Από την οικοδομή, στα σφουγγαράδικα και στη ναυτική ζωή
Ενότητα 1
Η γερμανική κατοχή στην Ύδρα
00:00:00 - 00:08:20
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλη σπέρα. Γεια σας. Πώς ονομάζεστε; Ελευθέριος Αραπογιάννης. Τέλεια! Λοιπόν, σήμερα είναι 29 Απριλίου του 2023, βρισκόμαστε στην Ύδρα…παιχνίδι. Το λιγότερο να κάνω 12 χιλιόμετρα την ημέρα, αν όχι, θα κάνω 8, 7. Ανάλογα. Δεν κάθομαι στο σπίτι μου, δεν κάθομαι στο σπίτι μου.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Στα σφουγγαράδικα και στα εμπορικά βαπόρια
00:08:20 - 00:37:07
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και στην Αφρική που έζησα. Στην Αφρική που έζησα ήταν σκληρή δουλειά. Ξέρεις, φέρναμε ένα κιλίμι, μαξιλάρι δεν είχαμε. Δυο πουκάμισα, δυο πα…υς. Όμορφη χώρα, όμορφη! Και έχει τεχνητό λιμάνι εκεί πέρα, ο σταθμός δίπλα από το λιμάνι. Έχω φύγει και από κει. Τι άλλο θέλετε να σας πω;
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Γερμανοί και αντάρτες στην Ύδρα
00:37:07 - 00:47:24
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Εγώ τώρα περπατάω, σκέφτομαι, πάω εκεί σ' ένα κουτουκάκι απάνω, μαζευόμαστε, που έχω απ' την Κατοχή εκεί πέρα, που περνάγανε οι Γερμανοί και…ι. Μπορώ να γράφω ορισμένα πράγματα αυτά, αλλά να ξέρω ποιο ήτα θέλει, ποιο εκείνο, δεν μπορώ. Το λέω αλήθεια. Εγώ δουλεύω με το μυαλό μου!
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 4
Η οικοδομή, το πρώτο ταξίδι και οι σφουγγαράδες της Ύδρας
00:47:24 - 01:19:28
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και πότε ξεκινήσατε να δουλεύετε στην οικοδομή; Τι ηλικία είχατε; Θα σας το πω κι αυτό. Μετά την απελευθέρωση, που σταματήσανε τα πράγματα,…ίσω, να δω τους φίλους μου, αυτούς που είναι τώρα νέοι, να μιλήσουμε, να γελάσουμε, να αυτώσουμε και μετά να πάω στο σπίτι μου, να ησυχάσω.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 5
Τα ταβερνάκια της Ύδρας
01:19:28 - 01:31:38
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Παλιά εδώ στην Ύδρα, πώς γλεντούσατε στα ταβερνάκια; Γιατί έχω ακούσει ότι υπήρχε μία ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Ήταν πολύ της παρέας. Τότες ήτα…ουλάρια, με τα καλαμπούρια μας, και με σέβονται. Και αυτοί της οικοδομής και αυτοί που κάναμε και στη θάλασσα. Καλά, τώρα εφύγαν όλοι αυτοί.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 6
Εικόνες από τον πόλεμο
01:31:38 - 01:41:07
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Είχε πέσει, πού είναι το Ταφ στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων, στη γωνία, που ήταν οι βάρκες της Σχολής πρώτα; Ακριβώς στη γωνία της Σχολής, που εί…τό οι Γαβρίληδες. Εξαιρετικά παιδιά, από τα καλά παιδιά. Εκεί μαζευόμαστε τώρα και βλεπόμαστε όσοι… Ορίστε, δεν τα έχω πει κι αυτά. Μάλιστα!
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΚαλη[00:00:00]σπέρα.
Γεια σας.
Πώς ονομάζεστε;
Ελευθέριος Αραπογιάννης.
Τέλεια! Λοιπόν, σήμερα είναι 29 Απριλίου του 2023, βρισκόμαστε στην Ύδρα με τον κύριο Λευτέρη. Εγώ είμαι η Βάλια Θεοδωρίδη, ερευνήτρια στο Istorima, και ξεκινάμε! Κύριε Λευτέρη–
Και ξεκινάμε!
Πείτε μου λίγο κάποια πράγματα για εσάς, έτσι περιληπτικά, για να σας γνωρίσουμε για αρχή.
Της Κατοχής θέλετε;
Ξεκινήστε απ' την Κατοχή. Βέβαια!
Λοιπόν, ήμουνα στα 6, στα 7 ότι είχα μπει. Είμαι του '34, 30 Αυγούστου γεννημένος. Έγινε ο πόλεμος και ξαφνικά μας πήρε ο πατέρας μου τη νύχτα όλα τα παιδιά και συγγενείς και πήγαμε στις σπηλιές. Ακριβώς πού είναι ο καμπαναριός ο Άγιος Κωνσταντίνος ο Υδραίος που φτιάξανε, από κάτω που κοιτάμε τα Καλά Πηγάδια υπάρχουν τρεις σπηλιές, και πήγαμε και μείναμε μία βδομάδα στις σπηλιές μέσα εμείς. Περνάγαν τα αεροπλάνα, μάλιστα περάσανε και τότες τα αεροπλάνα και ρίξανε μπόμπες στο Μανδράκι που ήταν το Καρνάγιο και φτιάχνανε τα σφουγγαράδικα καΐκια, που πηγαίνανε στην Αφρική με τους δύτες. Και μείναμε εκεί μία βδομάδα. Μάλιστα ο πατέρας μου είχε πάρει και την κούνια του αδερφού μου του Γιάννη. Οι σπηλιές ήταν έτσι, δεν ήταν ίσιο. Κι εκεί μείναμε μια βδομάδα, ας πούμε, και μετά μας μάζεψε στο σπίτι. Μικρά παιδιά ήμαστε. Πότε είχαμε να φάμε, πότε δεν είχαμε, γιατί πόλεμος έγινε, κοπήκανε όλα. Και από κει κι ύστερα, ο πατέρας μου από δω, από κει, πηγαίνανε στην Κρήτη, πηγαίναν μέχρι κάτω στην Καλαμάτα με καΐκια, γιατί δεν υπήρχανε και τα λεωφορεία, όπως υπάρχουν οι δρόμοι τώρα. Και ό,τι μπορούσε μας έφερνε, αλλά ώσπου να 'ρχότανε να μας φέρει κάτι από κει να έχουμε να φάμε, κοιτάγαμε πώς θα τη βγάλουμε, τι ν' αρπάξουμε να φάμε. Ξέραμε από φρούτα; Δεν υπήρχαν τα φρούτα. Τα φρούτα που μας ήταν τα μύγδαλα, που βγαίναν τα πράσινα, ήτανε τα σύκα, τ' αραπόσυκα. Μας κυνηγάγανε και τότες οι ιδιοκτήτες. Δεν ήταν όπως έχουμε τώρα τα φρούτα στους πάγκους απάνω και γυρίζουμε να τα κοιτάξουμε. Χαρούπι, πολύ χαρούπι καταναλώσαμε. Ύστερα, ο Ερυθρός Σταυρός που έστελνε τ' αλεύρια, ανάλογα πόσα παιδιά υπήρχανε, σου δίνανε από μία σέσουλα αλεύρι είτε οτιδήποτε. Όπως και η Μητρόπολη μοίραζε το λάδι. Ο Καραμάνος ο συγχωρεμένος –τον ήξερα και προσωπικώς τον Δεσπότη αυτόνε, όταν ήμουνα στου κύριου Καλίτζα, που ήμουνα στη σχολή Εμποροπλοιάρχων, είχα φιλία, γιατί είχα δουλέψει και στον Άγιο Λευτέρη, στην εκκλησία– που έδινε το λάδι, γιατί έδινε στο άτομο από μία οκά λάδι, αυτό που έφερνε απ' το Μετόχι τότες. Δεν το πούλαγε, γιατί υπάρχουν τα κιούπια μέσα στην Μητρόπολη όπως μπαίνουμε, και εκτός τώρα στις αποθήκες, δεν ξέρω. Αλλά περάσαμε αυτά τα χρόνια μετά μια μαύρη ζωή. Κοιμόμαστε νηστικοί! Μ' ένα σύκο, με δυο χαρούπια, κι αν υπήρχανε, κι ό,τι μπορούσαμε κι είχαμε. Δηλαδή μας έκανε η Κατοχή να μάθουμε πολλά όμως! Να μάθουμε πολλά στη ζωή μας, η πείνα! Σηκωνόμαστε τη νύχτα να πάμε να κλέψουμε αραπόσυκα, σύκα, μύγδαλα, να πάμε στα βουνά να μαζέψουμε χόρτα, καρύμπαλα να πουλήσουμε στα τσουβάλια. Τέτοια! Και όχι παπούτσια. Όχι παπούτσια! Λινάτσες, τσουβάλια και τα δέναμε με σπάγγο. Πραγματικά, σε ό,τι έχω ιερό, σας το μιλάω ειλικρινά. Σ' τ' ορκίζομαι αυτό το πράγμα! Γιατί ξέρω, πονάω την Ελλάδα, αλλά πονάω και την Ύδρα, γιατί εδώ μεγάλωσα, εδώ γεννήθηκα, εδώ πέρασα τη φτώχεια μου. Φίλοι μου που περάσαμε τη φτώχεια είναι πεθαμένοι. Αδελφικοί μου φίλοι είναι πεθαμένοι. Μου δόθηκε η ευκαιρία να μείνω στο εξωτερικό, και στην Αμερική και στην Αυστραλία, με μεγάλη περιουσία. Ήθελα εδώ, στην πατρίδα να έρθω. Ήθελα να βλέπω τα βουνά της Ύδρας, τους φίλους μου, τ' αδέρφια μου κι όλους. Πραγματικά σας το λέω αυτό το πράγμα. Να τους βλέπω όλους, αλλιώς δεν είναι. Γιατί ο ναυτικός, όταν φεύγει απ' το σπίτι του, δεν ξέρει αν θα ξαναγυρίσει. Έτσι είναι. Όπως κι ένας που ανεβαίνει σε μια σκαλωσιά. Εγώ ξενιτεύτηκα 12 χρονών και πήγα απέναντι. Έχω δουλέψει και σε λιοτρίβι, στο Μετόχι πιο πέρα, στου Κριτσέλλα, και πήγαινα στα καζάνια δίπλα στη φωτιά εκεί πέρα, που ζεσταίνανε το ζεστό για τα λάδια, και ήμουνα σαν τον ποντικό, που λένε, μες στο λυχνάρι, και περίμενα να πάρω κάνα κομμάτι ψωμί να το ψήσω, να το βουτήξω στο λάδι, τ' αγουρόλαδο, για να φάω, και κοιμόμουνα 2 χρόνια σε μία πόρτα απάνω! Με τέσσερα κοντάρια και ένα κιλίμι, ούτε στρώμα, ούτε μαξιλάρι, ούτε τίποτα! Και 14 χρονών γύρισα. Είχα έρθει μία δόση και ξανάφυγα πάλι, και τη δεύτερη φορά έφερα του πατέρα μου του συγχωρεμένου. Φύγαμε, δεν ήταν οι δρόμοι άσφαλτοι τότε, γούβες, λακκούβες! Ήρθαμε Ερμιόνη και πήγαμε στο Καλαμάρα, ένα βαπόρι που έκανε δρομολόγιο. Κοιμηθήκαμε στου Βιρβίλη, στο παλιό Μανδράκι της Ερμιόνης, και του 'φερα 1.150 δραχμές τη δεύτερη φορά του πατέρα μου, και με περίμενε να του δώσω τα λεφτά να πάει να ψωνίσει, να κάνει, να μπήξει. Και έπαιρνα 8 δραχμές μεροκάματο την ημέρα και δούλευα νύχτα σε νύχτα. Και 14 χρονών μπήκα για Αφρική.
Πριν πάμε στην Αφρική, να ολοκληρώσουμε λίγο την Κατοχή; Θυμάστε την ημέρα που κηρύχθηκε ο πόλεμος;
Το '41, αλλά δεν θυμάμαι την ημερομηνία, να μη λέω ψέματα τώρα. Παιδάκι ήμουνα τότε. Ακούσαμε τον πόλεμο, μας πήγε ο πατέρας μου στις σπηλιές και μείναμε καμιά εβδομάδα εκεί πέρα, μετά μας άφησε και μας πήγε στο σπίτι πάλι.
Και ο μπαμπάς σας που μου είπατε ότι έφευγε και πήγαινε απέναντι, γιατί έφευγε;
Όχι έφευγε, πηγαίνανε ταξίδια, πηγαίνανε ζωή και θάνατο. Και στην Κρήτη ταξίδια, φέρνανε χαρούπια, φέρνανε το 'να, σύκα, λάδια εμπορευόντουσαν, πηγαίνανε στην Καλαμάτα. Δεν ήταν τ' αυτοκίνητα τότες! Περνάγαμε απ' το Τσιρίγο, τον Κάβο Μαλιά, και πηγαίνανε.
Κρυφά;
Κοίταξε, άλλα τα βουλιάζανε οι Γερμανοί, αλλά ανάλογα. Δουλεύανε τη νύχτα, ταξιδεύανε σκοτάδι. Νύχτες ταξιδεύανε, δεν είχανε φώτα ν' ανάψουνε. Δηλαδή δεν είχαν όπως είναι όλα τα σκάφη που έχουν τα φώτα τους απάνω. Μια λαμπίτσα πετρελαίου και πηγαίνανε λιμάνι σε λιμανάκι, λιμάνι σε λιμανάκι, για να μην τους πιάνουν, να μην τους σκοτώνανε. Μετά γυρίζαν εδώ πέρα, πηγαίνανε τα εμπορεύματα μέχρι τον Περαία, μας άφηνε τι μας άφηνε εδώ πέρα. Εμείς ήμαστε και μεγάλη οικογένεια. Τ' άλλα μου τα αδέρφια ήταν πιο μεγάλοι. Εγώ ήμουνα ο τέταρτος της οικογένειας, αλλά ήμουν και ο πιο σκληρός, και είμαι ο πιο σκληρός αυτή τη στιγμή. Και είμαι ο πιο σκληρός, γιατί εγώ τώρα τον δρόμο τον έχω παιχνίδι. Το λιγότερο να κάνω 12 χιλιόμετρα την ημέρα, αν όχι, θα κάνω 8, 7. Ανάλογα. Δεν κάθομαι στο σπίτι μου, δεν κάθομαι στο σπίτι μου.
Και στην Αφρική που έζησα. Στην Αφρική που έζησα ήταν σκληρή δουλειά. Ξέρεις, φέρναμε ένα κιλίμι, μαξιλάρι δεν είχαμε. Δυο πουκάμισα, δυο παντελόνια, δυο εσωτερικές αλλαξιές και μάλλινες φανέλες της βελόνας, που πλέκανε οι παλιές, η μητέρα μου. Και φοράγαμε κι αυτή. Λοιπόν, δεν ήξερες πότε θα κοιμηθείς και πότε θα φας. Ναι μεν είχαμε τη γαλέτα μας, το φαΐ δεν μπορούμε να πούμε ότι πεινάγαμε στα σφουγγαροαλιευτικά, γιατί τρώγαμε ψάρι άφθονο. Πιάναμε μόνοι μας, αλλά δουλεύαμε σε ωκεανούς, δηλαδή ουρανό και θάλασσα. Ουρανό και θάλασσα! Δεν πλενόμασταν με γλυκό νερό. Με θάλασσα. Γεμίζαμε το αυτό και τα ρούχα μας αυτούς τους μήνες. Δεν είχαμε ούτε σαπούνι, ούτε τίποτα, τίποτα. Ήταν σκληρή δουλειά αυτή που κάναμε. Δηλαδή έπεφτες το βράδυ ας πούμε 23:00-00:00, στις 2:00 θα σηκωνόσουνα, να πάρεις τα σφουγγάρια μέσα, τα πατάγαμε απoβραδίς, τα ρίχναμε στη θάλασσα. Να τα ρίξεις στη θάλασσα. Λοιπόν, το πρωί πάλι 4:00 η ώρα θα ερχόντουσαν τα καΐκια, τα μηχανοκάικα, που έχουν τους δύτες μέσα. Πρέπει να είχαμε ρίξει τα σφουγγάρια στη θάλασσα, με ειδικά σχοινιά, με μπότσους, με όλα αυτά τα πράγματα, να πάμε στη δουλειά με τους δύτες, γιατί μαζευόμαστε 52-53 άτομα μέσα σ' αυτά τα τρία καΐκια, οι δύτες και τα πληρώματα. Ήταν σκληρή, δηλαδή απ' το πρωί μέχρι το βράδυ, δεν είναι ότι θα κοιμηθώ το μεσημέρι. Βρεμένοι ήμαστε[00:10:00], βρεμένοι! Δεν το ξέραμε, και το νερό που πίναμε, το βαρέλι ήτανε τσίγκινο και βάζαμε τσουβάλια από πάνω, τα τσίγκινα τσουβάλια, και ρίχναμε νερό για να βαστήξει λιγάκι κρύο και πίναμε. Ρέγγες, σαρδέλες, ελιές. Το βράδυ σήμερα ας πούμε είχε φάβα. Την άλλη μέρα είχε εκείνο, την άλλη μέρα είχε το άλλο. Ναι. Και κρέας είχαμε τρεις φορές την βδομάδα. Τον καβουρμά, που λέμε. Τρεις φορές την εβδομάδα! Και το ψάρι άφθονο, γιατί ερχόντουσαν οι δύτες το βράδυ, τηγανίζανε ψάρι πολύ, δηλαδή, γιατί αυτοί τρώνε μία φορά την ημέρα. Κι εμείς μία, αλλά καμιά φορά που τελείωναν και πιο γρήγορα ρίχναμε τις καθικιές και κάναμε και καμιά σούπα, γιατί είχε τόσο πολύ ψάρι που λέγαμε: «Α, δεν είναι σαν της Ελλάδας τα ψάρια». Και πού τα 'χαμε γνωρίσει και της Ελλάδας; Πιάναμε τόσο πολύ ψάρι και λέγαμε: «Α, δεν είναι!», γιατί δεν είχαμε το λεμόνι, δεν είχαμε το ένα, τ' άλλο. Το λάδι ήταν άφθονο, δεν μπορούμε να πούμε, και το ψωμί και όλα αυτά, και οι ελιές. Και τυριά είχαμε, αλλά όχι σε ψυγεία. Όχι σε ψυγεία. Τα διατηρούσαμε δίχως να σκουληκιάσουν. Τα πάντα. Δηλαδή έτρωγες όσο ψάρι ήθελες. Και αστακούς πιάναμε και όλα αυτά τα πράγματα! Εκτός από αυτό όμως, ήτανε και τα ιταλικά ψαράδικα σ' αυτές τις μεριές που δουλέψαμε της Ιταλίας, που πάνε τη νύχτα, οι λάμπες που λέμε, τα γριγριά, και περνάγανε δίπλα το πρωί, τους δίναμε δυο πακέτα τσιγάρα ελληνικά, που ήταν του Παπαστράτου τα τσιγάρα, αυτά τα διάφανα, τα εκλεκτά τσιγάρα, και μας δίνανε ένα τελάρο μπαρμπούνια, δύο τελάρα μπαρμπούνια οι Ιταλοί. Γιατί εγώ αυτά τα 6 χρόνια της Αφρικής έχω δουλέψει από την Αλεξάνδρεια, όλη τη Λιβύη, όλη τη Λιβύη. Έχω ανέβει όλη την Τρίπολη, εκεί που είναι τα πετρέλαια τώρα που βγάζουνε, Γαλίμπια, Μεντία, Κάβο Μπόνο, Σίτι Ντάου, Κάβο Φαρίν, Μπιζέρτα, μέχρι απάνω το Φανάρι του Ιταλού, που λέμε, που πάμε για το Γιβραλτάρ. Αυτά τα έχω δουλέψει 6 χρόνια! Αλλά έχω δουλέψει και πολύ σε μέρη της Ιταλίας, εκτός στην Αφρική. Στη Μάλτα έχω πάει, τη Σικελία την ξέρω πολύ καλά. Τη Σικελία. Έχω πάει ή δεκαπέντε ή δεκάξι φορές μέσα στο λιμάνι της Μάλτας, και μιλάμε τώρα με φίλους καπεταναίους και πολλοί που πάνε, όπως κι έχω και κάτι εφοπλιστές φίλους μου, που πάνε και τα λέμε, που πάνε περισσότερο και τους περνάει εκεί πέρα, ξεκουράζονται στη Μάλτα αυτοί εκεί πέρα! Την Ιταλία την ξέρω πάρα πολύ καλά! Θα πιάσω από τη Σικελία, Αυγούστα, Συρακούσα, και ανεβαίνουμε προς τη Μάλτα. Τη Λαμπιδούσα την ξέρω πάρα πολύ καλά. Νησί της Ιταλίας, ψαρότοπος, με τα εργοστάσια, με όλα. Λέω στον γιο μου: «Ρε Στάθη μου, πιάσε μου το λιμάνι της Λαμπιδούσας, απ' το σπίτι». Κάνει έτσι. «Με το που θα μπεις στην μπούκα του λιμανιού θα σταματήσεις αριστερά όπως μπαίνουν στο λιμάνι, να σου δείξω ένα σπίτι εκεί πέρα, κι από εκεί δεν θα προχωρήσεις. Στο βάθος θα πας αριστερά, να σου δείξω το ιατρείο το αγροτικό της Ιταλίας που υπήρχε τότες». Πραγματικά! Χωματόδρομος. Ναι. Και του λέω: «Μπάστα εκεί. Αυτό το σπίτι παίρναμε νερό». Μας δίνανε νερό. Ήταν κίτρινο και μπλε, γιατί έτσι είναι τα ιταλικά τα περισσότερα, ας πούμε. «Από εκεί μας δίνανε νερό, μας δίνανε σταφύλια, κι εμείς δίναμε τσιγάρα, το 'να, τ' άλλο εκεί πέρα. Πηγαίναμε στο αγροτικό. Τώρα πάμε αριστερά να κατεβούμε τον κατήφορο. Εκεί αράζαμε εμείς, με φορτούνες που πηγαίναμε. Εκεί ήτανε τα πεσκαρέτσια, τα ψαράδικα, αυτά τις λάμπες. Εκεί πηγαίνανε οι ανεμότρατες. Πάμε και στο βάθος μέσα. Το εργοστάσιο που φτιάχνανε τα παστά. Βγαίνοντας από αριστερά, έλα από αριστερά που βγαίνουμε απ' το λιμάνι. Έτσι, σιγά σιγά. Ο ντόκος που έφευγε το ποστάλι κάθε εβδομάδα». Έτσι. Ύστερα από κει, είναι η Μπατελάρια. Εκεί που το ρημάξανε οι Εγγλέζοι, που ρίξανε τις μπόμπες, που το κάνανε γήπεδο όλο. Έχει δυο λιμάνια η Μπατελάρια. Λοιπόν, και πολλά κρασιά. Βαπόρια φορτώνουνε κρασιά, μούστα εκεί πέρα. Το ξέρω τώρα, τα έχω μπροστά μου όλα αυτά τα πράγματα. Μέχρι απάνω στην κορυφή, που λέμε, στο Έρως. Τα έχω ζήσει. Δεν μπορούσαμε στο ένα λιμάνι ν' απαγκιάσουμε, να αυτώσουμε. Πηγαίναμε από κει, πώς πάμε στον Άγιο Γιώργη για μπάνιο; Ή πάμε στη Λιμιόνιζα. Έτσι είναι. Τέλος πάντων, από κει απάνω έπιανε τ' άλλα νησιά της Ιταλίας, το Μαρέτιμο, η Φαμπιάνα, η Μασσάλα, και μετά πέφταμε πάλι στην Αφρική. Πέφταμε στα μέρη της Αφρικής, εκεί που βρήκαν τα πολλά πετρέλαια και πάνε και φορτώνουν τα βαπόρια, τον καιρό που τρυπάγανε εκεί για τα πετρέλαια, ήμουνα εκεί πέρα που τρυπάγανε τα τρυπάνια να βγάλουν, να βρουν το πετρέλαιο. Το πετρέλαιο είναι κοντά στη θάλασσα, που πάνε βαπόρια και φορτώνουνε. Και πάμε τον ανήφορο τώρα και αυτή τη δουλειά την κάναμε 6 χρόνια. Πάνω κάτω, πάνω κάτω. Περάσαμε φορτούνες μεγάλες, τις νύχτες, πράματα, θάματα. Και το τελευταίο μου ταξίδι. Ξέρω καλά το λιμάνι της Μπιζέρτας, γιατί έχει κάτι κρυφά μέσα κει που μπορεί να πας το σκάφος σου σε αυτό τον χώρο μέσα, με κουβαρίστρα να το δέσεις, κλωστή, κουβαρίστρα, δεν το πιάνει ούτε κυκλώνας, ούτε τυφώνας, ούτε τίποτα. Εκεί ήταν και η αγορά, το παζάρι, που λέμε. Ναι. Τα 'χα περπατήσει όλα αυτά. Λοιπόν, εκεί πότε έφυγα; Το τελευταίο μου ταξίδι τον καιρό που ανοίξαν την πρώτη μάχη οι Γάλλοι με τους αραπάδες, που τους διώχναν τους Γάλλους από πάνω. Ήμαστε ανοιχτά απ' το λιμάνι, γύρω στα 12-14 μίλια σε δυο νησιά και είχαμε βρει πολύ σφουγγάρι εκεί πέρα. Λαφίνα, δουλεύαμε με τη λαφίνα τότες. Άλλο το σφουγγάρι της Λαμπιδούσας, στους πάγκους στα νησιά, άλλο της Μπατελάρας, άλλο της Αφρικής αυτό, γιατί βγάζαμε λαφίνα, σαν βελούδο αυτό το πράγμα. Εκεί μας έπιασε ένα αντιτορπιλικό. Εβλέπαμε τα αεροπλάνα, τις μάχες που κάνανε. Λέει: «Θα φύγετε τώρα, γιατί θα φάτε κατάσχεση». Το αντιτορπιλικό. Μάζευαν. Πού θα πάμε; Στον Κάβο Μπόνο. Στον Κάβο Μπόνο ο καιρός είχε γίνει. Εκεί μας περιμένανε δύο ναρκαλιευτικά! Πήγαμε ν' απαγκιάσουμε μέσα απ' το Φανάρι που πάμε προς το Σίντι Ντάου. Ξέραμε τα μέρη με τον πουνέντη, με τον γαρμπή, με τον βοριά πού θα καθίσεις. Ρίξανε τις βάρκες τις λαστιχένιες. Έλεγχο, μήπως είχαμε πυρομαχικά μέσα. «Θα φύγετε τώρα!». Μας διώξανε. Φουρτούνα, Χριστός κι Απόστολοι! Δεν είναι κοντά όταν φύγεις απ' τον Κάβο Μπόνο να πάμε στην Μπατελαρία. Νύχτα, να ρίχνει τελώνια! Και πραγματικά, τα τελώνια που λέμε. Τελώνια που κολλάγανε στα ξάρτια και παίρναμε λινάτσες, λινάτσες από τσουβάλια και τα τραβάγαμε απ' τα ξάρτια για τα αστροπελέκια! Και χαράματα είδαμε το νησί. Περάσαμε απ' το λιμάνι ανοιχτά και πήγαμε στον Κάβο –πώς έχουμε το κόκκινο φανάρι– μισό μίλι έτσι γιαλό, και γυρίσαμε να πάρουμε και πορεία! Δεν είχαμε ξάντες τότε και τούτα αυτά. Άσε! Και είχε ένα κουμπάσιο, μετράγαμε τα μίλια μ' έναν σπάγγο. Πολλά και διάφορα. Για τη Λαμπιδούσα φύγαμε και εκεί ανέβαινε ένα βαπόρι του Νιάρχου 40.000 τόνοι. Εμείς, όπως τρέχει ένα παιδί και πηδάει, πώς παίζουν τώρα στην μπάλα; Τα βαπόρια, η γέφυρα φαινόντουσαν, φορτωμένα και φαινόντουσαν μόνο η γέφυρα απ' το κύμα. Και με το που, πριν να βραδιάσει κάνα δυο ώρες, βλέπουμε τον κάβο της Λαμπιδούσας και βαράμε πάλι προς τη μεριά της Αφρικής, να δουλέψουμε καμιά δεκαπενταριά ημέρες για να σχολάσουμε. Αυτό γινότανε κάθε χρόνο, όχι μια φορά. Κάθε χρόνο. Αυτά τα χρόνια τα 6 τα έζησα σ' αυτά τα μέρη. Απ' τον χειμώνα που ερχόμουνα στην Ύδρα πήγαινα και δούλευα οικοδομή. Όποιος μάστορας ήθελε εργάτη, έπαιρνε και το μυαλό μου, είχα ζήλο στη δουλειά, σε όλα μου, πήγαινα και δούλευα τον χειμώνα, για να ζήσουμε. Ήμαστε μεγάλη οικογένεια. Και το καλοκαίρι ξεκίναγα εκεί πέρα. Μετά, εφόσον τελείωσα όλα αυτά εκεί πέρα, πήγα στον στρατό, όπως σας είπα. Παρουσιάστηκα. Πήγα στη Λέρο.[00:20:00] Παρά πέντε μέρες 5 μήνες στη Λέρο, στο Λακκί. Και το Σάββατο το μεσημέρι σκολάζαμε στη 1 η ώρα και τη Δευτέρα πάλι δουλειά, τα ναρκαλιευτικά, το αρχηγείο, όλα αυτά εκεί πέρα. Και εκεί υπηρέτησε και ο γιος μου, στη Ρόδο, αλλά μετά πήγε στη Λέρο ο γιος ο Δημήτρης. Ήταν διαβιβαστής, ήτανε απάνω στο βουνό, στο ύψωμα εκεί, που παρακολουθούσανε. Ο γιος μου. Την ξέρω πολύ καλά τη Λέρο. Από κει πήγα στον στρατό, που σας είπα, ήρθα εδώ πέρα, πέρασα πολύ καλά εδώ πέρα, ενώ ήμουνα στο σπίτι μου. Έπαιρνα και άδειες, έπαιρνα και δούλευα και κάνα μεροκάματο. Δεν καθόμουνα τεμπέλης. Στην οικοδομή δούλευα. Και όταν τελείωσα –δεν ήταν οι δουλειές όπως είναι τώρα– όταν τελείωσα απ' όλα αυτά, πήρα και το απολυτήριό μου, έπιασα τα βαπόρια και βγήκα έξω μετά. Έπιασα τα βαπόρια! Και δούλεψα τη Νότια Αμερική, την Ευρώπη την ξέρω καλά, Ισπανία, Δανία, Σουηδία, Κοπεγχάγη, Γερμανία, στο Αμβούργο, στο Κίελο, Πολωνία. Τα έχω δουλέψει όλα αυτά. Και έχω δουλέψει και σε νησιά και σε μέρη της Ιταλίας. Γαλλία έχω πάει Ρουέν, Χάβρη, και στο Παρίσι έχω περάσει. Στο Λονδίνο έχω περάσει, στο Λίβερπουλ, στο Λονδίνο έχω περάσει που έχω πάει στην Αμβέρσα. Ντόβε Καλέ, στο φέριμποτ, για να πάω στην Αμβέρσα. Τρεις φορές εκεί! Και έχω πάει δύο φορές και έχω ξεμπαρκάρει και από εκεί πέρα με βαπόρι. Όπως και στην Ολλανδία, την ξέρω καλά την Ολλανδία, πάρα πολύ καλά και από κει, κι έχω πάει, έχω πιάσει βαπόρι, κι έχω ξεμπαρκάρει Μεγάλη Βδομάδα από την Ολλανδία. Ισπανία, όπως σας είπα, την ξέρω καλά, γιατί κουβαλάγαμε τανκς από την Αμερική, από το Μπρούκλιν, απ' το Βαλτιμόρε φορτώναμε στάρι και περνάγαμε και παίρναμε τανκς και φέρναμε στην Ισπανία. Φέρναμε στην Ισπανία! Γιατί, σας λέω ότι την Αμερική την ξέρω πάρα πολύ καλά, και στο Βαλτιμόρε και στο Νόρφοκ, στη Νέα Ορλεάνη. Κάρβουνο έχουμε φορτώσει απ' την Αμερική, καλαμπόκια έχουμε φορτώσει για την Ιταλία, για τη Ραβέννα, αλλά ξέρω και τη Νότια Αμερική. Πατρίδα μου ήτανε η Αργεντινή! Ωραίος λαός! Την τότε, πριν να γίνει ο πόλεμος που έγινε με τους Εγγλέζους που είχανε. Τέλος πάντων, ήτανε ένας λαός ήσυχος. Έχω κάτσει 29 μέρες έξω στο Μπουένος Άιρες εγώ, μέσα εκεί. Άιρες, Αϊ-Νικόλα μέσα, είχε πολλούς Έλληνες εκείνα τα χρόνια. Είχε γύρω στις 25.000 Έλληνες η Αργεντινή! Σχολείο ελληνικό, γιατρούς Έλληνες, χειρούργους. Γιώργος Δημόπουλος, 31 χρονών ήταν τότε ο Γιώργος στο Μπουένος Άιρες, στο νοσοκομείο της Αργεντινής. Έχω περάσει τον Μαγγελάνο ή τέσσερις ή πέντε φορές! Εκείνο το μέρος έχει ιστορία, που φορτώναμε στάρι και μοσκάρια ζωντανά και τα πηγαίναμε στο Περού. Βίσμα, Λίμα, Καλιάο, Ματαράνη. Τα ξέρω πάρα πολύ καλά αυτά τα μέρη, τα ξέρω πάρα πολύ καλά, ναι! Έχω περάσει τις λεκάνες του Παναμά. Ατλαντικό-Ειρηνικό, Ειρηνικό-Ατλαντικό, αλλά σας είπα στον Ατλαντικό έχω κινδυνέψει δυο φορές όμως, ζωή και θάνατο! Λέω την αλήθεια.
Δηλαδή τι είχε γίνει;
Από φουρτούνα, από φουρτούνα. Μεγάλη φουρτούνα! Δεν υπήρχαν τα μέσα. Τώρα ένα βαπόρι 10-12.000 τόνοι μ' ένα 300 και 200.000 τόνοι, που παίρνει φορτίο για τριάντα βαπόρια Liberty! Ολόκληρα νησιά! Θες να έχεις μοτοσακό να πας από την πλώρη στην πρύμνη, να πούμε! Ναι! Στον Καναδά έχω πάει. Στον Νιαγάρα έχω πάει. Στον Καναδά πόσες έχω πάει; Δυο φορές, φορτίο από εκεί κριθάρι στην Κίνα! Στην Κίνα! Γιατί εγώ τη Σιγκαπούρη την ξέρω, τις Φιλιππίνες τις ξέρω, Ινδονησία, αυτά που έγιναν οι μανούρες, αυτά που γίνονται. Με τον Καπετάν Λουκά τον Κοτρώνη, με το «Αμάλθεια» του Πινότση, το βαπόρι! Με τον Καπετάν Λουκά τον Κοτρώνη, του Άγγελου του Κοτρώνη τον πατέρα, του Σταύρου, του καπετάν Σταύρου τον πατέρα, τον Καπετάν Λουκά. Τα 'χω γυρίσει όλα αυτά τα λιμάνια, και με άλλο καπετάνιο τα 'χω γυρίσει. Αλλά έχω πάει και στην Αυστραλία, στη Μελβούρνη εκεί πέρα. Και την Κίνα, την Καντόνα. Η Καντόντα ήτανε παράγκες! Και τα παιδιά σαν να παίρνεις ρύζι, όχι κριθάρι και καλαμπόκι που σπέρνουνε στα χωράφια, δεν μπορούσες να περάσεις! Και τώρα έχουν γίνει 120, 140, 180 ορόφοι πολυκατοικίες στην Καντόνα. Στη Σαγκάη την ξέρω, έχω πάει τρεις τέσσερις φορές. Στο Τσίνγκουα Τάο. Μιλάω στη ναυτική γλώσσα τα ονόματα. Στο Τσιτσάν. Οι ονομασίες που είχαν αυτοί. Αλλά να σας πω και πού αλλού έχω πάει; Να σας τα πω κι αυτά. Στου Βούδα το μοναστήρι! Δεν λέγεται Βούδας, Μπάμα λέγεται το μέρος αυτό, συνορεύει απάνω κοντά με την Κίνα εκείνο το μέρος. Αλλά εκεί που είχαν τον Βούδα το μοναστήρι είναι δυο μεγάλοι πύργοι, ολόχρυσοι! Από το πέλαγος, απ' ανοιχτά που ζυγώνεις βλέπεις τους πύργους! Αλλά πώς πας εκεί μέσα; Να σας το πω κι αυτό. Πας, βγάζεις εισιτήριο, βγάζεις τα παπούτσια σου, σου δίνουν τον αριθμό, ανεβαίνεις στη γέφυρα, ανεβαίνεις, πας, περνάς και μπαίνεις μέσα στο προαύλιο του μοναστηριού, πώς λέμε το γήπεδο, πώς λέμε του Προφήτη Ηλίος η αυλή. Εκεί είναι όλο, οι άγιοι εκεί πέρα είναι προσκηνητάρια, είναι προσκηνητάρια εκεί μέσα, δεν υπήρχανε. Τον Βούδα τον φρουρούσανε φαντάροι, σ' ένα μεγάλο κελαρικό. Οι φαντάροι με τα όπλα. Πόρτες σιδερένιες και μαρμάρινος. Και μαρμάρινος! Τώρα τα διαλύσαν, τα γκρεμίσαν όλα, όπως ρωτάω αυτούς που έχουμε τώρα, τους αλλοδαπούς, που τους ρωτάω, μου λένε: «Πάει και ο Βούδας, πάνε και όλα, όλα!». Τα γκρεμίσανε! Ανεβαίναμε με τ' ασανσέρ, περνάγαμε τη γέφυρα, πηγαίναμε μέσα, κι όταν φεύγαμε, περνάγαμε μία στοά που ήταν όλο ένα πλατύσκαλο. Τα σκαλοπάτια είχανε ύψος 25-30 πόντους, 40 πόντους, τα σκαλοπάτια που κατεβαίναμε, σαν να φεύγεις απ' τον Προφήτη Ηλία και κατεβαίνεις κάτω τον κατήφορο, όπως κατεβαίνεις. Και καμάρες! Δεξιά και αριστερά η στοά αυτή λιβάνι και κεριά καίγανε! Μία μαυρίλα, πώς είναι μαυρίλα από τσιμινιέρες; Ήτανε μέσα σκοτάδι! Αλλά κερί και λιβάνι! Δεν πειράζει. Κάτω δίνεις τον αριθμό σου, σου δίναν τα παπούτσια και φεύγεις. Έχω πάει κι εκεί πέρα. Αυτά όπως ρωτάω κάτι που είναι εδώ πέρα και περνάνε και απ' την περιοχή μου εκεί απάνω εκεί πέρα: «Βρε, πού μένεις; Από πού είσαι;». Λέει: «Πάει ο Μπάμα! Πάει ο Μπάμα. Τον φάγανε. Δεν υπάρχει μοναστήρι, τίποτα. Τα διαλύσανε όλα τώρα».
Προλάβατε εσείς!
Ναι! Εγώ τα πρόλαβα και τα έζησα όλα αυτά, τα έζησα. Έχω μπαρκάρει και από τον Αϊ-Νικόλα της Κρήτης. Πήγα στην Κρήτη απ' τον Πειραιά, μ' έστειλε το γραφείο, πήρα το βαπόρι που πήγαμε Ευρώπη από κει. Το λιμάνι της Κρήτης, τον Άγιο Νικόλα. Έχω ξεμπαρκάρει και δυο φορές από το Πoρτ Σάιντ, που ήταν στις δόξες. Το Σουέζι, που λέμε, το Πορτ Σάιντ, που είναι εκεί που διώξαν και τους Έλληνες, διώξαν και τους Γάλλους, διώξανε, ιταλικής είναι. Πώς λέμε ο Πειραιάς, η Αθήνα. Ήταν μια συνοικία Ιταλοί, μια συνοικία εγγλέζικια, μια Έλληνες. Πώς λέμε η Αθήνα, η Γλυφάδα, το Φάληρο, ξέρω γω, έτσι κι εκεί πέρα. Έχω φύγει κι από κει, έχω ξεμπαρκάρει δυο φορές. Γιατί έλειπα σ' ένα βαπόρι, είχα κοντά 18 μήνες και έφυγα από κει. Πήγαινε για Κούβα κι έφυγα εγώ, δεν έκατσα. Αυτά σκέφτομαι και το βράδυ και δεν μου πάει ύπνος! Χάνω τον ύπνο μου και πολλές φορές με παίρνει, λέω: «Τι έγινε; Πήγε 05.30; Πρέπει να 'χω ντυθεί» λέω.
Ναι. Τι σας έκανε εντύπωση πιο πολύ στις χώρες που πηγαίνατε;
Κοιτάχτε να δ[00:30:00]είτε, σαν χώρες δεν μπορώ να κατηγορήσω, ότι η Ισπανία δεν ήταν ωραίο μέρος, με τα κρασιά της, με τις κιθάρες τους, με τα ψαρικά τους τα ωραία, τους μεζέδες! Δεν μπορώ να το κατηγορήσω. Ούτε στο Σαν Βίτσο θα κατηγορήσω, Σαν Αντόνιο, Κανάριους Νήσους, που τα έχω περάσει και εκεί πέρα. Ψάρι και κρασιά ωραία! Όπως και οι Ιταλοί είναι γλεντζέδες. Της κιθάρας ανθρώποι, της κιθάρας! Και του πιοτού. Δηλαδή πιοτό, κρασί! Η Ιταλία βγάζει κρασιά! Βαποριάζουν τα μούστα! Όπως και η Αφρική βγάζει φρούτα! Η Μπιζέρτα μέσα και η Απένα, πήγαινες στην αγορά μέσα και έβλεπες –στη Βαρβάκειο αγορά που λέμε, εκεί που είναι οι μαναβικές και όλα αυτά– να έβλεπες το σταφύλι, που δεν το έχουμε εμείς αυτό το σταφύλι! Ούτε τα πεπόνια τα 'χουμε σ' αυτό το μέγεθος. Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν και τα φάρμακα. Φρούτα, τα πάντα! Πώς να σας πω, ήτανε… Αλλά και οι Ισπανοί ξέρουν να ζήσουνε, ξέρουν να ζήσουνε. Είναι ανθρώποι… δεν τους είχα για κακούς ανθρώπους, όχι, όχι. Και οι Ιταλοί! Κάτι άλλες χώρες είναι, ο λαός τους, τέλος πάντων. Πώς να σου πω; Σε άλλες χώρες η νεολαία, 18 χρονών θα έπινε Coca Cola, δεν είχε να πιει μπίρα, όπως έρχονται τώρα εδώ πέρα και γιομίζουν τις τσάντες ουίσκια και πάνε στα κότερα τα κρασιά τους. Τα βλέπετε, έτσι; Δεν κάνω λάθος. Τα βλέπουμε. Γιομίζουν και γίνονται, γιατί εκεί δεν θα το βρούνε ούτε το ουίσκι, ούτε το κονιάκ, ούτε το ούζο, ούτε τίποτα, όπως τα έχουνε εδώ πέρα. Σε κάτι χώρες. Οι Ισπανοί δεν είναι. Αλλά όπως στην Αυστραλία, εμάς τους Έλληνες πηγαίναμε σε ελληνικά μαγαζιά, που είχε ψητά στον φούρνο με το κλαρί! Κατσίκια, αρνιά, και βγάζαν και ψωμί, ελληνικό ψωμί, οι φούρνοι αυτοί, και μπίρα είχαμε άφθονη! Γιατί είναι η κριθαρένια η καλύτερη μπίρα που υπάρχει, ας πούμε. Αυτούς, όμως, 18.00 η ώρα βάραγε το καμπανάκι! Δεν έχει τίποτα να πιούνε και κει τσακωνόντουσαν στη γραμμή! Σκολάζαν από τις δουλειές και πήγαινανε ουρά να πιούνε το πρώτο ποτήρι, να προλάβουν το δεύτερο, το τρίτο! Γιατί αυτούς άμα τους αφήσεις, μπορούν να πιούνε μέχρι το πρωί και μετά δεν μπορούνε να πάνε στις δουλειές τους. Σκοτώνονται. Δεν ξέρω, μπορεί να τα ξέρεις, να τα έχεις ακούσει αυτά τα πράγματα. Εμάς, όμως, πηγαίναμε, τις κανάτες τις γυάλινες, του νερού, σου γιόμιζε την κανάτα σου, σου έδινε κι έπινες. Κοιτάχτε να δείτε, ο Έλληνας όπου πήγε ούτε σκότωσε ούτε έκλεψε. Όσοι είχανε μυαλό φτιαχτήκανε. Φτιάξανε νοικοκυριό. Ή εκεί που ζούνε ή στη χώρα τη δική μας εδώ. Δεν κλέψανε, ούτε σκότωσε ο Έλληνας. Όχι. Όπως τώρα έρχονται εδώ πέρα, κοιτάνε να κλέψουνε, να σκοτώσουνε, αυτά. Τα βλέπουμε στην τηλεόραση αυτά τα πράγματα. Όχι, όχι, όχι! Και στην Αργεντινή ήτανε φιλόξενοι! Αυτοί που ήτανε απάνω οι Έλληνες, οι Έλληνες. Φιλόξενοι ανθρώποι, πολύ φιλόξενοι! Ναι. Δηλαδή αν θα κοιμόσουνα σ' ένα παγκάκι, όπως έχουμε κι εμείς εδώ τα παγκάκια μας που πάμε για το Περίπτερο, που πάμε για το Μαντράκι, δεν είχε φόβο να σε σκοτώσουνε, να σε κλέψουνε. Δεν είχε. Ούτε και στην Ιταλία, ούτε και στην Ισπανία, ούτε σ' αυτά. Ήτανε κάτι άλλα που ήτανε δύσκολα. Τώρα στο Περού τα πράγματα ήταν σκληρά. Έπρεπε να έχεις τον νου σου εκεί πέρα.
Δηλαδή;
Μπορεί να σε ξεναγούσανε και σε βγάζανε όξω ή για να σε σκοτώσουνε ή σε κλέβανε.
Σας είχε τύχει εσάς αυτό;
Μας έτυχε, αλλά εμείς τότε δεν ήμαστε, ήμαστε πέντ' έξι. Το καταλάβαμε ότι θέλανε κάτι να γίνει. Και πολλοί μέσα στις χώρες αυτές λένε του καπετάνιου: «Πες στο πλήρωμα να μη βγαίνει πιο έξω». Γιατί κοντά στην πόλη, σ' εμάς, δεν μπορούν να τα κάνουν αυτά. Όταν έβγαινες έξω απ' την πόλη, υπήρχε ο φόβος. Ναι. Ντάξει, δόξα τω Θεώ!
Ποια άλλη χώρα σας έκανε εντύπωση, έτσι επειδή ήταν διαφορετική από τα δεδομένα της Ελλάδας;
Κοιτάχτε να δείτε, και στη Μάλτα ωραία ήτανε, ήσυχα στη Μάλτα. Ήσυχη. Κάτι εδώ στα γειτονικά μας μέρη, που περάσαμε με τα τρένα, που πήγα, που γύρισα, έπρεπε να έχεις τον νου σου! Που πάμε για εξωτερικό, που περνάς πολλά σύνορα. Εκεί πόσο ωραία ασφάλεια να έχεις; Ξέρετε τι θέλω να πω, για ποια σύνορα. Εκεί έμπαινες μέσα στο βαγόνι και δεν σηκωνόσουνα από την καρέκλα, γιατί θα σε ληστέψουνε, κοιτάγανε έτσι. Κάτι χώρες που είναι μοβορία απάνω τους. Ναι! Έμπαινες στο τρένο από την Ολλανδία ή από κει πέρα, έβγαινες έξω και δεν μπορούσα να περπατήσω, μου 'χαν μουδιάσει τα πόδια. Δεν μπορούσες να περπατήσεις! Έχω έρθει στον Σταθμό Λαρίσης δυο φορές απ' το εξωτερικό. Στον Σταθμό Λαρίσης απάνω, από το εξωτερικό δυο φορές έχω έρθει από κει! Και απ' τη Ραβέννα έχω φύγει, απ' την Ιταλία. Απ' το λιμάνι της Ραβέννας. Η Ραβέννα είναι μια σπουδαία χώρα εκεί πέρα, Ιταλία είναι. Μια ωραία αμμουδιά! Οι βίλες όλες όμοιες, διώροφες, τριώροφες, μέσα στη θάλασσα, με τα δέντρα. Οι βίλες, ο δρόμος. Οι βίλες, ο δρόμος! Τώρα πόσα είναι πού να ξέρω εγώ τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια! Αλλά διώροφα, τριώροφα, με τους κήπους. Όμορφη χώρα, όμορφη! Και έχει τεχνητό λιμάνι εκεί πέρα, ο σταθμός δίπλα από το λιμάνι. Έχω φύγει και από κει. Τι άλλο θέλετε να σας πω;
Εγώ τώρα περπατάω, σκέφτομαι, πάω εκεί σ' ένα κουτουκάκι απάνω, μαζευόμαστε, που έχω απ' την Κατοχή εκεί πέρα, που περνάγανε οι Γερμανοί και οι Ιταλοί που κατεβαίνανε απ' το Έρως. Ο Γιόχαν, ο Χέρμπε, ο Βουτς. Γερμανοί. Πήγαν στον πόλεμο κι αυτοί, όμως δεν θέλανε πόλεμο! Είχανε από τρία τέσσερα παιδιά ο καθένας! Δεν μας πειράξανε! Αν είχαν κάνα μπισκότο στην τσέπη, καμιά καραμέλα που μας βλέπανε και πηγαίναμε ή φορτωμένοι που κατεβαίναμε με ξύλα, με γαρύφαλλα, μας το δώνανε. Δεν ποτέ ότι μας κακοπήρανε. Ήτανε εντάξει, γιατί είχανε παιδιά κι αυτοί! Όλοι αυτοί. Ήτανε στο παρατηρητήριο του Έρως και στον Άγιο Κωνσταντίνο τον Υδραίο, απάνω στον Προφήτη απέξω εκεί. Στους Σαρκός είχαν τη βάση τους εκεί πέρα. Φρουρούσανε κανονικά και είχανε εκεί απάνω το ραντάρ και άλλο στρατό στο Έρως. Δεν μας πειράξανε. Όχι, όχι. Περιμέναμε το μεσημέρι που περνάγαμε, κανονίζαμε μήπως είχανε τίποτα να φάμε, να πούμε. Δεν μας φερθήκανε, γιατί μας βλέπανε κάθε μέρα στους δρόμους με τα βουνά, με τα κοφίνια, με το ένα, τ' άλλο, γιατί κι αυτοί παιδιά είχανε. Δεν θέλανε. Όλοι θέλανε πόλεμο; Και τώρα που γίνονται οι πόλεμοι, θέλουνε πόλεμο όλοι; Δεν θέλουνε. Έτσι δεν είναι; Τα βλέπω στην τηλεόραση τώρα. Όχι, δεν μας πειράξανε. Μετά ήρθανε οι αντάρτες, οι ταγματασφαλίτες, που τσακωνόντουσαν και αυτοί μεταξύ τους. Και αυτούς τους γνώρισα!
Για πείτε μου!
Ακριβώς στον Άγιο Κωνσταντίνο, πού είναι ο καμπαναριός, που έχουνε φτιάξει έναν τοίχο με μια πόρτα μεγάλη, που βλέπουν τα Καλά Πηγάδια από εκεί. Δεν ξέρω αν έχεις πάει, αν τη θυμάσαι αυτή. Από κάτω εκεί ήταν κάτι περιβόλια. Είχε τις συκιές εκεί πέρα. Και ένα πρωί βγήκα να πάω να βοσκήσω τις κατσίκες, γιατί είχαμε και αυτό το γάλα. Είχαμε κάτι κατσίκες που βγάζανε πολύ γάλα και σωθήκαμε και μ' αυτό το γάλα, που πίναμε μια τσάσκα κάθε πρωί γάλα, ας πούμε. Και εκεί που καθόμουνα στο προσηλιακό, θα 'τανε 8:00 η ώρα, και οι κατσίκες βόσκανε μπροστά. Ήρθανε στη μάντρα, στη γωνία –αυτοί είχανε κρυφτεί στη στέρνα μέσα– και μου βγήκανε! Με το που τους βλέπω, μου κάνανε: «Σςςς». Με το «σςςς» φεύγω και πάω από κάτω εγώ! Εκεί ψηλά, μισή φορά από δω. Παράτησα και τις κατσίκες κι έφυγα, πήρα δρόμο και έφυγα! Να, όσο είναι αυτό, άλλη μισή φορά που έπεσα από κάτω. Και παίρνω δρόμο και πάω απ' την εκκλησία του Αγίου Νικόλα και πήγα απάνω ψηλά, να πάω να μαζέψω. Ήτ[00:40:00]ανε κρυμμένοι αντάρτες μέσα εκεί πέρα! Γιατί οι αντάρτες κυνηγάγανε τους ταγματασφαλίτες και αυτοί κυνηγάγανε τους αντάρτες. Και είχανε περάσει πολλοί από δω απ' αυτούς.
Αυτή η κατάσταση πότε ξεκίνησε περίπου εδώ στην Ύδρα;
Μετά την απελευθέρωση, μετά που φύγανε οι Γερμανοί και που φύγανε, που αρχίσαμε τον ανταρτοπόλεμο τότες. Ναι.
Υπήρξαν και Υδραίοι που έφυγαν;
Ορίστε;
Υπήρξαν Υδραίοι που έγιναν αντάρτες;
Όχι, όχι, δεν είχαμε. Όχι, δεν είχαμε εμείς αντάρτες. Όχι. Όχι, όχι. Εδώ κοιτάγανε τις οικογένειές τους. Ήταν όλοι ναυτικοί εδώ πέρα, ψαράδες και ναυτικοί, που ταξιδεύανε την παλιά εποχή με τις συνθήκες των βαποριών, άλλες οι συνθήκες εκείνα τα χρόνια που ταξιδεύανε. Όχι, όχι, δεν είχαμε. Όχι. Και ψαράς έχω κάνει και σε ελαιοτριβείο έχω δουλέψει και οικοδόμος έχω γίνει και σφουγγαράς έχω γίνει και βαποριέρης έχω γίνει και λοστρόμος έχω γίνει στα Liberty! Τι άλλο;
Για πείτε μου λίγο γι' αυτό το διάστημα που ξεκίνησαν να έρχονται οι αντάρτες. Οι αντάρτες ερχόντουσαν, δηλαδή, κατέβαιναν στα σπίτια, ζητούσαν φαγητό;
Όχι, δεν πείραξαν τίποτα. Δεν πειράξανε εδώ. Όχι, δεν πειράξανε. Αλλού μπορεί να γίνανε. Μέσα στη Μεσσηνία εκεί γίνανε, απ' τον Ισθμό της Κορίνθου και κάτω μπορεί να γίνανε πολλά. Εκεί γίνανε πολλά εκεί πέρα. Εδώ περνάγανε τα αντιτορπιλικά και ρίχνανε εν ψυχρώ μέσα στους κάβους, τους κυνηγάγανε. Ξέρω πολύ καλά, από έναν γείτονά μου που ήτανε, είχε πολεμήσει στον πόλεμο, αξιωματικός. Να, το σπίτι μου το πατρογονικό με το δικό του από δω στον τοίχο απέναντι ήτανε. Ναι, ναι! Όχι, δεν είχαμε τέτοια. Όχι. Ούτε οι Γερμανοί μας πειράξανε, γιατί οι Ιταλοί ήτανε στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων, είχανε τη βάση, είχανε στη Σχολή Καλών Τεχνών και στο Φανάρι της Ζούρβας. Και οι Γερμανοί είχανε στον Προφήτη Ηλία, στους Σαρκός, έξω απ' την Εκκλησία εκεί πέρα και στο Έρως απάνω. Οι Γερμανοί.
Είχανε ποτέ οι Γερμανοί σκοτώσει εδώ πέρα κάποιον άνθρωπο;
Έναν τον κρεμάσανε. Τον κρεμάσανε, ναι! Τον Κακαβού τον Νικοτσάρα, τον Νικοτσάρα, Μάνο Νικοτσάρα, ναι! Αυτός πραγματικά τον κρεμάσανε ακριβώς δίπλα απ' τη Μητρόπολη –πού είναι το ρολόι, του Κρέμου το μαγαζί που λέγαμε;– στους τσίγκους αυτουνού τον κρεμάσανε. Τον κρεμάσανε με σχοινί. Την πρώτη φορά κόπηκε το σχοινί και φώναζε: «Είμαι αθώος!», αλλά είχε αυτός πολλούς γραμμένους που ήθελε να εκτελέσει. Ήμουνα κι εγώ μικρός τότε, τι να… τον κρεμάσανε αυτόν! Ναι! Τον κρεμάσανε. Ήταν κρυμμένος καμιά δυο τρεις ημέρες εδώ πέρα στην Ύδρα και από εκεί ζήτηξε να πάει κάπου, αλλά του πιάσανε αυτό που είχε το χαρτί που είχε για να εκτελέσει πολλούς, Έλληνες δηλαδή. Τώρα ποιοι ήταν αυτοί; Δεν μπορώ να τους ξέρω, δεν μπορώ να ξέρω, αλλά τον κρεμάσανε εκεί πέρα. Ναι. Εγώ ήμουνα μικρός τότε, δεν ήμουνα κοντά εκεί, γιατί απαγορευόντουσαν αυτά τα πράγματα. Τώρα δεν είναι πώς γυρίζουνε τα παιδάκια μέσα στην παραλία με το αρμίδι να ψαρέψουν, τότε δεν υπήρχε σ' εμάς, κυνήγαγε η αστυνομία, κυνήγαγε το λιμενικό. Τώρα που είναι ασυδοσία τα παιδιά. Εγώ ξέρετε τι συναντάω κάθε πρωί τώρα που πάω στις δουλειές μου; Απ' το σπίτι μου φεύγω το πρωί, μου λέει ο γιος μου: «Ρε πατέρα, λείψε όλη την ημέρα. Δεν το θέλω να φεύγεις νύχτα!». «Άσε, ρε παιδί μου, από δω. Δεν μπορώ να το κόψω αυτό τόσα χρόνια. Δεν μπορώ εγώ να με πιάσει ο ήλιος στο κρεβάτι. Εγώ θέλω να πάω να κάνω τις δουλειές μου, κι από κει δεν ξέρω τι θα κάνω». Γιατί έτσι έμαθα τη ζωή μου, έτσι έμαθα, αλλά στα βαπόρια ήμουνα προσεκτικός. Πολύ προσεκτικός! Μη νομίζεις ότι στα βαπόρια ήτανε όλοι το ίδιο. Υπήρχε κάθε καρυδιάς καρύδι άνθρωποι μέσα. Υπήρχαν και πρεζόνια, ας πούμε, που παίρνανε ναρκωτικά, που πήγαιναν έξω και πίνανε! Πας σ' ένα βαπόρι και αμέσως μπορεί να πεις ότι αυτός είναι φίλος καλός να κάνω παρέα. Μόνος μου! Ούτε τα λεφτά μου πήγαινα να φάω έξω, κοροϊδίστικα! Όχι, όχι, όχι. Γιατί είχα τις υποχρεώσεις να στείλω, να αυτώσω. Ήμουνα πολύ αυστηρός στο χρήμα, αυστηρός πολύ. Εγώ τη ζωή μου την έφτιαξα μετά τα 32 μου χρόνια. Όλα τ' άλλα χρόνια τα δούλευα για τις υποχρεώσεις. Από κει έπιασα, δούλεψα σκληρά, ντάξει. Δόξα τω Θεώ, δοξάζω τον Θεό για όλα αυτά! Πέρασα και δυο φουρτούνες μαγκιόρες, πολύ μεγάλες, αλλά τις ξεπέρασα κι αυτές! Τώρα είμαι ευχαριστημένος, και τα παιδιά μου τα έχω στεγάσει καλά, πάρα πολύ καλά, και να πω ότι δεν υποφέρω από τίποτα τώρα, γιατί δεν έπιασα την καρέκλα. Βέβαια! Να πω ότι εγώ δεν κάνω τίποτα. Μα δεν μπορείς να το πεις, γιατί η ζωή άλλαξε, είναι κάπως αλλιώς τώρα. Έτσι είναι. Και το σπίτι τα θέλει όλα, κι άμα έχεις παιδιά... Η Ελεάννα μου λέει: «Παππού, θα με δανείσεις;», της έδινα μερικά και της έλεγα: «Ο παππούς έχει το μέλι!». Το μέλι. Το αγαπώ, το λατρεύω, αυτό είναι η ζωή μου, η ψυχή μου τώρα αυτό. Ειλικρινά σ' το λέω!
Να σας ρωτήσω κάτι, στην Κατοχή πήγατε σχολείο;
Έγινε ο πόλεμος και έμεινα. Δεν άνοιξα, δεν πήγα σε άλλη τάξη. Δεν πήγα σε άλλη τάξη, πώς να πήγαινα; Είπα, ας είναι καλά ο κύριος Νίκος ο Καρράς, η κυρία Πιπίκα η Φιλίππου, που ήταν στο 1ο σχολείο το Δημοτικό, και η κυρία Τούλα, που έκαναν ένα νυχτερινό 4 μήνες για μας τους αγράμματους, να μάθουμε τα κεφαλαία! Τίποτα άλλο! Τα κεφαλαία τα διαβάζω, τι να κάνω εγώ τώρα, μπορώ να γράψω εγώ τώρα; Ναι. Μπορώ να γράφω ορισμένα πράγματα αυτά, αλλά να ξέρω ποιο ήτα θέλει, ποιο εκείνο, δεν μπορώ. Το λέω αλήθεια. Εγώ δουλεύω με το μυαλό μου!
Και πότε ξεκινήσατε να δουλεύετε στην οικοδομή; Τι ηλικία είχατε;
Θα σας το πω κι αυτό. Μετά την απελευθέρωση, που σταματήσανε τα πράγματα, ακριβώς στη Μητρόπολη υπάρχει ένα κίτρινο κτίριο των καλογέρων, που με την Κατοχή ήτανε συσσίτιο, μονοκατοικία με κεραμίδια αυτό, και εκεί βάζανε σήμερα φάβα, αύριο φασόλια, ρεβίθια, και έδιναν από μία κουτάλα στο κάθε άτομο στο συσσίτιο, εγώ δούλεψα εκεί από τα θεμέλια που βρήκαμε τη θάλασσα, μέχρι τη στέγη που βάλαμε τα κεραμίδια, κι έπαιρνα 6 δραχμές την ημέρα, 6 δραχμές το μεροκάματό μου ήτανε! Και περίμενα πότε θα κατέβει 10:00 η ώρα ο Ηγούμενος ο Ιερόθεος, χρυσός ο άνθρωπος, άγιος άνθρωπος αυτός ο παλιός Ηγούμενος, να κατεβάσει ένα ψωμί και μερικές ελιές, ό,τι άρπαζαν, μια φετούλα ο ένας, δύο, και μια χούφτα ελιές, το κολατσιό μας ήτανε αυτό. Και έπαιρνα 6 δραχμές. Και από κει έφυγα και πήγα απέναντι στην Πελοπόννησο και έπαιρνα 8, νύχτα σε νύχτα! Σκοτάδι έφευγα απ' το καμαρίνι εκεί πέρα που κοιμόμασταν, σκοτάδι γύριζα. Και το βράδυ πήγαινα στο ελαιοτρίβι και δούλευα.
Σε τι ηλικία αυτά τα κάνατε;
Όταν ήμουνα εκεί, έφτανα, είχα μπει στα 14, γιατί 14 χρονών ξεκίνησα για την Αφρική τότες.
Ναι. Και εκεί πώς πήρατε την απόφαση να πάτε; Στην Αφρική;
Ήθελα τη θάλασσα! Δεν ήμουνα μόνος μου. Ήμουνα με τον πατέρα μου και τα δυο μου αδέρφια. Τ' άλλα αδέρφια μου δεν γίνανε ναυτικοί. Ο ένας, ο μεγάλος, ο Νίκος, που πέθανε 90 και μία ημέρα, ήταν μηχανικός, χρόνια σε μια εταιρεία αυτός. Ο άλλος πάλι μηχανικός, του Αγγελάκου ο πεθερός. Ναι. Εγώ με τον πατέρα μου έκανα πιο πολλά χρόνια από τ' άλλα μου αδέρφια. Με τ' αδέρφια μου, με τον έναν, τον Χρήστο, κάναμε τρία ταξίδια μαζί, με τον Γιώργο τέσσερα –μεγαλύτερος ο Γιώργος από μένα, μετά τον Γιώργο είμαι εγώ– και εγώ έκανα έξι.
Θυμάστε το πρώτο[00:50:00] ταξίδι που φύγατε;
Πώς δεν το θυμάμαι; 14 χρονών ήμουνα εγώ. Χαρά, κακό! Αλλά όταν πέσαμε και σε φουρτούνα, ζαλίστηκα, έκανα δυο τρεις εμετούς, αλλά έστρωσα μετά, γιατί ήμουνα κι από μικρός στη θάλασσα που κολύμπαγα!
Ξέρατε λίγο!
Βεβαίως! Ζαλίστηκα δυο τρεις ημέρες, όχι μετά, δεν πήγαινε. Γιατί είναι πολλοί ναυτικοί, βαποριέρηδες, που ταξιδεύουν στους ωκεανούς και όταν μπαίνουν σ' ένα ποστάλι απ' τον Πειραιά, απ' τον Περαία, ας το πούμε έτσι, να 'ρθουν στην Ύδρα, ζαλίζονται! Είναι πολλοί.
Είχατε άγχος την πρώτη μέρα;
Το άγχος δεν φεύγει από μέσα. Σκέφτεσαι τα πάντα. Ανάλογα τι σκέφτεται το φιλότιμο του ανθρώπου! Βεβαίως, αν ήθελα, σας είπα και προηγουμένως, μπορεί να είχα μείνει και στην Αυστραλία, μπορεί να είχα μείνει και στην Αμερική, άμα ήθελα, να παντρευόμουν εκεί πέρα. Μου δοθήκανε ευκαιρίες. Όχι, όχι, ήθελα να έρθω. Και στην Ιταλία, στη Λαμπιδούσα, την Πατρίτσια! Να σας πω και το όνομα της Πατρίτσιας. Διαφορά έναν χρόνο είχαμε με την Πατρίτσια, Ιταλίδα. Λέω την αλήθεια. Κάπως με τους Ιταλούς έτσι συγγενεύουμε, πώς να σ' το πω.
Ναι. Άρα είχατε γνωρίσει και κοπέλες σε κάποια ταξίδια απ' ό,τι καταλαβαίνω.
Κοιτάχτε να δείτε τώρα, ότι λένε ότι είναι αθώοι, κανένας δεν είναι αθώος, να λέμε την αλήθεια.
Τι χαρτιά χρειαζόσασταν για να βγάλετε το δελτίο, για να μπορείτε να πάτε στο πρώτο ταξίδι, ας πούμε;
Κοιτάχτε να δείτε, πονάω τη θάλασσα τη γαλάζια, την πονάω, την λατρεύω! Και τώρα να είμαι στον ωκεανό, δεν με νοιάζει για φουρτούνα, για τίποτα. Να είμαι στα μέρη της Ιταλίας, στους πάγκους, που λέγαμε! Δεν με νοιάζει να δω στεριά, σ' το ορκίζομαι αυτό, το λέω! Έχω πόνο με τη θάλασσα, την πονάω, τη λατρεύω τη θάλασσα! Τη λατρεύω, τη λατρεύω, τη λατρεύω! Το 'χω μέσα μου! Δεν με νοιάζει τώρα ταξίδι από την Κίνα στον Καναδά και απ' τον Καναδά στην Κίνα, ή απ' την Αυστραλία να πας τώρα στον Ειρηνικό! Από την Κίνα φορτώσαμε και ήρθαμε στην Ευρώπη 44 μερόνυχτα! Ουρανό και θάλασσα! Δεν με ένοιαζε αυτό το πράγμα! Όχι, δεν μ' ένοιαζε καθόλου! Όχι, όχι.
Θυμάστε τα χαρτιά όμως που χρειαζόσασταν για να βγάλετε το δελτίο του ναυτικού και να ταξιδέψετε;
Βεβαίως! Έβγαλα πρώτα το κόκκινο φυλλάδιο και μετά στα 2-3 χρόνια μας δώσανε το κανονικό φυλλάδιο. Πρώτα βγάλαμε το κόκκινο και μετά πιάσαμε κάποια υπηρεσία και μας δώσανε το κανονικό φυλλάδιο.
Αυτό το κόκκινο φυλλάδιο τι είναι;
Ήτανε στις αρχές, που ήμασταν σαν πρωτάρηδες, ας το πούμε πρωτάρηδες. Περνάς από γιατρούς, απ' όλα, δεν είναι ότι άντε, περνάς από γιατρούς για να σ' το δώσουνε.
Από τι γιατρούς περάσατε;
Από επιτροπή, τους ναυτικούς γιατρούς. Παίρνεις το αυτό, ότι είσαι υγιής, όλα αυτά εκεί πέρα. Το κόκκινο φυλλάδιο πρώτα. Με τα κοντά τα παντελόνια πήγα τότες! Με το κόκκινο φυλλάδιο. Ναι.
Και μετά πώς αποφασίσατε να πάτε στα σφουγγαράδικα;
Μετά πήγε ο πατέρας μου, τ' αδέρφια μου. Τη λάτρεψα, δεν μ' ένοιαζε, δεν με κούρασε και μένα αυτή η δουλειά! Σκληρή δουλειά, δεν είχες ωράριο, δεν είχες ρολόι! Ρολόι δεν υπήρχε! Δεν υπήρχε! Εμείς πάντα τη νύχτα ταξιδεύαμε απ' το ένα μέρος να πάμε στο άλλο, για να είμαστε το πρωί στη δουλειά εκεί. Ήμουνα αριστούχος τιμονιέρης! Άριστος, όχι άριστος, να το παινέψω εγώ, με παινεύαν άλλοι. Δεν ήμουνα του ύπνου και ήξερα τη δουλειά μου πάρα πολύ καλά! Τη δουλειά μου την ήξερα καλά.
Θυμάστε έτσι εμπειρίες με τους σφουγγαράδες; Γιατί είναι και ένα επάγγελμα πλέον που δεν υπάρχει.
Πώς, για τους καλούς ανθρώπους, είπαμε πως οι Καλύμνιοι ήτανε άνθρωποι του Θεού. Τα λέω και στην τηλεόραση! Και όταν μιλάω εγώ στην τηλεόραση και αυτά, αφήνουν και το φαΐ στο καζάνι οι κυρίες. Και οι Συμνιακοί καλοί άνθρωποι, καλοί άνθρωποι, και με τους Καλύμνιους έζησα και με τους Λεριούς. Ήταν καλοί άνθρωποι οι Δωδεκανήσιοι για μένα, ήταν του Θεού ανθρώποι. Δεν ήτανε κακοί άνθρωποι, αιμοβόροι. Όχι. Γι' αυτό έκατσα στη Λέρο 5 μήνες παρά 5 μέρες, αλλά είχα κάνει... Τα λέω στην τηλεόραση αυτά. Μ' αγαπάνε όλοι οι Δωδεκανήσιοι. Και άλλα νησιά της Ελλάδας, τα ξέρω όλα αυτά.
Θυμάστε να μου περιγράψετε λίγο τη στολή του δύτη που φορούσαν τότε;
Αλίμονο! Το φόρεμα, η περικεφαλαία, η καταδυτική μηχανή. Πρώτα, εκείνα τα χρόνια τη γύριζαν με τα χέρια, που πήγαινε ο δύτης κάτω. Μετά βάλανε τα λουριά, που γύριζε με τις τροχαλίες η μηχανή του καϊκιού. Γιατί ο πατέρας μου ήταν μηχανικός, μια ζωή μηχανικός ήταν ο πατέρας μου, όπως και τα αδέρφια μου τα δύο, ο Νίκος και ο Χρήστος. Ήτανε και από εργοστάσιο, αυτοί ήταν τεχνίτες. Ο πατέρας μου ήτανε πρακτικός μηχανικός, ναι. Άναβε το πρωί στις 4:00 τη μηχανή και την έσβηνε το βράδυ στις 22:00, 21:00, 23:00, 00:00, ανάλογα, και καθόταν εκεί. Ναι! Περικεφαλαία, όλα, το ντύσιμο. Ο καθένας ήξερε τη δουλειά του! Άλλος ο κoλαουζιέρης, άλλος ο τρεχαντηνιέρης, άλλος ο μηχανικός, άλλος αυτός που θα έβαζε το φόρεμα στον δύτη, γιατί ο ένας είναι κάτω, ο άλλος ψαρεύει. Γιατί όταν βγαίνει από τη βουτιά, δεν βγάζει το φόρεμα, θα πρέπει να περάσει ένα τέταρτο, μήπως αυτή τη στιγμή πάθει κάτι. Μπαπ, παίρνεις τον άλλονε από κάτω απ' τον βυθό και βάζεις αυτόν που έχει κάτι, νιώθει κάτι, και του κάνεις οξυγόνο. Το οξυγόνο ξέρετε τι είναι πάνω κάτω; Στις 20 οργιές, ανάλογα τι βάθος είσαι, σε τι οργιές νερά είσαι, ρίχνεις ένα σκαντάλιο βαρύ και πάει 10 οργιές πάνω κάτω και κάνει αυτό, πάνω κάτω, πάνω κάτω. Μπορεί και μία ώρα, και δύο ώρες να κάνει οξυγόνο, τον παίρνει απάνω. «Τι νιώθεις;». «Καλά». «Είσαι καλά;», τον φέρνεις, συνεχάς τη δουλειά σου. Πολλές φορές τους κάναμε και τη νύχτα. Τη νύχτα 23.00 η ώρα κάναμε οξυγόνο, γιατί άμα καταλαβαίνουν μουδιάσματα και τέτοια. Και ύστερα δεν τον αφήνουν να κοιμηθεί τη νύχτα! Ένας που έχει κάνει τ' οξυγόνο δεν τον αφήνεις όλη τη νύχτα, είναι βάρδια ο ένας από πάνω, και σε βλαστημάει και από πάνω! Αλλά δεν μπορείς να του μιλήσεις, δεν μπορείς να του πεις τίποτα. Δεν το θέλει μόνος του ο άνθρωπος, δεν το καταλαβαίνει μόνος του αυτό το πράγμα. Όχι.
Αυτό γιατί το κάνατε;
Να μην πιαστεί, να μην πιαστεί. Ναι. Εκεί που έκανε την πρώτη βουτιά 15-18 λεπτά, μετά θα την έκανε 12. Δεν θα την έκανε, γιατί τρεις βουτιές την ημέρα πρέπει να κάνει. Την πρώτη θα κάνει –ανάλογα τη δύναμη του καθενός όμως– και την τελευταία μπορεί να την κάνει 8-10 λεπτά. Αλλά τα λεπτά πιάνονται απ' την ώρα που πατάει κάτω στον βυθό. Έτσι είναι. Είναι άλλοι πολλοί που βγαίνανε και κάνανε και οξυγόνο, δηλαδή στις 10 οργιές κάνανε, καθόντουσαν και κάνανε αυτό και μετά παραπάνω. Κάνανε το οξυγόνο, δεν μπορείς να το απαγορεύσεις. Είναι άλλοι που με το που αφήναν τον αέρα, μέσα σε μισό λεπτό πεταγόντουσαν απάνω! Πεταγόντουσαν απάνω.
Για πείτε μου λίγα παραπάνω για τη στολή του δύτη, γιατί πολλοί άνθρωποι δεν ξέρουνε από τι αποτελείται η στολή.
Από εργοστάσια γινόντουσαν αυτές οι φόρμες, τα φορέματα, φορέματα τα λέγαμε εμείς! Φορέματα, εγγυημένα όμως. Καμιά σκάζανε, κάνανε καμιά τρυπούλα, το στεγνώνεις και υπήρχανε κομματάκια, μπαλώματα ειδικά από φόρεμα, που βάζεις βενζινόκολλα και κολλάει.
Και τι φορούσανε επάνω, το σκάφανδρο;
Περικεφαλαία. Βάζει το φόρεμα, του βάζει τον θώρακα, όλα αυτά μπρούτζινα πράγματα, τα περνάει εδώ, με λάστιχα είναι γύρω γύρω, όπως είναι ο γιακάς. Τα περνάει μέσα, τα σφίγγουνε αυτά, όλα καλά. Σφιγμένα με ειδικά αυτά –οι πεταλούδες, πεταλούδες λέγονται– και μετά μπαίνει η περικεφαλαία. Την καργάρει. [01:00:00]Και ο αέρας που πάει εδώ στο κεφάλι του, μέσα είναι «Βαρβάρα», ένα πράγμα, πεταλούδα, μια πεταλούδα! Και κανονίζει μόνος του τον αέρα. Αν θέλει να κάνει κολυμπητά, είναι και κολυμπητά. Βραχάκια, βουναλάκια, σπηλιές, πράματα, θάματα. Εκεί που είναι τώρα είναι ένας βράχος 20-15 μέτρα ύψος, που έχει τα σφουγγάρια, πάει και το κόβει και έχει τα γυαλιά μπροστά και πλάι, δεξιά κι αριστερά, και κανονίζει τον αέρα μόνος του, τη «Βαρβάρα» πάνω κάτω, πάνω κάτω. Βεβαίως! Για να γίνει δύτης δεν πάει κατευθείαν, του βάζει το φόρεμα και τέλος! Στη Δοκό πηγαίναμε και τους κάναμε, στον Άγιο Νικόλα από μέσα, στην αμμουδιά τους κάναμε δέκα ημέρες μαθήματα! Ρίχνεις τον παλιό τον μαθημένο, βάζεις και τον ατζαμή τον καινούριο και του κάνει μαθήματα οι δυο, ο παλιός με τον καινούριο.
Εσείς είχατε κάνει ποτέ μαθήματα;
Όχι, όχι, όχι! Να είναι ειλικρινής. Εγώ όταν δούλευα στα μέρη της Αφρικής κάτω απ' τον Κάβο Μπόνο, η δουλειά μου ήτανε πήγαινα και άνοιγα τόπους! Πιάναμε τα σφουγγάρια και έφευγα με άλλο βοηθό, για να μην καθυστερεί το μηχανοκάικο να κάνει αυτή τη δουλειά, πήγαινα και έκανα, γιατί υπάρχει άμμος κάτω, υπάρχει και φυκιάδα, υπάρχουν και πλάκες, τις Πλάκες του Βλυχού, που λέμε: «Πήγαμε στις Πλάκες του Βλυχού, του Κλιμακιού», έτσι είναι! Και είναι ένα ειδικό μηχάνημα, γκαγκάβα, αυτό που τραβάς. Μπορεί να πέσεις και σε καμιά λαμαρίνα! Εκεί στον Κάβο Μπόνο τα βαπόρια το ένα απάνω στο άλλο, που είχε γίνει η μεγαλύτερη μάχη εκεί πέρα! Τι φορτηγά, τι πολεμικά, εκεί είχε γίνει η μεγαλύτερη μάχη, το ένα βαπόρι πάνω στο άλλο! Ναι!
Εκεί στην Αφρική βγαίνατε έξω;
Όχι! Εκεί δεν έβγαινες έξω πουθενά! Μόνο στην Μπιζέτα έβγαινα τον καιρό που πήγαινα και ψώνιζα. Γιατί δυο τελευταίες χρονιές ήμουνα και σαν τροφοδότης, ας πούμε, μετά το αφεντικό, να σ' το πω, ήμουνα εγώ! Ο πατέρας μου είχε, ο συγχωρεμένος, μια ζωή μ' αυτούς, όλη τη ζωή του σε αυτούς την είχε, στα καΐκια αυτωνών. Και τα αδέρφια μου, τι έκαναν, τα αφήσαν, πήγαν στα βαπόρια και αυτοί. Εγώ είχα τα λεφτά, εγώ όλα, που έβγαινα να πάρω ντομάτες, σταφύλια, αυγά για τους δύτες, το ένα, το άλλο, και τη σαβαγιά την είχα κρυμμένη εγώ. Τα δολάρια δηλαδή, δολάρια, τα είχα εγώ κρυμμένα. Τα ήξερα εγώ και τ' αφεντικό, ο καπετάνιος. Ήταν δύο αδέρφια οι ιδιοκτήτες που ξεκινάγαν τα καΐκια αυτά. Τα λεφτά εγώ τα είχα όλα. Υπήρχε εμπιστοσύνη. Γιατί ο πατέρας μου όλα τα χρόνια με αυτούς ήταν. Δεν είχε αλλάξει αλλού πουθενά να πάει. Απ' τον πατέρα τους στα παιδιά αυτών και μετά… Δόξα τω Θεώ, δόξα τω Θεώ! Τώρα τι κάνουμε από εδώ και πέρα;
Θέλω να μου πείτε αν είχε γίνει ποτέ κάποιο ατύχημα με κάποιον δύτη.
Όχι, όχι, όχι! Σε μας, όχι. Όχι σε μας. Όχι, όχι. Που λέγανε, ναι, ο παππούς μου ήτανε δύτης. Ο παππούς μου αν τον δεις σε φωτογραφία, ο πατέρας του πατέρα μου, ένα πρωτοπαλίκαρο, η ομορφιά του μόνο, η ομορφιά του! Τον έχει ζωγραφίσει ένας Μπενάκης, που ντυνόταν με τους γιλέκους, με τις φουστανέλλες, με το καπέλο, όλα. Λοιπόν, ναι, αυτός χτυπήθηκε στη μηχανή, αλλά ήταν και πρωτοπαλίκαρο, ας πούμε. Ο μπαρμπα-Νικόλας ο Αραπογιάννης. Αυτός, ναι, είχε μείνει, νομίζω, δυόμισι ώρες κάτω στον βυθό, για παραπάνω όχι, αλλά για δυόμισι ώρες είχε μείνει κάτω, από σκύλο, από σκύλο! Και είχε πάει σε έναν βράχο και κάτσει εκεί πέρα και με το που ζύγωνε ο σκύλος, πάταγε τη Βαρβάρα και φεύγαν τα νερά και έπαιρνε δρόμο ο σκύλος. Γιατί έχεις τα συνθήματα, αν είσαι καλά, τι σου συμβαίνει, ή αν βλέπεις σφουγγάρια να το πεις, να ρίξουν τσαμαδούρες, ότι έχουμε πολύ σφουγγάρι, που θα πέσει ο επόμενος, ο επόμενος, και είχε μείνει δυόμισι κάτω! Σε τι οργιές δεν ξέρω, θα σε γελάσω. Γιατί εμείς δουλεύαμε από 35, τα συμβόλαια, 36 οργιές, αλλά πηγαίναμε και 45 οργιές. Κλεψιμαίικες αυτές, λέω την αλήθεια. Ναι, είχε μείνει δυόμισι ώρες!
Σας έλεγε ιστορίες ο παππούς σας από τα σφουγγαράδικα;
Κοίταξε, ο παππούς μου πέθανε με τον πόλεμο κι αυτός. Πήγαινα στο σπίτι το πατρογονικό στην Κιάφα απάνω εκεί, στον Άγιο Κωνσταντίνο από κάτω, τώρα το αγόρασε ένας ξένος, ιστορία κι αυτή, άσ' το. Πέθανε με την Κατοχή κι αυτός. Ήτανε δυνατός άντρας, κει πάνω. Μόνο να τον δείτε σε φωτογραφία, τίποτα άλλο, δεν σας λέω τίποτα άλλο. Δηλαδή η ζωγραφική του, αυτό το πράμα, κάνει πολλά λεφτά αξίας σήμερα όποιος το δει. Αυτή η φωτογραφία υπάρχει στο πατρογονικό σπίτι, που μεγαλώσαμε εμείς, όχι στου παππού.
Τους σφουγγαράδες εδώ στην Ύδρα τους θυμάστε;
Τώρα δεν υπάρχει κανένας αυτή τη στιγμή.
Εκεί στο ξενοδοχείο στην Μπρατσέρα τι ήτανε παλιά;
Του Βερβενιώτη! Αυτοί που πιάναν τα σφουγγάρια, ντάξει με αυτούς. Το έχει ένας φίλος μου, αρχιτέκτονας, τώρα αυτό. Και μου λέει να πάω να πιω την μπίρα, να πιω την μπίρα, γιατί έχω ζήσει και εκεί μέσα. Στου Βερβενιώτη, του Βερβενιώτη ήταν.
Θυμάστε εκεί τον χώρο πώς ήτανε;
Πώς δεν θυμάμαι που φτιάχναν τα σφουγγάρια, που τα ασπρίζαν με τα φάρμακα, οι ανθρώποι που δουλεύανε; Αν θυμάμαι εκεί πέρα; Αλίμονο.
Για πείτε μου λίγα πράγματα.
Στο κατάστημα ο καθένας είχε... άλλοι ψαλιδίζανε τα απόσκατα, που λέμε, τα σκάρτα. Αυτοί που ξέρανε από ψαλίδι, τα χαϊδεύανε τα πρώτα. Άλλοι τα δεύτερα, άλλοι τα τρίτα, άλλοι τα απόσκατα. Όπως και εμείς, εγώ δεν πήγα στο τσουβάλι να μπαλάρω σφουγγάρι πρώτης κατηγορίας και λαφίνα, μέχρι δευτέρας κατηγορίας εμπαλάρισα. Θέλει τέχνη! Πώς θα το βάλεις στο τσουβάλι και πώς θα το πατήσεις με το πόδι. Πώς θα το πατήσεις. Γιατί η λαφίνα είναι σαν βελούδο, ένα πράμα, όταν την καθαρίσεις. Αλίμονο, καθένας στον κλάδο του. Ένας που ήτανε καλός θα μπαλάριζε στο τσουβάλι τα πρώτα σφουγγάρια. Δεν είναι να το βάλω μέσα ένα. Θέλει χάιδεμα. Και αυτός που το πιάνει, γιατί μπαίνει στο τσουβάλι, ένας βαστάει το τσουβάλι όταν ανεβαίνει επάνω, το τσουβάλι μπορεί να πάει σε αυτό το ύψος, γιατί του βάζεις και μούφα, που λέμε, έτσι, του προσθέτεις κομμάτι για να το πας το τσουβάλι απάνω. Δεν είναι να το πας ένα τσουβάλι και να έχει 20 οκάδες, πρέπει να έχει 60-70 οκάδες το τσουβάλι αυτό, να είναι πατημένο. Και αυτός που δίνει χεράκι, χεράκια, που είναι και του δίνει, πρέπει να είναι τεχνίτης, έχεις το νερό τον κουβά δίπλα, πιάνεις το πρώτο, το μικρό, το δεύτερο, το τρίτο, το μεγάλο από πάνω και έχεις από πάνω τα πιο μικρά. Και στη μέση μετά στο κενό τι θα βάνεις; Βάνεις τα πιο αυτά, του βάνεις το νεράκι, το πατάει, το χαϊδεύεις με το χέρι και μετά βρίσκεις ένα μεγάλο και τα πατάς. Σαν να παίζεις το ρεμπούμπου που βάνεις στο κεφάλι, να σκεπάσεις το κεφάλι. Θέλει τέχνη αυτά τα πράγματα. Δεν είναι έτσι, άντε το πιάσαμε, το πλύναμε. Πρέπει να μην έχει γάλα κατ' αρχής, να στεγνώνει, να είναι στεγνό, να μην έχει γάλα. Το φέρνει μαύρο και από μαύρο να το κάνεις όπως είναι έτσι ο κουβάς, άσπρο έτσι, έτσι! Και να βγάζεις με τους τενεκέδες το νερό μέσα. Χριστέ μου. Δεν ξεχνιόνται αυτά τα πράγματα. Σκληρή δουλειά! Σκληρή, σκληρή, σκληρή! Ήταν σκληρή δουλειά. Ήταν πολλοί δύτες που πρέπει να βγάζανε πολλά λεφτά. Οι καλοί δύτες την τότε εποχή, αλλά και αυτοί βιολί και σπασίματα, βάζανε, κάνανε, όχι μαλώνανε, έτσι, βγάζαν πολλά λεφτά. Μπορούσε ένας καλός δύτης μέσα σε 7-8 μήνες να αγόραζε τέσσερα πέντε σπίτια τέτοια. Βγάζαν λεφτά, αλλά υπήρχαν τόσα ζευγάρια βιολιά εδώ πέρα στην Ύδρα!
Εσείς όταν ήσασταν μικρός πηγαίνατε σε αυτό εκεί το μαγαζί; Περνούσατε;
Σε ποιο [01:10:00]μαγαζί;
Στου Βερβενιώτη.
Είχα σχέσεις καλές, καρδούλα μου, είχα σχέσεις καλές. Με τον Γιάννη το Βερβενιώτη, με όλους αυτούς. Γιατί ήμουνα σφουγγαράς. Αν πήγαινα; Πώς δεν πήγαινα!
Τα απλώνανε μετά τα σφουγγάρια;
Ναι, τα στεγνώνανε. Μετά τα έπαιρνε η Ιαπωνία και η Ρωσία. Τις λαφίνες τις έπαιρνε η Ρωσία και τα σφουγγάρια τα έπαιρνε η Ιαπωνία. Να μην ξέρω τα μέρη πού είναι τώρα; Δεν χρειάζεται να ρίξω σκαντάλιο να βρω τις οργιές. Δεν χρειάζεται σκαντάλιο να μετρήσω πόσες οργιές είναι στα μέρη της Αφρικής και στα μέρη της Ιταλίας. Λαμπιδούσα, Γαρμπί, Όστρια, τα λέμε Δ.Α. πέρα, σαν να φύγεις από εδώ να πας στην Αίγινα, να πας στη Μήλο. Ουρανό και θάλασσα. Αλίμονο.
Θυμάστε τη σκηνή όταν ερχόσασταν με τα σφουγγαράδικα; Πώς μπαίνατε στην Ύδρα;
Ναι, αμέ.
Μπορείτε να μου το περιγράψετε;
Κανονίζαμε πάντα να είμαστε ή του Αγίου Δημητρίου ή 28 Οκτωβρίου, την ώρα της παρελάσεως. Και κανονίζαμε τι ώρα θα είμαστε στην Παραπόλα, που περνάγαμε τον Κάβο Μαλιά, γιατί στον Κάβο Μαλιά βράζει η θάλασσα, χουρλιάζει από το ρέμα, πάει και το καΐκι και δεν προχωράει, ανάλογα πού σε πάει το ρέμα. Και κανονίζαμε την τάδε ώρα να είμαστε εκεί, και από εκεί κανονίζαμε, είναι 18 μίλια να μπεις στον Άγιο Γιώργη, στον Αϊ-Νικόλα μέσα, και να είναι το καΐκι 11:00-11:30 να είναι στο λιμάνι. Ερχόμαστε πιο αργά, πιο αργά, να 'μαστε ή την ημέρα του Αγίου Δημητρίου ή 28 Οκτωβρίου, που γινόταν η παρέλαση. Την ώρα που ερχόμασταν στη Σπηλιά, το ντεπόζιτο εδώ, το ένα μηχανοκάικο εδώ και το άλλο από την άλλη μπάντα, που ερχόμαστε και φουντέρναμε και μαζευόταν ο κόσμος να δει τους σφουγγαράδες!
Πού μαζεύονταν;
Έξω από το καΐκι, πώς έρχεται το βαπόρι και πάμε στο βαπόρι να δούμε το βαπόρι; Έτσι, για να δούνε τους σφουγγαράδες. Μαύροι, άπλυτοι, με γένια, με τα ζωνάρια στη μέση. Τα ζωνάρια στη μέση, γιατί η μέση, αν δεν είχαμε τα ζωνάρια, θα ήμαστε με δεκανίκια τώρα. Σκληρή δουλειά. Να είσαι τώρα να μπαλάρεις σφουγγάρια. Και στεγνό σφουγγάρι. Ναι, ναι. Κανονίζαμε από την Παραπόλα, να είμαστε εκεί 3:00 η ώρα στην Παραπόλα, ανάλογα, και ερχόμασταν σιγά σιγά και μπαίναμε στον Αϊ-Γιώργη.
Σας έβλεπε ο κόσμος κατευθείαν ή έπρεπε πρώτα να κάνετε κάποια εξέταση;
Όχι. Ερχόταν το τελωνείο, γινότανε πράτιγο, πρατιγέναμε πρώτα. Και τα πράγματα που βγάζαμε, τα ρούχα μας, τον σάκο μας, πέρναγε από το τελωνείο, μήπως είχαμε τίποτα ναρκωτικά μέσα. Γιατί και στην Αφρική τα ναρκωτικά είναι… ό,τι ήθελες υπήρχε. Οι μαύροι χωρίς αυτό δεν κάνουνε. Δεν κάνουν δίχως αυτό, αυτοί είναι κουσκούσι, πιπεριές, μπρούσκο κρασί κόκκινο και ο αργιλές. Οι μαύροι καπνίζουν πολύ, από εκεί γίνεται το παζάρι.
Ανησυχούσαν μήπως έχετε και αρρώστιες;
Δυστυχώς όμως που δεν αρρώστησε κανένας, ούτε ασπιρίνη! Κανένας δεν πήγε σε γιατρό. Από έναν κλέφτη πίναμε, από το βαρέλι, και πίναμε όλοι από κείνο τον κλέφτη πίναμε, το βαρέλι. Δεν είχε καθένας το ποτήρι του ή την τσάσκα του ή το κουτάλι. Από τη λεκανιδίτσα, στην κάθε λεκανιδίτσα που έβαζε ο μάγειρας το φαΐ, τρώγανε πέντε άτομα, έξι! Δεν πάθαμε τίποτα, καμία ασθένεια, τίποτα, τίποτα, τίποτα. Σαπούνι δεν υπήρχε. Αλλά ήμασταν όλη την ώρα στο νερό. Η θάλασσα!
Υπήρχε ποτέ φορά που όταν ερχόσασταν, υπήρχαν άνθρωποι πάνω στο βουνό και κουνούσαν μαντίλια; Γιατί έχω ακούσει μία τέτοια σκηνή.
Ναι, συγκινητικό αυτό. Πολύ! Περιμέναν όλοι, από το κάστρο, από το περίπτερο, από το κάστρο που πάμε για τον Βλυχό, πότε θα βγαίνανε οι σφουγγαράδες απ' τον μόλο! Μα είπαμε, ο ναυτικός φεύγει και δεν ξέραν αν θα γυρίσει στο σπίτι του. Πόσα παιδιά έχουνε σκοτωθεί δικά μας. Και στα βαπόρια, που έχουνε πέσει στα αμπάρια. Πολλά παιδιά. Εδώ στο νησί φίλους μου έχω δυο τρεις που είναι εν ζωή, που υπηρετήσαμε και μαζί. Οι άλλοι έχουν πάει στο μεγάλο ταξίδι. Στο μεγάλο ταξίδι. Τους βλέπω κάθε μέρα, τους καλαμπουρίζω. Περνάω, τους καλαμπουρίζω και φεύγω. Ναι, γιατί είχαμε καλές σχέσεις, να πούμε. Και οι καλοί φίλοι έχουν φύγει από χρόνια, από χρόνια. Οι φίλοι της Κατοχής, δηλαδή, που μοιράζαμε το χαρούπι ή το σύκο το μισό. «Μισό εσύ, μισό εγώ». Εφύγαν αυτοί.
Η μαμά σας ανέβαινε κι αυτή και σας περίμενε πάνω, μαζί με τον κόσμο;
Όχι, όχι. Εμείς το σπίτι το πατρογονικό, είμαστε πάνω εκεί, καταμεσής Βαγγελίστρα, Κουρμάδα με Κιάφα, εκεί είμαστε. Το πατρογονικό της μητέρας μου, εκεί έχουν τα αδέρφια μου τα σπίτια τους, όλα τα αδέρφια μου, όλοι, σε αυτή την περιοχή τα σπίτια, όπως και εγώ, είμαι σε αυτή την περιοχή τώρα που έχω τα παιδιά μου. Είμαστε μαζεμένοι όλοι, από τον μεγάλο αδερφό μου, τον δεύτερο, τον τρίτο, είμαστε ούτε σε ένα χιλιόμετρο μήκος που έχουμε όλοι μας τα σπίτια. Δεν φύγαμε από το νησί από πάνω.
Όταν γυρίζατε στο σπίτι; Όταν γυρίζατε από την Αφρική στο σπίτι; Τι γινόταν;
Οι πρώτες μέρες ήταν εντάξει. Αλλά μετά, ήταν και δουλειές στη μέση, δεν καθόμαστε τεμπέληδες. Και εγώ απ' τα βαπόρια, που ερχόμουνα, πήγαινα δούλευα οικοδομή, γιατί δεν την άφησα να την ξεχάσω, δούλευα στην οικοδομή, πήγαινα στην οικοδομή. Με τον Χρήστο τον Παπαδόπουλο, με άλλους παλιούς μαστόρους. Με φωνάζανε. Σε μια βδομάδα είχα πάει οικοδομή. Και από την οικοδομή, έφευγα και μπάρκο. Δρόμο, δρόμο! Και ένας αδερφός μου τα ίδια. Ο Γιώργος. Ήταν και ναυτικός και οικοδόμος κι αυτός. Καλός νοικοκύρης.
Επικοινωνούσατε όσο καιρό ήσασταν στο καράβι;
Όχι, όχι, όχι. Σε άλλες εταιρείες αυτοί, ο ένας είχε σε ένα βαπόρι νομίζω 13 χρόνια, ο άλλος ο μεγάλος σε μια εταιρεία του Καρρά έκανε όλη του τη θητεία, από τον καιρό που πήγε στρατιώτης, από κει βγήκε σε σύνταξη. Μηχανικός και ο ένας και ο άλλος.
Και με τη μαμά σας εδώ επικοινωνούσατε; Υπήρχε επικοινωνία;
Καλά, βεβαίως. Όταν ήμουν ελεύθερος, αλληλογραφία κανονική. Αλίμονο! Όχι, κανονικά. Κανονικά αλληλογραφία με το σπίτι. Δεν είχε: «Άντε, έφυγα και ξέχασα». Όχι, όχι, όχι τέτοια πράγματα. Άλλοι έφυγαν και τους άρεσε η ξενιτιά. Δικαίωμά τους ήτανε. Εγώ είχα ένα καλό στη ζωή μου και το έχω μέχρι τώρα. Εγώ σχόλασα από τη δουλειά και δεν θέλω να μιλάω για δουλειά. Για τίποτα! Μετά τα μεσάνυχτα, το μυαλό μου είναι στη δουλειά, τι θα κάνω την άλλη μέρα. Τώρα θέλω να πάω, να καθίσω, να δω τους φίλους μου, αυτούς που είναι τώρα νέοι, να μιλήσουμε, να γελάσουμε, να αυτώσουμε και μετά να πάω στο σπίτι μου, να ησυχάσω.
Παλιά εδώ στην Ύδρα, πώς γλεντούσατε στα ταβερνάκια; Γιατί έχω ακούσει ότι υπήρχε μία ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Ήταν πολύ της παρέας.
Τότες ήτανε. Κοιτάξτε να δείτε, τα παιδιά της Ύδρας δεν ήταν του καβγά. Ούτε και τώρα, είναι δεμένα τα παιδιά, πιο δεμένα ακόμα. Εμε[01:20:00]ίς που ήμαστε τότες ναυτικοί ήμαστε δεμένοι. Ξέρεις πόσους είχα ανταμώσει πατριώτες που είχαμε μεγαλώσει μαζί; Και στην Αργεντινή και στο Περού και στην Αυστραλία και στην Ολλανδία! Της γειτονιάς, η περιοχή μας, που κάναμε παρέα. Ετύχαινε άλλοι που κάναμε μετά από 2 χρόνια να ιδωθούμε, 3 χρόνια να ιδωθούμε.
Πώς ήταν τα ταβερνάκια αυτά μέσα;
Ωραία, ωραία ήταν. Υπήρχε, πρώτα πρώτα, ο μπακαλιάρος ο τηγανητός με τη σκορδαλιά. Υπήρχαν τα παντζάρια, υπήρχαν οι μαρίδες με το ξίδι, που βάζαν το ξίδι από πάνω. Δηλαδή τώρα πας, σου λέει: «Μπριζόλα, μπιφτέκι, κοτόπουλο», ρε άι στο διάολο να πάνε. Και ντομάτα κι ελιές. Εχθές πήγα στο σπίτι, βρήκα κάτι ντομάτες ωραίες. Και έκανα μια ωραία σαλάτα με λάδι ωραίο και έβαλα και κρεμμύδι και ελιές μέσα και συνέχισα και το φαΐ, τι ήταν μαγειρεμένο. Τώρα πας, σου λέει τα ίδια. Τα εστιατόρια τα ίδια και τα ίδια βγάζουνε, μουσακά, το ένα, το άλλο. Εκείνα τα χρόνια έβαζε το τηγάνι και σου τηγάνιζε τις μαρίδες. Τώρα δεν βάζουνε μαρίδα, δεν βάζουν τίποτα, να ψήσουνε δύο γόπες, να κάνουν, να μπήξουνε, τίποτα. Μπριζόλα χοιρινή, μοσχαρίσια.
Ο χώρος μέσα στις ταβέρνες πώς ήταν;
Ντάξει, δεν είχαν την πολυτέλεια που έχουνε τώρα. Γιατί ήταν και εκείνα που δούλευαν με ξύλο, που τηγανίζανε, που μαγείρευαν τα χόρτα, τα φασόλια. Όπως ο κύριος Γρηγόρης ο Μωριάτης απέναντι στη Μητρόπολη, τρώγανε όλοι οι υπάλληλοι εκεί πέρα. «Απ' όλα έχει το μαγαζί! Απ' όλα έχει το μαγαζί! Φασόλια, εκείνα. Να τηγανίσω δύο αυγουλάκια; Πατάτες τηγανητές. Ντοματόρυζο». Τώρα δεν έχουνε.
Εσείς πού συχνάζατε;
Εγώ, ναι, σε τέτοια μαγαζάκια πήγαινα, αλλά αργά όχι, γιατί το πρωί είχε δουλειά. Εγώ 5:00 η ώρα έπρεπε στα χαρμάνια να είναι έτοιμες οι λάσπες. Δεν είχε τέτοια. Όχι, προσεκτικός πολύ. Αυστηρός! Στον εαυτό μου πολύ αυστηρός. Απρόσεκτος εγώ για τη ζωή μου, το λέω, απρόσεκτος, αλλά σε άλλα ήμουνα πειθαρχικός σε όλα. Ο λόγος μου θα είναι λόγος. Το ραντεβού μου θα είναι λόγος στον πελάτη μου, πώς να το πούμε; Πειθαρχία μεγάλη. Δεν ξεγέλασα άνθρωπο στο ραντεβού μου. Να τον κοροϊδέψω, ότι είχα μεθύσει και μου έτυχε αυτό. Όχι, όχι. Γι' αυτό και τους έχω όλους τώρα.
Δεμένοι.
Ναι, ναι, κορίτσι μου.
Θα θέλατε να μου πείτε μια σκέψη, έτσι, που έχετε για όλα όσα μου περιγράψατε;
Θα σ' το πω κι αυτό. Ο θάνατος δεν με φοβίζει, ούτε το δειλιάζω, γιατί εγώ ήρθα δύο φορές στο αμήν, και ξέρετε τι είπα; Εγώ έχω νικήσει την επιστήμη δύο φορές, ας είναι καλά και οι γιατροί. «Έχουν φύγει», λέω, «τόσα και τόσα εκατομμύρια, θα φοβηθώ εγώ;». Πραγματικά, θέλω να το πιστέψετε αυτό το πράγμα, πολύ πειθαρχικός. Και σκληρός σε αυτά τα πράγματα. Τώρα για πολλούς ανθρώπους, πελάτες μου και αυτά, και ρωτάω και ρωτάω. Έχω έναν πελάτη, είναι 101 τώρα και πάει στο γραφείο του. Εγώ πόσο θα φτάσω; Αλλά δεν θα το βάλω κάτω. Το όπλο και στο Έρως, στο κυνήγι. Πέρυσι με είδανε απέναντι από τον Προφήτη Ηλεία προς το Έρως που κοιτάμε το Κρητικό πέλαγο. Είναι ένας νεαρός που είναι πιο πέρα, ο πατέρας του κυνηγός, ο παππούς του κυνηγός, το παιδάκι δουλεύει, εξαιρετικό παιδί, στην οικοδομή. Και με είδε και τα 'χασε. «Ρε παιδιά, ρε παιδιά» στους φίλους του, σε αυτούς, «ο γέρος στο Έρως, ρε, απάνω» τους λέει. Προσέχω όμως, δεν περπατάω όπως περπάταγα. Μου άρεσε αυτό το πράμα. Είναι το βουνό και η θάλασσα η ζωή μου. Το πράσινο, που λέμε. Ειλικρινά. Με αυτό το μανιτάρι που βρήκαμε, αυτό το σαλιγκάρι που μαζεύαμε, αυτό το χόρτο που βγάζαμε, αυτή την καυκαλήθρα που την κάναμε σαλάτα με αλάτι και λίγο λαδάκι. Ζήσαμε, από τη φύση ζήσαμε. Ναι, είναι η ζωή μου. Έχω μεγάλο έρωτα με τη θάλασσα και με το βουνό. Δεν με νοιάζει, δεν θέλω ούτε κρέατα να βλέπω, ούτε τίποτα. Να έχω τις πατάτες ψητές, να τις βάλω στα κάρβουνα και το καθετί, το κρασάκι μου, το παξιμάδι μου, τις ελιές μου, όλα αυτά τα πράγματα. Αν δεν φας κρέας και τι έγινε; Εμείς τρώγαμε κρέατα τότες; Πού τα ξέραμε τα μοσχάρια, πού ξέραμε τα κατσίκια, τα αρνιά κι αυτά; Ε όχι. Και η καρέκλα είναι κακό πράγμα στον άνθρωπο. Και τελειώνω. Είναι κακό πράγμα να κάθεται ο άνθρωπος στην καρέκλα. Εγώ τώρα που θα φύγω από δω, θα πάω να πιω δυο τρία κρασιά, αλλά όχι γεμάτα τα ποτήρια, στη μέση. Λέω στον καταστηματάρχη: «Εγώ το θέλω στη μέση και θα σ' το πληρώσω ολόκληρο». Πραγματικά, θέλω να το πιστέψετε αυτό. Μπορεί να πάρω μία γαριδάκια ή να μου κόψει δυο κομμάτια τυρί, όχι σκέτο έτσι. Στο σπίτι, ντάξει, μπορεί να πιω και δύο κρασιά στο φαΐ, τώρα έχω τρεις ημέρες που δεν πίνω τίποτα στο τραπέζι, Coca Cola πίνω μόνο, Coca Cola. Δεν πίνω ουίσκια, δεν πίνω τσίπουρα, τα 'χω όλα, δεν πίνω ούζα. Το κρασί τίποτα, το κρασί δεν πειράζει, το λένε και οι γιατροί. Προπαντός το κόκκινο κρασί κάνει καλό στον οργανισμό στον άνθρωπο. Δόξα τω Θεώ, έπαθα δύο στραπάτσα, τα ξεπέρασα, αλλά δεν παίρνω ούτε ασπιρίνη, τίποτα, δεν την ξέρω. Δεν πάω στο φαρμακείο, ούτε στο ιατρείο να μου γράψουν φάρμακα. Όχι, πραγματικά, θέλω να το πιστέψετε αυτό που σας λέω. Φρούτα τρώω, δεν μπορώ να πω, τρώω φρούτα. Μου αρέσουν τα φρούτα. Και το καρπούζι και το σταφύλι προπάντος. Δεν με νοιάζει, αυτά τα φρούτα τρώω. Πορτοκάλια έχω δικά μου, από τις πορτοκαλιές μου. Μπορεί να φάω και δέκα την ημέρα, όταν κάνουν καρπό. Όπως και τώρα με βλέπεις που τρώω το λεμόνι. Το κόβω από τη λεμονιά, το ξεπλένω, παίρνω τον σουγιά και το κόβω ροδίτσες και το τρώω. Που το λεμόνι κάνει καλό στο αίμα. Αυτός που του έχω φυτέψει δυο λεμονιές, τρεις, εδώ πέρα, του έκοβα δέκα λεμόνια την ημέρα και έτρωγε. Έχουμε μισό αιώνα μαζί πάντως, μισό αιώνα. Τι να πούμε;
Εγώ σας ευχαριστώ πολύ πάντως.
Δεν ξέρω τι είπα και τι δεν είπα. Εγώ είπα αυτά. Ευχαριστώ τον Θεό που με αγαπάει όλος ο κόσμος. Και εγώ τον αγαπώ. Δεν έμαθα γράμματα, αλλά τα γράμματα τα χθω. Δοξάζω τον Θεό που βλέπω, πολύ μακριά, βλέπω, γυαλί δεν φοράω και βλέπω πολύ μακριά. Έβλεπα από παιδί και βλέπω πολύ μακριά. Και το βιολί μου λειτουργεί. Τώρα το αύριο πού να το ξέρει ο καθένας; Πού να το ξέρει ο καθένας το αύριο; Τώρα, εντάξει. Και έχω μεγάλο έρωτα με τα παιδάκια. Τα παιδάκια του κόσμου τα έχω φίλους μου, όλα. Να 'ταν για μένα να τα 'χα όλα εκεί. Γιατί μεγάλωσα σε μεγάλη οικογένεια, περάσαμε τη φτώχεια. Έχω ανίψια, έχω παρανίψια, έχω πολλά, ντάξει.
Σας εύχομαι να τα εκατοστίσετε, γιατί προς τα εκεί το πάτε βλέπω, και νομίζω ότι θα το πετύχετε.
Εύχομαι να έχεις στη ζωή σου καλή σταδιοδρομία και όλα να σου πάνε ευτυχισμένα. Δεν δείλιασα ποτές μου, δεν ζήλεψα, βοήθησα ανθρώπους, βοήθησα ανθρώπους! Τώρα αυτοί που δεν είχανε μυαλό,[01:30:00] δεν με ενδιαφέρει και πηγαίνανε στο χαρτί. Όσοι περάσανε από τα χέρια μου, πήρανε ψωμάκι γλυκό. Και γίνανε νοικοκυραίοι και τους αγαπάω και με αγαπάνε, με λατρεύουνε. Με βλέπουν και με λατρεύουν όλοι. Στον δρόμο που θα με δούνε, αυτοί που κάνανε μαζί μου, που δουλέψανε μαζί μου. Δεν ζήλεψα, τους έλεγα τα καλύτερα λόγια και πραγματικά είναι καλά παιδιά και καλοί νοικοκυραίοι, και έχω καλές σχέσεις και κάνω και παρέα. Φεύγω από το σπίτι μου το πρωί και θα καλημερίσω δεν ξέρω πόσους ανθρώπους και μέχρι που θα πάω να κοιμηθώ άλλους τόσους κι άλλους τόσους κι άλλους τόσους. Δεν ζήλεψα αν ο άλλος έγινε καλύτερος από μένα. Ήταν ικανός. Αλλά δεν αγάπησα και αυτούς, όμως, που παίρνανε λεφτά και πήγαιναν και τα παίζανε στον τζόγο και δεν κοιτάξαν τα παιδιά τους. Έτσι είναι. Που μπορούσανε. Δεν ήταν όλες οι εποχές το ίδιο. Περάσαμε και εποχές σκληρές πολύ, πολύ σκληρές! Αλλά περάσαμε και καλά χρόνια. Όποιος είχε μυαλό. Ας με αφήσει δεν ξέρω πόσα χρόνια ο Θεός. Τα 'χω με όλους, και με τους μεταφορείς, αυτούς που έχουν τα μουλάρια, με τα καλαμπούρια μας, και με σέβονται. Και αυτοί της οικοδομής και αυτοί που κάναμε και στη θάλασσα. Καλά, τώρα εφύγαν όλοι αυτοί.
Είχε πέσει, πού είναι το Ταφ στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων, στη γωνία, που ήταν οι βάρκες της Σχολής πρώτα; Ακριβώς στη γωνία της Σχολής, που είναι η μπουτίκ που έχει αυτού του οικοδόμου, η Ελενίτσα, το κορίτσι του Λινάρδου, που έχει πάρει τον Γούναρη, εκεί έπεσε μια μπόμπα. Στο Μανδράκι πέσανε δύο και οι άλλες δύο πού πέσανε; Να σ' το πω τώρα; Ακριβώς στον μύλο, τον έναν εδώ, τον μυλωνά που φαίνεται ένας μύλος, και δίπλα είναι ο χαλασμένος απ' την άλλη μπάντα εκεί, βγήκανε δυο αεροπλάνα από τον Προφήτη Ηλία, κι εμείς βόσκαμε τις κατσίκες μας στη ρεματιά αυτή, και αφήσανε τις μπόμπες από κει, με το που βγήκανε πάνω από τον Προφήτη Ηλία χαμηλά, αφήσαν τις μπόμπες με την ταχύτητα, ταχύτητα, ξέρεις πού ήρθαν και πέσαν; Εδώ στον Άγιο Θανάση, εδώ χάμω, πάνω από το σπίτι εδώ πέρα 100-200 μέτρα. Ένα διώροφο σπίτι βούλιαξε, και αυτή η γυναίκα έζησε, πήγε και έκατσε στην πόρτα, κάτω από τα ξύλα, και το σπίτι βούλιαξε. Η μία η μπόμπα έπεσε εκεί και η άλλη έπεσε πίσω στο Αυλάκι, στη σπηλιά στη θάλασσα.
Εσείς εκείνη την ώρα, όταν είδατε–
Είδαμε τις μπόμπες που πηγαίνανε, τα αεροπλάνα τις ρίξαν, τις αφήσανε από κει, από ακριβώς ότι αφήνουμε τον Προφήτη Ηλία και πηγαίναν οι μπόμπες, ερχόντουσαν! Η μία έπεσε ακριβώς εδώ στον Άγιο Θανάση από πάνω. Από δω είναι 200 μέτρα, ούτε! Και η άλλη έπεσε ακριβώς στη θάλασσα, στη σπηλιά εκεί.
Τι κάνατε εσείς εκείνη την ώρα;
Εμείς ήμασταν στο βουνό, δίπλα στη σπηλιά ήμαστε εκεί πέρα, του μυλωνά τη σπηλιά, μια μεγάλη σπηλιά. Δεν είναι μόνο μία εκεί πέρα, είναι πολλές σπηλιές και απ' το ένα ποτάμι και από το άλλο ποτάμι. Ναι, είναι πολλές! Βόσκαμε τις κατσίκες μας εκεί πέρα! Αυτές που είχαμε και είχαμε το γάλα και πίναμε μία τσάσκα το βράδυ και μία το πρωί και σωθήκαμε. Κι ας μην είχαμε ψωμί!
Κρυφτήκατε εκείνη την ώρα ή ήσασταν μέσα;
Όχι, δεν κρυφτήκαμε, δεν κρυφτήκαμε. Η μία έμεινε εδώ ακριβώς στον Άγιο Θανάση, στο σπίτι, να εδώ, εδώ η ευθεία ούτε 200 μέτρα δεν είναι! Η φωτιά πήγε απάνω. Μία στη γωνία στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων, εκεί που είναι το Ταφ, που μπαίνουν κάτι σκαφάκια εκεί μέσα και αράζουνε. Κι η άλλη στο Μανδράκι, που σπάσανε δυο καΐκια. Άλλες μπόμπες δεν πέσανε εδώ πέρα.
Πώς νιώσατε εσείς εκείνη την ώρα;
Να σας πω, εντάξει, ήμαστε και παιδιά τότε –πώς να σας πω– φοβόμαστε, αλλά όσο να 'ναι δεν καταλάβαμε αν έχουμε φόβο πολύ ή δεν έχουμε φόβο. Δεν ήμασταν όπως στον Περαία που πέφτανε οι μπόμπες. Μπόμπες πολλές επέσανε μέσα στου Παπουτσάνη, γυναίκες, κοριτσόπουλα, κομμάτια τα είχε κάνει! Κομμάτια δω, κομμάτια κει, κομμάτια παραπέρα, κομμάτια στα χαλάσματα που είναι σκορπισμένα! Η μάνα χάνει το παιδί και το παιδί τη μάνα! Το τραγούδι που 'χε βγει. Πόσα σκοτωθήκανε! Να εδώ, απόξω δω, είχαμε καταφύγιο εδώ πέρα. Εδώ που είναι τα πεύκα τώρα ήταν καταφύγια. Στον Άγιο Γιώργη, κάτω εκεί στη λάκκα, που είναι η εκκλησιά ο Άγιος Γιώργης –πού είναι το Μιράντα;– καταφύγιο εκεί πέρα. Είχανε σκάψει καταφύγια να πάει ο κόσμος.
Εσείς είχατε πάει εκεί πέρα ποτέ;
Όχι, εμείς είχαμε εδώ τις σπηλιές. Όλο σπηλιές είμαστε εδώ. Από το βουνό που σας είπα μέχρι την άλλη μπάντα, μέχρι τον Βλυχό όλο σπηλιές υπάρχουν, γεμάτα. Πόσα παιδάκια σκοτωθήκανε στον Πειραιά! Το τραγούδι, σας το είπα. Χαθήκανε παιδάκια, χαθήκανε. Η μάνα χάνει το παιδί, λέει στο τέλος, και το παιδί τη μάνα. Απ' την πείνα πεθάνανε πολλοί, πολλοί. Μία πέθανε και άφησε το παιδάκι της. Μια χρυσή γυναίκα! Στο πατρογονικό μου από πάνω. Η Βιβή, που το θήλαζε, δεν είχε γάλα να του δώσει! Με τι φαΐ; Πέθανε αυτή, πέθανε και το παιδάκι. Ψείρα! Θυμάμαι από 8, 7, 9, μέχρι 17, 16, θα πω ψέματα εκεί. Πάντως το 11 και πάνω το θυμάμαι που πεθαίνανε από τη νηστεία. Δεν είχανε να φάνε. Ναι. Αυτά τα θυμάμαι! Και στην περιοχή μας, αυτή η χρυσή γυναίκα όλα τα παιδιά της τα έχασε απ' την πείνα! Μέτρα από το πατρογονικό μου σπίτι, τόσο ο ένας τοίχος με τον άλλον. Απ' την πείνα! Ναι, ναι. Δεν υπήρχαν φέρετρα. Στις πόρτες απάνω τους βάζανε και τους πηγαίνανε στην Ανάσταση. Στην πόρτα απάνω! Δεν υπήρχανε, στην πόρτα απάνω. Στο σεντόνι και μέσα, όξω και μακριά. Τα θυμάμαι όλα αυτά. Αν τα θυμάμαι, λέει.
Την ημέρα της απελευθέρωσης τη θυμάστε; Όταν μαθεύτηκε;
Ναι, βεβαίως! Αλίμονο! Πήγαινα και έπιανα τις καμπάνες εγώ, τα σχοινιά και σήμαινα! Και μια μου κόπηκε το σχοινί και έπεσα κάτω, στην Αγία Παρασκευή! Ενορία, του παπα-Μεθενίτη η εκκλησία. Τώρα την έχει ο αδερφός μου την εκκλησία και την έχει φτιάξει, έχει την περιουσία του εκεί πέρα, η εκκλησία! Πήγαινα στον Άγιο Παντελεήμονα απάνω, όπου είχε, στον Άγιο Ανδρέα, που ακούγαμε ότι προχώραγε ο ελληνικός και οπισθοχωρούσαν οι Γερμανοί και οι Ιταλοί, και πήγαινα κι έπιανα τις καμπάνες και σήμαινα! Σας είπα, ήμουν σκληρό παιδί.
Πώς το μάθατε αυτό;
Με τα ράδια, με τα ράδια! Δεν υπήρχε τίποτα. Στη γειτονιά υπήρχε μία, Μαρία τη λέγανε, που μαζευόντουσαν όλες εκεί πέρα και ακούγανε τις ειδήσεις από το ράδιο. Δεν είναι όπως τώρα. Από το ράδιο, από το ράδιο. Σημαίνανε οι καμπάνες ολοένα, σημαίναν όλες οι καμπάνες ότι φεύγαν οι Ιταλοί, φεύγαν οι Γερμανοί, φεύγαν! Ναι, ναι, τώρα τα θυμάμαι. Έκανα αυτή τη δουλειά εγώ. Ήταν δύο Γερμανοί οι οποίοι ερχόντουσαν στου Γιάννη του Παπαγεωργίου την ταβέρνα, σαν τουρίστες. Και νομίζαμε πως ήταν τουρίστες. Το μαγαζί αυτό είναι δίπλα στους Τρεις Ιεράρχες, στην εκκλησία. Το μαγαζί «Παπαγεωργίου» παλιά, του Γιάννη του Παπαγεωργίου. Και πίναν το κρασί τους. Όταν έγινε ο πόλεμος, μετά από λίγο διάστημα, δύο αεροπλανάκια με έναν κινητήρα, τα μικρά, τα προσγειώσαν στις Πλάκες του Βλυχού, εκεί που είναι τώρα η σκάλα, τα καπόνια. Και ήρθανε στον Παπαγεωργίου τον Γιάννη, ήπιανε το κρασί και του λένε: «Είμαστε αυτοί που ερχόμαστε και πίναμε το κρασί». Και τ' απόγευμα 16:00 η ώρα τα σηκώσανε από τον Βλυχό και τα περάσανε εδώ, απ' τον Άγιο Δημήτρη, απ' την περιοχή τη δική μας και του δώσανε απ' την Μποαγιά. Και ήταν πιλότοι αυτοί που ερχόντουσαν, ήταν πιλότοι. Γι' αυτό!
Κατασκοπεύανε;
Βεβαίως! Σάμπως τώρα δεν έχουμε; Ερχόντουσαν. Τα προσγειώσανε στις Πλάκες του Βλυχού, εκεί που είναι τα καπόνια που πέφτουν τα ταξιά τώρα και βγάζουν τον κόσμο. Εκεί ήταν χωράφια και σπέρνανε εκεί κάτω, εκεί που έχουν χτίσει τα σπίτια τώρα. Μικρά αεροπλάνα ήταν. Από την αμμουδιά του Ράμπια που είναι το ξενοδοχείο μέχρι στα καπόνια πέρα εκεί, ήταν χωράφια αυτά, δεν ήταν σπίτια εκεί πέρα. Από πάνω ήταν ένα δύο σπίτ[01:40:00]ια. Τα σπέρνανε στάρια αυτοί που είχαν τα χτήματα και τα πουλήσαν. Και προσγειωθήκανε τα δύο αεροπλάνα εκεί πέρα, και 16.00 το απόγευμα σηκωθήκαν και περάσανε και του έδωσαν και φύγανε. Και αυτοί ήταν κατάσκοποι, έτσι βεβαίως!
Εσείς τους είχατε δει, τους είχατε συναναστραφεί;
Όχι, όχι. Αλλά ότι που καθόντουσαν εκεί πέρα.
Τους ξέρατε δηλαδή φυσιογνωμικά;
Κοντακιανοί ήτανε. Κοντακιανοί. Περνάγανε έτσι κι αυτοί βλέπανε το περιβάλλον. Και 16.00 τα σηκώσανε. Πώς προσγειώνεται σε μια αεροπλανοφόρα ένα αεροπλάνο μεγάλο κι ένα μικρό, αυτά ήταν τα μικρά. Τα σηκώσανε και φύγανε. Στου Γιάννη του Παπαγεωργίου. Τώρα το 'χουνε το μαγαζί αυτό οι Γαβρίληδες. Εξαιρετικά παιδιά, από τα καλά παιδιά. Εκεί μαζευόμαστε τώρα και βλεπόμαστε όσοι… Ορίστε, δεν τα έχω πει κι αυτά. Μάλιστα!
Φωτογραφίες

Πορτρέτο
Με φόντο τα σφαγεία, στο δρόμο προς το Μαν ...

Η καθημερινότητα
Ο κύριος Λευτέρης εν δράσει!
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Μπορεί να χωρέσει μια ζωή σε μερικές ώρες; Κι όμως μπορεί. Ο Λευτέρης Αραπογιάννης, παιδί της Κατοχής, αναγκάστηκε να εργαστεί από τα 9 του χρόνια στην οικοδομή και σε ελαιοτριβείο, ενώ στα 14 ξεκίνησε το πρώτο του ταξίδι στην Αφρική, στα σφουγγαράδικα. Η αγάπη του για τη θάλασσα και το μεράκι του για δουλειά τού έδωσαν την ευκαιρία να πάει απ' άκρη σ' άκρη της γης, αφού μετά τα σφουγγαράδικα έγινε ναυτικός σε εμπορικά πλοία.
Αφηγητές/τριες
Ελευθέριος Αραπογιάννης
Ερευνητές/τριες
Ευαγγελία Θεοδωρίδη
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
28/04/2023
Διάρκεια
101'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Μπορεί να χωρέσει μια ζωή σε μερικές ώρες; Κι όμως μπορεί. Ο Λευτέρης Αραπογιάννης, παιδί της Κατοχής, αναγκάστηκε να εργαστεί από τα 9 του χρόνια στην οικοδομή και σε ελαιοτριβείο, ενώ στα 14 ξεκίνησε το πρώτο του ταξίδι στην Αφρική, στα σφουγγαράδικα. Η αγάπη του για τη θάλασσα και το μεράκι του για δουλειά τού έδωσαν την ευκαιρία να πάει απ' άκρη σ' άκρη της γης, αφού μετά τα σφουγγαράδικα έγινε ναυτικός σε εμπορικά πλοία.
Αφηγητές/τριες
Ελευθέριος Αραπογιάννης
Ερευνητές/τριες
Ευαγγελία Θεοδωρίδη
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
28/04/2023
Διάρκεια
101'