Ήθη και έθιμα στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας και η ιστορικότητα του τόπου μέσα από τις αναμνήσεις της κυρίας Ξανθούλας
Ενότητα 1
Η παιδική ηλικία και αναμνήσεις από τα σχολικά της χρόνια
00:00:00 - 00:11:44
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλημέρα. Καλημέρα. Θα μου πείτε το όνομά σας; Φειδοπούλου Ξανθούλα. Είναι Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2023, βρίσκομαι στην Αλεξάνδρεια μαζί μ…χι είχαμε τελειώσει, αλλά ξέραμε και το συντακτικό και τα Λατινικά, των Λατινικών και τέτοια. Τώρα δεν ξέρω, είναι διαφορετικά τα πράγματα.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Η γνωριμία της αφηγήτριας με τον άντρα της και ο έγγαμος βίος
00:11:44 - 00:16:28
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Με τον άντρα σας πώς γνωριστήκατε; Γνωρίστηκε, γνωριστήκαμε με την αδελφή του και μας συμπάθησε κτλ., έτσι έγινε, δεν είχαμε δεσμό και τέτο…χρονών, αλλά ήταν ηλικιωμένοι, η μάνα μου με άνοια, ο πατέρας μου γερό... το μυαλό του γερό, αλλά ήταν στο κρεβάτι, είχαμε τέτοια πράγματα.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Η ιστορικότητα της Αλεξάνδρειας, της Βέροιας και της ευρύτερης περιοχής και ο Μακεδονικός Αγώνας
00:16:28 - 00:25:31
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Για την ιστορία του τόπου τι γνωρίζετε; Ιστορία του τόπου. Ξέρω από τον πατέρα μου και απ’ τον παππού μου πιο πολύ. Εδώ, είπαμε, ήταν χωριό…, «πέρασε ο Μέγας Αλέξανδρος από δω, περνούσε και έλεγε “Γη δα”, γη δηλαδή, “Γη δα”», ενώ «Γιδάς» με το «ι» σημαίνει γίδια, από το «γίδα».
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 4
Παραδοσιακά φαγητά και ενδυμασίες και αναμνήσεις από ήθη και έθιμα του τόπου
00:25:31 - 00:52:20
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Γίδες εμείς εδώ στην περιοχή δεν είχαμε, στα βουνά ήτανε οι γίδες, εδώ ήτανε τα πρόβατα, οι αγελάδες, τα βουβάλι. Έκανε η γιαγιά μου ένα γάλ…χι. Εγώ δεν έκανα τέτοια, εγώ αν έκανα κανένα καρέ και τέτοια, έτσι, για φιγούρα, που λέμε, για να στρωθεί στο τραπέζι. Δεν έκανα τέτοια.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 5
Αναμνήσεις από τον παππού και τη γιαγιά και από τη ζωή τους
00:52:20 - 01:09:18
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και κάτι άλλο ήθελα να σου πω. Όταν πήγαινα στο γυμνάσιο, —ζούσαμε, είπαμε, με τον παππού και με τη γιαγιά, ο παππούς ήταν ο Θωμάς, η γιαγιά…υς πήραν στον Στρατό... Τέσσερα χρόνια και παραπάνω ήταν φαντάρος ο πατέρας μου με τον πόλεμο. Σας ευχαριστώ πολύ. Παρακαλώ, να ’σαι καλά.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]Καλημέρα.
Καλημέρα.
Θα μου πείτε το όνομά σας;
Φειδοπούλου Ξανθούλα.
Είναι Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2023, βρίσκομαι στην Αλεξάνδρεια μαζί με την κυρία Ξανθούλα. Εγώ ονομάζομαι Θεοδωρίδης Ηλίας, είμαι ερευνητής του Istorima και ξεκινάμε. Θα θέλατε να αρχίσουμε λέγοντας κάποια πράγματα για εσάς;
Ναι, γεννήθηκα... καλά στη Θεσσαλονίκη σε νοσοκομείο, αλλά μεγάλωσα και ζω στην Αλεξάνδρεια. Από τους γονείς μου και που παντρεύτηκα εδώ μένω. Έχω δύο κόρες μεγάλες που είναι μακριά και λίγο μου λείπουνε και τέσσερα εγγόνια και αυτά μακριά. Δεν μπορώ να θυμηθώ τι άλλο.
Θα θέλατε να μου μιλήσετε για τα παιδικά σας χρόνια;
Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ καλά, ήμουν χαϊδεμένη. Είμαι τελευταία εγγονή της γιαγιάς μου, ζούσαμε με... Μεγάλωσα με γιαγιάδες και με παππούδες μες στο σπίτι, όχι μακριά, και ήμουν η χαϊδεμένη τους, γιατί ήμουν και κορίτσι μες στο σπίτι, δεν είχαν άλλο, το πρώτο εγγόνι στο σπίτι, και δόξα τω Θεώ ήμουν πολύ καλά. Εδώ μεγάλωσα, εδώ σπούδασα, τότε το γυμνάσιο το εξατάξιο, δηλαδή σαν λύκειο τώρα, και εδώ παντρεύτηκα και εδώ μένω. Δεν άφησα την Αλεξάνδρεια να μου φύγει και να της φύγω.
Πώς ήταν τότε η Αλεξάνδρεια;
Όταν ήμουνα μικρή, ήταν πολύ πιο μικρή απ’ ό,τι είναι τώρα, αλλά και πιο μπροστά ήταν ένα χωριό. Πιο μπροστά, δηλαδή, όταν οι γονείς μου ζούσανε, ήτανε ένα χωριό, δεν υπήρχε αυτός ο πληθυσμός και αυτή η οικοδόμηση που υπάρχει τώρα. Τα σπίτια ήτανε ισόγεια, άλλος είχε μεγαλύτερα, άλλος μικρότερα και ο κόσμος ήταν πιο πολύ γεωργοί, ζούσαν με τις δουλειές στα χωράφια, και είχαν και πολλά ζώα. Συνήθως πρόβατα, αγελάδες. Ο παππούς μου, δηλαδή, που θεωρούνταν τότε εκείνη την εποχή ένας πλούσιος στην περι... στο χωριό, γιατί υπήρχαν και άλλοι άνθρωποι που δεν είχαν μεγάλη οικονομική ευχέρεια, είχε πολλά πρόβατα, είχε στο σπίτι αγελάδες και βουβάλια για το γάλα τους και δυο —πώς το λένε;— τσομπάνους που τους λέμε, βοσκούς, που βόσκαν τα πρόβατα, και είχε και άλογα ο πατέρας μου και κυκλοφορούσαν με κάρο και με άλογα —δεν ήτανε, δεν είχαν τότε ΙΧ και τέτοια— για να κάνουν τις δουλειές τους. Καλλιεργούσαν τη γη με τα άλογα και με τα βόδια και μετά βγήκαν τα τρακτέρ και για άλλες ευκολίες των γεωργών με τα μηχανήματα γενικά.
Σχολείο πήγατε εδώ;
Εδώ, είπαμε, από δημοτικό, γυμνάσιο, γυμνάσιο εξατάξιο σαν, είπαμε, σαν το λύκειο το τωρινό. Αλλά τότε δεν ξέρω, ίσως ήταν άλλα τα μαθήματα, ίσως οι καθηγητές ήταν πιο αυστηροί, ίσως τα ενδιαφέροντα τα δικά μου ήταν διαφορετικά, είχα πιο πολλές γνώσεις προς την κλασική παιδεία. Ίσως και δεν υπήρχαν και πολλοί καθηγητές των μαθηματικών, δεν ξέρω ήταν, αλλά ίσως οι καθηγητές μας να μην ήταν και τόσο δυνατοί. Όχι δυνατοί, δεν... τα παιδιά ίσως δεν είχαν θέληση για εκείνες, για εκείνον τον κλάδο των γνώσεων. Τι να πω; Πες μου.
Έχετε κάποια μνήμη που να θυμάστε χαρακτηριστικά από το σχολείο;
Όχι, το σχολείο τις πρώτες τάξεις, δημοτικό πηγαίναμε στο πρώτο, δεν υπήρχε άλλο σχολείο. Εκεί που είναι το πρώτο, αλλά ήτανε στην αρχή κάνα δυο χρονιές ήμασταν... Κάναμε μάθημα δίπλα απ’ την εκκλησία, ήτανε το παλιό σχολειό, που λέγανε, ένα τριθ... με τρεις αίθουσες σχολείο, αλλά τα παιδιά ήταν εξατάξιο, δεν είχαμε, κάναμε δύο και δύο όπως... Κάναμε όμως πρωί-απόγεμα και μετά έγινε το πρώτο δημοτικό και εκεί συνεχίσαμε. Μέχρι και στο γυμνάσιο, δεν υπήρχε γυμνάσιο μέχρι που ήμουνα εγώ έκτη δημοτικού. Ήταν το ιδιωτικό, το «Ψυχούλα», και πολλά παιδιά από δω πηγαίνανε στη Βέροια, όσοι δεν μπορούσαν να πάνε στου Ψυχούλα. Αλλά όταν ήμουν έκτη δημοτικού δημιουργήθηκε γυμνάσιο. Ιδρύθηκε, αλλά χωρίς να υπάρχει κτήριο, μέσα στο δημοτικό. Ήτανε δύο τάξεις, πρώτη και δευτέρα γυμνασίου. Όταν πήγα εγώ πρώτη γυμνασίου, ανέβαινε, μεγάλωναν οι τάξεις, δημιουργήθηκε η τρίτη και ούτω καθεξής, μέχρι να συμπληρωθεί η έκτη. Στην τρίτη γυμνασίου... Όχι. Όταν πήγα δευτέρα γυμνασίου, νομίζω, τότε έγινε το κτήριο το γυμνάσιο το πρώτο και φύγαμε, πήγαμε στο... σε άλλο σχολείο, δηλαδή δεν φύγαμε απ’ το δημοτικό που ήμασταν, πήγαμε εκεί.
Το πρώτο δημοτικό πότε χτίστηκε;
Δεν ξέρω, εγώ πήγα, γεννήθηκα το ’44, σχολείο θα πήγα σίγουρα το ’50-’51, εκείνη τη χρονιά πρέπει να πήγα. Κάνα δυο χρονιές ήμουνα, είπαμε, στο, στο παλιό το σχολείο, που ήταν και ο μπαμπάς μου εκεί πέρα, είχε πάει και όλοι. Πρέπει να χτίστηκε γύρω στο ’51-’52, εκείνες τις χρονιές, αλλά ώσπου να τελειώσει και να κάνει, μετά πήγα στο δημοτικό. Με έναν όροφο, μετά έγινε ο επάνω όροφος, χτίστηκε εκεί πέρα.
Μπορείτε να μου το περιγράψετε, το πώς ήταν τότε;
Το παλιό σχολείο ή το... Αυτό που γκρεμίστηκε;
Ναι.
Ήταν ένας χώρος με τρεις αίθουσες, μπαίναμε στην κεντρική αίθουσα και δεξιά και αριστερά είχε άλλη μία δεξιά, άλλη αριστερά άλλη μία και πριν να μπούμε στην αίθουσα ήταν ένα μικρό χωλάκι, που είχε δεξιά και αριστερά στο ένα το γραφείο των δασκάλων στο άλλο το χρησιμοποιούσαν πιο πολύ σαν αποθήκη. Έξι δάσκαλοι ήταν όλο και όλο, δεν είχε ούτε πολλούς δασκάλους, ούτε γυμναστές, ούτε διάφορους, όπως έχουν τώρα με διάφορες ειδικότητες. Και μάλιστα τη μια χρονιά ήτανε μια πολύ ηλικιωμένη δασκάλα για τα μάτια μας τότε, στα δικά μας μάτια φαινόταν ηλικιωμένη, η κυρία Αθηνά. Ήταν θεία της... μιας γυναικολόγου, μίας δασκά... γιατρού που είχαμε εδώ πέρα, της κυρίας Καραλή. Ήταν η θεία της, εκείνη ήτανε δασκάλα, την είχε και ο πατέρας μου δασκάλα. Ήταν ένα παλιό σχολείο, οι δάσκαλοι πιο πολλοί ηλικιωμένοι. Μετά σιγά σιγά έγιναν, ήρθαν πιο νέοι, ήρθαν πιο πολλοί δάσκαλοι.
Σπουδάσατε κάτι;
Όχι, θα ήθελα, αλλά τότε εκείνα τα χρόνια ήταν αλλιώς.
Τι θα θέλατε να σπουδάσετε;
Φιλοσοφική. Φιλοσοφική, κάτι σε... Με εκπαίδευση πάντως ή δασκάλα, κάτι τέτοιο. Πιο πολύ, όμως, Φιλοσοφική με αρχαιολογίες και τέτοια.
Σας άρεζαν αυτά;
Ναι, είχαμε καλή καθηγήτρια, καλές καθηγήτριες φιλολόγους, αλλά μία απ’ τις δυο, και οι δυο οι αδερφές Βετσοπούλου ήτανε πάρα πολύ δυνατές με πολλή καλή θέληση για να μάθουμε. Όχι μόνο για να μάθουμε, αλλά μας αγκάλιασαν, σαν να ήταν οι μεγάλες μας αδερφές και τις εμπιστευόμασταν και μας μεταδίδαν ό,τι... με πολύ ζήλο, δουλεύανε πάρα πολύ. Να φανταστείτε ότι στην πρώτη γυμνασίου, όταν πήγα, ήμασταν σε μία τάξη εκατόν είκοσι παιδιά. Πού να χωρέσουν τώρα εκείνα τα παιδιά σε μια τάξη; Όχι δύο τμήματα, ένα τμήμα. Τρεις-τρεις σε κάτι θρανιάκια, εκείνα τα παλιά, δεν ξέρω αν τα πρόλαβες. Τρεις-τρεις και για να μπορεί να μας ελέγχει... Ήταν κοριτσάκι όταν ήρθε, μόλις είχε πάρει το πτυχίο της η Ιωάννα η μεγάλη, αλλά είχε μεγάλο ζήλο να δουλέψει και μας είχε χωρίσει σε αριθμούς, ένα δύο, ένα δύο, για να μην αντιγράφουμε ο ένας απ’ τον άλλον. Και επειδή δεν μπορούσε να μας εξετάσει σε μια μέρα όλους, κάθε πρωί το ξέραμε: «Βγάλτε μια κόλλα με χαρτί», το μάθημα της προηγούμενης μέρας είτε ήταν γραμματική, ήτανε συντακτικό, ήτανε, ό,τι ήταν σε —μιλάμε για Αρχαία— μας το ένα δύο και γράφαμε. Μας έδινε το θέμα, σε ένα τέταρτο είχαμε... Είχε γίνει αυτό το διαγώνισμα, ας το πούμε, δεν ήταν διαγώνισμα, ήταν ένας έλεγχος καθημερινός αυτό το πράγμα και μετά εξέταζε και παρέδιδε. Ήτανε και μας είχε προπονήσει πάρα [00:10:00]πολύ. Στο... Με άγνωστα, τα ανώμαλα ρήματα κτλ. τα είχαμε μάθει δευτέρα γυμνασίου. Εμείς είχαμε τελειώσει, μας το ’λεγε ότι: «Αν δεν μάθετε τώρα, δεν θα μάθετε ποτέ», γιατί μένουν μετά τα μεγάλα κείμενα και δεν προλαβαίνεις να κάνεις τον έλεγχο. Και κάναμε άγνωστο στην τρίτη γυμνασίου, κάναμε άγνωστο κείμενο. Λατινικά, αρχίσαμε εμείς πιο νωρίς τα Λατινικά και ώσπου ήταν αυτή στην τετάρτη γυμνασίου, τότε, κάναμε και άγνωστο Λατινικά. Εγώ λέω τώρα καμιά φορά, που δίνουν τα παιδιά εξετάσεις, αφού η κόρη μου... Μετά θα πω και για την κόρη μου. Λέω: «Εγώ αν ήμουν θα τα έγραφα», γιατί εμείς όταν κάναμε άγνωστο κείμενο δεν είχαμε να μας γράψει στον πίνακα το κείμενο η καθηγήτρια και εμείς απλά να το ερμηνεύσουμε, να βρούμε το συντακτικό, να βρούμε τη γραμματική και τέτοια. Εκείνο γινόταν μόνο προφορικά, το γνωστό κείμενο, και καμιά φορά λόγω σύνταξης, λόγω δεν ήξερες το «ι», αν είναι πληθυντικός, αν είναι ενικός, αν είναι... Και όλα έβγαιναν μετά ανάλογα με την ορθογραφία, έτσι δεν είναι; Εκεί τότε επέμενε και στα Λατινικά τετάρτη γυμνασίου, ενώ πρώτη —τρίτη γυμνασίου νομίζω αρχίσαμε Λατινικά, ή δευτέρα;— κάναμε άγνωστο Λατινικά. Όταν έφυγε η Ιωάννα στην πέμπτη γυμνασίου, εμείς είχαμε... Όχι είχαμε τελειώσει, αλλά ξέραμε και το συντακτικό και τα Λατινικά, των Λατινικών και τέτοια. Τώρα δεν ξέρω, είναι διαφορετικά τα πράγματα.
Με τον άντρα σας πώς γνωριστήκατε;
Γνωρίστηκε, γνωριστήκαμε με την αδελφή του και μας συμπάθησε κτλ., έτσι έγινε, δεν είχαμε δεσμό και τέτοια. Τότε δεν είχα δεσμό, μετά το... Έχουμε τώρα πενήντα οχτώ χρόνια, το ’65 παντρεμένοι, το ’64 που αρραβωνιαστήκαμε, ’65 παντρεμένοι. Κάναμε παιδιά, εγγόνια, δόξα τω Θεώ όλα καλά, όλα καλά. Η κόρη μου η μεγάλη είναι καθηγήτρια αγγλικών στην Πρέβεζα. Εκεί διορίστηκε, με τα δημοτικά τούς διόρισαν, γιατί όταν πήρε το πτυχίο της, διορίζανε πολύ λίγα άτομα στα γυμνάσια και στα λύκεια. Και θυμάμαι και γελάω καμιά φορά, ήταν ο πατέρας μου έξω στον κήπο, καθότανε και γυρνάει η κόρη μου, είχε πάει στη Θεσσαλονίκη, στη Βέροια στην επιθεώρηση, για να γραφτεί στην επετηρίδα —τότε έτσι ήτανε— και ήρθε, τη ρωτάει ο πατέρας μου: «Που ήσουν κορίτσι μ’;». Λέει: «Στη Βέροια πήγα να γραφτώ για να πάρω σειρά να δω, να με διορίσουν». «Τι αριθμό έχεις;», οχτακόσια τόσο είχε; «Πόσους παίρνουν, παιδί μου, τον χρόνο;», «Εβδομήντα εφτά, παππού», πού να... Έπρεπε να περάσουν χρόνια για να διοριστεί, αλλά ευτυχώς διορίσανε την επόμενη χρονιά στα δημοτικά και επειδή είχε και καλό βαθμό και με το πτυχίο της το πήρε με άριστα, τη διορίσανε στην Πρέβεζα —στεναχωρηθήκαμε είναι η αλήθεια λίγο— και είχε επιλογή να πάει ή στην πόλη μέσα ή στα χωριά. Χωριά εννοείται όπου είχε δημοτικό, όχι χωριά χωριά. Προτίμησε να μείνει στην Πρέβεζα. Εκεί παντρεύτηκε, εκεί έμεινε. Και η άλλη κόρη στη Θάσο και έτσι τις έχω μία Ανατολή, η άλλη στη Δύση, ας είναι καλά.
Ο άντρας σας σπούδασε κάτι;
Ο άντρας μου είχε... Σπούδαζε στην Αυστρία, στο Γκρατς, αλλά δεν πήρε το πτυχίο και μετά δούλεψε στη γεωπονική υπηρεσία, επειδή ήξερε και τα γερμανικά, επειδή τελείωσε φυσικά το λύκειο. Τότε δεν θέλαν και πολλά πτυχία εκείνα τα χρόνια. Τώρα με πτυχίο και δεν μπορούν να βρουν δουλειά τα παιδιά. Άλλαξαν τα χρόνια, είναι ζήτημα —πώς το λένε;— προσφοράς και ζήτησης.
Δουλέψατε κάπου;
Όχι, το θεωρούσε υποτιμητικό ο άντρας μου να δουλέψω. Τα μυαλά τους πάνω απ’ το κεφάλι τους και ο πατέρας μου και ο άντρας μου: «Δεν μπορώ να σε θρέψω; Δεν μπορώ να σε...» και δόξα τω Θεώ είχαμε μία οικονομική άνεση, δεν μπορώ να πω, αλλά θα ήθελα να δουλέψω κι εγώ.
Πάνω σε τι;
Σε οτιδήποτε, ότι... Όχι χειρωνακτική εργασία, δεν ήμουνα για τέτοια. Ήμουν, είπαμε, ήμουν χαϊδεμένη, ήμουν καλομαθημένη, αλλά θα ήθελα κάτι να βρω, κάποιο αντικείμενο να δουλέψω, όπως δούλεψαν... Τι ήθελε πρώτα; Να σπουδάσω. Έπειτα θα μπορούσα να... κάτι άλλο να κάνω. Τέλος πάντων, τώρα πέρασαν τα χρόνια, τώρα είμαι 79 χρονών, δεν το συζητάω, μπήκα στο 80, τώρα τελειώσαν όλα, τα πάντα. Ας δουλέψουν τα παιδάκια μου και τα εγγόνια μου.
Πώς πέρασαν τα επόμενα χρόνια μετά το σχολείο;
Ωραία, εντάξει, δεν μπορώ... Με τον σύζυγο είχαμε... Πόσο καλά; Ήμασταν καλά, δεν μπορώ να πω, όλα καλά. Ήμουνα, είχα και τους γονείς μου επάνω, δεν έφυγα εγώ από τους γονείς. Ίσως κάναν καλά, που το σκέφτηκα, γιατί ο αδελφός μου σπούδασε και έφυγε μακριά και δεν θα είχαν κανέναν. Και τώρα στα γεράματά τους και οι δυο με χρειάστηκαν πολύ, πάρα πολύ, εγώ τους κοίταξα. Η μάνα μου έχει τρία χρόνια που πέθανε, 96 χρονών, ο πατέρας μου πριν από δέκα χρόνια περίπου, 92 χρονών, αλλά ήταν ηλικιωμένοι, η μάνα μου με άνοια, ο πατέρας μου γερό... το μυαλό του γερό, αλλά ήταν στο κρεβάτι, είχαμε τέτοια πράγματα.
Ενότητα 3
Η ιστορικότητα της Αλεξάνδρειας, της Βέροιας και της ευρύτερης περιοχής και ο Μακεδονικός Αγώνας
00:16:28 - 00:25:31
Για την ιστορία του τόπου τι γνωρίζετε;
Ιστορία του τόπου. Ξέρω από τον πατέρα μου και απ’ τον παππού μου πιο πολύ. Εδώ, είπαμε, ήταν χωριό με σπίτια, μονοκατοικίες σίγουρα, με... Είχανε τα, στα σπίτια τους κοντά είχαν τους στάβλους με τα ζώα και τέτοια. Ήτανε μια περιοχή που είχε πολύ κουνούπι, παραδίπλα ήτανε η λίμνη των Γιαννιτσών και ο κόσμος ήταν εδώ ήσυχος. Γεωργοί, όπως είπαμε, ήσυχοι άνθρωποι, δεν ήτανε άνθρωποι επαναστάτες ή… Ήσυχοι ήτανε, είχανε τις δουλειές τους. Πολλοί συμμετείχαν στον Μακεδονικό Αγώνα, σαν είτε φανερά είτε κρυφά. Ας πούμε, ο αδερφός του παππού μου, ο καπετάν Αποστόλης, ο Ματόπουλος, ήταν καπετάνιος στο... Μαζί με τον Γκόνο Γιώτα και μ’ άλλους μέσα στον βάλτο. Οι οικογενειάρχες που δεν είχανε... Γιατί ο καπετάν Αποστόλης ήταν ελεύθερος, δεν είχε παντρευτεί, εδώ τουλάχιστον στην Ελλάδα. Ο αδερφός του, ο παππούς μου, ο Θανάσης Ματόπουλος, αλλά και άλλοι οικογενειάρχες δεν βοηθούσαν τώρα να πάνε να πολεμήσουν, να… μέσα στο βάλτο, αλλά ήτανε —συγγνώμη—, κρυφά κουβαλούσαν από το… Στρατιώτες που ερχόταν στο Κλειδί. Τότε ήτανε από κει η είσοδος, από την παλιά Ελλάδα, το λέγανε, την ελευθερωμένη Ελλάδα, να το πούμε εμείς. Με τα κάρα κουβαλούσανε τους πολεμιστές, κουβαλούσανε οι «οδηγοί». Έτσι τους λέγανε, «οδηγοί» σε εισαγωγικά, όχι οδηγοί που οδηγούν αυτοκίνητο ή κάρο, «οδηγούς» τους λέγανε. Ξέραν τα μονοπάτια από πού να πάνε να αποφύγουν τους Τούρκους, γιατί η περιοχή τουρκοκρατούμενη και βοηθούσαν μ’ αυτόν τον τρόπο, αντί να κουβαλώντας όπλα είτε πολεμιστές. Έτσι βοηθούσαν εδώ πέρα, δεν μπορούσαν να βοηθήσουν όλοι, να τρέχουν σαν καπετάνιοι ή σαν πολεμιστές στα... μέσα στη λίμνη. Ήταν ήσυχοι όμως άνθρωποι, ασχολούνταν με τις δουλειές τους, είχανε και τον Μπέη —πώς λεγότανε;—, το Κονάκι εδώ πέρα από τα... Εκεί πέρα ήτανε ο Τούρκος, αλλά δεν ήταν τόσο... Δεν ξέρω αν —αυτή την εντύπωση έχω—, ότι ήταν τόσο άγρια τα πράγματα, όπως ήτανε πάνω στα βουνά. Ίσως επειδή δεν ήταν το κλίμα που να βοηθούσε, είχε πολλά κουνούπια εδώ πέρα και δεν ερχόταν εύκολα Τούρκοι εδώ πέρα για να γεμίσουν ένα... Κάποιος μου είπε, συγκεκριμένα ο Μελίκης, ο Γιώργος ο Μελίκης, που κάνει τα πολιτιστικά, είπε τον πατέρα του —μέναν στη Μελίκη ο πατέρας του—: «Ρε πατέρα», λέει, «γιατί δεν πήγες στον Γιδά;». Τότε που είχε, ήταν πιο πλούσιο μέρος, η Μελίκη δεν έχει τόσα χωράφια όπως έχει εδώ, τότε με τα χωράφια ο κόσμος ασχολούνταν. «Γιατί δεν πήγες εκεί πέρα, να μείνεις εκεί πέρα;», «Τι να κάνω παιδί μου εκεί; Εκεί τα κουνούπια είναι ίσα με τα [00:20:00]σπουργίτια», έτσι ακριβώς επί λέξει το είπε. Ήθελε να πει ότι δεν ήταν… δεν ήταν μέρος για να θελήσει κάποιος να ’ρθει να καθίσει, εκτός από αυτούς που μένουν, και όταν ερχόταν εδώ... Πολλές φορές οι Τούρκοι είχαν πολλές φορολογίες στους κατοίκους. Άμα δεν τα έδινες αρχίζανε τους κυνηγούσαν, φεύγαν πηγαίναν στο βουνό επάνω. Στο βουνό για να κρυφτούν, όχι να ξαναγυρ... Ή τους καίγαν τα σπίτια, ερχόταν ξανά εδώ πίσω, δεν… Τέτοια πράγματα.
Για κάποιον που δεν ξέρει, τι ήταν το Κονάκι;
Ήτανε η έδρα, το σπίτι να πούμε; Το, το αρχηγείο, να το πούμε, το δημαρχείο, να το πούμε, ήτανε το μέρος όπου ήτανε ο διοικητής, να πούμε, της περιοχής. Το «Κονάκι» είναι τούρκικη λέξη και έμεινε εκεί ο διοικητής, να πούμε, της περιοχής εδώ.
Σήμερα συντηρείται;
Όχι, δυστυχώς όχι. Προσπαθεί να... Κάναν τώρα κάτι ενέργειες για να μπορέσουν να το συντηρήσουν, αλλά αυτό εγώ νομίζω ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να γίνει προς το παρόν, αν δεν προλάβουν να γίνει γρήγορα. Γιατί έχει σχεδόν διαλυθεί, με μια κακοκαιρία, με ένα χιόνι θα πέσουν όλα. Έπρεπε να γίνουν τουλάχιστον πενήντα χρόνια πιο μπροστά, αν όχι πενήντα, αλλά τουλάχιστον πολύ πιο μπροστά. Γιατί δεν είναι κτήρια που χτίστηκαν με τσιμέντο και με πέτρα, είναι κτήριο που όπως θα χτίζαν τότε οι Τούρκοι με... Όχι καλαμωτή, σαν πηχάκια από ξύλο και το σοβατίζαν και κάνανε. Αν περάσετε θα το δείτε ότι έτσι είναι, δεν είναι με γερές βάσεις. Μπορεί να ήταν ωραίο και τέτοια, αλλά δεν είναι γερό, ειδικά για να αντέξει τόσα χρόνια. Kαι στη Βέροια έχουν τέτοια σπίτια με τέτοια υλικά φτιαγμένα, αλλά προλάβανε εκεί, ειδικά στην περιοχή την εβραίικη που είναι κοντά στη Μπαρμπούτα, εκεί τα συντηρήσαν, τα κάναν, τα ξεκινήσαν από την αρχή σχεδόν. Αλλά με τον ίδιο τρόπο που έχουν κτιστεί, αλλά τα ενισχύσαν με υλικά, όχι να χτίσουν, δηλαδή, να κάνουν τούβλα και πέτρες, όπως ήταν με τα ίδια υλικά, απλά τα μελετήσαν και τα κάναν με σωστή δουλειά. Τώρα εδώ πέρα, μακάρι να προλάβουν να το κάνουν, γιατί έτσι όπως είναι ο καιρός, δεν ξέρω αν θα μπορέσει να συντηρηθεί αυτό. Θα πρέπει να βιαστούν πάρα πολύ, ενώ θα ήταν ένα ιστορικό κτήριο για την Αλεξάνδρεια.
Για το Ρουμλούκι τι γνωρίζετε;
Το Ρουμλούκι είναι ακριβώς αυτή εδώ η περιοχή. Είπαμε, ήταν το χωριό το παλιό, ήταν τα σπίτια μονοκατοικία, ήταν ο Μακεδονικός Αγώνας στο Ρουμλούκι. Ήτανε άνθρωποι που δουλεύαν και ήσυχοι άνθρωποι, δεν είχε ανθρώπους που να είναι επιθετικοί, να φωνάζουν, να κάνουν, να μαλώνουν μεταξύ τους. Κοιτάζαν τις δουλειές... να κάνουν τις δουλειές τους, πώς το λένε; Ήταν εργατικοί και αυτό ήταν ένα χωριό και σιγά σιγά ήρθανε με την Μικρασιατική Καταστροφή, ήρθανε και από άλλα μέρη. Αποξηράθηκε η λίμνη, έγινε, έγιναν χωράφια από που ξεράθηκε η λίμνη, δηλαδή ο βάλτος των Γιαννιτσών που λένε τώρα, τα χωράφια, και δώσανε χωράφια σε οικογένειες που ήτανε από μακριά, που δεν είχανε χωράφια. Όπως από το Κολινδρό, από το Μπάλτζια, από παλιά η ονομασία Μπάλτζια, τώρα το λένε Μελισσοχώρι, και από διάφορα. Δεν ξέρω από αλλού. Τους Θρακιώτες που ήρθανε από τους πρόσφυγες, μεταξύ αυτών, νομίζω, ήταν και μερικοί από τη Σμύρνη, δεν είμαι σίγουρη. Δυο τρεις οικογένειες ξέρω, αλλά δεν ξέρω... Θα ενσωματώθηκαν μαζί με τους Θρακιώτες.
Θα λέγατε ότι η Αλεξάνδρεια είναι ένας ιστορικός τόπος;
Ιστορικός απ’ την άποψη ότι ήτανε κοντά... στην περιοχή που γεννήθηκε ο Μέγας Αλέξανδρος. Δεν ξέρω αν έχει ευρήματα από… από την αρχαία περιοχή, γιατί εδώ, απ’ ό,τι διαβάζουμε, ήτανε θάλασσα και υπήρχαν απλά ξέρες, νησάκια, αλλά δεν ξέρω αν ήταν κατοικημένα ή όχι. Ας πούμε, ο παππούς μου έλεγε την ετυμολογία του Γιδά: «Δεν είναι», λέει, «“Γιδά” με “ι”, που το γράφουνε, “Γηδά” με “η”», και του είπα: «Γιατί με “η”;». «Γιατί», λέει, «πέρασε ο Μέγας Αλέξανδρος από δω, περνούσε και έλεγε “Γη δα”, γη δηλαδή, “Γη δα”», ενώ «Γιδάς» με το «ι» σημαίνει γίδια, από το «γίδα».
Ενότητα 4
Παραδοσιακά φαγητά και ενδυμασίες και αναμνήσεις από ήθη και έθιμα του τόπου
00:25:31 - 00:52:20
Γίδες εμείς εδώ στην περιοχή δεν είχαμε, στα βουνά ήτανε οι γίδες, εδώ ήτανε τα πρόβατα, οι αγελάδες, τα βουβάλι. Έκανε η γιαγιά μου ένα γάλα, ένα γιαούρτι από το γελαδινό... Είχε τα δύο τα βουβάλια μόνο και μόνο να κάνει γιαούρτι βουβαλινό, βουβαλίσιο το ’λεγε κιόλας. Ήτανε παχύ, με το μαχαίρι το κόβανε το γιαούρτι, λίγο γάλα έβγαζαν οι αγελάδες, το είχανε γι’ αυτό. Και οι αγελάδες πάλι γι’ αυτό, τις αγελάδες πιο πολύ... Δεν ξέρω, για το όργωμα; Συνήθως ο πατέρας μου είχε δύο άλογα και ένα γαϊδουράκι και με τα άλογα πρέπει να οργώνανε εκείνα τα χρόνια.
Πώς το έφτιαχνε το γιαούρτι, με ποια διαδικασία;
Όπως κάνουν και τώρα. Το έβαζε σε... Κάναν ποσότητα, γιατί ήτανε και οικογένειες, ήτανε, είχανε... Η γιαγιά μου είχε εφτά παιδιά, εγώ, ο πατέρας μου ήταν τελευταίος, ο παππούς, η γιαγιά, οι γονείς, δηλαδή, των εφτά παιδιών. Είχαν και τους παππούδες, είχανε και τον τσομπάνο στο σπίτι, γιατί ο τσομπάνος στο... Εκεί που είχανε τα μαντριά, τα μαντριά δεν τα είχαν εδώ στο οικόπεδο, τα είχανε έξω στο χωράφι κοντά στον Σκοινά, ο παππούς μου τουλάχιστον. Και καταλαβαίνεις ότι ήταν, μαζευόταν ο κόσμος, κάναν γιαούρτι πολύ, όπως κάνουν τώρα, με το… το βράζαν το γάλα, το αφήναν να γίνει χλιαρό, ρίχνανε μαγιά, που λέγαν, γιαούρτι από την προηγούμενη μέρα, γιατί δεν υπήρχαν ψυγεία —χαλνούσαν εύκολα, ξινίζανε—, ετοιμάζαν ποσότητα που χρειαζόταν για το γιαούρτι σε μια μεγάλη κατσαρόλα και εκεί τα διαλύανε, το σκέπαζαν και γινόταν το γιαούρτι. Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Είχε δουλειά η γιαγιά μου η συγχωρεμένη, πολλή δουλειά. Είτε να ζυμώσουνε... Δεν υπήρχανε... Ζυμώνανε, φούρνος ξυλόφουρνος να τα ψήσουνε, το φαγητό στον ξυλόφουρνο ή στα ξύλα τα πρώτα χρόνια. Εγώ δεν το πρόλαβα για τα ξύλα, για τον ξυλόφουρνο, ναι. Αλλά για το μαγείρεμα είχανε... Είχε μεγάλο σπίτι η γιαγιά μου, ο παππούς μου, που έμενα εγώ, και είχανε την κουζίνα τους. Άλλοι δεν είχαν κουζίνα και μαγειρεύαν έξω. Στην κουζίνα είχανε τον πάγκο και είχαν τη φουφού, που λέγαμε, βάζανε εκεί τα κάρβουνα, τι βάζαν, δεν ξέρω, και εκεί με το... Είχε και το τζάκι, έτσι, την καμινάδα για να φεύγει είτε το αέριο που... είτε οι ατμοί και μαγειρεύανε εκεί πέρα. Η γιαγιά έκανε πολλά τέτοια. Να σου πω για το έθιμο της γουρουνοχαράς;
Φυσικά.
Θέλεις; Γενικά, για τα Χριστούγεννα θα σου πω. Νηστεύανε πάντοτε οι παππούδες εδώ πέρα, όλοι δηλαδή, όχι οι παππούδες, όλη η οικογένεια, και για το Πάσχα η πιο αυστηρή νηστεία, για τον Αγίων Αποστόλων, για την Παναγία δεκαπέντε μέρες και για τα Χριστούγεννα, από τις 15 Νοεμβρίου μέχρι 25, σαράντα μέρες, Δεκεμβρίου. Την παραμονή των Χριστουγέννων —θα σου πω μερικά έτσι έθιμα τώρα, πιάσουν δεν πιάσουν δεν πειράζει, εγώ θα τα πω— οι γυναίκες, οι νοικοκυρές, όχι ελεύθερα κορίτσια, οι γυναίκες, οι μητέρες της οικογένειας, όχι οι γιαγιάδες, ζυμώνανε ψωμί γλυκό. Όταν λέμε γλυκό, κανονικό ψωμί, αλλά μέσα βάζαν ζάχαρη, δεν ήταν, δηλαδή, όπως κέικ που βάζουν αβγά, λάδια και τέτοια ή βούτυρο ή τέτοια. Ήταν ψωμί γλυκό και βάζαν μέσα κομμάτια ξερά σύκα. Κόβαν τα σύκα κομματάκια ξερά και πάνω στο ταψί με ένα... Βάζαν σε ταψί, στο ταψί επάνω —σαν φόρμα το χρησιμοποιούσαν αυτό— βάζανε ξερά σύκα σε σχέδια. Κόβαν το σύκο, το κάναν κάποια [00:30:00]σχεδιάκια, το βάζανε επάνω. Και αυτό έπρεπε να το κάνουν τη νύχτα για να το μαγει... να το μοιράσουνε ξημερώνοντας τα Χριστούγεννα, ξημερώνοντας παραμονή Χριστουγέννων, όχι Χριστούγεννα, παραμονή Χριστουγέννων. Έπρεπε να το μοιράσουν στη γειτονιά, να ανάψουν τον φούρνο, τον ξυλόφουρνο, δεν υπήρχε ούτε ηλεκτρική κουζίνα ούτε τίποτε. Και όποια νοικοκυρά το έκανε πιο νωρίς ήτανε η πιο προκομμένη της γειτονιάς εκεί πέρα. Μοιράζανε έτσι το... Λέγανε αυτό «συκότουρτα», «σκότουρτα» κιόλας ακριβώς με την προφορά την... εδώ την ντόπια. Και οι άντρες πηγαίνανε και κυνηγούσανε πουλιά. Εδώ ήτανε, είπαμε, η λίμνη. Είχε και πουλιά και ψάρια πολλά, για να ψαρεύουνε. Κυνηγούσανε πουλιά, άγρια πουλιά, αλλά που τρώγονταν, τα ετοιμάζανε και το πρωί τής... Πηγαίναν στην εκκλησία όλοι, γυρνούσαν, η νοικοκυρά έμενε στο σπίτι και μαγείρευε είτε έκανε σουπίτσα με τα πουλιά αυτά τα... ή τα τηγανίζαν σαν μεζέ. Και το λέγαν αυτό το... Το είχαν έθιμο, δηλαδή, μετά από την νηστεία τρώγαν αυτό για πρωινό, γιατί η λειτουργία γινόταν η ώρα 6:00 το πρωί, μέχρι το μεσημέρι ήταν άλλο φαγητό, ήταν το πρωινό τους αυτό. Και το έλεγαν με την προφορά πάλι την ντόπια «τσιρ και απέτασα», δηλαδή έτσι το λέγαν αυτό, αυτό το φαγητό «τσιρ και απέτασα». «Τσιρ» ποιο, το πουλί; Δεν ξέρω. «Απέτασα» είναι απ’ το «πετώ», φαίνεται, κάπως έτσι θα ήταν το θέμα της λέξης. Τρώγαν έτσι αυτό για πρωινό. Την ίδια μέρα μαγείρευαν... Δεν ξέρω τι μαγείρευαν, συνήθως κοτόπουλο κάνανε, πάντως το γουρούνι δεν κάναν, γιατί τη δεύτερη μέρα κάνανε —δεύτερη-τρίτη μέρα, ανάλογα πώς βόλευε ο καιρός, η νοικοκυρά, πώς θα μπορούσαν δηλαδή—, σφάζανε τα γουρούνια και το λέγαν «γουρουνοχαρά». Γιατί σφάζανε τα γουρούνια, ερχόταν ο γείτονας βοηθούσε, ο ένας, ο άλλος ο γείτονας, σφάζαν μαζί το γουρούνι, το βγάζανε το δέρμα, αυτά, το τεμαχίζαν, το καθαρίζανε, το κάνανε και γινόταν ένα τσιμπούσι δεύτερη μέρα. Η τρίτη της γειτονιάς μαζί με την οικογένεια. Κόβαν τα κρέατα σε κομμάτια και το βάζαν στο σπίτι μέσα. Οι γιαγιάδες την άλλη μέρα με τα έντερα από το ζώο κάνανε τα λουκάνικα. Κάνανε κιμά, δεν ξέρω, είχανε μηχανήματα, πηγαίναν στον κρεοπώλη; Μάλλον στον κρεοπώλη θα πηγαίνανε, δεν ξέρω. Κάναν λουκάνικα και για μεζέ. Τότε είχανε... Το σπίτι μας ήταν αρκετά μεγάλο και ψηλό σε σύγκριση με τα άλλα. Είχε και σκαλοπάτια, γιατί πολλά δεν είχαν, είχε 3τρία τέσσερα σκαλοπάτια, κάτι τέτοιο. Κάτω από την... Η σκεπή είχε, εξείχε λιγάκι, δεν ήταν ακριβώς με τον τοίχο και εκεί πέρα κρεμούσαν ένα ξύλο κόντρα και κρεμούσαν τα λουκάνικα, τα δένανε, κομμάτια-κομμάτια, δέναν για να μην είναι... για να στεγνώσουν πιο γρήγορα, ίσως, για να τα τεμαχίσουν πιο εύκολα. Τα κρεμούσαν εκεί για να στεγνώσουν. Όταν στεγνώναν λιγάκι, έπαιρναν από το λίπος από το ζώο, το λιώνανε και βάζανε, είχαν... Η γιαγιά μου είχε πολλές, είχε μια αποθήκη δίπλα απ’ την κουζίνα. Είχε όλο ράφια και είχε πιθάρια, τα πιθάρια τα πήλινα που έχουμε εμείς. Μετά, δεν ξέρω αργότερα άμα έκανε τενεκέδες. Εγώ θυμάμαι, πάντως, τα πιθάρια. Λιώνανε το... Τηγάνιζαν λίγο, όχι πάρα πολύ, τα λουκάνικα και με το λίπος το λιωμένο από τη λίγδα, που λέγαμε, τα ρίχνανε τα λουκάνικα μέσα στα πιθάρια και σκεπάζαν με το λίπος τα λουκάνικα. Το ίδιο κάναν και για το κρέας, όσο κρέας... Γιατί δεν είχαν ψυγεία, πόσο θα φάνε, μπορεί να ήταν δέκα άτομα, αλλά τότε εκείνα τα χρόνια είχαν γουρούνια που είχε εκατό οκάδες, λέγανε. Ήταν πολλά, δεν μπορούσαν να τα ξοδέψουν όλα αυτά. Το κόβανε σε μερίδες και κάνανε τον καβουρμά, πάλι σε πιθάρια. Εγώ με τον αδερφό μου προλάβαμε και πηγαίναμε κρυφά και παίρναμε από το πιθάρι έτσι πως ήταν παγωμένο, γιατί ήτανε χειμώνας που τα κάναν αυτά. Μέχρι τις Αποκριές έπρεπε να είχαν τελειώσει αυτά, γιατί αρχίζανε και οι ζέστες, αλλά πιο πολύ άρχιζε η νηστεία μέχρι το Πάσχα. Οπότε, το Πάσχα σφάζαν κατσί... αρνιά, όχι κατσίκια, αρνιά, δεν υπήρχαν κατσίκια. Και θυμάμαι παίρναμε είτε λουκάνικα, είτε πηγαίναμε παίρναμε με τον αδερφό μου, είτε καβουρμά. Τον καβουρμά αυτόν τον χρησιμοποιούσαν στη μαγειρική που κάνανε με πράσα, με σπανάκι ή με φασολάδα, με φασόλια, γινόταν πάρα πολύ νόστιμο. Μάλιστα, στα φασόλια, στον καβουρμά δεν βάζαν κόκαλα, βάζαν μόνο σκέτο κρέας. Και τα κόκαλα με λίγο κρέας τα αφήνανε χωριστά, τα βράζαν χωριστά και πάλι με τον ίδιο τρόπο τα βράζανε, όπως το κρέας το άλλο το ψαχνό, που λέμε, και τα κάνανε σε χωριστό τέτοιο κιούπι. Εκείνο το κάνανε με φασόλια, με λάχανο. Ξέχασα να πω ότι, όταν οι γυναίκες μοιράζαν τις συκότουρτες, τα παιδιά τα νέα, μικρά τα παιδιά, πηγαίναν και λέγανε τα κάλαντα, τα λέγανε νύχτα προς το ξημέρωμα, δεν τα λέγανε μέρα όπως είναι τώρα. Είχανε τα φαναράκια τους και περνούσαν, φωνάζανε: «Κόλιντα, αποκόλιντα, σύκα και καρύδια, ρίξ’ τα απ’ τα παραθύρια», έτσι φωνάζανε, έτσι ήταν το σλόγκαν το δικό τους, ναι. Φωνάζαν και είχαν κουδούνια και χτυπούσανε και πηγαίναν στα σπίτια και τους ανοίγανε και λέγαν τα κάλαντα αυτά που λέμε και εμείς. Την πρωτοχρονιά πάλι αυτό το... που λέγαμε, που λέμε εμείς τα κάλαντα τα τωρινά, που λέμε, αλλά φωνάζαν πάλι πριν να μπουν σε κάθε σπίτι, φωνάζαν «Σούρβα σούρβα και Αϊ-Βασίλη και του χρόνου τον Αϊ-Βασίλη», έτσι, αυτό φωνάζανε έτσι λέγαν, κάναν φασαρία. Αλλά πιο πολύ μου έμεινε η εικόνα, οι γυναίκες για τα Χριστούγεννα που βγαίνανε με τα λυχνάρια, —γιατί δεν υπήρχαν τότε φώτα στους δρόμους, δεν υπήρχε φωτισμός—, με τα λυχνάρια ή με τα κεριά βγαίναν με τις συκότουρτες, τα παλι... τα παιδάκια με τα κουδούνια και με τα... Το ίδιο και αυτά με τα... είτε λυχνάρια είτε κεριά, τι είχανε. Ήταν μια ωραία εικόνα μέσα στο χωριό, ήταν κάτι... Τώρα το βλέπουμε ωραίο, αλλά τότε δεν ξέρω πώς ήτανε με το κρύο να τρέχουν τα παιδάκια μες στο... και να λένε τα κάλαντα. Και την Πρωτοχρονιά λέγαν αυτά τα κάλαντα. Τα Φώτα λέγαν κάποια άλλα κάλαντα, αλλά εγώ δεν τα, δεν τα είπα ποτέ και δεν τα θυμάμαι. Έχω κάποιο κείμενο αλλά ούτε ξέρω πού βρίσκεται, από έναν παππού που τον έβαλα και μου τα έγραψε. Ούτε ξέρω πού το έχω. Μάλλον πρέπει να το έδωσα στα εγγόνια του, γιατί δεν ήταν από τον δικό μου τον παππού, τα έδωσα στα εγγόνια τους, γιατί ο παππούς εκείνος είχε πεθάνει νωρίς. Τώρα, για το Πάσχα, τις Αποκρι... Όχι, να θυμηθώ για τις Αποκριές. Όχι, τις Αποκριές απλά οι νοικοκυρές την Καθαρή Δευτέρα δεν κάναν, όπως κάνουν τώρα, να πετάν χαρταετούς και τέτοια. Κάναν καθαριότητα, έτσι το θεωρούσαν, έτσι το μάθαν, έτσι ήταν το έθιμο, δεν ξέρω. Το Πάσχα, την εβδομάδα του Λαζάρου, που λέμε, τότε τα κορίτσια ντυνότανε με τα ρούχα τους τα καλά. Φορούσανε σαγιάδες, έχω της γιαγιάς μου τη φωτογραφία. Να και η κόρη μου εκεί πέρα με σαγιά αυτή, η νεανική της νύφης η σαγιά, ο σαγιάς. Αλλά τα παιδάκια δεν φορούσαν τέτοια στο κεφάλι, φορούσανε μαντίλια με λουλουδάκια και τέτοια. Παιδάκια εννοούμε κοριτσάκια από το δημοτικό, το πολύ 15 χρονών που δεν... 15 χρονών τις πάντρευαν κιόλας. Πηγαίνανε και γυρνούσαν στα σπίτια, λεγόταν «Λαζαρίνες» την μέρα του Λαζάρου και τραγουδούσανε: «Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια, ήρθε η Κυριακή που τρων τα ψάρια, Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι, ήρθε η μάνα σου από την πόλη —κάτι τέτοια—και σου ‘φερε χαρτί για κομπολόι». Κάτι τέτοιο έλεγαν. Το Πάσχα είχαμε άλλο έθιμο, όχι έθιμο, το Μέγα Σάββατο σφάζαν τα αρνιά τους για να κάνουν το χωριάτικο το μενού, το [00:40:00]δικό μας το ταψί, το χωριάτικο το κατσίκι, το αρνί που τρώγαμε. Γινόταν σε μεγάλο ταψί, βάζαν το κρέας, το αρνί με το λάδι του, το πιπέρι του, τη ρίγανή του, τι βάζανε, και κάνανε... Το γεμίζανε την κοιλιά, άμα δεν είχαν, έπαιρναν στο μάκρος... Πιο πολύ είχαν ένα κατσίκι μεγάλο, το βάζαν όλο, ήταν μεγάλη οικογένεια, τεράστιο ταψί, τεράστιο και το κατσίκι και το γεμίζανε με... τα εντόσθια. Δεν κάνανε μαγειρίτσα τότε εδώ οι παππούδες μας, κάνανε μόνο από κοτόπουλο σούπα, όταν γυρνούσαν από την εκκλησία, από την Ανάσταση. Κάνανε απ’ τα εντόσθια συκωταριά, εντεριά και τέτοια. Κάνανε, τα ζεμάτιζαν, μαγειρεύαν οι γιαγιές με μπόλικο φρέσκο κρεμμύδι, δυόσμο, μαϊντανό, όχι μαϊντανό, δυόσμο και άνηθο και ρύζι και γεμίζαν αυτό το... Είτε στο ταψί είτε στην κοιλιά του κατσι... του αρνιού και το σκεπάζανε με χαρτί πρώτα, και από πάνω —δεν είχε τότε αλουμινόχαρτο— βάζανε κεραμίδια, είχανε κεραμίδια αυτά της στέγης, αλλά πλυμένα, καθαρά, τα σαπούνιζαν οι γιαγιάδες με μεγάλη επιμέλεια και έκαναν το φούρνο, τον ξυλόφουρνο πολύ καλά. Βγάζανε όλη την καρβουνιά έξω, μαζευόταν, πρώτα-πρώτα ήταν μεγάλο —πώς το λένε;—, γινότανε παρέα στο σπίτι, ερχόταν, δεν βάζανε ένα ταψί μόνο. Της γειτόνισσας, της φιλενάδας, του αδερφού, όσοι δεν είχανε φούρνο μεγάλο. Βάζανε στον φούρνο, βάζαμε, όπως είπαμε, κεραμίδια πάνω για να μην καούμε. Τότε ρίχναν το νεράκι μέσα, όσο ρύζι, τόσο... λίγο νερό, γιατί έβγαζε και το κρέας πολύ ζουμί, και κλείναν τον φούρνο, τον κτίζαν την πρόσοψη του φούρνου, να μην υπάρχει καθόλου οπή, γιατί άμα... Αλλιώς ανάβανε μέσα όσα κάρβουνα υπήρχανε, ανάβαν και μπορούσε να καεί το φαγητό. Ενώ έτσι το κλείνανε, ψηνότανε και την άλλη μέρα κατά τις 10:00, 10:30, 11:00, ανάλογα πόσο πεινούσαν η οικογένεια, τότε το ανοίγαν και ήταν έτοιμο το φαγητό, έτσι κάνανε. Το κλείνανε με λάσπη, όχι απλά το κλείνανε, το κτίζανε, βάζανε λάσπη με άχυρο, ξέρω γω, για να μην σκάσει μετά και θυμάμαι που σηκωνόταν ο πατέρας μου και κοίταζε μήπως άνοιξε πουθενά, έχει καμιά σχισμή, για να το συμπληρώσουν σε εκείνο το σημείο, να μην σκάσει και πάρει... καεί το φαγητό, γιατί δεν είναι μόνο το δικό τους, είχανε και από άλλα. Και εκείνο το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, εκεί στην παρέα, ώσπου να γίνει η φωτιά, υπήρχε κουβεντολόι. Ερχότανε η παρέα, είπαμε, γείτονες, φίλοι, συγγενείς, να ετοιμάσει η νοικοκυρά ουζάκι, πάντοτε με νηστίσιμα, ε. Την παραμονή, το Μέγα Σάββατο, δεν τρώγανε, νηστεύαν πολύ εδώ πέρα.
Και η οικογένειά σας νήστευε;
Ναι, ο πατέρας μου, η μάνα μου νηστεύαν. Τώρα εμείς το ρίξαμε... Τώρα δήθεν δεν μπορούμε, δήθεν το ένα, δήθεν το άλλο. Τη μεγάλη εβδομάδα, ναι, αλλά τότε νηστεύανε όλο το, όλο το σαρανταήμερο, όλη τη Σαρακοστή, και τρώγανε μόνο Σαββατοκύριακο. Αν τρώγαν λάδι και τέτοια, όχι κρέατα. Και την 25η Μαρτίου, που ήταν του Ευαγγελισμού, που λέμε, τρώγαν το ψάρι, ήτανε... Όπως και στη γιορτή, στη νηστεία της Παναγίας. Μόνο του Σωτήρος τρώγανε το ψάρι, έτσι ήταν καθιερωμένο και απ’ την εκκλησία και από δω, απ’ τα έθιμα. Φυσικά απ’ τα έθιμα τα πιο πολλά από την εκκλησία τα είχαμε πάρει. Τα πήραν οι παππούδες, συνεχίστηκαν μετά. Αυτά.
Κάποιο, τι άλλο; Ήθη, έθιμα, παραδόσεις, θυμάστε κάτι άλλο;
Τι έθιμα; Να, τα είπα τα χριστουγεννιάτικα, τα πρωτοχρονιάτικα, τα πασχαλιάτικα.
Μουσική παράδοση έχει ο τόπος;
Πώς δεν έχει, ζουρνάδες, έχει τραγούδια που γράφτηκαν εδώ για τις… για κάποιες κοπέλες, κάποιες γυναίκες, της Μαρίας, της Δημητρούλας, τώρα το ιστορικό τους δεν το ξέρω. Είναι σε ένα ημερολόγιο, πρέπει να αυτό, κάθε χρόνο ο σύλλογος εδώ των ντοπίων εκδίδει με ημερολόγια. Και φέτος ήταν το θέμα, νομίζω, τα τραγούδια του τόπου και μέσα σ’ αυτό έχει και μερικά τραγούδια από τον τόπο εδώ. Ναι, πώς δεν έχει, έχει έθιμα, αλλά... Ας πούμε, τον γάμο, πότε να πάρει την προίκα, πότε, πόσο να είναι η προίκα, να τους... Έδειχναν την προίκα όλοι τότε.
Με ποιον τρόπο;
Με ποιον τρόπο, τη βγάζανε στο σπίτι... Τώρα τα σπίτια, βέβαια, δεν είναι όπως είναι τώρα. Τα βάζαν σε σειρά, τα σεντόνια χωριστά, τις πετσέτες, τα μαξιλάρια, όσο πιο πολλά είχε η νύφη τόσο πιο προκομμένη ήταν. Αλλά ήταν και το άλλο όμως, ότι τότε φαινόταν οι νοικοκυρές, που λέγαμε τώρα. Έχεις χρήματα, έχεις τα πάντα. Εκείνα τα χρόνια έπρεπε μόνες τους οι γυναίκες από τα πρόβατά τους, ας πούμε, θα παίρναν το μαλλί, θα το, θα το γραίνανε. «Γραίνω» σημαίνει το ανοίγω για να... Το ζεματούσαν πρώτα, το... Για να φύγει το... Το μαλλί έχει διάφορες ουσίες, σαν κολλητικό πράμα, σαν κόλλα να ’χουνε μέσα. Τώρα έπρεπε να τα ζεματίσουν, να τα ετοιμάσουν όλα, να το γράνουνε, να το κάνουνε κλωστή, να το κάνουν, περνούσαν διασίδι —πώς το λέγανε;—, δηλαδή να το ετοιμάσουν, να μπει στον αργαλειό, να το υφάνουνε. Και οι νοικοκυρές οι πραγματικές, γιατί όλες μπορεί να είχανε, άλλοι να είχανε οικονομική άνεση, αλλά δεν το δίνανε σημασία, να κάνουν τα χαλιά τους, τα κιλίμια. Τότε δεν είχανε έτοιμα να πουλάνε είτε ακριβά είτε φθηνά. Τότε έπρεπε να κάνουν μόνοι τους τις κουβέρτες τους, είτε τις λεπτές κουβέρτες είτε τις φλοκάτες. Η γιαγιά μου η συγχωρεμένη μου είχε κάνει, που ήμουν εγώ τότε... Γιατί η γιαγιά μου πέθανε, όταν ήμουν 16 χρονών, μου είχε κάνει δυο φλοκάτες για μένα που ήμουνα, τότε θα ήμουν ούτε δεν ήμουν 10 χρονών, μ’ είχε κάνει φλοκάτες. «Για την Ξανθούλου μου», Ξανθούλου, «Ξανθούλου μου». Είχε κάνει δύο, μία σε πράσινο και μία σε ένα χρώμα σαν ροζ, σαν τέτοιο. Θέλω να πω ότι ήταν αναγκαίο να το κάνουν. Όσοι δεν τα κάναν αυτά δεν είχανε να σκεπαστούν, να κάνουν. Τα ρούχα τους ακόμη, αυτά που φορούσαν, τα εσώρουχά τους, αγόραζαν μόνο τα εξωτερικά, αυτά τα... το πάνινο που κάνουν τους σαγιάδες ή το αντρικό που κάνανε σαν φουστανέλα, δεν ξέρω πώς το λέγανε εδώ στα ντόπια, τα ανδρικά. Αυτά τα... Μπορεί να τα αγόραζαν έτοιμα, αλλά τα καθημερινά, τις μπολμπότσες. Γιατί μπολμπότσες ήτανε η ανδρική φορεσιά, ειδικά των παππούδων, αλλά γενικά η μπολμπότσα είναι σαν παντελόνι αλλά με ειδικό σχήμα. Εδώ φορούσαν οι παππούδες, αυτά έπρεπε να τα υφάνουν οι νοικοκυρές, είτε ήταν μάνα, είτε ήταν αδελφή, είτε ήταν κόρη, έπρεπε να τα υφάνουνε. Τα σεντόνια, ήταν και καλοκαιρινά και χειμωνιάτικα, τα ύφαιναν αυτοί. Τα καλοκαιρινά παίρνανε τότε, δεν ξέρω πιο μπροστά, αλλά θυμάμαι ότι παίρνανε νήμα βαμβακερό και το συνδυάζανε με ρίγες από μάλλινο, δεν ξέρω γιατί το βάζανε το μαλλί, αλλά λεπτό μαλλί όμως, όχι χοντρό. Ψιλό, πολύ ψιλό, σαν το βαμβακερό και κάναν τα σεντόνια τα καλοκαιρινά. Όπως και τις πουκαμίσες που φοράν τα… Να σου δείξω, λίγο φαίνεται στο διπλανό, κάτω το εσωτερικό, σαν πουκαμίσα το λέγανε, που ήτανε βαμβάκι με ψιλή ρίγα, μάλλινο. Αυτά έπρεπε να τα υφάνουν αυτοί, άμα ήταν οικογένειες και τους άρεζε να κάνουν. Δεν τους άρεζε, ήταν και θέμα πώς θα τους χρειαζότανε. Τώρα η γιαγιά με εφτά παιδιά δεν θα ‘κανε, τι θα ‘κανε; Θα το αγόραζε έτοιμο, πού θα τα πάρει; Δεν είχανε και τόσο, ούτε και πολλά χρήματα για να τα πάρουν, αλλά και πιο πολύ αυτά ήταν καθημερινά πράγματα. Θα αγόραζαν για την καλή τη φορεσιά, να πούμε, και θα πήγαιναν στη Βέροια να πάρουν. Εδώ τότε εκείνα τα χρόνια δεν είχε. Στη Βέροια έπρεπε να πάνε. Έπρεπε να τα κάνουν μόνοι τους και όσες ήτανε, είχαν λιγάκι ζήλο παραπάνω, το κάνανε. Οι θείες μου, της Αγγελικούλας η [00:50:00]προγιαγιά. Δηλαδή, γνώρισες τη μαμά της Αγγελικούλας;
Όχι.
Η Πόπη, η μαμά της Αγγελικούλας, η Πόπη, Καλλιόπη, και ο πατέρας μου αδέρφια. Η θεία μου —Ανθία, έτσι λεγόταν—, η θεία μου η Ανθία έχει κάνει πολλά τέτοια πράματα, όλες οι αδερφές του πατέρα μου. Κάναν τις προίκες τους μόνες τους, δεν μπορούσε η γιαγιά μου τώρα να υφαίνει σεντόνια για πέντε κορίτσια. Έκανε για τα καθημερινά, τραπεζομάντιλα υφαντά απ’ αυτούς, πετσέτες προσώπου απ’ αυτούς. Ποτηρόπανα, βέβαια, δεν υπήρχαν, γιατί δεν υπήρχαν τόσα πολλά ποτήρια, εδώ που τα λέμε, ναι, αλλά πετσέτες προσώπου, τραπεζομάντιλα, είχανε υφάσματα, που τα λέγανε για την πινακωτή, δεν ξέρω πώς το λέγανε εκείνο το ύφασμα. Που βάζανε, είχανε την πινακωτή, ζυμώνανε εφτά ψωμιά για άμμο, μια μεγάλη σκάφη που με αλεύρι να υφαίνει, να ζυμώνει. Βάζαν το... Σ’ ένα μακρο... στην πινακωτή βάζαν ένα μακρόστενο ύφασμα καθαρό, με ευλάβεια καθαρό, άσπρο, και έβαζαν εκεί το ψωμί, το ζυμάρι να φουσκώσει, να το σκεπάσουν και να το βάλουν να γίνει και να το βάλουν μετά στον φούρνο. Εκείνα όλα έπρεπε να είναι υφασμένα από τα χέρια της νοικοκυράς. Μετά αργότερα βγήκαν, βέβαια, οι χασέδες, βγήκαν όλα τα άλλα, αλλά μιλάμε για το ’40 και το ’30, δεν μιλάμε για τώρα. Για τώρα, δηλαδή, δεν μιλάμε για το ’60, ’70, που είχαν γεμίσει με και χασέδες και σεντόνια και ό,τι ήθελες μετά.
Εσείς φτιάχνατε τέτοια;
Εγώ τι να κάνω, καλέ; Εγώ, είχε περάσει η δική μου εποχή, αυτή η εποχή, εγώ είχα ωραία υφάσματα χασεδένια, που τα πήραν οι γονείς μου και κεντημένα, άλλα κέντησα εγώ, άλλα η μάνα μου, άλλα τα πήραμε κεντημένα ωραία, αλλά καλό κέντημα, όχι μηχανής και τέτοιο, όχι. Εγώ δεν έκανα τέτοια, εγώ αν έκανα κανένα καρέ και τέτοια, έτσι, για φιγούρα, που λέμε, για να στρωθεί στο τραπέζι. Δεν έκανα τέτοια.
Και κάτι άλλο ήθελα να σου πω. Όταν πήγαινα στο γυμνάσιο, —ζούσαμε, είπαμε, με τον παππού και με τη γιαγιά, ο παππούς ήταν ο Θωμάς, η γιαγιά ήταν η Βενετία, Βενέτω τη φωνάζανε, η γιαγιά Βενέτω— ερχόμασταν από το σχολείο... Ο παππούς μου είχε αρχίσει να έχει άνοια μετά από ένα εγκεφαλικό ο καημένος, ήταν πάρα πολύ καλός παππούς: «Που ήσουν, βρε παιδί μου;», μας ρωτάει με τον αδελφό μου μαζί, λέω: «Πήγαμε στο γυμνάσιο και γυρίσαμε». «Πληρώνει το προξενείο τους καθηγητές;». Λέω: «Γιατί το λες παππού;», «Γιατί εγώ», λέει, «που πήγαινα…». Πήγαινε, ήταν μορφωμένος εκείνα τα χρόνια, μιλάμε το 1874 γεννήθηκε ο παππούς. Ήταν το ’84, θα έπρεπε να ήταν μαθητής, άντε το ’90 να πήγε πιο μεγάλος. Πήγαινε στη Βέροια, τότε δεν υπήρχε γυμνάσιο. Και στη Βέροια πληρώνανε, πλήρωνε η ελεύθερη Ελλάδα, πλήρωνε απ’ το προξενείο, γι’ αυτό είπε προξενείο ο παππούς. Στην αρχή λέγαμε: «Τι λέει ο παππούς; Χαζά λέει ο παππούς, τον έπιασε η άνοια», αλλά είχε μια λογική. Μετά το αντιληφθήκαμε με τον αδερφό μου ότι το προξενείο της ελεύθερης Ελλάδας πλήρωνε τους δασκάλους και τους καθηγητές σε μεγάλες πόλεις. Δεν ξέρω αν το κάνανε και στο δημοτικό, στα μικρά στα χωριά, αλλά για τους καθηγητές πλήρωνε το προξενείο και ο παππούς είχε πάει στο γυμνάσιο, στη Βέροια, με καθηγητές που ερχότανε από το προξενείο, από την ελεύθερη Ελλάδα. Εκεί τελείωσε, πήγε μέχρι τετάρτη γυμνασίου και από κει τους παίρνανε, τους κάναν δασκάλους στα σχολεία. Ο παππούς, όμως, επειδή δεν είχε καλή φωνή και επειδή είχε πολλά κτήματα τότε σ’ εκείνη την περιοχή, δεν έγινε δάσκαλος. Ο ξάδερφός του, ο παπα-Αντώνης, αν έχεις υπόψη σου την Πλατεία Παπαντωνίου, ήταν σόι με τον ξάδερφο, ξαδέρφια ήτανε. Ο παπα-Αντώνης ήταν μαζί, έψελνε καλύτερα ο παπα-Αντώνης και ο παπα-Αντώνης έγινε δάσκαλος σε σχολείο. Ίσως μ’ αυτή τη λογική τους κάνανε. Όπως είδα και στην Πηνελόπη Δέλτα, που στέλνανε δασκάλες από την ελεύθερη Ελλάδα, μικρές σε ηλικία, πηγαίνανε, τελειώνανε μέχρι, ας πούμε, όπως είναι τώρα πρώτη λυκείου. Δεν ήταν παραπάνω η εκπαίδευση τότε, τι θα μάθουν Αγγλικά ή θα κάνουν Χημεία και Φυσική; Εκείνα τα χρόνια ήταν τα βασικά που κάνανε. Και τους στέλνανε εδώ και ο παπα-Αντώνης έτσι, ήταν και δάσκαλος και όλα τα άλλα, που τον έχουμε και τον μνημονεύουμε, Θεός σχωρέσ’ τον. Ναι, είπαμε και αυτό.
Πώς ήταν να μεγαλώνετε με τον παππού και τη γιαγιά;
Για μένα ήταν πολύ καλό, για τα εγγόνια, τους αγαπούσα πάρα πολύ. Η γιαγιά μου ήταν λίγο... Επειδή πέθαναν τα παιδιά της ξαφνικά και η θεία μου, η Ξάνθω, γιατί —και έχω το όνομά της— πέθανε στη γέννα, πέθανε ξαφνικά, πιο μπροστά είχε πεθάνει ο γιος της από εκείνα τα χρόνια, από μια βρογχίτιδα μέσα σε τρεις μέρες τελείωσε, ήταν πιο πονεμένη και δεν είχε τόσο υπομονή όσο είχε ο παππούς. Η γιαγιά ήταν πολύ νοικοκυρά, έκανε πολύ ωραία πράματα, σου είπα, με καβουρμάδες, με τα λουκάνικα, πολύ ωραία τουρσιά που δεν θα τα ξεχάσω, αλλά πώς τα έκανε; Δεν είχαν μέσα, βρε παιδί μου, εκείνη την εποχή, αλλά έκανε κάτι πιπεριές που λέω προσπάθησα να κάνω κι εγώ τέτοιες πιπεριές τουρσί, δεν με βγήκαν με τίποτε. Ίσως ήταν και ο χώρος, είχανε το σπίτι, είχε μια αποθηκου... Είχε την κουζί... Ήταν μεγάλο, είχε δύο υπνοδωμάτια δυτικά, ένα μπροστά, τρία στο κέντρο, για σάλα το λέγανε, και πίσω κουζίνα και δίπλα απ’ την κουζίνα ένας βοηθητικός χώρος που ήταν αποθήκη. Εκεί πέρα είχε όλο ράφια, δεν τα είχε μες στην κουζίνα, είχε ράφια απλά. Μην φανταστείς με βιτρίνες μπροστά —πώς λένε;— να κλείνουνε τζάμια και τέτοια. Ράφια εκεί είχε… Οι νοικοκυραίοι τότε φαινότανε, ετοιμάζανε τα τυριά τους, τενεκέδες τυρί, όχι ένα και δύο και πέντε, ήταν οικογένεια μεγάλη, σου είπα, δέκα άτομα το λιγότερο. Την εποχή που είχαν το γάλα, κάναν τα τυριά, τενεκέδες τυριά. Άλλοι τενεκέδες, άλλα ράφια είχανε τους καβουρμάδες, είχανε τα λουκάνικα, χυλοπίτες, τραχανά, όλα εκεί πέρα τα είχαν στη δροσιά. Δεν είχε παράθυρο από κει, είχε μια βορινή πόρτα για να μπορούν και δίπλα μια άλλη πόρτα που έμπαινες στο... Ήταν μετά ο στάβλος, το κτήριο, αλλά ψηλός ο στάβλος, μεγάλος ο στάβλος, πάρα πολύ μεγάλος ο στάβλος. Και εκεί πέρα η γιαγιά μου έβαζε διάφορα πράγματα. Όταν λέμε χυλοπίτες, ανοίγαν φύλλα το καλοκαίρι τέτοια εποχή και συνήθως τον Αύγουστο τα κάνανε, Αύγουστο τραχανάδες, τενεκέδες τραχανάδες, αλλά ήταν οικογένεια. Γλυκός τραχανάς, ξινός τραχανάς... Τον γλυκό τραχανά δεν τον θυμάμαι πώς τον κάνανε, τον ξινό θυμάμαι. Τον γλυκό τον είχανε στο πρωινό μαζί με το γάλα, όπως έχουμε τώρα τα κορν φλέικς. Βράζαν το... Δεν ξέρω πώς το κάνανε. Σιτάρι... πλιγούρι, σπασμένο σιτάρι —πώς το λένε;— και το βράζαν με γάλα. Ήταν για πρωινό, ήταν δυναμωτικό, τρώγαν καλά, γιατί φεύγανε πηγαίνανε στη δουλειά μετά. Ο ξινός ο τραχανάς γινόταν με γιαούρτι και εκείνος πολύ ωραίος, προσπάθησα να κάνω εγώ, αλλά δεν τον πέτυχα με τίποτα. Δηλαδή, ήταν και πρώτη ύλη, ήταν τα πρόβατα, το... Πώς το λένε; Τα βουβάλια που κάνανε. Το αγελαδινό το γάλα το υποτιμούσαν, δεν το θέλαν τόσο. Κάνανε βούτυρο, βούτυρο φρέσκο, είχανε ένα ξύλινο —πώς το λέγαν;—, πούτλος, κούτλος, ξέρω γω πώς λεγόταν, ένα στενόμακρο πράμα ξύλινο, βάζαν εκεί το γιαούρτι, παίρναν το καϊμάκι απ’ το γιαούρτι, δεν ξέρω αν βάζαν και σκέτο γιαούρτι, και γάλα πολλές φορές, αλλά εγώ θυμάμαι με γιαούρτι, και το κοπανούσαν επάνω με ένα ξύλο, ξέρω ‘γώ τι ήταν. Πώς το κάναν το βούτυρο φρέσκο δεν ξέρω. Και γινόταν ένα βούτυρο φρέσκο, μοσχοβολούσε, το χρησιμοποιούσαν στις πίτες, στα γλυκά, μερικά γλυκά που κάνανε. Γιατί τα Χριστούγεννα κάνανε γλυκό τέτοιο, σαραγλί με καρύδι μπόλικο και βούτυρο φρέσκο και φύλλο τ’ ανοίγανε αυτοί, όχι απ’ τον Κανάκη και από το 3Α. Κάνανε δικά τους και οι πίτες πολύ ωραίες πίτες. Στις πίτες βάζαν και λίγδα. Μερικά, παίρναν καθαρό, όχι όλο απ’ όλα τα μέρη, αλλά από μερικά μέρη που το πάχος, το παστό που λέγαμε, το χοιρινό το λίπος, ένα καθαρό που να μην έχει καθόλου αίμα [01:00:00]—δεν ξέρω ποιο, ο πατέρας μου τα ήξερε, εγώ δεν τα ’δινα σημασία τότε— και το λιώναν και το είχαν χωριστά μόνο για τις πίτες ή κάναν κουραμπιέδες μ’ εκείνο. Πιο πολύ σαραγλί κάνανε, κανταΐφι αγοράζαν έτοιμο, δεν ήξεραν. Όχι δεν ξέραν, δεν μπορούσαν να κάνουνε το κανταΐφι αυτό να γίνει... Ξέρεις ποιο είναι το κανταΐφι. Δεν… Πώς να το κάνουν αυτοί; Δεν γινότανε. Αγόραζαν κανταΐφι και κάνανε με καρύδια και με ζάχαρη και με μέλι, πιο πολύ σαραγλί κάνανε, και κανέλα μπόλικη. Έκανε η γιαγιά μου ένα κανταΐφι, ένα σαραγλί. Την μπαμπά μου μετά είχε μάθει να το κάνει απ’ αυτούς, είχε μάθει, ναι. Νόστιμα, ωραία, άλλα πράματα. Ωραίος ο τέτοιος κάνανε, χοιρινό με πράσα πολύ ωραίο, λαχανοσαρμάδες, αλλά με χοιρινό το κάνανε. Λάχανο με κρέας, φαγητά χειμωνιάτικα πιο πολύ. Το καλοκαίρι κάνανε γεμιστά, ιμάμ μπαϊλντί πολύ συνηθίζεται, κολοκυθάκια στο φούρνο λαδερά πολύ για τον Δεκαπενταύγουστο φέτες-φέτες κολοκυθάκια με σκορδάκι και τέτοια…
Όλα αυτά τα πιάτα ανά τα χρόνια πιστεύετε έχουν αλλάξει ή τα κάνουν ακόμα;
Ποια, τα φαγητά εννοείς;
Ναι.
Είναι μερικοί παραδοσιακοί που τα κάνουνε. Αλλά είναι μερικοί που βάζουν μέσα στο τέτοιο, μέσα στο κρέας βάζαν το μέλι. Πήγα κι εγώ μια φορά μ’ ένα ταξίδι στη Ρόδο, σε μεγάλο ξενοδοχείο κιόλας, στο Rodos Palace, ωραία ψήνανε εκείνη την ώρα. «Άντε», λέω, «θα πάρω», εκτός από την κουζίνα που είχαν την ευρωπαϊκή, λέω: «Θα κάνουνε και κάτι σε ελληνικό», ελληνική, εκείνη η πτέρυγα είχε κάτι ελληνικά. Ωραία, ψητό και πάω και ρίχνουν και από πάνω το μέλι,. «Αμάν», λέω, «βεβήλωσαν το κρέας. Τώρα, θα φάω το αρνί, κατσίκι» —τι ήταν— «με μέλι από πάνω;». Βάλε στρίψε λεμόνι εκεί πέρα να γίνει της κολάσεως, που λένε και στην τηλεόραση. Τι άλλο, αγόρι μου, να σου πω;
Θα θέλατε εσείς να συμπληρώσετε κάτι άλλο;
Δεν θυμάμαι τι να σου πω. Για τις νύφες και αυτά εγώ τα έθιμα δεν τα ξέρω, που είχαν, κρατούσαν μια εβδομάδα τα γλέντια. Πρωί και μετά και να βάλουν την προίκα και να εκθέσουν την προίκα —πώς το λένε;—, να την κάνουν και μετά να την κουβαλήσουνε, να την πάνε στο σπίτι με όλο το σόι και να χτυπάν τα νταούλια και να κάνουν. Είχανε έθιμα μια βδομάδα πριν και μια βδομάδα μετά, αυτά δεν τα πρόλαβα. Κάνανε άλλα πράματα. Για τα φαγητά μερικά, εντάξει, κι εγώ τα κρατάω, αλλά δεν που λεν τα... πειραγμένο, τι πειραγμένο; Ή θα το κάνεις ή δεν θα το κάνεις. Κι εγώ έλεγα τόσο μεγάλο ξενοδοχείο, ας πούμε, και το Rodos Palace, ναι, είχαν έναν πάγκο και να λεν: «Ελληνική κουζίνα» είτε στα ελληνικά, είτε στα αγγλικά, είτε γερμανικά, όπως θέλουν, να έχει δυο πράματα. Να έχει μια φασολάδα, τα γεμιστά, να έχει και ένα ιμάμ μπαϊλντί, να κάνει κανένα κατσικάκι στο φούρνο με πατάτες και αυτά είναι, δεν χρειάζεται. Ήταν όλα, όλα πειραγμένα. Τι πειραγμένα, λες καλύτερα, επειδή έμαθα εγώ σ’ αυτή τη δική μας την κουζίνα, την ελληνική, μου φαινόταν λίγο… πολύ πειραγμένα, όχι λίγο πειραγμένα. Τι άλλο να σου πω; Πιο μπροστά, προ Χριστού που λέω κι εγώ, η γιαγιά μου έλεγε ότι εδώ στην περιοχή δεν είχανε βρύσες, δεν υπήρχε υδραγωγείο. Τι υδραγωγείο, το υδραγωγείο ήρθε εδώ πριν από είκοσι τριάντα χρόνια. Πιο μπροστά είχαμε τις τουλούμπες, ο πατέρας μου είχε ντεπόζιτο επάνω στην ταράτσα και βάζαμε απ’ το μηχανάκι και ανέβαινε το νερό με το ντεπόζιτο να κάνουνε μπάνιο, να βάλουμε πλυντήριο, όλα. Αλλά εκείνα τα χρόνια κουβαλούσανε... Όταν η κοίτη του Αλιάκμονα δεν ήταν όπως είναι τώρα. Στο Νησέλι ερχότανε το ποτάμι απ’ αυτή την πλευρά, όχι από δω περνάς το Νησέλι και μετά είναι το ποτάμι, το καταλαβαίνεις, ε; Πριν από το να μπει στο Νησέλι, όταν πάει να αρχίσει μία στροφή είναι εκεί, δεξιά και αριστερά είναι κάτι σαν έλη, να το πούμε, πάντως καλάμια και τέτοια είναι. Εκείνη, από κει νομίζω, εκεί αναβλύζει και το νερό, έχει... Από κει ερχόταν το νερό, το ποτάμι και έφευγε με άλλη κοίτη. Επειδή πλημμύριζε το νερό, το ποτάμι, αλλάξανε την κοίτη και την πήγανε από κει, τη βαθύναν, τη βαθύναν το ποτάμι για να πάει η κοίτη από εκείνη την πλευρά. Όταν ήταν από δω, οι γιαγιάδες και οι παππούδες με το κάρο παίρναν όλα τα αυτά που ήθελαν να πλύνουν —μην φανταστείς τώρα ότι είχαν χλωρίνες και Dixan και Skip—, με σαπούνι πράσινο παίρναν και πιο πολλά μάλλινα, όπως είπαμε, ειδικά τα χειμωνιάτικα, και τα πλένανε εκεί στο ποτάμι. Και κουβαλούσαν νερό με δοχεία, δεν ξέρω τι δοχεία, κουβαλούσαν εδώ νερό για τα ζώα. Νερό για πόσιμο είχανε στην Πλατεία Παπαντωνίου, σε δυο τρία μέρη, δεν ξέρω στην εκκλησία αν είχανε και στην πλατεία τού... Πού είναι του Μασούτη; Εκεί πέρα. Δηλαδή, δεν είχανε ευκολίες οι νοικοκυρές. Mετά βγήκαν οι τουλούμπες, μετά τον πόλεμο, που άρχισε κάπως η τεχνολογία; Τέλος πάντων, υπήρχαν τρόποι που βγήκαν οι βρυσάριοι —έτσι τους λέγανε— που βγάζανε απ’ τις [Δ.Α.] και είχε ο καθένας στο σπίτι του, είχε την τουλούμπα. Σε βάθος, αν και τότε σε βάθος 5 μέτρων έβγαζες νερό, αλλά δεν πίνονταν εκείνο το νερό. Έβαζαν, σε 40 μέτρα είχαν νερό για τον κήπο, γι’ αυτούς, για να πιουν όλοι. Τώρα πόσο καθαρό ήταν, αν είχε βακτήρια και τέτοια, είναι άλλη ιστορία. Μήπως και τώρα με τα ποτίσματα, έχουν γίνει όλα εδώ πέρα τα... Από τα δέντρα που ραντίζουν και που κάνουν έχουμε... Η περιοχή η δική μας έχει τους πιο πολλούς καρκίνους εδώ, ο Νομός Ημαθίας, που απ‘ αυτά τα πράματα. Και θέλω να πω ότι είχαν ακόμη και στο σπίτι, είχαν πάλι δυσκολία με τα... όλα αυτά τα πλύστρα, αν τα δοχεία —τα αγγειά που τα ’λεγε και η γιαγιά μου— έπρεπε να πλυθούνε, έπρεπε να ζεματιστούν, ήτανε, είχαν δουλειά, πολλή δουλειά είχανε οι γιαγιάδες μας και οι παππούδες μας εκείνα τα χρόνια. Ήταν άλλες δουλειές, τώρα έχουμε άλλες, τώρα κάνουν τα μπάνια, τα σαπουνίζουν τα μπάνια. Άλλα, αλλά δεν ξέρω, νομίζω πως ήταν πολύ πιο δύσκολη η εποχή τους, δεν είχαν καμία ευκολία. Και τότε φαινόταν οι νοικοκυρές, εγώ το λέω. Μπορεί να είμαι «οπισθοδρομική» σε εισαγωγικά, γιατί... Αλλά τότε φαινότανε όταν ήταν μια νοικοκυρά. Και όσοι ήξεραν να κάνουνε και κουμάντο. Γιατί, σου είπα, και άλλες είχαν χρήματα, αλλά δεν κάνανε να καθίσουν να υφάνουν, να... Και τους έβλεπες όπως να ’ναι γυρνούσανε. Ενώ οι θείες μου, όλες οι αδερφές του πατέρα μου, ήταν με τα ρουχάκια τους τα ωραία, με τις προίκες τους, κάνανε... προίκες, τότε έτσι τα λέγανε, γιατί δεν υπήρχε και άλλη λύση, δεν υπήρχαν, έπρεπε να πάρουν μερικά πράγματα μαζί τους. Και κουβέρτες να σκεπαστούν και σεντόνια να σκεπαστούν και πετσέτες να σκουπίσουν τα χέρια τους, τραπεζομάντιλα, αυτό για την πινακωτή, είπαμε, για να… Υπήρχαν τέτοια πράματα.
Πριν κλείσουμε, θα θέλατε να συμπληρώσετε κάτι άλλο;
Δεν θυμάμαι, αγόρι μου, τι να θέλω; Τώρα δεν ξέρω αν σε φώτισα ή δεν σε φώτισα.
Μου είπατε πολύ χρήσιμα πράγματα.
Ναι. Τώρα δεν ξέρω τι να σου πω. Για τον... Μου είπε και η Αγγελικούλα: «Να πεις», λέει, «για τον παππού τον Θεοδόση», για τον πατέρα μου, που πολέμησε στο, στα Οχυρά ΜΕΤΑΞΑ, αυτό δεν έχει καμιά σχέση με αυτήν τη δική μας ιστορία, με την περίπτωση και δεν το συζητάω. Είχε, είχαν εδώ πέρα, είχανε και τέτοια, είχαν, τους πήραν στον Στρατό... Τέσσερα χρόνια και παραπάνω ήταν φαντάρος ο πατέρας μου με τον πόλεμο.
Σας ευχαριστώ πολύ.
Παρακαλώ, να ’σαι καλά.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Η Χρυσάνθη Φειδοπούλου, ή κυρία Ξανθούλα, όπως τη φωνάζουν συνήθως, αφηγείται τα παιδικά της χρόνια στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας, τα οποία ήταν γεμάτα συνταγές, φαγητά, ήθη και έθιμα. Αναφέρεται, επίσης, στην ιστορικότητα της ευρύτερης περιοχής και ιδιαίτερα στον Μακεδονικό Αγώνα. Μοιράζεται το έθιμο της γουρουνοχαράς, το έθιμο της συκότουρτας και πολλές άλλες συνήθειες και νοοτροπίες της εποχής της δικής της και των παππούδων της, οι οποίες, με την πολύτιμη βοήθειά της, θα παραμείνουν αναλλοίωτες στον χρόνο, μέσα από την κατάθεση της ιστορίας της.
Αφηγητές/τριες
Χρυσάνθη Φειδοπούλου
Ερευνητές/τριες
Ηλίας Θεοδωρίδης
Θέματα
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
18/07/2023
Διάρκεια
69'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Η Χρυσάνθη Φειδοπούλου, ή κυρία Ξανθούλα, όπως τη φωνάζουν συνήθως, αφηγείται τα παιδικά της χρόνια στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας, τα οποία ήταν γεμάτα συνταγές, φαγητά, ήθη και έθιμα. Αναφέρεται, επίσης, στην ιστορικότητα της ευρύτερης περιοχής και ιδιαίτερα στον Μακεδονικό Αγώνα. Μοιράζεται το έθιμο της γουρουνοχαράς, το έθιμο της συκότουρτας και πολλές άλλες συνήθειες και νοοτροπίες της εποχής της δικής της και των παππούδων της, οι οποίες, με την πολύτιμη βοήθειά της, θα παραμείνουν αναλλοίωτες στον χρόνο, μέσα από την κατάθεση της ιστορίας της.
Αφηγητές/τριες
Χρυσάνθη Φειδοπούλου
Ερευνητές/τριες
Ηλίας Θεοδωρίδης
Θέματα
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
18/07/2023
Διάρκεια
69'