Ο Εμφύλιος μέσα από τα μάτια ενός μικρού παιδιού στην Πηνεία Ηλείας

Α.Γ.

[00:00:00]Είναι 2 Οκτωβρίου 2023, βρισκόμαστε στο Γαλάτσι με τον κύριο Νίκο Αναγνωστόπουλο, είμαι ο Αλέξανδρος Γιαννάκενας, ερευνητής στο Istorima, και ξεκινάμε. Κύριε Αναγνωστόπουλε, θα μας πείτε πότε γεννηθήκατε;

Ν.Α.

Γεννήθηκα το 1944, 6 Απρίλη.

Α.Γ.

Ωραία. Θα θέλατε να μας πείτε για την οικογένειά σας, για τον πατέρα σας, την εμπλοκή του με το Ε.Α.Μ.;

Ν.Α.

Βεβαίως, θα πω. Ωστόσο, σαν πάρα πολύ μικρό παιδάκι, μόλις 5 χρονών, στην εκτέλεσή του, που σημαίνει ότι είναι όνειρα αυτά, είναι φωτογραφίες που έχουν μείνει, αυτά που έχω δει και είχα ακούσει. Μπορώ να πω, να εξιστορήσω δυο-τρία θέματα. Λοιπόν, θα πω πρώτα τους φαντάρους.

Α.Γ.

Ναι.

Ν.Α.

Ήμουν, λοιπόν, κι εγώ, δεν θα ’μουν παραπάνω από 4 χρονών, και είμαι στην πλατεία ή στη ρούγα, που λέγαμε τότε, και παίζαμε. Παιδάκια. Και με πλησιάζουν δύο με στρατιωτικά. Τι ήτανε δεν ξέρω. Πάντως, φορούσαν στρατιωτικές στολές. Και μου βγάζουν και μου προσφέρουν καραμέλες, τυλιγμένες με φωτογραφία του αστακού. Το περίβλημα ήταν τυλιγμένο μ’ αυτό το χαρτάκι, ένα διάφανο χαρτί. Το οποίον και μου, δίδοντάς μου, με ρώτησαν: «Πού είναι ο πατέρας σου;». Εγώ, βέβαια, δεν ήξερα. Δεν ήξερα και δεν τους είπα τίποτα. Αλλά ήταν τόσο «καλοί», που την καραμέλα δεν μου την έδωσαν. Για δεν πήραν την απάντηση. Εκεί τρελάθηκα! Λοιπόν. Άλλο περιστατικό, αυτό είναι, δεν είναι κάτι παραπάνω. Ένα άλλο θέμα, αυτό που έζησα σαν μωρό στην αγκαλιά της μητέρας μου ήταν ότι χτύπησαν την πόρτα, ήρθαν στο σπίτι μας, προφανώς χτύπησαν την πόρτα, έτσι; Και ανοίγει η μητέρα μου, με κρατούσε αγκαλιά, και μπαίνουν μέσα πέντε-έξι; Δεν ξέρω.

Α.Γ.

Αυτοί ήταν παρακρατικοί, ήτανε Χίτες;

Ν.Α.

Αυτοί ήταν οι Χίτες. Αυτοί ήταν οι Χίτες. Και μπαίνοντας μέσα, ζήτησε από τη μητέρα μου να τους πει πού είναι ο Δημητράκης. Φυσικά, η μητέρα μου, μ’ αυτά που ακολούθησαν, δεν του είπε γιατί και δεν ήξερε, αλλά πιστεύω και να ήξερε πάλι δεν θα μίλαγε. Και πιάνει, όπως μ’ έχει αγκαλιά εμένα η μητέρα μου, και την πιάνει απ’ το χέρι και της λέει: «Αν δεν μας πεις θα πάρουμε το παιδί». Εγώ προφανώς έβαλα και τα κλάματα. Το θυμάμαι! Ναι, έκλαιγα, να πούμε. Ωστόσο, δεν με πήρανε, τέλειωσε εκεί. Η φωτογραφική μου σκέψη τέλειωσε εκεί. Πάει κι αυτό το θέμα. Ένα άλλο που έχει διηγηθεί η μητέρα μου, μας είχε πει, ήταν του Αγίου Δημητρίου. Του Αγίου Δημητρίου, λοιπόν, κατέβηκαν, προφανώς όλη η ομάδα, δεν ξέρω, μισή ομάδα, ο πατέρας μου, ο Ντίνος ο Μπούζης, ο Παναγιώτης ο Πριλής, όλοι εκτελεσμένοι αυτοί, ο παπάς ο Μπαλάσης, ανιψιός του πατέρα μου. Αυτός δεν εκτελέστηκε και ήταν φυλακή με τον πατέρα μου, δεν έγινε η δίκη του και μετά πήρε και βγήκε ο άνθρωπος. Και πέθανε απ’ τα γηρατειά του. Και κάποια στιγμή πλησιάζει ο παπάς τον πατέρα μου και του λέει: «Δημητράκη, απόψε πρέπει να σκοτώσουμε όλους του Χίτες». Και του λέει ο Δημητράκης, ο πατέρας μου, λέει: «Όχι, παπά». Αυτά, πάντα, τα λεγόμενα της μητέρας μου, που ήταν μπροστά. «Όχι, παπά. Δεν θα γίνουμε εγκληματίες εμείς στους συγχωριανούς μας. Δεν θα σκοτώσουμε». Και του λέει ο παπάς: «Δημητράκη, θα μας σκοτώσουν αυτοί». Και εκεί, δεν μου ’πε τίποτα, κάτι παραπάνω η μητέρα μου. Ε, αυτό ήτανε ένα. Ένα άλλο χαρακτηριστικό–

Α.Γ.

Να ρωτήσω λίγο, ποιο ήταν το χωριό;

Ν.Α.

Λάττα.

Α.Γ.

Λάττα.

Ν.Α.

Λάττα Πηνείας. Το Λάττα Πηνείας, το ένδοξο. Για κείνη την εποχή. Άλλη μια στιγμή, ήταν ο πατέρας μου στο σπίτι. Κατ’ [00:05:00]αρχήν, διατηρούσε και μπακάλικο. Όπως τα μαγαζιά αυτά του χωριού την εποχή εκείνη. Εμείς μέναμε επάνω, ξύλινο πάτωμα, και κάτω ήταν το κατώι. Γνωστά, τα ξέρουν, ας πούμε. Λοιπόν, στο κατώι, λοιπόν, είχαμε όλο το βιος. Είχαμε το βαρέλι με το κρασί, είχαμε το κάδι με το αραποσίτι κι είχαμε και μια τεράστια κάδη –κάδη, έτσι δεν την λένε, κάδη, ναι– στρογγυλή που είχε το στάρι μέσα. Λοιπόν, την ημέρα εκείνη ο πατέρας μου ήταν στο χωριό. Και άκουσαν βήματα, τρεχάματα και σου λέει: «Για μένα έρχονται. Θα με πιάσουν». Και κατεβαίνει κάτω και μπαίνει μέσα στο στάρι. Μπαίνει μέσα στο στάρι, τον είδε η μητέρα μου αυτό, και είχε μόνο το προσώπ… το στόμα του και ανέπνεε. Είχε βυθιστεί μέσα στο στάρι. Το οποίο και την γλίτωσε τότε. Και τότε την γλίτωσε. Αυτά, βασικά.

Α.Γ.

Κατάλαβα. Η εμπλοκή του με την Εθνική Αντίσταση ποια ήταν περίπου;

Ν.Α.

Εγώ πιστεύω–

Α.Γ.

Ξεκίνησε το ’41; Πότε–

Ν.Α.

Εγώ πιστεύω, πιστεύω, η οικογένειά μας ήτανε μια απ’ τις καλές οικογένειες. Είχαμε πολλά χτήματα, 60-80 στρέμματα, ο παππούς ήταν παπάς, ο πατέρας μου ήταν και ψάλτης και θα γινόταν και παπάς, αν δεν είχε αυτήν την κατάληξη. Τώρα, το πώς έγινε, υπήρξαν πολλές εκδοχές, οι οποίες δεν μου τις έχει πει η μητέρα μου, αλλά ακούγοντας ότι είχαν βάλει το μάτι στην περιουσία, ένα ποτιστικό μεγάλο χωράφι στο ποτάμι και γενικότερα. Αυτά δεν τα ’χει πει η μητέρα μου, όμως. Τ’ άκουγα στο μαγαζί εγώ, πιτσιρίκος, που συζητούσανε, που λέγανε. Ναι. Και γι’ αυτόν τον λόγο, έφυγε. Έφυγε να μην έχει προβλήματα. Φεύγοντας απ’ το σπίτι έπρεπε να πάει κάπου. Ε, πού θα πήγαινε; Με το χιταριό; Αν είναι δυνατόν! Πήγε εκεί που έπρεπε. Και καλώς πήγε εκεί που έκανε.

Α.Γ.

Μάλιστα. Η δράση του η πολεμική...

Ν.Α.

Η δράση του η πολεμική… Ναι. Ο πατέρας μου, λοιπόν, ο Δημήτρης Αναγνωστόπουλος, ήταν υπεύθυνος του Ε.Α.Μ. στην Εθνική Αντίσταση του χωριού. Και παράλληλα στην περίοδο του Εμφυλίου διετέλεσε και τομεάρχης γενικότερα Άνω και Κάτω Πηνεία. Τίποτα άλλο δεν γνωρίζω. Αυτά άκουσα, αυτά είδα, αυτά και αυτά λέω.

Α.Γ.

Είναι πράγματα που δεν τα συζητούσε, δηλαδή–

Ν.Α.

Όχι, όχι, όχι. Αυτά δεν...

Α.Γ.

Λογικό. Πώς, πώς συνελήφθη και οδηγήθηκε στην εκτέλεση;

Ν.Α.

Δεν το ξέρω. Δεν το ξέρουμε. Ενώ για άλλους ξέρουμε, όπως θα πω, αν, για τον πατέρα μου...

Α.Γ.

Η οικογένειά σας πώς έμαθε ότι είναι κρατούμενος, ότι...

Ν.Α.

Το «καλό» πάντα μεταφέρεται! Και όχι μαθεύτηκε αμέσως, αλλά καθησύχαζαν αυτοί οι μάρτυρες που πήγανε, υπεράσπισης, υπεράσπισης, ότι: «Θα πάμε στη δίκη του Δημητράκη» και της έλεγαν «Δήμητρα, μη σε ανησυχεί. Εμείς θα τον φέρουμε». Και πήγανε και είπανε τα όσια μόρια.

Α.Γ.

Κατάλαβα.

Ν.Α.

Τα όσια μύρια.

Α.Γ.

Ναι. Αυτό έγινε το 1949;

Ν.Α.

Στη δίκη.

Α.Γ.

Ναι.

Ν.Α.

Στη δίκη. Το ’49 έγινε η δίκη. Έτσι; Οπότε, τότε. Τώρα, το πώς συνελήφθη δεν το ξέρω. Δεν μας, κι η μητέρα μου δεν μας έλεγε πράγματα, γιατί καταλαβαίνεις τώρα, ήτανε... Τι να θυμίζει; Μια μάνα με έξι παιδιά; Αυτό της έλειπε τώρα, να μας λέει... Όχι, όχι, δεν το ξέρουμε αυτό. Δεν το ξέρουμε.

Α.Γ.

Και για την εκτέλεσή του πώς έμαθε η οικογένεια, τι...

Ν.Α.

Ήταν και ο παπάς φυλακή, ήταν και ο Πριλής. Ο παπάς είχε αδέρφια και ήξεραν ότι ήταν φυλακή, ήξεραν και για τον πατέρα [00:10:00]μας, για τον θείο τους. Κι από κει ξέραμε ότι ήταν και πότε θα γινόταν η δίκη και τα λοιπά. Αλλά στη δίκη, όμως, δεν άφησαν τη μητέρα μου να πάει. Θα μπορούσε να πάρει τα έξι παιδάκια της και να πάει, τι διάολο, και αυτοί τι θα βλέπανε; Θα βλέπαν μια μάνα με έξι παιδιά. «Ποιον εγκληματία μού έχετε εδώ; Έξι παιδιά έχει». Έτσι; Δεν πήγε και έφεραν τα χαρμόσυνα.

Α.Γ.

Ναι.

Ν.Α.

Και το κυριότερο… Κάτσε, μισό λεπτό.

Α.Γ.

Ναι, βεβαίως, όσον χρόνο θέλετε.

Ν.Α.

Και το κυριότερο, τη μέρα της εκτέλεσης, που η μητέρα μου, η θεία μου, αδερφή του πατέρα μου, και τα μεγαλύτερα παιδιά, γιατί, είπαμε, ήταν από δύο γυναίκες, τρία με την πρώτη, τρία με τη δεύτερη, που ήταν πιο μεγάλα, υπήρξε το κλάμα το τρελό και απέναντι είχαν το μαγαζί, που ήταν και ο πρωταίτιος της ζημιάς, ο Οικονομόπουλος ο Ντίνος, ήταν και πρόεδρος αν τα λέω καλά τότε, είχαν μαζευτεί και γλεντάγανε. Απέναντι γλεντάγανε.

Α.Γ.

Γλεντούσαν την εκτέλεση;

Ν.Α.

Γλεντάγανε. Απέναντι γλεντάγανε. Και όπως είναι το σπίτι μας, έχει έναν μικρό όχτο κι από πάνω είχε άλλα σπίτια συνέχεια. Και από πάνω παιδιά πέταγαν πέτρες στα κεραμίδια.

Α.Γ.

Ναι, κατάλαβα. Εσείς, σαν μικρό παιδί, το θυμάστε αυτό;

Ν.Α.

Αυτά είναι, δεν ξεχνιούνται με τίποτα! Δεν ξεχνιούνται.

Α.Γ.

Τα χρόνια που ακολούθησαν την εκτέλεση, εσείς σαν παιδί εκτελεσθέντος αριστερού, πώς ήταν τα… Τι δυσκολίες αντιμετωπίζατε; Φαντάζομαι σε μια τόσο μικρή κοινωνία–

Ν.Α.

Εμείς είμαστε τα παιδιά της χήρας. Δεν νομίζω ότι μας έδιναν και σημασία. Δεν μπορώ να πω ότι, με βεβαιότητα, αλλά άκουγα «τα παιδιά της χήρας» αυτά και στο σχολειό «α, τα παιδιά της χήρας είναι», «τα παιδιά της χήρας», αυτά. Ανέβαινε και κατέβαινε η λέξη αυτή. Μέχρι που τα μεγαλύτερα παιδιά έφυγαν, έφυγαν για την Αθήνα, ’53, ’52-’53, γιατί κάποια νύχτα μάς τρομοκράτησαν πάρα πολύ πετώντας πέτρες κι απ’ την πίσω πλευρά του σπιτιού, αυτό το θυμάμαι, κάποιοι ή κάποιος προσπαθούσε να ανέβει να μπει στο σπίτι. Απ’ την πίσω πλευρά. Και φύγαμε και πήγαμε στην πλατεία, σε έναν θείο που ήτανε παντρεμέ… που είχε πάρει την αδερφή του πατέρα μου. Και εκείνο το βράδυ βγήκε η απόφαση, πάντα τα μετά τα βάζω στη σειρά, ότι έπρεπε να φύγουν τα μεγάλα παιδιά. Και μέσα σε τακτό, μικρό διάστημα φύγαν για την Αθήνα.

Α.Γ.

Αυτό συνέβη αρχές δεκαετίας του ’50;

Ν.Α.

Ναι, ναι, ’50, ναι. Αρχές του, όχι αρχές, πολύ αρχή, το ’50 και ίσως. Όχι ’51, ’51 πρέπει να είχαν, ’51 και τόσο πρέπει να φύγαν τα παιδιά μας. Αλλά εκεί, μετά την εκτέλεση έγιναν τα, αυτά τα όμορφα πράγματα.

Α.Γ.

Εσείς ξέρατε ποιοι μπορεί να ’ταν αυτοί ή...

Ν.Α.

Εμείς ξέραμε. Βέβαια ξέραμε. Ξέραμε. Ξέραμε, ήτανε αυτοί οι μάρτυρες που ήτανε, που ’χαν πάει στη δίκη.

Α.Γ.

Κατάλαβα.

Ν.Α.

Ήτανε…

Α.Γ.

Οπότε, τα μεγάλα αδέρφια σας φεύγουν για την Αθήνα. Εσάς η οικογένειά σας, η μητέρα σας πώς μπόρεσε να μεγαλώσει έξι παιδιά–

Ν.Α.

Εγώ, εγώ από 6 χρονών ήμουν ο άντρας της οικογένειας. Εγώ με τη μητέρα μου. Όπου ό,τι κάναμε, το κάναμε μαζί. Χωράφι; Το αλέτρι είναι εκεί πάνω. Εγώ το κεφάλι μου έφτανε εκεί. Εγώ κρατούσα, όμως, και είχαμε σέμπρο, που κάναμε τα χωράφια, δεν ξέρω έχεις τι σημαίνει ο σέμπρος και πάμε στα δικά του, έρχεται και στα δικά του με το άλογο, βάζουν με τα δυο άλογα και με το αλέτρι κάναμε το χωράφι. Εγώ, λοιπόν, τότε έφτανα, αλλά έκανα. Εγώ βοηθούσα. Και όλες τις δουλειές, γενικότερα, ας πούμε, τις έκανα με τη μητέρα μου. Πάντα. Ήμουν ο άντρας της οικογένειας. Από το, γι’ αυτόν τον λόγο και το ’58 θέλησα να φύγω. Είχαμε, είχα λιώσει, να πούμε. Είχαμε πάει στον λόγγο για [00:15:00]ξύλα, να το, με την κλαδευτήρα, όπως έκοβα, παιδάκι ήμουνα, τραβάω μία, άνοιξε… Τώρα γράφει;

Α.Γ.

Ναι, ναι, ναι.

Ν.Α.

Εκεί να δεις το δράμα της μητέρας μου.

Α.Γ.

Κατάλαβα.

Ν.Α.

Με μια πετσέτα να δέσει και φύγαμε ολοταχώς για το χωριό. Ε, δεν… αυτό ήτανε. Μετά ακολούθησαν άλλα γεγονότα, άλλα γεγονότα συγγενών. Όπως του Ντίνου του Μπούζη. Του ανιψιού μας.

Α.Γ.

Πείτε μου, πείτε μου, ναι.

Ν.Α.

Να τα πω τώρα;

Α.Γ.

Ναι, ναι, βέβαια, βέβαια.

Ν.Α.

Τον Ντίνο τον Μπούζη τον εκτέλεσαν στο σπίτι του. Κι αυτός ήτανε στο Ε.Α.Μ. Και κατέβηκε γιατί γέννησε η γυναίκα του, έκανε το αγοράκι του. Και κατέβηκε να δει το παιδί του. Και εκεί του την στήσανε οι Χίτες, του την στήσανε οι Χίτες και του λένε: «Έβγα να σε καθαρίσουμε». Έτσι κάπως. Και όπως ήταν το σπίτι, στο μάκρος, ας πούμε σ’ αυτήν την πλευρά, υπήρξε ένα παράθυρο. Κι από κάτω στα δυο μέτρα είχε μια πάρα, πάρα πολύ όχτο, με χόρτα και τα τέτοια. Και εκεί σαλτάρισε, σαλτάρισε, αυτοί είχαν τις γωνίες, πυροβόλησαν, αλλά δεν τον... Κατρακύλησε κάτω, την γλίτωσε. Έφυγε ο Ντίνος. Την επόμενη φορά, όμως, που ήρθε δεν το πέτυχε, τον σκότωσαν. Και τον σκότωσε και ένας, να μη λέω ονόματα…

Α.Γ.

Ναι, όχι, δεν πειράζει.

Ν.Α.

Εν πάση περιπτώσει, τον σκότωσαν. Και αυτόν τον πήγαν στην εκκλησία σε σανίδες επάνω, χωρίς παπά, χωρίς αυτό, χωρίς τίποτα. Γιατί ο δρόμος είναι μπροστά μας, απ’ το σπίτι μας, που τον πέρασαν βουβά, ας πούμε, δεν ξέρω, πέντε-δέκα άνθρωποι και τον πήγαν, ας πούμε.

Α.Γ.

Κατάλαβα. Αυτό συνέβη την περίοδο της λευκής τρομοκρατίας ή είχε ξεσπάσει ήδη ο Εμφύλιος;

Ν.Α.

Ε, όχι, ήταν το τέλος τότε. Πήγαινε–

Α.Γ.

Α, στο τέλος.

Ν.Α.

Προς το τέλος. Πήγαινε προς το τέλος.

Α.Γ.

Το ’48.

Ν.Α.

Ναι, εκεί, εκεί. Τον Ντίνο πρέπει να έχει ημερομηνία, το ’48 πρέπει να... Κάπου εκεί, το ’48 πρέπει να ήτανε. Δεν γράφει ημερομηνίες, αλλά...

Α.Γ.

Μάλιστα. Κι εσείς πότε, πότε μάθατε για την εκδήλωση που γίνεται στο Γηροκομείο, τον τόπο εκτέλεσης του πατέρα σας και των υπολοίπων;

Ν.Α.

Αν και είναι πολύ κοντινό τώρα, ένας χρόνος έχει, από διάφορα, από διάφορους συλλόγους. Έπαιρνα τηλέφωνο, έπαιρνε κι ο γιος μου. Αλλά μας έλεγαν: «Απ’ το ’74 έχουμε». «Το ’74 έχουμε». «Ρε, γαμώτο», λέω «είναι δυνατόν το πρόσφατο και να μην έχουμε τα παλιά;». Νομίζω, όμως, νομίζω ότι η γυναίκα μου το βρήκε αυτό. Ψάχνοντας στο τηλέφωνο. Ότι υπάρχουν, ας πούμε, κάποια εκδήλωση στην Πάτρα. Και από κει και πέρα, έπεσαν κάποια τηλέφωνα και βρήκαμε έναν χρυσό άνθρωπο και μας βοήθησε και ήρθαμε σ’ επαφή.

Α.Γ.

Κατάλαβα. Και επισκεφθήκατε το σημείο–

Ν.Α.

Και επισκεφθήκαμε το σημείο, τρομερό τώρα, ε, να πηγαίνεις, δεν είναι και λίγο πράγμα! Πήγαμε, όπως είπαμε, την πρώτη φορά, αλλά είχε βροχή και δεν έγινε η εκδήλωση, ας πούμε. Και μετά λέει: «Θα ενημερ… θα γίνει τότε». Και όντως, κατεβήκαμε και όλα πήγανε κατ’ ευχήν. Όλα πήγαν ωραία, να πούμε. Και ήρθαμε κι εμείς, επάτησα το σημείο που κάπου εκεί γύρω είχε πέσει το αίμα του πατέρα μου. Αυτοί ήτανε οι αγαπημένοι χωριανοί. Το ότι πήγαν μετά να μην αφήσουν τίποτα απ’ την περιουσία, δεν κατάφεραν τίποτα. Δεν κατάφεραν τίποτα. Κι έτσι φύγαμε και γίναν αυτά που έγιναν. Ο καθένας μας αυτοδημιουργήθηκε, γίναμε αυτοί που είμαστε, με τις οικογένειές μας, τα παιδιά μας, τα εγγόνια μας και είμαστε ευτυχισμένοι.

Α.Γ.

Μάλιστα. Η μητέρα σας μέχρι πόσο έζησε στο χωριό;

Ν.Α.

Δεν έζησε πολύ. Έζησε μέχρι τα 74 της χρόνια, αλλά ξαφνικά. Παίρνει ο αδερφός της τηλέφωνο, κατεβαίνουμε το βράδυ κάτω. Πάμε, «είναι» λέει «στον Πύργο», κατεβαίνουμε στον Πύργο, την άλλη μέρα το πρωί, εκεί που πήγαν να την ταΐσουν, 5:00 η ώρα, [00:20:00]την έπιασε ένας βήχας. Βήχας ξερός, μέχρι να ’ρθούνε οι νοσοκόμες, αυτά και τα λοιπά, ξεψύχησε.

Α.Γ.

Οι σχέσεις της με το χωριό ποιες ήταν μετά από ό,τι είχε προηγηθεί; Όσο περνούσαν τα χρόνια απ’ τον Εμφύλιο μπόρεσε κάπως να–

Ν.Α.

Όχι, είμαστε… Όχι, όχι, δεν είχαν γίνει φίλοι με τους ανθρώπους αυτούς, ούτε η θεία μου ιδιαίτερα, αλλά ούτε και η μητέρα μου. Όχι, δεν ήμασταν ποτέ κοντά και ακόμη κι εμείς τα παιδιά και στο μαγαζί του ενός που πηγαίναμε να ψωνίζουμε, εμένα χτύπαγε η καρδιά μου.

Α.Γ.

Όχι, εννοώ, με τους Χίτες προφανώς δεν είχαν σχέσεις, με το υπόλοιπο χωριό–

Ν.Α.

Όχι, με το υπόλοιπο κανονικά. Όχι, είχαμε, είχαμε σχέσεις με όλους. Είχαμε και κουμπάρους, την εποχή εκείνη η οικογένειά μου βάφτισε. Είχαμε και κουμπάρους, είχαμε και συγγενείς, είχαμε τον Γιάννη τον Μπελογιάννη, ο οποίος είναι, έχει κάποια συγγένεια με τον Νίκο τον Μπελογιάννη, τον οποίον στην Αμαλιάδα, κάπου εδώ το αναφέρει αυτό, τον έπιασαν και τον... Ναι... Αυτά.

Α.Γ.

Μάλιστα.

Ν.Α.

Αν έχεις κάτι άλλο, έτσι, το εξαιρετικό, ας πούμε.

Α.Γ.

Όχι, νομίζω το έχουμε καλύψει. Κύριε Αναγνωστόπουλε, ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο σας και για τις πληροφορίες.

Ν.Α.

Κι εγώ ευχαριστώ.

Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.

Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.

Περίληψη

Ο Νίκος Αναγνωστόπουλος γεννήθηκε το 1944 στην Πηνεία της Ηλείας. Ο πατέρας του, Δημήτρης, ο οποίος έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του Ε.Α.Μ., συνελήφθη κι εκτελέστηκε το 1949, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου. Ο γιος του θυμάται ορισμένα στιγμιότυπα από την τρομοκρατία που δέχτηκε η οικογένεια στο χωριό από τους Χίτες, όπως και τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης μετά την απώλεια του πατέρα. Ύστερα από πολλά χρόνια αναζήτησης, κατόρθωσε να εντοπίσει τον τόπο εκτέλεσης του πατέρα του στον χώρο της Σκοποβολής, στην περιοχή του Γηροκομείου Πατρών, τον οποίο επισκέφθηκε για πρώτη φορά το 2022.


Αφηγητές/τριες

Νίκος Αναγνωστόπουλος


Ερευνητές/τριες

Αλέξανδρος Γιαννάκενας


Δεκαετίες

Τοποθεσίες

Ημερομηνία Συνέντευξης

01/10/2023


Διάρκεια

21'