Από το Κλειδί Φλώρινας στον Καναδά και πάλι πίσω στην Σκοπιά μετά από 10 χρόνια: Η ζωή της Ευτέρπης Σταννίδου
Ενότητα 1
Τα παιδικά χρόνια στο Κλειδί και τα εφηβικά χρόνια στο Αμύνταιο
00:00:00 - 00:11:52
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλημέρα. Θα μας πείτε το όνομά σας; Είμαι η Ευτέρπη Σταννίδου. Είναι Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου του έτους 2023. Βρίσκομαι με την κυρία …υφλό σύστημα, βέβαια, τότε δεν υπήρχανε- μάθαινα γραφομηχανή, αλλά στην πορεία γνώρισα τον άντρα μου και έτσι δεν έγινα δημόσιος υπάλληλος.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΤοποθεσίες
Ενότητα 2
Ο γάμος, η μετανάστευση στον Καναδά και η επιστροφή στην Ελλάδα
00:11:52 - 00:35:54
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Πώς γνωριστήκατε με τον κύριο Παύλο; Λοιπόν, ο Παύλος είναι απ’ την Σκοπιά και έπαιρνε το αστικό και η στάση των αστικών λεωφορείων ήταν … ναι, νομίζω πως ναι. Όπως παντού βέβαια και εκεί άλλαξαν τα πράγματα, αλλά πάλι εγώ λέω η Ελλάδα είναι πιο ωραία και εδώ θα μ’ άρεζε να ζω.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΤοποθεσίες
Ενότητα 3
Αναμνήσεις από το Κλειδί και τον Καναδά
00:35:54 - 00:55:05
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Μάλιστα. Στο Κλειδί, στο χωριό σας, συνεχίζετε να πηγαίνετε συχνά; Ναι, στο Κλειδί ναι, πηγαίνω, όχι συχνά βέβαια, γιατί πλέον έγινε απαλλ… φίλοι πάντα είναι κάτι ξεχωριστό. Κάναμε και καινούργιους φίλους βέβαια και συνεχίζουμε να είμαστε εδώ στο χωριό. Μάλιστα. Αυτά. Ναι.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00] Καλημέρα. Θα μας πείτε το όνομά σας;
Είμαι η Ευτέρπη Σταννίδου.
Είναι Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου του έτους 2023. Βρίσκομαι με την κυρία Ευτέρπη Σταννίδου στο σπίτι της στην Σκοπιά Φλώρινας. Εγώ ονομάζομαι Χολέρης Νικόλαος, είμαι ερευνητής στο Istorima και ξεκινάμε. Κυρία Ευτέρπη, θα μας πείτε μερικά πράγματα για τη ζωή σας;
Ναι. Έχω γεννηθεί στο Κλειδί, ένα μικρό χωριό που τώρα πλέον δεν υπάρχει κιόλας και μπορώ να πω ότι πέρασα πολύ ωραία παιδικά χρόνια, με πολλή αγάπη, με πολλή γειτονιά εκείνα τα χρόνια και έχω πολύ ωραίες αναμνήσεις. Οι γονείς μου είχαν ένα μπακάλικο στο χωριό, ξεκίνησαν από... ήταν αυτοδημιούργητοι, ξεκίνησαν να δουλεύουνε στην αρχή με τον στρατό, γιατί το χωριό μου είχε πάντα πολύ στρατό. Ο πατέρας μου στην αρχή έκανε ένα μικρό κασονάκι και πήγαινε εκεί που ήτανε ο στρατός, με λίγα χαρτοφάκελα, λίγα καθρεφτάκια, χτενούλες, ό,τι απαραίτητα τέλος πάντων χρειάζονταν ο κάθε στρατιώτης και τα πουλούσε. Σιγά σιγά αυξήθηκε η κατανάλωση, άρχισε να πηγαίνει με το γαϊδουράκι, αργότερα με το κάρο και σιγά σιγά άνοιξε και το μπακάλικο στο χωριό, το οποίο και το είχε μέχρι που πέθανε, για 50 χρόνια και πάνω. Θυμάμαι πάντα το σπίτι μας να έχει στην αυλή τις Κυριακές να γλεντάνε οι φαντάροι, επειδή ήταν το μοναδικό μαγαζί ήτανε και καφενείο, ήτανε και ταβέρνα και τόπος συγκέντρωσης για όλο τον στρατό. Στο δημοτικό ήτανε καλά, ήμασταν αρκετά παιδιά, είχα φιλενάδες, ήταν ωραία χρόνια, πολύ παιχνίδι.
Πόσους κατοίκους είχε το Κλειδί;
Τότε είχε 700 κατοίκους, ναι. Αλλά αργότερα, με τη μετανάστευση φύγανε για Καναδά, Αμερική, Αυστραλία.
Μάλιστα. Πώς παίζατε στο χωριό; Τι κάνατε τα παιδιά;
Πολύ παιχνίδι, πολύ παιχνίδι, πολύ έξω. Εγώ μάλιστα και επειδή ήμουνα και λίγο ατσούμπαλη και τότε δεν είχαμε και ωραίους δρόμους έπεφτα συνέχεια, έφευγα στο σπίτι, έτρωγα και ξύλο αλλά ήταν ωραία, ήταν πολύ ωραία τα χρόνια, ναι, ωραία χρόνια περάσαμε μέχρι τα 12 μου που τελείωσα το δημοτικό. Μετά, θα πήγαινα στο γυμνάσιο αλλά στο χωριό μου βέβαια δεν είχαμε γυμνάσιο και αναγκαστικά έπρεπε να πάω στο Αμύνταιο. Το Αμύνταιο είναι μία κωμόπολη κοντά στο χωριό μου, αλλά δεν μπορούσα βέβαια να πηγαινοέρχομαι κάθε μέρα, δεν υπήρχε συγκοινωνία κι έτσι ο πατέρας μου μού νοίκιασε ένα δωμάτιο στο Αμύνταιο μαζί με μια άλλη συμμαθήτριά μου και έμενα εκεί. Και έτσι, από τα 12 μου ήμουνα μόνη και έπρεπε να προσέχω τον εαυτό μου και να πηγαίνω στο σχολείο κανονικά. Τα Σαββατοκύριακα όμως έφευγα στο χωριό μου γιατί έπρεπε να πάρω προμήθειες, να πάρω φαγητά, να πάρω ρούχα καθαρά για να μπορέσω να ανταπεξέλθω και για την άλλη εβδομάδα.
Όσο ήσασταν εκεί μαγειρεύατε κιόλας οι κοπέλες;
Ναι, βέβαια, πάντα θα χρειάζονταν κάτι να κάνουμε γιατί, εντάξει, δεν είχαμε και ψυγείο, δεν μπορούσαμε να πάρουμε και πολλά φαγητά και υποχρεωτικά η μακαρονάδα ήταν στην πρώτη θέση.
Βγαίνατε καθόλου στο Αμύνταιο;
Δεν, τα πράγματα ήταν τότε αρκετά περιορισμένα, οι μαθητές δεν... μετά τις οκτώ απαγορεύονταν να κυκλοφορούνε, απαγορεύονταν, δεν επιτρέπονταν τέλος πάντων, δεν μπορούσαμε να πηγαίνουμε κινηματογράφο, μόνο σε συγκεκριμένες ταινίες που μας έλεγε, έδιναν την άδεια από το σχολείο, φορούσαμε τις ποδιές μας, τις κορδέλες, όχι φράντζες, όχι αφέλειες, τα μαλλιά πίσω τεντωμένα και υπήρχαν αυτοί οι περιορισμοί, οι οποίοι κατ’ εμέ ήτανε και καλοί γιατί δεν είχε το παιδί να σκεφτεί το πρωί τι θα[00:05:00] φορέσει, έβαζε την ποδιά του και ήταν μια χαρά, όλα τα παιδιά ήταν ίδια.
Πιο πριν, όταν ήσασταν ακόμα στο χωριό μου, είχατε πει μια ιστορία που πηγαίνατε με το γαϊδουράκι.
Ναι, ναι. Επειδή ο μπαμπάς μου δεν είχαμε γαϊδουράκι στο σπίτι και ζώα -ο μπαμπάς μου είχε το μπακάλικο-, εγώ είχα μεγάλη τρέλα με τα γαϊδουράκια και μία φίλη μου είχανε πρόβατα. Αυτή πήγαινε τα απογεύματα για να πάρει το γάλα έξω απ’ το χωριό που είχαν το μαντρί, και εγώ κρυφά από τη μαμά μου πήγαινα μαζί της για να μ’ ανεβάσει στο γαϊδουράκι να πάμε να πάρουμε το γάλα, αλλά κάποτε με ανακάλυψε βέβαια. Ήτανε πολύ όμορφα, ναι, ήταν ωραία.
Θυμάστε κάτι απ’ τις γιορτές που γίνονταν στο χωριό;
Ναι, θυμάμαι εγώ μικρή τότε, του Αγίου Γεωργίου που κάνανε κούνιες και βάζανε τις κοπέλες που ήτανε για παντρειά, ας πούμε, 17, 18, 19, 20 χρονών και τις κουνούσανε και οι φιλενάδες τις άμα ξέρανε ότι έχουνε κάποια σχέση -δεν θα πω σχέση, κάποια αδυναμία σε κάποιο αγόρι- με το που τους κουνούσαν τους στέλναν, γυρνούσανε την κούνια προς την πλευρά της γειτονιάς του αγοριού για να γίνει, τέλος πάντων, το συνοικέσιο, ναι. Επίσης θυμάμαι, ο μπαμπάς μου κάθε χρόνο είχαμε του... γιορτάζαμε, κάθε σπίτι είχε τη γιορτή του. Εμείς γιορτάζαμε του Αγίου Γεωργίου και ο μπαμπάς μου κάθε χρόνο έσφαζε είτε ένα αρνάκι, είτε έναν πετεινό, κάτι, ήτανε το κουρμπάνι που λέγαμε και μαζευόντουσαν στο σπίτι μας οι συγγενείς μας, και τρώγαμε όλοι μαζί και γιορτάζαμε τη μέρα αυτή. Ήταν η γιορτή του σπιτιού, για το καλό. Επίσης, έτσι με είχε κάνει εντύπωση όταν ήμουνα μικρή στους γάμους που μόλις έβγαινε η νύφη και ο γαμπρός από την εκκλησία, τους στρώνανε χαλιά να πάνε στο σπίτι, γινότανε μεγάλο πανηγύρι πέντε ώρες ώσπου να φτάσουνε απ’ την εκκλησία στο σπίτι, έβγαινε ο μπαμπάς μου -ο οποίος ήταν και κυνηγός-, πυροβολούσε στον αέρα και έτσι αυτά, έτσι, μου έχουνε μείνει στο μυαλό μου.
Ο παραδοσιακός γάμος είχε κάποια προετοιμασία, έτσι;
Ναι, ναι, ξεκινούσαμε από την... να μην πω από την Δευτέρα, αλλά περισσότερο την Παρασκευή ξεκινούσε το γλέντι γιατί κάνανε, κάνανε το προζύμι για το ψωμί που θα ζυμώναν το Σαββάτο για να δώσουνε στον κόσμο την Κυριακή που θα γινόταν ο γάμος και το τραπέζι. Την Παρασκευή το βράδυ μαζευόντουσαν όλα τα ελεύθερα κορίτσια και πιάνανε το προζύμι. Το προζύμι έπρεπε να το ζυμώσει μια κοπέλα ελεύθερη που να έχει και τους δύο γονείς της. Και κατόπιν κάνανε το προζύμι αυτό και γλεντούσανε. Το φαγητό τους ήτανε φασολάδα, επειδή ήτανε Παρασκευή. Γλεντούσαν μόνον οι γυναίκες μέχρι αργά. Ναι, ήταν ένα ωραίο έθιμο που το θυμάμαι εγώ, εκεί να πηγαίνω και να είμαι εκεί δίπλα στη σκάφη που ζυμώνανε.
Άρα ήτανε, μαζεύονταν μόνο γυναίκες δηλαδή.
Μόνο γυναίκες ήτανε, το γλέντι ήταν μόνο γυναίκες, ναι, αυτό. Ο γάμος σίγουρα κρατούσε και την Δευτέρα και την Τρίτη, γινόντουσαν διάφορα, γλεντούσαν όλη τη νύχτα και ήτανε δηλαδή ένα πολύ μεγάλο γεγονός.
Παίρναν, πηγαίναν να πάρουν τον παρακούμπαρο, τον-
Ναι, ναι, πηγαίνανε με τα όργανα, παίρνανε τους κουμπάρους, τους παρακουμπάρους. Και μια φορά θυμάμαι ο μπαμπάς μου, μικρή που ήμουνα εγώ, θύμωσε κάτι με τον πεθερό και ο πεθερός όλους τους προσκεκλημένους και όλο τον κόσμο τον έφερε στο σπίτι μας για να τον πάρουν τον μπαμπά μου, επειδή ήταν παρακούμπαρος.
Μετά, όμως, όσο καιρό ήσασταν στο Αμύνταιο, εκεί σας άρεσε να διαβάζετε, σας άρεσαν…;
Ναι, εντάξει,[00:10:00] στα πρώτα χρόνια είχαμε και πρωί και απόγευμα σχολείο, και το Σαββάτο. Μετά έγινε μόνο τα πρωινά. Ήταν λίγο δύσκολο για μένα γιατί έπρεπε να 'ρθω στο σπίτι, να τακτοποιήσω και τα λοιπά, και να κάτσω να διαβάσω. Διάβαζα αρκετά, αλλά περισσότερο μου άρεσε να διαβάζω εξωσχολικά βιβλία.
Μυθιστορήματα;
Ναι, έτσι μυθιστορήματα και αυτά. Ναι.
Μάλιστα. Εκείνη την εποχή μαθαίνατε και γραφομηχανή;
Ναι, μετά που τελείωσα το γυμνάσιο ήθελα να γίνω γυμνάστρια, να πάω στη Γυμναστική Ακαδημία, αλλά εκείνα τα χρόνια μόνο στην Αθήνα υπήρχε η σχολή και ο μπαμπάς μου μού λέει: «Τώρα εσύ κορίτσι δεν θα πας στην Αθήνα μόνη σου, εσύ τώρα θα παντρευτείς!» και... Ήθελα εγώ όμως να εργαστώ από τότε και ζήτησα να με στείλουνε στην Φλώρινα -γιατί και εκεί έπρεπε να νοικιάσω κάποιο σπίτι να μένω, έπρεπε να συνεννοηθούν οι γονείς μου και να πάω- και ήρθα στην Φλώρινα, και μάθαινα γραφομηχανή για να μπορέσω κάποτε να γίνω δημόσιος υπάλληλος, ήταν κι αυτό ένα απ’ τα όνειρά μου.
Πού μαθαίνατε γραφομηχανή;
Ήταν ένας σύλλογος παλαιών πολεμιστών και είχαν εκεί μια γραφομηχανή και με το παλιό το σύστημα -όχι τυφλό σύστημα, βέβαια, τότε δεν υπήρχανε- μάθαινα γραφομηχανή, αλλά στην πορεία γνώρισα τον άντρα μου και έτσι δεν έγινα δημόσιος υπάλληλος.
Πώς γνωριστήκατε με τον κύριο Παύλο;
Λοιπόν, ο Παύλος είναι απ’ την Σκοπιά και έπαιρνε το αστικό και η στάση των αστικών λεωφορείων ήταν κάτω απ’ το σπίτι που ζούσα εγώ. Και ξεκίνησε τα πειράγματα και τελικά γνωριστήκαμε. Ήταν η εποχή της φράουλας, εγώ καθότι πολύ μου άρεζαν οι φράουλες, είχε και αμάξι -πράγμα λίγο σπάνιο για εκείνη την εποχή- του ζήτησα να με... να πάμε να μάσουμε φράουλες και έτσι έγινε η γνωριμία μας. Αλλά στην πορεία λίγο απογοητεύτηκα γιατί έπρεπε να φύγω στο εξωτερικό. Είχε έρθει απ’ το εξωτερικό ο Παύλος με σκοπό τον γάμο, ήθελε να παντρευτεί Ελληνίδα, γιατί είχε στο νου του κάποτε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Τελικά τα βρήκαμε, οι γονείς μου λίγο αντέδρασαν στην αρχή, αλλά εγώ τους είπα ότι είμαι καλά μ’ αυτόν τον άνθρωπο και έτσι αποφασίσαμε σε τέσσερις μήνες και φύγαμε στον Καναδά.
Παντρευτήκατε; Πότε παντρευτήκατε;
Ναι, κάναμε εδώ γάμο θρησκευτικό και κατόπιν φύγαμε στον Καναδά, αλλά επειδή είχε μεγάλη διαδικασία, έπρεπε να περάσω γιατρούς και θα υπήρχε καθυστέρηση και αυτά, έφυγα σαν τουρίστρια στον Καναδά και εκεί μόλις πήγαμε κάναμε και έναν πολιτικό γάμο. Και οπότε, έμεινα μόνιμα εκεί, σαν σύζυγο μπορούσε να με κρατήσει εκεί.
Για να παντρευτείτε χρειαζόταν κάποια άδεια να πάρετε;
Ναι, τότε είχαμε και τον σεβασμιότατο Καντιώτη -Θεός συγχωρέσ’ τον τώρα- και ναι, όταν πήγαμε εκεί πέρα και είπε ότι είναι από τον Καναδά και θα φύγουμε στον Καναδά, θύμωσε και λέει: «Έρχεστε εδώ και ρουφάτε το αίμα, παίρνετε τα κορίτσια και φεύγετε!». Λίγο θύμωσε ο Παύλος αλλά εντάξει, πήραμε την άδεια, έγινε το μυστήριο.
Επομένως, τελικά φύγατε στον Καναδά.
Ναι.
Εκεί με τι πήγατε;
Αεροπορικώς, αεροπορικώς πήγαμε παρόλο που ο σύζυγος είχε έρθει με κρουαζιερόπλοιο. Ήτανε εκείνα τα χρόνια, ήτανε πολύ ωραίες οι κρουαζιέρες, ήτανε πολλές μέρες όμως και φύγαμε τελικά με αεροπλάνο και πήγαμε στον Καναδά. Εντάξει, ήταν λίγο δύσκολα στην αρχή για μένα γιατί δεν γνώριζα κανέναν απ’ τους δικούς του.
Πού μείνατε;
Έπρεπε να μείνουμε στον αδερφό του γιατί έπρεπε να ξεκινήσουμε την οικογένεια και δεν είχαμε τα οικονομικά μέσα και αυτά. Μείναμε εκεί με τον αδερφό του, ο οποίος[00:15:00] είχε και τέσσερα κοριτσάκια. Ήταν ωραία, πέρασα καλά, μείναμε σχεδόν έναν χρόνο, απέκτησα και τον γιο μου και μετά πήγαμε και μείναμε σε ένα διαμέρισμα και ο σύζυγος αγόρασε ένα εστιατόριο. Πήγανε καλά οι δουλειές και ενώ είχαμε πει ότι θα γυρίσουμε σε 5 χρόνια στην Ελλάδα, μείναμε άλλα πέντε γιατί ήτανε ωραία, είχαμε... είχε στρωθεί η ζωή μας εκεί, ήτανε καλά και έπρεπε να μάσουμε και περισσότερα χρήματα για να μπορέσουμε να ζήσουμε μετά στην Ελλάδα, όπου είχαν έρθει και οι γονείς του και θα ήμασταν μαζί.
Όταν φτάσατε στον Καναδά τις σας έκανε έτσι περισσότερο εντύπωση, απ’ τον Καναδά, που πήγατε σε μια καινούργια χώρα;
Μου άρεσε πολύ η τάξη που είχαν εκεί, η πειθαρχία, τα σχολεία. Το σχολείο, ναι, έχουν πολύ καλό σύστημα τα σχολεία εκεί. Εγώ όταν πήγα εκεί δεν δούλεψα βέβαια, γιατί είχα τα παιδάκια, έκανα και μια κόρη μετά, και όταν ζούσα με τα πεθερικά μου μαζί, επειδή είχα την πεθερά μου στο σπίτι ξεκίνησα να πάω σχολείο. Πήγα σε ένα καλοκαιρινό τμήμα που ήταν για παιδιά από εξωτερικό για τη γλώσσα και γραφομηχανή. Και κατόπιν γράφτηκα σ’ ένα κολλέγιο, τελείωσα και κει τη γλώσσα, και όταν τελείωσα είπα να ψάξω για δουλειά. Και μια φίλη μου δούλευε στην τράπεζα, μου πρότεινε αυτή να πάω να εργαστώ. Εγώ στην αρχή και ο σύζυγος λίγο με αποθάρρυνε, μου έλεγε: «Όχι, πρέπει να μάθεις καλύτερα αγγλικά», τέλος πάντων εγώ όμως πήγα, έκανα, είχα μια συνέντευξη εκεί με την υπεύθυνη, έδωσα και κάποιες εξετάσεις, ένα τεστ, και μετά από δύο μέρες με καλέσανε να εργαστώ. Ήτανε το υποκατάστημα αυτό που είχε πολλούς Έλληνες και τέλος πάντων, και η γλώσσα, τα ελληνικά αυτά παίξανε ρόλο.
Άρα έρχονταν πολλοί Έλληνες στην τράπεζα.
Ναι, ναι.
Τους εξυπηρετούσατε εσείς.
Ναι, ναι, ναι. Ήτανε η γειτονιά εκεί που είχε πολλούς Έλληνες και αυτό, όπως είπα προηγουμένως, βοήθησε στο να γίνει η πρόσληψή μου άμεσα.
Ήτανε αυστηρά στην τράπεζα;
Στην τράπεζα δουλεύαμε όρθιες, όσην ώρα είχαμε συναλλαγή με τον κόσμο έπρεπε να ήμασταν όρθιες στον γκισέ. Αλλά ήτανε σωστοί, είχαμε καλούς μισθούς, είχαμε... ό,τι τέλος πάντων δικαιούμασταν το είχαμε, αλλά έπρεπε να δουλεύεις σκληρά, είναι σκληρή δουλειά.
Μάλιστα. Περνούσατε και κάποια αξιολόγηση στην τράπεζα;
Ναι, ανά εξάμηνο μας δίνανε το... μας κάναν την αξιολόγηση και αν μέσα σε αυτό το... σου δίνανε άλλο ένα εξάμηνο και αν δεν διορθωνόσουνα στο επόμενο, σου λέγανε : «Φύγε για να μη σε διώξουμε». Επίσης, η αύξησή σου στον μισθό εξαρτιόταν από τον βαθμό που έπαιρνες, ήταν ανάλογα. Και αυτό ήταν ένα καλό κίνητρο για να δουλέψεις περισσότερο και να αμείβονται αυτοί που δουλεύουνε, ήτανε καλό.
Αυτό, στην τράπεζα πόσα χρόνια δουλέψατε;
3 χρόνια δούλεψα στην τράπεζα και μετά έπρεπε να... θέλαμε να 'ρθούμε λίγο στην Ελλάδα διακοπές και αυτά, γιατί ο άντρας μου όταν είχε το εστιατόριο δούλευε εφτά ημέρες την εβδομάδα από τις πέντε έως τις εννιά το βράδυ και είπαμε να κάνουμε διακοπές. Αλλά εγώ επειδή ήτανε μακρινό ταξίδι και θα 'ρχόμασταν εδώ ένας μήνας που δικαιούμουν άδεια δεν μας αρκούσε και ζήτησα εγώ από τη διευθύντριά μου να μου δώσει δύο μήνες και μου λέει : «Θα παραιτηθείς και όταν θα 'ρθεις θα σε ξαναπροσλάβουμε». Αυτό και έγινε, βέβαια λίγο φοβήθηκα εγώ γιατί θα έχανα τη δουλειά μου, [00:20:00]αλλά τέλος πάντων έγινε. Και όταν επιστρέψαμε, γύρισα, γυρίσαμε πίσω και πήγα να κάνω μια αίτηση επαναπρόσληψης και επειδή πρέπει να ήμουνα καλή στη δουλειά μου, με καλέσανε αμέσως σε μία βδομάδα, και κοντά στο σπίτι μου. Και συνέχισα να εργάζομαι στην τράπεζα μέχρι που παραιτήθηκα όταν φύγαν τα πεθερικά μου να 'ρθούνε στην Ελλάδα, είχα εγώ τα δύο τα παιδιά μου και έπρεπε να ασχοληθώ με τα παιδιά μου, και παραιτήθηκα απ’ την τράπεζα και ήμουνα στο σπίτι.
Μάλιστα.
Και τα παιδιά, επειδή τότε τα παιδιά πηγαίναν στο σχολείο, είχαμε και ελληνικό σχολείο εκεί από την ελληνική κοινότητα, τα απογεύματα πηγαίνανε σε ελληνικό σχολείο για να μάθουν τη μητρική τους γλώσσα και ένας λόγος παραπάνω επειδή είχαμε σκοπό να 'ρθούμε στην Ελλάδα να είναι... να ξέρουν τη γλώσσα τους.
Επομένως, από τότε που φύγατε στον Καναδά είχατε στο μυαλό σας ότι μπορεί να γυρίσετε.
Ναι, ναι, με αυτήν την προοπτική δέχθηκε ο πατέρας μου να συμφωνήσει σε αυτόν τον γάμο, επειδή του είπε ο άντρας μου: «Σε 5 χρόνια θα τη φέρω πίσω» και εντάξει, τα 5 χρόνια έγιναν 10, αλλά δεν πειράζει, ήτανε έτσι οι συνθήκες που ήτανε καλύτερα.
Εσείς θέλατε να γυρίσετε όσο ήσασταν εκεί;
Ναι, ήθελα, ήθελα πολύ να γυρίσω στην Ελλάδα, η Ελλάδα είναι πολύ όμορφη χώρα και η ζωή είναι ωραία, η ζωή είναι ωραία εδώ. Και επίσης, είχαμε και τους γονείς μας και εγώ και ο σύζυγος, και έτσι ένιωθα και μια υποχρέωση, ας πούμε, ότι πρέπει να τους... να είμαστε κοντά τους στα τελευταία τους.
Ο κύριος Παύλος ήτανε μεγαλύτερος από σας.
Ναι, έχουμε μια διαφορά 13 χρόνια και μάλιστα όταν γνωριστήκαμε ο πονηρούλης άφησε την ταυτότητά του στο αυτοκίνητο για να τη δω, για να μην έχουμε μετά ιστορίες και να ξέρω πόσων χρονών είναι, αλλά δόξα τω Θεώ όλα πήγαν καλά.
Μάλιστα. Ο άντρας σας, ο κύριος Παύλος, πού εργάστηκε όσο ήσασταν στον Καναδά;
Στον Καναδά είχαμε το εστιατόριο, μέχρι που φύγαμε. Και μετά που... Ήτανε μια οικογενειακή επιχείρηση, με τα αδέρφια του ήτανε. Και μετά που φύγαμε, πούλησε το μερίδιό του, το πήραν τα αδέρφια του και ήρθαμε στην Ελλάδα. Και εδώ, βέβαια, μετά έπρεπε να ξεκινήσουμε απ’ την αρχή, να βρούμε κάποια δουλειά και σιγά σιγά πήγαν όλα καλά. Εγώ προσλήφθηκα στο ΙΚΑ, ήμουν υπάλληλος, και ο Παύλος άνοιξε ένα γυαλοπωλείο, ήταν ένα πολύ παλιό γυαλοπωλείο, το οποίο το πήραμε και τρομάξαμε γιατί είχε μέσα πάρα πολλά πράγματα, αλλά δουλέψαμε πάρα πολύ, όλα πήγανε καλά και μπορέσαμε και μεγαλώσαμε τα παιδιά μας...
Στον Καναδά, όσο ήσασταν εκεί πέρα πώς περνούσατε καλά, έτσι; Είχε άλλους Έλληνες;
Ναι, ναι! Ο Καναδάς... Εμείς ήμασταν στο Τορόντο, έχει την ελληνική κοινότητα εκεί, την ελληνική κοινότητα που είναι οργανωμένη, είχαμε τις εκκλησίες μας, κάναμε τις βαπτίσεις μας, τους γάμους, όλα. Γινόντουσαν χοροί, πάρα πολλοί χοροί, κάθε χωριό έκανε τον χορό του και πηγαίναμε όλοι μαζί για να βρεθούμε με τους δικούς μας ανθρώπους, με γνωστούς, με φίλους, με πατριώτες γιατί όταν είσαι στο εξωτερικό σού λείπουν αυτοί οι άνθρωποι. Ήτανε πολύ οργανωμένη η κοινότητα, μας είχανε και σχολεία ελληνικά, γινόντουσαν παρελάσεις, είναι οργανωμένα εκεί, ήτανε πολύ οργανωμένα, πολύ ωραία ήτανε και νομίζω ότι, επειδή είναι λίγοι εκεί στον Καναδά, περισσότερο θέλουν να βρίσκονται και δημιουργούνται αυτές οι συγκεντρώσεις και οι χοροί και τα πικ-νικ αυτά το καλοκαίρι. Τον χειμώνα είχαμε τους χορούς και το καλοκαίρι είχαμε τα πικ-νικ που γινόντουσαν πάλι σαν πανηγύρια έξω σε πάρκα, ναι.
Είχε και όργανα έτσι, χορεύατε;
Ναι, ναι, ναι! Είχε όργανα, είχε συλλόγους οργανωμένους, με τις τοπικές ενδυμασίες, τους γάμους, τηρούσαμε τα έθιμα που κάνουνε και δω,[00:25:00] ντυνόμασταν την Παρασκευή που λέμε που κάνουν εδώ το προζύμι, κάναμε και εκεί, ντυνόμασταν όλες με τις παραδοσιακές στολές. Όλες είχαμε παραδοσιακές στολές εκεί, τις είχαμε πάει στον Καναδά, του χωριού μας εδώ. Και ντυνόμασταν με τις στολές την Παρασκευή και την Κυριακή που γινόταν η στέψη βάζαμε τα καλά μας ρούχα. Προσπαθούσαμε να τηρούμε όσο πιο πολύ τα έθιμα μπορούσαμε εκεί, βέβαια, σε μια ξένη χώρα αλλά ήτανε, ήτανε καλά, ήτανε καλά.
Όταν προσληφθήκατε στην τράπεζα έπαιξε ρόλο ότι γνωρίζατε τη γραφομηχανή;
Όχι, όχι, όχι γραφομηχανή.
Άρα δεν τη χρησιμοποιήσατε εκεί.
Ναι, εκεί δεν τη χρησιμοποίησα γιατί ναι, δεν είχαν αυτά. Ήτανε αυτό το ιδίωμα που μιλούσαμε εδώ στην περιοχή μας και επειδή ήτανε πολλοί απ’ αυτούς τους παλιούς εκεί στην περιοχή που ζούσα, επηρέασε κι αυτό. Γιατί οι παλιοί εκεί κάποιοι δεν γνώριζαν αγγλικά, δεν μπορούσαν να μάθουν βέβαια, με τα ελληνικά όταν φύγανε είχανε παππούδες εκεί, δεν... οι γονείς τους δουλεύανε, μεγάλωσαν με τους παππούδες και μιλούσαν αυτό το ιδίωμα και αυτό νομίζω βοήθησε στην πρόσληψή μου, γιατί ήταν ένα επιπλέον προσόν, επειδή όπως σας είπα η περιοχή εκείνη είχε πάρα πολλούς Έλληνες και δη απ’ την Μακεδονία.
Ο μισθός, ας πούμε, στην τράπεζα ήτανε καλός, ήταν ικανοποιητικός;
Ήτανε καλός, ήτανε καλός ο μισθός. Η αμοιβή μας ήτανε από τις καλές μπορώ να πω, αλλά εκεί είναι οι μισθοί -απ’ ότι είχα καταλάβει- είναι ανάλογα και με την επικινδυνότητα και με τη βαρύτητα του επαγγέλματος. Αλλά ήτανε καλός ο μισθός στην τράπεζα, ναι. Μας κάνανε συχνά σεμινάρια γιατί γινόντουσαν πολλές ληστείες τότε στις τράπεζες και μας λέγανε ότι: «Κι αν ακόμα δείτε ότι το όπλο που φέρνει ο ληστής είναι ψεύτικο, τα λεφτά θα τα δώσετε!».
Δεν σας είχε τύχει, όμως, κάτι να γίνει στην τράπεζα που δουλεύατε;
Όχι, όχι.
Όταν πήρατε την απόφαση να επιστρέψετε ήταν... δυσκολευτήκατε να την πάρετε την απόφαση; Γιατί, απ’ όσο μου λέτε, κάποια στιγμή αρχίσατε... γινόταν και καλύτερη η ζωή σας στον Καναδά.
Ναι, ακριβώς, ήταν πολύ δύσκολη η απόφαση που πήραμε γιατί ήταν πολύ στρωμένη η ζωή μας. Αλλά σκεφτήκαμε ότι άμα το παρατείνουμε κι άλλο, τα παιδάκια μας ήταν τότε 7 και 9 χρονών, δεν θα μπορούσαν να προσαρμοστούν εδώ αν καθόμασταν περισσότερο, οπότε έπρεπε να την πάρουμε την απόφαση άμεσα και γυρίσαμε πίσω. Γιατί έπρεπε τα παιδιά να πάνε εδώ στο σχολείο, να συνεχίσουνε τις σπουδές τους…
Ποια χρονιά φύγατε; Ποια χρονιά επιστρέψατε στην Ελλάδα;
Το ’82.
Το ’82. Και ποια χρονιά είχατε πάει στον Καναδά;
Το ’72.
10 χρόνια ακριβώς.
10 χρόνια, ίσα ίσα να συνηθίσεις, ναι. Ήρθαμε εδώ, όπως είπα και πριν, έπρεπε να ξεκινήσουμε, να οργανωθούμε.
Ήρθατε εδώ στην Σκοπιά;
Στην Σκοπιά μείναμε με τα πεθερικά μου, γιατί ο πεθερός μου όσο ήτανε στον Καναδά είχε φροντίσει να κάνει ένα ωραίο σπίτι και μεγάλο, και έτσι ήρθαμε. Και επειδή ήταν κι αυτοί υπερήλικες, έπρεπε να τους φροντίσουμε κι αυτούς, οπότε μείναμε στην Σκοπιά και είναι ωραίο το χωριό.
Το σπίτι πότε χτίστηκε εδώ πέρα;
Το σπίτι χτίστηκε το ’55 αλλά, όπως λέει και ο άντρας μου, χτίστηκε με δολάρια και γι’ αυτό είναι γερό και καλό σπίτι. Γιατί, εντάξει, στέλνανε συνάλλαγμα τότε, διαφορετικά δεν θα μπορούσε εκείνα τα χρόνια να χτιστεί τέτοιο σπίτι. Και πολλά άλλα σπίτια στο χωριό που είναι ακόμα σε πάρα πολύ καλή κατάσταση, όλα πέτρινα,[00:30:00] ωραία, πολύ ωραία!
Μάλιστα. Τι σας έκανε εντύπωση έτσι όταν ήρθατε για πρώτη φορά εδώ στην Σκοπιά να μείνετε;
Ναι, όταν ήρθα εδώ, είδα, μου έκανε πολλή εντύπωση τα μεγάλα και ωραία σπίτια που είχαν, τα οποία όμως δυστυχώς ήταν πολλά εγκαταλελειμμένα γιατί οι παλιοί πηγαίνανε στον Καναδά ή στην Αμερική και στέλνανε λεφτά. Αφήνανε εδώ την οικογένειά τους, αφήνανε εδώ την οικογένειά τους και κτίζανε με την προϋπόθεση πάντα ότι θα επιστρέψουνε πίσω, και γι’ αυτό κάνανε μεγάλα σπίτια για όλη την οικογένεια. Αλλά, εντάξει, στην πορεία άλλαξαν τα πράγματα, ο κόσμος δεν ζούσαν όλα τα αδέρφια μαζί, ο καθένας ήθελε να έχει την οικογένειά του και δυστυχώς αυτά τα μεγάλα και ωραία σπίτια, πετρόκτιστα και αυτά, έχουν εγκαταλειφθεί. Και επειδή από την Σκοπιά πολύς κόσμος έχει φύγει στο εξωτερικό, και εδώ Αυστραλία, Καναδά, νομίζω από την Σκοπιά είναι 2.000 στον Καναδά, είναι πολύς κόσμος. Ναι. Και αυτό με εντυπωσίασε περισσότερο, το ότι είναι ένα χωριό λίγο που κρατάει περισσότερο την παράδοση. Δηλαδή, κρατάν τα έθιμα τα παλιά σχετικά με τους γάμους, σχετικά με τις γιορτές. Παραδείγματος χάρη, όταν μια κοπέλα είναι αρραβωνιασμένη εδώ στην Σκοπιά, των Αγίων Θεοδώρων την ντύνουνε με την τοπική στολή και πάνε στην εκκλησία, και περνάνε όλοι και τη δωρίζουνε, η νύφη φιλάει το χέρι και της δίνουνε και μία κουλούρα. Ήταν ένα έθιμο έτσι που μου άρεσε, το έκανα και εγώ στα παιδιά μου.
Επομένως, μετά που επιστρέψατε, είπατε ότι ο κύριος Παύλος άνοιξε υαλοπωλείο; Πώς κι έτσι επέλεξε να ανοίξει αυτήν την επιχείρηση;
Δεν το επέλεξε, έτυχε. Δεν είχε άλλη επιλογή αλλά γι’ αυτό είπα ότι κουραστήκαμε πάρα πολύ, γιατί δεν το γνωρίζαμε το αντικείμενο. Δουλέψαμε σκληρά και τα παιδιά μας και εμείς, και ήταν οι εποχές που ήταν ανοιχτά τα σύνορα τότε με την Βόρεια Μακεδονία και είχαμε πάρα πολύ κόσμο και πολλούς τουρίστες από Αμερική κι αυτά, και Καναδά, και γι' αυτό ήτανε καλές εποχές και δουλέψαμε πολύ καλά.
Μάλιστα. Εσείς εργαστήκατε κάπου;
Εγώ εργάστηκα στο ΙΚΑ, προσλήφθηκα στο ΙΚΑ, δούλεψα 25 χρόνια, από όπου και συνταξιοδοτήθηκα. Είχα συναναστροφή με κόσμο και νομίζω ότι δούλεψα ευσυνείδητα και χαίρομαι που με βλέπει κόσμος έξω και με χαιρετάει.
Πώς κι έτσι, είχατε κάνει αίτηση για κάποια προκήρυξη;
Ναι, είχε βγει μια προκήρυξη και με προσλάβανε εκεί. Και έτσι αυτός ήταν και ένας λόγος που λίγο έτσι εγκατασταθήκαμε, γιατί αν δεν βρίσκαμε δουλειές κι αυτά, υποχρεωτικά θα επιστρέφαμε στον Καναδά. Αλλά μ’ αυτές τις... έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, μπορέσαμε και παραμείναμε, και είμαστε εδώ στον τόπο μας, στην Ελλάδα μας που την αγαπάμε.
Πόσα χρόνια δουλέψατε στο ΙΚΑ;
25 χρόνια.
25 χρόνια.
25 χρόνια δούλεψα και συνταξιοδοτήθηκα μετά. Ήτανε σκληρή η δουλειά και στο ΙΚΑ, γιατί τότε όλα ήτανε χειρόγραφα, δεν υπήρχαν υπολογιστές κι αυτά. Αλλά ήμασταν από τους υπαλλήλους που πληρώνονταν πολύ καλά εκείνο το διάστημα.
Δηλαδή μείνατε ευχαριστημένη-
Ναι-
Από τη δουλειά εδώ στην Ελλάδα.
Ναι, ναι.
Αυτό ποια χρονιά έγινε;
Αυτό ήτανε, προσλήφθηκα το ’85 και βγήκα στη σύνταξη το 2010, ’85-2010, 25 χρόνια.
Και από τότε που γυρίσατε απ’ τον Καναδά, ζήσατε εδώ στην Σκοπιά.
Ναι, στην Σκοπιά, στην Σκοπιά,[00:35:00] μου αρέσει το χωριό, είναι ωραίο.
Πήγατε καθόλου στον Καναδά, επιστρέψατε;
Ναι, πήγαμε μία φορά στον Καναδά επειδή θέλαμε να δουν τα παιδιά μας που είχαν γεννηθεί -τέλος πάντων- και πού ήτανε ως κάποια ηλικία. Πήγαμε στον Καναδά για έναν μήνα, για τις διακοπές μας, ήταν ωραία, είδαμε τους δικούς μας ανθρώπους εκεί και χαρήκαμε που πήγαμε.
Υπήρχε κάποια διαφορά έτσι στη δεκαετία που πέρασε;
Νομίζω πως ναι, νομίζω πως ναι. Όπως παντού βέβαια και εκεί άλλαξαν τα πράγματα, αλλά πάλι εγώ λέω η Ελλάδα είναι πιο ωραία και εδώ θα μ’ άρεζε να ζω.
Μάλιστα. Στο Κλειδί, στο χωριό σας, συνεχίζετε να πηγαίνετε συχνά;
Ναι, στο Κλειδί ναι, πηγαίνω, όχι συχνά βέβαια, γιατί πλέον έγινε απαλλοτρίωση και ζούνε μόνο δέκα άτομα στο χωριό μου. Πηγαίνω επειδή είναι εκεί οι τάφοι των γονιών μου και νοσταλγώ τον τόπο που γεννήθηκα, θέλω να πάω το σπίτι μου να το δω, δεν μας ανήκει βέβαια τώρα. Αλλά είναι ο τόπος που μεγάλωσα, έχω τόσες αναμνήσεις με τις φιλενάδες μου, που πηγαίναμε στους κήπους κάτω και κλέβαμε και κάνα αγγουράκι... Και μια φορά πήγαμε στο αμπέλι με μια φιλινάδα μου και 'γω είχα την εντύπωση ότι είχαμε μια ροδακινιά εκεί και μαζεύουμε τα ροδάκινα. Έρχεται ο αγροφύλακας -τότε υπήρχαν οι αγροφύλακες που φυλούσαν τα χωράφια-: «Τι κάνετε;», μου λέει. Λέω: «Να, ήρθα να μάσω τα…». «Δεν είναι δικιά σας αυτή η ροδακινιά». Πω πω, φόβο εγώ τώρα τι θα πω στον μπαμπά μου! Απ’ τον μπαμπά μου φοβήθηκα πιο πολύ, απ’ ό,τι από τον αγροφύλακα. Τέλος πάντων, τα δώσαμε τα ροδάκινα στον κάτοχό τους, τζάμπα η χαρά, αυτή, ναι.
Στο χωριό έτσι όταν ήσασταν κάνατε, βοηθούσατε στις εργασίες του σπιτιού, κάνατε δουλειές, κάνατε...;
Ναι, εμείς επειδή δεν είχαμε χωράφια, όπως είπα, οι γονείς μου είχαν μπακάλικο, εμένα πολύ μου άρεζε να πηγαίνω και να βοηθάω να βελονιάζω καπνά, γιατί τότε είχε καπνά στο χωριό. Πω πω, τι ωραία, εκεί όλη η παρέα μαζευόμασταν, βελονιάζαμε τα καπνά! Και όταν μου δίνανε και μία δραχμή εκεί ήταν το καλύτερο, έβγαζα και μεροκάματο! Ναι, πηγαίναμε έτσι και απ’ ό,τι μου έλεγε και η μαμά μου παλιά πηγαίνανε στα χωράφια και βοηθούσανε. Μια μέρα πηγαίναν στο δικό τους το χωράφι, μια μέρα στο δικό μας. Κάπως έτσι πρέπει να γινότανε. Και εντάξει, ο κόσμος, η γειτονιά περισσότερο ήταν πολύ δεμένη εκείνα τα χρόνια. Εγώ έχω πολύ ωραίες αναμνήσεις απ’ τη γειτονιά μου, ήτανε δίπλα μας ένα... μια οικογένεια με πέντε παιδιά και ήτανε μόνο... ο μπαμπάς ήταν στη φυλακή, και ήταν η μαμά. Εγώ όμως όταν πήγαινα εκεί πέρα, ήθελα να φάω πάντα, δεν έφευγα. Τελικά έβαζε η γειτόνισσά μας, αυτή η μαμά των παιδιών, στη φωτιά ένα μεγάλο τηγάνι με ξερό ψωμί και λίπος. Πω πω, πόσο νόστιμο ήτανε! Εγώ εκεί, ώσπου δεν έτρωγα, δεν έφευγα. Η μαμά μου αναγκαστικά τους έδινε ένα καρβέλι ψωμί κάθε εβδομάδα για να... γιατί οι άνθρωποι ήτανε φτωχοί, έπρεπε να θρέψουνε πέντε παιδιά. Ήταν πολύ δεμένες οι οικογένειες και όλες τις φώναζα «θεία» εκεί τις γειτόνισσές μου, ναι.
Χρησιμοποιούσατε συχνά έτσι το λίπος για τη μαγειρική;
Παλιά αυτό ήτανε το λάδι και το βούτυρο που θα μαγείρευαν οι νοικοκυρές. Σφάζανε το γουρούνι, βγάζανε... Και μάλιστα ήτανε και πολύ, δηλαδή έλεγαν οι νοικοκυρές: «Α, εγώ έβγαλα δύο δοχεία λίπος!», «Α εγώ έβγαλα ένα δοχείο», δηλαδή ποια θα βγάλει και πιο πολύ. Και κάνανε και παστουρμά από το χοιρινό, γιατί μ’ αυτό είχαν τις κοτούλες, είχαν τα χοιρινά. Αυτά ήτανε τα κρέατά τους στο χωριό, δεν πηγαίνανε στα... δεν υπήρχαν τα[00:40:00] κρεοπωλεία, τα σουπερμάρκετ, τα αυτά που κατεβαίνουμε, δεν υπήρχαν τα αμάξια για να πηγαίνουν στις πόλεις να ψωνίζουνε και αυτά που είχανε στο σπίτι, είχανε πάντα κοτούλες και το λίπος ήτανε στην πρώτη θέση, κάνανε τις πίτες τους, κάνανε τα φαγητά τους με το λίπος από το γουρουνάκι που είχανε σφάξει, ναι. Ο μπαμπάς μου ήταν κυνηγός, θυμάμαι να πηγαίνει στο κυνήγι και να φέρνει πέντε λαγούς! Τότε ήταν περισσότεροι οι λαγοί απ’ τους κυνηγούς, τώρα είναι οι κυνηγοί περισσότεροι απ’ τους λαγούς, ναι. Πάπιες τον χειμώνα, είναι η Λίμνη των Πετρών εκεί και κατέβαιναν πολλές πάπιες, έφερνε πέντε-έξι πάπιες, ναι! Και η μαμά μου μαγείρευε και πάντα τον έκανε τον λαγό στιφάδο και εγώ δεν έτρωγα γιατί δεν μ’ άρεζε το κρεμμύδι, ναι. Αλλά και θυμάμαι που ερχόντουσαν από Αθήνα, από Σέρρες κυνηγοί γιατί το χωριό μου, ειδικά το Κλειδί είχε πάρα πολλούς λαγούς. Στρατό και λαγούς είχαμε στο χωριό μου! Και λόγω της θέσης βέβαια, ο στρατός ήτανε πάντα και τελευταία και με... ναι, είχανε τα πολυβολεία εκεί, πολλά πολυβολεία είχανε. Και όταν ήρθαμε από τον Καναδά ο γιος μου ήταν μικρός, ήταν 8 χρονών, και είχε πάρει τα βουνά και πήγαινε σε όλα τα... -όταν το ανακάλυψα τρόμαξα και εγώ- σ’ όλα τα πολυβολεία αυτά που είχανε κάνει ο στρατός, γιατί γινόντουσαν ασκήσεις στο χωριό μας πάντα κάθε καλοκαίρι θυμάμαι.
Εσείς κρατούσατε ζώα στο σπίτι, είχατε;
Μετά, τελευταία ο μπαμπάς μου αγόρασε ένα άλογο, με το οποίο βέβαια και πήγαινε κάθε Δευτέρα στο παζάρι στο Αμύνταιο για να ψωνίσει για το μπακάλικο. Ήτανε περίπου μιάμιση ώρα να πάει και μιάμιση ώρα να γυρίσει, είχαμε ένα πολύ καλό άλογο και πολύ ήσυχο, τον Λευθέρη, που μέχρι τα βαθιά γεράματα τον είχαμε στο σπίτι μας, γιατί ο μπαμπάς μου δεν ήθελε να τον δώσει, παρόλο μετά που δεν πήγαινε με το κάρο, βγήκαν τα αμάξια και όλα αυτά, άρχισε να έρχεται και λεωφορείο στο χωριό μας, και το κρατούσαμε τον Λευθέρη, έτσι δεν μπορούσαμε να το δώσουμε, ήταν μια ζωή δικό μας το άλογο. Αλλά γενικά όχι, είχαμε όμως κοτούλες πάντα είχαμε. Και επειδή και ο μπαμπάς μου ήταν κυνηγός είχαμε πάντα σκύλους στο σπίτι, και θυμάμαι να έχουμε και γουρουνάκι, αλλά όχι πολύ συχνά. Ναι, έβαζαν ο μπαμπάς μου γιατί, επειδή είχαν το μαγαζί, δεν είχανε και πολύ χρόνο να ασχολούνται με άλλες δουλειές.
Μάλιστα. Είπατε πριν ότι έγιναν κάποιες απαλλοτριώσεις στο Κλειδί;
Ναι.
Πλέον πώς, τι συμβαίνει στο χωριό;
Ναι. Το χωριό μου μετά από ελέγχους που κάναν και αυτά, είδαν ότι έχει πάρα πολύ καλό κάρβουνο, μεγάλες, πολλές θερμίδες, κάπως. Και ξεκίνησε απαλλοτρίωση. Πριν πολλά χρόνια βέβαια αυτό. Η ΔΕΗ το απαλλοτρίωσε, αλλά στην πορεία κάτι έγινε, ο εργολάβος πτώχευσε, σταμάτησαν οι ανασκαφές και αυτά. Βέβαια, το χωριό διαλύθηκε, οι περισσότεροι νέοι φύγανε γιατί δεν είχε προοπτική για τα παιδιά τους, έπρεπε να τα πάνε σε πόλεις μεγάλες, να πάνε στα σχολεία και τα λοιπά και έχουν μείνει ούτε δέκα γεροντάκια στο χωριό και έχει σταματήσει... έχουν σταματήσει και με την απολιγνιτοποίηση έχουν σταματήσει και οι εργασίες, αλλά εμείς αποζημιωθήκαμε για τα σπίτια μας.
Τελικά όμως τα σπίτια δεν τα έριξαν;
Όχι, όχι, μόνο γύρω γύρω απ’ το χωριό σκάψανε, δεν προχώρησαν πιο πέρα. Και μάλιστα είναι και μια εκκλησία εκεί που έσκαβε ο εργολάβος και σκάβανε γύρω γύρω γύρω, αλλά κανένας δεν τόλμησε να γκρεμίσει την εκκλησία. Ναι, εκείνη το εκκλησάκι είναι εκεί ακόμα, ναι. Και τώρα έχει μείνει έτσι η κατάσταση, αλλά δυστυχώς το χωριό έχει αδειάσει, φύγανε οι περισσότεροι Αμύνταιο, επειδή είναι πιο κοντά το Αμύνταιο, και Φλώρινα έχουν έρθει πάρα πολλοί.
Είπατε ότι μετά ήρθαν τα αυτοκίνητα. Πριν έρθουν τα αυτοκίνητα πώς μετακινούσασταν;
Με τα κάρα, [00:45:00]με τα κάρα, με τα κάρα! Και μάλιστα τώρα, αυτό το Σαββατοκύριακο είναι και το πανηγύρι του Αμυνταίου. Α δεν είχαμε σχολείο στο πανηγύρι του Αμυνταίου, Δευτέρα, όλοι στα κάρα και πηγαίναμε στο πανηγύρι, στις κούνιες εκεί. Πω πω θυμάμαι τον εαυτό μου μπροστά στις κούκλες να ξεροσταλιάζω, να θέλω να τις πάρω όλες! Γιατί βέβαια, εντάξει, δεν είχαμε παιχνίδια, δεν είχαμε αυτήν τη δυνατότητα τότε, δεν μας παίρνανε πολλά παιχνίδια και αυτά. Και δεν είχαμε σχολείο και πηγαίναμε όλοι στο πανηγύρι του Αμυνταίου στα κάρα, με τα κάρα πρωί πρωί όλοι. Αργότερα ήρθαν τα τρακτέρ, μας βάζανε στις καρότσες και πηγαίναμε. Και μετά, σιγά σιγά ήρθαν και τα λεωφορεία και τώρα έχουν τα αυτοκίνητά τους, έχει αλλάξει ο τρόπος ζωής.
Επομένως το πανηγύρι του Αμυνταίου-
Μεγάλο γεγονός!
Μεγάλο γεγονός.
Μεγάλο γεγονός! Πω πω! Οι κούνιες εκεί τρέλα! Εμείς να μαζεύουμε λεφτά για το πανηγύρι, για το πανηγύρι να μαζεύουμε να ανεβούμε στις κούνιες, τι πήραμε την άλλη, μετά να βρεθούμε τι πήραμε, τι κάναμε, να μας πάρουνε παπούτσια, αυτά! Ήτανε μεγάλο γεγονός το πανηγύρι του Αμυνταίου. Ναι.
Κυρίως δηλαδή εμπορεύονταν ρούχα;
Ρούχα, παιχνίδια, παιδικές χαρές, είχε πολλές έτσι κούνιες, αυτά για τα παιδιά, παπούτσια, κουβέρτες, κιλίμια, φλοκάτες, χαλιά. Αυτά, ναι, ναι, πολλά, πολλά, πολλά. Και όλοι μετά, το απόγευμα, η Δευτέρα ήταν η τελευταία μέρα, όλοι μετά επιστροφή στο χωριό πάλι με τα κάρα. Ήταν ωραία, η διαδρομή ήταν ωραία. Ήταν ωραία η διαδρομή, ναι.
Όταν μένατε εσείς στο Αμύνταιο, έρχονταν και μέναν σε σας οι γονείς, όταν έρχονταν εκεί;
Όχι, οι γονείς μου μέναν στο χωριό. Δεν ερχόντουσαν σε μένα να μείνουνε γιατί η μαμά μου δεν μπορούσε να 'ρθει να με βοηθήσει, γιατί είχε την... τον μπαμπά μου, τον αδερφό μου, είχε την οικογένεια. Εγώ έφευγα τα Σαββατοκύριακα και έπαιρνα τα αυγουλάκια μου, κάνα φαγάκι, όχι κανένα, δυο-τρία φαγάκια, ψωμί, ό,τι μπορούσα να πάρω αν είχαμε κάποια λαχανικά από το σπίτι και αυτά γιατί... για να βγάλω την εβδομάδα. Κάποια παιδιά από κάποια χωριά, εμείς πάλι ήμασταν σε καλύτερη θέση, δηλαδή από χωριά που ήτανε κοντά, όπως είναι το Ξινόνερο, Βεγόρα, ο Άγιος Παντελεήμων, κάθε μέρα πηγαινοερχόντουσαν, κάθε μέρα! Με τα κρύα και πόσα χιόνια είχε τότε! Κάθε μέρα πηγαινοερχόντουσαν Αμύνταιο-Ξινό, Αμύνταιο-Βεγόρα, Αμύνταιο... Δηλαδή, ήταν πάρα πολύ δύσκολο αυτό. Ερχόντουσαν πολλές φορές μουσκεμένα τα παιδιά, θυμάμαι οι καθηγητές τα βάζανε γύρω από τις σόμπες να στεγνώσουνε τα παιδιά, ήταν δύσκολες οι συνθήκες τότε με τα σχολεία.
Πήγατε από το πιο κρύο μέρος της Ελλάδας στον Καναδά. Το κλίμα, έτσι, είχε μεγάλες διαφορές;
Ναι, μεγάλη διαφορά, αλλά αυτό που δεν είπα προηγουμένως είναι ότι τι μου άρεσε στον Καναδά. Ο άντρας μου πήγαινε, ζούσαμε στο Τορόντο και είχε στο Σκάρμπορο και τo restaurant του ήτανε στο Έιντεξ, μια κωμόπολη τέλος πάντων έξω από το Τορόντο, και ήτανε κάπου 35 χιλιόμετρα. Και ενώ είχε χιόνια -τι να σου πω, πάνω από ένα μέτρο κι αυτά- δεν θυμάμαι μία φορά να είχε πρόβλημα στη διαδρομή, πάντα οι δρόμοι ήταν καθαροί και μπορούσε να πάει στη δουλειά του κανονικά! Και τα σχολεία κανονικά λειτουργούσαν, και οι υπηρεσίες, όλα, όλα! Δηλαδή, ξυπνούσες το πρωί και οι δρόμοι ήταν καθαροί με τόσο χιόνι και πολύ κρύο βέβαια. Μια φορά πηγαίναμε εκκλησία, ήτανε Χριστούγεννα και εμείς, επειδή εμείς μέναμε -το Σκάρμπορο ήτανε προάστιο του Τορόντο- πηγαίναμε, η εκκλησία ήταν κάτω στην πόλη και είχαμε βγει στον δρόμο και το θερμόμετρο έδειξε -50, -50! Και εμείς είχαμε ένα παλιό αμάξι, έτσι βαρύ, και πήγαινε, ενώ κάτι αμάξια μικρά, έτσι πιο μικρά που ήταν και αυτά, είχαν σταματήσει, δεν μπορούσαν να πάνε με -50, ναι. Είχε πολύ κρύο, είχε πολύ, ο Καναδάς έχει πάρα πολύ κρύο αλλά είναι πολύ οργανωμένοι για να αντιμετωπίσουν το[00:50:00] κρύο. Έχουν, τα σπίτια όλα έχουν τη θέρμανσή τους, τα σχολεία, ανοίγουν τους δρόμους, είναι οργανωμένοι σε αυτές τις καιρικές συνθήκες επειδή έτσι ήτανε, είναι πολύ κρύο ας πούμε, έχει πάρα πολύ κρύο.
Μάλιστα. Κυρία Ευτέρπη, εγώ αυτά είχα να σας ρωτήσω, δεν ξέρω αν έχετε κάτι να συμπληρώσετε.
Να συμπληρώσω κάτι, ναι. Τώρα αυτήν τη στιγμή...
Εντάξει. Στο τέλος της συνέντευξης πάντα κάνω μια ερώτηση, αν θέλετε να την απαντήσετε. Μπορεί να ακούσει κάποιος αυτήν τη συνέντευξη σε 50 χρόνια. Αυτός ο κάποιος μπορεί να είναι και κάποιος συγγενής σας, κάποιος, το εγγόνι σας, το δισέγγονό σας που δεν έχει γεννηθεί ακόμα. Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να του πείτε;
Τι να του πω; Ναι, να αγαπάει τους γονείς του, να σέβεται τον κόσμο, να σέβεται τον κόσμο και να δουλεύει! Και να δουλεύει, είναι πολύ σημαντικό! Αυτό ήθελα να πω. Και να αγαπάει, να έχει αγάπη μέσα του. Όταν αγαπάς, έτσι, όλα τα βλέπεις πιο ωραία νομίζω. Ναι, αυτό.
Ωραία. Να το σταματήσω εδώ; Θα το σταματήσω εδώ;
Ναι. Επίσης, αυτό που θυμάμαι πολύ, πολύ ωραίες έτσι εικόνες ήτανε που ερχόταν ο ταχυδρόμος στο μαγαζί μας. Ο ταχυδρόμος ήτανε κάποιος από την Βεύη, ο κυρ-Νίκος. Αυτός ερχόταν με τα πόδια από την Βεύη στο χωριό μου, τρεις φορές την εβδομάδα. Και πάντα στην ώρα του με χιόνια, με κρύα, δεν υπήρχε συγκοινωνία, έπρεπε... Και ερχότανε μάλιστα απ’ τα βουνά γιατί η Βεύη και το Κλειδί συνορεύουν, ναι. Και ερχόταν εκεί! Εν τω μεταξύ, ήταν ο κόσμος μαζεμένος εκεί, γιατί τότε υπήρχαν και υπήρχε και πολλή αλληλογραφία, ήτανε κόσμος στο εξωτερικό, στον Καναδά, περιμέναν γράμματα, περιμέναν λεφτά. Και ερχότανε, τους μοίραζε τα γράμματα, τους βοηθούσε να... τους έγραφε τις διευθύνσεις για να στείλουν κι αυτοί τα γράμματα στους δικούς τους ανθρώπους, τους διάβαζε τα γράμματα. Και θυμάμαι, επειδή κάποιες φορές έκανε πολύ κρύο, ερχότανε λίγο στο σπίτι μας ή στο μαγαζί μας -ο μπαμπάς μου που είχε σόμπα εκεί- για να ζεσταθεί λιγάκι και ο άνθρωπος να φύγει ξανά με τα πόδια. Βέβαια, ήτανε μια πολύ ωραία εικόνα, έτσι, που μου έχει μείνει.
Είχατε καλή σχέση μαζί του δηλαδή;
Πάρα πολύ ωραία, ήτανε φιλικός με όλους, τους ήξερε όλους, τους ήξερε όλους στο χωριό! Ήξερε σε ποιον θα δώσει το γράμμα, κατευθείαν έπαιρνε το αυτό και ήξερε πού είναι ο καθένας γιατί ερχόντουσαν και περίμεναν εκεί πέρα να 'ρθεί ο ταχυδρόμος, ο κυρ-Νίκος να μας μοιράσει τα γράμματα, που ήτανε και για κείνα τα χρόνια, ήτανε και ένα έσοδο για τον κόσμο, γιατί παίρναν λεφτά από το εξωτερικό, ναι. Ήτανε μια πολύ ωραία εικόνα έτσι που μου έχει μείνει.
Μάλιστα. Κάτι άλλο που ήθελα να σας ρωτήσω είναι κάνατε, όταν γυρίσατε εδώ πέρα στην Φλώρινα, μετά από τον Καναδά, κάνατε παρέες, βγαίνατε εδώ-
Ναι, ναι-
Πώς περνούσατε καλά;
Στην αρχή εντάξει, ώσπου να προσαρμοστούμε, να βρούμε τους φίλους και τα λοιπά, ευτυχώς όμως ήτανε ο Παύλος, επειδή πήγαινε σχολείο εδώ στην Φλώρινα βρήκε τους συμμαθητές του και τους φίλους του βέβαια και οργανωθήκαμε σε μία πάρα πολύ ωραία παρέα. Ήτανε και ο Γιώργος ο Χολέρης, που ήρθε από την Ιταλία, και αυτός με την οικογένειά του, παντρεύτηκε εδώ, στον γάμο του, έκανε παιδάκια, εμείς όλοι εκεί να συμμετέχουμε. Ήταν πάρα πολύ ωραία, διοργανώναμε συχνά εκδρομές, πηγαίναμε σε πανηγύρια, επισκέψεις στα σπίτια, τραπεζώματα. Ο Μιχάλης είχε ένα πολύ ωραίο σπιτάκι στο βουνό και πηγαίναμε εκεί, καθόμασταν Πρωτοχρονιά. Περάσαμε πολύ ωραία γιατί βρεθήκαμε με τους παλιούς μας φίλους και εντάξει, οι παλιοί φίλοι πάντα είναι κάτι ξεχωριστό. Κάναμε και καινούργιους φίλους βέβαια και συνεχίζουμε να είμαστε εδώ στο χωριό.[00:55:00]
Μάλιστα. Αυτά.
Ναι.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Η κυρία Ευτέρπη Σταννίδου μάς αφηγείται τη ζωή και τα έθιμα στο χωριό της, το Κλειδί Φλώρινας, όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια, καθώς και τα μαθητικά χρόνια στο Αμύνταιο. Μιλάει για τον γάμο της με τον σύζυγό της, τη μετανάστευσή της στον Καναδά και την κοινή τους ζωή στο εξωτερικό. Τέλος, αναφέρεται στις δυσκολίες που αντιμετώπισε αυτή και η οικογένειά της κατά την επιστροφή τους στην Σκοπιά Φλώρινας μετά από 10 χρόνια ζωής στον Καναδά.
Αφηγητές/τριες
Ευτέρπη Σταννίδου
Ερευνητές/τριες
Νίκος Χολέρης
Θέματα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
05/10/2023
Διάρκεια
55'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Η κυρία Ευτέρπη Σταννίδου μάς αφηγείται τη ζωή και τα έθιμα στο χωριό της, το Κλειδί Φλώρινας, όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια, καθώς και τα μαθητικά χρόνια στο Αμύνταιο. Μιλάει για τον γάμο της με τον σύζυγό της, τη μετανάστευσή της στον Καναδά και την κοινή τους ζωή στο εξωτερικό. Τέλος, αναφέρεται στις δυσκολίες που αντιμετώπισε αυτή και η οικογένειά της κατά την επιστροφή τους στην Σκοπιά Φλώρινας μετά από 10 χρόνια ζωής στον Καναδά.
Αφηγητές/τριες
Ευτέρπη Σταννίδου
Ερευνητές/τριες
Νίκος Χολέρης
Θέματα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
05/10/2023
Διάρκεια
55'