© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Post punk και gothic rock: στη σκηνή της Αθήνας και του εξωτερικού
Κωδικός Ιστορίας
24883
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Μιχάλης Πούγουνας (Μ.Π.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
26/07/2023
Ερευνητής/τρια
Θοδωρής Θερμός (Θ.Θ.)
[00:00:00]
Καλημέρα σας.
Καλημέρα.
Θα μου πείτε το όνομά σας;
Λέγομαι Μιχάλης Πούγουνας.
Είμαι με τον Μιχάλη Πούγουνα στο Παλαιό Φάληρο, λέγομαι Θερμός Θεόδωρος, σήμερα έχουμε Πέμπτη 27 Ιουλίου 2023 και είμαι ερευνητής για το Ιstorima. Κύριε Μιχάλη, πείτε μου άμα θέλετε αρχικά λίγα λόγια για την οικογένειά σας, από πού προέρχεστε.
Η οικογένειά μου από τη μεριά της μητέρας μου ήταν πρόσφυγες που ήρθανε από τη Ρουμανία. Ο παππούς μου, ο πατέρας της μητέρας μου, ήταν Έλληνας της Ρουμανίας κι ήτανε γλύπτης στο επάγγελμα. Η μάνα της μητέρας μου ήτανε Ρουμάνα. Και μετά τον πόλεμο, οι Ρώσοι πήραν όλο τους το σπίτι, τους έβαλαν να ζούνε στην κουζίνα και κάποια στιγμή, που ο παππούς επειδή ήταν καρδιακός είχε πάρα πολλές κρίσεις, τους είπαν ότι: «Αφού ο κύριος Λαμπαδίτης είναι Έλληνας, σας βάζουμε σε ένα πλοίο και πηγαίντε να πεθάνει στην Ελλάδα». Οπότε τους στείλαν στη Σύρο όπου και πέθανε ο παππούς, κάπου στα 36 του, κάπου εκεί πέρα. Και μείνανε μόνο η γιαγιά μου με τη μάνα μου, οι οποίες δε μιλούσαν ελληνικά φυσικά, εδώ δε μιλούσε ο παππούς μου. Η γιαγιά μου έπιασε δουλειά στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, που ήταν ένα πρόγραμμα του Σχεδίου Μάρσαλ σχετικά με πρόσφυγες. Η μάνα μου τέλειωσε την ΑΣΟΕΕ. Τους κληρώθηκε ένα διαμέρισμα σε μία από τις δύο ρουμάνικες –έτσι λέγονται– πολυκατοικίες που υπάρχουν στην οδό ταγματάρχου Πλέσσα στις Τζιτζιφιές και μέναν εκεί και όταν γεννήθηκα και πέρασα και τουλάχιστον αρκετά χρόνια εκεί πέρα. Από τη μεριά του πατέρα μου, ο πατέρας μου είναι από τη Χίο, μία φτωχή οικογένεια, ο πατέρας του ήταν κουρέας στο χωριό Βουνό. Ο πατέρας μου ήθελε να ταξιδέψει, να γνωρίσει τον κόσμο και να φύγει βέβαια από το χωριό. Τελείωσε τη Σχολή Εμποροπλοιάρχων στις Οινούσσες και άρχισε να ταξιδεύει. Κάποια στιγμή άρχισε να φέρνει ένα ένα τα αδέρφια του στην Αθήνα και ένας από τους αδερφούς του γνώρισε την κολλητή της μάνας μου και κάποιο βράδυ συναντήθηκαν όλοι μαζί σε ένα πάρτι. Και από κει ξεκίνησε, ξέρω γω, ένας έρωτας που απέφερε ευτυχώς εμένα. Από εκεί και πέρα η μάνα μου με τον πατέρα μου άρχισαν να ταξιδεύουν μαζί και εγώ μεγάλωνα με τη γιαγιά μου, η οποία γιαγιά μου μιλούσε σπαστά ελληνικά. Στο σπίτι μιλούσαν αρκετές φορές ρουμάνικα κιόλας, κι αυτό μου δημιούργησε πρόβλημα γιατί υπήρχαν παιδιά στο σχολείο τα οποία η δουλειά τους ήταν να κάνουν bullying αντί να μαθαίνουνε τι να κάνουν και τα οποία με έπαιρναν από πίσω ως «κωλορουμάνο» και με φτάνανε μέχρι το σπίτι πετώντας μου πέτρες, ανοίγοντάς μου το κεφάλι και τα λοιπά και τα λοιπά. Μέχρι την τετάρτη δημοτικού όπου έσπασα το χέρι του ενός από αυτούς που ήταν ο επικεφαλής τους, σταμάτησε το bullying. Αλλά βέβαια εκεί, μέσα σε όλα αυτά άρχισε να παίζει ρόλο και η κατεύθυνση… η προτροπή για αντίδραση που μου έδινε η μουσική που άρχισα να ακούω η οποία ήταν το ροκ, έτσι; Το 1978 όταν ήμουνα 13 χρόνων είδα στην τηλεόραση στις ειδήσεις ένα που ονόμαζαν «Η νέα μόδα στην Αγγλία λέγεται πανκ ροκ» και είχε έναν Έλληνα στο Λονδίνο πάνκη. Ο Γιάννης Πετρίδης, του οποίου την εκπομπή άκουγα κάθε μεσημέρι, άρχισε να παίζει πανκ συγκροτήματα οι Sex Pistols, οι Clash, οι Damned και όλα αυτά, και ανακάλυψα πως αυτό που ήθελα να κάνω ήτανε να ασχοληθώ με τη μουσική και να ασχοληθώ με την πανκ μουσική. Ήταν πιο κοντά ηλικιακά σ’ εμένα σε σχέση με τη μουσική των χίπηδων, που ήτανε ουσιαστικά η μουσική των γονιών μου, άσχετα αν δεν την άκουγαν οι γονείς μου. Στο σπίτι είχαμε βέβαια μία μουσική παιδεία, ας την πούμε, ένα μουσικό προηγούμενο. Ο πατέρας μου του άρεσαν πάρα πολύ διάφορες μουσικές. Στα ταξίδια του έφερνε Tom Jones, Rolling Stones, latin μουσική, και ελληνικά. Και εκείνες τις εποχές οι άνθρωποι όταν κάνανε πάρτι τα ακούγανε όλα μαζί ανακατεμένα. Θυμάμαι, ας πούμε, θειους μου και θειάδες μου να χορεύουνε «Jeronimo Yanka», ας πούμε, των Forminx και μετά ζεϊμπέκικο και ύστερα δώσ’ του και λίγο Connie Francis και ήτανε μία ανάκατη κατάσταση και ερχόταν και η στιγμή που οι μικρότεροι, τα ξαδέρφια μου, έβαζαν μουσική, οπότε επειδή ήταν γκιράπηδες ακούγαμε και λίγο ντίσκο και τραβάγαμε τα μαλλιά μας, αλλά χορεύαμε.
Η κατάσταση που με έσπρωξε προς το πανκ ροκ νομίζω ότι ήταν όλη αυτή η οργή που είχε δημιουργηθεί μέσα μου από τη φάση με το bullying και όλα αυτά. Στη γειτονιά μου είχα δύο κολλητούς, οι οποίοι ο ένας το 1979 έφυγε με μακρύ μαλλί και τζιν φόρμα να πάει να επισκεφθεί τα ξαδέρφια του στην Αστόρια και γύρισε πίσω με μαλλιά καρφάκια, πλαστικά new wave γυαλιά, Ramones μπλούζα και άρβυλα και παντελόνι παραλλαγής. Προσχώρησαν, λοιπόν, και αυτοί στη σκηνή του πανκ ροκ και αρχίσαμε να πηγαίνουμε συναυλίες, αρχίσαμε να συχνάζουμε στην Πλάκα. Όπου στην Πλάκα είχε και άλλους Καλλιθεώτες σαν κι εμάς: ο Φραγκίσκος από τους Panx Romana, ο Ζαννής που ήταν ο DJ, ας πούμε, της «Αρετούσας». Η «Αρετούσα» ήταν το πρώτο πανκ ροκ κλαμπ της Αθήνας, αν όχι της Ελλάδας ολόκληρης, έτσι; Οπότε αρχίσαμε να δημιουργούμε παρέες οι οποίοι ήταν άνθρωποι με τους οποίους είχαμε παρόμοια βιώματα, ακούγαμε την ίδια μουσική, αγαπούσαν κι αυτοί τη μουσική βέβαια, ήταν από άλλες περιοχές, οι περισσότεροι ήταν από Γαλάτσι, την Πλατεία Χαλεπά. Και εκεί μέσα ήτανε η κατάσταση όπου αποφασίσαμε να φτιάξουμε και εμείς ένα συγκρότημα που λεγόταν Flowers of Romance. Πριν από τους Flowers of Romance βέβαια, εγώ έπαιζα σε μία μπάντα καλλιθεώτικη με συμμαθητές μου, οι οποίοι παίζανε διασκευές και η πρώτη μου εμφάνιση έγινε εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’70, σε ένα κατάστημα ηλεκτρονικών παιχνιδιών, τα ουφάκια που λέγαμε τότε, όπου παίξαμε 22 διασκευές. Αλλά ήταν πράγματα τα οποία, ναι μεν, εντάξει, τα ήξερα μουσικά αλλά δεν με άγγιζαν πια γιατί είχα περάσει σε ένα άλλο μουσικό κλίμα. Το ζήτημα με την εποχή εκείνη, για να αναφερθώ λίγο και να εξηγήσω το γιατί δε με άγγιζαν και γιατί είχα περάσει αλλού, ήταν το εξής, το σκέφτηκα πριν μερικούς μήνες. Από τότε που ξεκίνησε η χούντα μέχρι το 1973, οι δισκογραφικές εταιρίες είχανε πρόβλημα με τις κυκλοφορίες ξένων συγκροτημάτων, όπου όμως εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’60 εμφανίστηκαν συγκροτήματα με δουλειές τρομερές, ξέρω γω, όπως οι Black Sabbath ας πούμε, οι Led Zeppelin, οι Jethro Tull, οι The Crazy World of Arthur Brown. Όταν, λοιπόν, έπεσε η χούντα, οι ελληνικές δισκογραφικές εταιρίες δεν προλαβαίνανε να βγάλουνε τώρα, να κυκλοφορήσουν όλους αυτούς τους δίσκους. Γιατί εγώ είπα τέσσερα συγκροτήματα αλλά ήτανε χιλιάδες, έτσι; Αν όχι χιλιάδες, εκατοντάδες. Έτσι άρχισαν να κυκλοφορούν συλλογές. Και εμείς πηγαίναμε στα τοπικά δισκοπωλεία, ας πούμε, της γειτονιάς και φτιάχναμε συλλογές δικές μας από τους δίσκους που είχαν που παραγγέλναμε από το δισκοπώλη: «Γράψε μου στην κασέτα αυτά και αυτά και αυτά τα τραγούδια» και τα παίρναμε. Όταν το πανκ ροκ, λοιπόν... Με αυτόν τον τρόπο δεν πήραμε [00:10:00]χαμπάρι στην Ελλάδα και τη φάση του glam rock στην Αγγλία, έτσι; Με συγκροτήματα όπως οι Slade οι T. Rex και τα λοιπά. Όταν, λοιπόν, το πανκ ροκ έκανε την εμφάνισή του ήρθε απευθείας, ήταν αυτό που συνέβαινε εκείνη την ώρα. Και ήθελα να είμαι κι εγώ, όπως και τα άλλα παιδιά με τα οποία όπως είπα έκανα παρέα, σε αυτό που συνέβαινε εκείνη την ώρα. Και αυτό που συνέβαινε εκείνη την ώρα έλεγε ότι η γενιά η δικιά μας δεν έχει μέλλον, υπονοώντας οι Άγγλοι ότι η κατάσταση στην βρετανική κοινωνία ήταν σε τόσο άσχημο επίπεδο οικονομικό όπου δε θα βρίσκανε ποτέ δουλειά έτσι όπως πήγαινε το πράγμα, στην Αγγλία γινόντουσαν συνεχώς απεργίες και όλο αυτό το πράγμα άρχισε να μας επηρεάζει κι εμάς. Ο τόπος στον οποίο συγκεντρωνόμασταν ήταν η Πλάκα, εκεί ήταν και η «Αρετούσα» η οποία κάποια στιγμή έκλεισε και μετά την «Αρετούσα» αρχίσαμε να πηγαίνουμε στο «Skylab», που ήτανε δίπλα από την «Αρετούσα», και λίγο πιο κάτω στα σκαλάκια αριστερά όπου ήτανε η «Σοφίτα», την οποία έχει ανοίξει ο Ηρακλής Τριανταφυλλίδης. Ο Ηρακλής, η Λερναία Ύδρα. Το «Skylab» μπορεί κανείς να το θυμηθεί από τις πρώτες εμφανίσεις των Μουσικών Ταξιαρχιών. Αλλά εδώ τώρα τι γινότανε; Είχαμε πάλι bullying σε εισαγωγικά, το οποίο ήταν κάτι άλλο. Απέναντι από την «Αρετούσα» υπήρχε ο «Άρης», ήταν ένα μαγαζί στο οποίο συγκεντρωνόντουσαν χούλιγκανς του Ολυμπιακού και της ΑΕΚ οι οποίοι δεν ήταν πάνκηδες, έτσι; Ήταν παιδιά που άκουγαν συνήθως classic rock, heavy metal, παλιότερα πράγματα ή και παράλληλα, και οι οποίοι ενίοτε έβγαιναν για να τσαμπουκαλευτούν στους πάνκηδες που ήταν στο απέναντι μαγαζί ή μετά, όταν άνοιξε το «Skylab», ήταν στο διπλανό μαγαζί. Εδώ είχαμε πάλι, λοιπόν, άλλο ξύλο, για να σου κλέψουνε το μπουφάν το δερμάτινο που φορούσες, γιατί συνήθως στο μπουφάν βάζαμε πάνω πριτσίνια, κονκάρδες, ραφτά και τέτοια, τα οποία τα θέλαν αυτοί για να τα φοράνε στο γήπεδο. Ήταν και η εποχή, εκεί στις αρχές του ’80 πλέον, μία εποχή που οι Έλληνες βλέπαν πολλά καράτε και Μπρους Λι και τα λοιπά και διάφορες τέτοιες γελοιότητες, ας πούμε, και νόμιζα ότι θα έπρεπε να το κάνουνε και στην πραγματικότητα. Μάλιστα, στην Καλλιθέα υπήρχε συμμορία ατόμων οι οποίοι συγκρουόντουσαν συχνά με άλλες συμμορίες της Νέας Φιλαδέλφειας, του Περιστερίου. Η δεκαετία του ’80, η ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’80 ήταν κάπως έτσι, δηλαδή ήταν λίγο γελοία, ναι, κατάσταση. Μέσα σε όλο αυτό το πράγμα λοιπόν και στον τσαμπουκά χωρίς νόημα, έφυγα από το bullying που ήμουνα μόνος μου και πέρασα στο bullying που ήταν και άλλοι μαζί μου – ευτυχώς. Αλλά όπως και να έχει νομίζω πως το πανκ ροκ και η όλη ιδεολογία του με έκαναν να σκέφτομαι αντισυμβατικά, out of the box που λένε οι Εγγλέζοι, άρχισα να ψάχνομαι. Στο σχολείο, καλά, εννοείται ότι ήμουνα ο τουρίστας της τάξης, έτσι με φωνάζαν οι καθηγητές. Δεν είχα καμία σχέση ως εικόνα, ως image, με τους συμμαθητές μου και η αντίληψή μου σχετικά με το γίγνεσθαι γύρω μου ήταν εντελώς διαφορετική, και από των συμμαθητών μου οι οποίοι ακόμα ψαχνόντουσαν, όπως ψαχνόμουνα κι εγώ βέβαια, αλλά και των καθηγητών μου οι οποίοι ήταν της γενιάς του Πολυτεχνείου ως επί το πλείστον, ήτανε με άλλα μυαλά, ας πούμε. Είχα την τύχη εκείνη την εποχή να... τελειώνοντας το σχολείο, αφού έμεινα και μία τάξη –γιατί όπως είπα δε με ενδιέφερε το σχολείο– είχα την τύχη να έχω μία σύντροφο η οποία διάβαζε πάρα πολύ. Γενικά η παρέα μου δε διάβαζε, το Μίκυ Μάους νομίζω ήτανε το... το Λούκυ Λουκ και το Αστερίξ ήταν τα κορυφαία αναγνώσματα της γενιάς μου, άλλα η κοπέλα αυτή με οδήγησε προς την ποίηση του beat και τους beat συγγραφείς, τον Κέρουακ, τον Γκίνζμπεργκ, ανθρώπους που γράφανε βιβλία και είχαν μεγάλο ενδιαφέρον όπως ήταν ο Τόμας Μαν, o Έρμαν Έσσε. Και έτσι ξεκίνησα να διαβάζω και βιβλία. Αυτό με βοήθησε στο να προσπαθώ να ολοκληρώνω το τι... τις απόψεις και τις σκέψεις που είχα γύρω μου και ταυτόχρονα συνέχισα να παίζω με τους Flowers of Romance. Ο ήχος μας μεταβλήθηκε από το 1985 και μετά –το συγκρότημα δημιουργήθηκε το 1981– μεταβλήθηκε σε έναν πιο σκοτεινό ήχο, μία πρόσμειξη πανκ με μελαγχολίας. Σιγά-σιγά αυτή η post-punk, η meta-punk διάθεση που υπήρχε έγινε goth, και έφτασα μέχρι τη δεκαετία του ’90 όπου εκεί, στο τέλος δεκαετίας του ’80, έκανα το πρώτο μου άλμπουμ με τους Flowers of Romance.
Όταν ήρθε η ώρα να... και τελειώσατε το σχολείο και έπρεπε να βγάλετε κάποια χρήματα, τι κάνατε;
Εκείνη την εποχή ο πατέρας μου σταμάτησε να ταξιδεύει γιατί τον είχανε πιάσει... ναυάγησε μία φορά, έσπασε το πλοίο στα δύο, μετέφεραν κάτι γεωργικά μηχανήματα έξω από την Κρήτη και τον πιάσανε αιχμάλωτο μαζί με... Αιχμάλωτο; Γινόταν ο πόλεμος ανάμεσα στο Ισραήλ και στην Αίγυπτο και δύο φορές αποκλείστηκαν μέσα στα στενά του Σουέζ, όπου δεν επιτρεπόταν ούτε να πάνε μπρος ούτε πίσω, οι Ισραηλινοί ρίχναν στους Αιγύπτιους, οι Αιγύπτιοι στους Ισραηλινούς. Και κάποια στιγμή είπε με τη μάνα μου: «Δεν το παρατάμε το άθλημα γιατί αρχίζει να γίνεται επικίνδυνο;» Και έτσι ο πατέρας μου άνοιξε μία ένα γραφείο όπου έψαχνε να βρει πληρώματα για πλοία ή έκανε μεσιτείες, όπου έμπαινε ως ενδιάμεσος ώστε να τα βρούνε κάποια εταιρία που είχε ένα φορτίο με κάποιον που είχε ένα πλοίο και να τους κάνει τη μεσιτεία αυτή. Εκεί πήγα και άρχισα εγώ να δουλεύω, ενώ παράλληλα άρχισα να σπουδάζω στη Σχολή Χατζίκου σκηνοθεσία κινηματογράφου, το 1984 μέχρι το 1986, όπου τελείωσα και μία πτυχιακή ταινία που έκανα, ασπρόμαυρη. Και συνέχισα να δουλεύω, μέχρι που πήγα το 1988 στο στρατό και έφαγα εκεί δύο χρόνια, ενώ παράλληλα έγραφα και το «Dorian Gray», το πρώτο άλμπουμ των Flowers of Romance.
Θέλετε να πείτε, έτσι, περισσότερες ιστορίες από την δράση των Flowers of Romance, από την ιστορία τους, από τις συναυλίες;
Οι Flowers of Romance ήταν ένα συγκρότημα που δημιουργήσαμε εγώ, ο Τάσος ο Δημητριάδης και ο Κώστας ο Βένος το 1981 με σκοπό να παίξουμε πανκ ροκ. Από κει και πέρα, άρχισαν να γίνονται ανακατατάξεις στη σύνθεση του συγκροτήματος, από το ’84 και μετά, και το συγκρότημα άρχισε να παίζει έπαιζε μάλλον σε διάφορα μέρη. Στον Πειραιά, στην Καστέλλα, υπήρχε το «Σκιάχτρο», το οποίο μετά έγινε «Ροκ Παλέ», παίζαμε σε ΤΕΙ όπως ήταν αυτό του Αιγάλεω, σε καταστάσεις που έχουν να κάνουν με πολιτικές διενέξεις, ας πούμε, και στο «An club». Όπου μπορούσαμε παίζαμε. Το ’89 το συγκρότημα ανέβηκε για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη και παίξαμε στο στέκι της φιλοσοφικής. Ήταν μια όμορφη φιλοξενία από ένα hardcore punk συγκρότημα που λέγονται… λεγόντουσαν Ναυτία. Με τους Flowers of Romance τις στενότερες σχέσεις, φιλικές, τις είχαμε βέβαια με τους Panx Romana. Όπου ο Φραγκίσκος, ο τραγουδιστής τους, ήταν κι [00:20:00]αυτός που μας σύστησε στην εταιρία που μας κυκλοφόρησε το πρώτο άλμπουμ. Και με τους Film Noir. Όπου είχαμε συγκεκριμένες μέρες που είτε βγαίναμε με τους Panx Romana, και κυρίως πηγαίναμε για φαγητό όπου γινόντουσαν τα διάφορα ευτράπελα, ή και άλλες συγκεκριμένες μέρες που βγαίναμε με τους Film Noir οι οποίοι η τραγουδίστριά τους έμενε στο Παγκράτι και συχνάζαμε στο «Ελλάς», ένα καφενείο που υπήρχε στο Παγκράτι λίγο πιο πάνω από το «Bright Shoe» και γινόντουσαν άλλα ευτράπελα. Ο Τρίτσης είχε καταφέρει να κλείσει την Πλάκα, τα μαγαζιά της Πλάκας, για να γίνει η Πλάκα πιο τουριστική ντε και καλά. Εγώ τα Εξάρχεια δεν τα γούσταρα πολύ, είχα μάθει στην Πλάκα. Τα Εξάρχεια τα είχα για πιο φρικιάρικη, χίπικη κατάσταση και, ντάξει, πήγαινα όχι με τη συχνότητα που πήγαινα στην Πλάκα, η οποία ήταν μέρα παρά μέρα ή κάθε μέρα… κάθε νύχτα εννοώ. Από κει και πέρα τα μαγαζιά των Εξαρχείων, υπήρχε ο «Πήγασος», υπήρχε το «Point», υπήρχε το «An» μετά, αργότερα. Ήταν μία κατάσταση στην οποία εκεί γύρω τριγυρνούσε ο μεγαλύτερος όγκος της ελληνικής σκηνής, της αθηναϊκής μάλλον σκηνής. Και σιγά σιγά, μιας και τα μαγαζιά στις γύρω περιοχές του τύπου «Μουσική Αποθήκη» και δε θυμάμαι τώρα ποιο άλλο μαγαζί άρχισαν να κλείνουν και να εξαφανίζονται, το ελληνικό ροκ άρχισε να επικεντρώνεται στα Εξάρχεια, στα μαγαζιά των Εξαρχείων. Οπότε, αναγκαστικά αρχίσαμε να πηγαίνουμε και εμείς να παίζουμε στα Εξάρχεια και να γίνεται αυτό το πράγμα. Οι Flowers of Romance ήταν ένα συγκρότημα από το οποίο αρχικά με έκανε να γνωρίσω κόσμο που δε θα υπήρχε περίπτωση αν έκανα κάτι άλλο στη ζωή μου να τον γνώριζα. Με έφερε σε επαφή με το εξωτερικό, με έφερε σε επαφή με rock stars όπως ήτανε ο Wayne Hussey των Mission. Κάναμε τρία άλμπουμ με αυτό το συγκρότημα, ένα δωδεκάιντσο EP και δύο singles, μπήκαμε σε αμέτρητες ξένες δισκογραφικές... ξένες συλλογές, κυρίως γερμανικές. Τα δύο τελευταία albums κυκλοφόρησαν, και το «Pleasure and the Pain» και το «Brilliant Mistakes», και στη Γερμανία. Το «Pleasure and the Pain» με διανομή σε όλη την Ευρώπη, και το «Brilliant Mistakes» σε 35 χώρες. Και ήταν και το συγκρότημα που με έβγαλε για πρώτη φορά στην τηλεόραση το 1990 και από τότε εμφανίστηκα αρκετές φορές. Μου έδωσε την ευκαιρία να δώσω αρκετές συνεντεύξεις. Και θα μου μείνει αξέχαστη μία συνέντευξη όπου όταν κυκλοφορήσαμε το πρώτο άλμπουμ, το «Dorian Gray», είχε πει ο άνθρωπος που μου έπαιρνε συνέντευξη: «Μιχάλη, τώρα που κυκλοφόρησε το άλμπουμ και ξέρεις ότι κάποια μέρα θα πληρώνουν ένα ακριβό αντίτιμο για να το αποκτήσουνε κάποιοι, πώς αισθάνεσαι;» Και του ’χα πει: «Αν πληρώνουν ένα ακριβό αντίτιμο για να το αποκτήσουν σημαίνει ότι δεν έχω πουλήσει, αισθάνομαι χάλια», ήτανε σπάνιο. Αλλά πέρασα καλά με τους Flowers of Romance μέχρι το 1998 που τους διέλυσα, μετά την συνεργασία με τον Wayne Hussey γράψαμε το άλμπουμ «Brilliant Mistakes» στο Bristol. Ο Wayne Hussey ήταν μέλος των Mission, των Sisters of Mercy πριν από αυτό, των Dead or Alive πιο πριν από αυτό και θεωρείται ένα από τα μεγάλα ονόματα του παγκόσμιου goth. Είχε πλάκα γιατί κάποιες φορές χάζευα το διαβατήριό του και έλεγε επάγγελμα: «The Mission». Και έλεγα θα αποκτήσω εγώ ποτέ διαβατήριο που θα λέει επάγγελμα «Flowers of Romance»; Δεν απέκτησα τελικά, δεν νομίζω ότι θα αποκτήσω ποτέ. Αλλά είχε πλάκα, ήταν εμπειρία μοναδική, και η ηχογράφηση. Γιατί ξέφυγα από κείνο το στάνταρ του Έλληνα ροκ μουσικού που έμπαινε τότε μέσα στο στούντιο και πάνω από την κονσόλα συνήθως υπήρχε το ρολόι και ξεκίναγε να μετράει η ώρα. Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Wayne ήταν να κατεβάσει το ρολόι από τον τοίχο, έτσι; Οπότε δουλεύαμε γύρω στις 14 ώρες την ημέρα στο στούντιο και ένιωσα να είμαι αλλού. Είδα πώς δουλεύονται κάποια πράγματα και προχώρησε αυτή η κατάσταση σε μία εποχή, στη δεκαετία του ’90, που όλη η ελληνική σκηνή είχε βρει ανταπόκριση, ας πούμε, και προφανώς αυτό βοήθησε κι εμάς, που ήμασταν αγγλόφωνο συγκρότημα.
Αναφέρατε κάποια ευτράπελα που γινόντουσαν, είτε όταν πήγαινατε για φαγητό με τους Panx Romana είτε με τους Film Noir, δηλαδή περί τίνος πρόκειται;
Συνήθως, ξέρεις, κάναμε πλάκα, ρε παιδί μου, δηλαδή... Θυμάμαι ένα βράδυ είχαμε τελειώσει, είχαμε πάει σε μία ταβέρνα στον Πειραιά, είχαμε τελειώσει το φαΐ και κάποια στιγμή ζητήσαμε το λογαριασμό. Ήρθε ο σερβιτόρος, έφερε το λογαριασμό και λέω «Φέρε να τον δω εγώ», κοιτάω, δεν έπαιζε ρόλο τώρα το νούμερο που μας είχε φέρει και προκειμένου να κάνω πλάκα, έκανα ότι «Ααα!» κι έφευγα πίσω με την καρέκλα. Οπότε έπεσα με την καρέκλα κάτω και είπε «Όχι όχι», λέει ο σερβιτόρος, «θα χαμηλώσουμε το ποσό, δεν είναι ανάγκη να γίνει αυτό». Ή άλλες φορές, ας πούμε, παραγγέλναμε τζατζίκι και αρχίσαμε να πετάμε τα τζατζίκια ο ένας τον άλλονα μες στην ταβέρνα και γινόταν κάποιες τέτοιες καταστάσεις. Τέτοιου είδους ευτράπελα, δεν ήταν ότι τσαμπουκαλευόμασταν με κάποιον. Ήταν φάσεις παιδιάστικες, ξέρεις, που περνάγαμε κάπως τον καιρό μας πιο αστεία.
Θέλετε να περιγράψετε τα πρώτα live που παίξατε, έχοντας πάει, ας πούμε, σε κάποιες από αυτές τις μουσικές σκηνές ως θεατής. Όταν ήρθε η ώρα να παίξετε κιόλας, πώς ήταν;
Κοίτα, ας πούμε, μία συναυλία που είχαμε κάνει στα ΤΕΙ του Αιγάλεω –δεν είχαμε κάνει μια συναυλία, παίξαμε σε ένα φεστιβάλ που κάνανε οι φοιτητές στα ΤΕΙ του Αιγάλεω– όπου ενώ δεν ξέραμε με ποια σειρά θα παίξουμε –έβγαινε κάποιος και έλεγε: «Παιδιά, θα ανεβείτε εσείς τώρα»– γυρνάω στους υπόλοιπους και λέω: «Οk, πάω να κατουρήσω κι έρχομαι». Φεύγω, είμαι στην τουαλέτα, ξαφνικά αρχίζω και ακούω ξεκινάνε κάποιοι να παίζουν, λέω «Γνωστά ακόρντα αυτά που παίζει αυτός» και συνειδητοποιώ ότι έχουν ξεκινήσει οι δικοί μου, οπότε έτρεχα πίσω για να προλάβω να παίξω. Αυτό ήταν στα ΤΕΙ του Αιγάλεω. Στο «Σκιάχτρο» όταν παίζαμε –το «Σκιάχτρο» ήτανε σε ένα κτήριο όχι απέναντι από το «Δελφινάριο», αλλά στα δεξιά του «Δελφιναρίου»– το οποίο βγαίναμε πάντα να παίξουμε και ήμασταν πάρα πολύ μεθυσμένοι. Κάποια στιγμή ανακοίνωσα ότι «Τώρα θα παίξουμε αυτό το τραγούδι» και ο κιθαρίστας άρχισε να παίζει ένα άλλο. Αλλά μιλάμε τώρα για μία κατάσταση όπου υπήρχαν μικρά σκαμπό μέσα μπροστά στη σκηνή, η σκηνή ουσιαστικά ήταν ένα βήμα ,ένα σκαλοπάτι πάνω από το κοινό. Ήταν μία άλλη ατμόσφαιρα, μια πιο φιλική και πιο ελεύθερη. Στη Θεσσαλονίκη το ’89 μας βάλαν να παίξουμε, όπως είπα, στο στέκι της φιλοσοφικής. Είχε το εισιτήριο 400 δραχμές. Και είχανε μπει μέσα γύρω στα 80 άτομα. Αλλά επειδή το στέκι είχε στα αριστερά αυτά τα γυάλινα τούβλα που μπορείς να βλέπεις και να μη βλέπεις έξω, έβλεπα ότι υπήρχαν πάρα πολλά κεφάλια απέξω και κάποιος μου είπε ότι άρχισε να βρέχει κιόλας. Οπότε, στο τέταρτο κομμάτι είπα: «Παιδιά, ή θα ανοίξετε την πόρτα να μπούνε ή εμείς σταματάμε να παίζουμε». Κάποιος έτρεξε και μου είπε: «Ξέρεις, αν μπούνε έτσι, δεν πρόκειται να πάρετε φράγκο».[00:30:00] Και τους είπα ότι «Δεν πειράζει, μπούνε μέσα κι ας μην πληρωθούμε». Και μπήκανε μέσα 400 άτομα. Σε εκείνη τη φάση, μου είχανε δώσει έναν φιλαράκο, έναν δεν τον ήξερα εγώ τον άνθρωπο, τον Χασάν, ο οποίος του είχανε πει «Ό,τι θέλει αυτός, φέρ’ του το». Και ήμασταν σε ένα δωμάτιο σαν αποδυτήρια, κάποια στιγμή χτύπησε η πόρτα, πήγε ο Χασάν, άνοιξε, του δώσαν κάτι ήρθε και μου λέει: «Είναι κάτι κοπέλες έξω και σου στέλνουν αυτό το μπουκάλι Jack Daniel's και έχουν και αυτό το γράμμα». Ήταν κάτι Αθηναίες οι οποίες λέγανε: «Κάναμε 520 χιλιόμετρα για να σε δούμε, οπότε πάρε κι αυτό το Jack Daniel's». Και βέβαια έπρεπε να το τιμήσω φυσικά το Jack Daniel's! Όταν ανεβήκαμε, λοιπόν, στη σκηνή για να παίξουμε και όταν μπήκαν μέσα τα 400 άτομα, άρχισε όλος ο κόσμος να κερνάει και είχε γεμίσει η σκηνή μπροστά με ποτήρια με διάφορα ποτά: Τζιν, βότκα, ουίσκι, ό,τι να ’ναι. Κατέβηκα εγώ από τη σκηνή με το μικρόφωνο, είχα και μια μπαντάνα που φόραγα για μαντήλι και την έκανα δώρο σε ένα ζευγάρι που ήτανε εκεί μπροστά στη σκηνή. Όταν το 1993 παίξαμε στο «Κηποθέατρο» της Θεσσαλονίκης με τους Last Drive, τους Panx Romana και τους Deus ex Machina, όταν ήμασταν στο backstage ήρθε ένας σεκιουριτάς και μου είπε: «Υπάρχει ένα ζευγάρι έξω, ζητάει εσένα συγκεκριμένα». Και βγήκα έξω και ήταν το ίδιο ζευγάρι με το μαντήλι. Το είχανε φέρει μαζί τους και μου λέγανε: «Μας θυμάσαι εμάς, είμαστε... » και ήταν η Νάνσυ με τον Φώντα. Από τότε κρατήσαμε επαφές. Ο Φώντας έπαιζε σε ένα συγκρότημα που λεγόταν Λόλαμα και σήμερα ζει στη Γερμανία και παίζει με ένα γερμανικό συγκρότημα, μπάσο. Η Νάνσυ έγινε… έβγαζε ένα φανζίν που λεγόταν Blood Brothers, το οποίο ήταν κάτι σαν το φανζίν του fan club των Mission στην Ελλάδα, και μετά, στη συνέχεια έγινε έφτασε να γίνει αρχισυντάκτρια στο In Rock. Το In Rock ήταν ένα περιοδικό της Θεσσαλονίκης που γινότανε δωρεάν διανομή σε όλη την Ελλάδα και έγραφε μόνο για ελληνικά συγκροτήματα και μόνο για την ελληνική σκηνή. Σε εκείνο το διήμερο στο «Κηποθέατρο», θυμάμαι ότι την πρώτη βραδιά όταν τελειώσαμε να παίζουμε... Α, ναι, μέναμε σε ξενοδοχείο στο Βαρδάρη, λεγότανε «Hotel Τelioni». Έτσι, λοιπόν, όταν τελειώσαμε εκείνο το βράδυ, μας λένε: «Θα σας βγάλουμε να πάμε να πιούμε κάτι». Πήγαμε όντως σε ένα μαγαζί, στο «Dock's», ήπιαμε και μετά βγήκαμε έξω από το μαγαζί για να συνεννοηθούμε πού θα πάμε να φάμε, στον Ασλανίδη, στο... τέλος πάντων. Ο ένας... όταν είπαμε, συμφωνήσαμε ότι θα πάμε, αρχίσαμε να ρωτάμε «Σύμφωνοι; Σύμφωνοι; Σύμφωνοι;» Αλλά κάποιος έλειπε. Έτσι γυρίσαμε και είδαμε ότι αυτός που έλειπε από την μπάντα ήταν ξαπλωμένος μπροστά στην είσοδο του μαγαζιού, του «Dock's», και κοιμότανε και ο πορτιέρης συνέχιζε να κάνει face control «Εσύ μπαίνεις, εσύ δεν μπαίνεις» και ο κόσμος πέρναγε από πάνω του για να μπαίνει μέσα. Την επόμενη μέρα το πρωί όταν ξυπνήσαμε... το βράδυ πριν να κοιμηθούμε, όταν γυρίσαμε, τέλος πάντων, έμεινα εγώ με τον έναν από την μπάντα και άλλοι δύο από την μπάντα μένανε στο διπλανό διαμέρισμα, δωμάτιο, ας πούμε, του ξενοδοχείου. Μου λέει: «Τώρα τι θα κάνουν οι άλλοι δύο;» «Ξέρω γω», του λέω, «θα γαμιούνται». Οπότε αρχίσαμε τώρα στις 5:00 η ώρα το πρωί να κάνουμε «Αχ, ουχ, ωχ, ωχ, ιχ» και τα λοιπά. Μας πήρε ο ύπνος, ξυπνήσαμε, πήγαμε δίπλα, χτυπάμε την πόρτα να ξυπνήσουμε και τους άλλους και βλέπουμε ο ένας είναι... έχει στο στόμα του ένα τσιγάρο και ο άλλος προσπαθεί ανεπιτυχώς να βάλει το παντελόνι του και λέμε: «Παιδιά, πάμε κάτω στο εστιατόριο να πάρουμε πρωινό;» «Πάμε». Λέει ο ένας: «Πηγαίντε εσείς και θα ’ρθω, θα ακολουθήσω εγώ σε λίγο». Κατεβαίνουμε κάτω, είναι όλο το εστιατόριο γεμάτο γυναίκες, αλλά όταν μιλάμε για γυναίκες ήταν δίμετρες όλες. Στο ξενοδοχείο μαζευόντουσαν... μένανε μάλλον όλα τα μπαλέτα της πόλης. Ήταν όλες Ρωσίδες, ξέρω γω, Σερβίδες, Κροάτισσες, δεν ξέρω τι ήτανε. Κάτσαμε σε ένα τραπέζι, είχε συννεφιά έξω και κάποια στιγμή έρχεται κι ο τέταρτος της παρέας φορώντας γυαλιά ηλίου. Κάθεται, του λέμε: «Βγάλε τα γυαλιά, ρε συ, είναι σκοτάδι εδώ μέσα». «Όχι!» «Έλα, βγάλε τα γυαλιά τώρα, σαν μαλάκας είσαι τώρα εδώ πέρα με τα γυαλιά». «Γάμησέ μας, δε θέλω». «Βγάλε τα γυαλιά, ρε μαλάκα!» Τα βγάζει τελικά και βλέπουμε κάτι μάτια κίτρινα, κομμένα, του λέμε: «Τι είναι, ρε συ, είσαι άρρωστος;» «Τι άρρωστος να ’μαι, δεν τις ακούσατε τις καριόλες, όλο το βράδυ ξεκωλιάστηκαν να γαμιούνται!» Άκουγε εμάς τους δύο και δεν τον πήρε ο ύπνος ποτέ! Τέλος πάντων, αυτά είναι καταστάσεις, ξέρεις, που όταν... δηλαδή μπορώ κάλλιστα να καταλάβω το γιατί τόσος κόσμος ασχολείται με τη μουσική. Γιατί ουσιαστικά κάθε φορά που ένα συγκρότημα μουσικό φεύγει από την πόλη του είναι σαν μία πενταήμερη, ρε παιδί μου, σχολική, κυρίως αν είναι όλοι άντρες, ας πούμε, ή ανήκουν στο ίδιο φύλο. Είναι μία εκδρομή πενταήμερη και γίνονται... γέλιο, φάρσες, ξέρω γω, διάφορα ευτράπελα και τέτοια πράγματα. Καλά, πόσα έχω ξεχάσει! Σίγουρα είναι πολλά.
Αυτή η κατάσταση, λοιπόν, κράτησε μέχρι το 1998 όπου τότε διέλυσα τους Flowers of Romance και την επόμενη χρονιά έκανα ένα καινούργιο συγκρότημα που λεγόταν Nexus. Και επειδή η σχέση μου με τις δισκογραφικές εταιρίες, τουλάχιστον αυτές που είχαμε υπογράψει, ήτανε κακή, κάκιστη, αποφάσισα να κάνω μία δικιά μου δισκογραφική εταιρία και να λέω ότι όλα τα καλά και όλα τα κακά θα είναι δικά μου και θα ευθύνομαι εγώ γι’ αυτά. Οπότε έκανα την Cyberdelia Records.
Και πώς πήγε αυτό το εγχείρημα;
Η Cyberdelia κράτησε πέντε χρόνια. Κυκλοφόρησα 12 άλμπουμ: είχε τα δικά μου ως Nexus, είχε κάποια ελληνικά συγκροτήματα όπως ήταν οι Past Perfect, Genetic Variation, Into the Abyss, Μην Πυροβολείτε τον Πιανίστα, είχε το άλμπουμ «Aura» των Misssion και το album ενός αμερικανικού συγκροτήματος που λεγόντουσαν Casualty Park. Αυτό κράτησε πέντε χρόνια και έκανα, βέβαια, εισαγωγή και διανομή και όλο αυτό το EBM υβρίδιο το οποίο δημιουργήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και έφερνα Apoptygma Berzerk, Covenant, Mesh, συγκροτήματα τέτοιου είδους, αλλά και όλη τη δισκογραφία της Factory Records και διάφορα άλλα τα οποία τα έκανα διανομή. Tην εποχή εκείνη, όμως, είχε αρχίσει ήδη η οικονομική κρίση η οποία σίγουρα, αν μη τι άλλο, χτύπησε τη μουσική πρώτα από όλα. Και έτσι έφτασα στα τέλη του 2004 να πηγαίνω σε μαγαζιά που τους έκανα διανομή και οι άνθρωποι αυτοί να χρωστάνε άπειρα λεφτά, όχι μόνο σ’ εμένα, δηλαδή... Αφού ανεβοκατέβηκα την τελευταία φορά την Ελλάδα, μπήκα σε ένα μαγαζί στους Αμπελόκηπους, περίμενα δύο ώρες, δεν μπήκε κανείς μες στο μαγαζί να αγοράσει κάτι και ο μαγαζάτορας γύρισε με βουρκωμένα μάτια και μου είπε: «Μέχρι πού θα κρατήσει αυτό; Έχω δύο παιδιά και χρωστάω τρία ενοίκια. Τι θα γίνει;» Οπότε σε εκείνη την φάση είπα: «Μιχαλάκη, κλείσ’ το, είσαι 20.000 τώρα μέσα», είχα εμπόρευμα 20.000, «αλλά αν μείνεις άλλους έξι μήνες, θα γίνει 40.000 το εμπόρευμα. Σήκω [00:40:00]και φύγε». Όπως κατέβαινα, εντωμεταξύ, πιο πριν από τη Θεσσαλονίκη προς την Αθήνα, έπαιρνα διάφορους, στο Βόλο μου έλεγε ο άλλος: «Τι να μου φέρεις; Το Πάσχα θα κλείσω». Είχα μπει στην Κατερίνη και πριν να μπω μέσα στο μαγαζί άκουσα τους μαγαζάτορες να λένε: «Δε θα κάτσω εγώ να πουλήσω τη γη μου και τα χωράφια μου για να κρατήσω το κωλοδισκοπωλείο», ας πούμε. Στη Θεσσαλονίκη υπήρχανε άλλα προβλήματα. Δηλαδή δε γινόταν να κάτσεις αυτή η κατάσταση, ο κάθε μαγαζάτορας ήτανε μέσα –για τους μικρούς μαγαζάτορες μιλάμε, έτσι;– τουλάχιστον 25.000 ευρώ σε εκείνη την εποχή. Και μετά όλοι περιμένανε πότε θα πάρουν οι δημόσιοι υπάλληλοι, ας πούμε, το δώρο. Δηλαδή αυτό ήτανε... έρχεται Πάσχα, έρχονται τα Χριστούγεννα, έρχεται Πάσχα, έρχονται τα Χριστούγεννα, έλεος. Έτσι, είδα τη μουσική από την άλλη πλευρά της, ως εταιριάρχης δηλαδή, είδα τη διάθεση κάποιων συγκροτημάτων, κάποιων καλλιτεχνών. Δηλαδή φαντάσου ότι για συγκρότημα που του είχα κυκλοφορήσει εγώ το δίσκο, τους είχα κανονίσει μία συνέντευξη με ένα μεγάλο γερμανικό περιοδικό και η απάντησή τους ήταν ότι: «Αυτά τα δημοσιοσχετίστικα δεν είναι για μας. Εμείς είμαστε για να γράφουμε τη μουσική και εσύ να τη βάζεις στα ράφια. Άμα θες, δώσε εσύ τη συνέντευξη». Και την έδωσα εγώ γι’ αυτούς, τη συνέντευξη τη δικιά τους. Έτσι, λοιπόν, βλέπεις και την άλλη μεριά, του τι είναι ο υποτιθέμενος καλλιτέχνης, ας πούμε, και τι θα αντιμετώπιζες. Αλλά βέβαια ήταν ξεκάθαρο ότι οι δισκογραφικές εταιρείς δεν είναι μεγάλη διαφορά από εταιρείς που πουλάνε παπούτσια ή τυρί ή ξέρω γω. Έτσι βλέπουν τον καλλιτέχνη και έτσι κάνουνε κι ο κακόμοιρος ο καλλιτέχνης βασανίζεται πιστεύοντας ότι «Τώρα, ναι, θα γίνω γνωστός, θα ζω από τη μουσική». Αυτό είναι του κάθε καλλιτέχνη, ας πούμε, το όνειρο. Αλλά δεν είναι έτσι. Θέλεις να συνεχίσω να λέω για τους Nexus και τους New Zero God μετά ή έχεις άλλο;
Ναι, ναι, συνεχίστε, βέβαια.
Με τους Nexus έκανα τέσσερα albums. Το πρώτο ήταν ελληνόφωνο, γιατί σε όλη τη δεκαετία του ’90 και στο ’80 η πρώτη ερώτηση που σου κάνανε όλοι στις συνεντεύξεις ήτανε: «Γιατί αγγλικό στίχο;» Λες και δεν ήταν προφανές γιατί αγγλικό στίχο. Έτσι, λοιπόν, όταν έκανα ένα EP με τρία τραγούδια των Nexus το οποίο δεν είχε στίχους καθόλου, ούτε αγγλικούς ούτε ελληνικούς, και μου είπε η εταιρεία: «Ρε συ, δε βάζεις ελληνικούς στίχους να καταλαβαίνει ο κόσμος ότι είναι ελληνικά;» Έτσι έκατσα και έβαλα ελληνικούς στίχους για πρώτη φορά στη ζωή μου, σε αυτό το ΕΡ, την πρώτη κυκλοφορία των Nexus. Αργότερα, τον επόμενο χρόνο, είχα ετοιμάσει ένα ολόκληρο άλμπουμ το οποίο το πήγα στην εταιρία με ελληνικό στίχο. Έβλεπα ότι μπορούσα να πειραματιστώ με αυτό. Άλλοι πλήρωναν, γιατί να μην το κάνω; Η εταιρία όμως δεν το δέχτηκε και αυτό είναι ένα πράγμα μέσα στα δικαιώματα της εταιρίας, έτσι; Μπορεί να της πηγαίνεις εσύ συνέχεια δουλειές σου και η εταιρία να σου λέει: «Δε μου αρέσει, δεν το θέλω, το θέλω λίγο πιο έτσι, το θέλω λίγο πιο αλλιώς». Εδώ είναι και η παγίδα στην οποία πέφτουν πολλοί με τα συμβόλαιά τους. Για παράδειγμα, είχε έρθει ένας φίλος ένα βράδυ και μου είπε: «Mike, υπέγραψα με την τάδε πολυεθνική εταιρία, έξι δίσκους έξι χρόνια, σε έξι χρόνια» Και του ’πα: «Έχεις υλικό για έξο δίσκους;» Λέει: «Όχι». «Σου είπε κανείς ότι θα το κυκλοφορήσει… θα κυκλοφοράει η εταιρία ό,τι θέλεις εσύ να βγάζεις;» Λέει: «Μα αφού λέει το συμβόλαιο...» «Αν κοιτάξεις», του λέω, «το συμβόλαιο πάνω, γράφει ότι είσαι δικός τους και για έξι μήνες μετά την παράδοση του τελευταίου δίσκου που αυτοί θα δεχτούν. Αν αυτοί δεχτούν... αν σου απορρίπτουν συνέχεια δίσκους και πιάσεις εσύ να είσαι εκεί 20 χρόνια τι θα κάνεις; Θα ’σαι είκοσι χρόνια εκεί συν έξι μήνες». Λέει: «Δεν το είχα σκεφτεί». Λέω: «Εγώ το ’χω σκεφτεί όμως». Έτσι, λοιπόν, όπως καταλαβαίνεις, ξέρεις, έχουν κάτι παγίδες όλα αυτά τα συμβόλαια και... Οπότε γι’ αυτό έφτιαξα τη Cyberdelia, τη δικιά μου την εταιρία. Οι Nexus, τώρα… κυκλοφόρησα τέσσερα albums με τη Cyberdelia, ένα ελληνόφωνο και τρία αγγλόφωνα. Το πρώτο αγγλόφωνο βγήκε κατευθείαν έξι μήνες μετά το ελληνόφωνο. Και όταν το 2005 είδα ότι η αγορά έχει πάει για φούντο και η βιομηχανία δεν υπάρχει, πήγα στους άλλους του συγκροτήματος και τους είπα: «Παιδιά, θα κλείσω την εταιρία τη δισκογραφική και θα βάλω στο ψυγείο και το συγκρότημα γιατί δε γίνεται». Και για ένα χρόνο έκατσα χωρίς να ακούω τίποτα. Ούτε νότα δεν άκουσα από μουσική, δεν μπορούσα να ακούω. Δηλαδή ήταν ένα συνονθύλευμα από το «δεν έχει νόημα», μέχρι «το κρίμα που βγάζουν αυτοί οι άνθρωποι τα εσώψυχά τους και...». Τίποτα, καταντάει σαν ψυχανάλυση, ξέρεις, σαν να ξαπλώνεις στο κρεβάτι του ψυχαναλυτή και να αρχίζεις να μιλάς, να πούμε, για το τι όνειρα βλέπεις και πώς ήταν η παιδική σου ηλικία. Ένα χρόνο αργότερα, το 2006, ήρθε ο ντράμερ του συγκροτήματος και μου είπε: «Ρε συ, πηγαίνω σαν νευρόσπαστο, χτυπάω τα πόδια μου, τα χέρια μου και μήπως να κάνουμε ένα συγκρότημα; Όχι τίποτα σοβαρό, να παίζουμε καμιά διασκευή έτσι για να περνάει η ώρα». Έτσι, λοιπόν, μαζευτήκαμε τέσσερις νοματαίοι, κάναμε ένα συγκρότημα που αρχίσαμε να παίζουμε διασκευές. Τι διασκευές παίζαμε; Flowers of Romance και Nexus, ωραία. Μέχρι που ο ηχολήπτης στο στούντιο που κάναμε τις πρόβες έβγαλε μία φήμη ότι οι Flowers of Romance ξαναφτιάχτηκαν. Αυτό γιατί ο ένας από τους άλλους τρεις ήταν των Flowers of Romance, έπαιζε μαζί μ’ εμένα, οι άλλοι δύο ήταν των Nexus. Λοιπόν, και μας προσκάλεσαν να παίξουμε σε ένα φεστιβάλ, αλλά δεν είχαμε όνομα ακόμα. Οπότε βρέθηκε το όνομα New Zero God και από τότε μέχρι σήμερα, με αλλαγές στη σύνθεση του συγκροτήματος, έχω κυκλοφορήσει πάλι 4 βινύλια… 4 ολοκληρωμένα studio albums, 2 mini album, το ένα ηχογραφημένο live στην Ιταλία, και 2 επτάιντσα singles, συν 4-5 digital singles. Αλλά οι New Zero God αυτό που κατάφεραν είναι ότι πήγανε στα 10 πρώτα ενός αγγλικού chart το 2011 και αυτό έγινε η αιτία να κυκλοφορήσουμε ένα album από… ένα album και ένα mini album από μία αγγλική εταιρία, τη Secret Sin Records. Έχουν γραφτεί σε πάρα πολλά ξένα περιοδικά κι έχουν κάνει πράγματα που εγώ νομίζω ότι είναι πιο δυνατά από τα πράγματα που κάναν οι Flowers of Romance. Βέβαια άλλη η μία εποχή όπου οι Flowers of Romance λειτουργούσαν χωρίς να υπάρχει το ίντερνετ, έτσι, και έστελνα εγώ γράμματα –έχω στείλει 1.500 γράμματα την εποχή που υπήρχαν οι Flowers of Romance, σε ξένα περιοδικά και διάφορα τέτοια και σε σταθμούς– και άλλο η εποχή των New Zero God όπου υπάρχει το ίντερνετ και ξαφνικά βγαίνει κάποιος και λέει: «Ώπα, τους έχεις πάρει χαμπάρι αυτούς;» Το ’δα αυτό δηλαδή με τα μάτια μου μεταξύ Άγγλων δημοσιογράφων, δημοσιογράφων του Terrorizer, του περιοδικού.
Στέλνατε γράμματα με κασέτα, ας πούμε τότε παλιά;
Κάποια ήτανε με κασέτα, κάποια ήταν με δίσκο, κάποια ήταν σκέτα γράμματα. Ανάλογα, αν ήταν μεγάλη η πιθανότητα, ας πούμε, να γίνει κάτι, το ’στελνες… έστελνες το βινύλιο. Να πω ένα παράδειγμα. Κάποια στιγμή ένας φίλος μού έδωσε το τηλέφωνο ενός ανθρώπου στη Γερμανία, στο Βερολίνο, ο οποίος έκανε κάτι που δεν μπορούσα να καταλάβω. Μίλησα μαζί του, μου ’πε «Δεν…» –εγώ έψαχνα να βρω μαγαζιά για να ανέβουμε[00:50:00] να κάνουν περιοδεία στη Γερμανία– μίλησα μαζί του και μου είπε «Δεν είμαι promoter, δεν μπορώ να σου εξηγήσω ακριβώς τι είναι, αλλά», λέει, «δώσε μου τη διεύθυνσή σου να σου στείλω κάτι». Λοιπόν, στη δεκαετία του ’80 υπήρχε ένα κίνημα το οποίο λέγεται λεγόταν το κίνημα της κασέτας. Στο κίνημα της κασέτας ένας άνθρωπος ο οποίος, ας πούμε, ήταν μουσικός και είχε ηχογραφήσει κάτι μπορούσε –και εμένε, ας πούμε, στην Ελλάδα– μπορούσε να ανταλλάξει με κάποιον άλλον μουσικό που έμενε στην Ταϊλάνδη, για παράδειγμα, την κασέτα με τα τραγούδια τα δικά του με την κασέτα με τα τραγούδια του αλλουνού, του Ταϊλανδού. Υπήρχαν και νόμοι άγραφοι μέσα σε αυτή τη φάση. Δηλαδή, αν εγώ είχα βγάλει ένα εφτάιντσο σινγκλάκι τότε θα το αντάλλασσα ένα προς ένα με ένα εφτάιντσο σινγκλάκι του αλλουνού. Αν εγώ είχα να βγάλει ένα άλμπουμ βινυλίου, τότε θα το αντάλλασσα με δύο ή με τρία σινγκλάκια του αλλουνού αν δεν είχε βγάλει album. Ο Yorg –Yorg Dittmar λέγεται αυτός, Lord Litter, έτσι είναι το όνομά του στο underground– ήτανε αυτός που είχε πάρει πάνω του το γερμανικό πόδι του κινήματος αυτού. Και τι έκανε; Ο ίδιος ήταν μουσικός, έτσι; Μέχρι τότε είχε κυκλοφορήσει 36 albums σε κασέτες. Μεγαλύτερος από μένα 10 χρόνια. Αυτός έκανε μία ραδιοφωνική εκπομπή με πράγματα που του στέλνανε αυτοί που ήταν μες στο κίνημα, συν τις πληροφορίες που του στέλνανε, όλα αυτά τα ηχογραφούσε στην εκπομπή του, τα ’κανε… τα κοπιάριζε σε κασέτες και τα έστελνε σε άλλους ραδιοφωνικούς σταθμούς όπου υπήρχαν άτομα του ίδιου κινήματος της κασέτας και τα παίζανε αυτοί. Οπότε, με αυτό το σκεπτικό, οι Flowers of Romance ακουγόντουσαν στην Αμερική, στην Αγγλία, στην Αυστραλία, από εκπομπές ραδιοφωνικές που έστελνε αυτός την εκπομπή του. Είχε και κάποιο τραγούδι δικό μας, ας πούμε, κι ένα τραγούδι δικό σου, και ένα τραγούδι του άλλου. Επίσης, εκτός από αυτό, είχε κάνει… και το κάνανε όλοι τους, έβγαζε κάποια σε φωτοτυπίες, αντίτυπα, τα οποία είχανε πληροφορίες για την μπάντα τη δική μου, ας πούμε. Τι ύφος μουσικής παίζω, τι έχω κυκλοφορήσει και ένα contact address το οποίο θα μπορούσε ο άλλος να έρθει σε επαφή μαζί μου και να μου πει: «Φίλε, αφού κάνεις εσύ gothic, κάνω και εγώ gothic, θέλεις να κάνουμε ανταλλαγή αυτά που έχουμε παράγει;» Έτσι, λοιπόν, έβγαζε κάθε τρεις μήνες ένα τέτοιο δισέλιδο πράγμα το οποίο το έβαζε μέσα στα γράμματα που έστελνε, το έβαζε σε μεγάλες ποσότητες και το μοίραζαν και οι άλλοι αλλού στα γράμματα που στέλνανε γύρω. Έτσι, λοιπόν, μπήκαμε σε αυτήν με τους Flowers of Romance, μπήκαμε σε αυτήν την κατάσταση, η οποία ήταν μία κατάσταση που είχαν ξεκινήσει οι Αμερικανοί το 1969. Και υπάρχει και ένα DVD που έχω μέσα, το οποίο μιλάει για την αμερικάνικη πλευρά του casette movement, του tape movement, αυτουνού του πράγματος. Έτσι βοηθούσε ο ένας τον άλλον. Θα μπορούσες να είχες γράψει ένα βιβλίο και να το στείλεις στον Ταϊλανδό, για παράδειγμα, που λέγαμε πριν, και να σου στείλει και αυτός το δίσκο του. Ή ένα πίνακα, ξέρω γω, κάτι, ρε παιδί μου, που δημιούργησες. Και γινόταν αυτό το αλισβερίσι. Στους Flowers of Romance αυτό έκανα... το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν κάναμε μία ανταλλαγή με ένα γερμανικό συγκρότημα 50 CD, πήραν αυτοί –CD; Δίσκους– 50 δίσκους από το πρώτο μας album και πήραμε εμείς 50 δίσκους από το δικό τους πρώτο album. Οπότε, έβγαινε το κάθε συγκρότημα στη χώρα του και εκτός από το δίσκο που είχε κυκλοφορήσει στα live, στις συναυλίες που γίνανε, πουλούσε και το δίσκο του άλλου συγκροτήματος, ουσιαστικά σαν να πουλάει δύο φορές το album το δικό του κι έτσι έβγαζε τα λεφτά του. Γιατί την είπα όλη αυτή την ιστορία τώρα;
Για το πώς στέλνατε γράμματα με κασέτες.
Α, ναι, αυτή ήταν. Έτσι, λοιπόν, σε αυτούς τους ανθρώπους έστελνες σίγουρα υλικό, δηλαδή δεν υπήρχε λόγος να μην τους στείλεις, ήξερες ότι το υλικό σου θα πιάσει τόπο. Θα το παίξει, θα τα ακούσει. Τώρα σε κάποια, ας πούμε, αμερικανικά περιοδικά πανκ, το Flipside, ας πούμε, δεν υπήρχε λόγος να στείλω. Εκτός του ότι τα έξοδα τα ταχυδρομικά ήταν περισσότερα, τώρα έβλεπε ο Αμερικάνος ελληνικό δίσκο... Υπάρχει και αυτό που μου έχουν πει σε δισκογραφικές εταιρίες, για να ξέρουμε έτσι λίγο, να έχουμε και μία καλύτερη εικόνα των δισκογραφικών εταιριών. Αργότερα, όταν στέλνανε demo CD σε δισκογραφικές εταιρίες, οι τύποι που ήταν στις δισκογραφικές κάναν το εξής: Ανάβαν τον ανεμιστήρα και πετάγαν τα CD προς τον ανεμιστήρα και τα έσπαγε ο ανεμιστήρας. Ναι, αυτά είναι τα όνειρα των μουσικών και έτσι τα χρησιμοποιούν στις δισκογραφικές εταιρίες. Άρα γιατί να το στείλω εγώ στου διαόλου τη μάνα, χωρίς να ξέρω ποιος είναι, χωρίς να με ξέρει αυτός τι είμαι, να καταλήξω και εγώ σε κανένα ανεμιστήρα; Δεν ήθελα, τα έστελνα στους σίγουρους, τους ασφαλείς.
Θέλετε να μιλήσετε για τις πρώτες φορές που βγήκατε στο εξωτερικό ή κάποιες φορές που σας έχουν μείνει;
Όταν πήγα στη Γερμανία το ’91, έμενα με αυτούς τους Catastrophe Ballet, σε μία πόλη που λεγόταν Τριέρ. Είναι η παλιότερη γερμανική πόλη 2.000 ετών, δίπλα στις όχθες του ποταμού Μοζέλλα, στα σύνορα με το Λουξεμβούργο. Και μέναν πάνω από ένα στριπτιτζάδικο αυτοί. Και κάποια στιγμή έπαιξαν με τους Apoptygma Berzerk, πήγαμε και τους είδαμε, πήγα εγώ και τους είδα γιατί οι άλλοι παίζαν μαζί τους, δεν ήταν... πήγαν ντε και καλά. Και για πρώτη φορά είδα ένα συγκρότημα underground να βγαίνει, να έχει ξηρό πάγο που τους έφτανε μέχρι τα γόνατα, να έχουν βάλει σταυρούς από τάφους και καλά ότι παίζανε μέσα σε νεκροταφείο. Ο ντράμερ από κάποιο σημείο και πέρα είχε σηκωθεί και έκανε μία οξυγονοκόλληση στον τοίχο. Ήταν πολύ πιο διαφορετικά από εκεί που ήμασταν εμείς, έτσι; Δηλαδή δε θυμάμαι τώρα στις αρχές του ’90 καν αν χρησιμοποιούσαν ελληνικά συγκροτήματα fog machine για να βγάζουν καπνό, ας πούμε. Αυτοί είχανε ξηρό πάγο, σκηνικό ολόκληρο είχανε στήσει και πήγαινε έτσι το πράγμα. Στην Αγγλία το ’95 κάποια στιγμή ερχότανε... θα έπαιζε ο Gary Numan στο Μπρίστολ, στο Μπρίστολ ηχογραφούσαμε. Ήρθε λοιπόν ο μάνατζερ του Gary Numan και μας προσκάλεσε και να πάμε να τον δούμε το βράδυ. Όντως πήγαμε στο θέατρο –σε θεατράκι έπαιζε– και μετά αφού τελείωσε –όταν μπήκαμε μέσα με τον Hussey έπαιζε Sisters of Mercy, οπότε γύρισε ο Hussey με κοίταξε κι έκανε «Χεχεχε!»– πήγαμε μετά στο backstage, βγήκε ένας bouncer εκεί, ένας bodyguard του Gary Numan, μόλις βλέπει το Hussey, λέει: «Wayne! Σας είδα όταν παίζατε με τους Mission στο», ξέρω γω, «Wimbledon. Μισό λεπτό να φωνάξω τον Gary». Μπαίνει μέσα και βγαίνει η road manager του Gary, μία τύπισσα η οποία φορούσε ένα έξαλλο πράγμα, ένα ολόσωμο, και λέει: «Μου είπε ο Gary να συναντηθείτε στο ξενοδοχείο του για μερικές μπύρες». Έτσι πήγαμε στο ξενοδοχείο, ήρθε ο Gary Numan, από πίσω υπήρχε μία σειρά από άτομα. Ήταν μία τύπισσα η οποία ήταν σαν πορτιέρης με ένα ριγέ μπλουζάκι από αυτά που βλέπουμε τα ναυτάκια σε κάτι ταινίες παλιές, ας πούμε, και σε κάποια φάση ο Numan της είπε: «Έλα δω λίγο». Λέει: «Τι;» Λέει: «Τη βλέπετε;» Λέει: «Είναι ο σωματοφύλακάς μου ο προσωπικός». Λέει: «Είναι πρωταθλήτρια Αγγλίας στο bras de fer». Μπουμ! Μετά έσκασε ένας άλλος τύπος τον οποίον τον ονόμασαν «the leech», η [01:00:00]βδέλλα, με μακρύ, ξανθό, λαδωμένο μαλλί και μία πολύ μακριά καμπαρντίνα, ο οποίος πλησιάζει και λέει: «Υπάρχει κάτι», λέει, «που θα θέλατε;» και ανοίγει την καμπαρντίνα και βλέπουμε μέσα τα πάντα, ό,τι ναρκωτικό ήτανε… υπήρχε στη φαρμακοβιομηχανία. Του είπαν οι άλλοι: «Όχι, όχι, δε χρειαζόμαστε τίποτα!» Ήταν μία βραδιά, έτσι, πολύ... την περάσαμε τώρα μιλώντας με τον Gary Numan για το «Blackadder», ξέρεις, τη «Μαύρη Οχιά»… Τον ρώτησα, του λέω: «Βλέπω έχεις βγει», λέω, «περιοδεία στην Αγγλία κι έχεις για λογότυπο το ελληνικό Ψ». Μου λέει: «Ελληνικό είναι αυτό;» Λέω: «Ναι, είναι γράμμα». «Γράμμα;» μου λέει. «Εγώ το είδα», λέει, «στο κομπιούτερ και μ’ άρεσε και το έκανα λογότυπο της περιοδείας!» «Μάλιστα», του λέω. Αλλά ήταν πολύ θυμωμένος γιατί ουσιαστικά η Levi's είχε χρησιμοποιήσει το τραγούδι του, «Cars», σε μία διαφήμιση της. Και ενώ ο Gary ήταν, ας πούμε, μια χαρά βολεμένος με την εταιρία που δίδασκε πιλοτάρισμα αεροπλάνων στον κόσμο, τον πήρε τηλέφωνο η δισκογραφική και του λέει: «Gary, πήγε νούμερο 12 το τραγούδι, έβγα να κάνεις περιοδεία». Και είπε «Γαμώ το κέρατό μου!», ξέρεις, και βγήκε να κάνει ο άνθρωπος περιοδεία στην Αγγλία. Βέβαια, στη συνέχεια, πήγε ο Trent Reznor των Nine Inch Nails και διασκεύασε το «Cars» και άρχισε να παίρνει τον Gary Numan μαζί του στις συναυλίες για να παίζουνε μαζί, όχι να σαπορτάρει κάποιος κάποιον. Ανεβαίνει πάνω και παίζει το «Metal» o Gary Numan, έπαιζε το «Metal» όπως το παίζανε οι Nine Inch Nails, που ήταν δικό του τραγούδι, και από κει και πέρα πήρε ξανά η καριέρα του τα πάνω της, ας πούμε, και έχει γίνει πρώτη μούρη στο Καβούρι, που λέμε, να πούμε, και γαμάει και δέρνει τώρα, πάλι. Και καλά κάνει δηλαδή ο άνθρωπος, είναι 65 χρονών. Το άλλο ήτανε στην Ιταλία όταν πήγαμε να παίξουμε. Παίξαμε στην κατάληψη ενός σχολείου που λεγότανε [Δ.Α.]. Το οποίο τι είχανε κάνει τώρα; Ήτανε οι καταληψίες σε συνδυασμό με το δήμο της πόλης στη Μόντενα – η Μόντενα βγάζει ξύδι, μπορείς να δεις το... άμα δεις ξύδι από τη Μόντενα είναι από κει, θα το δεις στο σουπερμάρκετ. Είχανε συνεννοηθεί και καταλάβανε αυτό το σχολείο το οποίο ήτανε του 1900 και κάθε Κυριακή κάνανε μία πολιτιστική εκδήλωση, φέρνανε ξένους καλλιτέχνες. Αμερικάνους, Γερμανούς, μουσικούς ως επί το πλείστον. Και εμείς ήμασταν μετά την Eva O των Christian Death, που είχε παίξει την προηγούμενη εβδομάδα, πήγαμε και παίξαμε εμείς, με support ένα ιταλικό συγκρότημα το οποίο λεγότανε Dead Inside και είχε πάρει το όνομά του από ένα τραγούδι δικό μας που είναι «Dead Inside» και το έχουμε στο πρώτο album. Και τους βλέπω ακόμα, βγάζουνε δίσκους και παίζουν στη Γερμανία, παίζουν στην Ιταλία, πάνε καλά. Πολύ καλή η φιλοξενία των ανθρώπων, ωραία πράγματα. Μια χαρά.
Να γυρίσουμε πίσω, αν θυμάστε, έτσι, χαρακτηριστικά κάποια live που είχατε δει σαν θεατής, νεαρός τότε και που σας έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση;
Αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση μεγάλη ήταν το live των Bauhaus το ’83 στο Σπόρτινγκ, που... τι είναι αυτό που δε θα ξεχάσω ποτέ; Ο Peter Murphy είχε πιάσει μια λάμπα πράσινη από αυτές τις φθορίου, ήταν γυμνόστηθος και την έσερνε πάνω στο σώμα του και φαινόταν σαν να βλέπεις ένα πράσινο σκελετό, δηλαδή ήταν ένα πράγμα που έλεγες «Πώς το κάνει τώρα ο τύπος;» Είναι που είναι χάλια, ας πούμε, με το σώμα του, τόσο αδύνατος, αλλά ξέρεις κατάφερνε να δώσει μια άλλη ατμόσφαιρα γκραν γκινιόλ στην όλη υπόθεση. Συναυλία των Boomtown Rats όταν είχανε βγάλει το I don't like Μondays, πάλι στο Σπόρτινγκ. Εντάξει, το διήμερο του «Rock in Athens» όπου έχω μία από τότε απορία. Για μένα αυτοί που βγήκαν και ήταν οι καλύτεροι μουσικοί, με όμικρον γιώτα, του διημέρου ήταν οι Culture Club, έτσι; Δεν άκουγα, δεν είναι το ύφος μου οι Culture Club, αλλά αντικειμενικά ως μουσικοί ήταν οι καλύτεροι από τις δύο μέρες. Πριν όμως να βγει ο Boy George, με τους Culture Club βγήκε ένας μαύρος τραγουδιστής και τραγούδησε που ποτέ δεν έμαθα το όνομά του. Είπε 2-3 τραγούδια ο άνθρωπος, ξέρω γω, και μετά βγήκε ο Boy George. Το ότι βγήκε ο Boy George, οι δικοί μας άρχισαν να τον κράζουν, κατέβηκε ο Jon Moss από τα τύμπανα, πέταξε τις μπαγκέτες στο κοινό εκνευρισμένος για να χτυπήσει κάποιον, άρχισαν να πετάνε οι δικοί μας πλαστικά μπουκάλια με χώμα στον Boy George. Ντάξει, ίσως έχω μεγαλώσει αλλά, ξέρεις, όπως το βλέπω τώρα αν δεν σου αρέσει ο άλλος, σήκω φύγε, δεν είναι ανάγκη να το κάνεις όλο αυτό, ρε παιδί μου, δεν υπάρχει λόγος, ξέρω γω. Oι Clash ήταν η τελευταία εμφάνιση. Επιτέλους είδα τη Nina Hagen, που είχα έτσι μία μικρή καψούρα όταν ήμουνα μικρός με την πάρτη της. Οι Toktok ήτανε πάρα πολύ καλό συγκρότημα. Τέλος πάντων, ήταν μία άλλη εμπειρία, που ξαφνικά είδαμε ότι 75.000 Έλληνες είναι new wave σε εισαγωγικά και λες: «Ναι, ok». Depeche Mode, Cure κλπ. Ήταν κι αυτή μοναδική εμπειρία σε αυτή τη φάση. Από εκεί και πέρα, όταν έπαιξα, ας πούμε, με τους Sisters of Mercy το ’97... Σου λέω, από κάποιο σημείο και πέρα αρχίζεις και απομυθοποιείς την όλη κατάσταση. Όταν είσαι ακροατής, πολύ περισσότερο όταν είσαι οπαδός ενός μουσικού ύφους, όλα στο μυαλό σου είναι… τα έχεις ψηλά, λες «αυτό, είναι αυτός» και τα λοιπά και τα λοιπά, ας πούμε. Οι καημένοι οι Sisters of Mercy δεν ήτανε κάτι, ρε παιδί μου. Αυτό που ήταν ενοχλητικό ήταν... δεν ήταν κάτι κακό εννοώ, αυτό που ήταν ενοχλητικό ήταν ότι ήτανε οι Sisters of Mercy και οι New Model Army σε άλλο δωμάτιο, με μπαρ, ψυγεία, κόλπα, σχέδια μυστήρια και τα ελληνικά συγκροτήματα τα τρία ήταν σε άλλο δωμάτιο με τούβλα, με υλικά οικοδομών και διάφορα τέτοια πράγματα, και δεν επιτρεπόταν να πας να πάρεις, ας πούμε, από το ψυγείο ένα νερό ή κάτι τέτοιο. Φυσικά, όταν αρχίζεις να μπαίνεις μέσα στην παραγωγή, δηλαδή να βλέπεις πώς γίνονται τα πράγματα από άποψη παραγωγής, καταλαβαίνεις ότι αυτά που τους φέραν ήταν αυτά που παραγγείλανε εκείνοι, αυτές οι δύο μπάντες, οπότε φυσικά δεν μπορείς να πας να πάρεις κάτι. Αλλά δώσ’ του και του άλλου κάτι, ρε φίλε, ας πούμε, να... μην τον έχεις σε Β κατηγορία και Γ, ας πούμε, δεν πειράζει.
Αυτό πότε ήτανε;
Το ’97.
Και που είχε γίνει αυτή η συναυλία;
Στο γήπεδο του Απόλλωνα στη Ριζούπολη. Ήτανε μία... ντάξει, κάθε κάθε live έχει κάτι, ξέρεις, το live είναι το πάρτι του μουσικού μωρέ. Κάτι θα γίνει, κάτι θα περάσεις καλά και αυτό είναι το νόημα, το να περνάς καλά. Έχει πλάκα, το 2016 ως Νew Zero God παίξαμε με τον Andi Sex Gang. O Andi Sex Gang είναι από ένα συγκρότημα των αρχών του 1980, Βρετανός, το οποίο συγκρότημα λεγόταν Sex Gun Children. Aπό τους Sex Gang Children πήρε το όνομά του το gothic rock. Πήρε το όνομά του, υποτίθεται, γιατί έτσι ονομαζόταν η κατάληψη στην οποία έμενε ο Andi, έτσι την ονόμαζαν οι δύο από τους Cult, ο Ian Astbury και ο Billy Duffy – αυτοί οι τρεις ήτανε κολλητοί. Το 2016 παίξαμε μαζί και από τότε γίναμε ψιλοκολλητοί, δηλαδή παραλίγο να τον παντρέψω κιόλας, ας πούμε. Έρχεται πότε πότε, μένει στο σπίτι [01:10:00]εδώ όταν έρχεται στην Ελλάδα, μιλάμε συνέχεια, «τι κάνεις», «τι κάνω», τώρα που βρίσκεται στην Αγγλία. Και από εκεί, από τον Andi, γνώρισα τον Mark Gemini Thwaite, ο οποίος Mark Gemini Thwaite ήταν ο κιθαρίστας των Mission, ο κιθαρίστας του Peter Murphy, ο κιθαρίστας του Gary Numan, ο κιθαρίστας του Tricky. Και είχαμε παίξει με το Mark το 2000, όταν εγώ είχα τους Nexus και όταν είχαν έρθει οι Mission να παίξουνε στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν είχαμε γνωριστεί. Εντάξει, εγώ ήξερα τον Wayne, αλλά δεν γνωρίστηκα με τον Μark. Εδώ όταν γνωρίστηκα, το 2017 που ήρθε με τον Peter Murphy να παίξει, μετά από 2-3 χρόνια κρατήσαμε επαφή και με τον covid έφυγε αυτός και μένει στο Λος Άντζελες – είναι Άγγλος κανονικά, εννοώ έφυγε από την Αγγλία. Στέλναμε ένα «τι κάνεις» «τι κάνω», του λέω: «Ρε συ, ετοιμάζομαι να κάνω ως Nexus ένα αλμπουμάκι». Μου λέει: «Θες να παίξω κιθάρα;» Λέει: «Τώρα με τον covid δεν μπορώ να παίξω και πουθενά», δεν μπορούσε να κάνει περιοδεία κι αυτή ήταν η δουλειά του. Λέω: «Ωραία». Οπότε ο Μark έπαιξε σε ένα άλμπουμ των Nexus που κυκλοφόρησα πρόπερσι το οποίο λέγεται «Ninouki» και παίζει σε δύο κομμάτια. Και στο ίδιο –και αυτό, η γνωριμία μας οφείλεται στον Andi– από τον Μark στο ίδιο album... Κάποια στιγμή λαμβάνω ένα μήνυμα από τον John Fryer. Επειδή έχω μία ραδιοφωνική εκπομπή που παίζει σε Αμερική και Αγγλία κάθε εβδομάδα, μου έστειλε ένα e-mail ο Fryer ευχαριστώντας με για τα τραγούδια του που έχω αναμεταδώσει από την εκπομπή. Ποιος είναι ο Fryer τώρα; Ο Fryer είναι αυτός ο οποίος μαζί με τον Ivo της 4AD είχε κάνει τους This Mortal Coil, ένα συγκρότημα στο οποίο συμμετείχαν και οι Liz Fraser των Cocteau Twins και η Lisa Gerrard των Dead Can Dance. Και μετά, από κει και πέρα, ο Fryer έκανε την παραγωγή στα 4 πρώτα albums των Depeche Mode, παραγωγή στο πρώτο album των Nine Inch Nails και συνέχισε Cradle of Filth και κάτι τέτοια. Έγραψε τη μουσική για το «Seven», την ταινία, και για άλλες ταινίες. Και μιλώντας, αλλάζοντας δηλαδή email με τον Fryer του ’πα: «Ξέρεις, κι εγώ είμαι μουσικός». Μου λέει: «Είσαι μουσικός; Και γιατί δεν έχουμε συνεργαστεί;» Και έτσι έκανε παραγωγή στο ένα απ’ τα κομμάτια του Ninouki, οπότε οι Nexus είχαν την τιμή να έχουν και αυτόν στο album. Bέβαια, έχουμε και άτομα από την παλιά ελληνική σκηνή που παίζουν μέσα, και αυτό ήθελα να κάνω με αυτό το συγκρότημα. Γιατί τώρα έχω παράλληλα δύο: οι Νew Zero God, που παίζουν και παίζουν live, και λόγω του covid ο οποίος δεν μας επέτρεπε ως συγκρότημα να βρεθούμε και να κάνουμε πρόβες, ξαναέβαλα μπροστά τους Nexus. Και έτσι έφτιαξα αυτό το το album, το οποίο μέχρι τώρα ως Nexus δεν έχω σχεδιάσει να βγούμε να παίξουμε ζωντανά, γιατί είναι δουλειά. Οι Nexus ήτανε μία μπάντα η οποία εκτός από τα προηχογραφημένα που παίζανε, ταυτόχρονα έπαιζε και η μπάντα μαζί, δηλαδή ήτανε τέσσερα μέλη και προηχογραφημένα που παίζαν όλα μαζί. Θέλει δουλίτσα αυτό το πράγμα και τώρα κάνουμε δουλειά για New Zero God, δεν κάνουμε για Nexus.
Θέλετε να μιλήσετε για αναμνήσεις που πιθανόν να έχετε από μαγαζιά όπως το «Rebound», που έκλεισε κιόλας πρόσφατα, ή το «Death Disco»;
Αυτό που δε θα ξεχάσω ποτέ στη «Rebound» είναι το εξής: Εκεί, λίγο μετά την κυκλοφορία του «Dracula», του Coppola η ταινία, πρέπει να είναι λίγο μετά το ’92, υπήρχαν πολλά κορίτσια που πηγαίναν στη «Rebound» και φορούσανε κορσέδες, βικτωριανές ενδυμασίες, βάφαν τα πρόσωπά τους άσπρα, κάποιες κάναν και ανάποδους σταυρούς στο κούτελο, υπήρχε μία μόδα που κάναν κάτι σαν κλαδιά ζωγραφίζαν στο πρόσωπο, μαύρα χείλια, μαύρα μάτια. Κάποιο βράδυ, λοιπόν, περίμενα μία παρέα στη «Rebound» και δεν ήξερα τι ώρα είναι γιατί δε φορούσα ρολόι – δε φοράω ρολόγια. Πήγα, λοιπόν, σε μία κοπέλα –αυτές τις φωνάζαμε νύμφες– πήγα σε μία από τις νύμφες, λοιπόν, και της λέω: «Άννα, τι ώρα είναι;» Χωρίς να αλλάξει έκφραση γυρνάει έτσι το χέρι της και έχει ένα χρυσό παλιό ρολόι και βλέπω 12:00. «Α», λέω, «ευχαριστώ». Σκέφτηκα: Οk, όπου να ’ναι θα 'ρθουν. Πέρασε η ώρα, ήρθαν οι άλλοι, ήπιαμε, κάναμε, δείξαμε. Ε, κάποια στιγμή ήθελα να φύγω κιόλας οπότε πηγαίνω της λέω, καθόταν ακόμα στην ίδια θέση χωρίς να αλλάξει έκφραση και χωρίς να κινηθεί καθόλου, «Άννα, τι ώρα είναι, ρε συ;» Κάνει έτσι το χέρι της, το γυρνάει, βλέπω το παλιό χρυσό ρολόι και βλέπω 12:00. «Α γαμήσου», λέω, ήτανε χαλασμένο το ρολόι, σταματημένο εκεί. Η μούχλα ήταν αυτό που μπορείς να θυμηθείς από τη «Rebound» πολύ καλά. Και από κάποιο σημείο και πέρα να σταμάτησα να πηγαίνω. Στη δεκαετία του ’90 υπήρχε η «Rebound», το «Interzone», ένα μαγαζί στην Κολοκοτρώνη αν θυμάμαι καλά, μετά το «Crow» –έκλεισε το «Ιnterzone» και άνοιξε το «Crow»– και ταυτόχρονα υπήρχε και το «Dark Sun» στη Θηβών. Πήγαινα σε όλα αυτά, ωραία ήτανε. Πήγαινα και στη «Death Disco» μετά, τώρα μετά το 2000, πότε την άνοιξε ο Λεωνίδας. Και σταμάτησα να πηγαίνω από ένα σημείο και πέρα, δεν υπάρχει λόγος να πάω.
Θέλετε να πείτε γιατί σταματήσατε;
Γιατί δεν είναι αυτό που ήταν, ούτε το κοινό είναι στο ίδιο σκεπτικό με το κοινό που ήταν τότε. Ενώ το gothic είναι μία μουσική ταμπέλα της εξέλιξης του post punk, το οποίο post punk όπως και το punk είχανε αριστερές τάσεις, εμφανίστηκαν μετά ακροδεξιές πτέρυγες, ας πούμε, και άρχισαν να χαλάνε όλη αυτή την κατάσταση. Δε με αφορούν, δε με ενδιαφέρουνε η φάση να πηγαίνω να κάνω παρέα με φασίστες. Από κει και πέρα, μουσικά δεν έχει να μου προσφέρει κάτι η επανάληψη του πάμε ξανά Sisters of Mercy, πάμε ξανά Siouxsie and the Banshees, πάμε ξανά Bauhaus, Joy Division. Δηλαδή, με τους Joy Division μεγάλωσα, αν είναι δυνατόν να ακούω ακόμα 40 χρόνια αργότερα, ας πούμε, 45 την ίδια μουσική! Πρέπει να έχω παρωπίδες μεγαλύτερες από αλόγου! Δε γίνεται αυτό το πράγμα. Αυτό το πράγμα εξελίσσεται και μεγαλώνει και μπορείς να ανοίξεις. Και άρχισαν και να με ενδιαφέρουν και άλλα μουσικά είδη, πέρα το ότι υπάρχει αυτή η κατάσταση. Ούτε θεωρώ πως το αποκορύφωμα της μέρας μου είναι να κάθομαι και να χορεύω αυτά τα παλιά τραγούδια χωρίς να αντιλαμβάνομαι τι είναι αυτό που περιγράφουν, έτσι; Δηλαδή αν δεν ξέρει ο άλλος ότι ο Eldritch είναι αριστερός και ο ίδιος είναι φασίστας αλλά είναι μεγάλος οπαδός των Sisters of Mercy, του λες: «Φίλε, έχεις χάσει», ας πούμε, «είσαι αλλού γι’ αλλού». Οπότε δε με αφορά να πηγαίνω σε τέτοια μέρη. Προτιμώ να πάω σε μέρη που παίζει καμιά μπάντα live, καμιά καλή μπάντα live.
Και τώρα, επειδή σαν άνθρωπος, ας πούμε, έχετε κάνει θυσίες για να παραμείνετε πιστός στις αρχές που εκφράζει η μουσική σας, στις αρχές σας, ας πούμε, και να παραμείνετε αντισυμβατικός, υπάρχει κάποιο κόστος σε όλο αυτό έτσι όπως[01:20:00] το βλέπετε σήμερα έχοντας διανύσει αυτή την διαδρομή;
Όχι. Δεν... ούτε θυσίες έχω κάνει ούτε ο κόστος υπάρχει. Δηλαδή, ξέρεις, θυσία είναι κάτι το οποίο ήθελες να το κάνεις και το στερήθηκες ή ήθελες να το κάνεις και το θυσίασες. Δηλαδή δεν υπάρχει κάτι που να θυσίασα. Μου έχουνε πει, ας πούμε, μου έλεγε ένας φίλος: «Γιατί δεν τραγουδάς», λέει, «λαϊκά; Αφού έχεις τη φωνή». Λέω: «Πλάκα μου κάνεις;» Αν ήθελα να τραγουδήσω λαϊκά αλλά, βρε παιδί μου, πουλάει τόσο πολύ η μουσική με την οποία ασχολούμαι που πρέπει να το κάνω για τα λεφτά θα ’ταν θυσία. Αλλά δε με ενδιαφέρουν τα λαϊκά. Μου αρέσει να μένω μακριά, όσο πιο μακριά από το σύστημα γίνεται και από αυτές τις νόρμες τις περίεργες, ας πούμε. Τώρα έχω αρχίσει και γράφω βιβλία, έχω βγάλει ήδη τρία. Δεν μπορώ να πω ότι θα ήμουν καλά αν ήμουνα... θα ένιωθα καλά αν ήθελα να κάνω αυτά που κάνω τώρα, όντας, ας πούμε, για παράδειγμα, δημόσιος υπάλληλος. Αυτό θα ήταν θυσία. Θα θυσίαζα αυτά που κάνω τώρα για να έχω ένα στάνταρ μισθό. Τώρα να μπορεί να μην έχω ένα στάνταρ μισθό αλλά δε βαρυγκωμάω, υπάρχουν πράγματα να κάνω που να μπορούν να μου εξασφαλίσουνε το φαΐ, το πιάτο της ημέρας. Από κει και πέρα, δεν το βλέπω σαν θυσία. Ίσα ίσα, υπάρχουν φίλοι μου που μου λένε: «Είσαι τυχερός που κάνεις αυτό που σου αρέσει». Και το θεωρώ κι εγώ θεωρώ και εγώ τον εαυτό μου τυχερό που κάνω αυτό που μου αρέσει. Δε στερούμαι τίποτα.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για όλα.
Εγώ σας ευχαριστώ για τη συνέντευξη.
Αν θέλετε να προσθέσετε κάτι για το κλείσιμο...
Όχι, δεν έχω να προσθέσω τίποτα.
Σας ευχαριστώ που τα μοιραστήκατε.
Και εγώ ευχαριστώ πολύ.