσαι; Τα θυμάσαι. Όταν έχεις βιώματα καλής παιδείας στο σχολείο, τα θυμάσαι. Και το λέω και ανατριχιάζω, γιατί εμείς, στην ηλικία αυτή που είμαστε των 65 ετών, 60 και πάνω, έχουμε μάθει γράμματα από το δημοτικό σχολείο. Χωρίς τώρα να έρχομαι και να λέω, ξέρεις, ότι σήμερα η σημερινή παιδεία δεν είναι καλή. Καλή είναι, αλλά θέλει όμως να δουλεύουν και οι γονείς, θέλει να δουλεύει και το παιδί και θέλει να δουλεύουν και οι δάσκαλοι. Όταν υπάρχει αυτό δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα.  Εγώ, λόγω του ότι ήμουνα και άριστος μαθητής, έγινα και σημαιοφόρος, και το είχα και καμάρι. Και έχω και φωτογραφίες από τη σχολική μου τη ζωή και τις κρατάω και θα τα αφήσω, ας το πούμε, σε άλμπουμ στα παιδιά μου, να με έχουν και να με βλέπουν. Τέλειωσα το δημοτικό σχολείο. Το δημοτικό, από το δημοτικό σχολείο έχω πάρα πολύ καλές αναμνήσεις. Έχω τις αναμνήσεις ότι τα παιχνίδια μας ήτανε στο διάλειμμα ποδόσφαιρο. Ήτανε αυτό που παίζαμε, πώς λέγεται, μπαλαρό. Ένα με την μπάλα εκεί, με τα μήλα. Είχαμε κάποιους χορούς. Βλέπαμε τα κορίτσια να χορεύουν τον Μενούση και τον Μπερμπίλη και κάποια άλλα, άλλους χορούς. Και να μη σου πω ότι μάθαμε και κάποιους χορούς στο σχολείο, όπως μάθαμε το συρτό, όπως μάθαμε και κάνα δυο ποντιακούς χορούς, λόγω του ότι γεννηθήκαμε και σε ποντιακά χωριά, από ποντιακές οικογένειες, και όσο να 'ναι η παράδοση περνάει από γενιά σε γενιά. Θυμάμαι τις γυμναστικές επιδείξεις που γίνονταν. Υπήρχε πολύ μεγάλος ανταγωνισμός με τα σχολεία. Ποιος θα βγει πρώτος, ποιος θα πάρει τα περισσότερα μετάλλια. Εγώ έχω και δύο νίκες στη σφυροβολία. Έχω μία δεύτερη νίκη και μια τρίτη. Τώρα θα μου πεις έχετε αυτά τα διπλώματα; Δεν τα έχω. Κάπου χαθήκανε στο πέρασμα των χρόνων. Δεν πειράζει όμως.   Όταν ήρθε η ώρα να πάμε στο γυμνάσιο, αφού τελειώσαμε το δημοτικό σχολείο, ενθυμούμαι ότι ο δάσκαλός μου με κάλεσε και μου λέει: «Θωμά! Μακής!». Έτσι με φώναζε, Μακής. Μάκης-Μακής. «Από σένα έχω απαίτηση να είσαι αν όχι πρώτος, τουλάχιστον να είσαι μέσα στην πρώτη τριάδα!». Δεν του έκανα το χατίρι. Τώρα πώς, γιατί δεν του έκανα το χατίρι; Ίσως έκανα, μπορεί να έκανα και κάποια λάθη, αλλά δεν ήμουνα στην πρώτη τριάδα, ήμουνα μέσα στους δέκα πρώτους. Πήγαμε στο γυμνάσιο. Στην πρώτη τάξη ήμουνα καλός μαθητής. Έβγαλα κάπου 17,5. Ήμουνα δηλαδή στους καλούς μαθητές. Στη δεύτερη, στη δευτέρα τάξη έμεινα μετεξεταστέος στα μαθηματικά. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά δεν ήμουνα καλός στα μαθηματικά, πολύ καλός. [00:10:00]Ίσα ίσα που τα περνούσα. Ήμουν καλός όμως στη γεωμετρία και στην τριγωνομετρία, πώς γίνεται τώρα αυτό; Ήμουνα καλός στη γεωμετρία, έβλεπα το σχήμα και έλυνα την άσκηση. Δεν ξέρω, μου ερχότανε. Ήμουνα περισσότερο, φαίνεται, πιο πρακτικός. Δεν ήμουνα στη θετική κατεύθυνση. Στα άλλα δε τα μαθήματα τα θετικά εκεί ήμουνα άνετος. Δεν είχα κανένα πρόβλημα. Τρίτη, τετάρτη, πέμπτη και έκτη δεν ήμουνα μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, ήμουνα ένας καλός μαθητής, που περνούσα άνετα. Όταν πλέον τελείωσα το γυμνάσιο, γιατί στην τελευταία τάξη απλώς μας ονόμασαν αποφοίτους λυκείου. Ήτανε το μεταβατικό στάδιο. Το εξατάξιο γυμνάσιο έσπασε και λεγόταν, ας το πούμε, τριτάξιο γυμνάσιο και μετά λύκειο. Εγώ ονομάστηκα απόφοιτος λυκείου. Έβγαλα και κάπου κοντά στο 15, απολυτήριο έχω κάπου εκεί. Ένας καλός μαθητής.   Ο πατέρας μου ο μακαρίτης, ο αείμνηστος, ο οποίος, να κάνουμε μία παρένθεση, ο πατέρας μου όλα αυτά τα χρόνια που ήμουνα στο σπίτι μού δίδαξε πάρα πολλά πράγματα σε θέματα της πατρίδας. Αυτός είναι που μου εμφύσησε, ας το πούμε, να έχω τον πατριωτισμό μέσα μου. Να αγαπάω την Ελλάδα, να ακούω τον εθνικό ύμνο και να συγκινούμαι. Να μάθω, ας το πούμε, τραγούδια και στρατιωτικά, τα οποία μου τα έμαθε. Εγώ προτού πάω στον στρατό ήξερα και το εμβατήριο των εχθρών «Τα φουσάτα περάσαν», ας το πούμε, ή το «Περνάει ο στρατός της Ελλάδος φρουρός». Αυτά τα ήξερα. Και περιττό να πω, όχι περιττό, πρέπει να το πω ότι λόγω του ότι ήτανε και διμοιρίτης των ΤΕΑ εκείνη την εποχή, παρότι είχε διορισθεί στο γυμνάσιο ως επιστάτης γυμνασίου, με εντολή του υπουργείου Παιδείας, λόγω του ότι είχε πάει στην Κορέα και ήτανε και τραυματίας. Πήγαινε στον πόλεμο της Κορέας τότε, το 1952, και επέστρεψε το 1953, μετά από 13 μήνες θητείας στην Κορέα. Τραυματίστηκε εκεί σε μία μάχη. Τον περιέθαλψε, να το πούμε αυτό, γιατί είναι μία ιστορία η οποία είναι βαθιά χαραγμένη, ας το πούμε, στις αναμνήσεις μου, στο μυαλό μου, λόγω του ότι αφορά τον πατέρα μου, τον γεννήτορά μου. Τον περιέθαλψαν οι τραυματιοφορείς της πρώτης γραμμής, οι οποίοι ήταν Έλληνες, διότι ανήκανε στο ελληνικό, στην ελληνική διμοιρία, που ήταν και ο πατέρας μου. Ήταν υπαξιωματικός κιόλας, λοχίας, ομαδάρχης. Και μετά τον προώθησαν από τον σταθμό πρώτων βοηθειών, όπως λέγεται, πήγε στο νοσοκομείο εκστρατείας του αμερικανικού στρατού, οι οποίοι πραγματικά, να το πω έτσι, τον περιέθαλψαν σε τέτοιο βαθμό, ούτως ώστε να πούμε ότι τον κέντησαν, τόσο στα τραύματα τα οποία έφερε εδώ στη θωρακική χώρα και εδώ στον λαιμό. Και από εκεί μετά τον πήρανε για καλύτερη περίθαλψη με... αεροπλάνο; Με ελικόπτερο; Τον πήγανε στο Τόκιο, στην Ιαπωνία, όπου έμεινε στο νοσοκομείο περίπου δύο μήνες. Δύο; Τρεις μήνες; Δεν θυμάμαι ακριβώς. Και εκείνος δεν θυμότανε πόσο έμεινε. Όταν επέστρεψε στην Κορέα, είχε γίνει ήδη ανακωχή, και μετά πλέον δεν υπήρχανε επιχειρήσεις, και απλώς έπρεπε να κάνουνε, να μείνουν εκεί. Κάνανε βέβαια ασκήσεις, κάναν τις υπηρεσίες τους, αυτές στη φύλαξη, ας το πούμε, των συνόρων, εκεί στον 308ο παράλληλο, από ό,τι θυμάμαι, μεταξύ Νοτίου και Βορείου Κορέας, και μετά επέστρεψε στην Ελλάδα. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, στην ηλικία των 28 ετών αρραβωνιάστηκε και με τη μητέρα μου και παντρεύτηκαν, και ο πρώτος γιος είμαι εγώ και μετά ακολούθησαν και οι άλλοι δύο. Κλείνουμε αυτή την παρένθεση του πατέρα μου, γιατί είναι σημαντική για μένα.   Αυτός, λοιπόν, ο άνθρωπος μου εμφύσησε όλα αυτά σχετικά με την Ελλάδα και τον πατριωτισμό, να μην το πω εθνικισμό, ας το πούμε. Να το πω το να αγαπάς την πατρίδα σου, να αγαπάς την οικογένεια, να αγαπάς τη θρησκεία, να ξέρεις τους εθνικούς ήρωες, να ξέρεις την ιστορία της Ελλάδας. Και πλέον αυτού με έμαθε εκείνη την εποχή να βαδίζω με στρατιωτικό βήμα, να μάθω και κάποια πράγματα με στρατιωτικές ασκήσεις, δηλαδή να ξέρω το όπλο και τα λοιπά, γιατί κάτω στο σπίτι μας υπήρχαν πάντα όπλα, τα οποία ήτανε της ομάδας που διοικούσε ο πατέρας μου. Βέβαια μετά φύγανε αυτά. Με τα οποία, περιττό να σου πω, Ανδρονίκη, ότι παίζαμε εγώ μαζί με τον μεσαίο μου τον αδελφό, και ο Θεός μάς φύλαξε ίσως που δεν πήραμε και καμιά σφαίρα, γιατί κυκλοφορούσαν και σφαίρες, και δεν πυροβολήσαμε. Αυτά γιατί τα λέω; Διότι τελειώνοντας το γυμνάσιο, ο πατέρας μου με ρώτησε: «Γιε μου, τι θα κάνεις;». Εκείνος πάντα μου έλεγε και με συμβούλευε να δώσω εξετάσεις στη Σχολή Ευελπίδων. Εγώ τόσο πολύ δεν με τραβούσε ο στρατός, λόγω του ότι έβλεπα, ας το πούμε έτσι, λίγο, τι να πω τώρα; Λίγο τις δυσκολίες που είχανε; Ότι ήτανε όλη μέρα με τη στολή; Που τον έβλεπα εκεί πέρα τον διοικητή του λόχου εθνοφυλακής και τον διοικητή του τάγματος της εθνοφυλακής που ερχόταν; Ή τον διοικητή του τάγματος που ήταν στο Δροσάτο; Που έβλεπα τους στρατιώτες πάνω στα φυλάκια, πάνω στο Μπέλλες, και τους αξιωματικούς που ήτανε μέρα νύχτα στις υπηρεσίες; Και έβλεπα όμως και τους αστυνομικούς που ήτανε υπηρεσία στον αστυνομικό σταθμό. Μου άρεσε και το ότι, ας το πούμε, κυκλοφορούσε έξω, μιλούσε με τους πολίτες, πήγαινε επέδιδε κάποια έγγραφα, πήγαινε τον έλεγχε και τα λοιπά. Αυτά με αρέσανε. Και επειδή, λοιπόν, είχα πάει και Αγγλικά και είχα ένα καλό επίπεδο γνώσης στην Αγγλική, τον είπα: «Πατέρα, εγώ δεν θα πάω στον στρατό. Δεν θέλω να πάω. Θα πάω να δώσω εξετάσεις στη Σχολή Ενωμοταρχών». Και μου λέει: «Παιδί μου, εσύ ξέρεις, αλλά να διαβάσεις».   Πράγματι διάβασα και πήγα και κάποια φροντιστήρια, στη Θεσσαλονίκη, στο φροντιστήριο Ακάδημος, και έμενα στο σπίτι του θείου μου του Δημητράκη, του αδελφού του πατέρα μου, και της θείας μου της Άννας. Μακαρίτες είναι και οι δύο. Ας είναι καλά εκεί που είναι οι άνθρωποι. Με προσέχαν και με αγαπούσαν. Έκανα έναν μήνα περίπου φροντιστήρια, έγραψα στις εξετάσεις καλά, και εμείς από ό,τι μάθαμε ήμουνα στους επιτυχόντες, διότι έτσι με πληροφόρησε και ο θείος μου, ο οποίος ήτανε στην αστυνομία και είχε κάποιον υπομοίραρχο γνωστό στην Αθήνα, ο οποίος με κάποιο τρόπο έμαθε ότι ήμουνα στους επιτυχόντες. Όμως, εσύ το λες. Βγήκαν τα αποτελέσματα θυμάμαι στον «Ελληνικό Βορρά», την εφημερίδα, και εγώ δεν είδα το όνομά μου. Κλάμα, κακό, αυτά, ιστορίες! Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Έκλαψα, έκανα. Ο πατέρας μου με είπε: «Μάκη, να ξαναπροσπαθήσεις». Την επόμενη χρονιά ξαναπροσπάθησα. Ήταν όμως πολύ λίγοι αυτούς που θα έπαιρνε. Θα έπαιρνε περίπου 80, 90 άτομα και εμείς είμασταν χιλιάδες. Οπωσδήποτε πάντα υπάρχουν οι άριστοι, οι καλοί, οι μέτριοι και αυτοί που ίσα που λένε: «Άντε, πάμε να δώσουμε». Και είναι και να βρεθείς στην ημέρα. Εγώ δεν έγραψα σε ένα μάθημα, στα μαθηματικά, στην πρακτική αριθμητική, και έτσι δεν πέρασα.  Ήρθε η ώρα, αφού, λοιπόν, κοιτούσα να κάνω κάνα μεροκάματο δεξιά αριστερά, να πάω να δουλέψω σε καμιά οικοδομή, στα μπετά, να πηγαίνω να ψάχνομαι, για να μην είμαι βάρος στον πατέρα μου σχετικά με το θέμα στο χαρτζιλίκι, διότι πλέον είμαι 18. Είμαι στα 19, πηγαίνω στα 20. Δεν μπορεί να είσαι συνεχώς στο πορτοφόλι του πατέρα. Πρέπει να βγάλεις και εσύ. Έβγαζα! Δεν είχα θέμα. Δεν του ζητούσα χρήματα, είχα λεφτά. Και είχα λεφτά και θα σου πω γιατί είχα λεφτά. [00:20:00]Διότι δούλευα στη συγκέντρωση των ροδακίνων. Πήγαινα τους βοηθούσα στη συγκομιδή των ροδακίνων, διότι είχαμε ροδάκινα στις Μουριές. Και μετά πήγαινα στη συγκέντρωση, όπου γινότανε, και φορτώναμε τα φορτηγά και παίρναμε τότε 60 δραχμές τον τόνο. Θυμάμαι ότι το πρώτο μεροκάματο που έβγαλα εκεί, σε ηλικία ούτε 17 ήμουνα, έβγαλα 1.500 δραχμές, που ήτανε λεφτά τότε. Και πήγα και έδωσα στη μάνα μου ένα χιλιάρικο και τα 500 τα κράτησα εγώ. Βέβαια έβγαζα μετά εγώ. Περνούσα καλά. Πήγαινα και στα πανηγύρια και δεν είχα κάνα πρόβλημα και μάζευα και λεφτά. Και είχα κάνει ένα κομπόδεμα 18.000 δραχμές. Είχα ένα κομπόδεμα 18 χιλιάρικα. Πρόσεξε τώρα. Και προτού ακόμα φύγω να πάω στον στρατό, γιατί ήδη ερχόταν η σειρά μου, θα έφευγα το 1979. Όπως και έφυγα, στις 30 Ιανουαρίου, παρουσιάστηκα στην Κόρινθο. Συνέβη ένα γεγονός στο σπίτι μας. Ο μεσαίος μου αδερφός, ο Θανάσης, σηκώθηκε τη νύχτα επειδή τον ενοχλούσανε τα κουνούπια και ξύπνησε. Αυτός τώρα φαίνεται πήγε, έριξε λίγο νερό στα μούτρα του, τι έκανε, και βλέπει τα κλειδιά του αυτοκινήτου πάνω στο ψυγείο. Ήξερε να οδηγάει. Ήτανε 13 χρονών; Έβλεπε πώς οδηγούσα εγώ και πώς οδηγούσε και ο πατέρας μου. 14 εγώ είχα πάρει δίπλωμα. Είχα δίπλωμα. Και σου λέει: «Το αυτοκίνητο;». Παίρνει το αυτοκίνητο και φεύγει και πάει προς το βουνό, προς το Μπέλλες, έτσι πάνω. Ανέβηκε έτσι μέχρι το παλιό, το χωριό το παλιό, εκεί που γεννήθηκε ο πατέρας μου και εκεί που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν οι παππούδες μας. Και επειδή είπαμε για τους παππούδες, να πω ότι προέρχονται, ας το πούμε, είναι από τον Πόντο και συγκεκριμένα από την Ορντού, ένα χωριό που λεγότανε Τσογού. Ανήκε στον νομό της Ορντού, όπως λέγεται σήμερα, τα Κοτύωρα τα παλιά, στην Ελληνική, και της μητροπόλεως Νεοκαισάρειας.   Πήγε μέχρι εκεί ο μεσαίος αδελφός, με το αυτοκίνητο. Και γυρνώντας το πάτησε, έτρεχε και σε κάποια στροφούλα ελαφριά ξέφυγε ο έλεγχος λόγω του ότι δεν ήταν άσφαλτος, είχε άμμο κάτω, και φεύγει και με ταχύτητα πέφτει πάνω σε έναν φράχτη. Ξηλώνει τέσσερις τσιμεντένιες κολόνες, χτυπάει σε μία κολόνα της ΔΕΗ, την οποία τη σπάει, και αυτή η κολόνα της ΔΕΗ του έσωσε τη ζωή, διότι δεν καρφώθηκε, δεν χτύπησε, ας το πούμε, δεν προσέκρουσε το αυτοκίνητο σε μία βεράντα ενός σπιτιού και η οποία θα τον χτυπούσε στην καμπίνα του οδηγού μέσα, οπότε θα είχαμε ενδεχομένως και σοβαρό τραυματισμό και μπορεί και κάτι άλλο. Παρ' όλα αυτά, το αυτοκίνητο, από το αυτοκίνητο ο αδερφός μου βγήκε ολοζώντανος, με μία γρατσουνιά μόνο εδώ στο χέρι, εδώ στο αριστερό το χέρι, από το οποίο στάξανε τρεις τέσσερις σταγόνες αίμα. Το αυτοκίνητο; Όλο και όλο το αυτοκίνητο έκανε 154.000 δραχμές και εμείς για να το ξαναφτιάξουμε δώσαμε άλλες 80. Δεν είχε μείνει τίποτα. Και όμως το παιδί, ο αδερφός μου βγήκε από μέσα. Εγώ θεωρώ ότι τον προστάτευσε η Παναγία, την οποία είχε βάλει η μητέρα μου μία εικόνα της Παναγίας μέσα στο αυτοκίνητο και μάλιστα εκεί στο μπαρμπρίζ. Εκεί, λοιπόν, η Παναγία παρέμεινε και στην πρόσκρουση. Δεν κουνήθηκε! Δεν κουνήθηκε. Αυτό μόνο έχω να πω επί του θέματος.  Ο κακομοίρης ο αδερφός μου έφυγε από κει. Ήτανε περίπου σε μία απόσταση από το σπίτι μας 400 μέτρα να πω; Ήρθε στο σπίτι. Κοιμόμασταν στο ίδιο δωμάτιο. Η μητέρα μου μας είχε φτιάξει, οι γονείς μας, ένα κρεβάτι αυτός, ένα κρεβάτι εγώ, έπιπλο κρεβάτι, παρακαλώ! Με ντουλάπα δική μας, για να βάζουμε τα ρούχα μας. Ήρθε και με ξυπνάει και μου λέει: «Μάκη!». Ανοίγω τα μάτια μου και τι να δω; Τον Θανάση. «Έλα, αγόρι μου! Τι είναι;». Μου λέει: «Μάκη, άσε! Έκανα το μεγαλύτερο κακό που μπορούσε να κάνει ποτέ παιδί στους γονείς του!» Έτσι, επί λέξει, όπως σου το λέω. «Τι έκανες -του λέω- Θανάση;». Μου λέει: «Τράκαρα το αυτοκίνητο!». «Τι έκανες;». «Τράκαρα το αυτοκίνητο!». Και του λέω: «Το τράκαρες πολύ;». Μου λέει: «Μάκη, το διέλυσα». Όταν μου το είπε αυτό, εγώ σηκώθηκα θορυβημένος. Με τον θόρυβο που έγινε, η μάνα μου κοιμόταν ελαφρά, ξύπνησε και έρχεται από το άλλο το δωμάτιο και μου λέει: «Μάκη, τι έγινε;». Της λέω: «Μαμά, λίγο ήρεμα. Θα σου πω». Μου λέει: «Τι είναι;». Λέω: «Ο Θανάσης, να, πήρε το αυτοκίνητο τη νύχτα και πήγε το τράκαρε». «Και το μωρό τι είναι;». Μωρό τον έλεγε. Γεννημένος και ο μικρός. Και ο μικρός είχε γεννηθεί, ο Κώστας, αλλά ήτανε μικρός. Τι ήτανε τότε εκείνος; 4 χρόνων; Η μάνα μου, με το που άκουσε, έπεσε λιπόθυμη κάτω. Τρόμαξα και από εκείνη. Την έκανα, συνήλθε. Ο πατέρας μου λίγο φαίνεται και εκείνος ανησύχησε, γιατί άκουσε τη φασαρία. Πήγε η μάνα μου κοντά του και του λέει: «Νίκο, έλα, πουλί μ'! Σουκ», στα Ποντιακά, «Σήκω!».   Σηκώθηκε. Το είπε αυτό το πράγμα. Ήρθε κοντά μου, με κοιτάει έτσι, μου λέει: «Μάκη». Λέω: «Μπαμπά, έγινε αυτό κι αυτό». Πήγε κοντά στο κρεβάτι. Ο Θανάσης ήτανε κουκουλωμένος μέχρι εδώ. Δεν φαινόνταν ούτε τα μαλλιά του. Γύρισε, τον ρώτησε μόνο: «Απάντησέ μου, είσαι καλά;». Ένα μόνο «Ναι» άκουσες, πνιχτό, πνιγμένο, γιατί έκλαιγε ο κακομοίρης. Τέλος πάντων, φύγαμε, πήγαμε στο αυτοκίνητο. Εγώ επειδή ήξερα και πέντε πράγματα από αυτοκίνητα και τέτοια, Ανδρονίκη, άνοιξα το καπό, κοίταξα το ψυγείο, ότι δεν έχουμε διαρροή, νερά. Δεν είχαμε ούτε διαρροή από τον κινητήρα, οπότε του λέω: «Πατέρα, βάλε μπρος». Έβαλε μπρος. Δεν είχαμε φώτα. Δεν υπήρχε ούτε πίσω πόρτα, δεν υπήρχανε τα παραπέτα, τα κάγκελα. Όλα είχανε εκσφενδονισθεί δεξιά και αριστερά. Δεν υπήρχε μπαρμπρίζ πουθενά. Είχανε σπάσει όλα. Ένα μόνο φως λειτουργούσε. Οι δύο οι ρόδες ήτανε στραβές. Το πήγαμε στο σπίτι. Με όλη αυτή τη φασαρία εκεί με κάτι μαρσαρίσματα, εκεί πέρα ένας γείτονάς μας, ο Γιάννης, ο οποίος ήταν και συγγενής μας, σηκώθηκε, αυτός λόγω του ότι πονούσε η κοιλιά του, και μας βλέπει εκεί συζητάμε και λέει: «Ρε θεία, θείο, τι έγινε;». Του λέμε: «Γιαννάκη, αυτό κι αυτό». Τρέχει αυτός, έρχεται, και τους συμβούλεψε ο Γιάννης και τον είπε, μακαρίτης και αυτός: «Θείο, το αυτοκίνητο να μη μείνει εδώ». Γιατί τον είπαμε ότι: «Ξέρεις, έγινε αυτό». «Να μη μείνει εδώ, για να μην αρχίσουμε με την αστυνομία και τα λοιπά και το ένα και το άλλο. Θα πεις ότι το έκανες εσύ». Και πράγματι αυτό έγινε. Τώρα πώς καλύφθηκε και τι δεν καλύφθηκε; Να είναι καλά και αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι μπορεί κάτι να έκαναν, καμιά μικρή, ας το πούμε, νόμιμη παρανομία, που λέμε.   Πήραμε το αυτοκίνητο και το φέραμε εδώ στο Κιλκίς και το έφτιαξε ο φανοποιός, μου διαφεύγει το όνομά του τώρα. Τον θυμάμαι, αλλά δεν πειράζει. Το αυτοκίνητο στοίχισε, είπαμε, 80.000 δραχμές. Ο πατέρας μου όταν γυρίσαμε στο σπίτι μου λέει: «Γιε μου, έχεις λεφτά καθόλου;». Του λέω: «Πατέρα, έχω 18 χιλιάρικα. Θα σ' τα δώσω». Για τι ήταν αυτά τα 18 χιλιάρικα, θα σ' το πω, Ανδρονίκη, για να το γνωρίζεις. Εγώ αυτά τα μάζεψα για να πάω να πάρω ένα πλυντήριο στη μαμά μου. [00:30:00]Ένα πλυντήριο στη μητέρα μου, διότι ήμασταν τέσσερις άντρες και μία αυτή, πέντε. Στο χέρι, και ήμασταν οικογένεια που άλλαζε κάθε μέρα. Η μητέρα μου έλεγε: «Άλλαξε! Φόρα άλλα ρούχα, να μην είναι ιδρωμένα!». Και έπλενε στο χέρι. Και πήγα και ρώτησα ένα μαγαζί που ήτανε μπροστά από το σπίτι μας: «Θείο Ηλία, πόσο κάνει ένα καλό πλυντήριο;». Και με είπε: «Μάκη, αυτό το πλυντήριο, που είναι το Zerowatt, το γερμανικό, κάνει 18 χιλιάρικα. Κάνει 20 κοντά αλλά εγώ θα σ' το δώσω 18». Γιατί τον είπα: «Θείο, θέλω να πάρω ένα πλυντήριο στη μαμά μου». Και μου είπε: «Θα πάρεις αυτό». Δεν μπόρεσα να το πάρω. Φαίνεται μετά το πήρε ο πατέρας μου, αλλά εγώ τα έδωσα τα 18 χιλιάρικα, και τα οποία θα σου πω ότι μου τα επέστρεψε ο πατέρας μου αργότερα. Μου τα έδωσε. Δεν είχα θέμα και να μη μου τα δώσει. Δόξα τω Θεώ, μετά πήγα στον στρατό. Και θυμάμαι ότι όταν μπήκα στον στρατό εγώ στην Κόρινθο είχα 18.000 δραχμές επάνω μου. Λεφτά πολλά εκείνη την εποχή, το 1979.   Πέρασε αυτή, κλείνουμε την παρένθεση και πάμε, ας το πούμε, το ότι στις 30 Ιανουαρίου του 1979 παρουσιάστηκα, ήρθε η σειρά μου να πάω στον στρατό. Πήγα στην Κόρινθο. Εκεί, λοιπόν, επιλέχθηκα και έγινα δόκιμος έφεδρος αξιωματικός. Και επιθυμούσα διακαώς να πάω και στο πυροβολικό, γιατί με άρεσε, και πήγα και στο πυροβολικό. Πήγαμε την άνοιξη του 1979 και τελείωσα από τη σχολή μετά από τεσσεράμισι μήνες, συγκεκριμένα τον Αύγουστο του 1979. Ονομάστηκα και δόκιμος έφεδρος αξιωματικός, ορκίστηκα, έκανα και μία εκπαίδευση μικρή στη σχολή, περίπου έναν μήνα πάνω στην ειδικότητά μας, και η πρώτη μου μετάθεση, η πρώτη μου μονάδα στην οποία υπηρέτησα στον ελληνικό στρατό ήτανε μία μονάδα πυροβολικού στο Πολύκαστρο. Εκεί, επειδή βγήκα και πρώτος στην ειδικότητά μου, φαίνεται ο διοικητής μου είχε κάποιους και ζήτησε και είπε: «Ποιος είναι ο πρώτος;». Λέει: «Ένας Ζερζελίδης Θωμάς, που είναι από το Κιλκίς». «Αυτόν θέλω». Και τον πήρε. Και με πήρε. Τώρα πώς με πήρε; Μου το 'πε ο άνθρωπος. Είναι αείμνηστος και αυτός. Και όταν παρουσιάστηκα εκεί, παρουσιάζεσαι στον διοικητή όταν πας, μου είπε: «Κύριε Ζερζελίδη, εγώ έχω επενδύσει πάνω σε σένα. Ποντάρω, γιατί έχω μάθει τα καλύτερα λόγια για σένα, πήρα κάτω στη σχολή και ρώτησα για σένα και μου είπαν ότι είσαι εξαίρετος. Λοιπόν, θα αναλάβεις την εκπαίδευση των πυροβολητών. Μπορεί να είναι άλλοι αρχαιότεροι από σένα, αλλά εσύ θα είσαι ο αρχιεκπαιδευτής». Θυμάμαι τον συνάδελφό μου, τον Τζούντα τον Πέτρο, ο οποίος είναι από την Αξιούπολη, λέω και το όνομά του, ο οποίος με εκπαίδευσε σε πάρα πολλά πράγματα πάνω σε αυτό εδώ το πυροβόλο που είχαμε, διότι ήταν αυτοκινούμενο το πυροβόλο. Είχε κάποιες διαφορές από τα άλλα τα κανόνια στα οποία εκπαιδεύτηκα εγώ κάτω στη σχολή. Και έμεινα περίπου έναν χρόνο εκεί. Νοίκιασα και ένα σπιτάκι, το οποίο ήτανε ένα ωραίο σπιτάκι, μαζί με κάποιον συνάδελφο. Ασκήσεις πολλές, πηγαίναμε δηλαδή και στον νομό Πέλλας και στον νομό Ημαθίας. Κάναμε ασκήσεις και λοιπά και περνούσε ο καιρός. Παρέες καλές. Ερχόμουνα εδώ στο Κιλκίς, έπαιρνα το λεωφορείο και πήγαινα και στο χωριό, για να με πλένει λίγο η μάνα μου και τα λοιπά. Με χαρτζιλίκωναν κιόλας επιπλέον, γιατί τα λεφτά ήτανε λίγα, Ανδρονίκη. Παίρναμε 9.281 δραχμές και πληρώναμε και 3.000 δραχμές ενοίκιο. Ενάμιση χιλιάρικο δίναμε στο ενοίκιο κι άλλο ενάμισι χιλιάρικο δίναμε για το μεσημεριανό το φαγητό που τρώγαμε στη λέσχη. Τώρα τα υπόλοιπα να σου μείνουνε να διασκεδάσεις και τα λοιπά. Κοίταξε, με μία μικρή σχετική οικονομία, έβγαινες. Οι γονείς μου όμως δεν με άφησαν.   Μετά περίπου έναν χρόνο επιλέχθηκα να πάω στην αεροπορία στρατού. Έκανα αίτηση και με επέλεξαν να πάω να γίνω χειριστής ελικοπτέρων. Εκεί σε όλα τα μαθήματα ήμουνα άριστος, τα διδασκόμενα. Κάπου λίγο ίσως το είδαν και οι εκπαιδευτές μου. Μπορεί να κάνω και λάθος. Εγώ είχα τις δυνατότητες. Πλην όμως προτού με αφήσουν να πετάξω μόνος μου, με κόψανε. Με κόψανε λόγω του ότι είχα, λέει, πρόβλημα στον αέρα. Δεν με πείραξε καθόλου. Κάθε εμπόδιο σε καλό. Η μητέρα μου, περιττό να σου πω ότι χάρηκε που κόπηκα, διότι φοβόταν. Δεν επέστρεψα στη μονάδα μου στο Πολύκαστρο. Ο διοικητής μου επειδή έφυγα εγώ στον χρόνο από κει, φρόντισε, ας το πούμε, να πει: «Πάρτε τον, για να μην τον έχω χρεωμένο». Και με είχανε βγάλει μετάθεση για να πάω στις Μάνδρες, εδώ σε μία μονάδα επιστράτευσης. Πήγα εκεί, και εκεί είχαμε να κάνουμε, ας το πούμε, με το επιστρατευτικό έργο του στρατού. Πλέον είμαι στον στρατό, έτσι; Εγώ όμως ψαχνόμουνα, έλεγα: «Τι θα κάνω;». Ένιωθα ότι τα άλλα μου τα δύο αδέρφια από πίσω, ιδίως ο μεσαίος έρχεται. Θα πρέπει κάποιος να φύγει από το σπίτι, να φύγει και από τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Βέβαια πληρωνόμουνα εγώ, αλλά πάντα ο πατέρας μου δύο χιλιάρικα, ενάμιση χιλιάρικο, και τρία χιλιάρικα με έδινε. «Πάρε -μου έλεγε- να έχεις χρήματα».    Ήρθε μία διαταγή. Υπήρχε τότε η διαταγή, ας το πούμε, ότι οι έφεδροι αξιωματικοί μπορούν να μένουνε για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα στον στρατό. Βέβαια για να παραμείνεις έπρεπε να έχεις και καλές βαθμολογίες, να επιλεγείς. Εγώ επιλέχτηκα, γιατί είχα άριστες βαθμολογίες. Πώς το ξέρετε, κύριε Θωμά; Μου το έλεγε ο υπασπιστής, με εντολή του διοικητή, ή μου το έλεγε ο διοικητής: «Θωμά, να ξέρεις ότι σε έχω βαθμολογήσει άριστα, λίαν καλώς έως άριστα». Επιλέχθηκα και παίρνω μετάθεση στη μοίρα πυραύλων εδώ στο Κιλκίς, στην οποία μονάδα υπήρχε και ένα αμερικανικό απόσπασμα, το 18ο αμερικανικό απόσπασμα συγκεκριμένα. Αυτή η μονάδα η στρατιωτική είχε πυραύλους κατευθυνόμενους, εδάφους-εδάφους. Εγώ όταν πήγα εκεί, ο διοικητής μού είπε: «Κύριε Ζερζελίδη, θα παραλάβεις το γραφείο κινήσεως και τον εφοδιασμό και ταυτόχρονα θα εκπαιδευτείς και στις διαδικασίες, να γνωρίζεις τι γίνεται πάνω στα θέματα της ασφάλειας του χώρου όπου γίνεται η εκτόξευση του πυραύλου, και θα έχεις και τους νεοσύλλεκτους, τους οποίους εσύ θα τους εκπαιδεύεις. Όταν θα έχουμε νεοσύλλεκτους, θα είσαι επικεφαλής, μέχρι να ενταχθούν στο υπόλοιπο κομμάτι της μονάδας», δηλαδή να πάνε στις υπομονάδες που είχε η μονάδα.   Πέρασε ένας χρόνος περίπου. Πάλι όμως εγώ είμαι ανήσυχος, γιατί η ανακατάταξη δεν με εξασφαλίζει εντελώς να παραμείνω στον στρατό. Μπορούσα να παραμείνω περίπου δέκα χρόνια. Μετά τα δέκα χρόνια, όμως, τι; Αυτό, λοιπόν, το θέμα η υπηρεσία το είχε δει λίγο με διαφορετικό μάτι και έβλεπε ότι υπήρχε, ας το πούμε, μία ροή εφέδρων αξιωματικών που δήλωναν ανακατάταξη. Και κάποιος επιτελής, κάποιοι άνθρωποι σκεφτήκαν τότε αυτό που θα σου πω τώρα, και βγάλαν μία διαταγή για να μη δηλώνουμε ανακατάταξη, αλλά να δηλώνουμε, ας το πούμε, ότι θέλουμε να παραμείνουμε εθελοντές στον στρατό με τον βαθμό του αρχιλοχία και μετά από μία δοκιμασία τριών ετών και κατόπιν εξετάσεων, πρώτον για να πας εθελοντής αρχιλοχίας, και κατόπιν εξετάσεων μετά πάλι να μονιμοποιηθείς και πλέον να είσαι μόνιμος στον στρατό. Εγώ αυτή τη διαταγή την πρώτη φορά που είχε έρθει, ένας συνάδελφος ο οποίος την είχε δει και δήλωσε και αυτός ανακατάταξη με μένα μου το είπε, μου λέει: «Μάκη, αυτό». Του λέω: «Άσ' το, ρε Γιώργο! Τώρα εμείς δηλώσαμε. Είμαστε ανθυπολοχαγοί ανακαταγέντες. Να κατεβούμε;». [00:40:00]Έτσι το σκέφτηκα τότε. «Να κατέβουμε στον βαθμό του αρχιλοχία, δηλαδή να κατεβούμε δύο βαθμούς κάτω;». Δεν το θεωρήσαμε έτσι αυτό. Δεύτερη φορά δεν πήρα χαμπάρι πότε βγήκε η διαταγή. Το πήρα χαμπάρι όμως την τρίτη φορά που ξαναήρθε η διαταγή. Και μάλιστα το σκεφτόμουν, το σκεφτόμουν, το σκεφτόμουν και πάω μία μέρα στο πρώτο γραφείο και λέω τότε σε έναν συνάδελφο που ήταν εκεί: «Δώσε μου αυτή τη διαταγή που είναι για τους αρχιλοχίες» και μου τη δίνει. «Ορίστε -μου λέει- κύριε Ζερζελίδη!». Την παίρνω και πάω στον διοικητή μου.   Ο διοικητής μου ήταν ένας εξαίρετος άνθρωπος, και θα το πω κιόλας το ονοματεπώνυμό του, ο αντισυνταγματάρχης ο κύριος Δραγούμης Χρήστος, ο οποίος μέχρι πρότινος, και εύχομαι να ζει ο άνθρωπος, διότι είναι πραγματικά ένας εξαίρετος άνθρωπος. Γλυκομίλητος, ευγενικότατος. Πάντα να σε βοηθήσει, να σε συμβουλέψει. Ποτέ δεν τον είδα νευριασμένο και οι ποινές τις οποίες επέβαλε ήτανε πραγματικά δίκαιες. Αντάμειβε το προσωπικό, είτε ήταν έφεδρο προσωπικό, είτε ήταν μόνιμος υπαξιωματικός, είτε αξιωματικός και τα λοιπά. Και τον ρωτάω: «Κύριε διοικητά, τι είναι αυτό; Μπορείτε να μου εξηγήσετε αυτή τη διαταγή; Τι να κάνω;». Επί λέξει θα πω αυτό που μου είπε: «Θωμά, εμείς στον στρατό, ο στρατός ο ελληνικός και το πυροβολικό γενικά έχει ανάγκη από ανθρώπους σαν και σένα, στελέχη. Εσύ είσαι έτοιμος. Και επιπλέον να σου πω κάτι; Είναι το μέλλον σου. Θα γεράσεις, θα μεγαλώσεις, θα βγεις στη σύνταξη και θα είσαι συνταξιούχος αξιωματικός, διότι θα γίνεις και αξιωματικός. Θα γίνεις ανώτερος αξιωματικός», μου είπε έτσι. Και παίρνω απόφαση εκείνη τη στιγμή και του λέω: «Κύριε Διοικητά, θα δηλώσω». Μου λέει: «Τότε θα πας αύριο στο χωριό, θα μαζέψεις αυτά τα χαρτιά που λέει η διαταγή και θα έρθεις εδώ, και την επόμενη μέρα θα πάω εγώ στο σώμα με το τζιπ, να υπογράψει και ο διοικητής πυροβολικού», διότι ήθελε και τη σύμφωνη γνώμη του διοικητού πυροβολικού, που ήταν στη Βέροια. «Και μετά όταν γυρίσω, με έκτακτο αγγελιαφόρο θα το στείλουμε στο ΓΕΣ, θα το πάει χέρι με χέρι, για να προλάβουμε την προθεσμία». Να 'ναι καλά ο άνθρωπος, το λέω και συγκινούμαι. Και πράγματι έτσι έγινε, Ανδρονίκη.   Κληθήκαμε για να δώσουμε κάτι εξετάσεις. Πήγαμε στη Βέροια. Δεν θυμάμαι αν ήταν και η σύζυγός μου. Η σύζυγός μου μια φορά ήρθε στη Βέροια, αλλά δεν θυμάμαι αν ήτανε στις εξετάσεις τις οριστικές. Όχι! Στις προκαταρτικές ήτανε. Ήρθε μαζί μου, γιατί είχα αρραβωνιαστεί, είχαμε γνωριστεί. Και την είχα ζητήσει και μου τη δώσανε οι γονείς της. Και πήγαμε εκεί, γράψαμε κάτι εξετάσεις. Απλές ήτανε, δεν πειράζει. Εύκολες. Εγώ βγήκα δεύτερος. Ήμουνα επιτυχών. Και τοποθετήθηκα. Τοποθετήθηκα ανθυπολοχαγός ανακαταγής, όπως ήμουνα εκεί, μετά με μεταθέσανε στο τάγμα εθνοφυλακής Ροδόπολης. Από εκεί, λοιπόν, εγώ ζήτησα την κυρία Συμέλα, όταν υπηρετούσα εκεί. Και εκεί όταν υπηρετούσα, ήρθε διαταγή ότι πλέον κατεβαίνω και πρέπει να καταταχθώ, να ορκιστώ και να καταταχθώ, να καταταχθώ και να ορκιστώ ως αρχιλοχίας. Και πράγματι έτσι έγινε. Και ζήτησα τότε, «Πού επιθυμείς να μετατεθείς;», και σκέφτηκα τότε και είπα: «Θωμά, δεν πας σε μία παραμεθόριο δύσκολη, για να μην έχεις πρόβλημα μετά να ‘ρθεις στο εσωτερικό;». Και ζήτησα να πάω στη Λήμνο. Εθελοντής εκείνη την εποχή στη Λήμνο, που την αποφεύγανε! Και πήγα εκεί. Και πράγματι πήγα εκεί. Τον πρώτο χρόνο όταν πήγα, στην αρχή ήμουνα μόνος. Βρήκα ένα σπίτι στη θάλασσα κοντά. Στην αρχή έμενα σε κάτι συναδέλφους εκεί, φίλους, γνωστούς από εδώ, από το Κιλκίς. Και περιττό να σου πω ότι παρέσυρα και έναν Κιλκισιώτη από εδώ, που σήμερα ακόμα λέει ότι: «Αν δεν ήταν ο Θωμάς ο Ζερζελίδης, εγώ δεν θα ήμουνα στον στρατό. Αυτός με παρέσυρε». Και μάλιστα ήμουνα και μάρτυρας στην ορκωμοσία του. Όταν πήγε και αυτός μαζί μου στη Λήμνο, και αυτόν τον πήραν στη Λήμνο, και εκεί κάναμε και παρέα. Μετά ήρθε και η Συμέλα εκεί και πλέον πήρε, παντρευτήκαμε και πήρε σιγά σιγά, ας το πούμε, τον δρόμο η οικογενειακή ζωή. Πλέον είμαι οικογενειάρχης.   Το 1984, εγώ πήγα '82 με '84, 1982 με 1984 στη Λήμνο. Ήτανε μαζί μου και η κυρία Συμέλα. Έκανε και δασκάλα εκεί στο χωριό που μέναμε, στη Νέα Κούταλη Λήμνου. Και μετά από αυτήν την τέτοια ήρθαμε στο Κιλκίς. Ήρθα εδώ στο Κιλκίς, σε μία άλλη μονάδα, και αποκτήσαμε και τον Λευτεράκο εδώ και μετά ξεκίνησε η στρατιωτική ζωή από τη μία μονάδα στην άλλη. Δηλαδή ήρθα στο Κιλκίς εδώ, στην 166. Εδώ γεννήθηκε ο Λευτέρης, εδώ βαφτίστηκε ο Λευτέρης, με νονό έναν συνάδελφο, τον Γιάννη τον Τζηρογιαννίδη. Να είναι καλά ο κουμπάρος μου! Συνάδελφος εξαίρετος! Μετά την 166, βρεθήκαμε στην Αλεξανδρούπολη. Αλεξανδρούπολη, εκεί πήγαινε η Έλενα στο νηπιαγωγείο, η κόρη μας. Ο Λευτέρης είχε παραμείνει εδώ. Μετά ξαναεπιστρέψαμε. Όχι, δεν επιστρέψαμε στο Κιλκίς. Πήγαμε στην Αθήνα. Ο διοικητής μου με πήρε μαζί του. Είχε τη δυνατότητα και με πήρε μαζί του. Και πήγα και υπηρέτησα. Μεγάλη μου τιμή κιόλας. Υπηρέτησα δύο χρόνια στην Αθήνα, στη μοίρα HAWK. Από εκεί μετατεθήκαμε στη Χίο, το 1991. Πήγαμε στη Χίο και παραμείναμε μέχρι το 1994. Εκεί αποκτήσαμε και τρίτο παιδί, τον Νικόλαο. Έχουμε συγγενείς εκεί, να το πούμε έτσι, διότι τα κουμπαριά μας είναι από εκεί. Οι νονοί του Νίκου είναι από κει. Και επιστρέψαμε πάλι στο Κιλκίς. Όταν επέστρεψα στο Κιλκίς, επέστρεψα στις Μάνδρες, εκεί πάλι στη μονάδα επιστράτευσης. Στην οποία παρέμεινα πέντε χρόνια. Τέσσερα ή πέντε. Πλέον όμως τα παιδιά άρχισαν να μεγαλώνουν, τα δύο τα μεγάλα. Η Ελένη ήτανε στο λύκειο και ο Λευτέρης θα πήγαινε την επόμενη χρονιά ή πήγαινε τώρα, δεν θυμάμαι καλά, και μετατέθηκα στο Διδυμότειχο. Στο Διδυμότειχο δεν ακολούθησε η οικογένεια, λόγω του ότι η Ελένη ήτανε, η μεγάλη μας η κόρη, ας το πούμε, ήτανε στο στάδιο της τελευταίας χρονιάς που θα έδινε εξετάσεις και πλέον κάθε μετακίνηση ήτανε, ας το πούμε, να μπορώ να το πω έτσι, απαγορευτική, λόγω του ότι εδώ είχε τα φροντιστήριά της, εδώ είχε το σχολείο της, εδώ είχε μάθει τη ζωή της, και συγκεκριμένα μας το είπε κιόλας: «Εγώ δεν ακολουθώ. Ούτε εγώ ούτε ο Λευτέρης. Αν θέλετε παίρνετε τον Νίκο και πάτε και να ‘ρθει μία γιαγιά να μας κοιτάξει εδώ, να είμαστε εδώ». Εμείς όμως, εγώ και η σύζυγός μου, είχαμε πάρει την απόφαση, αφού είχαμε πάει, κάναμε μία αναγνώριση πού πηγαίνω στο Διδυμότειχο, είδαμε ότι οι συνθήκες θα ήταν δύσκολες για μία οικογένεια. Δεν θα μπορούσαμε να βρούμε σπίτι, ας το πούμε, για μία πενταμελή οικογένεια έτσι εύκολα. Και έτσι αποφασίστηκε να μείνει η οικογένεια πίσω. Εγώ αυτά τα δύο χρόνια που έμεινα στο Διδυμότειχο, εκεί σε μία μονάδα, ανεξάρτητη υπομονάδα, στην οποία ήμουνα υποδιοικητής και είχα και όλα τα γραφεία υπ' ευθύνη μου. Είχε πολλές υποχρεώσεις, αλλά κατόρθωνα τουλάχιστον δύο φορές τον μήνα να έρχομαι έτσι Σαββατοκύριακο. Έπαιρνα το αυτοκίνητο, ερχόμουν, έβλεπα την οικογένεια και ξαναεπέστρεφα.   [00:50:00]Επιστρέφοντας, η κόρη μου έδωσε εξετάσεις. Στα δύο χρόνια ήρθα διευθυντής εδώ στη ΛΑΦ Κιλκίς. Η κόρη μας έδωσε εξετάσεις, η μεγάλη, και πέρασε στο πανεπιστήμιο. Εμείς από τη χαρά μας πήγαμε βρήκαμε ένα ωραιότατο σπίτι, μία γκαρσονιέρα πολύ ωραία, εκεί στην Τριανδρία, την οποία δούλεψα και την έκανα μπιμπελό, διότι τα χέρια μου πιάνουνε. Ξέρω να βάφω, ξέρω να διορθώνω πολλά πράγματα, και πραγματικά το έκανα. Και μεταφέραμε και τα πράγματα και το τελευταίο που είχε μείνει ήταν ένας τριθέσιος καναπές, που δεν περίμενα να με βοηθήσει κάποιος. Και τον πήρα, Ανδρονίκη, αυτόν τον τριθέσιο τον καναπέ και τον κατέβασα μόνος μου από τον δεύτερο όροφο από τις σκάλες. Δεν περίμενα ο ευλογημένος τον πατέρα σου να 'ρθει να με βοηθήσει, ή κάποιον άλλον γείτονα, και το αποτέλεσμα ήταν, ο μπούφος, να το πω έτσι, ο βλάκας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είμαι τέτοιος, απλώς στη συγκεκριμένη περίπτωση ήμουνα, φέρθηκα σαν βλάκας. Παίρνεις τον τριθέσιο τον καναπέ; Εντάξει, έχεις δυνάμεις, έχεις αυτό. Ναι, αλλά δεν σκέφτεσαι ότι κάτι μπορεί να πάθεις; Και ποιο είναι τώρα το οξύμωρο, ας το πούμε, σε αυτή την υπόθεση. Εγώ στο Διδυμότειχο αντιμετώπισα μία μέρα έτσι ένα προβληματάκι, ένα πρωινό που ξενύχτησα στο γραφείο μέσα, λόγω του ότι είχα πολύ γραφική δουλειά, και όταν μιλάμε για γραφική δουλειά, πολλά έγγραφα να απαντηθούν και πολλά έγγραφα να ελεγχθούν, από τα άλλα κομμάτια της μονάδος, τους είπα: «Αφήστε τα και θα τα δω σήμερα που είμαι υπηρεσία».   Και πράγματι όλη νύχτα δούλευα, μέχρι τις πέντε παρά τέταρτο. Πέντε παρά τέταρτο πήγα και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Εκεί, λοιπόν, ένιωσα, ας το πούμε, έτσι μια δυσφορία, έτσι έναν λίγο ψιλοκρύο ιδρώτα. Και πήγα στον γιατρό. Ο γιατρός με εξέτασε και μου λέει: «Θωμά», ο οποίος να 'ναι καλά, είναι γιατρός στα Γιαννιτσά, στρατιωτικός, «εδώ βλέπω κάτι ανάποδο. Αυτό το ανάποδο τι είναι;». Του λέω: «Κι άλλοι το έχουνε δει». «Άμα το έχουν δει και οι άλλοι και πάει έτσι, καλώς είναι. Είναι εκ γεννηθείς. Δεν έχεις θέμα. Αν είναι όμως... δεν το είχες παλιά και εμφανίζεται τώρα, έχουμε πρόβλημα». «Όχι -του λέω- δεν ήταν». Ίσως να δημιούργησε και αυτό εδώ το πρόβλημα, εκεί τότε αυτή η δυσφορία που ένιωσα. Ήρθα εδώ, διευθυντής εδώ στη ΛΑΦ, έκανα αυτή τη μεταφορά εγώ, ο Ταρζάν, να το πω έτσι. Πήρα και κατέβασα τον τριθέσιο τον καναπέ, και εκεί κάτω, λοιπόν, στην είσοδο ένιωσα πόνο στο στήθος, σφίξιμο. Ένιωσα να μουδιάζουν τα χέρια μου, πολύ το αριστερό και λιγότερο το δεξί, και αντανάκλαση του πόνου πίσω. Εγώ το κατάλαβα αμέσως ότι έχω πρόβλημα με την καρδιά. Λέω: «Πρέπει να έχω, να έπαθα κάτι». Έρχομαι εδώ, ανεβαίνω πάνω, λέω τη Συμέλα, η γυναίκα μου: «Συμέλα, δεν είμαι καλά. Κάτι έχω» και πιάνω το στήθος μου. Μου λέει: «Αν θέλεις κάνε ένα ντους. Πήγαινε ξάπλωσε και πάμε μετά από μια ώρα. Δεν είναι θέμα αυτό. Ας περάσει και η ζέστη».  Τώρα είναι περίπου τρεις παρά. Κάπου εκεί είναι. Έκανα ντους, πάω στο μπάνιο, βλέπω πάλι τίποτα. Δεν υπάρχει. Σηκώνομαι πάνω, λέω τη Συμέλα: «Πάρε ένα τηλέφωνο την ξαδέρφη μου τη Μάρω, ή μάλλον πάρε ταξί να ‘ρθει να με πάρει και να πάμε στο νοσοκομείο». Λίγο αυτή τα έχασε, γιατί δεν θυμόταν το τηλέφωνο του ταξί, άνοιξα την πόρτα, χτύπησα απέναντι στη μητέρα σου, να 'ναι καλά η γυναίκα, και της λέω: «Νίνα, πονάω!» και της δείχνω το στήθος και μου κάνει: «Πονάς;». Λέω: «Ναι!». Φωτιά! Με πήρε με το αυτοκίνητο, με πήγε στο νοσοκομείο στα εξωτερικά ιατρεία και λέει: «Κορίτσια», και ήταν και η γιατρός εκεί, η Σταμπουλή η Κούλα, η οποία λέει: «Έχει πόνο στο στήθος». Με βάλανε αμέσως στο κρεβάτι. Ένας γιατρός που με εξέτασε λέει: «Ο άνθρωπος έπαθε έμφραγμα!». Αμέσως με πήραν πάνω στην εντατική. Η Κούλα με έκανε θρομβόλυση, να είναι καλά, και έτσι ξεκίνησε όλη αυτή η ιστορία και έπαθα έμφραγμα. Αργότερα με προωθήσαν, πήγα στο 424, έκανα μπαλονάκι. Μετά από τέσσερα χρόνια πάλι ξαναέγινε. Σε εκείνο εκεί το σημείο δημιουργήθηκε πρόβλημα. Αλλά εδώ και περίπου είκοσι χρόνια δεν έχω πρόβλημα με την καρδιά. Δόξα τω Θεώ είμαι καλά και ελπίζω έτσι να είμαι, καλά. Βέβαια εξαρτάται και σε μένα.   Επέστρεψα μετά από αυτό στη δουλειά, αλλά όχι όμως όπως ήμουνα, να το πω έτσι, μάχιμος. Είμαι υπηρεσία αφού νοσηλεύτηκα. Πήρα και αναρρωτική άδεια, πέρασα και την ανωτάτη στρατού υγειονομικού επιτροπή. Με έκρινε ως ικανό για την ελαφρά υπηρεσία, δηλαδή να είμαι κάτι σαν υπηρεσία γραφείου. Δεν έμπαινα υπηρεσία να διανυκτερεύω στο στρατόπεδο. Έπαιρνα καθήκοντα, ας το πούμε, γραφείου. Μπορούσα να πάω και διευθυντής στη ΛΑΦ, όμως το απέφυγα, γιατί όσο να 'ναι στη ΛΑΦ έχεις άγχος περισσότερο από μία άλλη μονάδα, όπως πήγα εγώ στη μονάδα επιστράτευσης πάλι. Είχα μία δουλειά στο γραφείο, την οποία τη διεκπεραίωνα, επιστρατευτικό έργο το οποίο το γνώριζα και έτσι δεν είχα θέματα. Βέβαια μετά προήχθην, ήμουνα λοχαγός, έγινα και ταγματάρχης. Παρέμεινα περίπου δέκα χρόνια στη ΜΕ και κάποια στιγμή με αίτησή μου ζήτησα να αποστρατευτώ, διότι συμπλήρωσα αρκετά χρόνια υπηρεσίας. Είχα 33,5 χρόνια, 37 χρόνια συντάξιμα, συγκεκριμένα, και λέω: «Φτάνει!». Επειδή ήμουνα και ας το πούμε είχα τραυματιστεί, να το πούμε, στο θέμα της υγείας, λέω: «Ας φύγω καλύτερα». Μεγάλωσα κιόλας. Ήμουνα περίπου 51, 52 χρονών, και έτσι έφυγα και σήμερα είμαι συνταξιούχος, με τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη.   Η στρατιωτική ζωή είναι δύσκολη. Δύσκολη με την έννοια ότι δεν είσαι σε έναν τόπο συνεχώς. Και τα παλιά χρόνια μπορούσες να μετατεθείς κάθε δύο χρόνια. Και εγώ, δόξα τω Θεώ, πήρα μεταθέσεις και άλλαξα πολλά σπίτια. Και το να μαζέψεις ένα σπίτι και να πας να το ξαναστήσεις είναι δύσκολο. Γιατί έχεις άγχος να το μαζέψεις, να τα συσκευάσεις, να τα φορτώσεις, να πας εκεί πέρα, να τα ξεστήσεις, να προσέξεις να μη χτυπηθούν, και τα παιδιά να μην είναι μαζί σου, να είναι στους γονείς πίσω. Και όταν έχεις εργαζόμενη σύζυγο και είναι στο δημόσιο, είναι λίγο δύσκολο να βρεις, να μπορέσεις να τα συνδυάσεις κιόλας, να έχεις το παιδί και το ένα και το άλλο. Εμείς τα παιδιά μας τα είχαμε μαζί μας όταν πλέον πήγαν στο δημοτικό σχολείο, διότι μπορούσε να τα πάρει η μάνα τους. Στο νηπιαγωγείο η κόρη μας ήτανε στο Χέρσο. Στο νηπιαγωγείο ο Λευτέρης ήτανε μαζί μας, ήταν εδώ και στην Αθήνα. Μας βοήθησαν οι γιαγιάδες, δηλαδή και η μάνα μου και η πεθερά μου. Όπως αργότερα και για τον μικρό. Πάλι τον μικρό ερχόταν η μητέρα μου από τις Μουριές για να φυλάξει τόσο τον Λευτέρη, που τον κοιτούσε, όσο και τον Νίκο. Μετά όταν πηγαίναν στο δημοτικό σχολείο πλέον μπορούσε η μητέρα τους, λόγω του επαγγέλματος, δασκάλα, να πηγαίνουν μαζί σχολείο και μαζί να έρχονται. Η μεγάλη μεγάλωσε πλέον. Ήτανε στο πανεπιστήμιο. Ο Λευτέρης είχε πάει στην αστυνομία. Είχανε πάρει τον δρόμο τους τα μεγάλα μου τα παιδιά. Γι' αυτό, έτσι; Και για να λέμε τα παιδιά, έχω τρία παιδιά, τα οποία είναι επαγγελματικά πετυχημένα και αποκατεστημένα! Μόνο αυτό θα πω. Τίποτα άλλο για τα παιδιά. 

Α.Κ.:

Πολύ ωραία. Για να τα πάρουμε λίγο από την αρχή. Θα σας πάω λίγο πίσω όμως. 

Θ.Ζ.:

Βεβαίως! 

Α.Κ.:

[01:00:00]Πριν μιλήσουμε για τον στρατό. Θέλω λίγο να μου περιγράψετε πώς ήτανε το χωριό σας και πώς ήτανε οι καθημερινές συνήθειες στο χωριό. Άκουσα κάποια πράγματα για τον παππού σας, για τους γονείς σας. Μιλήστε μου λίγο γι' αυτό, να μάθουμε λίγο έτσι τα Άνω και Κάτω Σούρμενα. 

Θ.Ζ.:

Ευχαρίστως! Τα Άνω Σούρμενα και τα Κάτω Σούρμενα ήταν δύο συνοικισμοί της κοινότητας Μουριών, Σταθμού Μουριών, και τα ακριτικά, που αυτά τα χωριά κατά βάση στα πρώτα χρόνια που ήμουνα στην ηλικία εγώ των 7, 8, 9 χρονών, θυμάμαι ότι κάναμε καπνό. Και εδώ θα πω και μία μικρή ιστοριούλα. Όταν τελείωσα την πρώτη τάξη και συγκεκριμένα προτού την τελειώσω, ο πατέρας μου έφυγε μετανάστης στη Σουηδία και άφησε εμένα και τον αδερφό μου και τη μάνα μου πίσω. Και έχουνε φυτέψει και 5 ή 6 στρέμματα καπνό, τον οποίο ο πατέρας μου το άφησε και έφυγε, με το σκεπτικό ότι θα το κάνει η μαμά μου, ψιλοβοηθώντας και εγώ λίγο, ή και κάποιος συγγενής. Γιατί έφυγε; Για να πάει να βρει μία καλύτερη τύχη και να μας πάρει, διότι η ζωή στο χωριό ήταν δύσκολη, αν δεν είχες κάποιο επάγγελμα προσοδοφόρο. Με τα καπνά; Με τα χωράφια, ας το πούμε, τα οποία πολλές φορές δεν ήταν εύφορα; Τέλος πάντων, εκεί πέρα βρέθηκε ένα χωράφι στο ενδιάμεσο το χωριό, ας το πούμε, εκεί που γεννήθηκα εγώ και κοντά στο σπίτι που ήτανε τα πρώτα μου παιδικά χρόνια. Και εγώ έζευα, ας το πούμε, έζευα, έτσι λέγεται η λέξη, το γαϊδουράκι, το οποίο είχαμε στη σούστα, και πηγαίναμε στον καπνό, και μαζί με τη μητέρα μου σπάγαμε τον καπνό, τον φόρτωνα εγώ μαζί της εκεί, το τσούλι, που λέγανε, και το πηγαίναμε στο κάτω σπίτι, εκεί που μέναμε τώρα και είναι το πατρικό μου, αυτό που μεγάλωσα, να το πούμε έτσι, και μεγάλωσαν και τα αδέρφια μου και εκεί βελονιάζαμε τον καπνό. Θυμάμαι, Ανδρονίκη, ότι έπαιρνα το καρότσι, το οποίο το έχουμε ακόμα αυτό το καρότσι στο χωριό, έβαζα τα ράμματα επάνω και πήγαινα στο κρεβάτι, που λέγανε, ή στη μασίνα, και κρεμούσα τα ράμματα εγώ, 7 χρονών παιδάκι. Λοιπόν, μαζί με τη μητέρα μου, γιατί ο μικρός μου αδερφός, ο μεσαίος, ήτανε 3 χρόνων. Δεν μπορείς να το αφήσεις και να πας εσύ εκεί. Εγώ εντάξει, και παιδί, πόσο να κοιτάξω; Περιττό να σου πω ότι τους κοιτούσα, έτσι; Και κοιτούσα και τον Θανάση και τον τάιζα πολλές φορές με το μπιμπερό, όπως και τον Κώστα. Και κάνα δύο φορές από το καϊμάκι βούλωνε κιόλας η πιπίλα και δεν έτρωγε και έκλαιγε. Δεν μπορούσε να πάει και πήγαινα εγώ.   Εγώ μαζί με τη μητέρα μου μαζεύαμε τα σαντάλια, τα πηγαίναμε κάτω στην αποθήκη να τα κρεμάσουμε. Εγώ μαζί με τη μητέρα μου σκεπάζαμε τα καπνά, και θυμάμαι ότι προτού τελειώσουμε πάντα έμενε έτσι ένας σωρός μικρός, και επειδή καταλάβαινε και εγώ σαν παιδί θέλω να πάω να παίξω, η μαμά μου ήταν πάρα πολύ καλή. Πιστεύω, έτσι το λέω ακράδαντα, με μεγάλη πίστη, ότι οι γονείς μας ήτανε από τους καλύτερους γονείς που μπορούν να ονειρευτούν και να έχουνε παιδιά. Τόσο καλοί γονείς ήτανε! «Άντε, αγόρι μου -μου έλεγε- πούλι μ' -στα ποντιακά, έτσι- πήγαινε να παίξεις τώρα!» και έφευγα και εγώ όλος χαρά να πάω στο γήπεδο, γιατί πηγαίναμε στο γήπεδο να παίξουμε λίγο μπάλα εκεί και τα λοιπά, ή να βρω τα άλλα τα παιδιά. Τα παιχνίδια μας; Κάνα κεραμιδάκι, κάνα τσιλίκι και μπάλα. Μη νομίζεις καμιά μπάλα της προκοπής! Μία λαστιχένια, την οποία την είχαμε και κλοτσούσαμε, ή αν μας έκανε κάνας θείος καμιά μπάλα με κείνα κει τα πετσιά και τα τέτοια, για να παίζουμε μπάλα. Όμως πάντα είχα την έννοια αν θα βρέξει, και τότε οι βροχές ήτανε πολύ συχνές την καλοκαιρινή περίοδο. Να τρέξω, να πάω σπίτι, να σκεπάσουμε τα καπνά, γιατί αλίμονό μας αν τα καπνά βρεχόντουσαν. Μουχλιάζαν και τελείωνε. Μου είπε η μάνα μου, έτσι μου το έλεγε κιόλας, μέχρι που πέθανε, μου λέει: «Έφευγες, άκουγα εγώ τις βροντές! Έβλεπα τις αστραπές πάνω από το Μπέλλες και άρχιζα να φωνάζω "Μάκη, Μάκη!"». Δηλαδή να 'ρθω στο σπίτι, να τη βοηθήσω, να τραβήξουμε το νάιλον στο ένα το κρεβάτι και να γυρίσουμε το ρολό στο άλλο, για να σκεπάσουμε τα καπνά να μη βραχούν. Και πάντα λέει: «Πώς προτού βρέξει ερχόσουν και το κάναμε!». Εκείνη τη χρονιά, λοιπόν, που έλειπε ο πατέρας μου, εγώ και η μαμά μου κάναμε 750 κιλά καπνό, ζυγισμένο. Τα Χριστούγεννα, εκεί πέρα τον χειμώνα, ήρθανε και τα πήρανε και μας πληρώσαν κιόλας. Και από αυτά τα καπνά, λοιπόν, εγώ και η μαμά μου βγάλαμε 28.000 δραχμές και 500 δραχμές που έκανε ο πατέρας μου τη μεσιτεία, που του δώσαν μέχρι να φύγει και να πάει στη Σουηδία.   Πριν τα Χριστούγεννα όμως εμφανίστηκε ο μπαμπάς μου. Γύρισε. Γύρισε, γιατί η δουλειά την οποία έκανε ήταν ανθυγιεινή. Γιατί είχε πιάσει δουλειά στην εταιρεία αυτή με τους συσσωρευτές, την Bosch, μέσα στα υγρά των μπαταριών. Διότι οι μπαταρίες τότε δεν ήτανε ξηράς φόρτισης, όπως είναι σήμερα, ή λιθίου ιόντων. Ήταν υγράς φόρτισης, με τα υγρά, τα οποία έπεφτε πάνω στα ρούχα σου και σε καίγανε, ή στα δάχτυλά σου και μπορούσε να σε κάψει. Λοιπόν, γύρισε πίσω. Και θυμάμαι ότι με έφερε ένα δώρο, ένα παντελόνι μπλουτζίν, το οποίο ήτανε, το είχε διαβάσει ο Γιαννάκης, της θείας μου της Μαρίας, ο οποίος ήταν μεγάλος, πιο μεγάλος από μένα, είπε: «Levi’s!» αυτός το διάβασε, ενώ είναι Levi’s. «Levi’s -λέει- Μάκη, Levi’s! Αυτό είναι καλό παντελόνι!». Και επειδή ήταν και φαρδύ και με έπεφτε, αυτός βρήκε ένα λάστιχο και μου το έβαλε εδώ έτσι και στεκόταν. Περιττό να σου πω ότι ήταν τόσο μακρύ που πρέπει να το γυρίσαμε τέσσερις πέντε φορές προς τα πάνω! Κι όμως αυτό το παντελόνι το φορούσα, γιατί με χωρούσε. Δύο τρία χρόνια το είχα και δεν το κράτησα. Έπρεπε να το κρατήσω αυτό για ενθύμιο. Να λες ότι: «Αυτό είναι ένα παντελόνι Levi’s, το οποίο μου το έφερε ο πατέρας μου από τη Σουηδία», έτσι; Τέλος πάντων. Αυτό.   Η ζωή τώρα στο χωριό ήτανε καπνά. Αργότερα γίναν τα ροδάκινα, διότι έγινε βιομηχανικός οπωρών, και να είναι αείμνηστοι αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι φτιάξανε αυτόν τον οπωρώνα, διότι ξέφυγε το χωριό από τη σκληρή δουλειά του καπνού. Το καπνό είναι πιο δύσκολο από το ροδάκινο. Το ροδάκινο έχει τη δουλειά να το κλαδέψεις, να το αραιώσεις, να το ποτίσεις, να το ραντίζεις, που αυτά γίνονταν, το ράντισμα και η καλλιέργεια ανάμεσα στα δέντρα και τα λοιπά, γινόνταν από τον συνεταιρισμό που υπήρχε, διότι είχε μηχανήματα και τα λοιπά, και μετά το αραίωμα που γινόταν από εμάς και η συλλογή. Και επιπλέον έβγαζες περισσότερα χρήματα. Στον τρίτο χρόνο δώσαν μία μικρή παραγωγή. Θυμάμαι ότι την πρώτη χρονιά πήραμε 1,5 τόνο ροδάκινα εμείς από τα 9 στρέμματα. Τη δεύτερη χρονιά, θυμάμαι κιόλας τους τόνους, πήραμε 4,5, την τρίτη χρονιά 7,5, την τέταρτη χρονιά 13,5 τόνους; Από κει και μετά 15 και φτάσαμε μέχρι 21-22 τόνους. Καλή παραγωγή και παίρναμε και λεφτά. Όμως ταυτόχρονα ο πατέρας μου είχε διοριστεί και στο γυμνάσιο ως επιστάτης γυμνασίου. Έπαιρνε και έναν μισθουλάκο από εκεί, λόγω του ότι είχε πάει στην Κορέα και τον αντάμειψε η κυβέρνηση τότε, η πολιτεία, και τον διόρισε εκεί, και είχαμε και το κυλικείο, από το οποίο έβγαζε και από κει ένα μεροκαματάκι. Μη νομίζεις κανένα μεγάλο, τρελό μεροκάματο, γιατί τώρα δεν μπορείς να πεις στον μαθητή: «Δώσε μου», παραδείγματος χάρη, 5 δραχμές έκανε το σάντουιτς. Στη αρχή το είχανε 4 και μετά το κάνανε 5. 5 δραχμές. Αλλά ένα σάντουιτς δύο φέτες ψωμί με μουστάρδα, λουκάνικο ή σαλάμι και πατατούλες. Ωραιότατο! Και πορεύθηκαν.  Τώρα η άλλη ζωή. Ο κόσμος, επειδή το χωριό κινήθηκε, και περισσότερο τα Κάτω Σούρμενα, γιατί η έκταση αυτή ανήκει στον συνοικισμό Κάτω Σουρμένων, τα Άνω Σούρμενα πάλι κάνανε καπνό, αλλά εκεί είχε και πολλές οικογένειες Σαρακατσαναίων, οι οποίοι είχανε κοπάδια, όπως είχε και το δικό μας το χωριό, κοπάδια με πρόβατα. Επιπλέον, κάθε οικογένεια είχε από μία έως δύο, άλλος τρεις αγελάδες, άλλος τέσσερις αγελάδες, άλλος πέντε αγελάδες, ανάλογα με την οικογένεια που είχε και το αν ήθελε να πάρει και κάνα χαρτζιλίκι, διότι υπήρχε και το μαζεύουμε το γάλα το αγελαδινό, ο γαλατάς να το πάρει, και παίρναν και ένα χαρτζιλικάκι από εκεί. [01:10:00]Εμείς είχαμε μία, την οποία τη χρησιμοποιήσαμε. Εμείς πίναμε το γάλα. Τρία αγόρια ήμασταν, το πίναμε. Αυτοί είχανε και φουντούκια και το δικό μου το χωριό είχε κάποια αμύγδαλα. Ο κόσμος είχε δουλειές, αλλά διασκέδαζε κιόλας. Το χωριό μου ήταν ένα χωριό, το οποίο είχε κίνηση! Κεφαλοχώρι! Σταθμός! Είχε τον σιδηροδρομικό σταθμό. Η κίνηση δηλαδή από το Μυριόφυτο, από τις Μουριές, από την Αγία Παρασκευή, από την Καστανούσσα! Όλοι έρχονταν να πάρουν το τρένο από εκεί, διότι όλα τα τρένα σταματούσαν. Συγκεκριμένα, όταν ερχότανε το τρένο, το μισό άδειαζε, να μη σου πω το ένα τρίτο του τρένου, να μην το πω το μισό, το ένα τρίτο άδειαζε στον Σταθμό, το άλλο ένα τρίτο στη Ροδόπολη και το άλλο στο Σιδηρόκαστρο στις Σέρρες και τελείωνε, άδειαζε. Αυτά ήταν τα τρία, οι τρεις σταθμοί οι κεντρικοί, οι οποίοι εξυπηρετούσαν τον κόσμο.   Έβλεπες, παραδείγματος χάρη, στις Μουριές, έβγαινε ο εφημεριδοπώλης και έλεγε: «Εφημερίδες!», από το τρένο πάνω, και πουλούσε! Χώρια από αυτό που είχαμε και δύο περίπτερα που πουλούσανε και εφημερίδες. Είχε και παντοπωλεία, είχε και κρεοπωλεία. Είχε τον αστυνομικό σταθμό. Αργότερα είχε την έδρα η κοινότητα, είχε αγροτικό ιατρείο, είχε ειρηνοδικείο, είχε υποθηκοφυλάκειο, συμβολαιογραφείο. Πλέον αυτές όλες ήταν δημόσιες υπηρεσίες ή και επιχειρήσεις. Βενζινάδικα! Αργότερα ήρθαν και οδοντίατροι. Γενικώς υπήρχε κίνηση. Πλέον, αυτό να σου πω, υπήρχε νεολαία. Ακόμα το χωριό κρατούσε τη νεολαία, γιατί υπήρχε δουλειά. Υπήρχε ανοικοδόμηση. Χτίζονταν σπίτια, δουλεύαν τα παιδιά μεροκάματα, να βγάλουν το χαρτζιλίκι τους. Υπήρχαν τα ροδάκινα. Ταυτόχρονα άλλοι κάνανε, μπορεί να κάνανε ταυτόχρονα και καπνά. Υπήρχαν και κάποιες οικογένειες, γιατί δεν τους έφτανε το εισόδημα, λόγω του ότι δεν είχανε πολλά ροδάκινα. Ίσως να κάναμε και εμείς, γιατί τα 9 στρέμματα μπορεί να μη φτάνανε. Να κάναμε και εμείς. Αλλά είχαμε το εισόδημα, ας το πούμε, από τον μισθό του μπαμπά. Εγώ αυτά όλα τα έζησα μέχρι τα 19 μου προς 20, διότι το 1979 δεν ήμουνα ακόμα 20. Έφυγα και πήγα στον στρατό, έτσι;   Όμως θέλω να πω και γενικά με τη ζωή των παιδιών. Ζωή υπήρχε στο χωριό. Όπως επίσης και στα όμορα, στα γύρω χωριά. Είχε κίνηση και το Δροσάτο. Είχε κίνηση και η Καστανούσσα, παρόλο που ήταν δίπλα, διότι πηγαίναμε και εκεί. Είχαν κίνηση και κάποια άλλα χωριά, ας το πούμε, στον νομό Σερρών. Πηγαίναμε πολύ στην Κερκίνη, διότι είχε μία πάρα πολύ ωραία ντισκοτέκ. Πάρα πολύ ωραία ντισκοτέκ στην Κερκίνη! Πηγαίναμε στην Καστανούσσα, διότι είχε και εκεί ένα κέντρο χορευτικό. Πηγαίνανε στις Μουριές, στο άλλο το χωριό, διότι είχε και εκεί ένα κέντρο, που μπορούσαμε να χορέψουμε. Αλλά όμως στο δικό μου το χωριό κάθε δεκαπέντε μέρες είχαμε χοροεσπερίδα. Ένα μαγαζί, ένα καφέ-ζυθεστιατόριον, ο Γιάννης ο συγγενής μας, ο ξάδελφός μου, που συγκεκριμένα το σπίτι του και το μαγαζί ήτανε μπροστά από το σπίτι μας. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην είμαι εγώ. Ή θα δούλευα, θα έβγαζα μεροκάματο, ή θα ήμουνα διασκεδάζων. Αλλά είχαμε όμως και ένα άλλο. Είχαμε ένα κέντρο, το οποίο λεγόταν Μουριώτισσα, το οποίο εκείνη την εποχή ήταν ίσως το μεγαλύτερο, ο μεγαλύτερος χώρος διασκέδασης σε όλο τον νομό Κιλκίς. Έβαζε μέσα 250 τραπέζια των τεσσάρων ατόμων, 1.000 άτομα καθήμενοι, και η ορχήστρα. Ο Ίων Τυρταίος, αυτός ο περιβόητος κομφερασιέ, είχε έρθει στη Μουριώτισσα, για να κάνει τον κόσμο, να παρουσιάζει το πρόγραμμα, να πει διάφορα αυτά και τα λοιπά και το ένα και το άλλο. Καλλιτέχνες; Πολλοί! Βέβαια δεν ήταν οι μεγάλες οι φίρμες. Ήταν όμως φίρμες, ας το πούμε, τοπικές, εδώ της Βορείου Ελλάδος και τα λοιπά. Πηγαίναμε. Τώρα δεν θυμάμαι τα ονόματα, πάντως μπουζούκια; Ανεπανάληπτα! Κλαρίνα; Ανεπανάληπτα! Ορχήστρες; Δυνατές! Κέφι; Ατελείωτο! Αλλά σου είπα κάτι. Τα παιδιά όλα είχαμε λεφτά. Ξέρεις γιατί είχαμε λεφτά; Υπήρχε μεροκάματο και μας δίναν και οι γονείς. Βέβαια, υπήρχαν και κάποιοι γονείς που δεν μπορούσαν, αλλά τα περισσότερα παιδιά όμως μπορούσαμε να πάμε. Μεταξύ αυτών ήμουν και εγώ. Και έτσι διασκεδάζαμε. Τα άλλα τα παιχνίδια; Ξέρεις, όταν μεγαλώνεις τώρα, Ανδρονίκη, και γίνεσαι σε μια ηλικία 15, 16 χρονών, δεν παίζεις πλέον, ας το πούμε, με κεραμιδάκια ή μπαλαρό και τα λοιπά. Μπίλιες παίζαμε. Αυτό ήτανε πολύ μεγάλο παιχνίδι. Μπίλιες παίζαμε, διότι τα βελάκια αυτά, οι γκάζες, που λέγαμε, και τα λοιπά, αυτά τα παίζαμε. Αλλά πλέον, ξέρεις, μεγαλώναμε, αρχίζαμε και είχαμε και τα πρώτα σκιρτήματα, «Να, μου αρέσει αυτή η κοπέλα», όπως γίνονταν και από την άλλη πλευρά. Πάρτι γινόντουσαν συνέχεια! Με τα ψέματα στήναμε πάρτι εμείς, σε ηλικία των 16, 17 χρονών. Ακόμα δεν τελειώσαμε το γυμνάσιο, κάναμε πάρτι Σαββατοκύριακα. Και τι πάρτι; Τώρα μιλάμε με καμιά Fanda, με καμιά λεμονάδα και το πολύ πολύ να είχαμε κάνα βερμούτ ή κάνα μαρτίνι, κάνα γαριδάκι και κανένα φιστίκι. Και να μη σου πω γινόμασταν και ντίρλα και χορεύαμε πάρα πολύ! Χορεύαμε! Χορεύαμε πολύ! Και μοντέρνους χορούς, αλλά χορεύαμε και τους τοπικούς μας, τους δικούς μας χορούς, και ποντιακά και σαρακατσάνικα και τα λοιπά. Όλα τα παιδιά γνώριζαν να χορεύουνε. 

Α.Κ.:

Ήθελα να σας ρωτήσω και το εξής. Εσείς μήπως έχετε μεγαλώσει με αφηγήσεις, είτε της οικογένειάς σας είτε του χωριού, που αφορούν την ιστορία από το χωριό ή που αφορούν την ιστορία από την οικογένειά σας; Δηλαδή, ας πούμε, αναφέρατε κάποια στιγμή πολύ έντονα και για τη γιαγιά από την Ορντού και για τον πατριωτισμό που σας δίδαξε ο πατέρας σας. 

Θ.Ζ.:

Ναι, βεβαίως. Να ξεκινήσω από τον παππού και τη γιαγιά. Ο παππούς και η γιαγιά κατάγονται από το ίδιο το χωριό, από την Ορντού, όπως συγκεκριμένα, όπως είπαμε, Τσογού, Τσοού ή Τσογού, το οποίο είναι ένα χωριό... ερείπια υπάρχουν τώρα. Ήταν ένας οικισμός, περίπου 25 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Ορντού, διότι ενθυμούμαι τον παππού έλεγε: «Πέντε ώρας α σην Ορντού έμνες με το κάρο». Το κάρο, με δεδομένο ότι βαδίζει το βόδι όπως ένας άνθρωπος που περπατά, ας το πούμε, με ένα βήμα κανονικό έως ταχύ, μπορούσε να πάει σε πέντε ώρες, 20 με 25 χιλιόμετρα. Και πήγαινε ο παππούς όταν θέλαν να κάνουν κάτι. Ο παππούς και η γιαγιά παντρεύτηκαν νωρίς, γιατί ο παππούς μου ήτανε το 1902 γεννηθείς και στη δεύτερη την εξορία είχανε παιδί, η οποία δεύτερη εξορία έγινε περίπου '21 με αρχές '22, που τους ξεσήκωσαν πάλι. Άρα δηλαδή σε ηλικία 18 χρονών είχε παντρευτεί, όπως και η γιαγιά, και αποκτήσαν ένα παιδί, το οποίο αυτό το παιδί το χάσανε στην εξορία. Έλεγε ο παππούς ότι: «Όλη μέρα έβρεχε», έριχνε συγκεκριμένα χιονόνερο. Και όταν φτάσανε σε ένα χάνι, χάνι ξέρεις τι είναι, είναι ένας σταθμός στη μέση, ας το πούμε, του πουθενά ή έξω σε ένα χωριό, στο οποίο σταματούσαν, ας το πούμε, οι ταξιδιώτες, για να φάνε κάτι, να πιούνε κάτι ή να διανυκτερεύσουν. Αυτό το χάνι δεν είχε ούτε σκεπή. Και τους βάλανε εκεί πέρα μέσα και λέει, είπε ο παππούς: «Επιάσαμε δύο τρεις άντρες, στύψαμε το παπλωματάκι το οποίο είχαμε και το σκεπάσαμε με εκείνο. Εμείς από πάνω μέχρι κάτω ήμασταν βρεγμένοι. Φωτιά δεν μπορούσαμε να ανάψουμε. Δεν μας αφήναν και επιπλέον ήταν όλα βρεγμένα, και έβρεχε από πάνω, έριχνε χιονόνερο και δεν...». Το αποτέλεσμα ήταν ότι το παιδί αυτό πάγωσε τη νύχτα. Πέθανε, θάφτηκε εκεί επιτόπου και πήραν πάλι τον δρόμο της εξορίας, της προσφυγιάς. Ο παππούς και η γιαγιά αυτοί ήρθανε από τη Βηρυτό εδώ. Δεν επέστρεψαν πίσω. Από τη Βηρυτό, έτσι; «Α Πάιροτ!», όπως έλεγε ο παππούς. «Πάιροτ!».   [01:20:00]Εκεί λοιπόν, να πω και αυτό, επειδή αυτά μου τα είπε τόσο ο παππούς όσο και ο πατέρας μου. Εκεί η αμερικανική αποστολή, να ξέρεις ότι στην Τουρκία, εκεί στην περιοχή του Ντιγιάρμπακιρ, ήταν η αμερικανική αποστολή. Φιλάνθρωπη, φιλανθρωπική, έτσι; Που κοίταγε, ας το πούμε, εκείνες εκεί τις περιοχές, λόγω του ότι υπήρχε πόλεμος, υπήρχαν εξορίες και τα λοιπά. Η αμερικανική αποστολή αποφάσισε να πάρει 10.000 Έλληνες από κει και να τους πάει στην Αμερική, τώρα έτσι μου το είπανε και έτσι το μεταφέρω, να τους πάει στην Αμερική, με το εξής σκεπτικό. Για δύο ή τρία χρόνια θα τους έχουν εγκατεστημένους σε οικήματα, ας το πούμε, εκεί, θα τους ταΐζουν, θα τους ποτίζουν, θα τους εκπαιδεύουν, δηλαδή σε δεξιότητες, σε επαγγέλματα, να μάθουν όσο μπορούν καλά τη γλώσσα και από κει και μετά ο καθένας να πάρει τον δρόμο του. Τι πιο καλό; Μέσα σε αυτές τις οικογένειες που κληρώθηκαν ήτανε σύσσωμη η οικογένεια του παππού, και τα τέσσερα αδέρφια. Γιατί οικογένειες κληρώνανε. Τα δύο αδέρφια, δηλαδή ο παππούς μου ο Θωμάς, ο παππούς ο Χαράλαμπος, η γιαγιά η Παρθένα και η γιαγιά η Ευρώπη, αυτά τα τέσσερα αδέρφια. Τα τρία ήταν παντρεμένα, δηλαδή ο παππούς ο Θωμάς, ο παππούς ο Χαράλαμπος και η θεία η Παρθένα. Μάλιστα η θεία η Παρθένα ήρθανε και ήρθε ένα ή δύο παιδιά από κει εδώ; Η γιαγιά η Παρθένα. Κάνανε συμβούλιο οικογενειακό και λέει: «Τι θα κάνουμε;». Σκεφτήκαν από δω, σκεφτήκαν από κει και είπανε: «Εμείς θα πάμε στην πατρίδα. Δεν θα πάμε στην Αμερική». Τώρα ποια πατρίδα εννοούσαν; Εννοούσαν την πατρίδα να επιστρέψουν στα χωριά; Δεν υπήρχε περίπτωση, διότι είχε υπογραφεί ήδη η ανταλλαγή. Λοιπόν, άρα εννοούσαν την Ελλάδα, δηλαδή νιώθανε και λέγαν ότι: «Είμαστε Έλληνες». Αυτό είναι δηλαδή το συμπέρασμα από αυτήν όλη την υπόθεση.   Ήρθαν εδώ και εγκαταστάθηκαν εκεί. Προτού εγκατασταθούν όμως εκεί, είχανε πάει στον Πειραιά, και από τον Πειραιά μετά τους φέρανε εδώ πέρα πάνω, εκεί στην περιοχή της Καλαμαριάς. Και μία αντιπροσωπεία από χωριανούς, συγκεκριμένα ήταν ο παππούς ο Μανουσάρης, Μανουσαρίδης Παναγιώτης, ο παππούς ο Χάρης, Θεοχάρης Παπαδόπουλος, και ένας ακόμα, κάποιος μου είπε ότι ήταν ο Μάλγαρης, ένας, ο παππούς ο Μάλγαρης. Αυτός ο Μάλγαρης όμως ήταν Θρακιώτης. Μπορεί να ήταν και αυτός. Και πήγανε και τους είπαν ότι: «Θα πάτε στο Κιλκίς, προς τα εδώ, σε αυτή την περιοχή εκεί». Πήγαν και είδανε την περιοχή, εκεί τα Κάτω Σούρμενα, και επειδή οι δικοί μας οι παππούδες ήταν ορεσίβιοι, διότι ήταν στα βουνά, έτσι; Ψηλά! Είδανε το νερό, είδανε το δάσος, είδανε το ποτάμι, το βουνό. Σου λέει: «Από εδώ θα κόβουμε ξύλα. Από εδώ έχουμε το νερό». Τους είπαν ότι: «Θα πάρετε και χωράφια κάτω στον κάμπο». Σου λέει: «Εδώ είμαστε!». Θεωρήσαν ότι είναι σαν την πατρίδα. Πήγανε κάτω, λοιπόν, και τους ρωτάνε οι άλλοι: «Πώς εν’ εκεί απάν;». Λένε: «Άμον την πατρίδα! Όπως είναι το χωρίο μου». Και έτσι αποφασίσανε και πήγαν εκεί. Αυτά είναι τα κάτω Σούρμενα.   Τα Άνω Σούρμενα δεν ήταν ορεσίβιοι. Ήτανε παραθαλάσσιοι, γιατί ήταν από την περιοχή, ας το πούμε, των Σουρμένων εκεί της Τραπεζούντας, πάνω από την Τραπεζούντα. Και αυτοί οι άνθρωποι ήτανε περισσότερο αστοί, δηλαδή ήτανε κάτω χαμηλά και είχανε τέχνη στα χέρια τους. Άλλος ήταν χαλκουργός, άλλος ήτανε σιδεράς, άλλος ήτανε μαχαιροποιός, άλλος ήτανε γανωτσής, δηλαδή, πεταλωτής, σαγματοποιός, σαμαροποιός. Δηλαδή είχανε τέχνη στα χέρια τους. Αυτοί οι άνθρωποι, λοιπόν, ήρθαν εδώ πέρα πάνω και έπρεπε να κάνουν ένα καινούργιο επάγγελμα. Σου λέει: «Εντάξει, θα κάνουμε. Πόσοι είναι εδώ πέρα το χωριό; Είμαστε 150 άτομα. Πόσοι;». Πολλοί κάναν το επάγγελμά τους, βρήκαν την τύχη τους. Δηλαδή άλλος που ήτανε πεταλωτής το έκανε συμπληρωματικά. Άλλος που έφτιαχνε σαμάρια το έκανε συμπληρωματικά. Όμως τους δόθηκε και κλήρος γεωργικός. Πήρανε κοντά όλοι περίπου από 45 έως 50 στρέμματα, 48, 47, και με αυτά πορευθήκανε. Και αναγκαστικά μάθαν και αυτοί οι άνθρωποι και γίναν γεωργοί, δηλαδή μάθαν να κάνουν καπνά, μάθανε να είναι ξυλουργοί, αυτοί, πώς το λένε, να πηγαίνουν στο βουνό να φέρνουν τα ξύλα τους. Αυτοί όμως είχανε μάθει αλλιώς. Το δικό μου το χωριό όμως ήταν ορεσίβιοι οι περισσότεροι. Βέβαια αργότερα ήρθανε, να ξέρεις, ήρθανε και οι Σαρακατσαναίοι, και ίσως είμαστε από τις περιπτώσεις των χωριών που στην Ελλάδα υπήρχε ομόνοια μεταξύ των Σαρακατσαναίων και των Ποντίων. Σε άλλα χωριά δεν συνέβη αυτό. Υπήρχαν έριδες. Έριδα υπήρξε μόνο μεταξύ κάποιων Θρακιωτών και Ποντίων, που τους κοροϊδεύανε. Οι Θρακιώτες λέγανε: «Τουρκόσποροι» και τα λοιπά, γιατί ήρθαμε εμείς από τον Πόντο, και κάποια μέρα το χωριό ξεσηκώθηκε, ο συνοικισμός αυτός, και έπεσε ξύλο. Το αποτέλεσμα ήταν, δεν πολυλέγεται αυτή η ιστορία, πολλές οικογένειες τα μάζεψαν από εκεί πέρα πάνω και πήγαν στον Μικρόκαμπο Κιλκίς. Και τώρα βλέπεις κάποιους από τον Μικρόκαμπο και κάποιους από τον Σταθμό είναι συγγενείς, πρώτα ξαδέλφια, γιατί δεν φύγαν. Μείναν μόνο έντεκα οικογένειες Θρακιωτών στις Μουριές, έντεκα συγκεκριμένα. Οικογένειες Σαρακατσαναίων αρκετές, όπως και στα Κάτω Σούρμενα, όπως και στα Άνω Σούρμενα, που είναι περισσότεροι στα Άνω Σούρμενα.   Η ομόνοια υπήρχε στο χωριό. Δεν υπήρχανε μαλώματα, ας το πούμε, αλλά όμως υπήρχε μία έριδα μεταξύ Άνω και Κάτω Σουρμένων, ίσως λόγω πολιτικών, τέτοια. Βέβαια στον Εμφύλιο, να πάμε και σε αυτό λίγο το κομμάτι, στον Εμφύλιο το χωριό των Κάτω Σουρμένων υπέφερε από τους αντάρτες. Το βομβαρδίζαν συνεχώς. Αναγκαστικά το χωριό κατέβηκε κάτω, ήρθε στη Μικρόβρυση. Εκεί στεγάζονταν, διότι εκεί ήταν και η έδρα, ας το πούμε, του τάγματος του στρατού ή του λόχου. Αλλά το κανόνι όμως πάνω από το Μπέλλες έριχνε στο χωριό. Μπουμ, μπουμ, συνέχεια! Κάθε μέρα, κάθε μέρα τους παρενοχλούσαν. Μετά αυτοί οι κάτοικοι κατέβηκαν και στο Καραβάν Σαράι, όπως και η μάνα μου, όπως και ο πατέρας μου, κατεβήκανε στο Καραβάν Σαράι, γιατί έτσι διέταξε ο στρατός. Τους μετακίνησαν και τα αφήσαν επάνω αυτά τα χωριά. Το χωριό όταν επέστρεψαν πάνω ήταν καμένο από τους αντάρτες. Πάλι όμως το ξαναχτίσανε. Μετά δεν μείναν όμως πολύ, γιατί κατέβηκαν στο ενδιάμεσο στο χωριό, λόγω του ότι τους αποκατέστησαν, τους δώσαν οικόπεδα να χτίσουν άλλα σπίτια. Ο παππούς μου ο Θωμάς, κατά βάση, δηλαδή, όπως ήρθε στην Ελλάδα, έχτισε τρία σπίτια. Όπως και ο άλλος ο παππούς. Τρία σπίτια και εκεί! Όλοι γενικά οι κάτοικοι των Κάτω Σουρμένων χτίσανε τρία σπίτια, πλην ελαχίστων, μετρημένων στα δάχτυλα του ενός χεριού, που είχανε φαίνεται λεφτά και αγοράσαν οικόπεδα στον Σταθμό κάτω και χτίσαν απευθείας εκεί. Όλοι οι άλλοι, όλοι οι άλλοι χτίσανε τρία σπίτια. Τι άλλο να πω; Έχεις κάτι να μου πεις; 

Α.Κ.:

Όχι, με καλύψατε πλήρως. Αυτό που ήθελα να ρωτήσω μετά, γιατί με πήγατε, μου αναφέρατε βασικά τα καπνά, αλλά και τα ροδάκινα. Πώς προέκυψαν τα ροδάκινα; 

Θ.Ζ.:

Τα ροδάκινα προέκυψαν, όπως είπα, αείμνηστοι αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι σκέφτηκαν και κάναν αυτόν τον βιομηχανικό οπωρώνα και έφυγε ο κόσμος των Κάτω Σουρμένων από την ανέχεια, δηλαδή ανέβασε βιοτικό επίπεδο. Και έτσι μετά αναπτύχθηκε και το χωριό. Κιλκισιώτες ερχόντουσαν στις Μουριές και να διασκεδάσουν και να φάνε και να πιουν! Περιττό να σου πω ότι στον Σταθμό, ας το πούμε, μετά ήρθε και η ΜΟΜΑ. Η ΜΟΜΑ ήταν αυτή η στρατιωτική υπηρεσία, η οποία έκανε τους δρόμους. Εκεί ήτανε η βάση. Κόσμος! Είχαμε δύο εστιατόρια στα οποία πήγαινε και έτρωγε ο κόσμος. Έτρωγαν αυτοί όλοι οι εργάτες, κάθε μέρα. [01:30:00]Τα ροδάκινα προέκυψαν, Ανδρονίκη, μία παρέα κάποιων ανθρώπων, μεταξύ αυτών κάποιοι γεωπόνοι και κάποιος υπάλληλος γεωπόνος του υπουργείου Γεωργίας πήγε εκεί πέρα πάνω για κυνήγι. Γνωρίζανε τον πρόεδρο της κοινότητας τότε, τον Διονύση τον Σπυριδόπουλο, αείμνηστος, φίλος του πατέρα μου κιόλας. Και ήτανε μαζί και αυτός, και όπως καθόντουσαν εκεί να φάνε ένα κολατσιό, αυτός έκανε εκεί στην περιοχή του που γίναν τα ροδάκινα το πόδι του έτσι. Το έξυσε το χώμα και είπε: «Αυτό εδώ είναι αμμουδερό αυτό το χώμα. Αυτό το χώμα είναι ιδανικό για να γίνουνε ροδάκινα». Το ροδάκινο θέλει, ας το πούμε, αμμουδερό χώμα, για να αναπνέει και να ποτίζεται. Και λέει: «Να κάνουμε μία πρόταση». Ο πρόεδρος το άκουσε και του λέει: «Για να το συζητήσουμε». Ο άνθρωπος είχε τελειώσει και το γυμνάσιο. Ήταν μορφωμένος για εκείνη την εποχή, έτσι; Να τελειώσεις γυμνάσιο τότε...   Το προχώρησε το θέμα. Βέβαια βοηθούσε και η κυβέρνηση τότε. Ήτανε την περίοδο '69, '70; Ανδρονίκη, σε έξι μήνες έγινε η μελέτη, σε έξι μήνες κατασκευάστηκαν τα έργα υποδομής, όπως δηλαδή να γίνει αναδασμός. Να φέρουν το νερό από το Μπέλλες, εγκυτιωμένο σε σωλήνες, ας το πούμε, πώς λέγεται αυτό το υλικό, το οποίο σήμερα απαγορεύεται; Αμιαντοσωλήνες. Ήρθε στο πάνω το κομμάτι, φτιάξανε δεξαμενή μεγάλη, πισίνα, στην οποία πηγαίναμε και κάναμε μπάνιο εμείς. Αποκτήσαμε δύο πισίνες. Κάναμε μπάνιο όλα τα παιδιά και έτσι μάθαμε μπάνιο. Και μία μεγάλη γεώτρηση, 300 μέτρα στη γη, και βγάλαν δεν ξέρω πόσες ίντσες νερό, το οποίο ερχόταν με τόση δύναμη από κάτω που έφτιαχνε θόρυβο. Μία τεράστια αντλητική μηχανή που αντλούσε το νερό από κάτω, το άλλο ήτανε με φυσική ροή από μία πηγή μεγάλη του Μπέλλες, και ταυτόχρονα κάνανε και το δίκτυο ύδρευσης. Κληρώθηκαν και τα κομμάτια και ο καθένας πήρε τα στρέμματα που του αναλογούσαν. Εμείς πήραμε 9.312 μέτρα, 9 στρέμματα και 312 τετραγωνικά, τα οποία τα φυτέψαμε και έτσι γίναμε και παραγωγοί ροδακίνων και ξεφύγαμε από το γαϊδουράκι στο αγροτικό. Γέμισε, σε τρία χρόνια γέμισε το χωριό μου αγροτικά. Όλες οι οικογένειες είχαν αυτοκίνητο. Ανέβηκε, όπως σου είπα, το βιοτικό επίπεδο. Αρίστης ποιότητας ροδάκινα! Ο πιο μοντέρνος των Βαλκανίων τότε και ο πιο σύγχρονος, διότι ήτανε σύστημα παλμέτα. Πήγαινες στο πρώτο δέντρο, 1.500 στρέμματα και δεν έβλεπες το τελευταίο. Όλα ήταν σε ευθεία γραμμή, έτσι, απόλυτη! Δεν ξέφευγε τίποτε! Με υποστήριξη, περνούσες από τη σειρά και έβλεπες έτσι τα δέντρα, έτσι! Δηλαδή τρία κλαδιά έτσι, μετά τρία κλαδιά έτσι. Έτσι μεγάλωσαν. Σου είπα, είχε δουλειά, αλλά είχε και απόδοση. Βέβαια, εντάξει, μη νομίζεις τρομακτικές αποδόσεις, αλλά όμως είχε μία τιμή και παίρνανε καλά λεφτά οι χωριανοί. 

Α.Κ.:

Εσάς ποια ήταν τα βήματα όταν συμμετείχατε στις εργασίες με τα ροδάκινα; Δηλαδή τι έπρεπε να κάνετε όταν πηγαίνατε εκεί; 

Θ.Ζ.:

Κατ' αρχήν, ναι. Κατ' αρχήν ξυπνούσαμε το πρωί. Έπρεπε να φύγουμε προτού ανατείλει ο ήλιος, δηλαδή με το φως έπρεπε να είμαστε στο χωράφι, για να αρχίσουμε να μαζεύουμε. Τώρα, ξέρεις, κλούβες, ετικέτες, γιατί πολλές φορές δίναμε και σε ιδιώτες. Είχαμε και ένα καρφωτικό και βάζαμε «Παραγωγός Ζερζελίδης Νικόλαος», ο πατέρας μου. Το καρφώναμε στο τελαράκι. Στην αρχή συσκευάζαμε σε τελάρα, δηλαδή που είναι δύσκολο. Μαζεύαμε τα ροδάκινα, τα πηγαίναμε κοντά στη μητέρα μου, είχαμε ένα μεγάλο έτσι πανί, αδειάζαμε τα ροδάκινα εγώ και ο πατέρας μου. Εγώ μάζευα, και εγώ και ο πατέρας μου μαζεύαμε από τις κορυφές. Η μάνα μου μάζευε χαμηλά, γύρω της, να μην πηγαίνει. Τα περισσότερα τα φέρναμε εμείς. Η μάνα μου, λοιπόν, όταν κάναμε ροδάκινα, αυτή τα διάλεγε και τα έβαζε στα τελάρα μέσα, ήταν και γρήγορη. Αργότερα γίναν κλούβες, δηλαδή σε μία κλούβα, σε ένα πλαστικό κιβώτιο, στην αρχή ήταν ξύλινα, μετά γίναν πλαστικά, το οποίο χωρούσε 25 κιλά ροδάκινα, τα ρίχναμε έτσι με τον κουβά. Βέβαια κάναμε μία διαλογή. Μην είχε κάνα ώριμο μέσα ή κάνα σάπιο, το βάζαμε στην άκρη. Κάναμε διαλογή.  Όταν τα μαζεύαμε, λοιπόν, κοιτούσαμε να μαζέψουμε αυτά τα οποία είχανε γίνει. Δεν πηγαίναμε να πάρουμε το άγουρο, πηγαίναμε να πάρουμε αυτό το οποίο ήταν εμπορεύσιμο. Να είναι σκληρό, αλλά όχι πέτρα. Έτσι να νιώθεις ότι θα μπορείς να το φας σε μία, δύο μέρες, τρεις μέρες. Βέβαια αυτά πηγαίνανε στα διαλογητήρια-συσκευαστήρια, διότι οι περισσότεροι έμποροι ερχόνταν από τη Βέροια. Εκεί ήταν οι μεγαλέμποροι όλοι, και επειδή το δικό μας το ροδάκινο ήταν αρίστης ποιότητας, γιατί ήταν βουνίσιο, ερχόντουσαν και το παίρναν και το πουλούσανε πιο ακριβά απ' ό,τι πουλούσαν εκείνα, έτσι; Η δουλειά μου ήταν εμένα, ξέρεις, επειδή είχα μεγαλώσει κιόλας, βοηθούσα τους γονείς μου, τις πρωινές ώρες, μέχρι να βγει ο ήλιος, περίπου μέχρι τις 10:00. Μετά έπαιρνα το ποδήλατο που είχα και πήγαινα στις συγκέντρωση των ροδακίνων. Μαζεύαμε όμως τα περισσότερα τα ροδάκινα που θέλανε αυτοί. Σου λέει: «Σήμερα θα μαζέψουμε οχτακόσια με έναν τόνο». Βλέπανε περίπου. Εγώ τους βοηθούσα, σχεδόν τελείωνα, φόρτωνα τις κλούβες, τις οποίες ήταν ήδη έτοιμες, πάνω στο αυτοκίνητο, γιατί είχαμε πάρει αυτοκίνητο. Δεν άφηνα τον πατέρα μου. Είχα δυνάμεις. Ήμουνα γερό παιδί. Και πήγαινα στη συγκέντρωση για να φορτώσω και να βγάλω μεροκάματο. Και έτσι έβγαζα μεροκάματο. Δούλευα σχεδόν κάθε καλοκαίρι. Δηλαδή πρέπει να δούλεψα εγώ εκεί ή δύο ή τρία καλοκαίρια, μέχρι να πάω στον στρατό. Αυτό ήτανε το τέτοιο.   Σηκωνόσουνα το πρωί, πήγαινες στο χωράφι, με τη σκάλα, με τους κουβάδες, μάζευες τα ροδάκινα, τα συσκεύαζες, τα φόρτωνες, τα πήγαινες, τα παρέδιδες. Βέβαια στην παράδοση γινόταν έλεγχος, έτσι; Ζυγίζονταν και μετά έπαιρνες το χαρτί ότι παρέδωσες παραδείγματος χάρη 900 κιλά καθαρά και περίμενες να πληρωθείς, και πληρωνόσουν συνήθως αρχές φθινοπώρου. Γινόταν εκκαθάριση και δεν χρωστούσε σε κανέναν ο έμπορας. Σπάνια να χρωστούσε. Βέβαια υπήρξαν και περιπτώσεις κάνα δυο που ήρθε έμπορας και δεν τους πλήρωσε, γιατί λέει: «Χρεοκόπησα!». Τι χρεοκόπησε; Άντε να τον κυνηγήσεις, έτσι; Τέλος πάντων, γίνονταν και αυτά. Εμείς όμως δεν χάσαμε ποτέ χρήματα, να σου πω την αλήθεια. Πληρωνόμασταν, έβγαζα και εγώ το χαρτζιλικάκι μου. Τώρα, από κει και μετά, όταν γυρνούσαμε στο σπίτι, ξέρεις, 13:00 η ώρα γυρίζαμε σπίτι. Μεσημέρι εκεί τρώγαμε, σπίτι. Η μάνα μου έφτιαχνε το φαγητό από την προηγούμενη. Είμαστε έτοιμοι. Ντους, φαγητό, λίγο ύπνο και το απόγευμα τη βόλτα μας, εκτός αν είχαμε πότισμα. Αν είχαμε πότισμα, έξι ώρες πότιζε σε ένα μέρος η τεχνητή βροχή και έπρεπε να πας να αλλάξεις, να μεταφέρεις τους σωλήνες, για να ποτίσει και το άλλο το κομμάτι. Τη νύχτα δεν ποτίζαμε. Το κλείναμε, γιατί φοβόμασταν μην πάθει καμιά ζημιά το δίκτυο ή κατά λάθος ξεκουμπωθεί καμιά σωλήνα και πλημμυρίσει το χωράφι.   Αυτό ήτανε σχετικά με το ροδάκινο. Το ροδάκινο αυτό ήτανε. Πλέον όμως στο μάζεμα, εκτός από το μάζεμα, ξέρεις, εκεί προς το φθινόπωρο, αρχές του χειμώνα, κλαδεύαμε. Κλαδεύαμε τα ροδάκινα. Έπρεπε να κόψουμε τα λαίμαργα, έπρεπε να κόψουμε τα παλιά τα κλαδιά. Μετά την άνοιξη ανθίζαν αυτά και μετά στο άνθος εμφανιζόταν το μικρό το ροδακινάκι. Το ροδάκινο όμως βγάζει πάρα πολλά. Δηλαδή σε ένα κλαδί τέτοιο μπορεί να δεις τριάντα ροδάκινα. Εσύ σε αυτό το κλαδί δεν μπορούσες να αφήσεις, δηλαδή σε ένα κλαδί μισού μέτρου να άφηνες έξι, εφτά ροδάκινα το πολύ, για να έχει δύναμη το δέντρο να τα μεγαλώσει. Διότι δεν θέλαν αυτοί τέτοια μικρά. Αυτοί θέλανε μεγάλα. Υπήρχανε δηλαδή ροδάκινα, με δεκαέξι ροδάκινα ή δεκαοχτώ γέμιζες ένα τελάρο. Δηλαδή δεκαοχτώ ροδάκινα ήτανε περίπου 6 κιλά. Φαντάσου! Έτσι; Αυτό ήτανε. Αυτή ήταν η ζωή των ροδακίνων. Τώρα αν θες να με ρωτήσεις για κάτι άλλο σχετικά. 

Α.Κ.:

Ναι. Ήθελα να σας ρωτήσω αν έχετε ξεχωρίσει κάποιες αναμνήσεις σχετικά με την ντισκοτέκ στην Καστανούσσα;  

Θ.Ζ.:

Όχι.

Α.Κ.:

Ή στη Μουριώτισσα. 

Θ.Ζ.:

Όχι στην Καστανούσσα. Στην Καστανούσσα ήτανε χορευτικό κέντρο, στο οποίο πηγαίναμε να γλεντήσουμε. Πραγματικά πηγαίναμε να γλεντήσουμε και γλεντούσαμε. Τώρα το πιοτό μας τι ήτανε; [01:40:00]Ρετσίνα Δεμέστιχα, αυτό που ήτανε τότε, και το Καμπάς. Αυτά ήτανε. Ξέρεις, κάνα σουβλάκι, σουβλάκια πάντα και μπριζόλες! Το πολύ πολύ να ήταν και κάνα κεφτεδάκι, πατάτες, τηγανητές και σαλάτα και καμιά φέτα. Αυτά ήταν. Και οι μπίρες. Δεν είχαμε σκληρά ποτά εκείνη την εποχή, ξέρεις, ουίσκι ή βότκες και τέτοια. Το σκληρό μας ποτό ήταν η ρετσίνα και η μπίρα. Δεν έλειπαν και παρεκτροπές. Εντάξει, υπήρχανε! Άλλος δεν το άντεχε το πιοτό, μεθούσε. Υπήρχανε και τέτοια. Και φασαρίες γινόντουσαν και σπασίματα γινόντουσαν. Το σπάσιμο ήτανε στην ημερήσια διάταξη, διότι υπήρχαν τα πιάτα τα γύψινα. Τάκα, τάκα, τάκα, τάκα εκεί οι δωδεκάδες και σπάσιμο! Ερχόμασταν στο κέφι! Δεν ήτανε και ακριβά. Η πίστα γέμιζε πιάτα, αλλά τα πληρώναμε. Είχαμε, σου είπα, είχαμε! Γλεντούσαμε.   Εγώ θυμάμαι, να σου πω τώρα την αλήθεια, σε ένα τραπέζι, πρέπει να ήμουνα γύρω στα 14, 15 χρονών. Ο πατέρας μου ήρθε έτσι, κοιμόμουνα εγώ το πρωί. Και ήτανε παραμονή ενός πανηγυριού, τώρα ή του πάνω χωριού ή του κάτω, της πάνω εκκλησίας ή της κάτω. «Μάκη!» μου κάνει έτσι και μου στρίβει ένα εικοσάρικο τότε, ασημένιο. Τακ! Τακ, ήρθε και έπεσε πάνω μου και το άρπαξα εγώ. Το κοιτάω: «Τι στο...;». Λέω: «Μπαμπά, τι; Πού πάμε;». Εγώ κατάλαβα. Μου λέει: «Το παίρνεις και πας τσοπάνος σήμερα στη σειρά». Είχαμε αγελάδα, και για να φυλάμε τις αγελάδες βέβαια είχαμε τσοπάνο, αυτός και η γυναίκα του, αλλά δεν έφταναν ένα τέτοιο τεράστιο κοπάδι να το φυλάξουν. Και όποιος είχε μία αγελάδα, πήγαινε μία μέρα. Όποιος είχε τρεις αγελάδες, πήγαινε τρεις μέρες. Ροή έτσι το χωριό, για να καλύπτονται οι αγελάδες. Κατάλαβες; Και έπεφτε μία φορά τον χρόνο η σειρά μας, και έτυχε εκείνη την ημέρα. Βέβαια εμένα δεν με χάλασε, να σου πω. Το απόγευμα, που δεν βασίλεψε ο ήλιος, εγώ είχα γυρίσει. Το γλέντι μετά άρχιζε. Με εκείνο εκεί το εικοσάρικο πήγα στο πανηγύρι, που λες, Ανδρονίκη, μαζί με άλλα δύο ξαδέρφια μου. Ο λογαριασμός μας ήτανε 28 δραχμές. Αυτά ήταν. Φάγαμε, ήπιαμε και πληρώσαμε 28 δραχμές! Και είχα και υπόλοιπο στην τσέπη μου. 20 δραχμές; 20 δραχμές, ξέρεις τι έφτιαχνες 14 χρονών; Άσ' το! Γλεντούσες! Πραγματικά! 

Α.Κ.:

Πολύ όμορφα. Πώς θα περιγράφατε την εμπειρία σας στη Θεσσαλονίκη, που έτσι προετοιμαστήκατε για τη Σχολή Ενωμοταρχών, για την αστυνομία; 

Θ.Ζ.:

Κοίταξε, η εμπειρία μου ήτανε σηκωνόμουνα το πρωί και πήγαινα στο φροντιστήριο. Έπαιρνα το λεωφορείο από πάνω, το αστικό, από τους Αγίους Αναργύρους, κατέβαινα κάτω στην Αγίας Σοφίας, εκεί που ήταν ο Ακάδημος, και πήγαινα στο φροντιστήριο. Ήμουνα καλός και στο φροντιστήριο και μάλιστα έμαθα και να λύνω και ασκήσεις της πρακτικής αριθμητικής, που πρακτική αριθμητική, σημειωτέον, είναι πιο δύσκολη. Πρέπει να βρεις, ας το πούμε, τον τρόπο να επιλύσεις το πρόβλημα της πρακτικής αριθμητικής. Η άλγεβρα είναι διαφορετική. Η άλγεβρα άμα ξέρεις τον τύπο, πώς να το κάνεις, τον εφαρμόζεις, θα το λύσεις το πρόβλημα. Στα άλλα μαθήματα, έκθεση ιδεών και αυτά και τα λοιπά ήμουν καλός. Και στην ιστορία και στη γεωγραφία και σε όλα αυτά. Κάναμε το μάθημα, μετά γυρνούσα στο σπίτι, στη θεία μου, έτρωγα, ξεκουραζόμουν έτσι καμιά ώρα, δύο ώρες, ψιλοκοιμόμουνα, μετά διάβαζα. Διάβαζα έτσι μέχρι το απόγευμα, έτσι 19:00, 20:00 η ώρα. Καλοκαίρι ήτανε. Κατάλαβες; Πού να πας μες στη ζέστη και να φύγεις;   Και δύο φορές την εβδομάδα πήγαινα και στο σινεμά. Είχα, σου είπα, είχα και χαρτζιλίκι δικό μου. Είχα και όχι κρυφά, ξέρανε. Αλλά και ο θείος μου όμως δεν με άφηνε. «Πάρε, ανεψιέ -μου έλεγε- πάνε ένα σινεμά!». Αλλά με έλεγε: «Το σινεμά να μην είναι βάρος στο διάβασμα». Αλλά το αργότερο όμως εγώ 22:00, 23:00 η ώρα γυρνούσα σπίτι. Έβλεπα την ταινία και γυρνούσα. Έπαιρνα το αστικό πάλι και ξανανέβαινα. Και συνήθως πήγαινα εκεί σε ένα σινεμά που ήταν εκεί στην... πώς λέγεται, ρε; Αγγελάκη. Που είχε ένα σινεμά, ένα κάπου παραπέρα, στα οποία παίζανε, ξέρεις, εκείνη την εποχή κάτι αστυνομικές ταινίες, κάτι καουμπόικα και τέτοια. Αυτό ήτανε η εμπειρία μου στη Θεσσαλονίκη. Δεν έμεινα και πολύ, Ανδρονίκη. Έναν μήνα έμεινα εκεί. Και έτσι πέρασε, αλλά σου είπα το τι συνέβη και έτσι δεν βρισκόμουνα στην αστυνομία. 

Α.Κ.:

Απογοητευτήκατε καθόλου που δεν βρεθήκατε στην αστυνομία; 

Θ.Ζ.:

Οπωσδήποτε απογοητεύτηκα, λόγω του ότι, όπως είπα προηγουμένως, επειδή ήμουνα καλός γνώστης της Αγγλικής, ήθελα να πάω στην αστυνομία και να πάω στην τουριστική αστυνομία. Δεν το κατορθώσαμε. Δεν απογοητεύτηκα όμως. Εγώ συνεχίζω και κάθε εμπόδιο σε καλό. Δεν μου βγήκε και άσχημα. Πήγα στον στρατό και σε ηλικία 52 ετών ήμουνα συνταξιούχος. Κατάλαβες;

Α.Κ.:

Και για πείτε μου λίγο για τις εμπειρίες σας από τις εξετάσεις για τη σχολή των Ενωμοταρχών. Τι ακριβώς είχε γίνει; Γιατί δώσατε δύο φορές, μου είπατε. 

Θ.Ζ.:

Την πρώτη φορά, είπα, Ανδρονίκη, ότι έδωσα εξετάσεις, έγραψα. Με κάποιο τρόπο ο θείος μου ο μακαρίτης είχε μάθει ότι είμαι μέσα στους επιτυχόντες και μου είπε και: «Μπράβο, ανιψιέ!» και μετά αργότερα βγήκε, εκδόθηκε ο «Ελληνικός Βορράς» όταν βγήκαν τα αποτελέσματα, o πατέρας μου μια φορά έτσι κοίταξε την εφημερίδα και μου λέει: «Μάκη, δεν πέρασες». Και πάτησα τα κλάματα εκείνη την ώρα, έκλαψα. Ήμασταν έτοιμοι να πάμε στο χωράφι. Και έφυγα, δεν πήγα, από ό,τι θυμάμαι δεν πήγα στο χωράφι, στα ροδάκινα, να τους βοηθήσω, γιατί εγώ περίμενα ότι θα φύγω. Ένιωσα μια απογοήτευση. Και μετά, να, είδες αυτή τη λεπτομέρεια δεν την είπα, ότι πήραμε τον θείο τηλέφωνο και τον ρώτησα: «Ρε θείο, τι έγινε;». Λέει: «Αγόρι μου, δεν ξέρω, αλλά θα ρωτήσω». Πάλι αυτός βρήκε κάποιο τρόπο, επικοινώνησε και μετά πήρε στο χωριό και είπε: «Ζερζελίδη, τον ανιψιό σου τον τραβήξαν με κόκκινο μολύβι από πάνω». Με σβήσαν! Τώρα γιατί με σβήσαν; Δεν ξέρω. 

Α.Κ.:

Μαζί με όλα αυτά γίνεται και το τροχαίο του αδερφού σας; 

Θ.Ζ.:

Το τροχαίο του αδερφού μου έγινε, ναι, κάπου εκεί, σε εκείνη εκεί την περίοδο. Δεν με επηρέασε. Ίσως να ήταν και την προηγούμενη χρονιά, ίσως να ήταν και την επόμενη. Ένα από τα δύο. Γιατί εγώ θυμάμαι ότι είχα πάρει δίπλωμα, άρα είχα κλείσει τα 18 και έδωσα εξετάσεις και πήρα δίπλωμα. Θυμάμαι ότι οδηγούσα. Βέβαια δεν είχα την εμπειρία, αλλά ο πατέρας μου με άφηνε στο χωράφι μέσα εκεί να φορτώνω, να κάνω, να παίρνω τα αυτοκίνητο να πηγαίνω μέχρι τη συγκέντρωση, για να αποκτήσω έτσι εμπειρία. Μετά πλέον το έπαιρνα και πήγαινα και βόλτες αργότερα, έτσι; Αλλά τη δεύτερη φορά, Ανδρονίκη, δεν ένιωσα απογοήτευση, γιατί ήξερα ότι δεν έγραψα, για να λέμε και την αλήθεια. Ναι μεν έγραψα στα μαθήματα τα άλλα, αλλά δεν έγραψα, δεν έλυσα καμία άσκηση στην πρακτική αριθμητική. Ίσως ήταν δύσκολη; Ίσως ήταν εύκολη; Ενώ αντιθέτως, όταν ήρθε η ώρα και δώσαμε εξετάσεις για την οριστική σειρά αρχαιότητος, πλέον όταν ήμουνα στον στρατό και πέρασαν αυτά τα τρία χρόνια του εθελοντή αρχιλοχία και μας μάζεψαν στην Αθήνα και δώσαμε εξετάσεις, όπως δίνουμε πανελλήνιες εξετάσεις. Δηλαδή δώσαμε πρακτική αριθμητική, γεωγραφία της Ελλάδος και των ηπείρων, ιστορία ελληνική, από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τη νεότερη, έκθεση ιδεών, ξένη γλώσσα προαιρετικά, δύο κανονισμούς οπλομηχανήματα, δύο κανονισμούς στρατιωτικό ποινικό κώδικα και την ξένη γλώσσα, την είπα νομίζω, προαιρετικά. Εγώ τα έδωσα όλα. Σε πληροφορώ έλυσα και τις δύο ασκήσεις, έγραψα άριστα σε όλα τα μαθήματα εκτός από ένα, το οποίο είχε και συντελεστή μεγάλο. Δηλαδή τον βαθμό τον πολλαπλασίαζες με τον συντελεστή και έπιανες τα μόρια. Εγώ αν έγραφα σε αυτό εδώ το μάθημα 17, 18 αντί για 12 ή 14 που πήρα, θα ήμουνα όχι πρώτος των πρώτων, πρώτος και θα με κοιτούσαν έτσι. Βγήκα πέμπτος και η διαφορά μου από τον πρώτο πρέπει να ήταν δέκα μόρια. Παραπάνω δεν ήτανε. Γιατί; Γιατί είχα γράψει άριστα σε όλα τα μαθήματα. [01:50:00]Εφόσον πήρα 19,8 στην έκθεση, τι άλλο να πάρω;   Το αποτέλεσμα αυτής της επιτυχίας ήταν ότι πήγα και έδωσα εξετάσεις. Έφυγα από εδώ, από το Κιλκίς, που υπηρετούσα στη μοίρα πυραύλων, έτσι; Ήρθε η ώρα να μονιμοποιηθούμε, να μπούμε στην επετηρίδα, διότι στον στρατό υπάρχει επετηρίς, όπως υπάρχει και στους δημοσίους υπαλλήλους. Η Ανδρονίκη είναι αρχαιότερη από μένα. Η Συμέλα είναι κατώτερη από μένα. Εγώ είμαι ανώτερος, γιατί είμαι πιο μπροστά. Έχω εξέλθει, έχω πιο καλές βαθμολογίες και έτσι είναι η επετηρίδα. Το ίδιο είναι και στον στρατό. Υπάρχουν οι τάξεις. Εγώ, λοιπόν, επειδή είχα γράψει καλά, ήμουνα πέμπτος στη γενική σειρά αρχαιότητας σε όλα τα όπλα και τα σώματα. Το αποτέλεσμα ήταν ήτανε ο Μιχαηλίδης ο Παντελής, ο Μιχαηλίδης ο Παντελής πρώτος; Ναι. Και δεύτερος στο πυροβολικό ήμουνα εγώ. Οπότε δύο θέσεις όταν ανοίγαν για προαγωγή, μία έπαιρνε ο Παντελής και μία εγώ. Ο Παντελής όμως έφυγε, για τον άλφα ή βήτα λόγο, πιο μπροστά από μένα, οπότε ήμουνα εγώ μετά πρώτος, και οι διαφορές μας δεν ήταν τίποτα, γιατί πάντα οι θέσεις δεν είναι δύο. Ανοίγανε πέντε θέσεις, πάντα ήμουνα εγώ μέσα, δηλαδή, στις προαγωγές. Το αποτέλεσμα, λοιπόν, αυτής της επιτυχίας που είχα εγώ, όταν γίνονταν οι παραγωγές, εγώ πάντα προαγόμουν. Δηλαδή όταν ερχόταν η σειρά μου να πάρω προαγωγή, έπαιρνα. Ενώ αντίθετα συνάδελφοί μου μέναν πίσω, γιατί ήταν πιο πίσω στη βαθμολογία. Δεν είναι οι θέσεις ντε και καλά είμαστε 25 και οι 25 θα γίνουμε ταγματάρχες. Όχι! Ή 25 θα γίνουμε λοχαγοί. Και από τον βαθμό του υπολοχαγού μέχρι τον βαθμό του αντισυνταγματάρχου προήχθην κατ' εκλογήν, έτσι; Με εκλέγανε, κατ' εκλογήν. Δηλαδή δεν ήμουνα κατ' αρχαιότητα. Μέχρι τον βαθμό του υπολοχαγού προάγεσαι κατ' αρχαιότητα. Από εκεί και μετά κοιτάνε τις βαθμολογίες σου, τις ποινές σου, κοιτάνε γενικά τα πάντα. 

Α.Κ.:

Η στρατιωτική σας θητεία υπήρξε η αφορμή για να ξεκινήσει όλο αυτό το κομμάτι με τον στρατό, με την καριέρα; Πώς δηλαδή από το όνειρο, ας πούμε, του αστυνομικού, βρεθήκατε, πήρατε την απόφαση να ακολουθήσετε στρατιωτική καριέρα; 

Θ.Ζ.:

Αν θυμάμαι καλά, δεν ξέρω αν το είπα, ότι ήθελα να φορέσω στολή, γιατί, όπως σου είπα, ο πατέρας μου με ενέπνευσε, ας το πούμε, με πατριωτικά αισθήματα. Να αγαπάω τον στρατό, να αγαπάω την πατρίδα μου, να αγαπάω την αστυνομία. Δηλαδή να αγαπάω, ας το πούμε, το κράτος γενικά. Όταν, λοιπόν, εφόσον μου δόθηκε η ευκαιρία, την άρπαξα, γιατί αφ' ενός μεν, Ανδρονίκη, έβαλα το μυαλό μου να δουλέψει ότι είναι επαγγελματική αποκατάσταση. Μπορεί ο μισθός να μην ήτανε μεγάλος του στρατιωτικού, αλλά δεν πεινάς. Δεν ψάχνεις μεροκάματο. Ο μισθός σου θα μπει στον λογαριασμό σου. Τότε δεν μπαίναν στον λογαριασμό. Τότε πηγαίναμε στον ταμία της μονάδος και μας πλήρωνε. Ερχόντουσαν τα λεφτά κάθε 22 του μηνός. Ξέραμε ότι θα πληρωθούμε. Πηγαίναμε, λοιπόν, και πληρωνόμασταν. Άσε που είχαμε τη δυνατότητα, η υπηρεσία έδινε το εξής, μπορούσες να πας να πάρεις και μία προκαταβολή άμα ξέμενες. Πήγαινες στον διοικητή, τον έλεγες: «Κύριε διοικητά, αιτούμαι προκαταβολή» ή έκανες αναφορά έγγραφη και έλεγες: «Αιτούμαι προκαταβολή 2.000 δραχμές». Έλεγε ο διοικητής: «Ναι», έπαιρνες την αναφορά, πήγαινες στον ταμία και σε έδινε δύο χιλιάρικα και υπέγραφε μία απόδειξη. Όταν ερχόταν ο μισθός, σ' τα κρατούσε και πάλι το ταμείο ήταν εντάξει. Και όταν ερχόταν έλεγχος, οικονομικός έλεγχος, γιατί να ξέρεις ότι στον στρατό ο ταμίας ελεγχότανε σχεδόν κάθε μήνα. Άντε όχι κάθε μήνα, κάθε δύο μήνες, τρεις μήνες, είτε λογιστικός-οικονομικός, είτε ελεγκτικός, το κόκκινο το μολύβι! Και αν έβρισκε και κάτι λάθος, σου καταλόγιζε εις βάρος της προσωπικής σου περιουσίας. 

Α.Κ.:

Εσείς δηλαδή τι είπατε στον πατέρα σας; Ότι: «Εγώ, μπαμπά, θα φορέσω στολή;». 

Θ.Ζ.:

Εγώ, κοίταξε, όταν του ανακοίνωσα, όταν ήμουνα έφεδρος αξιωματικός, διότι η μεγάλη επιτυχία ήταν ότι ο πατέρας μου, να μην κρυβόμαστε, είχε κάποιον άνθρωπο και τον είπε: «Κοίταξε να γίνει ο Μάκης έφεδρος αξιωματικός». Βέβαια είχα τα τυπικά προσόντα. Τι έπρεπε; Να έχω απολυτήριο λυκείου, να μην είμαι ούτε κουτσός ούτε στραβός, να είμαι ικανός πρώτης κατηγορίας και να επιλεγώ. Έτσι επιλέχθηκα και πήγα έφεδρος. Από την ώρα, λοιπόν, που πήγα έφεδρος αξιωματικός, πάντα το μυαλό μου δούλευε. Ήξερα ότι υπήρχε αυτό του ανακαταταγέντα και έλεγα: «Άσ' το!». Και όταν ήρθε η ώρα και έγινα έφεδρος ανθυπολοχαγός, διότι στους 24 μήνες, δοκιμάζεσαι 24 μήνες και στους 4 τελευταίους μήνες σε κάναν ανθυπολοχαγό έφεδρο. Πήρα αστέρι.   Τότε υπέβαλα τα χαρτιά μου. Μπορούσες να τα υποβάλλεις όποτε ήθελες, αρκεί να ήσουν έφεδρος ανθυπολοχαγός. Υπέβαλα τα χαρτιά μου και ενεκρίθη η ανακατάταξή μου, η μακρά ανακατάταξη, για έξι χρόνια, μακρά λεγόταν. Μετά μπορούσες να κάνεις άλλα δύο και μετά άλλα δύο και στη δεκαετία έφευγες. Έφευγες, όμως είχες μία προϋπηρεσία δέκα ετών εργαζόμενος, που ήταν σημαντικό αυτό και για έξω στις δουλειές, για να πάρεις μετέπειτα, ας το πούμε, μία σύνταξη από τον ιδιωτικό τομέα. Όμως εμένα το μυαλό μου ήταν συνεχώς στο κάπως να παραμείνω, γι' αυτό και έκανα αίτηση να πάω στην αεροπορία στρατού, γιατί στην αεροπορία στρατού όταν πήγαινες θα ήσουν ειδικής μονιμότητος. Και έτσι, λοιπόν, προέκυψε και από έφεδρος αξιωματικός ανακαταταγείς που ήμουνα, που ήρθε αυτή η διαταγή από την υπηρεσία και έλεγε να κατέβω στον βαθμό του υπαξιωματικού, αλλά πλέον ο επαγγελματισμός, η επαγγελματική αποκατάσταση ήτανε σχεδόν δεδομένη. Θα ήσουν χαζός δηλαδή να μην μπορούσες να γράψεις αυτά τα matrix test ή να μην πετύχεις σε αυτές τις εξετάσεις. Δηλαδή έστω και τη βάση θα την έπιανες, να πας. Οπότε πάλι θα ήσουν στον στρατό και θα ήσουν μόνιμος. Εγώ μπήκα στην επετηρίδα των μονίμων αξιωματικών. Μόνιμος αξιωματικός! Δηλαδή αποστρατεύτηκα μόνιμος αξιωματικός. 

Α.Κ.:

Θυμάστε την ημέρα που πήρατε το αστέρι και γίνεται ανθυπολοχαγός; 

Θ.Ζ.:

Λίγο δύσκολο να θυμηθώ, αλλά μπορώ να το υπολογίσω ότι 24 μήνες συμπλήρωσα τον Ιανουάριο του '81, άρα Φεβρουάριος, Μάρτιος, Απρίλιος, Μάιος. Τον Μάιο έγινα έφεδρος ανθυπολοχαγός. 

Α.Κ.:

Πώς ήτανε τα συναισθήματά σας; 

Θ.Ζ.:

Οπωσδήποτε, εντάξει, χαίρεσαι! Είσαι έφεδρος ανθυπολοχαγός. Σε βλέπει λίγο διαφορετικά. Δεν θα σε φωνάξει ο φαντάρος, ο στρατιώτης. Εντάξει, υπήρχανε τυπικοί στρατιώτες. Εμένα όλοι με φωνάζανε: «Κύριε δόκιμε», αλλά υπήρχανε και στρατιώτες που σε φωνάζαν: «Δόκιμο», και δεν μπορούσες να του πεις: «Δόκιμος είμαι, ρε φίλε!». Έφεδρος ανθυπολοχαγός, όμως είσαι αξιωματικός. Τότε σε έλεγε: «Κύριε ανθυπολοχαγέ», έτσι; Και να ξέρεις ένα πράγμα. Όταν γίνεσαι μόνιμος, όταν γίνεσαι μόνιμος αξιωματικός και είσαι από υπαξιωματικός από τη ΣΜΥ, παραδείγματος χάρη, ή από εθελοντής που πήγα εγώ, τη διαφορά τη βλέπεις και από τους συναδέλφους, αλλά και από τους κληρωτούς τους στρατιώτες, όταν γίνεις ανθυπασπιστής και όταν γίνεσαι μετά αξιωματικός, και ιδίως ανώτερος αξιωματικός, όταν έγινα ταγματάρχης, βλέπεις τη διαφορά.   Βέβαια το να επιβάλλεις τον εαυτό σου σαν προσωπικότητα μέσα σε ένα στρατιωτικό σύνολο εξαρτάται από τον ίδιο σου τον εαυτό. Είσαι σωστός σαν άνθρωπος; Είσαι σωστός σαν οντότητα; Είσαι σωστός σαν στρατιωτικός; Είσαι ευσταλής, για να μπορείς να κάνεις παρατήρηση στον στρατιώτη: «Γιατί η στολή σου είναι ρυπαρή;». «Μα εσύ -θα γυρίσει να σου πει- εσείς, κύριε ανθυπολοχαγέ, ή κύριε ανθυπασπιστά, η στολή σας είναι λερωμένη, η φόρμα σας. Τα άρβυλά σας είναι λασπωμένα, σκονισμένα, και κάνετε παρατήρηση σε μένα;». Έχει το δικαίωμα να σ' το πει, γιατί οι στρατιώτες σήμερα είναι μορφωμένοι οι περισσότεροι. Δεν είναι εκείνοι του πνευματικού επιπέδου, όπως, παραδείγματος χάρη, εγώ το 1979 ψάχναμε... όχι ότι δεν υπήρχαν. Υπήρχαν και πτυχιούχοι, αλλά ήταν ελάχιστοι. Παιδιά όμως υπήρχανε τα οποία είχαν βγάλει το εξατάξιο, το γυμνάσιο ή το λύκειο. Το γυμνάσιο ή το λύκειο. Και αυτοί συνήθως γινόντουσαν υπαξιωματικοί, αρχηγοί στοιχείων, ας το πούμε, για να μπορεί να στροφάρει. Υπήρχαν όμως και στρατιώτες οι οποίοι είχαν τελειώσει το δημοτικό. Δεν είχες τις ίδιες απαιτήσεις. [02:00:00]Υπήρχαν όμως και στρατιώτες που βγάλαν το δημοτικό σχολείο και ήταν σπίρτα και το ξέραν καλύτερα και από αυτόν που είχε τελειώσει το γυμνάσιο. 

Α.Κ.:

Αυτό ήθελα να σας ρωτήσω τώρα. Ποιες ήτανε οι εμπειρίες σας με τους στρατιώτες και ποια ήταν η στάση σας απέναντί τους; 

Θ.Ζ.:

Κοίταξε, εγώ στα 33 χρόνια και κάτι που έμεινα στον στρατό, Ανδρονίκη, προσπάθησα να είμαι όσο το δυνατόν καλύτερος στις σχέσεις μου με τους υφισταμένους, αλλά και με τους προϊσταμένους. Θυμάμαι όλο κι όλο μάλωσα με δύο συναδέλφους. Ο ένας ήτανε στη σχολή πυροβολικού όταν ήμασταν εκπαιδευόμενοι. Στο τέλος με τη συμπεριφορά μου εγώ τον έκανα και μου ζήτησε συγγνώμη. Μου λέει, όταν φεύγαμε, πήραμε τα πτυχία και πλέον φεύγαμε, αυτός ήτανε πρώτος και εγώ ήμουνα δεύτερος αποφοιτήσας. Και η διαφορά μας; 18,54 αυτός και 18,51 εγώ, για να μη σου πω πώς βγήκε. Πάντως ήτανε πρώτος. Με υγειά του με χαρά του και να είναι καλά εκεί που είναι. Ήρθε και μου ζήτησε συγγνώμη για τη συμπεριφορά του. Εγώ τον είπα: «Αγαπητέ μου, δεν σου κράτησα κακία, απλώς ένιωσα αδικημένος. Είχες κάνει λάθος». «Ναι -μου λέει- έκανα λάθος». Και μετά με έναν πάλι εδώ, που υπηρετούσα εδώ στο Κιλκίς, που ήρθε και μου το έπαιξε νταής μέσα στο γραφείο. Ταγματάρχης εγώ, λοχαγός αυτός, «Και ποιος είσαι εσύ» και το ένα και το άλλο, γιατί τον όρισα, βάσει των καθηκόντων μου, έτσι, τον όρισα εκπαιδευτή. «Και γιατί εσύ έχεις λιγότερες ώρες από μένα; Και εγώ έχω μία ώρα περισσότερη από σένα να κάνω μάθημα». Και του λέω: «Γιατί εγώ έχω κι άλλα καθήκοντα, αγαπητέ μου. Είμαι και διευθυντής τριών γραφείων. Είμαι και υποδιοικητής. Είμαι και αξιωματικός επιστρατεύσεως». Τέλος πάντων. Και με αυτόν μαλώσαμε και βγήκε έξω και έλεγε: «Έβγα έξω να τα πούμε!» και εγώ κράτησα την ψυχραιμία μου. Δεν έδωσα συνέχεια. Βέβαια μιλάμε. Στο δρόμο τον βλέπω, λέει: «Γεια σου, Θωμά!». «Γεια σου, Απόστολε!». Αυτά.  Τώρα με τους στρατιώτες. Με τους στρατιώτες εγώ πάντα είχα καλή σχέση, Ανδρονίκη. Κοιτούσα, ούτε να περιαυτολογήσω, έκανα από διμοιρίτης, που λένε, από ουλαμαγός, μέχρι διοικητής της ανεξάρτητης υπομονάδας. Οι στρατιώτες με αγαπούσαν, με σέβονταν, αλλά και με φοβόντουσαν. Γιατί ξέρανε ότι αν θα σηκώσω τη φωνή ή αν θα γυρίσω να τον κοιτάξω, έπρεπε να πάρει δρόμο. Δηλαδή να γυρίσει και να μου πει: «Έχω κάνει σφάλμα, κύριε διοικητά, κύριε λοχαγέ, ή κύριε υποδιοικητά». Κάθε μέρα το πρωί όταν έπαιρνα αναφορά, συμβούλευα. Κοιτούσα να μην τιμωρώ, δηλαδή περισσότερο να συμβουλεύω. Όταν πήγα για πρώτη φορά, όταν πήγα στη Χίο και ανέλαβα διοίκηση λόχου, να το πούμε έτσι, πυροβολαρχίας, και είχα δύναμη μέχρι και 112 στρατιώτες. 112 στρατιώτες σημαίνει 112 διαφορετικές περιπτώσεις. Μπορεί να έχεις 112 προβλήματα. Μπορεί να έχεις ένα πρόβλημα. Μπορεί να έχεις 20 προβλήματα ή 30. Το πρόβλημα όμως του στρατιώτη ήθελα να το ξέρω, γι' αυτό, λοιπόν, όταν έπαιρνα τις προσωπικές συντάξεις... συνεντεύξεις. Συντάξεις; Παναγία μου! Λόγω της ταχύτητας. Συνεντεύξεις. Είχα ένα χάρισμα. Αυτό το χάρισμα το έχω και σήμερα. Δηλαδή με έναν συζητητή μου, ας το πούμε, μπορεί να μου πει και τα προσωπικά του και το ένα και το άλλο, τα οποία δεν βγαίνουν από μένα. Οι στρατιώτες, λοιπόν, μου κάναν κατάθεση ψυχής. Μου τα λέγαν όλα. Τι πρόβλημα αντιμετωπίζει, τι το ένα ή τι το άλλο και μες την οικογένεια και τα ήξερα όλα. Αν αντιμετωπίζει πρόβλημα οικονομικό, αν τον κοροϊδεύει ο αδερφός του, αν υπάρχει πρόβλημα στην οικογένεια, πατέρας, μάνα και τα λοιπά, ή αν έχουνε κάποιο πρόβλημα αναπηρίας. Όλα, όλα! Τα πάντα! Μου τα λέγαν όλα, οπότε ήξερα τι συμβαίνει με κάθε στρατιώτη, και αυτό ήτανε που ένας διοικητής, να μην πω το όνομά του. Να το πω. Τον είχα στη Χίο, Σημαντηράκης Κωνσταντίνος. Όταν έρχονταν οι νέοι αναφέρανε, ας το πούμε, το πρώτο γραφείο ανέφερε στον διοικητή και τον έλεγε: «Κύριε διοικητά, οι νεοσύλλεκτοι ήρθαν, δόθηκαν στις πυροβολαρχίες» και λοιπά και λοιπά. Η πρώτη ερώτηση που έκανε: «Ο Θωμάς τους πήρε συνέντευξη;». Διότι με είχε ορίσει να τους παίρνω εγώ συνέντευξη, σαν αξιωματικός πρόληψης ατυχημάτων, που έχει την υποχρέωση να παίρνει συνέντευξη.   Σε μία μονάδα όταν παρουσιάζεται ένας στρατιώτης παίρνει συνέντευξη ο αξιωματικός πρόληψης ατυχημάτων, ο υποδιοικητής, ο διοικητής και ο διοικητής του, και όλοι οι υπόλοιποι από κάτω, για να ξέρει τι πρόβλημα υπάρχει. Τότε εμείς το εφαρμόζαμε και σήμερα πιστεύω ότι εφαρμόζεται. Γιατί το κάναμε αυτό; Για να προλάβουμε κάποιο πρόβλημα. Εγώ μου έτυχε και πρόλαβα κάποιες καταστάσεις, σε όλη τη διάρκεια της ζωής μου, που είχα, της στρατιωτικής, έτσι αυτής της διάρκειας, της καριέρας, να το πούμε έτσι. Έλεγε πάντα ο διοικητής αυτός: «Ο Θωμάς τους είδε;». Και πήγαινα εγώ μετά και τον έλεγα: «Κύριε διοικητά, τους είδα. Να προσέξουμε τον τάδε, τον τάδε, τον τάδε και τον τάδε, αν δεν σας τα πει». Πολλές φορές δεν του τα λέγανε. Ίσως ντρέπονταν; Ίσως θέλαν να το κρύψουν; Το λέγαν σε μένα, επειδή βλέπαν απέναντί μου έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να τους βοηθήσει; Εμένα έρχονταν στρατιώτες από άλλες πυροβολαρχίες, από άλλους λόχους, παραδείγματος χάρη, να το πούμε έτσι, και ερχόντουσαν και με παρακαλούσανε: «Κύριε Ζερζελίδη, πάρε με σε εσάς!». «Πώς θα σε πάρω;» τον έλεγα. «Όχι, πάρτε με εσείς. Εσείς τους καταλαβαίνετε όλους!». Λοιπόν, όταν είχε στρατιώτης ένα πρόβλημα, το πρόβλημα ήταν και δικό μου, και αν δεν μπορούσα να το λύσω, Ανδρονίκη, τουλάχιστον προσπαθούσα να το απαλύνω. Καταλάβαινα πότε ο στρατιώτης έχει χρήματα και πότε δεν έχει, διότι έβλεπες έκανα εκπαίδευση, έτσι; Ή έπαιρνα αναφορά, μιλούσαμε, κάναμε, ράναμε και έβλεπα, ας το πούμε, πήγαινε ο Γιωργάκης ο Παπαδόπουλος. Κατ' αρχήν τους ήξερα όλους με τα μικρά τους τα ονόματα. Ήξερα από ποιο χωριό είναι. Ήξερα τα πάντα. Είχα τέτοιο μνημονικό. Και τον έβλεπα ότι: «Δώσε, ρε Παπαδόπουλε, ένα...», Παπαχαραλάμπους, ας το πούμε, «ένα τσιγάρο». Άρα αυτός μπορεί να μην έχει τσιγάρα. Τον φώναζα μετά. Εγώ κάπνιζα τότε. «Έλα εδώ, Παπαχαραλάμπους! Πάρε, αγόρι μου, αυτό. Πήγαινε φέρε μου ένα πακέτο τσιγάρα. Πάρε και για σένα ένα». «Όχι, κύριε διοικητά, όχι, κύριε λοχαγέ!». «Πάρε και εσύ για σένα ένα!». Τον βοηθούσα. Τους έλεγα και το εξής: «Όταν δεν έχει κάποιος λεφτά να πάρει το καράβι και τα λοιπά για να πάει με άδεια, αν δεν έχει έρθει η επιταγή, να 'ρθεις σε μένα, να το δώσω».  Ερχόντουσαν, τους έδινα. Δόξα τω Θεώ, ένα χιλιάρικο, Ανδρονίκη, γιατί τα εισιτήρια τα στρατιωτικά ήταν και μισοτιμής. Είχα να του δώσω. Του το έδινα. Πολλές φορές δεν μου το έφερνε. Δεν τον έλεγα ποτέ: «Δώσ’ το μου!». Μου έτυχε στρατιώτης, πρόσεξε τώρα για να δεις πώς είναι η τύχη, μου έτυχε στρατιώτης τον οποίο τον είχα δανείσει 10.000 δραχμές, απολύθηκε και μου έρχεται και μου λέει: «Κύριε λοχαγέ, έχεις 10 χιλιάρικα να μου δώσεις για να πάω σπίτι;». «Έχω» του λέω. Και έβγαλα και τον έδωσα 10 χιλιάρικα. Δεν μου τα έφερε όταν απολύθηκε. Δεν τον είπα: «Δώσε μου τα 10 χιλιάρικα». Ειλικρινά σου μιλάω, δεν τον είπα. Μπορεί να ήταν ένα ποσό καλό τα 10 χιλιάρικα. Τα 10 χιλιάρικα είναι 30€ σήμερα, έτσι; Είχαν έρθει τα ευρώ. Εγώ του τα έδωσα 10 χιλιάρικα και είχαν έρθει τα ευρώ. Και τον πετυχαίνω μία μέρα. Πήγα από δω, από το Κιλκίς, διά μέσου της Ξηρόβρυσης, στο Χέρσο, που πήγαινα, που είχα κάποια δουλειά, διότι είναι η κυρία Συμέλα από εκεί. Και στον δρόμο βλέπω ένα μηχάνημα, ένα σκαπτικό εργάζεται στον δρόμο της Πλαγιάς, κάτι φτιάχνανε. Και πήγαινα σιγά, επειδή όταν βλέπω μηχανήματα εγώ, πηγαίνω σιγά. Και τον κοιτάω και λέω: «Αυτός είναι ο τάδε!» και σταματάω. Δεν θυμάμαι τώρα το επίθετό του και του λέω: «Κατέβα κάτω, ρε!». Μου λέει: «Κύριε Ζερζελίδη, τι κάνετε;». Λέω: «Καλά. Πού είσαι, ρε;». Μου λέει: «Πού θα σας δω;». Του λέω: «Πάω στο Χέρσο» του λέω. «Έχουμε δουλειά καμιά ώρα». «Σε μια ώρα -μου λέει- στην καφετέρια, να πιούμε έναν καφέ». Έρχεται στην καφετέρια, πίνουμε έναν καφέ, λέει: «Να πιούμε και ένα ουζάκι;». «Nα πιούμε!». Πίνουμε και ουζάκι, «Κύριε Ζερζελίδη, να σας δώσω και τα 10 χιλιάρικα που σας χρωστάω». [02:10:00]Λέω: «Πλήρωσες τους καφέδες, πλήρωσες και τα ούζα, φτάνει! Δεν με χρωστάς τίποτα!». Δηλαδή που λένε αυτό... δεν. Βοήθησα, έκανα. Δεν θέλω να περιαυτολογώ. Ήξερα τα προβλήματα των στρατιωτών, βοηθούσα όπως μπορούσα. Έπαιρνα και τηλέφωνο στη μάνα τους, στον πατέρα τους: «Ξέρετε, το παιδί αντιμετωπίζει αυτό το πρόβλημα». Είχα τα τηλέφωνά τους, ολωνών! Ολωνών! Ή του σπιτιού ή το κινητό, εφόσον υπήρχε κινητό, και τους έλεγα: «Ο Γιώργος έχει πρόβλημα! Στείλτε κάνα φράγκο!». Επενέβαινα και σε αυτό, και καλά έκανα. Γι' αυτό οι στρατιώτες όμως με αγαπούσαν και δεν μου χαλούσαν και χατίρι.  Έχω πάρα πολλές περιπτώσεις στις οποίες με βοήθησαν και βγήκα ασπροπρόσωπος και στη διοίκηση, διότι εγώ, θα κάναμε επιθεώρηση, για να φανταστείς, στη Χίο, που εγώ τα παιδιά μου ήτανε σε μία ηλικία, καλοκαίρι, που έπρεπε να τα πάω και στη θάλασσα, να κάνουνε μπάνιο. Το μεσημέρι με περιμέναν πίσω από την πόρτα, η Έλενα και ο Λευτέρης. Και πολλές φορές δεν πήγαινα και με περιμέναν και μου λέγανε: «Γιατί, ρε μπαμπά;». Αλλά ευτυχώς υπήρχε και μία γυναίκα, μία δικαστικός, που τους πήρε κάνα δύο φορές και τους πήγε, και την Έλενα και τον Λευτεράκο. Γιατί; Γιατί είχα δουλειές. Όμως έφτιαχνα το εξής πρόγραμμα. Εγώ ποτέ δεν έμενα το μεσημέρι για ψύλλου πήδημα ή επειδή δεν προλάβαινα. Ρύθμιζα έτσι τις δουλειές μου και προλάβαινα. Έλεγα, κατ' αρχήν είχα εμπιστοσύνη και στους υφισταμένους μου. Τους ενέπνευσα αυτό που έπρεπε να κάνουνε. Δηλαδή κάνουμε αυτή τη δουλειά με τους στρατιώτες, απαιτούσα να τους φέρονται όμορφα. Αν έβλεπα κάποιον να φωνάζει τον στρατιώτη ή να βρίσει, τον καλούσα στο γραφείο και έπαιρνε την παρατήρησή του όπως έπρεπε να την πάρει και τον έλεγα: «Σε επαναφέρω στην τάξη!». Τους καλούσα, τους έδινα οδηγίες και τους έλεγα: «Εσύ θα κάνεις αυτό, εσύ θα κάνεις εκείνο».   Ένα παράδειγμα θα πω μόνο και να κλείσουμε αυτό, ότι θα είχαμε επιθεώρηση. Οι άλλοι οι συνάδελφοι οι διοικητές νύχτα μέρα μέσα. Εγώ μεσημέρι έφευγα. Έφευγα! Το πολύ πολύ να έφευγα 15:00, 16:00, 17:00 η ώρα. Ο ήλιος ντάλα όμως, εκεί πέρα πάνω. Πήγαινα έπαιρνα τα παιδιά και πήγαινα στη θάλασσα. Κάναμε μπάνιο. Αυτοί ήταν μέσα συνέχεια. Εγώ όμως έκανα το εξής. Είχα εκεί τους υπαξιωματικούς, φώναζα, θυμάμαι, τον Κάπτη τον Παντελή: «Παντελή, ντύσε έναν στρατιώτη να τον δω πώς θα είναι στην επιθεώρηση». Ερχότανε με έναν στρατιώτη ντυμένο, με τις εξαρτύσεις, το σακίδιο, το κράνος, το όπλο, σιδερωμένος, γυαλισμένος και τα λοιπά. «Παντελή, όχι έτσι το κορδόνι, έτσι! Παντελή, όχι έτσι αυτός ο ιμάντας, έτσι! Το κράνος έτσι! Το δίχτυ έτσι! Το σακίδιο έτσι! Πήγαινε, διόρθωσέ τα και ξαναφέρ' τον μου». Ερχόταν. Τη δεύτερη, τρίτη φορά ήταν τέλειος. «Τον είδες, Παντελή; Δείγμα αυτός. Βγάλτε την εξάρτυση, κρεμάστε την εκεί, πώς θα είναι το κράνος, και φτιάξτε τους όλους». Αυτή ήταν η αποστολή του. «Έλα εδώ εσύ, στέλεχος άλλο. Εσύ θα φτιάξεις, φτιάξε μου ένα αυτοκίνητο πώς θα είναι στην επιθεώρηση». Πηγαίναμε μαζί, τον έλεγα τι πρέπει να προσέξει. Δόξα τω Θεώ, η εμπειρία υπήρχε, γιατί είχα και αρκετά χρόνια υπηρεσίας και ήξερα, και επειδή πέρασα από όλα τα πόστα σε κάθε μονάδα, ήξερα το τι θα αντιμετωπίσω. «Φτιάξε το αυτοκίνητο!». Το έφτιαχνε, το έκανε, το έρανε, το φτιάχναν. Το αποτέλεσμα ήταν εγώ έπαιρνα άριστα. Γιατί; Γιατί περνούσα αυτό που έπρεπε να περάσω στους υφισταμένους και τους πιο παρακάτω, με την ησυχία τους. Εγώ όμως άρχιζα εγκαίρως. Δεν τα άφηνα τελευταία στιγμή. Έτσι λειτουργούσα και οι στρατιώτες με έβγαζαν ασπροπρόσωπο και κοιτούσα να τους ανταμείψω. Και πάντα απαιτούσα, δηλαδή απαιτούσα... Έκανα πρόταση στον διοικητή, έβγαινε στην αναφορά και έλεγα: «Πέντε μέρες κανονική» και έλεγα τον κύριο διοικητή: «Κύριε διοικητά, προτείνεται και για μένα για άλλες τρεις μέρες να πάρει ο στρατιώτης, διότι έκανε αυτό το πράγμα». Και έλεγε ο διοικητής: «Ναι». Δεν τον έβγαζε όμως για ψύλλου πήδημα για τιμητική. 

Α.Κ.:

Κατάλαβα. Ποιες ήταν οι αναμνήσεις από την αμερικανική βάση, εδώ στα στρατόπεδα τα δικά μας στο Κιλκίς; 

Θ.Ζ.:

Κοίταξε. Η μοίρα πυραύλων η ελληνική ήτανε μία κλάση πιο πάνω από τις υπόλοιπες μονάδες του πυροβολικού, διότι υπηρετούσαμε μαζί με έναν ξένο στρατό, έτσι; Μαζί με τους Αμερικανούς. Κάναμε συνεκπαίδευση μαζί, άρα έπρεπε να τους πλησιάσουμε σε κάποιο επίπεδο. Τους πλησιάζαμε. Πολλές φορές τους ξεπερνούσαμε. Οι Αμερικανοί είναι ένας στρατός, ο αμερικανικός στρατός είναι ένας στρατός ο οποίος είναι τέλειος. Έχει ανεξάντλητα εφόδια, έχει πολεμική μηχανή, ας το πούμε, σύγχρονη, πόλεμος των άστρων μέχρι και ό,τι μπορεί να φανταστεί το μυαλό σου. Ανεξάντλητο πολεμικό υλικό, όπως ήτανε και τότε. Έβλεπες αυτοί είχανε Μ16 εκείνη την εποχή και εμείς είχαμε το G3Α3, το οποίο όχι ότι ήτανε κανένα όπλο, ας το πούμε, αυτό, ήταν όπλο σύγχρονο. Υστερούσε όμως σε κάποια θέματα, στον ρουχισμό, στην υπόδηση και τα λοιπά. Αυτοί ήτανε μια κλάση πιο πάνω από μας. Στον εφοδιασμό, τι σου είπα προηγουμένως, ανεξάντλητα εφόδια. Όμως οι ίδιοι σε συζητήσεις που έκανα εγώ μαζί τους, διότι μιλούσα Αγγλικά μαζί τους και όταν έκανα συνεκπαίδευση εγώ δεν χρειαζόμουνα διερμηνεία. Σε ελάχιστες περιπτώσεις χρειαζόμουν διερμηνέα. Διότι με επέλεξαν οι Αμερικανοί. Τώρα αυτό ίσως είναι λίγο τέτοιο, λίγο περίεργο, αλλά θα το πω. Το γνώριζαν εξάλλου. Οι Αμερικανοί με επέλεξαν λόγω του ότι μιλούσα και καλά Αγγλικά και με είχανε δει στην εκπαίδευση, αλλά με πρότεινε και ο διοικητής μου, σε συνεργασία μαζί του, και εγώ έκανα την ειδική εκπαίδευση που απαιτούσαν αυτοί, να ρίξουν ένα ειδικό βλήμα, να μην πω τι, ειδικό βλήμα. Εγώ ήμουνα αυτός ο διοικητής του στοιχείου βολής αυτουνού του στοιχείου, που θα έριχνα αυτό το ειδικό το βλήμα. Και απαιτούσε ειδικές εργασίες και ειδική εκπαίδευση, την οποία την πέρασα. Την πέρασα επιτυχώς, μου μάθανε και τα μυστικά αυτοί, και όταν ήρθε η ώρα να περάσουμε τη μεγάλη επιθεώρηση, ήρθε μία λοχαγός από την Αμερική, από την Αμερική ήρθε εδώ στο στρατηγείο της Νάπολης, και από κει ήρθαν με το αεροπλάνο, με ένα C130, στη Θεσσαλονίκη. Και ήρθε για να επιθεωρήσει μόνο εμένα και έναν άλλον και κάποιους άλλους στον Λαγκαδά. Στον Λαγκαδά και στη Δράμα. Τρία τέσσερα στοιχεία ήταν αυτά. Εμείς όμως, αυτή η μονάδα εδώ του Κιλκίς ήτανε η μεγαλύτερη, ας το πούμε, σε βαρύτητα. Πιο σοβαρή σε βαρύτητα θεωρούσαν αυτή τη μοίρα, την 194 biz, όπως λεγότανε, μοίρα πυραύλων Honest John.  Ο έλεγχος τόσο των στρατιωτών όσο και των αξιωματικών που θα υπηρετούσαν σε αυτή τη μονάδα ήτανε εμπεριστατωμένος. Δεν πήγαινε ούτε ταραχοποιό στοιχείο εδώ ούτε τίποτα. Έπρεπε να είναι άτομο, ας το πούμε, να ξέρουν ποιος είναι, τόσο ο ελληνικός στρατός, γιατί θα εκτίθονταν απέναντι στους Αμερικανούς. Εγώ, λοιπόν, ήρθε αυτή η λοχαγός, με κοίταξε έτσι και μου λέει: "Are you ready, Sergeant Major?". Μου λέει: «Είσαι έτοιμος, αρχιλοχία;». Αρχιλοχίας ήμουν, διοικητής του στοιχείου. Λέω: «Είμαι έτοιμος». Ανεβήκαμε πάνω στον εκτοξευτή, με έκανε κάποιες ερωτήσεις: «Αυτό, εκείνο. Τι είναι αυτό; Τι είναι εκείνο; Τι είναι το άλλο;». Ήταν καμιά δεκαριά ερωτήσεις. Με έκανε μία ερώτηση δύσκολη, την οποία νόμιζε ότι εγώ δεν θα την ήξερα, αλλά οι Αμερικανοί έχουν το εξής παραδεκτό και το έχουμε και εμείς σήμερα, διότι άμα δεν θυμάσαι κάτι, μπορείς να ανοίξεις τον κανονισμό και να το θυμηθείς. Και μου είπε: "See the rule, the regulation". «Δες τον κανόνα!». Rule, κανόνας. Regulation, ο κανονισμός. Και της είπα: «Δεν τον χρειάζομαι» και απάντησα. [02:20:00]Και μου είπε: "Εxcellent!" εκεί. Από την ώρα που πήρα το excellent εκεί πέρα πάνω, πλέον δεν μπορούσα να πάρω εγώ κάτω από το άριστα. Και μου λέει μετά την τελευταία ερώτηση και με κατέβασε κάτω και πέσαμε κάτω από το αυτοκίνητο, για να δει αν υπάρχουν διαρροές στο αυτοκίνητο, μήπως κατά λάθος κατά την εκτόξευση του πυραύλου, πάρει φωτιά το αυτοκίνητο, εξαιτίας των διαρροών, αν είχε από λάδια ή από βενζίνες. Υπήρχε μία μικρή διαρροή, που λες, Ανδρονίκη, στη ρόδα, ένα δάκρυ, ένα μικρό δάκρυ, και μου λέει: «Εδώ έχεις mines», διαρροή, διαρροές. Λοιπόν, τόσο σκληρή, τόσο αυστηρή, αυστηρός ο έλεγχος. Και της είπα: «Δεν μπορούσα να κάνω εγώ κάτι. Εμφανίστηκε τώρα, κατά την κίνηση». Βγήκαμε έξω και μου είπε: «Θα σε έβαζα 99%. Θα σου βάλω 98%, για εκείνο εκεί, 98%». Έπρεπε να δεις, Ανδρονίκη, τους Αμερικανούς όταν φώναξε: "Nineteen eight per cent hundred!" όπως το είπε, πώς πετάξαν τα κράνη και τα τέτοια από τη χαρά τους! Ο δε λοχαγός τους πέταξε το τέτοιο, διότι περνούσαν αξιολόγηση και αυτοί, διότι αυτό το κομμάτι ήταν δικό τους. Το ειδικό το βλήμα το είχαν αυτοί. Και ο διοικητής μου χάρηκε και εγώ χάρηκα βέβαια. Και μετά οι Αμερικανοί, ξέρεις, με είχανε "Sergeant Major και Sergeant Major" και όλο χαρά και όλο να με κεράσουν, να με κάνουν. Μου δώσαν άδεια να πηγαίνω στο PX. Δεν μπορούσες να πας στο PX των Αμερικανών που είχε τα αφορολόγητα. Εμένα μου έδωσαν την άδεια να πηγαίνω, να παίρνω κάτι, να παίρνω κανένα πατατάκι. Πήρα και κάναν αναπτήρα zippo, πήρα και έναν δίσκο των AC/DC, τον οποίο κάπου τον έχω, γυαλιά ηλίου American Optical. Βέβαια! Πήρα φόρμα στρατιωτική αμερικάνικη, τζάκετ αμερικάνικο. Ναι, ναι, μου επέτρεψαν και με όλη τους τη χαρά. Και πήγαινα και στο μπαρ τους να πίνω και κανένα ποτό, από καμιά φορά, μετά το πέρας της υπηρεσίας. Το χαίρονταν ιδιαίτερα. Σου είπα δεν είχα πρόβλημα συνεννόησης. Κάναμε αστεία μαζί και βγαίναμε και έξω και μάλιστα με καλέσανε, όταν ήμουν κι ελεύθερος, με καλέσανε και σε πάρτι που κάνανε πάνω εκεί και κάναν τρελές. Οι Αμερικανοί, ξέρεις, όταν κάνουν πάρτι, ιδίως οι στρατιωτικοί, κάνουν τρέλες. Όταν σου λέω τρέλες, τρέλες! Ξέρεις ποιες είναι οι τρέλες των Αμερικανών; Κατεβάζουν τα παντελόνια τους και δείχνουν τα οπίσθιά τους. Να το πούμε έτσι, ακατάλληλο διά ανηλίκους έτσι. 

Α.Κ.:

Πολύ όμορφα. Πριν κλείσουμε, ήθελα να σας ρωτήσω πώς ήταν ο τελευταίος καιρός με την αποστράτευση και ποια ήταν τα συναισθήματά σας που πλησίαζε το τέλος; 

Θ.Ζ.:

Τώρα θα πω κάτι. Η κυρία Συμέλα το ξέρει, διότι εγώ αποστρατεύτηκα, Ανδρονίκη. Θα ήθελα να μείνω παραπάνω, διότι αν έμενα θα γινόμουν και συνταγματάρχης. Έτσι πιστεύω. Δηλαδή θα μου απονέμανε και τον βαθμό του συνταγματάρχη, αλλά όμως έφυγα. Θα μου πεις: «Αυτό που λέτε είναι εγωιστικό, κύριε Θωμά». Έφυγα, γιατί όταν είδα τις περικοπές που γινόντουσαν, και εγώ ήδη ήμουνα στην κάθοδο και έφτανα στο τέρμα, έφαγα μία καλή μείωση στον μισθό μου. Και ενώ είχα προγραμματίσει να μη φύγω, έτσι να φύγω μετά από έναν χρόνο, αναγκάστηκα και υπέβαλα αίτηση αποστρατείας, για να προλάβω να πάρω το εφάπαξ μου, το πήρα μετά από τρεις μήνες, και να πάρω και τη σύνταξη. Βέβαια μία φορά πήρα σύνταξη, έτσι κουτσουρεμένη μεν, αλλά καλή. Και μετά ήτανε κουτσουρεμένη λόγω των μέτρων. Δεν ήτανε μόνο σε μένα. Ήταν για όλους τους συναδέλφους και όλους τους υπόλοιπους δημοσίους υπαλλήλους. Γι' αυτό έφυγα. Δεν θα έφευγα.    Στεναχωρέθηκα που έφυγα. Ιδίως εδώ που ήμουνα στη μονάδα, θα γινόμουν και διοικητής. Άσχετα αν ήμουν ελαφράς υπηρεσίας. Αν δήλωνα ότι θέλω να γίνω διοικητής, θα με κάναν και διοικητή. Μπορεί να μη με κάναν κιόλας, να ήμουνα υποδιοικητής όμως. Δεν με πείραζε καθόλου. Και θα πρόσφερα ακόμα αυτές τις γνώσεις τις οποίες απέκτησα, διότι εγώ δεν κράτησα τίποτα για τον εαυτό μου. Τα έλεγα και στους συναδέλφους μου. Τις μεταλαμπάδευσα τις γνώσεις μου, και είχα γνώσεις και έχω γνώσεις ακόμα. Και δεν είναι εγωιστικό αυτό που το λέω. Το λέω μετά επιτάσεως, που λένε, με πλήρη συναίσθηση των λεγομένων μου. Είναι αλήθεια αυτά που λέω και δεν έχω τίποτα να κρύψω, και εξάλλου έχω και συναδέλφους να τα πιστοποιήσουν και να δώσω και τα ονόματά τους και τα λοιπά και τα λοιπά, για να πούνε ποιος ήμουν. Διότι όταν είχα και θέση, ας το πούμε, ευθύνης, όταν ερχόταν ο συνάδελφος, ο οποίος μπορεί να ήταν και ομοιόβαθμός μου ή μπορεί να ήταν και κατώτερός μου, και με ρωτούσε: «Θωμά, τι θα κάνουμε σε αυτό;». Αν δεν το γνώριζα, τον έλεγα: «Δεν το γνωρίζω. Θα το ψάξω και θα σου απαντήσω». Το έψαχνα και τον απαντούσα. Και αν δεν μπορούσα να το βρω, έπαιρνα τηλέφωνο στο προϊστάμενο κλιμάκιο: «Γνωρίζετε αυτό να με απαντήσετε; Να με βοηθήσετε;». Και αν δεν μπορούσε και αυτός, έφτανα μέχρι το επιτελείο. Γινόμουνα ενοχλητικός, τσιμπούρι, και έτσι πρέπει να είμαστε. Κατάλαβες; Τώρα για τα συναισθήματα; Στεναχωρέθηκα. Σηκωνόμουν το πρωί και πήγαινα ξυριζόμουνα. Όχι μόνο αυτό.

Α.Κ.:

Ήταν και η ερώτησή μου η αμέσως επόμενη.  

Θ.Ζ.:

Όχι μόνο αυτό. Και έναν χρόνο μετά αφότου αποστρατεύτηκα, σηκώθηκα ένα πρωί και φόρεσα τη στρατιωτική μου φόρμα, ξυρίστηκα, φόρεσα και με κοιτάει η κυρία Συμέλα και μου λέει: «Πού πας;». Λέω: «Πάω στη δουλειά». «Άντε, άντε! Έχεις έναν χρόνο που έφυγες από τη δουλειά». Ναι, ακόμα και σήμερα, Ανδρονίκη, αν μου πεις: «Κύριε Θωμά, πας στον στρατό;». Λέω: «Ναι, μπορώ να πάω ακόμα για ένα δύο χρόνια, επειδή αντέχουν τα κότσια μου». 

Α.Κ.:

Άρα μετά από έναν χρόνο αρχίσατε να αποδεσμεύεστε από τις συνήθειες του στρατού, ας το πούμε, περίπου; 

Θ.Ζ.:

Όχι. Ακόμα βλέπω όνειρα ότι είμαι στον στρατό, ότι συζητάω με τον τάδε συνάδελφο τι θα κάνουμε σε κάθε περίπτωση και τα λοιπά. Κοίταξε, Ανδρονίκη, όταν, κορίτσι μου, ζεις μέσα σε ένα περιβάλλον, το στρατιωτικό, και ασχολείσαι με μία δουλειά από το πρωί μέχρι το μεσημέρι και από το μεσημέρι μέχρι και το βράδυ, διότι δεν ήμουν από τα άτομα τα οποία κλειδώναμε και φεύγαμε και πηγαίναμε. Εγώ μπορεί να κλείδωνα εκεί, να άφηνα το πρόβλημα, αλλά όταν ερχόμουνα στο σπίτι, κοιτούσα και τα της οικογενείας μου, αλλά προγραμμάτιζα και το τι θα κάνω την επομένη. Και ιδίως ξέρεις πότε τα προγραμμάτιζα; Τα σκεφτόμουν τη νύχτα, και το πρωί, την ώρα που ξυριζόμουν, έλεγα: «Θα πάω μέσα» τα σημείωνα όμως και σε ένα χαρτί, «θα πάω μέσα και θα κάνω αυτό και θα κάνω εκείνο. Αυτό που το σκέφτηκα θα κάνω αυτό. Θα κάνω εκείνο, θα κάνω το άλλο. Πρέπει να απαντήσω έτσι. Πρέπει να κάνω αυτό». Έτσι πρέπει να λειτουργούμε. Και τη δουλειά μας, ό,τι δουλειά και να κάνεις, πρέπει να την αγαπάς και να αποδώσεις, γιατί άμα δεν το κάνεις αυτό, έχεις αποτύχει. Και αν μπορούσαμε να το κάνουμε όλοι μας εδώ σε αυτό το κράτος, βάζαμε από ένα πετραδάκι μικρό, σαν την Ελλάδα δεν θα υπήρχε. Όχι εγώ επειδή είμαι τέλειος. Δεν είπα ποτέ ότι είμαι τέλειος. Προσπαθούσα να είμαι καλός και να βάλω ένα πετραδάκι. Και προσπαθούσα να διδάξω και να γίνω πρότυπο μέχρι τον βαθμό που πρέπει να είμαι. Όλοι μας κάνουμε λάθη. Κανένας δεν είναι αλάνθαστος και κανένας δεν είναι αναμάρτητος. Μόνο ο Ιησούς Χριστός ήτανε. 

Α.Κ.:

Θα συμφωνήσω μαζί σας. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για σήμερα. Έχετε μήπως κάτι άλλο να προσθέσετε ή να πείτε; 

Θ.Ζ.:

Ανδρονίκη, κοίταξε, εκείνο που έχω να πω είναι για τους παππούδες μας. Αυτοί οι παππούδες μας ήρθανε εδώ στον τόπο μας. Είναι η πρώτη γενιά αυτή προσφύγων, γιατί η πρώτη γενιά ήταν και οι πατεράδες αυτωνών και οι ίδιοι. Δηλαδή, παραδείγματος χάρη, από τη γιαγιά μου την Ευρώπη ήρθε και η μάνα της. Η μάνα της ήταν η πρώτη γενιά και η δεύτερη ήταν αυτή, όμως όλοι αυτοί ονομάζονται πρώτη γενιά, διότι ήρθαν και εγκαταστάθηκαν εδώ. Αυτοί όλοι οι άνθρωποι υπέστησαν κακουχίες και ταλαιπωρία όσο δεν χωράει το μυαλό του ανθρώπου. Ο παππούς μου και η γιαγιά μου η Ευρώπη χάσανε ένα παιδί.   [02:30:00]Ήρθαν εδώ, δημιούργησαν από το μηδέν, πεινάσανε, δουλέψαν σκληρά, φτιάξανε εξαμελή οικογένεια. Το ίδιο και η γιαγιά μου και ο παππούς μου από την άλλη πλευρά, από την πλευρά της μάνας μου. Ο παππούς μου ο Χαράλαμπος ήτανε περίπου έναν χρόνο στα αμελέ ταμπουρού, αυτά τα τάγματα εργασίας των Τούρκων. Το αποτέλεσμα ήτανε έχασαν και αυτοί ένα παιδί. Η γιαγιά μου το είχε στην αγκαλιά. Ούτε γάλα είχε η κακομοίρα ούτε τίποτα. Ένας βοσκός τη λυπήθηκε, την έδωσε λίγο γάλα από την κατσίκα, με το χέρι της είχε εκεί και το έριχνε στο στοματάκι. Εκείνο το απόγευμα έκλεισε τα ματάκια του. Πέθανε, το έθαψε με τα χέρια της μέχρι τον βαθμό που μπορούσε να σκάψει και έβαλε από πάνω πέτρες, για να μην το βγάλουν τα τσακάλια και το φάνε, και οι λύκοι. Τώρα πόσες πέτρες έβαλε η κακομοίρα και το τι έκανε ουδείς γνωρίζει. Ήρθε εδώ στην Ελλάδα, ταλαίπωρη, μαζί με μία θεία της, την αδερφή του πατέρα της ή της μάνας της, εκεί στο χωριό επάνω, και ο παππούς ήρθε μετά από έξι μήνες και τη βρήκε και ξαναφτιάξανε οικογένεια, έξι αδέλφια. Από την πλευρά τώρα του πατέρα μου και της μάνας μου, είναι μία αδερφή και ένας αδελφός. Αυτοί είναι οι θείοι μου, που έχουνε μείνει από τα δύο τα σόγια. Βέβαια μεγάλοι σε ηλικία. Είναι 85 συν. Ο Θεός να τους έχει καλά, γιατί ακόμα συζητάμε με αυτούς τους ανθρώπους και μαθαίνω ακόμα. 

Α.Κ.:

Έτσι. 

Θ.Ζ.:

Και θέλω να μαθαίνω, και όλα αυτά τα οποία γνωρίζω κάποια στιγμή πρέπει να τα γράψω, γιατί δέχομαι και πιέσεις και από τα ξαδέρφια μου, γιατί είμαι αυτός που γνωρίζει την ιστορία από την οικογένεια, και από το ένα το σόι και από το άλλο. Να τα αποτυπώσω σε ένα χαρτί, και πρέπει να το κάνω, προτού μεγαλώσουμε παραπάνω και αρχίσουμε και ξεχνάμε. 

Α.Κ.:

Έτσι. Η οικογενειακή η μνήμη και η ιστορία είναι πολύ σημαντική. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για σήμερα. 

Θ.Ζ.:

Κι εγώ ευχαριστώ. 

Α.Κ.:

Nα είστε καλά. Καλή συνέχεια. 

Θ.Ζ.:

Ευχαριστώ.