© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
«Όταν έβγαινα από το σπίτι, δεν έβγαινα σαν εγώ, έβγαινα σαν Αλβανός»: Η ιστορία του Αρντίτ
Κωδικός Ιστορίας
26747
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Αρντίτ "Ψευδώνυμο" ()
Ημερομηνία Συνέντευξης
11/11/2023
Ερευνητής/τρια
Μαρία Γαϊγάνη (Μ.Γ.)
[00:00:00]
Ωραία, καλησπέρα.
Καλησπέρα.
Θα μου πεις το όνομά σου;
Ονομάζομαι Αρντίτ.
Ωραία, εγώ είμαι η Γαϊγάνη Μαρία, είμαι ερευνήτρια για το Istorima. Σήμερα είναι Κυριακή 12 Νοεμβρίου το 2023 και βρισκόμαστε με τον Αρντίτ στη Θεσσαλονίκη. Αρντίτ, θέλεις να μου πεις λίγα λόγια για σένα, να συστηθείς, να σε γνωρίσουμε κάπως καλύτερα;
Λοιπόν, είμαι... έχω γεννηθεί το ‘86, έχω... κατάγομαι από την Αλβανία. Έχω έρθει με την οικογένειά μου το ‘98, 12 χρονών. Είχαμε μείνει, θυμάμαι, δύο χρόνια περίπου στη Βέροια και μετά μετακομίσαμε στη Θεσσαλονίκη και από τότε ζήσαμε για ένα διάστημα όλοι μαζί με τους γονείς μου και τα δύο αδέρφια μου στη Θεσσαλονίκη. Μετά το… με την κρίση την οικονομική το 2008, οι γονείς μου επέστρεψαν στην Αλβανία, τα αδέρφια μου, η αδερφή μου συνέχισε να μένει Θεσσαλονίκη, ο αδερφός μου εγώ ακολουθήσαμε τους γονείς και επιστρέψαμε στην Αλβανία. Συγκεκριμένα το 2013, όπου διέμενα μέχρι, για πέντε χρόνια, μέχρι το 2018. Και μετά επέστρεψα στην Ελλάδα και από τότε ζω εδώ.
Ωραία. Αρντίτ, θέλεις να ξεκινήσουμε λίγο από την αρχή, να μιλήσουμε για τα παιδικά σου χρόνια στην Αλβανία, να μας πεις κάποια πράγματα για το πώς ήταν εκεί τα πράγματα, πώς... τι μνήμες έχεις;
Η πιο... η ανάμνηση που έχω η πιο παλιά, ας πούμε, είναι... πρέπει να ήμουν τεσσάρων, πέντε ετών, δεδομένου ότι έχω γεννηθεί το ‘86 και ο Κομμουνισμός έπεσε το ‘91, θυμάμαι, τέλος πάντων να παίζω στην αλάνα με τα παιδάκια και να περνάει, να περνάνε οι στρατιώτες, αλλά ήταν όλες γυναίκες. Ναι και είχαν την ενδυμασία τη στρατιωτική και είχαν και τα όπλα τους. Και ήταν, βρισκόταν και η μητέρα μου ανάμεσα σε αυτούς και οπότε έτρεξα να την αγκαλιάσω, θυμάμαι, ήταν η πιο παλιά μου ανάμνηση. Και πήγα να πιάσω το όπλο και δεν με άφησε. Οπότε τώρα το... το σκέφτομαι ότι δεδομένου ότι κάπου το ‘91 σταμάτησαν αυτά, οι στρατιωτικές ασκήσεις, υποχρεώσεις όλων των πολιτών. Πρέπει να ήταν πριν το ‘91, ήμουν πολύ μικρός. Αυτή είναι η πιο παλιά μου ανάμνηση. Έχω γεννηθεί στο Πρένιας, είναι μια μικρή πόλη που έχει μόνο ορυχεία και ένα χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα, δηλαδή όπου και να κοιτάξεις τριγύρω είναι κόκκινο το χρώμα. Εδώ όπου κοιτάζω κόκκινο χρώμα θυμάμαι κατευθείαν τη γενέτειρά μου. Είχε παντού ορυχεία και όλοι απασχολούνταν σε αυτά και οι γονείς μου το ίδιο. Είναι κρύα πόλη, έκανε πολύ κρύο και χιόνιζε συνέχεια. Εμείς μέναμε σε μια, σε ένα... μικρή διώροφη πολυκατοικία που είχε κάπου έξι–εφτά διαμερίσματα. Είχαμε κάποιους συγγενείς, από την πλευρά του πατέρα μου οι περισσότεροι ήταν εκεί, οι οποίοι όλοι, ο παππούς μου δηλαδή, ο πατέρας του πατέρα μου, είχαν έρθει πριν χρόνια από την Κορυτσά, από εκεί που κατάγεται δηλαδή το σόι του πατέρα μου είναι από την Κορυτσά. Είχαν έρθει εκεί, τους είχε φέρει, συγκεκριμένα, ο Χότζα για να ασχοληθούν με τα ορυχεία επειδή απαιτούνταν, χρειαζόταν άτομα. Ο πατέρας μου, συγκεκριμένα, είχε φτάσει 4 ετών εκεί, από ό,τι μου έχει πει. Θυμάμαι, από τις πιο... πρώτες, από τις πρώτες αναμνήσεις, από τις πιο παλιές που έχω είναι... όταν έκανε πολύ κρύο, θυμάμαι, ότι μας ήμασταν μέσα και οι τρεις και μας κλείδωναν οι γονείς μας, γιατί πολλές φορές δεν ταίριαζαν οι βάρδιές τους, οπότε χρειαζόταν να δουλέψουν και οι δύο ταυτόχρονα. Οπότε φοβόντουσαν να μας αφήσουν έξω τον χειμώνα και με κρύο και όταν νύχτωνε νωρίς, οπότε μας κλείδωναν μέσα και την κάποια ευθύνη την είχε ο αδερφός μου, που είναι εφτά χρόνια μεγαλύτερός μου και τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος από την αδερφή μου. Όση ευθύνη μπορούσε να αναλάβει ένα παιδάκι. Όμως αυτόν τον χειμώνα, συνήθως σε άλλες εποχές που νύχτωνε πιο αργά και έκανε καλό καιρό βγαίναμε κανονικά και παίζαμε μονίμως στις αλάνες με τα άλλα παιδιά, ήμασταν θυμάμαι πάντα να παίζουμε πάρα πολλά παιδιά μαζί. Παιχνίδια δεν είχαμε, δηλαδή δεν θυμάμαι να έχει κάποιος αγορασμένο παιχνίδι. Φτιάχναμε δικά μας όμως, αλλά και φτιάχναμε ανά περιοχή, ανά εποχή. Ανά εποχή είχαμε συγκεκριμένα παιχνίδια, ή ήταν στάνταρ, δηλαδή ανά δύο τρεις μήνες είχαμε, ή φτιάχναμε δικά μας αμαξάκια, οτιδήποτε, οτιδήποτε. Και ήταν και δημιουργικά, αλλά τα φτιάχναμε μόνοι μας.
Δηλαδή πώς το εννοείς ανά την εποχή ότι κάνατε και άλλο παιχνίδι–
Δεν ξέρω ποιος το είχε... πώς είχε ξεκινήσει όλο αυτό, αλλά δεν μπορούσες, ξέρω γω, την τάδε περίοδο να παίξεις με άλλο παιχνίδι, ήτανε σαν κώδικας, πολύ... παιδικό. Και τα φτιάχναμε μόνοι μας και κυρίως. Βεβαίως, τα μεγαλύτερα παιδιά πιο πολύ, αν και οι μικρότεροι. Και θυμάμαι, μάλλον όπως όλα τα παιδάκια, ήταν πολύ ευτυχισμένα χρόνια. Δηλαδή θυμάμαι να κρυώνω, να μην είναι έτοιμο το φαΐ και τα λοιπά, αλλά ήταν μεγάλη ευτυχία το να βρίσκεσαι με παιδιά που έχετε μεγαλώσει μαζί και μιλάτε την ίδια γλώσσα, παίζετε με τον ίδιο τρόπο. Ήταν πολύ ωραίο. Και θυμάμαι, επίσης, απ΄ τα, τις πιο παλιές αναμνήσεις, έφτασε μια μέρα που... ανακοινώθηκε κάπως δηλαδή, άρχιζαν να φωνάζουν οι γείτονες και τα λοιπά, ότι έπεσε ο Κομμουνισμός, ότι κάτι γίνεται, ένα σούσουρο, ένας σαματάς. Και βγαίνουν όλοι έξω από τα σπίτια, οι γείτονες και πάμε στα κοντινότερα κτίρια τα κυβερνητικά, δημόσιες υπηρεσίες και να βανδαλίζουν τα πάντα. Να κατεβάζουνε τις τεράστιες εικόνες του Χότζα, του δικτάτορα, του ηγέτη μάλλον, να τα κατεβάζουν κάτω με μανία, με μίσος, να ξηλώνουν πόρτες, παράθυρα, να σπάνε τζάμια, μία ανεξήγητη οργή προς τα κτίρια και αυτά. Και σε διάστημα μηνών τα κτίρια αυτά, τα... οι δημόσιες υπηρεσίες είχαν λεηλατηθεί και βανδαλιστεί, τελείως, δηλαδή έλειπαν κουφώματα, πόρτες, τα πάντα. Και ο κόσμος έπαιρνε υλικά για να χτίσει από αυτά, πέραν του μίσους και της οργής και της αντίδρασης. Άρα αυτά πρέπει να ήτανε περίπου όταν ήμουν έξι ετών, πρέπει να έγιναν όλα αυτά, το ‘90-’91. Και μετά από αυτά, θυμάμαι, ήταν μια περίοδος που σταμάτησαν απότομα όλα τα εργοστάσια, και τα ορυχεία τριγύρω, δηλαδή όλα. Όλα σταμάτησαν, δεν λειτουργούσε τίποτα. Ήταν φαντάσματα όλα και εμείς πλέον πηγαίναμε και παίζαμε μέσα σε αυτά. Θυμάμαι, έχω μπει σε ορυχείο αρκετά μέτρα κάτω απ’ τη γη στο σκοτάδι, πάνω στα βαγόνια, χαζά παιχνίδια. Και θυμάμαι τους γονείς μου που δεν είχανε, δεν παίρναν πλέον μισθό, δεν είχανε, δεν ερχόταν πια χρήματα στο σπίτι και πηγαίναμε, έπαιρναν, θυμάμαι, για ένα μεγάλο διάστημα μόνο τα πολύ βασικά τρόφιμα, δηλαδή ρύζι, μακαρόνια, λάδι, αυτά. Τα πολύ basic. Και ήταν αρκετά δύσκολα, θυμάμαι, θυμάμαι ότι... αλλά δεν παραπονιόμασταν, όχι ότι κατανοούσαμε, αλλά για κάποιον λόγο δεν παραπονιόμασταν, δεν γκρινιάζαμε. Παρ’ όλα αυτά, θυμάμαι ένα κλίμα πολύ... ένα κλίμα αλληλεγγύης και αλληλοϋποστήριξης μεταξύ των γειτόνων. Π.χ. όποιος είχε ανάγκη, όποιος έχτιζε κάτι, δηλαδή όποιος διεύρυνε το... την οικία του, όποιος έπαιρνε ξύλα για τον χειμώνα, πηγαίναμε βοηθούσαν όλοι. Όλα τα παιδάκια, όλοι οι γείτονες. Όποιος έχτιζε κάτι, ήταν στάνταρ ότι θα βοηθήσουν όλοι, χωρίς αντάλλαγμα προφανώς. Μετά όλοι βοηθούσαν τον επόμενο κτλ. Δηλαδή είχε διατηρηθεί ένα κλίμα έτσι, που ήταν πολύ θετικό. Στο σχολείο θυμάμαι ότι όταν ο κάθε μαθητής όταν έπρεπε να μιλήσει έπρεπε να σηκωθεί όρθιος στη θέση του. Να σηκώσει το χέρι του, να ζητήσει άδεια, αν μπορεί να μιλήσει και μετά να σηκωθεί όρθιος και να απαντήσει, όχι καθιστός, ούτε αραχτός, γιατί σου φώναζαν σε... ακόμα και σε τιμωρούσαν, δηλαδή είχαν μία βέργα οι καθηγητές που σου χτυπούσαν τα χέρια. Και υπήρχε... πολλές φορές σε σήκωνε, όταν σε σήκωναν στο μάθημα, έπρεπε να σηκωθείς στον πίνακα μπροστά σε όλη την τάξη που ήταν τέρμα άβολο, για μένα ήταν πάρα πολύ και για κάποιους, όχι για όλους όμως. Ήταν τέρμα άβολο. Έπρεπε να ξέρεις τον χάρτη απέξω να τον ζωγραφίσεις, να ξέρεις τα σύνορα, ξέρω γω, στο περίπου το σχήμα του... της χώρας. Εθνικά ποιήματα, πατριωτικά που, που ήταν κυρίως κομμουνιστικά και... Θυμάμαι, θυμάμαι μία μέρα να παρελαύνουν στη κεντρική, στον κεντρικό άξονα της πόλης, διάφορα οχήματα με πράσινο σκούρο–χακί, στρατιωτικό χρώμα, που δεν ήξερα τι είναι στρατός, από... με ξένες πινακίδες. Νομίζω, κυρίως, ιταλικές πρέπει να ήτανε. Πάρα πολλές τέτοιες όμως και φέρναν βοήθειες. Τρόφιμα, αλλά θυμάμαι, μου έχει μείνει, ότι τα πιο πολλά ήταν ληγμένα, μη πω όλα. Γιατί θυμάμαι ότι αυτοί που τα μοίραζαν στα κέντρα μας έλεγαν: «Αυτό με προσοχή. Αυτό όχι. Αυτό μη το ακουμπήσει κανείς». Ή ήταν κοντολήξιμα, ή ήταν ληγμένα, θυμάμαι, μου έχει μείνει χαρακτηριστικό αυτό[00:10:00], γιατί είχα δει πρώτη φορά τα τυράκια, τα τρίγωνα, τα «La vache qui rit» τα γαλλικά περίπου, παρόμοια αυτά και ήθελα τόσο να τα δοκιμάσω, λέω: «Τι είναι αυτά και τα λοιπά;», και δεν με άφησαν, γιατί ήταν ληγμένα. Πέρασαν κάποιες μέρες με.. με αυτά τα σκηνικά, με οχήματα να φέρνουν βοήθειες. Εμείς φυσικά, πηγαίναμε σαν παιδάκια χαζά που ήμασταν, σκαρφαλώναμε σε αυτά ή ζητούσαμε... ζητούσαμε κάτι να μας δώσουν και μας δίναν συνήθως τσίχλες οι οδηγοί οι Ιταλοί και τους ευχαριστούσαμε. Πιο πριν δεν ξέραμε τι είναι τσίχλα. Ξαφνικά και άρχισαν γενικά να φτάνουν στα χέρια μας προϊόντα, πράγματα που δεν τα είχαμε δει ποτέ. Αναπτήρα δεν είχαμε δει ποτέ, μόνο σπίρτα ξέραμε. Τσίχλα, αναπτήρας και άλλα... σοκολάτες, mars, sneakers και τέτοια, δεν τα είχαμε ξαναδεί. Τι άλλο... Θυμάμαι απ΄ τη τηλεόραση, ξεκινούσε πάντα με τη χαρακτηριστική εικόνα, έναν... μια σφαίρα με τις συχνότητες, ασπρόμαυρη και μετά να ξεκινάει να πιάνει σήμα και είχαμε μόνο το TVS, που είναι το κρατικό κανάλι, ειδήσεις και κάποιες εκπομπές είχανε. Και θυμάμαι ότι μετά την πτώση του Κομμουνισμού πιο πολύ, δεν πολύ θυμάμαι τι βλέπαμε, άρχισαν να εκπέμπουνε ταινίες, να προβάλλουν ταινίες Ιταλικές, όχι ιταλικές, χολιγουντιανές, αλλά μεταγλωττισμένες στα ιταλικά. Οπότε αρχίζαμε... τα ιταλικά να μπαίνουν στη καθημερινότητά μας. Ό,τι βλέπαμε, τον Σταλόνε, τον Ζαν Κλοντ Βαν Νταμ και όλους του γνωστούς ηθοποιούς ήτανε... μιλούσαν όλοι ιταλικά και κάποιες σειρές, όλα ξένα και στα ιταλικά. Ήταν σοκ για μας, γιατί είχαμε συνήθισε μόνο το... βλέπαμε πόλεις, μεγαλουπόλεις βλέπαμε σκηνικά που δεν τα είχαμε ξαναδεί ποτέ, και αναρωτιόμασταν αν ήταν φαντασίας ή αν υπάρχουν όντως. Θυμάμαι τον χειμώνα που είχαμε ξυλόσομπα, η μόνη πηγή θέρμανσης για μας, και εκεί μαγειρεύαμε κιόλας σε μία ξυλόσομπα και μαζευόμασταν όλοι γύρω από αυτό. Τραχανά τρώγαμε πολύ συχνά, το θυμάμαι. Θυμάμαι τον πατέρα μου, όποτε προλάβαινε και είχε λίγη ώρα όταν γυρνούσε από τις βάρδιές του να μας λέει παραμύθια, αλλά συνήθως αυτοσχεδίαζε, ήταν πολύ ωραίο. Που σε κάποια φάση, αν και μικρός, καταλάβαινα ότι το πήγαινε όπως ήθελε. Ή πρόσθετε ή αφαιρούσε πράγματα, αλλά ήταν ο μόνος τρόπος για να μας ηρεμήσει, είτε απ’ το κρύο, είτε απ’ το κλάμα, είτε απ’ τη πείνα, ξέρω γω. Ήταν πολύ... δημιουργικό εκ μέρους του. Θυμάμαι κάποιους καβγάδες, αλλά όχι πολύ έντονους, που είχαν οι γονείς, φωνές κυρίως. Και θυμάμαι είχα σπάσει μία φορά το χέρι μου, την πρώτη φορά, 7 χρονών πρέπει να ήμουν τότε, επειδή παίζαμε σε μία εγκαταλελειμμένη οικοδομή-εργοστάσιο. Θυμάμαι έφτασαν, είχαμε μαζευτεί σε αυτή την οικοδομή και παίζαμε με μια τράπουλα που είχε φτάσει στα χέρια μας, δεν ξέραμε καν τι είναι πιο πριν. Συνήθως ντόμινο παίζανε εκεί και λίγο σκάκι. Τι άλλο θυμάμαι από αυτή τη πόλη; Είχαμε πολύ ωραίες σχέσεις με τα παιδιά, φιλίες... ήταν πολύ ωραίο και είχαμε περιοχές που δεν φεύγαμε. Ήταν τα όρια της περιοχής που παίζαν ανάλογα την ηλικία, δηλαδή ο αδερφός μου ήταν ο μεγαλύτερος, δεν μας άφηνε να πάμε πιο έξω απ’ τη γειτονιά μας, ενώ αυτοί μπορούσαν, επειδή είναι πιο μεγάλοι. Και θυμάμαι ένα σκηνικό, που ήταν μια τεράστια δεξαμενή πολύ μεγάλη και ψηλή που εφοδίαζε ένα εργοστάσιο, είχε σκάλα από έξω και ο αδερφός μου κατάφερε με κάποιον τρόπο με έναν άλλον συνομήλικό του να σκαρφαλώσουν και να μπούνε μέσα, αλλά δεν ήξεραν κολύμπι και γλίστρησαν και ο αδερφός μου παραλίγο να πνιγεί. Και τυχαία τον είδε ένας εργάτης και τον έβγαλε και του έσωσε τη ζωή. Αυτό έχει μείνει. Εγώ θυμάμαι είχα πάθει σε κάποια φάση πνευμονία, αλλά επειδή δούλευαν και οι δύο, δεν ταίριαζαν οι βάρδιές τους, την πρώτη φορά με πήγαν αυτοί, αλλά για τρεις μήνες, δεν θυμάμαι, για αρκετό διάστημα πήγαινα κάθε μέρα μόνος μου και μου έκαναν μια ένεση, μία ένεση. Εντελώς μόνος, παιδάκι ήμουν. Αλλά θυμάμαι μου είχε πει η αδερφή μου ότι: «Αν κλείσεις τα αυτιά σου, δεν θα πονέσει». Και το θυμόμουν και το έκανα και λειτουργούσε. Ναι. Θυμάμαι, μετά την πτώση του Κομμουνισμού εννοείται, κάπου το ‘92 πρέπει να ήτανε, είχαν κάνει κάτι σαν διαγωνισμό ομορφιάς στο σχολείο, κάτι σαν καλλιστεία και η αδερφή μου είχε βγει πρώτη, γιατί ήτανε κοκκινομάλλα με φακίδες, η μόνη και ψηλή. Θυμάμαι ομαδικές δραστηριότητες στο σχολείο, θυμάμαι ότι ξεκινούσαμε πάντα με γυμναστική και με διατάσεις πάντα. Παίζαμε και μαλώναμε πολύ συχνά με όλα τα παιδιά, αλλά τα ξαναβρίσκαμε, δηλαδή ήταν πολύ χαρακτηριστικό, δηλαδή σύγκρουση υπήρχε και σε μικρή ηλικία, ανεξαρτήτου διαφορά ηλικίας. Σηκωνόμασταν και μαλώναμε κάθε μέρα. Τι άλλο θυμάμαι από εκεί...
Άλλα περιστατικά που σημάδεψαν, ας πούμε, την χώρα, αργότερα στα χρόνια, έχεις μνήμες από κάτι τέτοιο;
Όσο ήμουν στο Πρένιας, όσο ήμουν σε αυτή τη πόλη δεν θυμάμαι πολιτικού, πολιτικά και κοινωνικά δεν τα θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο προσωπικές αναμνήσεις. Κάπου το ‘95 χρειάστηκε να μετακομίσουμε επειδή αυτό, αυτή η πόλη δεν είχε καθόλου δουλειές πλέον και οι συγγενείς της μητέρας μου που βρίσκονται στο Λούσνιε, που είναι στη νότιο... νοτιοδυτική Αλβανία και είχαμε, όσο ζούσαμε στο Πρένιας είχαμε πάει μόνο δύο φορές εκεί, επειδή ήταν πολύ μακριά και το τρένο που υπήρχε, ο μόνος τρόπος με, το μόνο μέσο συγκοινωνίας έκανε πάρα πολλές ώρες, μου φαινόταν αιώνας δύο φορές που είχα πάει. Και μας προσκάλεσαν, μας πρόσφεραν μια... μας σύστησαν σε μια εναλλακτική, να πάμε να ζήσουμε εκεί. Χρειάστηκε να πουλήσουμε το σπίτι εκεί πέρα και θυμάμαι ότι απ’ το σπίτι αυτό πήραμε τα μισά λεφτά, τα άλλα μας υποσχέθηκαν ότι θα τα πάρουμε πιο μετά, δε τα πήραμε ποτέ και φτάνουμε, θυμάμαι στο σπίτι του παππού μου, στο Λούσνιε, ο οποίος έμενε σε μια γειτονιά λίγο έξω απ’ την πόλη. Θεωρείται γειτονιά της πόλης, αλλά είναι λίγο έξω και είναι λίγο πιο κοντά στη φύση, ας πούμε, είχε ελιές και τέτοια. Και ο κάθε κάτοικος έχει μια γη, έναν μπαχτσέ παραπάνω από τον... αυτόν που ζει στο κέντρο. Και είχαμε φτάσει και ο πατέρας μου, θυμάμαι, απ’ τη πρώτη μέρα είχε ανοίξει, είχε φέρει μπόλικα πράγματα από τον στρατό, γιατί είχε κάνει δύο χρόνια στρατό, τότε τόσο ήταν το υποχρεωτικό και είχε φέρει μια τεράστια στρατιωτική σκηνή, την είχε στήσει, τον βοηθήσαμε και εμείς και κοιμόταν εκεί και... εμείς κοιμόμασταν στον παππού και στον θείο μου τότε. Τους δύο θείους μου που μέναν δίπλα στον παππού μου. Ο πατέρας μου κοιμόταν μόνος εκεί και προσπαθούσε να βγάλει μια άκρη τι θα κάνει, πώς θα χτίσει το επόμενο σπίτι και τα λοιπά. Και θυμάμαι ότι ήρθαν μας βοήθησαν πάρα πολλά άτομα από τη γειτονιά του παππού μου για να χτίσουμε το σπίτι, που εμείς δεν τους γνωρίζαμε απλώς τον παππού ξέρανε, γείτονές του. Και χτίσαμε θεμέλια, θυμάμαι, με άσπρη πέτρα και λάσπη, γιατί δεν έβγαινε το κοστολόγιο, το κόστος να τα κάνουμε κανονικά με τσιμέντο, οπότε θεμέλια χτίσαμε με πέτρα και λάσπη, αλλά φαρδιά και γερά. Αλλά βρίσκαμε μετά από δυο τρεις μέρες, τα βρίσκαμε γκρεμισμένα. Δηλαδή ήταν μια κατάσταση που μας ταλαιπώρησε όλους για μήνα, ή μη πω δύο – τρεις μήνες. Εμείς χτίζαμε, κάποιος το βράδυ το γκρέμιζε. Τελικά βρήκαμε ποιος ήτανε και υπήρχε ένας, μια, ένας διαπληκτισμός με αυτόν τον άνθρωπο. Η ιστορία είναι η εξής, η γη αυτή, που εμείς μας άφησε ο παππούς την άδεια να χτίσουμε, ανήκε στον παππού μου, ο οποίος δούλευε 20 χρόνια στην... στις σιδηρογραμμές για να χτιστούν οι σιδηρογραμμές των τρένων και το κράτος ως αμοιβή του έδωσε αυτή τη γη, που ανήκε τότε στο κράτος. Τι γίνεται όμως; Πριν αναλάβει ο κομμουνισμός πριν το ‘49, ’49- ‘50, η γη αυτή ανήκε σε άλλον άνθρωπο, σε κάποιον άνθρωπο, στον γείτονα, σε έναν γείτονα του παππού μου και όποιος ήρθε το διεκδικήσει. Αυτό είναι ένα από τα πιο βασικά προβλήματα που έχει η Αλβανία ακόμα μέχρι και σήμερα, δηλαδή δεν βγαίνει άκρη το σε ποιο ανήκει σε ποιον. Τι ανήκει σε ποιον. Είναι πολύ δύσκολο κομμάτι. Οπότε αυτός είχε δίκιο, αλλά φυσικά κι εμείς είχαμε δίκιο, γιατί ο άλλος το πλήρωσε με πόσα χρόνια εργασίας. Οπότε η τελική λύση ήταν να του δώσουμε ένα τεράστιο ποσό από τα χρήματα του πρώτου σπιτιού, για να μας αφήσει ήσυχους. Και μας έδωσε το... τα χαρτιά της γης και μετά που συνεχίσαμε να χτίζουμε το σπίτι, μας βοήθησε όλη η γειτονιά, θυμάμαι χαρακτηριστικά. Το τελειώσαμε το μισό, στο δεύτερο μισό δεν χτίστηκε η ταράτσα, ήτανε μόνο τα τείχη τα τριγύρω και μπήκαμε μέσα. Πλέον είχαμε το δικό μας σπίτι. Εκεί όμως ξεκίνησε μια άλλη... ένα άλλο, ήταν υπήρχε ένα... ένα τελείως διαφορετικό σκηνικό[00:20:00] από την προηγούμενη πόλη. Κατ' αρχάς, μας φωνάζανε, μας αποκαλούσανε, μας αποκαλούσανε «Μαλόκ» που είναι... σημαίνει βουνίσιος στα αλβανικά, αλλά είναι για να σε μειώσει, είναι όρος προσβλητικός, γιατί στην Αλβανία γενικά έχουν χωριστεί οι νότιοι με τους βόρειους και έχουν μεγάλες κόντρες. Τους βόρειους τους θεωρούνε ξεροκέφαλους, χαζούς, επειδή ζουν στα βουνά και η διάλεκτο η διάλεκτος η δικιά τους η... των Γκεγκ, δεν πολύ προτιμάται στα Αλβανικά, κυρίως χρησιμοποιείται... Η σύγχρονη Αλβανία στηρίζεται στην διάλεκτο του νότου, οπότε οι νότιοι την έχουν δει κάπως, δεν ξέρω πώς να το περιγράψω ακριβώς. Οπότε με το που πήγαμε εκεί βρήκαμε μία αντιμετώπιση, μας αποκαλούσαν όλους «Μαλόκ» και ας ξέρουν ότι η μάνα μου είναι από άλλη περιοχή και βρήκαμε τεράστια, πολλές δυσκολίες. Και ο αδερφός μου που ήταν και σε μία ηλικία πιο μεγάλη από μένα, οι συνομήλικοί του, του κάνανε bullying συνέχεια και δεν μπορούσε να βρει... να κάνει φιλίες. Το ίδιο και εγώ που ήμουν, 9 χρονών έφτασα. 9-10 χρονών δεν μπορούσα κάνω φιλίες και μου κάνουνε bullying συνέχεια, με αυτό τον όρο, «Μαλόκ», και τα λοιπά. «Ήρθατε από εκεί». Μας τονίζανε τις διαφορές των δύο πόλεων, περιοχών ότι εκεί έχει μόνο βουνά, έχει μόνο πέτρα, ενώ αντίθετα το Λούσνιε είναι μία πεδιάδα μεγάλη, είναι πολύ πρόσφορη η γη και έχουνε, παίζει να είναι η μεγαλύτερη, η περιοχή που δεν δυσκολεύεται καθόλου σε καλλιέργειες φρούτων, λαχανικών δηλαδή είναι... Και δυσκολεύτηκα πάρα πολύ και δεν μπορούσα να καταλάβω και να... γιατί γίνεται όλο αυτό. Δηλαδή εκεί που ήμουν μια χαρά με άτομα που ξέρω κάθε μέρα και τα βρίσκαμε και γελούσαμε και κάναμε, ξαφνικά βρέθηκα σε ένα περιβάλλον στην ίδια χώρα που ήμουν ξένος. Δηλαδή... τρομερή τέτοια. Ευτυχώς το σχολείο ήταν λίγο καλύτερο. Και είχα μια όρεξη έτσι να μάθω και να κάνω, να μάθω νέα πράγματα και έβρισκα έτσι μια διαφυγή με το σχολείο, αλλά στη γειτονιά μου δεν μπορούσα να κάνω φιλίες, ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Και κύλησαν έτσι οι πρώτοι μήνες πάρα πολύ δύσκολα και μετά θυμάμαι να ακούω στο σαλόνι θείες μου να προτείνουν στη μάνα μου να πάει κάπου, να βάλει λεφτά και θα πάρει τα διπλάσια και τα τριπλάσια σε κάποιος μήνες, ένα τέτοιο σκηνικό. Και οι γονείς μου, εκτός το ότι δεν είχαν έξτρα λεφτά να τα βάλουν εκεί αλλά, φοβόντουσαν, ήτανε καχύποπτοι και τα λοιπά, αλλά κάποιοι, κάποιες θείες μου είχαν βάλει και είχαν πάρει λεφτά πίσω. Οπότε, σκεφτόταν να ξαναβάλουν και πολλά παραπάνω. Άλλος θείος μου σκέφτηκε να πουλήσει όλα τα έπιπλα του και να τα βάλει εκεί και να βγάλει πολλά παραπάνω. Οι γονείς μου ήταν καχύποπτοι. Θυμάμαι και οι γείτονες που το κάναν αυτό, αυτό το είδος τζόγου. Ενώ θυμήθηκα κάτι στην πρώτη πόλη στο Πρένιας, η μητέρα μου μαζί με γειτόνισσές της μαζευόντουσαν και είχαν βρει ένα κόλπο μεταξύ τους. Όταν ήθελε κάποια να πάρει κάτι, ένα έπιπλο ή οτιδήποτε που κόστιζε λίγο παραπάνω και δεν είχε τα λεφτά μαζευόντουσαν δέκα, ξέρω γω, γυναίκες και βάζαν όλες λεφτά για να πάρει η μία κάτι. Μετά όταν κάποια άλλη ήθελε κάτι, κάναν το ίδιο για την άλλη, αυτό ήταν πολύ... πολύ εύστοχο αυτό σαν ιδέα και σαν. Οπότε η μάνα μου είχε συνηθίσει σε αυτό, δεν ήθελε να βάλει λεφτά σε κάποιον ξένο που δεν ήξερε καν, απρόσωπο και... Τώρα για το Λούσνιε, θυμάμαι ότι όπως κάθε αλβανική πόλη είχε αρκετά εργοστάσια. Συγκεκριμένα το Λούσνιε είχε το... έκανε πλαστικά, δηλαδή πετροχημικά κυρίως. Είχε τα δικά της πλαστικά, αλλά γενικά ήταν κι αυτή μια πόλη σαν εγκαταλειμμένη, δηλαδή σαν πόλη φάντασμα, δηλαδή τεράστια κτίρια με σπασμένα τζάμια, ξηλωμένες πόρτες να λείπουν τούβλα, οικοδομικά υλικά έτοιμη, έτοιμα προς κατάρρευση. Και ο κόσμος οποιαδήποτε ώρα της ημέρας να τριγυρνάει πέρα δώθε, να κάνει κύκλους, να μην ξέρει τι να κάνει, απεγνωσμένος. Μεγάλοι, μικροί, μου έχει μείνει αυτό. Εμείς δεν είχαμε κανένα εισόδημα, ο πατέρας μου έκανε ό,τι δουλειά έβρισκε. Η μητέρα μου το ίδιο. Προσπαθούσε επειδή είχαμε κανα δύο στρέμματα γύρω από τη γη, προσπαθούσε να ασχοληθεί με τον μπαχτσέ μπας και βγάλει κάτι από εκεί, μετά πήραμε κάτι, κάποια οικόσιτα ζώα, κάτι κότες κάτι τέτοια, μπας και βγάλουμε κάτι από εκεί, γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Ο αδερφός μου έμπλεξε με κακές παρέες, ληστεύανε... Βλακείες ληστεύανε, αρπάζανε φρούτα λαχανικά από τους γείτονες, τα δίνανε στα μαγαζιά για να βγάλουν ένα χαρτζιλίκι. Η μητέρα μου ανησυχούσε πάρα πολύ για αυτό, μη πάρει άλλη τροπή και μην ασχοληθεί με πιο ωραία πράγματα. Ήταν και σε κρίσιμη ηλικία ο αδερφός μου, ήταν στην εφηβεία, εγώ ήμουν πιο παιδάκι. Θυμάμαι... τι άλλο ήθελα να πω. θυμάμαι ότι ανά... άρχισε πρώτη φορά, άρχισαν να ανοίγουν νέα κανάλια τηλεοπτικά. Άρχισε το κανάλι της πόλης το Λούσνιε και είχε, ήταν... και έβαζε 24 ώρες μόνο ταινίες. Μετά από κάποιους μήνες άρχισε να προβάλλει και εκπομπές δικές του με... παιδικές και μετά εφηβικές. Άρχισε λίγο να βλέπουμε κι άλλα πράγματα. Απ’ το κόσμο τριγύρω από άλλες χώρες δε θυμάμαι πολλά πράγματα, δεν θυμάμαι να προβάλλουν, να προβάλλονται πράγματα. Σίγουρα προβάλλονταν, αλλά δεν τα θυμάμαι εγώ. Μόνο κυρίως ταινίες μου έκαναν εντύπωση, είχα σκαλώσει.
Την... να σε ρωτήσω–
Ναι, φυσικά.
Την απόφαση που πήρατε για να έρθετε στην Ελλάδα, θυμάσαι πώς την πήρατε και πότε;
Λοιπόν. Θυμάμαι να... να μαθαίνω πράγματα για αυτές τις λεγόμενες τράπεζες. Ήταν... σαν τράπεζες τις βλέπαμε, ότι κάποιοι άρχισαν να... να μην παίρνουν τα λεφτά τους στον χρόνο που τους είχαν υποσχεθεί και να ανησυχούν και θυμάμαι μια ομιλία του Μπερίσα του τότε πρωθυπουργού, στο Λούσνιε, όπου κατέβηκε όλη η πόλη στην ομιλία αυτή. Και είχανε στις ταράτσες sniper οπλισμένους, που προστάτευαν τον Μπερίσα και με ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις και τελικά φυγαδεύτηκε. Ήμουν και εγώ, κατέβηκα. Τον... άφησε, στα μισά της ομιλίας τον μάζεψαν, γιατί ο κόσμος ήταν εξαγριωμένος και δεν ήταν καθόλου φιλικός και ήτανε επικριτικός και φώναζαν: «Τα λεφτά μας και τα λεφτά μας». Εγώ δεν καταλάβαινα τι ήταν για... Και θυμάμαι είχαν απαγάγει έναν υπουργό, τώρα υπουργός οικονομίας ήτανε... Και τον είχανε στο στάδιο του γηπέδου, στο στάδιο της πόλης, στο γήπεδο της πόλης μας, της ομάδας μας. Και δεν ζητούσαν χρήματα, τα αιτήματά τους ήταν να επιστραφεί, να επιστραφούν στον λαό το... τα ποσά που έπαιξε που... Μου ‘χει μείνει κι αυτό. Και μετά έμαθα και εγώ από άλλα παιδιά, ότι τελικά ήτανε οι Πυραμίδες και ότι αυτοί που είχαν τα σχήματα αυτά τα οικονομικά σηκώθηκαν και έφυγαν και ο κόσμος δεν πήρε λεφτά πίσω και πολλοί έκαναν το λάθος να πουλήσουν και σπίτια, ακίνητα, έπιπλα. Και είχε, υπήρχε πολλή απόγνωση και άκουγα πολλά σκηνικά στη γειτονιά γενικά. Και μετά θυμάμαι να, να βλέπω στις ειδήσεις στην τηλεόραση από κάθε πόλη της Αλβανίας πολύ άγριες, πολύ άγρια σκηνικά και... και είδα μέχρι και την πόλη μου και λέω: «Τι αυτά γίνονται κάτω;». Δηλαδή είδα παιδάκια πάνω σε τανκ στο Λούσνιε στην είσοδο της πόλης μου. Είδα στρατιωτικά οχήματα είδα... και μετά άκουγα φωνές στη γειτονιά και λέγανε όλοι: «Πάμε κάτω να πάρουμε όπλα», παιδάκια, πολύ μικρά παιδιά. Και ο πατέρας μου δε μας άφησε, έκλεισε το... την πόρτα και μας απείλησε, μας εκφόβισε να μην κατεβούμε στο κέντρο, αλλά έβλεπα από την τηλεόραση κυρίως, ότι πολλοί πήγανε και οπλίστηκαν και κυρίως παιδιά και μετά άκουγα σκηνικά στη γειτονιά που έλεγαν ότι: «Ο τάδε –για ένα μικρό παιδάκι– πήγε ένας μεγαλύτερος να του πάρει το όπλο και τον πυροβόλησε». Αντιδρούσανε μικροί προς μεγάλους και πυροβολούσανε σε κάθε ευκαιρία. Πολύ χαοτικό. Και θυμάμαι παιδάκια στη γειτονιά μας που είχαν όπλα κανονικά, χειροβομβίδες, έπαιζαν, τραβούσαν την σκανδάλη και την πετούσαν στην μπλούζα ενός του άλλου και ο άλλος ήξερε περίπου πόσα δευτερόλεπτα μπορεί να περιμένει, αλλά ρίσκαραν πολύ. Μετά άκουγα για ακρωτηριασμούς, για ατυχήματα, γιατί δεν είχαν γνώσεις, δεν είχαν πάει καν στρατό, ας πούμε, οι μικροί, κάτω των 18. Μετά θυμάμαι μια μέρα ότι πήγαμε οικογενειακώς και εμείς και όλη η γειτονιά προς τις μεγάλες αποθήκες του... με τα σιτηρά, να πάρουμε, για να κάνουμε αλεύρι, για να έχουμε την πρώτη ύλη, για να φτιάξουμε το ψωμί. Όχι, οπότε είχε μια τεράστια δεξαμενή μεταλλική πολύ μεγάλη, που είχε σιτάρι, τα αποθέματα της πόλης. Και πήγαμε όλοι εκεί, αλλά γινόταν χαμός δεν μπορούσες να μπεις. Ποδοπατήθηκε κόσμος. Και θυμάμαι μπροστά μπροστά ήτανε μια συμμορία οπλισμένοι με καλάσνικοφ, με δύο – τρία φορτηγά και έλεγαν, πυροβολούσαν στον αέρα και έλεγαν προς όλους τους υπόλοιπους ότι: «Θα πάρουμε εμείς πρώτα ό,τι θέλουμε και μετά εσείς. Μη πλησιάσει κανείς». Αλλά μέσα στο σπρώξιμο και σε αυτά[00:30:00], αυτοί, ο κόσμος δεν καταλάβαινε, ας πούμε, ή... πυροβολούσαν προς τα πάνω, αλλά πάνω η οροφή ήτανε, η δεξαμενή αυτή η τεράστια ήταν μεταλλική και εξοστρακίστηκαν κάποιες σφαίρες και έπεσαν στα κεφάλια ανθρώπων, ας πούμε. Θυμάμαι πέθανε κόσμος. Φόρτωσαν αυτοί ό,τι ήθελαν, μετά πήραμε και εμείς κάνα δυο τσουβάλια, δεν πήραμε παραπάνω γιατί δεν είχαμε και μέσο. Κάνα δύο τσουβάλια και φτιάχναμε το ψωμί μόνοι μας. Θυμάμαι η μάνα μου έκανε στον φούρνο, σε ξυλόσομπα, δικό μας ψωμί, το οποίο ήταν πάρα πολύ νόστιμο για κάποιο λόγο. Θυμάμαι μετά εγώ με την αδερφή μου πηγαίναμε στο... στα βουνά, φεύγαμε το πρωί, γυρνούσαμε βράδυ και μαζεύαμε ένα κίτρινο λουλούδι, δεν θυμάμαι την ονομασία του, το οποίο το χρειαζόντουσαν για κάποιο φάρμακο. Το οποίο ήταν συνήθως μες στα αγκάθια, μάτωναν τα χέρια μας και ήταν πάρα πολύ ελαφρύ, δεν είχε βάρος, δηλαδή γεμίζαμε ολόκληρο τσουβάλι και μας έλεγε ο άλλος: «Ένα κιλό». Ήταν πολύ άδικο. Και πηγαίναμε σ’ ένα σημείο και το πουλούσαμε αυτό και παίρναμε κάποιο εισόδημα και το φέρναμε στο σπίτι, εννοείται. Δεν το κάναμε χαρτζιλίκι, αδιανόητο. Ο αδερφός μου και αυτός μάζευε κάτι, δεν θυμάμαι τι μάζευε κάτι... ακόμα και βατράχια μάζευε θυμάμαι σε μια περίοδο και τα έδινε σε ένα εστιατόριο που μαγείρευε βατραχοπόδαρα, αλλά φυσικά από τα 50 που μάζευε, τα πέντε τα δεχόντουσαν, τα άλλα ήταν ότι να ναι, δεν ήταν αυτά που τρωγόντουσαν και οπότε δεν έπαιρνε πολλά λεφτά. Τι άλλο... φτάσαμε ακόμα και στο σημείο να μαζεύουμε, να ανακυκλώνουμε αλουμίνια. Πλέον αφού μπήκε ο καπιταλισμός και είχαμε παντού κόκα κόλες και Pepsi και τέτοια, μεταλλικά δοχεία. Δεν υπήρχε ανακύκλωση προφανώς και τα μαζεύαμε και τα πηγαίναμε σε κέντρο που έκαναν ανακύκλωση. Και αυτά δεν είχαν βάρος επίσης και δεν είχαν καθόλου λεφτά. Αυτά όλα το καλοκαίρι ή τα απογεύματα, όσο δεν πηγαίναμε σχολείο. Και πολύς κόσμος γενικά έψαχνε κάθε πηγή, κάθε τρόπο να βρει, να βγάλει ένα εισόδημα. Ακόμα και ρούχα μεταχειρισμένα πουλούσαμε σε κάποια φάση, σε ένα παζάρι. Πολλοί, η μισή πόλη εκεί ήταν. Θυμάμαι ήρθε ο πρώτος Ιταλός επενδυτής, ανέλαβε ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε μια κεραμουργεία, κυρίως τούβλα, αλλά και κεραμίδια, που είχε μείνει από τον Κομμουνισμό και ήθελαν να την ξαναλειτουργήσουν οι Ιταλοί και ευτυχώς που πολλοί άνθρωποι πήγανε δούλεψαν εκεί πέρα, θείοι μου και γνωστοί μου. Και θυμάμαι ο πατέρας μου πήρε την απόφαση με τον αδερφό μου, που τότε πρέπει να ήτανε, πόσο ήτανε, 15, 15 χρονών, 14-15, πήγανε στην Ελλάδα. Είπανε ότι θα βρούνε τρόπο, βρήκαν τρόπο να πληρώσουν και να μπουν από τα βουνά, παράνομα να έρθουν στην Ελλάδα και μετά θα πάρουν και εμάς και να περιμένουμε. Φεύγουν, ξεκινάνε. Για έξι μήνες δεν έχουμε κανένα νέο, είμαστε κατατρομαγμένοι. Ακούμε ιστορίες από γείτονες και από τις ειδήσεις ότι στην προσπάθεια να περάσουν τα σύνορα, πολλοί άνθρωποι οικογενειάρχες και παιδάκια έπεφταν θύματα από τους, απ’ τις συμμορίες, που επίσης προσπαθούσαν να περάσουν τα σύνορα. Τους εγκληματίες και τους έπαιρναν τα υπάρχοντα, τα χρήματα, γιατί όλοι είχαν κάποια χρήματα μαζί τους και πολλούς τους σκότωναν και ακούγαμε τέτοια σκηνικά και λέμε: «Γιατί, μπορεί να είναι και οι δικοί μας έτσι». Και ζήσαμε τρελή αγωνία. Εγώ έμεινα πίσω με τη μάνα μου και την αδερφή μου. Προσπάθησαν να είμαι εγώ ο προστάτης, αν και μικρός. Ένιωσα έτσι ένα... μία ευθύνη ας πούμε, ότι πρέπει να φανώ δυνατός. Ακούγαμε για δύο χρόνια, ένα χρόνο σίγουρα. Δύο χρόνια νομίζω είναι πολύ. Κάθε βράδυ πυροβολισμούς ατελείωτους. Και κατά την διάρκεια της ημέρας, αλλά κυρίως το βράδυ ο κόσμος άσκοπα να πυροβολεί στον αέρα. Και ότι δεν μιλάμε τώρα για πιστόλια μιλάμε για βαριά... βαρύ οπλισμό, καλάσνικοφ και τέτοια. Και πολλά, πολλές φορές οι σφαίρες φαινόταν και στο ουρανό σαν πυροτεχνήματα. Και την άλλη μέρα έβγαινε, απλώς μάθαινες ότι ο τάδε πέθανε από εξοστρακισμό, και ο τάδε και ο τάδε και ο τάδε και ο τάδε. Που ήταν θλιβερό. Μετά ακούσαμε, ακούγαμε συνέχεια σκηνικά βίας μεταξύ συμμοριών. Ότι... θυμάμαι, χαρακτηριστικά, δύο οικογένειες ξεκληρίστηκαν τελείως, επειδή είχε γίνει μια παρεξήγηση, ο ένας είχε σκοτώσει ένα άτομο απ’ την άλλη συμμορία, μετά ήρθαν τα αντίποινα μέχρι που σκοτώθηκαν όλοι. Και σημάδι, ήταν και κοντά στην γειτονιά μου αυτό. Και ακούγαμε πολλά σκηνικά τέτοια.
Θυμάσαι την πρώτη στιγμή που... μετά από όλο αυτό το διάστημα που επικοινώνησε ο μπαμπάς σου και ο αδερφός σου μαζί σας;
Ναι. Ξαφνικά παίρνουμε ένα τηλεφώνημα. Είχε πάρει ο πατέρας μου από την Ελλάδα από ένα γείτονά μας, από έναν γνωστό μας, δεν θυμάμαι. Και είχε πει ότι: «Είμαστε καλά». Βασικά μισό λεπτό γιατί τα έχω μπερδέψει λίγο. Αυτό έγινε σε δεύτερη φάση. Όταν ξεκίνησε ο πατέρας μου με τον αδερφό μου, γιατί μπέρδεψα λίγο την ιστορία. Γυρνάει μετά από μία βδομάδα μόνο ο πατέρας μου και του λέμε: «Πού είναι ο αδερφός;». «Πού είναι το παιδί μου;», λέει η μάνα μου. Και λέει: «Μας έπιασαν», λέει, «οι συνοριοφύλακες και ο αδερφός σου, ο γιος σου», λέει, «το έβαλε στα πόδια, έτρεξε προς άγνωστη κατεύθυνση. Δεν... μου ξέφυγε δεν μπορούσα να τον κυνηγήσω, θα με πυροβολούσαν, οπότε δεν έχω ιδέα πού είναι». Και να βιώνουμε μεγάλο διάστημα ένα... σχεδόν θρηνούσαμε δηλαδή. Ευτυχώς μετά από κάποιους μήνες. Ή δεν έγινε έτσι. Μισό λεπτό να το θυμηθώ, να το ξεκαθαρίσω. Όχι, δεν είχαμε κανένα νέο. Τον πατέρα μου τον είχαν δείρει οι συνοριοφύλακες, προφανώς μάλλον για να μην ξαναδοκιμάσει, αποπειραθεί να περάσει παράνομα. Και ο πατέρας μου, κυρίως λόγω του αδερφού μου, αλλά και λόγω της κατάστασης, δεν δίστασε ούτε στιγμή και ξαναπήρε την προσπάθεια, ξαναέκανε την προσπάθεια, να ξαναπεράσει. Και λέει: «Θα ξαναφύγω, ξαναπεριμένετε τηλεφώνημά μου». Και πέρασαν μήνες και δεν ξέραμε τίποτα για κανένα από τους δύο. Οι πυροβολισμοί να πέφτουν κάθε μέρα, να είμαστε οι τρεις μας μόνοι μας, να έχουμε τα ελάχιστα. Ψωμί και κανά ελάχιστο φρούτο από συγγενείς. Δάνεια, συνέχεια δανεικά κυρίως από θείους και γνωστούς που ήτανε σε κάποιο πόστο σε κρατική θέση, ας πούμε, δημόσια θέση. Και μετά από έξι μήνες πρέπει να ήτανε, παίρνουμε τηλεφώνημα και λέει ο πατέρας μου: «Έχω φτάσει. Είμαι στη τάδε πόλη. Τον βρήκα», λέει, «τον γιο, τον γιο μου. Ήταν τυχερός», λέει, «είχε βγει, βρει μία άλλη παρέα που προσπαθούσε να περάσει τα σύνορα, που ευτυχώς δεν του κάναν τίποτα, γιατί ήταν και μικρός. Δεν τον κλέψαν, δεν τον δείραν». Και είχε φτάσει ο αδερφός μου στη Βέροια και είχε βρει γείτονες από το Πρένιας, απ’ την πρώτη μας πόλη, ήταν πολύ τυχερός. Και τον πήραν αυτοί και τον... του δώσαν δωμάτιο και στέγη, ας πούμε. Και λέει: «Είμαστε καλά και θα έρθω να πάρω και σας σύντομα. Κάντε υπομονή». Σε αυτό το διάστημα που περιμέναμε μαθαίναμε συνέχεια την λεγόμενη επέλαση των συμμοριών στην χώρα. Υπήρχαν παντού συμμορίες, οι οποίες είχαν κάποιο επώνυμο συνήθως ή παρατσούκλι σε κάθε περιοχή της Αλβανίας. Ακόμα και στην πόλη μας και μαχόντουσαν ποιος θα αναλάβει, ποιος θα είναι ο πιο δυνατός, ποιος θα... στήνανε μπλόκα παντού. Θυμάμαι να στήνουν μπλόκα να σταματούν τον κόσμο, τα αυτοκίνητα, στους κεντρικούς άξονες και ζητούσαν τα χρήματα, φαγητά ό,τι ήτανε. Και όποιος αντιμιλούσε, τον πυροβολούσαν στο... στη ψύχρα. Θυμάμαι φουλ και από το, από την τηλεόραση κυρίως, που προβάλλονταν τέτοια σκηνικά. Και η αστυνομία ήταν ανήμπορη να αντιδράσει. Δηλαδή, δεν υπήρχαν αστυνομικοί να βγούνε να τους αντιμετωπίσουν. Θυμάμαι στη γειτονιά μου και στην πόλη μου, πιο γενικά, ήξερα, ξέραμε αστυνομικούς και δε βγαίναν καν απ’ το σπίτι. Όχι απλώς με τη στολή, δε βγαίναν καν απ’ το σπίτι. Γιατί φοβόντουσαν ότι θα τους επιτεθούν, πρώτα οι κάτοικοι οι εξαγριωμένοι που έχασαν τα λεφτά τους, θα τους βλέπανε σαν κρατικούς, κρατικά προς φορείς και δεύτερον οι συμμορίες, που εννοείται άμα έβλεπαν μπάτσο θα τον πυροβολούσαν. Υπήρχε ένα χάος, χάος, χάος. Φρίκη, ήταν φρίκη. Θυμήθηκα και κάτι άλλο. Όσο έτρεχαν οι πυραμίδες, θυμάμαι ότι η ομάδα της πόλης μας, που είναι μικρή πόλη γενικά το Λούσνιε, ξαφνικά έκανε δύο μεταγραφές, η ομάδα ποδοσφαίρου. Έναν Βραζιλιάνο και έναν Νιγηριανό, που κόστιζαν αρκετά, με τα χρήματα από τις πυραμίδες. Ο ένας που είχε μία από τις πυραμίδες ήταν και πρόεδρος της ομάδας. Και μας είχε κάνει εντύπωση ότι: «Ουάου, εμείς πήραμε Βραζιλιάνο παίκτη». Ήταν, βέβαια, λεφτά από πυραμίδες και μετά την διάλυση των πυραμίδων αυτοί σηκώθηκαν έφυγαν και διαλύθηκε η ομάδα. Μετά από ένα χρόνο περίπου γυρνάει ο πατέρας μου, επιστρέφει στην Αλβανία, μας, μου είχε φέρει κάποια παιχνίδια. Τα πρώτα μου παιχνίδια ever κάτι ρομπότ, και κάτι τέτοια, κάτι αμαξάκια πλαστικά, που ήταν πολύ πιο ωραία και πιο καλά από αυτά που φτιάχναμε εμείς. Και τρέχαν καλύτερα. Και θυμάμαι μας είχε φέρει και κάτι κασέτες με μουσική, ελληνική μουσική. Τα τότε γνωστά ξέρω γω, είχε θυμάμαι Άννα Βίσση, Βασίλης Καρράς και τέτοια. Τα άκουγα και δεν καταλάβαινα τίποτα. Και η μουσική ήταν πολύ... ήταν όλοι πολύ ευδιάθετοι σε αυτά τα τραγούδια, μου έκανε εντύπωση, τους έβγαινε έτσι μία... Ενώ τα δικά μας τα αλβανικά, τα αλβανικά, αλβανικά που μεγαλώσαμε και η γενιά του πατέρα μου και είναι κυρίως, είχανε, πάντα προβάλλονταν σε ένα φεστιβά[00:40:00]λ κάθε χρόνο στην Αλβανία και ήτανε με ορχήστρα, η μουσική ήταν live και παιζότανε από μία τεράστια ορχήστρα, οπότε είχε όλα τα κλασσικά όργανα. Ήταν λίγο σοβαρή και μιλούσε για κοινωνικά θέματα και είναι λίγο πιο έτσι μελό, πιο... πιο δραματικά λίγο. Και μετά ο πατέρας μου άρχισε να σχεδιάζει το πώς θα φύγουμε, σε ποια πόλη θα πάμε πρώτα, πόσα λεφτά θα δώσουμε, με τι τρόπο θα περάσουμε τα σύνορα και τα λοιπά. Οι συμμορίες ψιλό σταμάτησαν από ό,τι έμαθα από μεγαλύτερούς μου και θείους μου. Άρχισαν να τους εκτελούν τους συμμορίτες, δηλαδή ξαφνικά η αστυνομία απέκτησε δύναμη και τα λοιπά. Θυμάμαι να ανακοινώνω στους συμμαθητές μου ότι θα πάω στην Ελλάδα και με κορόιδευαν, ότι αποκλείεται και κτλ. Και ένα πρωί παρατήσαμε τα πάντα και τον σκύλο μας που μας ακολούθησε πολλά χιλιόμετρα μέχρι το... τα ΚΤΕΛ, τα ΚΤΕΛ τα λεωφορεία, ας πούμε, να μας ακολουθεί. Πολύ πρωί πήγαμε με λεωφορείο, πήγαμε ως την Κορυτσά, που μου φάνηκε τεράστια πόλη σχετικά με εκεί που έμενα. Από εκεί πήγαμε σε μια άλλη πόλη στο Μπιλίστ που είναι η πιο κοντινή πόλη προς την Ελλάδα. Κοιμηθήκαμε εκεί και ξημερώματα ή 02:00-03:00 η ώρα το... ξημερώματα μας ξυπνάει ο... το κονέ μας και μας. Ντυνόμαστε, έκανε πάρα πολύ κρύο θυμάμαι, και αρχίσαμε να περπατάμε, απλώς να περπατάμε. Περπατούσαμε είχε... παίζει να είχε πανσέληνο, πρέπει να είχε πανσέληνο, γιατί φωτίζονταν τα πάντα, το οποίο: «Δεν ήταν καλό», λέει, «γιατί θα μας δούνε», θα μας βλέπανε. Περπατήσαμε, πρέπει να περπατήσαμε, δεν θυμάμαι πολύ, κάνα δύο τρεις ώρες σίγουρα. Και μετά πρέπει να φτάσαμε σε μια, σε ένα ελληνικό χωριό, το οποίο δεν θυμάμαι αν λεγόταν Καστανιά ή όχι. Μπορεί να λεγόταν και Καστανιά. Νομίζω κοντά στη Φλώρινα πρέπει να ήτανε. Τέλος πάντων, ήταν ένα χωριό ή το Καστανιά το έχω συνδυάσει και με κάτι άλλο, αλλά ήταν χωριό της Φλώρινας. Και μας υποδέχθηκε εκεί μια οικογένεια, αγρότες και ήταν τόσο φιλικοί, μου είχε κάνει εντύπωση. Δηλαδή τους πληρώσαμε για την υποδοχή και τα λοιπά και ήταν πάρα πολύ φιλικοί και τα παιδιά με τα με εμάς και οι μεγαλύτεροι με τους μεγαλύτερους. Από εκεί θυμάμαι κάτι φάγαμε στα γρήγορα και πήραμε με δύο αυτοκίνητα πρέπει να ξεκινήσαμε. Εγώ σε άλλο με τον πατέρα μου, η αδερφή μου με μάνα κι έναν άλλον και τον οδηγό με άλλο ταξί. Ξεκινήσαμε προς Βέροια. Και θυμάμαι περνούσαμε τις πόλεις, τις ελληνικές, την Πτολεμαΐδα, χαρακτηριστική, την πεδιάδα με τις καμινάδες κτλ. Και ο οδηγός, ταξιτζής να ρωτάει τα πάντα με τον πατέρα μου, που δεν πρόλαβε να μάθει πολλά και θυμάμαι ότι πολλές φορές απαντούσα εγώ. Είχα, ήξερα ναι ή όχι και πεταγόμουν, ενώ δεν είχα ακούσει. Μόνο απ’ τα τραγούδια ό,τι είχα ακούσει. Και αυτουνού του ‘κανα εντύπωση. «Α», λέει, «ο μικρός», λέει, «ξέρει πιο πολλά από εσένα».
Γενικότερα εσύ είχε εικόνες από την Ελλάδα, ήξερες κάποια πράγματα ή όχι;
Όχι, όχι. Η μόνη εικόνα που είχα, θυμάμαι κάπου το’98, κάτι είχα γίνει στην Ελλάδα... αγώνες. Θυμάμαι κάτι σκηνικά από... η Επίδαυρος ήτανε; Κάτι τέτοιο. θυμάμαι ένα αμφιθέατρο. Κάτι συνδυασμό ένα πολιτιστικό γεγονός τέτοιο, μόνο αυτό. Δεν ήξερα τίποτα για την Ελλάδα, απολύτως τίποτα. Ούτε οι γονείς μου τίποτα. Και τέλος πάντων, φτάνουμε στη Βέροια, στην οποία Βέροια φτάνουμε σε μία καλύβα, παρατημένο σπίτι, μονοκατοικία στην οποία διέμενε ο πατέρας μου μόνος του. Και ήταν ανάμεσα σε κάτι... σε ένα πάρκο ήτανε, αλλά πολύ κρυφό σπίτι, δεν φαινόταν καν από οποιαδήποτε πλευρά. Και ο πατέρας μου εκεί βγάζει από το... απ΄ τη γη, σκάβει και βγάζει μια σακούλα με κάτι χρήματα και τα έδωσε στον οδηγό. Ξεχρέωσε δηλαδή με τον οδηγό και μας έλεγε γενικά ιστορίες ο πατέρας μου, ότι δεν είχανε τρόπο να αποθηκεύσουν κάπου, να αποταμιεύσουν τα λεφτά τους, να τα φυλάξουν, γιατί γινότανε τα βράδια επιδρομές από άλλους Αλβανούς, τους εγκληματίες που λέγανε ότι περάσαν τα σύνορα και ότι πέφταν σε... σε συμπατριώτες τους. Παίρνανε... ξέρανε ότι δουλεύουν και με απειλή όπλων και πολλές φορές τους σκότωναν κιόλας. Ο πατέρας μου είχε τρελό φόβο που ζούσε εκεί πέρα μόνος του και έκρυβε τα χρήματα. Και μετά ζήσαμε εκεί σε αυτό το σπιτάκι για κάποιες, ούτε μήνας πρέπει να ήταν, δύο, τρεις εβδομάδες, το οποίο δεν έχει καν ηλεκτρικό ρεύμα, είχε μόνο νερό, ευτυχώς, και ήταν καλύβα δεν είχε τίποτα. Κοιμόμασταν στο πάτωμα κυριολεκτικά. Εγώ θυμάμαι να βγήκα βόλτα... Α, συνάντησα και τον αδερφό μου μετά από πόσο καιρό, μου είχε, μας είχε λείψει και μου είχε λείψει πάρα πολύ. Που είχε αλλάξει πολύ, είχε πάρει... είχε γίνει άντρας, είχε πιο ψηλός. Δούλευε στην οικοδομή αν και 15, είχε ξεκινήσει δούλευε, είχε μάθει πράγματα. Μας έλεγε πόσο διαφορετικά είναι η Ελλάδα κτλ. Είχε μάθει και να μιλάει κάποιες λέξεις βασικές και μπήκαμε σε προσπάθεια να βρούμε άλλο σπίτι, τέλος πάντων. Θυμάμαι ότι έκανα βόλτα με ένα ποδήλατο που μου είχε δώσει ο αδερφός στη γειτονιά και με κοιτούσαν πολύ καχύποπτα τα άλλα παιδάκια. Βασικά και εγώ τους κοιτούσα καχύποπτα και ήμουν μαζεμένος και αυτοί μάλλον αντιδραστικά με κοιτούσαν και αυτοί και δεν με πλησίαζαν, δεν με κάναν παρέα. Μετά πήγαμε σε ένα άλλο σπίτι, το οποίο θα το μοιραζόμασταν με έναν άλλον Αλβανό, δεν μπορούσαμε να το πληρώσουμε όλο μόνοι μας, ο οποίος ζούσε με τον αδερφό του, ήτανε δύο αδέρφια και το μισό σπίτι μας το δώσαν σε μας. Ούτε ένα μήνα εκεί, γιατί δεν... δεν μπορούσαμε ήτανε μέσα στην οικογένεια, ήταν άβολο, αλλάξαμε σπίτι, πήραμε παραδίπλα ένα σπίτι. Και εκεί γνώρισα κάτι παιδάκια που ήταν Ρομά, γιατί είχε πολλούς Ρομά σε αυτό το σπίτι, για αυτό είχε και φτηνό νοίκι μάλλον η περιοχή. Και έκανα παρέες με τους Ρομά ήταν πιο... ήταν λίγο στο ίδιο επίπεδο με εμάς έτσι πιο... ξεπεταγμένοι, πιο θρασείς και πιο εξωστρεφείς. Και ούτε εκεί μείναμε πολύ. Ξαναμετακομίσαμε, πήγαμε σε ένα άλλο σπίτι. Στο άλλο σπίτι μετά, όλα αυτά σε διάστημα δύο μηνών. Έπρεπε να αποφασίσω, έπρεπε να συνεχίσω το σχολείο και είπα, επέμενα, εγώ ένιωθα τρομερό, δεν ένιωθα καθόλου ασφαλής, ντρεπόμουν πάρα πολύ και φοβόμουν πάρα πολύ να πάω σε ένα σχολείο ελληνικό, χωρίς να ξέρω τίποτα από γλώσσα και τους είπα ότι: «Δεν θα πάω αυτή τη χρονιά. Θα μάθω λίγο τη γλώσσα και μετά θα πάω, δεν μπορώ να πάω έτσι. Δεν θα περάσω τη τάξη, θα νιώσω άβολα». Και το δέχτηκαν, ή έγινε, τέλος πάντων, δεν πήγα, δεν πήγα. Και στο τρίτο σπίτι που αλλάξαμε, γνώρισα τρία παιδάκια φίλοι, που κάναμε παρέα, τα δύο ελληνόπουλα και ένας από Αλβανία, οι οποίοι προφανώς μιλούσαν όλοι την ώρα ελληνικά και αναγκάστηκα λόγω αυτού να μιλάω και εγώ, ακόμα και με τον Αλβανό φίλο μου, καθώς μου απαντούσε στα ελληνικά. Οπότε ήμασταν όλη τη μέρα μαζί και μιλούσαμε Ελληνικά. Και εκεί άρχισε λίγο να συνηθίζει το αυτί και να μαθαίνω κάποια πράγματα. Και έτυχε ένα βράδυ να πάω στο σπίτι ενός από αυτά τα παιδιά, του Νίκου, Νίκος Λάσκαρης λεγότανε, χοντρούλης με γυαλιά. Και η μητέρα του αυτουνού που ήτανε, θυμάμαι ήταν Πόντιοι αυτοί, η οικογένεια, μου είπε: «Θα σου μάθω», λέει, «γράμματα εσένα». Λέω: «Θέλω να μάθω», ξέρω γω. Είπα με τα βασικά ελληνικά που ήξερα. Και πήγαινα κάθε βράδυ, αυτή είχε ζαχαροπλαστείο. Αυτή έβρισκε μία ώρα, μισή ώρα κάθε βράδυ να με φωνάζει σπίτι της στο μπαλκόνι και μου έμαθε την άλφα βήτα, ορθογραφία, άρχισε να μου μαθαίνει... Και ήμασταν κάθε μέρα με αυτή την κυρία, πολύ καλόκαρδη κυρία, η οποία δεν μου έκανε ερωτήσεις για την οικογένεια κι αυτά. Επέμενε στο να εγώ να μάθω ελληνικά, είχε στόχο. Και με βοήθησε πάρα πολύ αυτή και μετά με βοήθησε και στην επικοινωνία με τους φίλους μου και την κοινωνία τριγύρω, ας πούμε. Μετά έφτασε η επόμενη χρονιά, έκανα εγγραφή σε ένα σχολείο. Πήγα Πρώτη Γυμνασίου. Θυμάμαι πρώτη μέρα ρωτάνε τα ονόματα, ο καθηγητής βιολογίας ήτανε συγκεκριμένα, ρωτάνε πώς μας λένε και τα περισσότερα, σχεδόν όλα, ήταν ελληνικά. Και λέω εγώ το δικό μου και λέει: «Πώς; Καλά, καλά. Σήκω γράψ’ το». Και εγώ δεν είχα ιδέα πώς να γράψω το όνομά μου στα Ελληνικά και έγραψα μισά λατινικά τα γράμματα και μισά ελληνικά. Και λέει: «Τι είναι αυτό τώρα, πλάκα μου κάνεις;», με χιούμορ. Οι καθηγητές ήταν αρκετά καλοί, αλλά θυμάμαι, κυρίως, η φιλόλογος που ήτανε πάρα πολύ καλή και ζεστή. Όλοι οι άλλοι ήτανε πολύ τυπικοί και σχεδόν ψυχροί. Και θυμάμαι τις πρώτες μέρες είχα δει ένα παιδάκι να μουντζώνει ένα άλλο παιδάκι και δεν ήξερα τι είναι αυτό. Οπότε μέσα στην τάξη, λίγο πριν ξεκινήσει το μάθημα κάνω, με κάνει ένας την χειρονομία και την κάνω και εγώ, αλλά η δασκάλα είδε μόνο την δική μου κίνηση. Και σταματάει το μάθημα, λέει: «Ε! Εσύ αυτό που κάνεις», λέει, «δεν ξέρω τι σημαίνει εκεί στην χώρα σας, αλλά εδώ είναι», λέει, μούντζα. Είναι κακό, μη σε δω να το ξανακάνεις». Εγώ λέω: «Εντάξει, συγγνώμη», ξέρω γω, δεν ήξερα. Με βοήθησαν πολύ στα μαθήματα οι καθηγητές στην πορεία, γιατί έβλεπαν ότι προσπαθούσα πάρα πολύ, ενώ είχε και έναν άλλον παιδί από την Αλβανία, ο οποίος μάλλον δεν προσπαθούσε ή δεν ήξερε το ίδιο καλά με μένα να μιλάω και αυτόν δεν... με αυτόν δεν ασχολιόντουσαν[00:50:00], τον παράτησαν. Με μένα ασχολιόντουσαν πιο πολύ.
Δηλαδή εσύ πήγες να κάνεις, μπήκες στην Πρώτη Γυμνασίου, γνωρίζοντας μόνο τα βασικά Ελληνικά.
Ναι. Την ορθογραφία, κάποια βασικά, βασικοί κανόνες ορθογραφίας και την άλφα βήτα ναι, δεν ήξερα.
Δεν υπήρχε κάποια άλλη μέριμνα, κάτι να... να μάθεις.
Όχι, όχι, όχι. Και από ό,τι μου είπαν δεν υπάρχει κάποιο σχολείο για μετανάστες ή δεν έχει κάτι άλλο.
Εσένα σε είχε δυσκολέψει η γλώσσα;
Πάρα πολύ. Εννοείται. Αλλά με βοηθούσε ότι στον ελεύθερό μου χρόνο, ήμουν με αυτούς τους φίλους, που μιλούσαν μόνο ελληνικά. Οπότε είχα μια εξοικείωση από το να ακούς όλη μέρα Ελληνικά, με βοηθούσε.
Στο σπίτι τι γλώσσα μιλούσατε;
Αλβανικά, εννοείται, αλλά επίσης μου είχε, θυμάμαι ο αδερφός μου, μου είχε δώσει μια συμβουλή. Μου είχε πει να δω, να δω τηλεόραση. «Γιατί σε βοηθάει πάρα πολύ», λέει, «η τηλεόραση να...». Και αυτό τον είχε βοηθήσει πάρα πολύ, είχε, ήταν σε καλό επίπεδο για τα, το χρόνο που ήταν στην Ελλάδα. Και λέει: «Εμένα με βοήθησε κυρίως η τηλεόραση», λέει.
Τι έβλεπε στην τηλεόραση;
Σειρές. Έβλεπε σειρές και λέει: «Μιλάνε και πολύ», λέει, «οι Έλληνες, οπότε» ,λέει, «βολεύει», λέει. Έβγαλα την πρώτη χρονιά, είχα βγάλει αρκετά καλούς βαθμούς, αλλά εντάξει πιστεύω κυρίως μου βάζανε καλούς βαθμούς, δεν τους άξιζα, αλλά με βοήθησε αυτός να προσπαθήσω να συνεχίσω να... Είχα γραφτεί στη βιβλιοθήκη, πήγαινα προσπαθούσα να διαβάσω. Θυμάμαι είχε μια βιβλιοθήκη στη Βέροια, που είχε χτιστεί επί… τότε παίζει να ήταν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. Και μια μέρα, ωραία μοντέρνα, είχε επιτραπέζια και τέτοια, πηγαίναμε με τους φίλους μου και μια μέρα, θυμάμαι, είχε μια κάτι σαν πορεία απ’ έξω. Ήτανε στην ηλικία λίγο μεγαλύτεροι του αδερφού μου, 18-19 και φωνάζανε, μου ‘χει μείνει ένα σύνθημα, φωνάζανε: «Κάτσε καλά, κάτσε καλά Γεράσιμε». Ήτανε ένας υπουργός, Γεράσιμος Αρσένης, πρέπει να ήταν υπουργός Παιδείας τότε. Και φωνάζανε απειλητικά: «Κάτσε καλά, κάτσε καλά Γεράσιμε». Και εμείς ήμασταν μέσα διαβάζαμε και λέω: «Τι είναι αυτό τώρα; Θα μας σκοτώσουν αυτοί». Μετά την δεύτερη χρονιά ήμουν σε πολύ καλύτερο επίπεδο, μεγάλη, τεράστια διαφορά. Η γλώσσα άρχισε να μου αρέσει πολύ, το πώς ηχεί και όσο την καταλάβαινα μου άρεσε και περισσότερο, δεν ήμουν γκάου. Τι άλλο; Θυμάμαι τον πρώτο χρόνο που δυσκολευόμουν πολύ με την γλώσσα, είχα μάθει την λέξη «εξαρτάται», τι σημαίνει. Οπότε, όποτε με ρωτούσε κάποιος κάτι και ήθελα να κερδίσω χρόνο να το επεξεργαστώ, γιατί μιλούσαν γρήγορα και έλεγαν πάνω από τρεις– τέσσερις λέξεις, ολόκληρες προτάσεις, πού να τα επεξεργαστώ; Και έλεγα: «Εξαρτάται». Και όσο ο άλλος, αλλά πολλές φορές αυτό το, αυτό δεν κολλούσε. Π.χ. ο άλλος με ρωτούσε κάτι που δεν... δεν έστεκε το «εξαρτάται», ας πούμε, και με κοιτούσε παράξενα, ας πούμε. Εγώ κέρδιζα όμως τον χρόνο μου, μια χαρά. Και μετά τον απαντούσα. Εκτός των καθηγητών και εκτός ελαχίστων ατόμων, δηλαδή των φίλων μου, που ήταν συνομήλικοί μου και της μητέρας ενός φίλου, οι υπόλοιποι γείτονες δεν ήτανε φιλικοί. Μας κοιτούσαν από τα μπαλκόνια καχύποπτα στο σπίτι που μέναμε, όταν βγαίναμε, παίζαμε ή... ή όταν επέστρεφε η μητέρα μου από τα ψώνια και τα λοιπά ότι: «Τι είναι αυτοί, με τι ασχολούνται;», δεν ξέρω. Μας κοιτούσαν πολύ καχύποπτα, δεν ήρθε κανένας να συστηθεί, να μας δώσει κάτι. Οπότε η μόνη τέτοια ήτανε, επιλογή ήταν να συναναστρεφόμαστε με Αλβανούς γείτονες. Ψάχναμε, δηλαδή γνωριζόμασταν με Αλβανούς και επειδή είχαμε κοινό, κοινά βιώματα και ιστορία.
Είχε τύχει να σου πει κάποιος κάτι, όταν ήσουν ακόμα παιδί;
Παιδάκια, ναι. Υπήρχανε παιδάκια που... που κοιτούσαν καχύποπτα και λέγαν διάφορα, ας πούμε.
Εσύ πώς ένιωθες όταν γινόταν αυτό; Έλεγες κάτι μετά στο σπίτι, παραπονιόσουν στους γονείς σου;
Όχι. Δεν το έλεγα. Ούτε... ούτε στην Λούσνιε, την δεύτερη πόλη που είχαμε μετακομίσει δεν έλεγα ότι έτρωγα bullying στους γονείς μου. Ούτε ο αδερφός μου το έλεγε. Δεν είχα κάποιον να το... να παραπονεθώ ή να... το εξομολογηθώ.
Αυτά που είπες τα περιστατικά γινόντουσαν εκτός σχολείου ή και στο σχολείο;
Για πού λες; Στο Λούσνιε ή στο...
Στη Βέροια. Ας πούμε, είχες περιστατικά που να σε αντιμετώπιζαν διαφορετικά και στο σχολείο μέσα, συμμαθητές ή δάσκαλοι;
Κυρίως εκτός σχολείου. Παιδάκια που έπαιζαν στις αλάνες, δηλαδή από, ή από άλλες γειτονιές. Στο σχολείο δεν υπήρχαν πολλά τέτοια σκηνικά, τα παιδάκια ήτανε πιο κομπλέ, θυμάμαι. Αλλά κυρίως τα κορίτσια ήτανε πιο κομπλέ. Μου είχε κάνει μεγάλη διαφορά κορίτσια με αγόρια. Τα κορίτσια ήταν πολύ πολύ φιλικά και έδειχναν κατανόηση. Όταν μαζευόμασταν για διάφορα παιχνίδια ή στην ώρα της γυμναστικής και ήμουν και εγώ και το άλλο το παιδάκι απ’ την Αλβανία σε μένα έδειχναν μία μεγαλύτερη συμπάθεια. Αυτόν τον αντιμετώπιζαν πιο... λες και είχε κάποια αναπηρία, δηλαδή δεν τον διάλεγαν στην ομάδα. Επειδή αυτός δυσκολευόταν να καταλάβει, να κατανοήσει αυτά που του λέγανε κτλ., τον κορόιδευαν, τον έκαναν. Ενώ με εμένα που έκανα, που ήξερα λίγο ή έκανα προσπάθειες, έδιναν μία πιο... πιο συμπαθείς, αλλά από τους κοντινούς μου συμμαθητές, της τάξης μου. Από άλλες τάξεις και μεγαλύτερους υπήρχε ένα... θέλαν να δείξουν πιο νταήδες, στο πρώτο διαπληκτισμό σου έδειχναν ότι: «Πήγαινε από εκεί που γύρισες», και τέτοια. Και θυμάμαι τις πρώτες πρώτες μέρες στη Βέροια, που είχα πάρει με ενθουσιασμό το ποδήλατο του αδερφού μου να κάνω μία βόλτα και δεν είχα δει ποτέ φανάρι και περνάω με κόκκινο, νομίζω με κόκκινο πρέπει να πέρασα. Και ήρθε ένας και έπεσα εγώ πάνω του. Και βγαίνει αυτός απ’ το αμάξι και άρχισε να με απειλεί, εγώ τον κοιτάω τρομαγμένος και πετάγεται από ένα καφενείο ένας από αυτούς τους γείτονες από το Πρένιας, απ’ την Αλβανία που ήταν στην ηλικία του αδερφού μου και λέει: «Άσ’ το το παιδάκι», λέει, «εντάξει, συγγνώμη και τα λοιπά, αλλά δεν ξέρει, τώρα ήρθε από την Αλβανία, δεν ξέρει». Και θυμάμαι είχε πει: «Άμα του δώσω μια σφαλιάρα θα γυρίσει από εκεί που ήρθε», είχε πει αυτός. Μου έχει μείνει αυτή η φράση. Εκνευρισμένος.
Μετά πότε πήρατε την απόφαση να φύγετε από τη Βέροια;
Λοιπόν, όσο είμαστε στη Βέροια, ο πατέρας μου –η Βέροια έχει πολλά χωράφια και ροδακινιές και τέτοια και εκεί απασχολιόντουσαν πολλοί, δεν είχε πολύ οικοδομή– ο πατέρας μου άρχισε να δουλεύει εκεί και η αδερφή μου. Αν και ήτανε, πόσο να ήταν τότε 12 ετών 13, δούλευε σε ένα εργοστάσιο, διαλογή στα ροδάκινα. Η μάνα μου και ο πατέρας μου μάζευαν, συγκομιδή. Μετά ο πατέρας μου άρχισε να δουλεύει σε βίλες στων πιο πλούσιων της Βέροιας, λίγο έξω από τη Βέροια, κηπουρός. Έκοβε τα χόρτα και τέτοια και τον έδιναν φαΐ και κάποιον μισθό, αλλά ήταν όλα... δεν υπήρχε. Θυμάμαι μου έλεγε δεν υπήρχε συμβόλαιο, σύμβαση εργασίας, ήταν στον αέρα όλα και μία του έδιναν 4.000 δραχμές, μία 3.000 δραχμές, μία δεν είχαν, μία του έδιναν φαΐ, να πάρει στο σπίτι για τα παιδιά του, ήταν κάπως έτσι, αλλά γενικά έλεγε ότι είναι καλοί άνθρωποι. Μια φορά του έδωσαν κάτι, ένα φαΐ που είχε μείνει πολύ, ξέρω γω, δηλητηριάστηκε, τον πήγαμε στο νοσοκομείο τον πατέρα μου. Του είχαν δώσει κάτι μακαρόνια, ξέρω γω. Μακαρόνια πρέπει να ήτανε. Και έκανε... ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση από δηλητηρίαση. Η μητέρα μου προσπαθούσε να βοηθήσει και κυρίες με τα οικιακά, αλλά ήταν όλα στον αέρα. Και μετά πάει να κάνει εγγραφή και εμάς στο... στο... στην αστυνομία να μας δηλώσει κάπως. Θυμάμαι ότι είχε μία άσπρη, λευκή άδεια διαμονής λεγόταν τότε. Και με αυτό είναι υποτίθεται, δήλωνε ότι εγώ πέρασα... έχω εγγραφεί στην αστυνομία. Η αστυνομία με το που έκανες εγγραφή σου έδιναν αριθμό. Αλλά γενικά ήταν μια περίεργη κατάσταση, πολλή ανασφάλεια. Και θυμάμαι μετά ακούμε για επιχείρηση σκούπα. Το εξηγώ εγώ στους γονείς μου, που ήξερα πιο καλά ελληνικά, ότι άρχισαν να μαζεύουν κόσμο. Και από ομοεθνείς μας αρχίζαμε να ακούμε ότι δεν μπορούν να βγουν να πάνε για δουλειά, γιατί έχει παντού μπλόκα και γίνεται χαμός και έχει παντού στρατιωτικά οχήματα. Έβλεπες παντού παντού, αν και δεν είναι πολύ μεγάλη πόλη η Βέροια, στρατιωτικά οχήματα, πολύ οπλισμένους, πολύ τρομακτικό, πιο τρομακτικό από τους αστυνομικούς, ας πούμε. Και λέει ο πατέρας μου, επικοινώνησε με τον αδερφό του που έμενε Θεσσαλονίκη, που είχε έρθει Θεσσαλονίκη σαν πρώτη του πόλη και λέει: «Να έρθουμε», και τα λοιπά. Και λέει ο άλλος: «Βεβαίως. Να το κανονίσουμε» και. Βρήκαμε κάτι γνωστούς Αλβανούς εκεί, ομοεθνείς μας, μας έκαναν ένα κονέ, ώστε να φύγουμε κάποιο βράδυ με ταξί προς Θεσσαλονίκη. Τώρα πόσα άτομα και πόσα ταξί, χώρια θα το βλέπαμε. Και ενώ το σκεφτόμασταν αυτό, μερικές μέρες μετά έπιασαν τον αδερφό μου, τον κράτησαν στα κεντρικά στην αστυνομία. Μετά έπιασαν τον πατέρα μου, τους έπεισε ότι πρέπει να δει την οικογένειά του, τον βγάλαν για λίγο κάτι τέτοιο, αλλά ήταν όλο προσπάθεια να μας οργανώσουν να φύγουμε. Και μετά βγαίνει ο αδερφός μου, το έβγαλε ένας Έλληνας εργοδότης του νομίζω, ή Αλβανός, Αλβανός εργοδότης του. Και είμαστε στο να φύγουμε, στο τελευταίο και βρίσκουμε ένα ταξί, το κανονίζουμε σε δύο μέρες τάδε ώρα στο τάδε σημείο. Ότι θα πάνε ο αδερφός μου και η... η αδερφή μου και η μητέρα. Και εγώ με τον πατέρα μου θα φύγουμε μετά με το ΚΤΕΛ και θυμάμαι πολύ[01:00:00] γραφικά να πηγαίνω εγώ με τον πατέρα μου στο ΚΤΕΛ, να έχει παντού τριγύρω τζιπ στρατιωτικά και εμείς να κόβουμε το εισιτήριο να και να καθόμαστε μέσα, στα καθίσματα τα μέσα. Και γύρω γύρω είχε γυάλινα η... και λίγο με το που καθίσαμε και βγαίνουμε να μπούμε στο ΚΤΕΛ, στο λεωφορείο γιατί ήρθε, να φορτώσουμε τα πράγματα, τη τσάντα που είχαμε και μας μας φωνάζουν από πίσω δύο... δύο τύποι, δύο στρατιωτικοί γεροδεμένοι: «Ε, εσείς σταματήστε. Ακίνητοι», και τέτοια. Σταματάμε εμείς, μας πλησιάζουν. Έρχεται στρατιωτικό τζιπ, μας βάζουν χειροπέδες και στους δύο. Εγώ ήμουνα 14, κάπου εκεί και θυμάμαι ότι ανοίγουν το πορτ μπαγκάζ πίσω το τζιπ και είχε όπλα και λέει: «Τι κάνετε; Μη τους βάζετε ακόμα», λέει ο ένας, «γιατί μπορεί να πάρουν κανα όπλο αυτοί», και γελούσαν. Μας κορόιδευαν, μας έλεγαν συνέχεια γουρούνια. «Γουρούνια Αλβανοί», και τέτοια και γελούσανε. Μας βάζουν να κοιτάμε τον δρόμο, με τα χέρια πίσω, όσο κουνούσα τα χέρια, τα... οι χειροπέδες έσφιγγαν, σχεδόν μάτωσα. Ήταν από αυτά που τα κουνάς και σφίγγουν. Και άκουγα διάφορες ιστορίες στον δρόμο, που πλέον καταλάβαινα Ελληνικά, για ιστορίες στα χωριά τους με... που, πώς πιάσανε τον τάδε Αλβανό, πώς τον κλότσησαν και τέτοια, πώς τον έφτυσαν, πόσο βρώμικοι είναι και τέτοια. Είχα νιώσει πολύ άσχημα που τα άκουγα έτσι. Και γυρνούσα συνέχεια, μας έλεγαν μη κοιτάτε μπροστά, ενώ δεν μπορούσαμε λόγω της θέσης μας να μην κοιτάξουμε μπροστά, μας έβριζαν. Και μετά περνάμε, έτυχε να περνάμε μπροστά απ’ το σπίτι που νοικιάζαμε και πώς το ήξερε η μάνα μου είχε βγει στον δρόμο, στον κεντρικό άξονα και βγαίνει μπροστά από το τζιπ και το σταματάει και λέει: «Κατεβάστε τώρα, λέει, «τον γιο μου και τον άντρα μου». Την βρίζουν αυτή και τα λοιπά. Βγαίνει και μια γειτόνισσα και λέει: «Καλά, ρε, στο παιδάκι βάλατε χειροπέδες; Δεν ντρέπεστε λίγο», λέει, πού θα πάει;». «Άντε καλά το μικρό γουρούνι», λέει, «θα τα βγάλουμε, θα βγάλουμε τις χειροπέδες». Και τις βγάλανε τις δικές μου, τον πατέρα μου τον πήρανε. Μετά είχε έρθει ο θείος μου απ’ την Θεσσαλονίκη, ο οποίος είχε μια κάποια άδεια διαμονής, κάποια πιο έγκυρα χαρτιά από τον πατέρα μου, κατάφερε να βγάλει τον πατέρα μου, προσωρινά και ήρθε το βράδυ που επιβιβαστήκαμε σε ένα ταξί και πήραμε τον δρόμο βράδυ για Θεσσαλονίκη και είχαμε φτάσει θυμάμαι, στην οδό Λαγκαδά στη Νεάπολη. Φτάσαμε εμείς, έφτασε μετά και ο αδερφός μου κτλ. Βρήκαμε ένα σπίτι να νοικιάσουμε, είχαμε βρει... είχαμε έρθει στη Ρήγα Φεραίου στις Συκιές, είναι ο δρόμος που χωρίζει τις Συκιές από Νεάπολη. Σε μια τεράστια αλάνα με μονοκατοικίες. Το πρώτο μας σπίτι στη Θεσσαλονίκη, το οποίο είχε... η γειτονιά αυτή είχε άτομα από διάφορες χώρες, θυμάμαι, είχε Γεωργιανούς, Αρμένους, είχε Ρομά, είχε πομάκους, είχε και άλλη μία οικογένεια Αλβανών. Ήτανε μία ποικιλία απίστευτη. Και όταν έβγαιναν να παίξουν τα παιδάκια, ήταν όλοι τόσο διαφορετικοί, αλλά όλο όλοι τόσο χύμα. Ήτανε...
Ήτανε η πρώτη επαφή σου με–
Θεσσαλονίκη;
Με ανθρώπους από άλλες χώρες...
Ναι, ναι. Από άλλες χώρες, ναι. Εκτός από... δηλαδή ήτανε οι Έλληνες που γνώρισα, που είχα την επαφή στη Βέροια και μετά ήταν αυτοί. Οι οποίοι δεν μου κάναν bullying, οτιδήποτε. Μου κάνανε bullying για άλλα πράγματα, ότι είμαι ντροπαλός και τέτοια, αλλά έτσι πιο πολύ πείραγμα. Μετά άρχισα να κάνω και κανα δυο φιλίες και πήγα να... Ήταν Μάρτιος το 2001, πρέπει να τανε και πήγα να γραφτώ σε ένα σχολείο, στις Συκιές πάνω, με την μητέρα μου. Που ήταν και μακριά, περπατήσαμε πολύ ώρα, φτάνουμε εκεί να κάνουμε εγγραφή. Εγώ μιλούσα κυρίως, η μάνα μου δεν μιλούσε. Θυμάμαι ότι ένιωθα λίγο, ένιωθα λίγο... ντρεπόμουν που η μάνα μου δεν ήξερε ελληνικά, θυμάμαι ένα αίσθημα τέτοιο, συναίσθημα. Και λένε, ότι μας λένε οι καθηγητές: «Δεν μπορεί να γίνει εγγραφή, επειδή έχει περάσει», λέει, «μία ημερομηνία απ’ την οποία και μετά δεν μπορείς να κάνεις μεταγραφή σε άλλο σχολείο». Και μου πρότειναν. Και λέω: «Τι προτείνετε, να επιστρέψω στη Βέροια, που δεν έχω κανέναν και να συνεχίσω σχολείο;». Μου λένε: «Δεν υπάρχει άλλη λύση. Θα χάσεις αυτή τη χρονιά». Οπότε έχασα τη χρονιά και για να μη μείνω, για να προσφέρω και εγώ κάτι στο σπίτι και, γιατί δυσκολευόμασταν γενικά, πήγα στον Καπάνι, στην Αριστοτέλους που είναι το παζάρι, η αγορά και βρήκα ένα μαγαζί που πουλούσε μπαχαρικά, θυμάμαι. Και άρχισα να δουλεύω εκεί. Μου έδινε, πρέπει να μου έδινε εκεί περίπου 20.000 δραχμές την εβδομάδα. Και δούλευα εκεί κάθε μέρα πολλές ώρες, όρθιος, πωλητής και έστηνα και ξέστηνα την... το μαγαζί. Και θυμάμαι ότι ήμουν... εκεί έπρεπε να έχεις και έναν αέρα και να είσαι λίγο εξωστρεφής, να φωνάζεις τον κόσμο να... Εγώ καμία σχέση. Το εντελώς αντίθετο, ντρεπόμουν. Καμιά δύο φορές που το έκανα μετά κοιτούσα τον εαυτό μου: «Πώς ακούστηκε η φωνή μου έτσι;». Και ντρεπόμουν. Ήταν πολύ δύσκολο. Το αφεντικό, θυμάμαι, ήταν από το Ωραιόκαστρο, ο Σωκράτης, ένας χοντρούλης με γυαλιά, με μία πολύ πιο νέα γυναίκα και με... Ο Σωκράτης, κυρίως, με έκανε ερωτήσεις για την Αλβανία, αλλά με έκανε κάτι ερωτήσεις που... Ήμουν παιδάκι δεν το ψιλό καταλάβαινα, γιατί να με ρωτάει. Μου έλεγε π.χ.: «Και τι έχετε εκεί, για πες τι; Έχετε ποτάμια εκεί ξέρω γω, έχετε βουνά, τι τρώτε εκεί, τι κάνετε;». Κάτι πολύ βασικά πράγματα, που δεν έστεκαν. Και γελούσε και μάλλον με κορόιδευε.
Σε ενοχλούσανε αυτές οι ερωτήσεις;
Είχα εγώ είχα μια... Ήμουν γενικά, αν και είχα βιώσει bullying, ενώ θα έπρεπε να είμαι λίγο καχύποπτος ένιωθα μια ανάγκη να επικοινωνήσω. Οπότε λέω ότι, ίσως αυτός ο άνθρωπος θέλει να μάθει πράγματα, απλώς τα ρωτάει με άλλο τρόπο. Δεν ήμουν υποψιασμένος, ότι με κορόιδευε, με ειρωνευόταν. Οπότε του δινα εγώ πληροφορίες, του απαντούσα κυριολεκτικά ό,τι με ρωτούσε. Αυτός γελούσε. Μετά έκλεισε το καλοκαίρι, ξεκίνησα σχολείο εδώ Συκιές. Καμία σχέση τα παιδάκια με... εδώ με τη Βέροια. Πιο ανοιχτοί, είδα πιο πολλά παιδιά απ’ την Αλβανία, φυσικά έφαγα και εδώ bullying, αλλά από παιδιά... από Ρωσοπόντιους, κυρίως, οι οποίοι είχαν κάνει κλίκες και την μπαίναν ειδικά στους νέους, που δε υπήρχαν σε προηγουμένη χρονιά, ήρθαν φέτος στο σχολείο. Και εκεί με προστάτευσαν δύο παιδιά από την Αλβανία, ότι με πήραν στην παρέα τους, οπότε δε με ακουμπούσε κανείς για ένα διάστημα μέχρι να συμφιλιωθώ με το περιβάλλον, να εγκλιματιστώ. Οι καθηγητές ήταν πάρα πολύ καλοί όλοι, ήταν απίστευτοι καλοί. Και οι φιλόλογοι... και καλά οι φιλόλογοι ειδικά ήταν απίστευτοι, πιο ανθρώπινοι πάντα. Έξω οι γείτονες κοινωνικά, πήγαινες να παραγγείλεις κάτι με κούτσα, όχι με πολύ καλά ελληνικά, δεν το παίρναν στραβά, δεν σε κοιτούσαν πολύ περίεργα. Πολύ... είδα τεράστια διαφορά, λέω: «Wow». Αστυνομία, αστυνόμευση δεν υπήρχε, ενώ πέρασε λίγο διάστημα, μικρό διάστημα απ’ τη Βέροια, από το... την επιχείρηση σκούπα του στρατού, ενώ εδώ δεν υπήρχε ούτε ελάχιστοι αστυνομικοί στους δρόμους, τίποτα. Και άρχισα να νιώθω μια ασφάλεια, ότι μπορώ να... μπορούμε όλοι να πηγαίνουμε στις δουλειές μας να λειτουργήσουμε στο σχολείο, να έχουμε τους ρόλους μας. Δεν κυνηγιόμαστε, δεν είμαστε. Τα αδέρφια μου συνέχισαν να δουλεύουν, γιατί χρειαζόμασταν, οικονομικά δεν ήμασταν καλά, έπρεπε να αλλάξουμε σπίτι, δεν το είχαμε επιπλωμένο. Δεν είχαν την τύχη να πάνε σχολείο, όπως και εγώ, να συνεχίσουν το σχολείο που άφησαν στην Αλβανία. Οπότε δούλευαν και οι δύο. Ο ένας οικοδομή, η αδερφή μου εργοστάσια, ενώ εγώ πήγαινα σχολείο. Βρήκαμε και τον θείο εδώ και τα παιδιά του, άρχισα λίγο να κάνω παρέα και με αυτούς, δηλαδή και να προσαρμόζομαι με το ελληνικό στοιχείο, αλλά και να έχω και μία επαφή με το παρελθόν.
Στη Θεσσαλονίκη τι σου έκανε εντύπωση, που δεν το είχες συναντήσει, ούτε στις πόλεις στην Αλβανία που ήσουν, ούτε στη Βέροια, σαν πιο μεγάλη πόλη, ας πούμε.
Ότι οι άνθρωποι ήταν πιο... τέτοιοι, πιο ανοιχτοί και δεν έδιναν τόση σημασία στην καταγωγή, στην διαφορετικότητα. Το ένιωθα αυτό ότι ήταν λίγο πιο... ήταν λίγο πιο συνηθισμένοι. Και είχε πιο, πολύ παραπάνω Αλβανούς από ό,τι στη... δηλαδή δεν υπήρχε γειτονιά ή μέρος που να βρίσκαμε έναν γνωστό μας ή γνωριζόμασταν κατευθείαν. Στα γαλλικά θυμάμαι, και στη Βέροια και στη Θεσσαλονίκη ότι ήμουν πολύ καλός, επειδή είχα κάνει στην Αλβανία Αλβανικά, αντί για Αγγλικά και ήμουν πιο μπροστά απ’ τα άλλα παιδάκια είχα και καλύτερη προσφορά, λόγω των Αλβανικών, μοιάζουν. Οπότε το τόνιζαν πολύ οι καθηγητές αυτό, αλλά δεν ήξερα καθόλου Αγγλικά και ενώ είχα φτάσει στην Αλβανία σε ένα πολύ καλό επίπεδο Ιταλικών απ’ τις ταινίες, επειδή όλα προβάλλονταν στα Ιταλικά, μιλούσα με τις ξαδέρφες μου εκεί Ιταλικά, όχι μόνο εγώ, πολλοί Αλβανοί είχαν καλό επίπεδο. Εδώ μετά άρχισα να μαθαίνω ελληνικά και άρχισα να ξεχνάω τα Ιταλικά και είχα... είχα... δε μου άρεσε αυτό στην αρχή. Άρχισα όσο μεγάλωνα μετά από Δευτέρα Γυμνασίου, Τρίτη και τα λοιπά, άρχισα να νιώθω, να καταλαβαίνω περισσότερα πράγματα, δηλαδή ναι μεν ήταν πιο συγκρατημένοι οι Σαλονικείς να σου δείξουν, όχι την αποστροφή τους, την καχυποψία τους με την καταγωγή και τα λοιπά, ένιωθα ότι υπήρχε. Δηλαδή, σου μιλούσαν τόσο όσο. Σε ρωτούσαν τόσο όσο, αλλά ήταν καχύποπτοι και συγκρατημένοι. Μετά επειδή συνέχισα να ακούω, να ακολουθώ την συμβουλή του αδερφού μου, να παρακολουθώ τηλεόραση, έβλεπα πάρα πολύ τηλεόραση και κυρίως εκπομπές και ειδήσεις, όχι τόσο, αυτός έβλεπε πιο πολύ ψυχαγωγία, ταινίες[01:10:00] και τέτοια, σειρές. Αλλά άρχισα να βλέπω το στερεότυπο του Αλβανού για πρώτη φορά και να το χτίζω στο μυαλό μου, αυτό που, το πώς έχει χτιστεί εδώ άρχισα και εγώ να το χτίζω, το τι εννοούν ακριβώς. Άρχισα να το βλέπω και σε σειρές, δηλαδή εκεί που γελούσα και έκανα με τις σειρές «Κωνσταντίνου και Ελένης», «Δυο ξένοι» και τα λοιπά, το πώς προβαλλόταν ο Αλβανός ήταν πολύ... καθόλου μετρημένο μου ήτανε μπαμ, πάρ’ το. Δηλαδή θυμάμαι στο Κωνσταντίνου και Ελένης πρέπει να είχε ένα επεισόδιο που πάει ένας στο σουπερμάρκετ και κλέβει ένα λουκάνικο κάτι τέτοιο και μετά τους περικυκλώνουν στο σπίτι κάτι. Και τέλος πάντων, άρχισα να ακούω συνέχεια στις ειδήσεις «Αλβανός δράστης», δηλαδή μου είχε μείνει. Ο Αλβανός δράστης, οι Αλβανοί δράστες, Αλβανός δράστης, μου είχε μείνει. Και με το που φόρτωνα από εικόνες και άρχισα να νιώθω περίεργα, άρχισα, δε ξέρω για ποιον λόγο, να νιώθω ένα βάρος. Δηλαδή όταν έβγαινα από το σπίτι, δεν έβγαινα σαν εγώ, που έχω αυτά τα βιώματα, έχω αυτά τα χόμπι, έβγαινα σαν Αλβανός από το σπίτι. Αυτό ήταν τρομερό, δηλαδή έβγαινα με ένα βάρος. Δηλαδή με το που έβγαινα από το σπίτι και συναντούσα τα ελληνόπουλα ή έκανα, πήγαινα σχολείο και τα λοιπά, άρχισε να με κυριεύει μια ευθύνη, κάπως που πλέον τώρα την ερμηνεύω έτσι, τότε δεν την έβλεπα έτσι, αλλά σαν συναίσθημα ότι: «Γιατί εγώ να θεωρούμε αυτό το πράγμα; Ή γιατί να με υποψιάζονται σαν άλλον έναν κακό Αλβανό. Πρέπει με την στάση μου να τους αποδείξω ή να τους δείξω ότι δεν είμαι σαν όλους τους άλλους ή δεν είναι όλοι έτσι ή γιατί να το θεωρούν αυτό, είναι κακό». Αλλά δεν έμπαινα σε λογομαχίες μαζί τους να τους αποδείξω οτιδήποτε, κατευθείαν ντρεπόμουν και πήγαινα στην γωνιά μου, μαζευόμουν. Με το που άρχιζαν να μιλάνε, όχι για εμένα, συνήθως δεν μιλούσαν για εμένα, μιλούσαν για άλλους, για τρίτους. Και ναι, το κουβαλούσα πολύ αυτό το βάρος του Αλβανού. Μετά υπήρχαν πάρα πολλά προβλήματα στο σπίτι, ο αδερφός μου άρχισε να μεγαλώνει, άρχισε σε ανάστημα να είναι... να έχει το ανάστημα του πατέρα μου πλέον, σωματικά ήταν πιο ώριμος, πιο αρρενωπός. Δεν μπορούσε πλέον ο πατέρας μου να τον μαζέψει, να τον χτυπήσει ή να τον χαστουκίσει οτιδήποτε. Άρχισε να παίρνει τον μισθό του, θεωρούνταν… θεωρούσε ότι είναι ανεξάρτητος και δεν έδινε καθόλου λεφτά στο σπίτι. Απλώς ήθελε να γευτεί πράγματα με τα λεφτά που έβγαζε, που δεν είχε βιώσει ποτέ, γευτεί ποτέ. Πρωτόγνωρα για αυτόν. Πήρε μηχανάκι και έβγαινε συνέχεια. Πήγαινε σε καφετέριες, πήγαινε σε μπαρ. Δεν τα ήξερε αυτά και ήθελε να τα γευτεί, αλλά δεν στήριζε το σπίτι. Ήταν ένας από τους λόγους που κάναν συνέχεια καυγάδες, που ήταν πάρα... Ήταν ό,τι χειρότερο για εμένα τότε, μπορεί για κάθε παιδάκι, αλλά και για εμένα, συγκεκριμένα, ήτανε... Δηλαδή θυμάμαι σκηνικά και μέσα στην ημέρα να προσπαθώ να διαβάσω και να μαλώνουν έως και να παίζουν ξύλο και να σπάνε πράγματα, να μην μπορώ να συγκεντρωθώ, να πηγαίνω την άλλη μέρα σχολείο και να τα σκέφτομαι όλα αυτά και να μην μπορώ να συγκεντρωθώ στο μάθημα, στο βιβλίο, σε τίποτα. Θυμάμαι σκηνικά βίας στην οικογένεια και την ώρα που κοιμόμουν, δηλαδή ενώ κοιμόμουν γυρνούσε ο αδερφός μου πολύ αργά από ξενύχτι κτλ. ξεκινούσαν καβγάδες και εκεί που κοιμόμουν έμπαινα κάτω από το πάπλωμα και προσπαθούσα και έκλεινα τα αυτιά μου για να μην ακούσω τα τσιριχτά, τα έπιπλα που σπάγανε και το ξύλο, ας πούμε. Και μερικές φορές κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να το αντιμετωπίσω και απλώς κρυφά, γιατί αν με έβλεπαν, θα με σταματούσαν, έβγαινα από το σπίτι και έπαιρνα βόλτες Θεσσαλονίκη δυο, τρεις ώρες το βράδυ μόνος μου. Και προσπαθούσα να ηρεμήσω έτσι και γυρνούσα, ξέρω γω, χαράματα ή το πρωί. Φυσικά όλο και κάποιος έβγαινε να με ψάξει, αλλά... καμιά αδερφή μου ή η μητέρα μου συνήθως. Και ναι, είχα αυτή το... την απόδραση ότι έπρεπε να φύγω, γιατί δεν μπορούσα να το διαχειριστώ. Και αυτό τράβηξε χρόνια, αυτό το σκηνικό με προβλημάτισε πάρα πολύ, ειδικά στο σχολείο δεν μπορούσα συγκεντρωθώ τίποτα. Αν και είχα μια πολύ μεγάλη δίψα να μάθω πράγματα, ειδικά την γλώσσα. Είχα γραφτεί μόνος μου σε μια βιβλιοθήκη στις Συκιές, ήρθα σε επαφή με κάτι βιβλία έτσι πιο φιλοσοφικά. Με Έλληνες φιλόσοφους πιο παλιούς, ας πούμε. Και δεν ήθελα να διαβάσω απλώς ιστορίες. Ήθελα, σαν να προσπαθούσα να βρω απαντήσεις σε ερωτήματα, διάφορα. Και διάβαζα τέτοιου είδους και αυτά είχαν πιο έτσι πιο πλούσιο λεξιλόγιο από μόνα τους, οπότε άρχισα να εμπλουτίζω την γλώσσα παραπάνω. Μετά άρχισα να κάνω παρέες, κυρίως με ομοεθνείς μου, γιατί μαζευόμασταν σε σχολεία μετά τα βράδια και υπήρχαν πάρα πολλά παιδάκια, θυμάμαι, πάρα πολλά Ελληνόπουλα και Αλβανοί και παίζανε όλοι μαζί, αλλά κυρίως οι Αλβανοί πήγαιναν λίγο στην γωνιά, ήτανε έτσι λίγο πιο... πιο αλάνια, ας πούμε. Ή οι άλλοι τους κοιτούσαν λίγο πιο επίφοβα. Εγώ όμως ήθελα να τα έχω καλά και με τους δυο. Βασικά με συμπαθούσαν και πολλά παιδιά ελληνόπουλα και πήγαινα και τους έκανα παρέα, οι άλλοι όμως με κοιτούσαν περίεργα ότι, «είσαι πουλημένος», ότι «πας να το παίξεις καλός». Υπήρχε ένα έτσι πολύ περίεργο κλίμα και μου την έλεγαν. Εγώ δεν καταλάβαινα γιατί, γιατί είναι αυτό, όλη αυτή η ζήλια ή οτιδήποτε. Προσπαθούσα να τα έχω καλά και με τους δυο, μετά η πλευρά των Αλβανών ήταν, μπλεκόταν πιο συχνά σε καβγάδες με άλλους που είχαν έρθει από έξω, Γεωργιανούς, Καζακστανούς και τέτοιους, απ’ έξω, κυρίως, αλλά και με Ελληνόπουλα αντιδραστικά σε κάτι που τους έλεγαν. Δηλαδή ήταν πολύ οξύθυμοι και δεν ήξεραν και καλά την γλώσσα, το ίδιο καλά με εμένα. Και ο τρόπος ο πρώτος, ο πιο εύκολος, ήταν αυτός η βία, ας πούμε. Εκεί άρχισα να κόβω εγώ από αυτούς, κράτησα παρέα μόνο με έναν που τον θεώρησα ότι είχε μια κάποια ένα επίπεδο κοντά στο δικό μου. Και όλους αυτούς τους αγνοούσα και φυσικά μετά με έδειχναν με το δάχτυλο ότι είμαι ο πουλημένος Αλβανός. Και θυμάμαι και είχαμε και χαρακτηριστικά ματς κάθε Κυριακή Αλβανία-Ελλάδα. Εγώ δεν ήθελα να γίνεται έτσι το ματς, αλλά το κάνανε έτσι, συμφωνούσαν και οι δύο πλευρές Αλβανοί, Έλληνες με Αλβανούς. Και Εγώ ήμουν με τους Αλβανούς πολλές φορές, αλλά δεν με παίρνανε συνήθως, παίρνανε άλλους πιο καλούς από εμένα. Όσες φορές ξεμένανε οι Έλληνες από παίκτες με φωνάζανε, αλλά μόνο εμένα, όχι άλλον Αλβανό. Αυτοί τρελαινόντουσαν, δεν το καταλάβαιναν αυτό. «Είσαι προδότης». Και λέω εγώ: «Μα γιατί;». Ενώ οι άλλοι με δεχόντουσαν. Με δεχόντουσαν, αλλά την ίδια στιγμή κορόιδευαν και έβριζαν τους άλλους. Δηλαδή τον κοινό, τον μέσο Αλβανό τον κορόιδευαν, εμένα όχι όμως. Και μετά πήγα στο Λύκειο, ήθελα... γενικά μου άρεσε πάρα πολύ η γλώσσα, τα νέα ελληνικά και η ιστορία και αυτά και τα γαλλικά και τα αγγλικά, αλλά υπήρχε τότε, θυμάμαι, ένα κλίμα που καθηγητές, είχαμε ένα μάθημα επαγγελματικός προσανατολισμός που μας έπιαναν σε ελεύθερες ώρες εκτός μαθήματος και προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι δεν χρειάζεται να κυνηγήσουμε Πανεπιστήμια, αλλά να κυνηγήσουμε Τεχνικές Σχολές. Μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση αυτό και με επιχειρήματα. «Και με τρία χρόνια Τεχνικής Σχολή είσαι έτοιμος να βγεις στην αγορά εργασίας, αποκτάς skills, δεξιότητες για να...». Και με έπεισαν να πάω σε Τεχνική Σχολή σε Τ.Ε.Ε. τότε, Τεχνικά Εκπαιδευτήρια, στις Συκιές. Και δεν ήξερα τι να αποφασίσω, επικοινωνία με την οικογένεια καμία. Θυμάμαι γενικά σε αυτό το θέμα το τι θα κάνω, τι θα γίνω, καμία επαφή με την οικογένεια. Η οικογένεια ήταν μονίμως ενδοοικογενειακά, ενδοοικογενειακή βία και οικονομικά προβλήματα. Χαρτιά, αυτό μας έχει ταλαιπωρήσει μια ζωή στην Ελλάδα. Πάντα... βασικό θέμα στη συζήτηση μας, στο τραπέζι ήταν τα χαρτιά. Πήγες έβγαλες εκείνο το χαρτί, για πόσο διάστημα, δήλωσες σε αυτόν, αν σου κολλάει ένσημα, δεν ξέραμε καν τι είναι τα ένσημο, αλλά στο περίπου, αν είσαι νόμιμος. Ήταν βασικό θέμα αυτό. Οπότε δεν υπήρχε χρόνος να ασχοληθούν μαζί μου τι να σπουδάσω και τι. Και διάλεξα πληροφορική από μόνος μου, γιατί σκέφτηκα ότι... Αν και δεν είχα ποτέ υπολογιστή, γιατί σκέφτηκα ότι η τεχνολογία θα εξελιχθεί, οπότε είναι, είναι χρήσιμο. Τελείως έτσι αθώα και... Και διάλεξα πληροφορική και εκεί είχα στο ίδιο σχολείο, αλλά όχι στην ίδια τάξη, σε άλλη ειδικότητα, νοσηλευτής, έναν από τα παιδιά τους Αλβανούς που διάλεξα να κάνω εγώ παρέα, ο οποίος είχε έναν χρόνο μόνο στην Ελλάδα και δεν ήξερε καθόλου ελληνικά, αλλά ήταν πολύ καλός μαθητής. Και στο σχολείο, ενώ ήμουν σε ένα προχωρημένο επίπεδο στα Ελληνικά και κοινωνικά, μπορούσα να συναναστραφώ με Ελληνόπουλα και να πατήσω και εγώ καλύτερα κοινωνικά, έβλεπα αυτόν εντελώς μόνο σε μια γωνία να κάθεται να μην του μιλάει κανείς και να τον κοιτάνε περίεργα. Οπότε προσπαθούσα να του δώσω χρόνο και στις δυο πλευρές, αλλά μετά αντιδρούσαν οι άλλοι. Ότι: «Εσύ κάνεις παρέα σε αυτόν και όχι σε εμάς» και κάπως... αλλά τελικά διάλεξα αυτόν. Και τρία χρόνια εκεί δεν μπόρεσα να κάνω παρέες με παιδιά από την τάξη μου, γιατί… και δεν μπορούσα να συγχωνεύσω και τις παρέες, γιατί αυτός ένιωθε πολύ άβολα που δεν ήξερε καθόλου ή όσες φορές προσπάθησε άρχισαν να τον κοροϊδεύουν. Οπότε λέω: «Εδώ είσαι. Ή θα αφιερώσεις χρόνο σε αυτόν», και τον βοηθούσα, του έλεγα κανόνες γραμματικής, ορθογραφίας. Προσπάθησα πάρα πολύ να τον βοηθήσω με τα Ελληνικά του, αλλά έχασα εγώ σε κοινωνικά σε... έχασα κοινωνικά, αλλά δεν πειράζει. Κύλησαν έτσι τρία χρόνια. Μετά έμαθα ότι σχεδόν όλα τα άτομα που έκανα παρέα όταν ήμουν 15, 16 στην εφηβεία μου[01:20:00], οι περισσότεροι έμπλεξαν με ναρκωτικά, είτε σαν χρήστες, είτε σαν βαποράκια. Οι οικογένειες τους ήτανε σαν την δικιά μου, κατεστραμμένες, δηλαδή επειδή ήμασταν από την ίδια... είχαμε την ίδια καταγωγή και είχαμε ίδια βιώματα, ήμασταν λίγο πιο ανοιχτοί στο να μοιραστούμε πράγματα. Οπότε έλεγε ο άλλος: «Ο πατέρας μου γύρισε μεθυσμένος. Γύρισε... τα είχε παίξει όλα στον τζόγο. Έδειρε τη μάνα μου. Χτύπησε το...». Όλοι μοιραζόντουσαν σκηνικά και ήταν όλοι από άγριες οικογένειες. Και οι περισσότεροι μπλέξανε με ναρκωτικά και... Οπότε εκεί σκέφτηκα ότι καλώς είχα ξεκόψει και διάλεξα άλλον δρόμο, και πήγαινα που και που στην βιβλιοθήκη και διάβαζα, αλλά διάβαζα... Τώρα που το σκέφτομαι όλο αυτό ότι διάβαζα και μπήκα σε αυτό το τριπάκι, όχι μόνο επειδή είχα μια δίψα να μάθω γνώσεις, αλλά ήταν και το άλλο, ότι κουβαλούσα ένα βάρος, ότι πρέπει να αποδείξω ότι είμαι διαφορετικός, ότι δεν είμαι κακοποιός, δεν είμαι το ένα, δεν είμαι το άλλο, αλλά μια χαρά και εγώ μπορώ να είμαι να διαβάσω, να σπουδάσω κτλ. Και να έχω μια παιδεία, μια σωστή συμπεριφορά μπροστά σε όλους. Έπαιξε πολύ ρόλο. Μετά θυμάμαι το 2004 μετά το Euro της... που κέρδισε η Ελλάδα, η Εθνική Ομάδα ποδοσφαίρου, είχα πάει... Εγώ ήμουν, αν και ήμουν πιο κοντά με την Ελλάδα από άλλους φίλους μου, οι άλλοι ήταν πιο ενθουσιώδεις, πιο εκδηλωτικοί στην νίκη της χώρας, της εθνικής ομάδας. Εγώ ήμουν πιο συγκρατημένος, αλλά χάρηκα, εννοείται ότι χάρηκα πάρα πολύ. Και ήμουν με Ελληνόπουλα και βλέπαμε το ματς και τα λοιπά. Και μετά πέρασαν κάποιοι μήνες, πέρασε το καλοκαίρι και ήρθε το πρώτο ματς Αλβανίας – Ελλάδας, το πρώτο ματς μετά το Euro. Και το έβλεπα, θυμάμαι, στο σπίτι ενός φίλου μου που έκανα παρέα, ενός άλλου φίλου Αλβανού που γνώρισα, που ήταν πολύ ήσυχος και στα δικά μου νερά, σε κεντρικό σημείο στη Νεάπολη, στον Μαύρο Γάτο. Αυτός είχε και μπαλκόνι που έβλεπε όλη την κεντρική πλατεία. Τελειώνει το ματς βγαίνουμε στο μπαλκόνι και ακούμε κόρνες, πράγματα να σπάνε, τσιρίδες, ουρλιαχτά. Με έπιασε μια... θυμήθηκα τα βιώματα μου από την Αλβανία, τι γίνεται ότι: «Και εδώ αυτά θα βιώσω; Τι είναι αυτό τώρα;». Και μετά μαθαίνω ότι, άκουγα και τα αλβανικά, πολλοί Αλβανοί πανηγύριζαν τη νίκη οι Έλληνες αντιδρούσαν. Η αναλογία ήτανε... υπήρχε μια δυσαναλογία και τους έδερναν, ας πούμε. Και φοβήθηκα, από εκείνο το σπίτι, μέχρι το δικό μου που ήταν 400 μέτρα πιο κάτω να... περπατούσα γρήγορα και τους κοιτούσα όλους τριγύρω. με κοιτούσαν και οι άλλοι. Οι άλλοι μάλλον, προφανώς, με κοιτούσαν επειδή τους κοιτούσα περίεργα. Και λέω: «Τώρα θα καταλάβουν ότι είμαι Αλβανός και θα με βάλουν θα με δείρουν. Πρέπει να τρέξω γρήγορα να πάω σπίτι μου». Και έκανα πόσες μέρες να βγω έξω, να παίξω με τα παιδιά, γιατί φοβούμουν ότι θα μου επιτεθούν. Μετά έβλεπα από τις ειδήσεις και από βίντεο απίστευτα που σταματούσαν στον κόσμο, στον δρόμο κόσμο και τους δέρνανε, ας πούμε. Ή έμαθα από γείτονές μου ότι ο άλλος ήταν με γυναίκα και μικρό παιδί πάτησε απλώς κόρνα και τους έβγαλαν έξω και τους δείρανε, ας πούμε. Πολύ άγριες εμπλοκές. Και για θανάτους ακόμα, μαχαίρωσαν κόσμο και λέω: «Wow», λέω. Εκεί που είχα ήδη ένα βάρος του να αποδείξω ότι... ή κουβαλούσα αυτό το βάρος της καταγωγής, «Τώρα είναι», λέω, «τρισχειρότερο, τώρα τι κάνω;». Οπότε απέφευγα κάθε συζήτηση από εκείνο το σημείο και μετά αναφορά στην Αλβανία. Αν με ρωτούσες, βέβαια, θα σου απαντούσα, αλλά δεν ρωτούσαν οι άλλοι. Εγώ απέφευγα, ήτανε ένα κομμάτι κρυφό, δικό μου που δεν το άγγιξα πολλά χρόνια, ας πούμε. Μετά θυμάμαι παίζει να είναι από τις σκηνές τις πιο θλιβερές που με έχουνε... στο θέμα το ελληνοαλβανικό το ρατσιστικό, αλλά δεν ήτανε προσωπική, δεν ήταν προσωπική επίθεση, ας πούμε. Ήμασταν στην τάξη, είχαμε μια καθηγήτρια στην πληροφορικής, αλλά κάναμε Γενικής Παιδείας μάθημα. Και είχαμε μια καθηγήτρια που μας έκανε, που ήτανε λίγο αριστερή, συγκεκριμένα ήταν κομμουνίστρια και μας μιλούσε συνέχεια για δικαιώματα και πορείες και τέτοια. Και σκέφτηκε η κυρία να πειραματιστεί, να ανοίξει το θέμα «ο Αλβανός σήμερα στην Ελλάδα», ξέρω γω. Και το τι έχω ζήσει για 45-50 λεπτά, πόσο διήρκησε το μάθημα δεν... ήθελα να με καταπιεί η γη. Το τι άκουσα εκεί πέρα από παιδιά, από παιδιά που δεν μου είχαν δείξει άλλη φορά το μίσος ή την αποστροφή που είχαν προς τους Αλβανούς. Δηλαδή από παιδιά που είχα παίξει πόσες φορές και είχαμε ανταλλάξει παιχνίδια, είχαμε συνεργαστεί, να λένε τα χειρότερα με ένα μίσος απίστευτο και θυμάμαι, συγκεκριμένα, τα κορίτσια βέβαια δεν έλεγαν όλες, μόνο λίγα κορίτσια και όλα τα αγόρια έλεγαν. Και θυμάμαι μια κοπέλα που ήταν δίπλα μου, που ένιωσε πάρα πολύ άσχημα, βασικά προσπάθησε να με υπερασπιστεί κάπως και λέει: «Δεν είναι όλοι έτσι και τα λοιπά». Και μετά πετάγεται η καθηγήτρια. Η καθηγήτρια όσο γινόταν όλα αυτά δεν κατάλαβε την θέση μου, το πώς ένιωθα εγώ και ότι είχα κοκκινίσει, ίδρωνα, άρχισα να τρέμω. Και έλεγε: «Α, για πες και εσύ, α για πείτε. Και εσύ και εσύ». Λες και έκανε κοινωνικό πείραμα. Και λέει μετά: «Να σας διακόψω λίγο παιδάκια», λέει, «εδώ έχετε όμως τον συγκεκριμένο μαθητή που είναι διαφορετικός, αυτό δεν έχει αλλάξει;». Και λέγανε αυτοί: «Εντάξει τυχαίνει, τι να κάνουμε τώρα. Ο κανόνας είναι άλλος όμως, αυτή είναι η εξαίρεση. Εντάξει τυχαίνει. Και αυτόν δεν τον ξέρουμε πολύ καλά, αλλά εντάξει τυχαίνει, αυτός δεν έχει δείξει τέτοια σημάδια, αλλά όλοι οι άλλοι είναι έτσι, είναι έτσι». Πω... φρίκη, φρίκη, φρίκη, φρίκη. Ήταν απίστευτο.
Εσύ μετά πώς–
Μετά στα διαλείμματα ήμουν αμήχανος τελείως. Αμήχανος δεν... Αυτοί και αυτοί ήταν λίγο απόμακροι μετά τις επόμενες μέρες προσπαθούσαν να με ξαναπροσεγγίσουν. Και εγώ χαλάρωσα λίγο και άρχισα και εγώ να τους δίνω αέρα, αλλά δεν αγγίξαμε αυτό το θέμα ποτέ ή να μου πουν: «Κοίταξε...». Εντάξει και παιδιά θα μου πεις. Εγώ μετά συνέχιζα να στηρίζω τον άλλον τον φίλο μου να προσαρμοστεί, να εγκλιματιστεί. Θυμάμαι γενικά εφηβικά χρόνια όσες φορές προσπάθησα να κάνω, να γνωρίσω μια κοπέλα ή να επισυνάψω μια γνωριμία ή σχέση υπήρχε μια έτσι λίγο, έτσι το έπαιρνα εγώ, ήταν λίγο συγκρατημένες. Ή θυμάμαι όταν έβγαινα, άρχισα να βγαίνουμε έξω τότε, όχι πολύ συχνά, σε μαγαζιά 15-16 χρονών και γνώριζα κορίτσια, ας πούμε, θυμάμαι με το που άκουγαν το όνομα στην αρχή γυρνούσαν και έφευγαν, ενώ είχαμε μιλήσει, γνωριστεί για πράγματα. Μετά λέγαν: «Α, το όνομά σου δεν μου είπες». Και κάθε φορά που έλεγα το όνομά μου τραβιόντουσαν. Μετά λέω: «Γιατί»... λέω εγώ, μου έλεγαν κάποιοι: «Καλά και εσύ γιατί λες το δικό σου; Πες όπως όλοι ένα ελληνικό όνομα, ακούγεται άσχημο». Ήμουν 15 χρονών περίπου και λέω: «Λες;». Και άρχισα μια περίοδο να λέω: «Κώστας». Αλλά φυσικά το καταλάβαιναν από την προφορά ή από κάποιες λέξεις και όρους που δεν καταλάβαινα εγώ ότι είμαι ξένος, οπότε είχα το ίδιο αποτέλεσμα. Μετά το σκέφτηκα και λέω: «Όχι. Γιατί, γιατί να το κρύψω εγώ αυτό;». Μετά άρχισα να το βλέπω λίγο εγωιστικά, όχι άμα θέλουν θα με γνωρίσουν και θα με αποδεχτούν όπως είμαι, ενώ όλοι οι άλλοι φίλοι μου είχαν ελληνικά ονόματα, όσους Αλβανούς ήξερα και όλοι και ο πατέρας μου στην δουλειά είχε άλλο. Τον πατέρα μου τον φωνάζανε Γιάννη, τον αδερφό μου Ανδρέα. Και μου ‘κανε εντύπωση που το λέγανε οι γνωστοί μου και οι φίλοι, οι συγγενείς, ότι όταν τους ρωτούσε ο Έλληνας: «Πώς σε λένε», έλεγε ο άλλος: «Τάδε, έχω τάδε όνομα». Δεν έλεγαν κάποιο όνομα που να μοιάζει, έλεγαν γελώντας, ότι σε φάση έλεγε ο άλλος, ξέρω γω, «Εριόν». «Α, Περικλής». Και το κάναν κάπως εσκεμμένα αυτό, ότι δεν μας νοιάζει αρκεί να είναι ελληνικό. Και εγώ πήρα την απόφαση, τότε μικρός ότι δεν το αλλάξω, θα το κρατήσω το όνομα που έχω και ό,τι γίνει. Και μου κόστισε αυτό. Γιατί η πρώτη γνωριμία είναι σημαντική, το πώς συστήνεσαι σε κάποιον είναι πολύ σημαντικό. Οπότε ο άλλος με το που άκουγε αλβανικό όνομα τραβιόταν. Οπότε μετά διάλεξα σαν μέθοδο γνωριμίας κτλ. ήταν το πρώτα social media τότε, π.χ. το My Space, το Tagged, το h5 νομίζω κάτι τέτοια. Και λέω: «Θα προσεγγίσω κόσμο από εκεί, θα γνωρίσω κόσμο από εκεί». Γιατί εκεί πέρα, ειδικά το My Space είναι για μουσική, έχετε κοινά χόμπι, βλέπεις τον άλλον τι κοινά χόμπι έχει και μετά πιάνεις συζήτηση και λέω: «Θα το πάω έτσι, από το να συστηθώ κατευθείαν». Και εκεί απέφευγα να συστήνομαι και μιλούσαμε για άπειρα πράγματα και έβρισκα κόσμο που ταιριάζαμε πάρα πολύ σε πάρα πολλά πράγματα. Όχι τα τρομερά βιώματα που είχα εγώ. Πιο ήρεμα παιδιά, αλλά μουσική, βιβλία και αυτά. Και με το που έφτανε η στιγμή να με ρωτήσουν, μπλοκ. Μπλοκ, διαγραφή, δεν απαντούσανε. Οπότε έτρωγα και εκεί τη... κάποια, έφαγα και εκεί τα χ, τις απορρίψεις τις κοινωνικές. Η κατάσταση άλλαξε λίγο όταν τελείωσα το... Α έδωσα και... ήθελα να δώσω και Πανελλήνιες, αλλά, προφανώς, δεν μπορούσα να διαβάσω και να συγκεντρωθώ. Βασικά όλοι οι φίλοι που πήγαιναν σε φροντιστήρια, ενισχυτικά και τέτοια, εγώ καθόλου. Εγώ μόνο στη γλώσσα ήμουνα καλός, χωρίς να διαβάσω, ήθελα δουλειά στα άλλα, μαθηματικά και ειδικότητα. Δεν πολύ προσπάθησα βασικά, γιατί δεν είχα... ήταν... στο σπίτι ήταν πολύ άγρια τα σκηνικά πάλι, δεν σταμάτησαν[01:30:00], δεν μπορούσα να... Επίσης, λίγο θυμάμαι πριν την περίοδο των Πανελλαδικών, η αδερφή μου που είχε παντρευτεί τότε και ήτανε με μικρό παιδί, ή τότε... τότε ήτανε; Βασικά είχε, είχε χωρίσει νομίζω, πρέπει να ήταν στα χωρίσματα κάτι τέτοιο. Οπότε μας ανάγκασε να αλλάξουμε σπίτι μεγαλύτερο, για να πάρουμε και την αδερφή μας μαζί, είχε χωρέσει και η αδερφή μου. Και μας είχε απασχολήσει πολύ, μας είχε ανησυχήσει πολύ αυτό το σκηνικό. Βασικά, γενικά όταν ήμουν σπίτι δεν έβρισκα ηρεμία. Έκανα συνέχεια βόλτες μόνος μου, μπας και ηρεμήσω. Δεν τα έλεγα σε κανέναν αυτά. Ούτε ομοεθνείς μου, προφανώς όχι σε ξένους. Γενικά οι ντόπιοι που φαινόταν πολύ ασυνήθιστοι σε τέτοια σκηνικά, φαινόνταν πολύ πιο ήρεμοι και πιο... πιο κομπλέ. Δεν είχανε ενδοοικογενειακή βία τώρα και... χαρτιά και τέτοια ήταν άλλη φάση. Μιλούσαν μόνο για ενδιαφέροντα, που έπαιρνα εγώ από αυτό. Η συναναστροφή μου με τέτοια άτομα, που μιλούσαν για τέτοια πράγματα μου έδινε μία ηρεμία. Απέτυχε προφανώς, απέτυχα προφανώς να περάσω οπουδήποτε. Μετά το Λύκειο κράτησα παρέα με ένα παιδί, συμμαθητή μου, ο οποίος ήταν από την Αρμένια και επίσης, έτρωγε τρομερό bullying στο σχολείο. Αυτός ήρθε στη Δευτέρα Λυκείου, έκανε Δευτέρα και Τρίτη στη τάξη μου, Πληροφορική. Αλλά εμφανισιακά είχε κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και έτρωγε τρομερό bullying από όλη τη τάξη. Εγώ προσπαθούσα να τον... Πρώτον δεν τον κορόιδευα όπως οι άλλοι και ήμουνα ο μόνος που του έκανα παρέα αυτουνού. Δηλαδή τα λέγαμε στο διάλειμμα οι δυο μας. Οπότε είχα απ΄ τη μία τον άλλον απ’ την Αλβανία, είχα και αυτόν. Και δεν μπορούσα και αυτούς να τους συγχωνεύσω και προσπαθούσα να μοιράσω τον χρόνο μου. Και υπήρχε και ένα άλλο παιδάκι από... Έλληνας, Ελληνόπουλο, αλλά ήτανε μάρτυρας του Ιεχωβά και, αν και μικρός, είχε χάσει τα μαλλιά του, είχαν πέσει τα μαλλιά του, είχε πολύ ιδιαίτερη φυσιογνωμία. Τελείως αμήχανα σωματικά, κινησιολογικά, αμήχανο άτομο, δεν έπαιζε... ήταν, ασχολούνταν μόνο με τους υπολογιστές, είχε πολλές γνώσεις πάνω στους υπολογιστές. Ήταν ο λεγόμενος geek, ξέρω γω, nerd. Και αυτόν τον κορόιδευαν πάρα πολύ κυρίως για την θρησκεία του. Και πονούσε πολύ η ψυχή μου όταν το έβλεπα αυτό, ήταν πολύ αθώα ψυχή αυτός. Είχε πατέρα καπετάνιο, που πατούσε στο σπίτι μια φορά στα πέντε, έξι χρόνια, δεν είχε γνωρίσει τον πατέρα του. Και ναι, προσπαθούσα και με αυτόν, έβλεπα δηλαδή, είδα άτομα που περνούσαν πράγματα που είχα περάσει και εγώ, κυρίως στις αρχές. Και μετά άρχισα να συνειδητοποιώ ότι επειδή εγώ ανέβαινα λίγο στην εκτίμηση των υπολοίπων σε θέματα, σαν μαθητής, επειδή τους έκανα εγώ παρέα τους άλλους, άρχισαν και οι άλλοι λίγο να τους προσεγγίζουν, να τους πλησιάζουν, όχι πολύ όμως. Τέλος πάντων, μετά τελείωσα το Λύκειο σχετικά μεγάλος, γιατί είχα χάσει δύο χρόνια.
Όλο αυτό το διάστημα που μένατε στην Ελλάδα, επαφές με την Αλβανία είχατε; Πηγαίνατε επισκέψεις και τέτοια;
Εγώ πρώτη φορά πήγα Αλβανία το 2010. Όχι ‘10, συγγνώμη, συγγνώμη πιο παλιά, το ‘08. Πιο πριν δεν είχα πάει. Μέχρι το 2003, δηλαδή τον πρώτο χρόνο που ήρθα Θεσσαλονίκη, εγώ έπαιρνα μία θεία μου, συγκεκριμένα, και έλεγα ότι: «Πάρε με. Θέλω να φύγω». Άρχισα να πιέζομαι πάρα πολύ κοινωνικά, να διογκώνεται αυτό το του Αλβανού και λέω: «Θέλω να φύγω από εδώ. Τι δουλειά έχω εγώ εδώ, θέλω να γυρίσω εκεί που νιώθω άνετα». Και σχεδόν έκλαιγα. «Θέλω να φύγω». Μετά από ένα σημείο και μετά, μετά δεν ήθελα να φύγω, γιατί άρχισα να μαθαίνω πράγματα, να εμπλουτίζω τις γνώσεις μου. Και λέω: «Όχι. Θέλω να μάθω περισσότερα, να εγκλιματιστώ», και τέτοια.
Την πρώτη σου επίσκεψη στην Αλβανία την θυμάσαι; Πώς ήταν;
Την θυμάμαι. Με έπιασε μια συγκίνηση. Με το που περάσαμε τα σύνορα, μιλούσαν όλοι αλβανικά. Είδα κινήσεις, εκφράσεις, γλώσσα του σώματος που είχα συνηθίσει, ας πούμε. Οι άνθρωποι πιο χύμα, πιο εγκάρδιοι, πιο εκφραστικοί πιο έτσι, πιο λαϊκοί, ας πούμε. Είδα το σόι μου, το ένα το άλλο, αλλά μετά από μερικές μέρες ήθελα να φύγω δηλαδή. Άρχισα να βλέπω πράγματα που δεν μου άρεσαν. Είτε και υποδομές και οι άνθρωποι μου φαίνονταν λίγο πιο μικροπρεπείς, ασχολούνταν με μικροπράγματα με... άρχισα να μην... ή άρχισα να σκέφτομαι το μέλλον ίσως, δεν ξέρω. Και λέω ότι: «Όχι, καλύτερα να φύγω από εδώ». Είχαμε γυρίσει, συγκεκριμένα, για να βγάλουμε διαβατήρια, γιατί είχαν λήξει τα προηγούμενα.
Υπήρχε, αφού επέστρεψες στην Ελλάδα, υπήρχε κάποια συγκεκριμένη στιγμή, κάποια γνωριμία με συγκεκριμένους ανθρώπους ίσως, που εσύ άρχισες να νιώθεις πιο άνετα;
Από ό,τι έχω πει, μέχρι τώρα, όπως καταλαβαίνεις, έχω αλλάξει πάρα πολλές σπίτι και γειτονιές. Δηλαδή έφυγα από το Πρένιας πήγα στο Λούσνιε άλλοι φίλοι, ενώ είχα δεθεί με κάποια άτομα. Μετά στη Βέροια στο πρώτο σπίτι άλλες παρέες, στο άλλο άλλες. Άλλαζα συνέχεια παρέες και φίλους, δηλαδή μου είχε, άρχισε να με κουράζει λίγο. Όταν έμενα στην στο πρώτο μας σπίτι στη Θεσσαλονίκη, στην αλάνα με τις πολλές εθνικότητες, ας πούμε, και εκεί βρήκα κάποια παιδιά που άρχισα να κάνω παρέα, δύο συγκεκριμένα, ήμασταν τρεις φίλοι συνέχεια, που είχαμε προβληματικές οικογένειες και αυτό σαν να μας έδεσε, γιατί όπως είπα και προηγουμένως, οι άλλοι, τα Ελληνόπουλα ήταν λίγο πιο... πιο καλά οικογενειακά και κοινωνικά. Δεν είχαν... και να προσπαθούσαν να αναφέρεις κάτι σε κοιτούσαν σαν εξωγήινος, σου λέει: «Τι είναι αυτό τώρα;». Τελείως άλλο background. Ενώ με αυτούς σαν να βρήκαμε κοινά. Ο ένας ήταν Ρωσοπόντιος, ο άλλος ήταν Ελληνόπουλο, αλλά είχαν προβλήματα, χωρισμένοι γονείς και τέτοια. Σαν να μας έδεσε αυτό, αλλά μετά από δύο χρόνια ο ένας πήγε στρατό, το Ελληνόπουλο και όταν βγήκε είχε επηρεαστεί από, είχε γίνει εθνικιστής. Και μου είπε ότι: «Δεν σου κάνω πια παρέα», και κάτι τέτοια, κάπως έτσι. Ο άλλος πήγε στο εξωτερικό, στη Γερμανία, είχε το σόι του. Οπότε μου είχε μείνει μόνο ένας φίλος, αυτός που είχε... είχε έρθει πρόσφατα απ’ την Αλβανία, που ήτανε... για κάποιον λόγο είναι, ήτανε πολύ ώριμος για την ηλικία του. Πολύ μετρημένος και κάναμε πολύ ωραίες συζητήσεις για τα πάντα με αυτό το παιδί. Φιλοσοφικά, υπαρξιακά, κοινωνικά, σχολιάζαμε τα πάντα. Αυτός μου έδωσε πολλά. Αλλά ήτανε ελάχιστες οι σχέσεις, οι παρέες, ελάχιστες οι επαφές που είχα.
Καθώς μεγάλωνες μετά;
Καθώς μεγάλωνα... Άλλαξε λίγο θετικά όταν τελείωσα το Λύκειο. Απέτυχα τις πανελλήνιες, ήμουν 20 χρονών και έπιασα την πρώτη μου δουλειά. Δούλευα αποθηκάριος, άρχισα να παίρνω τον πρώτο μου μισθό και τα λοιπά, να έχω ευθύνες, υποχρεώσεις και τέτοια. Έμενα, βέβαια, με τους γονείς μου ακόμα. Και κράτησα παρέα με τους δύο φίλους μου αυτούς, τον έναν που ήταν ομοεθνής και με τον άλλον που έτρωγε bullying. Και αυτός ο Αρμένιος πέρασε σε μια σχολή στις Σέρρες και ήταν φοιτητής πλέον και άρχισε να αλλάζει σαν άνθρωπος, να είναι πιο κοινωνικός, να έχει παρέες και άρχισε να με βάζει και μένα σε πιο φοιτητικές παρέες, ας πούμε, και εκεί είδα τρελή διαφορά, ας πούμε, καμία σχέση. Δηλαδή όσους φοιτητές γνώριζα ήταν πιο φιλικοί, πιο ανοιχτόμυαλοι, πιο δεκτικοί, αλλά και πάλι στο... το γυναικείο, το άλλο φύλο πάλι ήτανε καχύποπτο και επιφυλακτικό. Θυμάμαι είχα γνωρίσει μία κοπέλα... Επίσης, λόγω της μουσικής, άκουγα ροκ μέταλ, γνώρισα τα αντίστοιχα άτομα. Και στις πρώτες γνωριμίες, θυμάμαι, ήταν μία κοπέλα στην παρέα που ήταν πολύ καχύποπτη απέναντί μου και λέει, μου λέει: «Μη το πάρεις προσωπικά», μου είχε πει, «αλλά εμένα μια φορά ένας συμμαθητής μου από την Αλβανία μου είχε κλέψεις κάτι», ας πούμε τα μολύβια μου. «Και θεωρώ ότι οι Αλβανοί είναι φίδια και τέτοια. Και συμφωνούν και οι φίλες μου», κάτι τέτοια χαζά. Ναι. Αλλά γενικά ήταν και λόγω της ηλικίας και της ωριμότητας είχαν πιο... άλλη αντιμετώπιση. Ήταν κομπλέ, στα τυπικά όμως μαζί μου. Κανείς δεν προσπαθούσε να εμβαθύνει, το να με γνωρίσει. Δεν είχε τη περιέργεια ή κάτι τον σταματούσε να έχει περιέργεια να μάθει για εμένα, ενώ εγώ είχα. «Οι παππούδες σου πού είναι, σε ποιο χωριό. Η μάνα σου σε ποια πλευρά, σε ποια γωνιά της Ελλάδας μένει; Τι φαγητά τρώτε;» Αυτοί τίποτα. Ποτέ τίποτα. Απλώς για καφέ, παρέα ξες έτσι, πολύ επιφανειακά, αλλά κομπλέ, το χρειαζόμουν αυτό. Και όσο περνούν τα χρόνια, περνούσαν τα χρόνια μου έκανε εντύπωση αυτό, πώς δεν με έχει ρωτήσει κανείς τίποτα. Ούτε για ένα φαγητό, ούτε για μία συνήθεια, χειρονομία, λέξη, λέξη, τίποτα, τίποτα, τίποτα για την Αλβανία. Μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση και συνεχίζει να μου κάνει εντύπωση. Μετά άρχισα να συνειδητοποιώ ότι όλη αυτή η χώρα δεν ξέρει τίποτα για την Αλβανία, μηδέν πληροφορία. Στα ακραία σκηνικά τότε δεν είχε μάθει τίποτα, δεν είχε πληροφορία. Και ίσως είναι λίγο έτσι, πώς θα γίνει το... το ξεκίνημα, ξέρω γω. Στο επαγγελματικό τώρα, στη δουλειά επειδή ήμουν και αποθηκάριος, αλλά κυρίως [01:40:00]έβγαινα και στη διανομή στη πόλη και είχα επαφή με μαγαζιά κτλ. ήταν κομπλέ όλοι, πελάτες και οι συναναστροφές, απλώς και αυτοί με το που άκουγαν αλβανικό όνομα και αυτοί ήταν λίγο... ένα στιγμιαίο, μια παύση στιγμιαία στη γλώσσα του σώματος τους. Και εσύ το καταλάβαινες αυτό και ωπ αλλάζεις. Το έπαιρνες αρνητικά και ένιωθες περίεργα. Απ’ τα θετικά δεν είδα κάποια, εκτός του ότι είχανε στάνταρ ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα, αυτό μου είχε κάνει εντύπωση, επειδή σε χώναν σε διάφορες και ότι απαιτούσαν ότι θα το κάνεις. Και απλώς υπάκουγες. Δεν το απαιτούσε αυτό από Έλληνες, ας πούμε, εργαζόμενους, συγκεκριμένα από μένα. «Κάνε εκείνο, κάνε το ένα και το άλλο».
Χρειάστηκε ποτέ να–
Θυμήθηκα ένα σκηνικό. Σε αυτή τη πρώτη μου δουλειά, ενώ δεν είχα θέματα με τα αφεντικά, που ήταν δύο αδέρφια, είχανε και τον πατέρα τους, που ήταν μόνιμα εκεί, είχαν και ένα θείο αυτοί, δηλαδή ήταν και ένας γέρος, καμία εβδομήντα φεύγα, που δεν είχε βγει σύνταξη ακόμα για κάποιο λόγο, ο οποίος ενώ ήταν παλιά αυτός αποθηκάριος και μάλλον ζήλευε που βάλανε εμένα αποθηκάριο και έκανα εγώ κουμάντο, είχαμε μία έχθρα με αυτόν. Με έβριζε κάθε μέρα, ας πούμε. Και ξεκινούσε από... λόγω δουλειάς, μετά με έλεγε: «Κωλοαλβανέ», και τέτοια. Μου έβριζε συνέχεια την καταγωγή. Και εγώ ενώ έκανα υπομονή και δεν του έδινα σημασία, σε κάποια φάση του έλεγα και εγώ. Μου έλεγε αυτός: «Γαμώ την Αλβανία», του έλεγα και εγώ: «Γαμώ για την Ελλάδα», από αντίδραση. «Α, έτσι», λέει, «ε; Θα το πω στο αφεντικό». Και λέω: «Πες το». Και είχαμε κάθε μέρα αυτή την έχθρα και ενώ άρχισα να μη του δίνω, δεν του’ δινα σημασία, ήτανε κουραστικό, δηλαδή άρχισε να με κουράζει και να με πιέζει, δηλαδή δεν γίνεται κάθε μέρα να βλέπω την μούρη του και να με λέει: «Κωλοαλβανέ». Και πάλι δεν πήγα στο αφεντικό να το αναφέρω, το είπα μόνο σε έναν συνάδελφο. Δηλαδή συνεχίζει αυτό το ότι δεν ανοιγόμουν σε κάποιον, πάλι μέσα μου το κουβαλούσα.
Και πώς σταμάτησε αυτό;
Αυτό σταμάτησε όταν έφυγα απ’ τη δουλειά, αλλά έφυγα για άλλους λόγους. Απλήρωτες υπερωρίες. Τρία χρόνια υπερωρίες, δηλαδή γιορτές και καθημερινές, έξι, δούλευα έξι στα εφτά, τελείωνα 19:00-20:00 το βράδυ, δεν είχα χρόνο, ο μόνος από τη παρέα, επειδή όλοι οι φίλοι μου ήτανε φοιτητές. Δεν είχα χρόνο να συναναστραφώ. Είχα μόνο μια Κυριακή. Απλήρωτες υπερωρίες. Πρωτοχρονιά να σχολάς 23:00, Πάσχα να μην... μία μέρα μόνο να κάθεσαι, άδεια καλοκαιρινή πού την είδατε και είχαν μαζευτεί όλα αυτά και μία μέρα φεύγω και τα λοιπά. Πήρα τηλέφωνο, θυμάμαι, είχα πάει στη Σ.Δ.Ο.Ε, κάπου είχα πάει, να καταγγείλω ότι με... έφυγα από κάπου, αλλά δεν μου πλήρωνε υπερωρίες κτλ. και μου είχαν πει: «Κοίταξε φιλαράκι άμα είναι για... Από ό,τι καταλαβαίνω, είναι από εκδίκηση, οπότε καλύτερα να μην το κυνηγήσεις, θα βγεις χαμένος». Και με είχε πείσει ο τύπος από το τηλέφωνο ότι να μην το κυνηγήσω. Συν ότι μόνο των τελευταίων έξι μηνών δεδουλευμένα μπορείς να διεκδικήσεις νομικά, πρέπει να έχεις μάρτυρες και με έπεισε γενικά να μην το κυνηγήσω. Και βγήκα σε ταμείο στη χειρότερη περίοδο των τελευταίων χρόνων στην Ελλάδα, στην ακμή της κρίσης, το 2010. Ενώ είχα πάρει και αμάξι, αυτοκίνητο για να πηγαίνω στη δουλειά κιόλας. Είχα και αυτή την... το χρέος, το πλήρωνα. Και άρχισα να βλέπω από ομοεθνείς μου το τι γίνεται. Κατέρρευσε η οικοδομή, γιατί όλοι δούλευαν σε οικοδομές, όσους ήξερα. Είχαμε επισυνάψει σχέσεις με πάρα πολλούς ομοεθνείς μας, οι οικογένειες μας. Και όλοι μου έλεγαν: «Καλά είσαι χαζός, έφυγες από δουλειά; Δεν ξέρεις τι γίνεται τώρα; Και δουλειά όχι σε οικοδομή, πας καλά;». Εγώ όμως δεν είχα επαφή με το εργασιακό. Ήμουν δουλειά και ένα... μια Κυριακή Σάββατο βράδυ έβλεπα κάναν φίλο μου φοιτητή γνωστό, πολύ επιφανειακά πράγματα. Δεν είχα καθόλου, δεν ήμουν σε επαφή ούτε με το εργασιακό, τίποτα, ούτε με πολιτική τίποτα. Είχα αυτή τη ρουτίνα, δουλειά σπίτι, η οποία ήταν και πολύ βάναυση, η φθορά. Μετά άρχισα να συνειδητοποιώ ότι, «Τι θα κάνω τώρα;». Έψαχνα δουλειά, δεν έβρισκα. Έστελνα παντού βιογραφικά, ότι δουλεύω τρία χρόνια αποθηκάριος: «Κάτι», λέω, «κάτι θα πιάσει. Απορρίψεις από παντού, παντού. Κανείς δε με έπαιρνε τηλέφωνο, από γνωστούς, τίποτα. Οι ομοεθνείς μου άκουγα ότι φεύγουν σε διάφορες χώρες. Όσοι είχαν καταφέρει και είχανε βγάλει χαρτιά διαμονής με δυνατότητα μετανάστευσης σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα την έκαναν. Ή ψάχνανε άκρες. Θυμάμαι ένας παιδικός μας, οικογενειακός φίλος, πλήρωσε αυτός με τη γυναίκα του από 10.000 ευρώ το άτομο για να πάνε παράνομα στην Αμερική. Όπου έβρισκε ο καθένας έφευγε. Φύγανε πάρα πολλοί. Και άρχισα να βλέπω... αν και μεγάλος περνούσα από γειτονιές που... και σχολεία που αράζαμε το βράδυ και δεν έβρισκα ψυχή από... από Αλβανούς, Ρωσοπόντιους, ξένους, δηλαδή όλοι άφαντοι, άφαντοι. Εγώ δεν μπορούσα να νοικιάσω μόνος μου, με φιλοξενούσε η αδερφή μου. Δούλευα, έκανα μετακομίσεις, μαύρα δηλαδή μία στα τόσα για να βγάλω τα πολύ βασικά, αλλά δεν έφταναν, ένσημα δεν είχα. Έφτανε η ημερομηνία να ανανεώσω την άδεια διαμονής, γιατί τότε βγάζαμε ανά δύο χρόνια. Πλήρωνες 300 ευρώ και σου ανανέωνε για δύο χρόνια και έπρεπε, όταν ανανέωνες, να δείξεις τα ένσημά σου, σαν οικονομικός μετανάστης. Και πέρασα πολύ έτσι δύσκολή φάση. Μετά έφτασε, ξαφνικά, μία μέρα, ένα χαρτί στα χέρια μου που έλεγε ότι: «Έχεις 30 μέρες να τα μαζέψεις». Και εκεί κατέρρευσα. Γνωρίζοντας πλέον τι... πώς είναι και η Αλβανία, γιατί είχα πάει και δεύτερη φορά και λέω: «Πού θα πάω εγώ εκεί, τι θα κάνω;». Και πάω στον Δήμο, γιατί τότε οι Δήμοι, ο κάθε δήμος ασχολούνταν με το... με το Αλλοδαπών, είχε Αλλοδαπών τμήμα, κάθε Δήμος. Και εκεί πέρα μου λέει, υπάλληλος, ενώ δεν ήταν δουλειά του να μου το πει αυτό, μου λέει: «Γιατί δεν γυρνάς στην Αλβανία, τι θα κάνεις εδώ», μου λέει, «τι έχει εδώ;». Και να το λέει και σε άλλους που πήγαιναν. Άκουγα και από διπλανό γραφείο να λέει ο υπάλληλος στον υπάλληλο: «Και τι κάθονται εδώ, αφού δεν έχει δουλειά, γιατί δεν γυρνάτε όλοι πίσω, τι κάνετε εδώ, μωρέ;». Και με είχε εκνευρίσει πολύ αυτό, αλλά δεν ήξερα να το διαχειριστώ ή να επιχειρηματολογήσω, να αντιδράσω χωρίς να θυμώσω κτλ. Και ένιωσα μία ολική απόρριψη απ’ την κοινωνία, μια μαζική απόρριψη απίστευτη, δηλαδή λες και βρίσκεσαι μπροστά σε μα κεντρική πλατεία με ένα τεράστιο πλήθος και σε φτύνουν όλοι ή σε διώχνουν. Σαν.. λες και... σαν οστρακισμός ήταν, αυτό ένιωσα. Και με.. τα μάζεψα πάρα πολύ τα πράγματά μου. Δεν περίμενα να περάσουν 30 μέρες, γιατί μετά τις 30 μέρες υποτίθεται σε ψάχνουν, αν όντως έχεις φύγει. Και αν δεν έχεις φύγει τρως και απέλαση. Και έφυγα άρον άρον και ήταν μέρα γενεθλίων, ήταν 20 Μαρτίου. Είχα και γενέθλια εκείνη την ημέρα. Πήρα τα πράγματα, με πήγε ένας φίλος, συνάδελφος στα ΚΤΕΛ. Τα μάζεψα και όλο το ταξίδι είχα ανάμεικτα συναισθήματα, δηλαδή και τις ωραίες στιγμές που πέρασα εδώ και τις προσπαθείς που έκανα να εγκλιματιστώ, αλλά για κάποιο λόγο δεν έφταναν σε κάποιους.
Εκεί πώς ήταν, όταν επέστρεψες στην Αλβανία;
Ήταν πολύ περίεργα. Ένιωσα τελείως ξένος. Πήγα στη γειτονιά μου, θυμήθηκα λίγο, κατ’ αρχάς μου φαινόταν όλα μικρότερα, οι αποστάσεις, η γειτονιά, το σπίτι, όλα. Όλοι μου ‘κανε εντύπωση, οι γείτονες, οι γνωστοί μου απορούσαν που γύρισα. Λέει: «Πού γυρνάς; Ξέρεις πού γυρνάς;». Και έλεγα εγώ: «Εντάξει, πώς κάνουν έτσι; Εν τέλει στην πατρίδα μου γυρνάω, πόσο άσχημα να είναι;». «Καλά είσαι χαζός, είσαι τρελός; Γυρνάς τέτοια εποχή... εδώ είναι να φύγεις», αλλά δεν μου το εξηγούσαν. Μετά άρχισα να συναντώ κόσμο, να βλέπω την κατάσταση, να βλέπω... γιατί είχα, ήμουν και σε μια ηλικία που άρχισα να... καταλάβαινα, ας πούμε, και εκπομπές, αναλύσεις, στατιστικές και λέω: «Πω, φρίκη. Παρόλα αυτά», λέω, «κουβαλώντας την πίκρα τις απόρριψης από την Ελλάδα, θα κάνω προσπάθειες να εγκλιματιστώ και εδώ, τι να κάνω». Και οι γονείς μου είχαν φύγει, παρεμπιπτόντως δύο χρόνια νωρίτερα. Η αδερφή μου έμεινε με τον άντρα και το παιδί της και ο αδερφός μου με τη γυναίκα του. Και μετά από έναν χρόνο, που εγώ πάλευα να εγκλιματιστώ στο Λούσνιε, έρχεται και ο αδερφός μου. Και μου λέει ο αδερφός μου, χαρακτηριστικά μου λέει: «Πήγα να ανανεώσω και με απορρίψανε για δύο ένσημα». Και του λέω: «Είστε σοβαροί; Έχω έρθει από τα 15 μου εδώ. Έχω αφιερώσει όλη μου τη ζωή είμαι σε οικοδομή και δουλεύω μία ζωή εδώ και πληρώνω φόρους και τα πάντα και με διώχνετε για δύο ένσημα;». Και του λέει ο υπάλληλος: «Ναι, αυτό ακριβώς. Επειδή δεν έχεις δύο ένσημα, για μένα είναι λες και πέρασες μόλις τα βουνά». Και λέει.. τα μάζεψε και ο αδερφός μου γύρισε και αυτός. Προσπαθούσαμε μαζί να βρούμε δουλειές και να χτίσουμε κάτι μαζί, απ’ τις γνώσεις που είχε ο αδερφός μου, κυρίως, στην οικοδομή. Και είδαμε πολύ σκληρή πραγματικότητα με τα άτομα που βρίσκαμε να συνεργαστούμε, να τους κάνουμε δουλειά. Ήταν όλοι φτασμένοι, με τον οποιονδήποτε τρόπο και ήταν πολύ απότομοι και αναιδείς και ως και σε εκφόβιζαν. Και δεν ήξερες αν θα πληρωθείς. Ήταν ένα περιβάλλον πολύ ασταθές και περίεργο που δεν μας άρεσε και σκεφτήκαμε να πάμε σε μία μεγαλύτερη πόλη, στα Τίρανα. [01:50:00]Λέμε να πάμε, γιατί εκεί είναι ο μεγαλύτερος πληθυσμός και η οικονομία, ό,τι είναι να επιβιώσουμε, να το επιβιώσουμε εκεί. Και εκεί ζοριστήκαμε, είχε πάρα πολλούς ανθρώπους που προσπαθούσαν να σε εκμεταλλευτούν. Χωρίς συμβόλαια με... δεν σου διναν τα λεφτά, πολλοί ήτανε μαφιόζοι. Μπορεί να έμπλεκες, να κινδύνευε και η ζωή σου σε αυτό το κομμάτι. Και υπήρχε πολύς κόσμος που ερχόταν από το εξωτερικό με χρήματα βρώμικα και έχτιζαν πράγματα και είχανε ένα αέρα ότι δεν με αγγίζει τίποτα, κανείς. Ούτε το κράτος, ούτε η αστυνομία, τίποτα. Οπότε μπορώ να κάνω ό,τι θέλω. Έπρεπε με αυτούς, γιατί αυτός μπορούσε να χτίσει και να επενδύσει, να συνεργαστείς με τέτοια άτομα. Και ήταν φρίκη. Εκεί μπήκα σε μία εταιρία με... δούλευες στους δρόμους και τεχνική εταιρία κτλ. Μεγάλο συνεργείο. Μου έκαναν λίγο bullying και στο Λούσνιε το πρώτο χρόνο που έμεινα και στα Τίρανα, γιατί μιλούσα τα αλβανικά, είχα χάσει την προφορά, τα μιλούσα λίγο σαν ξένος που προσπαθεί να μάθει αλβανικά. Η νοοτροπία ήταν τελείως διαφορετική. Ήμουν πιο μετρημένος, πιο σοβαρός, δεν... απέφευγα χιούμορ στερεοτυπικό ή στάσεις, δηλώσεις, εκφράσεις που παραπέμπουν σε στερεοτυπικά και τέτοια ή προς μειονότητες, προς το, για το έμφυλο και άλλα τέτοια θέματα και μου, με κορόιδευαν και μου την έλεγαν. Κάθε τοποθέτηση, συζήτηση είτε πολιτική, είτε κοινωνική το οτιδήποτε έλεγαν ειρωνικά: «Ήρθε τώρα ο Γιώργος, να μας μάθει». Γιατί εκεί όσους ερχόταν από Ελλάδα, επέστρεφαν τους λέγαν Γιώργηδες. Ήτανε μαζικό αυτό, τους κορόιδευαν. Και όσους ερχόταν από Ιταλία τους λέγανε Τζουζέπε. Οπότε πήγαινες να εκφέρεις άποψη και σου λέει: «Ε, ναι. Θα μας πει ο Γιώργος τώρα εδώ. Θα μας μάθεις εσύ που πήγες εκεί και είδες πιο πολιτισμένη χώρα, θα μας μάθεις εσύ τώρα». Οπότε και για αυτό, αλλά και για ότι, για τον άλλον λόγο ότι στις παρέες και στις συζητήσεις που προσπάθησα να κάνω, άκουγα κακόγουστα αστεία και σχόλια για τη θέση της γυναίκας, για τους Ρομά, για τους ομοφυλόφιλους και τέτοια. Δεν... έφερνα αντίρρηση, δεν μου άρεσε, έδειχνα την δυσαρέσκειά μου και σηκωνόμουν και έφευγα και δεν επισύναψα σχέσεις με τέτοια άτομα. Αλλά βρήκα, ευτυχώς, ένα άτομο που είχε ζήσει και αυτός Ελλάδα και είχε φάει απόρριψη και είχε σπουδάσει εδώ στο Πανεπιστήμιο, ιστορικός και βρήκαμε μια κοινή γλώσσα και ήτανε, κάναμε πάρα πολύ παρέα. Κυρίως οι δύο μας δεν είχαμε άλλον άνθρωπο και ήταν κάτι έτσι ωραίο και επειδή μιλούσαμε και Ελληνικά. Είχαμε, δηλαδή κρατήσαμε την επαφή και οι δύο με τη γλώσσα. Εγώ αυτή τη περίοδο επικοινωνούσα με τους, τότε φίλους μου εδώ που είχαν απομείνει, να μου στείλουν, τους παράγγειλα κάποια ελληνικά βιβλία, τα είχα παραγγείλει online. Αυτοί τα παραλάβανε και μου τα στείλανε ταχυδρομικά. Αυτό δεν ξέρω γιατί το κανα, ενώ είχα ρωτήσει τους πάντες και δεν υπήρχε ελπίδα να επιστρέψω πίσω, ήταν fact, εγώ από μόνος μου θέλησα να διατηρήσω, δεν ήθελα να χάσω την γλώσσα που έμαθα. Θεώρησα, κατ' αρχάς, δικό μου κατόρθωμα, κάτι πολύ δικό μου και κάτι πολύ θετικό, το να ξέρω μια άλλη γλώσσα. Επίσης, σαν ορολογία, σαν... εγώ στο σημείο που είμαι και τότε αλλά και τώρα που είμαι πιο μεγάλος και έχουν περάσει κάποια χρόνια, με έχουν ρωτήσει πολλοί: «Πώς σκέφτεσαι; Ελληνικά ή Αλβανικά;». Είναι πολύ περίεργο, αλλά τα απλά καθημερινά, το πρώτο που μου έρχεται είναι αλβανικό κα το κάνω μετάφραση και πολλές φορές κάνω κυριολεκτική μετάφραση και βγαίνει άλλο νόημα. Αλλά άμα είναι κάτι πιο σύνθετο σαν σκέψη, δηλαδή υπαρξιακά, φιλοσοφία, τέχνες και τα λοιπά ή επιστημονικά μου έρχεται ελληνικά και το μεταφράζω, προσπαθώ να βρω όρο στα αλβανικά. Οπότε τα βιβλία που πήρα εκεί ήτανε πιο... δεν ήταν μυθιστορήματα, ας πούμε, ήταν πιο φιλοσοφικά και τέτοια και αναγκαστικά ήτανε ελληνικά, μόνο έτσι μπορούσα να τα κατανοήσω και να με βοηθήσουν στο να πορευτώ εκεί πέρα να βιώσω, να βιοπαλέψω. Να δώσω μία απάντηση, τι βιώνω. Με βοήθησαν πάρα πολύ. Το να κρατήσω την επαφή μου με την Ελλάδα όσο ήμουν εκεί, με βοήθησε πάρα πολύ. Και άλλαξα πάρα πολύ στα πέντε χρόνια στην Αλβανία. Με πλήγωσε πάρα πολύ που έφυγα από εδώ, άλλα άρχισα να... επειδή το κάνω αυτό, να εμβαθύνω στα πρόσωπα και τις καταστάσεις, όπως και να βρίσκομαι. Οπότε τα κοιτούσα απλώς σαν... μελετούσα εκεί τις αντιδράσεις και τον τρόπο που σκεφτόντουσαν οι συνάδελφοι μου στη δουλειά π.χ. που είχα πιο πολλή επαφή. Τι βιώματα έχουν, γιατί σκέφτονται έτσι. Προσπαθούσα να τους δικαιολογήσω. Εκεί έχασα μία, γενικά είχα, έχω κοινωνικές ευαισθησίες, πάντα είχα, ειδικά για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Και ας μη μου τα έχει μάθει κάποιος, ή μου τα έχει περάσει, με άγγιζαν, με συγκινούσαν. Εκεί πέρα άλλαξε λίγο η κατάσταση με τη φτώχεια, τον φτωχό και την εργατιά και τα λοιπά, γιατί άρχισα να βλέπω ότι ακόμα και αυτοί οι άνθρωποι, που δεν είχα εδώ τόση επαφή με αυτούς, γιατί ήμουν σε άλλους κύκλους κοινωνικούς. Εκεί πέρα που ήρθα σε επαφή, είδα ότι ακόμα και αυτοί οι άνθρωποι που είναι πάρα πολύ φτωχοί και αδύναμοι κτλ. είχανε πονηριά, δηλαδή πήγαιναν να... προσπαθούν να περάσει το δικό τους. Να είναι πονηροί και να εκμεταλλευτούν άλλους ανθρώπους, ενώ εγώ πήγαινα... Προσπαθούσα πάρα πολύ να φερθώ σωστά προς τον συνάνθρωπό μου, τον οποιονδήποτε, ανεξαρτήτου καταγωγής και backround. Όταν είδα μπροστά μου ότι αυτοί οι άνθρωποι προσπαθούσανε να επωφεληθούν με μικροπρέπεια απέναντι σε ομοίους τους, φρίκαρα. Δηλαδή εκεί κατέρρευσε ο κόσμος και έχουν αλλάξει πολύ οι απόψεις μου. Δεν μπορώ πλέον, χωρίς να γνωρίσω ανθρώπους, μόνο επειδή ακούω ότι είναι φτωχός, είναι εργάτης να τον συμπονέσω, ή οτιδήποτε, δεν μου βγαίνει πλέον. Αν το γνωρίσω, ναι. Άμα ακούσω την φωνή του, ναι, αλλά έτσι να βγω τώρα τυχαία, ή να κατευθείαν: «Α, είναι φτωχός. Είναι εργάτης, είναι άνεργος, είναι και καλός άνθρωπος», δεν πάνε μαζί. Έχω αλλάξει πάρα πολύ σε αυτό, επειδή το είδα στη πράξη. Είχα κρατήσει επαφή με άτομα από την Ελλάδα, ελάχιστη βέβαια από το Facebook και δύο άτομα που ήξερα, σχετικά κοντινοί μου, συνεργάστηκαν και μου πρότειναν ότι ίσως υπάρχει... Και ένας ξάδερφος μου εδώ που έμενε, που είχε φάει απέλαση κιόλας, ότι υπάρχει περίπτωση, ότι ψιλοπέρασε η μεγάλη η κρίση στην Ελλάδα και ψάχνουν ακόμα άτομα, άρα έχουν διευκολύνει χαρτιά για όσους έμεναν και έφυγαν. Και συνεργάστηκαν. Ο ένας μου πρόσφερε.
Δουλειά με πήρε στη δουλειά του. Ο άλλος μου δάνεισε κάποια χρήματα και μπόρεσα και γύρισα εδώ. Ήταν πολύ συγκινητική η επιστροφή μου. Θυμάμαι το σκεφτόμουν σε όλη τη διαδρομή. Χάρηκα πάρα πολύ, με το που μπήκε το πούλμαν και φαινόταν η Θεσσαλονίκη από πολύ μακριά, πίσω απ΄ τη Χαλάστρα κιόλας και φαινόταν, άρχισε να αχνοφαίνεται οι Συκιές και... συγκινήθηκα πάρα πολύ. Μετά περπατούσα Μοναστηρίου, κατέβηκα επίτηδες νωρίς στο αστικό για να το πάρω με τα πόδια και να δω, αλλά άρχισαν μετά να... να στεναχωριέμαι γιατί έβρισκα πάρα πολλά μαγαζιά κλειστά. Πέρασα περιοχές που είχα μεγαλώσει και θυμόμουν την μεσαία τάξη που είχε μαγαζιά, ήξερα και άτομα και ήταν όλα τα ρολά κατεβασμένα. Είδα μία άλλη Ελλάδα, που και εγώ μέσα στη κρίση την άφησα, αλλά είδα χειρότερα. Ή με το που κατέβηκα από το αστικό, ένας κύριος που δεν φαινόταν ούτε Ρομά, ούτε ξένος, ούτε τετραπληγικός, να μου προσφέρει στυλό, εικόνα. Λέω: «Τι γίνεται, τόσο χάλια;». Και δεν μου άρεσε αυτή η εικόνα, με πόνεσε λίγο. Μετά πήγα κατευθείαν σεζόν, προσπαθούσα να... να βασικά με, προσπαθούσα να σκεφτώ, να νιώσω, να συνειδητοποιήσω τι είμαι τελικά. Και στην Αλβανία το ένιωθα αυτό, αλλά και εδώ. Ότι: «Τι είμαι εν τέλει; Εν τέλει, εδώ για αυτούς εδώ είμαι ξένος εκεί για τους άλλους είμαι προδότης, ξένος. Πού ανήκω τελικά, τι είμαι; Αν με ρωτήσει κάποιος τι πρέπει να πω;». Γιατί πρέπει να πεις κάτι δεν μπορείς να είσαι... Μετά από μία ηλικία δεν μπορείς να είσαι στον αέρα, να πεις... Πρέπει να είσαι συγκεκριμένος. Ή αν δε πεις εσύ, θα σου πει η κοινωνία. Θα σου πουν οι άλλοι το τι είσαι και δεν είναι καλό αυτό που θα σου πουν. Πρέπει να είσαι εσύ. Αλλά ήμουν στα χαμένα. Και έκανα δουλειές, δυσκολεύτηκα και εδώ στην επιστροφή να βρω τις παλιές μου επαφές. Οι πολλοί φίλοι μου, γνωστοί μου, αποδείχθηκαν τελείως επιφανειακοί. Πρώτον, δεν τους βρήκα εδώ όπως περίμενα, δεύτερον όσο έλειπα στην Αλβανία κανείς δεν με ρώτησε τι κάνω, τι... πώς περνάω ή να ενδιαφερθεί αν μπορεί να με φέρει πίσω. Και κατάλαβα ότι τελικά κάναμε παρέα, δεν ήμασταν φίλοι. Και ας κάναμε συχνά παρέα. Η χαρά του ότι επέστρεψα άρχισε και πάλι να την πνίγει η... η κρίση, δεν ήμουν... η απαισιοδοξία, δεν ήμουν αισιόδοξος. Λέω: «Μήπως δεν έκανα καλά που γύρισα». Αλλά μετά σκεφτόμουν το κοινωνικό και το όλο και ότι μελλοντικά ήμουν πολύ καλύτερα, από ότι να είμαι εκεί. Και ότι είμαι πολύ, νιώθω πολύ πιο οικεία, πιο πολύ στο σπίτι μου, από ότι ένιωθα εκεί. Εκεί δεν μπορούσα να συνεννοηθώ με ανθρώπους στα πολύ βασικά. Ακόμα και οι φοιτητές που γνώριζα, που υποτίθεται η νεολαία είναι λίγο πιο... η σπουδαγμένη, ειδικά, νεολαία είναι φοιτητές είναι λίγο πι[02:00:00]ο ανοιχτόμυαλοι πιο... Εκεί πέρα υπήρχε.... Με έπιασε θλίψη, δηλαδή φρίκαρα. Κοιτούσαν όλοι απλώς τη καριέρα, αλλά σαν ένα... σαν διαφυγή απ΄ τη φτώχεια και αδιαφορούσαν για όλα τα άλλα. Π.χ. είχαν αστυνομία στα Πανεπιστήμια και εγώ τους ρωτούσα: «Δεν σας πειράζει αυτό;». Και λέγανε: «Όχι». Λέω: «Δεν μπορείτε να οργανωθείτε, κάτι εκτός μαθήματος. Δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα, μία δράση φοιτητική δεν μπορείτε να τη κάνετε», λέω, «να παραπονεθείτε για κάτι, σας έρχονται, έχει αστυνομία».
Θέλεις να μου πεις πώς ήταν το πρώτο διάστημα με την επιστροφή σου στην Ελλάδα μετά από πέντε χρόνια; Τι έκανες;
Προσπαθούσα να βρω επαφές, παλιές επαφές, ανθρώπους που ήξερα, κοντινούς δικούς μου και της οικογένειάς μου. Οι περισσότεροι είχαν φύγει σε άλλες χώρες, δηλαδή ομοεθνείς μου οι περισσότεροι, όσοι μπορούσαν δηλαδή, είχαν φύγει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Είχαν μείνει κάποιοι παλιοί μου γνωστοί εδώ. Κάποιος, ένας μακρινός ξάδερφος, με φιλοξένησε στο σπίτι του, επικοινώνησα αμέσως με τη δικηγόρο μου, η οποία με συμβούλεψε να καταθέσουμε για την άδεια διαμονής, πενταετίας δηλαδή, από την Κρήτη για... σαν καλύτερη λύση επειδή στην Κρήτη ήταν πιο εύκολα, ας πούμε, έβγαιναν πιο γρήγορα. Οπότε κατέβηκα στην Κρήτη, έμεινα μία εβδομάδα στο Ρέθυμνο, προσπαθούσα να μαζέψω τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Ήμουν στα χαμένα, δεν είχα, δεν ήμουν, δεν πίστευα και δεν είχα και πολλές ελπίδες ότι θα πάρω άδεια διαμονής, επειδή είχα αυτό το κενό των πέντε χρόνων. Τελικά κατέθεσα, η δικηγόρος μου ήταν πάρα πολύ καλή, ασχολείται μόνο με αλλοδαπών, ήταν τρομερή, τρομερός άνθρωπος. Έτρεχε για όλους πάρα πολύ και πολύ ειλικρινής και μου είπε ότι, να έχω πίστη και θα τα καταφέρουμε. Και ενώ κλείσαμε, ας πούμε, την κατάθεση της πενταετίας, άδεια διαμονής, από μόνης της μπήκε στο κόπο να καταθέσει για ιθαγένεια, για την οποία ιθαγένεια εγώ δεν πίστευα ότι το δικαιούμουν, ας πούμε. Αυτή είχε πίστη και το πρόλαβε την τελευταία εβδομάδας, πριν αλλάξει ο νόμος. Και κατέθεσε αίτηση για ιθαγένεια, λόγω φοίτησης σε ελληνικό σχολείο. Κάτι το οποίο είχα προσπαθήσει να κάνω και πριν φύγω, τότε, στην Αλβανία, πριν το ‘13, το ‘12, αλλά δεν μπορούσα επειδή ήτανε έξι χρόνια φοίτησης σε ελληνικό σχολείο μέχρι τα 18. Και εγώ τα τελείωσα, τελείωσα το Λύκειο 20 χρονών, επειδή είχα χάσει δύο χρονιές. Με το νέο νόμο μέχρι τα 21 μπόρεσα και το τσίμπησα, ας πούμε. Αλλά ήταν καθαρά θέμα της δικηγόρου. Γύρισα απ’ την Κρήτη κατευθείαν χωρίς να βρω σπίτι και να χάσω χρόνο πήγα σεζόν, για να ξοφλήσω τα χρήματα που χρειάστηκαν για να... για την άδεια διαμονής και την ιθαγένεια. Εκεί στη σεζόν βρέθηκα ξανά σε εργασιακό περιβάλλον στην Ελλάδα μετά από πέντε χρόνια. Κατώτερος μισθός, περισσότερες ώρες, χειρότερη κατάσταση. Και μου έκανε εντύπωση ότι πολλοί συνάδελφοί μου ήτανε ντόπιοι, Έλληνες δηλαδή. Δηλαδή και σε θέσεις που παλαιότερα έβρισκες πολύ Αλβανούς και άλλους ξένους. Ήταν ζόρικοι οι έξι μήνες, αλλά δεν είχες πού να στραφείς, έπρεπε να τελειώσεις αυτό που ξεκίνησες. Μετά γύρισα πίσω, οι μισοί μήνες δεν μου τους είχαν πληρώσει, ήταν μια τακτική για να ξαναπάς και στην άλλη σεζόν. Οι ντόπια τα ήξεραν αυτά, εγώ έμεινα, δεν το περίμενα, απογοητεύτηκα. Μετά προσπαθούσα έστελνα παντού βιογραφικά, γιατί είχα μια κάποια εμπειρία σαν αποθηκάριος τρία χρόνια εδώ. Και δεν έβρισκα πουθενά. Πέρασε ένας χρόνος δεν με έπαιρναν πουθενά. Είχα απελπιστεί. Μετά ξεκίνησα κοινωνικά να βρω επαφές, να ανοιχτώ και με βοήθησε πάρα πολύ μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα, γιατί εκεί ανακάλυψα πτυχές του εαυτού μου, έκανα δουλειά με τον εαυτό μου, εκτέθηκα σε διάφορες ασκήσεις και με βοήθησε πάρα πολύ. Δούλευα ανά διαστήματα, ίσα για την επιβίωση. Μετά έφτασε η άλλη σεζόν και μετά η πανδημία, όπου με βρήκε σε ένα νησί ολομόναχο. Δηλαδή ξεκίνησα τέλη Φεβρουαρίου, δούλεψα δύο εβδομάδες και μετά έσκασε η πανδημία και δε βόλεψε να γυρίσω Θεσσαλονίκη, δεν είχα και σπίτι και δουλειά, οπότε προτίμησα να μείνω εκεί μέχρι τον Μάιο, δηλαδή αρκετός καιρός ολομόναχος σε ένα... με τα κλειδιά ενός μαγαζιού στη μέση του πουθενά. Και μέσα σε αυτή τη μοναξιά και την αβεβαιότητα ανακάλυψα τη ζωγραφική. Άρχισα να ζωγραφίζω, να σχεδιάζω, κυρίως πρόσωπα, πορτρέτα, που δείχνει ξεκάθαρα ότι μου έλειπε... μου έλειπε το ανθρώπινο, το κοινωνικό και έδειχνε τη μοναξιά και με βοήθησε να αντιμετωπίσω την όλη μοναξιά και την πανδημία και τη σεζόν γενικά. Μετά επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη με μεγαλύτερα εφόδια, ας πούμε, και κάποια χρήματα για να εγκατασταθώ και προσπάθησα να ανοιχτώ κοινωνικά, να γνωρίσω κόσμο και επειδή πολλοί ομοεθνείς μου έχουν φύγει και παιδικοί φίλοι κυρίως, κυρίως με ντόπιους δηλαδή, όπως και παλαιότερα, βέβαια. Έκανα κάποια βήματα σε αυτό το κομμάτι, καμία σχέση με το παρελθόν, περισσότερες γνωριμίες, αλλά είχα πάντα αυτή την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια, δηλαδή πόσο κοντά είμαι σε αυτούς τους ανθρώπους, πόσο φίλοι είμαστε τελικά και πόσο... αν γνωριζόμαστε όντως, αν ταιριάζουμε, γιατί εγώ έχω άλλα βιώματα και άλλες εμπειρίες ή είναι όλα επιφανειακά πάλι και απλώς κοιτάμε να περάσουμε καλά, ας πούμε.
Να σε ρωτήσω.
Ναι.
Παρατηρείς κάποια αλλαγή στον τρόπο που συμπεριφέρονται, ας πούμε, ο κύκλος σου σήμερα και τα χρόνια πριν, επειδή η κοινωνία αλλάζει, έχεις βιώσει ρατσιστικές συμπεριφορές, όπως το 2003 και το ‘13, σήμερα;
Έχει αλλάξει πάρα πολύ ο κοινωνικός περίγυρος και στους κοντινούς κύκλους, αλλά και σε τρίτους και γνωστούς γνωστών, δηλαδή όποιον γνωρίζω δεν αντιδράνε περίεργα στο άκουσμα της καταγωγής μου, στο Αλβανού, ας πούμε, όπως παλαιότερα, καμία σχέση. Ειδικά η νεολαία έχει αλλάξει πάρα πολύ. Όλοι έχουνε πλέον, είχαν συμμαθητές από Αλβανία, γείτονες, πολύ κοντινούς φίλους. Έχει γίνει, πλέον συνηθισμένο το να έχεις γνωστό από Αλβανία. Και οι Αλβανοί που έχουν χρόνια εδώ πλέον έχουνε, θα λεγα, ενταχθεί. Όχι αφομοιωθεί, ίσως ενταχθεί, είναι το πιο σωστό. Δηλαδή ζούνε όπως οι ντόπιοι. Μιλάνε καλύτερα από ότι μιλούσανε, δεν γκετοποιούνται, έχουν αναμειχθεί με τους ντόπιους. Οπότε είναι πιο... Αλλά βέβαια, προσπαθώ να δω μέχρι σε ποιο σημείο, ας πούμε. Τώρα στον εργασιακό τομέα τα τελευταία δύο χρόνια που εργάζομαι σε μια επιχείρηση, λόγω, πηγαίνουμε σε διάφορες επιχειρήσεις, κυρίως στον βιομηχανικό τομέα, σε διάφορα εργοστάσια. Και εκεί παρατηρώ πράγματα. Έχω παρατηρήσει ότι στις χαμηλότερες θέσεις παραμένουν οι ξένοι, κυρίως Αλβανοί από τους παλαιότερους, αλλά τώρα έχουν προστεθεί και οι Σύριοι και οι λοιποί πρόσφυγες, δηλαδή σε θέσεις των χαμηλότερων μισθών και στις πιο κακές συνθήκες, ας πούμε. Έχω πολύ σπάνια να έχω δει ξένο σε καλή θέσει, ας πούμε. Τις καλές θέσεις τις πιάνουν πάντα οι ντόπιοι, ή τις λιγότερο κουραστικές και τις υπόλοιπες μένουν πάντα, οι βαριές και οι ανθυγιεινές μένουν για τους ξένους. Ένα πράγμα που με θλίβει, με στενοχωρεί είναι ότι, όταν πηγαίνω σε διάφορες δουλειές, οι περισσότεροι δεν αντιλαμβάνονται την καταγωγή μου, λόγω, ούτε λόγω της προφοράς, ούτε λόγω της εμφάνισης, οπότε συνεννοούμαι κανονικά και συνεργαζόμαστε με υπεύθυνους, με τεχνικούς, με μηχανολόγους, αλλά έχει τύχει πολλές φορές με το που ακούνε να με φωνάζει συνάδελφος με το όνομά μου, τραβιούνται λίγο πίσω και βλέπω μια στη γλώσσα του σώματος, παγώνουν λίγο ή αντιδράνε λίγο και κόβουν λίγο. Είναι λίγο πιο απότομοι και πιο ψυχροί μετά και ενώ, δηλαδή έχει αλλάξει λίγο το θέμα από πλευράς μου. Παλαιότερα είχα εγώ ένα κόμπλεξ, ίσως κατωτερότητας, ίσως ενοχικό, δηλαδή δεν ήθελα να δείξω την καταγωγή μου, γιατί ένιωθα περίεργα, δεν ήξερα πώς να την υπερασπιστώ, ένιωθα ενοχικά για το όλο κακό όνομα του Αλβανού, ενώ τώρα έχει αλλάξει το θέμα. Τώρα εγώ δεν έχω θέμα, εγώ προβάλλομαι, λέω ξεκάθαρα το όνομά μου δυνατά, δεν φοβάμαι τίποτα και κανέναν, ούτε την κριτική, ούτε... Και δεν είμαι και θυμωμένος, δηλαδή και να δω μία αρνητική αντίδραση μπορώ να την διαχειριστώ πολύ καλύτερα από παλαιότερ[02:10:00]α, δηλαδή έχω και επιχειρήματα και είμαι και πιο ήρεμος, γιατί δεν φταίω σε κάτι, δεν είναι κάτι που δεν διάλεξα. Αλλά παρόλα αυτά βλέπω μια αντίδραση και το βλέπω και σε προσωπικό, σε ακόμα πιο προσωπικό επίπεδο, διότι... Ακόμα και η αποδοχή τώρα από τους ντόπιους που έχει καλυτερεύσει προφανώς σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, υπάρχουν και τα όρια, δηλαδή σε αποδέχονται, αλλά μέχρι ένα σημείο. Και θα το καταλάβεις όταν έρθει αυτό το σημείο, πιο πριν δεν στο δείχνουν. Κλασικό, τρανταχτό παράδειγμα είναι... εγώ τώρα έχω συνάψει μια σχέση με μία κοπέλα από εδώ και εργάζομαι στην επιχείρηση του πατέρα της, ο οποίος μετά από ένα διάστημα έμαθε για τη σχέση μας και δεν... και διαφωνεί, δεν την αποδέχεται, είναι κατά. Αλλά δεν έχει θέμα να με... να με έχει υπάλληλο, απλώς διαφωνεί στο να το πάμε στο πιο... πιο σοβαρά, δηλαδή να με αποδεχθεί σαν τον άντρα της κόρης του, ας πούμε, μελλοντικά. Είναι φουλ κατά, είναι αρνητικός, όσο δεν πάει. Αυτό δείχνει ότι... τα όρια που λέμε. Δηλαδή δε σημαίνει ότι... ο ρατσισμός δεν σημαίνει ότι επειδή σου δίνω δουλειά, δεν είμαι ρατσιστής, ίσα ίσα σε εκμεταλλεύομαι κιόλας, θα μπορούσε να σημαίνει. Το ίδιο και σε όλους τους τομείς και στο φιλικό και στο ερωτικό και στις σχέσεις, στα πάντα. Δηλαδή κάτι παίρνω, κάτι σου δίνω, αλλά μέχρι εκεί.
Θέλεις να μιλήσουμε τώρα για το κομμάτι της ιθαγένειας και το γραφειοκρατικό;
Λοιπόν, ναι. Είχα ακούσει ότι στη Θεσσαλονίκη η αναμονή για την ιθαγένεια πάει από πέντε ως εφτά χρόνια και είναι πολύς καιρός και με άγχωνε. Είχαν περάσει ήδη τέσσερα χρόνια από την κατάθεση και άρχισα ακόμα και να αμφιβάλλω, επειδή οι νόμοι... η Ελλάδα δεν είναι καθόλου σταθερή στους νόμους, κάθε χρόνο αλλάζει πολύ η κατάσταση, ειδικά στο αλλοδαπών. Π.χ. οι συγγενείς μου είχανε χρόνια αορίστου χρόνου άδεια διαμονής και λόγω κρίσης την πήγαν σε δεκαετίας, μετά την πήγαν σε πενταετίας, δηλαδή αβεβαιότητα. Οπότε είχα κατά αγχωθεί ότι τελικά θα πάρω αρνητική απάντηση και μετά από περίπου τεσσεράμισι χρόνια δέχθηκα ένα φάκελο που έλεγε ότι έχει ανακοινωθεί μέσω ΦΕΚ ότι έχω αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια. Πάλι δεν το πίστευα. Ένιωσα πολύ περίεργα. Μία χαρά, αλλά όχι ακριβώς χαρά, μια δεν μπορώ να το περιγράψω. Έτρεξα στη Περιφέρεια και σε διάφορους φορείς για να το επιβεβαιώσω. Όταν επιβεβαίωσαν μετά έτρεξα για τα τυπικά στον δήμο, δημοτολόγιο κτλ. και μέχρι που πήρα και την ταυτότητα, την ελληνική ταυτότητα. Αλλά όσο περνούσαν οι μέρες στη διεκπεραίωση όλο το... άρχισε να φεύγει αυτή η χαρά. Δηλαδή ήταν πολύ στιγμιαία, ότι πλέον δεν μπορούν να με διώξουν, όπως με έδιωξαν, γιατί θεωρούμαι Έλληνας πολίτης, αλλά και τι λέει, εν τέλει, αυτό το χαρτί που έχω στα χέρια μου, δηλαδή με θεωρούν Έλληνα και πόσο Έλληνα και ποιοι με θεωρούν; Οι υπηρεσίες, το κράτος; Πλέον οι συμπολίτες μου που γνωρίζουν, κατ’ εμέ, συμπολίτες μου, ότι έχω αυτό το χαρτί με θεωρούν περισσότερο Έλληνα, από ότι με θεωρούσαν πριν; Εννοώ δεν έχει αλλάξει κάτι, ένα χαρτί είναι. Ή με κατακρίνουν κρυφά και οι... πώς να το πω, θεωρούν ότι προσπαθώ να γίνω Έλληνας με το ζόρι χωρίς να το πιστεύω, επειδή π.χ. δεν είμαι χριστιανός ορθόδοξος, δεν είμαι θρήσκος καθόλου. Ίσως γιατί η ορθοδοξία είναι στενά συνδεδεμένη με την κουλτούρα του... της σύγχρονης Ελλάδας. Κατά πόσο... πώς με βλέπουν στα μάτια τους. Γιατί το έχω ανακοινώσει σε πολλούς και υπάρχουν διάφορες αντιδράσεις. Οι λιγότερο γνωστοί τραβιούνται και σιωπούν, δεν λένε τίποτα, ας πούμε. Ίσως θεωρούν ότι δεν το αξίζω, ή ότι είμαι ψεύτικος ή δεν έχω δική μου κουλτούρα για να αποδέχτηκα τόσο εύκολα μια άλλη κουλτούρα και υπηκοότητα, ίσως η δικιά μου δεν ήταν τόσο ισχυρή ή ήταν ανύπαρκτη. Αλλά αυτό, ένα άλλο συναίσθημα που ένιωσα όταν απέκτησα την ταυτότητα σκέφτηκα κατευθείαν την οικογένειά μου. Σκέφτηκα ότι από όλους αυτούς την πήρα εγώ που την άξιζα λιγότερο, διότι αυτοί δεν την πήρανε. Την πήρα εγώ λόγω φοίτησης. Εγώ όμως γιατί φοίτησα σε ελληνικό σχολείο; Επειδή δούλευαν όλοι οι υπόλοιποι. Επειδή ο πατέρας μου ήρθε δύο φορές με τα πόδια απ’ τα βουνά, εφτά μέρες και δρόμο, δηλαδή απίστευτα σκηνικά βίωσαν όλοι για να μπορέσω εγώ να πηγαίνω σε σχολείο και όχι να δουλέψω από τα 15, όπως όλοι οι υπόλοιποι και να πάρω αυτό το χαρτί. Και όλοι όσοι τη δικαιούνταν, κυρίως ο αδερφός μου, τον διώξανε για τρία ένσημα, ας πούμε, τώρα είναι σε άλλη χώρα. Οπότε το θεώρησα λίγο άδικο και ότι απλώς κέρδισα απ’ τις συνθήκες και από το timing, τίποτα άλλο. Όχι ότι το αξίζω. Αυτό ένιωσα σε πολύ προσωπικό επίπεδο.
Τώρα επισκέπτεσαι καθόλου την Αλβανία;
Ναι. Από το ‘18 που έχω επιστρέψει, που έχω επανενταχθεί στην Ελλάδα, πηγαίνω κάθε χρόνο στην Αλβανία. Επειδή πλέον οι γονείς μου βρίσκονται εκεί μόνοι τους. Η αδερφή μου το ‘16 μετά από μεγάλη προσπάθεια να αντέξει στην Ελλάδα, μέσα στη κρίση πήγε αλλού, στην Ιταλία. Ο αδερφός μου πήγε στη Γαλλία και εγώ μόνος στην Ελλάδα. Οπότε έχουμε σκορπιστεί και οι γονείς μου είναι μόνοι τους εκεί πέρα και πηγαίνουμε κάθε τόσο μία ο ένας, μία ο άλλος και τους βλέπουμε. Η Αλβανία πλέον έχει αλλάξει πολύ. Στην Αλβανία βλέπεις την άγρια πλευρά, το άγριο πρόσωπο το καπιταλισμού, δηλαδή ούτε τα... οι βασικοί κανόνες του καπιταλισμού δεν ισχύουν. Είναι απίστευτα άγριος ο καπιταλισμός εκεί. Οι δύο πόλοι είναι πιο ξεκάθαροι, υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ των στρωμάτων. Είσαι ή πάρα πολύ φτωχός με πάρα πολύ χαμηλό μισθό ή βολεμένος σε διάφορες θέσεις της κυβέρνησης, σε εταιρίες.
Εσύ όταν επισκέπτεσαι τον τόπο σου, ας πούμε, πώς νιώθεις;
Νιώθω μια νιώθω μια συγκίνηση, καθαρό λόγω των γονιών μου πλέον και επειδή έχω κάποιες αναμνήσεις απ’ τη παιδική μου ηλικία, οι οποίες δεν ξεπερνιούνται, έχουν χαραχθεί για πάντα στη ψυχή μου, ας πούμε, στη μνήμη μου. Αυτό κυρίως λόγω των γονιών μου και εντάξει δεν με δένει, δεν με συνδέει όμως, έχω αλλάξει πάρα πολύ, κυρίως στην Ελλάδα έχω χτίσει, γιατί η ζωή είναι στιγμές, είναι εμπειρίες. Οι περισσότερες εμπειρίες και πιο σημαντικές και πιο ώριμες είναι στην Ελλάδα, τις έχω αποκτήσει εδώ. Με ανθρώπους από αυτή τη χώρα. Δεν ταιριάζουν με την Αλβανία, οπότε δεν με συνδέει, δεν με συνδέουν πολλά με αυτόν τον τρόπο. Και την ίδια τη γλώσσα την ομιλώ μόνο όταν... κυρίως με τους γονείς μου, όταν μιλάμε από απόσταση και με τα αδέρφια μου. Όχι σχετικά συχνά. Κατά τη διάρκεια της ημέρας μιλάω κυρίως Ελληνικά και σκέφτομαι και διαβάζω. Οπότε ακόμα και η μουσική, τραγούδια, ταινίες δεν θα κάτσω να δω από Αλβανία, καλά αυτό είναι και άλλο κομμάτι, επειδή κυρίως είναι κομμουνιστικά. Και σε κάθε ταινία, όσο αφελής και να δείχνει, κρύβεται από πίσω η προπαγάνδα η κομμουνιστική και δεν μου αρέσει αυτό καθόλου σε... στη τέχνη, το κατευθυνόμενο, η επιτήδευση. Οπότε δεν με συνδέουν πολλά με αυτόν τον τόπο και αν έλειπαν οι γονείς μου από εκεί μπορεί να μη πήγαινα και ποτέ. Ίσως για την φύση, γιατί έχει ωραία φύση και ακόμα δεν έχει ενταχθεί φουλ στον τουρισμό, δεν έχει υποταχθεί φουλ στον τουρισμό και στο βωμό του χρήματος. Έχει κάποια μέρη που δεν έχουν πατηθεί ακόμα από ανθρώπους και έχει πολύ ωραία χλωρίδα, αλλά αυτό. Οι πόλεις, το αστικό τοπίο, κατ' αρχάς έχει αλλάξει από τότε που έχω φύγει, είναι απαίσιο. Οι άνθρωποι έχουν αλλάξει πάρα πολύ, δεν... Μακάρι να μπορούσα να πάρω και τους γονείς μου. Ή εδώ ή σε κάποια άλλη χώρα, δε θα ήθελα να επιστρέψω.
Φτάνουμε στο τέλος της συνέντευξης. Έχεις κάτι άλλο που θα ήθελες να προσθέσεις;
Έχω συνειδητοποιήσει, έχω καταλήξει μάλλον τόσα χρόνια που μένω εδώ, ότι γενικά δεν βίωσα τον ρατσισμό που βίωσαν πολλοί άλλοι Αλβανοί, δηλαδή ήμουν, σε εμένα ήταν πιο ελαφρύς πιο... Αλλά ένας από τους λόγους που το... που συνέβη αυτό, [02:20:00]που πήγε έτσι, είναι πιστεύω ο εξής. Μπορεί να πιστεύει και με άλλες εθνικότητες και με άλλα κράτη αυτό, είναι δική μου καθαρά, συμπέρασμα δικό μου συμπέρασμα. Είναι ότι έχω καταλάβει ότι ο ντόπιος σε αποδέχεται, εάν κρύψεις στοιχεία της δικής σου κουλτούρας, δηλαδή όσα περισσότερα κρύψεις, τόσο πιο εύκολα σε αποδέχεται και δεν έχει πρόβλημα μαζί σου. Εγώ το έκανα ανέκαθεν αυτό. Απέφευγα να αναφέρω οτιδήποτε αλβανικό στην εμφάνιση μου, στον τρόπο ομιλίας, στη γλώσσα του σώματος, στον τρόπο σκέψης και λόγω συνθηκών, γιατί μεγάλωσα και με πολλούς, συνήθως με Έλληνες, αλλά και έκανα και δική μου προσπάθεια να τα κρύψω, για να μη βιώσω τον ρατσισμό και την αντίδρασή τους. Γιατί όσες φορές μου έβγαινε κάτι έβλεπα μία, έβλεπα ότι τραβιόταν και να, δεν ξέρω κόμπλεξ να το πω, ένα κάτι, φόβο. Οπότε το πήγαινα έτσι, για αυτό ίσως, δεν μου έδειχναν την αποστροφή τους, ή τη μη αποδοχή κτλ. και ήταν πιο εύκολο, αλλά πιστεύω ότι είναι αυτός ο λόγος. Και αυτό είναι το όριο δηλαδή. Αν πας να το περάσεις αυτό το όριο ή αντίστοιχα άλλες εθνικότητες που έχουν πιο έντονα πολιτιστικά στοιχεία και κουλτούρες, όπως οι Βόρειο Αφρικανοί και οι βορειοαφρικανικές χώρες, κυρίως οι μουσουλμανικές που έχουν πολύ ξεχωριστό, διαφορετική κουλτούρα από την ευρωπαϊκή, εκεί δεν τους αποδέχονται εύκολα, γιατί οι άλλοι δεν μπορούν να τα κρύψουν, είναι πολύ έντονα. Και για αυτό δεν τους αποδέχονται εύκολα, ενώ γενικά οι Αλβανοί, πιστεύω, εντάσσονται πολύ εύκολα, γιατί δεν έχουν κυρίως θρησκευτικά, λόγω του Χότζα και σε προσωπικό επίπεδο πιστεύω ότι ακόμα και τώρα που μιλάω, δηλαδή τα τελευτά πέντε έξι χρόνια που έχω γυρίσει, το ίδιο συμβαίνει. Όποιον καινούριο άνθρωπο γνωρίζω άμα δείχνω στοιχεία του εαυτού μου, πτυχές του εαυτού μου, που δεν έχουν σχέση με Αλβανία, που τις έχω αποκτήσει εδώ ή... δεν έχουν κανένα θέμα και είναι φουλ συνεργάσιμοι στο να γνωριστούμε και να εξελίξουμε μια σχέση. Αν δείξω στοιχεία ή πάω να ανοιχτώ για βιώματα ή στοιχεία από Αλβανία, αλλάζει το πράγμα ή δεν ενδιαφέρονται ή τραβιούνται και κάθονται αμήχανοι. Και δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό. Και λόγω έλλειψης πληροφοριών και αλληλεπίδρασης μεταξύ χωρών, παίζουν και τα media και οι πολιτικές. Επίσης, ακόμα και στο κοντινό κύκλο παραμένει αυτό το... έστω σε χιουμοριστικά, σαρκαστικά, ας πούμε, το στοιχείο του Αλβανού, αλλά αυτό είναι λίγο κουφό, δηλαδή λίγο δεν στέκει δεν μου κάθεται καλά, διότι εφόσον… Βασικά όταν εκφράζω εγώ μία δυσαρέσκειά μου σχετικά με αυτό, με το να σαρκάζεις συνέχεια με την καταγωγή μου και σένα δεν σου αρέσει, εγώ δεν καταλαβαίνω γιατί δεν σου αρέσει, διότι, εφόσον εγώ ζω σαν τους ντόπιους, ο τρόπος ζωής μου είναι σχεδόν σαν τον δικός σου και δεν βγάζω στοιχεία της Αλβανίας, εσύ γιατί επιμένεις να με βλέπεις σαν Αλβανό, έστω και στη πλάκα, γιατί αστειεύεσαι συνέχεια με την καταγωγή μου, ενώ εγώ δεν δείχνω στοιχεία της καταγωγής μου. Μετά όταν το εκφράζω αυτό παίρνω μια απάντηση ότι: «Εγώ δεν έχω θέμα με την καταγωγή σου, απλώς αστειεύομαι. Ή δεν έχω θέμα με την καταγωγή σου, σε αποδέχομαι». Ναι, αν με είχες αποδεχθεί όντως για την καταγωγή μου, θα ενδιαφερόσουν όμως κα για την καταγωγή μου, ενώ δεν το κάνεις αυτό και ταυτόχρονα αστειεύεσαι μαζί μου για την καταγωγή μου, αυτό δεν πάνε μαζί αυτά τα δύο. Δεν γίνεται να μην έχεις ρωτήσει τίποτα για τα βιώματά μου ή για τα φαγητά που τρώμε εκεί ή για τον τρόπο που εκφραζόμαστε, για καθημερινές απλές εκφράσεις, πώς τις λέμε εμείς και πώς τις λένε εδώ. Δηλαδή δεν υπάρχει ούτε η παραμικρή περιέργεια να μάθεις κάτι απ’ τη καταγωγή. Γιατί εγώ όπως και να έχει είμαι ένα κομμάτι, έχω ένα κομμάτι από εκεί. Οπότε δεν ενδιαφέρεσαι καθόλου για αυτό, αλλά ταυτόχρονα επιμένει; στο να σαρκάζεις και να αστειεύεσαι με τη καταγωγή μου, δηλαδή αυτό εμένα δε μου κάθεται καλά και δεν μου αρέσει αυτό με στενοχωρεί. Καταλαβαίνω ότι δεν θα ξεπεραστεί ποτέ ίσως. Ότι η ζημιά έχει γίνει, δεν θα μας αποδεχτούν, με αποδεχτούν ποτέ. Επίσης, κάθε αντίδρασή μου πάνω σε αυτό θεωρείται... παίρνει αρνητικό πρόσημο, δηλαδή αρνητική χροιά. Ότι αντιδρώ έτσι λόγω της καταγωγής μου, ότι εγώ έχω το κόμπλεξ και όχι σαν μία... μία ειλικρινέστατη αντίδραση που δε σε εκφράζει, δεν σου κάθεται καλά.
Ωραία. Αρντίτ, σε ευχαριστώ πάρα πολύ που μοιράστηκες την ιστορία σου μαζί μας.
Και εγώ που μου δώσατε την ευκαιρία να εκφραστώ.
Να είσαι καλά.