© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Από την Ομβριακή στην Αθήνα
Κωδικός Ιστορίας
24300
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Σωτήριος Τσινές (Σ.Τ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
16/05/2023
Ερευνητής/τρια
Γεωργία Νικολοπούλου (Γ.Ν.)
[00:00:00]Καλησπέρα, θα μου πείτε το όνομά σας;
Βεβαίως, Σωτήρης Γεωργίου Τσινές.
Εγώ είμαι η Νικολοπούλου Γεωργία, είμαι ερευνήτρια του Istorima. Σήμερα έχουμε 17 Μαΐου του 2023, βρισκόμαστε στην Καλλιθέα και ξεκινάμε τη συνέντευξή μας. Θα μου πείτε λίγα πράγματα για την καταγωγή σας;
Βεβαίως. Καταρχήν, γεννήθηκα σε ένα οροπέδιο, το οποίο ονομάζεται οροπέδιο Ξυνιάδος, σε ένα χωριό το οποίο λέγεται Ομβριακή. Είναι στην επαρχία Δομοκού, στον νομό Φθιώτιδος. Ήταν ένα χωριό με πολύ καλές, έτσι, ιστορικές, ας πούμε, στιγμές, αλλά βέβαια, είναι σχετικά νεότερο από άλλους τόπους, διότι το οροπέδιο έχει την Ιστορία τη δική του και τη μυθολογία του. Εν πάση περιπτώσει, όταν γεννήθηκα εγώ δεν γνώριζα… τον πατέρα μου τον γνώρισα στη φυλακή, βέβαια, διότι κατάγομαι από μία οικογένεια η οποία ήταν αριστερών ιδεολογιών, τέλος πάντων, κυνηγημένοι, με όλα τα όσα συνέβησαν εκείνη την εποχή. Έτσι, εγώ όταν πήγα να συναντήσω τον πατέρα μου, θυμάμαι, ήμουνα με τη μάνα μου και τον γνώρισα, πίσω από τα σίδερα ήταν ο πατέρας μου σε ένα υπόγειο και η μάνα μου είχε γονατίσει, εγώ ήμουν απ’ έξω, μικρός. Δεν τον ήθελα, βέβαια, διότι τον είδα με άσπρα μαλλιά. «Δεν τον θέλω αυτόν για πατέρα μου» και τα λοιπά. Οπότε έκλαιγα. Αλλά είναι κάτι το οποίο συνέβη προ πολλών ετών. Έκτοτε, βέβαια, που ο πατέρας μου απολύθηκε από τη φυλακή το 1951 ή ’52, δεν θυμάμαι, σημασία έχει ότι ένα βράδυ ήρθε στο χωριό και τη νύχτα, το πρωί, φύγαμε οικογενειακώς για την Αθήνα. Εκ των υστέρων, έμαθα ότι του είχανε δώσει την εντολή όταν αποφυλακίστηκε ότι έπρεπε να μείνει σε ένα αστικό κέντρο. Έτσι ήταν τα πράγματα τότε. Δεν μπορούσε να παραμείνει στο χωριό, διότι είχαν βάλει υπογραφές από το χωριό άνθρωποι, οι οποίοι δεν θέλαν να μείνει εκεί. Έτσι, βρεθήκαμε στην Αθήνα, με δυσκολίες μεγάλες. Ας πούμε, πήγα για πρώτη φορά που είδα τα φώτα από το τρένο, ήμουνα, ερχόμασταν, ας πούμε, νύχτα φτάσαμε, υπήρχε ένα τρένο που λεγόταν «πόστα». Και βέβαια, για να έρθει από τον νομό Φθιώτιδας μέχρι την Αθήνα μπορεί να πέρασαν και οχτώ-δέκα ώρες, δεν θυμάμαι πόσες. Σημασία έχει ότι όταν είδα τα φώτα της πόλεως, είχα εκπλαγεί, βέβαια, διότι μόλις βγήκαμε από την Πάρνηθα και φάνηκε η Αθήνα, εγώ έπαθα τραλαλά. Κατεβήκαμε στον Σταθμό Λαρίσης και πήγαμε σε ένα σπίτι στο Αιγάλεω. Εκεί μείναμε. Ήρθα, ήμουνα δέκα χρονών… ήμουνα –το ’53 ήρθαμε μάλλον–, και μάλιστα θυμάμαι ότι –ή ’54– θυμάμαι ότι ενώ στο χωριό είχα μπει στην Γ’ τάξη και έκανα μαθήματα της Δ’ Δημοτικού, όταν ήρθα εδώ πήγα και γράφτηκα στο σχολείο στην Δ’, βέβαια, διότι είχα τελειώσει την Γ’. Έλα που είχα κάνει τα μαθήματα της Δ’ στο χωριό κι εγώ τα μαθήματα αυτά τα ξανάβρισκα πάλι μπροστά μου και έτσι δεν έχω περάσει τη σχολική χρονιά της Γ’, δηλαδή, δεν την έχω περάσει ποτέ εγώ, με αποτέλεσμα… Βέβαια, δεχόμουνα την επίθεση από τα άλλα τα παιδιά, διότι ήμουνα ένα χωριατόπαιδο, το οποίο είχα πάρα πολύ δύσκολη εκφορά λόγου, με αποτέλεσμα, ξέρετε, ας πούμε. Να κάνω μια… να ανοίξω μια παρένθεση και να πω ότι στο χωριό μας είχαν έρθει πενήντα οικογένειες βλάχικες, με την έννοια ότι ήταν… αυτοί δεν είχαν σπίτια, είχαν καλύβες. Και ήρθαν πενήντα οικογένειες και εγκαταστάθηκαν στο χωριό μας μόνιμα. Σήμερα έχουν χώρια. Μάλιστα, ένα παιδί το οποίο ήρθε και κάθισε στο θρανίο μου, έγινε καθηγητής πανεπιστημίου –από τους Βλάχους, ας πούμε– και ονομαζόταν Σούλιος Γεώργιος. Αυτό το παιδί –πρέπει να είναι τώρα συνταξιούχος, βέβαια, κι αυτός– ήτανε στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Λοιπόν, αλλά όταν ήρθα στην Αθήνα, που έλεγα προηγουμένως-
Συγγνώμη, να σας διακόψω λίγο, να διορθώσω το μικρόφωνό σας, χίλια συγγνώμη.
Λοιπόν, όταν λοιπόν ήρθα στην Αθήνα, ό,τι και να ’λεγα, είχα την ειρωνεία των συνομήλικών μου, με αποτέλεσμα… –«βλάχο» με ανεβάζαν, «βλάχο» με κατεβάζαν– οπότε, καταλαβαίνεις ότι εγώ δεν μιλούσα στο σχολείο, στο Δημοτικό. Μέχρι τον έκτο μήνα –και ήμασταν εβδομήντα-ογδόντα παιδιά στην τάξη μέσα, ήταν [00:05:00]πάρα πολλά τα παιδιά– οπότε, στον έκτο μήνα, νομίζω, μας έβαλε να γράψουμε μία έκθεση η δασκάλα μας –Δ’ τάξη Δημοτικού πήγαινα– και σταμάτησε δίπλα μου. Σταμάτησε δίπλα μου η δασκάλα μου και μου λέει: «Εσύ πώς λέγεσαι;». Της είπα εγώ το επίθετό μου. Μου λέει: «Από πού είσαι;». Και της είπα το χωριό μου, οπότε μου λέει: «Εγώ έχω κάνει δασκάλα στην Κορομηλιά» – ένα χωριό που είναι απέναντι ακριβώς. Με αποτέλεσμα, μου λέει: «Πολύ ωραία αρχίζεις την έκθεση σου». Δεν με γνώριζε, δηλαδή, έξι μήνες, εγώ δεν μιλούσα και καθόλου, δεν με γνώριζε καν αυτή η δασκάλα μου. Με αποτέλεσμα, την άλλη μέρα με σήκωσε, βέβαια, πάνω και ευτυχώς, είχα γυρισμένη την πλάτη και δεν τρομοκρατήθηκα τόσο πολύ με τα παιδιά, ώστε να πάθω μπλακάουτ. Τέλος πάντων, έκτοτε, μετά μου έβαλε και να παίξω και σε ένα ρόλο που παίζουν, ας πούμε, τα παιδάκια, όταν γίνονται το τέλος της χρονιάς. Εξελίχθηκα σε έναν καλό μαθητή, εν πάση περιπτώσει. Τον άλλο χρόνο πήγα σε άλλο Δημοτικό σχολείο, αλλά κι εκεί εξελίχθηκα σε καλό μαθητή, διότι… Έπρεπε, κάπου κάπου, να σηκώνομαι το βράδυ με τον πατέρα μου, ο οποίος, λόγω τραυματισμού του, που είχαν σχέση με τον εμφύλιο και τα λοιπά, είχε μία άδεια και ξυπνούσαμε πρωί για να πάμε στην Αθήνα, που έπρεπε να πουλήσει κάτι αυτός, κουλούρια και σάντουιτς και τέτοια πράγματα, σε κέντρα που… Κι εγώ καθόμουνα στην άδειά του, που είχε στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου. Τέλος πάντων, σημασία έχει ότι ο δάσκαλος έλεγε ότι –όταν κάναμε «Ο μικρός μανάβης»–, λέει: «Να, κάτι σαν το Σωτήρη τον Τσινέ, ο οποίος…», είχαν μάθει τότε, γιατί με είχαν δει τα παιδιά κάποιες Κυριακές, που πήγαινα εκεί πέρα, στη δουλειά του πατέρα μου. Με αυτό τον τρόπο μεγαλώσαμε και τελείωσα… την ΣΤ’ Δημοτικού είχα έρθει στην Αθήνα και στην πλατεία Κουμουνδούρου. Στην πλατεία Κουμουνδούρου, σημαντικό ρόλο έπαιξε στην εξέλιξή μου, ότι υπήρχαν τρία παλαιά βιβλιοπωλεία χρησιμοποιημένων βιβλίων, τα οποία ήταν δεύτερο χέρι κι εγώ έπαιρνα από εκεί τα κλασσικά εικονογραφημένα τότε. Με αποτέλεσμα, με μια δραχμή –γιατί εγώ πάντα είχα… Αρχίσαμε να τρώμε και κρέας την Κυριακή, πλέον, δεν ήμασταν με τα κόκαλα και δεν ήμασταν με τα φαγητά τα συνηθισμένα. Πηγαίναμε το φαγητό στον φούρνο, διότι δεν υπήρχαν ηλεκτρικές κουζίνες, ηλεκτρικές… –καλά, πλυντήρια, θερμοσίφωνες και τέτοια, ακόμα ήτανε… το ’56-’57. Και βέβαια, στο σχολείο αυτό που πήγα – άλλο πρόβλημα κι αυτό, γιατί ήρθαμε στο κέντρο. Το κέντρο είναι δύσκολο να… Τα παιδιά είναι πιο… ήταν διαφορετικής νοοτροπίας, με αποτέλεσμα… Ευτυχώς, θυμάμαι, μας βάζει ο δάσκαλος, ο κύριος Ψύλλας, να γράψουμε στο τετράδιό μας δύο σειρές, τρεις. Έγραφε ένα κείμενο στον πίνακα και το κάναμε αντιγραφή. Και μετά, σηκώνει δύο κορίτσια και λέει, να πούμε: «Να ’ρθειτε να μου πείτε στο αυτί ποιανού γράμματα είναι τα καλύτερα». Αυτές, όμως, δεν με ξέρανε εμένα και κατάλαβα ότι ήταν και πιο βλάχες από μένα. Τη στιγμή που, πηγαίνοντας να του πουν ποιος έχει τα καλύτερα γράμματα, αφού τα είχα εγώ, δεν μπορούσαν να πουν το όνομά μου, δεν το ξέρανε και με δείχναν με το δάχτυλο και έβλεπε όλη η τάξη ποιον δείχνανε. Οπότε αμέσως γίνεσαι και πιο διάσημος, αμέσως αμέσως μετά, στο σχολείο. Η αδερφή μου ήτανε σε μικρότερη τάξη. Αμέσως, ρωτάγανε τα κορίτσια: «Ποιος είναι;» την αδερφή μου, πλησιάσανε. Θυμάμαι, εν πάση περιπτώσει, τελείωσα το Δημοτικό με πολύ καλή επίδοση, αλλά μετά έπρεπε να πάω να δουλέψω και να πάω σε νυχτερινό σχολείο. Οπότε πήγα σε μία σχολή τεχνιτών, που λεγόταν «Ήφαιστος», νυχτερινή σχολή και έπρεπε να δουλεύουμε το πρωί. Όπου ξεκίνησα να δουλεύω –θα το πω και παρακάτω αυτό, πώς ξεκίνησα να δουλεύω. Οπότε έπρεπε να πηγαίναμε το πρωί στη δουλειά, μέχρι τις δύο-δυόμισι η ώρα δουλεύαμε. Μετά, μέχρι τις πέντε, καθόμασταν και δουλεύαμε πέντε με εξίμισι και πηγαίναμε, στις εφτάμισι με οχτώ, πηγαίναμε σχολείο –δεν θυμάμαι, εφτά; Τέλος πάντων. Σημασία έχει ότι είχαμε πρωινή δουλειά, μεσημβρινή, έτσι, ξεκούραση, απογευματινή δουλειά και μετά σχολείο. Οπότε, όταν έφευγες στις εφτά η ώρα το πρωί από το σπίτι σου, έπρεπε να πηγαίνεις [00:10:00]στις δέκα το βράδυ. Γιατί καταλαβαίνετε πώς ήταν τα ωράρια, τα ωράρια τότε. Λοιπόν, τελείωσα και το σχολείο το… Τι άλλο σημαντικό γεγονός έχω να πω για τα σχολικά μου χρόνια… Δεν νομίζω. Μετά τελείωσα τον «Ήφαιστο». Στον «Ήφαιστο», πάλι, εξακολουθούσα να είμαι ένας καλός μαθητής. Δεν είχαμε, βέβαια, τα μαθήματα τα οποία εμένα μου άρεσαν. Τα περισσότερα ήταν τεχνικά. Εμένα μου άρεσε η Ιστορία, Γεωγραφία και αυτά τα πράγματα. Αλλά έλα που, όσο ήμουν στην ΣΤ’ Δημοτικού, είχα διαβάσει όλους τους μεγάλους Ρώσους συγγραφείς, Γάλλους, Άγγλους, Ιταλούς, Αμερικανούς. Δηλαδή, είχα διαβάσει τα κλασσικά, διακόσια κλασσικά. Τα οποία, βέβαια, πρέπει να πω ένα σημαντικό [Δ.Α.] η τελευταία σελίδα ήταν αφιερωμένη σε μια ιστορία σκύλου, στη σχέση του με τους ανθρώπους. Και είχε πάρα πολύ συγκινητικές ιστορίες με σκύλους, οι οποίοι, βέβαια, δεν μου άλλαξαν τη νοοτροπία. Εμένα, πιστεύω ακράδαντα ότι ένα σκυλί μπορεί να είναι πολύ καλός φίλος, οπωσδήποτε, αλλά όμως είναι για το χωριό, δεν είναι για την Αθήνα. Λοιπόν, τελειώνοντας αυτό εκεί πέρα, αφοσιώθηκα στη δουλειά μου. Τελείωσα τον «Ήφαιστο» δουλεύοντας με τον κύριο Ηρακλή Μαρκουίζο, ο οποίος ήταν το αφεντικό μου και ήμουνα πάντοτε κοντά του. Ήτανε ένας εξαιρετικός κύριος από την Τήνο, που καυχιόταν ότι στην Τήνο είχε να γίνει έγκλημα εκατόν εξήντα χρόνια τότε. Δηλαδή, πόσο ήπιοι ήταν οι άνθρωποι της Τήνου. Παρόλο ότι αυτός ήταν καραμανλικός, εγώ ήμουνα από την αριστερά, υποτίθεται, πλευρά. Αλλά, βέβαια, πάντοτε έβγαζα ένα συμπέρασμα –και μπορεί να με βοήθησε κι αυτός– ότι η Ελλάδα είναι ένας κήπος, στον οποίο υπάρχουν φυτά, περισσότερα τα δηλητηριώδη από τα φυτά που λέγονται βότανα. Οι χαρακτήρες των Ελλήνων έχουν περισσότερο δηλητηριώδη φυτά απ’ ό,τι είναι τα βότανα. Τέλος πάντων, πέρασε και με αυτόν.
Πήγα στον στρατό. Ένα σημαντικό πράγμα που έγινε με τον στρατό, ήταν ότι ο αδερφός μου –είχαμε με το χωριό μας, βέβαια, μια αγάπη, όπως καταλαβαίνετε, γιατί τα παιδικά μας χρόνια τα είχαμε περάσει εκεί. Ο αδερφός μου πήγε, λοιπόν, στο χωριό να περάσει περιοδεύων, αλλά εμείς είχαμε ένα φάκελο να! Με αποτέλεσμα, τον αδερφό μου τον στείλαν –ενώ ήταν ηλεκτρολόγος κι αυτός και μεγαλύτερος δύο χρόνια– τον στείλανε ημιονηγό, δηλαδή στα μουλάρια. Εγώ, βλέποντας ότι ο αδερφός μου πήγε στα μουλάρια, δεν πήγα να περάσω από το χωριό μετά στο… Πήγα στο Ρουφ. Πέρασα στην Αθήνα, γιατί άμα ήσουν πάνω από διακόσια χιλιόμετρα μακρινή απόσταση το χωριό σου, είχες δικαίωμα να πας στον τόπο που έμενες. Οπότε, πάω στο Ρουφ και περνάει περιοδεύων ο Νομός Φθιώτιδος. Και ήμαστε γύρω στα εκατόν πενήντα άτομα τώρα εδώ πέρα, έτσι; Εκείνη την ημέρα συνέβη ένα επεισόδιο, βέβαια, στο οποίο μπορεί να έπαιξε κάποιο ρόλο στη ζωή μου μετέπειτα. Δηλαδή, σε μια στιγμή που καθόμασταν έξω από ένα κτήριο, βγήκε ο λοχαγός με έναν στρατιώτη για να μας διαβάσει κάτι. Αλλά ένας από τους παραβρισκόμενους έκανε το πρόβατο, βέλαξε δηλαδή. Τσαντίστηκε ο λοχαγός, μπαίνει μέσα, «Δεν θα περάσει κανένας περιοδεύων» και τα λοιπά, μπαίνει μέσα. Αλλά, βέβαια, αυτό ήταν αδύνατο. Δεν το καταλάβαινε. Ξαναβγαίνει έξω και παίρνει τις ταυτότητες από τους τρεις, μεταξύ των τριών ήμουν κι εγώ. Μας παίρνει τις ταυτότητες, φωνάζει τα ονόματα –λέει: «Εσύ, εσύ κι εσύ. Ελάτε εδώ». Πάμε εκεί και λέει: «Την ταυτότητα». Του δίνουμε την ταυτότητα. Την παίρνει την ταυτότητα και λέει, να πούμε: «Περιμένετε». Περιμένουμε κι εμείς. Μετά από λίγο, βγαίνει ο φαντάρος έξω και λέει: «Οι τρεις με τις ταυτότητες να περάσουν μέσα». Περνάμε και οι τρεις. Και εγώ πήγα τρίτος, για να δω τι γίνεται κιόλας. Πάει ο πρώτος, λέει: «Εγώ εκείνη την ώρα ήρθα, κύριε λοχαγέ». «Αν δεν μου πεις ποιος έκανε το πρόβατο, δεν περνάς περιοδεύων». Λέει: «Εγώ εκείνη την ώρα ήρθα, κύριε λοχαγέ. Δεν είδα». «Χάσου από μπροστά μου!» Τον διώχνει, λοιπόν, κακήν κακώς. Πάει ο δεύτερος με μια άλλη δικαιολογία, τον διώχνει κακήν κακώς. Και μου λέει: «Είσαι ο τρίτος κι αν δεν μου πεις ποιος έκανε το πρόβατο, δεν περνάς περιοδεύων». Οπότε, εγώ του απαντώ ότι: «Άμα θες τέτοιους άντρες να πάρεις στον στρατό, να πας να κοιτάξεις αλλού, γιατί εγώ δεν πρόκειται να σου πω κι ας το ξέρω». «Τσακίσου, αλήτη, από μπροστά μου!» και[00:15:00] τα λοιπά, με διώχνει κι εμένα. Εντάξει, δεν πειράζει. Αλλά σε πέντε λεπτά, που βγήκαμε έξω, έρχεται και με φωνάζει εμένα. Μπαίνοντας εγώ μέσα πάλι –ο φαντάρος ήρθε και με φώναξε– ,μπαίνοντας μέσα, τι να δω! Μες στο γραφείο του ήτανε τριάντα αξιωματικοί. Είχε καλέσει όλο το προσωπικό που είχε το κτήριο μέσα, τους αξιωματικούς, και τους είχε στο… Και τους λέει: «Να, αυτό το παλιόπαιδο», λέει, «να μην το χαρακτηρίσω αλλιώς, μου είπε, μου έδωσε αυτή την απάντηση». Αλλά ένας αξιωματικός, που ήτανε δίπλα μου όταν μπήκα μέσα, γυρίζει και μου λέει: «Καλά του ’πες, ρε λεβέντη, τον…», και τον χαρακτήρισε με κάτι που χρησιμοποιούν τακτικά οι Έλληνες στον διάλογο που κάνουν μεταξύ τους. Εν πάση περιπτώσει, μου λέει… γελούσε αυτός και χάρηκαν όλοι οι αξιωματικοί που του μίλησα, φαίνεται, έτσι, ώστε μου δίνει την ταυτότητα και μου λέει: «Πάρε την ταυτότητα και θα πας απ’ την άλλη πόρτα να βγεις, να μην πας από κει πέρα» και τα λοιπά. Πράγμα που πω εγώ δεν τον άκουσα καθόλου, βέβαια, γιατί πήγα κανονικά. Αλλά μ’ έριξε στο Λιμενικό. Πέρασα το ναυτικό μου στο Λιμενικό. Δηλαδή, πάω στο… μου λέει «Ναυτικό». Το πρώτο τρίμηνο –θυμάμαι, συγκεκριμένα, ήταν το 1965 που παρουσιάστηκα εγώ– είχα πάει στον Πειραιά. Κάτι βλακώδη επεισόδια εκεί πέρα στην παρουσίαση. Εν πάση περιπτώσει, εμένα με στέλνουν σε ένα γραφείο. Μας κούρεψαν, έτσι; Μας πήραν τα χαρτιά και τα λοιπά, κουρευτήκαμε. Και μας παίρνουν μια ομάδα να πάμε να πάρουμε ρούχα. Και ξαφνικά, φωνάζει το όνομά μου και μου λέει: «Εσύ θα πας σε αυτήν την πόρτα και οι άλλοι να έρθουν μαζί μου». Εγώ βέβαια, αμέσως, είχα τη μύγα, με αποτέλεσμα, λέω: «Πού πάω τώρα;» Μπαίνοντας μέσα εκεί πέρα, στο Ναυτικό, βλέπω τα ρούχα –ήταν αποθήκη ρούχων εκεί πέρα–, δυο υπαξιωματικοί μέσα. «Μουλάρι!» μου κάνει ένας απ’ το βάθος. «Προσοχή!». Κάθισα κι εγώ προσοχή, χαμογελώντας σχεδόν. Μου ήρθε εκεί και ήταν και μια βαριά, μπάσα φωνή, να πούμε, έτσι. Λέει: «Το εμβατήριο το ξέρεις;». «Ποιο εμβατήριο;» του λέω. «Δεν ξέρεις το εμβατήριο;» μου λέει. Λοιπόν, τέλος πάντων, έρχεται ένας ψηλός δίπλα μου και μου λέει: «Άκου, θα σ’ το πω μια φορά και θα το επαναλάβεις: “Ζωή είν’ αυτή, Ζωίτσα μου ή θάνατος, Θανάση μου;”». Με αποτέλεσμα, εμένα με πήραν τα γέλια, βέβαια, και μου λέει: «Μαλάκα, μας κοροϊδεύεις!». Τέλος πάντων, σημασία έχει ότι μου δίνουν τη στολή, τα ρούχα όλα, τα οποία μπήκαν στον σάκο και έμεινε και κενό, με τέτοιο τρόπο που τα έβαζα –φαντάσου, δηλαδή, την πίεση, καταπίεση μπορώ να σου πω. Οπότε, να πούμε, πήγα στον θάλαμο, σχεδόν μόνος μου, εντελώς, δεν είχα άλλους. Οπότε, το βράδυ οι άλλοι μιλούσαν για τους… Είχαν μέσον, υπουργούς. Είχαν μέσον, κομματάρχες. Είχαν μέσον ναυάρχους. Είχαν μέσον… Το πιο ισχυρό, βέβαια, ήταν αυτός που είχε τον καφετζή του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας. Σημασία έχει ότι ήμασταν, τότε, στο Λιμενικό εκατόν είκοσι άτομα και ήρθε ένας και μου λέει: «Ρε Τσινέ, εσύ δεν μας λες ποιον είχες μέσο;». Εγώ δεν ήξερα τίποτα απ’ όλα αυτά. Εγώ νόμιζα ότι το Ναυτικό είναι ένα. Δεν γνώριζα ότι υπάρχει Λιμενικό και υπάρχει και Βασιλικό Ναυτικό –τότε ήταν Βασιλικό, δεν είναι όπως τώρα, Ελληνικό Ναυτικό. Δεν ήξερα ποιον να πω. Αλλά, ευτυχώς, με έβγαλε από την πλάνη ένα παιδάκι, το οποίο αγόραζε τότε εφημερίδα μέσα στο στρατόπεδο, την «Ελευθερία». Αλλά έμαθε… Αυτό είχε πάει από δεκαέξι χρονών στα καράβια –το θυμάμαι σαν και τώρα– και αφού πήγε στα καράβια, άκουσε ότι όσοι υπηρετούν στο Ναυτικό, λαμβάνεται σαν τετελεσμένη εργασία η υπηρεσία στο Ναυτικό. Δηλαδή, είκοσι εφτά μήνες θα καταγραφόταν, θα ασφαλίζονταν αν ήταν στο Λιμενικό –στο Ναυτικό στο Εμπορικό, γιατί ήταν στο Εμπορικό Ναυτικό και ήταν Υπουργείο Εμπορικού Ναυτικού, οπότε αυτοί πηγαίναν… Αλλά Λιμενικό δεν έχει. Και πήγε στον διοικητή και του λέει: «Κύριε διοικητά, αυτό κι αυτό. Θέλω να φύγω, να κάνω αμοιβαία –να κάνω μετάθεση». Τον αγκάλιασε ο διοικητής: «Θα σου κάνω εγώ μια αμοιβαία μετάθεση με ένα εξαιρετικό παιδί, το οποίο είναι… Θα σε στείλω σε καλή Μονάδα» και τα λοιπά. Αλλά την άλλη μέρα, που πήγε να πάρει την… του είχε πει ο διοικητής να πάει να πάρει τη μετάθεση, του φέρθηκε εντελώς διαφορετικά και τον έδιωξε, λέγοντάς του ότι δεν γίνεται σε αυτουνού την περίπτωση, διότι ήταν εντολή του [00:20:00]Παπανδρέου, που τότε ήταν Υπουργός Αμύνης –του γέρου Παπανδρέου–, ήταν Υπουργός Αμύνης και πρωθυπουργός και είχε δικαίωμα. Τώρα, με πλησιάζει εμένα ο αρχηγός της Νεολαίας Κέντρου, ο οποίος είναι ο Κωνσταντίνος Βλάχος, ένα παιδί από τον Πειραιά και με χαιρετάει ένα βραδάκι που πέρασε δίπλα μου, μου λέει: «Γεια σου, ρε λεβέντη Τσινέ!» – γιατί συναντιόμασταν τα βράδια και μιλάγαμε. Εντάξει, εγώ δεν… μπορεί να ήθελε να δώσει γνωριμία. Μετά καθίσαμε μαζί στη βάρκα, πήγαμε να εκπαιδευτούμε, να κάνουμε κουπί και καθίσαμε μαζί. Συμβαίνει ένα άλλο επεισόδιο εκεί. Ένας, επειδή δεν μπορούσαν δύο βάρκες παράλληλα να περάσουν την ίδια ταχύτητα, την ίδια κίνηση και τα λοιπά –έπρεπε να κάνουμε μία άσκηση, η οποία απαιτούσε ταυτόχρονη συμπεριφορά των δύο πληρωμάτων που ήταν στις δύο βάρκες, μεγάλες βάρκες, δεκαεξάκοπες. Δεκαέξι κουπιά, τώρα, δεν μπορείς να τα κάνεις κουμάντο. Οπότε ο αξιωματικός που ήταν στη διπλανή βάρκα, όχι στη δική μας, έβρισε τον Παπανδρέου και λέει: «Τον πούστη τον Παπανδρέου», Παναγίες και Χριστούς, «Εδώ που σας έφερε» και τα λοιπά. Αλλά ο άλλος ήταν αρχηγός της Νεολαίας της Ενώσεως Κέντρου. Και του λέει: «Προσέχετε», του λέει, «πώς μιλάτε όταν μιλάτε για το όνομα του πρωθυπουργού, διότι είναι αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων». Τσαντίζεται εκείνος, λέει: «Έξω οι βάρκες! Αλήτη! Που θα μου πεις εμένα!». Και τους πάνε για ανάκριση. Σταματάμε κι εμείς την εκπαίδευση, φεύγουμε και τα λοιπά. Έρχονται το απόγευμα και λέει: «Ποιος καθόταν δίπλα στον Βλάχο; Τον ονομαζόμενο Κωνσταντίνο Βλάχο;». Λέω: «Εγώ». «Να έρθεις μαζί μας». Με παίρνουν δύο της Ναυτικής Αστυνομίας μαζί με δυο άλλους αξιωματικούς και με πάνε στον άλλο χώρο του στρατοπέδου, γιατί εγώ ήμουνα… ήτανε στον Σκαραμαγκά, βέβαια, δύο χώροι που κάνανε. Αλλού ήμασταν εμείς, του Λιμενικού, και αλλού ήταν οι άλλες ειδικότητες. Εν πάση περιπτώσει, σημασία έχει ότι με παίρνουν και πάω εκεί πέρα, με ρωτάνε τι άκουσα και τι είπαν. Τους είπα τα καθέκαστα, τι συνέβη ακριβώς. Πήγα να κάνω ένα μικρό σχόλιο, με απέτρεψαν, μου είπαν ότι: «Δεν θέλουμε τη γνώμη σου. Ευχαριστώ πολύ. Φύγε». Και με διώξανε. Βέβαια, δεν είπα αυτά που ήθελε ο αξιωματικός, που στον δρόμο μου λέγανε να πω ψέματα και τους έλεγα: «Φέρτε μου πρώτα να δω τι είπε ο άλλος. Δεν μπορώ να πω εγώ ψέματα και να…» Οπότε, δεν μου είπαν… αυτοί δεν ξέρανε και αναγκάστηκα να τους πω ακριβώς ό,τι συνέβη. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, βέβαια, να πάρει ο άνθρωπος μία ποινή, που έκανε αυτό το πράγμα, που έβρισε τον πρωθυπουργό, εκείνα τα χρόνια. Τέλος πάντων. Μετά μπορεί να πήρε προαγωγή, δεν ξέρω. Διότι όταν απολύθηκα εγώ από το Ναυτικό, σε τρεις μέρες έγινε το πραξικόπημα. Κατάλαβες; Εγώ απολύθηκα 17 Απριλίου και 21 Απριλίου έγινε το πραξικόπημα, με αποτέλεσμα να αλλάξουν τα πράγματα άρδην. Τέλος πάντων. Και έτσι, φτάνουμε στο σημείο αυτό, είκοσι ένα, πλέον, χρονών. Τώρα δεν θα σου πω και τα ερωτικά μου. Τι; Κι αυτό;
Άμα θέλετε.
Τι να πω τώρα, δηλαδή. Εντάξει, ενηλικιώνεσαι, αρχίζει και παίζει το μάτι, ενδιαφέρεται όλος ο κόσμος γι’ αυτό το πράγμα, διότι είναι… Απαιτείται σεβασμός, καταρχήν, όπως ξέρεις –αν το ξέρεις–, τα χαρακτηριστικά του ζωικού βασιλείου είναι δύο παράγοντες, που λέγονται ένστικτα. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και το ένστικτο της συνέχισης του είδους. Στα περισσότερα ζώα, βέβαια, υπάρχει μία χρονική περίοδος κατά την οποία το ζευγάρωμα οδηγεί στη συνέχιση του είδους. Υπάρχουν δύο ζώα, όμως, επάνω στον πλανήτη, τα οποία μπορούν να κάνουν την ίδια πράξη και για απόλαυση μονάχα και όχι για τη συνέχιση του είδους. Αυτά τα δύο είναι το δελφίνι και ο άνθρωπος. Λοιπόν, απαιτείται σεβασμός σε αυτά τα δύο ένστικτα, διότι διαφορετικά δεν μπορείς να… Ιδιαίτερα στους καιρούς μας, που η γυναίκα επιτίθεται –νομίζω εγώ ότι γίνεται μία επίθεση του γυναικείου φύλου εναντίον του αντρικού, το οποίο, βέβαια, νομίζει ότι είναι το ισχυρό φύλο, ενώ στην πραγματικότητα είναι το αδύνατο φύλο. Γιατί το λέω αυτό; Διότι δεν θα μπορούσε να γίνει… παρότι είχα διαβάσει μία ιστορία στη Γαλλία, μία δασκάλα έπεσε σε ένα μαθητή της και την κλείσανε δύο χρόνια φυλακή. Το κακό είναι[00:25:00] ότι μετά που την αποφυλάκισαν, αυτή ξαναπήγε με τον μαθητή της και βέβαια, μετά αυτοκτόνησε. Όχι ότι θα την κυνηγούσαν, όμως, κι άλλο. Παρόλο ότι δεν υπάκουσε στον νόμο τον γαλλικό. Αυτό το ξέρω από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, δεν ξέρω λεπτομέρειες. Σημασία έχει ότι εδώ, πλέον, μπορεί, από κακή συμπεριφορά, μία έξυπνη γυναίκα να κατηγορήσει κάποιον και να το έχει δημιουργήσει, όλη η αιτία να είναι η ίδια και παράλληλα να καταδικαστεί και κάποιος άντρας. Είναι κρίμα. Είναι άδικο. Από αυτής της πλευράς, είμαι υπέρ της πατριαρχίας, παρά υπέρ της μητριαρχίας. Εντάξει; Το ξεκαθαρίζουμε το πράγμα. Κάνε ένα διάλειμμα για να συνεχίσουμε.
Πολύ ωραία, το ξεκινάω.
Λοιπόν, λέγαμε πριν, νομίζω, ότι απολύθηκα τέσσερις μέρες πριν από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Σε λίγο καιρό μετά από το γεγονός αυτό, φύγαμε από το σπίτι και πήγαμε κοντά στον Άγιο Παντελεήμονα. Στον Άγιο Παντελεήμονα, κοντά εκεί στην οδό Αιγέως, παντρεύτηκε και ο αδερφός μου, παντρεύτηκε και η αδερφή μου –που ήταν μικρότερη– στον Άγιο Παντελεήμονα Αχαρνών. Η αδερφή μου παντρεύτηκε τον Κώστα τον Μαυρουδή, τον αδερφό του Νότη του Μαυρουδή, και ο αδερφός μου, που ήταν ο μεγαλύτερος και παντρεύτηκε πρώτος, παντρεύτηκε την Τασία του Καριώτη από την Ομβριακή, μια γειτονοπούλα μας. Λοιπόν, οπότε μείναμε μόνοι μας, εγώ με τους γονείς μου και μεταφερθήκαμε, μετά από αυτά τα γεγονότα, σε ένα σπίτι λίγο παραπάνω, κοντά στον Άγιο Παντελεήμονα πάντα, στην οδό Σωζοπόλεως. Από εκεί έφυγα κι εγώ σαν γαμπρός, δηλαδή παντρεύτηκα τη γυναίκα μου, τη Δέσποινα τη Γιαννούτσου, που ήταν από καταγωγή από την Εύβοια. Είχα γίνει πλέον τριάντα ένα χρονών, βέβαια. Τώρα, το ενδιάμεσο, δεν χρειάζεται να αναφερθώ, διότι είναι περισσότερο ατομικά, προσωπικά και επαγγελματικά, άνευ ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Οπότε, παντρεύτηκα τη Δέσποινα, η οποία βέβαια, βασικά, την ξεχώριζα όχι για… περισσότερο σαν όμορφο κορίτσι που ήταν, ας πούμε. Εν πάση περιπτώσει, ανήκει στον χώρο των αδυναμιών των ανθρώπων αυτά, δεν χρειάζεται να τα κουβεντιάζουμε ιδιαίτερα. Και προσωπικά, εντελώς, γεγονότα είναι. Και κατέβηκα στην Καλλιθέα. Βέβαια, πρέπει να πω ότι όσο ήμουν κοντά στον Άγιο Παντελεήμονα, είχα τους φίλους μου και τα λοιπά. Στο καφενείο του Βυζούρη γινόταν το πρωτάθλημα Ελλάδος, ας πούμε, για το μπιλιάρδο τότε. Είχαμε τα… εκτός από το μπιλιάρδο, είχε και δυο-τρία – πώς τα λέγαν αυτά τα παιχνίδια που παίζανε με τα… Πώς τα λένε αυτά;
Φλιπεράκια;
Φλίπερ. Είχαμε τα πάρτι μας, είχαμε τα… στη Φωκίωνος Νέγρη τα συγκροτήματα των ελληνικών, τότε, πρώτων σκιρτημάτων. Όλα αυτά τα περάσαμε, βέβαια, σε εκείνη την περιοχή, με τελικό γεγονός για μένα, πλέον, ήταν να παντρευτώ, αφού άρχισαν να απομακρύνονται και οι φίλοι και τα λοιπά, γιατί και με τις γυναίκες περισσότερο ζητούσες την επίσημη φιλία, ας πούμε, παρά τα ανεπίσημα, που δεν μπορούσαν να παρουσιαστούν και πουθενά. Εν πάση περιπτώσει, σημασία έχει ότι παντρεύομαι, κατεβαίνω στην Καλλιθέα και κάνω την πρώτη κόρη, την κόρη μου, τη Μαρίνα και μετά από δεκατέσσερις μήνες κάνω και τον γιο μου τον Νίκο. Ναι, αυτά τα δύο παιδιά. Είμαστε στην Καλλιθέα, στην οδό Αραπάκη και ζούμε εκεί σαράντα δύο χρόνια. Μεγαλώσαν τα παιδιά μας, τώρα, στο Νηπιαγωγείο και τα λοιπά. Είναι χρόνια τα οποία, βέβαια, είναι περισσότερο ειρηνικά, επαγγελματικά, οικογενειακά, όλα αυτά. Με βόλτες, ας πούμε. Τώρα, στον επαγγελματικό τομέα τι να σας πω; Πήγα να κάνω μία πολυκατοικία, τα κατάφερα, την έκανα, τελικά δεν καταστράφηκα, εντάξει, αλλά χωρίς ιδιαίτερες δυνατότητες και χωρίς την ικανότητα της χωροφυλακίστικης συμπεριφοράς, η οποία είναι απαραίτητη στη χώρα μας για να μπορέσει να επιβιώσει μία επιχείρηση. Τέλος πάντων, και παντρεύω την κόρη [00:30:00]μου με ένα παιδί από τη Ναύπακτο. Έκανε δύο κόρες, μου έκανε δύο εγγονάκια η κόρη μου, αλλά το πρώτο εγγόνι το έχω από τον γιο μου, ο οποίος ναι μεν παντρεύτηκε δεύτερος, αλλά έκανε πρώτος παιδί. Η Δέσποινα γεννήθηκε πρώτη. Η δεύτερη είναι η Πολυξένη και έχω άλλα δύο εγγονάκια, τον Ντίνο –τον Κωνσταντίνο– και τη Μαρία. Όλα αυτά συνέβησαν κατά τα χρόνια αυτά, τα οποία είναι για μένα, μπορώ να πω, ειρηνικά χρόνια, με μία άνευ συγκρούσεων ιδιαιτέρων, ας πούμε. Έχασα τη μάνα μου.
Να σας πω κάτι για τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου, βέβαια, ήταν ένα παιδί χωριατόπαιδο, ο οποίος ήτανε ο πρώτος μεταξύ έξι αδελφών, τρία αγόρια, τρία κορίτσια και παντρεύτηκε τη μάνα μου το 1939. Η μάνα μου ήταν από ένα άλλο χωριό, κοντινό μας, το οποίο λέγεται Λεύκα και ήταν μια γυναίκα με ιδιαίτερα χαρίσματα, θα σας πω, θα έλεγα, αλλά και με μία αμόρφωτη σοφία –αδιαμόρφωτη να την πεις; Εν πάση περιπτώσει, μορφωμένη δεν ήτανε, βέβαια, δεν ήξερε να βάλει την υπογραφή της. Από την άλλη πλευρά, όμως, όταν έλεγε κάτι, συνέβαινε. Δηλαδή, την αδικούσε κάποιος, ανεξαρτήτου κόμματος και ανεξαρτήτου αρχής και εξουσίας, ήταν να μην τον καταραστεί, έτσι; Δηλαδή θα σας πω τρία επεισόδια που είναι σημαντικά στη ζωή μου, να πούμε. Πρώτα πρώτα, όταν ήταν ο άντρας της αντάρτης στο βουνό, ήρθε η βοήθεια η αμερικανική στο χωριό μας και ήρθε ένα τρακτέρ και είχε και ξυλεία για επανόρθωση των κατοικιών και τα λοιπά. Και μόλις ο υπεύθυνος της μοιρασιάς εκεί είπε το όνομά της, συνεχίζοντας, λέει: «Να σου φέρει ο άντρας σου απ’ το βουνό εσένα». Οπότε η μάνα μου, ενώπιον όλου του χωριού, που είναι στην πλατεία, του φωνάζει από κάτω: «Να την κρατήσεις και να την κάνεις κάσα» – την ξυλεία που θα έπαιρνε. Και σε ένα μήνα ο άνθρωπος σκοτώθηκε. Δεν φτάνει αυτό. Ο πατέρας μου, μετά, τραυματίστηκε, πιάστηκε αιχμάλωτος, πήγε στο… του κάναν εγχείρηση, του βάλαν νεύρα στο χέρι από κουνέλι και τα λοιπά και τον δικάζουν. Με μαρτυρίες, τα οποία δεν είχε καμία σχέση με τον πατέρα μου, βέβαια, διότι ο πατέρας μου… Μια φορά –να σας πω ένα ενδιάμεσο, έτσι, δηλαδή τι χαρακτήρας ήτανε– πήγε να δει έναν αγώνα μεταξύ Καρπόζηλου και ενός αλλουνού ονόματος τότε. «Τρεις μέρες», λέει η μάνα μου, «έχασε τον ύπνο του, γιατί είδε αίματα». Και τον κατηγορούσαν τον πατέρα μου ότι σκότωσε τον τάδε, τον τάδε. Πάνε, λοιπόν, στο δικαστήριο, στο Στρατοδικείο της Λαμίας και ο υπεύθυνος του χωριού μας πηγαίνει δώδεκα γυναίκες, οι οποίες είχαν χάσει τον άντρα τους από τους… ή στον εμφύλιο ή και πριν, ας πούμε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι τον καταδικάσανε δώδεκα φορές εις θάνατον. Και λέει, φωνάζει ο αρχηγός εκεί πέρα, που είχε πάρει τις μάρτυρες, τις γυναίκες: «Πάμε, γυναίκες, σε λίγες μέρες θα ακούσουμε την καμπάνα του». Έλα, όμως, που πέφτει στην πόρτα έξω και, λέγοντας αυτή την κουβέντα, ήταν στην πόρτα της αιθούσης και η μάνα μου ήταν απ’ έξω και καθότανε στην καρέκλα του χωροφύλακα. Και του λέει με μία ταχύτητα, η οποία απαιτεί γνώσεις και απαιτεί ετοιμότητα, δηλαδή, ανταπαντήσεως, η οποία σπάνια ανευρίσκεται. Τι του είπε; «Αν έχεις δίκιο, να ακούσεις την καμπάνα του. Αν έχεις άδικο, να ακούσει αυτός τη δική σου». Και σκοτώθηκε ο άνθρωπος. Σε ένα μήνα σκοτώθηκε κι αυτός. Το ’52, πριν φύγουμε από το χωριό, παντρεύεται ο αδερφός του πατέρα μου ο μικρότερος, που ήταν κι αυτός εξορία, γιατί τον συλλάβανε κι αυτόν, λόγω συγγένειας και λόγω, μάλλον, ενός λάθους που έκανε, γιατί εκεί παρουσιάστηκαν κάποιοι και του είπαν: «Θα κάνουμε επίθεση» –ότι ήταν αντάρτες δήθεν– «στον Δομοκό», αυτός ενθουσιάστηκε και άρχισε να μιλάει. Οπότε, τον συλλάβανε, τον σπάσαν στο ξύλο και τον στείλανε και εξορία. Εν πάση περιπτώσει, επέστρεψε κι αυτός και παντρεύτηκε στο χωριό μας και η πεθερά της μάνας μου είχε τη φαεινή ιδέα να τη βγάλει τη μάνα μου έξω από το σπίτι, να τη στείλει δίπλα, σε έναν χώρο. Και φωνάζει η μάνα μου, μπροστά στη γειτονιά, τώρα, όλη: «Όπως με βγάζεις από το σπίτι, έτσι να βγεις από την [00:35:00]κάσα σου!» [Δ.Α.] γυναίκα ήταν. Τι συνέβη; Είκοσι πέντε χρόνια μετά, θυμάμαι, που είχα απολυθεί εγώ τότε, είχα αρραβωνιαστεί –εγώ θα ήμουν, τώρα, έξι χρονών, έτσι;–, είχα αρραβωνιαστεί θυμάμαι και είχα πάρει και τη γυναίκα μου μαζί και πεθαίνει η γιαγιά, η μάνα του πατέρα μου. Και είμαστε στη Γλυφάδα και την πηγαίνουν στο νεκροταφείο. Τότε ήταν αμερικάνικες βάσεις εκεί. Το ’76 ήταν. ’75. ’75-’76. Έρχεται μία οδηγός με το αυτοκίνητο και τραβάει μία στη νεκροφόρα από το πλάι και ανοίγει η κάσα και βγαίνει η πεθερά μου έξω –η πεθερά της μάνας μου, η γιαγιά μου. Άκουγα εγώ φωνές, κραυγές, ας πούμε, τι είχε συμβεί, να πούμε. Λέω κι εγώ στη μάνα μου μετά από λίγο καιρό: «Ρε μάνα, τι ήταν αυτό το πράγμα;» Και μου απαντάει αμέσως: «Ήμουν καλή γυναίκα και με άκουγε ο Θεός». Άβυσσος τώρα, βέβαια, αυτά τα πράγματα δεν μπορεί να καταλάβεις. Διότι λέει ένας Αμερικανός φιλόσοφος: «Οι άνθρωποι πιστεύουν σε κάτι που δεν βλέπουν και καταστρέφουν κάτι που βλέπουν». Πιστεύουν στον Θεό και ακολουθούν, ας πούμε, και μπορεί να σκοτώσουν ανθρώπους γι’ αυτό. Από την πλευρά, καταστρέφουν τη φύση, την οποία την έχουν μπροστά τους και πρέπει να την… Τέλος πάντων. Και έτσι πέρασα τη ζωή μου, μπορώ να πω, μέχρι που πήρα και τη σύνταξή μου και ασχολήθηκα πλέον με την περιοχή μου και με τη χαρά μου για τη μυθολογία μας και την Iστορία που έχουμε. Τώρα είμαι εβδομήντα εννέα χρονών. Γεννήθηκα στις 10 Φεβρουαρίου 1944. Οπότε, μπορώ να πω ότι έκανα έναν κύκλο, φορτωμένο μεν… Κατά την άποψή μου, δεν έχω κάνει κανένα κακό σε κάποιον.
Θέλετε να μου πείτε… μου είπατε πριν θέλατε να μου πείτε για την καταγωγή του επιθέτου σας.
Ναι. Λέγομαι, λοιπόν, Τσινές. Τσινές, δεν υπάρχει εύκολο όνομα, ας πούμε, να το βρίσκεις παντού στην Ελλάδα και κάθισα και το έψαξα. Λοιπόν, αλλά η μεγάλη αιτία ήταν ότι ο γαμπρός μου, ο Κωνσταντίνος ο Μαυρουδής, ήτανε τοπογράφος και του ανέθεσαν να κάνει μία διαπλάτυνση πλατείας στην Κω. Και μου κάνει ένα παράξενο γεγονός –μου φάνηκε εμένα–, ότι βρέθηκαν με το ίδιο επίθετο δέκα ιδιοκτήτες γύρω γύρω στην πλατεία που θα γινόταν – πώς λέγεται όταν παίρνεις ένα χώρο;
Απαλλοτρίωση;
Απαλλοτρίωση. Γινόταν απαλλοτρίωση κάποιων οικοπέδων γύρω γύρω, για να γίνει η πλατεία. Και οι δώδεκα στους δεν ξέρω πόσοι ήταν οι ιδιοκτήτες, ήτανε με το όνομα Τσινές. Στην Κω, λοιπόν, απέναντι, διαπιστώνω στη Μικρά Ασία, στο νότιο μέρος, ότι υπάρχει μια περιφέρεια που λέγεται Τσινέ. Η πρωτεύουσα λέγεται Τσινέ και ο ποταμός, ο οποίος περνάει δίπλα και χύνεται απέναντι ακριβώς από την Κω, λέγεται Τσινέ. Και το έψαξα το πράγμα, οπότε τι διαπιστώνω; Ότι οι Τούρκοι ήταν, ας πούμε, όπως καταλαβαίνεις, μία φυλή από τη Μογγολία. Οι Τούρκοι και οι Ούνοι ήταν οι δυο φυλές, οι οποίες κάνανε συνέχεια λεηλασίες στην Κίνα και γι’ αυτό έγινε και το Σινικό Τείχος, για αυτούς έγινε, για να μην μπαίνουν μέσα με… Λοιπόν, αυτοί όμως, επειδή είχαν καταλάβει πλέον την Κίνα, είχαν καταλάβει την Περσία και είχαν καταλάβει και το Βυζάντιο, ονόμασαν Κίνα, «Τσιν», γιατί Τσιν είναι ο πρίγκιπας, ο οποίος από έναν πριγκιπάτο της Κίνας έκανε επίθεση το 240 π.Χ. και κέρδισε όλους τους αντιπάλους του και έκανε την αυτοκρατορία της Κίνας. China είναι στα αγγλικά, Cinese ιταλικά λέμε τους Κινέζους. Το τσιν, άραγε, εμάς η καταγωγή μας πρέπει να είναι από την Κω και κάποιος να ήρθε κάπου εκεί για να κρυφτεί μάλλον, γιατί ήθελε να είναι και με Έλληνες και με… Τώρα, αν με πάρεις εμένα και με ρωτήσεις, θα σου πω: «Ξέρεις κάτι; Είμαι Δωριέας, κατευθείαν, από καταγωγή από εκατό γενεές πιο μπροστά», γιατί τρεις χιλιάδες χρόνια έχουν περάσει από τότε, οπότε οι δικοί μου, οι πρόγονοί μου πρέπει να φτάνουν μέχρι τους Δωριείς, οπωσδήποτε. Δεν μπορεί να ζεις εσύ σήμερα και να μην υπήρχε ένας πρόγονος πριν από πέντε χιλιάδες χρόνια. Κάποιος υπάρχει. Η σειρά των πραγμάτων. Για να χαρείς τη ζωή εσύ… πώς λέει ο Μέγας Αλέξανδρος: «Τη ζωή μου, το ζην το οφείλω στον πατέρα μου, το ευ ζην το οφείλω στον δάσκαλό μου». Για να ζήσεις καλά, πρέπει να έχεις και [00:40:00]κανένα καλό δάσκαλο. Διαφορετικά, θα είσαι ένα ζώο κι εσύ, όπως όλα τα ζώα. Άμα δεν μάθεις γλώσσα, τρόπους, αρχές, ιδεολογίες, ένα σωρό θρησκείες και τα λοιπά, που έχουμε. Τέλος πάντων, ανακάλυψα ότι μπορεί κάποιος που έφυγε από εκεί, δεν ξέρω με τι όνομα, τουρκικό ή ελληνικό, σημασία έχει ότι το 1837 υπάρχει το πρώτο όνομα στο χωριό μας. 1837, διότι έχουμε και το όνομα, το δέντρο του χωριού, όλων των επιθέτων, έτσι; Το χωριό μας έχει –πώς λέγονται αυτά τα δέντρα;–, «Το γενεαλογικό δέντρο της Ομβριακής» ονομάζεται. Το έχει γράψει ο Θοδωρής ο Αποστολόπουλος. Είναι θαμμένος αυτός στο νεκροταφείο του Παπάγου, διότι είχε παντρευτεί ένα κορίτσι από κει. Ήταν διευθυντής σε μία ασφαλιστική εταιρεία γερμανική και είχε κάνει τις σπουδές του στη Γερμανία. Από τα πρώτα παιδιά ήταν που είναι μορφωμένα. Ευχαριστώ πολύ που με ακούσατε.
Κι εγώ ευχαριστώ. Θέλετε να μου πείτε και κάποια ιστορία ή κάτι από την καθημερινότητά σας που θυμάστε από το χωριό σας;
Τώρα…
Θέλετε να σταματήσουμε;
Να σταματήσουμε [Δ.Α.]-
Ωραία.
Λοιπόν, έτοιμοι. Ξεκινάμε για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τώρα. Ας πούμε κάτι που συνέβη εκείνες τις ημέρες. Εγώ, το σπίτι μου είναι σχετικά κοντά στο Πολυτεχνείο, είμαι στον Άγιο Παντελεήμονα, οπότε είμαι ανύπαντρος και βέβαια είμαι πολιτικοποιημένο άτομο, με την έννοια ότι ήμασταν κυνηγημένοι από μικρά παιδιά. Λοιπόν, όχι φανατισμένο, όχι κομματικοποιημένο, είπα… όχι κομματικοποιημένο, είχα μία πολιτισμική τοποθέτηση, εν πάση περιπτώσει, την οποία τη θεωρώ ακόμη την ίδια. Παρότι έχω περάσει από πολλούς χώρους. Αλλά πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της πατρίδας μου. Και επειδή η πολιτική είναι η επιστήμη του εφικτού –έτσι λένε, η πολιτική ονομάζεται η επιστήμη του εφικτού–, γι’ αυτό εγώ θεωρώ πάντοτε τι μπορεί να κάνεις μέσα στα πλαίσια στα οποία βρίσκεσαι. Όχι ονειροπαρμένες, πώς λέγονται αυτές οι ιδεολογίες, που είναι οι διακοπές της σκέψης, γιατί λέει: «Και η σκέψη των ανθρώπων θέλει να κάνει διακοπές κάποτε». Και πού τις κάνει; Στη θρησκεία και στις ιδεολογίες γενικότερα. Γιατί και η θρησκεία τι νομίζετε ότι είναι; Τόσο φανατισμένοι μουσουλμάνοι πού βρέθηκαν; Τέλος πάντων. Λοιπόν, με το Πολυτεχνείο σχετικά τώρα. Έτσι, την ημέρα του Πολυτεχνείου, την πρώτη μέρα, πηγαίνω εκεί και είμαι απέναντι σε ένα ξενοδοχείο που λέγεται «Ακροπόλ», στην πόρτα. Οπότε, πετάνε το πρώτο δακρυγόνο για να μας διαλύσουν και φεύγω, βέβαια, πηγαίνω για το σπίτι μου, με δάκρυα, πλένομαι και τα λοιπά. Έλα όμως που έλειπε ο αδερφός μου! Πάω, τον συναντάω, στο Πολυτεχνείο πάλι, ξαναπηγαίνω. Πηγαίνω εκεί πέρα, του λέω: «Έτσι κι έτσι», να πούμε, να έρθει στο σπίτι, ήταν η γυναίκα του και τα λοιπά. Και παρόλο ότι έβλεπα και τους… μέσα στους συγκεντρωμένους υπήρχαν πάντοτε αυτά τα άτομα, τα οποία παίζουν ρόλο προβοκάτσιας, λέγεται. Αλλά άμα το ’παιρνες χαμπάρι, σε έβαζαν περισσότερο στο μάτι. Εγώ το κατάλαβα έναν ότι είναι έτσι και τον σκουντάω κάποιον, που μιλούσε και του έλεγε τα σχέδιά του και τα λοιπά, και τον χτυπάω με τρόπο, περνώντας, αλλά μετά από είκοσι μέτρα γύρισα και είδα ότι με κοίταζε αυτό το βρωμερό πλάσμα με ένα μάτι φιδιού. Ενώ το πιτσιρικάς, μου λέει: «Γιατί χτυπάς, ρε φίλε;». Εγώ πέρασα κι έφυγα, δεν έδωσα σημασία, αλλά στα τριάντα μέτρα γύρισα να κοιτάξω τι γίνεται, αλλά με είχε καταλάβει ο άλλος με τη συμπεριφορά του. Τέλος πάντων, παίρνω τον αδερφό μου, γυρίζουμε σπίτι. Μετά τηλεφωνάει ένας τραυματίας του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, πατέρας μιας κοπέλας που ήταν φιλικό μας πρόσωπο κι εμένα, και μου τηλεφωνάει και μου λέει: «Η Νένα είναι μέσα». Και ο [00:45:00]φίλος της Νένας είναι στο σπίτι μου και φεύγουμε και πάμε μαζί. Εκεί βλέπουμε ένα παιδάκι… Καταρχήν, πήγα από το απάνω μέρος, από την Ασφάλεια από πάνω, από τα Εξάρχεια και μπήκα στο Πολυτεχνείο και ήταν… ήρθε ένα παιδάκι προς το μέρος μας με τρυπημένο το χέρι του, την παλάμη του, από σφαίρα, γιατί είχε βάλει το χέρι του μπροστά και το πυροβόλησαν ο άλλος. Αυτό το παίρνω και το βάζω σε ένα ταξί –συγκεκριμένα εγώ, το παίρνω και το πηγαίνω σε ένα… «Πού μένεις;» του λέω και τα λοιπά και ανεβαίνουμε προς τα πάνω, προς τα Εξάρχεια και βρίσκω ένα ταξί και τον βάζω μέσα και του λέω: «Να σου δώσω τα λεφτά να το πας το παιδί» και δέχτηκα την επίθεση από τον ταξιτζή. Και μου έκανε εντύπωση ότι… Οι καλοί άνθρωποι πάντοτε υπάρχουν βέβαια. «Σώπα, ρε φίλε, που θα με πληρώσεις για το παιδί», μου λέει και με έδιωξε. Και ξαναγυρίζω. Σπρώχναν έναν από ένα παράθυρο, να τον βάλουν σε ένα διαμέρισμα μέσα, είχε φάει μια σφαίρα στον ποπό αυτός. Τέλος πάντων, σημασία έχει ότι έγινε μία επίθεση μετά και το βάλαμε στα πόδια από κάτω, γιατί μας δείχναν από τα κάγκελα να πάμε… Πού να πας; Να πας προς την Πατησίων; Πού να πλησιάσεις; Η Πατησίων ήταν γεμάτη από αστυνομικούς και στρατιώτες. Και την κοπανάμε και ξαναγυρίσαμε πάλι σπίτι με τον… Η Νένα έμεινε μέσα. Η Νένα ένα μήνα πήγε φυλακή μετά. Τώρα έχω το βιβλίο εδώ πέρα της ξαδέρφης της, της Αρετής Πάνου, αυτό εδώ πέρα – άμα το θες, θα σ’ το πάρω να σ’ το κάνω δώρο την άλλη φορά, γιατί τώρα το πήρα, τώρα το έβγαλε το βιβλίο αυτό και είναι μία φτασμένη συγγραφεύς αυτή, γιατί πρώτη φορά, ενώ έχω πάρει και τα άλλα βιβλία της, πρώτη φορά διαπιστώνω ότι έχω να κάνω με συγγραφέα πολύ καλό. Τέλος πάντων. Και αυτή έμεινε φυλακισμένη ένα μήνα μέσα. Τέλος πάντων, τώρα δεν ξέρω, από κει και πέρα, μπορεί να μάθουμε άλλα πράγματα στην πορεία. Το Πολυτεχνείο, όπως ξέρεις, είχε τις συνέπειες που είχε για όλους μας. Εγώ, βέβαια, το ’75, σε ένα οικογενειακό συμβούλιο, είπα ότι πρέπει να φύγει η δεξιά, γιατί αυτά τα υπηρετικά πρόσωπα, τα οποία, ας πούμε, για μένα, οι στρατιωτικοί που δέχονται να κάνουν, να παίξουν ένα ρόλο στην Ιστορία ενός τόπου, είναι χειραγωγημένοι από κάποια άλλη δύναμη, η οποία δεν εδρεύει στην πατρίδα σου και δεν την ενδιαφέρει τα συμφέροντα της πατρίδας σου. Τους ενδιαφέρει περισσότερο τα συμφέροντα τα δικά τους. Εσύ τώρα, αν το καταλάβεις, δηλαδή, αν είσαι βλάκας σαν τον Ιωαννίδη και πεις ότι: «Ξέρεις κάτι; Εγώ θα ενώσω την Κύπρο με την Ελλάδα» και κάνεις το πραξικόπημα στον Μακάριο και αντί να επέμβουν οι Αμερικανοί να τον κάνουν, να τον διώξουν τον Μακάριο, επεμβαίνεις εσύ, ο Έλληνας, επεμβαίνουν οι Τούρκοι που είναι [Δ.Α.] και έχουν και δίκιο να επέμβουν μετά και σου κάνουν το κακό που σου κάνουν. Δεν σου φταίει κανένας, το μυαλό σου φταίει. Είχα… ήθελα να μάθω τι εστί Πέμπτη Φάλαγγα και ρωτάω ένα παιδάκι, που είχε έρθει από την Αλβανία, αλλά ήταν μορφωμένο παιδί. Το είχαν πάρει κάτι θείοι του που ήταν στα Τίρανα και το μορφώσανε. Και τον ρωτάω: «Τι θα πει Πέμπτη Φάλαγγα, ρε συ Άλμπερτ;». Και μου λέει: «Κοίταξε», μου λέει, «ο Φράνκο στην Ισπανία, στον εμφύλιο πόλεμο, έχει περικυκλώσει τη Μαδρίτη από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Έχει τη μία φάλαγγα στον Βορρά, μία φάλαγγα στον Νότο, μία στην Ανατολή και μία στη Δύση. Και πάει ένας δημοσιογράφος και τον ρωτάει: “Κύριε Φράνκο ποια φάλαγγα θα επιτεθεί πρώτη;” Και λέει αυτός “Η Πέμπτη”. “Μα αφού έχετε τέσσερις. Ποια είναι η Πέμπτη;” “Την Πέμπτη την έχω μέσα”, λέει». Που σημαίνει ότι είχε ανθρώπους εντός των τειχών. Πέμπτη Φάλαγγα, λοιπόν, τι είναι; Οι άνθρωποι που κάνουν τις δουλειές για τα συμφέροντα άλλων, που είναι απ’ έξω. Τέλος πάντων, αυτά και με το Πολυτεχνείο, δεν έχω τίποτα ιδιαίτερο εγώ. Βέβαια, με πιάσανε κι εμένα, με πήγανε… Είπαν, ας πούμε, ότι: «Όποιος μιλήσει εδώ πέρα, σκότωσέ τον». Τέτοιες ανοησίες γίνανε. Στο γκαράζ του ΟΤΕ στην Καλλιθέα με πήγανε, γιατί ήθελα να πάω να πληρώσω τα παιδιά που δούλευαν στου Ζωγράφου και με συλλάβανε. Την άλλη μέρα του Πολυτεχνείου… Εν πάση περιπτώσει, δεν έπαθα τίποτα ιδιαίτερο.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας πώς ήταν η ζωή σας;
Βασικά, θεώρησα ότι είναι ένα θέμα το οποίο δεν αφορούσε εμένα, διότι ούτε η αριστερά ήταν εδώ πέρα τότε νόμιμη, αλλά και οι δεξιοί είχαν τη φαγωμάρα μεταξύ τους. Δεν θα πω εγώ τώρα, ότι: «Ξέρεις κάτι; Ο Παπαδόπουλος ή ο –πώς τον λένε;– ο Ιωαννίδης ή ο Παττακός ήτανε δεξιοί κι αριστεροί». Το ίδιο δεξιοί[00:50:00] ήταν όλοι, αλλά τι δεξιοί; Δεν θέλανε να έχει ο Έλληνας στον τόπο του καμία δικαιολογία για τίποτα. Ό,τι θέλαν αυτοί κάνανε. Και βέβαια, είχαν και κάποια αφεντικά, τα οποία… Εγώ δεν λέω ότι μπορεί να βγει ένα κόμμα και να κάνει ό,τι θέλει, τη στιγμή που έχεις το ΝΑΤΟ, που έχεις τις Ηνωμένες Πολιτείες, να κάνεις εσύ ό,τι θες, ας πούμε, εκτός εαυτού. Πρέπει να υπολογίσεις ότι αυτά είναι τα πλαίσιά σου. Αλλά μην είσαι κλέφτης, μην είσαι ψεύτης, μην είσαι λωποδύτης. Πες τουλάχιστον ότι: «Έτσι κι έτσι κύριοι. Είμαστε αυτό κι αυτό. Θα κάνουμε αυτά τα οποία μπορούμε να κάνουμε». Και σου είπα, θέλω να είναι έντιμοι άνθρωποι στην πολιτική, δεν θέλω να είναι απατεώνες. Αυτός εδώ πέρα έχει πάρει από τους δεξιούς –δηλαδή ο σημερινός πρωθυπουργός δεν είναι… ούτε η Νέα Δημοκρατία είναι ούτε προοδευτικός άνθρωπος είναι. Θεωρώ ότι είναι ένα εργαλείο στα χέρια κάποιων και δουλεύει γι’ αυτούς. Αυτό πιστεύω εγώ.
Οκέι. Θέλετε να προσθέσετε κάτι άλλο;
Όχι, για την ώρα, τίποτα.
Εντάξει.
Αρκετά.
Ευχαριστώ.