Τα έθιμα και η ζωή στο Πρόσβορρο Γρεβενών μέσα από τις αναμνήσεις μίας από τους λιγοστούς σήμερα κατοίκους του
Καλησπέρα, θα θέλατε να μας συστηθείτε;
[00:00:00]Ναι, είμαι η Δέσποινα Μπακόλα του… Ο πατέρας μου ο Χρήστος Σιώμος και η μάνα μου η Βάγια Σιώμου.
Εγώ είμαι ο Ανδρέας Στεργιούλας, είμαι Ερευνητής για το Istorima, σήμερα είναι 27 Οκτωβρίου του 2023, βρισκόμαστε με τη Δέσπω στο Πρόσβορρο Γρεβενών και πάμε να ξεκινήσουμε τη συνέντευξή μας. Σας ευχαριστώ που βρίσκεστε σήμερα-
Ναι, είστε-
Εδώ πέρα.
Καλά, ευχαριστώ κι εγώ πολύ. Γεννήθηκα, μεγάλωσα στο Πρόσβορρο, πήγα σχολείο εδώ στο Πρόσβορρο, μετά πήγα μοδιστράκι στα Γρεβενά δώδεκα-δεκατρίω χρονών κοπέλα, γύρισα στο χωριό ξανά. Ο πατέρας μου φτωχός, όπως συνήθως όλοι στο χωριό, δεν ήταν πλούσιοι. Βοσκούσα πρόβατα, βοσκούσα γίδια, πήγαινα έξω στα δάση. Κάθε σαββατοκύριακο η μάνα μου έφτιαχνε ζυμαρόπιτα. Ήμασταν φτωχοί, δεν είχαμε πολλά πράγματα. Δεν πεινάσαμε, να πω ότι πεινάσαμε, υπήρχαν οικογένειες που ήταν πιο φτωχές. Εμείς, ο πατέρας μου, επειδή ήταν ανάπηρος... Τον χτύπησε μια χειροβομβίδα όταν ήταν φαντάρος στα Γρεβενά και είχε κομμένο το ένα το πόδι του και το άλλο το πόδι του περασμένη σφαίρα, από δω στην άλλη μεριά. Ήμασταν πέντε αδέρφια, οκτώ άτομα στο σπίτι μας, δεν πεινάσαμε, δεν κάναμε, αλλά ο πατέρας μου έκαμνε πρόβατα, γίδια. Πηγαίναμε κοντά, τα βοσκούσαμε μόνοι μας, εγώ κι ο αδελφός μου ο Βασίλης. Στο Κυπαρίσσι κοιμόμασταν, έξω σε ένα χωριό, για να βοσκήσουμε τα γίδια και τα πρόβατα και ερχόμασταν εδώ μια φορά τον μήνα. Η γιαγιά μάς έφερνε ψωμί, φαγητό και γυρνούσε πάλι με τα πόδια, από το Πρόσβορρο στο Κυπαρίσσι και από το Κυπαρίσσι γυρνούσε η καημένη πάλι στο χωριό. Τέλος πάντων. Περάσανε τα χρόνια μετά παντρεύτηκα, έφυγα από το χωριό. Δόξα τω Θεώ, καλά πέρασα. Είχα καλόν άντρα, δημόσιο υπάλληλο. Έκανα δύο αγόρια, μεγάλωσαν και τα παιδιά μου. Περάσαμε καλά σε όλα τα χωριά που υπηρετούσε ο άντρας μου. Πρώτα Πεντάλοφο, από Πεντάλοφο, Επταχώρι, δεκατέσσερα χρόνια στο Επταχώρι κι από το Επταχώρι πήγαμε Κοζάνη. Και μείναμε, έχουμε τριάντα οκτώ χρόνια στην Κοζάνη. Τέλος πάντων, περάσαμε και δυσκολίες και καλά. Αρρωστήσαμε, πέθανε ο άντρας μου το '17. Από πολλές αρρώστιες. Πιο πολύ από ζάχαρο και από εγκεφαλικό. Κι εγώ αρρώστησα, πέρασα μια βαριά αρρώστια από καρκίνο. Δόξα τω Θεώ είμαι καλά κι είμαι στο χωριό και τρέχω και πάω και για μανιτάρια, πάω κι εδώ, πάω κι εκεί, μ' αρέσει πάρα πολύ.
Τέλεια. Θέλετε να τα πιάσουμε, έτσι, λίγο από την αρχή τα πράγματα; Ας πάμε λίγο σε αυτό που ξεκινήσαμε, στα παιδικά τα χρόνια.
Ναι.
Πείτε μου λίγα παραπάνω πράγματα που θυμάστε από τα παιδικά τα χρόνια με την οικογένεια.
Με την οικογένεια; Εγώ έφυγα στα δεκαοκτώ. Εγώ ήμουνα έτοιμη να φύγω για Αυστραλία. Δεν ξέρω αν πρέπει αυτά να τα πω κι αυτά. Στα δεκαπέντε, στα δεκαέξι ήταν μια εταιρία, μέσω της Δ.Ε.Μ.Ε. λεγόταν τότε, μπορούσαμε να πάμε για Αυστραλία. Πήγα Θεσσαλονίκη, νοίκιασα σπίτι, πήγα να μάθω τα αγγλικά, που έμαθα και λίγα, μια εβδομάδα κάθισα. Πώς λέγεται το μαχαίρι, πώς λέγεται το πιρούνι, πώς πας να ζητήξεις ένα ποτήρι νερό στα αγγλικά, αυτά. Give me glass water, knife το μαχαίρι, dog τον σκύλο, cat η γάτα. Εκεί που μάθαινα τα αγγλικά και πήγαινα και πολύ καλά, έρχεται μια ειδοποίηση και μου λένε: «Ποια είναι η κυρία, ποια είναι η κοπέλα Μπακόλα… Σιώμου Δέσπω -δεν είχα παντρευτεί ακόμα-, Σιώμου Δέσπω. Λέω:« Εγώ είμαι». Λέει: «Δεν θα μπορέσετε -μου λέει η καθηγήτρια- να φύγετε για Αυστραλία, γιατί υπάρχει ένα πρόβλημα». «Τι πρόβλημα υπάρχει;» Λέει: «Κάποιος απ' το χωριό σας έστειλε ένα χαρτί ότι είσθε κομμουνισταί και δεν μπορείς να ταξιδέψεις για την Αυστραλία. Θα πάρεις τηλέφωνο -λέει- τον πατέρα σου να έρθει να σε πάρει από την σχολή». Μικρή ήμαν εγώ τότε, άρχισα τα κλάματα, φοβήθηκα, δεν ξέραμε, από χωριό Θεσσαλονίκη, βλέπαμε τα αυτοκίνητα και λέγαμε: «Πω ρε αυτοκίνητα εδώ! Τι πολλά αυτοκίνητα;» τι εκείνο, τι το ένα, το άλλο. Πήρα τον πατέρα μου τηλέφωνο, ήρθε ο πατέρας μου. Του λέει η καθηγήτρια που μας έκανε τα αγγλικά, λέει: «Δεν μπορεί να ταξιδέψει η κόρη σας -λέει- γιατί υπάρχει ένα γράμμα απ' το χωριό σας, κάποιος το έστειλε, που δεν μπορούμε να πούμε ποιος και τι και δεν μπορεί να ταξιδέψει η κοπέλα. Πρέπει να την πάρετε». Με πήρε ο πατέρας μου, φύγαμε, ήρθαμε εδώ στο χωριό. Όπως λέω, εγώ πήγαινα κοντά στα αρνιά, βοσκούσα τα αρνιά. Πέρασαν κάμποσα χρόνια, μετά βρέθηκε ο άντρας μου, αρραβωνιαστήκαμε, παντρευτήκαμε. Από κει μετά...
Στην Αυστραλία, για ποιο λόγο θα πηγαίνατε;
Στην Αυστραλία, έχουμε μια αδερφή στην Αυστραλία, που κι εκείνη έφυγε πολύ μικρή, αλλά εκείνη έφυγε με… Τότε πηγαίνανε, τους κάνουνε -πως του λένε-, τους καλούσανε, τους έπαιρναν και πήγε με συγγενείς πάλι κι αυτή εκεί πέρα και είχα άνθρωπο για να πάω, ας πούμε, κι αυτά. Αλλά δεν μπόρεσα να πάω και γύρισα πάλι στο χωριό μου.
Άρα ο σκοπός ήτανε οικονομικός;
Ο σκοπός ήταν επειδή ήμασταν και πολλά αδέρφια, όσο να ‘ναι, ήτανε λίγα. Ο πατέρας μου ένα καφενείο είχε, λίγα ζώα μάζευε, τα πουλούσε, καναρά που τα λέμε, καναρά έτσι τα λέγανε τότε. Θα πάρουμε καναρά, πρόβατα, αρνιά, γίδια. Τα παχαίναμε και μετά τα πουλούσαμε, παίρναμε τα λεφτά για να ζήσουμε. Κάθε Σαββατοκύριακο όμως η μάνα μου έπρεπε να… Ή ερχόταν κανένας φίλος, ο πατέρας μου ήταν τόσο φιλότιμος, ας ήμασταν οκτώ άτομα, τον έφερνε στο σπίτι για να φάει, να κοιμηθεί. Και μικρό σπίτι είχαμε, μέσα σ’ ένα δωμάτιο κοιμόμασταν οκτώ άτομα. Είχαμε και τη γιαγιά μας, πέντε αδέρφια εμείς κι ο πατέρας κι η μάνα, ήμασταν οκτώ άτομα. Αλλά παίρναμε και μουσαφιραίο. Η μάνα μου για να τους ταΐσει, να φανεί ότι… Θα έκοβε ένα κοτόπουλο, θα το μαγείρευε όλο το βράδυ και ζυμαρόπιτα. Οπωσδήποτε ζυμαρόπιτα! Κάθε Σάββατο όλο το χωριό εδώ, όπου και να πήγαινες θα είχαν πίτα. Έφτιαχναν πίτες όλοι, ζυμώνανε στο φούρνο καρβέλια, οκτώ, δέκα καρβέλια, για όλη την εβδομάδα. Ζυμωτό ψωμί ωραίο. Ωραία! Δεν λέω δεν ήταν καλή η ζωή, καλή ήτανε, λίγο δύσκολα, αλλά περνούσαμε καλά. Εμείς στην οικογένειά μας, εγώ δεν θυμάμαι να πεινάσουμε. Γιατί έπαιρνε μια μικρή σύνταξη ο πατέρας μου, που είχε κομμένο το πόδι του κι αυτά, μάζευε, έκαν' αράδες, τα βοσκούσαμε εμείς τα παιδιά, το καφενείο λίγο περνούσε -ξέρω 'γω- όλα καλά. Το σχολείο εδώ το έβγαλα, πήγα σχολείο. Ήμασταν είκοσι πέντε-τριάντα παιδιά, όλα. Πρώτη, δευτέρα, τρίτη, ένας δάσκαλος. Ένας δάσκαλος με τόσες τάξεις, άλλα από δύο, από τρία. Παίζαμε στο σχολείο, τραγουδούσαμε, κάναμε γυμναστικές επιδείξεις στην πλατεία με τα τσουβάλια, με τα αυγά στο στόμα με το κουτάλι, ποιος θα πάρει το βραβείο. Πήρα κι ένα βραβείο, έβγαινα πρώτη. Ακόμα μια φορά, στο Πολυνέρι, πήγαμε όλο το σχολείο από δω και το σχολείο από κει, να κάνουμε γυμναστικές επιδείξεις. Που κάναμε για 28 Οκτωβρίου, 25 Μαρτίου, αυτά όλα τα κάναμε. Κι από κει πήρα ένα βραβείο, βγήκα πρώτη στο τρέξιμο. Καλά, καλά, περάσαμε. Όλα τ’ αδέρφια μου εδώ πήγαν σχολείο, όλοι από δω πήραμε ένα ενδεικτικό, τίποτ’ άλλο, δεν μπορέσαμε να πάμε πιο κάτω. Δεν μας αφήνανε κιόλας τότε, ντρεπόντανε να φύγουμε από τα σπίτια, σαν… Έπρεπε να μας έχουν κοντά τους. Φοβόνταν. Σου λέει: «Πού θα πάει στα Γρεβενά μόνη της, κοπέλα, σχολείο ή γυμνάσιο ή τέτοιο;» Και δεν, ήμασταν λίγο… Αλλά όλα καλά.
Δηλαδή εσείς μετά το τέλος του δημοτικού τι κάνατε;
Μετά το τέλος του δημοτικού, εγώ τουλάχιστον, δεν πέρασαν πολλά χρόνια, τα 'φτιαξα με τον άντρα μου, παντρεύτηκα, αυτό ήτανε. Έφυγα από το χωριό, ήμουνα δεκαοκτώ, δεκαεννιά χρονών. Στα είκοσι παντρεύτηκα, στα είκοσι παντρεύτηκα. Καλά, ήρθε ο πεθερός μου κι η πεθερά μου εδώ απ' το Αγρίνιο. Απ' το Αγρίνιο στο Πρόσβορ[00:10:00]ρο. Δεν ξέραμε ούτε πού πέφτει το Αγρίνιο. Ο πατέρας μου δεν ήθελε να με δώσει στον άντρα μου, έλεγε: «Πού να πας; Πού;» Δεν ξέραμε. Στα Γρεβενά πηγαίναμε και νομίζαμε που πηγαίνουμε, όχι Αγρίνιο. Και λέει ο πατέρας μου: «Άμα δεν έρθει ο πατέρας κι η μάνα του παιδιού εγώ δεν σε δίνω. Θα στείλει γράμμα -λέει- ο Παναγιώτης κι άμα θέλουν οι γονείς να 'ρθει να σε αρραβωνιάσουμε, να παντρευτείς και να φύγεις». Δεν, αλλιώς δεν μας άφηναν. Να κατεβούμε Γρεβενά ή να πάω εγώ να μείνω με τον Παναγιώτη μαζί στο ξενοδοχείο ή αυτά, με τίποτα. Κι ας ήμασταν και αρραβωνιασμένοι δεν μας άφηναν, ένας από κει κι ένας από δω κοιτιόμασταν σαν τα γατιά. Δεν μας άφηναν ούτε να καθίσουμε κοντά, ούτε να φιληθούμε ούτε τίποτα. Δεν είχαν τέτοια πράγματα εκείνα τα χρόνια. Εντάξει, μετά παντρεύτηκα, όλα καλά.
Πώς έγινε το ειδύλλιο με τον σύζυγο;
Ερωτευτήκαμε! Εμένα, πέρασε μια φορά από το σπίτι μας, εγώ ήμουν μοδιστράκι στα Γρεβενά και ήρθα από τα Γρεβενά εδώ. Αστυνομία, παλιά είχαμε αστυνομία εδώ πέρα στο χωριό. Τον χειμώνα ερχόνταν στο Πρόσβορρο, μένανε και το καλοκαίρι πηγαίνανε Δοτσικό. Και καθόταν εδώ κοντά στου σπίτι το Στεργιουλάδικο, το σπίτι το δικό μας κοντά. Ερχόνταν στο σπίτι όλοι οι χωροφύλακες, όχι μόνον ο Παναγιώτης. Και μια μέρα λέει τον ξάδερφό μου: «Πώς θα γίνει -λέει- την ξαδέρφη σου θέλω να την μιλήσω, θέλω κάτι να τέτοιο». Λέει ο ξάδερφος: «Μπα -λέει-, μακριά, γιατί θα φας ξύλο απ’ τον πατέρα της. Χωροφύλακας κιόλας -λέει- και να του δώσει το κορίτσι; Και άμα το γελάσεις το κορίτσι; Έχει άλλα τρία κορίτσια, πώς θα τα παντρέψει;». Τότε ήταν λίγο δύσκολα, δεν σ' άφηναν. Τέλος πάντων, περνάει μια μέρα κάτω από το σπίτι το δικό μου, εγώ ήμουν στο κάτω δωμάτιο, είχα το παράθυρο ανοιχτό και είχα ένα ραδιόφωνο, το μόνο ραδιόφωνο που είχαμε τότε εμείς, ένα Philips παλιό ράδιο. Και ακουγόταν μέχρι κι εγώ δεν ξέρω. Λίγο από τα Γρεβενά, λίγο πιο ξύπνια, πιο ξύπνια, ερχόμουν εδώ σαββατοκύριακο, τον μήνα, παραπάνω δεν ερχόμασταν. Με τα πόδια από Γρεβενά, Πρόσβορρο.
Δηλαδή, πόσες ώρες κάνατε με τα πόδια;
Τέσσερις ώρες! Είναι μακριά, δεν είναι… Και ερχόμασταν, καθόμασταν σαββατοκύριακο, τους βλέπαμε, με τα ζώα πάλι, μας πήγαιναν στα Γρεβενά, νοικιάζαμε ένα δωμάτιο εκεί και καθόμασταν. Τέλος πάντων και ξαναήρθα εγώ στο χωριό, περνάει ο Παναγιώτης απ' έξω απ' τον δρόμο, με χαιρετάει, μου λέει: «Γεια σου Ελένη», νόμιζε ήταν η αδερφή μου. «Γεια σου» του λέω κι εγώ. Βρίσκει τον ξάδερφό μου, αυτόν που τον έχει πει: «Πες τίποτα τον μπάρμπα σου για τη Δέσπω». Έρχεται ο Ζαχαρίας, με λέει έτσι και έτσι. «Α μπα -λέω εγώ-, φύγε μακριά, δεν γίνεται τίποτα. Πες τον -λέω- να μάσει το μυαλό του, δεν έχει τίποτα». Μια φορά, δυο, είπε, ξαναείπε. Εγώ τελείωσα μετά από έναν χρόνο στη μοδίστρα, στα Γρεβενά, ήρθα εδώ, αυτοί συνέχιζαν, δηλαδή χειμώνα εδώ, καλοκαίρι στο Δοτσικό. Τα μπλέξαμε, τα φτιάξαμε. Αφού τα φτιάξαμε, μετά τον ήθελε ο πατέρας μου κι η μάνα μου κι αυτά, αλλά φέρθηκε πολύ καλά, δεν ήταν για να μας κοροϊδέψει. Ενώ όλοι οι συγγενείς, αυτά, έλεγαν: «Θα το γελάσει το κορίτσι, θα τα αφήσει το κορίτσι, θα φύγει κι έχεις κι άλλα κορίτσια και θα μείνουν ανύπαντρα και ξέρω ‘γω και…» δεν τα ακούσαμε αυτά, παντρεύτηκα κι όλα καλά.
Πώς γινόταν ο αρραβώνας τότε;
Αρραβώνες παλιά γινόταν... Μαζεύονταν κόσμος, καλούσαμε το χωριό, τους συγγενείς. Λέγαμε ότι -21 Μάιου που αρραβωνιάστηκα εγώ: «Θα 'ρθείτε το βράδυ, να μας αλλάξουν τα δαχτυλίδια». Ο πεθερός, η πεθερά, όλα, οι συγγενείς, τραπέζι, κεμπάπια, λουκάνικα ή ψήσιμο αρνί ή κατσίκι, ό,τι υπήρχε. Φαγητά, πίτες, το ένα, γλυκά φτιάχνανε και τότε, αλλά όχι όπως τώρα. Ναι. Με τραγούδια, παλιακά τραγούδια.
Όπως;
Όπως: «Κάτω στους πέντε πλάτανους», ένα τραγούδι που είναι ωραίο. Πολύ παλιά τραγούδια, δεν πολύ τα… Εγώ δεν τα, δεν τα τραγουδούσαμε εμείς οι νέοι αυτά τα… Οι παππούδες τα λέγανε. Καλά όμως, καλά περάσαμε. Κάθισαν τα πεθερικά μου εδώ μία εβδομάδα παραπάνω. Ο πεθερός μου ήταν πολύ καλός, πάρα πολύ καλός. Η πεθερά μου όχι τόσο, εντάξει, αλλά ο πεθερός μου ήταν ένα σκέτο μάλαμα. Τον άρεσε και δεν ήθελε να φύγει από δω κι έλεγε την πεθερά μου: «Εγώ δεν φεύγω, εγώ θα καθίσω εδώ με τη νύφη μου». Ήθελε να δει πώς κάνω την πίτα. Με λέει μια μέρα: «Σήμερα θα κάνεις νύφη πίτα». Λέω: «Θα κάνω πίτα, αλλά δεν θα 'ρθεις κάτω να με κοιτάς, γιατί ντρέπομαι». Λέει: «Θέλω να δω πώς κάνετε τα κεντίδια -το φύλλο το πάνω, το κάνουμε λίγο έτσι, όχι ίσιο, σαν κεντήματα-, ναι, θέλω να δω πώς κάνετε τα κεντήματα». Λέω: «Τελευταία που θα τελειώσουμε την πίτα, θα σε φωνάξω να δεις πώς κάνουμε τα κεντήματα». Ήρθε, ω, ευχαριστημένος πάρα πολύ. Τέλος πάντων, ο πεθερός μου ποτήρι να τον κερνούσα νερό από κάτω θα μου είχε μα δραχμή, μα δίφραγκο, φράγκο, πάντοτε με κερνούσε. Με είχε πολύ καλά, τα πηγαίναμε οι δύο μας πάρα πολύ καλά. Κόντευαν να φύγουνε. Με λέει μια μέρα: «Νύφη κάτι θέλω να σου πω». «Να μου πεις. -λέω- Τι θες;» Λέει: «Θέλω να μου δώσετε μια βελέντζα όταν θα φύγω», μια προβάτα κιόλας με λέει. Αυτός νόμιζε, δεν ήξεραν πώς γίνεται η φλοκάτη, μια προβάτα έλεγε, αυτό που έχει το τέτοιο απ' έξω. Λέω: «Όταν θα φύγεις θα σου δώσουμε μια» του λέω κι εγώ, και πραγματικά τον δώσαμε. Ο πεθερός μου έφυγε από το Αγρίνιο και μένανε στην Αθήνα μαζί με τα κουνιάδια, μένανε όλοι Αθήνα. Τέλος πάντων, ο άνθρωπος δεν τον ζήσαμε πολύ. Ήρθε και στο Επταχώρι, ήρθε και στο Πεντάλοφο. Το πρώτο παιδί, τον Χαρίλαο τον γιο μου, δεν τον γνώρισε, πέθανε ο καημένος. Έπαθε στον εγκέφαλο κάτι που δεν σωνότανε με τίποτα κι όταν μας πήραν τηλέφωνο, ο Χάρης ήταν ενός χρονών. Και τον πήγαμε για να δει τον παππού -τι να τον δει;- πεθαμένο. Ούτε και το θυμάται ακόμα. Πήγαμε όμως, ήταν πάρα πολύ καλός ο πεθερός μου. Πρώτη φορά, όταν πήγαμε στην Επταχώρι: «Τώρα νύφη -λέει- τι φαγητό θα κάνουμε;». «Ε, πεθερέ -λέω- θα κάνουμε ένα φαγητό». «Τι φαγητό θα κάνεις, να σε βοηθήσω;» «Δεν θα με βοηθήσεις» λέω, ναι. Όταν παντρευτήκαμε όλοι οι αστυνομικοί μαζευτήκανε και μας κάνανε ένα δώρο, μια, όπως είναι οι κουζίνες τώρα, αλλά τότε ήταν με υγραέριο, κουζινάκι, απάνω να μαγειρέψεις και μέσα να ψήνεις την πίτα. «Ε -λέω- να μεταχειριστούμε το κουζινάκι, αλλά φοβάμαι». Δεν ξέραμε από ρεύματα τότε ακόμα. Εγώ όταν πήγα στο Επταχώρι δεν είχε φως ακόμα, τότε με τον Παττακό περάσανε και κάνανε το ρεύμα κι αυτά. Ο Πεντάλοφος είχε; Δεν είχε; Δεν θυμάμαι καλά. Πρέπει. Ένα διάστημα ανάβαμε τις λάμπες με πετρέλαιο. Εκεί λέει ο πεθερος μου: «Πώς θα ανάψουμε τώρα το τέτοιο; Θα το βρούμε -λέει-, θα τα ανάψουμε να βάλουμε το φαγητό, να το ψήσουμε». Εντάξει, εντάξει. Αυτός καθόταν εκεί να μην πάθω εγώ τίποτα. «Ε -λέω- θα ανοίξουμε το κουμπί και θα δούμε πώς». Το ψήσαμε το φαγητό, εντάξει όλα, χαρούμενος ο πεθερός μου.
Τι φαγητό;
Κάναμε γεμιστά. Κάναμε γεμιστά ωραία, ευχαριστήθηκε κι ο πεθερός μου. Η πεθερά μου δεν είχε πολλά με μαγείρεμα, με αυτά, δεν ανακατευόταν τόσο πολύ. Αλλά ο πεθερός μου με είχε στα όπα όπα. Η πεθερά μου δεν με ήθελε τόσο πολύ, γιατί σου λέει: «Θα μείνει το παιδί μου εδώ πάνω, πού να 'ρθει τώρα ξανά Αγρίνιο ή Αθήνα ή αυτά;» Ήταν λίγο γκρινιάρα, ήταν λίγο. Τέλος πάντων, εγώ δεν μιλούσα, νύφη ήμουν, τι να έκανα; Έκανα λίγο το χαζό. Μιλούσε αυτή, έφευγα εγώ, πήγαινα έξω με τα παιδιά κι αυτά. Καλά περάσαμε, στο Επταχώρι πάρα πολύ καλά, με είχαν πρώτη. Σε γάμο, σε αρραβώνες, σε θανάτους ήμουνα σαν να ήμουν η ανώτερη μέσα στο Επταχώρι. Σαν χωροφυλακίνα δηλαδή και τέτοια. Έπρεπε να με ρωτήσουν οι φιλενάδες, αυτά. Είχαμε παιδικό σταθμό, πηγαίναμε τα παιδιά το πρωί στο σχολείο, μαζευόμασταν μετά τέσσερεις, πέντε: «Έλα πάμε, σήμερα καφέ σε σένα, αύριο σ’ εμένα». Περάσαμε πολύ καλά. Δηλαδή τόσα χρόνια που πέρασα με τον άντρα μου κι αυτά, τα καλύτερα χρόνια τα πέρασα στο Επταχώρι. Πολύ καλός κόσμος, πολλή καθαριότητ[00:20:00]α, δεν μάλωσα με κανέναν, έκανα δεκατέσσερα χρόνια. Πέρασα πάρα πολύ καλά.
Θα ήθελα να σας επιστρέψω λίγο πάλι στο Πρόσβορρο. Μιλήσαμε έτσι για το φαγητό και θα ήθελα να ακούσω κι άλλα πράγματα κι άλλα φαγητά, άλλες παραδόσεις που υπήρχαν στο χωριό.
Όταν τα Χριστούγεννα… Να αρχίσουμε απ' τα Χριστούγεννα, σφάζανε τα γουρούνια. Όλα τα σπίτια είχανε γουρούνια, όλα τα σπίτια. Δεν το σφάζανε την ημέρα των Χριστουγέννων, τα κόλιντα που λέμε. Όχι κάλαντα, κόλιντα, «Κόλιντα μπάμπω, κόλιντα». Πήγαιναν το βράδυ τα παιδιά, ξημερώνοντας τα κόλιντα που λέμε, για τα Χριστούγεννα, πηγαίναμε κι εμείς τα κορίτσια τη νύχτα, χτυπούσε η καμπάνα. Χτυπούσε η καμπάνα, μαζευόμασταν κάτω στην πλατεία. Παιδιά, κορίτσια, ένα. Πρώτα πηγαίναμε στον παπά. Ξυπνούσαμε τον παπά, μας έδινε την ευχή του, μας κερνούσαν. Τι νομίζεις ότι είχαν τότε να μας κεράσουν; Να μας δώσουν μια δραχμή -δραχμή υπήρχε τότε- εικοσάρα, δεκάρα, πεντάρα. Μας έριχναν, μας έριχναν κάστανα, κάστανα και μήλα ξινά, απ' έξω, τα άγρια τα μήλα και να μας λένε: «Βελάξτε τώρα σαν τα πρόβατα» και να παλεύουμε κάτω ποιος να πάρει περισσότερα κάστανα, μήλα, καρύδια μας έριχναν. Τέλος πάντων, τρέχαμε το χωριό όλο, όλο το χωριό. Μαζεύαμε, είχαμε τον τρουβά, τρουβάς στον ώμο και τα ρίχναμε όλα μέσα. Κανένας που είχε, μας έδινε και κανένα φράγκο, καμιά δραχμή, κανα πεντάλεπτο, κανα… Ό,τι. Τότε ήταν αξία και το πεντάλεπτο είχε, πήγαινες στην εκκλησία και άναβες ένα κεράκι, δεν… Αλλά μετά… Τώρα, το νέο έτος… Όχι το νέο έτος. Δεν θυμάμαι ακριβώς τώρα πότε κάνανε τα καρναβάλια, είναι πέρα για τα φώτα, για τα αυτά. Τώρα κάνανε πάλι, κάνανε γλέντια. Τα «Λουγκατζάρια» που λέμε κι αυτά, τα κάνανε για το νέο έτος. Παλιά ντυνόνταν οι άνδρες γυναίκες. Το καλύτερο που κάνανε, μαζευόνταν οι μεγάλοι, οι μεγάλοι άντρες και γινόνταν λουγκατζάρια, να τα πούμε λουγκατζάρια. Γινόταν μια νύφη, ένας γαμπρός, ένας κουδουνάς -έβαζε κουδούνια-, μια μπάμπω -μπάμπω λέμε τη γιαγιά, μια μπάμπω-, αγροφύλακας, γιατρός και φέρνανε το χωριό όλο. Ξεκινούσαν κι αυτοί απ' την πλατεία, τον πέρα μαχαλά, στον δώθε μαχαλά, μαζεύανε λουκάνικα. Δηλαδή πηγαίναν στα σπίτια και τα ζητούσαν, άμα δεν τους έδινες και έβλεπαν τα λουκάνικα -τότε τα έφτιαχναν από τα γουρούνια και τα βάζαμε σε ένα ξύλο, τα κρεμούσαμε και τα αφήναμε να στεγνώσουν- και άμα δεν τους έδωνες πήγαιναν και το έκοβαν από κει που ήταν κρεμασμένο, το παίρνανε το λουκάνικο. Δεν τους έδωνες, πήγαιναν στα κοτέτσια, έπαιρναν μια κότα ή αυγά, σε όλα τα σπίτια. Άλλος έδωνε λίπος, άλλος έδωνε τσιγαρίδες, που φτιάχνουμε από το γουρούνι. Όταν σφάζουμε το γουρούνι εκείνη την ημέρα, για να το σφάξουμε το γουρούνι -τώρα ξέφυγα λίγο, αλλά θα 'ρθω πάλι στο τέτοιο-, σφάζαμε το γουρούνι, πρώτα το θυμιατίζαμε κάτω, όπως το είχαμε κομμένο, για να έχει μυρωδιά καλή το κρέας, έτσι το είχαν έθιμο. Αφού το γδέρνανε το γουρούνι, πρώτη δουλειά ήταν, βγάζανε λίγο κρέας και κάνανε το κεμπάπι. Αυτοί που σφάξανε το γουρούνι θα καθόνταν το μεσημέρι να φάνε. Ακόμα τον γουρούνι το γδέρνανε, το κεμπάπ ψηνότανε. Και μόλις τελείωναν, πηγαίνανε όλοι μέσα στο σπίτι με κρασί, με κεμπάπ, με τηγανιά, με λουκάνικα, με πίτες κι εκεί γινόταν γλέντι. Να ευχαριστήσουν αυτόν που έκοψε τον γουρούνι, που το τεμάχισε, που το έκανε. Το γουρούνι όμως δεν το τρώγαμε σε μια μέρα, το τρώγαμε για έναν χρόνο κρέας. Έναν χρόνο κρέας. Αν ήταν μεγάλο το γουρούνι, άλλος έβγαζε τρία δοχεία λίπος -λίγδα τη λέγαμε τότε-, τρία δοχεία λίγδα. Και άρχιζαν τώρα: «Ο τάδε έβγαλε τρία δοχεία, ο άλλος έβγαλε δύο τενεκέδια, ο άλλος έτσι». Τέλος πάντων. Το κρέας το χοιρινό το αλατίζανε και το βάζανε σε κάδες ξύλινες. Το αλατίζανε, το βάζανε μέσα σε κάδοι και είχανε όλο τον χρόνο κρέας. Ήθελαν αύριο… Δεν τρώγανε κάθε μέρα κρέας, μια φορά την εβδομάδα. Δεν είχανε! Γι' αυτό το γουρούνι που φτιάχνανε, λέγανε για να περάσουν όλο τον χρόνο. Ναι. Και βγάζανε ένα κομμάτι απ' το βράδυ, το βάζανε στο νερό, γιατί ήταν αρμυρό, το αλατίζανε για να κρατήσει όλον τον χειμώνα και μαγειρεύανε. Τα λουκάνικα επίσης δεν μας τα 'δωναν για να τα φάμε σε μια μέρα. Η μάνα μου, εγώ θυμάμαι, τα έκρυβε μέσα στο αλεύρι για να μην τα βρούμε και τα φάμε. Ήμασταν πέντε παιδιά, άμα τρώγαμε από ένα λουκάνικο την ημέρα, δεν θα είχαμε για να περάσουμε αργότερα. Καλά, καλά ήτανε κι αυτά τα χρόνια. Τώρα, μετά οι μεγάλοι που κάνανε το τέτοιο, αυτά και μαζεύανε όλα τα κρέατα, λουκάνικα, αυγά, κοτόπουλα, ό,τι, ό,τι, ό,τι. Το βράδυ, όταν γινόνταν καρναβάλια, λουγκατζάρια, σε δύο μεριές σκοτώνανε τον κουδουνά.
Δηλαδή;
Σαν έθιμο. Γιατι πήγαινε να κλέψει ο κουδουνάς αυτά, και ξέρω 'γω, και πυροβολούσε ο αγροφύλακας, έπεφτε κάτω ο κουδουνάς. Φώναζαν τότε: «Τον γιατρό, τον γιατρό, τον γιατρό!». Πήγαινε ο γιατρός, είχε ένα μπουκαλάκι νερό, τον έριχνε λίγο νερό, σηκωνόταν ο κουδουνάς, ντούκου-ντούκου-ντουκ τα κουδούνια, ζωντάνευε ο κουδουνάς. Σε έναν γάιδαρο βάζανε επάνω την γιαγιά, τη μπάμπω, κι είχε κι ένα μωρό στην αγκαλιά. Ανάποδα, δεν κοιτούσε μπροστά, προς τα πίσω. Ναι, τον έβαζαν με φόρεμα, με μαύρο φόρεμα, με μαντίλι, με… Γιαγιά, γιαγιά. Μπάμπω, μπάμπω την έλεγαν κιόλας. Ναι, αφού τελείωναν και πηγαίνανε, συμμαζεύονταν όλοι στην πλατεία, όλο το χωριό στην πλατεία το απόγευμα, χόρευαν εκεί. Με το στόμα, δεν υπήρχαν τότε κλαρίνα, βιολιά και τέτοια, τραγουδούσαν και χόρευαν. Τέλος πάντων και το βράδυ έλεγαν ότι: «Μας θες απόψε να έρθουμε στο σπίτι σου;» Αυτά που μαζέψαμε, που κάναμε, τα τηγάνιζαν µε τα κρέατα, τα λουκάνικα, αυτά όλα και τρώγανε όλοι μαζί πάλι. Και ήταν έθιμο για χρόνια, έτσι τα παρατήσαμε. Μία χρονιά εγώ τους είπα: «Ελάτε ρε παιδιά να το κάνουμε, μια χρονιά να γίνει αυτό στο χωριό, αφού το νέο έτος ανεβαίνουμε επάνω». Τέλος πάντων, δεν το ξανακάναμε, μια χρονιά μόνο ντυθήκαμε λίγο καρναβάλι, αλλά πήγαμε στα καφενεία, έτσι λίγο, για να γελάσουμε.
Εσείς τότε είχατε συμμετάσχει σ’ αυτό το σκηνικό ποτέ;
Εγώ ναι, ναι. Εγώ ήμουν αρραβωνιασμένη -άκου να σου πω τώρα, καλά που με το θύμισες-, εγώ ήμουν αρραβωνιασμένη, ο Παναγιώτης ήταν στο Δοτσικό και κάτω στην πλατεία που μαζευόμασταν οι γυναίκες, τα κορίτσια -γυναίκες μεγάλες, μεγάλης ηλικίας από μας δηλαδή, όχι πενηντάρες, εξηντάρες, είκοσι, δεκαοκτώ, εικοσιπεντάρες, εμείς ήμασταν και μικρά, δεν τέτοιο- αλλά εγώ τότε που ήμουν αρραβωνιασμένη πήγαινα κι έπαιζα κι εγώ. Παίζαμε, παίζαμε στην πλατεία το σκλαβάκι, δεν ξέρω άμα το ξέρεις. Παίζαμε το σκλαβάκι, παίζαμε τσουλέγκα -ένα ξύλο το πετάμε-, παίζαμε τον τενεκέ, με την μπάλα, με τα φίκα. Ρίχναμε να πέσουν, βάζεις τα φίκα πέντε-δέκα μαζί απάνω και άμα τα ρίξεις, άντε ο άλλος εκεί. Παρέες όμως, πέντε από κει, πέντε από δω. Και παίζαμε, κάποιος έρχεται και με πήρε, μου λέει: «Ε, Δέσπω!». «Τι είναι -του λέω εγώ- τι θες;» Μου λέει: «Ήρθε ο Παναγιώτης». «Και άμα ήρθε; Ας πάει στο σπίτι να κάτσει -λέω- εγώ θέλω να παίξω». Γελάσαμε και δεν πήγα, δεν έφυγα, αλήθεια, δεν έφυγα. Τελειώσαμε όλα τα κορίτσια το χορό, τα παιχνίδια, αυτά. Όταν κάναμε και γυμναστικές επιδείξεις που πηγαίναμε σχολείο, στην πλατεία τα κάναμε. Ζωγραφίζαμε κάτω με ασβέστη πώς θα πηγαίνουμε, πώς θα ερχόμαστε, τρέχαμε με τα τσουβάλια με τ' αυγό, όπως είπα και νωρίτερα, πολλά. Και όλες οι κοπέλες οι μεγάλες, καλές κοπέλες, «νυφοδιάλεγαν» κιόλας τότε. Έβγαιναν στον χορό στη πλατεία κι έλεγαν: «Α, να δούμε αυτήν τι, χορεύει καλά, να την πάρουμε νύφη, να κάνουμε;» είχαμε και τέτοια. Μπροστά στου Σωκράτη το σπίτι ήταν μια γητειά παλιά και είχαν ένα μεγάφωνο μεγάλο, η κοινότητα, κι έβαζε τραγούδια. Γραμμόφωνα εί[00:30:00]χανε, τα παλιά τα γραμμόφωνα με την τέτοια -πώς τη λένε;-, το… Τέλος πάντων, δεν θυμάμαι τώρα. Και χόρευαν οι κοπέλες όλες στην πλατεία, ακουγόταν σ' όλο το χωριό τα τραγούδια. Ε, μετά που χρόνια, πέρασαν οι γύφτοι και μας τα πήραν όλα, τα δώσανε στους γύφτους και γραμμόφωνα και κασετόφωνα και… Είχε κόσμο παλιά το χωριό, είχαμε πολλούς τσομπαναραίους, δύο χιλιάδες γίδια, παραπάνω, όχι παρακάτω. Όλοι οι Στεργιουλαίοι εδώ είχαν γίδια, από χίλια γίδια, από πεντακόσια γίδια, πολλά. Και λίγο λίγο λιγόστεψαν τα πράγματα. Οι παππούδες μετά τα παρατήσανε, βγήκαν οι νέοι τα θέλανε διαφορετικά και δόξα τω Θεώ, πάλι καλά, λίγο το χωριό μας τα κρατάει ακόμα.
Πέρα από αυτά, τι άλλα έθιμα θυμάστε να είχε το χωριό;
Αλλά έθιμα; Και το Πάσχα καλά είναι. Και το Πάσχα πάμε εκκλησία, καλά ντυμένοι, εκκλησία ωραία, παππά είχαμε, χτυπούσαν οι καμπάνες -πώς;- να πάμε πρώτα στην εκκλησία. Πηγαίναμε πολύ στην εκκλησία, τέλος πάντων. Αλλά όταν τελείωνε η λειτουργία του Πάσχα, βάζανε τους μεγάλους τους γερόντους να χορέψουνε. Μπροστά ο πιο μεγάλος γέροντας, ποιος ήτανε. Ήτανε ο Mπαρμπαγούλης, ήταν πέρα ο Τζάλλας ο Γιώργος, ο παππούς, Φουστανελά τον λέγαμε, με φουστανέλες, ένας θηρίος άντρας, καλός, της Μαριγούλας που λέμε, του Χρήστου πατέρας, ναι. Και χόρευαν στην πλατεία όλοι, μπαίνανε και οι γυναίκες και άντρες κι αυτά, όλα καλά. Και τότε γλέντια κάναμε και το Πάσχα. Τώρα αρχίσαμε άλλα. Τώρα κάνουμε πολλά, πάλι πολλά. Κάνουμε τον χορό του Προφήτη Ηλία, πάμε στο βουνό που έχουμε την εκκλησία μας, στον Προφήτη Ηλία. Απ' το βράδυ ετοιμάζουμε φαγητά από δω. Ο καθένας που θέλει δίνει γίδια για να τον βοηθάει, δίνει η Βάγια του Τέγου γίδα, δίνουν ο Τριαντάφυλλος ο Νταλέτσος πρόβατο, που είχε πρόβατα, ο Χρήστος πέρα... Και μαγειρεύουν το βράδυ από δω και την ημέρα, το πρωί, τα πάνε στον Προφήτη Ηλία τα φαγητά, βρασμένα, έτοιμα. Και απάνω ανάβουν φωτιές, βάζουν ένα καζάνι, βάζουν τα κρέατα πάλι μέσα και βάζουν ή κριθαράκι ή κρεμμύδια και τα μαγειρεύουν απάνω στον Προφήτη Ηλία. Τώρα εμείς, ο καθένας που πάμε, παίρνουμε το πιάτο μας από δω, το κουτάλι μας και μόλις [Δ.Α.] η εκκλησία βγάζουν πρώτον την εικόνα στη δημοπρασία, ποιος θα δώσει πιο πολλά λεφτά, θα πάρει την εικόνα για να τον βοηθάει όλο το χρόνο.
Τι εικόνα είναι αυτή;
Ο Προφήτης Ηλίας, ο Προφήτης Ηλίας. Αρχίζουν τώρα από εκατό ευρώ ο πρώτος, να κάνουν την αρχή, φωνάζει ο άλλος «εκατόν πενήντα από εμένα, διακόσια από εμένα, τριακόσια από εμένα -άλλος-, τριακόσια από μένα…». Μέχρι πεντακόσια ευρώ χτυπάνε την εικόνα. Φέτος την πήρανε πεντακόσια, εξακόσια ευρώ νομίζω την εικόνα. Αυτά τα λεφτά πάνε στην εκκλησία και αυτός που πήρε την εικόνα μπορεί να την πάει στο σπίτι του, να την έχει όλο τον χειμώνα, ημέρες, για βοήθειά του και μετά την πάει πάλι στην εκκλησία και την αφήνει και χαιρετάμε όλοι, όταν πάμε στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία. Και το απόγευμα αρχίζει ο χορός στην πλατεία. Κάνουμε τρεις μέρες πανηγύρι. Τρεις μέρες πανηγύρι το Πρόσβορρο, κανένα χωριό δεν κάνει όσο κάνει το δικό μας. Πολύς κόσμος, καλά, ωραία. Κάθε σπίτι ψήνει το αρνί του, το κατσίκι του, ότι έχει. Κάθε σπίτι! Απαραίτητο το ψητό. Και κατεβαίνουμε στην πλατεία, χορεύουμε, άλλοι μέχρι τα χαράματα, άλλοι νωρίτερα φεύγουνε. Την άλλη μέρα πάλι πάμε εκκλησία -κανονικά την άλλη μέρα πάμε στον Άγιο Δημήτριο, στην εκκλησία- και μόλις τελειώνει η εκκλησία βγαίνουμε όξω και χορεύουνε πάλι. Οι πιο μεγάλοι, λίγο οι μεγάλες ηλικίες μπαίνουν στον χορό. Ο σύλλογος έχει καλό πρόγραμμα και ο σύλλογος κάνει τον χορό. Ο σύλλογος μας κάνει κι έναν χορό μετά από κάμποσο καιρό. Φέρνουνε πάλι τραγούδια, κλαρίνα, ζεϊμπέκικα, ό,τι θέλει καθένας, ναι, φέρνουνε. Πίτες κάνουμε ένα διάστημα οι γυναίκες, μια Κυριακή, το ‘χουμε, λέμε να κάνουμε πίτες, κάνουμε. Και κατεβαίνουμε πάλι στην πλατεία, «Πάρε και δώσε μου, δώσε μου εσύ, κάνε εκείνο» άλλος πίτα, άλλος γλυκό, άλλος πίτα, άλλος ξινόγαλο, άλλος… Τρώμε καλά ένα απόγευμα κάτω στην πλατεία.
Υπάρχουν συγκεκριμένες πίτες που ετοιμάζετε;
Όχι, ο καθένας ό,τι θέλει, ό,τι θέλει. Θέλει πίτα, θέλει γλυκό, θέλει… Ό,τι θέλει, δεν είναι υποχρεωτικό δηλαδή. Τώρα ο σύλλογος είπε, μπορεί να τα πάρει ο σύλλογος, να κάνει, να έχουν όλα ίδια, ας πούμε, να πάρουν τυροπιτάκια, 5 κιλά τυροπιτάκια, 5 κιλά άλλο γλυκό, να είναι η ίδια. Αλλά δεν είναι κι άσχημο, καλό είναι, αλλά κάθε χωριανός κάτι θα κάνει. Άλλος κέικ, άλλος πίτα, άλλος λαγγίτα, άλλος… Τα αυτά που ξέρουμε.
Εσείς τι συνηθίζετε να φτιάχνετε;
Εγώ συνηθίζω… Κάνω και ροξάκια κάνω πολύ ωραία, και πίτες κάνουμε, λαγγίτες, μ' αρέσουν και λαγγίτες, πηγαίνουμε, καλά είναι. Πιο πολύ κάνω έναν χαλβά και τον σιμιγδαλένιο κάνω, αλλά κάνω και τον άλλο, τον εννιαμεριώτικο που λέμε.
Δηλαδή;
Είναι των Φαρσάλων, σαν των Φαρσάλων. Τον κάνουμε με νισεστέ αυτό, κι αυτός γίνεται καλός, βγαίνουν κομμάτια πολλά για να πάμε στην πλατεία.
Με τα ζώα, επειδή μου είπατε ότι, γενικότερα, παλιά, το είχανε πάρα πολύ με τα ζώα, υπάρχουν άλλα έθιμα που να γίνονται στο χωριό;
Μια χρονιά έγιναν με τα ζώα, αλλά πολλά ζώα από πολλά χωριά κι ήρθαν εδώ στο χωριό, περάσανε, τους δέχτηκαν η πλατεία κάτω, τους κέρασαν, τους έκαναν.
Δηλαδή τι ακριβώς είχε γίνει;
Αυτοί που έχουν τα ζώα και τέτοιο, κάνουν κάτι τέτοια. Πάνε σε χωριά, σε χωριά, όπως η Σιάτιστα. Η Σιάτιστα, το ‘χει έθιμο, κάθε χρόνο με τα άλογα κατεβαίνουν στην εκκλησία κι αυτά. Εδώ ήταν περαστικοί, δεν είναι σαν έθιμο, έτσι να περάσουν να δει ο κόσμος, όχι για έθιμο.
Θέλετε να μου μιλήσετε και για την γουρουνοχαρά που είχαμε πει προηγουμένως, που μου λέγατε;
Γουρουνοχαρά κάνει ο σύλλογος, κάνει μια φορά τον χρόνο, τα Χριστούγεννα νομίζω το νέο έτος. Κάνουμε τσιγαρίδες μέσα στο καζάνι, το λίπος από το χοιρινό το κόβουν σε κομμάτια μεγάλα, έχει και λίγο κρέας, αλλά πιο πολύ λίπος και τα λέμε τσιγαρίδες. Τα κάνουν κάτω στην πλατεία, ανάβουν φωτιά, βάζουν το καζάνι πάνω και τις κάνουμε και μοιράζουν στο χωριό όλο. Ξέρουν ότι σήμερα έχουμε τσιγαρίδες στην πλατεία, κατεβαίνει όλο το χωριό και ο σύλλογος, κάθε άτομο και του δίνει από ένα μπολάκι στο χέρι με μια φέτα ψωμί, τρώει, αρχίζει το γλέντι πάλι με κλαρίνα, χορεύουνε. Άμα είναι καλός ο καιρός χορεύουν έξω, άμα δεν είναι καλός, μπαίνουν μέσα στο μαγαζί. Και αυτή είναι η γουρουνοχαρά. Ο σύλλογος κι αυτήν την κάνει, ναι. Αυτά, δεν είναι, άλλα εθίματα δεν έχουμε. Πάσχα, Χριστούγεννα και ότι κάνει ο σύλλογος.
Θέλω να επιστρέψω λίγο, γιατί μου μιλήσατε για το πώς ήταν όταν φύγατε από το χωριό, θέλω να μου πείτε πώς ήταν όταν επιστρέψατε στο χωριό. Πότε έγινε αυτό και τι ακριβώς συνέβη;
Πότε έφυγα από το χωριό. Απ' το χωριό πρέπει να έφυγα το '60… Το '67 παντρεύτηκα κι έφυγα. Το '68 έκανα το πρώτο μου παιδί, το '71 έκανα το άλλο το παιδί. Πήγαμε -είδες, όπως σου είπα- Πεντάλοφο, Επταχώρι, από Επταχώρι Κοζάνη. Επέστρεψα… Το '90 πέθανε ο πατέρας μου και ήρθα τότε εδώ στον πατέρα μου και από το '91, '92 είμαι εδώ. Πάω, έρχομαι Κοζάνη, αλλά τώρα έχω εδώ χρόνια που κάθομαι, αλλά έχω άλλα δύο χρόνια που μένω μόνιμα στο Πρόσβορρο.
Πώς είναι αυτό, το να μένει κάποιος μόνιμα στο Πρόσβορρο;
Πολύ ωραία, πολύ ωραία. Να έχεις την ετοιμασία σου, δεν είναι άλλο καλύτερο. Από οξυγόνο, από… Τι; Από τι; Και παρέα να μην έχεις, θα βγεις έξω, τη φύση που βλέπεις, τα δέντρα, να πέφτουν τα φύλλα τώρα, αλλού κόκκινα, αλλού τέτοια, αλλού έτσι. Είναι πάρα πολύ ωραία. Να έχεις μόνον ετοιμασία καλή, γιατί πέφτει και χιόνι. Οι δρόμοι δεν κλείνουνε. Ας κλείσει και μια μέρα. Και δεν ρίχνει χιόνια όπως έριχνε τα παλιά τα χρόνια, 1.5, 2 μέτρα χιόνι. Πέρυσι δεν είχαμε χειμώνα μεγάλο, να πω ότι είχαμε χειμώνα[00:40:00]. Δεκαπέντε, είκοσι μέρες ανάβαμε τις φωτιές, με τα τηλέφωνα, με την τηλεόραση, γειτονιά στον ένα, γειτονιά στον άλλο, ψήνουμε κάστανα, ψήνουμε κυδώνια, τρώμε. Καλά περνάμε, μια χαρά περνάμε. Ψωμά έχουμε, μας φέρνει ψωμί από τα Γρεβενά, δεν μένουμε. Δεν κλείνει ο δρόμος, δεν κλείνει, έχουμε ευκολίες.Α.Σ.: Εκείνα τα χρόνια που έπεφτε το πολύ χιόνι τι κάνατε;
Τι κάναμε; Τότε δεν είχες να πας πουθενά, ούτε Γρεβενά ούτε… Γι' αυτό έριχνε ο κόσμος, τέτοιον καιρό, το φθινόπωρο, πέντε-δέκα τσουβάλια αλεύρι μέσα στο σπίτι για να μην κλειστούν και δεν θα έχουν να φάνε. Μακαρόνια, ρύζι ζάχαρη, αυτά με το κιλό τα παίρνανε.
Εσείς σαν οικογένεια, τι προετοιμασία κάνατε, ας πούμε, τότε;
Εμείς, σαν οικογένεια, όπως κάνουμε και τώρα, αλλά τότε μαζεύαμε πιο πολλά. Αλεύρι πιο πολύ, ζάχαρη πιο πολύ, λάχανα, πράσα, τα φαγώσιμα που τρώγαμε. Εντάξει, τότε βάζαμε κι εδώ στο χωριό πατάτες, κρεμμύδια, σπανάκια, το ένα, το άλλο, αλλά δεν γινόταν. Τώρα αρχίσαμε διαφορετικά, ρίχνουμε κοπριές στα μπαξέδια, τότε ούτε κοπριές ρίχνανε, ούτε τίποτα. Τώρα καλύτερα είμαστε, δεν λέω, αλλά…Εγώ νομίζω παλιά ήμασταν πιο καλά, ήταν ο κόσμος πιο διαφορετικός, πιο διαφορετικός. Πήγαινες στη γειτονιά καθόσουν. Μαζευόμασταν δέκα άτομα σ’ ένα βράδυ, σ’ ένα σπίτι, έλεγαν: «Θα 'ρθουμε το βράδυ». Παλιά, που μαζεύανε και καλαμπόκια, πηγαίναμε στα σπίτια το βράδυ και λέγαμε: «Θα έρθουμε το βράδυ στο σπίτι». Βράζανε καλαμπόκι, κόβανε μήλα, κόβανε κυδώνια. Καθόμασταν μέχρι τις δύο η ώρα, καθαρίζαμε τα καλαμπόκια, καθαρίζαμε τα καλαμπόκια και τα βάζαμε, σε ξύλο τα περνούσαμε, δέναμε τα φύλλα που έχουνε και τα περνούσαμε σε ένα ξύλο και τα βάζαμε στα ταβάνια, ένα ξύλο από κει, τέτοιο από δω, για να στεγνώσει το καλαμπόκι, για να έχουν για όλο τον χειμώνα να τρώνε τα πρόβατα ή τα γίδια ή τα γουρούνια. Τα ταΐζανε τότε. Πού να πάνε μέσα στο χιόνι, μέσα σε αυτά; Και πηγαίναμε απόψε σε σένα, αύριο στον άλλον, έτσι περνούσε ο χειμώνας. Και τότε τα ξύλα δεν ήταν να σου φέρουν ξύλα, όπως καλή ώρα έφερα εγώ 4 τόνους ξύλα. Πηγαίνανε και κόβανε ξύλα στο δάσος και φέρνανε ολόκληρα δέντρα που λένε. Δεν τους έκοβε να τα κόψουν κοντά κοντά τα ξύλα, να τα βάλουνε στο τζάκι, ολόκληρο ξύλο μέσα στο τζάκι, έφευγε η φωτιά απάνω. Ούτε σόμπα υπήρχε. Τώρα βάζεις τη σόμπα, βάζεις ένα ξύλο και ζεσταίνεται όλο το δωμάτιο, καλοριφέρ, ο καθένας τι θέλει να βάλει. Είμαστε λίγο πιο καλά, αλλά και τότε δεν ήταν άσχημα. Εγώ, μ' αρέσει ο παλιός ο καιρός, μ' αρέσει. Μ' αρέσει το χωριό, ψωμί και τυρί να έχω, μια ελιά που λένε και να βγω αυτού στ' αλώνι και να καθίσω, παίρνω δέκα χρόνια ζωή. Σήμερα που πήγαμε για μανιτάρια, άλλο πράγμα κι αυτό. Πήγαμε η Αλεξάνδρα, ο Δημήτρης, ο Αντρίκος, φτάσαμε μέχρι το Μεσολουριώτικο. Μαζέψαμε μανιτάρια, ωραία, κάναμε, γελάσαμε, πολύ ωραία. Δεν ήτανε;
Πώς ξεκίνησαν τα μανιτάρια για σας στη ζωή σας;
Τα μανιτάρια ήταν από ανέκαθεν μανιτάρια, αλλά δεν τα ξέραμε. Δεν τα ξέραμε τα μανιτάρια. Η μάνα μου έλεγε τώρα, καθόμασταν κι έλεγε: «Κάτσετε παιδιά μου, κάτσετε, να πάω εγώ μέχρι εδώ παραπάνω, να σας φέρω να τηγανίσουμε μανιτάρια, να φάμε». Πήγαινε, να, αυτού στο δάσος -γιατί δάσος έχουμε κοντά στο χωριό μας- ερχόταν με την ποδιά γεμάτη μανιτάρια. Αλλά μόνο τα προβατομανίταρα ξέραμε τότε, τα καλογράκια και τις κοκκινούσκες, άλλα μανιτάρια δεν ξέραμε και δεν μαζεύαμε, φοβόμασταν από δηλητηρίαση. Τώρα εντάξει, τώρα μαζεύουμε, ξέρουμε λίγα πιο πολλά, δοκιμάσαμε κι άλλα μανιτάρια, δεν πάθαμε τίποτα και τρώμε.
Πώς είναι το να πηγαίνει κάποιος, ας πούμε, και να μαζεύει μανιτάρια; Ποια είναι η εμπειρία; Αυτό θέλω να μου-
Ποια-
Περιγράψετε-
Είναι η εμπειρία; Εγώ όταν πάω για μανιτάρια, νομίζω είμαι δεκαπέντε χρονών, έτσι νομίζω, όταν πάω για μανιτάρια, νομίζω είμαι δεκαπέντε χρονών. Παίρνω τον σκύλο, έχω τον Μπακ, παίρνω τον Μπακ, πάω για νερό στο κρυοπήγαδο, έτσι να φέρω μια βόλτα, της ημέρας φαγητό -που λέμε- θα το πάρω το μανιτάρι. Μ' αρέσει πάρα πολύ, μ' αρέσει.
Ποια είναι τα μανιτάρια που μαζεύετε εδώ πέρα στην περιοχή;
Τα μανιτάρια είναι πολλά είδη. Τώρα εμείς εδώ μαζεύουμε τα καλογράκια, τις κοκκινούσκες, τα προβατομανίταρα, τα πευκίσια, τα ζαρκαδίσια. Αυτά ξέρουμε, ενώ είναι πάρα πολλά μανιτάρια που τρώγονται. Και οι Γρεβενιώτες που έχουν τα βιβλία κι αυτά, έχουνε μέσα πόσα είναι φαγώσιμα τέτοια. Δεν τα ξέρουμε όλα και φοβόμαστε, μαζεύουμε μόνο αυτά που ξέρουμε.
Αφού τα μαζέψετε, μετά ποια είναι η διαδικασία; Τα μαγειρεύετε όλα; Κάνετε και κάτι άλλο;
Όχι δεν τα τρώμε όλα μια μέρα. Αφού τα φέρουμε, κοιτάμε. Όπως λέμε τα ζαρκαδίσια μπορείς και να τα βάλεις να ξεραθούνε, να τα έχεις και τον χειμώνα. Βγαλ' τα, μούσκεψέ τα στο νεράκι μέσα αυτά και γίνονται σαν να είναι φρέσκα. Ή θες για να έχεις, να βάζεις και σε άλλα φαγητά, άσ' τα να στεγνώσουν καλά, πέρνα τα στο multi, καν' τα σκόνη, γέμισε ένα βάζο και σε κάθε φαγητό να ρίχνεις σαν πιπεράκι. Καλά, και τα υπόλοιπα τα βάζουμε στον καταψύκτη, φαγητά, φαγητά και έχουμε και μέχρι το Πάσχα και τρώμε.
Υπάρχουν συγκεκριμένα φαγητά που σας αρέσει, έτσι, να φτιάχνετε με τα μανιτάρια;
Φτιάχνω εγώ πολλά φαγητά. Φτιάχνω… Οι κοκκινούσκες γίνονται τηγανητές και μαγειρεμένες. Προχθές είχα κάνει κοκκινούσκες με ριζότο, με ρυζάκι, πάρα πολύ νόστιμα. Α, ξέχασα να πω ότι βγαίνει κι ένα άλλο μανιτάρι, πολύ ωραίο, το λέμε χτενάκι. Εκείνο είναι πάρα πολύ ωραίο. Είναι πώς είναι το σφουγγάρι, τόσο πολύ τέτοιο κι αυτά. Κι εκείνο το κάνω μαγειρεμένο με κρεμμύδια σαν στιφάδο. Κι εκείνο ωραίο γίνεται. Τα προβατομανίταρα, τα πιο πολλά, τα κάνουμε τηγανητά και τα ζαρκαδομανίταρα κι αυτά ή ψητά και θα τα ρίξεις λεμονάκι και λάδι μετά επάνω, να πεις: «Τι έφαγα;» Ούτε αρνί δεν τρως. Τόσο νόστιμο! Τα ζαρκαδίσια τρώγονται και αλλιώς. Μαγειρεμένα δεν τα έχω μαγειρέψει, αλλά τηγανητά, με αυγά φτιάχνουμε. Τα καλογράκια, τα καλογράκια είναι τα καλύτερα και τα βασιλικά. Αυτά να τα κόψεις, φέτες-φέτες και να τα βάλεις στο τηγάνι και να ρίξεις κι αυγά να πεις: «Τι έφαγα!» Και πίτες μπορούμε να τα κάνουμε, τα μανιτάρια γίνεται ωραία πίτα. Αυτά είναι τα μανιτάρια. Και γλυκό γίνονται, κάτι άλλα που βγαίνουνε, που τα λένε σαν αυτί. Είναι σαν τ' αυτί, αλλά βγαίνουνε τώρα, όταν χειμωνιάζει βγαίνουν αυτά, με ομίχλη. Να έχει λίγο βροχή και ομίχλη και βγαίνουνε.Α.Σ.: Θέλετε να μου περιγράψετε λίγο μια μέρα, όταν θα πάτε να μαζέψετε μανιτάρια, πώς ξεκινάει, πώς τελειώνει, ποια είναι η διαδικασία;
Η διαδικασία… Όπως -να σου πω-, όπως κάναμε σήμερα. Άσχημα ήτανε; Ξεκινήσαμε, πήγαμε, γλεντήσαμε, πήραμε τον αέρα μας, μαζέψαμε μανιτάρια, το ευχαριστηθήκαμε, ήρθαμε, όλα καλά, τηγανίσαμε, φάγαμε. Τι άλλο καλύτερο; Παίρνεις ζωή, παίρνεις… Αυτό που σ' αρέσει είναι το κάτι άλλο. Δεν περιγράφεται. Τι να περιγράψεις;
Υπάρχουν και αναμνήσεις, όταν μαζεύετε τα μανιτάρια, από τότε;
Παλιά δεν πηγαίναμε, δεν πηγαίναμε παλιά για μανιτάρια. Τώρα έχουμε λίγα χρόνια που μας έχει πιάσει και λέμε να πάμε, ακούμε «μανιτάρια» και τρέχουμε να τα προλάβουμε. Δεν πηγαίνανε πρώτα. Λίγοι πηγαίνανε. Δεν τα ξέραμε, δεν τα ξέραμε και φοβόμασταν. Άλλος ακούγαμε δηλητηριάστηκε, άλλος έλεγε πέθανε, άλλος… Και δεν πηγαίναμε. Τώρα πηγαίνουμε και μαζεύουμε αυτά που ξέρουμε. Αλλά καλά.
Εσείς πώς μαθαίνετε για τα μανιτάρια;
Πήρα και βιβλίο, έχω και βιβλίο, τα βλέπω, αλλά απ' τη μάνα μου πιο πολλά τα ήξερα. Η μάνα μου έλεγε: «Άμα βλέπεις τέτοιο και έχει δαχτυλιδάκι από κάτω είναι καλό, φαγώσιμο». Όμως δεν είναι όλα φαγώσιμα, ας έχουν το δαχτυλιδάκι. Τα βιβλία τώρα τα γράφουνε πιο καλά. Οι Γρεβενιώτες έχουν… Κάνουν πανηγύρι με τα μανιτάρια, κάνουν χορό, κάνουνε μια βδομάδα μανιτάρια. Μαγειρεύουνε, τρώει ο κόσμος, κάτω στον Άγιο Αχίλλειο που γίνεται το παζάρι το μεγάλο. Δεν ξέρω αν καμιά φορά το είδες ή το… Στα Γρεβενά είναι παντού, έχουν τέτοια μανιτάρι[00:50:00]α, αγάλματα -πώς να σου πω;- με τα μανιτάρια.
Εσείς ποιο ήταν το καλύτερο μανιτάρι που έχετε βρει ποτέ, ας πούμε;
Το καλύτερο μανιτάρι για μένα είναι η κοκκινούσκα, το βασιλικό και το καλογράκι. Αυτά βγαίνουν κι εδώ, αλλά τώρα έχουμε χρόνια, δεν μπορούμε πολλά να βρούμε απ' αυτά, δεν… Το καλογράκι γίνεται και μαγειρεμένο γίνεται και πίτα γίνεται και ό,τι θέλεις γίνεται. Το νοστιμότερο μανιτάρι είναι το βασιλικό και η κοκκινούσκα, πάρα πολύ καλά.
Υπέροχα. Τώρα, φτάνοντας προς το τέλος, θα ήθελα να σας ρωτήσω, υπάρχει κάποια ανάμνηση από το χωριό την οποία να κρατάτε όλα αυτά τα χρόνια που έχουν περάσει και να την έχετε σαν φυλαχτό;
Όχι, να σου πω, όχι. Όχι τόσο να έχω ανάμνηση. Πέρασα καλά, δεν λέω να έχω κάτι τέτοιο κι αυτά, αλλά όχι να πω ότι… Τα θυμάμαι αυτά που πέρασα εδώ και πήγαινα και βοσκούσα τα αρνιά κι εδώ κι εκεί, μ' αρέσουν και τα θυμάμαι και τα λέω. Αλλά να πω ένα, με τα κατσίκια που είχαμε με τον αδερφό μου μια φορά, αυτό, αυτό μ' έμεινε πιο πολύ. Ήμασταν πέρα στο Κυπαρίσσι βοσκούσαμε τα γίδια κι αυτά. Ο πατέρας μας ήταν άρρωστος ένα βράδυ, από το πόδι που το είχε κομμένο κι αυτά, και αυτός μας λέει: «Εσείς παιδιά, κοιμηθείτε» είχαμε μια παλιοκαλύβα, μια παλιοκαλύβα και κάτω στρωμένα ξύλα και πάνω στα ξύλα κοιμόμασταν. Και ακούω το βράδυ, φωνάζει ο πατέρας μου: «Δέσπω, Δέσπω!», λέω τι έπαθε; Σηκώνομαι να βγω έξω, με λέει: «Δεν μπορώ κορίτσι μου απόψε, τι να κάνουμε;». Έπρεπε να πάμε, σαν από δω στην Αλατόπετρα, να φέρουμε έναν γνωστό μας, συγγενή μας, να 'ρθει να κάνει μια ένεση στον πατέρα στο πόδι. Λέω τον αδερφό μου: «Σήκω Βασίλη να πάμε να φέρουμε τον μπαρμπα-Γιάννη να κάνει τον μπαμπά ένεση». Αυτός να λέει: «Εγώ φοβάμαι, δεν έρχομαι το βράδυ». «Ρε σήκω, εγώ πώς θα πάω μόνη μου»; «Δεν ξέρω, εγώ δεν έρχομαι». Και παίρνω εγώ το μουλάρι και ανεβαίνω καβάλα και πήγα μόνη μου στο χωριό στο Κυπαρίσσι, παλιά το λέγανε Μπίσοβο. Πηγαίνω, χτυπάω την πόρτα του μπάρμπα, σηκώνεται ο άνθρωπος, η ώρα ήταν μία-δύο. Λέει: «Κάτι έγινε τώρα, για να μας χτυπούν την πόρτα κάτι θα…». Φωνάζω εγώ, «Ποιος;» λέει αυτός. «Μπαρμπα-Γιάννη άνοιξε, η Δέσπω είμαι». «Τι πάθατε ρε κορίτσι μου -λέει- κι ήρθες τέτοια ώρα;» Λέω: «Έλα, ο μπαμπάς δεν μπορεί, πεθαίνει ο μπαμπάς από το πόδι, έχει πόνο πολύ. Πάρε τι έχεις να τον κάνεις καμιά ένεση και πάμε να φύγουμε». Ανοίγει την πόρτα, κοιτάει εμένα, λέει: «Ο Βασίλης πού είναι; Μόνη σου ήρθες;» «Μόνη μου ήρθα μπαρμπα-Γιάννη». «Γιατί;» λέει. «Γιατί ο Βασίλης -λέω- φοβόνταν να 'ρθει κι ανέβηκα εγώ καβάλα στο μουλάρι και ήρθα μοναχιά μου». Ωχ, αυτός -τι να σου πω;-, στεναχωρήθηκε πολύ. «Και πώς ήρθες, ρε κορίτσι μου, όλη νύχτα μονάχη;» και τέτοια κι αυτά. Δεν φοβόμουν καθόλου, δεν φοβόμουν, καθόλου δεν φοβόμουν. Σαν να… δεν ξέρω, τι να σου πω; Να σου πω κι ακόμα ένα, άλλο, με τέτοιο. Τέλος πάντων, γυρίσαμε, ήρθαμε στην καλύβα, δεν είχαμε νερό να βράσουμε τη σύριγγα για να κάνει ένεση τον πατέρα. Ήταν μια βρύση σαν από δω μέχρι την Καρυά. Λέω τον Βασίλη, τον αδερφό μου πάλι: «Έλα Βασίλη, πάμε να πάρουμε νερό». «Όχι, φοβάμαι, δεν έρχομαι». Κατεβαίνω στη βρύση, παίρνω νερό, φέρνω απάνω στην καλύβα για να βράσουμε, να κάνει την ένεση ο πατέρας, ακούω εγώ απ' έξω που έλεγε ο μπάρμπα-Γιάννης στον πατέρα: «Βρε Χρήστο -λέει-, να ζήσει αυτό το κορίτσι σου. Πώς δεν φοβάται; -λέει- Ήρθε στο Μπίσοβο, πάει τώρα να πάρει νερό -λέει. Σ’ αυτήν τη βρύση σκότωσαν τριάντα στρατιώτες» λέει. Το ακούω εγώ τώρα. «Σ’ αυτήν τη βρύση σκότωσαν… Κι εγώ να ήμουν -λέει-, δεν πήγαινα τέτοια ώρα». Μπαίνω εγώ μέσα, λέω: «Τι λέτε;». «Τίποτα, τίποτα» λέει ο μπάρμπα-Γιάννης. «Άντε καλά» λέω, το άκουσα εγώ -λέω-, δεν πειράζει. Φεύγει ο μπάρμπα-Γιάννης, έκανε την ένεση στον πατέρα, κάπως ησύχασε λίγο. Πιάνει μια βροχή, μπήκαμε μέσα να κοιμηθούμε στην καλύβα. Κατά τα χαράματα, είχε γεννήσει μια γίδα και είχαν βάλει το κατσίκι μέσα στην καλύβα, στο δωμάτιο που κοιμόμασταν. Πίσω, ακριβώς εδώ, απ' την πλάτη μου εγώ, ήταν ένα παράθυρο και είχαμε βάλει μια πλάκα να μην έχει αέρα και κοιμόμασταν πάνω στα ξύλα. Ένα σάγισμα από κάτω και τίποτα άλλο. Τα μεσάνυχτα το κατσίκι άρχισε να περπατάει επάνω μας. Παφ, παφ, άντε, όσο πήγαινε κι ερχόταν προς τα πάνω. Ο αδερφός μου, να τον πάει, και συμμαζεύονταν προς τα μένα και λέει: «Άντε, κανένα φάντασμα θα είναι τώρα» και με σκουντούσε, αλλά τίποτα. «Ρε σώπα -τον έλεγα εγώ-, τι φάντασμα να 'ναι;» Κάποτε αλλού, κόντεψε, μ' ήρθε εδώ. Μόλις μ' ήρθε εδώ, παίρνω την πλάκα κι εγώ από πίσω, μπαμ! «Μπε» κάνει αυτό μια φορά, τότε κατάλαβα ότι σκότωσα το κατσίκι. Το σκότωσα. Σηκωνόμαστε το πρωί, λέω τον πατέρα: «Καλά ρε μπαμπά, γιατί δεν έλεγες ότι βάλετε ένα κατσίκι μέσα; Τίνος ήταν, δικό μας;» «Ωχ ήταν του μπαρμπα-Γιάννη το κατσίκι -λέει- Ποιος τον ακούει τώρα;». «Να του δώσουμε ένα δικό μας» λέω. «Το σκότωσα να πεις -λέω-, νόμιζα ήταν κανένα φάντασμα και με την πλάκα, μπαμ, το φούσκωσα». Ακόμα μια φορά που ερχόμασταν με την αδερφή μου από τα… από πέρα, απ’ του Λιάκου την καλύβα που λέμε, σε μια τοποθεσία από τις Γκορτσιές πιο πάνω. Η γιαγιά μάς έλεγε: «Να μην περνάτε το βράδυ -ερχόμασταν κάθε βράδυ, το πρωί φεύγαμε, βοσκούσαμε τα κατσίκια-, να μην ερχόσαστε απ' το νεκροταφείο» λέει, γιατί φοβούνταν, τότε έβγαιναν τάχα μου φαντάσματα και τέτοια. Τέλος πάντων, ήρθαμε μια βραδιά, μια νύχτα, να ψιχαλίζει, να κάνει. Μόλις κοντεύαμε να έρθουμε στο νεκροταφείο, μας παρουσιάζεται ένα τραγί μπροστά μας με κάτι κέρατα, ένα μεγάλο, ένα τέτοιο. Η αδελφή μου υποψιάστηκε αμέσως, που μας έλεγε η γιαγιά: «Μην ερχόσαστε από κει». Εγώ τίποτα, δεν καταλάβαινα τίποτα και το μαυλούσα το τέτοιο. «Τσίπι τιπ, τσίπι τίπ» έλεγα εγώ. Η αδερφή μου καβάλα στο γομάρι, εγώ καβάλα στο μουλάρι. Φτάνουμε στο εικόνισμα -δεν ξέρω αν το ξέρεις, όπως πάμε για το νεκροταφείο, πιο πάνω είναι ένα εικόνισμα- σταματάμε στο εικόνισμα. Μόλις σταματούμε στο εικόνισμα χάθηκε το κατσίκι, αυτό το τραγί, χάθηκε. Κατεβαίνω εγώ από το μουλάρι και το μαυλούσα για να το φέρω στο σπίτι. Χάθηκε. Γιατί λένε, άμα δούνε φως, τότε τα παλιά τα χρόνια, που βγαίνανε τα φαντάσματα κι αυτά, χάνονταν αν ήταν τέτοιο. Χάθηκε. Ερχόμαστε εδώ, βγαίνουμε, πηγαίνουμε μέσα, πλενόμαστε. Τι πλενόμαστε; Νερό με κανάτα για να πλυθούμε. Τέλος πάντων, είπαμε πώς και τι, λέει η γιαγιά μας -μανίτσα τη λέγαμε-, λέει η μανίτσα: «Δεν είπα να μην έρχεστε από το νεκροταφείο; Θα βγει και κανένα φάντασμα». Λέω: «Φέρναμε ένα τραγί μεγάλο, με κάτι κέρατα μεγάλα, αλλά μόλις φτάσαμε στο εικόνισμα χάθηκε» λέω. «Φάντασμα ήταν -να λέει η μάνα-, δεν θα ξαναρθείτε από εκεί». Αυτό ήταν το πιο τέτοιο που θυμάμαι, αλλά δεν φοβόμουν, δεν φοβόμουν καθόλου. Και ακόμα μια φορά ήταν οι χωροφύλακες όλοι στο σπίτι μας και έλεγαν το βράδυ παραμύθια, το ένα, το άλλο και λέει ο αστυνόμος: «Ποιος πηγαίνει τώρα στο κρυοπήγαδο να φέρει νερό;» και έξω είχε 30 πόντους χιόνι, να μην είχε και παραπάνω. «Θα του δώσω -λέει- μια χούφτα σταφίδες και μια δραχμή». Ο αδερφός μου φοβόνταν, οι άλλες αδερφές μου φοβούνταν, λέω: «Θα πάω εγώ!» «Θα πας;» λέει. «Θα πάω» λέω. Ε, παίρνω την μπούκλα στον ώμο, εδώ ακριβώς, τον δρόμο αυτόν -από αυτόν ανεβαίναμε, απ' του Νίκου το σπίτι και ίσια πάνω- και πηγαίνω στο κρυοπήγαδο. Νύχτα, δέκα, έντεκα η ώρα το βράδυ, με χιόνι, ούτε δρόμος «παμ, παμ» πατούσα εγώ. Πήγα, γεμίζω την μπούκλα νερό, τους φέρνω νερό. Με παρακολουθούσαν όμως, να δούνε, θα πάω αλήθεια; Κοιτάω έναν όταν κατέβαινα, ήταν εδώ στη γωνία και κοιτούσε. Μόλις κατέβηκα, πηγαίνω μέσα, μου λένε: «Δεν φοβήθηκες;» «Όχι, δεν φοβήθηκα, πήγα σας έφερα νερό». «Ψέματα λες, θα έφερες από την Καρυά». «Όχι, δεν έχω απ' την Καρυά, απ' το κρυοπήγαδο -τους λέω. Φέρτε τώρα αλλιώς θα χύσω το νερό, βάλτε τις σταφίδες, φέρτε και τη δραχμή για να σας δώσω το νερό». Αυτά ήτανε, δεν φοβόμουν καθόλου και ούτε φοβάμαι, και ούτε φοβάμαι. Και στην εκκλησία, τώρα, να μου πουν: «Πήγαινε να ανάψεις ένα κερί», θα πάω, δεν φοβάμαι. Δόξα τω Θεώ. Πέρασα και πολλά, αλλά δόξα τω Θεώ ξεχνιούνται. Πέρασα και καλά. Πολλά πέρασα, εγχειρήσεις, το ένα το άλλο. Δόξα τω Θεώ.
Υπέροχα. Εμένα με έχετε καλύψει. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ που μοιραστήκατε…
Να 'σαι καλά.
Θέλετε να προσθέσετε κάτι πριν κλείσουμε;
Όχι δεν έχω τίποτα άλλο, τα κυριότερα τα είπαμε όλα.
Εντάξει.
Δεν αφήσαμε και τίποτα.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.
Να 'σαι καλά. Κι εγώ ευχαριστώ.
Περίληψη
Η Δέσπω Μπακόλα γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Πρόσβορρο Γρεβενών ή αλλιώς Δέλνο, ένα μικρό ορεινό χωριό, που δεσπόζει αγέρωχο στις ορεινές πλαγιές του όρους Τσούργιακας. Μπορεί, λόγω του έγγαμου βίου, να άφησε πίσω το χωριό της κατά την δεκαετία του '60, όμως επέστρεψε στις ρίζες της και τα τελευταία χρόνια είναι πλέον μία από τους λιγοστούς μόνιμους κατοίκους του χωριού. Η κυρία Δέσπω μάς μιλά για τις αναμνήσεις της από τα παιδικά της χρόνια στο χωριό, την παρ' ολίγον μετανάστευσή της στην Αυστραλία και φυσικά τον έγγαμο βίο που ήρθε από νωρίς στη ζωή της. Μέσα από τις μνήμες της μας αποκαλύπτει όλα όσα γνωρίζει για τα ήθη και τα έθιμα του Πρόσβορρου, μιλά για την ζωή στο χωριό και για την ιδιαίτερη αγάπη της για τα μανιτάρια.
Αφηγητές/τριες
Δέσπω Μπακόλα
Ερευνητές/τριες
Ανδρέας Στεργιούλας
Θέματα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
26/10/2023
Διάρκεια
60'
Περίληψη
Η Δέσπω Μπακόλα γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Πρόσβορρο Γρεβενών ή αλλιώς Δέλνο, ένα μικρό ορεινό χωριό, που δεσπόζει αγέρωχο στις ορεινές πλαγιές του όρους Τσούργιακας. Μπορεί, λόγω του έγγαμου βίου, να άφησε πίσω το χωριό της κατά την δεκαετία του '60, όμως επέστρεψε στις ρίζες της και τα τελευταία χρόνια είναι πλέον μία από τους λιγοστούς μόνιμους κατοίκους του χωριού. Η κυρία Δέσπω μάς μιλά για τις αναμνήσεις της από τα παιδικά της χρόνια στο χωριό, την παρ' ολίγον μετανάστευσή της στην Αυστραλία και φυσικά τον έγγαμο βίο που ήρθε από νωρίς στη ζωή της. Μέσα από τις μνήμες της μας αποκαλύπτει όλα όσα γνωρίζει για τα ήθη και τα έθιμα του Πρόσβορρου, μιλά για την ζωή στο χωριό και για την ιδιαίτερη αγάπη της για τα μανιτάρια.
Αφηγητές/τριες
Δέσπω Μπακόλα
Ερευνητές/τριες
Ανδρέας Στεργιούλας
Θέματα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
26/10/2023
Διάρκεια
60'