© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Μια μαρτυρία από τον σεισμό του 1953 στην Κεφαλονιά

Κωδικός Ιστορίας
26256
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Κωνσταντίνος Λαδάς (Κ.Λ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
30/12/2020
Ερευνητής/τρια
Παρασκευή Παπακωνσταντίνου (Π.Π.)

[00:00:00] 

Π.Π.:

Καλησπέρα σας.

Κ.Λ.:

Καλησπέρα.

Π.Π.:

Θα μας πείτε το όνομά σας;

Κ.Λ.:

Κωνσταντίνος Λαδάς.

Π.Π.:

Είναι Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου του 2020, είμαι με τον κύριο Κωνσταντίνο Λαδά και βρισκόμαστε στην Σπάρτη. Είμαι η Παρασκευή Παπακωνσταντίνου, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Κύριε Κωνσταντίνε, ποια είναι η ιστορία που θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας; Θέλουμε πολύ να σας ακούσουμε.

Κ.Λ.:

Θα ήθελα να σου μιλήσω για τον σεισμό που έγινε τον Αύγουστο του 1953 στην Κεφαλονιά. Ο κόσμος απολάμβανε τα μπάνια του στις παραλίες και τις βραδινές βόλτες στην προβλήτα του λιμανιού και στην παραλιακή λεωφόρο του Ληξουρίου. Πολλοί παραθέριζαν στα αγροκτήματά τους. Η πατρική μου οικογένεια παραθέριζε σε ένα αγρόκτημά μας, που βρισκόταν στην τοποθεσία Κουρουπάτα και σε απόσταση 2,5 χιλιομέτρων από την παραλιακή πόλη του Ληξουρίου, πρωτεύουσα της επαρχίας Παλικής του Νομού Κεφαλληνίας, με πληθυσμό πέντε χιλιάδων κατοίκων περίπου. Η επαρχία Παλικής είναι κυρίως αγροτική περιοχή και τροφοδοτούσε την αγορά του Ληξουρίου με κάθε είδος αγροτικά προϊόντα. Ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της πόλεως του Ληξουρίου ασχολείτο με το ψάρεμα. Έτσι, θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει την άποψη ότι οι άνθρωποι της περιοχής ζούσαν μια ήρεμη και ανέμελη ζωή, με τα προβλήματα της καθημερινότητος, που είναι απλά, συνηθισμένα, να μην απαιτούν ιδιαίτερο χειρισμό για την επίλυσή τους. Ήταν μια εποχή που κοινό μέλημα όλων ήταν η επιβίωση και όχι η δημιουργία και η διατήρηση μιας εύκολης ζωής. Είχαμε βγει από πολλά προβλήματα, λόγω πολέμου με την Γερμανία αλλά και του Εμφυλίου, και γινόταν μια μεγάλη προσπάθεια, για να ισορροπήσουμε και εμείς, όπως όλη η Ελλάδα. Η πολυτέλεια ήταν άγνωστη έννοια για τους πολλούς και μόνο ελάχιστοι τη ζούσαν. Οι γονείς των οικογενειών που είχαν αρχοντική ρίζα και καταγωγή και τα ονόματά τους ήταν γραμμένα στο Libro d’ Oro και στην εξώπορτα του σπιτιού τους είχαν το οικόσημο της οικογένειάς τους, σίγουρα ζούσαν μια άλλη ζωή. Τέλος πάντων, υπήρχε μια κανονικότητα, με τις όποιες ιδιαιτερότητές της. Το κλίμα αυτό ήρθε να ταράξει ο σεισμός που έγινε τα χαράματα της Κυριακής 09/08/1953. Όπως μάθαμε την επομένη ημέρα, είχε επίκεντρο την περιοχή Λευκάδος, όπου σημειώθηκαν πολύ σοβαρές ζημιές στα σπίτια. Στην Κεφαλονιά και κυρίως στην επαρχία Παλικής, οι ζημιές ήταν πολύ μικρές. Ο κόσμος ήταν ανήσυχα, φοβούμενος την πιθανή σεισμική διέγερση στο νησί της Κεφαλονιάς. Όμως, η ζωή δεν μπορούσε να σταματήσει με τον φόβο του σεισμού. Έτσι, την Πέμπτη το πρωί, στις 12/08 του ’53, πήγα στο Ληξούρι για κάποιες δουλειές μου. Ήταν περίπου 11:00 π.μ., όταν πήγα στο καφενείο του Μαυροειδή να πιω έναν καφέ και μετά να γυρίσω σπίτι μου. Το καφενείο βρισκόταν στο βόρειο μέρος του ισογείου του Δημαρχείου. Την ώρα που πλήρωνα το γκαρσόνι για τον καφέ, ακούστηκε ένας φοβερό βουητό και ακολούθησε αμέσως ο μεγάλος σεισμός. Στην αρχή τα έχασα όλα. Το αίσθημα της αυτοσυντήρησης λειτούργησε, όμως, ακαριαία. Εγώ προσπάθησα να μπω κάτω από ένα τραπέζι, αλλά αμέσως ένα νέο κύμα σεισμού μετακίνησε το τραπέζι και έμεινα ακάλυπτος. Όμως έτρεξα γρήγορα και πήγα κάτω από την τσιμεντένια σκάλα που οδηγούσε από το ισόγειο στον όροφο [00:05:00]του κτιρίου. Μόλις έφτασα κάτω από τη σκάλα, έγινε η τρομακτική σεισμική δόνηση με αποτέλεσμα την κατάρρευση του ορόφου του κτιρίου και προφανώς όλων των κτισμάτων της πόλεως. Ακόμα έχω στα αφτιά μου το βουητό του σεισμού και τον ξερό θόρυβο από τα κτίρια που γκρεμίζονταν. Κατάλαβα ότι ο σεισμός ήταν πολύ μεγάλος. Όμως εκεί που βρισκόμουν, ήξερα πως ήμουν σχετικά ασφαλής. Ο χώρος πλημμύρισε από πυκνό σύννεφο σκόνης και κατέστησε πολύ δύσκολη την αναπνοή μου. Άρα γκρεμιζόταν το κτίριο; Άκουσα να κατρακυλούν επάνω στην σκάλα πέτρες και άλλα αντικείμενα. Στ’ αφτιά μου έφταναν φωνές γοερές, φωνές αγωνίας, πόνου, καθώς και κλάματα από τον χώρο της πλατείας. Για μια στιγμή μετά τον σεισμό, άρχισα να σκέπτομαι πώς θα μπορούσα να απεγκλωβιστώ απ’ τον χώρο που βρισκόμουν. Η σκόνη ήταν παντού. Ακόμα και εκεί που ήμουν εγώ, υπήρχε δυσκολία στην αναπνοή. Αλλά ήμουν καλά. Έπρεπε να βγω όμως από εκεί. Γιατί ναι μεν ήμουν ζωντανός, αλλά ουσιαστικά ήμουν εγκλωβισμένος. Συγκεντρώθηκα για να δω πώς θα μπορούσα να φύγω από εκεί. Εγώ ήμουν καλά, όμως η οικογένειά μου δεν ήξερα πώς ήταν. Δεν ήξερα αν είχαν πάθει ζημιές, κάτι, τι ζημιές είχαν γίνει στο χωριό, στο σπίτι μας. Εκτός αυτού, θα ανησυχούσαν πολύ για εμένα οι δικοί μου. Έπρεπε, λοιπόν, να βρω τρόπο να βγω από εκεί. Το σοκ ήταν πολύ μεγάλο, αλλά έπρεπε να το ξεπεράσω και να βγω. Κοιτώντας τριγύρω μου, μέσα στην απόγνωσή μου, διαπίστωσα ότι κάπου ερχόταν φως αρκετό. Άρα, σκέφτηκα, από κάπου υπάρχει μεγάλο άνοιγμα. Άρα μπορώ να βγω από εκεί. Βγήκα κάτω από τη σκάλα και διαπίστωσα ότι το φως ερχόταν από τον χώρο του καφενείου. Έτσι διέσχισα τον χώρο του καφενείου, βγήκα από την ανατολική πόρτα και βρέθηκα ελεύθερος στο ανατολικό μέρος της πλατείας. Αφού διαπίστωσα ότι ήμουν απόλυτα υγιής και πολύ σκονισμένος, πατώντας πάνω σε πέτρες, ξύλα, χώματα, γκρεμισμένους τοίχους, περνώντας δίπλα από ανθρώπους σαστισμένους, απεγνωσμένους, πονεμένους, αλαφιασμένους, ακολούθησα την παραλιακή λεωφόρο, για να φτάσω στο χωριό μου και στους δικούς μου. Έτσι με την ψυχή στο στόμα έφτασα στα χωράφια έξω από τα όρια της πόλεως και ύστερα, με πολύ κόπο, με μεγάλη αγωνία, έφθασα κοντά στους δικούς μου.

Π.Π.:

Θα θέλατε να μας περιγράψετε τη στιγμή της συνάντησης με την οικογένειά σας;

Κ.Λ.:

Οι στιγμές της συνάντησης δεν περιγράφονται. Ήταν συγκλονιστικές. Μπλέχτηκαν όλα: η αγωνία, ο φόβος, το άγχος, η λαχτάρα, ο θάνατος και η ζωή, σε μια εικόνα. Συγκινήσεις, αγκαλιές, κλάματα, φιλιά, χαρές και τα λοιπά. Εκδηλώσεις δικαιολογημένες. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήμουνα γι’ αυτούς νεκρός ή τραυματίας και βρέθηκα μπροστά τους σώος και σωματικά αβλαβής. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν ήξερα τίποτα για τους δικούς μου, για το σπίτι μας, για τίποτα. Όποιος δεν έγινε πατέρας, όποια δεν έγινε μάνα και όποιος δεν είχε αδέρφια, αυτοί και μόνον δεν θα μπορούσαν να συμμεριστούν το συναισθηματικό φορτίο της στιγμής εκείνης και να συμπεριφερθούν ανάλογα. Γίναμε όλοι κυριολεκτικά μια αγκαλιά. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, αμέσως μετά τον σεισμό, ένα [00:10:00]πυκνό σύννεφο σκόνης κάλυψε όλο το νησί. Λες και ξαφνικά το νησί είχε βομβαρδιστεί από εκατοντάδες αεροπλάνα και είχε ισοπεδωθεί. Η κατάσταση που δημιουργήθηκε ήταν τραγική. Έντρομοι άνθρωποι αναζητούσαν τους δικούς τους στους ζωντανούς, τους τραυματίες και τους νεκρούς. Έψαχναν μέρος να σταθούν. Αναζητούσαν ένα ποτήρι νερό να πιουν ή κάτι φαγώσιμο να καλύψουν την πείνα τους. Η κατάσταση γινόταν πιο τραγική για τα βρέφη και τα μικρά παιδιά. Για τα μεγαλύτερης ηλικίας άτομα η κατάσταση ήταν λιγότερο τραγική. Όπως μάθαμε αργότερα, ο σεισμός είχε ένταση 7,3 της κλίμακας ρίχτερ. Είχε τριακόσιους εξήντα πέντε νεκρούς και χιλιάδες τραυματίες, δυόμισι χιλιάδες περίπου, αν θυμάμαι καλά. Μετά τον σεισμό, οι κάτοικοι από φόβο και απόγνωση εγκατέλειψαν την πόλη και τα χωριά και κατέφυγαν στα γύρω χωράφια, κάτω από μεγάλα δέντρα που τους εξασφάλιζαν πυκνή σκιά, που τους προφύλασσε από τον ήλιο και τη ζέστη. Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν πολύ δύσκολες. Η πρώτη αδήριτη ανάγκη που προέκυψε ήταν η εξασφάλιση πόσιμου νερού. Ακολούθησε η προσπάθεια για εξασφάλιση ειδών πρώτης ανάγκης: φάρμακα, είδη διατροφής, κλινοσκεπάσματα, είδη ένδυσης, είδη καθαριότητος, σκεύη κουζίνας και άλλων υλικών απαραιτήτων για μια στοιχειώδη διαβίωση.

Π.Π.:

Πραγματικά μάς περιγράφετε απίστευτες εικόνες. Φαντάζομαι, αμέσως μετά τον σεισμό, έγιναν οι απαραίτητες κινητοποιήσεις από το κράτος ή από άλλους φορείς για να βοηθήσουν την κατάσταση στο νησί. Θα θέλατε να μας μιλήσετε γι’ αυτό;

Κ.Λ.:

Ναι. Αμέσως μετά τον σεισμό, παρουσιάστηκαν εθελοντές, οι οποίοι εργάστηκαν για την ανεύρεση νεκρών ή τραυματιών, μέσα στα ερείπια των πάσης φύσεως κτισμάτων. Επίσης έδωσαν αμέσως το παρόν γιατροί και φαρμακοποιοί για να βοηθήσουν τραυματίες και αρρώστους που είχαν ανάγκη. Μετά από δύο-τρεις μέρες μετά τον σεισμό, οι μετασεισμικές δονήσεις ήταν πιο αραιές και μικρότερης έντασης. Έτσι άρχισε ο κόσμος να κυκλοφορεί και ο καθένας να προσεγγίζει τις κατοικίες του, για να πάρει ό,τι ήταν δυνατόν να τον βοηθήσει για να επιβιώσει στη νέα δημιουργηθείσα κατάσταση: κρεβάτια, κλινοσκεπάσματα, είδη κουζίνας, πιάτα και λοιπά. Πολλοί κάτοικοι, χρησιμοποιώντας σεντόνια και κουβέρτες, έφτιαξαν σκέπαστρα και εγκατέστησαν τις οικογένειές τους κάτω από αυτά. Έτσι, δημιουργηθήκανε καταυλισμοί γύρω από την πόλη και τα χωριά. Λόγω του σεισμού, κατέρρευσαν όλα τα κτίρια της πόλεως, εκτός μερικών. Η οικία της οικογένειας Ιακωβάτου, του εξoπλισμένου σκυροδέματος σκελετό του Μαντζαβινάτειου νοσοκομείου, που είχε διακοπεί η ανέγερσή του το 1940, και η ισόγεια κεραμοσκεπή κτίρια της Βαλλιανείου Σχολής Ληξουρίου. Οι ζημιές στα χωριά της επαρχίας ήταν μικρότερες. Κατέρρευσαν όλες οι εκκλησίες στο Ληξούρι, στα περισσότερα χωριά της επαρχίας και τα μοναστήρια. Έτσι όλες οι θρησκευτικές τελετές γίνονταν στα χωράφια. Τρεις ή τέσσερις ημέρες μετά από τον σεισμό, κατέπλευσαν στον κόλπο του Λιβαδίου πολεμικά πλοία από το Ισραήλ πρώτα, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Αγγλίας και τελευταία τα ελληνικά, τα οποία άρχισαν να παρέχουν στους κατοίκους κάθε είδους βοήθεια: ιατρική, φαρμακευτική, επισιτιστική, νοσοκομειακή. Πόσιμο νερό, ψωμί, κλινοσκεπάσματα, φάρμακα, τρόφιμα και γάλατα σε κουτιά, ακόμα και τσιγάρα και τα λοιπά. Αυτά τα είδη ερρίπτοντο με αλεξίπτωτα σε ορισμένες θέσεις πλησίον ανθρώπινων καταυλισμών. Η διανομή των υλικών αυτών εγένετο με μέριμνα προσωπικού του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού ή άλλων παραγόντων της διοικήσεως. Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι στο αμερικανικό αεροπλανοφόρο είχε δημιουργηθεί νοσοκομειακή μονάδα για την περίθαλψη των τραυματιών. [00:15:00]Έτσι σιγά-σιγά άρχισαν να ηρεμούν τα πράγματα και να ενεργοποιείται ο κρατικός μηχανισμός. Εστάλησαν στο νησί μας μικρές και μεγάλες σκηνές για τη στέγαση των κατοίκων και των υπηρεσιών του κράτους και των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοικήσεως. Επίσης εστάλησαν στο νησί γιατροί, νοσοκόμοι, δημόσιοι υπάλληλοι διαφόρων αρμοδιοτήτων, χωροφύλακες για την επάνδρωση των σταθμών για την καλύτερη λειτουργία τους και την καλύτερη εξυπηρέτηση των κατοίκων. Μετά τον σεισμό παρατηρήθηκε μεγάλη μετακίνηση κατοίκων του νησιού προς την υπόλοιπη Ελλάδα. Ο κόσμος φοβήθηκε τόσο πολύ, που προτίμησε να ξεριζωθεί από τον τόπο του, παρά να μείνει εκεί και να ζει με τον φόβο ενός άλλου μεγάλου σεισμού. Προς αντιμετώπιση της καταστάσεως αυτής, απαγορεύτηκε κάθε είδος ανθρώπων να φύγουν από το νησί. Επειδή η επίλυση των προβλημάτων που προέκυψαν από τον σεισμό ήταν πολύ δύσκολη να γίνει από την Αθήνα, ιδρύθηκαν το Υπουργείο Ανοικοδομήσεως Ιονίων Νήσων και η Στρατιωτική Διοίκηση Μηχανικού των Ιονίων Νήσων, με τις αντίστοιχες υπηρεσίες τους και τις ανάλογες στρατιωτικές μονάδες, τα τάγματα μηχανικού. Το ζήτημα των σεισμών και οι εξ αυτών ζημίες και τα ανθρώπινα θύματα κίνησαν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και των κυβερνήσεων της Ευρώπης, της Αμερικής, του Καναδά, της Αυστραλίας και άλλων χωρών, οι οποίες έσπευσαν να βοηθήσουν στην επίλυση των διάφορων προβλημάτων, τα οποία προκάλεσε ο σεισμός. Ο ερχόμενος χειμώνας βρήκε τους κατοίκους του νησιού στεγασμένους σε σκηνές ή σε παραπήγματα, τα οποία είχαν κατασκευάσει οι ίδιοι οι κάτοικοι, με υλικά από τα χαλάσματα των σπιτιών. Με τις σκηνές δημιουργήθηκαν καταυλισμοί με κοινές βρύσες πόσιμου νερού, με κοινά αποχωρητήρια και στοιχειώδη δίκτυο της Δ.Ε.Η. για τον φωτισμό του χώρου του καταυλισμού. Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς την κατάσταση που επικρατούσε στο νησί μετά τον σεισμό. Εκτός από τις τεράστιες ζημιές στα κτίρια, έγιναν μεγάλες ζημιές και στο δίκτυο το οδικό του νησιού. Επίσης, κατέρρευσαν τα δίκτυα υδρεύσεως στα χωριά και εν μέρει της πόλεως. Κατέρρευσαν τοίχοι αντιστηρίξεως των δρόμων, σε πάρα πολλά σημεία το οδόστρωμα καλύφθηκε από πέτρες και χώματα που κατρακύλησαν από τα ενάντια του δρόμου πρανή του εδάφους. Στην παραλιακή λεωφόρο του Ληξουρίου, δημιουργήθηκαν ρωγμές κατά μήκος αυτής, ανοίγματα 50 εκατοστών περίπου και βάθους ενός μέτρου και πλέον. Σημειώθηκε καθίζηση μεγάλου τμήματος της προβλήτας και σε πολλά σημεία του λιμενοβραχίονα. Επίσης παρατηρήθηκε διακοπή παροχής νερού από τις πηγές του νησιού. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα και της ανοίξεως, έγιναν όλες οι ενέργειες της διοικήσεως για την ανοικοδόμηση των χωριών και των πόλεων του νησιού. Με σχετικά νομοθετικά διατάγματα, εγκρίθησαν μετακινήσεις και συγχωνεύσεις οικισμών σε νέες θέσεις. Συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν ρυμοτομικά σχέδια για τις πόλεις και για τα μεγάλα χωριά του νησιού. Συντάχθηκαν οι μελέτες και τα αρχιτεκτονικά σχέδια για την ανέγερση των σχολείων όλων των βαθμίδων, όπως επίσης και σχέδια ανεγέρσεως των μελλοντικών οικιών. Όπως απεδείχθη εκ των υστέρων, η σύνταξη των ρυμοτομικών σχεδίων για την ανοικοδόμηση των πόλεων ήταν ατυχής, κατά την ταπεινή μου γνώμη. Στηρίχθηκαν στα ρυμοτομικά σχέδια των πόλεων, και αναφέρομαι στην πόλη του Ληξουρίου, που ίσχυαν προ του σεισμού. Το νέο ρυμοτομικό σχέδιο δεν προβλέπει δημοτικό πάρκο, χώρο τελέσεως πολιτιστικών εκδηλώσεων, χώρο για την ανέγερση διοικητηρίου για τη στέγαση όλων των [00:20:00]δημοτικών υπηρεσιών, όπως Δημαρχείο, δημόσιες υπηρεσίες, αστυνομία και λοιπά. Δεν προβλέπει, επίσης, έναν μεγάλο χώρο για την ανέγερση κτιρίων, για τη στέγαση όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων, δηλαδή Δημοτικά, Γυμνάσια, Λύκεια και τη Σχολή Τεχνικής Κατευθύνσεως. Ίσως γιατί όλα αυτά έγιναν γρήγορα και γιατί έπρεπε να γίνουν γρήγορα. Έπρεπε ίσως να επανέλθει το συντομότερο δυνατόν η κανονικότητα στο νησί. Έτσι, δεν υπήρξε εκ νέου σχεδιασμός, αλλά ουσιαστικά έγινε αντιγραφή του τοπίου που υπήρχε πριν τον σεισμό.

Π.Π.:

Θυμάστε μετά από πόσον καιρό άρχισε η ανέγερση των κατοικιών και των σημαντικών κτιρίων στο νησί;

Κ.Λ.:

Ναι. Με τον ερχομό της ανοίξεως το 1954, άρχισε η άρση των ερειπίων της πόλεως και των χωριών και η απομάκρυνση των υλικών, τα οποία ερρίπτοντο σε ορισμένα σημεία της απότομης και βραχώδους ακτής του νησιού. Στην εργασία αυτή συμμετείχαν ενεργά τμήματα στρατού, με άνδρες, αυτοκίνητα και λοιπά μηχανήματα. Μετά την άρση των ερειπίων, άρχισε σιγά-σιγά η ανέγερση κατοικιών στην πόλη και στα χωριά, με το σύστημα της αυτοστεγάσεως και με την επίβλεψη μηχανικών του Δημοσίου. Στην ανέγερση των κατοικιών στα χωριά, σημαντική ήταν η συμβολή του στρατού. Συγκροτήθηκαν συνεργεία στρατιωτών, πέντε έως δέκα ατόμων, με επικεφαλής έναν αξιωματικό και έναν πολιτικό μηχανικό, τα οποία ανελάμβαναν την εκσκαφή των θεμελίων για την υποανέγερση κατοικιών. Σημαντική ήταν, επίσης, η συμβολή του στρατού και στον καθαρισμό και στην αποκατάσταση των ζημιών του οδικού δικτύου του νησιού. Ένας άλλος τομέας που έδρασε ο στρατός ήταν η διάσωση και συγκέντρωση ιερών εικόνων, αμφίων και άλλων ιερών αντικειμένων των ιερών ναών που κατέρρευσαν. Επίσης σημαντική συμβολή στην ανακούφιση των πολιτών ήταν η παρουσία τμημάτων του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού στο νησί. Το καλοκαίρι του 1954, οι καταυλισμοί από σκηνές αντικαταστάθησαν με ξύλινα παραπήγματα, τα οποία βελτίωσαν κατά πολύ τις συνθήκες διαβιώσεως των κατοίκων. Αυτοί οι καταυλισμοί των ξύλινων παραπηγμάτων διατηρήθησαν εν ενεργεία για πάρα πολλά χρόνια μετά τον σεισμό. Στην ανοικοδόμηση της Κεφαλονιάς έλαβα και εγώ ενεργό μέλος -λόγω της ιδιότητός μου ως πολιτικού υπομηχανικού- καθ’ όσον από τις 29/03/55 έως και τις 05/01/57 είχα διορισθεί επιβλέπων μηχανικός διά την κατασκευή κατοικιών στα χωριά Φραγκάτα-Βαλσαμάτα, μεταφερθέντα και συγχωνευθέντα, Μινετάτα-Επανωχώρι, Αγκώνα, Κοντογουράτα-Καρδακάτα, Νύφι, Πατρικάτα, Μονοπολάτα, Καμιναράτα και σε μεγάλες κατοικίες στην περιοχή του Ληξουρίου. Τα αναγραφόμενα πιο πάνω περιστατικά είναι μερικά απ’ όσα θυμάμαι και τα συμβάντα κατά τον σεισμό που σημειώθηκε στα νησιά στις 13/08/55 και μετά. Η καταστροφή απ’ τον σεισμό ήταν πολύ μεγάλη. Και τα υλικά αλλά και στις ψυχές των ανθρώπων. Το νησί και η ζωή των κατοίκων άρχισε να επανέρχεται στην κανονικότητα, όπως ήταν αυτή πριν από τον σεισμό, πάντα με τον φόβο ενός μεγάλου σεισμού να υπάρχει για κάθε μέρα μας. Η εμπειρία του σεισμού αυτού επηρέασε κατά πολύ δύο-τρία γενιές συμπατριωτών μου. Ακόμα και σήμερα εκείνος ο σεισμός δεν έχει ξεχαστεί. Τόσο από όσους τον έζησαν, όσο και από όσους τον γνωρίζουν μέσα από τις αφηγήσεις των μεγαλυτέρων. Ακόμη σήμερα κάθε Αύγουστο, γίνονται εκδηλώσεις για τον σεισμό εκείνο, με φωτογραφικό υλικό από τότε ή προβολή ταινιών που γυρίστηκαν τότε, από συνεργεία του στρατού ή [00:25:00]ξένων ειδησεογραφικών συνεργείων που είχαν στείλει ανταποκριτές του νησιού. Λες και η Κεφαλονιά, με όλα αυτά, θέλει ακόμα και σήμερα να ξορκίσει το κακό που έγινε τότε. Όπως σας είπα, υπήρξαν θύματα, τραυματίες σώματος και τραυματίες ψυχής. Σε δευτερόλεπτα καταστράφηκαν σπίτια, ζωές, μνημεία, μνημεία πολιτισμού και το οδικό δίκτυο, όπως επίσης και τα δίκτυα υδρεύσεως.

Π.Π.:

Πιείτε νεράκι και συνεχίζουμε.

Κ.Λ.:

Σε δευτερόλεπτα κατεστράφησαν όλα. Το σοκ ήταν πολύ μεγάλο. Και η αβεβαιότητα για το αύριο ίσως τότε να ήταν μεγαλύτερη. Γιατί ο κόσμος ξαφνικά βρέθηκε στον δρόμο, φορτωμένος με μια τραγωδία που εκείνη την εποχή φαινόταν να μην έχει τέλος και η ζωή τους να μην έχει αύριο. Γιατί, εκτός των άλλων, ο φόβος ενός άλλου σεισμού, ίσως μεγαλύτερου, ήταν υπαρκτός, δυνατός και σχεδόν διαρκής, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, από τότε και μετά. Εκείνος ο σεισμός σημάδεψε, εφ’ όρου ζωής, όλους τους Κεφαλλονίτες και ιδίως όσους τον ζήσαμε. Αυτήν τη στιγμή εκφράζω και πάλι τον μεγάλο μου... στον μεγαλοδύναμο Θεό και τις θερμές μου ευχαριστίες για το ότι δεν υπήρχαν θύματα, νεκροί ή τραυματίες μεταξύ των μελών της πατρικής μου οικογένειας και του ευρύτερου συγγενειακού μου κύκλου. Ο πανάγαθος και ανεξίκακος Θεός να έχει κοντά του τις ψυχές των αδίκως φονευθέντων από τον σεισμό ανθρώπων.

Π.Π.:

Κύριε Κώστα, κάτι τελευταίο θα σας ρωτήσω, γιατί δεν θέλω να σας κουράσω. Εσείς στη Σπάρτη πώς βρεθήκατε; Πότε φύγατε από την Κεφαλονιά; Μας είπατε ότι βοηθήσατε στις εργασίες για την ανέγερση των κατοικιών σε διάφορα χωριά εκεί. Μετά από αυτό φύγατε από το νησί; Ήταν δηλαδή ο σεισμός αιτία να φύγετε και ίσως ο φόβος που είχατε για την συγκεκριμένη περιοχή;

Κ.Λ.:

Εγώ έφυγα από το νησί, μόλις τελείωσα... Εγώ έφυγα από το νησί, μόλις τελείωσα τη στρατιωτική μου θητεία το 1958. Διορίστηκα αμέσως στην Τεχνική Υπηρεσία Δήμων και Κοινοτήτων της τότε Νομαρχίας Λακωνίας ως πολιτικός υπομηχανικός και έτσι ήρθα στη Σπάρτη. Μετά από λίγο καιρό, παντρεύτηκα και έκανα οικογένεια εδώ. Έτσι έμεινα εδώ, μέχρι σήμερα. Επομένως, έφυγα από το νησί λόγω εργασίας και όχι λόγω φόβου από τον σεισμό. Ή ούτως ή άλλως η ζωή όλων μας έπρεπε να προχωρήσει. Γιατί η ζωή δεν σταματάει ποτέ, δεν πρέπει να σταματήσει ποτέ, όσες δυσκολίες και αν κληθούμε, κάθε φορά, να αντιμετωπίσουμε.

Π.Π.:

Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ.

Κ.Λ.:

Να είστε καλά κι εσείς. Να είσαι καλά. Ό,τι επιθυμείς.

Π.Π.:

Καλή συνέχεια και καλή χρονιά να έχετε.

Κ.Λ.:

Ευχαριστώ, επίσης. Να είστε καλά. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια στιγμή πολύ τραγική, έτσι, πολύ έντονη. Φεύγοντας από εκεί που... έφυγα κάτω απ’ το οίκημα και που πήρα την παραλιακή λεωφόρο για να φτάσω στους δικούς μου, είδα συγκεντρωμένους ανθρώπους στο κράσπεδο της παραλίας και ετοιμάζονταν να μπουν στις βάρκες και στις ψαρόβαρκες, γιατί δημιουργήθηκε παλιρροιακό κύμα, το οποίο είχε ύψος περίπου 1,20, δηλαδή έφτασε στη στάθμη του δρόμου, την επιφάνεια του δρόμου. Δηλαδή ο κόσμος θεωρούσε ότι μπορούσε να σωθεί μπαίνοντας στις βάρκες, μη σκεπτόμενος ότι, αν βούλιαζε το νησί, δεν θα έμενε κανένας ζωντανός, ούτε βάρκες, ούτε άνθρωποι, ούτε τίποτα. Τόσος ήτανε ο πανικός και η έλλειψη ελέγχου των ανθρώπων λίγες ώρες ακριβώς μετά τον σεισμό.

Π.Π.:

Λογικό είναι.

Κ.Λ.:

Λογικό ήτανε, αλλά σε τέτοιες καταστάσεις δεν λειτουργεί η λογική. Είναι το αίσθημα της αυτοσυντηρήσεως που σε σπρώχνει να κάνεις κάτι πράξεις, οι οποίες εκ των υστέρων [00:30:00]αποδεικνύονται ατελέσφορες, ας πούμε.

Π.Π.:

Θέλει ψυχραιμία που, εντάξει, εκείνη τη στιγμή είναι δύσκολο.

Κ.Λ.:

Έτσι είναι παιδί μου, έτσι. Λοιπόν, εντάξει.

Π.Π.:

Ευχαριστούμε.