© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Γνωρίζοντας τον καρκίνο μέσα από την εμπειρία της μαμάς μου
Κωδικός Ιστορίας
24395
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Ανδρονίκη Παζαρά (Α.Π.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
10/06/2023
Ερευνητής/τρια
Κατερίνα Εξάρχου (Κ.Ε.)
[00:00:00]Καλησπέρα, θα μου πεις το όνομά σου;
Ανδρονίκη Παζαρά.
Είναι Κυριακή 11 Ιουνίου 2023, είμαι με την Ανδρονίκη Παζαρά στη Λάρισα, εγώ ονομάζομαι Κατερίνα Εξάρχου, είμαι ερευνήτρια για το Istorima και μπορούμε να ξεκινήσουμε. Αρχικά, Ανδρονίκη, θα ήθελες να μου πεις λίγα λόγια για σένα;
Ναι. Είμαι 27 χρονών. Είμαι απ’ τη Λάρισα. Προς το παρόν είμαι νταντά. Έχω τελειώσει τη Θεολογία στη Θεσσαλονίκη στο Α.Π.Θ., αλλά δεν μου άρεσε, έτσι, να το ακολουθήσω ως επάγγελμα, οπότε γύρισα πίσω στην πόλη μου, πήγα σε ένα Ι.Ε.Κ. Δημόσιο να κάνω βοηθός βρεφονηπιοκόμου όπου και τώρα το τελειώνω και προσπαθώ στη ζωή μου να ακολουθήσω αυτό το επάγγελμα.
Ωραία. Μου έχεις πει ότι είχες βιώσει τον καρκίνο σε ένα συγγενικό σου πρόσωπο. Θα ήθελες να μιλήσουμε λίγο γι’ αυτό σου το βίωμα; Αρχικά, για ποιο συγγενικό πρόσωπο πρόκειται;
Ήταν η μαμά μου. Ήμουνα Β’ Λυκείου. Δεν γνωρίζαμε κάτι. Είχε κάποια στιγμή πιάσει κάτι στο στήθος της, το οποίο, όμως, δεν το κοίταξε κατευθείαν και πέρασε κάποιο χρονικό διάστημα περίπου τριών-τεσσάρων μηνών. Μετά, όμως, κατάλαβε ότι ίσως μπορεί να είναι και κάτι όχι απλώς σαν λίπωμα, οπότε απευθύνθηκε σε έναν συγγενικό μας, έτσι, γνωστό μας γιατρό, ο οποίος την παρέπεμψε να πάει να κάνει κάτι εξετάσεις και ξεκινήσαμε. Πήγε έκανε τον πρώτο της υπέρηχο και έτσι από τον υπέρηχο φάνηκε ότι κατευθείαν είχε καρκίνο τρίτου σταδίου στο στήθος, οπότε έπρεπε να γίνει μαστεκτομή και αφαίρεση κάποιων λεμφαδένων στη μασχάλη.
Εσύ πώς το έμαθες αυτό;
Το έμαθα απ’ τη μαμά μου, προφανώς. Ντάξει, υπάρχει ένα πρώτο σοκ γιατί όλα μπορεί να κυλούν ωραία και μετά ξαφνικά να κάνεις ένα pause απ’ τη ζωή σου και να αναθεωρείς κάποια πράγματα. Αλλά γενικά η μαμά μου, σαν άνθρωπος, είναι πολύ αισιόδοξος˙ και το κομμάτι της υγείας της, όπως και κάποια άλλα κομμάτια που πέρασε στην προσωπική της ζωή, δεν την κάνουνε να πέφτει. Και γενικά είναι πολύ ευδιάθετος άνθρωπος, οπότε το πήρε… Ναι μεν στεναχωρήθηκε, προφανώς, χάνεις τη γη κάτω απ’ τα πόδια σου, αλλά λες ότι: «ΟΚ, είναι πάλι μία δυσκολία, μία μπόρα, η οποία θα ξεπεραστεί».
Εσένα όταν σου μίλησε, θυμάσαι ποιες ήταν οι πρώτες σκέψεις σου;
Εγώ δεν είχα ξαναζήσει τον καρκίνο απ’ το περίγυρό μου, το οικογενειακό μου περιβάλλον, ούτε παππού, γιαγιά, που οι περισσότεροι μπορεί να χάσουν κάποιον, έτσι, μεγαλύτερο άνθρωπο ηλικίας από καρκίνο, οπότε η μαμά μου ήταν ο πρώτος άνθρωπος που με έκανε να έρθω πιο κοντά σε αυτό το κομμάτι και όλο μετά και μάθαινα για άλλους δικούς μου ανθρώπους που περνούν το ίδιο… το ίδιο πρόβλημα. Ντάξει, στεναχωρήθηκα. Ήμουν Β’ Λυκείου, δεν ήξερα τι επρόκειτο να ακολουθήσει, πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα, τι θα χρειαστεί η μαμά μου να κάνει και τι όχι, πόσο θα έπρεπε εγώ να είμαι εκεί για κείνη, τι θα πρέπει να αφήσω πίσω σαν παιδί ακόμα που πηγαίνει σχολείο… Αλλά, εντάξει, σιγά-σιγά λίγο πήραν όλα τη σειρά τους.
Και πώς ξεκίνησες να ψάχνεις, γενικά, για τον καρκίνο και να πληροφορείσαι για αυτό;
Αρχικά η μαμά μου με ενημέρωσε ότι είναι κάτι σοβαρό που πρέπει να αφαιρεθεί ολόκληρο το στήθος. Θα πρέπει να γίνει, δηλαδή, χειρουργείο με πολύ μεγάλη τομή γιατί έπιανε και την περιοχή που είναι η μασχάλη. Μετά, ότι θα έκανε χημειοθεραπείες, θα έκανε ακτινοβολίες… Δηλαδή δεν ήτανε «αφαιρώ ένα μικρό κομμάτι από το στήθος» όπως κάνουν άλλες γυναίκες οι οποίες δεν είναι προχωρημένο το στάδιο. Υπήρχε μεγάλη διαδικασία η οποία θα ήταν και χρονοβόρα και πολύ δύσκολη από θέμα πόνου. Αλλά η μαμά μου λέει: «Έτσι κι έτσι. Μην αγχώνεσαι, θα το βρούμε». Ντάξει, είχαμε και βοήθεια από συγγενείς. Μας στάθηκαν, τη μαμά μου όλα μια χαρά. Επειδή είναι μόνη της στην Ελλάδα, οι γονείς της ζουν στο εξωτερικό, στην Αυστραλία, μας βοήθησαν. Ήρθε και η αδερφή της, μόλις το έμαθε, από το εξωτερικό και έκατσε εδώ να… να σταθεί και σε εμάς, να σταθεί και στην ίδια. Και σιγά-σιγά, έτσι, το… το χρονολογήσαμε. Ήρθε και η ώρα για το χειρουργείο. Ήτανε δύσκολο, διήρκησε κάποιες ώρες. Η μαμά μου επειδή έχει ευαίσθητο δέρμα δεν έκλεινε εύκολα η πληγή, οπότε κάποια στιγμή αναγκάστηκε να ξαναπάει στο νοσοκομείο να την ξαναράψουν απ’ την αρχή, οπότε κι αυτό είχε μια διαδικασία επίπονη. Μετά, το πιο δύσκολο ήταν στο σπίτι μέχρι να περάσει [00:05:00]όλη η φάση της εγχείρησης. Πολλά μπουκαλάκια με υγρά τα οποία τα είχε πάνω της, κάθε μέρα να την αλλάζουμε… Μέχρι να κλείσει και η πληγή, επίσης, θέλει μεγάλο χρονικό διάστημα. Και μετά ήρθε και η ώρα των χημειοθεραπειών, ο οποίος κι αυτός είναι ένας δύσκολος δρόμος που έχει εμετούς, ναυτίες, είσαι συνέχεια στο κρεβάτι, πονάς, τα κόκαλά σου, χάνεις προφανώς τα μαλλιά σου… Ντάξει, που αυτό είναι ένα σοκ, αλλά τα μαλλιά, εντάξει, δεν είναι τίποτα το σημαντικό, πέρα σε όλο τον άλλο αγώνα. Είναι ανάλογα και πόσους κύκλους χημειοθεραπειών κάνεις. Άλλοι κάνουν πέντε, άλλοι κάνουν δέκα… Είναι και ενδοφλέβια που είναι ακόμα πιο δύσκολο. Και μετά ήρθε και η ώρα με τις ακτινοβολίες οι οποίες έγιναν στη Θεσσαλονίκη γιατί στη Λάρισα δεν είχαμε καλό μηχάνημα, οπότε για ένα μήνα κάθε μέρα, πηγαίναμε στη Θεσσαλονίκη για ακτινοβολίες. Κι αυτό πάλι ήταν, έτσι, ένα κομμάτι δύσκολο. Δεν έπρεπε να εκτεθεί στον ήλιο. Γενικά ήταν ευαίσθητη στα χανζαπλάστ και πάθαινε συνέχεια… Έβγαζε, έτσι, σπυράκια, την έτσουζε. Τελείωσαν και οι ακτινοβολίες και κάθε χρόνο τώρα, κάνουμε τον ετήσιο έλεγχο. Πάντα υπάρχει ένα ψιλοάγχος. Τι θα δείξει, τι δε θα δείξει. Δέκα χρόνια τώρα, ευτυχώς, όλα καλά. Κάνει και τη μαστογραφία της. Πιο παλιά, να πω κιόλας που δεν το είπα ότι δεν είχε κάνει ποτέ της μαστογραφία, δεν έκανε ποτέ υπέρηχο. Οπότε, δεν ήξερε τι πάει να πει «έλεγχος» και το ότι «άμα κάνω εξετάσεις μπορώ να προλάβω καταστάσεις». Ίσως και ο καρκίνος ήρθε στη ζωή της λόγω και κάποιων δυσκολιών που έζησε και με τον μπαμπά μου, έτσι, κάτι προσωπικά βιώματα. Έπεσε και σε κατάθλιψη και πιστεύω όλη αυτή η δύσκολη ζωή που είχε για πολλά χρόνια… Το ότι δούλευε και πάρα πολλές ώρες ως καθηγήτρια Αγγλικών, έλειπε από το σπίτι, ήταν συνέχεια στους δρόμους, δεν είχε ούτε προσωπική ζωή για τον εαυτό της, αλλά ούτε να κάτσει να περάσει χρόνο με τα παιδιά της και το μόνο που έκανε ήταν απλά να προσπαθήσει να μας μεγαλώσει… Όλα αυτά πιστεύω -και σωματικά και ψυχολογικά- την έριξαν πολύ κάτω. Οπότε, πιστεύω και ο καρκίνος γι’ αυτό, λίγο-πολύ, μετά δημιουργήθηκε. Γιατί κάποια κληρονομικότητα, δεν είχαμε. Οπότε, πιστεύω λόγω κακής ζωής της μαμάς μου, προήλθε αυτό… αυτό στη ζωή της. Το οποίο, εντάξει, δεν το μετανιώνει και ότι της έδωσε πολλά μαθήματα, την έκανε πιο δυνατή… Δίνει τώρα κουράγιο σε άλλες φίλες της που μπορεί να έχουν περάσει το ίδιο, στον εαυτό της πρώτα απ’ όλα, που πέρασε κάτι τόσο δυνατό και είναι ακόμα στη ζωή. Γιατί δυστυχώς άλλοι συνάνθρωποί μας δεν τα καταφέρνουν. Και γενικά το’ χει σαν ένα κομμάτι της ζωής της, ναι μεν έντονο, αλλά ένα κομμάτι που το ξεπέρασε. Το άντεξε κι αυτό, πέρα απ’ όλα τα υπόλοιπα.
Θα ήθελες να μου μιλήσεις λίγο πιο αναλυτικά για το κομμάτι… Για το ότι φεύγατε από τη Λάρισα για να πάτε στη Θεσσαλονίκη και αυτό γενικά πώς λειτούργησε σε εσάς και στην καθημερινότητά σας;
Ναι. Ντάξει, είχαμε παρέα και μια γνωστή μας η οποία περνούσε ακριβώς το ίδιο πράγμα. Πήγαινε και εκείνη για ακτινοβολίες και το συνδύασαν, έτσι, με τη μαμά μου: να ξεκινάμε από τη Λάρισα με το τρένο, να πηγαίνουμε στο νοσοκομείο, μετά απ’ το νοσοκομείο να πηγαίνουμε για καφέ στην παραλία και απ’ την παραλία να γυρίζουμε με το τρένο πάλι πίσω στη Λάρισα. Ήταν λίγο κουραστικό να γίνεται κάθε μέρα αυτό το πράγμα γιατί ήταν καλοκαίρι, ζέστη, από ‘δω κι από’ κει… Αλλά οι ακτινοβολίες δεν είναι τόσο δύσκολο κομμάτι στο σώμα. Δεν πονάς. Δεν το νιώθεις όπως είναι οι χημειοθεραπείες που είσαι για πολύ καιρό μετά στο κρεβάτι ξάπλα, έχεις ναυτίες, εμετούς. Οπότε ήταν σαν να πας για μια εξέταση. Μπαίνεις μέσα σ’ ένα χώρο, ξαπλώνεις σ’ ένα κρεβάτι και απλά σου βάζουν κάποια… κάποια ραδιενέργεια πάνω σου η οποία δεν πονούσε, οπότε δεν το έβλεπες ότι είναι κάτι που σε στεναχωρεί μέσα σου, από αυτή την άποψη. Οπότε, το κομμάτι των ακτινοβολιών ήταν λίγο πιο εύκολο από τα υπόλοιπα κομμάτια, όπως π.χ. το χειρουργείο που ήταν πολύ δύσκολο για μετά και για το σπίτι, για την βοήθεια που χρειάζεται ο ασθενής, όπως και οι χημειοθεραπείες, όπως είπα.
Εσένα ως «Ανδρονίκη», πώς σε επηρέασε αυτό στην καθημερινότητά σου; Δηλαδή, από τη διάγνωση και μετά και το κομμάτι της θεραπείας.
Δεν με επηρέασε πολύ γιατί, όπως είπα, και η μαμά μου είναι πολύ ευχάριστος άνθρωπος και εκπέμπει μια πολύ καλή, θετική ενέργεια και δεν με έκανε να στεναχωρηθώ πολύ. Το μόνο σοκ μου ήταν όταν έμαθα ναι μεν ότι έχει καρκίνο κι ότι άρχισαν τα μαλλιά της να πέφτουν πάρα πολύ γρήγορα. Έπεφταν τούφες-τούφες-τούφες. Το βλέπαμε. Αλλά κάναμε αγορές, μετά, για [00:10:00]περούκες. Πήγαμε μαζί να δούμε δυο-τρεις σε δοκιμές. Ποια της πάει-ποια δεν της πάει. Μια μέρα, όμως, δεν θυμάμαι γιατί δεν μπορούσα… λόγω φροντιστηρίου… ήταν καθημερινή… πήγε με τη θεία μου και της είπε, εκεί, ο κομμωτής στο μαγαζί ότι: «Επειδή τα μαλλιά σου πέφτουν πολύ γρήγορα, δεν χρειάζεται να περιμένουμε πότε θα πέσουν όλα και να τα βλέπεις έτσι να τα πιάνεις και να πέφτουν. Καλό θα ήταν να τα ξυρίσουμε από τώρα μία και καλή και να αρχίζεις να φοράς και την περούκα σου να… να αρχίζεις να συνειδητοποιείς λίγο το τι γίνεται». Κι έτσι ήρθε, ήμουνα σπίτι και γύρισε και γύρισε… Δεν θυμάμαι αν γύρισε με την περούκα της ή αν γύρισε απλά με ένα μαντίλι, και μου λέει: «Να ξέρεις, τα πήρα όλα τα μαλλιά μου, έτσι κι έτσι, μη στεναχωριέσαι». Εγώ γύρισα την πλάτη μου μέχρι να μου το κάνει σαν… να προετοιμαστεί, τέλος πάντων, και μόλις γύρισα την πλάτη μου, έπαθα, έτσι, ένα ψιλοσόκ. Να βλέπεις τώρα τον άνθρωπό σου χωρίς μαλλιά. Ντάξει, λες ότι: «Είναι μαλλιά, ΟΚ». Αλλά αν είναι τόσο σοκαριστικό το να μη βλέπεις έναν άνθρωπο με μαλλί, πόσω μάλλον είναι σοκαριστικό για τον ίδιο τον άνθρωπο να το περνάει όλο αυτό, όχι μόνο τα μαλλιά.
Είδες διαφορά σε εσένα με το… Σε σχέση με το πώς το διαχειρίζεσαι τώρα και πώς το διαχειριζόσουν τότε που ήσουν στην εφηβεία;
Διαφορά. Γενικά και τότε και τώρα, μιλάω ανοιχτά για αυτό το θέμα γιατί δεν με ενοχλεί. Υπάρχουν τόσοι άνθρωποι έξω στον κόσμο που περνάνε ακριβώς το ίδιο πράγμα και… Και τι να ντραπώ και τι να κρύψω; Ούτε με πονάει. Δηλαδή, δεν μπορώ να πω κάποια πράγματα. Είναι εμπειρία, καλώς-κακώς, άσχημη. Έφερε και κάποια θετικά πράγματα γιατί ήρθαμε πιο κοντά και με κάποιους ανθρώπους με τους οποίους η μαμά μου δεν μιλούσε. Δεν ξέρω αν είναι καλό αυτό: το ότι πρέπει να φτάσεις στο νοσοκομείο για να κάποιοι άνθρωποι για να καταλάβουν κάποια πράγματα και να γυρίσουν πίσω και να σου πούνε ένα «συγγνώμη», τέλος πάντων. Ήρθαν πολλά θετικά πράγματα πέρα από αυτό το αρνητικό κομμάτι και απ’ τη μεριά της μαμάς μου, αλλά και από εμένα, το οποίο, εντάξει, είμαι πολύ ευγνώμων για αυτό. Οπότε, και τότε ήμουν ανοιχτή να το συζητάω και με φίλους και… το είχαμε πει σε πολλούς γνωστούς μας. Γιατί η μαμά μου, αναγκαστικά έπρεπε να σταματήσει τα μαθήματα, έμεινε έναν χρόνο απών, δεν είχε δουλειά, δεν ήξερε πόσο χρόνο θα πάρει, αν θα δουλεύει τον επόμενο χρόνο ή τι θα γίνει με τη ζωή της, πόσο σοβαρά είναι τα πράγματα ή αν έχει προχωρήσει και κάπου αλλού, πόσο το ’χουμε προλάβει, δηλαδή, και έχουμε μείνει μόνο στο ότι κόβουμε το στήθος και κάνουμε χημειοθεραπείες και ακτινοβολίες και μέχρι εκεί. Οπότε και τότε, αλλά και τώρα, το συζητάω με πολύ μεγάλη ευκολία γιατί δεν είναι κάτι που πρέπει να… Ούτε να αγχώνομαι, ούτε να ντρέπομαι να πω. Πολλές φορές το ’χω πει και μου ’χουν πει: «Α κι η μαμά μου, έτσι», «Και η θεία μου, έτσι», «Κι η γιαγιά μου έτσι». Ή «Και η μαμά μου έχει τώρα. Πώς το πέρασε η δικιά σου; Πώς το βίωσες εσύ; Δεν ξέρω τι να κάνω», μου λένε, «πόσο άσχημα ήταν». Δηλαδή είναι ωραίο να ανταλλάσσεις, έτσι, κουβέντα και άποψη με τον άλλον, που δεν το’ χει περάσει, το περνάει τώρα και μπορείς να του πεις δυο-τρία πράγματα και να τον εμψυχώσεις.
Θα ήθελες να μου πεις λίγα πράγματα για αυτό το κομμάτι που είπες και για τη μαμά σου ότι έδινε κι η ίδια κουράγιο σε άλλες καρκινοπαθείς;
Ναι. Επειδή όλοι μέσα στο νοσοκομείο, κιόλας, όταν παν να κάνουν τις χημειοθεραπείες κάθονται σε ένα δωμάτιο- τις κάνουν όλοι μαζί τις χημειοθεραπείες-, λίγο πολύ γνωρίζεις κόσμο, πιάνεις κουβέντα, λες: «Πού είχες εσύ;», «Για πόσο καιρό;» ή «Τι χρειάστηκε να κάνεις;» ή «Πόσες χημειοθεραπείες έχεις κάνει;». Αλλά όσοι μιλούσαν στη μαμά μου και της έδιναν κουράγιο και της έλεγαν: «Όλα θα παν καλά. Μη φοβάσαι» και «Έχεις ανθρώπους που σ’ αγαπάνε, θα σε φροντίσουν, θα… θα είναι δίπλα σου». Η μαμά μου ήταν όλη την ώρα: «Δεν πειράζει. Δεν έγινε κάτι. Έχει ο Θεός. Μία μπόρα είναι, θα περάσει κι αυτό μέρα με τη μέρα, λεπτό με το λεπτό». Το ’βλεπε, έτσι, μ’ αυτήν την πλευρά της ζωής και ήτανε πολύ ήρεμη όλη η κατάσταση. Δηλαδή και στο νοσοκομείο πήγαμε με μία… Ντάξει, υπάρχει ένα άγχος, ένας φόβος, έτσι, το «Τι θα γίνει, αν θα πάει κάτι στραβά», αλλά και μόνο που την έβλεπες, ήξερες ότι επειδή είναι αυτός ο άνθρωπος, όλα θα παν καλά, όντως.
Εσύ πήγαινες συνέχεια μαζί της στις εξετάσεις και-
Πιο πολύ πήγαινε ο μπαμπάς μου και η θεία μου, η αδερφή του μπαμπά μου, με την οποία δεν είχαν καθόλου καλές σχέσεις. Κι αυτό λέω, μετά γύρισε μπούμερανγκ και έκατσαν πολύ και τη βοήθησαν τη μαμά μου. Γιατί, όπως και είπα, οι γονείς της μαμάς μου, οι παππούδες μου και τα αδέρφια της, ζουν στην Αυστραλία, οπότε εδώ πέρα δεν είχε τους πρώτους συγγενείς [00:15:00]της. Είχε κάποιες… ξαδέρφια, έτσι. Επειδή η μαμά μου ζει στην Ελλάδα τώρα, μεγάλωσε, όμως, στην Αυστραλία από παππούδες πρόσφυγες και στα 23 τής έτυχε να έρθει εδώ πέρα στην Ελλάδα, η οποία παντρεύτηκε τον μπαμπά μου με προξενιό και έμεινε εδώ πέρα, δεν γύρισε πίσω στο πατρικό της. Κι έτσι γύρισαν όλοι, τη βοήθησαν. Δόξα τω Θεώ, όλα καλά. Και πιο πολύ στο κομμάτι αυτό, ανέλαβε ο μπαμπάς μου, εν τέλει.
Θυμάσαι, ίσως, την πρώτη φορά που είχατε πάει στο νοσοκομείο;
Δεν πήγα μαζί της, την πρώτη φορά. Πήγε, μάλλον, με τον μπαμπά μου γιατί μετά τον υπέρηχο τής είπε κατευθείαν η γιατρός, είχε πάει με μία γειτόνισσά μας απ’ την πολυκατοικία, η γιατρός την είπε κατευθείαν ότι: «Ξέρεις, τι; Έχεις αυτό κι αυτό. Δεν σε κοροϊδεύω, δε θα σ' το φέρω πλαγίως. Πρέπει άμεσα να… να ξεκινήσουμε». Δηλαδή, ήτανε, νομίζω, τέλη Αυγούστου που έκανε τον υπέρηχο και 12 Οκτωβρίου έκανε το χειρουργείο. Μπήκαμε κατευθείαν, δηλαδή... Κάναμε και μετά μαγνητικές κι αυτά να τα δούμε κατευθείαν, να τα δούμε πιο ξεκάθαρα, αλλά πιστεύω ότι στη μαμά μου, επειδή ήταν τόσο προχωρημένο, φάνηκε κατευθείαν κι απ’ τον υπέρηχο. Δεν χρειάστηκε να κάνει κάτι άλλο.
Ποια θα έλεγες ότι ήτανε η πιο δύσκολη στιγμή που αντιμετωπίσατε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου;
Αυτής της περιόδου. Η πιο δύσκολη δεν ξέρω αν ήταν τώρα ή αν είναι….αν ήταν τότε ή αν είναι τώρα, γιατί προσπαθώ να το βάλω λίγο σε τάξη στο μυαλό μου. Γιατί η μαμά μου -όπως είπα- κάθε χρόνο κάνει τον ετήσιο έλεγχο, για δέκα χρόνια ήτανε καθαρή. Πηγαίναμε, τα βλέπαμε όλα κομπλέ, τέλεια. Περιμέναμε τον επόμενο χρόνο, πάλι όλα καλά. Επειδή, όμως, τώρα αυτό το καλοκαίρι που μας πέρασε ήθελε η μαμά μου να πάει στην Αυστραλία να δει τη γιαγιά μου, η οποία είναι 92 χρονών με άνοια, θέλησε να κάνει ένα τελευταίο ταξίδι, να κάτσει λίγο να τη χαρεί, να περάσουν χρόνο μαζί… Γιατί είναι και μία δύσκολη ηλικία, η άνοια μπορεί να προχωρήσει πολύ γρήγορα και να μην ξέρεις πότε είναι το τέλος ενός ανθρώπου. Οπότε, πριν φύγει κάνουμε, προφανώς, όλους τους ελέγχους για να φύγει και να είναι έτοιμη γιατί στην Αυστραλία δεν έχει και ιατρική περίθαλψη. Οπότε, είναι πολύ δύσκολο αν συμβεί κάτι εκεί. Οπότε, κάναμε τον υπέρηχο. Είδε κάτι η γιατρός εκεί, στον υπέρηχο ή στη μαστογραφία, η οποία είπε ότι δεν είναι κάτι ανησυχητικό, αλλά καλύτερα με μία μαγνητική να το κοιτάξουμε περαιτέρω. Κάναμε μία μαγνητική. Η μαγνητική έδειξε στην αρχή… Βασικά, πήγα εγώ με τον μπαμπά μου να πάρουμε τα αποτελέσματα και μας λέει ο γιατρός: «Θέλω να κοιτάξω λίγο καλύτερα τα αποτελέσματα γιατί βλέπω κάτι ύποπτο». Μόλις είπε: «Βλέπω κάτι ύποπτο», φρίκαρα. Άρχισα να κλαίω. Λέω: «Όχι πάλι. Και τι κάνεις πάλι; Και τι θα χρειαστεί; Και θα χρειαστεί πάλι τα ίδια; Και άμα έχει προχωρήσει αλλού; Και τι κάνουμε;». Εν τέλει μας ξαναπαίρνει τηλέφωνο ο γιατρός απ’ την κλινική και μας λέει ότι: «Έκανα λάθος, τελικά όλα καλά, μην ανησυχείτε. Απλά φαίνεται κάτι το οποίο μπορεί να αφαιρεθεί και με μία ενεσούλα, να βγει το υγρό». Ωραία, χαρήκαμε. Λέμε: «Ντάξει, τέλεια!». Μετά πήγαμε, όμως, και στην χειρούργο της μαμάς μου να κάνει και εκεί έναν υπέρηχο και να την ελέγξει περαιτέρω. Ζήτησε απ’ τη μαμά μου να της πάρει κυτταρολογικό ιστό. Κάπως έτσι λέγεται. Είναι αυτή η ένεση, σου τραβάνε υγρό από το κομμάτι που βλέπουν ότι υπάρχει κάτι, από το… ναι, όγκο, τώρα, όπως λέγεται, το στέλνουν για βιοψία και η βιοψία δείχνει αν αυτό είναι κάτι κακό ή όχι. Κι έτσι, κάνουν αυτό στη μαμά μου. Περιμένουμε τα αποτελέσματα και λέει η γιατρός ότι είναι κάτι ανησυχητικό, έχει… ότι είναι μετάσταση μετά από δέκα χρόνια απ’ την άλλη πλευρά, στις λεμφαδένες στη μασχάλη, όχι στο στήθος αυτή τη φορά, στις λεμφαδένες. Αλλά δεν έχει τον ίδιο τύπου καρκίνου, έχει έναν καρκίνο που λέγεται «αόρατος», έτσι ονομάζεται και δεν φαίνεται ξεκάθαρα απ’ όλες τις εξετάσεις. Οπότε, γι’ αυτό και ο γιατρός στη μαγνητική, στην αρχή, είπε ότι: «Βλέπω κάτι ανησυχητικό», μετά: «Δεν βλέπω κάτι ανησυχητικό». Μετά, απ’ τη χειρούργο της μαμάς μου που πήρε το το υγρό, είδε ότι υπάρχει κάτι ύποπτο. Και μετά μιλήσαμε και με τον ογκολόγο τής μαμάς μου για το τι θα κάνουμε και αποφασίσαν ότι καλύτερα επειδή υπήρχε λίγο διχασμός για το αν θα κάνει κατευθείαν μαστεκτομή για να μην υπάρξει κάποιο περαιτέρω μετά πρόβλημα να προχωρήσει, το βγάζεις προληπτικά το στήθος και είσαι ΟΚ. Άλλοι έλεγαν να ξεκινήσει χημειοθεραπείες, πρώτα. Καταλήξαν [00:20:00]μετά, οι γιατροί μεταξύ τους, να πάμε στη Θεσσαλονίκη να κάνουμε ένα PET scan που είναι με ραδιενέργεια. Πήγαμε στη Θεσσαλονίκη γιατί στη Λάρισα δεν υπήρχε μηχάνημα. Οπότε, φαντάζομαι ότι πολύς κόσμος ταλαιπωρείται και πηγαίνει μακριά για να κάνει τέτοιους είδους εξετάσεις που είναι πολύ δύσκολες, οι οποίες εξετάσεις επειδή παίρνεις ραδιενέργεια μέσα σου για δύο μέρες πρέπει να μείνεις σε καραντίνα. Δεν πρέπει να έρθεις σε επαφή με εγκύους και παιδιά. Οπότε προφανώς, παίρνεις μέσα (λεωφορεία, ταξί, τρένα), έρχεσαι σε επαφή με κόσμο, ο κόσμος δεν ξέρει τίποτα. Είναι πολύ δύσκολο. Εγώ πιστεύω ότι τέτοιες εξετάσεις θα ‘πρεπε… τέτοια μηχανήματα θα έπρεπε να υπάρχουν αν όχι σε κάθε πόλη, στις μεγαλύτερες, τουλάχιστον, που υπάρχει μεγάλη ευκολία το να μετακινηθείς και με ένα αυτοκίνητο. Να μπορεί ο κόσμος να μην ταλαιπωρείται. Κάναμε το PET scan. Βγήκε μέσα σε τέσσερις-πέντε μέρες και έδειξε ότι υπάρχει μία προδιάθεση να εμφανιστεί και έξω απ’ την κοιλιά ο συγκεκριμένος καρκίνος. Οπότε, ξεκινήσαμε κατευθείαν χημειοθεραπείες. Αυτή τη φορά, όμως, με τη μορφή χαπιών. Είναι στο σπίτι, παίρνει τα χάπια κάθε τρεις βδομάδες στο σπίτι. Και την τελευταία βδομάδα του μήνα σταματάει τα χάπια, πηγαίνουμε στο νοσοκομείο, κάνει αιματολογικές, κοιτάει τα λευκά της και της κάνουν κάτι ενέσεις και ξαναπαίρνει τα χάπια. Επίσης κάθε μήνα αυτή τη διαδικασία. Τώρα ξεκινήσαμε… Τα χάπια τα παίρνει από τον Οκτώβριο. Εφτά μήνες-οχτώ, περίπου, παίρνει τα χάπια. Δεν έχουμε κάποια εξέλιξη. Δεν μπορείς να δεις απ’ τα χάπια αν έχει μειωθεί, αν έχει φύγει, αν έχει εξαπλωθεί σε όλο το σώμα.. Δυστυχώς, δεν είναι έτσι. Κάναμε μια αξονική, η οποία έδειξαν όλα καλά. Αλλά έτσι είχαμε κάνει και πέρυσι που δείξαν όλα καλά και εν τέλει δεν ήταν. Οπότε, τώρα σε μιάμιση βδομάδα περίπου, θα πάμε να κάνουμε πάλι PET scan. Ευτυχώς τώρα στη Λάρισα, γιατί άνοιξε το μηχάνημα. Και ανάλογα με το τι θα δείξει το PET scan θα… ή θα χρειαστεί κάποιο χειρουργείο πάλι μπορεί προληπτικά, όπως είπα, ή μπορεί όντως να χρειάζεται γιατί έχει προχωρήσει. Ή θα συνεχίσει τις χημειοθεραπείες με τη μορφή χαπιών ή θα σταματήσει τη… τη θεραπεία, αν είναι όλα καλά, πρώτα ο Θεός. Τώρα δεν το γνωρίζουμε. Όλα εξαρτώνται από αυτή την εξέταση που θα πρέπει να ξανακάνουμε γιατί αυτή τα δείχνει λίγο πιο… Βασικά αυτή τα δείχνει standard. Δεν μπορείς να… Δεν υπάρχει άλλη εξέταση πιο εξειδικευμένη που να μπορεί να σου δείξει κάτι καλύτερο. Κάνεις αυτήν και ξέρεις ότι μ’ αυτήν είσαι σίγουρη ότι δεν μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα.
Όταν σας πληροφόρησαν για την εμφάνιση του αόρατου καρκίνου πώς είχες αντιδράσει;
Φρικάρεις, λίγο, στην αρχή. Λες: «Αόρατος καρκίνος. Υπάρχει τέτοιος καρκίνος;». Η μαμά μου λέει: «Απίστευτο». Γιατί ήταν 99% πιθανότητες η μαμά μου να μην έχει καρκίνο κι η μαμά μου ήταν αυτό το 1%. Και λέει: «Είμαι αυτό το 1%. Δηλαδή, πόσες πιθανότητες; Αλλά πάλι κι αυτό το 1%», μου λέει, «δεν πειράζει. Είμαι… Μάλλον είμαι πολύ… Με θέλει, μάλλον. Και είμαι πολύ καλή σ’ αυτό και δεν πειράζει. Είμαι αυτό το 1%. Θα το δω, έτσι, με τη θετική πλευρά της ζωής. Δεν πειράζει. Αυτό το 1%, είμαι εγώ. Γιατί να είναι κάποιος άλλος; Θα είμαι εγώ. Δεν πειράζει». Αλλά αυτό που λες «αόρατος» κι ότι υπάρχει μέσα σου κι ότι δεν μπορείς να τον δεις, να καταλάβεις τι έχεις ή να μην φαίνεται από εξετάσεις είναι πάρα πολύ ύπουλο γιατί δεν μπορείς να προλάβεις καταστάσεις. Δεν φαίνεται. Δεν λες: «Είναι… είναι στην κοιλιά- χτυπάω την κοιλιά. Είναι στο στήθος, χτυπάω στο στήθος». Μπορεί να βλέπεις κάτι στις εξετάσεις, όπως είδε η μαμά μου στις λεμφαδένες, αλλά να υπάρχει και κάπου αλλού. Αλλά να μην ξέρεις ότι υπάρχει και κάπου αλλού. Είναι λίγο, έτσι, φοβιστικό να ακούς τη λέξη «αόρατος» καρκίνος;
Εσένα μέσα από όλη αυτή την εμπειρία, χωρίς να είναι απαραίτητο, τι είναι αυτό που σου έχει αφήσει… ίσως, σου έχει διδάξει αυτό το βίωμα;
Σίγουρα, επειδή μια φορά κι εγώ στο σπίτι μου στη Θεσσαλονίκη, ως φοιτήτρια, καθόμουνα… Καλό είναι οι γυναίκες γενικά και οι κοπέλες στην ηλικία μας, να ψηλαφίζονται μόνες τους, να πιάνουν το στήθος τους γιατί μπορούνε να βρούνε κάποια κομματάκια τα οποία μπορεί να είναι απλή κύστη, να είναι κάποια κομμάτια που λέγονται ινοαδενώματα τα οποία δεν είναι κακά και ανάλογα με πόσο μικρά ή μεγάλα είναι, ο γιατρός τα αφαιρεί ή τα αφήνει ή αν έχεις ιστορικό σου λέει να τα… να τα βγάλεις. Εγώ έπιασα κάποια στιγμή κάποια κομματάκια στο στήθος μου. Αγχώθηκα. Πήρα τηλέφωνο κατευθείαν τον μπαμπά μου, τη μαμά μου. Λέω: «Έτσι κι έτσι. Έχω αγχωθεί. Τι κάνουμε;». Πήγα έκανα τον υπέρηχο, τον πρώτο μου υπέρηχο στη γιατρό της μαμάς μου και μου είπε ότι έχω κάποια κομματάκια που λέγονται ινοαδενώματα. Κάποια ήταν μικρά, κάποια ήταν λίγο πιο μεγάλα. [00:25:00]Δηλαδή, το μεγάλο ήταν αυτό και που είχα πιάσει, κιόλας. Και μου είπε για περισσότερη ευκολία και να δούμε αν όντως είναι κάτι απλό, να κάνω μια μαγνητική. Πήγα έκανα μια μαγνητική στο νοσοκομείο της Λάρισας. Και μου είπε, επειδή ναι μεν δεν είναι κάτι κακό το οποίο δεν μπορεί να εξελιχθεί σε κακοήθη π.χ. όγκο, λόγω της μαμάς μου και το ιστορικό της μαμάς μου, πρέπει να είμαι πιο καχύποπτη κι ότι καλύτερα να το αφαιρέσουμε. Οπότε και αφαίρεσα το ένα κομμάτι, το οποίο, εντάξει, ήτανε μια μικρή επεμβασούλα, μισή ώρα υπόθεση και από τότε είμαι υποχρεωμένη κάθε έξι, βαριά ένα χρόνο, να πηγαίνω να κάνω υπέρηχο. Οπότε, έχω μπει κι εγώ σ’ αυτό το τρυπάκι των ελέγχων, από μικρή ηλικία. Ντάξει, δεν με πειράζει. Κι έχω μάθει ότι δηλαδή η μαμά μου ό,τι δεν έκανε τόσα χρόνια στο να κοιτάει τον εαυτό της και να κάνει τους ελέγχους της, εγώ ναι μεν είμαι υποχρεωμένη λόγω της μαμάς μου, αλλά δεν το κάνω επειδή είμαι υποχρεωμένη, επειδή η μαμά μου… έχω κληρονομικότητα, δηλαδή, απ’ τη μαμά μου… πρέπει να το κάνω, σαφώς, και για εμένα και, σαφώς, για να προλάβω καταστάσεις αύριο μεθαύριο, αν τυχόν προκύψει κάτι.
Και θα ήθελες να μου περιγράψεις λίγο τη σχέση που έχεις με τη μαμά σου;
Ναι. Με τη μαμά μου, ε; Με τη μαμά μου είμαστε αχώριστες. Είμαστε, δεν ξέρω, σαν αδερφές; Σαν φίλες; Είναι… πιστεύω ότι είναι ο καλύτερος άνθρωπος στον κόσμο. Δεν το λέω μόνο εγώ, επειδή είμαι η κόρη της. Το λένε όλοι όσοι είναι στον περίγυρό της. Δηλαδή… το βλέπουνε. Δεν… δεν θέλω τώρα… Δεν ξέρω αν λέω πολλά λόγια γιατί είναι η μαμά μου. Δεν θέλω να φανώ ότι την παινεύω πολύ. Αλλά πιστεύω ότι είμαι πάρα πολύ τυχερή που την έχω, γιατί μου δίνει πολλή, έτσι, ενέργεια και θετική και, έτσι, πιστεύει πολύ και τα βλέπει τα πράγματα με μια άλλη οπτική. Δεν είναι άνθρωπος που θυμώνει, που μαλώνει. Είναι αυτό… είναι ήρεμη. Τους βλέπει όλους τους ανθρώπους απ’ την καλή πλευρά. Μου λέει: «Μην… Αυτή τη φίλη σου μην την… μην την κάνεις έτσι», λέει, «μην… μη μιλάς έτσι για μια φίλη σου» ή «Πρόσεχε αν… Μην κατακρίνεις κάποιον γιατί δεν είναι ωραίο να μιλάμε σε τρίτους για ανθρώπους που δεν είναι μπροστά». Μου λέει πάρα πολλά πράγματα, έτσι. Ή και μόνο από το ότι έχει φανεί τόσο δυνατή στη ζωή της μετά από όλα αυτά που έχει περάσει, πιστεύω ότι εγώ σαν χαρακτήρας, έτσι όπως είμαι, δεν θα μπορούσα να… να αντέξω όλα αυτά που άντεξε εκείνη.
Και έχοντας ζήσει τώρα όλα αυτά, και μέσα από την εμπειρία της μαμάς σου και μέσα από τη δικιά σου την εμπειρία ως συνοδοιπόρος, ας το πούμε, τι πιστεύεις ότι χρειάζεται περισσότερο μία γυναίκα με καρκίνο του μαστού για την ψυχική της υγεία, για να την βοηθήσει σε-
Ηρεμία πρώτα απ’ όλα. Να μην είναι κοντά με ανθρώπους τοξικούς, με ανθρώπους που, γενικά, τους ρίχνουν την ψυχολογία. Να μην κουράζονται πολύ. Θέλουνε αρκετό χρόνο να μην κάνουν τίποτα, να είναι σε ηρεμία. Ειδικά όταν περνάνε τον καρκίνο εκείνη τη στιγμή. Και να μην… Και να τον έχουν ξεπεράσει και απλά να συνεχίζουν τη ζωή τους, να μην καταπονούν το σώμα τους τόσο με δουλειά ή πιο πολύ και με την ψυχολογική φθορά που μπορεί να υπάρχει από καταστάσεις. Ντάξει, πολλές φορές στη ζωή μας δεν μπορούμε να αποφύγουμε κάποια πράγματα, αλλά σημασία έχει πόσο έκταση δίνουμε σε αυτά και πόσο τα βάζουμε μέσα μας.
Εσύ, μιλώντας τώρα για όλα αυτά, τι νιώθεις; Τι συναισθήματα έχεις;
Χαρά, που είναι η μαμά μου. Που πέρασε αυτό που πέρασε και το πέρασε έτσι όπως το πέρασε. Ηρεμία κι εγώ γιατί ζω μαζί της, ζούμε στο ίδιο σπίτι, δεν με ενοχλεί καθόλου. Λέω συνέχεια ότι: «Πώς θα μπορέσω να ζήσω μακριά σου αν τυχόν αύριο-μεθαύριο κάνω οικογένεια; Θέλω να είμαι σε ένα σπίτι ή να είμαι στην ίδια πόλη με σένα» ή «Άμα πάω κάπου εκτός, θέλω να σε πάρω μαζί μου» ή ντάξει… Τώρα που ξαναέμαθα ότι έχει καρκίνο, προσπαθώ να συμφιλιωθώ με την ιδέα ότι μπορεί και κάποια στιγμή να μην είναι δίπλα μου. Γιατί έχω ανθρώπους γύρω μου που δεν τα κατάφεραν τελικά και δεν είναι πολύ ωραίο. Σκέφτομαι ότι: «Θα μπορούσα κι εγώ να είμαι σ’ αυτή την κατάσταση και να μη ζει τώρα η μαμά μου». Ξέρω ότι είναι πολύ δύσκολο να χάσεις τη μητέρα γιατί έχει πρωταρχικό ρόλο στο σπίτι. Έχεις άλλο συναισθηματικό δέσιμο. Τα κορίτσια και με τις [00:30:00]μαμάδες είναι λίγο πιο στενά δεμένες. Θέλω να συμφιλιωθώ και με αυτήν την ιδέα «αύριο-μεθαύριο», γιατί ποτέ δεν ξέρει, ο καθένας μας δεν ξέρει τι θα γίνει το επόμενο λεπτό. Θέλω, δηλαδή, να συμφιλιωθώ με αυτήν την ιδέα για να μη μου’ ρθει δύσκολο εκείνη τη στιγμή και το πάρω πολύ άσχημα. Αλλά και πάλι λες, τι; Να σκέφτεσαι για έναν άνθρωπο που ζει ότι θα πεθάνει ενώ δεν υπάρχει αυτήν η… αυτό το πλάνο; Προς το παρόν, είναι όλα καλά και συνεχίζουμε. Τώρα ό,τι προκύψει στο μέλλον ή αύριο, δεν το γνωρίζω. Το σταυρό μας να κάνουμε, προσευχούλα και πάμε παρακάτω έτσι με… με ηρεμία.
Θα ήθελες να μου πεις και μία όμορφη ανάμνηση που έχεις με τη μαμά σου;
Μία όμορφη ανάμνηση με τη μαμά μου; Βασικά, κάθε μέρα είναι όμορφη ανάμνηση με τη μαμά μου. Δυσκολεύτηκα… είχε πάει πέντε μήνες στην Αυστραλία γιατί ο παππούς μου ήταν άρρωστος και θα πέθαινε. Όπου και πέθανε και ευτυχώς τον πρόλαβε και δεν γύρισε πίσω και μετά πέθανε ο παππούς μου. Μπόρεσε, δηλαδή, να τον αποχαιρετήσει. Ήταν δύσκολη στιγμή για μένα γιατί ήταν η πρώτη φορά που έζησα πέντε μήνες χωρίς τη μαμά μου και το να μιλάω μόνο μαζί της με βιντεοκλήση και να είμαι στο σπίτι μου, που την έχω συνηθίσει μονίμως στο σπίτι, ήτανε πολύ σοκ για μένα. Αλλά, έτσι, όμορφες στιγμές με τη μαμά μου… έχω. Γενικά, θυμάμαι που πάντα, έτσι, προσπαθούσε να μου τα παρέχει όλα. Και στο σχολείο…. Έτσι, καθόμουνα στο ολοήμερο που… Ή πήγαινα ολοήμερο και μου ’φερνε, λαχανιασμένη, φαγητό αυτό το μισάωρο που είχε κενό απ’ τα μαθήματα. Πριν φύγει, μου ’φερνε φαγητό. Έτσι, δεν με άφηνε ποτέ. Και μ’ άφησε και από μικρή ηλικία να γυρνάω αργά σπίτι. Σε φάση: Παίζαμε στις παιδικές χαρές της γειτονιάς… Δεν είχε αυτό το «Έλα εννιά η ώρα σπίτι. Εννιά η ώρα θα είσαι σπίτι. Δεν θα αργήσεις καθόλου». Ή… Δεν μου έβαλε… δεν μου έβαλε όρια. Αλλά ήμουν κι εγώ σαν άνθρωπος που όλη την ώρα ήμουνα: «Μαμά, να ξέρεις είμαι εδώ. Μαμά να ξέρεις είμαι με εκείνον». Ή με άφηνε να κοιμάμαι σε σπίτια φίλων μου. Γενικά, δεν πέρασε αυτό το αυστηρό στυλ μαμάς που λες ότι σου βάζει δύσκολα και μετά σου βγαίνουνε σαν απωθημένα στη μετέπειτα ζωή σου. Μου άρεσε έτσι… Μου άρεσε που έτσι… Μου άρεσε που και ναι μεν ήμουνα δίπλα της όσο μπορούσα με το τηλέφωνο κι ας μην είμαι σπίτι. Αλλά ήξερε πού είμαι και τι κάνω. Ήξερε ότι προσέχω, δεν κάνω πράγματα που δεν είναι της ηλικίας μου. Και το ’βλεπε κι αυτό και από τους γύρως της που της έλεγαν ότι: «Α, η κόρη μου θέλω να γυρίσει με την Ανδρονίκη. Δεν θέλω να γυρίσει με κανένα άλλο παιδί. Άμα γυρίσει με την Ανδρονίκη είμαι… είμαι ασφαλής. Δηλαδή, νιώθω ασφάλεια». Οπότε, κι η μαμά μου ήξερε το τι παιδί έχει προφανώς και… αυτό, έτσι. Πιστεύω ότι κάθε μέρα είναι μια όμορφη ανάμνηση απ’ τη μαμά μου. Δεν… δεν έχω κάτι να θυμάμαι κακό για εκείνη. Κι άμα μπορούσα να κάνω κι άλλα πράγματα μαζί της, θα… θα το ήθελα. Πήγαμε και δύο μήνες μαζί στην Αυστραλία. Το κάναμε μαζί αυτό το ταξίδι. Μου άρεσε πάρα πολύ. Χάρηκε κι εκείνη που μου έδειξε πού μεγάλωσε, το πατρικό της. Γνώρισα όλες τις παιδικές της φίλες. Δηλαδή, ήτανε σαν «έξω απ’ το νερό» που πήγε πίσω στο σπίτι της μετά από τόσα χρόνια και έβλεπε πάλι φίλους που είχανε γίνει τριάντα χρόνια μεγαλύτεροι, αλλά ένιωθε πιο ωραία που μπορούσε να τα μοιραστεί μαζί μου, γιατί, προφανώς… Εντάξει, πήγε στο πατρικό της, αλλά… πήγε στις φίλες της… αλλά τα χρόνια πέρασαν, ο καθένας έχει την προσωπική του ζωή, αλλάζεις συμπεριφορές, χαρακτήρες. Οπότε, με ένιωθε και λίγο πιο άνετα να είμαι σ’ αυτό το… σ’ αυτό το ταξίδι της μαζί της, για να έχει μία… μία ασφάλεια.
Θα ήθελες να μου μιλήσεις λίγο περισσότερο για αυτό; Το πώς σου φαινόταν που πήγαινες στον τόπο καταγωγής της μαμάς σου-
Βασικά…
Κι έβλεπες όλα αυτά;
Ναι. Βασικά το πήραμε απόφαση. Λέμε: «Άντε, θα πάμε μαζί». Δεν ήθελε να πάει μόνη της γιατί είναι ένα ταξίδι πάρα πολύ μεγάλο, στην άλλη άκρη της γης, πολύ κουραστικό. Και ήταν και εμπειρία ζωής. Είχα φτάσει τα 25 μου… 24, πόσο ήμουνα… Λέω: «Τώρα μπορώ. Ποτέ μην το αφήνεις για αύριο». Δύσκολα παίρνεις και μια τέτοια απόφαση να… να πας. Ντάξει, είναι και το οικονομικό, δύσκολο. Τα εισιτήρια πάρα πολύ ακριβά. Στην Ελλάδα δεν έχουμε τόσα λεφτά για να τα χαραμίσεις μόνο για τα εισιτήρια, πόσο μάλλον, να πας να κάτσεις και εκεί πέρα. Και δεν πας να κάτσεις ούτε μια βδομάδα, ούτε δυο βδομάδες. Άντε και ένας μήνας, πάλι δεν φτάνει. Δεν είναι αρκετός ένας μήνας. Ο χρόνος περνάει πάρα πολύ γρήγορα. Οπότε, είπαμε με τη μαμά μου να πάμε μαζί. Αποφάσισα με τον αδερφό μου να είναι… να [00:35:00]είναι η σειρά μου. Ο αδερφός μου, ούτε αυτός έχει πάει. Δεν έχει πάει ποτέ του. Αποφάσισα να είναι η σειρά μου αυτή τη φορά. Πήγα με τη μαμά μου. Δυσκολεύτηκα πάρα πολύ στο αεροπλάνο γιατί οι ώρες ήταν ατέλειωτες. Ήτανε τέσσερις ώρες που… απ’ τη Θεσσαλονίκη μέχρι το Άμπου Ντάμπι. ΟΚ, τέσσερις ώρες είναι κομπλέ. Ήτανε μέρα, έβλεπες έξω απ’ το παράθυρο. Είχα ανέβει… ανέβαινα δεύτερη φορά σε αεροπλάνο. Δεν το είχα ξαναζήσει, έτσι, να μου είναι κάτι πολύ εύκολο, να το κάνω. Μου άρεσε, τα… έτσι, αυτά που έβλεπα έξω απ’ το παράθυρο. Μετά φτάσαμε στο Άμπου Ντάμπι, έφευγε κατευθείαν το αεροπλάνο. Και μπήκαμε στο αεροπλάνο, το οποίο αεροπλάνο έκανε είκοσι ώρες κατευθείαν, χωρίς στάση. Ήτανε όλα μαύρα, έξω. Πολύ κουραστικό. Πιάνεσαι στις θέσεις. Όσο και να κινηθείς, εντάξει, ένα αεροπλάνο είναι. Πόσο να περπατήσεις; Έχεις έναν ξένο δίπλα σου… παραδίπλα σου, αν δεν ταξιδεύεις με γνωστό σου. Πολύ κουραστικό. Έβλεπα την ώρα… την ώρα, δεν περνούσε με τίποτα. Περνούσε μόνο μισή ώρα, μισή ώρα, μισή ώρα. Έλεγα τη μαμά μου: «Δεν αντέχω. Δεν αντέχω. Έχω πάθει σοκ. Πότε θα κατέβουμε;» Η μαμά μου: «Ντάξει, πέρασε μια ώρα. Να σκέφτεσαι αυτό. Πέρασε μια ώρα». Ντάξει, έχεις και την οθόνη σου μπροστά, να βλέπεις τις ταινίες σου, τα τραγουδάκια σου. Αλλά είναι πάρα πολύ κουραστικό γιατί, ντάξει, δεν είναι και άνετη θέση να πεις ξαπλώνω και ΟΚ, κοιμάμαι και με παίρνει ο ύπνος. Κάθε είκοσι λεπτά-μισή ώρα, ξυπνάς. Εν τέλει, φτάσαμε στο αεροδρόμιο. Μας περίμενε η θεία μου, η ξαδέρφη μου κι η γιαγιά μου. Απ’ το αεροδρόμιο μέχρι το πατρικό της μαμάς μου ήθελε μιάμιση ώρα με το αυτοκίνητο. Οπότε, ήρθαν, μας πήραν με το αυτοκίνητο. Φτάσαμε στο πατρικό της μαμάς μου. Χάρηκα πάρα πολύ που ήμουν με τους συγγενείς μου, τους οποίους δεν βλέπω, δεν χαίρομαι καθημερινά. Μετά γνώρισα και τις φίλες της μαμάς μου και κάποιους άλλους συγγενείς μας που ζουν κι αυτοί στην Αυστραλία. Όλοι είχανε τη χαρά, παρ’ όλο που… Πήγαμε σε μια περίοδο που δούλευαν, δεν είχανε… Δεν ήταν καλοκαίρι. Εδώ… εδώ, ήταν καλοκαίρι. Εκεί… εκεί ήταν χειμώνα. Όλοι είχαν τις δουλειές τους, δεν είχαν άδειες. Όλοι, όμως, θέλησαν και προσπαθούσαν να καταφέρουν να έχουν κενό και χρόνο κάθε μέρα, να κάνουμε και κάτι. Οπότε, είδα πάρα πολλά μέρη. Δόξα τω Θεώ, ήταν και πριν τον Covid. Μπόρεσα, δηλαδή, να πάω σε πάρα πολλά μέρη που ήτανε μακριά από το πατρικό της μαμάς μου. Γνώρισα ανθρώπους που με αγάπησαν. Γνώρισα πάρα πολλούς Έλληνες. Βασικά, γνώρισα πιο πολλούς Έλληνες παρά Αυστραλούς. Όλοι μου μιλούσαν για την Ελλάδα και: «Στην Ελλάδα πώς περνάς; Πώς είναι; Εγώ είμαι απ’ τη Ζάκυνθο», «Εγώ είμαι απ’ την Κοζάνη», «Εγώ είμαι από εκεί και θα’ ρθούμε το καλοκαίρι» ή «Δεν ήρθαμε το καλοκαίρι γιατί ήταν πολύ ακριβά τα εισιτήρια». Γενικά, με κοιτούσαν σαν μια Ελληνίδα που πήγε στον τόπο τους, αλλά ήθελαν τόσο πολύ να μιλάνε για την Ελλάδα, η οποία τους λείπει. Προφανώς. Έχουνε δύο πατρίδες και σε καμία πατρίδα δε νιώθουνε ότι ανήκουνε. Όπως και η μαμά μου. Ζει περισσότερα χρόνια στην Ελλάδα παρά στην Αυστραλία, αλλά αν της πεις πού θέλει να μείνει, θέλει να μείνει και εκεί και εδώ. Γιατί, προφανώς, εκεί είναι το πατρικό της, είναι τα χρόνια της που έζησε και μεγάλωσε. Έχει όλες της τις φίλες, την οικογένειά της, προφανώς, αλλά εδώ πέρα έχει εμένα και τον αδερφό μου, που είμαστε τα παιδιά της, έχει άλλες φίλες εδώ, έχει.. έχει φτιάξει τον κύκλο της, έχει τη δουλειά της… Όποτε, όπου και να της πεις πού θέλει, πουθενά δεν νιώθει άνετα. Όχι «άνετα», πουθενά δεν νιώθει ολοκληρωμένη. Δεν μπορεί. Και να έχεις και τα δύο συνέχεια, είναι δύσκολο λόγω των οικονομικών και λόγω του ότι είναι πάρα πολύ μακριά.
Εσύ πώς ένιωθες εκεί πέρα; Το ένιωθες σπίτι σου;
Ένιωσα… Δεν ξέρω αν παίζει ρόλο η ηλικία ή το… το τι ζωή άφησα πίσω, εδώ. Ήμουν ακόμα φοιτήτρια, θα έπαιρνα το πτυχίο μου. Είχα πολύ μεγάλη παρέα- έτσι, περνούσα πολύ καλά στη… στη Λάρισα, στη Θεσσαλονίκη- είχα μεγάλο κύκλο. Πήγα εκεί, ήμουν ναι μεν με τη μαμά μου, αλλά μου έλειπε εδώ ο μπαμπάς μου, ο αδερφός μου... Το ότι δεν θα τους έβλεπα για δύο μήνες, έτσι, έπαθα μία φρίκη. Ήμουν σε μία ξένη χώρα, που, ντάξει, τα αγγλικά μου δεν είναι και ό,τι καλύτερο κι ας έχω μαμά καθηγήτρια Αγγλικών. Το ότι δεν μπορούσα να επικοινωνήσω… Αν και πιο πολύ, βασικά, ήρθα σε επαφή με Έλληνες που εκείνοι ήθελαν να μιλάνε στα ελληνικά για να νιώθουν πιο κοντά στην Ελλάδα. Οπότε, εγώ έλεγα: «Α, θα πάω στην Αυστραλία κι είναι η ευκαιρία μου να μάθω αγγλικά! Ουάου! Τώρα θα έρθω πίσω στην Ελλάδα και θα πάρω το Proficiency!» Και τελικά μίλησα στους δυο μήνες, τρεις φορές στη ζωή μου αγγλικά, όλο που όλο; Που και στο σπίτι, η γιαγιά μου, προφανώς, μιλάει ελληνικά, η θεία μου μιλάει ελληνικά, η ξαδέρφη μου, η οποία μεγάλωσε με τη [00:40:00]γιαγιά μου γιατί η θεία μου δούλευε, ξέρει ελληνικά, οπότε μιλούσε κι εκείνη ελληνικά. Αλλά δεν άντεχα μετά τον… Είχα κάποιες μέρες, παρ’ όλο που είχα κάθε μέρα να κάνω πράγματα, είχα κάποιες μέρες που έλεγα: «Θέλω να γυρίσω πίσω. Θέλω να γυρίσω πίσω. Δεν μπορώ άλλο. Θέλω να γυρίσω πίσω. Θέλω να γυρίσω πίσω». Αν μου πεις τώρα να πάω, που έχω τελειώσει το πανεπιστήμιο, δουλεύω… Δηλαδή, είμαι λίγο πιο ώριμη σε κάποια πράγματα και… Με τις φιλίες κι αυτά, ξέρεις, ότι τώρα που δουλεύω πάρα πολύ, δεν βλέπω τις φίλες μου κάθε μέρα. Μπορεί να μην τα πούμε και καθόλου για δυο-τρεις βδομάδες. Οπότε, δεν μου λείπουνε. Ξέρω ότι λόγω κούρασης και υποχρεώσεων, δεν βλεπόμαστε γι’ αυτό. Επειδή τότε έβγαινα κάθε μέρα έξω, ίσως μου έλειπε αυτή η ζωή. Πήγα εκεί, κιόλας, μου φάνηκε πολύ παράξενο το ότι έξι η ώρα ήταν όλοι μαζεμένοι στα σπίτια τους, δεν κυκλοφορούσε τίποτα έξω. Δεν… δεν έχουν πάρκα, να αράζεις στα πάρκα. Απαγορεύεται το αλκοόλ στους δρόμους. Δεν… δεν βλέπεις αυτά τα… Τα εστιατόρια, 07:00-08:00 η ώρα ήτανε… κλείνανε. Δεν… δεν πας πουθενά. Αυτοί είναι: δουλειά-σπίτι, σπίτι-δουλειά. Προφανώς, γιατί οι περισσότεροι παν στη δουλειά τους κάθε μέρα και μπορεί να έχουνε να κάνουν με το αυτοκίνητο δύο ώρες πήγαινε-δύο ώρες έλα, κάθε μέρα. Δεν χαλάν τα λεφτά τους, τα κρατάνε. Οπότε, οι περισσότεροι γι’ αυτό έρχονται και διακοπάρουν έναν μήνα στη Λάρισα, Σαντορίνη, Μύκονο και δεν ξέρω εγώ πού. Αλλά είναι έτσι το… ο τρόπος ζωής τους, που είναι συνηθισμένοι απλά να είναι δουλειά-σπίτι, σπίτι-δουλειά. Δεν κάνουν τίποτα άλλο. Έχουν ωραίες παραλίες, αλλά κι η Ελλάδα έχει το πράσινο, το γαλάζιο της… Λένε και εκείνοι ότι: «Σαν την Ελλάδα πουθενά!». Αλλά και εμείς ζούμε στην Ελλάδα και το μόνο που μπορούμε να πάμε είναι μέχρι παραδίπλα. Οπότε, δεν τη ζούμε την Ελλάδα. Πιο πολύ τη ζούνε οι τουρίστες, παρά… παρά εμείς. Αλλά ναι, ήταν ωραία εμπειρία. Θα την ξαναέκανα. Θα ’θελα αυτή τη φορά να την κάνω και μαζί με τον αδερφό μου. Αν τυχόν καταφέρει η μαμά μου, εν τέλει, να πάει μετά την εξέτασή της, αν όλα παν καλά και δεν κάνει κάποιο χειρουργείο… Αν πάει η μαμά μου… είπαμε, πρώτα ο Θεός, αυτή η φορά ανήκει στον αδερφό μου. Οπότε, θα αναγκαστώ πάλι να αποχαιρετήσω τη μαμά μου, δεν ξέρω για πόσο, αλλά θα ξέρω ότι… ξέρω ότι εκεί που πάει, είναι για… είναι για καλό της.
Τι ήταν αυτό που σου έκανε περισσότερη εντύπωση όταν πήγες στην Αυστραλία;
Οι ουρανοξύστες. Ντάξει, έχει τεράστια, έτσι, σπίτια. Μ’ αρέσουν πάρα πολύ… Έχουν πολλές μονοκατοικίες, έτσι, ο καθένας έχει τα σπίτια του. Έχουνε την αυλή τους, παρκάρουν το αυτοκίνητο μες στο σπίτι τους… Ντάξει, έχουν πολύ… παίρνουν πολύ καλούς μισθούς- η αλήθεια είναι- αλλά έχουν πάρα πολλούς φόρους. Εκεί, είναι άλλα, έτσι, τα… Για το σπίτι πληρώνεις υπερβολικό… υπερβολικά μεγάλο φόρο. Δεν… δεν μου αρέσει, γιατί ακόμα και στις κωμόπολεις χτίζουν συνέχεια ουρανοξύστες. Από κει που ήμουνα το ’19 και χτίζαν έναν ουρανοξύστη, μέσα σε έξι μήνες τον είχαν ολοκληρώσει (πενήντα εφτά ορόφους). Παραδίπλα, μετά από έναν χρόνο και λιγότερο, κάναν κι άλλον ουρανοξύστη. Οπότε τα… Οι μονοκατοικίες κρύβεται η θέα, ο ήλιος… χάνονται. Βλέπεις παντού τεράστια κτήρια. Πήγα και σε ζωολογικό κήπο, έπιασα κοάλα, ήταν πολύ ωραία εμπειρία. Είδα και καγκουρό από κοντά και στο ζωολογικό, αλλά και έξω στη φύση να κυκλοφορούνε και να είναι δίπλα σου. Ωραία εμπειρία, εντάξει. Πήγα και στην… πήγα και στο Σίντεϊ, που είναι μια πόλη που έχει ζωή. Ζούσα και στην κωμόπολη που είναι το πατρικό της μαμάς μου, η οποία είναι λίγο πιο ήρεμη. Απλά παραξενεύτηκα πάρα πολύ από την Αυστραλία το ότι είχε πάρα πολλούς Κινέζους, Γιαπωνέζους... Έβλεπες πιο πολλούς Κινέζους παρά Αυστραλούς. Δηλαδή, στο Σίντνεϊ γινότανε ο κακός χαμός. Ένιωθα ότι ήμουνα στην Κίνα παρά στην Αυστραλία. Δεν ήξερα ότι θα αντιμετωπίσω αυτό. Νόμιζα ότι θα πάω στην Αυστραλία, θα δω τους Αυστραλούς, πώς είναι, τα χαρακτηριστικά τους, πώς ζούνε… και έβλεπα μόνο Κινέζους, ειδικά στο Σίντνεϊ που είναι μεγάλη πόλη. Στην κωμόπολη, ντάξει, είδα και τους Αυστραλούς, οι οποίοι περπατούνε ξυπόλυτοι στο δρόμο. Πάνε στο mall χωρίς παπούτσια. Ντάξει, πουθενά σκουπίδια. Παντού πεντακάθαρα. Έχω να το λέω. Στην Ελλάδα, ντάξει, σοκ. Δεν έχει αδέσποτα. Δεν έχω δει ούτε ένα γατί, ούτε ένα σκυλί, τίποτα, τίποτα. Αλλά… ναι, τους είδα λίγο πιο χαλαρούς τους Αυστραλούς. Τους [00:45:00]Αυστραλούς-Αυστραλούς, όχι τους Έλληνες ή δεν ξέρω ποιους άλλους που μεγάλωσαν στην Αυστραλία. Αυτοί κρατάνε από τα… απ’ τα σπίτια τους, δηλαδή, που… απ’ τους γονείς τους που πήγανε, δηλαδή, στην Αυστραλία, τα έθιμα που είχανε απ’ την περιοχή τους. Αλλά οι Αυστραλοί-Αυστραλοί είναι λίγο πιο… πιο cool.
Στο πατρικό σου… Όχι. Στο πατρικό-
Ναι-
της μαμάς σου, πώς ήτανε που μένατε μαζί με τον παππού, τη γιαγιά, που δεν τους είχες δει ποτέ;
Ο παππούς μου δεν ζούσε. Ναι, είχε πεθάνει. Πρόλαβα τη… πρόλαβα τη γιαγιά μου, η οποία ζει μέχρι ακόμα και τώρα, όπως είπα, και ζούσαμε στο ίδιο σπίτι και με τη θεία μου και με την ξαδερφή μου (ζούνε στο ίδιο σπίτι). Οι οποίες τώρα προσέχουν, η θεία μου κιόλας προσέχει και τη γιαγιά μου. Ήταν πολύ ωραία. Έβγαινα στο… Έχει αλλάξει το σπίτι. Δηλαδή, τα παιδικά δωμάτια που ήτανε, έχουνε γίνει κάποια άλλη ρύθμιση. Στο ένα δωμάτιο μένει η θεία μου, είναι το δωμάτιό της. Στο άλλο δωμάτιο μένει η ξαδερφή μου, στο δωμάτιό της. Και εγώ, νομίζω, έμενα στο δωμάτιο που έμενε η μαμά μου σαν παιδί. Μέναμε… μέναμε μαζί. Μου άρεσε, γιατί έμενα και σε μονοκατοικία. Στη Λάρισα ζω σε πολυκατοικία και, γενικά, έχω μία αγάπη στις μονοκατοικίες. Θα’ θελα αύριο-μεθαύριο, αν τυχόν με αξιώσει ο Θεός, να μένω σε μονοκατοικία. Έχεις άλλη ευκολία, άλλη ηρεμία. Δεν έχεις κανέναν πάνω απ’ το κεφάλι σου. Κάνεις ό,τι θες, όποτε θες;… Ντάξει, ας πούμε ότι ναι, μπορείς να… Έχεις την άπλα σου. Μου άρεσε πάρα πολύ, έτσι, πως είναι τα σπίτια κι είναι διαφορετικά από την Ελλάδα. Δεν είναι αυτό το κεραμίδι που βλέπεις ή… ή η πέτρα. Είναι λίγο πιο… Τα παίρνει ο αέρας τα σπίτια. Είναι, λίγο, σαν φτερό. Αλλά ήταν ωραία, έτσι, φτιαγμένα. Δεν τα είχα δει ποτέ ούτε σε φωτογραφίες, ούτε είχαμε μιλήσει ποτέ με βιντεοκλήση. Γενικά, παλιά δεν είχαμε την τόση επικοινωνία πολύ. Αλλά μετά, όπου πήγε κι η μαμά μου στην Αυστραλία για τον παππού μου και μετά γύρισε στην Ελλάδα, είχαμε κάποια μικροεπαφές, έτσι, με βιντεοκλήσεις. Μετά, ξαναπήγα κι εγώ με την μαμά μου και γυρίσαμε πάλι στην Ελλάδα, είχαμε περισσότερες επαφές. Και τώρα λόγω και του προβλήματος υγείας της γιαγιάς μου με την άνοια, μιλάμε… Η μαμά μου πιο πολύ, μιλάει κάθε μέρα με βιντεοκλήση και η γιαγιά μου παθαίνει σοκ και λέει: «Α! Πώς βλεπόμαστε τώρα!», λέει, ή «Πω πω! Είμαστε τόσο μακριά και μπορούμε να βλεπόμαστε. Τα τότε χρόνια», λέει, «δεν μπορούσαμε. Μια φωτογραφία είχαμε μόνο και τίποτα άλλο». Ή δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι ζει πάρα πολύ μακριά και νομίζει ότι θα περπατήσει και θα φτάσει στην Ελλάδα. Αλλά είναι… είναι ωραίο το ότι, όντως, ζούμε στην εποχή της τεχνολογίας και μπορείς να βλέπεις έναν άνθρωπο που ζει πραγματικά στην άλλη άκρη της γης και μπορείς να τον χαίρεσαι έστω και από μία οθόνη.
Τι σήμαινε να κάνεις ένα τέτοιο ταξίδι με τη μαμά σου;
Τι σήμαινε…. Δεν ξέρω, τι σήμαινε. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Η απόφαση ήταν πολύ τσακ μπαμ. «Το κάνουμε;», «Ναι, το κάνουμε». Πήγα έβγαλα και διαβατήριο που δεν είχα. Θέλω να βγάλω και την υπηκοότητα, την οποία δεν έχω και δικαιούμαι απ’ τη μαμά μου. Είναι μεγάλο προνόμιο για κάποιον να έχει μία ανοιχτή πόρτα σε μία άλλη χώρα γιατί ποτέ δεν ξέρεις πώς έρχονται τα πράγματα. Έχει μία ψιλοδιαδικασία. Πιστεύω κάποια στιγμή, όμως, να το κάνουμε, να προλάβω. Μόνη μου δε θα μπορούσα να το κάνω. Δηλαδή, έχω πει… Είχα πει στη μαμά μου ότι μόνη μου δεν πρόκειται να το κάνω ποτέ ένα τέτοιο μεγάλο ταξίδι. Τώρα, αν αναγκαστώ να το κάνω, δεν ξέρω… Ντάξει, ή τα βάζεις μέσα σου και λες: «Νίκη, ντάξει, ένα ταξίδι είναι. Κάν’ το και μόνη σου. Δεν πειράζει. Όλα ΟΚ». Αλλά το ‘κανα και με τη μαμά μου, που με τη μαμά μου έχουμε κι αυτή την ιδιαίτερη σχέση που έχουμε. Δεν πήγαμε απλά σε μία χώρα που δεν ξέραμε κανέναν και μέναμε σε ξένο σπίτι κι αυτά. Ήταν πολύ ωραία που πήγα εκεί που μεγάλωσε. Είδα ότι ήτανε χαρούμενη, έτσι το… Ολοκληρωμένη. Οπότε, ναι μου άρεσε που το έκανα με τη μαμά μου. Θα το ξανάκανα, εννοείται, με τη μαμά μου, προφανώς. Και επειδή ήμουν με τη μαμά μου, ίσως να άντεχα κι ακόμα λίγο περισσότερο, όσο κι αν έλεγα ότι θέλω να γυρίσω πίσω. Αν ήμουνα μόνη μου ναι, δεν ξέρω κατά πόσο θα…θα άντεχα. Γιατί πας στην καθημερινότητά τους, στις συνήθειές τους. Λίγο πολύ, όσο… όσο οικογένεια να είσαι και με τον άλλον, δεν ζείτε μαζί, δεν προχωράτε μαζί στη ζωή. Ούτε αυτοί ξέρουν εδώ πώς ζούμε εμείς, ούτε εμείς ξέρουμε πώς περνάνε την ημέρα τους εκεί. Και καλώς ή κακώς, είσαι λίγο σαν… Όχι, σαν «μουσαφίρης», αλλά δεν νιώθεις ότι πας στο σπίτι σου γιατί, προφανώς, βγάζεις τον άλλον απ’ το πρόγραμμά του, απ’ αυτά που κάνει… Είναι αναγκασμένος να πάει στη δουλειά και εσύ μένεις στο σπίτι και μπορεί να μην έχεις και τι να κάνεις. Μπορεί τον άλλο να τον βάζεις σε σκέψη ότι: «Α, επειδή είναι εδώ και τώρα είναι εδώ και δεν θα είναι για πολύ καιρό, πρέπει να κάνουμε αυτά κι αυτά κι [00:50:00]αυτά κι αυτά». Δηλαδή, το νιώθεις λίγο και σαν… μία υποχρέωση. Ότι: «Πώς πάω εγώ, τώρα;». Και δεν μπορείς να πας και όποτε σε… σε βολεύει. Δυστυχώς.
Πέρα από το να γυρίσεις στην Αυστραλία και να κάνεις το ταξίδι και με τη μαμά σου και με τον αδερφό σου, τι άλλο θα ήθελες να κάνεις με τη μαμά σου, να μοιραστείτε μαζί;
Αν ξαναπάω στην Αυστραλία ή γενικά;
Γενικά. Γενικά.
Να μοιραστώ με τη μαμά μου…
Κάποια εμπειρία, ίσως.
Δύσκολη ερώτηση. Εμπειρία… ντάξει… δεν ξέρω… εμπειρία… Δεν μου ’ρχεται κάτι.
Μπορεί και κάτι απλό, καθημερινό.
Ναι, θέλω σίγουρα… Α, ναι! Αυτό θέλω! Επειδή έχω δίπλωμα οδήγησης και δεν οδηγάω. Είχα… Επειδή η μαμά μου δεν οδηγούσε ποτέ στην Ελλάδα και μια ζωή πήγαινε στα μαθήματα με ταξί, με λεωφορείο, με τα πόδια… Μονίμως ήτανε, δηλαδή… Κουραζόταν για να τρέχει από δω κι από κει. Είναι δύσκολο μια γυναίκα να μην είναι… Να μην μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί μόνη της. Να έχει την ευκολία, να έχει ένα αυτοκίνητο και να μπορεί ανά πάσα στιγμή να πάει όπου θέλει. Εγώ όσες γυναίκες βλέπω μαμάδες, έτσι, που είναι ανεξάρτητες, το χαίρομαι πάρα πολύ και λέω: «Μακάρι να ’ταν κι η μαμά μου έτσι». Δεν πειράζει. Έβγαλα δίπλωμα. Δεν οδηγάω, το ’χω άχτι! Αλλά έχω πει ότι όταν με το καλό θ’ αρχίσω να οδηγάω και θα έχω ένα αυτοκίνητο, θα παίρνω τη μαμά μου και θα την πηγαίνω βόλτες. Δίπλα. Δίπλα; Δίπλα! Μέσ’ τη Λάρισα; Μες στη Λάρισα! Αρκεί να ’χω το χρόνο, έστω και βράδυ, έστω και πρωί και μεσημέρι και δεν ξέρω τι. Αρκεί να μπορώ να την πηγαίνω σε μέρη που δεν έχει πάει ή που έχει πάει κιόλας και θέλει να τα ξαναδεί. Και απλά να… Θέλω αυτό να… Το ’χω… Λέω: «Α μαμά, άντε να πάρω, να πάρω αυτοκίνητο ή να μάθω να οδηγάω να σε πηγαίνω βόλτες. Το’ χω άχτι τόσα χρόνια». Αυτή είναι, έτσι, μία επιθυμία μου που θέλω να κάνω μαζί της, έτσι, σαν εμπειρία. Και να είναι εμπειρία καθημερινή, να μην αποκοπεί παρ’ όλο υποχρεώσεων και τέτοια. Να είναι κάτι που να... Και θέλω όπως είπα να είμαστε… να είμαστε κοντά. Δεν θα μπορούσα, δηλαδή, να ζήσω στο εξωτερικό με τίποτα. Όσο σκέφτομαι τη ζωή μου στο εξωτερικό χωρίς τη μαμά μου, να είναι εν ζωή, δηλαδή, η μαμά μου και να είμαι στο εξωτερικό ή και κάπου πολύ μακριά και να… λόγω υποχρεώσεων να μην μπορώ να έρθω ή να έρθει εκείνη, δεν μου… δυσκολεύομαι πάρα πολύ. Αλλά, δεν ξέρω… Είναι ένας δεσμός που δύσκολα κόβεται.
Ευχαριστώ πάρα πολύ, Ανδρονίκη.
Τίποτα, εγώ ευχαριστώ.
Θα ήθελες μήπως να προσθέσεις κάτι άλλο;
Όχι, δεν ξέρω εσύ αν θέλεις να μου κάνεις κάποια άλλη ερώτηση… Όλα καλά. Μ’ άρεσε πολύ αυτή η εμπειρία. Καλή επιτυχία και στις συνεντεύξεις σου. Να παν όλα καλά και εδώ είμαστε. Αν ξαναχρειαστείς κάτι άλλο, είμαι στη διάθεσή σου. Κι η μαμά μου, πρώτα ο Θεός, αν θέλεις κάτι από εκείνη, να το δρομολογήσουμε.