© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

«Σαντορίνη: πηγή εμπνεύσεως!», ο Εμμανουήλ Λιγνός αφηγείται

Κωδικός Ιστορίας
25451
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Εμμανουήλ Λιγνός (Ε.Λ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
21/09/2023
Ερευνητής/τρια
Μάρκος Μπουκετσίδης-Σκουρτέλης (Μ.Μ.)
Μ.Μ.:

[00:00:00]Είναι Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2023. Είμαι με τον Εμμανουήλ Λιγνό, εκδότη της εφημερίδας Θηραϊκά Νέα και είμαστε στην Πολιτεία. Εγώ ονομάζομαι Μάρκος Μπουκετσίδης-Σκουρτέλης, είμαι ερευνητής στο Istorima και ξεκινάμε. Κύριε Λιγνέ, θα μπορούσατε να μου μιλήσετε για τα παιδικά σας χρόνια;

Ε.Λ.:

Γεννήθηκα στο Κοντοχώρι Φηρών, Θήρας, το 1942. Σε ηλικία, όμως, οχτώ ετών, μετακομίσαμε με την οικογένειά μου στον Πειραιά, στην Καλλίπολη του Πειραιά, όπου διαβιούσαν τότε και διαβιούν και σήμερα πάρα πολλοί Σαντορινιοί. Τέλειωσα το δημοτικό σχολείο στην Καλλίπολη και στη συνέχεια φοίτησα στο 1ο Πρότυπο Γυμνάσιο Αρρένων Πειραιά, μετέπειτα Πρότυπο Ιωνίδειο Σχολή. Στη συνέχεια, πέρασα στο πανεπιστήμιο και στην Πάντειο με την πρώτη προσπάθεια, αλλά προτίμησα τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στη συνέχεια, μετά τις σπουδές μου, ασκήθηκα σε ένα δικηγορικό γραφείο και απέκτησα την άδεια του δικηγόρου, σε ηλικία... μετά βέβαια τη στρατιωτική μου θητεία, η οποία ήτανε και μακρά, διότι έχω βγάλει δύο σχολές, τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού στο Ηράκλειο Κρήτης και στη συνέχεια τη Σχολή Στρατολογίας στην Αθήνα. Τώρα έχω τον βαθμό του Ταγματάρχου, του Έφεδρου Ταγματάρχου Πεζικού και Στρατολογίας. Πάει, λοιπόν, αυτό. Και γιατί δεν είναι μόνο ότι υπηρέτησα δεκαοχτώ μήνες τη στρατιωτική μου θητεία, υπηρέτησα άλλους έξι μήνες στην επιστράτευση του 1974, πάλι στο Στρατολογικό Γραφείο. Η στρατιωτική μου θητεία περιλάμβανε και δύο μήνες στην ακριτική Χίο, το Ειδικό Τάγμα Νήσων. Για αυτά πρέπει να διηγηθούμε άλλες ιστορίες. Πάει καλώς. Τελειώσαμε, λοιπόν, και το ‘74. Έγινα, είπαμε, δικηγόρος στην Αθήνα. Παράλληλα, όμως, πάντοτε είχα ασχολίες περί τα πολιτιστικά. Δηλαδή, είμαι Επίτιμος Πρόεδρος της Ένωσης Κυκλαδικού Τύπου, διότι διετέλεσα ως ο μακροβιότερος Πρόεδρός της. Είμαι Επίτιμος Γενικός Γραμματέας της Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών —όπου μέλη είναι μόνο επιστήμονες Κυκλαδίτες, έτσι;— και μου απονεμήθηκε κι εκεί για τη μακριά θητεία μου, η οποία ήταν και καρποφόρος, με συνέδρια, με ένα σωρό εκδόσεις, πράγματα. Μου απονεμήθηκε, λοιπόν, και εκεί ο τίτλος του Επιτίμου Γενικού Γραμματέα της. Παραμένω, επίσης, Γραμματέας του Κοινωφελούς Οργανισμού Κυκλάδων Νήσων, ενός οργανισμού ο οποίος είχε μεγάλη δράση, ιδιαίτερα την περίοδο της Κατοχής και ενίσχυσε τους φτωχούς ανθρώπους στα νησιά τότε να επιβιώσουν. Μια άλλη μου δραστηριότητα είναι ότι είμαι υπεύθυνος των δημοσίων σχέσεων του Κέντρου Ελληνο-Ρωσικών Ιστορικών Ερευνών, ΚΕΡΙΕ λέγεται αυτό, με στόχο τη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ όχι Ελλάδος μόνο και Ρωσίας, αλλά και Σαντορίνης και Ρωσίας, διότι οι Σαντορινιοί είχανε με αφορμή τη μεταφορά κρασιού Βισάντου, δηλαδή του πολύ γλυκού κρασιού, που πηγαίνανε με τα ιστιοφόρα στην τότε Ρωσία, Αγία Ρωσία, για την Αγία Μετάληψη. Επιστρέφοντας τώρα, αυτοί οι καραβοκύρηδες φέρνανε του κόσμου τις οικοσκευές, πολυτελείας σερβίτσια, πράγματα, με τα οποία εμπλουτίσανε τα καπετανόσπιτα της Σαντορίνης. Παράλληλα, όμως, φέρνανε και τάματα για τις εκκλησίες. Υπάρχει ειδική μελέτη με τον συνάδελφό μου στο ΚΕΡΙΕ, τον δόκτορα Πάνο Στάμου, που έχουμε ασχοληθεί με τα σκεύη, τα ιερά, τα προερχόμενα από τη Ρωσία και βρίσκονται σε εκκλησίες της Σαντορίνης. Τώρα είπαμε, έχω αναμιχθεί στα κυκλαδικά κοινά, εκτός απ' τα θηραϊκά. Στα θηραϊκά κοινά έχω... επί χρόνια ήμουν Πρόεδρος της Πανθηραϊκής Ενώσεως, η οποία είχε συνενώσει όλα τα σωματεία της Σαντορίνης, που είχαν ιδρυθεί και δραστηριοποιούνταν για τα χωριά της Σαντορίνης, αλλά παράλληλα είχαν δραστηριότητες και στην Αθήνα για τους, στην Αθήνα και Πειραιά, Θηραίους. Με πάλι και εδώ πολύ ωραίες εκδηλώσεις, με έντονο πάντα το λαογραφικό στοιχείο. Αυτός ήταν ο στόχος μας, να προβάλουμε τη Σαντορίνη μέσα από τα ήθη και τα έθιμα. Κάθε χρόνο την ημέρα των Θεοφανίων, η ΕΡΤ 2 μεταδίδει ακόμα και τώρα την εκπομπή Λαογραφικός Όμιλος Σαντορίνης: «Τα Φωτοκάλαντα», που είναι ένα πάρα πολύ... Όχι πανελλαδικά υπάρχουν, αλλά στη Σαντορίνη υπάρχει ένας ειδικός, ας πούμε, τρόπος που τραγουδιούνται αυτά τα φωτοκάλαντα και γι' αυτό το αναμεταδίδει η ΕΡΤ. Το 'χουμε γυρίσει στην Πλάκα πριν πάρα πολλά χρόνια, δεκαετίες, αλλά είναι πάρα πολύ χαρακτηριστικό και γι' αυτό το μεταδίδει. Έχω κάμνει πολλές εκπομπές στην τηλεόραση σχετικά με τη Σαντορίνη γενικά, αλλά και για τις εκδόσεις που έχω επιμεληθεί, όπως είναι οι πολλές: πολυσυλλεκτικοί τόμοι Δανέζη 1971 και 2001. Παράλληλα, έχω κάμει ανθολόγηση κειμένων, το πολύ ωραίο λεύκωμα των εκδόσεων Μίλητος, Σαντορίνη, πινελιά στο Αιγαίο. Αυτά ίσως είναι τα κυριότερα. Να πούμε ότι πρόσφατα με ανακήρυξαν επίτιμο δημότη της Θήρας, διότι είχα μεταδημοτεύσει στον Πειραιά και έτσι όλοι απορούσανε: «Μα, δεν είσαι δημότης;» Είχα μεταδημοτεύσει, γιατί είχα βάλει υποψηφιότητα για δημοτικός σύμβουλος στον Πειραιά. Επομένως, με ανακήρυξαν με μια συγκινητική τελετή πρόσφατα στη Σαντορίνη, επίτιμο δημότη Θήρας, με κοσμοσυρροή, ας είναι καλά ο κόσμος, που ήθελε έτσι να δείξει την αγάπη του σε μένα και στην προσφορά μου στη Σαντορίνη.

Μ.Μ.:

Επειδή γνωρίζω ότι έγινε σχετικά πρόσφατα, πώς νιώσατε, όταν σας τιμήσανε;

Ε.Λ.:

Ήμουνα σε [00:10:00]τόσο έντονη συγκινησιακή φόρτιση, που δεν θυμάμαι ακόμα ούτε ποιοι μιλήσανε ούτε τι λέγανε, σε τέτοια συγκινησιακή. Ένα μόνο θα αναφέρω, ότι ο ακαδημαϊκός, σπουδαίος γιατρός, Χαράλαμπος Ρούσσος, υπογράμμισε την ανιδιοτέλειά μου, ότι όσα έχω προσφέρει εγώ δεν ζήτησα ούτε την ψήφο των Σαντορινιών ούτε την ενίσχυσή τους. Είχα, όμως, εκτίμηση από πολλούς ανθρώπους. Και πρέπει να πω ότι ο περίφημος Αριστείδης Αλαφούζος, ο ευεργέτης αυτός της Σαντορίνης, ο περίφημος εφοπλιστής, πολιτικός μηχανικός, εκδότης της Καθημερινής και τα λοιπά, μου είχε κάθε χρόνο ενίσχυση τρεις χιλιάδες εκατομμύρια ή μετέπειτα τρεις ευρώ, κάθε χρόνο, συνεισφορά του για να συνεχίσω να εκδίδω τα Θηραϊκά Νέα.

Μ.Μ.:

Μάλιστα. Γίνεται να μου μιλήσετε με το πότε ξεκινήσατε να εκδίδετε τα Θηραϊκά Νέα;

Ε.Λ.:

Τα Θηραϊκά Νέα εκδόθηκαν το 1958 ως πολιτική εφημερίδα, διότι τότε στη Σαντορίνη υπήρχαν άλλες δύο εφημερίδες: Σαντορίνη και η Θηραϊκή Φωνή, οι οποίες, όμως, υποστήριζαν τον εφοπλιστή Μάρκο Νομικό, βουλευτή της ΕΡΕ. Ενώ ένας άνθρωπος γλυκύτατος, ανιδιοτελής, που ήταν ο προστάτης των φτωχών και των αδυνάτων, ο περίφημος Κάτων Ασιμής, δεν έβγαινε ποτέ βουλευτής, διότι δεν έπαιρνε από τα άλλα νησιά την αναλογία ψήφων, για να 'ρθει πάνω. Ο Νομικός, όμως έπαιρνε πάρα πολλά ψήφους και από άλλα νησιά, ιδίως απ' τη Μήλο, κι έτσι έβγαινε βουλευτής. Δυστυχώς, ο Κάτων Ασιμής δεν βγήκε ποτέ βουλευτής. Και όταν επήλθε πλέον καιρός να ΄βγαινε βουλευτής, λόγω της συνεργασίας Μαρκεζίνη με —δεν θυμάμαι τώρα, τότε με Παπάγο; Κάτι θυμάμαι,—... πέθανε. Και τότε βγήκε για πρώτη φορά βουλευτής Κυκλάδων ο Νικόλαος Αλαβάνος, ο σπουδαίος αυτός άνθρωπος, προστάτης κι αυτός όλων των αναξιοπαθούντων.

Μ.Μ.:

Θα ήθελα να σας ρωτήσω ποιος έγραφε τα άρθρα; Υπήρχε συντακτική επιτροπή;

Ε.Λ.:

Καταρχήν, εγώ είμαι στα τυπογραφεία και στη δημοσιογραφία από δεκαοχτώ ετών. Έτσι, ο πατέρας μου ήταν ολιγογράμματος, δεν ήτανε εγγράμματος πολύ, και έτσι μπήκα μαθητής του γυμνασίου —του λυκείου τότε, δηλαδή του τέλος του γυμνασίου, ήταν εξατάξιο τότε—, που είχα συμμετοχή και στο μαθητικό περιοδικό που βγάζαμε τότε στην Ιωνίδειο, στο Πρότυπο Πειραιά, με έναν περίφημο παιδαγωγό, τον σπουδαίο Αλέξανδρο Καρανικόλα. Είχα, όμως, την τύχη να έχω σπουδαίους φιλόλογους. Στα μαθηματικά καταλαβαίνετε ότι με το ζόρι περνούσα, αλλά είχα σπουδαίους φιλόλογους, οι οποίοι και τρόπον τινά —πρώτη μου εργασία σαν μαθητής τελειόφοιτος— τι μας βάζανε εκεί σ' αυτό το σχολείο; Μιλάμε τώρα για πράγματα, που και σήμερα φαίνονται πρωτάκουστα. Μας θα αναθέτανε να μελετήσουμε έναν πεζογράφο, έναν ποιητή και να τον παρουσιάσουμε στην τάξη μας. Με ποιον είχα ασχοληθεί εγώ; Με τον περίφημο Γεράσιμο Μαρκορά της Επτανησιακής Σχολής και ένα σπουδαίο έργο του, τον Όρκο, που διαδραματίζεται στα γεγονότα της εξόδου του Μεσολογγίου. Έτσι λοιπόν, φιλολογών εκών άκων, παρότι ήμουνα νομικός, ασχολήθηκα με τη λογοτεχνία. Όμως, το απωθημένο μου ήταν η λαογραφία, διότι, όταν έβγαζα την εφημερίδα, τι έκανα; Εντόπιζα μεγάλους ανθρώπους και εδώ, στην Αθήνα και στον Πειραιά και στη Σαντορίνη, απ' τους οποίους μάζευα πρωτότυπο λαογραφικό υλικό. Ακένωτη πηγή ήταν μια της γιαγιάς μου συννυφάδα, Λεμονιά Καρβούνη, η οποία ήταν ακένωτη πηγή! Το τι θυμόταν αυτή η γυναίκα, παρόλο που είχε περάσει τα ογδόντα χρόνια! «Το Λεμονίδι», έτσι ονομαζόντουσαν τότε τα γυναίκεια, «το Μαρουλίδι», «το Λεμονίδι», «το —ή εις άκι— Κυριακάκι», «το Κυριακάκι», «το Μαρουκάκι» και δεν έχει και... τέτοια πράγματα. Αυτή, λοιπόν, ακένωτη πηγή και όλα αυτά είναι αποθησαυρισμένα στα Θηραϊκά Νέα. Έχω αρχίσει τη διαδικασία να βγει ένα βιβλιαράκι, διότι τα βιβλία μένουν εις τον αιώνα, όλα τα άλλα έρχονται και παρέρχονται.

Μ.Μ.:

Να σας ρωτήσω, τι σας έκανε να θέλετε να ασχοληθείτε με τη λαογραφία της Σαντορίνης;

Ε.Λ.:

Το απωθημένο μου ήταν η φιλολογία, κακώς έγινα νομικός. Τουλάχιστον ήθελα να γίνω δάσκαλος, αλλά με την ευρεία έννοια, και το μετανιώνω. Εγώ υπολήπτομαι, κατά σπουδαιότητα, πρώτα τους οδοκαθαριστές! Το 'χετε συνειδητοποιήσει, αν δεν ήταν οι οδοκαθαριστές, από ποια ασθένειες θα προσβαλλόταν αυτή η συγκέντρωση του πληθυσμού στις πόλεις; Μετά τις νοσηλεύτριες και τους νοσηλευτές, άλλη προσφορά, κοινωνική. Μετά θα πάω στους δάσκαλους, όχι στους καθηγητές, έχει διαφορά. Ο καθηγητής θα κάνει και τα ιδιαίτερά του, θα απασχοληθεί και όπου αλλού. Ένας δάσκαλος σ' ένα απομακρυσμένο μέρος τι μπορεί να κάνει; Τίποτε, αρκείται στον μισθό του. Ποιο είναι το δράμα στη Σαντορίνη; Πού να πάει να διοριστεί δάσκαλος στη Σαντορίνη ή νέος γιατρός; Με τα 1.200 τόσο που παίρνει, που η γκαρσονιέρα στη Σαντορίνη —η πιο φτηνή— είναι 800 ευρώ; Εδώ πρέπει να αναφέρω, λοιπόν, πως υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι βλέπουν τα πράγματα με άλλο πρίσμα. Αυτός που προανέφερα, ο καθηγητής, ο Ρούσσος, τι σκέφτηκε; Σκέφτηκε να κάνει κατοικίες γιατρών στο νοσοκομείο, για να μην πληρώνουν ενοίκιο. Το φαντάζεστε τι κίνητρο είναι αυτό για τους νέους γιατρούς που δεν πάνε. Τι να κάνουν; Ενώ οι εδώ γιατροί, στην πρωτεύουσα, τι κάνουνε; Κάνουνε και νυχτερινές βάρδιες σ’ ιδιωτικές κλινικές, εκεί πού να κάνουνε; Είναι πράγματα πρακτικής. Αν δεν τα αντιμετωπίσεις στην πράξη, είσαι εκτός πραγματικότητος κι ας λες μεγαλεπήβολα σχέδια.

Μ.Μ.:

Θα μπορούσατε να μου μιλήσετε λίγο για το κοινό των Θηραϊκών Νέων;

Ε.Λ.:

Ποιο;

Μ.Μ.:

Το κοινό, οι αναγνώστες.

Ε.Λ.:

Τα Θηραϊκά Νέα ήταν ο συνδετικός κρίκος μεταξύ του [00:20:00]νησιού, των κατοίκων του νησιού, αλλά και όλων των άλλων που ξενιτεύτηκαν, όπως λέμε εμείς, ή να 'ρθουν στην Αθήνα ή στον Πειραιά ή να πάνε στην Αμερική ακόμα και σε όλη την Ευρώπη. Ήταν ο συνδετικός κρίκος και περιμένανε αυτά, τα Θηραϊκά Νέα, γιατί ξέρετε ποιο είναι το πρακτικότερο; Ποιος ζει, ποιος πέθανε, ποιος παντρεύτηκε, αυτές ήτανε το ενδιαφέρον του κόσμου. Μην πας στη Σαντορίνη και λες: «Μα τι κάνει η μάνα σου;» και απαντάνε οι άνθρωποι: «Κάμα η μάνα μου έχει πεθάνει τώρα δέκα χρόνια» κι εσύ λοιπόν... Ένας την έπαθε, πολιτευτής, λέει: «Τι κάμει η μητέρα σου, αγαπητέ μου;». Λέει: «Μα κυρία —ξέρω ΄γω— δεν ξέρετε ότι έχει πεθάνει δέκα χρόνια; Από τότε, λοιπόν, αυτός τι εφάρμοσε; Το εξής έξυπνο: «Τι κάνουνε οι δικοί σου, αγαπητέ μου;», οπότε ζωντανοί και πεθαμένοι τούς περιλάμβανε.

Μ.Μ.:

Άρα ο σκοπός της εφημερίδας ήταν να ενώσει τη διασπορά των Σαντορινιών—

Ε.Λ.:

Να υπάρχει ο σύνδεσμος μεταξύ των ξενιτεμένων... Γιατί έτσι λέγανε στη Σαντορίνη: «Πότε θα φύγεις, θα πας στην ξενιτιά;». Εννοούσαν όχι να πας στο εξωτερικό, να πας στην Αθήνα, στον Πειραιά κυρίως και στην Αθήνα. Γιατί τι γινότανε; Ερχόταν ένας απ’ τη Σαντορίνη και πήγαινε, ας πούμε, στην Καλλίπολη. Όλοι οι γνωστοί, οι συγγενείς και τέτοιοι πηγαίνανε κοντά του, να πάρουνε κάνα οικοπεδάκι, να χτίσουνε. Αυτοί ήτανε κυρίως στον Πειραιά, οι Οιάτες. Οι Μεσαγωνιάτες, πήγε ένας πάνω στο Κοντόπευκο, στην περιοχή Αγίας Παρασκευής και εκεί μαζευτήκανε ένα σωρό Μεσαγωνιάτες, δηλαδή το σημερινό Καμάρι, μέχρι εκκλησία χτίσανε, σχολείο χτίσανε, εκδηλώσεις κάνουνε και είναι... βγάλανε και δημοτικό σύμβουλο, όχι μόνο έναν. Άλλοι, πολλοί επίσης, συγκεντρωθήκανε στο Μπραχάμι, δηλαδή στον Άγιο Δημήτριο για τον ίδιο σκοπό. Ήρθε ένας, έφερνε άλλους, άλλους, άλλους. Τότε εκείνα ήταν εκτός σχεδίου, χωράφια —μιλάμε για τον συνοικισμό Ασυρμάτου κατοικείται κυρίως από Σαντορινιούς— και μετά φύγανε προς την Αργυρούπολη, όπου έχουνε κάνει στέγη τα Θηραϊκά Σωματεία, ιδιόκτητη και κάνουμε πολλές εκδηλώσεις, ιδίως την Πρωτοχρονιά, κάθε χρόνο, την Πρωτοχρονιά. Κάθε σύλλογος κάνει διαφορετική μέρα. Μιλάμε Σύλλογος Κοντοχωριανών, Εξωγωνιατών, Πυργείων και άλλοι, που φιλοξενούνται στην αίθουσα αυτή και κάνουνε τις εκδηλώσεις τους. Ιδίως γύρω απ' την Πρωτοχρονιά γίνονται αυτά. Α, μεταφέρανε επίσης οι Σαντορινιοί στην Αθήνα τις θρησκευτικές εκδηλώσεις. Δηλαδή, στην Κολοκυνθού, στην Παναγία στην περιοχή Κολοκυνθού, κάθε χρόνο κάνουν γιορτή οι Μεγαλοχωριανοί, έτσι; Στην Αγία Βαρβάρα, στην Ηλιούπολη, επειδή είναι κοντά κι η στέγη, κάνουν οι Εξωγωνιάτες, οι Πυργιανοί και οι Κοντοχωριανοί. Όταν λέμε κάνουν εκδήλωση, μην νομίζετε... κάνουν κανονική πανήγυρη με φάβα, με κρασιά, με προσφορές γλυκών και ό,τι άλλο φανταστεί ο νους σας, συνεισφέροντας όλοι, τα μέλη αυτών των συλλόγων, έτσι; Καθένας κάνει τη δική του γιορτή.

Μ.Μ.:

Ποια ήταν η αγαπημένη σας γιορτή, το αγαπημένο σας πανηγύρι; Θυμάστε κανένα;

Ε.Λ.:

Εδώ ή στη Σαντορίνη;

Μ.Μ.:

Και εδώ και στη Σαντορίνη.

Ε.Λ.:

Στη Σαντορίνη πάντοτε παρέμεινα και παραμένω, για να εορτάσω τη γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού στην Περίσσα, γιατί υπήρξα Πρόεδρος της Πανθηραϊκής ενώσεως, η οποία ανοικοδόμησε τον ναό αυτόν τον μεγαλόπρεπο, με πέντε τρούλους, τεράστιο! Η μεγαλύτερη εκκλησία της Σαντορίνης, έτσι; Και υπήρξε η πρόταση να κάνουμε ένα μικρό παρεκκλήσιο, αλλά σηκωθήκανε και διαμαρτυρόντουσαν οι Έμποροι, οι κάτοικοι του Εμπορίου, οι Μποριανοί και οι ντόπιοι και στην Αθήνα: «Όχι, ο ναός να γίνει όπως ήτανε, τεράστιος». Και ποιο είναι το άλλο; Ότι είναι οικοδομημένος πάνω στην άμμο. Αλλά ένας αρχιμάστορας της εποχής εκείνης, Σαλίβερος Μπαντζάνης ονόματι, τι έκανε; Έκανε πάνω στην άμμο ένα πλάτωμα —όχι, βέβαια, με μπετόν, γιατί δεν υπήρχε τότε—, ένα πλάτωμα με πέτρες και λάσπη και πάνω σ' αυτό στερέωσε την εκκλησία αυτή, την τεράστια. Και φέτος, εορτάσαμε με μεγαλοπρέπεια. Εγώ πήγα απ’ την παραμονή, γιατί αποφεύγω, την άλλη μέρα έχει πολύ κόσμο, ζέστη και τα λοιπά. Την παραμονή, όμως, πάντοτε πάω. Μαζεύονται όλοι, και ο αρχιερέας και όλοι οι ιερείς της Σαντορίνης, μετά όλοι οι καλύτεροι ψάλτες, την παραμονή, γιατί την άλλη μέρα υπάρχουνε Σταυροί, δηλαδή ναοί που εορτάζουνε την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Ύψωση ονομάζουμε, όταν τον βρήκε η Αγία Ελένη και τον μετέφερε από κει, απ’ την Ιερουσαλήμ στην Πόλη. Λοιπόν, επειδή γιορτάζουνε σε διάφορα χωριά, ας πούμε στην Οία γιορτάζει ο Σταυρός του Αλαφούζου. Πάνω σ’ έναν λόφο γιορτάζει ο Σταυρός της Καδιώς της Κολύμβα-Σιγάλα. Στο Κοντοχώρι γιορτάζει το ένα Σταυρουλάκι —το λέμε επειδή είναι μικρό— στον κάμπο. Και τέτοια πράγματα συμβαίνουν και τη σήμερον ημέρα, γιατί οι Σαντορινιοί είναι πρώτα πρώτα... Και τηρούν έντονα τις θρησκευτικές παραδόσεις, είναι ευλαβείς ακόμα και σήμερα. Και το ευχάριστο ποιο είναι; Ότι τα νέα παιδιά διαδέχουνται τους μεγάλους και κάνουν ακριβώς τα πάντα, να μαγειρέψουν την πανήγυρη. Δηλαδή, όταν λέμε «Πανήγυρη», τι εννοούμε; Να κάνουμε φαγητό για όλους, ανάλογα με τη μέρα. Εάν είναι Τετάρτη, Παρασκευή, δεν επιτρέπεται κατάλυση κρέατος ή ψαριού και κάνουνε φάβα. Αν είναι μεγάλη γιορτή και είναι όπως τον Δεκαπενταύγουστο, κάνουνε κρέας με πατάτες. Στην Περίσσα τώρα, επειδή την ημέρα του Σταυρού είναι νηστεία, μοιράζουνε ένα σακουλάκι με μια φέτα ψωμί και ελιές και ακολουθεί η πανήγυρη μετά το μεσημέρι, όπου και φέτος πάλι, και κάθε χρόνο, έχουμε...παίζουνε στο αλσύλλιο τα όργανα τα παιδιά και τα εγγόνια του Φαρισαίου. Ο μικρότερος Φαρισαίος, ο Αντώνης, είναι φοιτητής στο Μουσικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά εξαίρετος βιολιστής! Ο πατέρας του ήτανε... δεν είχε σπουδάσει τη μουσική, υπήρχε ένας περίφημος Ρόμπος, ο οποίος ήτανε δάσκαλος στο βιολί. Το λαούτο είναι εύκολο. Όπως επίσης [00:30:00]υπήρχε ένας μόνο στη Σαντορίνη, στο Ακρωτήρι, που έπαιζε λύρα. Θα σας πω τώρα κι ένα για αυτόνε. Πηγαίνανε νεαροί, αυτός κι έκανε και ωραίες ρίμες μόνος του. Λέει: «Μπάρμπα, θα μας παίξεις κάνα τραγούδι;». Λέει: «Να σας παίξω, αλλά εγώ αυτή... όπως βλέπετε κουτσομυτίζω», δηλαδή τρόπον τινά: «Κλαδεύω τις αμπελιές μετά απ’ τον τρύγο». Λέει: «Αμέ! Ας σου κάμουμε». Αρχίζει, λοιπόν, ο γέρος: «Χαρά που έχω σήμερα που ήβρηκα δυο βούδια, να μου μαζεύουνε κλαδιά να των λέω τραγούδια». Τέτοιοι ήταν οι παλιοί άνθρωποι και μιλάμε αυτός ο άνθρωπος τελείως αγράμματος, ε; Ήτανε οι λεγόμενοι ριμαδόροι. Αυτό είναι έμφυτο. Υπήρχαν στο Μερεβίγλι μια Μαριά-Μαριά και η κόρη της, η Παρασκευή, που δεν είχανε βγάλει ούτε το δημοτικό. Καθόντουσαν, λοιπόν, εκεί στη δροσιά του τοίχου ακουμπισμένες, περνούσες. Αρχίζανε αυτές και λέγανε, σου λέγανε τραγούδια: «Όμορφος που ’ναι αυτός που περνά» και τέτοια. Οπότε τις λέω: «Κα, θα μου πεις κάνα ωραίο τραγουδάκι;». Μου λέει: «Αμέ». Εγώ σημείωσα. «Δυο άσπρες ημαλώνανε —άσπρες, δηλαδή ξανθωπές— απά στην ομορφιά τους, κι επέρασε η μελάχρινη κι ήκαψε την καρδιά των». Αγράμματες τελείως. Μαριά-Μαριά. Θεός σχωρέσ' τις.

Μ.Μ.:

Σας λείπουν αυτά τα τραγούδια;

Ε.Λ.:

Ε;

Μ.Μ.:

Σας λείπουνε —λέω— αυτά τα τραγούδια και αυτές οι ρίμες;

Ε.Λ.:

Το θέμα είναι ότι ακόμα και σήμερα εμείς, οι παλιοί, άμα βρεθούμε... Να βάλτε, είπα, τις εκπομπές στον Λαογραφικό Όμιλο, να δείτε εκτός απ' τα φωτωκάλαντα και τι ωραία αλλά «στιχάκια», τα λέμε με τη ρίμα, δεκαπεντασύλλαβος. Αυτά, λοιπόν, τα τραγουδούσαμε. Θα σας πω λοιπόν και το ανέκδοτο. Η πρώτη μου εμπειρία στην τηλεόραση, με την Ελένη Κυπραίου: Τέχνη και Λόγος. Εγώ σαν να μην έτρεχε τίποτα. Λέω: «Θα βγούμε στον αέρα; Τι θα κάνουμε;». «Τώρα —μου λέει—, έχουμε βγει ώρα». Αλλά καλύτερα, δεν αισθανόμουνα και πολύ άσχημα, είχα τον αέρα. Αλλά μια φορά πήγε ένας καθηγητής του πανεπιστημίου και έτρεμε ολόκληρος. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Και ακόμα το λέει —καλή της ώρα— η Κυπραίου. Ζει στην Αίγινα. Αποσύρθηκε. Αυτή ήτανε γυναίκα του Φυντανίδη, που ήτανε ο Διευθυντής της Ελευθεροτυπίας. Σπουδαίος δημοσιογράφος, ε; Έτσι λέω: «Μα είμαστε τώρα; Θα αρχίσουμε —λέω— την εκπομπή;». Λέει: «Τώρα; Έχουμε βγει —λέει— τώρα στον αέρα, είσαι τόση ώρα». Ένα πράγμα που πρέπει να πω ότι με την ευκαιρία αυτών των τόμων, των Πολυσυλλεκτικών Δανέζη, είχα έρθει σε επαφή με τους γνωστότερους τότε ποιητές, λογοτέχνες, καλλιτέχνες. Και τι εθαύμασα; Τη μεγαλοσύνη αυτών των ανθρώπων. Ηλίας Βενέζης! Λέω: «Κύριε Βενέζη, να μας επιτρέψετε να πάρουμε το κομμάτι που αφορά τη Σαντορίνη απ’ τους Ανέμους». Είναι ένα βιβλιαράκι: Άνεμοι. «Παιδί μου, να πάρεις όσο θέλεις. Όσο θέλεις και ό,τι θέλεις». Σεφέρης; Σπουδαίος άνθρωπος. Ελύτης; Λέω: «Θα αναδημοσιεύσω το ποίημά σας». «Να το αναδημοσιεύσεις, ό,τι θέλεις να κάμεις». Χαζηκυριάκος-Γκίκας; Ο σπουδαίος ζωγράφος! Έχω αυτόγραφό του: «Σαντορίνη: πηγή εμπνεύσεως!». Είχα κάνει μια σειρά στα Θηραϊκά Νέα, μ' αυτόν τον τίτλο: «Σαντορίνη: πηγή εμπνεύσεως». Εκεί λοιπόν, δημοσίευα όλα αυτά που σας είπα. Και μιλάω για όλους αυτούς. «Γιατί σας ενέπνευσε το τοπίο της Σαντορίνης;», γιατί πραγματικά είναι μοναδικό στον κόσμο ολόκληρο. Διότι πρέπει να προσθέσω ότι εγώ που έχω γυρίσει όλο τον κόσμο σχεδόν, ένα νησί μοιάζει της Σαντορίνης, το Kauai, των νησιών της Χαβάη, το Kauai! Όχι το Maui oύτε το Big Island, το Hawaii Island. Είχα την τύχη να πάω σ' αυτά κι από κει τι πού πήγα, εννιά ώρες στον Ειρηνικό Ωκεανό: Papeete, Γαλλική Πολυνησία, Moorea, Bora-Bora. Αυτό είναι ταξίδι ζωής. Βάλε μέσα, να δείτε Bora-Bora και θα καταλάβετε τι εννοώ. Τα χρώματα της θάλασσας. A! Για να μην τα πάρω μαζί μου εις τον τάφο, έχω ήδη αρχίσει και συγγράφω εικόνες απ' τα ταξίδια μου, που θα βγει σε βιβλιαράκι. Όχι κατεβατά ολόκληρα, γιατί δεν διαβάζει κανείς πια κατεβατά, διαβάζει μικρά κειμενάκια. Κάναμε και την παρένθεση για όλο τον κόσμο. Το ξέρετε ότι έχω πάει στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία; Στην Αυστραλία είχα και αυτοκινητιστικό και πώς δεν σκοτώθηκα;

Μ.Μ.:

Είστε πολυταξιδεμένος.

Ε.Λ.:

Το πιο ενδιαφέρον... Πού θα ‘θελες σαν όνειρο εσύ να πας;

Μ.Μ.:

Εγώ θα ήθελα να πάω στη Γη του Πυρός.

Ε.Λ.:

Ο Βόρειος Πόλος και ο Νότιος Πόλος είναι μεν εμπειρία, αλλά δεν θα σου δώσει τίποτε. Θες να σου δώσει κάτι και να μην ξέρεις πού βρίσκεσαι; Πήγαινε στο Περού, διότι εκεί ακόμα δεν έχουνε καταλήξει αν αυτό το τεράστιο επίπεδο, που είναι μπροστά απ' τον ναό των Ίνκας, που ανεβαίνουν τα σκαλιά, σε τι χρησίμευε; Μία θεωρία είναι ότι ήτανε πεδίο προσγειώσεως εξωγήινων. Η Ισλανδία είναι επίσης πολύ ενδιαφέρον μέρος, είναι ηφαιστειογενές, όπως η Σαντορίνη, και η Νέα Ζηλανδία, στα Νότια. Λοιπόν, κάναμε και το ταξίδι.

Μ.Μ.:

Ναι. Να γυρίσουμε πίσω στη Σαντορίνη;

Ε.Λ.:

Ας γυρίσουμε.

Μ.Μ.:

Επειδή, απ’ ό,τι ακούω και γνωρίζω, πάντα κάτι σας τραβάει σ' αυτό το νησί.

Ε.Λ.:

Ο γενέθλιος τόπος, η μικρή πατρίδα, δεμένη με νοσταλγίες του παρελθόντος. Όχι πως ήτανε ειδυλλιακή η ζωή, στη Σαντορίνη υπήρχε μεγάλη φτώχεια. Τα παιδιά ξυπόλητα, να μη χορταίνουνε το ψωμί. Γιατί; Γιατί τότε κάνανε πολλά παιδιά. Πώς να τα ζήσουνε; Μόνο ψωμί να πάρουνε, θέλανε δυο «παύλους» λεγότανε —παύλος λεγότανε το μεγάλο, η φραντζόλα—, απ’ τους φούρνους με τα πρώτα, με τα ξύλα και μετά ήρθε αυτή η πρόοδος, έτσι; Όταν εβγάζανε ψωμί άσπρο, το οποίο ήτανε σε φόρμα και κάτω κάτω ήταν τετράγωνο, αυτό το είχανε... Πού να φάνε παντεσπάνι, νομίζανε πως τρώνε παντεσπάνι. Τι είναι το παντεσπάνι; Ξέρετε; Αυτό με τα πολλά αυγά. Εμένα δεν μ' αρέσει. γιατί βρωμάει αυγουλίλας, αλλά θεωρούντανε, για να το κάνεις, ότι έπρεπε να είσαι πολύ πλούσιος. Πού να βρεις όλα αυτά τα υλικά και τα αυγά και τα αυτά. Π[00:40:00]ου τα αυγά δεν τα θέλανε μόνο να τα φάνε, να βάλουνε την κλώσα να τα βγάλει, για να έχουν να σφάζουνε έναν πετεινό, κόκορα, ή μια κότα μεγάλη στην ηλικία πια, που δεν έβγαζε αυγά, μόνο τα Χριστούγεννα. Γιατί εμείς αρνί το Πάσχα και τα Χριστούγεννα ουδέποτε τρώγαμε, για δεν είχαμε κοπάδια στη Σαντορίνη, για δεν έχουνε χώρο να φάνε. Τι να φάνε; Τα ξερά χόρτα; Αντίθετα, ο γάιδαρος είναι ανθεκτικός, γιατί τρώει ακριβώς τα χόρτα τα ξερά και τα υπόλοιπα του κριθαριού. Σιτάρι εμείς στη Σαντορίνη δεν είχαμε ούτε κόκκον, μόνο κριθάρι, αλλά είναι εκλεκτής ποιότητος και το έπαιρνε ο Φιξ για την μπύρα. Εκλεκτής ποιότητος, επειδή είναι άνυδρο.

Μ.Μ.:

Θα μπορούσατε να μου περιγράψετε περισσότερο αυτές τις δυσκολίες, που υπήρχανε στο νησί, με τις πρώτες ύλες;

Ε.Λ.:

Η Σαντορίνη... Τα ηφαιστειακά προϊόντα. Πρώτο: η θηραϊκή γη, δηλαδή το χώμα. Πού χρησιμοποιείται; Έχει υδραυλικές ιδιότητες. Πού χρησιμοποιήθηκε; Για να γίνουν τα τοιχώματα της διώρυγας του Σουέζ! Ποιο ήταν το επακόλουθο; Να ‘ρχουντε πίσω αυτά τα μικρά βαπόρια, που πηγαίνανε στη διώρυγα και φέρνανε μύγες, οι οποίες μετέδιδαν το τράχωμα, την οφθαλμική νόσο, που ενδημούσε στην Αίγυπτο, και κολλήσανε πάρα πολλοί Σαντορινιοί. Διότι νερά δεν είχαν να πλυθούνε, σκουπιζόντουσαν με το ίδιο προσόψιο και γινόταν η μετάδοση. Και βρέθηκε τότε ο Νονός μου, ο αείμνηστος Μιχαήλ Δανέζης, να δημιουργήσει το Οφθαλμιατρείο Θήρας, με παραρτήματα όχι μόνο σε όλα τα χωριά, αλλά και σε όλα τα γύρω νησιά και απάλλαξε τη Σαντορίνη απ' το τράχωμα. Αν θέλετε περιγραφή ζωντανή, να τρέξετε στο βιβλίο της Μαρίζας Κωχ, Το ξανθό κορίτσι από τη Σαντορίνη. Εκεί περιγράφει όλη την κατάσταση και μετά πώς αυτά τα παιδιά τα πήγανε στο Δαφνί, για να τα νοσηλεύσουνε. Πάρτε το αυτό το βιβλίο, ζητήστε το, είναι ντοκουμέντο. Εγώ έχω βοηθήσει, βέβαια, στο κείμενο, οπωσδήποτε. Το λέει, άλλωστε, και στην προμετωπίδα.

Μ.Μ.:

Πώς νιώθατε, όταν γράφατε το κείμενο;

Ε.Λ.:

Στην εφημερίδα ή γενικά;

Μ.Μ.:

Στην εφημερίδα και συγκεκριμένα γι' αυτό το θέμα, που είναι ένα δυσάρεστο θέμα.

Ε.Λ.:

Ποιο;

Μ.Μ.:

Αυτό που μου περιγράψατε, με την ασθένεια, που—

Ε.Λ.:

Τα τραχώματα; 

Μ.Μ.:

Ναι.

Ε.Λ.:

Αυτά ήτανε πριν από μας. Ήτανε πάρα πολύ... δηλαδή μιλάμε πριν το 1940.

Μ.Μ.:

Ναι.

Ε.Λ.:

Έτσι; Μετά πια, δημιουργήθηκε το οφθαλμιατρείο, ένας εξαίρετος γιατρός, οφθαλμίατρος, ο Βασίλειος Παπαδόπουλος, ο πατέρας του περίφημου Μάριου Πλωρίτη. Το ξέρατε εσείς ότι ο Πλωρίτης ήτανε απ' την Σαντορίνη;

Μ.Μ.:

Όχι, δεν το γνώριζα.

Ε.Λ.:

Τώρα το μάθατε! Μπράβο! Λοιπόν, το κανονικό του όνομα είναι Μάριος Παπαδόπουλος, αλλά είναι το φιλολογικό του ψευδώνυμο, είναι Μάριος —Μάριος είναι το όνομά του— Πλωρίτης. Το έκανε, γιατί τον καιρό εκείνο ήτανε σπουδαίο πράγμα ο Πλωρίτης να γίνει θεατρίνος, να ανακατεύεται με τα θέατρα, του Βασιλείου Παπαδόπουλου γιος! Για φαντάσου το! Ήτανε ακόμα οι τάξεις στη Σαντορίνη. Έχετε υπόψιν, όταν λέμε «τάξεις», εννοούμε πραγματικές, δηλαδή, τάξεις. Δεν διενοείτο ο χωρικός να μπει απ' την κυρία πόρτα, τη μεσαία, επίσημη είσοδο, στην εκκλησία. Οι χωρικοί πηγαίναν απ' το δεξιό κλίτος, από άλλη πόρτα, και οι γυναίκες, οι αυτές, στο αριστερό, από άλλη πόρτα. Απ' την κυρία πόρτα μπαίνανε μόνο οι αστοί, άντρες και γυναίκες. Συν είχανε ή προσωπικό στασίδι με μονόγραμμα, στο οποίο δεν επιτρεπόταν να καθίσει άλλος, ή καρέκλα, την οποία πάλι δεν επιτρεπόταν να πα' να κάτσει άλλος άνθρωπος. Δηλαδή, η των τάξεων η διαφορά υπήρχε μέχρι και στα χρόνια μου, στα νεανικά μου χρόνια. Διότι για φανταστείτε τώρα το αφεντικό να είναι δίπλα στον εργάτη του, τον γεωργό, για δέστε το. Πάει; Δεν πάει. Υπήρχε, βέβαια, σεβασμός. Άλλο ένα: Άμα περνούσε ο παπάς, κατεβαίνανε απ' το ζώο, αν ήτανε καβάλα, για να του ασπαστούν το χέρι. Θυμάμαι μια φορά —εγώ ήμουνα και της εκκλησίας βοηθός εκεί— ήταν να κοινωνήσουμε έναν πρώην ιερέα, ενενήντα πια χρονών, που ήταν κατάκοιτος. Έπρεπε, λοιπόν, τώρα να βαστάω εγώ μπροστά ένα φανάρι —όχι ότι ήταν νύχτα, αλλά αυτό που ανάβουν στις εκκλησίες με τα τζάμια, τα έγχρωμα ε;—, εγώ μπροστά και από πίσω ο τότε ιερέας, ο Αρχιμανδρίτης —Θεός συγχωρέσ’ τον— μακαριστός Σεραφείμ Βαρβαρρήγος, με τον αέρα —αυτό που κάνουνε πάνω απ’ τα Άγια, έτσι;—, μουρομένος, να λέει προσευχές σε όλο τον κόσμο. Και όταν περνούσαμε, όλοι γονατίζανε, κατεβαίνανε απ' τα ζώα και γονατίζανε, γιατί περνούσε η Αγία Κοινωνία, ε; Τέτοια υπήρχαν. Τέτοιες εικόνες είναι που περιγράφω. Το άλλο βιβλίο, Άνθρωποι που γνώρισα, τόποι που είδα, όχι εικόνες από τα ταξίδια μου, που 'ναι στον κόσμο, στην Ελλάδα, ας πούμε. Έχω εμπειρίες απ' το Άγιο Όρος, ας πούμε. Έχεις πάει;

Μ.Μ.:

Δεν έχω πάει.

Ε.Λ.:

Θα δεις και πράγματα που μπορεί να σε ενοχλήσουνε, όμως να πας. Εσένα θα σε ενδιαφέρει και για τα αυτά που ασχολείσαι. Πώς είναι αυτή η κλειστή κοινωνία και ποιοι έχουν καταφύγει εκεί, στις μονές; Άλλοι είναι εγκληματίες, άλλοι είναι αποτυχημένοι της ζωής, άλλοι από θρησκευτικό φανατισμό. Όχι ευσέβεια, άλλος ο φανατισμός. Γιατί βλέπεις κάτι ανθρώπους εξαϋλωμένους, νηστικοί, χρώμα κίτρινο από την προσευχή και τη νηστεία. 05:00 η ώρα πρέπει να σηκωθείς, γιατί χτυπάει το αυτό, να πας στην πρώτη λειτουργία. Πρέπει να κάνεις το... Εκεί που θα περάσεις ωραία, άμα πας, είναι η μονή Βατοπεδίου. Η μονή Εσφιγμένου είναι ακόμα εκείνη, ξέρεις, που βάζαν τις μαύρες σημαίες. Θυμάστε; Αυτοί είναι οι πιο φανατικοί, ας πούμε. Να πας όμως, είναι εμπειρία ζωής. Θα πας στην Ουρανούπολη, θα πάρεις το καραβάκι και θα κατέβεις... Όχι σε όλες τις μονές, δεν μπορεί να πας είκοσι με μία φορά. Α, να δεις πλούτο! Πλούτο; Δεν διανοείσαι! Και στη Μονή Δοχειαρίου υπάρχει η Αγί[00:50:00]α Ζώνη, που βρέθηκε ξανά στη Σαντορίνη, που την είχανε πάει στην Κρήτη για προσκύνηση, την Αγία Ζώνη της Παναγίας, την είχαν πάει στην Κρήτη για προσκύνηση, την βούτηξαν εκεί και με διαδικασίες —υπάρχει ειδικό βιβλίο— έφτασε στη Σαντορίνη και από κει μεταφέρθηκε. Και υπάρχει και εκκλησία στη Σαντορίνη, Αγία Ζώνη.

Μ.Μ.:

Μιας και πιάσαμε τα θρησκευτικά, θα μπορούσατε να μου μιλήσετε και για τους καθολικούς της Σαντορίνης;

Ε.Λ.:

Τον παλιό καιρό υπήρξαν διαφορές. Αφορμή ήτανε ποιος; Διεκδικούσαν και οι καθολικοί και οι ορθόδοξοι τον Βυζαντινό Ναό της Παναγίας Επισκοπής, η οποία είχε και πάρα πολλά κτήματα, χωράφια, αμπέλια και τέτοια. Μεγάλες διενέξεις και ιστορίες, έφτασαν στο Πατριαρχείο, πράγματα και θάματα, μέχρι που δώσανε ένα μέρος και στους καθολικούς απ' την εκκλησία αυτή. Τώρα δεν υπάρχει πια το παρεκκλήσιο το καθολικό, γιατί η καθολική πλέον παροικία έχει σμικρυνθεί πάρα πολύ, μολονότι υπάρχει εφημέριος πάντοτε των καθολικών κι ο επίσκοπος είναι Σύρου, Θήρας και Κρήτης, αυτός ο επίσκοπος, ο καθολικός, ο νυν και οι προηγούμενοι. Διαβιούν τώρα σε μεγάλη, ας πούμε, σύμπνοια. Υπάρχουν μικτοί γάμοι πια. Δεν μπορεί κανένας να το αποκλείσει. Αλλά εάν γίνει ορθόδοξος γάμος πρώτα, δεν χρειάζεται μετά καθολικός. Μια φορά την πάθαμε, που έγινε έτσι και περιμέναμε απάντηση απ' το Βατικανό αν θα γίνει και μετά ο γάμος, ο καθολικός. Λέει: «Αφού έγινε το μυστήριο, εμείς τον αναγνωρίζουμε τον γάμο απ' την ορθόδοξη. Δεν χρειάζεται δεύτερη φορά».

Μ.Μ.:

Στα Θηραϊκά Νέα γράφατε και για τους καθολικούς γάμους.

Ε.Λ.:

Τα πάντα! Γράφαμε και για τη δραστηριότητα του Συνδέσμου Θηραίων Καθολικών. Υπήρχε και υπάρχει με έδρα την Καλλιθέα. Στην Καλλιθέα υπάρχει ο Ναός της Ευαγγελιστρίας, στην Καλλιθέα. Εκεί γίνεται η γιορτή του Συνδέσμου Θηραίων Καθολικών, όπως διακεκριμένοι Θηραίοι καθολικοί είναι στην Αθήνα, καθηγητές πανεπιστημίων, αρχιμηχανικός στην Τράπεζας της Ελλάδος και σπουδαίοι άνθρωποι.

Μ.Μ.:

Γνωρίζατε τον Δον Ζαχαρέα;

Ε.Λ.:

Ο Δον Ζαχαρίας! Ήτανε καθολικός παπάς, αλλά ήτανε λεβέντης. Είχε πάντοτε μία φοράδα, απ' τις ωραιότερες φοράδες της Σαντορίνης — έτσι;—, καθαρόαιμο άλογο —έτσι;— η φοράδα, ο οποίος ήταν πολύ κοινωνικός και αγαπητός σε όλους τους Σαντορινιούς. Πήγαινε και στα —όλοι οι καθολικοί ιερωμένοι— και στις χαρές και στις λύπες όλων, ανεξαρτήτως δόγματος. Πρώτος απ’ όλους έπρεπε να πάει στην κηδεία, ας πούμε, ορθόδοξου, στους γάμους επίσης. Αλλά ήτανε λεβέντης. Αυτός ήτανε και πολυγραφότατος. Ήξερε πολύ καλά γερμανικά και έχει βγάλει ένα βιβλίο του Ντον Ζαχαρία Μοροζίνι, ήτανε το επίθετό του. Μοροζίνι.

Μ.Μ.:

Μάλιστα.

Ε.Λ.:

Παρακάτω.

Μ.Μ.:

Θα ήθελα να σας ρωτήσω πώς καταγράφηκε η επέλαση του τουρισμού στις σελίδες των Θηραϊκών Νέων;

Ε.Λ.:

Ο ανταποκριτής μας στη Σαντορίνη έλεγε ότι: «Είχαμε τόσες αφίξεις κρουαζεροπλοίων, είχαμε τόσες... Είχαμε... τι εθνικότητες» Α! Μετά τις ανασκαφές του Χίλλερ φον Γκέρτρινγκεν στην αρχαία Θήρα, ο οποίος σημειωτέον με δικά του χρήματα ανέσκαψε την αρχαία Θήρα, αυτός έβγαλε τετράτομο έργο —έτσι;—, τετράτομο έργο για τη Θήρα, στη Γερμανία. Και τότε άρχισαν πλέον να έρχουνται και οι Γερμανοί, μετά τη δημοσίευση στη Γερμανία των τομών Thera. Ποιος ήτανε ο Χίλλερ φον Γκέρτρινγκεν; Ήτανε βαρόνος του Γκέρτρινγκεν, μιας περιοχής της Γερμανίας. Όταν οι τέσσερις Δήμοι της Θήρας, τον ανακήρυξαν επίτιμο δημότη, διέγραψε το βαρόνος και χρησιμοποιούσε στην υπογραφή του από κάτω: «Ουκ Θήρας Δωριεύς», δηλαδή «Ο εκ Θήρας Δωριεύς», δηλαδή Σπαρτιάτης, γιατί οι Θηραίοι ήτανε μέτοικοι. Από τη Σπάρτη ήρθανε στη Θήρα και απ' τη Θήρα εκστρατεύσανε και ίδρυσαν την Κυρήνη, στη σημερινή Λιβύη. Από τότε είχανε... Μετά είχαμε παροικίες, είπαμε, στη Μάλτα, στην Αλεξάνδρεια, στο Κάιρο. Προς την Αίγυπτο ήταν οι περισσότεροι που πήγανε, εκτός απ’ την Οδησσό και αυτά. Αλλά λέμε πολλοί σταδιοδρόμησαν, ιδίως στην Αλεξάνδρεια αλλά και στο Κάιρο, και ο πρώτος που δώρισε στο Ελληνικό Κράτος πολεμικά αεροπλάνα ήταν ο Στυλιανός Σαρπάκης, ο οποίος έχει το μεγαλύτερο χρωμολιθογραφείο στο Κάιρο. Και όταν διέπλεα τον Νείλο με το κρουαζιερόπλοιο —σας συμβουλεύω να πάτε σ' αυτή την εκδρομή Αλεξάνδρεια-Ασουάν—, όπως πηγαίναμε αριστερά, βλέπω μια φθαρμένη μεν ταμπέλα, αλλά έλεγε: «Σαρπάκης Limited», έτσι; Εταιρεία... Αυτός τι άλλο έκανε; Εκτός απ' το χρωμολιθογραφείο, που έκανε τα ωραία, πολύχρωμα, έκανε και τσιγαρόχαρτο για τα τσιγάρα. Λοιπόν, άλλο που είμαστε; Για πες μου—

Μ.Μ.:

Θα ήθελα να μου περιγράψετε πώς βιώσατε αυτή τη μετάβαση στη Σαντορίνη, από τον τουρισμό. Πώς άλλαξε η κοινωνία;

Ε.Λ.:

Δεν χάλασε η κοινωνία—

Μ.Μ.:

Πώς άλλαξε η κοινωνία—  

Ε.Λ.:

Άλλαξε—

Μ.Μ.:

Ναι.

Ε.Λ.:

Τίποτε. Όλοι προσαρμοστήκανε πλέον στα νέα δεδομένα. Και τελεφερίκ έγινε, για δεν μπορούσανε τόσες εκατοντάδες κόσμος να ανεβοκατεβαίνει με τα ζώα και ορισμένοι άνθρωποι δεν είχανε ποτέ ανεβεί σε ζώο. Πώς θα τους κάνει ξαφνικά ιππείς; Μπορεί; Φοβόντουσαν. Μεταξύ των άλλων, θυμάμαι έντονα, ήρθε η «Χριστίνα» του Ωνάση και άραξε ανάμεσα από το λιμάνι των Φηρών κάτω και στο ηφαίστειο. Υπάρχει ένας ύφαλος, που μπορεί εκεί να πιάσουν άγκυρα τα πλοία. Ήλθανε, λοιπόν, βγήκανε έξω. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ δεν βγήκε, ούτε ο Ωνάσης. Βγήκε, ό[01:00:00]μως, η Μαρία Κάλλας και η κουτσομπόλα, η διεθνής, Έλσα Μάξγουελ, μια χοντρή. Αυτή ήταν η διεθνής κουτσομπόλα. Πώς να πούμε τώρα; Σε ένα μέρος, που είναι έτσι σαν αναβαθμός, ξεπέζεψε η Μαρία Κάλλας, αλλά μπροστά της ήτανε τέσσερις γκαζοτενεκέδες, βαμμένοι γαλάζιοι, με φουντωμένους βασιλικούς. Φωνάζει λοιπόν —ήμουνα εκεί, χάζευα που ήρθανε—: «Que bello basilico!». Ξαναλέει πάλι: «Que bello basilico!». Αυτή μιλούσε ιταλικά. Έρχεται ο πράκτορας, ο οποίος ήταν και Πρόεδρος της κοινότητος, λέει: «Τι; Τι; Κυρία Κάλλας, τι ήταν;». Λέει: «Τι ωραίοι Βασιλικοί!». Αποτέλεσμα: φορτωθήκανε οι βασιλικοί στα ζώα, μετά στη βάρκα και βρεθήκανε στη «Χριστίνα». Ακόμα πάνε... Λοιπόν, τέτοιες εμπειρίες έχω απ' τον τουρισμό της Σαντορίνης. Μια άλλη μου εμπειρία ήτανε το Παγκόσμιο Συνέδριο: Η Θήρα και ο κόσμος του Αιγαίου. Ο αείμνηστος καθηγητής Μαρινάτος παρακολουθούσε τα Θηραϊκά Νέα και με κάλεσε εμένα τώρα να παρακολουθήσω το πλωτό αυτό συνέδριο. Αφού κάνανε τις συνεδρίες στη Θήρα και λοιπά, μπήκαμε —κι εγώ, μεταξύ των άλλων— και φύγαμε με το πλοίο «Κνωσός» στο Ηράκλειο. Εγώ τώρα, νέος, πού να ξέρω 'γω τώρα ότι ο τάδε ήτανε ο σερ Ντένις Πέιτζ, ο οποίος είχε ανασκάψει την Τζια. Πού να ξέρω εγώ τώρα ότι ο άλλος, ένας, ο Μπλέγκεν, ο μεγαλύτερος αρχαιολόγος, προϊστορικός του κόσμου —ανάπηρος απ' τον πόλεμο και στο χέρι και στο πόδι—, πού να ξέρω εγώ τώρα ότι αυτοί οι άνθρωποι... Κι εγώ κάθομαι... Με κάνανε και γούστο, γιατί ήμουν ο νεότερος, δεν υπήρχε νεότερος. Με κάνανε και γούστο. Πού να καταλάβω εγώ τώρα ότι ήταν αυτοί οι σπουδαίοι ωκεανογράφοι Νίνκοβιτς and Χίιζε. Κι ένας Σουηδός, δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομά του, ο οποίος ήτανε πεζοπόρος. Με εκείνα τα δyο, που κρατάνε αυτοί οι πεζοπόροι, δρόμο αυτός, να τρέχει. Μετά από χρόνια, τον είδα σ' ένα άλλο συνέδριο. Ήξερε ελληνικά. Λέω: «Θυμάστε, κύριε καθηγητά, στο International Congress του 1993, Σαντορίνη;». «Α!», ενθουσιάστηκε αυτός. Αυτοί όλοι ήτανε στις εδώ Αρχαιολογικές Σχολές. Υπάρχει η σουηδική, η γαλλική. Οι αυτές είναι σε ωραία νεοκλασικά κτίρια. Στη λεωφόρο Αλεξάνδρας είναι μία —δεν θυμάμαι ποια—, σ' ένα ωραίο παλιό νεοκλασικό, με αυλή έξω. Πού να καταλάβω τώρα εγώ με ποιον μιλάω; Μετά, όταν δημοσίευσα στα Θηραϊκά Νέα, γιατί βγαίνανε, ποιοι ήτανε... Ο καθηγητής τάδε, διευθυντής του Ινστιτούτου, Πρόεδρος της Ακαδημίας τάδε. Ούτε μπορούσα να διανοηθώ. Πρέπει να σου βρω, όμως, τέτοια. Α! Θα ‘ρθεις μια μέρα, ειδικώς, θα πας στο σπουδαστήριο. Δεν σ' έχω πάει εδώ από κάτω μια φορά; Θα κατεβάσεις τα Θηραϊκά Νέα, θα τα ξεφυλλίσεις και θα παίρνεις αυτά που σε ενδιαφέρουν. Αλλά να βάλεις κι ένα πλαίσιο. Μην πάμε σε όλη... από την προϊστορία, μέχρι τη σύγχρονη. Θα χαθείς, θα πνιγείς εκεί μέσα.

Μ.Μ.:

Θα ήθελα να σας ρωτήσω πώς σας φαίνεται η Σαντορίνη σήμερα, πώς τη φαντάζεστε τα επόμενα χρόνια;

Ε.Λ.:

Η Σαντορίνη σήμερα είναι αυτή που είναι, είναι το επίκεντρο του παγκοσμίου επιστημονικού, αρχαιολογικού ηφαιστειολογικού —έτσι;— ενδιαφέροντος. Είναι δυο μεγάλα κεφάλαια. Μετά, η Σαντορίνη πλέον θα γεμίσει, όλα τα χωράφια θα γίνουνε κτίρια. Δεν θα υπάρχει δείγμα χωραφιού και αμπελιού. Τελείωσε αυτό. Τι να κάνουμε; Ευχολόγια; Έχουν έρθει στη Σαντορίνη ένα σωρό άσχετοι, οι οποίοι χρεώνονται, για να κάνουν επιχειρήσεις και μετά γδέρνουνε, δηλαδή κλέβουνε τον κόσμο, στα φαγητά και στα άλλα. Δεν ξέρω ένα «Nescafé», άμα πας εκεί που βλέπει την Καλντέρα, πόσο έχει πάει;

Μ.Μ.:

Ναι ή ένα—

Ε.Λ.:

Ή «Nescafé» ή το άλλο, πώς το λένε; Φραπέ. Πλερώνει —λέει— μα δέκα ευρώ έναν καφέ; «Πλερώνετε θέα». Και έχουνε δίκιο. Αρωτάτε πώς πάνε αυτά τα μπουκαλάκια μέσα απ' τα στενά, που έχουνε καροτσάκια με ανθρώπους και τα πάνε; Αρωτάτε πόσο στοιχίζει μεταφορικά να πάνε στη Σαντορίνη όλα αυτά, μετά να ανέβουνε με φορτηγά, να πάνε στις αποθήκες, απ´ τις αποθήκες να πάνε στα λιανοπωλικά καταστήματα; Δυστυχώς, αυτή είναι η πραγματικότητα.

Μ.Μ.:

Παρόλα αυτά, έχω διαβάσει ότι έχετε ιδρύσει κι ένα λαογραφικό μουσείο.

Ε.Λ.:

Ναι. Είπαμε, τα ενδιαφέροντά μου είναι γύρω απ' τη λαογραφία. Πώς θα διασωζόντουσαν όλα αυτά τα πράγματα, τα οποία με την πάροδο του χρόνου καταστρέφουνται;

Μ.Μ.:

Ακριβώς!

Ε.Λ.:

Ποια είναι τα πιο επικίνδυνα να καταστραφούνε; Απ' το σίδηρο, σκουριάζει το σίδερο. Τα ξύλα αργότερα καταστρέφονται. Αποτέλεσμα; Πρέπει να έχουμε συνεχή συντήρηση.

Μ.Μ.:

Ήθελα να σας ρωτήσω: το λαογραφικό μουσείο προβάλλεται στους τουρίστες, που έρχονται σήμερα στη Σαντορίνη;

Ε.Λ.:

Όχι. Κι αυτό είναι επιλογή δική μου. Γιατί, για να προβληθεί, πρέπει να έχω ανάλογο αριθμό ξεναγών. Διότι άμα έρθει ένα γκρουπ τριάντα άτομα, πώς θα κινηθεί μέσα στο μουσείο; Χρειάζεται τρεις οδηγούς-ξεναγούς στο μουσείο. Εμένα με ενδιαφέρει που έρχουνται τα παιδιά των σχολείων. Έχω εκεί τον ξάδερφό μου, τον δάσκαλο, τα οποία τα ξεναγεί, αυτό είναι για μένα το σπουδαιότερο. Τώρα το να ‘ρθει, ιδίως οι Αμερικανοί, που είναι κι άσχετοι, για να βγάλουν φωτογραφίες και να λένε: «Oh! Oh! The folklore museum fantastic!»; Τα ξεπέρασα αυτά.

Μ.Μ.:

Παρόλα αυτά, θέλετε να προβάλλεται στη νεολαία της Θήρας.

Ε.Λ.:

Είπα, δια των επισκέψεων των σχολείων. Α! Τους αναθέτουν επίσης καθηγητές και δάσκαλοι εργασίες με περιεχόμενο τι είδαν στο μουσείο, πώς το είδανε; Και να δείτε τι ωραία πραγματάκια κάνουν τα παιδιά.

Μ.Μ.:

Θα ήθελα να σας ρωτήσω πώς συλλέξατε τα είδη που υπάρχουν στο μουσείο;

Ε.Λ.:

Τα περισσότερα είναι οικογενειακά κειμήλια. Υπήρχαν δύο σπίτια σε μας, ένα που κατοικούσαμε και το κάτω, το οποίο μετά τους σεισμούς δεν κατοικήθηκε. Δεν έπαθε ζημιά. Εκεί είχαμε όλα τα παλαιά πράγματα, ωραίους πίθους. Έχω πολύ ωραία συλλογή κεραμικών, εισηγμένων, βέβαια, έτσι; Έχω έναν τεράστιο πίθο, ο οποίος θα έχει ερευνηθεί, μπορεί να είναι και απ’ το εξωτερικό. Έχω μια κανάτα, η οποία έχει τα αρχικά του προπάππου μου, Σιγουράς Μανωλέσος, και στη μέση έχει [01:10:00]σταυρό. Αυτή λέγεται «παλιάτσα» και έχει μπροστά ένα στόμιο, απομίμηση αρχαίου, για να χύνεται το κρασί. Γιατί τώρα έχει τον σταυρό; Είναι δώρο. Στη Μασσαλία μάλλον, εκεί καθελκυότανε τα μεγάλα, ωραία σκαριά, γιατί το «S» και το «Μ» είναι λατινικά, δεν είναι ελληνικά, Σιγουράς Μανωλέσσος. Του ‘βαλαν τον αγιασμό, του το ’χανε παραγγείλει και του το προσφέρανε και το ’χω τώρα στην κατοχή μου στη Σαντορίνη.

Μ.Μ.:

Μια τελευταία ερώτηση θα ήθελα να σας κάνω. Τι αγαπάτε πιο πολύ στη Σαντορίνη;

Ε.Λ.:

Η Σαντορίνη έχει πολλά ενδιαφέροντα. Τι να αγαπάω; Τους φίλους μου τους παλιούς και τις παλιές γειτονιές. Τι να κάνω άλλο; Να μετέχω στα κοσμικά γεγονότα; Προσπαθώ να το αποφεύγω, αλλά δυστυχώς είμαι αναγκασμένος και να πηγαίνω, διότι οι άνθρωποι, αφού το θεωρούνε χαρά τους να πάω, πρέπει κι εγώ... ας υποβληθώ σε αυτό, την ταλαιπωρία. Διότι πια, λόγω ηλικίας, δεν έχω και ευχέρεια να βαδίζω στα στενά με τα —πως τα λένε αυτά;— με τα πλακωτά. Πλακωτό εννοούμε εμείς τα δάπεδα με τις πέτρες, έτσι; Αυτά δεν υπάρχουνε στην Οία, επειδή οι κεντρικοί δρόμοι γινήκαν από έναν Δήμαρχο της Οίας, πλακοστρωθήκανε. Από πού έρχονταν τα μάρμαρα; Απ' την Τήνο. Για να πάρετε στο νεκροταφείο της Οίας, να δείτε μνημεία πολύ σπουδαία. Αξίζει τον κόπο!

Μ.Μ.:

Ναι.

Ε.Λ.:

Και όλα είναι από Τηνιακούς μαστόρους. Στη Σαντορίνη δεν είχαμε εμείς ιδέα για μαρμαρογλυπτική.

Μ.Μ.:

Μάλιστα, σας ευχαριστώ πολύ!