© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Αύγουστος Καπογιάννης: ο ιδρυτής της εφημερίδας «Αυγή Πύργου»
Κωδικός Ιστορίας
24239
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Αντρέας Καπογιάννης (Α.Κ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
13/05/2023
Ερευνητής/τρια
Χρυσούλα Λαδέα (Χ.Λ.)
[00:00:00]Είναι Δευτέρα 14/05. Βρισκόμαστε στα γραφεία της «Αυγής Πύργου» και εγώ είμαι η Χρυσούλα Λαδέα, ερευνήτρια για το Istorima. Καλημέρα σας!
Καλή σου μέρα, Χρύσα!
Τι κάνετε;
Πολύ ωραία;
Πολύ ωραία, χαίρομαι! Θα θέλατε να μας συστηθείτε;
Βεβαίως. Καταρχήν, βρισκόμαστε στα γραφεία, τα καινούρια, βέβαια, γραφεία της εφημερίδας «Αυγής Πύργου Ηλείας», που λειτουργούν από τον Νοέμβριο του 2000. Είμαι ο Αντρέας Καπογιάννης, γιος του Αύγουστου Καπογιάννη και της Βασιλικής Καπογιάννη, το γένος Παναγιωτοπούλου, γόνος δημοσιογραφικής οικογένειας. Γεννήθηκα στον Πύργο, πήρα από τον Αύγουστο Καπογιάννη τις βασικές αρχές για τη δημοσιογραφία. Την άσκηση του δημοσιογραφικού λειτουργήματος, όπως έλεγε συχνά-πυκνά ο ίδιος.
Θέλετε να μας μιλήσετε για τον μπαμπά σας;
Βεβαίως, γι’ αυτό θα ήθελα μόνο να μιλήσω.
Από ποια οικογένεια κατάγεται, ποια είναι η οικογένειά του;
Ο Αύγουστος Καπογιάννης ήταν γιος του Ανδρέα Καπογιάννη από τον Δούκα Ηλείας, ιστορική περιοχή της Ηλείας. Ο παππούς μου γεννήθηκε στον Δούκα, ο πατέρας μου γεννήθηκε στον Πύργο. Και της Μαρίκας Καπογιάννη, το γένος Αγγελόπουλου, από αυτό το γένος, των αδερφών, δηλαδή, της γιαγιάς μου, που ήταν και δικηγόρος ο Στέφανος ο Αγγελόπουλος, ο οποίος έβγαζε ημερήσια εφημερίδα στον Πύργο, ο πατέρας μου πήρε το βάπτισμα του πυρός.
Θα ’θελα να μου πείτε, όμως, λίγο νωρίτερα ότι ο παππούς σας τι είχε; Είχε ένα;
Ο παππούς μου ήρθε σε ηλικία 8 ετών με τους γονείς του στον Πύργο και μεγαλώνοντας δημιούργησε το πρώτο βιβλιοχαρτοπωλείο.
Οπότε ο μπαμπάς, ας πούμε, η πρώτη του εικόνα με τα βιβλία και με τα γράμματα ήταν λόγω του βιβλιοχαρτοπωλείου;
Κατά πάσα πιθανότητα, ναι.
Δούλευε, δηλαδή, και εκεί πήγαινε συνέχεια;
Προφανώς πρέπει να πήγαινε, δεν το ξέρω καλά αυτό, γιατί θα πήγαινε και μαζί με τη μεγαλύτερη αδελφή του, τη Θεανώ Καπογιάννη, με την οποία αργότερα εξέδιδαν μαζί το περίφημο «Φιλολογικό Ημερολόγιο».
Άρα φαντάζομαι ότι, επειδή ήτανε στην πηγή των βιβλίων, ήτανε ένας πολύ καλός αναγνώστης από μικρός.
Του άρεσαν τα γράμματα, βεβαίως.
Πείτε μου λίγο σαν μαθητής, τι έχει βγάλει, ποια βαθμίδα έχει βγάλει;
Τότε, βέβαια, ήταν αλλιώς τα πράγματα. Τελείωσε το ελληνικό σχολείο, που ήταν κάτι αντίστοιχο με το σημερινό λύκειο.
Σχολαρχείο;
Δεν ξέρω αν το λέγανε σχολαρχείο, ελληνικό σχολείο το ξέρω, το οποίο ήταν κάτι αντίστοιχο με το σημερινό λύκειο.
Ήτανε καλός μαθητής;
Καλός μαθητής. Βέβαια, έχασε πολύ νωρίς τον πατέρα του, τον παππού μου, σε ηλικία κάπου 40 ετών, από κάποιο καρκίνωμα. Εκείνη την εποχή πέθαινε και πολύ εύκολα ο κόσμος. Και κράτησε το βιβλιοχαρτοπωλείο η γιαγιά μου, η μητέρα του, η Μαρίκα Καπογιάννη, μαζί με την πρώτη αδερφή του πατέρα μου, τη Θεανώ Καπογιάννη. Μια φτωχή οικογένεια ήταν, με τα χίλια δυο βάσανα. Βρέθηκαν και σε δυσκολίες μετά όταν έγινε και η δικτατορία του Μεταξά το ’36. Τότε σταμάτησε και η έκδοση του περίφημου «Φιλολογικού Ημερολογίου».
Πείτε μου αυτό το όμορφο που μου είχατε πει. Τι έλεγε ο δάσκαλος στα παιδιά για να στηρίξει το βιβλιοχαρτοπωλείο;
Ναι, αυτό το ’χω ακούσει που το ’λεγε ο πατέρας μου. Επειδή ήταν έτσι μια φτωχή οικογένεια, ο δάσκαλος έβρισκε έναν τρόπο να πει στον πατέρα μου να εξέλθει από την αίθουσα και θα του έλεγε πότε να επέστρεφε, γιατί ήθελε κάτι να πει. Το έμαθε, βέβαια, μετά τι ήταν αυτό που έλεγε. Και έλεγε το εξής: «Τα παιδιά να παίρνουν τα τετράδια μολύβια, ξέρω εγώ, ξύστρες και λοιπά, όλο αυτό το υλικό από το βιβλιοχαρτοπωλείο, προκειμένου να ενισχύσουνε την οικογένεια».
Πάρα πολύ ωραία. Πείτε μου λίγο για το «Φιλολογικό Ημερολόγιο», μιας και το αναφέρατε, σε ποια ηλικία άρχισαν να το εκδίδουν;
Ο πατέρας μου σε ηλικία 20 ετών και η θεία μου, η Θεανώ, η αδελφή του ήταν 28 τότε.
Πείτε μου για το «Φιλολογικό Ημερολόγιο».
Εκδόθηκε το πρώτο το 1933, κάθε Ιανουάριο του έτους. Γι’ αυτό είναι και ημερολόγιο. Και μέσα σ’ αυτό υπήρχαν συνεργασίες της συντριπτικής πλειοψηφίας των πνευματικών ανθρώπων εκείνης της εποχής. Και μιλάω σε πανελλαδική εμβέλεια έτσι, όχι σε τοπική, ασφαλώς, μόνο. Πολύ σπουδαίο! Μάλιστα, πρόσφατα, πριν από λίγα χρόνια, μιλώντας με τον καθηγητή Πανεπιστημίου της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών, τον κύριο Αθανάσιο Φωτόπουλο, το είχε κρίνει ως κάτι το μοναδικό. Και μάλιστα, όταν διετέλεσε πρόεδρος της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Πύργου, βοήθησε μέσα από ένα πρόγραμμα να τυπωθούν με φωτοαναστατική εκτύπωση τα τεύχη αυτά, οι τέσσερις εκδόσεις. Κάτι και που έγινε. Το τελευταίο τεύχος εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 1936, και θα γινόταν και η συνέχεια για το πέμπτο τεύχος τον Ιανουάριο του 1937, αλλά προέκυψε τον Αύγουστο του 1936 η δικτατορία Μεταξά και σταμάτησε η έκδοσή του. Προφανώς και για πολιτικούς λόγους, κάτι τέτοιο.
Λογοκρίθηκε; Δηλαδή θέλω να πω ότι απαγορεύτηκε ή σταμάτησαν από μόνοι τους γιατί…
Προφανώς από μόνοι τους πρέπει να το σταμάτησαν, γιατί εν τω μεταξύ υπήρχαν και αριστερές ιδέες στην οικογένεια. Ο πατέρας μου ήταν πιο μετριοπαθής, οι δύο αδελφές του ήταν πολύ έντονα στον αγώνα τον κοινωνικό και τον εθνικοαπελευθερωτικό. Αλλά εντάξει, τότε οι Αριστεροί κυνηγήθηκαν επί καθεστώτος Ιωάννη Μεταξά. Αυτά.
Πείτε μου τώρα, λοιπόν, το πρώτο σκίρτημα με τη δημοσιογραφία. Πείτε μου την ιστορία πώς ξεκίνησε να δουλεύει στην εφημερίδα, όπως είπατε.
Πρέπει να πήγαινε στις πρώτες τάξεις, ας πούμε, του γυμνασίου, όπως λέμε εμείς τώρα. Και επειδή ο θείος του, δηλαδή ο αδελφός της μητέρας του, ο Στέφανος ο Αγγελόπουλος, έγκριτος δικηγόρος εκείνης της εποχής, εξέδιδε μία ημερήσια εφημερίδα – αν θυμάμαι καλά «Τα Ημερήσια Νέα»–, στον Πύργο, και εκεί πήρε το βάπτισμα του πυρός ο πατέρας μου. Έβλεπε πώς έβγαινε μία εφημερίδα και επειδή ήταν σε ημερήσια βάση, προφανώς θα πήγαινε και τακτικά εκεί. Μέχρι που έφηβος πια και νεαρός πήγε σε μία άλλη εφημερίδα, ως συντάκτης κανονικός, στο «Εμπρός» του δημοσιογράφου Γεωργίου Τζένου. Όπου εκεί εργάστηκε κανονικά ως συντάκτης.
Στη πρώτη εφημερίδα τι ήταν αυτό που τους έβαζαν να κάνει; Που ήταν κιόλας και μαθητής και μικρός. Σας είχε πει;
Όχι, δε μου είχε πει κάτι συγκεκριμένο, αλλά από τα περιφραστικά λεγόμενα συνάγω το συμπέρασμα ότι πρέπει να ασχολείτο έτσι κυρίως με το θέμα της συλλογής της ύλης. Εργασίες στην αρχή, πρώτες φάσεις τεχνικού περιεχομένου και λοιπά. Πώς βγαίνει μία εφημερίδα, βοηθητικές εργασίες. Τώρα, παιδί ήτανε. Ξέρω γω, 12, 13, 14 χρόνων, κάπως έτσι.
Στην επόμενη εφημερίδα όμως;
Στην επόμενη εφημερίδα εργάστηκε κανονικά ως συντάκτης, έκανε ρεπορτάζ.
Έκανε κανονικά ρεπορτάζ. Ποια θέματα του κινούσαν περισσότερο το ενδιαφέρον;
Τα κοινωνικά θέματα και τα πολιτιστικά. Είχε έντονη πολιτιστική δραστηριότητα εκείνη την εποχή ο Πύργος, βέβαια.
Δηλαδή τι θυμάστε να μας πείτε;
Όχι θυμάμαι, ό,τι έχω ακούσει! Γινόντουσαν θεατρικές παραστάσεις, υπήρχαν σχήματα χορωδιακά, γινόντουσαν μουσικές εκδηλώσεις, ποιητικές βραδιές. Κάπως έτσι. Υπήρχε μια ωραία πνευματική κίνηση.
Φαντάζομαι ότι ο μπαμπάς σας, ήταν, θα λέγαμε, εδώ στον Πύργο σ’ έναν κύκλο διανοουμένων.
[00:10:00]Βέβαια. Και μάλιστα, συγκυριακά αυτό εδραιώθηκε τρόπον τινά και επεκτάθηκε όταν έκανε γαμπρό τον μετέπειτα διακεκριμένο συγγραφέα, ποιητή του φωτός, Τάκη Δόξα. Αυτός που έγραψε το «Φως της Ολυμπίας» και που απαγγέλλεται κάθε τέσσερα χρόνια στην τελετή αφής της ολυμπιακής φλόγας. Και βέβαια, υπήρχε μία κυψέλη πνευματική.
Πού ήτανε συνήθως; Πού συναντιόντουσαν αυτοί οι διανοούμενοι της εποχής;
Τώρα μιλάμε εποχή προπολεμική, πριν εκδόσει ο Αύγουστος Καπογιάννης την εφημερίδα, έτσι. Που να πω τώρα με την ευκαιρία ότι το πρώτο φύλλο εκδόθηκε στις 12 Ιουνίου. Συγγνώμη, 18 Ιουνίου του 1945. 12 Μαρτίου είναι τα γενέθλια του πατέρα μου. 18 Ιουνίου του 1945. Να κάνω έτσι ένα flashback. Μετά από την εφημερίδα την ημερήσια του Γεώργιου Τζένου, του «Εμπρός», πήγε στην «Πατρίδα». Μία τοπική, ημερήσια εφημερίδα, που εκδόθηκε, πρωτοεκδόθηκε τον Νοέμβριο του 1902 και θεωρείται μέχρι σήμερα η δεύτερη στην Ελλάδα ημερήσια εφημερίδα. Με συνεχή έκδοση. Μία διακοπή μόνο το 1944 –είναι μία ιστορία που θα την πούμε αργότερα–, όταν δημοσίευσε το διάγγελμα του Μητροπολίτη Αντωνίου, που συντάχθηκε με τις επαναστατικές, πατριωτικές οργανώσεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Τότε, προπολεμικά, λειτουργούσε η αδερφή του η Θεανώ ένα μικρό γραφειάκι στην πλατεία του Πύργου, εκεί που ήταν ο κινηματογράφος Rex. Οι παλαιοί συμπολίτες θα το θυμούνται αυτό. Τίποτα, κάπου είκοσι πέντε τετραγωνικά, εγώ που το θυμάμαι αργότερα βέβαια. Αν ήταν αυτός ο ίδιος ο χώρος, εικάζω. Εν πάση περιπτώσει, εκεί, λοιπόν, σύχναζαν πολλά ονόματα πνευματικά, όλων των τάσεων των ιδεολογικών. Και ήταν όμορφα, πολύ ωραία απ’ ό,τι μου έχουν πει, ήταν έτσι κάπως… Το να κουβεντιάζουν ποιητές, διανοούμενοι και να είναι και από όλα τα ρεύματα τα ιδεολογικοπολιτικά, εν αγαστή συμπνοία και ειρήνη, είναι κάτι πολύ όμορφο!
Ναι, φαντάζομαι. Τι γραφειάκι είχε η Θεανώ;
Έκανε γραφομηχανή, ήτανε δακτυλογράφος.
Δακτυλογραφούσε, μάλιστα. Ωραία, πάμε τώρα στην εφημερίδα «Πατρίδα».
Ναι.
Ο μπαμπάς σας εκεί έφυγε από την εφημερίδα «Εμπρός», πήγε μετά στην εφημερίδα «Πατρίς».
Να πω μια στιγμή ότι διετέλεσε επίσης… Θα έρθουμε εκεί, μην το ξεχάσω, το λέω τώρα. Όταν εκδόθηκε η «Αυγή Πύργου», στις 18 Ιουνίου του 1945, σε κάποια φάση αργότερα, αρκετά ίσως χρόνια αργότερα, υπήρξε ανταποκριτής πατρινών και αθηναϊκών εφημερίδων, έτσι. Τώρα προπολεμικά, αφού έφυγε από την εφημερίδα του Γεώργιου Τζένου, που μου έλεγε ότι ήταν πολύ καλός δημοσιογράφος. Αυτό το θυμάμαι, μου το έλεγε. Και ίσως και από κει πήρε πολλές βασικές λειτουργίες του δημοσιογραφικού λειτουργήματος.
Και ποιες ήταν αυτές;
Το πώς θα ασκεί το καθήκον αυτό, το να μένει ανεπηρέαστος, το να κάνει την δημοσιογραφία με άξονα και γνώμονα τη συνείδησή του. Να είναι πάντα σταθερός σ’ αυτήν την κατάσταση, που θα πρέπει να δώσει ένα μήνυμα στους αναγνώστες. Και δε θα πρέπει ποτέ να επηρεάζεται τι θα πει ο ένας, τι θα πει ο άλλος. Να είναι όσο το δυνατόν πιο πολύ αντικειμενικός. Γιατί η απόλυτη αντικειμενικότητα, κακά τα ψέματα, πουθενά δεν μπορεί να υπάρξει.
Γιατί έφυγε απ’ αυτήν την εφημερίδα και πήγε στην «Πατρίδα», σας έχει πει;
Δεν ξέρω, ίσως η φυσική ροή του χρόνου. Μεγαλώνοντας δηλαδή. Εκεί που στην εφημερίδα του Γεωργίου Τζένου ήταν έφηβος, έτσι. Πόσο να ήταν, 17-18; Ξέρω γω. Γιατί τότε που έβγαζε το «Φιλολογικό Ημερολόγιο», που ήτανε 20 χρόνων, εκείνη ίσως την περίοδο, που πια είχε πάρει και τα μαθήματα της δημοσιογραφίας, είχε και ένα ταλέντο μεγάλο, ήταν ένα ευρύ μυαλό και εργάστηκε ως συντάκτης, βασικός συντάκτης στην τότε «Πατρίδα», που είχε διευθυντή τον αείμνηστο ιδρυτή της, Λεωνίδα Βαρουξή.
Ποια χρονολογία εργάστηκε στην «Πατρίδα»;
Πρέπει από το… Τώρα το λέω έτσι σχηματικά. ’33 να ήταν εκεί που ήταν 20 χρονών; Μέχρι και το ’44 τον Μάρτιο, 25 Μαρτίου, που η εφημερίδα δημοσίευσε το μήνυμα, το διάγγελμα –πώς να το πω;– του αείμνηστου πατριώτη, Μητροπολίτη Ηλείας Αντωνίου, που καλούσε τον λαό ενάντια στον κατακτητή, τον Γερμανό κατακτητή. Και μετά, βεβαίως, έφυγε το βράδυ με μία τροιζήνα, όπως έλεγαν τότε, ένα όχημα μικρό των σιδηροδρόμων. Αυτά μου τα έχει πει ο πατέρας μου, γιατί το ήξερε μόνο ο πατέρας μου, ο καζάζης και ο νομάρχης τότε. Κούρασης, κάπως έτσι. Νίκος Κούρασης, πιθανόν. Αυτοί οι τρεις το ξέρανε ότι έφυγε για να προσχωρήσει στους αντάρτες, ο αείμνηστος Μητροπολίτης Ηλείας. Και έφυγε μεσάνυχτα με την τροιζήνα και πήγε στην Ολυμπία. Όπου ξημερώνοντας 25η Μαρτίου, ευλόγησε, όπως λέγεται η έκφραση, τα όπλα του ΕΛΑΣ τα τιμημένα, στο 6ο Δημοτικό Σχολείο. Έχω και φωτογραφία εδώ, σ’ την έχω δείξει, μέσα στο γραφείο μας. Ναι, τα όπλα του ΕΛΑΣ, εκεί στο σκαλοπάτι επάνω του 6ου Δημοτικού Σχολείου, που λειτουργούσε μέχρι πριν μία δεκαετία, κάπου εκεί. Και μετά, ο Μητροπολίτης Αντώνιος έγινε αρχηγός του ΕΑΜ Πελοποννήσου. Μετά μένανε νομίζω στο Πελόπιο; Δε θυμάμαι αν μου το έχει πει αυτό. Η θεία μου, λοιπόν, που ήταν δακτυλογράφος, δακτυλογραφούσε τα κείμενα του Μητροπολίτη Αντωνίου. Και μετά άρχισαν οι διώξεις.
Ακόμα και πριν προσχωρήσει επίσημα στο ΕΑΜ και μετά και αφού προσχώρησε;
Ήταν στο ΕΑΜ, βεβαίως, όλη η οικογένεια. Μετά, βέβαια, άρχισαν να μάχονται, να κρύβονται, γιατί κυνηγιόντουσαν από τους συνεργάτες των Γερμανών, τα τάγματα ασφαλείας.
Η Θεανώ πότε τα δακτυλογραφούσε;
Εκεί, νομίζω, στην έδρα του ΕΑΜ, λίγα χιλιόμετρα πριν από την Ολυμπία.
Είχαν, ας πούμε, κάτι σαν κρησφύγετο;
Ναι, εντάξει, εκεί δεν υπήρχαν οι Γερμανοί. Οι κατακτητές ήσαντε μέχρι την ανατολική πλευρά του Πύργου.
Και μετά δακτυλογραφούσε, λοιπόν, τα κείμενα και μετά πού τα…
Μετά γινόταν η διακίνηση, μυστικά. Φέιγ βολάν τέτοια, πολύγραφο μετά. Τα έριχναν, τα μοίραζαν. Πατριωτικά κείμενα, ξεσηκωμός ενάντια στον κατακτητή και τέτοια.
Κι η Θεανώ Καπογιάννη συνέχισε τη δράση της κανονικά;
Κανονικά, γιατί εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και πάλεψε μέχρι που έφυγε απ’ τη ζωή. Δεν έκανε οικογένεια, πίστη στον αγώνα. Μία φοβερή ιδεολόγος. Εγώ την έχω αποκαλέσει «Πασιονάρια της Ηλείας».
Και μάλιστα έχει βραβευτεί είπατε;
Ναι, έχει τιμηθεί με μετάλλια για τον πατριωτικό αυτό αγώνα, βέβαια.
Όσο ήτανε την περίοδο της Κατοχής, μου είχατε πει ότι ο μπαμπάς σας εργαζόταν τότε στην «Πατρίδα».
Έκλεισε η «Πατρίδα», γιατί οι κατακτητές, μόλις δημοσιεύτηκε το διάγγελμα αυτό του Μητροπολίτη Αντωνίου, την έκλεισαν την εφημερίδα.
Οι κατακτητές, σας έχει πει τίποτα ο μπαμπάς σας; Ας πούμε, έκαναν κάποιον έλεγχο στην εφημερίδα, δηλαδή στο τι δημοσιεύονταν;
Κατ’ αρχήν, κρύφτηκε ο διευθυντής, ο αείμνηστος Λεωνίδας Βαρουξής κάπου, –δεν το ξέρω καλά αυτό–, ή κρύφτηκε εδώ στον Πύργο, ή έφυγε από τον Πύργο. Και οι Γερμανοί που κάνανε ντου ξημερώνοντας 25η Μαρτίου, πήγανε στα γραφεία και πιάσανε τον πατέρα μου. Δεν ξέρω αν πιάσανε και κάποιους άλλους. Ο πατέρας μου δεν είχε κάποια συμμετοχή, ήτανε απλός δημοσιογράφος, συντάκτης. Δε βρήκανε κάποιον εκεί άλλον και [00:20:00]πιάσανε τον πατέρα μου και τον πήγαν στην Kομαντατούρ –πώς το έλεγαν αυτό–, στην κεντρική πλατεία. Εκεί που πολύ αργότερα, δεκαετία του ’80, ήταν τα γραφεία του ΠΑΣΟΚ. Το έμαθε ο δήμαρχος, ο αείμνηστος δήμαρχος Τάσης Καζάζης, και πήγε εκεί. Ο οποίος ήξερε άπταιστα τα γερμανικά, γιατί είχε σπουδάσει ιατρική στη Γερμανία. Ήξερε άπταιστα τα γερμανικά και τους εξήγησε πώς έχουν τα πράγματα, και έτσι τον άφησαν ελεύθερο τον πατέρα μου. Αλλά να σου πω τώρα κάτι που μου ’ρθε στο μυαλό; Όταν εργαζόταν ως δημοσιογράφος επί Κατοχής, ’41, ’42, ’43, ’44, μέχρι που ’κλεισε η «Πατρίδα», το σπίτι του ήτανε κάπου εκεί σε μια περιοχή της Δεξαμενής, συνοικία του Πύργου. Τότε δεν υπήρχε φωτισμός δημοτικός, αν υπήρχε ένα εδώ, αν υπήρχε πεντακόσια μέτρα αλλού ένα άλλο φως, λέω! Κατασκόταδο. Έτσι, φεύγοντας τα άγρια μεσάνυχτα, ένα βράδυ συνάντησε ένα γερμανικό περίπολο. Είχε μάθει απ’ έξω να λέει: «Είμαι δημοσιογράφος και πάω σπίτι μου να κοιμηθώ». Αλλά στα ιταλικά, όμως, όχι στα γερμανικά. Πέφτει στο γερμανικό περίπολο, έλεγε αυτός συνέχεια. Τσαντιστήκαν εκείνοι, του κάνουν έτσι με το όπλο, τον στηρίζουνε σ’ έναν τοίχο… Διηγείται αυτά ο πατέρας μου, «Εδώ ήτανε», λέει, «μέχρι εδώ ήτανε!». Γιατί φοβήθηκε ότι θα τον εκτελέσουνε, εκείνη την ώρα κιόλας απαγορευόταν η κυκλοφορία. Εκείνοι δεν καταλάβαιναν, οι Γερμανοί στρατιώτες δεν καταλάβαιναν τα ιταλικά, αλλά για καλή του τύχη έρχεται κάποιος εκεί από τους επικεφαλής, προφανώς, του αποσπάσματος, θα ρώτησε τι συμβαίνει, του είπαν το και το. Απευθύνθηκε στον πατέρα μου, ο πατέρας μου είπε αυτό στα ιταλικά, εκείνος ήξερε ιταλικά, συνεννοείται με τους άλλους και τον άφησαν και έφυγε. Ναι, βέβαια. Ήταν απ’ τις περιπτώσεις αυτές που κάπως λίγο σταματάει η καρδιά.
Και όταν σταματάει η εφημερίδα η «Πατρίδα», τι γίνεται μετά;
Έμεινε άνεργος. Εντάξει, ο πατέρας μου είχε, έτσι, μία προσέγγιση στον πατριωτικό αγώνα. Λογικό ήταν. Αλλά λόγω μετά των συνθηκών που επικράτησαν μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, που συνέχισε να εκδίδει την εφημερίδα, αναγκαστικά η κατάσταση ήταν αλλιώς διαμορφωμένη. Δεν μπορούσαν να γίνουν αλλιώς τα πράγματα, και συνέχισε την έκδοση μέχρι και που σταμάτησε αυτό το κακό, με το κάθε σημείο και χωροφύλακας. Να διαβάζεις μία δημοκρατική εφημερίδα και να τους πιάνουν και να τους ταλαιπωρούν στα μήματα μεταγωγών, στην ασφάλεια και λοιπά. Αυτή η αστυνομοκρατία η φοβερή, χωροφυλακή τότε λεγότανε. Αλλά στην αρχή της δεκαετίας του ’80, με την αλλαγή του καθεστώτος, δημιουργήθηκε μία μεγαλύτερη ελευθερία και ένα μεγαλύτερο δημοκρατικό πνεύμα. Και κάπως τα πράγματα ήρθαν διαφορετικά.
Πάμε τώρα στο πρώτο φύλλο της «Αυγής». Είπατε ότι δημοσιεύθηκε, ξαναπείτε μας.
Στο ’χω δώσει, 18 Ιουνίου του 1945.
Πάρα πολύ ωραία! Και τότε, λοιπόν, βγάζει το πρώτο του φύλλο. Αυτό ήταν απ’ την αρχή ο σκοπός του; Ήταν το όνειρό του να βγάλει κάποια στιγμή τη δικιά του εφημερίδα;
Ναι! Θα πω ένα περιστατικό. Μετά τη μάχη του Πύργου, τη νικηφόρα για τον ΕΛΑΣ έναντι των ταγμάτων ασφαλείας και της χωροφυλακής, 8 με 9 Σεπτέμβρη έγινε του 1944. Επειδή υπήρχε μία γνωριμία και με την αδερφή του Θεανώ Καπογιάννη, τον Πλουμπίδη, τον Νίκο Μπελογιάννη και λοιπά… Ήταν στην Αμαλιάδα ο Νίκος Μπελογιάννης, εκεί γεννήθηκε. Κάπου βρέθηκαν στην κεντρική πλατεία του Πύργου. Είναι απ’ τα λίγα που μου ’χει πει ο πατέρας μου, και το λέω για τον εξής λόγο. Έκοβαν βόλτες, δηλαδή, μετά τη νικηφόρα μάχη του ΕΛΑΣ στον Πύργο, έκοβαν βόλτα στην πλατεία, και κάποια στιγμή του λέει ο Νίκος Μπελογιάννης: «Κούλη…» –το Κούλης ήταν το χαϊδευτικό όνομα από παιδάκι, Αύγουστος είναι το κανονικό του πατέρα μου–. του λέει: «Κούλη, θέλω να έρθεις στην Αθήνα να γίνεις δημοσιογράφος και αρχισυντάκτης του “Ριζοσπάστη” και λοιπά». Και του απαντά ο πατέρας μου ότι: «Νίκο μου, δεν μπορώ να έρθω στην Αθήνα. Έχω τη μητέρα μου εδώ και τις τέσσερις αδελφές μου. Δεν έχουμε πατέρα». Γιατί, όπως σου προείπα, είχε φύγει απ’ τη ζωή πολύ νέος ο παππούς μου. «Και έχω και έναν σκοπό, να εκδώσω μία εφημερίδα». Επέμενε ο Μπελογιάννης, επέμενε και ο πατέρας μου, και του λέει: «Καλά, γεια σου!». Και έκανε έτσι το χέρι, τον χαιρέτησε. Του είπα του πατέρα μου, του λέω: «Πώς; Έτσι χωρίσατε; Το δέχτηκε;». Μου λέει: «Δεν το δέχτηκε καλά, γιατί ήθελε». Εν τω μεταξύ, είχε δει ότι ο πατέρας μου ήταν πολύ καλός δημοσιογράφος, εξαιρετικός. Μου λέει: «Έκτοτε δεν τον ξαναείδα, μέχρι που ήρθαν τα γεγονότα που τον εκτέλεσαν, 30 Μαρτίου ’52, τον Μπελογιάννη», αυτά.
Ωστόσο, λοιπόν, ο μπαμπάς σας εκδίδει την πρώτη εφημερίδα, το πρώτο φύλλο. Έχετε πρόχειρα ένα φύλλο να μας διαβάσετε αυτό το εισαγωγικό που είχε αναφέρει στην εφημερίδα του; Αν το έχετε πρόχειρα, πείτε μας. Μπορείτε, λοιπόν, να μας διαβάσετε, μιας και έχουμε μπροστά μας, το αποτύπωμα της πρώτης…
Την πρώτη έκδοση!
Την πρώτη έκδοση.
Το πρώτο φύλλο!
Το πρώτο φύλλο. Να μας διαβάσετε ποια ήτανε η υπόσχεση του πατέρα σας;
Το οποίο είναι ως εξής, θα σου πω: «Πύργος Ηλείας, Δευτέρα 18 Ιουνίου 1945. Το φύλλο: δραχμές 20, εκείνη την εποχή. Έτος: Α. Αριθμός φύλλου: 1. Ιδιοκτήτης-Διευθυντής: Α. Α. Καπογιάννης. Επί της φιλολογικής ύλης: Τάκης Δόξας. Γραφεία-τυπογραφεία: Γωνία Γορτυνίας και Κιλκίς». Είναι και η περιοχή της Δεξαμενής, που σου είπα το περιστατικό με τον γερμανικό απόσπασμα. Λοιπόν, γράφει τότε… Το λογότυπο είναι «Η Αυγή», είναι το ίδιο λογότυπο που χρησιμοποιώ εγώ τώρα για την ηλεκτρονική έκδοση της «Αυγής». Το είχε φιλοτεχνήσει ο Θανάσης Εξαρχόπουλος, μετέπειτα καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών, στην Αθήνα. Λοιπόν. «Η Αυγή» εβδομαδιαία τοπική ειδησεογραφική εφημερίς». Είναι στην καθαρεύουσα η γλώσσα. «Γεγονότα: η έκδοσίς μας. Με το φύλλον αυτό προχωρούμε εις την απόδειξη της αποφάσεως μας να καταστήσομεν πραγματικότητα την αγνήν και θαρραλέαν προσπάθεια μας να αγωνισθώμεν διά τα τοπικά συμφέροντα. Τελείως αχρωμάτιστος και πραγματικά ανεξάρτητος εφημερίς “Η Αυγή”, θα ενδιαφερθεί αποκλειστικώς διά την παρακολούθησιν όλων των προβλημάτων του Νόμου και θα υπερασπίση με σθένος τας ανάγκας του ηλειακού λαού, αμερόληπτα και ανεπηρέαστα. Η ειδησεογραφία μας θα είναι πλήρης και ακριβής, εξ όλων των πηγών ειδήσεων».
Πάρα πολύ ωραία! Ποιο ήταν το συναίσθημά του; Δηλαδή σας έχει περιγράψει την ημέρα που εξέδωσε το πρώτο του φύλλο;
Μου έχει πει το εξής… Γιατί, όπως σου είπα, ήταν φτωχή οικογένεια, δηλαδή έβγαζαν τον επιούσιο. Με λίγα λόγια το βιβλιοχαρτοπωλείο σταμάτησε κάπου εκεί στην Κατοχή, με τη δικτατορία Μεταξά, τέλος πάντων. Οπότε ζούσαν πολύ φτωχά. Το πώς ξεκίνησε η εφημερίδα, μου είχε πει το ωραίο χαρακτηριστικό ο Τάσος ο Καζάζης, ο αείμνηστος δήμαρχος και επίτιμος δήμαρχος του Πύργου. Έδωσε, έβαλε τα χρήματα για τη διατακτική, όπως λεγόταν τότε. Να πληρωθεί, δηλαδή, το χαρτί για να τυπωθεί η εφημερίδα που ερχόταν απ’ την Πάτρα. Ο γαμπρός του ο Τάκης ο Δόξας έβαλε το γραμματόσημο και ο πατέρας μου έγραψε το κείμενο, που το στείλανε εκεί, στην Πάτρα, για να έρθει το χαρτί. Με τέτοια φτωχά μέσα βγήκε. Όμως με την πρόοδο του χρόνου, επειδή ήταν ένας αγνός δημοσιογράφος, φιλαλήθης, ειλικρινής, έντιμος μέχρι το ακροτελεύτιο της λέξης «εντιμότητα», η εφημερίδα προχώρησε και δημιούργησε το μεγαλύτερο δίκτυο συνδρομητών σε όλη την Ελλάδα. Ήταν δηλαδή, υπήρξε –γιατί αυτό το συνεχίσαμε και εμείς μετά τον πατέρα μας–, υπήρξε η μεγαλύτερη συνδρομητική εφημερίδα της Ελλάδας με κάπου… Αν με ρωτούσες θα σου απαντούσα με κάπου τρεις χιλιάδες συνδρομητές, ακόμα και στο εξωτερικό.
[00:30:00]Στο εξωτερικό πώς έφτανε;
Με το ταχυδρομείο, βέβαια. Σε ομογενείς Πυργιώτες, Ήλειους, βέβαια. Πήγαινε παντού.
Τώρα θα ’θελα να μου πείτε εκείνο το όμορφο περιστατικό, που δεν είχατε για κάποιον λόγο χαρτί και έπρεπε να εκδώσει.
Ναι, ξέρω. Θα σ’ το πω. Θα το πω έτσι για να καταγράφει, εσένα σ’ το ’χω πει. Πρέπει να ήτανε το 1946, το ’χε γράψει κιόλας πάνω, μετά την έκδοση του φύλλου, το είχε γράψει με μολύβι ο πατέρας μου. Ήταν ο Εμφύλιος Πόλεμος τότε, ότι είχε ξεκινήσει. Γιατί ξεκίνησε τον Μάρτιο του ’46 ο Εμφύλιος Πόλεμος, ο μεγάλος Εμφύλιος Πόλεμος ο τριετής, που διήρκεσε μέχρι και τον Αύγουστο του ’49. Λοιπόν, τότε στις μάχες και στα διάφορα σαμποτάζ που γίνονταν είχε ανατιναχθεί από τις δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού, όπως λεγόταν, οι γραμμές οι σιδηροδρομικές, με αποτέλεσμα να σταματήσει η κυκλοφορία του τρένου από Πάτρα προς Πύργο. Οπότε για να μην… Που είχε την απόλυτη δικαιολογία να μην εκδοθεί η εφημερίδα. Ήτανε τέτοιο το πείσμα του Αύγουστου Καπογιάννη και η ευσυνειδησία του για να συνεχιστεί η εφημερίδα, που σκέφτηκε και γύρισε τα κρεοπωλεία της πόλης του Πύργου και πήρε κρεατόχαρτο. Το κρεατοχαρτο δεν είναι, όπως ξέρουμε τώρα, το χοντρό χαρτί. Ήταν ένα διαφανές χαρτί, ήταν ένα πολύ ωραίο χαρτί για εκείνη την εποχή κιόλας. Και εκεί τύπωσε την εφημερίδα. Και όταν τυπώθηκε, έγραψε πάνω με μολύβι, με στυλό, ό,τι ήταν τότε: «Σε κρεατόχαρτο, αλλά κάθε Δευτέρα».
Πολύ καλό, πάρα πολύ καλό. Πείτε μου πώς εκδόθηκε το πρώτο φύλλο. Πού πήγε και την εξέδωσε την εφημερίδα; Φαντάζομαι δεν υπήρχε τότε…
Όχι, υπήρχε ένα μικρό πιεστηράκι –σ’ το έχω δείξει το μέγεθος πώς ήτανε– τετρασέλιδο, έτσι κάπως μικρό μέγεθος. Περίπου όπως είναι το σημερινό ταμπλόιντ, όπως είναι τα σημερινά ταμπλόιντ. Εκεί, στο οίκημα εκεί της γωνίας Γορτυνίας-Κιλκίς, υπήρχανε σε κάποιες κάσες. Καταρχήν, τότε τυπογραφεία ήταν στοιχειοθεσία. Έπαιρνες ένα-ένα τα στοιχεία.
Θα μας τα πείτε αυτά μετά.
Ναι, μετά. Και θα πήγε και κάποιο μικρό πιεστηράκι. Εκεί πρέπει να έμεινε μέχρι το ’50, ξέρω γω. Μετά πήγε στην οδό Μιαούλη, σε μεγαλύτερο πιεστήριο του αείμνηστου Πετρόπουλου, που είχε και το Διεθνές Ξενοδοχείο –τα ξέρουν αυτά οι παλαιοί οι Πυργιώτες–, ο οποίος έβγαζε μία εφημερίδα και μετά σταμάτησε. Και εκεί σε αυτό το πιεστήριο εξέδιδε μετά ο Αύγουστος Καπογιάννης, ο πατέρας μου, την «Αυγή».
Δηλαδή αγόρασε τις μηχανές, για να καταλάβω, ή υπήρχε εκεί το πιεστήριο και το…
Στην οδό Μιαούλη; Στην οδό Μιαούλη υπήρχε το πιεστήριο.
Ναι, και θέλω να πω εκεί αγόρασαν τις μηχανές;
Δεν ξέρω τι έγινε, πάντως εκεί τυπωνόταν. Εγώ το θυμάμαι εκεί στο ’60. Έτσι θυμάμαι εκείνο το γραφείο και το τυπογραφείο.
Θέλετε να μας πείτε πώς ήταν τότε η τυπογραφία; Να μας περιγράψετε τη διαδικασία;
Περίμενε να θυμηθώ. Τώρα η οδός Μιαούλη είναι κατηφορική οδός, έχει γίνει πεζόδρομος σήμερα. Εκεί, λοιπόν, περί το μέσον της οδού, στην οδό Μιαούλη 3, ήτανε τα γραφεία της «Αυγής Πύργου». Θυμάμαι, έτσι, όπως έμπαινα παιδάκι. Και εκεί πρέπει να έμεινε μέχρι το ’65. Τέλος πάντων. Θυμάμαι ότι όπως έμπαινα δεξιά θα ήταν το γραφείο του Αύγουστου Καπογιάννη, του πατέρα μου, και αριστερά του θείου μου, του Τάκη του Δόξα. Και πίσω το τυπογραφείο. Έτσι τα χώριζε ένα διάφραγμα εκεί. Το τυπογραφείο με αρχιεργάτη τον Λάμπη τον Αλυκανά, από τότε μέχρι που έφυγε από τη ζωή. Πολύ πιστός άνθρωπος και εξαίρετος τυπογράφος του καλλιτεχνικού τυπογραφείου. Σπάνιες περιπτώσεις αυτές. Ήταν οι κάσες με κάτι κουτάκια, όπου ήταν μέσα τα στοιχεία. «Α, β, γ, δ, ε», όλο το αλφάβητο. Και πεζά και κεφάλαια. Σε άλλη θέση τα πεζά, σε άλλη τα κεφάλαια. Γι’ αυτό είναι ήρωες οι τυπογράφοι εκείνης της εποχής. Είχαν ένα μικρό αυτό, που το λέγανε συνδετήριο. Το κρατούσαν στο αριστερό χέρι, με το δεξί έπαιρναν ένα-ένα τα στοιχεία, πολύ μικρά στοιχεία. Πάνω ήταν έτσι το ανάγλυφο, που είχε το γράμμα του αλφαβήτου και συνέθεταν με τις λέξεις αυτό. Υπήρχε κάποιο άλλο, που το λέγανε διάστημα, το οποίο ήτανε μικρότερου μεγέθους σε ύψος, ακριβώς για να μην ενώνονται οι λέξεις. Και όταν αυτό γέμιζε, το άδειαζαν σ’ έναν, στην αρχή ξύλινο, σελιδοθέτη, αργότερα σ’ έναν τσίγκινο. Και εκεί μετά έκαναν μες σ’ ένα χαρτί, που το έβρεχαν μ’ ένα σφουγγάρι, και το πήγαιναν μ’ έναν μικρό έτσι κυλινδράκο, κύλινδρο, που είχε το μελάνι. Το περνούσαν πάνω απ’ τα τυπογραφικά στοιχεία. Και μετά, που ήτανε βρεγμένο αυτό το χαρτί, το τύπωναν. Μάλιστα, χαρακτηριστικά, αυτή η εικόνα υπάρχει στην ταινία «Ο Ψύλλος». Μία επίπονη εργασία. Μέχρι που το ’69, το 1969, απέκτησε ο Αύγουστος Καπογιάννης την πρώτη λινοτυπική μηχανή. Μετά ήρθε και μία δεύτερη, τρίτη, κάπως έτσι. Και πλέον, το ’98 τον Αύγουστο, η «Αυγή Πύργου» πέρασε στην ηλεκτρονική έκδοση.
Να σας ρωτήσω τώρα για την πρώτη τυπογραφία, το παραδοσιακό με τα γραμματάκια. Πόση ώρα έπαιρνε;
Πάρα πολλή ώρα. Μα είχε… Δεν είχε έναν, είχε τυπογράφους αρκετούς. Βέβαια, εξαντλητική δουλειά.
Και αυτό που λέτε πάνω στο χαρτί, φαντάζομαι ότι μετά πήγαινε σε κάποιο πιεστήριο για να περάσει στα φύλλα. Σε πόσα φύλλα μπορούσε να περάσει το μελάνι από κάτω για να γίνει…
Κοίταξε να δεις κάτι, σ’ την έδειξα τη πρώτη σελίδα έτσι; Στο πρώτο φύλλο της «Αυγής», σ’ αυτό το μέγεθος. Λοιπόν, εδώ έχουμε μία, δύο, τρεις, τέσσερις στήλες. Αυτές οι στήλες πηγαίνανε σε μία φόρμα, επάνω στην πλάκα του πιεστηρίου τη σιδερένια, σε μία φόρμα. Εκεί υπήρχαν κάτι σφιγκτήρες, κάπως έτσι τα έλεγαν, και τα σταθεροποίησαν. Από εκεί, λοιπόν, περνούσαν οι μεγάλοι κύλινδροι, που είχανε το μελάνι, και γινόταν η εκτύπωση στο πιεστήριο.
Αυτό, φαντάζομαι, ήτανε μία δουλειά που γινόταν το βράδυ, έτσι; Γιατί έπρεπε να βγει την επόμενη μέρα. Δηλαδή αυτοί οι άνθρωποι δούλευαν νυχθημερόν.
Βέβαια, όλη την ημέρα! Δηλαδή, κοίταξε η «Αυγή» ήταν εβδομαδιαία εφημερίδα, όμως ξεκινούσε… Η Δευτέρα ήταν η ημέρα έκδοσης, αλλά από την Τρίτη άρχισαν σιγά-σιγά να φτιάχνουνε διάφορα κομματάκια από τη δημοσιογραφική ύλη, να τα βάζουν και να τα αφήνουν μέχρι να γίνει η σελιδοποίηση. Η μεγάλη δουλειά γινόταν την Κυριακή, που ήταν η μέρα αργίας για όλους, επειδή η εφημερίδα έβγαινε τη Δευτέρα. Εκεί λοιπόν, ήταν από το πρωί, ένα διάλειμμα γινόταν το μεσημέρι για το φαγητό και λίγο ξεκούραση, και μετά από το απόγευμα μέχρι τα μεσάνυχτα που θα τυπώνονταν η εφημερίδα. Έτσι γινότανε στις μέρες τις δικές μου, το θυμάμαι, αλλά προφανώς και τότε επί εποχή του πατέρα μου.
Μάλιστα. Πείτε μας τώρα πώς λειτουργούσε η λινοτυπική.
Η λινοτυπική είναι μία εφεύρεση που ήρθε μετά από την εφεύρεση του Γουτεμβέργιου με τα κινητά αυτά τυπογραφικά στοιχεία. Δηλαδή πώς να το πούμε τώρα; Από το 1500, λέω, μέχρι το 1900; Πόσο να ήταν; Γιατί στην Αμερική η λινοτυπική μηχανή πρέπει να ξεκίνησε από τις αρχές του 20ου αιώνα ή πιο πέρα. Στην Ελλάδα ήρθε κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’60, και στον Πύργο στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Ναι, έτσι! Λοιπόν, τώρα πώς γίνεται; Έχει ένα πληκτρολόγιο που αντικαθιστά τα κουτάκια στην κλασική τυπογραφία, τη στοιχειοθεσία και έχει όλο το αλφάβητο. Εκεί τα χτυπούσε ο λινοτύπης ένα-ένα, έφτιαχνε τις λέξεις. Που όταν χτυπούσε το κάποιο γράμμα, το οποιοδήποτε γράμμα, κατέβαινε από κει, απ’ τη θήκη, τη μητροθήκη όπως τη λέμε, που υπήρχαν κάτι σιδεράκια, που τα έλεγαν μήτρες. [00:40:00]Εκεί είχε ένα καλούπι, μία εγκοπή που είχε το γράμμα, το κάθε γράμμα. Αυτό έφτιαχνε, συνέθετε μία λέξη, και όταν γινότανε μία αράδα, αντί να γίνεται στο συνδετήριο και μετά να προχωράς μέχρι να τελειώσει το συνδετήριο, εκεί γινόταν η μία αράδα. Πήγαινε σ’ ένα σημείο, όπου υπήρχε ένας μικρός φούρνος με λιωμένο μολύβι, που ήταν μολύβι και αντιμόνιο για να δίνει μεγαλύτερη σταθερότητα και σκληρότητα στο αντικείμενο και στο μέταλλο. Λοιπόν, και όπως χυνόταν αυτό το μολύβι, το μέταλλο χυνόταν σε ρευστή κατάσταση, περνούσε από ένα σημείο, ακουμπούσε επάνω στη φόρμα που ήταν οι μήτρες με το καλούπι και έβγαινε το ανάγλυφο των λέξεων. Και έβγαινε η αράδα αυτή, όπως τη λέγαμε, το μέταλλο. Το οποίο σιγά-σιγά γέμιζε ένα σελιδοθέτη, και από κει το έπαιρνες αυτό, το έβαζες σ’ έναν άλλο κανονικό σελιδοθέτη σταθερό μέχρι να γίνει η διόρθωση. Και όταν γινόταν η διόρθωση, δεν έβαζε πια με ένα τσιμπίδι ο τυπογράφος το στοιχείο, όπως στην παλιά στοιχειοθεσία, στην τυπογραφία. Τι έκανε; Αν γινότανε κάποιο λάθος, έφευγε όλη η αράδα και έφτιαχνες καινούρια αράδα. Και την αντικαθιστούσε την παλιά με το ορθογραφικό λάθος, το τυπογραφικό λάθος.
Αυτό δεν ήταν και μία διαδικασία ανθυγιεινή θα λέγαμε;
Βέβαια, γιατί υπήρχε το αντιμόνιο. Υπήρχε, λοιπόν, και διατεθόταν στο προσωπικό γάλα. Tο γάλα εξουδετέρωνε το αντιμόνιο. Εξουδετέρωνε έτσι αυτήν την αντίδραση που προκαλούσε στην εισπνοή το αντιμόνιο. Το οποίο και παλιά, απ’ τα στοιχεία, αλλά και κυρίως μετά με τον φούρνο που έλιωνε το μέταλλο, αυτό βοηθούσε πάρα πολύ, όπως έλεγαν και ιατρικές μελέτες, στο να εξουδετερώνεται η επιβλαβής επίδραση του αντιμονίου.
Δηλαδή ένας λινοτύπης όσο δούλευε είχε δίπλα του και ένα γάλα;
Ναι, το έπινε σε κάποια φάση. Όχι τη στιγμή που δούλευε, μετά.
Μπορείτε λίγο να μας περιγράψετε, αν θέλετε, τον ήχο και κάπως να μας πείτε τη μυρωδιά του χώρου;
Πώς να σ’ το περιγράψω, Χρύσα μου, αυτό;
Το ξέρω, είναι δύσκολο, αλλά να μου πείτε ποια ήταν η αίσθηση μπαίνοντας σε εκείνον τον χώρο;
Απλώς θα πω κάτι που είχε πει ο πατέρας μου σ’ έναν Αμερικανό δημοσιογράφο όταν είχε επισκεφθεί τον Πύργο. Και μάλιστα, όταν το ’πε αυτό, σηκώθηκε και τον αγκάλιασε τον πατέρα μου, όπως μου έχει αφηγηθεί. Του έκανε μία αντίστοιχη ερώτηση μ’ εσένα και του είπε, του απάντησε ότι: «Εμείς εδώ το αντιμόνιο το κάνουμε οξυγόνο και άρωμα για τη διάδοση της γνώσης!». Και σηκώνεται ο δημοσιογράφος, τον αγκαλιάζει και του λέει: «Αυτό είναι το πνεύμα της δημοσιογραφίας!». Σ’ το είπα τώρα περιγραφικά.
Θέλω να μου πείτε κιόλας πώς ήταν… Μου είχατε περιγράψει σκηνικά που μπορεί να ερχόταν κάποιος μέσα στη νύχτα, να έλεγε ότι έχασε τον μπαμπά του ή οτιδήποτε και είχε ξεκινήσει η έκδοση της εφημερίδας.
Ναι, συνέβαινε πολλές φορές αυτό στην τυπογραφική έκδοση, τότε συνέβαινε αυτό. Μέχρι που έβγαινε η εφημερίδα, μέχρι τέλος το 2016 ,που έβγαινε στη χάρτινη έκδοση, ως φύλλο έκδοσης. Γιατί μετά, μετά από λίγο η «Αυγή» έγινε ηλεκτρονικής μορφής, μέσα απ’ το διαδίκτυο. Και σ’ εμάς είχε συμβεί αυτό, γιατί υπήρχε και ο αδερφός μου έτσι, να το μνημονεύσω, ο Παναγιώτης ο Καπογιάννης, γιος του Αύγουστου Καπογιάννη και της Βασιλικής Καπογιάννη-Παναγιωτοπούλου, αδελφός μου. Με τον οποίον, όταν έφυγε από τη ζωή τον Γενάρη του 1995 ο πατέρας μας, συνεχίσαμε εμείς την έκδοση της εφημερίδας. Έτσι το έχουμε ζήσει και εμείς αυτό.
Πότε είπατε ότι έφυγε ο μπαμπάς σας;
Τον Ιανουάριο, 26 Ιανουαρίου 1995. Και μας το έλεγε, αλλά το ζήσαμε και εμείς. Μου είχε πει, λοιπόν, ότι πολλές φορές είχε συμβεί αυτό, να έχει ξεκινήσει… H εκτύπωση της εφημερίδας τότε στο πιεστήριο δε γινότανε τελείως αυτόματα, γινότανε, δηλαδή, στην παλιά μορφή. Γινότανε με τον πιεστή που έριχνε ένα-ένα το φύλλο μέσα στην υποδοχή του πιεστηρίου για να τυπωθεί. Και αυτό είχε δυσκολία, γιατί στεκόταν ο άνθρωπος όρθιος επί ώρες, ένα-ένα το φύλλο. Και καμιά φορά μπορεί να τους στραβόπιανε, να σταματούσε να καθαρίσεις, γιατί διπλωνόταν στους κυλίνδρους. Χαμός! Και ερχότανε τότε κάποια κυρία, κάποιος κύριος που είχε χάσει προσφιλές του πρόσωπο –ή μάνα, ή πατέρα, ή σύζυγο, ή αδελφή– και έφερνε το αγγελτήριο του θανάτου. Ο πατέρας μου δεν έλεγε ποτέ: «Δυστυχώς δεν το προλάβαμε, ήδη τυπωνόμαστε». Έλεγε στον αρχιεργάτη και πιεστή: «Σταματήστε! Θα φτιάξουμε αυτό». Και τότε το συνέθεταν και έβγαζαν –παλιά που ήταν ένα-ένα, και μετά που ήταν με τις αράδες, το ενιαίο, έτσι με τη λινοτυπία–, έβγαζαν ένα κομμάτι αντίστοιχο του μεγέθους που θα καταλάβαινε η κηδεία, η δημοσίευση της κηδείας. Γιατί ήταν ένα μεγάλο κοινωνικό γεγονός και τόσο πολύ σημαντικό για το συγγενικό πρόσωπο που έφερνε την αγγελία θανάτου προς δημοσίευση. Και συνεχιζόταν από την αρχή η εκτύπωση, τ’ άλλα φύλλα πετάγονταν. Και έλεγε τότε ή ο ενδιαφερόμενος ή η ενδιαφερόμενη: «Πείτε μας, σας ευχαριστούμε πάρα πολύ, πείτε μας πόσο κάνει». Ουδέποτε πήρε χρήματα ο Αύγουστος Κακογιάννης, ουδέποτε! Τους έλεγε: «Να πάτε στο καλό!». Γιατί μου ’ρχεται συγκίνηση αυτήν τη στιγμή, γιατί έζησε έτσι όλη του τη ζωή με απόλυτη τιμιότητα. Με απόλυτη τιμιότητα! Και ευτυχώς, μας το κληροδότησε και σ’ εμάς. Ούτε εμείς παίρνουμε χρήματα. Και εγώ τώρα που συνεχίζω μέσα από την ιστοσελίδα την «Αυγή» μας, δεν αμείβομαι από πουθενά. Προσφέρω κοινωνικό έργο. Τα πάντα δωρεάν. Και βάζω τον προσωπικό μου κόπο, τα έξοδά μου τα προσωπικά, να κινούμαι αν θα βγω εκτός Πύργου. Όλα αυτά από μόνος μου. Και τώρα που είναι προεκλογική περίοδος και σε μία εβδομάδα από σήμερα θα έχουμε τις εκλογές, ήδη από την προκήρυξη των εκλογών έγραψα και το ανακοίνωσα δυο-τρεις φορές ότι δε θα καταχωρούμε δημοσιεύσεις προεκλογικού περιεχομένου οποιουδήποτε υποψηφίου βουλευτή. Και το τηρώ.
Θέλετε να μου πείτε σε τι ήταν πρωτοποριακός ο μπαμπάς σας;
Ναι, ήταν πρωτοποριακός στο εξής. Το 1952 έκανε τα πρώτα καλλιστεία! Κάτι μοναδικό για την Ελλάδα, ως εξής μοναδικό και πρωτοτυπία: γιατί δεν ξέρω αν λίγο πιο μπροστά είχαν ξεκινήσει από κάποια αθηναϊκή εφημερίδα. Αλλά και ήταν το εξής αξιοσήμαντο, θα έλεγα, γεγονός, ότι εξελέγη η «Μις Αυγή Πύργου», όπως αποκλήθηκε αυτό, όχι μέσω επιτροπής αλλά διά καθολικής ψηφοφορίας των παρισταμένων στο τότε Δημοτικό Θέατρο, τον «Απόλλωνα». Πριν ανακαινιστεί το 1995, που λειτούργησε μετά με την καινούρια του μορφή. Αυτό δεν είχε ξαναγίνει ποτέ στα χρονικά!
Ήταν δικιά του ιδέα και την υλοποίησε ο ίδιος;
Βεβαίως, δικιά του ιδέα! Και μάλιστα, μια άλλη δικιά του ιδέα ήταν, όταν τυπώθηκε εκείνο το φύλλο, όπου εξελέγη «Μις Αυγή» η Νίτσα Ρουσέλη, μετέπειτα Αδαμοπούλου. Παντρεύτηκε τον αείμνηστο Γεώργιο Αδαμόπουλο. Τότε ήταν κοπελίτσα αυτή, ξέρω εγώ, 18-19 ετών, το 1952 λέμε. Όταν τυπώθηκε η εφημερίδα, το φύλλο, έριξε –πριν τυπωθεί, βέβαια–, έριξε στο [00:50:00]μελάνι, μέσα στον υποδοχέα εκεί, έριξε άρωμα και βγήκε αρωματισμένη η εφημερίδα! Το φύλλο βγήκε αρωματικό! Πίστεψε ο πατέρας μου ότι, μετά από κάποια χρονική στιγμή, αυτό θα εξατμιζόταν. Έλα μου, όμως, που μετά από τριάντα χρόνια, όταν χρειάστηκε να δει κάτι σ’ εκείνο τον τόμο, τον άνοιξε και μύριζε ακόμα άρωμα! Κάτι φοβερό! Και θυμάμαι που μου ’χε πει –γιατί αυτό πρέπει να έγινε εκεί τέλη της δεκαετίας του ’80–, μου είχε πει γιατί διάβαζε την αθηναϊκή εφημερίδα, και έτσι μ’ έναν ενθουσιασμό είπε το εξής: «Αυτό που είχα κάνει, Αντρέα, το 1952, το έκανε κάποιος τώρα εκδότης εφημερίδας στο Μεξικό!». Που έριξε άρωμα στο μελάνι του πιεστηρίου! Ναι, βρε παιδί μου, αλλά το άλλο μεγάλο θέμα, στις εκλογές της 11ης Μαΐου 1958, όπου ξέρουμε απ’ την ιστορία όλοι ότι πρώτο κόμμα αναδείχθηκε η ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή, δεύτερο η ΕΔΑ της Αριστεράς, Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά –κάτι το πρωτοφανές, δεν το περίμενε κανένας– και τρίτο η Ένωση Κέντρου, ξέρω γω, Παπανδρέου, Βενιζέλος, Σοφοκλής; Όλοι εκεί κάπως. Λοιπόν, λίγες μέρες, τρεις εβδομάδες πριν τις εκλογές, ο Αύγουστος Καπογιάννης σκέφτηκε το εξής. Μεγαλοφυής για μένα σκέψη, ιδιοφυής. Πες την όπως θες. Πήρε ένα ταξί, με οδηγό ταξί, βέβαια, απ’ αυτά που κινούνταν στην πόλη. Δεν υπήρχαν τότε μέσα άλλα – το ’58 μιλάμε, το 1958. Έβαλε δύο ξύλινες κάλπες, που τις παρήγγειλε σε κάποιο ξυλουργείο εδώ στον Πύργο, και γύρισε τα χωριά της Ηλείας, επί δύο ημέρες, από καφενείο σε καφενείο, και διενήργησε το πρώτο στην ιστορία παγκοσμίως γκάλοπ με κάλπη και ψηφοδέλτια! Δηλαδή πήγαινε ο άλλος σε μία πρόχειρη εκεί σκηνή, ψήφιζε σ’ ένα πρόχειρο παραβάν, δεν ξέρω. Στα καφενεία γινόταν αυτό, που είχε μάζωξη κόσμου. Τους έδινε τα ψηφοδέλτια, ψηφίζαν ό,τι ήθελαν, το ρίχνανε μέσα στην ξύλινη κάλπη και μετά, όταν τελείωσε αυτό το διήμερο γκάλοπ που έβγαλε τα αποτελέσματα ο πατέρας μου, ακριβώς τα έβγαλε όπως έγιναν οι εκλογές της 11ης Μαΐου του 1958. Μάιο έχουμε και τώρα. Δηλαδή πρώτος ο Καραμανλής της ΕΡΕ, μετά η ΕΔΑ και τρίτη δύναμη –με εβδομήντα εννέα βουλευτές η ΕΔΑ– και τρίτη δύναμη η Ένωση Κέντρου. Κάπως έτσι. Πώς το λέγανε τότε. Οι κεντρώες δυνάμεις, ας πούμε. Τότε έγινε ένας χαμός. Βγήκε δεύτερη δύναμη, αξιωματική αντιπολίτευση, η ΕΔΑ! Μετά γι’ αυτόν τον λόγο είχαμε και όλα τα παρεπόμενα, με κυνηγητά, διώξεις και τα λοιπά, που φτάσαμε μέχρι και τη χούντα του ’67. Ήταν όλα αυτά από τον ΕΔΑ, όλα αυτά. Ούτε οι Αμερικανοί δεν το περίμεναν, γιατί την είχανε την ΕΔΑ για τρίτη δύναμη και για αυτό είχαν φτιάξει ένα πλειοψηφικό σύστημα, όπου θα ευνοούντο τα δύο πρώτα κόμματα, και από το τρίτο κόμμα και μετά θα χάνανε οι άλλοι. Και –ω του θαύματος– βγαίνει δεύτερο κόμμα η ΕΔΑ, και έτσι κέρδισε πολλές έδρες. Εβδομήντα εννέα έδρες! Λοιπόν τότε, αφού πέτυχε να βγάλει ακριβώς –γιατί ήταν αυθεντικό γκάλοπ– και διά της ψήφου, όπως και έγινε αυτή η σειρά. Όταν τυπώθηκε η εφημερίδα, ακόμα πριν τις εκλογές, του έλεγαν κάποιοι: «Κούλη μου» –όπως είπαμε ήταν το χαϊδευτικό του, το χαϊδευτικό του Αύγουστου Καπογιάννη– ,«Κούλη μου, για όνομα του Θεού και της Παναγίας, έβγαλες την ΕΔΑ δεύτερη δύναμη;». Και τους έλεγε: «Ρε παιδιά, με συγχωρείτε. Εγώ έβγαλα την ΕΔΑ δεύτερη δύναμη; Εγώ έκανα ένα τίμιο δημοψήφισμα και κατέγραψα... Ελάτε να σας δείξω τα ψηφοδέλτια, ελάτε να τα δείτε. Και κατέγραψαν το αποτέλεσμα. Αυτό έκανα, τίποτα άλλο». Λοιπόν, αυτό είναι ένα ιστορικό γεγονός για μένα, Χρύσα.
Κάτι για το τέλος, πώς υπέγραφε συνήθως ο μπαμπάς σας; Κάποιες φορές έβαζε, φαντάζομαι, τα ρεπορτάζ του, έγραφε και κάποια άρθρα.
Στην εφημερίδα, επειδή ήταν τότε… Δε βγαίνανε εφημερίδες, βγαίνανε δύο: η «Αυγή» και η «Πατρίς». Δεν υπέγραφε με το όνομά του εκεί, γιατί ήξεραν οι πάντες ότι αυτός είναι, δεν υπάρχει κάποιος άλλος. Εγώ με τον αδερφό μου αρχίσαμε να γράφουμε από το 1984, από την πτώση της χούντας και μετά. Εγώ θυμάμαι τα δικά μου τα υπέγραφα, ήταν και πολιτικού περιεχομένου, «του Ανκ». Κάτι που το ’χω και τώρα. Ο αδερφός μου έβαζε το «Πικάπ», γιατί έγραφε το χρονογράφημα. Ένα από τα πιο σπουδαία χρονογραφήματα στην Ελλάδα. «Πικάπ», δηλαδή «Παναγιώτης Καπογιάννης». Ωραίο, γιατί παρέπεμπε στο πικάπ, εκείνο εκεί που έβαζαν τους δίσκους και άκουγες μουσική.
Και ο μπαμπάς σας;
Κάπου, όταν έγραφε χρονογραφήματα, έβαζε το ψευδώνυμο «Σκαραβαίος». Αυτό μου το είχε πει. Δε θυμάμαι τώρα τον είχα ρωτήσει γιατί σκαραβαίος, και μου είχε πει επειδή ήταν ένα πολύ ωραίο… Ως έντομο, κάτι τέτοιο, του είχε δημιουργήσει μία καλή εικόνα, μία ωραία εντύπωση. Ήταν έτσι… Που ανταποκρινόταν σ’ ένα ζωηρό πνεύμα. Κάπως έτσι. Αυτήν την επαφή, τη συνάφεια, μάλλον.
Και για το τέλος, μπορείτε να μας τον περιγράψετε; Γιατί μου είχατε πει ότι ήταν πάντοτε ένας κύριος πάρα πολύ περιποιημένος. Και τι εικόνα είχε και η κοινωνία του Πύργου γι’ αυτόν.
Ναι, ήταν έτσι παραδοσιακός. Κάποια φάση είχε και τη ρεπούμπλικα, που φορούσε ένα καπέλο, τα παλαιότερα χρόνια. Γραβάτα φορούσε ανελλιπώς. Είναι το μόνο που δεν του πήρα εγώ. Ήταν πολύ ωραίος, αρρενωπότατος, κομψότατος. Πολύ όμορφος άντρας, πολύ ωραίος, πολύ δημιουργικός, πολύ δραστήριος. Φοβερό μυαλό είχε. Έχαιρε της εκτίμησης των πάντων. Αλλά είχε αναπτύξει, εκτός από το πολιτιστικό, και σπουδαίο κοινωνικό έργο. Δηλαδή για πάρα πολλά χρόνια, είκοσι χρόνια, παραπάνω ίσως, είχε κάνει «Σταυροφορίες της Αυγής». Που πήγαινε στα υποδηματοποιεία, έπαιρνε υποδήματα –για τις δεκαετίας του ’60, του ’70 κυρίως– και πήγαινε στα χωριά, στα δημοτικά σχολεία και έδινε τα παπούτσια σε παιδάκια που πηγαίνανε ξυπόλητα στο σχολείο. Θυμάμαι που διάβαζα στους τόμους έτσι, και πριν ακόμα κάποια χρόνια που ήθελα να βρω κάτι και διάβαζα επιστολές των διευθυντών στο σχολείο, το πόσο τον ευχαριστούσαν. Γιατί τα παιδάκια θεωρούσαν εκείνη την ημέρα σαν μεγάλη Λαμπρή, που έπαιρναν τα υποδήματα να φορέσουν τα ποδαράκια τους. Δηλαδή υπήρχε αυτή η κοινωνική αντίληψη. Ένας άνθρωπος αλτρουιστής, βαθιά ιδεολόγος, βαθιά ανθρωπιστής, από τα μεγαλύτερα μυαλά της ελληνικής δημοσιογραφίας. Και λίγα χρόνια πριν μας φύγει απ’ τη ζωή, είχε ενταχθεί στην Ομοσπονδία, στη Βαλκανική Ομοσπονδία Δημοσιογράφων. Το Δημοτικό Συμβούλιο του Πύργου, επί δημαρχίας του αείμνηστου δημάρχου Γεωργίου Δημητρακοπούλου, ομόφωνα αποφάσισε μία κεντρική οδός του Πύργου, και συγκεκριμένα εκείνη που αποκαλείτο παλιά «Οδός Επαρχείου» και για περίπου σαράντα χρόνια εκεί έβγαινε η εφημερίδα μας, πριν έρθουμε εδώ, οδός Κολοκοτρώνη και Διάκου, στα καινούρια γραφεία... Εκεί, λοιπόν, πήρε τιμητικά το όνομα οδός «Αύγουστος Καπογιάννη, δημοσιογράφου» με ομόφωνη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, επί δημαρχίας, λέω πάλι, του αείμνηστου δήμαρχου Γεωργίου Δημητρακοπούλου. Και με σύμφωνη γνώμη του τότε προέδρου του δημοτικού συμβουλίου, του Νικόλαου Δουφεξή. Επίσης, είχε βραβευτεί από έναν πανεπιστημιακό σύλλογο, είχε τιμηθεί ως ευεργέτης της Ηλείας μαζί με άλλους από τον Κωνσταντίνο Ηλιόπουλο. Το θυμήθηκα. Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών –μου ήρθε και αυτό, εντάξει!– με περγαμηνή. Και τον βράβευαν ως ευεργέτη της Ηλείας. Αυτές ήταν οι τιμητικές διακρίσεις. Και ο δρόμος που έχει τ’ όνομά του. Και γι’ αυτό είμαστε περήφανοι!
Συνεχίζετε τώρα εσείς στην «Αυγή», μετά πέρασα στα δικά σας χέρια…
[01:00:00]Από το ’95 μέχρι και το τέλος του 2016 στην κλασική μορφή της έντυπης έκδοσης. Από κει και μετά, συνεχίζω διαχειριστής της ιστοσελίδας avgipyrgou.gr.
Πάρα πολύ ωραία! Σας ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη.
Και εγώ σ’ ευχαριστώ, αγαπητή Χρύσα! Να ’σαι καλά, να ’σαι πάντα καλά. Καλή πρόοδο και σ’ εσένα!
Ευχαριστώ, να ’στε καλά!