Στα χνάρια της μουσικής παράδοσης: Η Σάμος, το ούτι και οι ανατολίτικοι ρυθμοί

Ι.Π.

Καλημέρα!

[00:00:00]

Π.Π.

Καλημέρα.

Ι.Π.

Θες να μας πεις το όνομά σου για αρχή;

Π.Π.

Ονομάζομαι Παναγιώτης Παναγάκης.

Ι.Π.

Ωραία! Κι εγώ είμαι η Ιωάννα Παμούκογλου για το Istorima, είμαστε με τον Παναγιώτη Παναγάκη στα Εξάρχεια, είναι 3 Οκτωβρίου του 2023 και ο Παναγιώτης θα μας αφηγηθεί την ιστορία του. Παναγιώτη, θες για αρχή να μας πεις λίγα λόγια για τον εαυτό σου, πού γεννήθηκες, πού μεγάλωσες;

Π.Π.

Γεννήθηκα στην Σάμο, στον Πύργο Σάμου, το 1995 και τα παιδικά μου χρόνια μέχρι οκτώ χρονών τα έχω ζήσει και στον Πύργο και στο Βαθύ της Σάμου, στο Πάνω Βαθύ.

Ι.Π.

Από τον Πύργο είχανε καταγωγή ο πατέρας σου, η μητέρα σου;

Π.Π.

Από τον Πύργο κατάγεται η μητέρα μου, ο πατέρας μου κατάγεται από τον Πειραιά.

Ι.Π.

Και μετά; Είπες μέχρι τα οκτώ σου χρόνια ήσουν εκεί;

Π.Π.

Μέχρι τα οκτώ μου ήμουν εκεί, όπου έζησα αρκετά πράγματα εκεί στο χωριό, στον Πύργο, αλλά και στο Πάνω Βαθύ, που ήταν ένας πολύ παραδοσιακός οικισμός. Σήμερα προστατεύεται και από την UNESCO υποτίθεται. Βέβαια, με τον σεισμό του ‘21 έχουν καταστραφεί πάρα πολλά σπίτια.

Ι.Π.

Έχουν αναστηλωθεί;

Π.Π.

Όχι, όχι.

Ι.Π.

Άρα και το Πάνω Βαθύ ήταν κατά κάποιο τρόπο σαν την ζωή στο χωριό; Δεν ήταν πόλη ακριβώς, όπως το Βαθύ;

Π.Π.

Ούτε το Βαθύ είναι πόλη, μπορώ να πω, έτσι, είναι μια κωμόπολη, ούτε καν δηλαδή.

Ι.Π.

Και μετά τα οκτώ σου, πού μετακόμισες;

Π.Π.

Μετά τα οκτώ μου μετακομίσαμε οικογενειακώς στην Νίκαια, στην Νίκαια.

Ι.Π.

Όπου ο πατέρας σου είχε ζήσει εκεί προηγουμένως;

Π.Π.

Ναι, ο πατέρας μου μεγάλωσε, γεννήθηκε εκεί.

Ι.Π.

Τα παιδικά σου χρόνια στο χωριό, στον Πύργο και στο Βαθύ αντίστοιχα, πώς τα βίωσες; Έχεις κάποιες αναμνήσεις, έτσι...

Π.Π.

Πολύ ανέμελα, πάρα πολύ. Συνέχεια έξω στον δρόμο, παιχνίδι… Σημαντικό πρότυπο για εμένα ήταν παππούς μου, ο οποίος ήταν και εκείνος που με έβαζε σιγά - σιγά σε σε μια κατάσταση να βλέπω τα πράγματα με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι θα μπορούσαν να τα βλέπουν και άλλα παιδιά της ηλικίας μου. Εκείνος ήταν γεννημένος το 1920, οπότε είχε ζήσει όλο το... Και τον Β’ Παγκόσμιο και μια εποχή, ας πούμε, και τον Μεσοπόλεμο, πολύ έντονα. Και πέρναγα πάρα πολύ χρόνο μαζί του στο χωριό. Κοιμόμασταν μαζί, στο ίδιο κρεβάτι, και τα πρωινά θυμάμαι που έβαζε - είχε ένα παλιό ράδιο δίπλα στο κρεβάτι, όπου όταν ξυπνάμε έλεγε: «Θα βάλω τον Τούρκο» και έβαζε το ραδιόφωνο, το ραδιόφωνο της Τουρκίας, το TRT, όπου είχε πολλή μουσική κλασικής... Οθωμανικής μουσικής, κυρίως.

Ι.Π.

Καταλάβαινε τα τούρκικα;

Π.Π.

Όχι, όχι.

Ι.Π.

Έβαζε τα τραγούδια.

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Με τι ασχολούνταν ο παππούς σου;

Π.Π.

Ο παππούς μου, ήταν χτίστης, σοβατζής.

Ι.Π.

Και αυτά που λες, τα γεγονότα του μεσοπολέμου, τα είχε ζήσει στην Σάμο;

Π.Π.

Ναι, ναι, στην Σάμο.

Ι.Π.

Άρα είχε ιστορίες να σου λέει…

Π.Π.

Πάρα πολλές, πάρα πολλές. Και με τον πόλεμο που έφυγε και πήγε στη Μέση Ανατολή, μετά με το... Που υπηρέτησε στο θωρηκτό Αβέρωφ, μέσα στον πόλεμο, ήτανε πολύ ενδιαφέρουσα η ζωή του.

Ι.Π.

Εσύ αδέρφια έχεις;

Π.Π.

Ναι, έχω άλλα τρία αδέρφια, έναν αδελφό και δύο αδελφές.

Ι.Π.

Και είσαι;

Π.Π.

Είμαι ο μικρότερος.

Ι.Π.

Ο μικρότερος. Ο παππούς σου άρα σου έβαζε στο ράδιο τον Τούρκο, όπως τον έλεγε. Φαντάζομαι έπιανε το σήμα το...

Π.Π.

Ναι, ήτανε... Στο σπίτι που μέναμε ειδικά, στο χωριό, ήταν και ακόμα μέχρι και σήμερα δηλαδή, είναι ο μόνος σταθμός ο οποίος πιάνει. Ναι, δεν πιάνει άλλος.

Ι.Π.

Οκ, και αυτό… Σε τι ηλικία ήσουν που το θυμάσαι;

Π.Π.

Ήμουν επτά… Οκτώ, κάπου εκεί. Το οποίο γίνονταν πάρα πολύ, δηλαδή από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, το θυμάμαι αυτό.

Ι.Π.

Άρα αυτά ήταν, ας πούμε, τα πρώτα σου μουσικά ακούσματα;

Π.Π.

Ναι, τα πρώτα μου μουσικά ακούσματα.

Ι.Π.

Και πώς ήταν το σκηνικό; Δηλαδή, το ‘βαζε ο παππούς στο ραδιόφωνο και καθόσασταν οι δυο σας;

Π.Π.

Ναι, ξέρεις, ήτανε τώρα το πρωί μόλις ξυπνάς, ας πούμε, ξυπνάγαμε και πρωί τότε, ήτανε 06:00 - 07:00 ακόμα, δηλαδή ο ήλιος δεν είχε βγει καλά και, ξέρεις, την ώρα του χουζουρέματος στο κρεβάτι που ακούς αυτές τις μουσικές.

Ι.Π.

Πριν τον καφέ καλά-καλά.

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Και σου μιλούσε κιόλας γι’ αυτό; Για την μουσική;

Π.Π.

Όχι, τίποτα. Ήταν κάτι πολύ καθημερινό. Απλά το έβαζε για να… Κάτι να ακούγεται, ας πούμε, μέχρι να να σηκωθεί. Μετά, εντάξει, έμπαινε η τηλεόραση στο παιχνίδι. Αλλά μέχρι να μπει η τηλεόραση, πέρναγε ένα μισάωρο - τρία τέταρτα με το ράδιο.

Ι.Π.

Επομένως όταν θέλετε ν’ ακούσετε μουσική, ήταν ως επί το πλείστον απ’ το ραδιόφωνο;

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Είχατε και κάποια CD player, δίσκους;

Π.Π.

Όχι, όχι, δεν είχαμε τότε.

Ι.Π.

Επομένως, εσύ εκείνη την εποχή που αρχίζεις να ακούς αυτές τις μουσικές… Σου μπήκε κάποιο μικρόβιο, είχες κάποιο ενδιαφέρον παραπάνω μετά από αυτό;

Π.Π.

Τότε δεν θα το 'λεγα, γιατί και εκείνος δεν ήταν πολύ… Δεν θα πω ότι δεν ήταν μουσικόφιλος, θα πω ότι απλά αυτό που έκανε, δεν το έκανε για... Ήταν η απασχόλησή του εκείνη τη στιγμή, να... Κάτι να ακούγεται, κυρίως.

Ι.Π.

Η ψυχαγωγία του.

Ι.Π.

Αυτό. Όχι ότι: «Τώρα θα ακούσουμε κάτι πολύ ωραίο», δεν ήξερε... Ήξερε ότι ακούμε κάτι το οποίο είναι πολύ κοντά στα ακούσματα τα οποία είχε, χωρίς όμως να ξέρει ούτε τι σημαίνουν τα λόγια, ούτε... Το μικρόβιο δεν μπήκε… Δηλαδή άργησε από τότε να μπει, αλλά νομίζω ήταν η αρχή.

Ι.Π.

Εννοείς ότι αρκετά αργότερα αποφάσισες ότι-

Π.Π.

Ναι, αποφάσισα όταν πια ήρθαμε στον Πειραιά κι εδώ το σόι του πατέρα μου ήταν σμυρναίικης καταγωγής όλοι. Και τα γλέντια ήταν απίστευτα, απίστευτα. Αλλά γλέντια όχι με το…Επειδή λέμε σμυρναίικης καταγωγής κτλ., πάει ίσως το μυαλό κάποιων σε σμυρναίικα τραγούδια και τέτοιους σκοπούς, αλλά καμία σχέση. Λαϊκό. Λαϊκό γλέντι κανονικά, με Καζαντζίδη, Αγγελόπουλο, νησιώτικα που ήταν πολύ αγαπητά στην οικογένεια.

Ι.Π.

Αυτό που λες ήταν στη γειτονιά, στην Νίκαια;

Π.Π.

Αυτό ήτανε στην Νίκαια, ναι.

Ι.Π.

Δηλαδή πώς γινόταν; Μαζευόσασταν;

Π.Π.

Ναι, μαζευόμασταν στο σπίτι της θείας μου κυρίως, της αδερφής του πατέρα μου, όλες μου οι θείες, οι αδελφές του, ο πατέρας μου, οικογένειες, ξαδέρφια, όλο το σόι. Μαγειρέματα και εκεί γινόταν τώρα ο χαμός, ας πούμε, ο χαμός. Ναι, ναι, ήταν ο θείος μου πάντα ο DJ, όπως λέμε σήμερα, στο ράδιο. Ο οποίος ήξερε ακριβώς του καθενός ποιο είναι το τραγούδι του, ποιος θα έχει τη σειρά του για να χορέψει το ζεϊμπέκικό του, το νησιώτικο, κτλ. Υπήρχε κατά κάποιο τρόπο μια διαδικασία η οποία ακολουθούνταν καθόλη τη βραδιά.

Ι.Π.

Οριακά σαν μία ιεροτελεστία;

Π.Π.

Οριακά σαν ιεροτελεστία με διασκεδαστικό χαρακτήρα.

Ι.Π.

Δηλαδή [00:10:00]σε κάθε μέλος της οικογένειας αντιστοιχούσε-

Π.Π.

Ναι, αντιστοιχούσε και ένα κομμάτι, μπορεί και παραπάνω, δηλαδή αν ήταν πολύ μερακλής ο άλλος.

Ι.Π.

Το διαλέγατε οι ίδιοι ή ο θείος σου;

Π.Π.

Οι ίδιοι βέβαια, ναι, ναι.

Ι.Π.

Εσένα ποιο ήταν το δικό σου;

Π.Π.

Εμένα τότε ήτανε… Κατά κάποιον τρόπο ήταν και λίγο υποχρεωτικό όλο αυτό, αλλά ήταν η «Κανάρα»: «Θα ζήσω ελεύθερο πουλί», που λέει. Ναι, που εντάξει, ήτανε, ξέρεις, σε τράβαγαν λίγο με το ζόρι να το χορέψεις.

Ι.Π.

Το χόρευες ή το ερμήνευες κιόλας;

Π.Π.

Όχι, όχι, το χόρευα.

Ι.Π.

Σε τι ηλικία ήσουν εκεί;

Π.Π.

Τότε ήμουνα... Πόσο να ‘μουν; Δέκα - δώδεκα.

Ι.Π.

Και έχεις οικογένεια, δηλαδή στην Αθήνα, και ξαδέλφια…

Π.Π.

Ναι, ναι, ναι, μεγάλο σόι.

Ι.Π.

Και μένατε όλοι στην Νίκαια;

Π.Π.

Μέναμε Νίκαια, Κορυδαλλό, αυτά τα μέρη.

Ι.Π.

Ο θείος σου σαν χόμπι ασχολούταν με τη μουσική;

Π.Π.

Δεν ασχολούνταν, του άρεσαν τα γλέντια, όπως όλων. Ναι, ναι.

Ι.Π.

Αυτό ήτανε δηλαδή χορός, φαγητό...

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Πόσο συχνά το κάνατε αυτό;

Π.Π.

Σε κάθε γιορτή, αφορμή ψάχναμε μόνο και γινόταν.

Ι.Π.

Και η Κυριακή μετράει σαν γιορτή;

Π.Π.

Μπορούσε να είναι, ξερω ‘γώ τώρα... Η θεια μου έβαζε τη μουσική διαπασών μες στο μεσημέρι, ας πούμε. Και ήτανε, εντάξει, μια περίοδος που δεν έλεγε κανένας τίποτα κιόλας.

Ι.Π.

Και ακόμα όλα αυτά από το ράδιο; Ή εκεί είχε και τους δίσκους;

Π.Π.

Εκεί είχε δίσκους, ναι, ναι.

Ι.Π.

Εσύ είχες μπει στο ψαχτήρι ήδη;

Π.Π.

Eγώ τότε ήταν που είχα αρχίσει, δηλαδή γύρω στα δέκα μου, είχε περάσει το μικρόβιο, δηλαδή.

Ι.Π.

Στην Αθήνα που ήσουν είχες επιδιώξει κάποια μουσική εκπαίδευση;

Π.Π.

Προσπάθησα, λόγω οικονομικών δυσκολιών δεν τα κατάφερα ποτέ. Το μόνο που κατάφερα ήταν ό,τι χαρτζιλίκι μπορούσα να βρίσκω να το ξοδεύω σε δίσκους, σε CD από εφημερίδες, από τέτοια πράγματα κυρίως. Και σ' έναν μπαγλαμά που μου ‘χε πάρει η μάνα μου τότε.

Ι.Π.

Tο πρώτο όργανο που είχες ήταν ο μπαγλαμάς;

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Πόσο χρονών ήσουν τότε;

Π.Π.

Ήμουν οκτώ, κάπου εκεί, οκτώ - δέκα.

Ι.Π.

Ήξερες να το παίζεις;

Π.Π.

Όχι, όχι, απλά τον γρατζούναγα, έτσι, έπαιζα δυο νότες και νόμιζα ότι κάτι έκανα. Αλλά η αγάπη μου η μεγάλη ήταν το τραγούδι.

Ι.Π.

Βρήκες κάποιον που να ξέρει έτσι πραγματικά;

Π.Π.

Όχι, όχι, όχι.

Ι.Π.

Αυτοδίδακτος, δηλαδή.

Π.Π.

Αυτοδίδακτος. Ναι, ναι.

Ι.Π.

Ο πρώτος δίσκος που πήρες θυμάσαι ποιος ήταν;

Π.Π.

Ο πρώτος δίσκος, ήταν... Οι πρώτοι δίσκοι που άκουσα, ήταν δίσκοι που είχε ο πατέρας μου και η μάνα μου στο σπίτι και ήταν ο Αγγελόπουλος, Καζαντζίδης... Και ο πρώτος που πήρα και αγόρασα και ήταν και η μεγάλη μου αγάπη για πολλά χρόνια τότε, ήταν η Σωτηρία Μπέλλου. Ναι, αυτή ήταν ο πρώτος μου μουσικός έρωτας.

Ι.Π.

Και άκουγες τον δίσκο επανειλημμένως;

Π.Π.

Ναι, ναι, ναι, φουλ.

Ι.Π.

Έτυχε να γνωρίσεις κάποιον ενώ ήσουν στην Αθήνα, κάποια φιγούρα κάποιον ανθρώπου που, έτσι να σου ενέτεινε την αγάπη σου;

Π.Π.

Ναι… Τυχαία, χωρίς να ξέρω πού βρίσκομαι και τι είναι αυτό το μέρος που είναι η Νίκαια, που εντάξει, μιλάμε ότι ήτανε… Τότε η Κοκκινιά ήταν ένα μεγάλο κέντρο, ας πούμε, των ανθρώπων του ρεμπέτικου κυρίως και της λαϊκής. Λαϊκές γειτονιές και πρόσφυγες όλοι… Έτυχε να μένουμε δίπλα στο σπίτι του - δίπλα… Δηλαδή ένα στενό απόσταση από το σπίτι του Βαγγέλη Παπάζογλου. Και έβλεπα κάθε μέρα, κάθε μέρα τον γιο του, τον Γιώργη τον Παπάζογλου, τον οποίο έμαθα τυχαία ποιος είναι από μία εκπομπή στο κανάλι της Βουλής τότε που μίλαγε, έδινε συνέντευξη ο ίδιος. Εγώ ήξερα ποιος είναι ο Βαγγέλης Παπάζογλου τότε, είχα αρχίσει να μπαίνω στο να ψάχνω, και λίγο πιο μεγάλος βέβαια, τότε ήμουν γύρω στα δεκατέσσερα - δεκαπέντε. Αλλά καταλαβαίνεις ότι μιλάμε, τον έβλεπα από σχεδόν οκτώ - εννιά χρονών και έφτασα δεκαπέντε χρονών για να μάθω ότι αυτός ο άνθρωπος που βλέπω με τα μούσια και, έτσι, πολύ πληθωρικός, κτλ., ήτανε ο γιος του Βαγγέλη Παπάζογλου. Εντάξει, ήταν δέος.

Ι.Π.

Είχε τύχει να τον ακούσεις να παίζει αυτά τα χρόνια;

Π.Π.

Δεν έτυχε, δεν έτυχε. Δεν έτυχε να γνωριστούμε και ποτέ, βασικά. Δηλαδή ακόμα ο άνθρωπος ζει και το ‘χω σαν ένα σκοπό… Τουλάχιστον δεν τον γνώρισα τότε, αλλά τώρα, ας πούμε…

Ι.Π.

Να κάνεις μια κρούση.

Π.Π.

Ναι, ναι, θα ‘θελα. Έτσι για το...

Ι.Π.

Και έπειτα ξαναγύρισες στην Σάμο, μετά από την Νίκαια;

Π.Π.

Ναι, μετά, αφού πια - πόσο ήμουνα; Δεκαέξι χρονών; - πήραμε την απόφαση και γυρίσαμε πάλι στην Σάμο. Εντάξει ήταν δύσκολα χρόνια… Δεν ήταν, ούτε στην Αθήνα, αλλά ούτε και στην Σάμο δηλαδή ξανά η νέα ζωή που ξεκίναγε εκεί ήταν πολύ δύσκολη. Μέναμε πια πάλι στο χωριό, στο πατρικό σπίτι της μάνας μου. Δύσκολα… Παλιό σπίτι, κρύο. Εντάξει, ήταν και κάποιες συνθήκες, ας πούμε, οικογενειακές, οι οποίες δυσκόλευαν την κατάσταση οικονομικά. Kαι εκεί παύει πια όλο αυτό το ρομαντικό που μπορεί να έμοιαζε πριν. Εκεί αρχίζει λίγο - πολύ η βιοπάλη. Εντάξει, είχα το σχολείο που πήγαινα κανονικά, αλλά μετά έπρεπε να έχουμε... Να ασχοληθούμε με την γη, με αγροτικά, αγροτικές δουλειές. Εγώ είχα βάλει και κάτι… Είχα φτιάξει ένα μικρό κοπάδι με ζώα.

Ι.Π.

Είχες φτιάξει;

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Για πες!

Π.Π.

Ήταν κάτι που μ’ άρεσε και ήθελα να ασχοληθώ με αυτό.

Ι.Π.

Πώς φτιάχνει κανείς ένα κοπάδι;

Π.Π.

Ξεκινάς από ένα - δύο ζώα, ας πούμε, και μετά ανεβαίνεις σιγά - σιγά, γεννάνε, τα κρατάς, τα εκτρέφεις.

Ι.Π.

Είχατε, ας πούμε... Η οικογένειά σου ασχολούνταν με τη γεωργία, με την κτηνοτροφία;

Π.Π.

Είχανε, της γιαγιάς μου το σόι κυρίως ήτανε κτηνοτρόφοι γενιές ολόκληρες. Βέβαια, δεν τους πρόλαβα, αλλά υπήρχανε… Ο αδερφός της γιαγιάς μου που ήταν και ο τελευταίος βοσκός εν ζωή που πρόλαβα, είχε πάρα πολλά αντικείμενα όπως κουδούνια, γκλίτσες, τέτοια πράγματα τα οποία μπήκαν σε λειτουργία μετά από πολλά χρόνια.

Ι.Π.

Τα αξιοποίησες;

Π.Π.

Τα αξιοποίησα.

Ι.Π.

Εσύ τι ζώα είχες;

Π.Π.

Κατσίκια.

Ι.Π.

Και πήγαινες δηλαδή μαζί τους στο βουνό, τα άφηνες ή πήγαινες μαζί;

Π.Π.

Μαζί, μαζί, τα έβγαζα και...

Ι.Π.

Εκεί είχες ξεκινήσει να ασχολείσαι με κάποιο όργανο; Δηλαδή έπαιρνες μαζί σου κάποιο όργανο, όταν...

Π.Π.

Εκεί προσπαθούσα... Έπαιρνα και τον μπαγλαμά μαζί καμιά φορά, αλλά δύσκολα… Άμα έχεις ζώα τώρα, πρέπει να έχεις τον νου σου λίγο εκεί.

Ι.Π.

Δεν είναι τόσο ρομαντικό.

Π.Π.

Δεν είναι τόσο, καθόλου.

Ι.Π.

Εσύ στην Σάμο είπες ότι το βασικό σου μουσικό ερέθισμα ήταν ο παππούς σου. Υπήρχαν, όμως, στην παιδική σου ηλικία και άλλα, έτσι, ερεθίσματα, τύπου σαν γιορτές, πανηγύρια στο χωριό που να σ' έφεραν σ’ επαφή με τη λαϊκή μουσική;

Π.Π.

Ναι, υπήρχαν πάρα πολλά. Εγώ τότε ήμουνα και σε μια ηλικία που είχα αρχίσει να -είχαν πέσει δηλαδή δίσκοι στα χέρια μου από το αρχείο του Παναγιώτη Κουνάδη και ήμουν σε μια φάση που βάθαινα λίγο παραπάνω. Κατά κά[00:20:00]ποιον τρόπο δεν μου κάλυπτε… Οι μουσικές τότε στο νησί δεν με κάλυπταν ιδιαίτερα. Παρόλα αυτά, ήμουν λάτρης κυρίως του χορού, δηλαδή μ’ άρεσε να χορεύω πάρα πολύ.

Ι.Π.

Παραδοσιακούς;

Π.Π.

Ναι, αυτά που χορεύουνε στα γλέντια, δεν ξέρω αν… Ναι, παραδοσιακούς θα μπορούσαμε να τους πούμε, εγώ θα τους έλεγα καθημερινούς.

Ι.Π.

Είναι θέμα οπτικής.

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Λες ότι δε σε κάλυπταν οι μουσικές του νησιού, του χωριού. Είχες πρόσβαση στο διαδίκτυο;

Π.Π.

Όχι, όχι. Πρόσβαση δεν υπήρχε στο διαδίκτυο στο χωριό εκείνη την περίοδο και από οικονομικής άποψης και από δυσκολία του σήματος τότε και όλα αυτά... Δεν είχανε βελτιωθεί. Το μόνο άκουσμα που είχα τότε ήταν αυτοί οι δίσκοι που είχα καταφέρει να αγοράσω, τους οποίους τους άκουγα στο repeat, ξανά και ξανά. Και αυτό με βοήθησε αρκετά μπορώ να πω, διότι δεν υπήρχε η διάσπαση της προσοχής, άλλα άσχετα πράγματα... Το οποίο, εντάξει, από τη μια λες ότι είναι και καλό, από την άλλη κακό, εντάξει, πώς θα το δεις είναι το θέμα... Εγώ θεωρώ ότι με βοήθησε αυτό. Μπορεί να μου έδωσε μια πιο μονόπλευρη οπτική, αλλά ήταν αυτό. Ήταν αυτό, δεν υπήρξε… Μετά άρχισαν τα ερεθίσματα τα διαφορετικά, αλλά μέχρι τότε ήταν: «Ακούμε αυτόν τον δίσκο, τον έχουμε μάθει απ’ έξω, ξέρουμε ποιο κομμάτι είναι μετά» και ακόμη δηλαδή όταν το τραγουδάω μόνος μου και τελειώνει αυτό το κομμάτι, μου έρχεται απευθείας στη μνήμη το επόμενο, που ήταν από τον δίσκο δηλαδή.

Ι.Π.

Ότι δηλαδή αυτή η εστίαση σε βοήθησε να εμβαθύνεις;

Π.Π.

Ναι, ναι, σε κάποια συγκεκριμένα πράγματα.

Ι.Π.

Αλλά όταν βρέθηκες, όπως λες, στην φάση που ήθελες να ψαχτείς παραπάνω και να επιδιώξεις και καινούργια ακούσματα, πώς το έκανες αυτό στο νησί;

Π.Π.

Στο νησί αυτό έγινε αρκετά δύσκολα, και πιο πολύ μάλιστα έγινε με την συνύπαρξη με άλλους ανθρώπους. Η διαμονή στο χωριό ήταν πολύ απομονωμένη, η ζωή στο χωριό. Φεύγοντας απ΄ το χωριό και ξεκινώντας σε μια… Έκανα μια πρακτική στο νοσοκομείο σαν νοσηλευτής. Πότε; Αυτό ήταν το 2014.

Ι.Π.

Άρα στα δεκαεννιά;

Π.Π.

Ναι, ναι, στα δεκαεννιά. Εκεί γνώρισα έναν άνθρωπο ο οποίος ήταν καθοριστικός, καθοριστική η γνωριμία μαζί του και του οφείλω πάρα πολλά από θέμα ότι με βοήθησε να κάνω αυτό που αγαπώ. Δεν ξέρω αν το κάνω καλά, κακά - αυτό δεν θα το κρίνω εγώ - αλλά αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι πως μου ‘δωσε το θάρρος, την αυτοπεποίθηση και με βοήθησε πάρα πολύ για να φτάσω να ασχολούμαι με αυτό σήμερα. Κι αυτός ήταν ο Fabio, Fabio Giardina, είναι γιατρός στο νοσοκομείο της Σάμου, Ιταλός στην καταγωγή και λάτρης του ρεμπέτικου και γενικότερα των μουσικών της Ανατολής. Όπου τυχαία εκεί που ήμουν και έκανα την πρακτική, στο νοσοκομείο, είδα στο γραφείο του ότι είχε ένα βιβλίο του Ευγένιου Βούλγαρη, που είχε βγάλει ένα θεωρητικό βιβλίο και μου κίνησε το ενδιαφέρον. Και έτσι αρχίσαμε να λέμε τα κοινά μας ενδιαφέροντα. Και αυτό από διευθυντής μου που ήταν, έφτασε σήμερα να είναι πολύ καλός μου φίλος και κουμπάρος.

Ι.Π.

Έλα, ρε!

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Και εσύ μέχρι τότε σκεφτόσουν να ακολουθήσεις τον δρόμο της νοσηλευτικής;

Π.Π.

Εγώ τότε ήμουν σε μία κατάσταση που ούτε εγώ ήξερα τι ήθελα να κάνω. Ήθελα να γίνω τσοπάνης, ήθελα να γίνω νοσηλευτής, ήθελα χίλια δυο άσχετα πράγματα, που ήταν και μια επιρροή της οικογένεια ότι... Εντάξει, τώρα καταλαβαίνεις ότι μουσικός δεν είναι εύκολο να γίνεις οπότε, ξέρω ‘γώ, βρες κάτι άλλο και… Αλλά χάρη στον Fabio και μέσω του Fabio, τις γνωριμίες με άλλους ανθρώπους οι οποίοι ήταν εξίσου σημαντικοί και αυτοί για μένα, κατάφερα να πω ότι: «Ξέρεις κάτι, αυτό που θέλω θα κάνω» και τελείωσε.

Ι.Π.

Είναι πολύ ενδιαφέρον που αυτή η φιγούρα που ήταν τόσο καταλυτικός παράγοντας για εσένα δεν ήταν καν μουσικός.

Π.Π.

Ναι, ναι, ναι.

Ι.Π.

Σου κέντρισε το ενδιαφέρον το τι ενώ είχε ένα άλλο επάγγελμα, τον έβλεπες να εντρυφεί στην μουσική και να το επιδιώκει αυτό το πράγμα, να ασχολείται μ’ αυτό;

Π.Π.

Ναι, ναι, ναι.

Ι.Π.

Οπότε αυτό...

Π.Π.

Και σκέψου ότι ήταν και μια κατάσταση στην οποία εγώ ήρθα πρώτη φορά, ας πούμε, σε επαφή με ανθρώπους οι οποίοι ασχολούνται με την ίδια, με τα ίδια γούστα που είχα και εγώ στη μουσική. Και αυτό… Όταν είσαι σ' ένα χωριό και τ’ ακούς όλα αυτά μέσα στο δωμάτιό σου, ας πούμε, για πάρα πολλά χρόνια και ξαφνικά βλέπεις ότι υπάρχει κόσμος ο οποίος ασχολείται με την μουσική, του αρέσει αυτό το το στυλ, γιατί τότε είχα αρχίσει και άκουγα, είχα ακούσματα με τον Ρούκουνα, Αντώνη Νταλκά και της σχολής του «Καφέ Αμάν» που, εντάξει, η αλήθεια είναι ότι δεν είναι τόσο γνωστοί, ακόμη και στις λαϊκές μουσικές και στα πανηγύρια του νησιού, είναι πολύ σπάνιο άκουσμα αυτά. Σήμερα ακούγονται λίγο παραπάνω, τότε πολύ δύσκολα.

Ι.Π.

Στην Σάμο ο Ρούκουνας δεν ήταν μεγάλη φιγούρα;

Π.Π.

Βέβαια, ναι, ναι. Ήταν και είναι ακόμα δηλαδή. Υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι τα έπαιζαν και τα παίζουν ακόμα αυτά τα τραγούδια και… Με πάρα πολύ αξιοπρεπή αισθητική, κλπ. Εντάξει, τώρα σε ένα χωριό δίχως μέσον να μετακινηθείς, πού να τα ακούσεις αυτά; Δηλαδή ήταν σε πιο κεντρικά μέρη.

Ι.Π.

Είπες ότι ο Fabio ήταν η πρώτη επαφή που είχες με κάποιον που να μοιράζεται τα γούστα σου στην μουσική. Στο χωριό τα άτομα που συναναστρεφόσουν δεν είχαν επίσης τα ίδια ακούσματα; Δεν είχες βρει κάποιον;

Π.Π.

Όχι, όχι, είχαμε ίδια ακούσματα, αλλά δεν είχαμε ίδια… Δεν είχαν αγάπη για τη μουσική, το να παίξουν μουσική. Τα ακούσματα ήταν, ήταν κοινά.

Ι.Π.

Ο Fabio έπαιζε κιόλας μουσική;

Π.Π.

Ο Fabio έπαιζε, ναι, ναι.

Ι.Π.

Τι όργανο;

Π.Π.

Τότε έπαιζε λίγο μπουζούκι, μάθαινε, ας πούμε.

Ι.Π.

Εσύ πέραν από τον μπαγλαμά, ποιο ήταν το πρώτο όργανο που να πεις έκατσες να μάθεις σοβαρά;

Π.Π.

Το ούτι.

Ι.Π.

Το ούτι. Το οποίο πότε μπήκε στην ζωή σου;

Π.Π.

Ε, το ούτι μπήκε εκεί γύρω στα δεκαοκτώ που το αγόρασα πρώτη φορά ένα ούτι. Δεν… Δεν ήξερα ούτε πώς κουρδίζεται, πώς πιάνεται, τίποτα. Μια που το πήρα και μια που το άφησα να το βλέπω. Και τότε ήταν και η περίοδος που γνώρισα και τον Fabio και του είπα ότι με ενδιαφέρει το ούτι και ψάχνομαι πάνω σ’ αυτό, κλπ. Και τότε υπήρξαν δυο - τρεις άνθρωποι που έπαιζαν στο νησί, και έτσι λίγο - πολύ άρχισα να ψιλομαθαίνω δίπλα τους. Ώσπου αυτοί κάποια στιγμή μού είπαν ότι γίνεται και ένα σεμινάριο στην Ικαρία, όπου εκεί ήταν και ο πρώτος μου δάσκαλος, ο Ευγένιος [00:30:00]Βούλγαρης, όπου εκεί ξεκίνησα το 2014. Και ήταν και το πρώτο, πρώτο ή δεύτερο, νομίζω, σεμινάριο που γίνονταν τότε, στην Ικαρία. Εκεί ξεκίνησα να ασχολούμαι πιο σοβαρά με το ούτι, ήταν το όργανο που μ' άρεσε περισσότερο.

Ι.Π.

Μέχρι τότε, δηλαδή, σε είχαν δασκαλέψει άτυπα κάποιοι δεξιοτέχνες-

Π.Π.

Ναι, από ‘δώ και από ‘κεί.

Ι.Π.

Οκ. Με δική σου πρωτοβουλία; Πήγες και τους βρήκες και τους είπες...

Π.Π.

Ναι, γίναμε και φίλοι μετά με αυτά τα παιδιά και είμαστε ακόμα μέχρι σήμερα.

Ι.Π.

Και στην Ικαρία αυτό που λες το σεμινάριο, ήτανε κάποιο καλοκαίρι; Του ‘14;

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Το οποίο ήτανε σαν τάξη; Είχατε τον καθηγητή και σας δίδασκε;

Π.Π.

Ήταν, τάξη ήταν. Υπήρχε κι άλλος κόσμος.

Ι.Π.

Και αυτό ήτανε τρεις μήνες διάρκεια, κάτι τέτοιο;

Π.Π.

Όχι, μια βδομάδα,

Ι.Π.

Μια βδομάδα!

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Και μετά;

Π.Π.

Μετά προσπάθησα με τον Ευγένιο να κάνουμε διαδικτυακά, αλλά όπως σου είπα και τα σήματα και το ίντερνετ και όλα αυτά ήταν δύσκολα. Οπότε μέσα σε όλα αυτά, όλον αυτό τον καιρό, δηλαδή από την δεύτερη χρονιά στην ουσία ξεκινήσαμε τα μαθήματα. Δηλαδή πήγα την πρώτη, δεν ήξερα να το κρατάω, τη δεύτερη ήμουνα λίγο καλύτερα, εκεί αρχίσαμε, κάναμε κάνα δυο μαθήματα μέσω skype και εν τέλει μετά μόνος μου, μόνος μου μέχρι το 2017 που πέρασα και στην σχολή στο ΤΕΙ Ηπείρου, στο Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής.

Ι.Π.

Άρα εν τέλει σπούδασες και μουσική;

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Οκ, ήσουν...

Π.Π.

Αλλά πήγα, όπως καταλαβαίνεις, πήγα το '17, δηλαδή πήγα πολύ πιο μετά και αφού το χωνέψουμε ότι θα γίνω μουσικός,

Ι.Π.

Όλοι μαζί.

Π.Π.

Όλοι μαζί, ναι, ναι.

Ι.Π.

Η πρώτη φορά που έπαιξες σε μαγαζί ή σε πανηγύρι, γλέντι, οτιδήποτε, ήταν πριν πας να σπουδάσεις;

Π.Π.

Ναι, πριν πάω να σπουδάσω, είχα ξεκινήσει και έπαιζα σε μαγαζιά.

Ι.Π.

Στην Σάμο.

Π.Π.

Στην Σάμο, ναι.

Ι.Π.

Έπαιζες ούτι ή ερμήνευες;

Π.Π.

Τραγούδαγα κυρίως.

Ι.Π.

Τραγούδαγες. Θυμάσαι καθόλου ποια ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησες ότι: «Μπορώ να τραγουδήσω», ρε παιδί μου;

Π.Π.

Κοίτα αυτό... Δεν ήταν ποτέ ότι είπα κάποια στιγμή ότι: «Να τώρα μπορώ». Βασικά… Πάντα, μέχρι και σήμερα, έχω αυτό το πράγμα, που νομίζω ότι τρώει κάθε μουσικό, του ότι είσαι σε μια φάση που τα λες καλά ή νομίζεις ότι τα λες καλά και λες: «Τώρα, εντάξει, το ‘χουμε». Και ακούς αυτά που λες και ακούς μόνο τα λάθη σου και εν τέλει λες ότι: «Εντάξει, τώρα τι κάθομαι και κάνω εδώ; Δεν πάω να γίνω τσοπάνης όπως πριν, που μου αρέσει κιόλας;».

Ι.Π.

Ακόμα σε τρώει;

Π.Π.

Ακόμα με τρώει ναι. Δεν είπα ποτέ μου... Δεν είπα ότι... Απλά το έκανα. Απλά μ’ άρεσε να το κάνω.

Ι.Π.

Την πρώτη φορά που ερμήνευσες μπροστά σε κόσμο, την θυμάσαι;

Π.Π.

Ναι, αυτή ήταν τότε που γνώρισα και τον Φάμπιο και μπήκαμε σε μία… Μπήκα στην παρέα αυτή που υπήρχε τότε εκεί, με μουσικούς.

Ι.Π.

Σε κάποιο μαγαζί;

Π.Π.

Εκεί πέρα υπήρξαν και πριν, ας πούμε, σε κάποια μαγαζιά που έτσι πήγαινα και - πόσο ήμουνα; Δεκαεπτά - δεκαοκτώ χρονών - πήγαινα και χωνόμουν, να πω κάνα κομμάτι. Να σου πω την αλήθεια δεν θυμάμαι… Πήγαινα και σε κάτι… Στα καζάνια που ‘χαμε και στο χωριό, καζάνια που βγάζουνε τη σούμα. Εκεί έπαιρνα και τον μπαγλαμά και τραγούδαγα, εντάξει, κακήν κακώς τώρα, ό,τι να ‘ναι εκεί πέρα, μ’ ανέχονταν οι άνθρωποι.

Ι.Π.

Γινόταν κάποια γιορτή;

Π.Π.

Πάντα στα καζάνια γίνεται έτσι, σαν γιορτή.

Ι.Π.

Αφορμές...

Π.Π.

Αφορμές, ναι, ναι.

Ι.Π.

Θυμάσαι καθόλου πώς ένιωθες στην αρχή, όταν πρωτοάρχισε αυτό;

Π.Π.

Θυμάμαι ότι είχα πάρα πολλή όρεξη να το κάνω, πάρα πολύ πάθος γι' αυτό το πράγμα. Το οποίο μου ‘βγαινε και λίγο σε... Μου ‘σκαγε λίγο αντίθετα. Δηλαδή το πολύ πάθος με έφερνε σε ένα σημείο που υπήρχε ένα χάος στο κεφάλι μου. Αναζητούσα πολλές φορές, ας πούμε, να βρω την ευκαιρία και την αφορμή να κάτσω σε παρέα, να βγάλουμε μπαγλαμά, να παίξουμε, να τραγουδήσουμε, κλπ. Αυτό με τον καιρό άρχισε να μειώνεται. Δηλαδή όσο μάθαινα, όσο έμπαινα περισσότερο στην μουσική, τόσο λιγότερο καταλάβαινα ότι, εντάξει, κάνε και λίγο ησυχία. Μην είσαι τώρα συνέχεια μες στη μέση. Και, εντάξει, φτάνεις σε σημείο που λες ότι πρέπει να το σηκώνει και η παρέα για να τραγουδήσεις.

Ι.Π.

Στην αρχή ένιωθες, δηλαδή, έντονη αυτοπεποίθηση;

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Και μπροστά σε κόσμο;

Π.Π.

Ξέρεις τι; Πιστεύω ότι στο τραγούδι, ειδικά στο τραγούδι, αν δεν έχεις αυτοπεποίθηση από την αρχή, δύσκολα μετά να σου... Είναι δύσκολο να την αποκτήσεις. Άμα έχεις κάτι σε υπερβολικό βαθμό, είναι εύκολο να το μαζέψεις. Όταν το έχεις σε πολύ μικρό βαθμό, είναι πολύ δύσκολο να το βγάλεις.

Ι.Π.

Στην τροφοδοτεί και ο κόσμος, όταν βλέπεις ότι το διασκεδάζουν, ότι ψυχαγωγούνται;

Π.Π.

Όταν έχεις αυτοπεποίθηση και ξεκινάς να τραγουδάς και δεν σε νοιάζει το αν: «Τώρα θα την πω καλά αυτή τη νότα, θα το πω καλά αυτό το τραγούδι;», κλπ., ακόμα και ο κόσμος θα σου πει ότι: «Εντάξει, οκ, περνάει». Αν είσαι πολύ μαζεμένος στην αρχή, τότε φαίνεται και στον κόσμο και δυσκολεύεται κι αυτός, ναι.

Ι.Π.

Αλλά είπες ότι τώρα, όσο περισσότερο μαθαίνεις, γίνεσαι και πιο σκεπτικός ως προς αυτό;

Π.Π.

Γίνεσαι πιο… Μάλλον ελέγχεις περισσότερο την κατάσταση και αναλόγως πράττεις.

Ι.Π.

Οκ. Αλλά ακόμα απολαμβάνεις το κομμάτι της ερμηνείας;

Π.Π.

Βέβαια. Και αυτό φαίνεται, δηλαδή όσο περνάνε και τα χρόνια, δηλαδή πριν μία τριετία - τετραετία μπορούσα να κάνω πολλά πράγματα άλλα διαφορετικά, δηλαδή να δουλέψω κι άλλες δουλειές. Όσο περνάνε τα χρόνια, δυσκολεύομαι να κάνω άλλο πράγμα.

Ι.Π.

Η ενέργεια σου δεν-

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Και για σένα το τραγούδι και η ερμηνεία, από το να παίζεις το όργανο, νιώθεις ότι-

Π.Π.

Σίγουρα το τραγούδι είναι κάτι που είναι περισσότερο...

Ι.Π.

Δικό σου;

Π.Π.

Ναι, ναι. Το όργανο είναι κάτι το οποίο μ’ αρέσει και συνοδεύω την φωνή μου, αυτό.

Ι.Π.

Άλλα είδη μουσικής ακούς πέραν του λαϊκού και του παραδοσιακού;

Π.Π.

Ακούω κλασική μουσική, όπερα, μ’ αρέσει πάρα πολύ. Θα ακούσω φουλ λαϊκές μουσικές, ακόμα και την πολύ λαϊκή μουσική, όπως είναι ο Ζαφείρης Μελάς, ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος, Πίτσα Παπαδοπούλου, όλοι αυτοί είναι δάσκαλοι για εμένα. Και φυσικά από ξένες μουσικές μ’ αρέσει πάρα πολύ και η τζαζ να ακούω.

Ι.Π.

Βλέπεις κοινά γνωρίσματα σε όλα αυτά τα είδη μουσικής;

Π.Π.

Βλέπω τον έντονο αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα το οποίο έχουν και είναι αυτό το οποίο μ’ αρέσει. Δηλαδή, όπως, ας πούμε, στην Ελλάδα σήμερα, το μόνο ίσως αυθεντικό μέρος στο οποίο έχει μείνει ο αυτοσχεδιασμός, ο αμανές, κλπ., είναι οι πολύ λαϊκές σκηνές, όπως σου είπα, ο Ζαφείρης Μελάς, όλοι αυτοί οι πολύ καλοί τραγουδιστές, [00:40:00]έτσι και στην τούρκικη μουσική που επικρατεί το Γκαζέλ.

Ι.Π.

Το;

Π.Π.

Γκαζέλ. Είναι κάτι σαν τον αμανέ που έχουμε εμείς εδώ. Και στην τζαζ πάλι ο αυτοσχεδιασμός. Και όσο πιο ανατολικά πας, τόσο περισσότερο ο αυτοσχεδιασμός επικρατεί κι έχει έναν πιο υποτιμητικό χαρακτήρα η σύνθεση.

Ι.Π.

Τον επιδιώκεις κι εσύ τον αυτοσχεδιασμό;

Π.Π.

Ναι, βέβαια. Και στα live δηλαδή που μπορεί να κάνουμε, σίγουρα το απολαμβάνω πολύ περισσότερο, όταν υπάρχει το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού μέσα.

Ι.Π.

Στο πλαίσιο του αυτοσχεδιασμού υπάρχει και διάδραση με τα υπόλοιπα μέλη;

Π.Π.

Βέβαια, ναι, ναι, ναι. Μα, αυτό είναι, εκεί είναι η ουσία. Και όταν λέμε αυτοσχεδιασμό, εννοούμε ότι, επειδή είναι και λίγο παρεξηγημένος ο όρος, δεν είναι ότι παίρνω το όργανο ή ανοίγω το στόμα μου και κινούμαι από ‘δώ κι από ‘κεί σαν τρελός… Υπάρχουν όροι, υπάρχει μία - πώς το λένε; - μία θεωρία που πρέπει να ακολουθήσεις. Όχι πρέπει, αλλά είναι κάτι το οποίο σε πάει σαν άκουσμα. Δηλαδή τα ακούσματά σου σε οδηγούν σε διάφορα τέτοια αυτοσχεδιαστικά κομμάτια.

Ι.Π.

Και γίνεται με βάση ένα υπάρχον τραγούδι ο αυτοσχεδιασμός που το «πειράζετε», ας πούμε;

Π.Π.

Και αυτό γίνεται, και ανάλογα το κομμάτι… Θα ξεκινήσει το ταξίμι ή ο αμανές και θα κινηθεί εκεί.

Ι.Π.

Μιας που συζητάμε αυτό το κομμάτι, το οποίο είναι και κατά κάποιον τρόπο στον πυρήνα της ζωντανής μουσικής, του live. H διάδραση με το κοινό… Πώς την αντιλαμβάνεσαι; Δηλαδή όταν ερμηνεύεις, νιώθεις ότι χάνεσαι λίγο στο προσωπικό ή έχει σημασία η διάδραση για ‘σενα;

Π.Π.

Έχει πολλή σημασία η διάδραση για μένα, πάρα πολλή. Και μάλιστα προσπαθώ, όσο μπορώ, και κομμάτια που θα πω να τα γνωρίζει το κοινό. Εξαρτάται βέβαια πάντα το πλαίσιο, όμως, έτσι; Γιατί μ’ αρέσει να ακούω μουσικές τις οποίες δεν τις ξέρουν πολλοί και τραγούδια και να τα ερμηνεύω. Αυτό μ’ αρέσει πάρα πολύ. Είναι αυτό το οποίο μ’ αρέσει να ακούω και μ’ αρέσει να ερμηνεύω. Τώρα, εξαρτάται και τον χώρο, δηλαδή σε μία πιο συναυλιακή κατάσταση μ’ αρέσει να ερμηνεύσω αυτά, πράγματα τα οποία αρέσουν σ' εμένα. Στο πανηγύρι ή στην ταβέρνα ή σ’ αυτά τα μέρη μ’ αρέσει να πω κομμάτια τα οποία θ’ αρέσουν και στο κοινό και θα υπάρχει αυτή η διάδραση.

Ι.Π.

Να συμμετέχει το κοινό.

Π.Π.

Να συμμετέχει, φυσικά, αλλιώς δεν έχει νόημα, τι να το κάνεις; Δηλαδή να κάνω τέχνη πού; Στο πανηγύρι; Εκεί πρέπει να παίξεις να χορέψει ο άλλος.

Ι.Π.

Μια κοινωνική συνθήκη.

Π.Π.

Ναι, ναι, ακριβώς.

Ι.Π.

Έχεις όμως εσύ προσωπική προτίμηση στο πού σ’ αρέσει να παίζεις; Σε μαγαζιά, στα γλέντια, στα πανηγύρια, στην Σάμο, στην Αθήνα;

Π.Π.

Προσωπικά μ’ αρέσουν λίγο παραπάνω οι σκηνές, η πιο συναυλιακή κατάσταση αλλά και το κάθε ένα έχει την χάρη του. Δηλαδή και το πολύ απρόσωπο είναι πολύ κουραστικό. Ιδανικά, θα μ’ άρεσε αυτά που τραγουδάω και μου αρέσουν πάρα πολύ να τα 'ξερε κι ο κόσμος, αλλά είναι δύσκολο αυτό.

Ι.Π.

Να είναι και τα δημοφιλή.

Π.Π.

Αυτό, ναι. Οπότε μια μέση λύση, θα ‘λεγα, είναι αυτό που μ’ αρέσει.

Ι.Π.

Φαντάζομαι κιόλας… Από αυτά που λες καταλαβαίνω ότι θες να κάνεις και τα δύο…

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Μιας και ασχολείσαι με την λαϊκή και την παραδοσιακή μουσική, σε αφορά και το ζήτημα της μελέτης;

Π.Π.

Φυσικά με αφορά και με αφορά ένα παραπάνω, γιατί έχω τελειώσει και την σχολή της Άρτας, αλλά με αφορούσε και πριν πάρα πολύ το ζήτημα της μελέτης και δεν γίνεται, δηλαδή πώς αλλιώς; Δηλαδή αν δεν μελετήσεις τις παλιές γενιές, ίσως είναι λίγο δύσκολο το να μπεις στη διαδικασία να το κάνεις αυτό, γιατί σήμερα, το δύσκολο της εποχής μας είναι ότι λείπει έντονα το άκουσμα από τη ζωή μας. Και αναγκαστικά, όχι αναγκαστικά, το μελετάμε πλέον μέσω του διαδικτύου, είναι ο έμμεσος τρόπος της διδασκαλίας. Αλλά όπως σου είπα και πριν, όταν δεν υπήρχε αυτό, οι δίσκοι ήταν το μοναδικό μέσο. Το να μελετήσεις, όμως, μετά και τα πλαίσια όλου αυτού σίγουρα με αφορά, απλά με αφορά περισσότερο στο σήμερα πώς μπορούν όλα αυτά να επικρατήσουν.

Ι.Π.

Θεωρείς ότι η παράδοση μπορεί και πρέπει ενδεχομένως να συνομιλεί και με τη σύγχρονη πραγματικότητα;

Π.Π.

Ναι, δεν γίνεται αλλιώς, αλλιώς τι παράδοση είναι αυτό; Μετά είναι μουσείο.

Ι.Π.

Ενδιαφέρον. Και επειδή είσαι και ένας νέος άνθρωπος που ασχολείται μ’ αυτό το κομμάτι, αναρωτιόμουν, η ενασχόλησή σου με την λαϊκή μουσική θεωρείς πως έχει κάποιο αντίκτυπο στο πώς αντιλαμβάνεσαι την παράδοση, πώς την επαναπροσδιορίζεις ενδεχομένως;

Π.Π.

Κάνε άλλη μία την ερώτηση, γιατί χάθηκα.

Ι.Π.

Ότι, ρε παιδί μου, η σχέση σου με την παράδοση, ποια θα έλεγες πώς είναι εν γένει στη ζωή σου; Την αγαπάς πάρα πολύ, αλλά λες και ότι την βλέπεις και ως κάτι που δεν πρέπει να μένει στάσιμο.

Π.Π.

Ναι, ακριβώς. Μα, δεν την βλέπω καν σαν παράδοση, την βλέπω σαν καθημερινότητα, σαν τρόπο ζωής. Ποτέ μου δεν το είδα σαν παράδοση. Δεν ένιωσα ότι εγώ είμαι ένας παραδοσιακός άνθρωπος, επειδή έχω ζήσει σε ένα χωριό, επειδή έχω μεγαλώσει εκεί ή ότι... Αυτά είναι η καθημερινότητα, είναι η ζωή μας. Τα ακούσματα αυτά είναι στη ζωή μου, δεν είναι ότι νιώθω παραδοσιακός... Δεν νιώθω παραδοσιακός. Όχι.

Ι.Π.

Και δεν ανήκει στο παρελθόν;

Π.Π.

Όχι, σε καμία περίπτωση.

Ι.Π.

Στην Άρτα που είπες ότι ήσουνα... Ενδιαφέρων τόπος και αυτός, η Ήπειρος, από μουσική άποψη. Πήρες νέα ακούσματα εκεί πέρα, συναναστράφηκες καθόλου μουσικούς Ηπειρώτες;

Π.Π.

Ναι, ναι. Με Ηπειρώτες όχι τόσο. Θα έλεγα ότι στην Άρτα λόγω των καθηγητών μου και λόγω του ότι το ήθελα πάρα πολύ και ήταν και το κομμάτι το οποίο με ενδιέφερε περισσότερο απ’ όλα, μυήθηκα ίσως λίγο παραπάνω στις μουσικές της Ανατολής γενικότερα και ειδικά στην Οθωμανική μουσική.

Ι.Π.

Και η προσέγγιση της σχολής ήταν παράλληλα και ερευνητική, εθνογραφική;

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Οπότε εκεί μελέτησες και την ιστορία;

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Το άκουσμα σε σχέση με τα νησιώτικα που ενδεχομένως είχες έρθει σε επαφή εσύ πριν, σου κέντρισε το ενδιαφέρον η διαφορά; 

Π.Π.

Κοίτα, λόγω του ρόλου που έπαιξε ο παππούς μου και το ράδιο της Τουρκίας σαν άκουσμα ήταν αυτό το οποίο κάποια στιγμή ακούγοντας περισσότερο τις μουσικές του «Καφέ Αμάν» και μέσω αυτής της μουσικής άκουγα και την τούρκικη μουσική μέσα σ’ όλο αυτό, ήταν κάτι το οποίο ήταν πάρα πολύ [00:50:00]δυνατό για μένα και είναι, δηλαδή, μέχρι σήμερα. Δεν θα πω ότι ήμουν μέσα σε αυτό το πλαίσιο από την αρχή, δούλεψα για να το καταφέρω και δουλεύω για να το καταφέρω ακόμα, για να μπορώ να μπω όσο πιο βαθιά γίνεται σε αυτό το στυλ μουσικής. Αλλά δεν ήταν κάτι ξένο, σε καμία περίπτωση.

Ι.Π.

Υπήρξε στην σχολή σου κάποιος δάσκαλος που να είχε έντονη επίδραση-

Π.Π.

Βέβαια, ήταν ο Μάρκος ο Σκούλιος. Αυτός ήταν και είναι ο μέντορας, ας πούμε.

Ι.Π.

Τι σου έδωσε συγκεκριμένα, αν μπορούσες να ξεχωρίσεις κάτι;

Π.Π.

Πέραν του ότι με έβαλε σε μια, σε έναν άλλο κόσμο, κυρίως σε έναν άλλο κόσμο, να δω με άλλο μάτι κάποια πράγματα στη μουσική, μου έδωσε επίσης πάρα πολλά εφόδια ακόμα και στη ζωή και στη στάση που πρέπει, όχι που πρέπει, που χρειάζεται και που μπορεί κάποιος να έχει στην ζωή του, ζώντας με αυτόν τον σεβασμό απέναντι στους συναδέλφους σου και ειδικά στη μουσική.

Ι.Π.

Αυτό που είπες, σαν μέντορας δηλαδή γενικότερα.

Π.Π.

Ναι.

Ι.Π.

Όταν αποφάσισες ότι θα βιοπορίζεσαι από τη μουσική, πώς σου φάνηκε αυτό σαν ιδέα αρχικά;

Π.Π.

Είναι λίγο δίκοπο μαχαίρι, είναι δίκοπο μαχαίρι... Θυσιάζεις πάρα πολλά πράγματα για να βιοποριστείς. Θυσιάζεις καταρχήν την ψυχή σου και ίσως είναι αυτό το πιο δύσκολο κομμάτι στη ζωή ενός μουσικού. Και ειδικά μουσικών που είναι πάρα πολλοί σαν κι εμένα, οι περισσότεροι πολύ καλύτεροι από μένα, οι οποίοι ασχολούνται με μία μουσική και με ένα στυλ το οποίο είναι... Δεν έχει σχεδόν καθόλου κοινό στην Ελλάδα, πολύ, πολύ μικρό κοινό, πάρα πολύ μικρό. Μιλώντας για το οθωμανικό τραγούδι, έτσι; Αν μιλήσουμε για το παραδοσιακό και τα πανηγύρια και όλα αυτά, εντάξει, εκεί οκ. Εκείνο είναι και το μόνο κομμάτι το οποίο μας δίνει μια καλή οικονομική, ας πούμε, λύση, πώς να το πω; Αλλά εκεί υπάρχουν θυσίες

Ι.Π.

Το ότι μπαίνει ο οικονομικός παράγοντας στην τέχνη σου;

Π.Π.

Ναι και το τι χρειάζεται να κάνεις για να είσαι… Για να μπορείς να έχεις αυτά τα χρήματα.

Ι.Π.

Άρα από αυτό που λες καταλαβαίνω ότι εσένα η βασική σου εστίασή σου είναι το οθωμανικό... Εννοώ αυτό που σε αφορά σε προσωπικό...

Π.Π.

Είναι η μουσική, είναι η μουσική.

Ι.Π.

Οκ, εν γένει.

Π.Π.

Η μουσική, ναι.

Ι.Π.

Ήθελα να σε ρωτήσω αν θυμάσαι το πρώτο κομμάτι που άκουσες και είπες: «Αυτό θέλω να μάθω να το παίζω» ή «Αυτό το κομμάτι θέλω να το ερμηνεύσω».

Π.Π.

Πάρα πολλά, πάρα πολλά..

Ι.Π.

Ναι, είναι δύσκολες αυτές οι ερωτήσεις... Θυμάσαι το πρώτο κομμάτι που ερμήνευσες όντας σε ένα live ή σε μια συναυλία;

Π.Π.

Δεν θυμάμαι.

Ι.Π.

Ήθελα να σε ρωτήσω επίσης, ανέφερες τον Fabio ως μια φιγούρα που ήταν καθοριστική για σένα ως καλλιτέχνη. Υπήρχε στο νησί και κάποιος μουσικός που ήτανε και δάσκαλος - δάσκαλος είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά - που μετά να είχατε μια πιο προσωπική σχέση, να ήταν αντίστοιχα σαν μέντορας όπως είπες όπως ήταν στην Άρτα. Υπήρχε και κάποιος από το χωριό, από την Σάμο;

Π.Π.

Σίγουρα ήταν ο ψάλτης του χωριού, ο Στέφανος ο Γεωργίου. Επίσης πολύ σημαντική προσωπικότητα για εμένα και ήταν και η μόνη επαφή που είχα με την μουσική, ίσως ήταν και το Ψαλτήρι. Δεν ήμουν ψάλτης ούτε έγινα ποτέ, αλλά ήταν αυτό το μέρος το οποίο ήταν κάτι που με μάγευε. Με μάγευε μουσικά, όχι θρησκευτικά.

Ι.Π.

Σε τι ηλικία αυτό, όταν ήσουν στο χωριό;

Π.Π.

Μόλις, ναι, ναι, μόλις γύρισα από Αθήνα, στα δεκαέξι - δεκαεπτά. Κατευθείαν δηλαδή πήγα και μπήκα εκεί. Και πήρα πάρα πολλά, πάρα πολλά πράγματα από αυτόν τον άνθρωπο και ακόμα πάω. Δηλαδή όταν θα πάω στο χωριό, θα πάω γι' αυτόν, βασικά.

Ι.Π.

Μάλιστα.

Π.Π.

Αλλά και μετά, εντάξει, γνώρισα πάρα πολύ κόσμο που τους θεωρώ δασκάλους. Ένας είναι και ο Γιώργος Κουμαραδιός, ο οποίος με ενέπνευσε περισσότερο, όχι τόσο στο κομμάτι της μουσικής, γιατί έχουμε πολύ διαφορετικές... Είμαστε από πολύ διαφορετικούς χώρους, θα έλεγα, αλλά κυρίως στο κομμάτι της διδασκαλίας. Επειδή είναι και ένα κομμάτι της μουσικής. η μουσική διδασκαλία, που με ενδιαφέρει σοβαρά. Ήταν ένας από τις εμπνεύσεις μου ο Γιώργος. Και μουσικά είναι και ο Βασίλης ο Σαράντου, που είναι ένας εξαιρετικός βιολιστής.

Ι.Π.

Με τη διδασκαλία έχεις πειραματιστεί ήδη καθόλου;

Π.Π.

Ναι, με τη διδασκαλία έχω, έχω μαθητές, διδάσκω, έχω κάνει κάτι σύνολα κατά καιρούς, είναι κάτι το οποίο μου αρέσει πάρα πολύ.

Ι.Π.

Σε τι ηλικίες διδάσκεις; Μικρότερα παιδιά ή-

Π.Π.

Έχω από δεκαέξι χρονών μέχρι, ξέρω ‘γώ, πενήντα, θα μπορούσα να πω.

Ι.Π.

Και σ’ αρέσει αυτό το κομμάτι της επικοινωνίας που απαιτεί η διδασκαλία;

Π.Π.

Είναι ένα… Πολλές φορές θα έλεγα ότι με συμπληρώνει κιόλας περισσότερο από ό,τι ένα live. Σίγουρα τώρα το να το λες έτσι είναι λίγο κάπως, αλλά...  Δηλαδή η απουσία του ενός και η ύπαρξη μόνο του ενός από τα δύο είναι λίγο κουραστική, ο συνδυασμός τους είναι κάτι το οποίο μου αρέσει πάρα πολύ. Μ’ αρέσει. Και η πράξη, αλλά και η διδασκαλία.

Ι.Π.

Και εσύ ο ίδιος γράφεις και μουσική;

Π.Π.

Προσπαθώ, προσπαθώ με μεγάλη αποτυχία, όπως είπα και πριν.

Ι.Π.

Είναι μια άλλη διαδικασία, φαντάζομαι.

Π.Π.

Είναι, ναι, ναι. Θέλει πάρα πολύ χρόνο και πολύ... Να κάτσεις πάνω από αυτό, να κρατήσεις, να πετάξεις, να λες ότι: «Τώρα το ‘χω» και το ξανακούς μετά από λίγο και λες: «Εντάξει, πέτα το, δεν είναι τώρα για πολλά - πολλά, μην το ψάχνεις».

Ι.Π.

Για εσένα τι είναι αυτό που καθιστά ένα τραγούδι λαϊκό;

Π.Π.

Η αγάπη του κόσμου…. Κυρίως θα έλεγα όμως αυτό που προκαλεί συγκίνηση στον απλό κόσμο, το οποίο μπορεί να [01:00:00]είναι πολλά πράγματα, μπορεί να μην είναι καν ελληνικό, έτσι; Πάλι λαϊκό είναι, κατά την γνώμη μου, σήμερα ειδικά. Σήμερα που ο κόσμος μιλάει ξένες γλώσσες και μπορείς να ακούσεις τα πάντα από όλο τον κόσμο, αυτό είναι… Δηλαδή όταν αγαπάει κάποιος ένα κομμάτι και τον συγκινεί, είναι λαϊκό... Και υπάρχει σε μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων. Αυτό.

Ι.Π.

Αρά και η δημιουργία αυτού… Όταν κάθεσαι να γράψεις ένα τραγούδι, έχεις και αυτό ως γνώμονα στο μυαλό σου;

Π.Π.

Φυσικά, υπάρχει κι αυτό. Υπάρχει, αλλά δεν είναι βασικός παράγοντας. Βασικός παράγοντας είναι αυτό που θα γράψω να αρέσει σ' εμένα.

Ι.Π.

Και λογικά άμα γυρίσεις σ' εσένα, κάπου εκεί θα συναντηθείς...

Π.Π.

Ναι, ναι, αλλά δεν το βλέπω σαν λαϊκός... Δηλαδή, εντάξει τώρα, το να γράψω μουσική για μένα είναι κάτι πολύ, πολύ μακριά ακόμα, δηλαδή για να πω ότι έγραψα κάτι και είναι για να το βγάλω παραέξω. Θεωρώ ότι σήμερα δεν υπάρχει μία λαϊκή μουσική. Είναι τόσες πολλές οι διαφορετικές μάζες που υπάρχουν, όπου δεν είναι πώς μιλάμε για το πριν είκοσι - τριάντα χρόνια που οι πατεράδες μας και οι μανάδες μας… Ήξερες ότι μιλάς για λαϊκή μουσική, ήταν αυτό, ήταν το μπουζούκι, ήταν συγκεκριμένοι αυτοί οι τραγουδιστές που πέρασαν. Σήμερα υπάρχουν πάρα πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις και πάρα πολλά διαφορετικά στιλ ανθρώπων και μουσικών, οι οποίες πώς να μην τις θεωρείς λαϊκές; Σε καμία περίπτωση.

Ι.Π.

Πιστεύεις δηλαδή ότι όσες περισσότερες ταυτότητες υπάρχουν, αυτό αντανακλάται και στη μουσική;

Π.Π.

Αυτό ακριβώς, δεν υπάρχει μία ταυτότητα, βασικά.

Ι.Π.

Ενώ τότε που λες ήταν όλοι από ένα χωριό, από ένα μέρος...

Π.Π.

Ναι, ναι και υπήρχε. Και φυσικά και αυτό που λες μετά παίζει πολύ μεγάλο ρόλο, ας πούμε, και η καταγωγή του καθενός, φυσικά. Αλλά σε μία πόλη σαν την Αθήνα ειδικά δεν νομίζω ότι υπάρχει μία λαϊκή μουσική. Και αυτό που θεωρούνταν κάποτε λαϊκό, όπως ήταν και το ρεμπέτικο, και είναι ακόμα δηλαδή μία λαϊκή μουσική, οριακά τείνει να λογιοποιηθεί, οριακά. Δηλαδή όσοι θα ακούσουν, όσοι θα ασχοληθούν… Πάλι βέβαια με διαφορετικές… Δηλαδή όχι τόσο αυτοί που ασχολούνται με το μπουζούκι κυρίως και με τις μουσικές γύρω από το μπουζούκι, αλλά τόσο όσο αυτοί ασχολούνται με τις μουσικές του «Καφέ Αμάν» και τις πιο ανατολικές, εκεί δηλαδή υπάρχει μια τάση περισσότερο προς την λογιοποίηση, θα έλεγα.

Ι.Π.

Εσένα πώς σου φαίνεται αυτή η τάση;

Π.Π.

Είναι σημεία των καιρών. Δεν θα την κρίνω ούτε θετικά ούτε αρνητικά.

Ι.Π.

Υπάρχει κάποια αντίφαση εκεί όσον αφορά το… Το λαϊκό πρέπει να είναι προσιτό, σωστά;

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Η λογιοποίηση δηλαδή...

Π.Π.

Υπάρχει μια βασική διαφορά του τότε... Υπάρχουν βασικά πάρα πολλές διαφορές του τότε που στήθηκε αυτή η μουσική και τα πλαίσια ποια ήταν με το σήμερα. Στο σήμερα ο κόσμος είναι τόσο χαομένος που δεν μπορείς να κάτσεις, ας πούμε, να δώσεις τόση προσοχή, ώστε να ακούσεις τις λεπτομέρειες αυτής της μουσικής. Και είναι μια μουσική η οποία βασίζεται στη λεπτομέρεια. Δηλαδή αν της αφαιρέσεις τη λεπτομέρειά της, δεν έχεις τίποτα. Εντάξει, στο ρεμπέτικο, στο πιο λαϊκό, κτλ., υπάρχει αρμονία, υπάρχει και το πιο διασκεδαστικό και ο πιο διασκεδαστικός χαρακτήρας μέσα σε όλο αυτό, αλλά το «Καφέ Αμάν» και ο αμανές είναι μουσικές οι οποίες βασίζονται στη λεπτομέρεια και αν δεν σου δοθεί ο κατάλληλος χώρος να το ερμηνεύσεις, δεν ακούγονται.

Ι.Π.

Ο χώρος, όταν λες, το εννοείς κυριολεκτικά;

Π.Π.

Και κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Ι.Π.

Εσύ όταν τραγουδάς αμανέδες, επειδή πρόκειται για ένα είδος συγκεκριμένο που είναι φορτισμένο με μνήμες ρε παιδί μου, ιστορία,  αισθάνεσαι συναισθηματική φόρτιση;

Π.Π.

Όχι. Αισθάνομαι αυτό που χρειάζεται για να... Όπως θα πω ένα τραγούδι, όπως θα πω... Σίγουρα πρέπει να έρθεις σε μία κατάσταση του να… Αυτό που λένε να μερακλώσεις, για να το κάνεις. Ναι, αλλά μέχρι εκεί. Δηλαδή τώρα δεν θα μου περάσουν μνήμες, ξέρεις...

Ι.Π.

Ναι, δεν σε καταβάλλει.

Π.Π.

Ναι, δεν είδα και την Σμύρνη να καίγεται. Σίγουρα με συγκινεί. Θα κλάψω, αν ακούσω έναν καλό αμανέ. Θα συγκινηθώ. Όταν το κάνω εγώ, είναι κάτι το οποίο μ’ αρέσει, είναι ένα εργαλείο κατά κάποιον τρόπο.

Ι.Π.

Συνεχίζεις να ανακαλύπτεις και να βρίσκεις καινούρια παραδοσιακά τραγούδια;

Π.Π.

Ναι, ναι. Ναι, βέβαια, αλλά, εντάξει, παραδοσιακά…. Συνεχίζω να ανακαλύπτω τραγούδια, μουσικές. Δεν θα 'λεγα αν είναι... Βασικά δεν με νοιάζει αν θα είναι παραδοσιακό ή θα 'ναι σύγχρονο, οτιδήποτε... Με νοιάζει να μ’ αρέσει.

Ι.Π.

Ναι, ήταν λάθος το επίθετο, εννοούσα περισσότερο αν συνεχίζεις να ανακαλύπτεις κάποιο παλιό τραγούδι το οποίο δεν είχες συναντήσει.

Π.Π.

Ναι, βέβαια.

Ι.Π.

Έχεις κάποια πρόσφατη ανακάλυψη, έτσι, που να σου έμεινε, που να σου άρεσε πολύ, να θες να το προσθέσεις στο ρεπερτόριό σου;

Π.Π.

Δεν θυμάμαι... Δεν θυμάμαι.

Ι.Π.

Ήθελα να σε ρωτήσω αν έχεις κάποια χαρακτηριστική ανάμνηση από κάποιο live ή συναυλία. Έτσι κάποιο είτε ευτράπελο που έγινε είτε κάτι που σε συγκίνησε.

Π.Π.

Κοίτα, κάτι πολύ αστείο το οποίο είχε συμβεί κάποτε ήταν στο στο καφενείο του χωριού μου που εκεί έπαιζα…. Υπήρχαν φορές που έπαιζα μόνος μου ούτι - φωνή και το καφενείο ήταν των γονιών του κολλητού μου και κουμπάρου μου σήμερα, είμαστε συνομήλικοι, ο οποίος σέρβιρε εκείνη την ώρα στο μαγαζί και κάποια στιγμή περνάει από πάνω μου και ρίχνει έναν ολόκληρο δίσκο με ποτά πάνω στο κεφάλι μου.

Ι.Π.

Ενώ έπαιζες;

Π.Π.

Ενώ έπαιζα.

Ι.Π.

Και συνέχισες;

Π.Π.

Εντάξει, υπήρξε μια παύση, ας πούμε, έτσι λίγο να στεγνώσω και συνέχισα. Η πλάκα ήταν πόσο ντράπηκε εκείνος εκείνη την ώρα, ήταν απίστευτο. Κι εγώ εντάξει, ήμουν και πόσο χρονών τότε, είκοσι χρονών;

Ι.Π.

Σε είχε συγκινήσει ποτέ κάποιος, κάποιο σχόλιο που σου έχουν κάνει ή κάποιο σκηνικό συμμετοχής του κοινού ή οτιδήποτε που να νιώθεις ότι σου έμεινε αυτή η εμπειρία, αυτή η συναυλία;

Π.Π.

Ένα σχόλιο το οποίο με είχε συγκινήσει είναι από έναν ά[01:10:00]νθρωπο - πόσο να ‘ναι; - πενήντα χρονών πρέπει να ήταν αυτός ο άνθρωπος, ο οποίος μου είπε ότι: «Βάζω καμιά φορά στο youtube» κάποια τραγούδια που είχαμε παίξει «και βάζω και πίνω και συγκινούμαι» και αυτό μ' άρεσε. Το ότι υπάρχει αυτός ο άνθρωπος που συγκινείται.

Ι.Π.

Λιτά κι απέριττα.

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Ξέρεις τι ήθελα να σε ρωτήσω… Θα έλεγε κανείς ότι το κατεξοχήν τραγούδι που συνδέει ο κόσμος με την Σάμο είναι η «Σαμιώτισσα» και ήθελα να σε ρωτήσω αν υπάρχει κάποια ιστορία, ερμηνεία, κάποιος σαν αστικός θρύλος που έχουν βγάλει οι ντόπιοι γύρω από το τραγούδι, ποια μπορεί να είναι η Σαμιώτισσα.

Π.Π.

Η Σαμιώτισσα δεν είναι σαμιώτικο καταρχήν. Ναι, δεν ξέρω από πού είναι. Σίγουρα είναι πάντως σύνθεση δηλαδή των αρχών του… Τέλη του 19ου, αρχές του 20ού αιώνα. Σίγουρα όχι απ’ την Σάμο.

Ι.Π.

Οκ.

Π.Π.

Ναι. Ήταν σίγουρα κάποτε πολύ δημοφιλές τραγούδι και το είχαν ερμηνεύσει πάρα πολλοί τραγουδιστές στην δισκογραφία των εβδομήντα οκτώ στροφών στο ξεκίνημα κιόλας, από την Ελλάδα μέχρι την Αμερική. Πάρα πολλές ηχογραφήσεις.

Ι.Π.

Υπάρχει κάποιο τραγούδι ή καλλιτέχνης που τείνει να πρωταγωνιστεί στις γιορτές και τα πανηγύρια της Σάμου, δηλαδή κάποιο κλασικό, ας πούμε, ή διαφέρουνε; 

Π.Π.

Τραγούδι;

Ι.Π.

Ναι.

Π.Π.

Η «Σαμιώτισσα».

Ι.Π.

Παίζει;

Π.Π.

Παίζει, βέβαια, πώς δεν παίζει. «Πλατανιώτικο νερό». Και τώρα είναι κυρίως…. Μετά είναι τα κλασικά νησιώτικα που γνωρίζουμε όλοι. Δεν έχει πάρα πολλά, δεν έχει πάρα πολλά δικά της κομμάτια. Ή θα προέρχονται από την Μικρά Ασία ή από τις Κυκλάδες. Ή μάλλον έχει, αλλά δεν είναι τόσο γνωστά που να χρησιμοποιούνται, να έχουν ρόλο στα πανηγύρια.

Ι.Π.

Είχαμε αναφέρει σε μία προηγούμενη συζήτησή μας ότι κατά τη διάρκεια του κορονοϊού συμμετείχες και στην δημιουργία ενός εγχειρήματος, της Λαϊκής Ορχήστρας Σάμου. Θες να μας πεις λίγο πώς προέκυψε αυτό;

Π.Π.

Αυτό ήταν ιδέα μιας παρέας κυρίως στην οποία δεν ήμουν εγώ, εμένα με κάλεσαν για να στήσουμε ένα… Δεν υπήρχε δηλαδή καν ακόμα η ιδέα της Λαϊκής Ορχήστρας Σάμου. Ήταν, η ιδέα ήταν να γίνει ένα αφιέρωμα στον Ρούκουνα, στο οποίο δεν είχε γίνει ποτέ κάποια... Είχαν γίνει αφιερώματα αξιόλογα βέβαια, αλλά δεν είχε γίνει μια έρευνα και μια αποκλειστική δουλειά τόσο στοχευμένη, ας πούμε, πάνω στον συγκεκριμένο τραγουδιστή. Οπότε με κάλεσαν τα παιδιά, ο Αλέξανδρος και ο Παύλος και ο Γιάννης που παίζουμε μαζί, και στήσαμε το αφιέρωμα, το οποίο πήγε πολύ καλά και παίξαμε και καλά. Και, εντάξει, είναι και λίγο αναμενόμενο, ας πούμε, όταν είσαι στην Σάμο, ότι κάνοντας ένα αφιέρωμα στον Ρούκουνα, θα πάει καλά.

Ι.Π.

Πότε έγινε αυτό;

Π.Π.

Αυτό έγινε, το 2021 ξεκίνησε. Ήταν η δεύτερη ή τρίτη καραντίνα, αν θυμάμαι.

Ι.Π.

Έχω χάσει το μέτρημα.

Π.Π.

Κι εγώ έχω χάσει το μέτρημα.

Ι.Π.

Καλοκαίρι ήταν αυτό;

Π.Π.

Ξεκίνησαν οι πρόβες μες στην καραντίνα και το καλοκαίρι παίξαμε και παρουσιάσαμε το αφιέρωμα πρώτη φορά.

Ι.Π.

Και έτσι προέκυψε, επειδή πήγε τόσο καλά, να...

Π.Π.

Αφού πήγαινε καλά, είπαμε να δώσουμε και όνομα να το βαφτίσουμε. Και, εντάξει, το «Λαϊκή Ορχήστρα Σάμου» δόθηκε σαν όνομα για να δώσει έναν χαρακτήρα περισσότερο ανοιχτό και γενικό σε διάφορες μουσικές και όχι σε κάτι πιο συγκεκριμένο.

Ι.Π.

Και από τι όργανα συντελείται το σχήμα;

Π.Π.

Βιολί, τσίμπαλο, ούτι, κρουστά και κιθάρα. Και κοντραμπάσο.

Ι.Π.

Το τσίμπαλο τι είναι;

Π.Π.

Το τσίμπαλο είναι σαν το σαντούρι, ναι, ναι, με διαφορετικό κούρδισμα, ίσως και διαφορετικό ρόλο, θα ‘λεγα.

Ι.Π.

Οι ντόπιοι Σαμιώτες πώς το υποδέχτηκαν το εγχείρημά σας;

Π.Π.

Ενθουσιάστηκαν, ενθουσιάστηκαν, ναι. Ήταν κάτι πολύ δυνατό τότε, εντάξει, έκανε τον κύκλο του, δεν τελείωσε, υπάρχει ακόμα, αλλά με άλλον τρόπο σήμερα, η «Λαϊκή Ορχήστρα». Σημαντικό επίτευγμα της «Λαϊκής Ορχήστρας» είναι και τα μουσικά σεμινάρια, τα οποία γίνονται κάθε χρόνο στον Όρμο Μαραθοκάμπου. Και πλέον επειδή έχουμε φύγει, δεν είμαστε όλοι πια στη Σάμο, δεν υπάρχει αυτό το κομμάτι τού να δουλεύουμε όλοι μαζί, αυτό το οποίο συμβαίνει είναι να... Φέτος παίξαμε σε πανηγύρια, προσπαθήσαμε να κάνουμε αυτό. Εντάξει, παλεύουμε να προσεγγίσουμε έναν διαφορετικό ήχο, ένα διαφορετικό στυλ, λίγο πιο κοντά σε… Βασικά μουσικές στις οποίες απουσιάζει λίγο - πολύ ο ηλεκτρισμός, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Για μένα δεν έχει κανένα στόχο τού να αλλάξει τίποτα, δεν έχω κανέναν τέτοιο στόχο, απλά να υπάρχει και αυτό, ας πούμε να είναι μια διαφορετική νότα μέσα σ΄ ένα πλούσιο μουσικό τοπίο που έχει η Σάμος, ας πούμε, σήμερα, να είναι και αυτό. Να μπορεί δηλαδή κάποιος ο οποίος θέλει να ακούσει σαντούρι, βιολί, λαούτο, οτιδήποτε, τέτοια πράγματα, να μπορεί να πει ότι: «Υπάρχει και αυτό και ας πάμε να τα ακούσουμε». Θέλω να το ξεκαθαρίζω αυτό, γιατί πολλοί νομίζουν ότι είμαστε εδώ για να κάνουμε τους διασώστες. Δεν είμαστε διασώστες, μουσικοί είμαστε που γουστάρουμε να παίζουμε μουσική με μια άλφα αισθητική που μπορεί να διαφέρει από κάποια άλλη, εντάξει.

Ι.Π.

Βάζετε το πετραδάκι σας.

Π.Π.

Ακριβώς. Δεν θέλουμε να αλλάξει τίποτα.

Ι.Π.

Μιας που ανέφερες το μουσικό τοπίο της Σάμου. Θεωρείς ότι η Σάμος είναι ένας τόπος που αγκαλιάζει το μουσικό κομμάτι;

Π.Π.

Να σε διακόψω... Αυτό που είπα είναι η άποψή μου, δηλαδή μπορεί κάποια παιδιά της ομάδας να έχουν άλλη άποψη.

Ι.Π.

Εννοείται, εννοείται, εδώ ό,τι λες δικό σου είναι.

Π.Π.

Ναι, ναι, αυτό. Δηλαδή, δεν εκφράζω την «Λαϊκή Ορχήστρα Σάμου» απαραίτητα, μπορεί...

Ι.Π.

Όχι, την δική σου εμπειρία...

Π.Π.

Αυτό, το πώς το βλέπω εγώ-

Ι.Π.

Αυτό, οπότε μέσα από τη δική σου ματιά, εσύ ως μουσικός που έζησε στην Σάμο, θεωρείς ότι υπάρχει χώρος για άνθιση;

Π.Π.

Ναι, ναι. Η Σάμος έχει ένα πάρα πολύ πρόσφορο έδαφος αυτήν την στιγμή. Πάρα πολύ πρόσφορο έδαφος. Είναι και το Μουσικό Σχολείο που παίζει σημαντικό ρόλο και βγαίνουν νέοι μουσικοί οι οποίοι είναι εξαιρετικοί, εξαιρετικοί.

Ι.Π.

Το πιο νεανικό κοινό γενικά πώς αντιμετώπισε την ορχήστρα;

Π.Π.

Πολύ καλύτερα από ό,τι το το μεγαλύτερο. Δηλαδή έχουμε πάρα πολύ νέο κόσμο στα πανηγύρια, πάρα πολύ.

Ι.Π.

Και συνεχίζετε τώρα το καλοκαίρι, τα καλοκαίρια στα πανηγύρια;

Π.Π.

Ναι, είχαμε... Παίξαμε σε αρκετά πανηγύρια. Φέτος το κ[01:20:00]άναμε αυτό με τα πανηγύρια, ξεκίνησε και από πέρυσι, αλλά λίγο πιο μαζεμένα.

Ι.Π.

Λοιπόν, σε μια προηγούμενη συζήτησή μας μου είχες αναφέρει κάτι πολύ ενδιαφέρον που ήταν η συμμετοχή σου σε κάποια αποκριάτικα έθιμα που έχει η Σάμος. Και είχες πει μάλιστα ότι για σένα η Σάμος είναι οι Απόκριες, ότι είναι πολύ μεγάλο το γλέντι και το τζέρτζελο και ότι έχει πολύ ψωμί. Θες να μας πεις για κάποια από τα έθιμα του χωριού σου, στα οποία έχεις συμμετάσχει και εσύ ο ίδιος;

Π.Π.

Ναι, ναι, η Σάμος είναι… Δηλαδή αν κάποιος θέλει να γνωρίσει την Σάμο μέσα από τα έθιμά της, είναι ίσως το μόνο που έχει απομείνει τόσο έντονο που έχει μεγάλη συμμετοχή από κόσμο, είναι η Αποκριά. Με πάρα πολλά έθιμα, σε πάρα πολλά χωριά και διαφορετικά έθιμα από κάθε χωριό σε χωριό. Αυτό που γινόταν στον Πύργο που πρόλαβα εγώ και έχει να γίνει τώρα πάνω από πέντε χρόνια, πολύ παραπάνω, ήταν το έθιμο του Γιάνναρου. Όπου μαζευόμασταν κυρίως οι νέοι του χωριού, αν θυμάμαι καλά, το Σάββατο ήταν…. Ξημέρωμα Σαββάτου προς την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς ή Κυριακή της Αποκριάς, ξημέρωμα Καθαράς Δευτέρας. Δεν είμαι σίγουρος, γι’ αυτό. Αυτό που γινόταν είναι να μαζευόμαστε στο καφενείο του χωριού όλοι και πες σε πολύ, έτσι, γιορτινή ατμόσφαιρα, πολύ αλκοόλ. Κάποια στιγμή, τα ξημερώματα βγαίναμε στους δρόμους, κλέβαμε ρούχα από απλώστρες των ανθρώπων και με άχυρα ντύναμε και φτιάχναμε ένα ομοίωμα ανθρώπου και το βάζαμε πάνω σε μια σκάλα ξύλινη. Αυτός ήταν ο Γιάνναρος που πέθανε.

Ι.Π.

Υπάρχει κάποια ιστορία πίσω από αυτόν; Γιατί λέγεται Γιάνναρος;

Π.Π.

Δεν το γνωρίζω αυτό, αλλά απ' ό,τι γνωρίζω Γιάνναρος υπάρχει και σε άλλα νησιά, σαν έθιμο.

Ι.Π.

Μια διευκρίνιση αυτό το σκιάχτρο, ας πούμε, το φτιάχνατε επιτόπου, εκεί τα ξημερώματα, μεθυσμένοι;

Π.Π.

Ναι, ναι, ναι, εκεί, επιτόπου. Και μετά βγαίναμε στα καντούνια του χωριού….

Ι.Π.

Τι είναι τα καντούνια, συγγνώμη;

Π.Π.

Τα καντούνια είναι τα σοκάκια. Και κρατούσαμε τον Γιάνναρο, τραγουδούσαμε ένα, ένα... Τέλος πάντων, έναν στίχο ο οποίος είναι έτσι, λίγο shocking, και είχαμε και ένα βαρέλι σιδερένιο, μεγάλο, το οποίο το σέρναμε, τώρα φαντάσου αυτό το πράγμα να γίνεται 03:00 η ώρα τη νύχτα, να σέρνεις ένα βαρέλι, να το κοπανάς, να έχεις τώρα μια μεγάλη ομάδα πιτσιρικάδων και όχι μόνο.

Ι.Π.

Το βαρέλι γεμάτο;

Π.Π.

Όχι, όχι, άδειο για να κάνει φασαρία. Και γυρνούσαμε με αυτό, είχαμε και τον Γιάνναρο πάνω στην σκάλα και τον κάναμε την κηδεία και έπρεπε να περάσουμε έξω από όλα τα σπίτια του χωριού, όπου στην ουσία ζητούσαμε να μας ανοίξουν να μας κεράσουν, αλλιώς τα αντίποινα ήταν να βγουν τα άπλυτα του καθενός στη φόρα.

Ι.Π.

Μεταφορικά τα άπλυτα.

Π.Π.

Και κυριολεκτικά θα μπορούσα να πω.

Ι.Π.

Δηλαδή κουτσομπολιά;

Π.Π.

Κουτσομπολιά, ναι, ναι. Κουτσομπολιά. Ναι, ήταν λίγο... Ήταν λίγο βαρύ έθιμο. Κάποιοι δεν πέρναγαν πολύ καλά.

Ι.Π.

Φαντάζομαι όλοι στο χωριό ήξεραν για το έθιμο;

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Παρόλα αυτά υπήρχε κόσμος που δεν σας κέρναγε;

Π.Π.

Ναι, υπήρχε κόσμος που δεν άνοιγε.

Ι.Π.

Ενδεχομένως να κοιμόντουσαν κιόλας. Άρα, όταν δεν άνοιγαν, γινόταν αυτό που λες;

Π.Π.

Γινόταν, ναι. Εντάξει, εξαρτάται και το θάρρος που είχε και ο κάθε… Κι αυτός που ηγούνταν, ας πούμε, περισσότερο της ομάδας. Δηλαδή τώρα άμα είχες κανέναν πολύ σκληροπυρηνικό, καταλαβαίνεις ότι γινόταν... Μετά, την επόμενη μέρα υπήρχε συζήτηση στο χωριό. Αν ήταν πιο λάιτ τα πράγματα, ήταν μια ευχάριστη νότα, ας πούμε.

Ι.Π.

Πόσα άτομα ήσασταν και πηγαίνατε;

Π.Π.

Ήμασταν πολλοί, ήμασταν είκοσι - τριάντα...

Ι.Π.

Κι αυτός που ηγούνταν της ομάδας ήταν και αυτός που έχει...

Π.Π.

Η πιο δυνατή, πιο ισχυρή προσωπικότητα, ας πούμε, θα ήταν αυτός. Δηλαδή δεν ήταν κάποιος που τον ορίζαμε εμείς, ήταν κάποιος ο οποίος τράβαγε να έχει αυτόν τον ρόλο.

Ι.Π.

Και πώς τα έλεγε; Σε ποιον τα έλεγε τα κουτσομπολιά;

Π.Π.

Απ’ έξω από την πόρτα του σπιτιού, τραγουδιστά κιόλας.

Ι.Π.

Τα φώναζε δηλαδή να τα ακούσουν και οι γείτονες;

Π.Π.

Ναι, βέβαια, αυτός ήταν ο σκοπός.

Ι.Π.

Αυτά μπορεί να ήταν τώρα και φήμες ενδεχομένως, φαντάζομαι;

Π.Π.

Ναι, εντάξει, πού να τα ξέρεις...

Ι.Π.

Έχεις κάποιο στον νου σου το οποίο θα ήθελες να μοιραστείς, ενδεχομένως κάτι που να είχε γίνει μετά-

Π.Π.

Θυμάμαι έναν μπάρμπα ο οποίος είχε βγει με το λάστιχο και μας έβρεχε εκείνη την περίοδο... Κάποιοι άνοιγαν βέβαια και μας κέρναγαν. Υπήρχε και το άλλο το έθιμο που, ξέρεις, ντύνεσαι, αυτό είναι λίγο classic νομίζω. Ντυνόμασταν να μην μας αναγνωρίζουν και πηγαίναμε τώρα σε νορμάλ ώρες σε σπίτια και ζητούσαμε κέρασμα και κάναμε τα καρναβάλια μας. Είχε και μία λέξη, πώς τα λέγανε... Τους καρναβαλιστές ντυμένους κάπως τους έλεγαν…

Ι.Π.

Μασκαράδες;

Π.Π.

Όχι, όχι. Υπήρχε μια τούρκικη λέξη. Δεν τη θυμάμαι.

Ι.Π.

Οι στολές ήταν ό,τι θέλατε ή υπήρχαν και ορισμένες πιο έτσι-

Π.Π.

Ό,τι θέλαμε, ό,τι θέλαμε. Παλαιότερα, τους πιο παλιούς, εγώ δεν το έχω ζήσει αυτό, θυμάμαι ότι κάνανε την αρκούδα, ντύνανε έναν αρκούδα και είχε και τον γύφτο δίπλα και καλά με το ντέφι και της έπαιζε να χορεύει.

Ι.Π.

Αρκουδιάρης;

Π.Π.

Ο αρκουδιάρης ναι, αλλά σε αποκριάτικη, έτσι, ατμόσφαιρα, όχι με αληθινή αρκούδα. Ήταν η καμήλα που κάναμε. Η καμήλα ήταν ένα άρμα στην ουσία που φτιάχνονταν από κεφάλι, από κρανίο γαϊδάρου, το οποίο είχε μηχανισμό που ανοιγόκλεινε και το στόμα και μπαίνανε μέσα δύο άνθρωποι που το μετέφεραν, έμοιαζε σαν καμήλα με δύο καμπούρες.

Ι.Π.

Το έφτιαχναν από κοινού;

Π.Π.

Ναι, ναι, ναι, το είχαμε φτιάξει αυτό, το είχαμε ζήσει κι αυτό.

Ι.Π.

Αυτό ήταν σαν αποκριάτικη παρέλαση;

Π.Π.

Ναι, ναι, ναι, η καμήλα, έτσι το λέγαμε.

Ι.Π.

Είχες αναφέρει και

Π.Π.

Αυτό, βέβαια, το είδα και στην Ήπειρο ότι υπήρχε, στην Άρτα.

Ι.Π.

Είχες αναφέρει, θυμάμαι, κι ένα άλλο με έναν τρίφτη;

Π.Π.

Ναι, ο τρίφτης, το έθιμο του τρίφτη. Στολίζανε πάνω σε ένα ξύλο έναν τρίφτη και σ' τον έδιναν να τον φιλήσεις και σε γρατζουνούσανε και με αυτό.

Ι.Π.

Υπάρχει κάποια ιστορία πίσω από αυτό;

Π.Π.

Δεν γνωρίζω… Δεν γνωρίζω.

Ι.Π.

Αυτό υπάρχει πλέον;

Π.Π.

Το έχω προλάβει, δεν ξέρω πλέον… Δεν ξέρω, δεν γίνεται, αλλά το έχω προλάβει.

Ι.Π.

Και αυτό ήτανε τη μέρα της Αποκριάς;

Π.Π.

Αυτό ήταν την επόμενη μέρα από τον Γιάνναρο, που τον καίγανε τον Γιάνναρο μετά και γινόταν εκεί σαν ένα... Μαζί με την καμήλα δηλαδή που κάναμε, υπήρχε και ο τρίφτης

Ι.Π.

Καίγανε τον Γιάνναρο και μαζί και τα ρούχα του;

Π.Π.

Ναι, ναι, όλο, όλο αυτό.

Ι.Π.

Και πότε είπες ότι συμμετείχες εσύ σε αυτό;

Π.Π.

Ήταν πολλά χρόνια πριν, να 'ταν το '15; Ναι.

Ι.Π.

Και [01:30:00]ένα ακόμη νομίζω ανέφερες με...

Π.Π.

Το έχω προλάβει δυο - τρεις φορές αυτό νομίζω.

Ι.Π.

Τον Γιάνναρο;

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Ανέφερες ένα με μια συνοδεία οργάνων που ακολουθούσε έναν ντυμένο νύφη..;

Π.Π.

Ναι, αυτό ήταν οι απόπειρες τού να φτιάξουμε καρναβάλι, ας πούμε, στο χωριό που υπήρχαν πιο παλιά και εμείς σαν νέοι προσπαθήσαμε να το αναβιώσουμε, ο γάμος του Κουτρούλη όπως τον λέγαμε. Όπου υπήρχε το ζευγάρι που ήταν και οι δύο άντρες, ντυμένοι ο ένας νύφη, ο άλλος γαμπρός και με άρματα που μπορεί να φτιάχνονταν αυτοσχέδια από φορτηγά και, τέλος πάντων, τέτοια πράγματα, διασχίζαμε το χωριό όλο μέσα και με τη συνοδεία… Με όργανα τσαμπούνες, λαούτα... Τέτοια πράγματα και διάφορα… Διάφορους στίχους shocking…

Ι.Π.

Όλοι ήταν χυδαίοι;

Π.Π.

Όλοι, όλοι, όλοι.

Ι.Π.

Άρα δεν μπορούμε να πούμε κάποιους;

Π.Π.

Θυμάμαι πάρα πολύ λίγους, αλλά ναι…

Ι.Π.

Εσύ έπαιζες όργανα εκεί;

Π.Π.

Εγώ πήγαινα, έπαιζε λύρα τότε, συνόδευα με την λύρα. Έχω και κάτι φωτογραφίες.

Ι.Π.

Αυτό υπάρχει ακόμα;

Π.Π.

Δεν γίνεται στο χωριό πλέον. Από ό,τι έχω δει φεύγουν από το χωριό και πάνε, ας πούμε, στο Καρλόβασι και υπάρχει η παρουσία του Πύργου σαν ένα άρμα στο Καρλόβασι. Δυστυχώς. Εντάξει, δυστυχώς η επαρχία πεθαίνει, πεθαίνει. Ο κόσμος λιγοστεύει... Και δεν σ’ αφήνουν εύκολα να ζήσεις εκεί. Δηλαδή ναι μεν, ωραία, θα μου πεις: «Γιατί έφυγες;», γιατί δεν μπορώ να εκπληρώσω, ας πούμε, τα όνειρά μου εκεί.

Ι.Π.

Θα ήθελες την προοπτική που σου δίνει η Αθήνα να μπορούσες να την βρεις στην Σάμο;

Π.Π.

Ναι, ναι.

Ι.Π.

Ιδανικά δηλαδή...

Π.Π.

Ιδανικά, ναι. Μπορεί να στηθεί, μπορεί να στηθεί στο μέλλον, αλλά ίσως δεν είναι η κατάλληλη ώρα ακόμα... Για μένα τουλάχιστον.

Ι.Π.

Τώρα που ζεις στην Αθήνα πλέον, σου λείπει το νησί;

Π.Π.

Μου λείπουν κάποια πράγματα, μου λείπουν κάποια, αλλά σίγουρα τις ευκαιρίες που μου δίνει η πόλη, η Αθήνα, δεν τις αλλάζω με τίποτα.

Ι.Π.

Νιώθεις σπίτι σου κι εδώ;

Π.Π.

Ναι, βέβαια. Νιώθω λίγο εκτός. Κάποια πράγματα τα βλέπω και καταλαβαίνω ότι δεν μου ταιριάζουν.

Ι.Π.

Π.χ.;

Π.Π.

Δεν ξέρω τώρα συγκεκριμένα.

Ι.Π.

Σαν γενικότερο κλίμα.

Π.Π.

Σαν γενικότερο κλίμα, ναι, ναι.

Ι.Π.

Δεν μπορείς να φτιάξεις το κοπάδι σου εδώ.

Π.Π.

Σίγουρα όχι, αυτό. Και λίγο κάποιες… Έτσι... Και η νοοτροπία του κόσμου δηλαδή, καλά, στην Σάμο είναι δύσκολο. Είναι μια νοοτροπία στην οποία ένας ο οποίος δεν είναι μυημένος είναι δύσκολο να μπει, δηλαδή μπορεί και να παρεξηγηθείς από αυτά που θα ακούσεις. Αυτά δεν μπορείς να τα πεις εδώ, πρέπει λίγο να προσέχεις τι λες.

Ι.Π.

Στην αρχή σού ξένισε αυτό κάπως;

Π.Π.

Όχι, είμαι πολύ προσαρμοστικός άνθρωπος.

Ι.Π.

Παναγιώτη, εγώ δεν έχω κάποια άλλη ερώτηση, αλλά άμα θέλεις εσύ κάτι να προσθέσεις...

Π.Π.

Ευπροσάρμοστος έπρεπε να πω...

Ι.Π.

Όχι, καλέ, και προσαρμοστικός, μια χαρά! Ναι, δεν ξέρω, εσένα πώς σου φάνηκε; Θέλεις κάτι να πεις, να προσθέσεις κάποιο βίωμα που μπορεί να μην καλύψαμε;

Π.Π.

Μπα, όχι, νομίζω ότι όλα τα είπαμε.

Ι.Π.

Ωραία, ευχαριστούμε πάρα πολύ που μοιράστηκες την ιστορία σου!

Π.Π.

Εγώ ευχαριστώ!

Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.

Περίληψη

O Παναγιώτης Παναγάκης είναι ένα νεαρός Σαμιώτης μουσικός που τραγουδάει και παίζει ούτι «για να συνοδεύσει τη φωνή» του. Γυρνώντας πίσω στα παιδικά του χρόνια στην Σάμο και την Νίκαια, ο ίδιος θυμάται αναμνήσεις που τον σημάδεψαν, ανθρώπους που τον ενέπνευσαν και ακούσματα που καθόρισαν τη μουσική του ταυτότητα. Καθώς ξετυλίγει τη σχέση του με τη λαϊκή μουσική, καταλήγει στο ότι η παράδοση δεν είναι τίποτα άλλο παρά η καθημερινή ζωή μας.


Αφηγητές/τριες

Παναγιώτης Παναγάκης


Ερευνητές/τριες

Ιωάννα Παμούκογλου


Δεκαετίες

Ιστορικά Γεγονότα

Τοποθεσίες

Ημερομηνία Συνέντευξης

02/10/2023


Διάρκεια

94'