© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
«Η εμπειρία ενός βιρτουόζου πιανίστα» - ο Δημήτρης αφηγείται την ιστορία του
Κωδικός Ιστορίας
24906
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Δημήτρης Βεζύρογλου (Δ.Β.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
20/06/2023
Ερευνητής/τρια
Ειρήνη Σιγαλού (Ε.Σ.)
Καλησπέρα, ονομάζομαι Eιρήνη Σιγαλού, είμαι ερευνήτρια από το Istorima, βρίσκομαι με τον Δημήτρη τον Βεζύρογλου στο Ωδείο-
Αθηνών.
Να το πούμε κιόλας. Σήμερα έχουμε 21 Ιουνίου του 2023 και ξεκινάμε. Δημήτρη, πότε ήταν η πρώτη σου επαφή με το πιάνο;
Η πρώτη μου επαφή με το πιάνο. Ήμουνα πολύ μικρούλης. Ο πατέρας μου ιατρός παλαιάς κοπής συναναστρεφόταν -φυσικά όπως και όλοι οι άνθρωποι παλαιάς κοπής- με ανθρώπους των τεχνών πάρα πολύ. Μεταξύ αυτών ήταν και πολύ γνωστοί αρχιμουσικοί και μουσικοί της εποχής, όπως ο Τάτσης ο Αποστολίδης, ο Άρης Γαρουφαλής, όπως ο Κωστής ο Νόνης, ιδρυτής του «Ορφείου Ωδείου» που υπάρχει σήμερα στο... Ακόμη και σήμερα στα Εξάρχεια. Αγαπημένος, λοιπόν, φίλος ειδικά του Κωστή, τον έσπρωξε. Του λέει, «Δεν είναι δυνατόν ο γιος σου να μην ασχοληθεί με τη μουσική». Οπότε, μία μέρα γυρνάω πρώτη δημοτικού από το σχολείο και βλέπω ένα πιάνο όρθιο στο σαλόνι. Και τον Κωστή τον Νόνη να παίζει πιάνο. Και έτσι ξεκίνησε όλη η περιπέτεια. Πολύ απλά.
Θυμάσαι πώς σου φάνηκε;
Δεν μου φάνηκε, γιατί δεν ξέρω κατά πόσο κάποιος θυμάται πώς ένιωθε έξι χρονών, αλλά θυμάμαι ότι έπαιζα. Έπαιζα. Και, αν κρίνω τώρα που διδάσκω, όταν ένα παιδί παίζει, σημαίνει αν μη τι άλλο, ότι δεν του αρέσει. Αν ακούγεται παράλογο. Ότι δεν είναι απαραίτητο ότι του αρέσει, αλλά δεν τον ενοχλεί. Ότι περνάει καλά. Οπότε, δεν μπορώ να θυμηθώ αν μου άρεσε ή όχι, αυτό δεν το θυμάμαι καθόλου. Αλλά θυμάμαι ότι έπαιζα. Έπαιζα κανονικά φουλ. Διάβαζα. Και τότε το σύστημα ήταν πολύ πιο αυστηρό, ήτανε πολύ πιο...
Ξεκίνησες μαθήματα αρχικά;
Ναι, στο «Ωδείο Αθηνών» κατευθείαν μέσα. Με βάλανε μέσα. Και βγήκα το ‘90, όταν πήρα το δίπλωμά μου.
Για πες μου λίγο για τότε που ήσουν μικρός στο «Ωδείο Αθηνών», πώς ήτανε; Γενικά, ποιο ήταν το σύστημα εκπαίδευσης τότε;
Ήταν πάρα πάρα πάρα πολύ διαφορετικό από ό,τι είναι σήμερα. Και ένας μικρός αστερίσκος, το Αθηνών έχει κρατήσει πάρα πολύ μεγάλο μέρος από την όλη του αίγλη όσον αφορά την ποιότητα των σπουδών. Ποιότητα ίσον συνεπάγεται σε αυστηρότητα και απαιτητικότητα. Συγγνώμη που δεν βρίσκω λέξεις, αλλά δεν μου έρχονται άλλες αυτή τη στιγμή. Οπότε, ναι. Ήταν καθημερινή μελέτη. Για να μπεις στο «Ωδείο Αθηνών», κατ’ αρχήν, γινόντουσαν κατατακτήριες εξετάσεις, όπου δεν ήτανε όπως είναι σήμερα που απλά είναι μία τυπική διαδικασία. Τότε κόσμος κοβότανε. Η ουρά, για να φανταστείς, για να κάνεις αίτηση εγγραφής στο «Ωδείο Αθηνών» έφτανε στη Ρηγίλλης. Είναι true fact. Ατελείωτος κόσμος. Και κοβόταν άπειρος κόσμος και παίρνανε πραγματικά την αφρόκρεμα. Και απ΄ τη στιγμή που έμπαινες, δεν ήταν τα πράγματα δεδομένα καθόλου. Γιατί σε κάθε προαγωγικές εξετάσεις για την επόμενη βαθμίδα, δηλαδή από την προκαταρκτική στην κατωτέρα, απ΄ την κατωτέρα στη μέση και απ’τη μέση στην ανωτέρα, κοβόταν κόσμος. Σταμάταγε το όργανο. Τους κόβανε. Και φυσικά, αυτοί δεν συνέχιζαν. Οπότε, αυτοί που φτάνανε στο δίπλωμα που φτάνανε στην ανωτέρα ήταν το ένα δέκατο από αυτούς που ξεκινούσαν.
Θυμάσαι τις εξετάσεις τις πρώτες που έδωσες;
Ωχ, Θεέ μου. Όχι, δεν θυμάμαι τις εξετάσεις που έδωσα, θυμάμαι όλες τις εξετάσεις της ζωής μου που είναι το ίδιο πράγμα. Είναι τρομερό άγχος, το οποίο φυσικά κορυφώνεται την ημέρα των εξετάσεων, είναι η εξέταση αυτή καθαυτή, που ουσιαστικά είναι μία έκθεση στο κοινό. Βλέπε σε μια επιτροπή και αργότερα στην ανωτέρα στο κοινό, η οποία είναι τρομερά στρεσογόνα. Προσεύχεσαι να βγεις ζωντανός, να μην τα κάνεις χάλια, να μη χαθείς, να μην τα ξεχάσεις...
Και ως παιδί που δεν είχες κάποια σχέση τότε με το πιάνο, στην πολύ αρχή, τι είδους εξετάσεις κάνανε, για να κρίνουν...
Ανάλογα με το επίπεδο. Στην αρχή, είναι πάρα πολύ απλά κομματάκια. Όταν είσαι πάρα πολύ μικρός, ξεκινάς. Σου κάνουν κάποια τεστ, για να μπεις με ρυθμούς, ίσως να μιμηθείς κάποια μελωδία, να τους πεις ένα τραγουδάκι δικό σου... Και εκεί πέρα τσεκάρεις πάρα πολύ. Βλέπεις το παιδάκι πώς αντιδράει στον ρυθμό, πώς αντιδράσει στην τονικότητα αυτή καθαυτή... Δηλαδή, αυτό που λέμε τραγουδάει φάλτσα, φαίνεται αυτό σε ένα μικρό παιδάκι. Ακόμα και αν τραγουδήσει φάλτσα, φαίνεται η τάση προς τα που τείνει. Αν ακούει, δηλαδή, ή δεν ακούει. Είναι πασιφανές για κάποιον που έχει εμπειρία. Και μετά τα κομματάκια ανεβαίνουν σιγά σιγά σε δυσκολία, όπως και οι τάξεις. Και φτάνουμε μετά σε ένα καθαρά επαγγελματικό επίπεδο που ξεκινούσε τότε - θεωρητικά και τώρα – στην ανωτέρα σχολή.
Που περίπου τι ηλικία σε έβρισκε αυτό;
Εμένα με βρήκε πολύ μικρό, γιατί τελείωσα το Αθηνών πολύ μικρός. Τελείωσα στα 18 μου. Εμένα με βρήκε αυτό στα 16 μου. Δεν είναι συνηθισμένο στα 16. 16 πόσο είσαι; Είσαι πρώτη λυκείου, δευτέρα;
Δευτέρα. Πρώτη-
Πρώτη, πρώτη λυκείου θυμάμαι ότι ήμουνα, μπήκα στην Ανωτέρα. Είναι πολύ απαιτητικά. Και εκεί το διάβασμα είναι αντίστοιχο, έτσι;
Και πώς αισθανόσουν όλα αυτά τα χρόνια για το πιάνο; Το έβλεπες, ας πούμε, επαγγελματικά; Είχες μία-
Εγώ είμαι μία περίπτωση... Θεωρώ τον εαυτό μου λίγο ιδιαίτερο, όσον αφορά το ότι ποτέ δεν μπορώ να απαντήσω αν μου άρεσε το πιάνο. Γιατί ποτέ δεν το σκέφτηκα έτσι. Γι’ αυτό σου λέω ιδιαίτερο. Όσοι με ρωτάνε και μου λένε, «Σου αρέσει το πιάνο;». Και λέω: «Δεν ξέρω να σας πω, αλήθεια». Γιατί είναι η ζωή μου. Τι να πω; Είναι σαν να ρωτήσεις ένα παιδάκι αν αγαπάς τον μπαμπά και τη μαμά. Τι θα σου πει; Όχι; Ή θα σου δώσει μία ποσοστιαία απάντηση; Ναι, λίγο, ή, τον αγαπάω 70%; Σου λέει «ναι». Δεν ξέρω. Δεν ξέρω, το πιάνο είναι η ζωή μου. Δηλαδή, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είμαι μπροστά σε ένα κλαβιέ και παίζω. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Προφανώς ευχαρίστηση ως και ηδονή πολλές φορές από αυτό που βγαίνει από τη μουσική αυτή καθαυτή και απόλυτη αηδία και μίσος, ας πούμε, έτσι; Και Θεέ μου, τι στον διάολο κάνω εδώ πέρα; Όλα μαζί, όπως στη ζωή ενός καθημερινού ανθρώπου, όπου τα πάντα έχουν τα συν και τα πλην. Τα πάνω και τα κάτω.
Σε σχέση, θέλω να σου πω με παιδιά, τα οποία, ενδεχομένως να τους άρεσε, αλλά τελικά δεν επέλεξαν να το ακολουθήσουν τόσο πιστά, τι είναι αυτό που θεωρείς ότι σε έκανε κάπως να το βλέπεις διαφορετικά;
Το ότι έπαιζα. Ότι τα κατάφερνα. Ότι ήμουνα καλός. Τουλάχιστον, έτσι λέγανε, εγώ δεν καταλάβαινα τίποτα. Γιατί εγώ απλά διάβαζα σαν στρατιώτης και έπαιζα. Αλλά όταν εισέπραττα τα «μπράβο» και τα «ζήτω» και «προχώρα» και «σε θέλουμε» και «εσύ θα γίνεις καταπληκτικός πιανίστας», στο μυαλό μου δεν υπήρξε ποτέ ενδοιασμός για το τι θα κάνω στη ζωή μου. Δηλαδή, δεν ανήκω στη συνομοταξία των παιδιών που, όταν τους ρώτησε ο πατέρας τους, «παιδί μου, τι θες να κάνεις στη ζωή σου;», είπε, «Θέλω να γίνω παγωτατζής» ή αστροναύτης. Δεν είπα ποτέ κάτι τέτοιο. Το θεωρούσα δεδομένο. Θεωρούσα ότι για αυτό προορίζομαι, για αυτό είμαι φτιαγμένος. Δεν το σκέφτηκα ποτέ.
Οπότε, φαντάζομαι και από την οικογένειά σου είχες την ανάλογη υποστήριξη σ’ αυτά.
Ναι, ναι. Οι γονείς μου ήταν απλά θείοι γονείς. Δηλαδή, δεν μπορώ να φανταστώ ιδανικότερους γονείς, γιατί ήταν και όσο πρέπει πιεστικοί και όσο πρέπει υποχωρητικοί. Φωτισμένοι άνθρωποι και οι δύο που αντιλαμβάνονταν την σκληρή πειθαρχία που απαιτείται, για να προετοιμαστεί κάποιος σε τέτοιο υψηλό επίπεδο, χωρίς όμως να υπερβείς τα όρια. Γιατί όταν υπερβείς τα όρια, καταρρέεις, σπας. Γιατί ακριβώς... Όπως άλλωστε και σε όλα τα... Σε οποιοδήποτε άλλο είδος, ας πούμε. Να, βλέπω τώρα τους μαθητές μου, καλή ώρα εσένα, τότε που έδινες πανελλήνιες ή τους άλλους μαθητές αντίστοιχους, που καταρρέουν. Φτάνουν σε σημείο να καταρρεύσουν. Και αν δεν καταρρεύσουν, είναι πολύ κοντά στο να καταρρεύσουν. Και φαντάσου αυτό, το οποίο είναι δημιουργία. Δεν είναι απλά αποστήθιση ορολογιών ή λύσιμο εξισώσεων. Αλλά είναι μία δημιουργία, η οποία θεωρητικά εμπεριέχει μέσα συναίσθημα, αγάπη, μίσος και λοιπά. Οπότε, κάποιος θα το έλεγε πιο εύκολο. Όχι, είναι πολύ πιο δύσκολο. Γιατί τουλάχιστον στη σκληρή μελέτη, την ακαδημαϊκή μελέτη, μουδιάζεις μελετώντας. Εδώ, δεν μπορείς. Δεν έχεις το λουξ αυτό. Πρέπει να είσαι ενεργός, δεν μπορείς να μουδιάσεις, δεν μπορείς να κάτσεις να επαναλαμβάνεις κάτι μέχρι να το μάθεις απ’ έξω. Υπάρχει και αυτή η περίοδος, φυσικά, αλλά είναι πολύ πιο απαιτητικό.
Υπήρχε ποτέ κάποια περίοδο μέχρι και ας πούμε τα 16 σου που να σκέφτηκες να το παρατήσεις;
Συνέχεια. Συνέχεια. Και αυτό, όχι τόσο για το πιάνο αυτό καθαυτό, αλλά βλέποντας τους γύρω μου πώς ζούσαν. Έβλεπα τη ζωή γύρω μου από μικρός κιόλας, πόσες φορές, «Μαμά, να πάω να παίξω μπάλα;». Ερχόντουσαν οι φίλοι μου από κάτω: «Δημήτρη, κατέβα». «Όχι, πρέπει να διαβάσεις πρώτα πιάνο». «Μπαμπά, θέλω να πάω στο πάρτι», «Όχι, πρέπει να διαβάσεις πρώτα πιάνο». «Μπαμπά, θέλω να δω τηλεόραση», «Όχι, πρέπει να διαβάσεις πρώτα πιάνο». Οπότε, στα κομμάτια το πιάνο. Να του βάλω φωτιά, να σταματήσω. «Θα ‘ρθεις να παίξουμε -στο λύκειο- πάμε ηλεκτρονικά». Ήταν τα ηλεκτρονικά τότε. «Ρε, παιδιά, δεν μπορώ έχω διάβασμα». «Πάμε σινεμά;», «Παιδιά, όταν τελειώσω, θα έρθω». Δηλαδή, δεν θυμάμαι τον εαυτό μου ποτέ να απαντάει, «Ναι». Υπήρχε πάντα κάτι που είχε σχέση με το πιάνο πριν. Ή, «όχι, έχω διάβασμα» ή «όταν τελειώσω, θα έρθω να σας βρω». Και αυτό, δεν μπορώ να πω ότι πέρναγα ωραία, γιατί ήμουν πολύ καταπιεσμένος. Πήγαινα και στο Κολλέγιο Αθηνών, όπως πολύ καλά ξέρεις, όπως η μανούλα σου που τότε τη δεκαετία του... Στα ‘80s, ήταν ακόμα... Δεν ξέρω να σου πω την αλήθεια τώρα τι συμβαίνει, αλλά αν κρίνουμε από το γενικότερο δεν νομίζω να είναι το ίδιο πράγμα. Αλλά τότε ήταν πολύ αυστηρό σχολείο και σκληρό σχολείο. Δηλαδή, έπεφτε εξέταση στον πίνακα συνέχεια, δεν ήταν αστεία, έπρεπε να διαβάζεις. Δεν μπορούσες απλά να σερφάρεις μέσα από το σχολείο. Έπρεπε να ήσουν παρών και να διαβάζεις. Οπότε, είχα τρελαθεί τελείως. Γυρνούσα 5:30 η ώρα σπίτι μου και έπρεπε να στριμώξω ένα τρίωρο πιάνο εύκολα. Συν τα μαθήματα του σχολείου. Δηλαδή, δεν κοιμόμουνα πριν τις 12:00. Και ούτε ίχνος... Ιδέας ξεκούρασης. Ήταν ένα πράγμα... Μηχανή.
Και τι ήταν αυτό που σε απέτρεπε από το να το σταματήσεις;
Η απόδοση κάθετος επίδοση. Τα ’κανα, τα ‘παιζα. Ήταν εκεί, και ήταν εντυπωσιακό, γιατί, ξέρεις, όταν κάποιος καταφέρνει κάτι καλά σε αυτό που κάνει, είναι εντυπωσιακό και για τον ίδιο, αλλά και για τους άλλους. Και έλεγα «Ok, το έχω, πάμε!». Αυτό. Αλλά ήταν... Ήταν μία κατάσταση τρομερά έντονης συγκέντρωσης διαρκείας. Και αγώνα διαρκείας. Πρωταθλητισμός. Καθαρός πρωταθλητισμός.
Οπότε, τελειώνοντας το σχολείο στη γ’ λυκείου ;
Τελείωσα και το Ωδείο, και χωρίς αναπαμό φεύγω για Παρίσι... Κάθομαι εκεί 4 χρόνια.
Να κάνεις τι στο Παρίσι;
Να συνεχίσω τις σπουδές μου.
Πώς και το Παρίσι;
Το Παρίσι γιατί είμαι Γαλλόφωνο παιδί. Έχουμε βαθιές ρίζες στη Γαλλία, έχω και οικογένεια εκεί. Πώς το λένε; Ο παππούς μου απ΄ την πλευρά του πατέρα μου πάντα είχε σχέση με τη Γαλλία, έζησε εκεί πέρα, παντρεύτηκε εκεί πέρα, ζούσε εκεί πέρα. Ο θείος μου το ίδιο, ο αδερφός του πατέρα μου, η μάνα μου, από τη δική της πλευρά, σπούδασε στο Παρίσι και γνώρισε εκεί τον πατέρα μου... Η Γαλλία είναι... Δεν θα τολμούσα να πω πρώτη χώρα μου, γιατί είμαι Έλληνας, αλλά είναι family της πρώτη χώρας. Είναι σαν δεύτερη χώρα μου, αλλά είναι το ίδιο για μένα η Ελλάδα και η Γαλλία σαν χώρες. Νιώθω ότι ανήκω και στις δύο. Ε, και φυσικά, η φυσική συνέχεια το να πάω στο Παρίσι.
Έδωσες κάποιες εξετάσεις;
800 εκατομμύρια εξετάσεις, όπως συνέχεια, ασταμάτητα δίνουμε εμείς οι μουσικοί. Η σπουδή διήρκεσε κοντά τέσσερα χρόνια. Τελείωσε, στο τέλος της σπουδής, εκεί λίγο πριν το τελικό μου δίπλωμα... Το οποία πήρα δύο φορές, γιατί όπως κάποιος που γνωρίζω, που βρίσκεται σε αυτό το δωμάτιο, αποφάσισα ότι δεν είμαι ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα του πρώτου διπλώματος και λέω, διάολε, δεν είναι δυνατόν. Γιατί οι Γάλλοι δεν έχουν βαθμούς. Δηλαδή, όταν πάρεις... Τουλάχιστον στη μουσική, έτσι; Έχουνε prix. Η άμεση μετάφραση είναι βραβείο. Αλλά οι Γάλλοι δεν το λένε βραβείο, δεν το θεωρούν βραβείο, αλλά ως βαθμός ως «Άριστα». Οπότε, για κάποιο ανεξήγητο λόγο μου βάλανε deuxième prix. Και λέω, δεν είναι δυνατόν τώρα. Εγώ να πάρω deuxième prix; Και λέω, ξανά. Αφού, λοιπόν, μετά τη δεύτερη... Το δεύτερο πρώτο δίπλωμα -όποιος βγάλει άκρη να σηκώσει το χέρι του- μου λέει ο δάσκαλός μου... Με φώναζε και «Dimitrios». Από δική μου βλακεία. Είναι μία μεγάλη ιστορία. «Άκουσα ότι έρχεται ένα μεγάλο όνομα από το Tchaikovsky, απ’ το Conservatorium Tchaikovsky». Παρένθεση, το «Conservatorium Tchaikovsky» μαζί με την «Julliard School of Music» είναι τα δύο πιο prestigious, τα πιο διάσημα και πιο δύσκολα και δύσκολα conservatoria στον πλανήτη. Κλείνει η παρένθεση. Έχει έρθει ένα μεγάλο όνομα, η ηρωίδα της Σοβιετικής Ενώσεως βραβευμένη με το παράσημο Λένιν και λοιπά, ας πούμε, η οποία θα κάνει ένα σεμινάριο στην Tours. Στην πόλη της Γαλλίας, αυτήν τη μικρή πόλη. «Δεν πας;». Λέω, «Να πάω». Πάω, παίζω, μου λέει, «Έλα». Λέω, «Πού να ‘ρθω;». «Έλα στην τάξη μου». «Πού;». «Στο Tchaikovsky». Και βρέθηκα τον Σεπτέμβριο στη Μόσχα. Έτσι, απλά.
Μια μικρή παρένθεση. Στη Γαλλία, οι σπουδές που ακολούθησες τέσσερα χρόνια διέφεραν από τις σπουδές που είχες ακολουθήσει στην Ελλάδα;
Δεν είχαν καμία σχέση, γιατί στη Γαλλία, μπήκα σε έναν κύκλο μεταπτυχιακών σπουδών, όπου... Κοίταξε να δεις, το πιάνο είναι το πιάνο. Η ερμηνεία είναι η ερμηνεία. Δηλαδή, βάζεις τα δάχτυλά σου και παίζεις νότες. Παίζεις κομμάτια. Από τη στιγμή που μπεις στην Ανωτέρα σχολή, δηλαδή που περάσεις, μπεις στην εφηβεία πλέον, τα κομμάτια που παίζεις είναι υψίστου επιπέδου. Είναι τα κομμάτια που ακούμε καθημερινά στο ραδιόφωνο ή αγοράζουμε στα δισκοπωλεία. Δηλαδή, δεν είναι πλέον παιδικά κομμάτια. Απλοποιώ την κατάσταση για κάποιον που δεν γνωρίζει περί κλασικής μουσικής. Οπότε, όσον αφορά το ρεπερτόριο, καταπιάνεσαι πλέον 100% με το τελικό, το μεγάλο ρεπερτόριο της κλασικής μουσικής. Οπότε, το ρεπερτόριο είναι το ίδιο. Δηλαδή, θέλω να πω, αντίστοιχα κομμάτια έπαιζα. Απλά, εκεί πέρα συνεχίζεις τις σπουδές σου ευελπιστώντας πάντα ανθρώπους που μπορούν να σε καθοδηγήσουνε καλύτερα περισσότερο ή με διαφορετικό τρόπο και πορεύεσαι. Δηλαδή, δεν είναι... Δεν ακολουθείται το μοτίβο, το μοντέλο του ότι κάθε χρόνο μαθαίνω και κάτι περισσότερο όσον αφορά την πληροφορία. Κατάλαβες; Δεν έχεις παραπάνω πληροφορία. Ίδιες νότες είναι, τα ίδια κομμάτια παίζεις. Αλλά είναι η προσέγγιση διαφορετική. Πάντα ευελπιστώντας από κάποιον σε εισαγωγικά καλύτερο από τον προηγούμενο. Γιατί για αυτό και κάνεις αυτόν τον κύκλο σπουδών. Έχουμε πέσει φυσικά στη λούμπα των μεταπτυχιακών, όπως ονομάζεται αυτή η τάση η ηλίθια, κατά τη γνώμη μου, παντελώς ηλίθια τακτική να εξομοιώνουμε τα πανεπιστημιακά διπλώματα με τα μουσικά και, γενικά, καλλιτεχνικά διπλώματα, τα οποία δεν υπάρχει κανένας λόγος ύπαρξης αυτών. Τέλος πάντων, χάριν της ομοιογένειας φαντάζομαι και της παγκοσμιοποίησης. Οπότε, ναι. Σε αυτόν τον κύκλο μεταπτυχιακών σπουδών που σπούδαζα, καταπιανόμουν με κομμάτια υψίστης δυσκολίας, με ανθρώπους που ήταν ειδήμονες στο χώρο τους και οι οποίοι μου λέγανε ό,τι θεωρούσαν ό, τι θέλουν να μου πούνε ή μπορούσε να μου πούνε ή ό,τι whatever. Και έτσι κύλισαν τα χρόνια. Βγήκες καλύτερος απ' το Παρίσι; Όχι, δεν νομίζω. Γιατί προφανώς δεν πέτυχα τους σωστούς καθηγητές; Ίσως, να τους πέτυχα, αλλά αυτοί να μην είχαν κάτι να πουν σε μένα; Ξέρεις, είναι ερωτήματα τα οποία δεν μας ενδιαφέρει και να απαντηθούν, γιατί τελικά στην πράξη φαίνεται το αποτέλεσμα. Και εγώ ένιωθα ότι δεν είμαι καλύτερος πιανίστας. Προφανώς, είχα αποκτήσει εμπειρία, προφανώς καλυτέρευα, αλλά δεν ένιωθα ότι έκανα κάποιο άλμα. Και για αυτό, άλλωστε, ένιωσα και ότι δεν είμαι έτοιμος, ότι θέλω... Ότι χρειάζομαι καθοδήγηση. Και για αυτό και πήγα μπήκα «Tchaikovsky», πάλι με εξετάσεις, πάλι τα ίδια. Εξετάσεις στις οποίες απέτυχα και παταγωδώς. Γιατί όταν πήγα, μπήκα ο αθεόφοβος, είχα σκοπό, λέω, τα ‘χω κάνει όλα. Λέω, «Κάτσε εδώ να μπούμε, ποιο είναι το ύψιστο, λέω, επίπεδο που έχετε;». «Και μου λένε, αυτό ονομάζεται Aspirantoura», η οποία είναι κάτι αντίστοιχο του... Δεν υπάρχει αντίστοιχο. Είναι επιπέδου διδακτορικού, αλλά χωρίς... Επειδή απευθύνεται σε οργανοπαίκτες, σε μουσικούς όχι θεωρητικούς, αλλά πιανίστες, βιολιστές, τραγουδιστές, επειδή δεν γράφεις dissertation, δεν γράφεις κείμενο, γράφεις μια μικρή εργασία τύπου master, έτσι; Δεν είναι εφάμιλλο του διδακτορικού σαν τίτλος, αλλά είναι εφάμιλλο σε επίπεδο. Για αυτό και στην κλίμακα διαβάθμισης... Πώς λέγεται αυτός ο οργανισμός που διαβαθμεί με βαθμολογία; Τα... Ξέρεις, το 8 είναι το διδακτορικό, το 7 είναι το master, το 6 είναι το πανεπιστημιακό... Οπότε, βαθμολογείται – δεν θυμάμαι τα αρχικά γαμώτο- η aspirantoura είναι χαρακτηρισμός 7 plus. Δηλαδή, είναι κάτι μεταξύ... Είναι επίπεδο διδακτορικού, είναι μετά το master, αλλά δεν είναι διδακτορικό. Και εδώ κολλάει αυτό που σας έλεγα με τις εξισώσεις. Δηλαδή, τι βλακείες είναι αυτά; Τέλος πάντων.
Οι γονείς σου σε υποστήριξαν φαντάζομαι πάλι στο...
Ναι, και ευτυχώς όχι μόνο. Ευτυχώς, παίξανε και υποτροφίες από πίσω, γιατί αλλιώς δεν έβγαινε.
Δεν το σκέφτηκες καθόλου παραπάνω-
Όχι-
Που πήγες κατευθείαν...
Όχι, δεν πήρα απόφαση. Δεν έπαιρνα ποτέ αποφάσεις, έκανα. Δεν είναι θέμα απόφασης. Εντάξει, ναι. Απόφαση, να πάω εκεί. Αλλά δεν ήταν κάτι, το οποίο... Δεν έγινε ποτέ μία συζήτηση να κάτσουμε να το συζητήσουμε. Ποτέ. Δηλαδή, ήταν λίγο σαν να λέμε, πάμε σινεμά; Πάμε σινεμά. Ήταν τόσο απλό και τόσο άμεσα. Δηλαδή, η απόφασή μου να πάω στη Μόσχα... Θυμάμαι πολύ ξεκάθαρα τη στιγμή, έπαιζα το «Mephisto Valse» στη Vera Gornostayeva, τη μαθήτριά μου -όχι τη μαθήτρια μου, τη δασκάλα μου- και με ακούει και μου λέει: «Εσύ πρέπει να έρθεις στην τάξη μου στο Tchaikovsky». Και λέω: «Το εννοείτε αυτό;», μου λέει, «Ναι». «Οkay, θα είμαι εκεί». Και έτσι έγινε. Δεν συζητήθηκε ποτέ. Αμέσως, φυσικά, διεκδίκησα υποτροφίες, τις πήρα, βγήκα έξω και συνεχίστηκε.
Οπότε, πήγες στη Ρωσία, πέρασες εξετάσεις...
Πέρασα εξετάσεις. Πέρασα με την τρίτη φορά, ακριβώς γιατί δεν μπορούσα να μπω, οπότε τα δύο πρώτα χρόνια, τα τρία πρώτα χρόνια, βασικά, των σπουδών μου, από τα πέντε χρόνια που ήμουν στη Ρωσία, θα μπορούσε να τα πει κανείς προπαρασκευαστικά. Δηλαδή, μπήκα σε έναν κύκλο που θα τον ονομάζαμε πολύ αυθαίρετα, αλλά δεν βρίσκω άλλο τρόπο να τον ονομάσω, ελευθέρων σπουδών, stagirofka. Δηλαδή, λέγεται assistantoura stagirofka. Δηλαδή, είσαι σαν βοηθός καθηγητή παύλα συμμέτοχος. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Ουσιαστικά, δεν έχεις υποχρεώσεις. Δεν έχεις υποχρεώσεις. Προφανώς, και έπαιζα σε συναυλίες, γιατί αλλιώς δεν κρατιέται, αλλά δεν έχεις εξετάσεις -αυτό εννοώ υποχρεώσεις- στο τέλος ή υποχρεωτικά μαθήματα να περάσεις.
Είναι ένας τόπος προετοιμασίας;
Ναι, για να φτάσω στο επίπεδο.
Το οποίο από τι κρίνεται;
Το οποίο κρίνεται από αυτό που λένε οι Ρώσοι το “mastersvo". Δηλαδή, την ικανότητά σου να ανταπεξέλθεις σε αυτό που κάνεις. Και επί δύο χρόνια συναπτά δεν τα κατάφερνα. Γιατί το επίπεδο ήταν απίστευτα ψηλό. Ήμουνα, αν όχι στη μεγαλύτερη σχολή στον κόσμο μουσικής, σε μία από τις μεγαλύτερες. Και από πλευράς επιπέδου, αλλά και από πλευράς ονόματος, γιατί το «Tchaikovsky» έχει ιδρυθεί τον 19ο αιώνα, έτσι; Μιλάμε...
Εσύ πώς αισθανόσουν σχετικά με την εξέταση; Ότι άμα δεν κατάφερες τρίτη φορά θα προσπαθούσες και τέταρτη;
Ok. Για ακόμα μια φορά είναι πολύ χλιαρές οι απαντήσεις μου. Δεν σκεφτόμουνα ποτέ... Δεν έβλεπα ποτέ the big picture, δεν έβλεπα ποτέ το μετά. Ήμουνα πάντα, ξέρεις. Δίνω εξετάσεις. Διαβάζω, διαβάζω... Δίνω εξετάσεις. Σκατά. Ωχ, γαμώτο. Πάμε. Πάμε για τις επόμενες. Δεν σκεφτόμουνα μετά, δεν... Δεν θυμάμαι. Δεν θυμάμαι. Γιατί είσαι, θα τολμούσα να πω, φανατικά αφοσιωμένος, γιατί δεν σε παίρνει. Για να το διευκρινίσω αυτό, δηλαδή δεν είναι... Ξέρεις, πάντα, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, θα βρεθεί κάποιος φίλος, γονιός, συγγενής, μαθητής που θα πετάξει κάτι ρομαντικό, του στιλ «ναι, και κάνεις αυτό που σ’αρέσει και τι ωραία...», και τους λέω: «Παιδιά, δεν καταλαβαίνετε. Δεν έκανα ποτέ πραγματικά καμία επιλογή. Απλά διάβαζα». Δηλαδή, ήτανε... Είσαι ταγμένος σε αυτό. Δεν σκέφτεσαι έξω από αυτό. Δεν σκέφτεσαι την αποτυχία. Δεν σκέφτεσαι καν την επιτυχία. Σκέφτεσαι... Καταλαβαίνεις, την επιτυχία όπως την εννοούμε σαν κάτι λαμπερό. Η επιτυχία είναι σαν ένα... Ωραία, βρήκα το τέλειο παράδειγμα. Η επιτυχία για μένα ήταν όπως... Νιώθω στην επιτυχία, όπως νιώθει κάποιος που μόλις έχει γεμίσει βενζίνη το αυτοκίνητό του στο βενζινάδικο. Ακριβώς έτσι. Δηλαδή, δεν είναι επιτυχία. Είναι ότι, ωραία, τέλεια, θα γεμίσουμε τώρα ευτυχώς, γιατί είχα αγωνία ότι δεν θα με φτάσει η βενζίνη, γέμισα. Τώρα πόσα έχω; 300 χιλιόμετρα. Τέλεια. Πάμε για τα επόμενα 400. Αυτό είναι η επιτυχία. Δεν σκεφτόμουν ποτέ, ξες, ουάου συναυλία και ο Μπετόβεν και ο Μότσαρτ και ο Σοπέν και τι ωραία... Και η μουσική και η δημιουργία... Τίποτα. Είναι πρωταθλητισμός. Σκληρός πρωταθλητισμός, σκληρή μελέτη με πολύ συγκεκριμένους στόχους, σαφείς στόχους και αφοσίωση.
Το περιβάλλον στο «Tchaikovsky» πώς ήταν;
Εγώ με όλα αυτά που σας είπα, πρέπει να ήμουν ο πιο ρέμπελος εκεί μέσα. Εκεί τα πράγματα ολίγον τι εξοκείλουν, και έτσι εξηγείται κιόλας και αυτή η μη ανθρώπινη επίδοση των περισσότερων τοπ μουσικών. Αυτό που ακούμε σήμερα, τα τεράστια ονόματα που γυρνάνε τον πλανήτη, εγώ τους καταχωρώ σε μία ομάδα μη ανθρώπων. Γιατί μη ανθρώπων; Γιατί δεν θεωρώ ανθρώπινο αυτό που κάνουνε. Δηλαδή, είναι τέτοια η τελειότητα, τέτοια η αριστεία, τέτοιο αδιανόητο τεχνικό επίπεδο αυτών των ανθρώπων, εγώ που κάνω αυτή τη δουλειά μου φαίνεται αδιανόητα δύσκολο έως και αδύνατον να το πετύχει κάποιος. Φυσιολογικός άνθρωπος. Σε εισαγωγικά φυσιολογικός άνθρωπος. Οπότε, προφανώς και υπάρχει αυτή η ελίτ του ταλέντου, απλά ταλέντο έχω εγώ. Αυτοί δεν έχουν ταλέντο, αυτοί είναι θαύματα. Ένας, σε εισαγωγικά, απλός ταλαντούχος άνθρωπος, δηλαδή άνθρωπος άνθρωπος και όχι υπεράνθρωπος, βλέπει τέτοιες καταστάσεις και απλά μόνο να μείνει με ανοιχτό το στόμα μπορεί. Το επίπεδο είναι αδιανόητα ψηλό, αλλά είναι και γιατί η επιλογή είναι αδιανόητα σκληρή. Δηλαδή, για να φτάσει κάποιος στο «Conservatorium Tchaikovsky» έχει περάσει από κόσκινο. Αλλά όταν λέμε για κόσκινο μιλάμε για κόσκινο. Δηλαδή, είναι ένας στους ταλαντούχους, ένας στους 1.000 θα περάσει. Μπορεί και παραπάνω, μπορεί και πολύ λιγότεροι από 1 στους 1.000. Μπορεί ένας στους 10.000. Γιατί είναι άνθρωποι με... Το exceptional δεν χαρακτηρίζει αρκετά.
Δεν αισθάνθηκες ποτέ αυτά τα πρώτα δύο χρόνια ότι «πώς θα φτάσω»...
Ο χειρότερος. Θεωρώ ότι ήμουν ο χειρότερος πιανίστας στο «Conservatorium Tchaikovsky». Έτσι ένιωθα τουλάχιστον. Μακράν ο χειρότερος, δηλαδή dead last. Ήταν απίστευτο. Δηλαδή, την πρώτη χρονιά ειδικά που είχα πάει και είχα και attitude. Το έπαιζα και γκόμενος, κατάλαβες; Το έπαιζα και ιστορία. Λέω, «Κάτσε τώρα, τόσα χρόνια, τελείωσα και μικρός το Αθηνών και δεν έχω χάσει ούτε ένα χρόνο και είμαι σούπερ και τι πιανιστάρας είμαι εγώ και ταλέντο», και θυμάμαι ότι με προσκαλούν σε ένα σπίτι στο οικοτροφείο, γιατί μέναμε σε ένα οικοτροφείο 1.000 ατόμων, χαμός. Και γεμάτος... Περιχαρής, είχα πιάσει την πρώτη σπουδή Chopin, που είναι μια πολύ δύσκολή σπουδή, και τη μελέταγα και την είχα διαβάσει δύο μέρες και ήδη μου έβγαινε πολύ καλά και ήμουν πάρα πολύ περήφανος και το διαφήμιζα αυτό. Και κατέβηκα κάτω, μου λένε, «Τι κάνεις;», «Μελετάω την πρώτη σπουδή Chopin». Και κάθεται ένας βιολιστής – βιολιστής- και μου λέει, «Ποια; Αυτή;» και μου την παίζει στο πιάνο. εκεί, λέω, «Θεέ μου», ήθελα να βάλω τα κλάματα. Λέω, «Θεέ μου και οι βιολιστές παίζουν καλύτερα από μένα εδώ πέρα». Το επίπεδο είναι απλά αδιανόητο, αλλά σιγά-σιγά με φανατικό διάβασμα και προσήλωση, φτάνεις στο επίπεδο.
Και ως βοηθός καθηγητή τα πρώτα δύο χρόνια, ποια-
Τώρα, βοηθός καθηγητή είναι ένας τίτλος. Τα πρώτα χρόνιά μάλλον εμένα θα βοηθούσαν παρά βοηθούσα. Τι να βοηθήσω, καλέ, αφού ήταν όλοι καλύτεροι από μένα. Αυτός είναι ένας τυπικός τίτλος που γράφεται, ξέρεις, στα χαρτιά. Γιατί υποτίθεται ότι επί Σοβιετικού καθεστώτος, αυτό ήταν ένα ενδιάμεσο καθεστώς, όταν έχεις τελειώσει το «Conservatorium»... Τι σημαίνει τελειώνεις το «Conservatorium Tchaikovsky»; Σημαίνει ότι οι μεγαλύτεροι πιανίστες του πλανήτη αυτή τη στιγμή που έχουν ήδη κλείσει... Τους έχουν ήδη κλείσει δισκογραφικές εταιρείες και ήδη έχουν κερδίσει παγκόσμιους διαγωνισμούς και ήδη είναι τοπ ονόματα στον πλανήτη, είναι στο δεύτερο ή στο τρίτο έτος της πενταετούς φοίτησης. Και εγώ πήγα για το μεταπτυχιακό αυτού του κονσερβατορίου, για να καταλάβεις το επίπεδο. Οπότε, αυτό επί Σοβιετικού καθεστώτος είχε φτιαχτεί σαν ένα buffer zone. Buffer studying zone, ώστε να μπορούν κάποιοι χωρίς να δεσμευτούν να μπουν στον τελικό μεταπτυχιακό τίτλο της Ασπιραντούρας, να δικαιολογούνται από το καθεστώς και να δικαιολογούνται και από το Conservatorium. Οπότε, είχαν τον τίτλο του βοηθού καθηγητή να το πω έτσι. Αυτό είναι ένα κατάλοιπο, το οποίο δεν ισχύει προφανώς, γιατί τι βοηθός καθηγητή; Βοηθός, για να κουβαλάω τα πιάνα ήμουν.
Και πώς σε βοηθούσαν; Πώς ξεκίνησε;
Πολύ σκληρή μελέτη και πολύ σκληρή κριτική. Το πρώτο μου μάθημα ήταν μη μάθημα, γιατί είχα, όταν έφτασα στη Ρωσία. Μία βδομάδα πριν πάω στο πρώτο μου μάθημα, μίλησα... Δεν πήγα στην Gornostayeva, στη δασκάλα μου, με παρέπεμψε αμέσως στον βοηθό της, στον πραγματικό βοηθό της, όχι τον γιαλαντζί εμένα. Και με παρέπεμψε σε αυτόν και του είπα, «Θέλετε να σας παίξω κάτι που έχω μελετήσει ή να μελετήσω κάτι καινούριο;». Μου λέει, «Να μελετήσεις κάτι καινούριο». Του λέω, «Τι θέλετε;». Μου λέει, «Μια σονάτα Μπετόβεν». Φέρνω μια σονάτα Μπετόβεν, μετά από μια βδομάδα φτάνω στο μάθημα, ανοίγω το βιβλίο, το βάζω στο πιάνο, κάθομαι στο πιάνο, έρχεται ο Lisichenko, μου κλείνει το βιβλίο και μου λέει, «Σε ευχαριστώ πολύ, τα λέμε την άλλη εβδομάδα». Δεν νοείται να πας σε μάθημα και να μην ξέρεις απ’έξω το κομμάτι σου. Οπότε, το πρώτο μάθημα ήταν μη μάθημα. Για ένα πιανίστα, κάποιος που δεν γνωρίζει πιάνο δεν θα καταλάβει τι σημαίνει αυτό, αλλά για ένα πιανίστα, το να μάθεις ένα μέρος μιας σονάτας Μπετόβεν να το παίξεις απ’ έξω ερμηνεία σε μία εβδομάδα, πρέπει να διαβάζεις 8 ώρες την ημέρα και να έχεις και σούπερ ταλέντο, όχι απλά να διαβάζεις 8 ώρες την ημέρα. Οπότε, αυτό ήταν το prerequisite, ρε παιδάκι μου. Ξέρεις, το οποίο, εγώ δεν διάβαζα 8 ώρες την ημέρα. Διάβαζα όσο μπορούσα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν διάβαζα 8 ώρες την ημέρα. Αλλά προφανώς αυτό ήταν το απαιτούμενο. Γι’ αυτό και το μάθημα ήταν μη-μάθημα.
Και τις υπόλοιπες ώρες τι έκανες;
Δεν υπήρχαν υπόλοιπες ώρες. Διάβαζες, έτρωγες, κοιμόσουνα. Εκεί έχει και -30 το χειμώνα, τις καλές μέρες. Πού να πας; Τα βράδια πηγαίναμε μετά το διάβασμα στο Ωδείο. Γιατί διαβάζαμε ή στο Ωδείο ή στο οικοτροφείο. Όταν διαβάζαμε στο Ωδείο, είχαμε επιλογή από 4-5 συναυλίες κάθε μέρα. Δεν υπήρχε περίπτωση. Αλλά αυτό δεν ήτανε... Το κάναμε σαν συνέχεια του μαθήματος, κατάλαβες; Δηλαδή, δεν πηγαίναμε και αυτό είναι το τρομερό, ρε παιδάκι μου. Ότι δεν είμαστε σαν τους άλλους ανθρώπους. Δεν ζούμε και δεν σκεφτόμαστε σαν τους άλλους ανθρώπους. Είμαστε σε ένα τελείως... Σε έναν παράλληλο κόσμο που γύρω μας υπάρχει μία μεμβράνη, αόρατη μεμβράνη, η οποία μας διαχωρίζει εμφανώς από τους άλλους. Γιατί δεν λειτουργούμε σαν τους άλλους ανθρώπους. Δεν έχουμε σαββατοκύριακα, δεν έχουμε γιορτές, σχολές... Είναι όλα μελέτη, προπόνηση, αθλητισμός.
Με τους συμφοιτητές σου;
Τίποτα. Ήμασταν συμφοιτητές, αλλά δεν βλεπόμασταν ποτέ. Διαβάζαμε και όταν δεν διαβάζαμε, τρώγαμε. Μαγειρεύαμε, τρώγαμε... Αλλά ήταν μια κατάσταση μη συναδελφική, γιατί απλά δεν έχεις τι να πεις. Τι να πεις; Δεν θες να μιλήσεις. Τι άλλο θα μιλήσεις; Δεν έχεις ζωή. Τι θα πεις; Θα μιλήσεις για τη μελέτη σου, για το διάβασμά σου. Δηλαδή, το έφαγες στη μάπα 8 ώρες, θα αρχίσεις να μιλάς κι για αυτό; Οπότε, ήμασταν πολύ gulag. Πολύ gulag. Ήταν μία κατάσταση πολύ δύσκολη. Όχι δυσάρεστη, αλλά άκρως απαιτητική. Άκρως απαιτητική και άκρως challenging. Τρομερά.
Ανταγωνισμός μεταξύ σας υπήρχε;
Τεράστιος. Τεράστιος και ανταγωνισμός πολλές φορές κακός ανταγωνισμός.
Δηλαδή;
Δηλαδή, σε κοροϊδεύουν κανονικά. Ειδικά εμένα που ήμουνα το μπάζο, ειδικά τα τρία πρώτα χρόνια, με κοροϊδεύανε. Δηλαδή, έπαιζα κάτι, μελέταγα κάτι στο πιάνο μου και με το που έκανα ένα break, ο διπλανός που μ’ άκουγε, το έπαιζε πιο γρήγορα. Bullying κανονικό. Διαταξικό πιανιστικό μπούλινγκ. Καινούρια λέξη.
Πώς το διαχειριζόσουν;
Τίποτα. Προσπαθούσες να το διαβάσεις, ώστε να το παίξεις τόσο γρήγορα που αυτός δεν μπορεί να το παίξει.
Το κατάφερες ποτέ;
Όχι. Ποτέ. Ποτέ. Και μη σου πω ότι και αυτός ήταν ο λόγος που προόδεψα. Αλλά από την άλλη, ένας φυσιολογικός άνθρωπος θα με κοιτάξει με λύπη και θα μου πει: «Βρε αγόρι μου, ακούς τον εαυτό σου;». Και εγώ θα του απαντήσω ότι ο πρωταθλητισμός έτσι είναι. Έτσι, θα με κοιτάξει μόνο κάποιος που δεν έχει κάνει πρωταθλητισμό υψηλού επιπέδου, ασχέτως ειδικότητας. Μιλάω, δηλαδή, για 100 μέτρα, για κολύμβηση, για κλασική μουσική, για κλασικό χορό, για αυτά τα οποία θεωρούνται άκρως αθλητικά, άκρως πρωταθλητικά, και άκρως, πώς το λένε, age-sensitive. Δηλαδή, οι πιανίστες τι κοινό... Και αυτό θα μπορούσε να είναι ανέκδοτο. Τι κοινό έχει μία μπαλαρίνα και ένας πιανίστας; Είναι ότι και οι δύο πρέπει να κάνουν καριέρα, να ξεκινήσουν καριέρα μικροί, γιατί αυτό... Ο πιανίστας δεν έχει ημερομηνία λήξης, όπως έχει μία μπαλαρίνα, αλλά δεν μπορείς να τελειώσεις τις σπουδές σου στα 20 στην Ελλάδα και να έχεις ελπίδες να γίνεις επαγγελματίας πιανίστας, γιατί είναι απλά too late. Δηλαδή, το conservatorium στο Παρίσι νομίζω ότι έχει όριο ηλικίας τα 20, για να μπεις. Μπορεί να είσαι ο καινούριος Χόροβιτς, έτσι; Και να είσαι 20 και μισό. Δεν θα σε πάρουνε. Γιατί θεωρούν ότι πρέπει να είσαι έτοιμος από τα 16 σου. Όταν τελείωσα το Αθηνών, ήταν πρωτόγνωρο. Δηλαδή, 18 χρονών ελάχιστοι είχαν τελειώσει το «Ωδείο Αθηνών». Γενικά ελάχιστοι. Ο Δημήτρης ο Σγούρος, η Δανάη Καρρά... Νομίζω και ο Στέφανος ο Κορκολής είχε τελειώσει μικρός, γιατί ήταν σούπερ ταλέντο. Δεν τον ξέρω καθόλου τον άνθρωπό ούτε σαν πιανίστα, αλλά θέλω να πω ότι ήταν πολύ σπάνιο φαινόμενο να τελειώσεις στα 18. Και ένιωθα πάρα πολύ ιδιαίτερος και ένιωθα ότι είμαι κάποιος, ρε παιδάκι μου. Όταν πήγα, λοιπόν, στο Παρίσι στα 18 μου, και είδα ότι όλοι ήταν 18 και ξαφνικά... Και ρωτάω τον δάσκαλό μου, αυτόν που θα με έπαιρνε, που με πήρε τελικά. Του λέω... Με ρώτησε εκείνος, μου λέει: «Πόσο χρονών είσαι;». Του λέω: »18». Μου λέει: «Πολύ ωραία, ούτε μικρός ούτε μεγάλος». Μου ήρθε αυτό σαν χαστούκι. Που ένιωθα ότι είμαι ο σούπερ ντούπερ. Και όχι, απλά ήμουν η νόρμα.
Και οι πιο μικροί πόσο χρονών ήταν;
Οι πιο μικροί και αν λάβουμε υπόψιν μας αυτό που σου έλεγα, ειδικά για τη Μόσχα, το οποίο συμβαίνει και σε όλες τις χώρες τις ανεπτυγμένες, έτσι; Τα παιδιά τα σούπερ, τα ιδιαίτερα προικισμένα, θα τα λέγαμε λίγο πολύ με αυτή τη μπανάλ έκφραση παιδιά-θαύματα, 14-16.
Που ήταν στο επίπεδο που εσύ ήσουν στα 18;
Ναι. Είχα ακούσει... Μία μέρα στο μάθημα πριν από μένα είχε έρθει η κορούλα του Yuri Lisichenko, του δασκάλου μου του πιάνου στη Μόσχα, και έπαιζε πριν από μένα. Την είχε φέρει για να δοκιμάσει το πιάνο, να δοκιμάσει κάτι κομμάτια και μου είχε πέσει το σαγόνι. Και του λέω: «Παίζει καταπληκτικά -λέω- πόσο χρονών είναι;». Μου λέει: «14». Εγώ, τότε ήμουνα... Πρέπει να ήμουν -μετά το Παρίσι- 23, μπορεί και 24. Και αυτή ήταν 14. Και του λέω: «Πω πω, είναι πολύ μικρή». Και με γυρνάει και με ένα μπλαζέ ύφος και μου λέει: «Ε, μέχρι τα 14 ένας πιανίστας πρέπει να είναι έτοιμος». Σαν να μου έλεγε: «Μα φυσικά και το γάλα θέλει ψυγείο, δεν μένει έξω, θα χαλάσει». Με τέτοια φυσικότητα. Άλλη γροθιά στο στομάχι. Και εκεί καταλαβαίνεις τον ελιτισμό του επαγγέλματος και τις απαιτήσεις.
Τα μαθήματα γίνονταν στα Ρώσικα;
Επειδή το «Tchaikovsky» τότε είχε αρχίσει να ανοίγει σιγά-σιγά, αυτό έγινε επί Yeltsin, δηλαδή τη δεκαετία του ‘90. Μετά την πτώση, δηλαδή, του κομμουνισμού. Οι νεαροί δάσκαλοι, γιατί ο δικός μου ήταν νεαρός δάσκαλος, δηλαδή τότε πρέπει να ήταν καμιά 42, πόσο ήτανε... Όταν έφτασα στο Τchaikovsky ήταν ο assistent, ο επίσημος βοηθός της Gornostayeva. Που ήταν από μόνο του μία τεράστια τιμή. Δύο χρόνια μετά, έγινε «ντατσέντ». Δηλαδή, έγινε... Έπαψε να είναι βοηθός μιας τάξης, μιας δασκάλας, μιας καθηγήτριας, και απέκτησε τη δική του τάξη και μπήκα στην τάξη του. Οπότε, αυτόν θεωρώ και δάσκαλό μου, γιατί αυτός ασχολήθηκε βασικά μαζί του. Αυτός με έμαθε μουσική. Όλοι αυτοί είχαν ψαχτεί. Και τον είχαν καλέσει στην Αμερική και είχε διδάξει στην Αμερική, δεν θυμάμαι τώρα σε ποιο πανεπιστήμιο, αλλά δεν του είχε αρέσει. Και γύρισε πίσω. Τον κοιτούσα περίεργα, είδες; Του έλειπε η Ρωσία. Οπότε, μιλούσε Αγγλικά. Παρόλα αυτά, επειδή μπήκαμε σε πολύ σκληρό training από τις πρώτες μέρες ρωσικών, μιλούσα ρωσικά ή από τους πρώτους μήνες. Οπότε, στην αρχή ήτανε ψευτο-ρώσο-αγγλικά και μετά τον πρώτο χρόνο ήτανε μόνο ρωσικά, μόνο ρωσικά.
Εθνικότητες; Τι εθνικότητες ήταν;
Ως επί το πλείστο ήταν Ρώσοι και οι ξένοι ήτανε... Είχε πολλή πλάκα, γιατί, επειδή υπήρχαν κομμουνιστικά κατάλοιπα, όταν πήγα, έβλεπες άτομα από χώρες, όπως Καμπότζη, Βιετνάμ... Ξέρεις, που λες τώρα τι φάση, πώς γίνεται; Αλλά γενικά άνοιγαν. Οπότε, άρχισαν σιγά-σιγά να εισρέουν αρκετοί Ασιάτες, όπως άλλωστε συμβαίνει και τώρα κατά κόρον, αλλά υπήρχαν και σκόρπια εδώ και εκεί... Υπήρχαν δύο Κύπριοι, οι οποίοι ήταν εκεί από μικρή ηλικία. Δηλαδή, είχαν έρθει στη Ρωσία από πολύ μικροί, κάνανε σχολείο εδώ. Τους είχαν στείλει οι γονείς τους και είχαν σπουδάσει εδώ, οπότε όταν μπήκαν στο «Tchaikovsky» ήταν, ουσιαστικά, ρωσάκια. Απλά Κύπριοι στην καταγωγή και μιλούσαν και κυπριακά, αλλά, φυσικά, σαν Ρώσοι. Και με επίπεδο ρώσικο. Είχαμε δύο φίλους Ιταλούς, είχαμε έναν, θυμάμαι, από την Ισλανδία ένα χρόνο, είχαμε δύο Γάλλους... Αλλά ήμασταν έτσι, λίγοι. Δεν ήμασταν πολλοί. Γιατί, για να μπεις μέσα δεν ήταν αστεία. Τώρα, ακούω ότι δεν είναι έτσι. Τώρα, ακούω ότι είναι ένα ακόμα ιδιωτικό σχολείο που δεν ξέρω το επίπεδο. Δεν έχω ιδέα, αλλά τώρα αυτά μιλάμε ότι... Τελείωσα το ‘99. Έχουν περάσει και αρκετά χρόνια από τότε. Οπότε δεν ξέρω τώρα τι συμβαίνει.
Όταν κατάφερες και πέρασες στην τρίτη εξέταση;
Τότε, ξαφνικά βρέθηκα... Εκεί που λες ότι, ρε παιδί μου, πέρασα την έρημο και μπαίνω σε μια τεράστια μαύρη σπηλιά χωρίς τέλος. Έτσι ένιωθα. Λέω: «Θεέ μου, θα πεθάνω. Εδώ θα αφήσω τα κόκκαλά μου». Γιατί εκεί, πλέον σε αναγνωρίζουν ως ίσο τους. Ή τουλάχιστον ως ικανό να ανταπεξέλθει. Μεταξύ μας, εγώ ένιωθα περίπου, ένιωθα κάπως ότι δεν θα μας κάνει ρόμπα τώρα ο Έλληνας. Έτσι ένιωθα. Δεν θα γίνουμε ρεζίλι. Έτσι ένιωθα τότε. Αλλά παρόλα αυτά, μπήκα. Θέλω να πω ότι έπαιζα πιάνο προφανώς. Και μπήκα. Και μετά λυσσαλέο διάβασμα. Μπήκαν κι εκεί... Μπήκαν και τα υποχρεωτικά μαθήματα. Για να κλείσει ο κύκλος, αυτός είναι ακαδημαϊκός κύκλος. Οπότε, άρχισαν να μπαίνουν κάτι μαθήματα, τα οποία πραγματικά, εκεί προσευχόσουν για γρήγορο θάνατο. Δηλαδή, «Ψυχολογία και παιδαγωγική», με αυστηρούς, παλαιούς, σοβιετικούς καθηγητές από το Λεμονόσοβ. Θυμάμαι στο πρώτο μάθημα - αυτό δεν θα το ξεχάσω - ψυχολογία και παιδαγωγική στο πρώτο μάθημα. Είχα βγάλει το χαρτί, είχα βάλει το στυλό στο χέρι και το είχα ακουμπήσει στο χαρτί. Μία ώρα μετά, δεν είχε κουνηθεί. Δεν καταλάβαινα ούτε μία λέξη. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Εννοείται ότι όλα τα μαθήματα στα Ρώσικα, έτσι; Αλλά Ρώσικα ακαδημαϊκά, δηλαδή, πανεπιστημιακά Ρώσικα. Δεν είναι... Εκεί δεν είναι «ο Δημητράκης που τον πήραμε γιατί...». Εκεί δεν είναι αστεία. Οπότε εκεί μου βγήκε η πίστη. Εκεί μου βγήκε το λάδι άσχημα, γιατί έπρεπε να διαβάσω και να ανταπεξέλθω. Τα κατάφερα, με βοηθήσανε, φαντάζομαι, και οι δάσκαλοί μου, δεν με σκίσανε. Πόσο πια να μιλάω ρωσικά τέλεια, ώστε να ανταπεξέλθω σε αυτό μέσα σε 2 χρόνια; Οπότε, αντεπεξήλθα και τελείωσε αυτό το πράγμα. Και μετά, φυσικά, ήταν οι εξετάσεις κάθετος συναυλίες για την...
Μου είπες πριν, Δημήτρη, ότι όταν ξεκίνησες τα θεωρητικά μαθήματα δυσκολεύτηκες πολύ να το...
Πάρα πολύ.
Μου είχες πει για την Ψυχολογία και Παιδαγωγική.
Όχι ξανά.
Υπήρχε κάποιο άλλο τέτοιο μάθημα;
Όχι. Αλλά υπήρχε η ιστορία της μουσικής... Ψέματα, τι λέω; Συγνώμη. Η Ιστορία της Τέχνης, την οποία την έκανε ο Γκριγκόρι Γκριγκόρεβιτς. Να πω for the record ότι, γενικά, ό,τι έχει «ιστορία της...» είναι ιδανικά discipline σ’ αυτά για μένα, για να κοιμάμαι βαθιά. Βαθύς ύπνος. Γιατί όλη μου τη ζωή θυμάμαι από τότε που ήμουν στο Αθηνών με την Ιστορία της Μουσικής, μετά στο Παρίσι και στη Σορβόννη που κάναμε θεωρητικά μαθήματα, δεν μπορώ να πω ότι ήμουν ιδιαίτερα μεγάλος fun. Αλλά όταν έφτασα στη Μόσχα, λέω, «Θεέ μου ιστορία της τέχνης στα Ρωσικά, πραγματικά, δηλαδή, νομίζω ότι θα κάνω τους καλύτερους ύπνους της ζωής μου». Λοιπόν, σε πληροφορώ ότι υπήρξαν δύο φορές που έκανα skip -πώς το λένε- που δεν πήγα, έκανα κοπάνα από τον δάσκαλο απ’ το μάθημα του πιάνου, για να μη χάσω την ιστορία της τέχνης. Ο τύπος ήταν απλά μία μαγεία. Φαντάσου έναν Άγιο Βασίλη, έναν Άγιο Βασίλη αδύνατο με όλη τη γλυκύτητα και πραότητα του Άγιου Βασίλη με μία βαθύτατη γνώση των πάντων, των πάντων, και φορούσε πάντα επί δύο χρόνια που τον είχα, τζιν παντελόνι, τζιν πουκάμισο και τζιν μπουφάν. Και όταν τον ρώτησα γιατί. «Τι γίνεται, έχετε μόνο ένα;». Μου λέει: «Όχι, έχω. Είναι δύο». Και λέω: «Μα, γιατί φοράτε τα ίδια;». Μου λέει: «Γιατί είναι τα ρούχα της δουλειάς». Ο Γκριγκόρι Γκριγκόροβιτς. Θα έχει πεθάνει τώρα ο γλυκούλης τώρα, γιατί πάνε πολλά χρόνια, αλλά αυτός ο οποίος... Με έκανε να αγαπήσω την τέχνη, την ιστορία της τέχνης, μάλλον, καταλαβαίνεις την τέχνη. Γιατί πάντα είναι τόσο στεγνή η διδασκαλία αυτών των μαθημάτων και τόσο ανιαρή και τόσο ιστορικά ακριβής. Ξενέρωτα. Δεν είναι engaging. Δεν είναι ενδιαφέρον. Η θεματολογία μπορεί να είναι ενδιαφέρουσα, αλλά ο τρόπος που τα λένε δεν είναι καθόλου. Οπότε, κουράζεσαι, βαριέσαι. Ωχ Θεέ μου!
Τα πρακτικά μαθήματα πώς ήταν δομημένα; Κάνατε παρουσιάσεις κομματιών;
Μια φορά την εβδομάδα πήγαινες, έπαιζες κι έφευγες. Τόσο απλά. Κάποια στιγμή αποφάσιζες ότι αυτό το κομμάτι πρέπει να παιχτεί, και το ‘παιζες. Έπαιρνες μέρος σε κάποια απ΄τις συναυλίες, το ‘παιζες, καμιά φορά ο εκάστοτε καθηγητής, ο καθηγητής της τάξης του, αποφάσιζε να κάνει και μία ομαδική συναυλία της τάξης, οπότε κλείναμε ένα απόγευμα και παίζαμε όλοι μαζί. Αλλά αυτή είναι η διαδικασία. Και μετά, φυσικά, οι εξετάσεις. Οι εξετάσεις ήταν δομημένες σε εμάς, επειδή ήταν μεταπτυχιακός τίτλος, ήταν δομημένες... Είχες επιλογή αν θέλεις να εξεταστείς ή να κάνεις συναυλία. Έπρεπε να γίνουν δύο τέτοιες παρουσιάσεις επίσημες, μιάμιση ώρα η κάθε μία τουλάχιστον, και εγώ διάλεξα και έκανα μία συναυλία και μία εξέταση. Αυτό. Και μετά είχαμε την υποστήριξη σε εισαγωγικά... Αυτός είχε την υποστήριξη του dissertation που κάναμε. Και το δικό μου ήτανε το θέμα της δικιάς μου ήτανε «Το άγχος επί σκηνής και τρόποι αντιμετώπισής τους». Πολύ πλάκα, όπου υπάρχει... Μπορώ να πω και το ανέκδοτο εδώ; Όταν πήγα στη Ρωσία, ξεκίνησα με εντατικά μαθήματα ρωσικών, τρεισήμισι ώρες την ημέρα. Ήταν ένας βιασμός πραγματικά. Και είχα τη Nina Rubenovna. Οι Ρώσοι το Μrs. Δεν υπάρχει το κυρία, υπάρχει το πατρώνυμο. Οπότε, Ruben ήταν ο πατέρας της, Nina Rubenovna, η οποία στην αρχή με είχε συμπαθήσει πάρα πολύ, γιατί μιλούσα γαλλικά μαζί της. Μετά όμως, όταν άρχισα να της πουλάω παραμύθι, γιατί έλεγα πολλά ψέματα, γιατί ολίγον τι μου έκανε ολίγον τι bullying ότι τα γράμματά μου δεν είναι πολύ ωραία και ότι το τετράδιό μου δεν είναι σε πολύ καλή κατάσταση... Σοβιετικά πράγματα. Άρχισα και εγώ να λέω κάτι, να το πω έτσι, ψεματάκια, τα οποία και της τα σφύριξε ο φίλος μου ο Σαντακάτσου, το κάθαρμα, ο Γιαπωνέζος...
Τι ψεματάκια, δηλαδή;
Ε, έλεγα σαχλαμάρες τώρα, μην πούμε. Δεν πρέπει. Αυτά δεν λέγονται. Και ήταν κάτω στην επιτροπή και ήμουν ενώπιον επιτροπής του Λεμονόσοβ, πάνω σε ένα ικρίωμα και έπρεπε να κάνω defence ουσιαστικά αυτών που έγραφα. Και επειδή τα Ρωσικά μου ήταν μεν πάρα πολύ άνετα και γρήγορα και εύκολα, ήταν γεμάτα λάθη. Γιατί η Νίνα Ρουμπένοβνα δεν έκανε πολύ καλά τη δουλειά της. Οπότε, όμως λόγω της φύσης των Ρωσικών που δεν έχουν άρθρα και ουσιαστικά καταλαβαίνεις την κλίση με τα τελειώματα, στα τελειώματα με τις καταλήξεις, εγώ πολύ κουλ και μάγκικα τις ψιλοέτρωγα. Χάριν και καλά της άνεσής μου με τη γλώσσα. Μεγάλο κάθαρμα, απατεώνας μεγάλος. Και αυτή, δηλαδή, με διέλυσε. Γιατί κάθε φορά που έλεγα κάτι και το πέρναγα στο ντούκου, αυτή ήξερε το κόλπο μου. Και μου έλεγε: «Συγγνώμη, Δημήτρη, τι είπες ακριβώς;». Και έπρεπε εγώ να το επαναλάβω. Οπότε, καταλαβαίνεις ότι το επαναλάμβανα και ήταν ζαριά. Ή θα το πω σωστά ή θα το πω λάθος. Ε, και προφανώς, όπως όλες οι ζαριές, οι μισές φορές ήταν σωστές και οι μισές ήταν λάθος. Και αυτό μου έσπασε τελείως τον ειρμό μου. Κάθαρμα η Νίνα Ρουμπένοβνα, τώρα που το σκέφτομαι. Τι εκδικητική στάση ήταν αυτή σε ένα νεαρό παιδί! Που όσο και να έκανα πλάκα δεν ήμουν ποτέ ούτε κακός ούτε της έκανα ποτέ κακό. Αλλά έχασα τον ειρμό μου και ενώ τα πήγαινα πάρα πολύ καλά και πόνταρα σ’ αυτήν την παρουσίαση να τους τυφλώσω, πήρα το τεσσαράκι μου. Στη Ρωσία, οι βαθμοί είναι 5-άριστα, 4-λίαν καλώς, 3-passable, ρε παιδί μου. Είναι τρεις βαθμοί. Και από το 3 περνάς, το 4 είναι ένας μέσος βαθμός, και το 5 είναι το άριστα, και υπάρχουν και άτυπα συν και πλην. Απλά τώρα έτσι, κάτι το οποίο δεν ισχύει εδώ.
Μέσα στην εκπαίδευσή σας θυμάμαι ότι κάποτε μου είχες πει ότι σας ξυπνούσαν μες στη νύχτα, για να παίζετε...
Όχι, αυτό δεν ήταν σε μένα. Αυτά ήταν τα κακομοίρικα τα παιδιά των μουσικών σχολείων, του κεντρικού μουσικού σχολείου, του «Tsentral'naya Muzykal'naya Shkola», η οποία ήταν το κεντρικό μουσικό σχολείο, και το οποίο πηγαίνανε τα επίλεκτα παιδιά των άλλων μουσικών σχολείων που ήταν ήδη επίλεκτα. Δηλαδή, οι επίλεκτοι των επίλεκτων, εκ των οποίων οι επίλεκτοι θα μπαίνανε στο «Tchaikovsky». Για να το κάνουμε τη σύγκριση με το πριν, αυτά που λέγαμε πριν για την ελίτ. Και γινόταν, όχι στη μέση της βραδιάς, αλλά σίγουρα τους ξυπνούσαν, ζούσαν 6 με 8 άτομα στο δωμάτιο. Είχαν κοινή ντουλάπα, τους ξυπνούσαν, τρώγανε πρωινό και μετά σκορπιζόντουσαν σε τάξεις. Και κάθε μία ώρα έμπαινε μέσα ο supervisor και τσέκαρε τη δουλειά σου. Την πρόοδό σου.
Από ώρα σε ώρα;
Από ώρα σε ώρα.
Μάλιστα. Και προς το τέλος της φοίτησής σου εκεί πέρα αυτό ήτανε δύο χρόνια που έκατσες ως-
Εγώ, ναι. Η τυπική μου σπουδή αυτή καθαυτή είναι διετής, γιατί τόσο είναι αυτός ο κύκλος. Είναι διετής.
Και προς το τέλος πώς αισθάνθηκες, όταν ήρθε η ώρα να ολοκληρώσεις τη δουλειά σου;
Ήτανε πολύ στενάχωρα, γιατί δεν ολοκλήρωσα τίποτα. Αν κάτι κατάλαβες από όλα αυτά που έχω πει μέχρι τώρα, δεν υπάρχει καμία ολοκλήρωση. Υπάρχει μία συνεχής, πώς το λένε, αφοσίωση, βελτίωση, αγωνία, μελέτη, αυτό. Οπότε, ναι, έκανα τις δυο μου, τη μία εξέταση και τη μία συναυλία, τελείωσα, και μετά έπρεπε να γυρίσω να πάω στρατό. Τόσο απλά. Και γύρισα και πήγα στρατό. Και μετά από λίγα χρόνια, πολύ λίγα, πέθανε και ο δάσκαλός μου 50 χρόνων ήτανε, στον ύπνο του. Αυτά είναι από τα μεγάλα μου, πώς το λένε, από τα πράγματα τα οποία έχω στενοχωρηθεί πάρα πολύ στην ζωή μου. Δεν πρόλαβα να του πω αντίο. Γιατί πόνταρα σε αυτό. Δηλαδή, ότι θα γυρνάω στη Ρωσία μια φορά στο χρόνο, στα δυο χρόνια, στα τρία χρόνια, να του παίζω, να με καθοδηγεί, να μου λέει καινούρια πράγματα... Να γεράσουμε παρέα, βρε παιδί μου, γιατί δεν ήταν τόσο μεγαλύτερος μου. Δηλαδή, όταν πήγα εγώ ήμουνα 25. Όταν ήμουνα μαζί του ήμουν 25- ήμουν απ’ τα 22 οπότε, τότε με ανέλαβε ουσιαστικά- και αυτός ήταν 42; Δεν ήταν καμιά τρελή διαφορά. Μπορεί να ήταν 45. Αλλά παραπάνω δεν πρέπει να ήταν. Οπότε και πέθανε στον ύπνο του ο γλυκούλης μερικά χρόνια μετά. Ήταν 50-51.
Όταν γύρισες στην Ελλάδα και έπρεπε να πας στρατό, θύμιζε καθόλου σαν συναίσθημα ο στρατός τη Ρωσία;
Ο στρατός ήταν κυριολεκτικά κατασκήνωση μπροστά στη Ρωσία. Ήταν τίποτα. Δηλαδή, τίποτα. Τι είναι ο στρατός; Εγερτήριο. Ένας επαγγελματίας αθλητής ή μουσικός ξυπνάει νωρίς. Ωραία, φαγητό. Μετά ασκήσεις. Εγώ μελέταγα, εκεί πέρα κάναμε ασκήσεις. Γυρνάγαμε. Φαγητό έτοιμο. Μακάρι να είχαμε έτοιμο φαγητό. Δεν είχαμε και φαγητό. Οπότε, 1-0 στρατός - Μόσχα. Μετά, δεν είχαμε... Δεν υπήρχε καμία αγωνία πού θα κοιμηθείς, πώς θα κοιμηθείς. Μπάνιο. Τίποτα. Αν θα βρεις τροφή. Διακοπές. Με την κακή έννοια διακοπές. Διακοπές, δεν κάνεις τίποτα. Πραγματικά, δεν κάνεις τίποτα στο στρατό. Είναι ένα χάσιμο χρόνου και 18 μήνες πραγματικά σαπίζει το μυαλό σου εκεί μέσα και η ψυχή σου το ίδιο, γιατί νιώθεις άχρηστος και στο υπενθυμίζουν ότι είσαι άχρηστος.
Σε σχέση με το πιάνο, πώς αισθανόσουν; Ένιωθες καθόλου ότι είναι χαμένος χρόνος;
Προφανώς. Ήταν ένα δράμα.
Δεν σε άγχωνε αυτό;
Όχι. Δεν μπορούσα να κάνω κάτι για αυτό. Θα με άγχωνε αν είχα επιλογή. Και ότι «Μήπως δεν ήταν καλή επιλογή το να πάω στρατό;». Αλλά έπρεπε να πάω στρατό, πήγα στρατό, τελείωσε, το ‘φαγα, τελεία και the end.
Και δεν ένιωθες καθόλου ότι μπορεί να χάσεις, ας πούμε, κάποια skills…
Προφανώς. Αλλά το ίδιο πράγμα βιώνουν και τα Ρωσάκια. Απλά, αυτά πηγαίνουν νωρίς στρατό. Δηλαδή, υποχρεωτικά στα 18, δεν υπάρχει αναβολές και τέτοια. Δηλαδή, τελειώνεις και σε μπουντρουμιάζουν μέσα. Το οποίο ακούγεται λίγο φασιστικό, και ενδεχομένως να είναι, αλλά έχει και αυτό τα συν του. Το τεράστιο για μένα συν είναι ότι, αν κάτι... Αν σε κάποια ηλικία σου δώσει κάτι ο στρατός, είναι σε αυτή την ηλικία που είσαι ακόμα... Θηλάζεις. Ζεις ακόμα στο σπίτι σου με τους γονείς σου. Δηλαδή, δεν πολεμάς για το φαΐ σου, δεν ψάχνεις να βρεις πού θα πλύνεις τα ρούχα σου, είναι όλα έτοιμα. Οπότε, αν κάπου έχει νόημα ο στρατός, είναι σε αυτή την ηλικία. Γιατί ακριβώς είναι ένα κρύο ντους ξαφνικά. Μαμά μπαμπάς δεν υπάρχουνε, κανείς δεν σου στρώνει το κρεβάτι, έχεις ένα πρόγραμμα που να ακολουθήσεις στρατιωτικά κυριολεκτικά, οπότε...
Βγαίνοντας απ’τον στρατό, ποια ήταν τα επόμενά σου βήματα;
Τα επόμενα βήματα ήτανε... Ήμουνα πολύ τυχερός, γιατί ο Νίκος ο Τσούχλος, τώρα πρόεδρος του Συλλόγου του Ωδείου Αθηνών, δηλαδή πρόεδρος του Ωδείου Αθηνών, ουσιαστικά, τότε ήταν διευθυντής... Καλλιτεχνικός διευθυντής του Μεγάρου. Που ήταν και σχετικά καινούργιο. Και όταν ήμουν ακόμα στη Μόσχα, τον είχα προσεγγίσει και του είχα παίξει και είχε ενδιαφερθεί με μένα, αλλά... Οπότε, θυμάμαι ήμουν και στρατό, είχαμε κρατήσει επαφή, και ήμουνα στρατό και χτυπάει το τηλέφωνο. Δεν ήξερε ο Νίκος ότι εγώ είχα τελειώσει με τη Μόσχα. Και χτυπάει το τηλέφωνο και μου λέει: «Πού σε βρίσκω;». Λέω: «Είμαι μέσα». Μου λέει: «Πού;». Του λέω: «Πού; Στα Ρίζια στον Έβρο». Α, μου λέει: «Και ήθελα να σου προτείνω να παίξουμε δεύτερο κονσέρτο Σοστακόβιτς». Λέω: «Δεν υπάρχει περίπτωση. Είμαι φαντάρος, κατ’αρχήν, τελειώνω, όμως, σε έξι μήνες, και το δεύτερο Σοστακόβιτς δεν το έχω στα χέρια μου». Μου λέει: «Έχεις κάτι στα χέρια σου;». Του λέω: «Τώρα αυτή η ερώτηση, είναι αστείο αυτό που με ρωτάς, αλλά αν με ρώταγες ποιο κονσέρτο ξέρω ανάποδα και ότι μπορώ να το παίξω με... Την επόμενη, είναι το πέμπτο κονσέρτο Μπετόβεν». Και μου λέει: «Να το παίξουμε;». Λέω: «Δεν έχω διαβάσει για 18 μήνες, αλλά ας το παίξουμε». Και ήτανε, νομίζω, δύο εβδομάδες μετά την απόλυσή μου; Ήταν αρχές Ιανουαρίου και εγώ απολύθηκα τέλος Δεκεμβρίου. Και με το που γυρνάω, πώς φαντάζεσαι, ρε παιδί μου, την επιστροφή του στρατιώτη; Εγώ ξαφνικά άρχισα να μελετάω 18 ώρες την ημέρα, για να προλάβω. Και παίξαμε μαζί με την ορχήστρα του δήμου το πέμπτο κονσέρτο του Μπετόβεν. Και από τότε ξεκίνησε μία σειρά engagements, τα οποία δεν είχαν σχέση με το πιάνο, αλλά με την όπερα. Γιατί ήξερε πάρα πολύ καλά πόσο μου αρέσει το discipline και πόσο καλή εκπαίδευση είχα πάρει όσον αφορά τη μουσική προετοιμασία. Και ξεκίνησαν οι μεγάλες όπερες, τότε που έκανε παραγωγές το Μέγαρο. Και ήμουν σε όλες αυτές. Ξεκινώντας απ’ τη Λυσιστράτη, για την πολιτιστική πρωτεύουσα που ήταν η Αθήνα πριν το 2004. Και μετά η Τουραντότ, οι Σικελικοί Εσπερινοί, η Ιωάννα στην πυρά, άπειρες όπερες που ήρθαν μετά. Και έτσι ξεκίνησα. Ουσιαστικά ξεκίνησα σαν σολίστ, μεν, αλλά μετά το γύρισα σε μουσικός προετοιμαστής. Maestro collaboratore λέγεται αυτό ή κορεπετίτορας μια πιο κοινή λέξη.
Και πώς αισθάνθηκες όταν έπιασες πάλι το πιάνο μετά απ’ το στρατό; Αισθανόμουν μουδιασμένος;
Σκατά, προφανώς. Τι συζητάμε τώρα; Χάλια. Αλλά ήρθε πολύ γρήγορα. Γιατί όλη μου την ζωή το κάνω, παίζω πιάνο. Δηλαδή, απ’τα έξι μου. Όσο και να το αφήσω, θα έρθει. Θα επιστρέψει γρήγορα, πολύ γρήγορα. ‘Ντάξει, δεν είναι ευχάριστο, αλλά επιστρέφει.
Οπότε, στο Μέγαρο ξεκινήσεις μία σειρά-
Συνεργασιών-
Συνεργασιών. Οι οποίες πόσο κράτησαν;
Κράτησαν κάποια χρόνια. 5-6- χρόνια σίγουρα.
Θυμάσαι κάποιο γεγονός ή κάποια παρουσίαση μέσα σε όλες αυτές που να σου έχει μείνει πιο έντονα ;
Όλες ήταν καταπληκτικές, γιατί κάθε παραγωγή είναι σαν μια καινούρια οικογένεια. Που, όμως, έχει ημερομηνία λήξης. Δηλαδή γεννιέται στην πρώτη μέρα της παραγωγής και τελειώνει στην τελευταία μέρα της παραγωγής. Αλλά είναι μια τεράστια οικογένεια, γιατί μέσα έχει κυριολεκτικά εκατοντάδες άτομα, τα οποία γνωρίζεις προσωπικά έναν-έναν. Και αυτό είναι και η ομορφιά αυτής της δουλειάς, ότι κάθε φορά ξεκινάς μια καινούρια περιπέτεια από την αρχή. Απ’ το μηδέν. Κυριολεκτικά απ’ το μηδέν. Απ’το «hello, how do you do?», μέχρι το ότι «Θα μου λείψεις, πότε θα τα ξαναπούμε;». Αυτό. Αλλά όχι κάτι συγκεκριμένο, γιατί είναι όλα. Πραγματικά δεν μπορώ να ξεχωρίσω καμία. Υπήρξαν πιο δύσκολες και πιο εύκολες.
Πώς σε είχε επηρεάσει η Ρωσία και η εκπαίδευση που είχες κάνει εκεί πέρα, όταν επέστρεψες; Έβλεπες, ας πούμε, τη διαφορά από πριν και μετά;
Δεν υπάρχει καμία σύγκριση. Η Ρωσία με εκπαίδευσε... Η εκπαίδευσή μου ήτανε πάρα πολύ σκληρή. Πάρα πολύ και αμείλικτη. Θα τολμούσα να πω απάνθρωπη. Γιατί ένας από τους στόχους της μελέτης είναι αυτή: είναι να βγάλεις απ’ έξω τον ανθρώπινο παράγοντα. Να γίνεις μηχανή. Ακριβώς όπως και στους αθλητές. Δηλαδή, να μη σκέφτεσαι. Πρέπει να φτάσεις σε αυτό το σημείο expertise που πρέπει το χέρι του να πηγαίνει μόνο του. Αυτός είναι ο στόχος. Δηλαδή, οι εκατομμύρια επαναλήψεις που κάνουμε και οι ώρες κάθε μέρα που μελετάμε, δεν γίνονται για να μάθουμε το κομμάτι. Το κομμάτι το έχεις μάθει σε μια βδομάδα. Το μελετάς όλη σου τη ζωή προσπαθώντας να αυτοματοποιήσεις τα πράγματα, ώστε όντας αυτοματοποιημένο να μπορέσεις μέσα από πλέον μία μηχανή που είναι το σώμα σου και το οποίο δεν το διατάζεις καν. Υπακούει μόνο του στην παραμικρή επιθυμία σου, ώστε να δημιουργήσεις μία ερμηνεία μέσα από αυτό. Κατάλαβες;
Υπήρχε κάποιος μέσα σε όλους αυτούς που εκπαιδεύονταν που να τα παράτησε ή που να κατέρρευσε;
Εδώ έχω ιστορίες για ταινία. Είχαμε ένα Γαλλάκι, ερχόντουσαν στη Ρωσία αλεξίπτωτοι, σχεδόν κυριολεκτώ όταν λέω αλεξίπτωτοι. Τι εννοώ, ότι εν μία νυκτί ξαφνικά «γεια σας, ήρθα». Και έτσι έφευγαν κιόλας. Άτομα διαφόρων εθνικοτήτων, από διάφορες χώρες που όπως έρχοντουσαν, φεύγανε. Αλλά, το πιο χαρακτηριστικό ήταν ένα Γαλλάκι που εγώ τότε ήμουν -πόσο ήμουνα- 24; Αυτός ήταν 18-19. Το οποίο Γαλλάκι ήτανε... Βρε παιδάκι μου, λες τώρα, αγόρι μου, πού ήρθες; Ξέρεις πού βρέθηκες; Στο οικοτροφείο, τώρα που δεν είναι αστεία. Πραγματικά σκληρές καταστάσεις. Ο στρατός είναι κολλέγιο μπροστά στο οικοτροφείο. Και το παιδί αυτό έπαθε νευρικό κλονισμό και ήρθε ελικόπτερο και προσγειώθηκε στην οροφή του οικοτροφείου, για να τον πάρει. Ελικόπτερο. Το παιδί έπαθε νευρικό κλονισμό και τον πήραν με ελικόπτερο μέσα σε μερικούς μήνες. Η φίλη μου η Κου Σάο Μέι που σημαίνει... Ούτε καν θυμάμαι τώρα. Απ’ το ‘97, πόσα χρόνια έχουν περάσει; Το οποίο ήτανε «λουλούδι της αυγής», κάτι τέτοιο... Σούπερ όνομα. Η οποία, όπως όλοι οι Ταϊβανέζοι, γιατί αυτή ήταν Ταϊβανέζα, αλλά και οι Κινέζοι δίνουν ονόματα αμερικάνικα, για να είναι εύκολα για εμάς. Η Τζένιφερ, λοιπόν, θυμάμαι ότι δεν είχε ιδιαίτερο ταλέντο και απορούσα και πώς βρίσκεται στο «Tchaikovsky». Αλλά προσπαθούσε, μιλούσαμε πάρα πολύ. Και μετά από μια συναυλία περπατάμε και εκεί που της μιλούσα, είχα ξεχαστεί και μιλούσα, και γυρνάω και δεν τη βλέπω. Και γυρνάω πίσω και έχει ταυλιαστεί κάτω η Jennifer, έχει γίνει μωβ και το σώμα της ήταν σαν μία σανίδα. Είχε πετρώσει. Και είχε γίνει μπλε. Δεν υπερβάλλω, το ορκίζομαι. Λέω, «Θεέ μου, πέθανε». Τη χτυπούσα και έβλεπα ότι ανέπνεε σπασμωδικά. Την πήρα και σήκωσα μια παγοκολόνα. Την πήρα, έτρεξα... Ευτυχώς είχε μία πολυκλινική όχι μακριά από το οικοτροφείο. Βρήκα, σταμάτησα ένα αυτοκίνητο, την έβαλα μέσα, πήγαμε στην πολυκλινική, της κάνανε ενέσεις διάφορες, δεν ξέρω τι, και αυτή νευρικός κλονισμός. Ούτε καν θυμάμαι τι μου λέγανε στα Ρωσικά, ανάθεμα και αν κατάλαβα κιόλας. Και αυτή, μετά από 1-2 μήνες έφυγε. Δηλαδή, μία μέρα απλά... Γιατί βρισκόμασταν σε ένα οικοτροφείο 1.000 ατόμων, καταλαβαίνεις. 5 όροφοι, χαμός. Οπότε, πήγαινε ο ένας στο σπίτι... Στο δωμάτιο του άλλου, χτυπάγαμε την πόρτα, μπαίναμε και μιλάγαμε, τρώγαμε, μαγειρεύαμε, χίλια πράγματα. Και χτυπάω και δεν ήταν εκεί. Και είχε φύγει απλά. Τη μάζεψαν. Ο γείτονάς μου, όταν πήγα στον πέμπτο όροφο την τελευταία μου χρόνια απλά πήδηξε απ’ το παράθυρο. Ναι, κανονικά.
Αυτοκτόνησε;
Ναι, κανονικότατα. Κοίτα, εκεί πέρα δεν είναι τόσο ασυνήθιστο, γιατί είναι τέτοιο το στρες, αυτό αυτόματα οδηγεί σε καταχρήσεις. Όχι τόσο ναρκωτικά όσο αλκοόλ. Αυτό είναι φθηνό και το βρίσκεις παντού. Και επίσης, όλοι αυτοί... Το οικοτροφείο δεν μπορείς να μείνεις, αν είσαι Μοσχοβίτης. Στο οικοτροφείο έχεις δικαίωμα να μείνεις μόνο αν είσαι εκτός Μόσχας. Οπότε, όσοι μένανε εκεί πέρα, έρχονταν από τα βάθη της ανατολής. Κυριολεκτικά. Είχα μία φίλη, η οποία μου έλεγε: «Βγαίνω στο μπαλκόνι μου, τα απογεύματα μου αρέσει τα απογεύματα του καλοκαιριού που βγαίνω και κοιτάω την Κίνα». Όταν στο λέει κάποιος αυτό, εκεί καταλαβαίνεις τι σημαίνει Σοβιετική Ένωση. Ή, τουλάχιστον, η παλιά Σοβιετική Ένωση. Μια άλλη ήταν απ’τον Αρχάγγελο, απ’το Arkhangelsk που έχουνε βάση πυρηνικών υποβρυχίων. Μία άλλη απ’το Περμ, απ’τα Ουράλια. Χαμός. Αλλά όταν τα δεις στον χάρτη, γυρνάς τη σφαίρα, τη γυρνάς, για να πας εκεί. Είναι η μισή γη, είναι ήπειρος.
Εσείς πώς αισθανόσασταν, όταν, γενικά, συνέβαιναν τέτοια περιστατικά;
Σαν... Εγώ αντέδρασα, όταν... Βασικά είδα, γιατί άκουσα φωνές στον διάδρομο και άνοιξα το παραθύρι και είδα το πτώμα κάτω. Και αντέδρασε ότι, «Ο Αλιόσα έσπασε το πόδι του». Ήτανε όχι κυνική, θα τολμούσα να πω απάνθρωπη. Μη ανθρώπινη. Όταν ζεις κάτω από τέτοιο στρες και τέτοιες αυστηρές συνθήκες διαβίωσης -κυρίως ψυχικά- σκληραίνεις. Είσαι σε έναν άλλο κόσμο, δεν είσαι φυσιολογικός άνθρωπος. Κανένας από εμάς -σε αυτό το επίπεδο- κανένας δεν είναι φυσιολογικός. Είναι φυσιολογικά... Δηλαδή, το να καταρρεύσεις είναι κάτι σαν να λέμε ότι πονάει η κοιλιά μου. Το να πέσεις κάτω να καταρρεύσεις.
Εσύ είχες βιώσεις ποτέ κάποια πιο σοβαρή κατάρρευση;
Εγώ προσωπικά πώς... Εγώ τώρα έχω τη νόσο του Κρον, την οποία διαγνώστηκε όταν πήγα στρατό, μέσα στον στρατό. Ε, δεν νομίζω ότι τυχαία το απέκτησα αυτό το αυτοάνοσο. Και στο λεπτό και στο παχύ. Δηλαδή, είχα προβλήματα, είχα χάσει 25 κιλά, το έντερό μου είχε μείνει μισό από τα έλκη, δηλαδή στο τσακ γλίτωσα την επέμβαση και τώρα ακόμα είμαι με medication. Δηλαδή, δεν βγαίνεις αλώβητος από αυτό. Είναι extreme οι καταστάσεις αυτές. Και εσύ για να επιβιώσεις, κάνεις το extreme καθημερινότητά σου. Οπότε, δεν σου κάνει εντύπωση. Γι’ αυτό σου λέω, ο άλλος πέθανε και εσύ λες... Πώς θα αντιδρούσες αν μάθεις, ρε παιδάκι μου, ότι ο φίλος σου ο Νίκος έσπασε το πόδι του. Θα πεις, «Ω, ρε γαμώτο, τώρα...». Έτσι αντιδράς. Με μία ανοσία, αλλά ουσιαστική ανοσία.
Πότε άρχισε αυτό να κάθεται; Δηλαδή, πότε άρχισες να συνειδητοποιείς τι ήταν όλο αυτό το πράγμα και όλα αυτά που βίωσες και είδες να βιώνουν άλλοι;
Ποτέ. Ξέρεις τι ανακάλυψα; Ανακάλυψα ότι έχοντας κάνει την αυτοκριτική μου και την... Τέλος πάντων, αυτο-εξερεύνησή μου, έχω καταλήξει ότι είμαι ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος. Και εκείνο που συμπέρανα και που διαπίστωσα είναι ότι, αν μη τι άλλο, όλη αυτή η σκληρότητα άμβλυνε την ευαισθησία μου. Δηλαδή, είναι... Δεν ξέρω αν είναι σωστή η λέξη, δεν ξέρω να σου πω. Αλλά δεν νιώθω ότι άλλαξα ποτέ. Απλά ένιωθα ότι ήμουνα... Ρε παιδί μου, είναι σαν να είσαι σ’ ένα κελί... Σαν να περπατάς και να μπαίνεις στο μετρό και να παίρνεις την κυλιόμενη σκάλα. Η κυλιόμενη σκάλα πηγαίνει από μόνη της, αλλά εσύ μπορεί να επιλέξεις να περπατάς μαζί της. Ένιωθα ότι ήμουν σε μία άλλη ταχύτητα, αλλά πήγαινα με αυτή την ταχύτητα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω.
Βρέθηκες αργότερα ποτέ σε κύκλο ανθρώπων που να είχατε παρόμοιες εμπειρίες και να καθίσατε να μοιραστείτε...
Όχι. Μόνο όταν τελείωσα το «Ωδείο Αθηνών», είχα δύο συμμαθητές, οι οποίοι δεν είχαν τελειώσει ακόμα. Τον Σταύρο τον Γκρόζα και τον Παναγιώτη τον Γιαννακάκη. Οι οποίοι, όταν εγώ τελείωσα, πήγα στο Παρίσι και έμεινα 4 χρόνια. Αυτοί όταν τελειώσανε, δύο χρόνια μετά, νομίζω, πήγανε κατευθείαν στη Μόσχα και έκαναν το undergraduate study, δηλαδή μπήκαν στον πενταετές κύκλο. Οπότε ήταν ήδη δύο χρόνια εκεί πέρα, όταν πήγα εγώ. Ή ένα, δεν θυμάμαι τώρα. Πάνε πολλά χρόνια. Ή ένα ή δυο χρόνια. Οπότε, ουσιαστικά, είχα αυτά τα δύο παιδιά, τα οποία ήταν πολύ σημαντικό να υπάρχουν στην ζωή μου, γιατί είχα κάποιο, κάποιο -πώς το λένε- repair, κάποια σημαδούρα, ότι, «αυτός είσαι, αυτός ήσουνα». Ξέρεις, γιατί αν δεν τους είχα αυτούς, θα ήμουν τελείως πιστεύω άλλος άνθρωπος τελείως Οπότε, βρισκόμασταν στο ίδιο οικοτροφείο, σπάνια μεν... Σπάνια. Μες στην ημέρα ποτέ, γιατί τρέχαμε. Αλλά τα βράδια πολλές φορές βρισκόμασταν, μαγειρεύαμε και μιλάγαμε, αλλά όχι για τη μουσική. Κυρίως βουβά. Τι να πεις; Να πεις τι; Ακούγαμε μουσική και λέγαμε ανέκδοτα. Πολλά ανέκδοτα θυμάμαι. Πάρα πολλά. Άλλα κανείς δεν μπορεί να το καταλάβει αυτό.
Θα ήθελες να πεις κλείνοντας κάτι σχετικά με το πώς εσύ, αν ερχόταν ένα παιδί λέγοντάς του ότι, α, ναι, ξέρεις τι; Θέλω και εγώ το ίδιο. Θέλω να πάω σε αυτή τη σχολή την τάδε, δεν ξέρω εγώ τι, πώς θα το συμβούλευες, τι θα του έλεγες;
Θα του έλεγα να μην πάει πουθενά και να καταλάβει βαθύτατα ότι δεν είναι το institution, είναι ο άνθρωπος. Ειδικά, δεν μιλάω τώρα για μία σπουδή που δεν γνωρίζω εγώ. Δηλαδή, χημικός μηχανικός, αρχιτέκτονας, φιλόλογος, δεν τα ξέρω αυτά. Ξέρω για τους μουσικούς. Η σχέση του μουσικού είναι πάρα πολύ συγκεκριμένη με τον μέντορά του, είναι αυτός και εκείνος, αυτό παίζει ρόλο. Αν το κάνεις στη Σαχάρα κάτω από ένα φοίνικα, μέσα σε ένα ιγκλού, στον Βόρειο Πόλο ή στο «Tchaikovsky», δεν αλλάζει τίποτα. Δεν παίζει ρόλο το institution. Παίζει ρόλο ο άνθρωπος. Πόσο εκείνος, κατ’ αρχήν, είναι σε θέση, και από την στιγμή που είναι σε θέση και γνωρίζει, πόσο θα ασχοληθεί και πώς θα επενδύσει πάνω σου. Αν δεν είχα τον Γιούρι, δεν θα ήμουν ο άνθρωπος που είμαι σήμερα. Πήγα στη Μόσχα, ήμουν δύο χρόνια στην τάξη της Gornostayeva. Δεν έμαθα πάλι κάτι. Όπως και στο Παρίσι. Γιατί ασχολιόταν, είχε τα αστέρια της, που παίρνανε μέρος σε παγκόσμιους διαγωνισμούς, μου έλεγε σοφά πράγματα, αλλά δεν μάθαινα κάτι. Γιατί, τι να μάθεις; Δεν είναι θεωρητικό μάθημα. Πρέπει ο άλλος να κάτσει δίπλα σου να σκάψετε παρέα. Να ασχοληθεί με το χέρι σου, με τον αγκώνα σου, με τη στάση σου, εκεί να επιμείνει με την καθημερινότητά σου. Κατάλαβες; Αυτό θέλει... Είναι επένδυση, είναι πάρα πολύ κουραστικό και είναι μεγάλη υπόθεση. Δεν το κάνει ο καθένας. Οπότε θα συμβούλευα όχι, μην πάτε με το σχολείο. Πάτε με τον άνθρωπο. Βρείτε άνθρωπο πρώτα και μετά σχολείο. Η αδερφή μου, η Ηλέκτρα η Βεζύρογλου, σπούδασε σε μία, που δεν θεωρείται απ’τις τοπ. Στο «Trinity College». Το «Trinity College» δεν θεωρείται επιπέδου Royal College ή Royal Academy στην Αγγλία. Ναι, αλλά σπούδασε με τη Mayumi Fujikawa. Η Mayumi Fujikawa μοίρασε και το πρώτο βραβείο «Tchaikovsky» μαζί με τον Gidon Kremer. Απ’τις μεγαλύτερες βιολονίστες της εποχής της. Τι προτιμάς; Να είσαι με έναν καλό καθηγητή -καριερίστα βέβαια- που είναι ένας επαγγελματίας μουσικός, τελεία, στο Royal College, ή με τη Mayumi Fujikawa στην Αιθιοπία μια σκηνή. Νομίζω δεν χρειάζεται. Δηλαδή, είναι mood -πώς το λένε. Δεν υπάρχει αυτή η ερώτηση. Και έτσι, η αδερφή μου έχει γίνει μια καταπληκτική βιολονίστα, γιατί σπούδασε δίπλα σε μία μεγάλη προσωπικότητα, η οποία δίδασκε στο «Trinity College». Και ευτυχώς κιόλας, γιατί ήταν πολύ πιο cool. Δεν ήταν τόσο πιεσμένη με ωράρια και με σεμινάρια και με καριέρα... Ξέρεις. Η οποία είναι... Έχουν πάρα πολύ να κάνουν και με το φαίνεσθαι όλα αυτά, έτσι; Δεν θέλω να μειώσω κανέναν μεγάλο, κανένα μεγάλο όνομα, αλλά να λέμε και του στραβού το δίκιο, όλα αυτά είναι ένα πάρα πολύ καλό marketing. Τα λεφτά που δίνονται είναι άπειρα, τα κέρδη είναι τεράστια, τα οφέλη ως προς τη φήμη, αλλά και τα χρηματικά είναι και αυτά πάρα πολύ σημαντικά και έτσι χτίζονται ονόματα πανεπιστημίων και διατηρούνται. Και έτσι προσελκύουν και κοινό. Αλλά όλα αυτά προϋποθέτουν marketing, έτσι; Δηλαδή, δεν είναι καλό marketing αν είσαι ένας τύπος, ο οποίος κλείνεται σε μια αίθουσα το πρωί και βγαίνει το βράδυ. Αυτός είναι που κάνει τη δουλειά. Όχι ο άλλος που δίνει συνεντεύξεις με ωραία ρούχα και παρελαύνουν μπροστά του καλλονές και καλλονοί υπερπιανίστες, υπερβιολιστές. Οι ήρωες είναι αυτοί που δεν φαίνονται. Αυτοί που φαίνονται είναι αυτοί που επέλεξαν να φανούν, που θέλουν να φανούνε και που επιδιώκουν και μπράβο, με γεια τους και με χαρά τους. Αυτοί είναι οι καιροί μας αυτό είναι. Influencer, tiktok, instagram, τι ποστάρω, τι δείχνω... Το marketing έχει τεράστια δύναμη και μπράβο στο μάρκετινγκ. Αλλά αν συζητάμε για τέχνη, αυτές οι δύο λέξεις είναι αντίθετες. Μπορεί το marketing να παρέμβει, να έρθει μετά την τέχνη, ώστε να την προμοτάρει, ναι. Αλλά μαζί δεν πάνε. Δεν γίνεται να πάνε. Αυτοαναιρούνται.
Δημήτρη, ευχαριστώ πάρα πολύ.
Μεγάλη μου χαρά.