© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Αυτά που έζησε ένα παιδί αντιστασιακών στο «αναμορφωτήριο» της Λέρου
Κωδικός Ιστορίας
24691
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Μορφάκης Στεφούδης (Μ.Σ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
01/07/2023
Ερευνητής/τρια
Θανάσης Σκούφιας (Θ.Σ.)
[00:00:00]Λοιπόν, καλησπέρα.
Γεια σου.
Είμαι, λοιπόν, πάλι με τον κύριο Mόρφη, είναι 2 Ιουλίου του 2023. Σε συνέχεια της πρώτης συνέντευξης που πραγματοποιήσαμε και τις αναφορές του στα παιδικά του χρόνια, το πώς ανδρώθηκε τη δεκαετία του ’40 μέσα από την Κατοχή και μετά, μετέπειτα στον Εμφύλιο, πώς έφτασε μέχρι την Θεσσαλονίκη. Είμαι ο Θανάσης Σκούφιας, φυσικά για το Istorima, και σήμερα θα συνεχίσουμε από το σημείο εκείνο, κύριε Μόρφη, που έφτασες στην Θεσσαλονίκη το 1947, που ξεκινάει μια νέα πορεία για σένα στη ζωή σου και θέλω, λοιπόν, να θυμηθούμε τώρα, να ξεκινήσουμε μια αναδρομή σε εκείνα τα χρόνια. Πώς ουσιαστικά ξεκινάει η δικιά σου η οργάνωση μέσα στο κίνημα.
Ναι. Φτάνουμε, λοιπόν, στην Θεσσαλονίκη, ο Σύνδεσμος μας πήρε με το χεράκι, μπήκαμε στο τραμ και πηγαίνουμε στην Κλεάνθους 28. Τότε λεγότανε το «Νοσοκομείο Χιρς», ύστερα λεγόταν «Λαϊκό Νοσοκομείο». Εκείνη την εποχή στο νοσοκομείο ήτανε οι «αμίκοι», ήτανε δηλαδή... ήδη που ήτανε στη δούλεψη και στην υποταγή της Μεγάλης Βρετανίας και τους είχανε φέρει για να παλέψουνε για τον συμμαχικό πόλεμο ενάντια στους Γερμανούς και τα λοιπά. Εκεί, λοιπόν, γνωρίζω και αυτούς εδώ. Εκεί χαρακτηριστικά περάσαμε μεγάλη δυσκολία. Ο αδερφός του... Δηλαδή μας έφερε ο Σύνδεσμος στην Θεσσαλονίκη, σε ένα σπίτι που ήταν ο αδερφός, ο μεγάλος αδερφός του πατέρα μου. Καλός άνθρωπος, και αυτός ήτανε, ας πούμε, του κινήματος και εντάξει. Αλλά δεν είχε δουλειά. Τα έβγαζε πέρα, προστέθηκε στο σπίτι άλλα δύο άτομα, γιατί ήμουν και με τη μικρή μου την αδερφούλα. Εγώ, δηλαδή είμαι πια 10 χρονών και η Ρίτσα ή η Ελευθερία είναι 4 χρονών, που έχω την ευθύνη και την εντολή απ’ τη μάνα μας από το βουνό που χωρίσαμε να την προσέχω και θα είμαι ο προστάτης της. Εντάξει, εκεί στην.... Στη θεία την Βαΐτσα ταλαιπωρηθήκαμε πολύ, μας χτυπούσε, τσίριζε... Δεν μέναμε νηστικοί, αλλά όλο ήταν ελλειμματικά. Εκεί έχουμε πει για τον Πετρίδη που το βράδυ... Έτσι. Εκεί, λοιπόν, στο σπίτι το ’φερε η τύχη να είναι μία οργάνωση ΕΠΟΝιτών, της παράνομης Ε.Π.Ο.Ν., και μπλέχτηκα μαζί τους, έγινα τσιλιαδόρος. Δηλαδή όταν ήταν το βράδυ να κάνουν κάποια δουλειά, έκαμνα στο κρεβάτι... Στο κρεβάτι, κάτω κοιμόμασταν στρωματσάδα, έκαμνα ένα ομοίωμα ανθρώπου περίπου και έβαζα ένα σεντόνι ή ένα, μια κουβέρτα, ό,τι ήταν από πάνω, και φαινόταν σαν άνθρωπος και εγώ έφευγα. Αυτό κράτησε πάρα πολύ. Αρχίζω πια και μεγαλώνω. Αρχίζει και η αδερφή μου να μεγαλώνει. Μία ημέρα με παρέσυρε τόσο πολύ συναισθηματικά. Η Ρίτσα με αφηγήθηκε ότι στον ύπνο της που έβλεπε είδε τη μάνα κι η μάνα ήρθε και μας έψαχνε να μας βρει και μου είπε στη στάση, απέναντι από το στρατόπεδο του «Χιρς», από το νοσοκομείο του «Χιρς» εκεί, Μιαούλη, θα, θα μας περιμένει. Ε, και φάγαμε καμιά-δυο ώρες, τρεις περιμένοντας την ανύπαρκτη μάνα μας. Τέλος πάντων. Λοιπόν. Μεγαλώναμε. Το 1948 στην οργάνωση αυτήν του «Λαοκράτη» ή του Πέτρου Πετρίδη δίδεται η εντολή μαζί με άλλες οργανώσεις και γίνεται μια επίθεση από τον παράνομο μηχανισμό του Κ.Κ.Ε. και της Ε.Π.Ο.Ν. στο κυβερνείο, που το κυβερνείο εκείνη την εποχή είναι προς την Σαλαμίνα. Δεν μπορώ να το προσδιορίσω. Δεν ξέρω, κάτι με φεύγει, έχει αλλάξει το περιβάλλον όλο και τα λοιπά. Λοιπόν, τελειώνω το Δημοτικό Σχολείο λίγο... Όχι. Εκεί, λοιπόν, τον πρώτο καιρό, τον πρώτο καιρό γνωρίζω κάποια παιδιά στη γειτονιά και είναι ένας Στάθης, ένας Γρηγόρης και εγώ τρεις. Κάνουμε μία τριάδα από μια ομάδα ποδοσφαιρική που μας χρειαζότανε. Ο Στάθης ήταν εκεί στις παράγκες, δίπλα από το τέλος του νοσοκομείου, τον τοίχο, και η αδερφή του ήταν τότε φοιτήτρια. Στο Αριστοτέλειο. Αφού λοιπόν παίξαμε μια, δυο, τρεις φορές πήγαμε ένα μεσημέρι, μας κάλεσε η κοπέλα, μας φίλεψε και για πρώτη φορά, χωρίς να ξέρω και να θέλω, μας έδωσαν να καπνίσουμε χασίς. Τώρα τι ακριβώς χασίς ήταν αυτό δεν το ξέρω. Αλλά εκείνο που ξέρω ήταν ότι όταν έφυγα για να πάω, καλοκαιράκι ήτανε, ο θειος μου πήρε την οικογένεια και πήγαν στο χωριό και ήμουνα μόνον εγώ με τον μεγάλο, με τον μεσαίο τον ξάδερφο. Πήγα στο σπίτι και τελικά γύριζαν όλα και τα λοιπά. Ταλαιπωρήθηκα δυο μέρες, τρεις να συνέλθω. Ήτανε τόση η ανάγκη να δοθώ στον αγώνα που πολλές φορές αναψηλαφώ την εποχή και λέω... Δεν βρίσκω τι ήταν αυτό που με οδηγούσε τόσο πολύ προς τα εκεί. Όταν, λοιπόν, συνήλθα την τρίτη ημέρα, κάνω μια αυτοκριτική στον εαυτό μου και λέω: «Καλά, εσύ που έχασες, ας πούμε, αυτήν την ώρα την οικογένεια, που δεν ξέρεις η μάνα σου τι γίνεται, δεν ξέρεις η αδερφή σου πού βρίσκεται, ο πατέρας σου στις Φυλακές της Κέρκυρας αν τον σκότωσαν ή όχι», γιατί ήτανε δυο φορές καταδικασμένος σε θάνατο. «Εσύ κάνεις τέτοια δουλειά με τα χασίσια; Μα, εσύ πρέπει να είσαι πρότυπο, να είσαι καθαρός, να, να μπορέσεις να παίξεις έναν ρόλο στη ζωή στο κίνημα». Και θυμάμαι είπα ότι τέτοια πράγματα δεν θα τα κάνω στη ζωή μου, ορκίστηκα, να πούμε. Δίδεται μετά το χτύπημα στην, στο κυβερνείο, που δεν τους έκανε η επίθεση αυτή μεγάλη ζημιά, γιατί δεν υπήρχαν βαριά όπλα απ’ τη μεριά των παράνομων του Κ.Κ.Ε. και της Ε.Π.Ο.Ν. Αρχίζουν τα παιδιά σε πέντε μέρες, έξι να ’χουνε... Παίρνουν μια εντολή να βρουν τον τρόπο να φύγουνε ή προς τον Κάκαβο, Χαλκιδική, ή προς τα Κερδύλλια. Να πάνε στο βουνό. Ξεκινήσανε από την, από τις Σέρρες που ερχόμαστε εκεί στην, στο στενό, στο ύψωμα... Ξεχνάω το όνομά του τώρα. Ανιχνεύουν το μέρος, βρίσκουνε ενέδρες, παίρνουν... Πηγαίνουνε μέχρι το Ασβεστοχώρι, μέσα κει στα δέντρα και τα λοιπά, όλα ήταν παγιδευμένα. Και ξεκινάνε μία μέρα, ύστερα καμιά 10-15 μέρες μετά την επίθεση, και φεύγουν προς Χαλκιδική. Με τα πόδια πάντοτε, ε; Πήγε μια ομάδα μπροστά, ανίχνευσε τον δρόμο και ήταν ένας στη μέση ενδιάμεσος που τους περίμενε σε κάτι στάρια μέσα και φύγανε και τα λοιπά, να πούμε. Μέσα σε αυτούς, όμως, επιάσανε έναν Κλεάνθη. Κλεάνθη, δεν θυμάμαι το επώνυμό του τώρα. Και... Το βασανίσαν πολύ αυτό το παιδί. Τόσο ξύλο έφαγε, όπου τελικά η μάνα του είχε έναν συγγενή μακρινό κι ήτανε υποστράτηγος του Ελληνικού Στρατού τότε. Αυτός μεσολάβησε και τον αφήσανε, κι όταν τον αφήσανε τον πήγανε σε ένα χωριό, δεν ξέρω ποιο χωριό. Κι εκεί τον σκεπάσαν με κοπριά για να μπορέσει να κλείσουν οι πληγές και να ζήσει. Έζησε. Πέρασαν χρόνια πολλά και έβλεπα τον Κλεάνθη στον κινηματογράφο «Ολύμπιον». Ήταν στην εφορία και έκοβε τα εισιτήρια, όσοι πήγαιναν στον κινηματογράφο. Εγώ, λοιπόν, μεγαλώνω, δουλεύω σε ένα ζαχαροπλαστείο εκεί στην Βενιζέλου. Εκεί δουλεύω, δηλαδή. Κουβαλούσα τα ταψιά να πάνε τα γλυκά να ψηθούνε. Και όταν ψηνόνταν πήγαινα τα ’παιρνα και τα πήγαινα στο, στο εργαστήριο στο ζαχαροπλαστείο. Πέρασαν χρόνια, έστειλα κάνα γράμμα στον πατέρα μου και εντάξει. Και ξαφνικά ένα, κοντά στο μεσημέρι μια μέρα έρχεται ένας –δεν ξέρω πώς με βρήκε–, μου λέει: «Ο πατέρας σου έφυγε απ’ τις Φυλακές της Κέρκυρας και βρίσκεται στο Επταπύργιο, Γεντί Κουλέ, και περιμένει να πάει, να πας να τον δεις». Οι υπόλοιποι μέσα δεν ξέραν ότι εγώ δεν είχα οικογένεια, ότι ήμουνα ορφανός. Ήμουνα, ας πούμε, ζούσα μόνος. Που λέει και η μικρή μου αδερφή, μου έλεγε: «Εμείς τι τύχη ήταν αυτή, αδερφέ μου; Εμείς δεν ζήσαμε, φυτρώσαμε!» και πραγματικά σαν να φυτρώσαμε δυο παιδάκια. Τη μικρή μου την αδερφή, εν τω μεταξύ, την πήρε ο, ο μεγάλος αδερφός της μάνας μου, που [00:10:00]ήτανε και ζούσε στην αυτήν, στην Νεάπολη. Η γυναίκα του ήταν καπνεργάτρια, η καταγωγή της ήτανε από το Βερτίσκο. Εγώ περί... Δεν είχαν παιδιά, δεν μπορούσαν να κάνουν παιδί. Κι εγώ όταν μου είπανε ότι θα μείνω στον θειο τον Βαγγέλη και η Ρίτσα θα πάει στον θειο μου τον Θανάση χάρηκα, γιατί δεν είχαν παιδιά. Αλλά εκεί η κακή μας μοίρα… δεν το ήθελε το κοριτσάκι η θεία. Δεν ξέρω γιατί. Τέλος πάντων. Λοιπόν, πηγαίνοντας στην Φυλακές της Κέρκυ... του Επταπυργίου, πράγματι, ήταν γεγονός. Βρήκα τον πατέρα μου, μιλήσαμε και τα λοιπά. Τώρα. Τι έγινε και ο πατέρας μου από το, από τις Φυλακές Κέρκυρας, θανατοποινίτης δυο φορές βρίσκεται στο Επταπύργιο; Εκεί μου λέει ο πατέρας μου ότι στις εκλογές ένας συγκρατούμενός του από το Κιλκίς, ο Βίκτωρας ο Χαρατσίδης, μια μέρα που πήγε στην τουαλέτα βρήκε ένα κομμάτι χαρτί και στο χαρτί εκεί διάβασε ότι εκλέχτηκε στη, στο, έγινε βουλευτής στον «Ελληνικό Συναγερμό», με τον Παπάγο δηλαδή, ο Χρίστος ο Γοργίας. Εξαίρετος επιστήμονας, γεωπόνος, γιατρός, τι ήταν και τα λοιπά. Το πήγε στον πατέρα μου και του λέει: «Αυτό είναι καλό σημάδι, θα τον γράψεις ένα γράμμα και θα του πεις να, αν μπορεί για κανένα εξάμηνο, για κανέναν χρόνο να κάνει, να δραστηριοποιηθεί και να σε πάρει απ’ την Κέρκυρα και να πας στις φυλακές των Σερρών γιατί η κατάσταση, η κατάσταση... Αυτό γίνεται τώρα, ας πούμε, το ’51, ’50-’51. Με τη λήξη των Εμφυλίου τότε ήταν τρομερά να είσαι σε φυλακή ή σε εξορία ή παράνομος γιατί δεν υπήρχε... Ήσουν και άντεχες τη φυλακή, από το ’45 ήταν ο πατέρας μου στη φυλακή μέσα καταδικασμένος στην Κέρκυρα και τα λοιπά. Όμως η ελπίδα ότι κάτι θα γίνει με το Αντάρτικο εκεί, με τον «Δημοκρατικό Στρατό» και τα τέτοια, με την ήττα σβήσαν όλα. Εκεί επάνω το καθεστώς για να τους ξελιγώσει, να τους ξεφτιλίσει, αρχίζει, Θανάση μου, και χρησιμοποιεί τις εικονικές εκτελέσεις. Κάθε μέρα έπαιρνε, από το μεσημέρι και μετά έβγαζε τον πίνακα ότι, ξέρω γω, 30, 50, 100, γιατί είχε πολύ κόσμο εκεί στις φυλακές. Αύριο το πρωί εκτελούνται. Το βράδυ γινόνταν τα γνωστά στις φυλακές: γλέντια, φιλήματα και τα λοιπά, υποσχέσεις και όλα αυτά τα πράγματα. Λοιπόν. Και σε μια... Τον πατέρα μου τον πήραν οχτώ φορές για εικονική έκθεση εκτέλεση, έσπασε! Τι έσπασε; Δεν πρόδωσε, δεν έκανε δήλωση, δεν υποχώρησε, όμως, στην όγδοη φορά, μόλις τους αφήσανε και πήγαν πτώματα και ξαπλώσαν ή, ξέρω γω, τι κάνανε, αρχίζει να τσιρίζει! «Με καίνε τα χέρια, πάρτε το κάρβουνο από τα χέρια, με καίνε τα χέρια, ρε! Ρε σύντροφοι, τα χεράκια μου, ρε, δείτε ρε!», δυνατά! Φανταζόταν ότι από τη μασχάλη, από το, τη μασχάλη... Όχι, ψέματα, πώς το λέμε εδώ;
Αγκώνα.
Από τον αγώνα κάτω δεν υπήρχανε... Χέρι, δάχτυλα εκεί, παλάμη και τα λοιπά. Ήτανε ένα μεγάλο κάρβουνο και πηγαίνουν, το βάζουν... Εκεί τον πήγε η τρέλα του. Τρελάθηκε ο άνθρωπος. Εκείνη την εποχή στις Φυλακές της Κέρκυρας βρισκότανε και ο Μανώλης ο Γλέζος, μαζί με τον Κύρκο και τον Χαρατσίδη τον Βίκτωρα. Ένας, δύο, τρεις και ο πατέρας μου τέσσερις, και καμία δεκαριά ήταν στο ίδιο κελί. Υπόψιν ότι οι Φυλακές της Κέρκυρας δεν έχουνε εκεί κελιά. Τα κελιά είναι υπό τη μορφή της αχτίδας του ποδηλάτου. Κατάλαβες; Το κέντρο και η ακτίνα και δεν μπορεί να έρθει σε επικοινωνία ο ένας με τον άλλον, είναι απομόνωση μεγάλη και τα λοιπά. Έτσι, λοιπόν, προσφέρθηκαν εκεί ό,τι μπορούσαν, τον αγκάλιασαν, τον φίλησαν, κοιμήθηκαν δίπλα του με βάρδιες και τα λοιπά και εκεί ο Χαρατσίδης ο Βίκτωρας, καλή του ώρα, ο ευλογημένος άνθρωπος, βρίσκει αυτό το χαρτί και γράφει. Και ο Γοργίας ενήργησε και δίνει εντολή, η Αστυνομία, Στρατός και τα λοιπά, και φεύγει από εκεί. Έρχεται Σαλονίκη, τον είδα, φιληθήκαμε, είπαμε δυο κουβέντες και ξέρω γω. Εκεί γνώρισα τι σημαίνει φυλακή και επισκεπτήριο, Θανάση. Οι, οι τοίχοι είναι χοντροί, περίπου, ξέρω γω, ένα μέτρο και ενάμισι μέτρο και το κενό του ενάμισι μέτρο είναι διπλή ή τριπλή σήτα. Σήτα, όχι ψιλή. Και οι δυο-τρεις σήτες παραλλάσσονται, αλλάζουνε τη μορφή του ανθρώπου. Δεν βλέπεις άνθρωπο, βλέπεις μια σκιά. Μιλάει κι εσύ λες: «Καλά, τώρα τι γίνεται; Ποιος μιλάει;». Κατάλαβες; Πήγα την άλλη μέρα το κοριτσάκι μου, το ’πλυνα, το συμμάζεψα, πήγαμε στο αυτό. Στη, στο Γεντί Κουλέ, στις Φυλακές του Επταπυργίου. Μας λένε: «Έφυγε ο πατέρας σας, πήγε για τις Σέρρες». Εγώ, εν τω μεταξύ, εκείνο το διάστημα ξανασυναντήθηκα με αυτό το παιδί, τον φουρνιάρη, από την 25η Μαρτίου που τον είχα πια σαν σύνδεσμο και μου λέει: «Τι έγινε; Σε ενόχλησε κανείς;». Λέω: «Όχι, γιατί άλλαξα σπίτι. Πήγα σε έναν φίλο και έμεινα», να πούμε. Ένα υπόγειο είχε εκεί, πήρα μια κουβέρτα, κάτι τσουβάλια, βολεύτηκα. Δεν, δεν με βρήκανε. Μου λέει: «Μας έχουν ταράξει, πάνω από τη μισή οργάνωση που έμεινε την πιάσανε και τα λοιπά. Πιάσανε και την Βούλα». Ήταν μια φοιτήτρια, που την γνώρισα στο σπίτι που ερχόταν και τυπώναν και τα λοιπά. Τέλος πάντων. Λοιπόν, περνάει μια βδομάδα, δέκα μέρες. Το σκέφτηκα, το σκέφτηκα. Λέω: «Τουλάχιστον με δίνεται, με δίνεται η δυνατότητα να πάω στις Σέρρες να δω τον πατέρα μου». Στις Σέρρες ζει η μικρότερη αδερφή του πατέρα μου, αυτή που είχαν είχαμε κοντά μας στο χωριό, όταν έφυγε για στρατιώτης και όταν πρωτοέφυγε για το βουνό για το Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ. Την είχαμε στο σπίτι, η θεία Μεταξία. Στο χωριό τότε με τους Γερμανούς ήρθε πολύς κόσμος, έκαναν διάφορες δουλειές να μπορέσει να ζήσει. Κι ήταν και ένα παλικάρι, ο Χαράλαμπος, Μικρασιάτης, βαθύς Μικρασιάτης, όπου γουστάρισε τη θεία και όταν τα πράγματα λίγο καλυτέρεψαν, πριν φύγουμε... Όχι... Μετά που φύγαμε για το βουνό παντρευτήκαν και ζήσαν εκεί και τα λοιπά. Για να τα βγάλει πέρα η δόλια, να βοηθήσει τον άντρα της, ο άντρας της ήτανε ράφτης, πήγαινε από ένα εστιατόριο, δυο τρία και έπαιρνε τις ποδιές, τα αυτά και τα ’πλυνε, τα ζεματούσε τα χέρια της για, για, για ένα κομμάτι ψωμί, να πούμε. Τέλος πάντων. Επήγα, μιλήσαμε και τα λοιπά και της λέει ο μπαμπάς: «Λέει ο μικρός θέλει να μείνει εδώ, σ’ εσένα. Τι λες εσύ;». Λέει η θεία μου: «Γιατί να μη μείνει;» να πούμε. «Για ένα άτομο;». Αυτή είχε δυο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, μικρά παιδιά. «Θα τα βγάλουμε πέρα», λέει, «εντάξει». Εντάξει. Και τελικά ο θειος είχε το αυτό, το ραφείο. Κάθισα κοντά του και έμαθα τη ραπτική. Τώρα τι, εντάξει. Κάναν ενάμιση χρόνο έκατσα εκεί. Εκεί, λοιπόν, Θανάση, στις Φυλακές των Σερρών έκανα ένα τρομερό πολιτικό λάθος. Από την ανάγκη να δω τον πατέρα μου, να νιώσω ότι έχω και εγώ, ρε παιδί μου, κάτι, δεν είμαι εγκατελειμμένος. Αυτό που έλεγε, χαριτολογώντας η μικρή: «Αδερφούλη μου, εμείς δεν γεννηθήκαμε, φυτρώσαμε, κάτω απ’ την πέτρα εμείς ήμασταν». Λαχτάριζα και πήγαινα πρωί και απόγευμα, του ’κανα επισκεπτήριο. Λοιπόν. Και τους έδωσε στόχο.
Εγώ, εν τω μεταξύ, γίνομαι πια, ξέρω γω, φτάνουμε... το ’37, φτάνουμε στο ’50, ’50-’51, τόσο εκεί. Έγινα έφηβος, παλικαράκι, έτσι, ας πούμε, και τα λοιπά. Εκεί για πρώτη φορά ένας φίλος συγκρατούμενος κομμουνιστής με τον πατέρα μου, φούρναρης και αυτός, μου είπε να πάω στον φουρνιάρη να με δώσει να διαβάσω βιβλία. Και μ’ έδωσε την «Μάνα» του Γκόρκι. Το πρώτο βιβλίο που διάβασα. Χέστηκα. Λοιπόν, αρχίζω πια και μπαίνω και τα αυτά... Ονειρεύομαι διάφορες ανοησίες εφηβικές. Ξέρεις, εκείνη την εποχή, αν περπατούσες στον κάμπο, ρωτούσες δηλαδή κανέναν χωριανό γνωστό: «Πού μπορώ να βρω κανένα όπλο, κανένα τίποτα;». «Θα βρεις σίγουρα». Και σκέφτηκα, γιατί εδώ να μας τυραννάνε οι [00:20:00]πούστηδες, να πούμε; 25 Μαρτίου, Πρωτομαγιές, αυτά, γίνονται παρελάσεις. Θα πάω σε ένα σπίτι να κρυφτώ, μια-δυο μέρες δεν θα φάω, δεν θα πιω. Λοιπόν. Θα πάρω ένα, ένα δυνατό όπλο και θα σημαδέψω και όσους προλάβω θα τους σκοτώσω. «Α!», γαλήνευα, εντάξει. Ναι, αλλά από την άλλη μεριά η συνείδησή μου πάνω εκεί λέει: «Καλά, θα σκοτώνεις. Πόσους; Άντε, ρε! Πήρες ένα πολυβόλο, σκότωσες 20, 30, 50... Αυτοί είναι χιλιάδες! Άρα, λοιπόν, τζάμπα σκέφτεσαι αυτά τα πράγματα. Θέλει άλλου είδους δουλειά, άλλο είδος πραγμάτων». Εντάξει. Έτσι, λοιπόν, μία των ημερών που πήγα να δω τον πατέρα στη φυλακή, έρχεται ο, ο δεσμοφύλακας και μου λέει: «Μικρέ Στεφούδη, όταν θα φύγεις δεν θα φύγεις απ’ αυτήν την πόρτα. Θα φύγεις από την άλλη», εκείνη εκεί που ήταν στον τοίχο, ήταν το γραφείο του διευθυντή. «Θα φύγεις εκεί», λέει, «είναι ο διευθυντής, σε θέλει». Εγώ αψύς και κοντόμυαλος, λέω: «Άι, ρε, και τον διευθυντή σας να τον γαμήσω, τον πούστη! Ποιος είναι; Τι δουλειά έχω αυτός μ’ εμένα κι εγώ μ’ αυτόν». Λοιπόν. «Δεν θα πάω», λέω. Ο πατέρας μου είδα ότι άλλαξε χρώματα και μπαλώματα, ας πούμε. Δεν μιλούσε καθόλου. Για μια στιγμή του λέω: «Άντε, γεια σου, φεύγω». Λέει: «Να πας στον διευθυντή. Για να σε θέλουν, κάτι σε θέλουν». Του λέω: «Εγώ στα σίδερα δεν μπαίνω» και πάω. Ανοίγω την πόρτα, είναι ο διευθυντής των φυλακών και ο αντεισαγγελέας ο, των Σερρών. Πώς τον λέγαμε; Θα το βρούμε. Αρχίζει η κουβέντα: «Τι δουλειά έχεις εσύ και έρχεσαι κάθε μέρα στις φυλακές;». «Έρχομαι να βλέπω τον πατέρα μου». «Μάλιστα. Άρα είσαι αλήτης, οικογένεια δεν έχεις, ο πατέρας σου φυλακή, η μάνα σου σκοτώθηκε». Η μάνα μου, εν τω μεταξύ, θα τελειώσω αυτό και θα σ’ την πω την ιστορία μετά. «Η μάνα σου στα Κερδύλλια σκοτώθηκε και τα λοιπά, η αδερφή σου είναι στις Ανατολικές χώρες, ζει, πέθανε, κανείς δεν ξέρει! Τι σε χρειάζεται;». Λέω: «Τι, με χρειάζεται-δεν με χρειάζεται, εμένα αυτό κάνει». «Έλα», λέει, «τώρα», να πούμε, «μια αφίσα... Θα, θα κάνεις, θα ετοιμάσεις τα πράγματά σου και θα σε πάρουμε εμείς να σε στείλουμε στην Λέρο. Εκεί έχει τεχνικές σχολές, θα μάθεις μια τέχνη, θα γίνεις ένας καλός πολίτης και τα λοιπά», ο αντεισαγγελέας Παπαντωνίου. Μου λέει ο Παπαντωνίου: «Εάν δεν ακούσεις, σε μια κόλλα χαρτί θα σε τυλίξω και θα πας φυλακή σαν αλητόπαιδο! Πρόσεξε καλά!», να πούμε. Τον ξέχεσα και έφυγα, να πούμε. Εντάξει. Στεναχωρήθηκα, πήγα στο σπίτι, δεν λέω τη θεια μου τίποτα. Την άλλη μέρα το πρωί τη λέω: «Τα πράγματα δεν είναι καλά». Μου λέει: «Να πας να βρεις τον μπαρμπα-Βασίλη τον Κιουπτσή». Ήταν ένας παλιός Ακροναυπλίτης κομμουνιστής, αλλά ήταν έξω. Δεν τον πειράξαν. Ή τον πειράξαν, τον άφησαν, δεν ξέρω δω. Και, κι η μάνα μου πήγαινε τον συμβουλευόταν. «Να ρωτήσεις τον μπαρμπα-Βασίλη». Πήγα, τον είπα «έτσι κι έτσι». Μου λέει: «Αγόρι μου, δεν έχεις επιλογές. Απ’ τη στιγμή που σε βάλαν στο μάτι και απ’ τη στιγμή που είπανε ότι θα σε πιάσουνε, είσαι στα χέρια τους». Μα λέω: «Ξέρεις, εγώ ξέρω τα λημέρια από πάνω από τα Κερδύλλια» κι αυτά. «Τίποτα δεν ξέρεις, εκείνα κει όλα που ήξερες βάλαν μπολντόζες, τα αλλάξαν όλα. Εκεί είναι, είναι τούνελ, είναι κρυμμένοι, έχουν πολεμοφόδια, έχουν αυτά, έχουν κείνα, έχουν τ’ άλλα... Τζάμπα θα πας, παιδί μου, θα σε σκοτώσουν». Περνάω στον θάνατο της μάνας μου. Το ’47 που φύγαμε εμείς για τον Λαχανά και φτάσαμε Σαλονίκη ήτανε καλοκαιράκι. Τώρα, προς τον Σεπτέμβριο ήτανε, προς τον Αύγουστο ήτανε... Γίνεται μια μεγάλη επίθεση. Κατ’ αρχήν, υπήρχε, υπήρχαν υπόνοιες. Από το πρώτο Αντάρτικο στα Κερδύλλια... Αυτό να το πούμε κάποια στιγμή αλλού, να κάνεις την παραπομπή, πώς; Γιατί είναι μεγάλο. Να το πω κι εσύ θα το κάνεις. Λοιπόν. Με το Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ. στα Κερδύλλια ήτανε πολλοί μεγάλοι καπεταναίοι, οι περισσότεροι δάσκαλοι. Οι δάσκαλοι... Η Νιγρίτα είναι κεφαλοχώρι μεγάλο και ήταν και τόπος που βάζαν και επεξεργαζόνταν καπνά. Κι είχε κόσμο που όλοι εκεί ήταν κίνημα μεγάλο. Εκεί, λοιπόν, ήτανε οι δάσκαλοι, οι τάδε, οι δείνα, πολλοί και τα λοιπά και τα λοιπά. Ο Ραφτούδης... Πολλοί, πολλοί ήτανε, δεν θυμάμαι τα ονόματα τώρα. Κάποια άλλη φορά μπορεί να τα ψάξω, να τα βρω να σ’ τα δώσω. Θα το συνεννοηθούμε. Λοιπόν, και είχαν κι έναν καπετάν Λεωνίδα. Ο καπετάν Λεωνίδας... Άσ’ το, πρέπει να σου πω, να το δέσω με την Ε.Δ.Α., άσ’ το. Να το ’χεις, το πάμε άλλη φορά. Λοιπόν, τέλος πάντων. Τα είπαμε με τον μπαρμπα-Βασίλη τον Κιουπτσή, εντάξει. Στην τέταρτη ημέρα έρχεται ένας χωροφύλακας στο σπίτι της θείας, λέει: «Ετοίμασες τις βαλίτσες σου, τι έχεις εδώ;». Του λέω: «Δεν έχω βαλίτσες, να, αυτό». Ένα χαρτοκιβώτιο μικρό είχα, τι να έχω εγώ; Ένα ζευγάρι παπούτσια που φορούσα... Λέει: «Αύριο η ώρα τάδε να είσαι στο, στον εισαγγελέα, εάν από τις 10:00 μέχρι τις 11:00 δεν είσαι, όπου σε βρούμε ή θα σε πυροβολήσουμε ή θα σε πιάσουμε» και τα λοιπά και τα λοιπά. Το είχα εμπεδώσει ότι δεν έχει τίποτα άλλο να κάνω, ήμουνα εκεί με το κουτάκι μου. Εντάξει. Με κέρασαν και μια πορτοκαλάδα και σε λίγο ήρθαν δύο χωροφύλακες. Με ένα φύλλο πορείας γι’ αυτούς και εντολή για φύλλο πορείας για μένα. Από τις Σέρρες μέχρι τον Πειραιά. Απρίλης μήνας ήτανε. Λοιπόν, μπαίνουμε στο τρένο μέσα, εγώ με χειροπέδες και ήτανε δυο χωροφύλακες, Ο ένας πότε μου το ’παιζε καλός, ποτέ το ’παιζε κακός και τα λοιπά... Το γνωστό, ο καλός και ο κακός χωροφύλακας. Αυτά δεν μου τα είπε κανείς, όμως, εμένα, ποιος θα μου τα ’λεγε; Τα βρήκα μόνος μου. Τέλος πάντων. Εκείνο που με πείραζε, Θανάση, ήτανε όταν, γαμώτο, πήγαινα να κατουρήσω, με τα δυο χέρια χειροπέδες δεν... Και τότε είχαμε κουμπιά, δεν είχαμε φερμουάρ. Δυσκολευόμουν! Τέλος πάντων. Λοιπόν. Εντάξει. Είχαμε ξηρά τροφή αυτοί, έδιναν κι εμένα. Φτάνουμε στον Πειραιά και αρχίζουμε έναν ποδαρόδρομο, ύστερα πήρανε ένα ταξί και φτάσαμε στο λιμάνι. Στο λιμάνι την άλλη ημέρα το πρωί βρήκαμε ένα, ένα πολεμικό καράβι, τον «Μαχητή». Ο «Μαχητής». Δεν ήταν πολύ μεγάλο. Ήταν από αυτά που τρέχουν και μπλοκάρουν. Πώς τα λένε; Δεν ξέρω, να πούμε. Εντάξει, εκεί ήταν κι άλλα παιδιά είμαι και εγώ. Έτσι όπως ήμουνα αλλάζουν τις χειροπέδες, μου δείχνουν, βάζουν τις καραβίσιες και ήταν μια κολόνα, σιδερένια, που έχουν τα καράβια. Με περνάν εκεί και γεια χαρά νταν, να πούμε. Ενώ λέγανε ότι «αύριο θα φύγουμε», τελικά βάζουν μπρος τις μηχανές, συμπλήρωσαν, ήμασταν καμιά 600, 650, 700 παιδιά και τα λοιπά. Λοιπόν, εγώ άρχισα να τσιρίζω: «Ρε πούστηδες, ρε γαμημένοι αλήτες, δολοφόνοι, ρε, σε καράβι είμαι με αλυσίδες, με χειροπέδες». Θυμήθηκα που έγινε το αυτό... Πώς το λέγανε; Το καράβι με τους κρατούμενους κομμουνιστές, που τους πηγαίνανε για τις φυλακές και βυθίστηκε το καράβι και λέω: «Να γίνει και τίποτα τέτοιο; Ούτε να κολυμπήσουμε μπορούμε ούτε τίποτα». Στο τέλος, που λες, ήρθε ένα παιδί, μου λέει: «Τι είναι;». Ένας γίγαντας! «Τι είναι, ρε; Τι φωνάζεις...». Του λέω... Λέει: «Τι;». Του λέω: «Πολιτικός κρατούμενος». Τακ! Έδεσε. Λέει αυτός: «Τι; Κομμουνιστής;». Λέω: «Ναι». «Και εγώ τέτοιος είμαι. Μη φωνάζεις, να μην το μάθουν». Σε λιγάκι κατεβαίνει ένας κελευστής με ρίχνει δυο, τρεις, πέντε μπουνιές και μου λέει: «Σκάσε, μη φωνάζεις». Του λέω: «Όσο δεν με βγάζετε τις χειροπέδες, σε καράβι στη θάλασσα μέσα είμαι, δεν έχω σκοπό να πεθάνω. Έχω υποχρεώσεις πολλές σου λέω, να πούμε, να τελειώσω». Ύστερα από καμιά-δυο ώρες με τις βγάλανε, εντάξει. Βγάλαμε μια δύσκολη νύχτα και ξεκινήσαμε από την αυτήν, σαράντα ώρες κάναμε, σαράντα πέντε ώρες κάναμε; Τι να σου πω; Δεν ξέρω. Και μας πήγαν στην Λέρο. Λέρος. Το, η ιστορία έχει να κάνει πολλά χρόνια πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Λέρος, όλα τα Δωδεκάνησα, ήτανε κάτω από την αίγλη, από την μπότα των Ιταλών. Το ξέρεις. Και μέσα σε όλα αυτά η Λέρος ήταν ένα υπέροχο κομμάτι και ήταν Ναύσταθμος. Η –δεν ξέρω αν πήγες–, η, το λιμάνι λέγεται Λακκί και το έμπα είναι πολύ στενό και οι Ιταλοί τότε είχαν αλυσίδα και ανεβάζαν την αλυσίδα, ούτε να περάσει υποβρύχιο ούτε τίποτα. Τα δικά τους τα υποβρύχια επειδή είχανε τα νούμερα, τους χρόνους, κατεβάζαν την αλυσίδα, ερχότανε και [00:30:00]υπήρχε, Θανάση, τέτοια οργάνωση... Έμπαινε στο στόμιο και δεξιά υπήρχαν στοές που ’μπαινε το καράβι μέσα και ξέρω γω πώς... Πήγαινε, ας πούμε, στον Πεντάλοφο, τόσο! Τόσο, 15-20 χιλιόμετρα, και εκεί γινόταν ανεφοδιασμός, επισκευή και τα λοιπά και τα λοιπά. Έτσι, λοιπόν, αυτή ήταν η Λέρος. Στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι Εγγλέζοι την αλλάξαν την Παναγιά. Τη βομβαρδίσαν, δεν αφήσανε τίποτα, να πούμε. Είχε κάτι δεξαμενές πετρελαίου και είναι ένα σύρμα που κλείνεις από, από το Λακκί, από τον κόσμο δηλαδή. Απ’ την επικοινωνία του λιμανιού με την, μ’ αυτό το κομμάτι του νησιού κλείνει, δεν μπορείς να πας πουθενά. Εκεί, λοιπόν, έχει δυο κομμάτια, δυο συγκροτήματα, στο πρώτο που είναι τώρα τρελοκομείο, ήτανε η λεγόμενη «Παιδόπολη» και στο δεύτερο, που ήμουν εγώ, και σε συνέχεια η Χούντα που έπιασε και τους έστελνε εξορία ήταν στο μέρος που είχα πάει εγώ πιτσιρίκι. Λοιπόν. Ήταν ο Αϊ-Γιώργης και έλεγε: «Σχολές Βασιλεύς Παύλος». Γαμώτο! Αυτό, όμως, για να γίνουνε ήθελε δουλειά. Τότε, μετά το ’50, το ’49 με την, με την κατάρρευση του «Δημοκρατικού Στρατού» και την αυτήν, υποχώρηση, στα, σ’ όλα τα τμήματα, είχανε μικρά παιδιά, ανταρτόπαιδα, που τα πιάσαν και τα κρατούσανε γιατί δεν είχαν λυμένο το πρόβλημά τους. Να το καταδικάσουν ήταν ανήλικο, να το σκοτώσουν διαμαρτυρία μεγάλη, ξέρω γω. Και αποφασίζουν, που λες, και γεμίζουν τα καράβια και τους πηγαίνουν στα Γιούρα. Τα Γιούρα, τώρα, δεν έχουν ενήλικες. Έχουν ανήλικους μόνο και επικεφαλής είναι κάποιος περίφημος ταγματάρχης φασίστας του Στρατού, ο Γλάστρας. Ο οποίος ήτανε παιδεραστής. Βίαζε παιδάκια, ας πούμε, και τα λοιπά και το είχε κάνει σύστημα, να πούμε. Έπαιρνε τα παιδιά από αυτά που πήρανε τα ανταρτόπαιδα, τα βιάζανε και πολλά τέτοια. Εκεί, λοιπόν, τους φωνάζουν μια μέρα και τους λέει: «Ποιοι ξέρουν από οικοδομή;». Αφού δεν παρουσιάστηκαν πολλοί, γιατί, τι, παιδιά, τι να ξέρουν από οικοδομή; Τους είπαν: «Ποιοι δέχονται να πάνε στην Λέρο; Η μία μέρα δυο, τρεις ή τέσσερις». Δεν θυμάμαι τώρα, μάλλον τρεις, τρεις με τέσσερις. Δηλαδή η μία μέρα στα, στα Γιούρα, τέσσερις μέρες χαρίζονται απ’ την ποινή. Έτσι κάπως ήταν και γέμιζε το καράβι και τα πήγανε εκεί, εκεί ήτανε οι αυτοί... Οι Λέριοι οι τεχνίτες, οι Λέριοι... Η Λέρος είχε πολύ καλούς μηχανουργούς, υδραυλικούς, ηλεκτροκολλητές, τορναδόρους, μηχανικούς αυτοκινήτων, γιατί ήταν οι μηχανές των καραβιών. Και γινότανε και οι ανάλογες επισκευές ή μετατροπές και τα λοιπά. Λοιπόν. Και πήραν από κει ή πήραν άλλους απ’ άλλα νησιά και αρχίζουν τώρα πρώτα από όλα και ρίχνουν τα γκρέμια και αρχίζουνε χτίζουν, χτίζουν, χτίζουν. Εγώ όταν έφτασα εκεί, ’53 πια, ήτανε όλα τακτοποιημένα. Μόνο πίσω από το, απ’ τα κτίρια που κοιμόμασταν, δεν μας αφήναν να πάμε το βουναλάκι, είχε δέντρα και τα λοιπά, είχε ναρκοπέδιο. Όμως, κάποιοι πήγαν, θα τα πούμε μετέπειτα. Εκεί, λοιπόν, ήταν μία κατάσταση πρωτόγνωρη για μένα, όπως φυσικά και για άλλα παιδιά. Να σκεφτείς ότι τότε η εντολή ήταν παιδιά που χάσανε τη μάνα, τον μπαμπά, τον θείο και τα λοιπά στο Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ. ή σε συνέχεια Δημοκρατικό Στρατό ή είναι φυλακή, εξορία ή είναι εξαφανισμένοι, παράνομοι, αυτό, να τα βρούνε και να τα στείλουν εκεί για αναμόρφωση. Ήταν και κάποια άλλα κέντρα, κάποιο άλλο κέντρο στην Αθήνα, σε ένα μέρος, που κάποιος έχει βγάλει ένα βιβλίο «Βαθύς Γιαλός». Δάσκαλος έγινε μετά, καθηγητής. Από την Θάσο, έγραψε κάποια πράγματα. Το διάβασα και κάτι έβαλα κι εγώ στο δικό μου το βιβλίο εκεί. Τέλος πάντων. Είμαστε κοντά στα 2.000 παιδιά, 1.700 μας λέγανε, 1.900 μας λέγανε, εκεί κοντά. Άλλη, κανονικό νούμερο δεν ξέραμε. Ένα αυτό. Αμέσως μας κάνανε εμβόλια, μας κάνανε φλιτ, ψειρόσκονη και τέτοια, όπως στον Στρατό, έτσι. Το νερό στην Λέρο δεν, στη σχολή που ήμασταν δεν πίναμε. Το νερό δεν ήταν καλό, γιατί το φέρνανε με υδροφόρα και φαίνεται δεν ήταν καθαρή και τα λοιπά. Όλοι τέζα, πυρετό και τέζα! Συνήλθαμε, εντάξει. Λοιπόν, μας δώσανε στρατιωτικές στολές. Δηλαδή ό,τι δίνουν σε έναν φαντάρο. Και τα φορούσαμε φαρδιά, στενά, μακριά, τι μας νοιάζει εμάς; Αφού ο κόσμος δεν μας έβλεπε. Εμείς ήμασταν. Αλλά πίσω είχε μια στάμπα τόση: «Ακατάλληλο». Μην τυχόν και το, και βρεις τον τρόπο να το πετάξεις, να το πουλήσεις και τα τέτοια. Αυτά ήταν τα πρώτα γνωρίσματα. Πολλή αγγαρεία, πολλή πειθαρχία και το φαγητό βγάλαμε και τραγούδι: «Φάβα, ρύζι, μακαρόνια στις σχολές του Παύλου Βασιλιά». Κι μ’ άρεσε η φάβα! Αφού πεινούσα, ρε φίλε. Και πατάτα, βραστή. Κυριακή βράδυ το φαγητό ήτανε τρεις πατάτες, χοντρό αλάτι, ένα λαδερό για το καντήλι οι πέντε λάδι. Λίγο λαδάκι, δηλαδή και τρώγαμε πατάτα. Και ταυτόχρονα είχε και φάβα και γινόταν ένας συνδυασμός. Εξαίρετα! Και αρχινούσε το πρωί έπαρση της σημαίας, οι αναφορές, τραγούδια: «Τι ζητάνε οι Βούλγαροι στην Μακεδονία;», το πατροπαράδοτο. «Έχω μια αδερφή, κουκλίτσα αληθινή» και μαλακίες. Εγώ τίποτα, δεν... Η, η καθαριότητα ήτανε αυτοκαθαρισμός, δικός μας. Βγαίναμε με τη σειρά και τα λοιπά. Εγώ ήμουνα στον πέμπτο θάλαμο, στον πέμπτο τομέα, στην πέμπτη ομάδα. Λοιπόν, η πρώτη επιλογή που έκανα εκεί ήταν να μάθω οξυγονοκόλληση, ηλεκτροκόλληση. Κάναν ενάμιση μήνα έκανα τον οξυγονοκολλητή, κι είχανε κάτι γαλβανιζέ και εκείνο το γαλβάνι, άμα ζεσταθεί, σε τρυπάει τα πνευμόνια. Έκανα καβγά, πήγα στο μηχανουργείο, ήταν ο μαστρο-Κώστας, ένας λεβέντης, αλλά αλεπού! Σε πουλούσε και σ’ αγόραζε. Του λέω: «Μάστορα, εδώ, δεν γίνεται ρθούμε εκεί; Έχω τα πνευμόνια μου χάλια». «Εγώ εκτελώ. Άμα με πούνε, εντάξει». Τέλος πάντων, εγώ μόλις έβγα... έβρισκα ευκαιρία, πήγαινα εκεί, να πούμε, και τα λοιπά και τα λοιπά. Να σκεφτείς ότι τελείωσα το Δημοτικό, αλλά λόγω της κατάστασης δεν τελείωσα Τρίτη-Τετάρτη. Πήγα κατευθείαν Πέμπτη και δεν ήξερα αυτά που περισσεύουν στη διαίρεση τι κανείς; Τι τα κάνεις; Και εκεί τελειώνει. Ενώ, ας πούμε, ξέρω γω, η διαίρεση, μετά πηγαίνεις στα, τετραγωνική ρίζα, στα κλάσματα. Είχα μυαλό να προχωρήσω, αλλά αφού δεν ήξερα τα υπόλοιπα τι να τα κάνω; Τέλος πάντων. Απ’ τα πολλά, που λες, μια ημέρα είχαμε έναν... Α, είχαμε φαντάρους. Στο μαγειρείο πηγαίναμε όλοι κατά σειρά, κατά ομάδες και καθαρίζαμε πατάτες, φασόλια, βοηθούσαμε και ύστερα φεύγαμε. Εντάξει. Λοιπόν, το πρωί πίναμε τσάι και το τσάι μας ήταν φασκόμηλο. Ένα ωραίο φασκόμηλο, ακόμα, ναι, ακόμα το ζητάω. Τέλος πάντων. Έτσι, που λες, πήγα μία ημέρα πάλι εκεί στο μηχανουργείο και ήτανε ένας αυτός... Επιτηρητής. Ήτανε τρεις του, του Στρατού, τρεις-τέσσερις της Αστυνομίας και του Στρατού ήτανε ένας του πεζι... πεζικάριος και οι δυο ήταν ιπτάμενοι, αεροπόροι. Αλλά λωλοί, και τους φέρανε εκεί. Ήταν αυτός που λες εκεί και του λέει ο μαστρο-Κώστας: «[Δ.Α.]. Αυτό το παιδάκι» λέει «είναι ερωτευμένο με την τέχνη του τορναδόρου. Θέλει να το πάρουμε. Να τον πάρουμε εδώ;». «Ε, πάρ’ τον», λέει, «τι μας πειράζει; Τι εκεί τι εδώ;». Λοιπόν. Τρελάθηκα απ’ τη χαρά και φτάνω εκεί... Εκεί έπρεπε να έχεις τελειώσει το λιγότερο, ας πούμε, την Τρίτη Γυμνασίου για να σε δεχτούν σ’ αυτούς τους κλάδους. Εγώ ήμουνα κάτω από Δημοτικό, δεν το [Δ.Α.]. Γίνεται, να κόψουμε το γρανάζι είναι ολόκληρη επιστήμη, γρανάζι. Είναι η φρέζα, που βάζεις το κατάλληλο μαχαίρι και τα λοιπά και τα λοιπά και τα λοιπά. Δεν λέγονται αυτά, γιατί δεν μπορώ να τα κάνεις κατανοητά. [00:40:00]Και έχουμε τώρα να κόψουμε, να κάνουμε γρανάζι και αρχίζει ο μαστρο-Κώστας, ήταν ένα παιδί απ’ την Εύβοια, ήξερε καλή αριθμητική, και ο Παναγιώτης ο... από την Αράχωβα, της Λιβαδειάς, και αυτός ήταν καλός. Ε, αυτό, κωλώσανε. Φώναξε αυτό, φώναξε εκείνο, μετά μου λέει: «Άντε, ρε ξανθέ, τράβα συ και ξευτέλισέ τους», λέει, να πούμε. Και του λέω, μπαίνω, κάνω τα, τη διαίρεση και τα λοιπά, σταματάω εκεί. Τον λέω: «Μαστρο-Κώστα, έτσι και έτσι. Ξέρω και προπαίδεια και αφαίρεση και αυτά. Όμως, αυτά που, που, που, που βρίσκω δεν ξέρω τι να τα κάνω τα υπόλοιπα». «Να τα βάλεις στον κώλο σου, στα μάτια, στ’ αυτά, πα πα πα πα! Βάζουμε μηδενικό, υποδιαστολή, μηδενικό και προχωράμε μέχρι να το εξαντλήσουμε. Ξέρεις, εσύ τα ξέρεις όλα!». Μ’ έδωσε θάρρος και εκεί αρχίζω, που λες, σιγά-σιγά, κάνω δύο χρόνια μαθητευόμενος στη μηχανουργία. Κάναμε μισή μέρα θεωρητικά και τις υπόλοιπες ώρες πρακτικά. Δηλαδή ξυπνάγαμε, παίρναμε το τσάι μας, πηγαίναμε στα συνεργεία. Παίρνομε το δεκατικό στις 10:00 η ώρα, να πούμε, κάτι μας δίνανε εκεί, και στις 12:00, 11:30-12:00 η ώρα πηγαίναμε για φαγητό. Τρώγαμε και πηγαίναμε για ύπνο. Σηκωνόμασταν, παρέλαση, κραυγές, κακό και αρχίζανε τα... Πώς τα λεγόταν, τα λέγανε; Τα μαθήματα Πατριδογνωσίας: η πόλη, το χωριό, οι κάμποι, αυτά, η πατρίδα, ο λαός, ο Θεός, ο βασιλιάς... Πα-πα-πα, τα-ρα-τα-τα, τα-τα-τα!
Εσύ–
Ναι.
Φίλους εκεί έκανες;
Πάρα πολλούς. Και ήταν η δύναμή μου, ρε φίλε! Όπου... Αν ζω, ζω γιατί γρήγορα γίνομαι φίλος. Τέλος πάντων. Λοιπόν, εκεί μία ημέρα, κάθε Τετάρτη ήτανε τα επιμορφωτικά μαθήματα και είχαμε έναν... Μιλούσε και έκλεινε και τα μάτια, έναν γερό απ’ την Σαλονίκη, θεοσεβούμενο, ιστορικό, φασίστα μαύρο! Και μια ημέρα είχε... Εκείνο που σε τρέλαινε στην Λέρο ήταν ο αέρας, αγόρι μου. Είχε έναν αέρα που σήκωνε χαλίκι ψιλό και σε έκαμνε, πώς να σου πω; Τι κάνουνε που ρίχνουν το χαλίκι και καθαρίζουνε; Πώς το λένε; Τέλος πάντων. Και σε τρέλαινε, με τρέλαινε, να πούμε! Και πηγαίνω, κρύβομαι από την, ήταν μια βάρκα έτσι, εδώ η θάλασσα, από εκεί ερχόταν, κρύβομαι εκεί. Και έρχεται το παιδί αυτό που λέω, ο καλός ο φίλος... Δεν θυμάμαι το όνομά του τώρα. Από την Αράχωβα της Λιβαδειάς, ένα πολύ καλό παιδί, και μου λέει: «Ρε, τι κάνεις εδώ; Ξέρεις τι λέει ο δάσκαλος για σένα; Ότι εσύ σκότωσες, είσαι κομμουνιστής και σκότωσες κόσμο και τα λοιπά», να πούμε. Ου! Εμένα με γύρισαν τα μυαλά μου! Τι, τώρα, το χαλίκι... Αμμοβολή το λένε, αμμοβολή! Τι αμμοβολή! Πηγαίνω μέσα, σταματάει αυτός και λέω: «Συγγνώμη, κύριε δάσκαλε, μπορώ να ρωτήσω;». Λέει: «Ναι». «Εσύ τους έλεγες έτσι και τα τέτοια;». Εν τω μεταξύ, μπροστύτερα πήγε το παιδί, και όταν μπήκα δεν έλειπε κανείς και ούτε πήρε χαμπάρι, γιατί έκλεινε τα μάτια αυτός όταν μιλούσε. Λέω: «Ναι. Όλοι ακούσαμε εδώ πέρα. Κι εγώ» λέω, να πούμε, «σκότωσα ανθρώπους;». Εγώ ήμουν, εν τω μεταξύ, ένα αδύνατο παιδί, δηλαδή να ’κανες «φου» ούτε να το σκεφτόσουν, άμα ήταν δυνατό το «φου» που έκανες θα μ’ έριχνες κάτω. Και εκεί αρχίζω που λες... Χαμός! Όταν τελείωσε ήρθανε, με διπλάρανε δύο επιμελητές και δεν μ’ αφήσαν να πάω να φάω για βραδινό. Πήγαν όλα τα παιδιά να φάνε και πήγαμε εμείς, έφαγα το μπερντάκι μου. Εντάξει, να είμαι καλό παιδί.
Πέρασε ο καιρός, μια μέρα παίρνω ένα γράμμα απ’ τον πατέρα μου και μου λέει: «Στο άλλο το μέρος, στην “Παιδόπολη”, είναι ένα παιδί, Παναγιώτης Γεωργίου. Με τον μπαμπά του είμαστε στο ίδιο κελί». Αυτόνα ο μπαμπάς του ήταν το δεξί χέρι του Πλουμπίδη. Ήταν στην οργάνωση του Πλουμπίδη. «Να, να τον βρεις, να είσαστε δύο, να βοηθάει ένας τον άλλον». Εγώ τρελάθηκα, βέβαια, περίμενα να γίνει Κυριακή να πάω εκεί, εκεί ήταν η εκκλησιά, ή ήταν η διοίκηση και τα λοιπά, δεν μπορούσαμε να πάμε πολύ-πολύ. Άλλωστε, δεν είχες και αιτία να πας, τι να κάνεις τώρα, βόλτες να κόβεις; Ο χρόνος ήτανε τόσο οργανωμένος που δεν έμεινε περιθώριο να κάνεις επικοινωνία. Κατάλαβες; Όλα ήταν μελετημένα τα πράγματα. Ξημερώνει την Κυριακή, πηγαίνουμε στην εκκλησιά, εγώ το μάτι παίζει να διακρίνεις. Τι να διακρίνεις απ’ εκεί; Ήμαστανε, σου είπα, κοντά για χιλιάδες παιδιά. Κάποτε... Και ψέλνανε, ψέλνανε βυζαντινή μουσική, ωραία ήταν, ας πούμε. Βγήκα έξω και βλέπω. Και βγαίνει ο κόσμος, βγαίνει ο κόσμος. Ήταν ένα παιδί, λέω «αυτός!». Έτσι, ένα γλυκό πρόσωπο. Πήγα, του είπα, του λέω: «Ο Παναγιώτης ο Γεωργίου είσαι;». «Όχι», λέει, «ο Παναγιώτης είμαι, είμαι φίλος με τον Γεωργίου, αλλά ο Γεωργίου είναι αυτός εκεί πέρα», λέει, «απέναντι. Να τον φωνάξω;». «Όχι», του λέω, «αφού μου τον έδειξες, εντάξει». Πήγα τον βρήκα. Τελείωσε. Του λέω: «Λίγο να σε πω, φιλαράκο;». Και του λέω «έτσι κι έτσι κι έτσι». Άρχισε να τσιρίζει: «Μπράβο! Είμαστε δύο τώρα». «Μην το φωνάζεις, μη φωνάζεις τώρα, θα τα πούμε όλα σιγά-σιγά» να πούμε. Είχαμε χρόνο καμιά δυο ώρες εκείνη τη μέρα, καθίσαμε, είπαμε, κάναμε, ράναμε... Εκεί ο Παναγιώτης μού εξήγησε πώς ο μπαμπάς του, ένα παιδί από την Θάσο, οικοδόμος ήταν; Ναι. Πήγε φαντάρος στο Ναυτικό και εκεί γίνεται κομμουνιστής. Προσχωράει και γίνεται κομμουνιστής. Τελειώνει το έπος της Αλβανίας και πάμε στον Εμφύλιο. Κατεβαίνει ο μπαμπάς στην Καλλιράχη της Θάσου, παίρνει την οικογένεια. Την κυρία Μαρία τη μάνα, την αδερφή την Έλλη και τον Παναγιώτη. Ο μικρότερος. Και πάνε στην Αθήνα και ζούσαν στα σπίτια του κομματικού μηχανισμού. Δηλαδή εκεί που γινόντανε διάφορες δουλειές. Και στο τελευταίο σπίτι αυτό που ήτανε, κάτω στο υπόγειο υπήρχε ένα πιεστήριο του... και γράμματα για να βγάλεις τον «Ριζοσπάστη». Στην ιστορία του Ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος ο «Ριζοσπάστης» βγαίνει μόνο στην Αθήνα. Στην Θεσσαλονίκη και είναι η «Λαϊκή Φωνή». Λοιπόν, ο Γιώργος ο Γεωργίου είναι πανέξυπνος. Δεν ξέρει και αυτός ορθογραφία, όπως δεν ξέρω και εγώ. Παίρνει, μαθαίνει πώς να κάνει φράσεις και τα τέτοια. Λίγο-πολύ καλύπτει τη δουλειά με την Μακεδονία, με την ορθογραφία. Και μία ημέρα, κάθε Κυριακή ήταν το ραντεβού με τον Πλουμπίδη και με την Έλλη Παππά, τη γυναίκα του Μπελογιάννη. Ακόμα δεν είναι γυναίκα του, είναι η Έλλη. Λοιπόν. Όχι, ήταν παντρεμένη με έναν άλλον πρώτα. Τέλος πάντων. Και δεν φτάνει εκεί και σε κάποια φάση λέει στην Έλλη: «Έλλη, σε παρακαλώ, θα ξεκουμπώσω το αυτό, το πουκάμισο. Εσύ προσεχτικά σήκωσέ το και πάρε ό,τι έχω στην πλάτη». Και το κάνει και έχει έναν «Ριζοσπάστη», έδωσε μια σελίδα «Ριζοσπάστης». Αυτός το ’κανε. Ήταν αποκλεισμένοι, δεν είχανε φίλο, δεν είχανε τίποτα. Τον αγκαλιάζει ο μπαρμπα-Νίκος ο ο Πλουμπίδης, ένας εξαίρετος άνθρωπος. Ο «Άγιος Πλουμπίδης» του Κόμματος, να πούμε. Και εντάξει. Τώρα, αρχίζει να λειτουργεί το πιεστήριο. Κοίταξε τι, τι μηχανισμός! Στέλνει ο μπαμπάς και η μάνα τα παιδιά, ας πούμε ότι μένουν στην Ξηροκρήνη. Τους στέλνει στο Πανόραμα και αγοράζουνε δεκαπέντε αυτά, μακαρόνια. Τα μακαρόνια τότε ήταν σε μπλε κόλλα. Σε μπλε κόλλα έτσι τυλιγμένα και τα λοιπά, όπως όταν κάναμε τα καπλανίσματα στα τετράδια και τα λοιπά. Τα έκανες; Τα, τα έζησες; Το τετράδιο δεν το... Δεν είχε ένα μπλε χρώμα; Το βιβλίο πολλές φορές απέξω, το εξώφυλλο που το βάζαμε προσθήκη... Και πήραν που λες 15-30. Πήγαν στο σπίτι, βγάζουν τα μακαρόνια, έχουν όμως έτοιμη τη φωλιά προσεχτικά και χωρούσε, ας πούμε, γύρω στους τέσσερις-πέντε «Ριζοσπάστες» το, το κάθε, το κάθε... Πώς να το πω; Το κάθε κέλυφος που κάλυπτε τα μακαρόνια. Και μετά τα παίρνανε με διάφορο τρόπο και πηγαίνανε και τον κυκλοφορούσανε. Τον [00:50:00]διανείμανε με το χέρι, δηλαδή και τα λοιπά. Πιάστηκε ύστερα από καιρό η, η εφημερίδα, το, αυτό το, η γιάφκα αυτή… Τη μάνα την στείλαν εξορία, δεν ξέρω πού. Τα παιδιά, και τα δυο παιδιά στην Λέρο, με ποινή τρία-τέσσερα χρόνια, ξέρω γω. Το κορίτσι ήταν στο Λακκί, ήταν με τα αλητοκόριτσα τα ποινικά, αυτά που, πρεζόνια που πουλάν το κορμί τους και τα τέτοια, κι ο μπαρμπα-Γιώργης φυλακή, στις Φυλακές της Κέρκυρας, και είναι με τον μπαρμπα-Χρήστο, τον πατέρα μου μαζί. «Τι, πόσα εσύ παιδιά; Τόσα εγώ, αυτό, εκείνο, τ’ άλλο και βρεθήκαμε εκεί και μου τα ’λεγε. Τέλος πάντων. Φεύγει μετά από έξι-εφτά μήνες ο Παναγιώτης και συμφωνούμε ότι θα με στείλει γράμμα να μου δώσει τη διεύθυνση που μένουνε. Κι όταν θα έρθει η σειρά να φύγω και εγώ, να απολυθώ, να πάω να τους βρω. Πέρασε ο καιρός, ήρθε και η δική μου η ώρα, παίρνω το καράβι, φτάνω στον Πειραιά. Από εκεί βρήκα το σπίτι, πήγα, χαρές, αγκαλιές και τα τέτοια. Άκου τώρα ν’ ακούσεις!
Στην Λέρο πόσο, πόσο διάστημα ήσουνα;
Δύο χρόνια, ’53-’55. Λοιπόν. Φτάνω εκεί, μου λέει η κυρα-Μαρία, αφού με χάρηκε, ας πούμε. «Κι εσείς» λέει «ήσασταν στην Λέρο εξορία, ήταν κι ο Μόρφης, αλλά αυτό δεν είχε» λέει «σπίτι. Εσείς λέγατε “θα βρεθώ με τη μανούλα”» να πούμε. Τέλος πάντων. Μου λέει: «Σκέφτεσαι καθόλου να πας στην Κέρκυρα;». Του λέω, της λέω: «Τι να σου πω;». Να σκεφτείς ότι με στέλναν κάτι συγγενείς του πατέρα μου χρήματα και εγώ τότε είχα 300 φράγκα και τα είχε ο ταμίας και, ξέρω γω, στο εξάμηνο να ξόδιαζα 5 ή 10 φράγκα. Όταν έφτασα στον Πειραιά είχα, είχα λεφτά. Τέλος πάντων. Μου λέει... Την Τρίτη το βράδυ μού λέει: «Αύριο θα πάω στις φυλακές των Βούρλων στον Πειραιά, να δω τον άντρα μου, τον μπαρμπα-Γιώργη». Μπαρμπα-Γιώργη τον έλεγε. «Θέλεις να ’ρθεις κι εσύ;». Εγώ λίγο το μυαλό μου έπαιξε. Λέω: «Στημένο είναι αυτό». Λέω «ναι». Επήγα. Είχα καθίσει στο σπίτι εν τω μεταξύ καμιά τέσσερις-πέντε μέρες και άκουγα ότι βάζουνε τριανταφυλλιές και αγοράζουν γλάστρες, σανίδια και κάνουν παρτέρια και αυτά και εκείνα. Τέλος πάντων. Φτάνουμε λοιπόν στις φυλακές στα Βούρλα την Τετάρτη, κατά τις 9:00 με 10:00. Δεν μ’ αφήνουν εμένα να περάσω, τότε μονάχα πρώτου βαθμού συγγένειας, και τώρα πάλι έτσι. Δεν σ’ αφήνουν. Τα κανονίσαν, εντάξει. Λοιπόν. Με φίλησε ο μπαρμπα-Γιώργης, λέει: «Ο πατέρας σου είναι καλό παλικάρι, να μην τον φοβάσαι και αυτός μου λέει για σένα» λέει «κι ο γιος μου, ο Τάκης, μου λέει ότι στην Λέρο ήσουνα πολύ καλό παλικάρι». Λέω: «Σε όλη μου τη ζωή, κυρ-Γιώργο, είμαι καλό παλικάρι και τώρα που θα ’μαι μόνος θα είμαι πολύ καλύτερο παλικάρι από παλιότερα, γιατί μεγάλωσα πια». Λέει: «Άκου να δεις, μόλις φτάσεις στην, στο σπίτι στην Αθήνα θα πάρεις τον γιο μου και θα πάτε στον Πειραιά να κόψετε ένα εισιτήριο για την Κέρκυρα. Δεν θα καθίσεις παραπάνω από τρεις μέρες. Γιατί είσαι και μακριά» λέει «τώρα απ’ την Σαλονίκη, πότε να κάνεις, να τον δεις, ρε, τον μπαρμπα-Χρήστο» λέει, να πούμε. «Τι καλός που έγινε». Λέω: «Το είδα και στις Σέρρες». «Μετά τις Σέρρες έγινε ακόμη πιο καλός» λέει. Τα κάρβουνα τα ξέχασε, τέλος πάντων. Λοιπόν, κόβουμε το εισιτήριο με τον Παναγιώτη και την άλλη ημέρα παίρνω το καράβι και πηγαίνω στην Κέρκυρα. Χαρά! Μεγάλο ταξίδι και εκεί, ας πούμε. Είδα την Πάτρα μετά τον σεισμό που είχε, άλλα πράγματα, άλλες παραστάσεις. Φτάνω στην Κέρκυρα, πηγαίνω στις φυλακές, ζητάω... Πηγαίνει, ήρθε ο διευθυντής, μου λέει: «Ποιος είσαι;». Του είπα. «Α», λέει «εσύ ήσουν που ήσουν στην Λέρο;», λέει. «Έγινες καλό παιδί τώρα;». Λέω: «Ναι, ναι, πολύ καλό παιδί έγινα». Ήρθε ο πατέρας μου. Φιληθήκαμε, μιλήσαμε και τα τέτοια. Σε λιγάκι... Δεν είχε ωράριο, πολλή ώρα ήμασταν, να πούμε. Βγήκαμε από τον χώρο τον, πώς να τον πούμε, εκεί, της συνάντησης, του επισκεπτηρίου, έτσι λέγεται, και ήμαστε σε δυο καρέκλες, μια απόσταση, να, από δω ώς εσένα, δεν ήμαστε κοντά. Είναι ο άλλος απ’ το φυλάκιο από πάνω, βλέπει, και σε λίγο σεινάμενος κουνάμενος ο διευθυντής των φυλακών. «Χριστόδουλε, τι έγινε; Παρέα έχεις;». «Ναι». «Ποιος είναι αυτός;». «Ο γιος μου». «Ο Μόρφης; Το καλό παιδί που ήταν σχολείο του Παύλου του Βασιλιά; Τι ωραίο παιδί» και τα λοιπά. Λέει: «Κοίτα, πότε γυρνάς;». Του λέω: «Μεθαύριο, τώρα μόλις θα κάνω, πάω όπου βρω πιο γρήγορα να φύγω, να πούμε. Κάνα-δυο μέρες πρέπει να είμαι πίσω». «Χριστόδουλε, θα κάνουμε το παιδί ένα ζευγάρι παπούτσια». Εγώ είχα καλά παπούτσια, εν τω μεταξύ, στην Λέρο τα έκανα. Τσαγκαράς. «Τίποτα, εγώ, εγώ θα τα κεράσω. Τώρα! Φεύγω, πάω μέσα στους τσαγκαράδες». Έρχεται ένας τσαγκάρης, με πήρε τα μέτρα και τα λοιπά, να πούμε. «Αύριο το μεσημέρι τα παπούτσια του τα θέλω να ’ναι έτοιμα». Το παπούτσι θα είναι έτοιμα. Εντάξει. Αφού τα παίρνω εγώ τα παπούτσια, μου λέει ο πατέρας μου: «Στο αριστερό παπούτσι, εδώ, έχει μια μικρή βούλα. Τα ματάκια σου είναι δυνατά, βρες τηνα! Βρες τηνα!». Του λέω: «Δεν θέλει δεύτερη κουβέντα, το ’πιασα!». «Εντάξει». Δεν κοιμήθηκα όλη τη νύχτα. Στις Φυλακές των Βούρλων, πριν φύγω απ’ το πρώτο επισκεπτήριο, ήρθε ένας κύριος, κρατούμενος, μέχρι εκεί πέρα πάνω. Ο Ηλίας ο Καρράς. Αυτός ήτανε απ’ τα πολύ μεγάλα στελέχη του Κ.Κ.Ε. και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε., αλλά τον είχανε πιάσει κι ήτανε μέσα εκεί. Ήταν δύο μέλη του Κ.Κ.Ε., της Κεντρικής Επιτροπής και τα λοιπά. Τέλος πάντων. Ε, δεν κοιμήθηκα όλη τη νύχτα. Ήρθε την άλλη μέρα το απόγευμα, παίρνω το καράβι, γυρνάω. Πηγαίνω στο σπίτι, το πρωί ήρθε η κυρα-Μαρία. Το πρωί ξυπνάει η οικογένεια, ξυπνώ και εγώ. Πίνουμε τον καφέ μας, φύγαν τα παιδιά, τάχα για δουλειές. Λέω την κυρα-Μαρία: «Εδώ είναι». Την δίνω τα παπούτσια. Λέω, ο Τάκης προς τα πού πήγε; «Να», λέε,ι «εκεί είναι, θα τον βρεις άμα βγεις έξω». Το μεσημέρι που γυρνάμε μου λέει: «Έλα να σε φιλήσω». Λέω: «Το ’χω ανάγκη». «Εγώ θα σε πάρω αγκαλιά, κυρα-Μαρία, είσαι η μάνα μου». Δηλαδή έτσι ένιωθα. Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε... Μου λέει: «Τετάρτη πρωί πηγαίνω, πηγαίνουμε στην, στην, στα Βούρλα, στις φυλακές». Πήγαμε. Πάλι καβγάς και τα λοιπά, με αφήσανε τον είδα. Με, με φίλησε ο κυρ-Γιώργος και μου λέει: «Εγώ θα πιστεύω σ’ εσένα, εσύ θέλω να είσαι κάθε μέρα, να γίνεσαι και πιο σωστός. Θέλω κάποτε που θα τελειώσουν όλα αυτά και θα ανταμώσουμε λεύτεροι να μάθω ότι έγινες ο καλύτερος καθοδηγητής. Άνθρωπος που ν’ αγαπάς τα παιδιά, τον κόσμο... Τον κόσμο που θα βρεις από τη νεολαία και θα τους έχεις και θα είσαι ο, ο επικεφαλής, θα πηγαίνεις συχνά τακτικά στο σπίτι τους να βλέπεις σε ποια κατάσταση είναι, τι ανάγκες θέλουν, τι ανάγκες έχουν, να βοηθάς. Θα έχεις το ενδιαφέρον για τα παιδιά αυτά! Όχι μια φορά και τέλος, θα ’σαι κοντά. Θα γίνετε φίλοι, πηγαίνετε μαζί να χορεύετε να πίνετε, να κάνετε». Και, αφού είπανε τα δικά τους, εγώ τραβήχτηκα στην μπάντα, μου λέει: «Άκου, πρώτη και τελευταία φορά που βλεπόμαστε. Θέλω στην Θεσσαλονίκη που θα πας να βρεις ένα σπίτι να μπορεί να ’ρθει άνθρωπος, να μπει στο σπίτι και να βγει χωρίς να τον βλέπει κανένας. Κατάλαβες;». «Κατάλαβα» λέω, «μπαρμπα-Γιώργο». Χαιρετιστήκαμε, φύγαμε. Πήρα το, το τρένο και γύρισα στην Σαλονίκη. Βρήκα δουλειά, όχι σταματάμε εδώ... Σταματάμε εδώ.
[01:00:00]Πολύ ωραία.
Ναι.
Θα συνεχίσουμε φυσικά και την επόμενη φορά.
Ναι.
Με το τι γίνεται μετά την επιστροφή σου στην Θεσσαλονίκη και τα γεγονότα εκείνα και της δεκαετίας του ’60.
Ε, ναι, τα… Η δραπέτευση των 27 απ’ τις φυλακές στα Βούρλα; Τι λες, αγάπη μου; Ποιος; Ποιος έζησε και δεν συγκινήθηκε, δεν έκλαψε; Δεν έκανε; Ολόκληρο τούνελ κάνανε οι άνθρωποι. Κατάλαβες; Και αυτός που ήτανε... Θα σ’ το πω μετά. Πρέπει να ήτανε, πόσοι ήτανε; Είκοσι εφτά. Ο τελευταίος έμεινε, γιατί έδωσε τον λόγο στον εαυτό του, αυτός έκαμνε κουμάντο πόσο χτίζεται, πώς θα πεταχτεί το υλικό και τα λοιπά και ότι τελευταίος θα φύγει. Αλλά τον περιμέναν και λέει: «Δεν φεύγω, φύγετε, παιδιά, εσείς να σωθείτε». Τέλος πάντων.
Λοιπόν, κύριε Μόρφη, σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ.
Να ’σαι καλά. Θα βρεθούμε πολλές φορές.
Θα χρειαστεί!