© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Γερμανική Κατοχή και Εμφύλιος στην Έδεσσα
Κωδικός Ιστορίας
24580
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Παρίσης Τριγωνάκης (Π.Τ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
27/06/2023
Ερευνητής/τρια
Ανθούλα Αλεξιάδου (Α.Α.)
[00:00:00]
Καλησπέρα. Βρισκόμαστε στην Έδεσσα με τον κύριο Παρίση Τριγωνάκη. Είναι 20 Ιουνίου του 2023. Εγώ είμαι η Αλεξιάδου Ανθούλα και είμαι εκπρόσωπος του Istorima. Καλησπέρα!
Καλησπέρα σας!
Πώς ονομάζεστε;
Τριγωνάκης Παρίσης, γεννηθείς το 1938 στην Έδεσσα, Καραμήτσου 12.
Από πού κατάγεστε, κύριε Τριγωνάκη;
Η καταγωγή του πατέρα μου είναι από τη Σμύρνη. Ο πατέρας μου ήρθε πρόσφυγας εδώ, στην Ελλάδα, από τη Σμύρνη. Με τον Μικρασιατικό πόλεμο ήρθε στη Θεσσαλονίκη και, όταν ερχόντουσαν στον δρόμο από τη Σμύρνη, η γιαγιά μου πέθανε μέσα στο καράβι και έμεινε χήρος ο παππούς μου. Είχε δυο παιδιά τότε. Είχε κι άλλα παιδιά, αλλά τα άλλα παιδιά χάθηκαν εκεί στη Σμύρνη. Δεν μπόρεσαν να μπούνε στο πλοίο και συγκεκριμένα τον παππού μου, όταν τον είδαν ότι ήταν -, δεν πήρανε άντρες, είχαν πάρει γυναίκες περισσότερες, τον πέταξαν, οι ναυτικοί που ήταν πάνω στο καράβι τον πέταξαν στη θάλασσα. Αλλά αυτός σκαρφάλωσε από τα πλάγια και όταν βγήκαν στα ανοιχτά. ανέβηκε και βρήκε τη γιαγιά μου και τα δύο παιδιά που είχε, τον μπαμπά μου και τη θεία μου. Στον δρόμο που ερχόντουσαν από τη Μικρά Ασία, η γιαγιά μου πέθανε μέσα στο καράβι από αιμορραγία κι εκεί βρέθηκε κάποια Μικρασιάτισσα, η οποία ονομαζόταν Κωστούλα κι αυτή ήθελε να φροντίσει τα παιδιά του παππού μου, γιατί ήταν μικρά. Ο μπαμπάς μου ήταν έξι χρονών και η θεία μου ήταν οκτώ χρονών. Λοιπόν, αυτή, όμως, είχε άλλα τρία παιδιά. Όταν ήρθαν εδώ στην Ελλάδα, τη γιαγιά μου τη θάψανε στη Θεσσαλονίκη και όταν ήρθαν εδώ στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκαν στη Σωτήρα, σε ένα χωριό έξω από την Έδεσσα, δέκα χιλιόμετρα. Εκεί, την Κωστούλα την πήρε κοντά του για να κοιτάζει τα παιδιά, αλλά κοντά στα παιδιά που είχε αυτός, ήρθαν και τα δικά της τα παιδιά, άλλα τρία, μια κόρη είχε και δύο παιδιά, δύο αγόρια. Εκ των υστέρων, έγινε εκεί ενωμοτάρχης, γιατί ήξερε γράμματα, έγινε ενωμοτάρχης στη Σωτήρα και όταν ήθελε πια, βαρέθηκε, ήθελε, έφυγε από τη Σωτήρα και ήρθε στην Έδεσσα, πήρε και την Κωστούλα μαζί του. Αλλά τα παιδιά τα άφησε εκεί, γιατί είχε σπίτι στη Σωτήρα και τα άφησε εκεί. Πήρε μόνο τα μικρά τα δύο, τον μπαμπά μου και τη θεία μου. Ήρθαν εδώ στην Έδεσσα, εγκαταστάθηκαν. Αυτή η Κωστούλα ήταν τόσο καλή μαγείρισσα, φημισμένη, που γάμος δεν γινόταν μέσα στην Έδεσσα μικρασιάτικος που να μην είναι αυτή μαγείρισσα. Μαγείρευε πάρα πολύ καλά και ήταν ξακουστή. Και από άλλους νομούς έρχονταν και την παίρναν και μαγείρευε. Λοιπόν, τα παιδιά της σε λίγο καιρό παράτησαν εκεί το σπίτι που είχαν στη Σωτήρα και ήρθαν κοντά στη μάνα της. Τότε ο μπαμπάς μου δεν μπορούσε να την αντέξει αυτήν και παντρεύτηκε δεκαοκτώ χρονών. Πήρε τη μάνα μου, η οποία ήταν ντόπια, αλλά ήταν από οικογένεια που είχε, οικονομικά στεκόταν καλά. Είχαν αλευρόμυλο, είχαν καροποιείο και είχαν και άλλα διάφορα επαγγέλματα, γιατί είχαν νερό, το οποίο είχε πτώση κι αυτό το νερό το εκμεταλλευόντουσαν. Όταν, μετά τον Μικρασιατικό πόλεμο, όταν γύρισε ο μπαμπάς μου, μετά τον Αλβανικό, Ιταλικό πόλεμο, που είχαν με τους Ιταλούς, όταν ο μπαμπάς μου γύρισε από την Αλβανία τραυματίας, ήρθε στο σπίτι, τότε ήταν το 1943. Ναι, μεν τραυματίας, αλλά γύρισε κι έγινε καλά. Λοιπόν, τότε δεν άντεξε σε αυτό, την καταπίεση της μητριάς, είχε παντρευτεί κιόλας τη μάνα μου, σηκώθηκε κι έφυγε και από το σπίτι, πήρε τη μάνα μου κι έφυγε. Σκοτώθηκε τότε, εν τω μεταξύ, στο διάστημα αυτό, κάποιος λέγοντας για πλάκα: «Θα σε σκοτώσω», είχανε ένα μονόκανο στον[00:05:00] μύλο, τράβηξε τη σκανδάλη, εκείνο δύο φορές είχαν τραβήξει την σκανδάλη και δεν έσκασε η σφαίρα. Την τρίτη που τράβηξε αυτός, σκότωσε τον θείο μου, στο κεφάλι τον χτύπησε, τον σκότωσε. Τότε αναγκάστηκε να πάει κι αυτός, να παρατήσει τον πατέρα του και τη μητριά του και πήγε να μείνει με τον πεθερό του. Ο πεθερός είχε αυτές τις δουλειές, αναγκάστηκε, κατέβηκε κι έκανε τον μυλωνά, έκανε τον καροποιό και οτιδήποτε άλλο. Αυτοί μένανε έξω από την πόλη, γιατί είπαμε ότι είχανε μύλο και είχε πτώση νερού κι αφού είχε πτώση, είχε και κίνηση. Στο διάστημα αυτό, άρχισε να δουλεύει στο καροποιείο, άρχισε να δουλεύει στον μύλο κι εγώ τότε ήμουνα μικρός, έπρεπε να τους πηγαίνω φαγητό. Κάθε μεσημέρι η μάνα μου μόλις σχολούσα από το σχολείο, με περίμενε με την κατσαρόλα, μου έδινε την κατσαρόλα και το ψωμί και κατέβαινα, τους έφερνα φαΐ. Αυτό, αφού έφερνα φαΐ, η γιαγιά μου κοίταζε, είχε ένα κτήμα δίπλα στον μύλο, καλλιεργούσε πιπεριές, ντομάτες, διάφορα ζαρζαβατικά, τα οποία τα τρώγαμε στο σπίτι. Δεν με άφηνε να φύγω, να πάω σπίτι, να πάω να διαβάσω, να κάνω, με έβαζε διάφορες δουλειές, να σκάβω, να κάνω οτιδήποτε άλλη δουλειά είχε. Λοιπόν, κι αφού έκανα τις δουλειές αυτές, πήγαινα το βράδυ, νύχτωνε σχεδόν, πολλές φορές νύχτα πηγαίναμε είχαμε ένα καροτσάκι με ένα γαϊδουράκι και κάθε βράδυ ανεβαίναμε εγώ και η γιαγιά μου στο καροτσάκι και πηγαίναμε στην Έδεσσα επάνω. Το γαϊδουράκι αυτό τον έλεγα «Μπόμπο», ήταν ένα πολύ συμπαθητικό ζώο και μ' άκουγε πάρα πολύ και το αγαπούσα και πολύ εγώ. Πήγαινα στο σπίτι, δεν μπορούσα να διαβάσω, όλη μέρα κούραση από τη γιαγιά, κούραση από το σχολείο, δεν μπορούσα, κοιμόμουνα και πήγαινα την άλλη μέρα αδιάβαστος. Αφού πήγαινα αδιάβαστος μια, δυο, τρεις ντρεπόμουν από τα άλλα τα παιδιά να πηγαίνω αδιάβαστος, άρχισα, βρήκα στα μικρά καταραρρακτάκια και στο τρίτο σχολείο που πηγαίναμε, πήγαινα, την άραζα στα μικρά καταραρακτάκια, κρυβόμουνα εκεί και περίμενα να χτυπήσει το κουδούνι για να σχολάσουν να πάω στο σπίτι. Έπαιρνα την τσάντα και πήγαινα στο σπίτι. Η δασκάλα, όμως, επειδή ήμουν καλός, όταν διάβαζα, ήμουν πάρα πολύ καλός, αλλά τις περισσότερες φορές ήμουν αδιάβαστος, όταν ερχόταν κανένας επιθεωρητής, ήξερε πού ήμουν κρυμμένος κι έστελνε ένα παιδί κι ερχόταν και με φώναζε ότι: «Είναι ανάγκη, αύριο πρέπει να έρθεις σχολείο». Πράγματι, την άλλη μέρα πήγαινα. Είχε μια κόρη η δασκάλα μου, η οποία δεν της έκοβε πολύ, την έβαλε στο θρανίο το δικό μου να κάθεται μαζί μου, γιατί εγώ ήμουν ένας μαθητής καλός, όταν διάβαζα, και την έβαζε εκεί για να μπορέσει να προοδεύσει. Αυτή τελικά έγινε δασκάλα.
Λοιπόν, κι έτσι πέρασε καιρός, γίνεται, κατόπιν γίνεται ο Εμφύλιος πόλεμος. Ο Εμφύλιος, όταν ξεκίνησε στην αρχή, όλα τα χωριά τα μάσανε και τα φέρανε στην Έδεσσα. Εμείς, ο μύλος αυτός ήταν έξω από την Έδεσσα. Στην αρχή ήρθαν μερικοί από τα χωριά και μένανε εκεί, αλλά μετά από λίγο καιρό τους απαγόρευσε η αστυνομία, γιατί ήταν έξω από την πόλη και οι αντάρτες ερχόντανε σε επαφή μαζί τους. Αναγκάστηκαν, τους πήραν κι αυτούς μες στην πόλη. Εμείς κατεβαίναμε την ημέρα και το βράδυ φεύγαμε όλοι. Λοιπόν, με τον Εμφύλιο αυτόν είχε δημιουργηθεί, τότε οι Γερμανοί είχαν τους ντόπιους από ορισμένα χωριά, τους είχαν κατατάξει στην Οχράνα. Ήταν μια οργάνωση, η Οχράνα, η οποία ανήκε στους Βούλγαρους. Οι Βούλγαροι ήταν σύμμαχοι με τους Γερμανούς και δεν πειράζαν κανέναν, τους είχαν κάνει την οργάνωση αυτήν, την Οχράνα, αυτοί εν τω μεταξύ ήταν αγράμματοι οι περισσότεροι και είχαν αρχίσει, ήθελαν να τα οικονομήσουν. Παίρνανε [00:10:00]κόσμο μέσα από την Έδεσσα, ιδίως πρόσφυγες που είχαν λεφτά, τους βγάζανε και τους απειλούσαν: «Ή θα σας σκοτώσουμε ή δώσε μας τόσες λίρες». Ζητούσαν λίρες. Όσοι δεν δίνανε, τους σκοτώνανε. Όσοι δίνανε, τους αφήναμε και πηγαίναν στο σπίτι τους. Εν τω μεταξύ, επειδή ο πατέρας μου ήταν πρόσφυγας, τον πήρανε κι αυτόν κάνα δύο φορές για να τον σκοτώσουν. Από εδώ βόλευε. Η Οχράνα, ήταν ο δρόμος τους. Πήγαιναν στην Αγία Φωτεινή. Ήταν από τρία χωριά, από Πλατάνη, Φλαμουριά και Αγία Φωτεινή. Τον πήραν κάνα δυο φορές και πήγε ο παππούς μου και τον πήρε και τους είπε: «Άλλη φορά μην τολμήσετε και τον πειράξετε, γιατί αλίμονό σας». Τον πήραν κάνα δυο φορές, μετά από αυτό έφυγαν οι Γερμανοί και όταν, φεύγοντας οι Γερμανοί, ήρθανε δυο Εγγλέζικα αεροπλάνα και ρίξανε στη στρατώνα - η στρατώνα ήταν πάνω οι Γερμανοί. Ρίξανε προειδοποιητικά εδώ, περνώντας από τον μύλο, γιατί ήταν έξω από την πόλη. Ρίξανε κάνα δυο ριπές για να καταλάβουμε και σε λίγο ήρθανε και οι… Ο στρατός τότε, ο απελευθερωτικός στρατός που λεγότανε, γιατί πολεμούσαν τους Γερμανούς και τους Βουλγάρους μαζί. Κρυφτήκανε, περάσαν από εμάς, πήγαν στην στρατώνα, ανατινάξανε την στρατώνα. Εμείς από εδώ κάτω, μόλις έγινε, τα αεροπλάνα ρίξανε εκεί, πετύχανε, είχανε βλήματα οι Γερμανοί, είχανε διάφορα υλικά, πήραν φωτιά και τότε, μετά από λίγες μέρες, οι Γερμανοί φύγανε. Μετά τους Γερμανούς έγινε ο Εμφύλιος. Ο Εμφύλιος ήταν κάτι το τρομακτικό. Δεν ήξερες πού πας και πού… Ήταν το Ε.Λ.Α.Σ. τότε, το οποίο τους γελάσανε τους ανθρώπους και λέγανε ότι ήταν απελευθερωτικό μέτωπο εναντίον των Γερμανών, αλλά αυτοί δεν ήταν, ήταν κουμμουνιστικό, κουμμουνιστική οργάνωση και πήγαν να εκμεταλλευτούν τους Έλληνες, οι οποίοι είχαν καταταχτεί στο Ε.Λ.Α.Σ. και άρχισε ο συμμοριτοπόλεμος. Την πρώτη φορά που μπήκανε στην Έδεσσα πήραν τον μπαμπά μου από το σπίτι, έβραζαν τσίπουρο εκείνη την ημέρα, ήτανε και ένας από το Ριζάρι, ο Χρήστος ο Καρράς, ο οποίος ήταν ανάπηρος από την Αλβανία και είχαν κόψει τα κάτω άκρα από το πόδι του, τα δάχτυλα λείπανε και στα δύο πόδια και ήταν μόνο με το πέλμα. Ήρθανε, μπήκαν την πρώτη φορά που μπήκαν, μπαίνοντας εν τω μεταξύ, ήταν ένα νοσοκομείο μικρό τότε είχε στη Έδεσσα, ήταν ένας χειρουργός γιατρός πάρα πολύ καλός, αυτοί ήρθαν, μπήκαν πιο πολύ για να πάρουν αυτόν. Τον πήραν αυτόν, πήραν και πολύ κόσμο από εδώ, από την Έδεσσα. Πήραν και ορισμένα παιδάκια, τα πήραν και τα είχαν πάει στα παιδομαζώματα. Πήραν και τον μπαμπά μου. Όταν ήρθαν και μπήκαν στο σπίτι, είχε έρθει ο στρατός απ' έξω και είχε στήσει ένα σαν πολυβολείο με πέτρες, και αν ερχόντουσαν οι αντάρτες να τους αντιμετωπίσουν. Μας φώναξαν και λένε: «Αφήστε την πόρτα ανοιχτή, αν δούμε τα σκούρα και δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα, να μπούμε μέσα!». Αυτοί μόλις είδαν τα σκούρα, παράτησαν την πόρτα ανοιχτή και σηκωθήκανε, φύγανε. Από πίσω ακριβώς ήταν το γυμνάσιο, εκεί είχανε το στρατηγείο τους ο στρατός. Πήγαν εκεί, αφήσαν την πόρτα ανοιχτή. Σε λίγο οι αντάρτες βρήκανε πόρτα ανοιχτή, μπήκανε, χτυπάνε από κάτω, φωνάζουν: «Είναι κανείς εδώ;». Νόμιζαν ότι δεν μένουν. Και η μάνα μου πού να ξέρει ποιος είναι, νόμιζε ότι είναι… «Kανένα αναπτήρα έχει;», «Να σας δώσω του αντρός μου!», λέει. Αυτοί εν τω μεταξύ, καλά, λέει, περιμένουν, αυτή νόμιζε ότι περιμένουν κάτω να τους πάει αναπτήρα. Αυτοί ανέβηκαν τη σκάλα, ήρθαν όπως ήταν το τζάκι, όλα τα σπίτια είχαν τζάκι τότε και είχαν το μεντέρι, αυτό, με την ψάθα στρωμένο και κοιμόμασταν. Ήμασταν τέσσερις, ο αδερφός μου ο Γιάννης δεν είχε γεννηθεί. Ήμασταν εγώ, η Βιβή, ο Νίκος και η Κατίνα. Οι τέσσερις. Μπήκανε πάνω με κάτι φι[00:15:00]σικλίκια σταυρωτά εδώ: «Επ’ ονόματι», λέει, «του νόμου και του δημοκρατικού στρατού, επιστρατεύεστε», στον μπαμπά μου και στον Χρήστο τον Καρρά. Εμείς αρχίσαμε να κλαίμε, όταν είπαν αυτοί ότι θα τους πάρουν και τους λέει ο μπαμπάς μου: «Εγώ», λέει, «να έρθω, αλλά αυτόν τον φουκαρά πού θα τον πάτε με κομμένα τα πόδια;». Τους έδειξε ο άλλος ότι είχε κομμένα τα πόδια του. «Όχι», λέει, «θα έρθει». Επέμεναν, τον πήρανε και πήγανε πιο πάνω, σε κάτι πλατάνια στον προφήτη Ηλία. Εκεί τον παράτησαν τον άνθρωπο μέσα στα χιόνια και την άλλη μέρα το πρωί τον βρήκανε οι στρατιώτες και τον έφεραν κι έζησε ο άνθρωπος. Και εκ των υστέρων είχε ένα περίπτερο, του δώσανε περίπτερο σαν ανάπηρος στο Ριζάρι. Ο μπαμπάς μου, αφού τον πήραν έκατσε δεκαοκτώ μέρες πάνω, είκοσι οκτώ μέρες επάνω έκατσε στα βουνά. Εν τω μεταξύ, τους έλεγε: «Ρε παιδιά, πώς θα ζήσουμε; Με κάστανα και με πατάτες δεν γίνεται να ζήσουμε μέσα στα βουνά». «Όχι», λέει, «καλά είναι!». Ήταν με έναν τον οποίον τον είχανε πάρει μαζί του, εκείνη την ημέρα που πήραν τον μπαμπά μου, ήταν και αυτός, ένας Χρήστος, Χρήστος το όνομά του θυμάμαι, τον πήραν κι αυτόν. Του λέει ο μπαμπάς μου: «Εγώ θα φύγω, θα με ακολουθήσεις;», λέει κι αυτός: «Εγώ φοβάμαι, δεν μπορώ να σε ακολουθήσω!». Του λέει: «Εγώ, κοίταξε να δεις, θα φύγω, σ' το λέω». Τον βάλανε μια μέρα διπλοσκοπιά, φυλούσαν δύο- δύο και επειδή ο μπαμπάς μου τους έλεγε: «Θα φύγω», τον βάλανε και αυτόν για να τους πει. Ο μπαμπάς μου του πήρε το πολυβόλο και του λέει: «Τράβα μπροστά, αλλιώς θα σε καθαρίσω και θα τους καθαρίσω και αυτούς». Εκείνος αναγκάστηκε, έφυγε. Κατέβηκαν στη Σωτήρα, πήγαν, παραδόθηκαν στη Σωτήρα, γιατί στη Σωτήρα είχε αστυνομικό τμήμα. Πήγαν και παραδόθηκαν εκεί, στο… Στη χωροφυλακή. Ο άλλος αφού ήρθε εκ των υστέρων εδώ, στην Έδεσσα, σηκώθηκε, πήρε την οικογένεια κι έφυγε Θεσσαλονίκη. Ο μπαμπάς μου, επειδή άρχισαν με τον όλμο, βάζανε να χτυπήσουν το σπίτι και φοβόταν ότι πάλι θα μπούνε, πήγε και κατατάχθηκε στα ΤΕΑ. Τα ΤΕΑ ήταν οι ΜΑΥτες, οι οποίοι φυλάγαν την πόλη μαζί με τον στρατό. Άρχισε, πήγαινε εκεί, φύλαγε σε διάφορα φυλάκια, είχε πολυβολεία τότε, ένα στο Εθνικόν, ένα είχε πηγαίνοντας για τους Καταρράκτες, δύο, κι ένα είχε εκεί που ρίχνουν τον σταυρό τώρα, εκεί είχε άλλο ένα πολυβολείο, στη γέφυρα. Και μια μέρα, έτσι που χτυπούσαν οι αντάρτες, κόντευαν να μπούνε μέσα στην Έδεσσα, βγήκαμε ένα πρωί και ένας αντάρτης είχε πάει σε ένα σπίτι και βρήκε κάστανα βρασμένα και τα είχε στις τσέπες του και τον σκότωσαν και ήταν πεσμένος πάνω στη γέφυρα και τα κάστανα κάπνιζαν ακόμα από τις τσέπες του, βρασμένα, φρέσκα, ζεστά. Κάπνιζαν, τον είδα εγώ, τότε είχαμε συνηθίσει, βλέπαμε, γιατί τους σκοτωμένους, όταν σκοτώνανε αντάρτες, τους φέρνανε στο ΙΚΑ, στον σταθμό και στο διοικητήριο εδώ, στο Εθνικόν. Τους φέρνανε και πήγαιναν όσοι είχαν ανθρώπους επάνω, πηγαίνανε και βλέπανε μήπως είναι δικός τους άνθρωπος σκοτωμένος. Ο μπαμπάς μου φύλαγε στα πολυβολεία, όπως φύλαγαν όλοι οι ΜΑΥτες και πολλές φορές εγώ, επειδή ήμουνα, δεν φοβόμουνα, πήγαινα τα πρωινά, όταν αργούσε να έρθει, πήγαινα και τον έβρισκα. Μια μέρα συγκεκριμένα, πήγα και τον βρήκα στην Κερασιά, εκεί στους Καταρράκτες στο πολυβολείο και είχαν ξοδέψει τόσες σφαίρες που πατούσε, δεν είχε μέρος να πατήσει, πάνω στις σφαίρες, άδειες, ο κάλυκας που έμενε. Άλλη μια περίπτωση ήταν, φύλαγε στον Άγιο Βασίλειο που βλέπει προς τη μεριά του λόγγου και προς τους Καταρράκτες κάτω. Είχε γίνει 10:00 η ώρα και ακόμα ακούγονταν πυροβολισμοί. Λέω τη μάνα μου: «Κάνε φαΐ, δώσε μου να τον πάω. Είναι», λέω, «στον Άγιο Βασίλειο». «Βρε, πώς θα πας;». Λέω: «Έχει μια τρύπα στο γήπεδο, θα περάσω μέσα[00:20:00] από την τρύπα, θα βγω», λέω, «στα σφαγεία, από τα σφαγεία θα περάσω στην κάτω μεριά, θα πάω στον Άγιο Βασίλειο». Πράγματι, με έδωσε φαγητό, το πήγα. Έδωσα, ήταν άλλοι τρεις - τέσσερις εκεί, τους έδωσα φαΐ, φάγανε και με λέει ο μπαμπάς μου: «Κοίταξε», λέει, «έλα να τους δεις τους αντάρτες από κάτω». Βλέπαμε, τους βλέπαμε πού κινούνταν, γιατί είχε χιόνι εκείνη την ημέρα και ήταν σαν τη μύγα μέσα στο γάλα, φαινόνταν τόσο καλά. Ρίχνει μια ριπή με το πολυβόλο. Αυτοί αμέσως πέσανε κάτω, σου λέει: «Μας βλέπουνε». Πέσανε κατά γης, κρυφτήκανε. Τους άφησε, δεν έριξε για να τους σκοτώσει, τους άφησε. Και είχα παραδείγματα πολλά δηλαδή, τότε περνούσαμε. Άλλη μια φορά ήτανε όταν τους ξημέρωσε μια μέρα και ήρθαν τα αεροπλάνα και τους έριχναν. Και τότε είχε γίνει μακελειό. Άλλη μια ήρθαν πάλι, μαζευτήκαν τέσσερις χιλιάδες αντάρτες και ήρθαν να μπούνε στην Έδεσσα. Τότε ήτανε ένας στρατηγός Εδεσσαίος, ο Νούσκας από την Φλώρινα, όταν έμαθε ότι τέσσερις χιλιάδες αντάρτες μαζεύτηκαν και για να να μπούνε στην Έδεσσα, σου λέει: «Η ΄Έδεσσα κινδυνεύει». Πήρε τη μεραρχία του και ήρθε εδώ. Όταν ήρθε από πίσω, οι αντάρτες χτυπούσαν την Έδεσσα, αυτός βγήκε από πίσω τους και άρχισε να τους καθάριζε, τότε οι αντάρτες σκόρπισαν παντού και τότε είχαν πάθει πανωλεθρία. Άλλη μια, θυμάμαι μια περίπτωση, ημέρα του Πάσχα, τα κανόνια ήταν στη Μητρόπολη και αυτοί προσπαθούσαν να μπούνε και πάλι τους ξημέρωσε και τα κανόνια την ημέρα του Πάσχα -είχε πάλι χιόνι- έριχναν με τα κανόνια από την Μητρόπολη και τρίζανε τα τζάμια της Μητροπόλεως και ολωνών. Αυτό ρίχνανε πάνω στα βουνά, εκεί που ήταν οι Αντάρτες. Στον Εμφύλιο έγιναν όλα αυτά. Η Κερασιά, εκεί που ήταν το Μισιρί, όλο αυτό ήτανε κτήματα. Τριφύλλια τα βάζανε, είχε κερασιές, είχε καϊσιές, είχε δαμασκηνιές, ήταν περιβόλι. Τότε είχε έρθει ένας στρατηγός, ο Λίβας. Αυτός ο Λίβας ήταν πολιτικός μηχανικός. Το Μισιρί όλο το έκοψε, για αυτό έχει σχέδιο το Μισιρί. Είναι όλο σε τετράγωνα και δρόμους, έχει παντού δρόμους. Το έβγαλε στο σχέδιο και το χάραξε, έφερε μπουλντόζες και το χάραξε όλο. Το διάστημα εκείνο εν τω μεταξύ που έγινε αυτό, η διάνοιξη τους δρόμους και το έκανε οικόπεδα όλο το Μισιρί, εμείς, μικρά παιδιά, είχε πολλά σαλιγκάρια, πηγαίναμε στο Μισιρί εκεί και μαζεύαμε σαλιγκάρια και φέρναμε και τα πουλούσαμε. Ο κόσμος, όσοι δεν μπορούσαν να πάνε, αγοράζανε, γιατί τα σαλιγκάρια τότε τα τρώγαμε πολύ. Αλλά το Μισιρί ήταν γεμάτο σαλιγκάρια τα κτήματα. Λοιπόν, αυτά έγιναν με τον Εμφύλιο πόλεμο.
Να πάμε λίγο πίσω στους Γερμανούς. Από τους Γερμανούς είπατε ότι θυμάστε και από 'κεί λίγα πράγματα. Πού είχανε;
Αυτοί είχανε στο Εθνικόν, η Οχράνα έμενε εδώ, στο 5ο σχολείο. Το 5ο σχολείο ήταν ένα σχολείο, τώρα έχει γίνει παιδικός σταθμός μου φαίνεται, το κάνανε καινούριο, γκρέμισαν το 5ο σχολείο και είχε γίνει εκεί ένα… Ήταν σε καλή κατάσταση το κτήριο αυτό, η Οχράνα έμενε εκεί. Οι Γερμανοί μένανε στο Εθνικόν. Εκεί ήταν ο Φριτς, στο Εθνικόν. Αυτός ο Φριτς ήτανε φόβος και τρόμος για όλη την Έδεσσα. Μάζευε όλους τους διανοούμενους, τους δικηγόρους, αυτοί που πηγαίνανε στα καφενεία τους μάζευε και τότε κάνανε τους Καταρράκτες. Στους Καταρράκτες ήταν μνήματα οι Καταρράκτες και το έκανε τους Καταρράκτες το έκανε πάρκο. Και κάνοντας, φτιάχνοντας το πάρκο, έκανε τρεις πισίνες εκεί στους Καταρράκτες, η μια, μεγάλη πισίνα, βαθιά, η άλλη μεσαίου τύπου πισίνα και η τρίτη ήταν παιδική, μικρή. Και πηγαίνανε οι Γερμανοί τότε, εμείς δεν μπορούσαμε να πάμε να κάνουμε, αλλά όταν φύγαμε οι Γερμανοί, πλέον κι εμείς πηγαίναμε και κάναμε μπάνιο εκεί, στις πισίνες.
Και αυ[00:25:00]τά έγιναν όλα με αγγαρείες; Δηλαδή έβαζε τους ….
Ναι, τους έπιανε τους διανοούμενους, που λέμε, τους έβαζε - θυμάμαι συγκεκριμένα έναν Δεληβοριά, ο οποίος ήταν δικηγόρος, είχε μια κοιλιά μεγάλη και τον έβαζαν πέτρες άλλοι που ήταν εκεί, του την έβαζαν την πέτρα πάνω στην κοιλιά και του λέγανε: «Πάν’ την εκεί!». Και είχαμε τέτοιες περιπέτειες πολλές. Τους μάζευε από τα καφενεία, με προσωπική εργασία έκανε τότε τα μνήματα, τα έκανε πάρκο και τα έκανε και κολυμβητήριο.
Οι Γερμανοί ήταν πλούσιοι; Δηλαδή είχανε δικά τους φαγητά ή έκλεβαν από…
Όχι, όχι, όχι. Είχαν οι άνθρωποι, ήταν σωστοί σε αυτά τα πράγματα. Πολλές φορές δίνανε και σ' εμάς. Είχανε σοκολάτες, μπισκότα, από όλα είχανε. Είχανε, δεν υποφέρανε από τρόφιμα. Ήταν καλά οργανωμένοι, είχανε άρματα μάχης, είχανε αυτοκίνητα, ήταν κανονικός στρατός.
Σαν άνθρωποι πώς ήταν; Θυμάστε να συμπεριφέρονται άσχημα;
Καλοί. Εγώ έναν γιατρό είχα γνωρίσει Γερμανό, τον οποίο επειδή είχα ένα πρόβλημα με το πόδι το ένα, το είχα σπάσει, συγκεκριμένα ένας παλιός ποδοσφαιριστής, ο Γεντζής ο Φόρης, που έπαιζε στον ΠΑΟΚ μπάλα, με πήρε και με γύριζε γύρω γύρω και του έφυγα από τα χέρια κι έσπασα το πόδι μου. Και το πόδι αυτό, ήταν ένας Αυστριακός γιατρός και με πήγανε σε αυτόν, μου το έκανε το πόδι κι αυτός μετά, ο μπαμπάς μου επειδή είχε διασυνδέσεις με τον απελευθερωτικό στρατό, τον Γερμανό αυτόν τον βγάλαμε έξω κι έφυγε στην Αυστρία και μετά, όταν τελείωσε ο πόλεμος, μας πήρε τηλέφωνο και μας ευχαρίστησε. Ήταν καλοί άνθρωποι, δεν ήταν… Ήταν και ορισμένοι που… Αλλά και εμείς τους κάναμε πολλά. Ήτανε με το Βαρόσι, το Βαρόσι ήταν ένας συνοικισμός, ήταν όλα τα σπίτια ενωμένα και από πάνω επικοινωνούσε όλο το Βαρόσι, είχε… Μπορούσες να διαφύγεις από τη μια μεριά στην άλλη. Και επειδή βγαίνανε αυτοί, από 'δώ βγαίνανε, από 'κεί βγαίνανε, τους πηγαίναν τους Γερμανούς, τους σκοτώνανε, αναγκάστηκαν το βάλανε φωτιά αυτό το Βαρόσι. Όπως και είχαμε και εμείς κι άλλο σπίτι, εκτός από το Καραμήτσου, είχαμε Αρχιερέως Παντελεήμονος 56, Έδεσσα. Είχαμε εκεί σπίτι, το βάλανε φωτιά αυτό και το κάψανε. Εκ των υστέρων, το ξαναφτιάξαμε.
Στο Βαρόσι ήταν αυτό;
Στο Βαρόσι. Εκεί που είναι τώρα το σπίτι.
Άρα στο Βαρόσι είπατε το ένα σπίτι επικοινωνούσε με το άλλο
Απάνω στις σκεπές επικοινωνούσαν όλα τα σπίτια. Δηλαδή, από το πρώτο σπίτι μπορούσες να φτάσεις στο δεύτερο και να φύγεις στον Λόγγο. Και οι αντάρτες δε μπορούσαν να βρούνε άκρη και τoτε αναγκάστηκαν το βάλανε φωτιά, το κάψανε το Βαρόσι, για να τελειώσει αυτή η ιστορία
Οι αντάρτες ή οι Γερμανοί;
Οι Γερμανοί.
Οι Γερμανοί.
Με συγχωρείς!
Και κάτι ακόμα για τους Γερμανούς. Είπατε ότι συμπεριφέρονταν καλά οι περισσότεροι. Τι εγκλήματα, όμως, είχαν κάνει; Είχαν κάνει…
Εγκλήματα είχαν κάνει πολλά, αλλά φταίγαμε κι εμείς. Πηγαίναμε ύπουλα, σκοτώναμε Γερμανούς, δηλαδή βγαίναμε από πίσω, οι άνθρωποι δεν ξέρανε και πηγαίναμε και σκοτώναμε. Και τότε εκδικητικοί ήτανε. Ήτανε πολύ εκδικητικοί. Αν ένα χωριό σκότωνε έναν - δυο Γερμανούς, πηγαίναν μερικοί βάρβαροι, άλλοι που ήτανε χειρότεροι και σκοτώνανε όλο το χωριό.
Και γυναίκες και παιδιά πειράζανε ή ήταν μόνο…
Από όλα. Δεν είχανε αυτό.
Ξέρετε κάποια σημεία στην Έδεσσα που να έχουν νάρκες;
Όλη η Έδεσσα γύρω - γύρω ήταν ναρκοθετημένη, γιατί αντάρτες, οι συμμορίτες που λέγαμε, αυτοί έρχονταν και μπαίνανε μέσα στην Έδεσσα. Για αυτό βάζανε νάρκες. Εδώ παραπάνω από εμάς ήταν μια γέφυρα από τον μύλο, που λέγαμε του Ζήση ο μύλος, ήταν πιο πάνω μια γέφυρα, αν την κόβανε εκείνη, αυτοκίνητο στην Έδεσσα δεν μπορούσε να πάει, εκτός εάν ερχόταν από την Αριδαία. Ήταν ένας Βαρδάρης τότε, αυτός έβαζε κάθε βράδυ, πήγαινε κι έβαζε νάρκες, για να μην την ανατινάξουν την γέφυρα. Πήγαινε, έβαζε το βράδυ και το… Αυτός στο τέλος, με μια απροσεξία του σκοτώθηκε εδώ, στη γέφυρα. Πήγε να βάλει τις νάρκες, ήταν του στρατού ο άνθρωπος, δεν ήταν ούτε αντάρτης ούτε τίποτα και σκοτώθηκε εδώ, στη γέφυρα αυτή…
Οι νάρκες, δηλαδή, είναι από τον Εμφύλιο. Δεν ήταν ήδη από τους Γερμανούς…
Όχι, όχι, όχι, ήτανε στον Ε[00:30:00]μφύλιο.
Από την Κατοχή θυμάστε κάτι άλλο; Από τους Γερμανούς;
Αυτά, τώρα… Τι άλλο;
Για την Οχράνα να μας πείτε λίγο…
Η Οχράνα είχαμε τον μπάρμπα - Πέτρο, η Οχράνα ήταν αρχηγός ο μπάρμπα - Πέτρος, από την Αγία Φωτεινή. Αυτός, παίρνανε τον κόσμο, όπως σου είπα, ό,τι πρόσφυγας υπήρχε, επειδή αυτοί ήταν όλοι ντόπιοι και ανήκανε, οι περισσότεροι μιλούσαν αυτά τα ντόπια ήτανε με την Οχράνα. Αυτό το… Η οργάνωση που λεγόταν Οχράνα, έπαιρνε κόσμο από την Έδεσσα, πρόσφυγες δηλαδή, ζητούσε λεφτά, αν όχι τους σκότωναν. Και αυτόν τον μπάρμπα - Πέτρο, όταν τελείωσε αυτό εδώ και έφυγαν οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι, τον πήρανε με σύρμα από αυτό που φράζουν, το αγκαθωτό, τον σέρνανε μέσα από την Έδεσσα, τον φέρανε εδώ στο γκαράζ του Χατζή και τον κρέμασαν και βάλανε κάτω από αυτόν άχυρα και ξύλα και τον καψαλίσανε. Και κατούρησε κι έσβησε τη φωτιά. Όντως αυτό έγινε.
Εν τέλει σώθηκε;
Όχι, τον καθάρισαν. Αυτός είχε καθαρίσει πολύ κόσμο κι όλοι αυτοί, για αυτό κι είχαν μαζευτεί όλοι οι παθόντες αυτοί, τον σύρανε με το αγκαθωτό σύρμα και τον φέρανε εδώ, στην ελιά. Τότε είχε μεγάλο χώρο, μια μεγάλη πλατεία, τον φέρανε στην ελιά και τον κρεμάσανε και τον καψαλίσανε κιόλας.
Μάλιστα, είχατε πει ότι η Οχράνα πήρε δύο φορές τον πατέρα σας.
Μπαμπά μου…
Θυμάστε τι σας έλεγε από αυτές τις μέρες; Πώς τον… Τον κρατούσαν κάπου συγκεκριμένα;
Όχι, όχι. Τον πήρανε κάνα πέντε - έξι ώρες. Πρόλαβε ο παππούς μου, πήγε, τον πήρε και τον έφερε. Δεν... Η Οχράνα δεν μπόρεσε ούτε να τον κρατήσει ούτε τίποτα, γιατί από 'δώ τα χωριά αυτά τα ξέραμε και ξέραμε και τον κόσμο, αλλά ο παππούς μου δεν σήκωνε, τον φοβόντουσαν όλοι αυτοί εδώ, γιατί ήταν ένας, δύο μέτρα μπόι είχε. Α, ξέχασα να σου πω ότι του μπαμπά μου ο μπαμπάς ήταν παλαιστής, μπεχλιβάνης. Μαζί με τον Ακάμπαλη, αυτοί πασαλειβόντουσαν με λάδι για να γλιστράνε και παλεύανε κι έβλεπε ο κόσμος πώς παλεύουν.
Και ο πεθερός του, από ό,τι καταλαβαίνω, είπατε, ήταν ψηλός…
Και εκείνος ήταν δίμετρος. Και οι δυο!
Αυτόν γιατί τον φοβόντουσαν;
Αυτόν… Αυτός που λένε άπλωνε το ζωνάρι, το ζωνάρι που είχε στη μέση. Όταν χόρευε, δεν έπρεπε να σηκωθεί κανένας. Αλλιώς όποιος σηκωνόταν, θα έτρωγε μερεμέτι κι άπλωνε το ζωνάρι επίτηδες για να το πατήσει κάποιος το ζωνάρι κι οπότε να τον εκδικηθεί.
Αυτός είναι που είχε τον μύλο;
Ναι.
Ωραία, και πάμε τώρα πάλι λίγο στον Εμφύλιο. Πώς ήταν το κλίμα; Εσείς σαν παιδιά τι θυμάστε; Φοβόσασταν;
Τον Εμφύλιο εμείς… Ο Εμφύλιος ήταν ως επί το πλείστον το βράδυ γινόταν ό,τι γινόταν, νύχτα, την μέρα δεν είχαμε τίποτα, αλλά αν έλεγες να κατέβεις στον λόγγο, δεν ήξερες τι σε περιμένει. Ή να πας κάπου έξω από την Έδεσσα, ήταν επικίνδυνα. Φοβόμασταν σαν παιδιά, αλλά ορισμένα παιδιά, εγώ φερ’ ειπείν, δεν καταλάβαινα τίποτα. Κατέβαινα εδώ, στον μύλο, παντού δηλαδή γύριζα. Ήμουνα αθεόφοβος που λένε!
Δεν είχε τύχει να κινδυνεύσετε;
Όχι. Μόνο μια φορά ο Φριτς που με… Ο Γερμανός, με έβαλε - είχε ένα παϊτόνι με ένα άλογο και με έβαλε να το κρατήσω το άλογο και εγώ το παράτησα και σηκώθηκα, έφυγα και με πυροβόλησε, έριξε δηλαδή στα πόδια, γιατί άμα ήθελε να με σκοτώσει, μπορούσε να με σκοτώσει, με πυροβόλησε στα πόδια για να σταματήσω, αλλά δεν με έπιασε καμία σφαίρα κι εγώ έγινα σφαίρα.
Δεν σας ξαναβρήκε μετά;
Πού να με βρει; Πού να με βρει, μήπως γνωριζόμασταν; Δεν γνωριζόμασταν…
Θυμάστε να βομβαρδίζουν συνέχεια την Έδεσσα οι αντάρτες;
Οι αντάρτες βομβαρδίζανε, βάζανε τον όλμο, φερ’ ειπείν όποιους τους είχανε στο μάτι, όπως τον μπαμπά μου, βάζανε τον όλμο από πάνω από το 606 και ρίχνανε στα σπίτια κι αντί το δικό μας, το διπλανό σπίτι του Δεράρα το βρήκε το βλήμα με τον όλμο και το διέλυσε το σπίτι.
Είχαν σκοτωθεί και άνθρωποι τότε;
Όχι, όχι. Δεν είχε σκοτωθεί.
Πέρα από τον πατέρα σας ξέρετε κάποιον που να είχανε πάρει οι αντάρτες πάνω στα βουνά; Από μικ[00:35:00]ρά παιδιά είπατε είχατε πει για το παιδομάζωμα…
Το παιδομάζωμα είχανε πάρει πολλούς, οι οποίοι δεν, τότε δεν τους γνωρίζαμε, αλλά ο Τάσκος μόνο ο γιατρός. Αυτός έφυγε, ήταν παιδάκι, πήγε πάνω κι αυτοί τον – όσοι είχανε μανία στα γράμματα τους σπουδάζανε - πήγε στη Ρωσία, στην Τασκένδη συγκεκριμένα, και ήρθε γιατρός. Όταν ήρθε εδώ στο αυτό, γύρισε γιατρός και αυτός τώρα πέθανε, έχει κάνα δυο - τρεις μήνες.
Κι άλλους Εδεσσαίους είχανε βγάλει στο εξωτερικό; Παιδάκια;
Όλους όσους… Βγάλανε πολύ κόσμο, αλλά εγώ δεν τους θυμάμαι, δεν τους γνώριζα κιόλας, αλλά πήραν πολύ κόσμο. Πήραν πολύ κόσμο.
Όσοι είχαν καταταχθεί με τους αντάρτες, το έκαναν με τη θέλησή τους;
Όχι, οι αντάρτες, όταν σε βρίσκαν και σε παίρνανε, δεν… Αλλά και πολλοί πήγαν με τη θέλησή τους. Ήταν αυτοί οι κομμουνιστές, οι οποίοι που ήταν ταγμένοι στον Τίτο, όπως ήταν ο Τίτο, η Γιουγκοσλαβία τότε, που είχε συμπράξει και αυτή με τους Γερμανούς. Αυτοί ορισμένοι φύγανε μόνοι τους. Τους λέγανε ότι θα έρθουν, θα σε σκοτώσουν οι αντάρτες. Φύγανε μόνοι τους μετά, πήγανε πάνω στα βουνά.
Ο πατέρας σας που ήταν…
Πρόσφυγας.
Ναι, όχι. Μπήκε μετά, μου είπατε, στον στρατό.
Στους ΜΑΥτες, στα ΤΕΑ.
Στους εθνικούς, ας πούμε…
Στα ΤΕΑ.
Ναι. Είχε μετά, έτσι σχέσεις με συμπολεμιστές του, μόλις τελείωσε ο αγώνας;
Βέβαια, με όλους αυτούς που γνωρίζαμε είχε… Είχε, όπως ήταν ένας του Σεραφείμ ο μπαμπάς, ο οποίος σκοτώθηκε στο πολυβολείο στον σταθμό, ο άνθρωπος ήταν εκεί, είχε πολυβολείο και πέρασε τη θυρίδα η σφαίρα, τον βρήκε στο κεφάλι κι έμεινε. Και μετά ο γιος του, είχε γεννηθεί, μόλις βαφτίστηκε, πήρε το όνομά του, Σεραφείμ Νικόλαος.
Όταν τελείωσε αυτός ο Εμφύλιος δεν έμεινε αυτό το μίσος;
Είχε, υπήρχε. Όσοι ήταν αυτοί οι κομμουνιστές. Συγκεκριμένα, στη γειτονιά είχαμε τον ταμεία αυτής της οργάνωσης των κομμουνιστών, ο οποίος μάζευε όλο το χρήμα κι αυτόν τον ξέραμε, ήταν εκεί στη γειτονιά, όνομα και μη χωριό, μάζευε το χρήμα και το μάζευε μετά στα αρχηγεία. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν σημαδεμένοι. Υπήρχε μεταξύ εθνικοφρόνων και συμμοριτών.
Κουμουνιστών.
Κομμουνιστών… Υπήρχε μια, ένα μίσος.
Είχε τύχει, ας πούμε, περίπτωση να μαλώσουν αργότερα, να έρθουν σε…
Στα καφενεία ως επί το πλείστον διαλέγανε και πηγαίνανε χώρια οι μεν, χώρια οι δε.
Υπήρχε, δηλαδή, συνεχιζόταν…
Ναι.
Αυτός ο διαχωρισμός. Θυμάστε κάτι άλλο από τον Εμφύλιο πόλεμο; Κάτι που να σας έκανε εντύπωση;
Τότε που έφευγαν οι Γερμανοί, τότε τούμπαρε ένα Ντόιτς εδώ πιο κάτω από τον μύλο και πήγαμε εμείς μέσα και βρήκαμε κάτι τενεκέδες με μπισκότα, κάτι τενεκέδες με σοκολάτες και το βγάλαμε και τις ρόδες. Τις πήραμε τις ρόδες από αυτό το αυτοκίνητο και τότε ο Χατζής είχε τα λεωφορεία και δεν υπήρχαν λάστιχα και τον μπαμπά μου τον είχε πει: «Δώσε μου αυτά τα λάστιχα, να σε κάνω συνέταιρο σε ένα λεωφορείο». Και ο μπαμπάς μου του τα έδωσε δωρεάν και δεν μπήκε ούτε συνέταιρος ούτε τίποτα.
Μου είχατε πει ότι ο πατέρας σας συντηρούσε κάποιες οικογένειες στην Έδεσσα…
Ναι, αυτοί ήταν από την Αθήνα. Επειδή στην Αθήνα τότε υπήρχε φτώχεια, αυτό ήταν το 41, υπήρχε… Δεν υπήρχε φαΐ, εμείς επειδή είχαμε τον μύλο εδώ, είχαμε κότες, είχαμε κατσίκια, είχαμε γουρούνια, ταΐζαμε, είχαμε αναλάβει μερικές οικογένειες έρχονταν τους δίναμε αλεύρι τους δίναμε από όλα, ό,τι είχαμε και συντηρούσαμε μερικές οικογένειες, οι οποίες όταν σταμάτησε όλο αυτό το αυτό, φύγανε στην Αθήνα και ερχόντουσαν και μας είχανε ευχαριστήσει.
Αυτές οι οικογένειες ήρθαν από την Αθήνα λόγω του πολέμου έτσι;
Λόγω του πολέμου και λόγω του ότι δεν υπήρχε μάσα…
Υπήρχαν και κάποιοι που κρυβόντουσαν; Δηλαδή από αυτούς που ήταν στο Κουμμουνιστικό μέτωπ[00:40:00]ο;
Βέβαια, δεν... Από αυτούς… Αυτοί ήταν λόγω φτώχειας είχαν έρθει, δηλαδή μπορεί οι άνθρωποι να ήταν από καλές οικογένειες τότε, αλλά λόγω του ότι δεν υπήρχαν δουλειές, δεν υπήρχε αυτό να πούμε, από την Αθήνα, πολυκοσμία, δεν υπήρχε… Υπήρχε μεγάλη φτώχεια, είχαν βγει έξω και συγκεκριμένα από καλές οικογένειες οι οποίοι έγιναν μετά εργολάβοι και με πολλά λεφτά και με αυτά. Ταλκ ένας έκανε από τη Γαβαλιώτισσα, πηγαίνανε, βρίσκανε τη σαπουνόπετρα αυτή, βγάζανε ταλκ, την κάνανε κομμάτια και τη φέρνανε στον μύλο. Την αλέθαμε και την κάναμε ταλκ, την αλέθαμε και βάζανε στα μωρά, όταν συγκαίγονταν, από αυτό το ταλκ βάζαμε και ακόμη και τώρα μου φαίνεται πάλι πρέπει να υπάρχει.
Ασχολήθηκαν δηλαδή με αυτό.
Ναι.
Ξέρετε έτσι να το έσκαγαν άνθρωποι από τους Γερμανούς και να ερχόντουσαν να κρυβόντουσαν εδώ, γιατί στις μεγάλες πόλεις είχε περισσότερο φόβο…
Αυτοί ως επί το πλείστον στην αρχή ξεκίνησαν, ήταν, έδειχναν ότι δεν ήταν κομμουνιστές μετά το γύρισαν, πήγαν όλοι με τους κουμουνιστές και αυτοί κρυβόντουσαν μέσα στα βουνά, στα αυτά, δεν είχαν καμιά επαφή με τους σωστούς ανθρώπους που υπήρχαν στις πόλεις.
Μάλιστα. Κατάλαβα. Θα θέλατε κάτι άλλο να συμπληρώσετε για αυτά;
Όχι, όχι, όχι... Φτάνει, μέχρι εδώ.
Μάλιστα. Ευχαριστώ πολύ.
Να 'σαι καλά.
Να είστε καλά κι εσείς.