© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Μεγαλώνοντας σε αγροτική οικογένεια τις δεκαετίες του '50 και '60 στην Koρινθία
Κωδικός Ιστορίας
23999
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Αθανασία Σιαβέλλη (Α.Σ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
21/03/2023
Ερευνητής/τρια
Μανώλης Κοκκωνάκης (Μ.Κ.)
[00:00:00]Eίναι 22 Μαρτίου 2023, ονομάζομαι Μανώλης Κοκκωνάκης και είμαι ερευνητής στο Istorima. Μαζί μου η Αθανασία Σιαβέλλη. Για πες μας λοιπόν, πότε γεννήθηκες;
Γεννήθηκα το '55. Μάλιστα, εδώ πέρα υπάρχουν αρκετές πιθανές ημερομηνίες γεννήσεως. Σύμφωνα με τη μητέρα μου γεννήθηκα 5 Μαρτίου, σύμφωνα με το ληξιαρχείο γεννήθηκα 14 Απριλίου και όταν πήραμε ένα πιστοποιητικό, βγήκα να έχω γεννηθεί Μάιο, 5 Μαΐου. Όταν το είπα αυτό, γέλασαν όλοι γιατί εκείνη την εποχή, όταν γεννιόταν το παιδί, είχαμε έναν ληξίαρχο στο χωριό, ο οποίος δεν άνοιγε πάντα το γραφείο, πήγαινε όποτε μπορούσε. Και το πιθανό είπανε ότι έγινε λάθος στον ληξίαρχο. Φυσικά, η μητέρα μου έλεγε ότι η πιθανή ημερομηνία είναι αυτή που λέω εγώ, 5 Μαρτίου γιατί στα χαρτιά μου στα επίσημα πλέον υπάρχει 13 Απριλίου. Είμαι το τέταρτο παιδί αγροτικής οικογένειας. Θέλαν να κάνουν αγόρι, γιατί υπήρχαν άλλα τρία κορίτσια στην οικογένεια. Δυστυχώς, τους πέτυχα πάλι να είναι κορίτσι. Προς μεγάλη έκπληξη της γειτονιάς, ο πατέρας μου δεν στεναχωρήθηκε, γιατί εκείνα τα χρόνια όλοι οι άντρες θέλαν να έχουν ένα αγόρι στην οικογένεια για να πάρει το όνομα του πατέρα και το επίθετό να συνεχιστεί. Στη δική μου περίπτωση όμως δεν συνέβη αυτό και βγήκα τελικά κορίτσι. Και ήμουν και πάρα πολύ άσχημο, η μητέρα μου έκλαιγε γιατί έλεγε: «Τι θα την κάνω;». Η δε μαμή... γιατί να σας πω ότι τότε οι γυναίκες γεννάγαν στο σπίτι και με ξεγέννησε μαμή, η οποία ήταν και… Έτυχε να ήταν και θεία της μητέρας μου, η οποία ήταν ανύπαντρη και μέχρι τα βαθιά της γεράματα απαιτούσε να τη λέμε θεία και όχι γιαγιά. Γιατί σύμφωνα με τη γενεαλογικό δέντρο, έπρεπε να ήταν η γιαγιά μας αλλά εμείς τη λέγαμε θεία, η οποία ήταν πάρα πολύ κοντή, μιλούσε πάρα πολύ δυνατά και πάντα έλεγε ότι: «Εγώ ήμουν μαθήτρια του καθηγητή Λούρου». Λοιπόν, αυτή η μαμή, η θεία η Δημητρούλα όπως την ονομάζαμε, της έλεγε: «Μη στεναχωριέσαι Ελένη μου. Άσχημη στην κούνια, όμορφη στη ρούγα». Τελικά, έγινα πραγματικά πιο ψηλή από όλες τις άλλες τις τρεις αδερφές, λες ήθελα να τις εκδικηθώ επειδή όλοι με καταπιέζανε. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που είχε χτιστεί με πλίθρα. Εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι δεν είχαν υλικά. Ο πατέρας μου -να σας εξηγήσω- ήταν από ένα ορεινό χωριό της Κορινθίας, τα Καλύβια. Τώρα το λένε Αρχαία Φενεός. Κατέβηκε στο χωριό στο Περγιάλι και έπρεπε να χτίσει το σπίτι. Φώναξε ανθρώπους που πήρανε χώμα, άχυρο και με λάσπη φτιάχνανε πλίθρες, είχανε μικρά-μικρά καλούπια φτιάξει. Με αυτό κατόρθωσε να φτιάξει σπίτι, αποθήκες και είχαν και μία μάντρα γύρω γύρω. Τα σπίτια τότε συνήθως τα περικλείανε γύρω με μάντρα, δεν τα αφήνανε χωρίς... φράχτη το λέγαμε εκείνα τα χρόνια. Γεννήθηκα σε αυτό το σπίτι. Επίσης, εκτός το χτίσμα, πάντα θέλαν να έχουν και ένα πηγάδι για να υπάρχει νερό για τις ανάγκες τους. Γιατί τότε όλα τα σπίτια είχανε και ζώα. Εμείς είχαμε το άλογο που το λέγανε Ντορή, τον αγαπούσαμε πάρα πολύ σαν παιδιά. Είχαμε τις κότες μας, τα κατσίκια μας, τις προβατίνες μας και τα γατάκια μας, τα οποία ήταν η μεγάλη μας χαρά όταν γεννούσαν οι κατσίκες να είμαστε εκεί με τα κατσικάκια να παίζουμε και με τα γατάκια να τα βλέπουμε την ώρα που γεννιούνται. Είχαμε πολύ εξοικειωθεί με αυτό το θέμα. Δεν μας ξάφνιαζε όταν γεννούσε η γάτα ή η προβατίνα να είμαστε -ή η κατσίκα- να είμαστε εκεί και να τα βλέπουμε. Μας άρεσε πάρα πολύ να χαζεύουμε μέσα στον αχυρώνα, πολλές φορές κρυβόμαστε και μέσα εκεί. Έτσι κύλησε η παιδική μου ηλικία. Ήμαστε πάρα πολύ ζωηρά παιδιά. Είχαμε παιδιά στη γειτονιά. Εκείνα τα χρόνια ήταν πάρα πολλά τα παιδιά. Παίζαμε στις αυλές. Είχα μία φίλη η οποία ήταν πολύ κολλητή με την οποία έκανα τις πιο πολλές αταξίες. Όταν ήμαστε σε κάποια στιγμή της ηλικίας που μπορούσαμε να πιάσουμε ψαλίδι, πήγαμε και κόψαμε τα μαλλιά μας, με αποτέλεσμα οι μητέρες μας, μας πήγανε σε μία κομμώτρια και μας τα κόψανε την ψιλή μηχανή. Φυσικά εμένα μου έφτιαξε ένα σκουφί, η Βαγγελιώ, που ήταν η άλλη, δεν είχε πρόβλημα. Έλεγε το κεφάλι μου είναι σαν γλόμπος. Το τραγικό σε αυτήν την ιστορία ήταν αυτό το κορίτσι στα δεκαπέντε της έπαθε λευχαιμία και σε τρεις μήνες πέθανε. Ήταν κάτι φοβερό για μένα, ένα πολύ μεγάλο σοκ! Ήταν η πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με τον θάνατο. Ήταν κάτι συγκλονιστικό. Ήταν ένα παιδί που ήταν πάρα πολύ όμορφο, ήταν πολύ παχουλό, εν αντιθέσει με εμένα που έχουν ένα αδύνατο και με λέγαν πάντα καχεκτικό και αδύνατο και κιτρινιάρικο. Αυτό ήταν ένα παχουλό παιδί και ήταν το ξάφνιασμα ότι αυτό πέθανε και εγώ έζησα.
Ήταν δείγμα υγείας δηλαδή το πάχος αυτήν την εποχή;
Ακριβώς! Το πάχος ήτανε δείγμα υγείας. Το αδύνατο ήτανε σαν στίγμα ότι το παιδί κάτι έχει. Μάλιστα, στο σχολείο με κοροϊδεύανε, μου λέγανε: «Τι σου βάζουνε; Πέτρες στις τσέπες για να μη σε πάρει ο αέρας;». Ή μία φορά τα χρόνια εκείνα, ερχόσαν και γινόσαν, κάναν εμβολιασμούς οι γιατροί στο σχολείο. Ε όταν ήρθε η σειρά μου να μου κάνουν το εμβόλιο, προσπαθούσαν να βρούνε μπράτσο για να μου κάνουν εμβόλιο. Η μητέρα μου, επειδή ήμουν αδύνατη, μου φόραγε πάρα πολλά ρούχα οπότε... με ποδιά, ποδιά, μπλούζα, άλλη μπλούζα, οπότε αρχίσαν και γελάγαν όλοι. Αυτήν τη σκηνή τη θυμάμαι πάρα πολύ έντονα, ήμουνα μικρό παιδί, κοκκίνισα, αλλά τι να κάνω; Το ξεπέρασα. Αλλά το θυμάμαι σαν εικόνα και τώρα, παρόλο που είμαι σε αυτήν την ηλικία, να μου βγάζουν μπλούζες και να μετράνε πόσες μπλούζες φοράω. Αυτό μού έχει γίνει πλέον και εμένα... μου 'χει μείνει απωθημένο, με αποτέλεσμα να φοράω και εγώ πολλά ρούχα και τα παιδιά πάντα να τα ντύνω και να λέω: «Θα κρυώσετε, θα κρυώσετε». Με κοροϊδεύουν παρόλο που 'χω γίνει γιαγιά και τώρα για τα εγγόνια λέω: «Μα δεν τα 'ντυσες τα παιδιά»! Είναι τα απωθημένα μιας παιδικής ηλικίας. Εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ πιο δύσκολα. Το φαγητό ήταν πάντα… ναι μεν υπήρχε στο σπίτι αλλά ήταν όλα με μέτρο. Πολλές φορές γελούσαμε μεταξύ μας γιατί η μία κοίταζε πόσο αργότερα θα φάει η άλλη για να την κοροϊδεύει. Το πιο λαχταριστό ήταν το παγωτό, το οποίο το τρώγαμε μετά την εκκλησία, κάθε Κυριακή, είχαμε και ένα παγωτό. Οι τέσσερις αδελφές πηγαίναμε μετά τον εκκλησιασμό με το παγωτό μας στο σπίτι. Εγώ για να εκδικηθώ τις αδερφές μου το 'τρωγα τελευταίο. Αλλά η μεγάλη ατυχία μου ήταν που έλιωσε το παγωτό, δεν πρόλαβα να το φάω και έμεινε το ξυλάκι στο χέρι μου. Έχω μεγαλώσει, θυμάμαι ακόμα το σημείο που έχασα το παγωτό μου και ήταν και μπανάνα που μου άρεσε πάρα πολύ και δεν το βρίσκω πλέον. Οι γονείς μου ασχολιόσαν με τη σταφίδα εκείνα τα χρόνια τα πρώτα. Εγώ γεννήθηκα το '55. Μέχρι το '62 μπορεί και '65, είχαμε αλώνια που κάναμε ξηρή σταφίδα. Είχε μία μεγάλη διαδικασία. Όταν ήτανε να… ήτανε ο μήνας Σεπτέμβριος που ξεκίναγε η συγκομιδή της σταφίδας. Είχαμε άλογο με σούστα. Για κείνα τα χρόνια, που δεν υπήρχαν αυτοκίνητα στα χωριά, μόνο τα δημόσιας χρήσεως και σπάνια ένα ΙΧ, όλοι είχαν άλογο, γαϊδούρι, άντε και οι πιο εύποροι είχανε σούστα. Εμείς ήμασταν στους προνομιούχους, είχαμε και σούστα, οπότε έπρεπε να έχουμε και πάρα πολλούς ανθρώπους για να μπορούμε να κόψουμε τα σταφύλια, να τα μεταφέρουμε στο σπίτι, να τα καθαρίσουμε και να τα ρίξουμε στο αλώνι. Την εποχή εκείνη, στο σπίτι είχε πάρα πάρα πολύ κόσμο. Μας άρεσε σαν παιδιά. Φυσικά της μητέρας μου δεν της άρεσε καθόλου γιατί κουραζόταν πάρα πολύ. Κοιμόταν ελάχιστες ώρες, έπρεπε να εξυπηρετήσει όλο αυτό το προσωπικό. Υπήρχε άνθρωπος ο οποίος έπρεπε να οδηγήσει το άλογο στο αμπέλι. Υπήρχαν άνθρωποι που τριγούσαν με τα κοφίνια. Αυτός που είχε το άλογο τα έπαιρνε, τα φόρτωνε, τα έφερνε στο σπίτι. Εκεί υπήρχαν οι γυναίκες σε έναν χώρο που ήτανε στεγασμένος, τα άνοιγαν τα σταφύλια στη μέση, τα καθαρίζανε τα σάπι. Και μετά ο πατέρας μου, είχε μεγάλα τσίγκινα κοφίνια τα λέγαμε με τρύπες, τα έβαζε στην ποτάσα. Η ποτάσα είχε την ιδιότητα να ξεραίνει το σταφύλι όταν το 'βαζες στον ήλιο. Αφού βούταγε τα σταφύλια, τα στέλνουνε σε ένα σημείο να στραγγίξει το πολύ ποτάσα και μετά το πηγαίναμε στα αλώνια. Όταν ήμουνα πιο μικρή, απλώς τα έβλεπα. Λίγο πιο μεγάλη, άρχισα και εγώ να βάζω τα σταφύλια στη σειρά, στα αλώνια.
Σε τι ηλικία δηλαδή;
Έξι-εφτά χρονών συμμετείχαμε στις αγροτικές ασχολίες των γονιών μας. Είχαν τους εργάτες αλλά και εμείς βοηθούσαμε. Βάζαμε το καπέλο μας, είχαμε πολύ ωραία κοπέλα, μας φροντίζανε δεν μπορώ... πά[00:10:00]ρα πολύ. Είχαμε τα καπέλα μας και μου έχει μείνει ακόμα εικόνα που είχε και κερασάκι το καπέλο. Παρόλο που ήταν η ποτάσα, εντούτοις σαν παιδιά ούτε μας ενοχλούσε στα χέρια μας παρόλο που μας τσούζανε.
Ήταν επικίνδυνο ωστόσο;
Στον βαθμό που ερχότανε σε μας στο αλώνι όχι τόσο πολύ. Επικίνδυνο ήταν την ώρα που έβαζε ο πατέρας μου το κοφίνι μέσα στη βούτα, που ήταν μέσα το... ο χυμός.
Είχε γίνει ποτέ κάποιο ατύχημα με κάποιο παιδί;
Όχι, ποτέ. Ήταν πάντα πάρα πολύ προσεκτικοί, πάντα ελέγχανε πού ήσανε τα παιδιά. Όταν δε ήμαστε πολύ μικρά, μας έστελνε στο χωριό, στη γιαγιά. Η μητέρα μου ήταν από ένα ορεινό χωριό, το Σούλι. Εκεί ζούσε η μητέρα της με την ανύπαντρη την αδερφή της. Μας έστελνε εκεί για να μην έχουμε κανένα ατύχημα στο σπίτι, γιατί υπήρχαν και πολλοί ξένοι άνθρωποι εργάτες και συγχρόνως να μην κάνουμε καμιά... πάθουμε καμιά ζημιά, σαν παιδιά, πάνω στην ποτάσα ή κάτι κόψουμε, κάτι κάνουμε, γιατί δεν μπορούσε να μας ελέγχει τέσσερα παιδιά. Όχι ότι εκεί στο Σούλι ήμαστε ήσυχα παιδιά. Κάναμε πάρα πολλές φασαρίες. Είχαμε μία γαϊδούρα, το γαϊδουράκι της γιαγιάς που τη λέγαμε τη γαϊδούρα και γινότανε σκοτωμός μεταξύ των αδελφών, ποια θα την πάει να την ποτίσει το μεσημέρι. Πάντα μας απαγορεύανε, αλλά εμείς βρίσκαμε την ευκαιρία να πάρουμε τη γαϊδούρα, να την ποτίσουμε στη βρύση. Είχε μία απόσταση περίπου το δεκάλεπτο. Το χωριό αυτό δεν είχε νερό στο σπίτι, είχε κεντρικές βρύσες με πλύστρες, που πηγαίναν οι γυναίκες και πλέναν τα ρούχα τους και είχε και μεγάλες κουρνούς που πηγαίναν ποτίζαν τα άλογα. Μικρές βρύσες που πηγαίναν οι γυναίκες και πλέναν με τις στάμνες νερό και είχε κι άλλους κουρνούς που πλέναν τα χόρτα τους. Εμάς η μεγάλη μας η χαρά ήταν πότε θα πάρουμε τη γαϊδούρα να την ποτίσουμε. Μάλιστα, ένα μεσημέρι, ενώ μας έχουνε βάλει για ύπνο, εγώ κρυφά-κρυφά βγαίνω, παίρνω το γαϊδουράκι και μιλάμε και έξι-εφτά χρονών παιδί, αλλά τόσο ζωηρά ήμαστε, δεν καταλαβαίναμε τον κίνδυνο. Αυτό ήταν και ένα ήσυχο ζώο, δεν τρόμαζε εύκολα και δεν ήτανε και άγριο. Ανεβήκαμε στο σαμάρι, βρήκαμε μία πέτρα, ανέβηκα πάνω στο σαμάρι και πήγα να την ποτίσω τη γαϊδούρα. Όμως με παραφύλαγε η αδερφή μου, η οποία είχε και το χαρτζιλίκι της, μου λέει: «Θα σου δώσω τα λεφτά να πα’ να πάρεις γλυκό και εγώ θα πάρω τη γαϊδούρα να ποτίσω». Πράγματι, εγώ πήρα τα λεφτά όλο χαρά, πήγα να πάρω το γλυκό… Εκείνη την εποχή δεν υπήρχανε ζαχαροπλαστεία. Υπήρχε το καφενείο του χωριού που υπήρχε κανένα τυλιχτό γλυκό, κανένα λουκούμι, κάνα μπισκότο. Εμένα μ' αρέσαν πάρα πολύ τα τυλιχτά γιατί είχαν και ωραίο περιτύλιγμα χρωματιστό και εμένα μ’ άρεσε πάρα πολύ. Αφού έδωσα τα λεφτά, πήρα το γλυκό μου, πήγα γρήγορα γρήγορα στο σπίτι να το φάω κάτω απ’ τα σεντόνια, για να μην πάρουν χαμπάρι. Το χρούτσου χρούτσου όμως ξύπνησε τη θεία μου και φάγαμε ένα πολύ ωραίο ξύλο, και εγώ και η αδερφή μου που γύρισε μετά απ’ τη βρύση με τη γαϊδούρα.
Tο ξύλο τελικά το φάγατε επειδή είχατε βγει με τη γαϊδούρα ή επειδή είχατε πάρει κάποιο γλύκισμα;
Η αγωνία της ήτανε που ήμαστε μικρά παιδιά και βγήκαμε με τη γαϊδούρα να πάμε να την ποτίσουμε και για το γλυκό για το οποίο αυτά ήτανε... ούτε ξέραμε τι ημερομηνία λήξεως είχανε και πόσο καιρό τα είχανε στα καφενεία. Ήταν ένα καφενείο που ήταν για όλες τις χρήσεις, είχε τα πάντα μέσα και η διάρκειά τους, η ζωή τους, ούτε ξέραμε πόσο ήταν. Δεν μπορείς να τα ελέγξεις τώρα. Αυτό ήτανε; Ο φόβος της ήτανε; Πάντως το ξύλο το φάγαμε.
Ήταν συνηθισμένη δηλαδή παιδαγωγική-αντιπαιδαγωγική μέθοδος το ξύλο.
Βέβαια! Επειδή ήμαστε τέσσερα παιδιά, και στο σπίτι μας κάτι μες στο μεσημέρι, ειδικά το καλοκαίρι ήτανε σχεδόν καθημερινό το ξύλο γιατί οι γονείς μας πηγαίναν στο κτήμα, ήταν πάρα πολύ κουρασμένοι. Εμείς όμως σαν παιδιά θέλαμε να μην κοιμηθούμε. Αυτοί μας βάζανε με το ζόρι. Τέσσερα παιδιά φανταστείτε τι γινότανε! Το ένα πείραζε το άλλο, φωνάζαμε. Ε στο τέλος σηκωνόταν ο πατέρας μου, είχε και μία μικρή λουρίδα, έμπαινε και η μαμά μου στο στο σκηνικό, αλλά αυτό όμως εμείς δεν μας πτοούσε. Κάθε μέρα σχεδόν είχαμε το ίδιο πρόβλημα, ενώ έλεγε: «Παιδιά, θα πά’ να κοιμηθείτε γιατί ο πατέρας σας είναι κουρασμένος, κάνετε ησυχία». Εμάς είναι σαν να μας έλεγε: «Κάντε μεγαλύτερη φασαρία σήμερα». Οπότε ξεκίναγε η μία να πειράζει την άλλη, ε κάποια στιγμή σηκωνόταν ο πατέρας μας, σηκωνόταν η μητέρα μας, ε αυτό γινόταν κάθε καλοκαίρι. Όμως το λέμε τώρα και γελάμε, δεν ξέρω κατά πόσον αυτό αν μας έμεινε απωθημένο ή δεν μας έμεινε. Εμείς το θεωρούμε πάρα πολύ...σκηνικό να γελάμε.
Στο χωριό τι άλλο θυμάσαι όταν πηγαίνατε;
Στο Σούλι εκείνο που με τρόμαζε πάρα πολύ είχανε... ήταν οι φωτιές. Κάθε καλοκαίρι, επειδή είχανε τότε στάρια και είχανε τις θημωνιές, δεν είναι τώρα όπως είναι η παραγωγή πηγαίνει η αλωνιστική μηχανή. Τότε μαζεύανε τα... κόβανε τα στάρια με το δρεπάνι, τα συγκεντρώνανε σε μεγάλους χώρους, ώσπου να έρθει η μηχανή να τα αλωνίσει. Όταν λέμε να αλωνίσει, να βγάλει το… τον καρπό και το άχυρο σε άλλο σημείο. Πιο παλιά, είχαν τα ζώα. Εγώ δεν το είδα αυτό. Οι αδερφές μου που 'σαν μεγαλύτερες το έχουνε ζήσει. Εγώ είδα μόνο την αλωνιστική μηχανή, έτσι τη λέγανε, που αργότερα πήγαινε και θέριζε και στα χωράφια. Μετά τα συγκεντρώνανε αυτά στους μεγάλους, με ένα πολύ μεγάλο αλώνι και όταν ερχόταν η μηχανή, έκανε σε όλους τα στάρια τους, τα έβγαζε από το άχυρο. Όμως, επειδή ήταν καλοκαίρι, ήτανε ζέστη, πολλές φορές έπιανε φωτιά. Θυμάμαι μικρό παιδί που είχε γίνει η φωτιά, είχε ανάψει αρκετά μακριά απ' το σπίτι, όμως η φλόγα φαινότανε. Μου έχει μείνει αυτή η σκηνή. Όμως τι έβλεπα τότε; Εκείνα τα χρόνια επειδή ήσαν πάρα πολύ τακτικά οι φωτιές, ναι μεν τα δάση δεν υπήρχαν τόσοι τόσοι δρόμοι μέσα στα δάση, οι άνθρωποι τα ενδιαφερόσανε και τα αγαπούσανε. Στην άκρη του χωριού, σε ένα ύψωμα, υπήρχε ο Προφήτης Ηλίας. Εκεί υπήρχε ο δασοφύλακας που με το παραμικρό όπου έβλεπε σε κάποιο σημείο, στο χωριό, φωτιά, μέσα στο δάσος, χτύπαγε την καμπάνα στον Προφήτη Ηλία και μετά χτυπάγαν την καμπάνα στην… την κεντρική που ήταν η Παναγία. Αμέσως όλοι οι άνθρωποι τρέχανε, παίρνανε τα ξινάρια, αυτά είχαν, αξίνες. Δεν είχαν ούτε τρακτέρ την εποχή εκείνη. Και τρέχανε να σβήσουν τη φωτιά, όλο το χωριό. Αυτό μου έχει κάνει μεγάλη εικόνα γιατί είδα μόνο ένανε να μπαίνει στο σπίτι του και ρώτησα τη μία θεία που ήταν, που 'μουνα στη γειτονιά, γιατί και εγώ σαν παιδί στο Σούλι γύριζα όλο το χωριό. Είχαμε συγγενείς είχαμε φίλες της γιαγιάς, της μαμάς μου και πάντα μας καλοδεχόσανε, γιατί πηγαίναμε σαν φιλοξενούμενα, μας θεωρούσαν, και επειδή ήμαστε και από το Περγιάλι, ήμαστε και κάπως πιο εκλεπτυσμένα παιδιά, μας λέγανε βοχαΐτισες. Ήμαστε πιο περιποιημένα, λίγο πιο καθαρά τα ρούχα μας πιο φροντισμένα. Και τη ρώτησα, της λέω: «Θεία, γιατί ο Γιάννης -έτσι τον λέγανε αυτόν τον συγκεκριμένο- μπήκε μέσα και δεν πήγε στη φωτιά;» και γέλασε και μου λέει: «Ο Γιάννης είναι τσαγκάρης παιδί μου. Τι θα του κάψει; Το χτήμα ή το αμπέλι του; Δεν έχει πρόβλημα, ούτε τις ελιές του» μου έχει μείνει εικόνα αυτό. Επίσης όταν ήμουνα πολύ μικρή, δεν υπήρχε φως στο χωριό. Είχανε μικρές λάμπες και το βράδυ φοβόμουνα πάρα πολύ επειδή το ταβάνι είχε με δοκάρια, νόμιζα με το καντήλι που είχε άναβε η γιαγιά ότι γινόσανε φιγούρες και ερχόσαν να με αρπάξουνε και έκλεινα τα μάτια μου. Πάντα ήθελα να πάω στο χωριό. Πάντα όμως πήγαινα… όταν πήγαινα έκλαιγα. Σε μία από αυτές τις φορές, έκλαιγα πάρα πολύ, είχε έρθει και μία φίλη της θείας μου και λέει στη γιαγιά: «Τσεβή, μην ξεντύνεσαι. Να τη στείλεις πάλι στη μάνα της». Όμως συγκοινωνίες δεν υπήρχαν. Πώς να με στείλουν στο Περιγιάλι από το Σούλι; Συγκοινωνίες ήσανε συγκεκριμένες ώρες δύο φορές τη μέρα. Βράδυ ήτανε απ' το Σούλι για να 'ρθω στο Περιγιάλι. Το λεωφορείο… Είχε ένα λεωφορείο, παλιά λεωφορεία που βάζαν και πάρα πολλά καλάθια. Εκείνη την εποχή, οι άνθρωποι δεν είχαν άλλα μεταφορικά μέσα. Πηγαίναν, ψώνιζαν στο διπλανή επαρχιακή πόλη, στο Κιάτο, που ήταν κοντά στο Σούλι και στα άλλα χωριά και ψωνίζαν τι θέλανε για το σπίτι τους, και είχαν πάρα πολλά δέματα. Πολλοί χρησιμοποιούσαν και το καλάθι. Το καλάθι ήτανε το μεταφορικό μέσο, να βάζουν μέσα τα πράγματα. Ε με πήρε και εμένα η γιαγιά, με πήγε στο Σούλι, ώσπου πάω στο Σούλι εγώ, άρχισα να κλαίω. Μάλιστα είχε ένα τζάκι, είχα βάλει τα πόδια μου εκεί κοντά στη γωνία και έκλαιγα έκλαιγα, όμως είχε πιάσει νύχτα. Τι να με κάνανε; Θύμωσε και η θεία μου και λέει: «Το πρωί όποιος περάσει, θα σε στείλω. Δεν πα’ να είναι λεωφορείο, ό,τι να είναι, και γαϊδούρι. Θα σε στείλω στο Περγιάλι, μας έσπασες τα νεύρα!». Το πρωί εγώ απτόητη περίμενα να 'ρθει το πρωί, να ξημερώσει, δεν [00:20:00]ξέρω αν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ. Το πρωί πήγαμε, στηθήκαμε στον δρόμο και όποιος περάσει. Και εκείνη την ημέρα έτυχε να είναι κάτι ξαδέρφια της μητέρας μου και της θείας μου, τα οποία είχαν βρει μοτοσυκλέτα γερμανική και με πήρανε μαζί τους. Οπότε και εγώ ταξίδεψα απ' το Σούλι στο Περγιάλι, στη μοτοσικλέτα των Γερμανών, στο καλάθι τους. Ήταν μία μεγάλη εμπειρία. Με χτύπαγε ο αέρας, ο ήλιος, αισθανόμουν πάρα πολύ ωραία. Αν και φοβόμουνα λίγο σε εκείνο το καλάθι που με είχανε χώσει. Και όταν ήρθα στο Περγιάλι, η μητέρα μου έκανε τον σταυρό της πώς βρέθηκα εκεί! Πού με βρήκανε. Αυτή ήταν η ζωή στο Σούλι, στο χωριό. Είχα τα ξαδέρφια μου, η γιαγιά είχε ένα μικρό περιβολάκι. Εκείνη την εποχή, οι άνθρωποι ήσανε πάρα πολύ λιτοί. Το φαγητό τους πολύ μετρημένο, βάζανε ένα πολύ μικρό περιβολάκι και μέσα από κει τρώγανε. Μου 'κανε εντύπωση, άμα το θυμάμαι τώρα, πόσο μικρό όταν το περιβόλι της γιαγιάς που έβαζε τα κηπευτικά της. Ήταν πολύ κατηφορικό και μάλιστα, σε μία φορά που πήγα μαζί της έφαγα… γλίστρησα και έπεσα, έκανα πολλές τούμπες και βρέθηκα σε κάτι τσουκνίδες. Οι τσουκνίδες είναι ένα φυτό το οποίο βγάζει φουσκάλες σε όλο σου το δέρμα. Μου 'χει μείνει ακόμα αυτή η εμπειρία από τα Καμίνια τα συγκεκριμένα που λέγανε. Υπήρχανε πάρα πολλά ξωκλήσια. Πηγαίναμε, συνήθως το Πάσχα, οι άνθρωποι συνηθίζανε τη δεύτερη, τρίτη μέρα και την Παρασκευή του Πάσχα να πηγαίνουν στα ξωκλήσια. Εμάς είναι μεγάλη η χαρά μας να πηγαίνουμε στο χωριό στο Σούλι γιατί πηγαίναν σε μακρινά ξωκλήσια με τα γαϊδούρια την εποχή εκείνη. Και ήταν μία πάρα πολύ ωραία εμπειρία. Φυσικά, όταν ερχόμασταν στο Περγιάλι, έπρεπε να κάνουμε και τη δουλειά για να βγάλουμε το μεροκάματο που είχαμε πάει βόλτα. Επίσης, εκτός το Σούλι, έχουμε και τα Καλύβια, είναι το χωριό του πατέρα μου, είναι ορεινά. Δεν έχουμε πάει πάρα πολλές φορές, δεν πηγαίναμε, γιατί δεν είχε μείνει κανένας συγγενής εκεί. Είχε φυσικά ο πατέρας μου το πατρικό σπίτι και τα χωράφια που τα άφησε στα ξαδέρφια του να τα καλλιεργήσουν, τα οποία υπάρχουν ακόμα, τα περισσότερα όμως έχουνε χαθεί. Εκεί είχε πάρα πολλά παιδιά, είχε μία ωραία πλατεία που συγκεντρωνόμαστε τα παιδιά, παίζαμε και έκανα φιλίες. Εκεί δίπλα ήταν και μία οικογένεια η οποία είχε πάρα πολλά παιδιά και εμένα μου άρεσε γιατί είχαν τη γιαγιά, τον παππού και πιο πολύ καθόμουν σε αυτό το σπίτι. Η ξαδέρφη μου ήταν πάντα ήσυχη, ότι εγώ είμαι σε ένα σπίτι ασφαλές και δεν ανησυχούσε. Όμως, όταν πέρναγε η ώρα, έπρεπε να πάω στο σπίτι που με φιλοξενούσανε. Ήτανε ξάδερφος του πατέρα μου και με αυτήν την κόρη του, μας είχε υπό την προστασία της. Ήταν πιο μεγάλη από μας και μας έχει σαν παιδιά της. Εκείνο το βράδυ, κάπου η Ντίνα πίστεψε ότι εγώ ήμουνα στο σπίτι. Εγώ θεώρησα καλό επειδή με καλέσανε να κοιμηθώ στο σπίτι τους να κοιμηθώ και εγώ μαζί τους. Ήτανε μία άλλη εμπειρία, δεν την είχα ζήσει ποτέ. Είχανε… δεν είχανε μεγάλο σπίτι. Τρία δωμάτια ήσανε, ήσανε παιδιά γύρω στα εφτά, ζούσε ο παππούς, η γιαγιά, η μαμά, ο μπαμπάς και τα παιδιά. Στρώσανε στο πάτωμα, μάλιστα δίπλα στο τζάκι, και μπήκαν στη σειρά ο παππούς, η γιαγιά, ο μπαμπάς, η μαμά και τα παιδιά στη σειρά και κάποια ακρούλα κι εγώ. Κλείσανε τότε το φως να κοιμηθούμε. Κάποια στιγμή, ακούμε κάτι φωνές από κάτω απ’ την πλατεία: «Αμάν -λέω- η φωνή της Ντίνας!» της ξαδέρφης μου. Είχε βγει στη γειτονιά, είχε ανησυχήσει γιατί εγώ δεν είχα πάει στο σπίτι που πίστευε ότι ήμουνα συγκεκριμένη ώρα. Δεν το ξεχνάω πώς σηκώθηκα και πώς πήγα στο σπίτι! Μου άρεσε σαν εικόνα που τη θυμάμαι αυτή, αλλά και συγχρόνως σκέφτομαι την τρομάρα που πήρε η ξαδέρφη μου να μη με βρει στο σπίτι. Μάλωσε φυσικά τη μητέρα των παιδιών που με κοίμισε εκεί και δεν την είχε ενημερώσει. Αλλά ήσανε αγαπημένοι, δεν παρεξηγηθήκανε, δεν ήταν η αιτία να χάσουν τη φιλία τους σαν οικογένεια. Εγώ όμως το θυμάμαι αυτό, το γεγονός. Επίσης, μ' αυτήν τη ξαδέρφη μου, ήταν του Αγίου Δημητρίου και γιόρταζε ένας ξάδερφός της στο διπλανό χωριό. Τότε το λέγανε Σιβίστα, και πήγαμε με τα άλογα. Μου 'χει… Αυτό το δρομολόγιο δεν το ξεχνάω ποτέ, παρόλο που ήμουνα μικρό παιδί. Περπατήσαμε μέσα στο δάσος. Ήταν τα χρόνια εκείνα τελικά, οι άνθρωποι δεν φοβόσανε; Δεν υπήρχανε κίνδυνοι; Δύο… Μία μικρή και μία μεγάλη γυναίκα να μπαίνουν μες στο δάσος και να πάνε στο διπλανό χωριό. Εκεί γιόρταζε ο ξάδερφός της και έγινε πολύ μεγάλο γλέντι και θυμάμαι ακόμα τον χορό που κάνανε οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι γλεντούσαν πάρα πολύ τότε, δεν είχανε άλλα… άλλους τρόπους να διασκεδάσουνε. Στα πανηγύρια τους, στις γιορτές τους τις ονομαστικές γινόταν πολύ μεγάλο γλέντι. Φυσικά οι γυναίκες δεν γιορτάζανε. Οι γυναίκες ήταν δεύτερη κατηγορία. Για τους άντρες όμως ήτανε όλα δεδομένα. Τραπέζια, γλυκά, χοροί, ξενύχτι. Και αυτές ήταν οι εποχές τις δικές μου, των πρώτων χρόνων, γιατί τώρα έχουν αλλάξει τα πράγματα.
Στα πανηγύρια τι γινότανε;
Σαν παιδί, γινόσανε πανηγύρια γιατί οι άνθρωποι τότε ήταν...ο μόνος τρόπος που διασκεδάζανε. Ερχόσανε και οι συγγενείς από τα άλλα χώρια ή πηγαίναμε και εμείς στα άλλα χωριά στο πανηγύρι. Ήτανε μία πολύ μεγάλη φιέστα για εκείνα τα χρόνια. Φοράγαμε τα καλά μας τα ρούχα, πηγαίναμε στην εκκλησία το πρωί και το βράδυ πανηγύρι. Πανηγύρι ήταν πάντα οργανοπαίχτες και είχανε πάντα και τη χορεύτρια. Εγώ, σαν παιδί, επειδή μου άρεσαν πάρα πολύ τα φουστάνια, ήθελα πάντα να βλέπω τη χορεύτρια και ήθελα να τη μιμηθώ. Για αυτόν τον λόγο και εγώ σαν παιδί έπαιρνα ένα ντέφι, και μη φανταστείτε ντέφι, κουτί από γλυκά, και ανέβαινα στις πέτρες να χορέψω. Αλλά η αδερφή μου πάντα με κυνήγαγε γιατί ήθελε να 'μουνα σοβαρή. Εγώ όμως ακόμα μου 'χει μείνει αυτή η εμπειρία με τη χορεύτρια να τραγουδάει και να κάνω και εγώ τις φιγούρες της. Ήτανε… Χορεύανε όλοι στην αρχή, οικογένειες, οικογένειες, με παραγγελίες στα τραγούδια, οι άνθρωποι πηγαίναν τα φαγητά τους στα τραπέζια και από το καφενείο που ήτανε το γλέντι είχε το κρασί και τις μπύρες. Οι άνθρωποι είχανε πάρα πολύ… φιλικοί. Ο ένας κέρναγε τον άλλονε, ήταν το γεγονός της χρονιάς το πανηγύρι και ακόμα και στο Περγιάλι που τώρα πλέον δεν υπάρχει αυτό, εκείνη την εποχή υπήρχαν τρία καφενεία και είχαν και τα τρία καφενεία είχανε όργανα και χορεύτριες, και λέγαμε -και τραγουδίστριες- μα σε ποια θα πάμε να τραγουδάει πιο ωραία. Κλείναν ακόμη και ο δρόμος, ο κεντρικός, που περνάγανε τα λεωφορεία γιατί τα τραπέζια γέμιζε όλος ο γύρω χώρος από το καφενείο και έπιανε και τον δρόμο. Φυσικά, το φαγητό ήτανε γουρνόπουλα για την εποχή εκεί πέρα, την εποχή εκείνη. Ψητή γουρνόπουλα. Και μπύρα. Να επανέλθουμε στο Περγιάλι, στη ζωή στο Περγιάλι. Σαν τη μικρότερη που ήμουνα, λίγο πάντα με προσέχανε. Ήταν το μικρό. Η αδερφή μου, όμως, η δεύτερη επειδή ήταν πάρα πολύ ζωηρή και πάντα αυτή έκανε τις πιο πολλές δουλειές, κάποια μέρα θύμωσε πάρα πολύ: «Δεν μπορεί συνέχεια να… εγώ να δουλεύω και η Σία να κάθεται που είναι η μικρούλα». Οπότε, λέει: «Θα κάνεις και εσύ δουλειά» και ποια ήταν η δουλειά του με έβαλε να κάνω; Στο σπίτι θα είχαμε πηγάδι το οποίο είχε βάθος δεκατρία μέτρα. Με έβαλε να βγάλω και εγώ νερό απ’ το πηγάδι. Ήμουνα τρίτη Δημοτικού, ήμουν αδύνατη, δεν είχα ποτέ επιχειρήσει και να πάω, ούτε η μητέρα μου μας έβλεπε εκείνη την ώρα. Η αδερφή μου με βάζει να βγάλω νερό. Καλά το κατέβασα απ’ τον τενεκέ, ήτανε πάρα πολύ ελαφρύς. Όταν άρχισε να ανεβαίνει το νερό όμως, εγώ άρχισα να δυσκολεύομαι γιατί είχε βάρος και δεν μπορούσα να το σηκώσω. Οπότε άρχισα να φωνάζω της αδερφής μου: «Κατερίνα, Κατερίνα! Δεν μπορώ να το σηκώσω» «Σου κρατάω τα χέρια» μου λέει. Αυτή μου κράταγε τα χέρια, κάποια στιγμή αφήνω το μαγκάνι, οπότε αυτό μου 'ρθε στο κεφάλι μου και με χτύπησε. Θυμάμαι το μούδιασμα ακόμα, σαν παιδί, τότε που χτύπημα, μου 'χει μείνει το μούδιασμα, αυτό, στο… το συναίσθημα, η αδερφή μου να φωνάζει: «Τη σκότωσα!» και να τρέχει η μητέρα μου έξω πανικόβλητη και βλέπει τώρα δύο παιδιά στο πηγάδι κοντά. Εμένα ήδη το κεφάλι μου έχει ανοίξει και αρχίζει τρέχει αίμα. Κι όπως κάνω το πρόσωπό μου: «Κατίνα μου -της έλεγα, τη λέγαμε και Κατίνα την αδερφή μου- έχω πολλά αίματα» γιατί φοβόμουν ότι θα τη δείρει η μητέρα μου. Εγώ είχα πάντα, είχα τον φόβο ότι η αδερφή μου αυτή έτρωγε πάρα πολύ ξύλο που ήταν πάρα πολύ ζωηρή και έκανε αταξίες, πάντα η καημένη έτρωγε ξύλο. Οπότε δεν ήθελα να φάει ξύλο πάλι εξαιτίας μου και της έλεγα: «Κατερίνα, Κατερίνα, έχω αίματα;». Τι αίματα; Γεμάτο το πρόσωπό μου. Φωνάζει η μάνα μου: «Το παιδί το σκότωσες!» Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν μέσα για να πας σε νοσοκομεία και γιατρούς. Είχαμε έναν φαρμακοποιό ο οποίος ήταν πάρα πολύ καλός. Αφού πλύναν το πρόσωπ[00:30:00]ό μου και διαπιστώσαν ότι εντάξει, το σημείο… στο σημείο του τριχωτού είχε μία μεγάλη πηγή, μας πήγαν, με πήγανε στο φαρμακείο, μου το φτιάξανε, με τσιμπιδάκια λέγανε, τώρα δεν ξέρω τι ήσαν εκείνα τα τσιμπιδάκια και κατά καιρούς πηγαίναν αυτό το τραύμα και μου το φροντίζανε. Σε εκείνο το σημείο δεν έχω βγάλει τρίχες και τώρα. Παραμένει κενό. Και μάλιστα, όταν πηγαίνω στα κομμωτήρια, αν πηγαίνω σε άγνωστο κομμωτήριο, με ρωτάνε: «Εκεί τι σε έχει πάρει; Τσιμπούρι;». Εγώ τους λέω είναι μαγκάνι. Μόνο αυτό δεν έχουνε μάθει ποτέ οι άνθρωποι, ότι υπήρχε και το μαγκάνι που μου ‘χε έρθει και στο κεφάλι. Γιατί λένε τα τσιμπούρια έχουν την ιδιότητα σε εκείνο το σημείο να βάζουνε μέσα το… τα πόδια τους και να κάνουν ζημιά στο σημείο του τριχωτού, εκείνο το σημείο. Εγώ το έχω πάθει από μαγκάνι.
Ήταν συχνά τα ατυχήματα εκείνη την εποχή;
Πάρα πολλά. Εγώ σαν παιδί έπεφτα πάρα πολύ γιατί ήμουνα και ζωηρή. Έχω… έπεφτα συνεχώς και το κεφάλι μου ήταν συνέχεια με ράμματα. Και μάλιστα, η μητέρα μου έλεγε: «Τι να την κάνω αυτήν τη μικρή; Πάντα με αφέλειες. Γιατί πώς θα την παντρέψουμε που είχε τόσα σημάδια στο πρόσωπο». Και οι μεγάλοι παθαίναν ατυχήματα. Επειδή το σπίτι τα χρόνια εκείνα πρέπει να είχανε διαφορά μέσα αντικείμενα για να μπορούν να εξυπηρετούνται για την καθημερινότητά τους, είχαν και το τσιγκέλι. Κρεοπωλείο δεν είχε ο πατέρας μου αλλά το τσιγκέλι τώρα γιατί το είχε δεν ξέρω. Είχαν πλάστιγγα, είχαν ζυγαριές, είχανε διάφορα. Τα αγροτικά σπίτια είχαν τα πάντα. Έπρεπε να ήσαν αυτάρκης γιατί δεν είχανε τότε τη δυνατότητα. Δεν υπήρχαν τα μαγαζιά που έχουν τώρα να βρεις τα πάντα. Ακόμα και ένα μπουκάλι γυάλινο, πηγαίναν στη γειτόνισσα να τη ρωτήσουν: «Έχεις ένα γυάλινο μπουκάλι;». Ή μπαλώματα. Ράβαν οι άνθρωποι τα ρούχα τους και λέγανε: «Έχεις ένα μπάλωμα για να το ταιριάξω;». Γιατί πολλές φορές τα ρούχα τους ήταν με μπαλώματα και έβλεπες όλα τα χρώματα. Ε τέλος πάντων, να μην ανοίγομαι, η μητέρα μου κάτι πήγε να πιάσει ένα σημείο ψηλό και πέρασε το μαγκάνι στο χέρι της, στον βραχίονα. Ακούω μία φωνή και τη βλέπω, βγαίνει στην αυλή που άρχισε να τρέχει το αίμα της, το αίμα από το χέρι της.
Το τσιγκέλι;
Είχε περάσει το τσιγκέλι, όπως άπλωσε το χέρι της, στον βραχίονά της και είχε βγει από την άλλη πλευρά. Όμως είχε τέτοια ψυχραιμία και το έβγαλε. Και βγήκε έξω, είχαμε μία κληματαριά -τη θυμάμαι ακόμα την εικόνα- που άρχισε που έτρεχε το ένα επάνω στο… στη ρίζα της κληματαριάς. Φυσικά πήγανε πάλι και αυτοί στο φαρμακείο, την περιποιηθήκανε. Ήταν το καλό ότι και δεν είχε πειραχτεί κανένα σημείο τένοντας, τίποτα. Δεν θυμάμαι όμως πώς στην πορεία θεραπεύτηκε και δεν θυμάμαι αν είχε αφήσει και σημάδι. Η εικόνα που μου έχει μείνει για την ώρα στο κληματαριά που φεύγει το αίμα από το χέρι της. Είχαμε πάρα πολλά ατυχήματα, αλλά σαν παιδιά τα ξεχνάγαμε. Μια φορά ο πατέρας μου είχε το άλογο, του έφυγε, έψαχνε να το βρει γιατί ήταν πάρα πολύ ζωηρό, να μη χτυπήσει κανέναν άνθρωπο και έχουμε κάνει ζημιά. Τον είχε χτυπήσει πάρα πολύ άσχημα στο πόδι. Μία άλλη φορά τη μητέρα μου. Τα ζώα δεν ήσανε ήσυχα, ζώα ήσανε, δεν μπορούσανε να τα ελέγξουν πολλές φορές. Αλλά ήταν το καμάρι μας. Το αγαπούσαμε, το φροντίζαμε, του δίναμε καραμέλες, λουκούμια, που ήτανε της εποχής. Το λέγαμε Ντορής, ήτανε κόκκινο και πάρα πολύ όμορφο άλογο. Αυτό που μας είχε κάνει εντύπωση, σαν παιδιά, ήταν ότι δεν έπινε νερό από οπουδήποτε. Πάντα ο κουβάς που έπινε το νερό ήτανε καθαρός και ήτανε το νερό πεντακάθαρο. Όταν πήγαινε να βάλει τη μουσούδα του, το μύριζε. Δεν έπινε οπουδήποτε το άλογο, είναι πάρα πολύ καλό ζώο και καθαρό. Εντάξει, τα άλλα τα κατοικίδια δεν τα νοιάζει. Οι κότες όπου να βρούνε νερό και η κατσίκα και…
Ήταν συνηθισμένο να υπάρχει άλογο εκείνη την εποχή στην οικογένεια;
Ναι, γιατί έπρεπε να κάνουν τις μεταφορές των προϊόντων τους, δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Οι άνθρωποι πηγαίναν με τα πόδια, οι φτωχοί είχανε γάιδαρο, οι πλούσιοι είχανε άλογο και άμα ήσουνα και πιο ευκατάστατος, είχες και τη σούστα. Εδώ στο χωριό λίγοι είχαμε, είχανε σούστα. Υπήρχε επίσης ένας που είχε σούστα που ήτανε σαν μεταφορέας τον χρησιμοποιούσανε. Και μάλιστα, μία φορά χάλασε η σούστα και όπως καθόσαν στο καφενείο, οι άνθρωποι τότε είχαν και μία ζήλεια, μία… ένα πείραγμα ο ένας τον άλλονε. Του είχε χαλάσει του ανθρώπου η σούστα και περίμενε να του την φτιάξουν, την είχε πάει… Τώρα δεν ξέρω υπήρχαν ειδικοί άνθρωποι, πιθανόν θα υπήρχανε που φτιάχνανε τις ρόδες. Και μάλιστα ο άνθρωπος πήγε στο καφενείο και τον κοροϊδεύανε: «Τι θα κάνεις τώρα;» και αυτός ήταν πάρα πολύ ψύχραιμος και λέει: «Όποιος έχει πράγματα, του χαλάνε. Άμα δεν έχεις, τι να σου χαλάσει;». Η σούστα εντωμεταξύ, η ρόδα ήταν από σίδερο, πολύ βάρος. Τα χρόνια εκείνα οι δρόμοι δεν είχαν άσφαλτο, ήταν χώμα. Με αποτέλεσμα, η σούστα έκανε πάρα πολύ μεγάλες, βαθιές ρωγμές στο έδαφος και όταν έπιανε η βροχή, ήταν για μας ένα μαρτύριο πώς θα βγούμε από το σπίτι να πάμε στην εκκλησία ή στο σχολείο. Ειδικά στην εκκλησία, που έπρεπε να ήσουνα και πάρα πολύ περιποιημένος, το παπούτσι όμως ήταν μέσα στη λάσπη. Μάλιστα, κοροϊδεύανε το διπλανό χωριό, στο Ζευγολατιό, που οι γυναίκες φόραγαν πάρα πολύ ακριβά ρούχα, ταφτάδες τα λέγανε, την εποχή και μεταξωτά και η... Το τακούνι και το βάρδουλο το παπούτσι ήταν γύρω στη λάσπη. Υπήρχε πάντα έντονη κοροϊδία το ένα χωριό με το άλλο, ποιο ήτανε πιο πλούσιο ή ποιο είναι πιο φτωχό και πόση λάσπη είχε το κάθε σπίτι. Και μάλιστα, σε κάθε πόρτα απέξω υπήρχε ένα σίδερο που καθαρίζαν τα παπούτσια. Το είχαν όλα τα σπίτια, τώρα το βλέπω σε μερικά σπίτια που έχει μείνει από την εποχή εκείνη, γιατί για να μπεις μέσα, έπρεπε να καθαρίσεις το παπούτσι που πόσο να το καθαρίσεις; Η λάσπη πήγαινε και ερχότανε. Τα σπίτια τα στρώνανε με χαλιά χειροποίητα που τα 'χαν φτιάξει στους αργαλειούς και κουρελούδες. Οι περισσότεροι άνθρωποι είχανε κουρελούδες και με αυτά γιατί μπορούσε να σηκώσει όλη αυτή τη λάσπη. Και τότε, εκείνη την εποχή, έβρεχε πάρα πολύ. Σαν παιδί, θυμάμαι τη βροχή την έντονη που ξεκίναγε τον Οκτώβριο μήνα και μέχρι την άνοιξη. Τώρα δεν υπάρχουν βροχές, δεν υπάρχουν λάσπη. Οι δρόμοι έχουν ασφαλτοστρωθεί, δεν υπάρχουν σούστες να κάνουν τις ρωγμές στο έδαφος. Μετά βγήκαν και τα αυτοκίνητα, οι άνθρωποι άλλαξαν τον τρόπο ζωής. Στα δικά μας τα χρόνια έχουμε μεγάλες αλλαγές. Σαν παιδιά ζήσαμε τα σπίτια τα πλίθινα, ζήσαμε το καζάνι που έπρεπε να βάλουνε νερό οι γυναίκες, να πλύνουν τα ρούχα, να ζεστάνουν νερό, να πλύνουν τα παιδιά τους, οι ίδιες να πλυθούνε. Το σαπούνι το φτιάχνανε στην οικογένεια. Ήταν το λάδι που περίσσευε και το έφτιαχναν με ποτάσα, το είχανε τη συνταγή. Φτιάχνουνε μικρά καλούπια μόνοι τους οι άνθρωποι, χύναν το σαπούνι αυτό. Και μάλιστα, για να μην κολλήσει γύρω στο ξύλο, πώς το φτιάχναν τα καλούπια βάζανε εφημερίδες. Για μας ήταν κάτι το φοβερό όταν ήταν να πάρεις την πρώτη κομμάτι από σαπούνι γιατί μετά το κόβανε με μαχαίρι. Το σαπούνι στις τρεις πλευρές είχε εφημερίδα. Ήταν το μεγάλο μαρτύριό μας. Ήμαστε χαρούμενα όταν με τις πολλές φορές που πλέναμε και πλενόμαστε έφευγε η εφημερίδα και τουλάχιστον ήταν καθαρό το σαπούνι. Και μάλιστα, η γειτονοπούλα την άλλη φορά που κουβεντιάζαμε και της έλεγα για εκείνα τα χρόνια μου λέει: «Δεν ξεχνάω το σαπούνι που ήταν ολόκληρο κομμάτι και γκαπ με κοπάναγε η μάνα μου στο κεφάλι για να με λούσει!». Γιατί εγώ της λέω: «Τι ωραία χρόνια». Και μου λέει: «Τι να θυμηθώ; Το σαπούνι που ήταν ένα βαρύ πράγμα και ερχόταν στο κεφάλι μου;». Παρόλα αυτά είχαμε μακριά μαλλιά, ωραίο χρώμα, πολύ γερό η τρίχα. Τώρα σαμπουάν έχουμε, νερά έχουμε άλλα, δυστυχώς τα μαλλιά μας δεν είναι σε αυτήν την κατάσταση. Μου κάνει εντύπωση γιατί είχαμε και μακριά μαλλιά, πώς μπορούσαμε και τα συντηρούσαμε που πλενόμαστε τώρα με το σαπούνι αυτό και στη σκάφη. Νερό πολλές φορές δεν είχαμε στο πηγάδι, έπρεπε να πάμε σε ένα διπλανό πηγάδι να πάρουμε νερό. Φυσικά, το πιο μαρτύριο ήταν στο Σούλι που ήταν μόνο στις βρύσες, που είχαμε κάτι μικρές στάμνες και πηγαίναμε. Τώρα πώς πλενόμαστε, πώς κάνανε τη νοικοκυροσύνη οι γυναίκες, μας έχει κάνει εντύπωση. Φυσικά δεν πρέπει να 'ταν τόσο πολύ καθαρά, γιατί όταν ερχόμαστε από το χωριό η μητέρα μου έλεγε: «Πηγαίντε γρήγορα να πλυθείτε γιατί μυρίζετε ρίγανη».
Γενικότερες συνθήκες έτσι υγιεινής, καθαριότητας και δουλειές του σπιτιού, πέρα από το πλύσιμο και το καζάνι και τη σκάφη. Τι άλλο... Τι άλλη διαφορά υπήρχε;
Απλώς παιδευόσαν πάρα πολύ γυναίκες, είχαν πάντα καυτά νερά. Θυμάμαι πάντα να... το καυτό νερό στον νεροχύτη να πλένει τα πιάτα και τα χέρια της μητέρας μου να φεύγει ο αχνός. Χρησιμοποιούσαν πολύ το καυτό νερό, γιατί εντάξει, το σπίτι είχε κάτω τσιμέντο, δεν είναι ότι είχε το πλακάκι και οι νεροχύτες ήσανε… είχαμε μικρές βρύσες. Δεν ήταν τρεχούμενο το νερό. Είχανε μία βρύση που από κει έπρεπε να πλύνεις τα πιάτα, να πλύνεις τα φρούτα. Εντάξει, εμείς ήμαστε τυχεροί, είχαμε το πηγάδι, πλέναμε εκεί τα χόρτα, αυτά τα πλέναμε στους κουβάδες αλλά άλλα σπίτια που δεν είχανε, έπρεπε να πάνε στη γειτόνισσα να πάρουνε νερό απ' το πηγάδι της και να κάνουν αυτήν τη δουλειά. Η καθαριότητα πώς ήτανε; Συγγνώμη, δεν πλενόμαστε κάθε μέρα. Όμως[00:40:00] απορώ γιατί, πώς τα ρούχα ήταν τόσο καθαρά. Όταν ήταν να πλύνουν οι γυναίκες την εποχή εκείνη, είχανε μία μέρα για πλύσιμο, είχανε μία μέρα για να ζυμώσουνε. Γιατί έπρεπε να σηκωθούνε, να ζυμώσουνε πέντε-έξι ψωμιά που ήταν μεγάλη οικογένεια και τρώγανε πολύ ψωμί, έπρεπε μετά να ανάψουν τον φούρνο αφού γίνει το ψωμί, που ήταν μία διαδικασία. Έπρεπε να 'χανε φέρει ξύλα, να καεί ο φούρνος, να το ρίξουνε και να μην τους καεί και το φαΐ ή το ψωμί. Το φαΐ το μαγείρευαν έξω, δεν υπήρχε τότε ηλεκτρική κουζίνα στα… όταν ήμουνα πολύ μικρή. Είχανε τη φουφού, μετά ήρθε το γκάζι.
Η φουφού τι ήτανε;
Η φουφού ήτανε μία αυτοσχέδια εστία που βάζανε δύο πλίθρες, ένα όρθιο βάζανε κεραμίδι, ένα στεφάνι επάνω στις δύο πλίθρες και εκεί επάνω ακουμπούσαν την κατσαρόλα, το τηγάνι για να φτιάξουνε... ή σιδεροστιά. Η σιδεροστιά υπάρχει και τώρα στα μαγαζιά αν τη δείτε. Βάζανε κει απάνω την κατσαρόλα και συνήθως τότε είχανε πολύ τον χαλκό. Τα σκεύη ήτανε χάλκινα γιατί η φωτιά ήταν πάρα πολύ δυνατή και θα καιγόσανε τα φαγητά. Όλα ήσαν χαλκοματένια, τα ταψιά που είχαν στους φούρνους και τις κατσαρόλες που μαγειρεύανε, τους λέγανε μάλιστα τεντζερέ. Τετζερέδες τούς λέγαμε τουλάχιστον εμείς στο Περγιάλι. Για αυτό και υπήρχαν τότε και πάρα πολύ υπήρχε και αυτό το επάγγελμα του αγανωτή. Αυτός περνούσε απ' τα χωριά και έκανε αυτήν τη δουλειά. Αγάνωνε τα χαλκοματένια, γιατί αυτά άμα βγάλουνε τον χαλκό, είναι οξύ και μπορεί να πεθάνεις. Γι’ αυτό το περνάνε με ένα... το καλάι το λέγανε δεν ξέρω τώρα αυτό τι υλικό είναι, που το περνάγανε μέσα όλο τον τέντζερη ή το ταψί, το σκεύος μέσα, με αποτέλεσμα αυτό να μην έχει κανένα σημείο χαλκό και να μην οξειδωθεί. Γιατί η γιαγιά σου, μία φορά που δεν το είχαν αγανώσει καλά τα καζάνια και κάναν πανηγύρι, γιατί μαγειρεύαν εκεί τα φαγητά, είχαν πάθει δηλητηρίαση οι άνθρωποι. Ήταν πολύ επικίνδυνο.
Αλλά δεν πεθάνανε;
Όχι, γλιτώσανε, αλλά ήταν σχεδόν όλο το χωριό λέει τότε, τρέχανε και δεν προλαβαίνανε! Τότε ήταν της μόδας τα καρβουνάκια, δεν υπήρχαν τα φάρμακα αυτά. Τότε οι άνθρωποι παθαίναν πολύ τακτικά δηλητηριάσεις, δεν πλέναν τόσο πολύ τα φρούτα. Φρούτα δεν υπήρχαν να πας στον μανάβη να πάρεις το φρούτο που έχεις τώρα. Εκείνη την εποχή στο Περγιάλι υπήρχε ένα μανάβικο, που όποτε πηγαίναμε, το μόνο που είχε σίγουρο ήτανε οι πατάτες, τα κρεμμύδια, παντζάρια -τα κοκκινογούλια πώς τα λέμε- που είχε μόνο το φύλο ήταν μαραμένο, μόνο το γογγύλι ήταν σε καλή κατάσταση και καρπούζια, πεπόνια, κάνα μαϊντανός, λίγα χόρτα. Αυτό ήταν το μανάβικο που είχε στο χωριό, στο Περιγιάλι. Τώρα στα πιο κέντρα εντάξει είχε… Γιατί όμως ο καθένας στο σπίτι του είχε και δέντρα. Εμείς σαν οικογένεια είχαμε την αχλαδιά, είχαμε τη μηλιά, είχαμε τη βερικοκιά, λεμόνια, πορτοκάλια, τα σταφύλια και πιο πολύ εξυπηρετιόταν ο άνθρωπος από αυτά που είχε στο σπίτι του. Στην αγορά πήγαινε για πιο… πράγματα που δεν τα βρίσκαμε και δεν τα είχαμε, δεν τα καλλιεργούσαμε.
Αυτό ίσχυε για όλα τα σπίτια ή μόνο στο δικό σας;
Όχι, όλα τα σπίτια. Εδώ πέρα είχαν, ο καθένας είχε ένα μικρό, είχα… όλοι είχανε περιβόλια που είχανε διάφορα φρούτα. Την εποχή εκείνη όλα τα περιβόλια μέσα αν πήγαινες είχαν όλων των ειδών τα φρούτα. Εντάξει, εδώ στο Περγιάλι ήταν και ένας… μία περιοχή που είχε το κλίμα, ήτανε το νερό που μπορούσαν να έχουνε την καλλιέργεια, γι’ αυτό δεν τα 'χαμε στερηθεί. Είχαμε τη μηλιά μας, είχαμε την αχλαδιά μας, είχαμε τη βυσσινιά, την κερασιά, τις συκιές μας, τα σταφύλια μας. Φυσικά, στο Σούλι όταν πήγαινα, δεν υπήρχε ούτε μανάβικο. Εκεί είχανε μόνο ό,τι υπήρχε. Σταφύλια, από φρούτα τα ξεχνάγαμε. Τα μήλα ήτανε κάτι πολύ σπάνιο. Είχαν μόνο τα φιρίκια, ωραίο μήλο, που τα είχαν σε έναν αποθηκευτικό χώρο και κάποια άλλη ποικιλία που... Μήλα είχαμε, αχλάδια λίγα, αλλά γενικά δεν υπήρχε αυτή η ποικιλία μπανάνες που λέμε τώρα και ακτινίδια. Αυτά δεν υπήρχαν την εποχή εκείνη. Το μήλο, το αχλάδι υπήρχε. Πορτοκάλι στο Σούλι δεν είχε, λεμόνια, τα πηγαίναμε εμείς από το Περιγιάλι, για να έχουμε όταν πηγαίναμε εκεί. Επίσης, μου είχε κάνει εντύπωση που δεν είχε κρεοπωλείο. Σφάζανε μία φορά, πότε έσφαζε κάποιος και από κει και πέρα πήγαινε και έπαιρνε το καθένας από το χωριό από μία μερίδα κρέας. Εμείς, επειδή είμαστε στο Περιγιάλι, έστελνε ο πατέρας μου με το λεωφορείο να φάμε κρέας στο χωριό.
Το οποίο ήτανε δικό σας ή το παίρνατε απ’ το κρεοπωλείο;
Όχι, το αγόραζε ο πατέρας μου απ’ το κρεοπωλείο. Εμείς είχαμε κατσίκια, αλλά είχαμε το κατσίκι, το είχαμε για το Πάσχα και τα πρόβατα εγώ δεν τα πολυπρόλαβα, μου το λέγανε παιδία, οι αδερφές μου ότι είχαμε προβατίνες. Εγώ σαν παιδί δεν τις θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο ότι το άλογο, τις κατσίκες, κουνέλια είχαμε και κάτι κότες.
Γάλα δηλαδή, τέτοια καθημερινά πράγματα;
Βέβαια! Το γάλα ήταν η αγαπημένη μου τροφή. Μου άρεσε πάρα πολύ το κατσικίσιο γι’ αυτό έπινα πάρα πολύ γάλα και με κοροϊδεύανε μάλιστα. Έχω γίνει φυσικά πολύ ψηλή, σε σημείο που ο αδερφός της μητέρας μου -ήταν χειρουργός, ουρολόγος φυσικά ο άνθρωπος- αλλά έβλεπε και ψήλωνα έλεγε: «Παιδί μου εσένα θα σου κόψουμε το κόκκαλο που το κόβουνε στην Αγγλία γιατί πώς θα σε παντρέψουμε που έχεις ψηλώσει τόσο πολύ;». Σε σημείο που όταν τον έβλεπα εγώ πολλές φορές κρυβόμουνα μη με πάει και με κάνει χειρουργείο. Μου άρεσε πάρα πολύ το γάλα, το έπινα. Οι αδερφές μου δεν το πίνανε, θέλανε να πιούνε κακάο. Εμένα όμως ήταν η αγαπημένη μου τροφή.
Σπιτικό και αυτό.
Σπιτικό. Πήγαινε η μητέρα μου άρμεγε τις κατσίκες που όταν μεγαλώσαμε, μάθαμε και εμείς να αρμέγουμε τις κατσίκες. Το σουρώναμε, το βράζαμε πάρα πολύ καλά, πίναμε γάλα. Ό,τι περίσσευε, έκανε μικρές μυζήθρες ή με λίγο τυράκι. Φυσικά, οι δύο μεγάλες αδερφές δεν τα τρώγανε ποτέ αυτά, εγώ με την αδερφή μου την τρίτη. Τρώγαμε το τυρί, τρώγαμε, πίναμε το γάλα. Μας άρεσε πάρα πολύ. Όταν σταμάταγαν οι κατσίκες, γιατί μία εποχή όταν δεν έχουν γάλα γιατί είναι έτοιμες να κάνουν τα μωρά τους, αγοράζαμε με το «Βλάχας» το ζαχαρούχο. Μάλιστα, και μια φορά και σαν μεγάλη που ήμουνα πλέον, ήθελα να δοκιμάσω αλλά δεν μου είχε καμία γεύση με εκείνη την παιδική τη γεύση. Νόμιζα πως ήταν καμιά, ότι έχουν αλλάξει την ποιότητα του. Μου έχει μείνει αυτή η γεύση σαν παιδί γιατί μου άρεσε. Επίσης μας άρεσε το ψωμί από τον φούρνο, το αγοραστό. Επειδή η μητέρα μου ζύμωνε, δεν αγοράζαμε. Αγοράζαμε πάρα πολύ σπάνια. Η γειτόνισσα όμως επειδή δεν ζύμωνε, έλεγε ερχόταν απ’ τη μητέρα μου να πάρει λίγο και μας έδινε αγοραστό που παίρνανε αυτοί και μας κορόιδευε ότι τέτοιο ωραίο ψωμί που δεν το τρώμε και τρώμε το αγοραστό, αλλά σαν παιδιά θέλαμε το διαφορετικό. Ήτανε εκείνη την εποχή το γλυκό ήτανε δύσκολο, ακόμα και το γλυκό. Φτιάχνανε γλυκά κουταλιού, φτιάχνανε και του ταψιού γλυκά, αλλά του ταψιού ήτανε μόνο για τις γιορτές. Γιατί πάλι είχε διαδικασία. Έπρεπε να ανάψει τον φούρνο, να το ψήσει το γλυκό. Είχανε πολλές αγροτικές δουλειές, δεν προλάβαινε να κάνει γλυκά του ταψιού. Όμως του κουταλιού έφτιαχνε, αλλά πάντα και αυτά ήταν για τον ξένο. Εκείνη την εποχή είχανε πάρα πολύ, τα παιδικά τα χρόνια, έντονο το αίσθημα της φιλοξενίας. Άμα ερχότανε κάποιος, έπρεπε να του βγάλουνε γλυκό. Τώρα αυτό δεν με νοιάζει. Εμένα προσωπικά τώρα δεν με απασχολεί, μπορεί να του δώσω και έναν καφέ. Εκείνη την εποχή όμως ήταν ντροπή να μην έχεις ένα γλυκό σπιτικό. Θυμάμαι που 'χαμε πάει κινηματογράφο και στον γυρισμό είχε έρθει ένας συγγενής και η μητέρα μου και είχε στεναχώρια γιατί της είχαμε φάει το γλυκό, πώς θα τον κεράσει που δεν είχε ένα γλυκό; Σπάνιο ήταν η πάστα. Τη βρίσκαμε στο καφενείο του χωριού, που όταν έπαιρνες την πάστα, μύριζε και αυτή τσιγαρίλας. Ήταν ένα καφενείο, έμπαινες μέσα, δεν έβλεπες τίποτα από τον καπνό. Ήταν η διασκέδασή των ανδρών. Δεν υπήρχαν καφετέριες εκείνα τα χρόνια, υπήρχε το καφενείο. Πήγαιναν οι άνθρωποι εκεί να περάσουν το απόγευμα, το απόγευμα μετά τη δουλειά που 'σαν στα χτήματα. Εδώ πέρα που ήμουν εγώ, στο χωριό αυτό, ήσαν αγρότες, λίγοι ήσαν υπάλληλοι. Όποτε πηγαίναν στο καφενείο μετά το κτήμα. Πηγαίναν στο καφενείο, καπνίζανε όλοι, τάβλι παίζανε, παίζανε χαρτιά και ήταν η αίθουσα… δεν μπορούσες να περάσεις. Ήταν ο ένας κοντά στον άλλονε και δεν έβλεπε τίποτα. Έπαιρνες την πάστα, ερχόσουν στο σπίτι και σου ‘βγαζε τη μυρωδιά του τσιγάρου. Είχε ποτιστεί τόσο πολύ! Όμως την είχαμε λαχτάρα γιατί ήταν κάτι το διαφορετικό. Μάλιστα σε μία επίσκεψη που ήθελε η μητέρα μου να πάρει πάστες, με έστειλε με τη φιλενάδα μου να πάω να αγοράσω πάστες. Πήγαμε αγοράσαμε θυμάμαι έξι κομμάτια, το θυμάμαι ακόμα. Αλλά στον δρόμο μας ήρθε μία λιγούρα. Σκεφτείτε τώρα μικρά παιδιά να είμαστε δέκα χρόνων, οκτώ, με το κουτί τις πάστες. Απέξω το είχε διπλώσει και με ένα χαρτί πολύ λεπτό, του είχε βάλει και τον φιόγκο και εμείς καθόμαστε στο πεζούλι σε ένα δρομάκι να ανοίξουμε το γλυκό να φάμε μία πάστα με τα χέρια μας. Ανοίξαμε το… βγάλαμε το λεπτό το χαρτί του περιτυλίγματος, ανοίξαμε την πάστα, το κουτί.... Εντωμεταξύ είχε δύο είδη πάστας. Μου λέει η φιλενάδα μου: «Να φάμε τη μία;», «Όχι -λέω- γιατί έχει δύο είδη». Φάγαμε τις πάστες με τα χέρια και τώρα με τα πασαλειμμέ[00:50:00]να χέρια προσπαθήσαμε τώρα να τυλίξουμε το κουτί με εκείνο το λεπτό το χαρτί του περιτυλίγματος. Στον δρόμο μάς είδανε κάποιοι που λέγαμε, σκουπιζόμαστε και: «Φαινόμαστε;» έλεγε η μία: «Όχι, δεν φαίνεσαι», «Έχω πουθενά;» «Ότι δεν έχω» σκουπιζόμαστε να μη φανεί ότι έχουμε φάει το γλυκό. Όμως όταν ήρθαμε στο σπίτι και είδε η μάνα μου αυτό το κουτί, λες και το 'χανε πιάσει γάτες και το 'χανε τραβήξει, με κυνήγησε. Και μετά μας κοροϊδεύανε σαν παιδιά τι ζαβολιές κάναμε. Επίσης μ' αυτή τη… το κορίτσι κάναμε παρέα και μία από την Αθήνα. Αυτή ερχόταν Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι. Ήταν η Αθηναία, ήταν πιο άσπρο το δέρμα της και επίσης η μαμά της και η θεία της κάπνιζε. Είχαμε πάντα και την περιέργεια του καπνίσματος εμείς. Κάπνιζε ο πατέρας μου, κρυφά-κρυφά κοιτάγαμε μπας και δούμε πώς καπνίζει. Τέλος πάντων, όμως αφού είδαμε και τις γυναίκες που καπνίζανε τώρα, η μαμά της και η θεία της, έπρεπε να το δοκιμάσουμε και εμείς. Είμαστε στην τρίτη Δημοτικού και μία μέρα έρχεται η φίλη μου, λέει: «Έχω εξασφαλίσει ένα τάλιρο, θα πάμε στο περίπτερο να πάρουμε τσιγάρα». Ωραία, ξεκινάμε, πάμε στο περίπτερο, λέμε: «Ένα πακέτο τσιγάρα». Τότε τα τσιγάρα ήταν σε κούτες. Πέντε δραχμές ήταν μια κούτα τσιγάρα «Έθνος». Αυτός ξαφνιάστηκε γιατί ήξερε ότι ο πατέρας μου καπνίζει «Καρέλια». Της φιλενάδας μου, δεν μένανε εδώ πέρα, δεν ήξερε ο άνθρωπος ποιανού ήτανε αυτή η κοπέλα. Το άλλο το κορίτσι δεν είχε έρθει μαζί μας, είχε μείνει πιο πίσω στο δρόμο να φυλάει τσίλιες, αν μας δει κάποιος για να το καλύψουμε. Οπότε με ρωτάει ο περιπτεράς: «Τι τα θέλετε τα τσιγάρα;» «Α -λέω- έχουμε εργάτες στο κτήμα» για να δικαιολογήσω γιατί δεν πήραμε τα «Καρέλια», πήραμε το «Έθνος». Τα πήραμε τα τσιγάρα ωραία και καλά, τα φέραμ[02:30:00]ε εδώ. Οι αδερφές μου κάτι καταλάβανε και μας παρακολουθούσανε, εμείς όμως κρυβόμαστε ποτέ στο σπίτι της μιανής, πότε στο σπίτι της αλληνής. Ανεβήκαμε σε μία ταρατσούλα και προσπαθούσαμε τώρα να καπνίσουμε. Φυσικά το σαλιώναμε, τσακωνόμαστε. Τέλος πάντων, περάσανε δύο μέρες. Είχατε κάνει τη συμφωνία κάθε μέρα η καθεμία να φυλάει τα τσιγάρα. Ήταν η σειρά μου η τρίτη μέρα. Τα παίρνω και εγώ τα τσιγάρα, τα φέρνω στο σπίτι. Πού να τα κρύψω, πού να τα κρύψω; Ενώ υπήρχαν και αποθήκες υπήρχαν και άλλοι χώροι, εγώ θεώρησα καλό να τα βάλω κάτω απ’ το κρεβάτι του πατέρα μου, τα θεώρησα πάρα πολύ ασφαλές εκείνο το σημείο, γιατί από πίσω είχε ένα σαν μπαούλο, οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να σκύψει να βρει τα τσιγάρα. Τα έχωσα στο βάθος. Όμως για κακή μου τύχη μου τύχη, ο πατέρας μου διάβαζε την εφημερίδα του, του πέφτει και όπως σκύβει να πιάσει την εφημερίδα, πιάνει και την κούτα με τα τσιγάρα. Μόλις ακούω: «Τι είναι αυτό;» εγώ κάνω την κοιμισμένη. Πέφτω να κοιμάμαι. Κοιταχτήκαν όλοι, είχαν καταλάβει ότι κάτι γινότανε γιατί εμείς οι τρεις συνέχεια να τρέχουμε από δω, να τρέχουμε από κει και η αδερφή μου η άλλη λέει: «Αυτές κάτι κάνουν, κάτι κάνουν» σου λέει αυτή η μικρή κάτι έχει σκαρφιστεί. Οπότε αμέσως πέσανε υποψίες σε εμένανε. Θυμάμαι που με είχαν καθηλώσει στην καρέκλα, εγώ να κατεβάζω το κεφάλι κάτω ότι κοιμάμαι τάχα και όλοι να λένε: «Μα δεν κοιμάται, αφού κουνάνε τα βλέφαρα». Και εγώ έλεγα μα αφού τα 'χω σφίξει πώς κουνιόνται τα βλέφαρά μου; Ε αφού με πειράξανε, με κοροϊδέψανε, πέσαμε για ύπνο. Δεν μου είπε ποτέ τίποτα ο πατέρας μου, οι άλλες όμως φάγανε πολύ ξύλο και οι δύο. Ο πατέρας μου ποια ήταν η τιμωρία μου; Όπως ερχόταν έλεγε: «Και η Σία καπνίζει. Θα της προσφέρετε ένα τσιγαράκι;». Για μένα ήταν ό,τι το χειρότερο. Όποιος ερχότανε: «Στη Σία τσιγαράκι;» αυτό να φανταστείτε διαιωνίστηκε τόσο πολύ που δεν κάπνισα μέχρι που έγινα… που πήγα στα ΤΕΙ, στα Κ.Α.Τ.Ε. Την εποχή εκείνη ήταν Κ.Α.Τ.Ε. Τότε με τη συγκάτοικό μου και κατόπιν κουμπάρα μου, εκεί έμαθα πάλι να καπνίζω. Μέχρι τότε ήταν για μένα κάτι το φοβερό γιατί θυμόμουνα την εικόνα του πατέρα μου που να με κοροϊδεύει για τα τσιγάρα. Τραυματική εμπειρία για μένανε ήταν που ήταν ο πατέρας μου μεγάλος. Ένας άνθρωπος που ήτανε σε μία εύπορη οικογένεια, όμως ο πατέρας του πήγε να ψαρέψει στη λίμνη της Στυμφαλίας, έπαθε πνευμονία και πέθανε. Ηλικία τριάντα πέντε χρονών ο πατέρας του και αφήνει τρία ορφανά. Θεωρήσανε καλά την εποχή εκείνη, καλό, να την παντρέψουνε τη μητέρα του με κάποιον άλλον ο οποίος ήτανε πάρα πολύ βάναυσος. Παρόλα τα χρόνια εκείνα τα παλιά, η γιαγιά δεν πτοήθηκε, τον έδιωξε, παρόλο που είχε κάνει παιδί μαζί του. Τον έδιωξε γιατί κακοποιούσε τα παιδιά και κράτησε τα παιδιά και τα μεγάλωσε μόνη της.
Για τι εποχή μιλάμε τώρα;
Ο πατέρας μου γεννήθηκε το 1899. Επομένως, ο πατέρας μου, όταν παντρεύτηκε η γιαγιά, ήταν τότε τριών χρονών. Δηλαδή πες 190-1903. Για εκείνη την εποχή η χήρα να διώξει τον δεύτερο άντρα ήτανε πάρα πολύ βαρύ. Πέσανε τα αδέρφια της επάνω και ενώ είχανε μια πολύ μεγάλη περιουσία στο Φενεό, στην Γκούρα, είχανε και κτήματα στο Αχαγιά, στα χωριά της Αιγιαλείας, είχανε σταφίδες για τις σταφίδες στο… Καλύβια στην αρχαία Φενεό όπως τη λένε τώρα δεν υπήρχανε. Είχανε χωράφια μόνο και αμπέλια. Οι σταφίδες ήσανε στην Αχαγιά, έτσι τη λέγανε. Τα αδέλφια της μπήκανε μες στην οικογένεια και από τότε η γιαγιά έκανε… κάνανε διαχείριση και γυναίκα πρέπει να είσαι πάρα πολύ μεγάλες ανάγκες. Με αποτέλεσμα επτά χρονών ο πατέρας μου να τον στείλουνε σε έναν θείο δικαστικό στην Πάτρα σαν παραπαίδι. Υπέφερε πάρα πολύ, αρρώστησε και ήρθε πάλι στο χωριό. Μέχρι που ήρθε ο πόλεμος για τη Μικρά Ασία, δεκαοχτώ χρονών, έφυγε και πήγε στη Μικρά Ασία. Πάντα το έχουμε τη φωνή του να μας λέει για το Εσκί Σεχίρ, Αφιόν Καραχισάρ, Σαγγάριο ποταμό. Σαν παιδιά, πάντα μας μιλούσε για αυτόν τον πόλεμο, εμείς επειδή είμαστε μικρά δεν θέλαμε τ’ ακούμε καθόλου. Αυτός μας μιλούσε για την ταλαιπωρία που περάσανε, γιατί πήγε δεκαοχτώ χρονών, στα είκοσι ένα με είκοσι δύο έφυγε από κει. Άτακτος στρατός, τελικά τους αφήσανε όταν έγινε η συνθηκολόγηση, τους αφήσανε στα βάθη που ήσανε πολύ βάθος μέσα στη Μικρά Ασία. Τους αφήσανε και όπου ο καθένας να βρεθεί. Για καλή του τύχη έφτασε στη Σμύρνη, όμως δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να περάσει απέναντι. Μας έλεγε για ανθρώπους που θέλαν να ανέβουνε στις βάρκες και τους κόβανε τα χέρια για να μην ανέβουν επάνω. Εμείς, σαν παιδιά, τρομάζαμε, δεν θέλαμε αυτές τις εικόνες αλλά τώρα στεναχωριέμαι γιατί δεν καθίσαμε να γράψουμε αυτές τις ιστορίες που μας έλεγε ο πατέρας μου, το τι περάσανε στον πόλεμο της Μικράς Ασίας. Ήτανε σταυλάρχης στον… Πώς τον λέγανε; Το ξέχασα.
Χατζηανέστη;
Χατζηανέστη. Μπράβο. Και έλεγε: «Ήμουνα ένα παιδί από το χωριό, λίγο μάγκας και ήθελα, έκανα και λίγες ζημιές εκεί πέρα και αταξίες σαν παιδί. Και με κάλεσε ο ίδιος και μου είπε: “Αν θες να είσαι μαζί μου, θα γίνεις άνθρωπος. Διαφορετικά, θα φύγεις από κοντά μου”». Ήτανε ένα παιδί από χωριό αλλά όμως είχε πάντα μία εξυπνάδα, μία ευστροφία και πάντα ήθελε το καλύτερο και για τον εαυτό του και για τους γύρω. Έμεινε σ' αυτόν, τον υπεραγαπούσε. Δεν μπορούσε να ξεχάσει ποτέ την αδικία που τους σκοτώσανε αυτούς τους ανθρώπους γιατί έλεγε: «Αυτοί οι άνθρωποι αγωνιστήκανε και για να καλύψουν οι άλλοι τις αποτυχίες τους, τα ρίξαν σ' αυτούς τους ανθρώπους που ήσαν ήρωες». Δεν μπορούσε ποτέ να το ξεπεράσει και πάντα μας μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για τους αγώνες τους. Μετά μας είπε, όπως σας είπα και προηγουμένως, για τη Σμύρνη. Αυτές οι εικόνες του είχανε μείνει στο μυαλό του. Κατάφερε μετά από μέρες και με πάρα πολύ… ανά πάσα στιγμή να τον πιάσουν, να τον σκοτώσουνε, να περάσει στη Χίο πλέον άρρωστος όμως βαριά, με βαριά πνευμονία. Ήταν σε ένα… Πήγαν στο νοσοκομείο, σε μεγάλους θαλάμους. Δεν καταλάβαινε τίποτα, ήτανε σε μία κατάσταση σαν αφασία. Κατά στιγμές άνοιγε τα μάτια του και άκουγες σαν φωνή δίπλα και άνοιξε τα μάτια του και είδε έναν πατέρα που έκλαιγε. Είχε τον γιο του και αυτός τραυματία και του έλεγε: «Παιδί μου, προσευχήσου στη Μεγαλόχαρη να γίνεις καλά». Αυτός όμως ο μικρός βλαστήμαγε γιατί έπρεπε να είχε πάθει κάποιον βαρύ τραυματισμό, κάποιον ακρωτηριασμό, δεν ξέρω, και δεν ήθελε και βλαστήμαγε. Και ο πατέρας μου τότε είπε μέσα του: «Παναγία μου να γίνω καλά, να πάω στο σπίτι μου και θα κάνω τάμα, να έρθω». Τελικά, ξεπέρασε τον κίνδυνο. Φυσικά αυτά τα βρογχικά, τα λέγαμε, την εποχή εκείνη έτσι μας τα λέγανε, ότι ο πατέρας έχει περάσει βρογχικά στη Μικρά Ασία, τον τυραννήσανε μέχρι τα γεράματά του, μέχ[01:00:00]ρι που πέθανε. Ήτανε χειμώνες που έβηχε ατελείωτα. Δεν μπορούσε να συνέλθει ο άνθρωπος. Ήταν πάρα πολύ βαριά αυτή η πάθηση που έπαθε. Ήρθε πίσω, πήγε στο χωριό του. Στην πορεία, αποφάσισε να κατέβει στα πεδινά, έφυγε από τα Καλύβια και ήρθε στο Περιγιάλι, που όπως είπα προηγουμένως είχανε φτιάξει, έφτιαξε σπίτι με πλίθρα, καλύβια, άνοιξε το πηγάδι, αγόρασε χτήματα, φύτεψε σταφίδες. Με αποτέλεσμα όμως, πήγε πάρα πολύ πίσω στον γάμο του. Γιατί είχε να φροντίσει και τα αδέρφια του που ήσανε πιο μικρά και έπρεπε να τα αποκαταστήσει. Είχε παντρέψει τη μια αδερφή, η άλλη αδερφή πέθανε και τα άλλα δύο αδέλφια είχανε πολλά προβλήματα στις οικογένειές τους, με αποτέλεσμα ο πατέρας μου έπρεπε να τους στηρίζει. Παντρεύτηκε επομένως πάρα πολύ μεγάλος. Εμένα με έκανε στα πενήντα έξι. Ένας άνθρωπος που έχει πάει στη Μικρά Ασία, που 'χει βρογχικά, βαριά πνευμονία τέλος πάντων, που δούλευε σ' αυτά τα… στα χτήματα και ήτανε ένας άνθρωπος γέρος για μέναμε. Γνώρισα έναν πατέρα γέρο. Ήταν όμως πολύ οικογενειάρχης σωστός, φρόντιζε πολύ την οικογένεια, πολύ αυστηρός δε. Ήταν ο πατέρας ο κλασικός ο παλιός που οι γυναίκες είναι σε απόσταση. Ειδικά τα κορίτσια απ’ τον πατέρα. Δεν ήθελε να έχουμε… να έχουμε διαχύσει μαζί του και είχα πάντα τον τρόμο ότι θα τον χάσω. Μάλιστα στο σχολείο μού λέγανε: «Θα πεθάνει ο πατέρας σου γιατί είναι γερός». Εγώ σαν παιδί θα περάσει πάρα πολύ τρόμο και σε σημείο ότι όταν ερχόμουνα από το σχολείο πίστευα ότι θα δω φέρετρο απέξω. Επειδή πέταγα την τσάντα μου να πάω τουαλέτα γιατί δεν άντεχα απ' την τρομάρα μου, η μητέρα μου έλεγε: «Ήρθε η Σία». Ήταν το σήμα κατατεθέν που ερχόμουν πάντα με αυτή τον τρόμο ότι θα χάσω τον πατέρα μου. Ναι μεν ήταν αυστηρός, ήταν όμως πάρα πολύ ζεστός και έδειχνε την αγάπη του και μόνο με το βλέμμα του καταλάβαινες. Στις γιορτές έπρεπε να μας ψωνίσει. Το Πάσχα είχαμε το άσπρο παπούτσι και φόρεμα, τα Χριστούγεννα είχαμε το λουστρίνι, με τα αντίστοιχα ρούχα, παλτά, οτιδήποτε. Εκείνη την εποχή δεν μπορούσε να πάει τέσσερα παιδιά στην αγορά. Για αυτό θεωρούσε… οι γυναίκες δεν ψωνίζανε, πήγαιναν οι άντρες. Οπότε ξεκίναγε και πήγανε στην Αθήνα. Ήθελε πάντα το καλύτερο για μας. Πήγαινε στον Λαμπρόπουλο και έπαιρνε για τα τέσσερα παιδιά του τα ρούχα τους τα αντίστοιχα. Τώρα για όσον αφορά για τα νούμερα, περίπου μας μέτραγε η μητέρα μου μια μεζούρα, όσον αφορά για τα παπούτσια αυτό είναι μία άλλη ιστορία. Έβαζε μια εφημερίδα, έπαιρνε το μολύβι και σχημάτιζε το πόδι μας. Βάση αυτουνού του...
Σχεδίου; Περιγράμματος;
Κάτσε, πώς το λέμε στο... στη ραπτική; Το πατρόν. Βάση του πατρόν, αυτό, της εφημερίδας μας έπαιρνε παπούτσα. Με αποτέλεσμα και οι τέσσερις έχουμε πρόβλημα στα πόδια μας, τα δάχτυλά μας είναι μαζεμένα και έχουν και κάτι κόμπους, γιατί μας τα… Δεν μπορούσε ακριβώς να υπολογίσει ο άνθρωπος, μας τα 'παιρνε ακριβώς το μολύβι γύρω γύρω απ' την εφημερίδα, πήγαινε τώρα το παπούτσι να το δει, δεν μας έδινε γύρω γύρω χάρη. Με αποτέλεσμα, έχουμε όλες από ένα μικρό θεματάκι, αλλά όμως το λουστρίνι και το άσπρο παπούτσι δεν μας έλειπε. Πάντα απ' τον Λαμπρόπουλο. Ο δε ίδιος είχε πάντα την καμπαρντίνα του και τη ρεμπούμπλικα που την είχε πάρει απ' τον Δραγώνα. Ήτανε τα ρούχα σήμα κατατεθέν. Ακόμα και η γειτόνισσα και έτσι προχθές που κουβεντιάσαμε έλεγε: «Δεν ξεχνάω τον πατέρα σου τις καλές μέρες θα φόραγε το κουστούμι του, την καπαρντίνα του την καλή τον χειμώνα και τη ρεμπούμπλικα». Έτσι θα πήγαινε στην εκκλησία ή στο καφενείο. Τις καθημερινές θα φόραγε τα απλά τα ρούχα. Όχι ότι είχανε πολλά ρούχα, ελάχιστα ρούχα είχε. Απλώς τα πρόσεχε και είχε μόνο για τη δουλειά που έπρεπε να είναι στα χτήματα. Είχε λεμονιές, ελιές, σταφίδες, βερικοκιές και μετά έχει και τα διάφορα φρούτα που… για να έχουμε να σαν οικογένεια να τρώμε. Το μούσμουλο, το αχλάδι, το μήλο. Αυτά δεν τα πούλαγε, το πορτοκάλι, δεν τα πουλάγαμε. Μανταρίνια θα τα είχαμε για να τρώνε τα… η οικογένεια και τα παιδιά έλεγε. Φυσικά, έπαθε και πάρα πολλές ζημιές σαν αγρότης. Οι καλλιέργειες κατά καιρούς παθαίνανε ζημιές και ήταν καταστροφή για την οικογένεια γιατί τότε ήταν δύσκολα πλέον να βγει η οικογένεια, τα οικονομικά πολύ στενά. Σαν παιδί θυμάμαι την κουβέντα του που έλεγε: «Έχουμε να περάσουμε -και έλεγε πάντα έλεγε- Μάιον, Ιούνιον, Ιούλιον» γιατί τον Αύγουστο παίρναμε τα πρώτα χρήματα. Όταν γίναν τα βερίκοκα, παίρναμε και τον Ιούνιο. Πριν γίνουν τα… που δεν είχαμε τις βερικοκιές, είχαμε μόνο τον Σεπτέμβριο να παίρνουμε εισόδημα. Αυτό το έπαιρνε, δεν υπήρχαν τράπεζες, έβαζε λίγα… Δεν ξέρω αν έβαζε παλιά στις τράπεζες αλλά συνήθως τα 'κρυβε στο σπίτι. Γιατί δεν μπορούσε να μετακινηθεί άνετα. Έδινε… ένα ποσόν το είχε στο σπίτι και πάντα άλλαζε θέση γιατί φοβότανε μην του τα κλέψουνε. Σε μία από αυτές τις φορές τα 'χε κρύψει κάπου και δεν θυμότανε πού τα είχε βάλει, με αποτέλεσμα μάς είχε βάλει στη σειρά και μας ρωτάει αν τα έχουμε δει πουθενά, και εμείς του λέγαμε όχι και μας έβαζε… «Θα φιλήσετε -έλεγε- την εικόνα», για να μην… για να μας πιάσει μήπως λέμε ψέματα. Όταν μεγαλώσαμε λίγο πιο πολύ, πλέον είμαστε δεσποινίδες, πηγαίνανε η μεγάλη μου αδελφή έμενε στο σπίτι και στο κτήμα πηγαίναν οι γονείς και εμείς πήγαμε στο σχολείο πλέον. Σε μία από αυτές τις φορές, φθινόπωρο πλέον, ο πατέρας μου έχει κρύψει τα χρήματα μέσα στη σόμπα. Παλιά είχαμε τζάκι, μετά όταν βγήκαν οι σόμπες οι ξυλόσομπες πήραμε ξυλόσομπα και εμείς, μεγάλη χαρά! Είχε… Μαγείρευε κιόλας η μητέρα μου. Λοιπόν ο πατέρας μου αφού δεν ανάβαμε τη σόμπα ήταν εκεί το… η κρυψώνα για τα χρήματα. Έτσι, μία μέρα, φθινόπωρο, έχει πάει με τη μητέρα μου στο κτήμα, κι όπως έρχονται με τη σούστα έχει πιάσει το κρύο. Τον πιάνει μία λαχτάρα και μία τρομάρα! «Αμάν της λέει- Ελένη», «Τι έγινε Θύμιο;» «΄Εχω τα λεφτά στη σόμπα. Μην έχει βάλει η Μαίρη και την έχει ανάψει. Θα καούν τα λεφτά!». Την τρομάρα που πήρανε στη διαδρομή μέχρι να 'ρθουν εδώ πέρα, αλλά αυτή η αδερφή μου δεν ήταν και πάρα πολύ γρήγορη στις δουλειές με αποτέλεσμα τη γλιτώσανε τα λεφτά και τα πρόλαβε και τα 'βγαλε από τη σόμπα. Αυτές είναι οι εικόνες που είχα σαν παιδί με τον πατέρα μου. Πάντα μας έλεγε: «Σε απόσταση, θα προσέχετε τους ανθρώπους, θα φυλάτε και τον ίσκιο σας. Ο φίλος είναι ο επικίνδυνος, τον εχθρό τον ξέρω. Απ' τον φίλο πώς θα φυλαχτώ;». Δεν ολοκλήρωσα. Όταν ο πατέρας μου ήταν στη Χίο, στο νοσοκομείο, και είχε κάνει το τάμα, δεν μπόρεσε ποτέ να το πραγματοποιήσει. Ήρθε πίσω σαν παιδί, μετά με την οικογένεια, δυσκολίες, ίσως και το οικονομικό, ίσως οι υποχρεώσεις. Δεν μπόρεσε ποτέ να το ολοκληρώσει το να κάνει το τάμα στην Τήνο που είχε πει. Οπότε εγώ, έχει πεθάνει πλέον ο πατέρας μου, αποφασίζω με τη μητέρα μου να πάμε στην Τήνο, να κάνουμε το τάμα. Ήτανε πάρα πολύ συγκινητικό! Ήταν των Βαΐων θυμάμαι, ήταν μία πολύ συγκλονιστική εκδρομή, γιατί θυμόμουν όλη τη ζωή του πατέρα μου. Ένα παιδί από μία οικογένεια εύπορη, να βασανιστεί στη ζωή του και να μην μπορεί να κάνει ούτε αυτό το τάμα. Δούλεψε πάρα πολύ και -το λέω και συγκινούμαι ακόμα- η μητέρα μου χαμογελούσε ικανοποιημένη και συγχρόνως λίγο με κορόιδευε εμένα που είχα λίγο αυτήν τη συγκίνηση. Για μένα ήταν η Τήνος ένα άλλο νησί, έχω ξαναπάει αλλά εκείνη η φορά ήταν όλα πάρα πολύ όμορφα για μένα και πάρα πολύ αστράφτανε!
Το αγόρι τελικά από τη Χίο;
Το αγόρι τελικά πέθανε, δεν έζησε και ο… για αυτό ο πατέρας, ο παππούς σου και πατέρας μου, έλεγε: «Η Μεγαλόχαρη με έσωσε. Εκείνο το παιδί δεν έπρεπε να τη βλαστημήσει. Εμένα βγήκε από μέσα μου όλη αυτή η… ο πόθος της ζωής και η πίστη στη θρησκεία». Δεν ήταν ήτανε άνθρωπος ο οποίος ήτανε θρησκόληπτος, είχε φόβο Θεού αλλά δεν ήτανε ο υπερβολικός. Καμιά φορά τον κορόιδευε τη μητέρα που δεν πήγαινε ταχτικά στην εκκλησία και έλεγε: «Εγώ ο καλός ο χριστιανός -έλεγε- τρεις φορές πάει στην εκκλησία και μάλιστα τον πάνε, δεν πάει. Όταν τον βαφτίζουνε, όταν τον παντρεύουνε κι όταν πεθαίνει». Είχε πάντα να λέει και μία ιστορία για κάθε τι. Η μητέρα μου ήτανε πιο… σαν γυναίκα πιο φόβο και γενικά η θέση της ήτανε διαφορετική. Ο πατέρας ήταν ο πατέρας και η μάνα ήταν η μάνα. Ναι μεν δούλευε σαν τη μέλισσα, σηκωνότανε πολύ πρωί αλλά… μια βασανισμένη γυναίκα. Όμως δεν είχε ποτέ αγκομαχήσει, δεν [01:10:00]είχε δυσανασχετήσει, παρόλες τις δυσκολίες της. Ήτανε πάντα πολύ χαρούμενη για τα παιδιά της, ότι γιατί παρόλο που ήμαστε τέσσερα κορίτσια κι εκείνα τα χρόνια ήτανε πάρα πολύ βαρύ. Πρώτον, ο πατέρας μου μεγάλος και ήμαστε και τέσσερα κορίτσια. Για εκείνη την εποχή ήμαστε τα γραμμάτια που σημαίνει έπρεπε να φτιάξουμε προίκες, αλλιώς δεν παντρευόμαστε. Όμως ο πατέρας μου είχε μία αρχή και έλεγε: «Πρέπει να σπουδάσετε. Να 'χετε δουλειά στα χέρια σας, την μπύρα να την κερνάτε και να μη σας την κερνάνε. Να είσαστε ανεξάρτητες και αυτάρκεις. Να μην περιμένετε να ανοίγετε το χέρι».Το 'φαγα το αυτάρκεις; «Να μην ανοίγετε το χέρι σαν ζητιάνες. Να ζήσετε τη ζωή σας. Ο άνθρωπος ο μορφωμένος έχει άλλη αξία». Και πάντα μας έλεγε την παροιμία: «Άνθρωπος αγράμματος ξύλο απελέκητο», για αυτό δεν θα κοιτάξετε να παντρευτείτε, να κουκουλωθείτε. Δεν ήτανε το… αυτή η νοοτροπία που σε...και σε ανθρώπους που έχω γνωρίσει και φίλους που λέγαν να παντρέψουμε το κορίτσι, να παντρευτεί. Είχα συνάδελφο που οι γονείς από την αγωνία της, που μιλάμε και πιο μικρή από μένανε, την αρραβωνιάσανε τρεις φορές, για να της κάνουν τον γάμο. Αυτό εδώ πέρα στην οικογένειά μας δεν ίσχυε. Απλώς μας έλεγε πάντα: «Θα 'στε προσεκτικές. Δεν θα κάνετε σχέσεις μέσα στον χώρο της εργασίας σας, δεν θα κάνετε… Δεν θα δίνετε δικαιώματα και δεν θα πει το χωριό: “Του γέρου τα παιδιά”». Βρέθηκαν άνθρωποι και του είπανε: «Τέσσερις κορίτσια Θύμιο, τι θα τις κάνεις;». Παρόλο που είχε άγχος μέσα του, δεν το 'δειχνε και είπε: «Θα βάλω πάλκο, θα τις βάλω να χορεύουνε», που μόνο αυτό δεν ίσχυε γιατί ήταν πολύ αυστηρός και εδώ στο χωριό και τώρα μας λένε: «Πω πω πω! Δεν τόλμαγε κανένας να σας πειράξει». Και πραγματικά τα αγόρια δεν μας πειράζανε γιατί φοβόσαν τον Θύμιο. Είχε μία σοβαρότητα και ήτανε… δεν δεχότανε αστείο, έλεγε ιστορίες, αλλά δεν δεχότανε το αστείο το: «Έλα βρε φίλε, τι έγινε;». Αυτό δεν το είχε, το χτύπημα στην πλάτη. Σεβότανε το σπίτι που θα πήγαινε και απαιτούσε σεβασμό και στο δικό του το σπίτι. Επίσης, έπαιρνε πάρα πολλά πράγματα από όλους τους ανθρώπους. Σαν παιδί, όταν πήγαινε στο… είχε πάει στο χωριό του μια φορά ε λέει: «Σαν νέος κι εγώ ήθελα να κάνω φιγούρα» και έχει πάει σε ένα τώρα πανδοχείο την εποχή εκείνη, πανδοχεία ήσανε; Tαβέρνα δεν μπορείς να την πεις τώρα για κείνα τα χρόνια. Έχει σταματήσει να φάει και έχει παραγγείλει διάφορα φαγητά. Δεν τα 'φαγε όμως γιατί ένα άτομο ήτανε και τον πλησίασε κάποιος κύριος με ένα… με κουστούμι. Τον ρώτησε τι δουλειά κάνει και γιατί δεν έφαγε τα φαγητά αυτά που είχε παραγγείλει. Ε λέει: «Χόρτασα». Του λέει: «Εγώ είμαι δικαστικός. Παρήγγειλα όσα ήθελα να φάω. Εσύ γιατί το 'κανες αυτήμ τη σπατάλη τώρα; Θα 'χεις και αύριο;» και από τότε πάντα μας συμβούλευε: «Δεν χρειάζεστε να κάνετε φιγούρα στον κόσμο. Θα τρώτε αυτό που θέλετε να φάτε, θα παίρνετε ακριβά πράγματα, όχι πολλά. Γιατί πάντα το φτηνό το κρέας τα σκυλιά τα τρώνε». Είχε πάντα και μια παροιμία να μας πει. «Δεν θα το παίρνετε για να κάντε φιγούρα στον άλλονε. Θα το παίρνετε για εσάς. Να είσαστε... να 'σαστε αξιοπρεπείς και καλοντυμένοι». Ήθελε το καλό των γύρω. Είχε διορίσει δύο παιδιά συγγενών που ήξερε ότι ζητάγανε τότε γιατί οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν γινόσαν διαγωνισμοί. Μιλητό γινότανε. Από στόμα σε στόμα. Και τους κατηύθυνε και το είχαν να το λένε, ότι: «Χάρις στον μπαρμπα-Θύμιο -γιατί έτσι τον λέγανε- βρήκαμε δουλειά, που δεν είχαμε δουλειά, ήμαστε αγρότες και δεν είχαμε...». Τα είχανε σπουδάσει όμως τα παιδιά αλλά τους έδειξε τον δρόμο. Ήθελε πάντα τη μόρφωση. Πίστευε, έλεγε: «Και σπίτια να φτιάξεις και παλάτια να φτιάξεις, τι θα βάλεις μέσα; Βόδια; Ο άνθρωπος να ‘χει μόρφωση και να 'χει αξιοπρέπεια». Τα θυμόμαστε τώρα, τότε, εκείνη την εποχή φυσικά όλα τα θεωρούσαμε αστεία και το βαριόμαστε. Τώρα όμως πολλές φορές αναπολούμε γιατί δεν μας έλεγε, μας μιλούσε για το Αφιόν Καραχισάρ, μας έλεγε τις ιστορίες που είχε περάσει. Όταν ήτανε μικρός, μας έλεγε είχανε κοπάδι που τα 'χανε πάει στην Τραχειά. Η Τραχειά είναι στην Αργολίδα. Κάθε χειμώνα τα κατεβάζανε τα κοπάδια σε πιο πεδινά σημεία γιατί επάνω είχε χιόνι τα χρόνια εκείνα τα παλιά. Δεν είναι τώρα που υπάρχει… που τα ανοίγουν τους δρόμους. Τότε δεν τους άνοιγαν τους δρόμους και μέναν στα χωριά πολύ καιρό κλειστά, τα χωριά απομονωμένα απ' τα χιόνια. Τέλος πάντων, έχουνε πάει τα ζώα στην Τραχειά, στην Αργολίδα, τα σταβλίσανε και ήταν Απόκριες και είπαν να πάνε στο χωριό, να σφάξουν τα γουρούνια και να ξαναγυρίσουνε. Όμως τους έπιασε το χιόνι. Οι δρόμοι δεν ανοίξανε και κατεβήκανε δεν ξέρω μετά από πόσες μέρες, δεν θυμάμαι, μας έλεγε. Αλλά εκείνο που μας είπε ότι όταν φτάσαν στην Τραχειά, εκεί όλοι αυτοί οι τσοπάνηδες που είχαν τα πρόβατα, ανοίξανε λέει το σημείο που τα είχανε τι… μέσα εκεί στο χώρο και είπε ένας: «Τι βλέπεις βρε παιδί μου μέσα στην αγωνία;» «Τι να δω; Χίλια και έντεκα, μαλλιά και κερατά». Είχανε ψοφήσει τα ζώα τους. Είχανε πάθει πολύ μεγάλη ζημιά. Ε ελάχιστες φορές τον είχα δει να γελάει. Είχαμε έναν φίλο, παπά από την Κρήτη. Οι παπάδες στην Κρήτη δεν είναι όπως οι δικοί μας που ξέραμε εμείς που 'σαν αυστηροί, δεν μιλάγανε πολύ ή δεν είχαμε άμεση σχέση ίσως με οικογένεια παπάδων. Επειδή η μια αδερφή μου έχει πάει στην Κρήτη, έχει γνωρίσει έναν ιερωμένο, παπά, ο οποίος έχει τελειώσει και το πανεπιστήμιο και είναι πάρα πολύ ανοιχτός. Μιλάει ελεύθερα, τραγουδάει, μιλάει… τι αισθάνεται ο άνθρωπος. Ενώ εδώ πέρα ήταν απαγορευτικό αυτό. Όταν παντρεύτηκε η αδερφή μου η μεγάλη, τον φιλοξενήσαμε στο Περιγιάλι για ένα βράδυ. Εκείνο το βράδυ θυμάμαι τον πατέρα μου να γελάει όλη τη νύχτα γιατί ο παπάς του έλεγε τις ιστορίες και τις γκάφες που κάνανε οι κληρικοί παπάδες κάτω στην Κρήτη. Τον… ήτανε ξένοιαστος και χαρούμενος. Ελάχιστες φορές που γέλασε ή όταν με συνόδευσε όταν μπήκα στο Γυμνάσιο. Ντύθηκε και με πήγε με πάρα πολλή χαρά. Είχε κάνει εντύπωση και πάρα πολλές φορές και μου το λέγανε στο σχολείο, όταν θα πήγαινε ήταν πάντα καλοντυμένος, θα φόραγε τα καλύτερά του ρούχα. Ίσως και γραβάτα; Μπορεί. Αυτό δεν το θυμάμαι αλλά θυμάμαι πάντα το κουστούμι, δεν είχε πολλά. Αλλά πάντα θα πήγαινε με τα ρούχα του τα καλά, όχι τα πρόχειρα.
Πώς ήταν τα σχολικά χρόνια τότε;
Στην εποχή τη δική μας υπήρχε πάρα πολύ αυστηρό πρόγραμμα. Πηγαίναμε σχολείο όλες τις ημέρες και το Σάββατο. Φορούσαμε ποδιά απαραίτητα, σοσόνι, το καλσόν ήταν απαγορευτικό, δεν υπήρχε την εποχή στα δικά μου τα παιδικά χρόνια μέχρι το Γυμνάσιο δεν υπήρχε το καλσόν. Το καλσόν αργότερα άρχισε να το φοράμε, φοράγαμε σοσόνια ποδιά, τα πόδια μας μονίμως παγωμένα. Σχολείο ήτανε κάθε μέρα και Κυριακή είχε εκκλησιασμό.
Υποχρεωτικό;
Υποχρεωτικός εκκλησιασμός. Αν δεν πήγαινες, τη Δευτέρα είχες τιμωρία. Μάλιστα, η μητέρα μου, όταν πήγαινε στο σχολείο, έχει να μας διηγιότανε μία ιστορία για τα δικά της τα χρόνια που πηγαίναν στο σχολείο, στο Δημοτικό. Τότε τα παιδιά στο Σούλι μιλάγανε και αρβανίτικα. Γιατί μιλάγανε οι γιαγιάδες τους και πήγανε τη Δευτέρα στο σχολείο και ένα παιδί συμμαθητής της μητέρας μου δεν είχε πάει στην εκκλησία και η δασκάλα τον ρώτησε: «Γιατί Θανάση δεν ήρθες στην εκκλησία;» και της είπε ο καημένος ο Θανάσης: «Κυρία, τα σκουτιά μου ήτανε λούτσα». Και τότε η δασκάλα τον έδειρε πάρα πολύ γιατί πρώτον επειδή δεν πήγε στην εκκλησία και δεύτερον γιατί είπε το λούτσα και τα σκουτιά. Αυτά δεν ήτανε στις λέξεις του μάθαινε η δασκάλα. Και η μητέρα μου, μέχρι τα χρόνια που μεγαλώσαμε να μας το έλεγε πάντοτε ότι πόσο άσχημες συνθήκες τότε που τα παιδιά παρόλο που δεν είχανε, πάντα αυτά τα τιμωρούσανε. Ενώ εμείς είχαμε την πολυτέλεια γιατί άμα γκρινιάζαμε και δεν θέλουμε και έλεγε: «Εμείς τότε δεν είχαμε να πάμε, εσείς έχετε να πάτε για αυτό πρέπει να πάτε». Ο δάσκαλος και η δασκάλα βάζανε πολλές τιμωρίες. Εάν δεν ξέραμε τα μαθήματα, αν κάναμε φασαρία. Και πάντα στην τάξη υπήρχε μία ανομοιογένεια, γιατί ήσανε τα παιδιά που είχανε μία φροντίδα απ' την οικογένεια και υπήρχαν και άλλα παιδιά τα οποία δεν είχαν τόση φροντίδα απ' την οικογένεια και όσον αφορά [01:20:00]την τροφή τους και τη φροντίδα τους. Τα ρούχα τους βρώμικα, πεινασμένα πολλά παιδιά γιατί οι γονείς τους δεν είχανε όλοι χτήματα και περιουσία. Πολλών παιδιών ήταν εργάτες οι γονείς τους, είχαν έρθει από άλλα μέρη με αποτέλεσμα αυτά τα παιδιά ήσαν πάντα πιο επιθετικά. Λογικό ήτανε, γιατί ζηλεύανε, γιατί είχανε τη διαφορά τη βλέπανε και μέσα και οι δάσκαλοι χωρίς να το καταλαβαίνουνε σε εκείνα τα παιδιά φερόσανε πάρα πολύ πιο αυστηρά, επειδή μιλούσαν άσχημα αυτά. Κάναν πιο πολλή φασαρία, ενοχλούσανε τον δάσκαλο, με αποτέλεσμα και αυτός να τους φέρεται πάρα πολύ άσχημα και να μην τα πιάνει με άλλο τρόπο να τα γαλουχήσει. Μάλιστα, εμάς μας έπιασε και το περίοδο που μας δώσανε και γάλα και τυρί, σαν συσσίτια στο σχολείο. Φυσικά εμείς επειδή είμαστε χορτασμένα, το γάλα το χύναμε κρυφά και το τυρί το πετάγαμε. Τα άλλα όμως τα καημένα τα παιδιά το θέλανε. Επίσης εδώ πέρα ήταν και κατηγορίες, ήταν η πάνω γειτονιά, η μεσαία γειτονιά και ήταν και τα θαλασσινά. Τα θαλασσινά ήταν πιο δεύτερη κατηγορία, οι γονείς τους ήτανε ψαράδες και είχανε… άμα είχανε ψάρια, μπορούσε η οικογένεια να πορευτεί. Άμα ήταν μέρα που δεν είχαν πιάσει και ψάρια ο πατέρας, ήταν πολύ δύσκολα τα χρόνια. Και αυτά μάλιστα θυμάμαι οι δάσκαλοι που τα χρησιμοποιούσανε να κάνουν και δουλειές στις αυλές. Εμάς φυσικά μας άρεσαν πολύ οι γυμναστικές επιδείξεις, τώρα φυσικά το θεωρούν πολύ αντιπαιδαγωγικό, αλλά για εμάς ήταν μία διασκέδαση, ίσως γιατί χαλαρώναμε. Ο δάσκαλος ήταν πιο φιλικός στις γυμναστικές επιδείξεις, ήταν γελαστός, μας έδειχνε πράγματα, παίζαμε μεταξύ μας γιατί η τάξη ήταν τάξη. Ενώ οι γυμναστικές επιδείξεις ήτανε παιχνίδι. Μας έκαναν γυμναστική, μας κάναν παιχνίδι, για μας ήταν πάρα πολύ ωραίο και συγχρόνως καμαρώναμε γιατί γινότανε μετά και η επίδειξη μπροστά στους επισήμους, στους γονείς και το 'χαμε πάρα πολύ καμάρι. Μας άρεσε σαν εκδήλωση αυτό και το περιμέναμε.
Αυτό γινόταν κατά τη διάρκεια της επταετίας ή και πιο πριν;
Όλα τα χρόνια. Μέχρι και που τελείωσα και το Λύκειο. Τότε μάλλον δεν ήτανε Λύκειο, ήταν Γυμνάσιο. Εξατάξιο τελείωσα εγώ, γιατί είχαν πάντα κάτι στάδια. Πότε το κάνανε Λύκειο πότε το κάνανε Γυμνάσιο. Σε δική μου τη σειρά, είχα παντα εξατάξιο Δημοτικό και εξατάξιο Γυμνάσιο. Το Δημοτικό το τελείωσα στο περιγιάλι. Μάλιστα, οι δάσκαλοι θέλαν να μας κάνουν και μια εκδρομή, πηγαίναμε με λεωφορεία. Όμως όταν ήταν να πάμε κινηματογράφο, δεν ξέρω γιατί -ήτανε πιο φθηνά; Δεν βρίσκανε λεωφορείο;- μας πηγαίναν συνήθως και βλέπαμε τις ταινίες του Νόε, ή το Μπεν Χουρ. Και επειδή είμαστε... βάζαμε φορτηγό. Μας βάζανε στο φορτηγό, δύο σχολεία Λέχαιον και Περγιάλι, τα οποία τα παιδιά μεταξύ μας… το ένα δεν χώνευε το σχολείο το άλλο. Τσακωνόμαστε πάρα πολύ άσχημα αλλά οι δάσκαλοι ίσως ήταν πιο οικονομικό το εισιτήριο στο φορτηγό μας, βάζαν στο φορτηγό και μας πηγαίνανε να δούμε τα έργα. Τώρα πόσο ασφάλεια είχαμε εκεί πέρα στο φορτηγό, αυτό δεν μπορώ να το ξέρω τι συνθήκες ήσανε. Πάντως εμείς πηγαίναμε και βλέπαμε. Και πάντα θυμάμαι τον τρόμο που είχα, ειδικά στο Μπεν Χουρ με τα μαστίγια και τον Νώε με τον Θεό, να φωνάζει. Κάτω απ' το κάθισμα. Όμως όταν πήγαινα με τον πατέρα μου κινηματογράφο, ήμουνα πολύ χαρούμενη γιατί μας έβαζε πολύ ωραίες ταινίες μας έβαζε εδώ στον κινηματογράφο. Ήταν καλοκαιρινός μόνο. Και ήταν κάθε Κυριακή ο κινηματογράφος. Η στεναχώρια μου ήταν ότι τα βλάχικα τα έβαζε και τα... τα 'βαζε στο τέλος της σεζόν και έκανε πολύ κρύο και δεν το ευχαριστιόμαστε. Μία φορά μάλιστα ο πατέρας μου ήταν η ταινία με τη Μάρω Κοντού «Αχ να γινόμουν άντρας». Μας πήρε όλο χαρά να μας πάει όμως εκεί δεν είχε την ταινία αυτός και έβαλε την ταινία με μία... την Λάσκαρη. Τώρα ο πατέρας μου με τέσσερα κορίτσια και βλέποντας την Λάσκαρη να αρχίζει να φωνάζει: «Πα’ να φύγουμε!», να φωνάζει με αυτόν: «Τι ταινία είναι αυτή για τα παιδιά;». Εγώ κρυβόμουν, ήθελα να δω και λίγο τσόντα. Είχα και έναν γείτονα που έλεγε: «Άσ' τα Θύμιο τα παιδιά να μαθαίνουνε». Μας βουτάει ο πατέρας μου, έξω από τον κινηματογράφο. Ήτανε το χαρούμενο το έργο. Το σχολείο ήταν η πειθαρχία με τον κινηματογράφο. Οι δάσκαλοι καλοί ήσανε. Αυτά που ξέραν οι άνθρωποι, αυτά μας βοηθήσανε. Εγώ έχω δύο δασκάλους που ακόμα τους μνημονεύω. Χάρις αυτούς προχώρησα. Αγαπούσαν αυτοί τα παιδιά. Ένας αφιλοκερδώς και χωρίς να τον πληρώνουμε εξτρά, μας έκανε μαθήματα και περάσαμε στο Γυμνάσιο. Η τάξη η δικιά μου ήταν και πάρα πολλά παιδιά συγκριτικά με άλλες τάξεις. Η δικιά μου η φουρνιά είχε πάρα πολλά αγόρια και κορίτσια. Και αυτός ο δάσκαλος κάθισε και μας έκανε φροντιστήριο και σχεδόν περάσαμε όλα τα παιδιά στο Γυμνάσιο. Πάντα έδινε το καλύτερο. Υπήρχαν κι άλλοι δάσκαλοι οι οποίοι ήσαν αδιάφοροι αλλά σε αυτούς τους δύο οφείλω πολλά.
Δίνατε εξετάσεις δηλαδή για να να περάσετε στο Γυμνάσιο;
Στη δικιά μου τη… ναι τη σειρά, δώσαμε εξετάσεις περάσαμε στο Γυμνάσιο. Και στο Γυμνάσιο δίναμε δύο φορές τον χρόνο εξετάσεις, είχαμε πρώτο και δεύτερο εξάμηνο. Δεν μπορώ να πω ότι ήμουν άριστη μαθήτρια. Ήμουν επιμελής, ήμουνα καλή, διάβαζα πάντα στις εξετάσεις, ξενυχτούσα και έλεγα: «Αχ τί εύκολα που είναι, να μη διαβάζω, άλλη φορά θα διαβάζω κανονικά» αλλά πάντα το ίδιο δουλειά έκανα. Έγραφα στις εξετάσεις, την υπόλοιπη χρονιά ήμουνα στο: «Εντάξει, αύριο». Καλλιγράφος δεν ήμουνα, προσπαθούσα να γράφω πολλά γράμματα με νευριάζαν όμως να γράψω μια καλή, ένα ωραίο κείμενο και με ωραία γράμματα και μάλιστα μία φορά ο δάσκαλος μου 'κανε παρατήρηση. Συγγνώμη. «Τι γράμματα είναι αυτά παιδί μου;» και του είπα και εγώ: «Κύριε δεν είναι τα καλά μου», «Γιατί -μου λέει- έχεις και κυριακάτικα;». Παρόλο που έχουν περάσει τόσα χρόνια, μου έχει μείνει ακόμα αυτή η κουβέντα του με τα κυριακάτικα τα γράμματα του Μποτσίνη. Ένας εξαίρετος εκπαιδευτικός. Βοήθησε τα παιδιά πάρα πολύ. Πήγαμε στο Γυμνάσιο και εκεί οι καθηγηταί ήσανε… Απλώς τώρα -συγγνώμη, κάνω μία παρένθεση στο Δημοτικό- το μόνο αυτό λάθος που ήταν των δασκάλων, που ξεχωρίζαν τα παιδιά. Ήταν τα παιδιά του ενός, τα παιδιά του αλλουνού τα είχανε πιο... σε άλλη μεταχείριση. Δικαιολογούσαν τις αταξίες τους, δικαιολογούσαν την… που ήσαν αδιάβαστα. Τα άλλα τα παιδιά είχαν πάντα τιμωρία: «Βγες έξω. Κάτσε έξω, σκούπισε την αυλή, μάζεψε τα χαρτιά, μάζεψε τα σκουπίδια», γιατί τότε δεν υπήρχε καθαρίστρια. Μία γυναίκα η οποία ό,τι μπορούσε έκανε. Ενώ στο Γυμνάσιο ήταν κάπως πιο απρόσωπα τα πράγματα. Πήγα στην Κόρινθο, ήταν πιο μεγάλο σχολείο, πιο πολλά παιδιά από διάφορα χωριά. Και εκεί πάλι ταξικό το κομμάτι γιατί ήσαν τα παιδιά τα παραλιακά που είμαστε εμείς, τα παιδιά της Κορίνθου που ήσανε παιδιά υπαλλήλων, γιατρών, δικηγόρων και ήταν τα παιδιά στων Μεσόγεια που μιλάμε Σοφικό, Αγγελόκαστρο που ήσανε αυτά τα παιδιά ήταν πάρα πολύ αγρίμια, μιλάγανε αρβανίτικα. Και γενικά οι δάσκαλοι, οι καθηγητές τους είχανε και αυτούς πάλι σε μία άλλη κατηγορία παιδιών. Και εκεί γινόσανε διαχωρισμοί, και στο Γυμνάσιο. Μάλιστα, είχαμε μία γυμνάστρια η οποία παρόλο που ήταν απ’ τον Άη-Γιάννη, χωριό και αυτό από εκείνα τα μέρη που δεν τα είχανε σε πρώτη κατηγορία τα παιδιά, παρόλο που ήταν αυτή από εκεί, είχε ειρωνευτεί κάποτε ότι πώς αυτή μια τόσο καλή γυμνάστρια κάνει μάθημα γυμναστικής στο Αγγελόκαστρο και στο Σοφικό ενώ η αδερφή της αντίστοιχα κάνει στο Αρσάκειο γυμναστική. Φυσικά αυτές τις στολίσανε, οι κοπέλες από κει με τα αρβανίτικα. Τις πήρε χαμπάρι αυτές, εντάξει μία αποβολή. Ήταν πολύ της μόδας και οι αποβολές τότε, ήταν η τιμωρία. Είχαμε και καλούς καθηγητές. Είχαμε μία καθηγήτρια η οποία ναι μεν μας ξεχώριζε όσον αφορά το επίπεδό αυτηνής, ότι ήταν πολύ ανώτερο από εμάς, γιατί είχε πατέρα γυμνασιάρχη, γιατί είχε την εγκυκλοπαίδεια του πάπυρου Larousse που για εκείνα τα χρόνια ήταν όλα πολύ λίγα τα βιβλία στα παιδιά, στα σπίτια τους. Η οποία όμως της οφείλω πολλά γιατί μας πήγε σε θεατρική παράσταση και είδαμε την Παξινού, μας έκανε απογεύματα και μας… αναλύσεις για τους ποιητές και τους πεζογράφους μάς καλούσε, που δεν ήταν υποχρέωσή της, ήταν στην ώρα της εκτός σχολείου. Και την… αν σκεφτούμε τα χρόνια εκείνα, δουλεύανε πολλές φορές πολλές φορές και οι καθηγηταί. Ειδικά οι φιλόλογοι είχαν πάρα πολλά μεγάλα ωράρια, οι φιλόλογοι, οι φυσικοί, μαθηματικοί είχαν μεγάλο ωράριο. Ήδη το ωράριό τους ήτανε μεγάλο όμως είχε τη θέληση να προχωρήσει. Μάλιστα, αυτήν τη στιγμή είναι ογδόντα πέντε χρονών και πριν τρία χρόνια μού είπαν ότι έκανε μεταπτυχιακό στο πανεπιστήμιο Κορίνθου. Την είδα και είναι μία λαμπάδα. Έχω να το λέω. Φυσικά με ενοχλο[01:30:00]ύσε που έλεγε: «Εγώ είμαι κόρη γυμνασιάρχη». Με ενοχλούσε, αλλά όμως αυτό μπορώ να της το αναγνωρίσω, ότι μας έδωσε πράγματα. Δεν ήταν μόνο η στεγνή καθηγήτρια. Είχαμε την τιμή, να το πω, να έχουμε γυμνασιάρχη τη μάνα του Φασιανού. Ήτανε μία γιαγιά με μισοφόρια, με ένα μικρό γελεκάκι και ένα κοτσάκι. Όμως ο λόγος της ήτανε ένα μέλι, κείμενα ολόκληρα από τα αρχαία γιατί και τότε κάναμε γυμναστικές επιδείξεις και στο Γυμνάσιο. Στο στάδιο έχουμε βρεθεί μία χρονιά που είχε έρθει και η μητέρα μου η οποία όταν τελείωσε οι επιδείξεις, είχε να λέει τον λόγο που έβγαλε αυτή η γυναίκα. Ήτανε φοβερή παιδαγωγός. Είχαμε και καλούς καθηγητές. Είχαμε και τους άλλους οι οποίοι εντάξει, παίρναν την τσάντα τους και φεύγανε. Αν ήθελες όμως, μπορούσες να μπεις στην ομάδα και να προχωρήσεις. Ήταν αυστηρά, δεν μπορώ να πω. Είχανε έγνοια για τα παιδιά. Παρουσιάστηκε τότε ένα κρούσμα που τώρα τελικά τελευταία έμαθα τι ακριβώς είχε γίνει. Κάναμε γυμναστική και πέφτει από μία μαθήτρια βιβλιάριο. Τώρα μιλάμε για το '68.
Βιβλιάριο υγείας ή τραπέζης;
Βιβλιάριο τραπέζης. Θορύβησε αυτό, οι καθηγηταί αμέσως αναστατωθήκανε, ψάξανε. Και τι είχε γίνει; Πώς μία μαθήτρια από ένα χωριό ορεινό, χωρίς έσοδα, να έχει βιβλιάριο με τόσα χρήματα; Είχε βρεθεί μία ομάδα ανθρώπων και εκμεταλλευόσανε μαθήτριες και αυτή η μικρή ήταν μεσολαβήτρια.
Δηλαδή;
Δηλαδή η μικρή πήγαινε μαθήτριες στα ξενοδοχεία. Και φέτος έμαθα από τον γαμπρό μου για αυτήν την ιστορία. Τότε εμείς απλώς μάθαμε ότι κάτι γινόταν στο σχολείο, ότι κάποιες μαθήτριες πήγανε σε ξενοδοχείο, αλλά είχαμε… δεν ξέραμε ακριβώς στην ιστορία. Και τελικά φέτος, μετά από τόσα χρόνια, δηλαδή από το '68, φτάσαμε στο 2023 να μάθω για αυτήν την ιστορία, ότι υπήρχε κύκλωμα που προωθούσανε μαθήτριες. Το θλιβερό είναι ότι ήσανε κάτι κοπέλες, οι οποίες για την επαρχία και για την εποχή που ζούσαμε ήταν πάρα πολύ εξελιγμένες. Τις έβλεπα, τις κρατούσα σε απόσταση και έτυχε να έχω γνωστή μία κοπέλα που ήτανε πάρα πολύ καλή οικογένεια, πανέμορφη, πεντακάθαρη και το κοριτσάκι αυτό ήταν άβουλο. Ήταν το τρίτο παιδί, τέταρτο παιδί της οικογένειας. Είχε άλλες δύο αδερφές και έναν αδερφό. Έτυχε η αδερφή μου να έχει σχέση με τις αδερφές της, γι’ αυτό ξέρω την ιστορία. Αυτό το κορίτσι ήταν άβουλο. Το έβλεπες στο σχολείο που το χρησιμοποιούσαν και του λέγανε: «Φέρε μου αυτό» και αυτό πήγαινε από πίσω από... Τελικά αυτές οι κοπέλες την προωθήσανε, την πήγαν σε ξενοδοχείο, το έμαθε ο πατέρας της, τη χτύπησε και την πρόσβαλε πολύ άσχημα και το παιδί πήγε σε ψυχιατρική κλινική. Καταστράφηκε. Τραγικές ιστορίες. Γινόσαν και τότε. Και έτυχε τώρα να μάθω για ανθρώπους που ήσαν σε αυτόν τον χώρο και κάναν αυτήν την… τις κινήσεις. Επίσης θυμήθηκα που είχε έρθει μία απ’ τον Καναδά, πολύ έξαλλη κοπέλα, την οποία την πιάσαν με ναρκωτικά. Τότε υπήρχαν αποβολές, υπήρχαν τιμωρίες. Φοβόσουνα, αλλά όμως υπήρχε και μία δικαιοσύνη. Τώρα, όσον αφορά για τα καλσόν που λέω. Είναι λίγο αστεία η ιστορία. Είμαι μαθήτρια με τη μία φίλη μου, σχολάμε και παίρνουμε το λεωφορείο. Γιατί εμείς μετακινιόμαστε με το λεωφορείο Κόρινθο-Περγιάλι. Έχουμε καθίσει μπροστά στις πρώτες θέσεις και όπως καθόμαστε στον καθρέφτη, πίσω υπάρχει ένα ζευγάρι, είναι δικηγόρος αυτός από το Περιγιάλι ο κύριος και μία κοπέλα που δεν την ξέρω. Ακούμε όμως την κουβέντα τους και έχουμε στήσει αυτί. Μεσημέρι είναι, χαζολογήσαμε και ακούμε αυτόν τον κύριό να της λέει: «Τι φοράτε;» και αυτή αρχίζει να του λέει: «Είναι καλσόν». «Τι είναι αυτό;» και αρχίζει να του εξηγεί αυτή ότι είναι κάλτσες και πάνω έχει σαν βρακάκι. Ε εμείς αρχίσαμε και γελάγαμε, μας φάνηκε πάρα πολύ αστείο. Αυτή τον ρώταγε αν η αδερφή του φοράει τέτοιο, αυτός έλεγε όχι. Τέλος πάντων, μία τέτοια συζήτηση μεταξύ τους που εμείς όμως, σαν παιδιά, χαρά με μεγάλη χαρά αρχίσαμε και γελάγαμε. Μας παίρνει χαμπάρι αυτός και την άλλη μέρα πάμε ξέγνοιαστες στο σχολείο και μας καλεί η καθηγήτρια. Και μάλιστα ήταν η μάνα του Φασιανού τότε λυκειάρχης, γυμνασιάρχης. Και μας λέει: «Τι ακριβώς κάνετε παιδιά εσείς στα λεωφορεία; Πετάτε εισιτήρια στον κόσμο;». Εγώ αρχίζω να φωνάζω και να διαμαρτύρομαι ότι αυτό το πράγμα δεν έχει γίνει ποτέ, η άλλη έβαλε τα κλάματα. Λέει: «Γιατί έτσι μας είπανε». Τελικά τι είχε γίνει; Αυτός θύμωσε και πήγε και είπε στο σχολείο ότι: «Μάζεψτε τες γιατί αυτές κάνουν φασαρία στο λεωφορείο». Ε μάθαμε ποιός ήτανε και μάθαμε ποια ήταν, τελικά και η άλλη κύρια ήτανε δικηγόρος και έτυχε να είναι κουνιάδα μιας συναδέλφου αργότερα έμαθα. Είχαμε και τα αστεία μέσα στα λεωφορεία, δηλαδή ήταν το... η παιδική μας χαρά. Γιατί τότε 20:00 η ώρα το βράδυ έπρεπε να είμαστε στα σπίτια μας, απαγορευότανε. Φροντιστήρια δεν γινόσανε. Υπήρχε το Γαλλικό Ινστιτούτο, υπήρχαν τα αγγλικά. Ελάχιστα παιδιά πηγαίνανε, γιατί ούτε οικονομική ευχέρεια υπήρχε ούτε το… ο γονιός να το πάει και να το φέρει το παιδί. Οπότε η μόνη μας διασκέδαση ήταν που θα πάμε με το λεωφορείο, θα γυρίσουμε πάρα πολλά παιδιά, γεμάτα τα λεωφορεία. Οπότε στο σπίτι μετά. Όσες ήσανε στην πόλη, μπορεί να πηγαίνανε πουθενά αλλά οι καθηγήτριες άμα τις βλέπανε, είχε τιμωρία την άλλη μέρα. Έπρεπε να ήταν πάντα με συνοδεία του γονιού και μετά τις 20:00 η ώρα έπρεπε να 'μαστε στο σπίτι. Μία φορά που ήθελα να πάω κινηματογράφο να δω και εγώ τη «Μεσόγειο φλέγεται», είχα φροντιστήριο. Υπήρχε μόνο ένα φροντιστήριο την εποχή μου, έκανε μαθηματικά και συνήθως έκανε μαθηματικά στο τέλος κάθε εξεταστικής, δηλαδή τον Φεβρουάριο και τον Ιούνιο που δίναμε τότε. Ήταν ένα φροντιστήριο, μία τάξη τεράστια και ήταν σχεδόν όλη η τάξη μέσα. Και κάναμε για έναν μήνα. Ε σε μία τέτοια περίοδο έχει έρθει στον κινηματογράφο «Η Μεσόγειος φλέγεται», εγώ ήθελα να πάω. Τι δικαιολογία; Πάω φροντιστήριο. Λέω και σε μία γειτόνισσα: «Πάμε στο έργο». Βλέπουμε το ωραίο το έργο. Ερχόμαστε στο σπίτι: «Πώς ήταν το φροντιστήριο;», «Μία χαρά» ωραία και καλά. Την άλλη μέρα με έχει πάει ο μπαμπάς μου στο κτήμα και έτυχε εμείς με τον μπαμπά της κοπελιάς που 'χουμε πάει στον κινηματογράφο να είμαστε γειτόνοι. Οπότε φωνάζει ο κύριος Γιώργος: «Σία, πώς ήτανε το έργο; Σας άρεσε;». Έφαγα ένα κυνήγι μέσα στο χτήμα απ’ τον πατέρα μου που του είπα ψέματα. Δηλαδή και ψέματα να 'λεγες, υπήρχε γύρω γύρω ο γνωστός, ο φίλος, που πάντα θα σε κάρφωνε. Με το καλή ή την κακή την έννοια. Δεν μπορούσες να ξεγλιστρήσεις, όπου πήγαινες σε βλέπανε. Γιατί ο κόσμος δεν είχε τα αυτοκίνητα του να πάει μόνος του. Έμπαινε σε ένα λεωφορείο, η πόλη μικρή, το χωριό μικρό. Όπως ο περιπτεράς είπε στον πατέρα μου για τα τσιγάρα για τη μικρή, γιατί ήξερε ότι.... ήξερε του καθενός το χούι και τις συμπεριφορές του. Οπότε ήμαστε πολύ περιορισμένες στις κινήσεις μας. Για μας ήταν το Σούλι το χωριό το οποίο κάναμε τις βόλτες μας, πηγαίναμε στο πανηγύρι, πηγαίναμε τα παιδιά να παίξουμε, είχαμε πιο ελευθερία. Εδώ το παιχνίδι ήτανε πιο αυστηρό. Παίζαμε στην αυλή μας και είχαμε και δίπλα κάποια αλώνια που μας αφήνανε μέχρι εκεί. Αυτό ήταν το πεδίο που μπορούσαμε να κινηθούμε. Παίζαμε μήλα, παίζαμε κρυφτό, κυνηγητό. Το καλοκαίρι ήταν πολύ πιο μεγάλη η χαρά μας γιατί ο πατέρας μου ερχόταν από το καφενείο στις 22:00 η ώρα. Εντάξει, τον χειμώνα πηγαίναμε και στο σχολείο, δεν παίζαμε, αλλά το καλοκαίρι ήταν η καλύτερη μας. Είχαμε μέχρι 22:00 η ώρα, είχαμε ελευθερία. Επίσης ελευθερία είχαμε τη Μεγάλη Παρασκευή. Μεγάλη Παρασκευή ήταν η μέρα δικιά μας. Η μητέρα μου μας απαγόρευε να κάνουμε οποιαδήποτε δουλειά. Δεν μαγείρευε εκείνη την ημέρα, είχε μαγειρέψει απ’ τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ και έλεγε αυτήν τη μέρα δεν μαγειρεύουμε στο σπίτι. Έχουμε πένθος. Μας άφηνε και πηγαίναμε στην εκκλησία. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχανε λουλούδια, ανθοπωλεία. Πηγαίναμε με καλάθια από σπίτι σε σπίτι και μαζεύαμε βιολέτες και μετά πηγαίναμε στην εκκλησία και τα περνούσαμε μέσα από τις κλωστές, κάναμε γιρλάντες και στολίζαμε τον επιτάφιο. Και ήταν η μεγάλη μας η χαρά, ότι η Μεγάλη Παρασκευή ήταν η μέρα δικιά μας και πηγαίναμε και στο διπλανό χωριό να δούμε τον επιτάφιο και ψέλναμε τα τροπάρια, ώσπου να ξεκινήσει η Λειτουργία της Μεγάλης Εβδομάδας, ψέλναμε και εμείς στα αναλόγια σαν παιδιά και γενικά η Μεγάλη Εβδομάδα κυλούσε με εκκλησία και ήταν κάπως πιο ευχάριστα όταν δεν είχαμε σχολείο.
Άλλα έθιμα;
Η βάφτιση πολλές φορές στα παλιά τα χρόνια που 'σαν οι... βαφτίζαν τα παιδιά στα σπίτια. Φέρναν την κολυμπήθρα και ερχόταν ο παπάς και έκανε τη βάφτιση στα σπίτια. Επίσης η μητέρα δεν πήγαι[01:40:00]νε στη... Αργότερα, όταν έγινε πλέον στην εκκλησία η βάφτιση, η μητέρα δεν πήγαινε στην εκκλησία. Ερχόσανε τα συγχαρήκια, έτσι τα λέγανε, και της λέγανε της μητέρας στο σπίτι πώς βάλανε το παιδί, ενώ εντάξει το ήξερε η μητέρα αλλά έπρεπε να κεράσει τα πιτσιρίκια του χωριού. Ό,τι να ήταν αυτό, γιατί δεν υπήρχε και χρήματα τότε, ό,τι και να 'τανε καλοδεχούμενο ήτανε. Εμένα, ήμουν το τέταρτο παιδί καθώς σας έχω πει, και μία φορά όπως ήμουνα στην κούνια, ήρθε επίσκεψη ένας ανιψιός του πατέρα μου ο οποίος μετέπειτα είχε γίνει επίσκοπος Θυατείρων. Ήταν Αίγυπτο και είχε πάει Θυατείρων. Αυτός τότε ήτανε -δεν θυμάμαι ακριβώς- νομίζω ότι ήτανε στην Αιθιοπία. Και έρχεται επίσκεψη τον πατέρα μου να τον δει και βλέπει εμένα στην κούνια και λέει: «Θύμιο το' χεις βαφτίσει το παιδί, θείο;», «Όχι, λέει, αβάφτιστο», λέει: «Θα 'ρθω να το βαφτίσω εγώ». Ο πατέρας μου, μείνανε με την εντύπωση ότι θα με βαφτίσει ο Μεθόδιος, έτσι ήταν το όνομα του το εκκλησιαστικό. Ε φτάνει η μέρα της βαφτίσεως. Στο σπίτι φτιάχνουνε τότε, δεν πήγαιναν έξω. Έπρεπε να στο σπίτι να ετοιμάσουν όλες τις δουλειές, να έχουνε φαγητά και να έχουν και γλυκά. Τα φτιάχναν όλα στο σπίτι. Η μητέρα μου πάρα πολύ κουρασμένη, εγώ... γινόταν η βάφτιση στην εκκλησία. Ε ετοιμαστήκανε, φύγανε, η μητέρα μου στο σπίτι για να κάνει τις ετοιμασίες ώσπου να 'ρθουνε. Έρχονται κάποια στιγμή πίσω, μετά τη βάφτιση και της λένε της μητέρας μου: «Ξέρεις; Το παιδί δεν το βάφτισε ο Μεθόδιος», «Γιατί -λέει- η μητέρα μου;», «Απαγορεύεται ο κλήρος να βαφτίζει, αντ' αυτού βάφτισε -λέει- η αδερφή σου και η κουνιάδα σου, να τις προσκυνήσεις». Γιατί έτσι προσκυνάγανε τις κουμπάρες. «Δεν τις δέχομαι» λέει η γιαγιά η Ελένη και έγινε μία φασαρία τότε. Και ο Μεθόδιος είπε: «Αναλαμβάνω εγώ τη βάφτιση» και τελικά βρέθηκε εγώ να έχω δύο νονές, τις δύο θείες και τη μητέρα του Μεθόδιου. Και έλεγε ο παππούς σου: «Αμάν το πείσμα αυτής της γυναίκας, να μην προσκυνήσει τις νονές!» είπε: «Εγώ τις αδερφές μου και την κουνιάδα μου δεν τη θέλω στη βάφτιση του παιδιού μου, εγώ ήθελα άλλη νονά. Άμα ήξερα ότι δεν θα τη βάφτιζε ο Μεθόδιος, θα 'βρισκα εγώ νονά». Αλλά έτσι εγώ βρέθηκα τελικά με τρεις νονάδες. Από δώρα μην περιμένεις πολλά όμως! Απλώς είχα τρεις νονές και το καμάρωνα και όλοι λέγαν στο χωριό: «Πω πω, τη Σία τη βάφτισε Δεσπότης». Είχα αυτόν τον τίτλο τουλάχιστον, ότι με βάφτισε Δεσπότης. Γινόταν το τραπέζι, μεγάλη κούραση για τη γυναίκα. Γιατί τότε δεν υπήρχανε… όλο το σπίτι να τα 'χεις... Έπρεπε να μαγειρέψει έξω, να ψήσει στους φούρνους, μεγάλη κούραση. Και στον γάμο πάλι το ίδιο. Στο τότε είχανε και τις προίκες. Την Πέμπτη πριν τον γάμο -μάλλον την Πέμπτη γινόταν η μετακίνηση της προίκας- την πρώτη βδομάδα φτιάχναν τα προικιά στη νύφη, στήνανε γιούκους. Τι σημαίνει αυτό; Σε ένα μεγάλο δωμάτιο στο σπίτι της νύφης βάζανε τα προικιά. Σεντόνια, κουβέρτες, εσώρουχα, τεντζερέδες, πιάτα. Τα είχαν τα βάζανε, τα στοιβιάζανε και περνάγανε ο κόσμος και τα κέρναγε χρήματα και λουλούδια τους έδινε. Γιατί την εποχή εκείνη δεν κάνανε δώρα οι άνθρωποι, δεν είχανε λεφτά. Οπότε αυτή η προικολαβή τη λέγανε, κάναν την έκθεση των προικιών, πέρναγαν οι συγγενείς, το χωριό και τα ραίνανε με λουλούδια και με λεφτά και μαζεύανε μερικά χρήματα. Και μάλιστα, υπάρχει και παλιό προικοσύμφωνο που είχε παλιά ο πατέρας μου που έγραφε μέσα και τι ακριβώς. Ακόμα έλεγε και για τα εσώρουχα. Πόσα εσώρουχα, τεντζερέδες, αναλυτικά το τι παίρνει η νύφη. Και την Πέμπτη τα παίρνανε τα προικιά με τα ζώα, τα παλιά τα χρόνια, μετά με τα τρακτέρ, αργότερα με τα αυτοκίνητα και τα πηγαίνανε στο σπίτι του γαμπρού. Εκεί γινόταν μεγάλο γλέντι και πολλές φορές οι συγγενείς του... της νύφης. Όχι, ψέματα, τώρα εδώ πέρα κάπου το μπέρδεψα. Μάλλον όταν πήγαιναν το αυτοκίνητο να πάρει του γαμπρού την προίκα την Πέμπτη από το σπίτι της νύφης, πάντα απ' το σόι του γαμπρού θέλαν κάτι να κλέψουνε από το σπίτι της νύφης και πάντα λέγανε: «Κρύψε τις κότες, γιατί θα μας τις πάρουνε». Τότε και η κότα ήτανε δυσεύρετη. Και πολλές φορές την παίρναν την κότα οι συμπεθέροι και την παίρναν και την τρώγανε το βράδυ από το σπίτι της νύφης. Εκτός την προίκα, παίρναν και την κότα ή τον κόκορα. Και γινότανε μία έτσι μεγάλη πανηγύρι τσακωνόσανε, πολλές φορές παρεξηγιόσανε κιόλας όσον αφορά με την προίκα. Έχω βρεθεί εγώ σε προίκα που με το τρακτέρ από το ένα χωριό στο άλλο. Η αδερφή μου έχει πάει με φορτηγό σε μεγαλύτερη απόσταση που φόρτωσαν την προίκα της νύφης. Και την Πέμπτη στρώνανε και το κρεβάτι της νύφης. Κερνάγανε λεφτά στο κρεβάτι και γλεντούσανε. Και όταν ήταν η μέρα του γάμου, γινόταν η στέψη και μετά γινόταν το τραπέζι. Έχω τύχει μία φορά που έχω πάει μικρό παιδί στα Καλύβια, που φέρνανε τη νύφη επάνω στα ζώα. Ήτανε μπροστά η νύφη με το… σε ένα πολύ ωραίο ζώο που 'χανε βάλει, το 'χανε στρώσει στο σαμάρι και μία ωραία υφαντή κουβέρτα
Ζώο δηλαδή;
Άλογο.
Άλογο!
Άλογο. Η νύφη ήταν στο άλογο. Πάντα τ' άλογο και πίσω ήταν οι υπόλοιποι συγγενείς, άλλοι με άλογα και άλλοι με τα πόδια, συνοδεύανε τη νύφη απ' το ένα χωριό στο άλλο. Ήταν μια πολύ ωραία εικόνα, μικρό παιδί ήμουνα που τη θυμόμουνα. Αλλιώς μετά τα προικιά που θυμάμαι που είχα πάει μικρό παιδί για να κάνει επίσκεψη μητέρα μου. Έχω πάει σε νύφη που ήρθε και κερνούσε τα παιδιά. Ήθελα και εγώ να πάρω κέρασμα και δεν πήρα και μου 'χει μείνει, ότι δεν πήρα το κέρασμα από τη νύφη. Το 'δωσε αλλού. Γλεντούσανε, μεθάγανε και γινόταν μετά όλη αυτή η φασαρία που κάνουν στους γάμους. Εμ, αργότερα σταματήσανε πλέον τα σπίτια να τ' ανοίγουν οι άνθρωποι. Τότε κουραζόσανε πάρα πολύ.
Όλα αυτά ήτανε υπό καθεστώς προξενιού;
Τα περισσότερα ήτανε προξενιά. Απαγορευότανε να έχουνε σχέσεις οι άνθρωποι και σπάνια γινότανε να παντρευτούνε τα παιδιά που αγαπιόσανε, γιατί συνήθως είχανε πάντα το θέμα προίκας, οικογένεια, από πού ήταν η οικογένεια. Και υπήρχε περίπτωση εδώ, στο χωριό, που ερωτεύτηκε κάποιος μια κοπέλα και η μητέρα του δεν την πήρε, δεν την ήθελε γιατί δεν ήταν από καλή οικογένεια. Η καλή οικογένεια ήταν πάντα… είχε πάντα το χρήμα, χρήμα, περιουσία και αυτό ήταν η καλή οικογένεια. Άμα είχε προίκα και… ήτανε καλή οικογένεια. Τέλος πάντων, δεν την πήρε αυτός. Τον παντρέψαν με μία άλλη κοπέλα, έκανε δύο παιδιά, αλλά αυτός συνέχισε να έχει αυτή τη… τον δεσμό και έκανε και παιδί μαζί της, με αποτέλεσμα όλοι ήσαν πολύ δύστυχοι. Γιατί το παιδί που έκανε εκτός γάμου ήτανε… είχε μια αναπηρία. Το θυμάμαι και στο σχολείο που 'ρχότανε. Και τα άλλα τα αγόρια απ’ τον γάμο που είχε τη μητέρα του είχανε πάρα πολύ μίσος σ' αυτό το παιδί και ούτε και ήσαν ευχαριστημένα. Ήταν μια… και οι δυο οικογένειες δύστυχες. Πάρα πολλή δυστυχία. Επίσης, μου λέγανε μια ιστορία η μητέρα μου που η μία αγαπούσε κάποιονε στο χωριό τα χρόνια εκείνα και οι δικοί της δεν θέλανε να τον πάρει. Και όταν ήτανε λέει την ώρα που βγαίνει ο Σταυρός τη Μεγάλη Πέμπτη και έλεγε: «Ο αίρων τις αμαρτίες του κόσμου», που λέει το τροπάριο, αυτή άρχισε και λέει: «Κορίτσα. Βλέπετε; Ο έρωτας δεν είναι αμαρτίες». Και αρχίσαν και γελάγανε και ο παπάς έβαλε τις φωνές και είχε μείνει πια: «Ο έρωτας δεν είναι αμαρτία». Η μητέρα μου είχε μια ξαδέρφη που έχει και αυτή έναν δεσμό, που αυτό που λέμε, οι γονείς δεν τον θέλανε, δεν ήτανε καλή οικογένεια. Δεν είχε ανάλογα περιουσιακά στοιχεία και δεν θέλαν να την παντρέψουν με αυτόνε. Γινόταν μεγάλη φασαρία στο σπίτι, αυτή ανένδοτη, η οικογένεια… Ο πατέρας της δεν μιλούσε, μόνο η μητέρα της. Και είχαν έρθει στο σπίτι της μητέρας μου να πάει να τους τα… φτιάξει, τις σχέσεις που 'χανε τσακωθεί, μάνα και η κόρη. Πήγε ο παππούς μου: «Τι γίνεται βρε παιδιά;». «Να -λέει-, εδώ πέρα η κόρη μας τα 'χει φτιάξει» και τούτο και το άλλο. «Εντάξει -λέει- μην τσακωνόσαστε,θα λογικευτεί η Ελένη». Εντάξει, και αυτή έκανε πως υποχωρούσε. Ε ήτανε Πάσχα κοντά στα… Πάσχα, και γυρίζει αυτή μ' όλη την αφέλεια η κόρη και λέει: «Μάνα, θα φτιάξουμε κουλούρια για το Πάσχα;» οπότε η μάνα γυρίζει: «Αμέ. Θα στείλουμε και στον γαμπρό» και γίνεται μια δεύτερη λέει… δεύτερος γύρος τσακωμού. Όλο το χωριό μαζεύτηκε, αλλά τελικά η κοπέλα αυτή δεν τον πήρα αυτόνε. Παρόλα τα κουλούρια που θα 'στελνε η μάνα. Είχανε πολλή επιβολή οι γονείς στα παιδιά. Ένας άλλος που είχε αγαπήσει, αυτοκτόνησε που δεν θέλαν οι γονείς να την πάρει. Είχανε λέει λιοτρίβι εκεί στο Σούλι, την αγάπαγε πολύ την… μια κοπέλα απ’ το χωριό και οι γονείς του: «Όχι όχι» και πήρε την καραμπίνα και αυτοκτόνησε. Είχαν και τέτοια περιστατικά. Άγρια χρόνια. Δεν σεβόταν τη γνώμη του παιδιού[01:50:00] τους. Αυτό που έλεγε ο πατέρας και η μάνα! Και εδώ στο Περγιάλι οικογένειες που οι γονείς απαιτήσανε και τα παιδιά τους πήραν άλλους ανθρώπους, άσχετο άμα δεν προχωρήσανε καλά οι οικογένειες. Αυτοί όμως θέλαν αυτό που θέλαν αυτοί. Οι γονείς συνήθως είχανε και την οικονομική διαχείριση, δηλαδή παντρευόσαν τα παιδιά και δεν είχαν οικονομική διαχείριση. Την είχαν οι γονείς. Τα παιδιά, αφού οι γονείς πλέον ήσαν τελείως ανίκανοι για εργασία, τότε θα αναλαμβάναν πρωτοβουλίες.
Εσείς ευτυχώς όμως δεν ζήσατε σε ένα τέτοιο περιβάλλον.
Εμείς -αυτό έχω να το λέω- ότι ο πατέρας μου παρόλο που ποτέ δεν… ποτέ ποτέ δεν πίεσε για γάμους, πάντα μας έλεγε για τη δουλειά μας και να βρούμε άνθρωπος να συνονογιόμαστε. Επίσης, η μητέρα μου… η μητέρα μου μας έλεγε: «Να βρίσκετε ανθρώπους και μην κοιτάτε λεφτά και να κοιτάτε να συνονογιόσαστε. Όλα γίνονται στη ζωή». Γιατί υπήρχανε εδώ πέρα οι γυναίκες, υπήρχαν και πολύ… πολλές ε δύστυχες γυναίκες που πήγανε παρά τη θέλησή τους σε σπίτια που δεν τις θέλανε ή ήσανε πάρα πολύ καλομεγαλωμένες. Περίπτωση μιας γειτόνισσας που ήταν μεγαλωμένη από το Λουτράκι, στο Λουτράκι, είχε μεγάλη περιουσία. Ήρθε σε ένα σπίτι εδώ που η οικογένεια ήτανε πολύ σκληροί άνθρωποι, ιδιότροποι, γνώρισε μέσα την κουνιάδα ανύπαντρη, που σημαίνει όταν υπήρχε η κουνιάδα στο σπίτι, η νύφη έπρεπε να υπηρετεί, τον άντρα της, τα πεθερικά και την κουνιάδα υποχρεωμένη να την παντρέψει. Με αποτέλεσμα, αυτή η γυναίκα ήταν πάρα πολύ ευαίσθητη και ήτανε πάντα τρομαγμένη. Ε πάντα της κάνανε κουμάντο όλοι, πού ήταν, τι έκανε, τι μ' έφτιαξε. Και μάλιστα, σε κάποια εγκυμοσύνη της ζήλεψε να φάει ένα αυγό. Το ‘βρασε κρυφά και πήγε να το φαει στην τουαλέτα. Τότε οι τουαλέτες δεν ήτανε μέσα στο σπίτι. Ήτανε πιο έξω, γιατί δεν υπήρχαν οι… τα σύγχρονα τα σπίτια. Είχαν λίγο πιο έξω από το σπίτι, την κύρια κατοικία μερικά μέτρα πιο πέρα φτιάχνανε έναν άλλο χώρο που ήταν τουαλέτα. Και όπως η κυρία Μαρία πήγε να φάει το αυγό, νόμισε πως άκουσε το όνομά της και της κάθισε το αυγό, όπως ήταν σκληρό, στον λαιμό, κόντεψε να πνιγεί. Πέρασαν τα χρόνια και πάντα το έλεγε: «Τι χρόνια πέρασα που και ένα αυγό στην τουαλέτα κι αυτό μου κάθισε στον λαιμό». Οι πεθερές ήσανε… είχαν αυταρχισμό πάνω στις νύφες. Σαν αντίζηλες τις βλέπανε, ότι ήρθαν, τους πήραν το παιδί, ότι τρώει πολύ η νύφη, ότι είναι σπάταλη, η άλλη η γειτόνισσα έκανε παράπονα στη μητέρα μου ότι χαλάει πολύ σαπούνι η νύφη που πλένει τα ρούχα. Αγροτική οικογένεια και το σαπούνι που το φτιάχνανε η ίδια η οικογένεια. Και της έλεγε: «Καλά ρε παιδί μου, με τι θα τα πλύνει τα ρούχα; Δεν θα τα πλύνει με σαπούνι;». Χαλάει πολύ σαπούνι. Δηλαδή όλα, όλα έπρεπε να… λογοκρισία και έλεγχο. Δεν μπορούσαν να πάρουν ανάσα οι γυναίκες τα χρόνια… Και μάλιστα, μία φορά είχε έρθει η γιαγιά σου, η μαμά του μπαμπά σου και είχε πει: «Πώς περνάει ο γιος μου;» γιατί ο πατέρας σου ήρθε στο σπίτι εδώ γαμπρός. «Γιατί το Περγιάλι -έλεγε- έχει άσχημο όνομα, οι νυφάδες δεν περνάνε καλά». Υπήρχαν κοπέλες που παντρευτήκανε και δεν πήγανε ποτέ πάλι στο πατρικό σπίτι γιατί απαγόρευε η πεθερά, γιατί απαγόρευε ο κουνιάδος. Πολλές φορές μπήκαν γυναίκες σε σπίτια νύφες που είχαν και κουνιάδο ανύπαντρο και κουνιάδα ανύπαντρη και έπρεπε να τους παντρέψουν. Έπρεπε να τους αποκαταστήσουν. Ή συνήθως και αυτό που ένα παιδί έμενε στο σπίτι. Αυτό το παιδί έπρεπε να υπηρετήσει τον πατέρα, τη μητέρα και όλα τ' αδέλφια γιατί ήταν ο πατέρας και η μητέρα εκεί και ερχόσαν όλοι μετά. Ερχόσαν καλοκαίρια, Χριστούγεννα, Πάσχα. Ήταν υποχρεωμένη η νύφη που ήταν στο σπίτι να τους υπηρετεί όλους αυτούς. Άσχετο αν οι άλλοι ήσανε ξεκούραστοι. Υπήρχαν περιπτώσεις εδώ στο χωριό που η γυναίκα και να δουλεύει στα κτήματα και να είναι υποχρεωμένη να υπηρετήσει και τα κουνιάδια ή τη νύφη, τη συννυφάδα που ερχόσανε για να κάνουν διακοπές. Ήταν υποχρεωμένη να τους τα έχει και όλα έτοιμα. Συνθήκες… να πλένει στο καζάνι, στον φούρνο να ζυμώνει, ψωμί, τα φαγητά, τα ρούχα... πόσα ρούχα να έχει να στρώσει. Η χαρά η δικιά μας η μεγάλη ήταν όταν ερχόσαν οι ξένοι, γιατί και εμείς είχαμε ένα μικρό σπίτι. Κι επειδή εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν μέσα μεταφοράς, υπήρχε ένα λεωφορείο και πώς να γυρίσει ο άλλος; μετά πήγαινε στον συγγενή να μείνει. Ε σε μας εδώ πέρα ερχόσαν πολλοί συγγενείς από τα Καλύβια. Εμάς ήταν πολύ μεγάλη η χαρά μας γιατί αυτοί κοιμόσανε στα κρεβάτια μας και εμείς αναγκαστικά η μητέρα μάς έστρωνε στο πάτωμα και κοιμόμαστε όλοι στρωματσάδα και ήταν η καλή μας η χαρά. Η μαμά μου όμως μαρτύραγε για να τους περιποιηθεί, να τους έχει φαγητό και να έχει και ρούχα να τους στρώσει και τα παιδιά να τακτοποιήσει. Δύσκολες συνθήκες γιατί οι γυναίκες πηγαίναν και στο κτήμα να βοηθήσουνε και όταν γυρίζανε στο σπίτι, έπρεπε να ασχοληθούν και με το σπίτι και με τα παιδιά και με τα ζώα που είχαν στα σπίτια. Παλιά, στο χωριό της μητέρας μου ζούσε, μπορεί να ζούσανε και δύο οικογένειες με τα… τους γονείς. Δηλαδή τα αδέρφια να μη φεύγανε. Μία περίπτωση ήτανε που ζούσανε τα δύο αγόρια με τις οικογένειές τους, πεθερός και πεθερά. Οι κοπέλες έχουνε πάει, οι γυναίκες έχουν πάει στη δουλειά λέει στο κτήμα, στα χωράφια, τι είχανε, δεν ξέρω τι καλλιέργειες την εποχή εκείνη και ήρθαν το βράδυ μαγειρέψανε και ψάχναν να βρουν τα πιρούνια. Μη νομίζεις ότι είχανε και τις κουζίνες και τα σκεύη τα πολλά. Ποιος ξέρει πόσα είχαν οι άνθρωποι και πού τα είχανε βάλει; Ε και ψάχναν οι καημένες και κουβεντιάζαν πού είναι τα πιρούνια, πού είναι τα πιρούνια και βγήκε λέει ο πεθερός στο μπαλκόνι, ήταν διώροφο το σπίτι και φώναζε: «Ε γειτόνοι! Ξέρετε πού είναι τα πιρούνια; Γιατί οι νυφάδες μου τα χάσαν τα πιρούνια». Δηλαδή δεν έφτανε η κούραση, τους βγάζανε και στο χωριό ντελάλη, ότι ήσαν ανοικοκύρευτες ντε και δεν ήσανε... Ή μία άλλη ιστορία που μία νύφη, η καημένη, την είχε αφήσει η πεθερά στο σπίτι να σφάξει την κότα και να τη μαγειρέψει. Επειδή είπαμε την εποχή εκείνη μαγειρεύαν έξω από το σπίτι, φτιάχνουνε μικρές αυτοσχέδιες φουφούδες. Έβαλε την κατσαρόλα… Εντωμεταξύ, την εποχή οι γάτες ήταν πάρα πολύ άγριες. Βάζαν το πόδι σιγά σιγά και σπρώχναν την κατσαρόλα, το καπάκι και παίρναν το από μέσα ό,τι είχες. Η μητέρα μου είχε πάρει… της είχαν πάρει το κρέας μας έλεγε παλιά. Σε εκείνη την καημένη τη νύφη πήραν την κότα.Πανικοβλημένη αυτή έσφαξε άλλη κότα. Τη βάζει να βράσει, έρχονται το βράδυ τα πεθερικά, ανοίγει την κατσαρόλα η πεθερά: «Μπα νύφη -λέει- η κότα έχει δύο κεφάλια;». Η καημένη ξέχασε να πετάξει και το κεφάλι της αλληνής και βρέθηκε η κότα με δύο κεφάλια. Τότε οι άνθρωποι καθόσανε και λέγανε και τις ιστορίες σε κάθε χωριό, τι είχε από πριν ακούσει. Και εμείς εδώ στο σπίτι ερχότανε γειτόνισσα, πότε η μία πότε η άλλη, και είχαν πάντα να λένε ιστορίες. Λέγανε για τις αγράμματες γυναίκες. Η μητέρα μου έλεγε για μία γυναίκα που πήγε στον γιατρό, ήταν το παιδί άρρωστο. Και ο γιατρός της είπε να τους φτιάξει έναν φιδέ. Και αυτή έτσι αφελέστατα του λέει: «Γιατρέ», της λέει: «Σε μία μικρή κατσαρόλα». Αυτή μπερδεύτηκε και του λέει: «Να έχει και ουρά η κατσαρόλα;». Αυτά τα λέγανε μετά και γελάγανε. Πόσο αφέλεια ο κόσμος! Ή στην άλλη που της είπε ο γιατρός, γιατί δεν ξέραν και τα ελληνικά και καλά: «Γιαγιά, κενώνεις;» και γυρίζει η γιαγιά και λέει: «Από τότε που μεγαλώσαν τα κορίτσια μου, κενώνουνε αυτές», εννοούσε σερβίρουνε. Ο γιατρός τής έλεγε άλλο και αυτή απαντούσε πάνω... Δεν ξέραν καλά τα ελληνικά πολλές, τα παλιά τα χρόνια.
Δηλαδή υπήρχε… υπήρχαν ακόμα τα αρβανίτικα σαν διάλεκτος;
Υπήρχαν τα αρβανίτικα. Μία ιστορία είναι που έχει έρθει ο αδερφός από την Αμερική και την... αρραβωνιάστηκε η ανιψιά του. Ε και όπως έχουμε πει, οι αρραβώνες γινόσαν στο σπίτι, γινόταν γλέντι, έχουν μαζευτεί στο χωριό και κουβεντιάζουν εκεί στη σειρά, όλοι στη σειρά. Έχει καθίσει τώρα ο αδερφός από την Αμερική με την πεθερά, με τη μάνα της νύφης και κουβεντιάζουνε. Και αρχίσαν… Τώρα τι κάναν πολλές φορές οι μεγάλοι; Γιατί θέλανε να πούνε δικά τους πράγματα, μιλάνε στα αρβανίτικα για να μην τους καταλαβαίνουν οι νεότεροι. Μας λέγανε: «Πηγαίντε παραπέρα», γιατί και εγώ σαν παιδί που ήμουνα στο Σούλι λέγανε: «Πηγαίντε παραπέρα να μην ακούτε», γιατί… Και μιλάγανε στα αρβανίτικα που δεν τα ξέραμε εμείς. Τέλος πάντων, και έχει καθίσει τώρα ο αδερφός από την Αμερική με την αδερφή του και μιλάνε αρβανίτικα. Ο δε γαμπρός που είναι απ’ το διπλανό χωριό, γυρίζει στη γυναίκα του, γιατί δεν τα ήξερε τα αρβανίτικα αυτός και λέει: «Καλά, η μάνα σου πότε έμαθε τα αμερικάνικα;». Δηλαδή όλες αυτές τις ιστορίες καθόσαν και γελάγανε μετά και τα λέγανε. Τα αρβανίτικα δεν τα μιλάγανε όλες οι περιοχές, στο χωριό πάνω στα Καλύβια δεν τα ξέρανε. Πρέπει να είχαν έρθει και είχανε μείνει σε μερικές περιοχές, στο Σούλι, Βάλτσες, αυτά τα λέγανε και πάνω στο Αγγελόκαστρο μερικές περιοχές. Στην Ορεινή Κορινθία δεν τα μιλάγανε τα αρβανίτικα.
Εκτός όμως από αφέλεια και αγαθοσύνη, φαντάζομαι θα υπήρχε και κακία. Υπήρχαν περιστατικά που μαθαίνατε για τέτοια πράγματα;
Όσον αφορά να κατηγορήσουν ανθρώπους; Να κάνουν κακό σε ανθρώπους;
Ναι ναι, να βλάψουνε.
Ναι. Την εποχή του εμφυλίου -συγγνώμη- εδώ, στο[02:00:00] Περγιάλι, υπήρχανε και πολύ φτωχοί άνθρωποι και εδώ στη γειτονιά φτωχοί και πολύ πλούσιοι. Ένα σπίτι γειτόνων, παππούς ήταν οπλαρχηγός του Κολοκοτρώνη. Είχε τεράστια περιουσία και πολύ χρήμα. Πιο δίπλα ήσαν οικογένειες οι οποίες είχανε πολλή δυστυχία, όμως τα παιδιά αυτωνών που είχανε τον πλούτο, ήσανε πάρα πολύ καλά, καλόψυχα. Και μας λέγανε ότι όταν πηγαίνανε στο Γυμνάσιο στον Κόρινθο, πηγαίναν με τα πόδια. Το κορίτσι της πλούσιας οικογένειας τα έβγαζε τα παπούτσια του, που είχε λουστρίνια, για να μη ζηλεύουν τα άλλα που ήσαν ξυπόλυτα. Αυτό το κορίτσι όμως ταλαιπωρήθηκε στη ζωή του, γιατί όταν ήταν δεκαπέντε χρονών, γίνεται… έρχονται οι Γερμανοί. Το σπίτι, επειδή ήταν πάρα πολύ καλό, ήρθε και έμεινε εδώ πέρα ο Γερμανός φρούραρχος. Και μάλιστα, ο παππούς ο οποίος το έχει ψιλοχάσει τον κυνήγαγε με τη μαγκούρα, του σήκωνε τη μαγκούρα και αυτός δεν καταλάβαινε και του λέγανε: «Το έχει χάσει ο γέρος» ενώ δεν το είχε χάσει ο γέρος. Ο γέρος είχε θυμώσει που του 'χανε πάρει το σπίτι. Τέλος πάντων, αυτή η κοπέλα ήταν δεκαπέντε χρονών και είχε έναν θείο που ήταν αριστερός, το παιδί το γαλούχησε και άρχισε το κορίτσι αυτό και μετέφερε σημειώματα, έκανε αυτές τις κινήσεις μέσα στο χωριό. Το είχανε πάρει χαμπάρι μερικοί, που ήσαν αυτοί οι φτωχοί, και ήσανε και… τους είχανε κακία. Μας είχε πει αυτή η κοπέλα ότι στο διπλανό σπίτι μέναν Αυστριακοί, γιατί ήσανε… ήταν ο φρούραρχος, ακριβώς δεν ξέρω πώς ήταν οι ομάδες αυτόν. Υπήρχε ένα σπίτι που ήταν ο υπεύθυνος. Υπήρχαν άλλα σπίτια που είχανε για να βάζουνε και τους αιχμαλώτους. Είχανε καταλάβει κάμποσα σπίτια εδώ. Και μας έλεγε αυτή η κοπέλα -τώρα έχει πεθάνει-, ότι όταν ήταν τότε και πήγαινε τα σημειώματα, ήταν ένας Αυστριακός απ’ το άλλο σπίτι και της έλεγε: «Νίτσα, εμείς θα φύγουμε σε λίγα χρόνια. Εσύ παιδί μου θα περάσεις δύσκολα με αυτούς τους ανθρώπους εδώ πέρα. Δεν μιλάνε καλά για σένανε». Πράγματι, όταν φύγανε οι Γερμανοί, παρόλο που αυτό το κορίτσι για τους άλλους γινόταν θυσία, για τους συμμαθητές, τους φίλους, τους γειτόνους, την πιάσανε, της ξυρίσανε το κεφάλι, την πήγανε στην Τρίπολη, έπαθε φυματίωση και δεν... Στη ζωή σας ήταν πάντα έτσι πάντα μελαγχολική, στενάχωρη, αλλά πάντα καλόκαρδη. Και πάντα είχε έναν τρόμο, όταν έγινε δικτατορία, όταν έγινε το Πολυτεχνείο. Είχε πάντα τα μάτια της τα… μες στη μελαγχολία και στον τρόμο. Γιατί λέει: «Μικρό παιδί ήμουνα και καταστράφηκε η ζωή μου». Οι άνθρωποι πάρα πολύ κακοί. Εντωμεταξύ, εδώ ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος πήγαινε και έλεγε και τα φρονήματα, ο αδερφός της αυτής της κοπέλας ήθελε να γίνει στρατιωτικός και πήγε αυτός ο άνθρωπος και το χαλάσε τα φρονήματα και το παιδί αυτό δεν προχώρησε να γίνει στρατιωτικός. Εντάξει, τελείωσε το πανεπιστήμιο και προχώρησε και έγινε καλός επιστήμονας, αλλά το όνειρό του δεν το πραγματοποιήθηκε λόγω αυτής της οικογένειας. Αυτός ο άνθρωπος είχε καταστρέψει πάρα πολλούς ανθρώπους εδώ, στο Περιγιάλι, αλλά μου το 'παιζε πάρα πολύ χριστιανός και όλοι κοροϊδεύανε γιατί πήγαινε στην εκκλησία. Αλλά οι Περγιαλίώτες τον ξέρανε τι άνθρωπος ήταν, το αν πηγαίνανε και λέγανε: «Α και αυτός που κάνει τους μεγάλους σταυρούς, τι αδικήματα έχει κάνει». Έλεγε η μητέρα μου, την εποχή της γρίπης, στο χωριό πεθάναν πολλές… είχαν οικογένειες και πεθαναν πολλοί άνθρωποι. Όταν τελείωσε η γρίπη, πήγανε κάποιοι απ’ τη γειτονιά σε μία άλλη γειτόνισσα και της είπαν: «Εμείς σου ρίχναμε μαλλιά στο νερό που πίνατε, στα δοχεία από τα μαλλιά που… του αρρώστου και δεν πάθατε τίποτα και εμείς χάσαμε δύο ανθρώπους». Είχαν οι άνθρωποι την κακία.
Μιλάμε τώρα για την πανδημία της γρίπης; Την ισπανική γρίπη;
Την ισπανική τη γρίπη. Είχε κολλήσει η μία οικογένεια και είχανε πεθάνει δύο άτομα και οι άλλοι τι κάνανε; Παίρνανε τις τρίχες και τις ρίχναν στο νερό, που είχαν τα διάφορα, είχανε τότε τι είχανε; Στάμνες είχανε και ρίχνανε το νερό εκεί πέρα και και έλεγαν μετά: «Καλά ρε παιδί μου, το κάνανε, μα να το πούνε κιόλας μετά;». Είχαν κακία μεγάλη είχαν, υπήρχε κακία στους ανθρώπους.
Πάθη τέτοιων περιόδων, για παράδειγμα εμφυλίου, είχαν επιβιώσει όσο θυμάσαι εσύ να είσαι παιδί;
Αν συνεχίσαν και μετά; Ναι, γιατί μας έπιασε μετά και η επταετία και υπήρχε μίσος μεταξύ στις οικογένειες. Γιατί μετά, με τη δικτατορία βγήκαν όλα αυτά πάλι πάνω. Βρεθήκανε άνθρωποι, ήταν το Πάσχα, εμείς έχουμε τοπικό εδώ πέρα κουλούρι του ούζου τα λέμε. Αυτό θέλει ειδική επεξεργασία και θέλουν πάντα να είναι όταν βγει απ' τον φούρνο να είναι άσπρο. Τώρα το πόσο άσπρο από ένα ξυλόφουρνο να το πετύχεις, είναι πάρα πολύ δύσκολο. Και όταν έγινε η δικτατορία, ήτανε του Λάζαρου προς Βαΐων. Η μητέρα μου είχε βάλει τα κουλούρια στον φούρνο και έρχεται η γειτόνισσα όλο χαρά και η μάνα μου πάει να της ανοίξει τον φούρνο να της δείξει τα κουλούρια, τα άσπρα, πόσο ωραία τα 'φτιαξε. Και η άλλη της λέει μια χαρά ότι έγινε δικτατορία και είχανε πιάσει τέσσερις ανθρώπους, τον Άγγελο έλεγε από τον Άσσο, εδώ από το Περιγιάλι, με μία χαρά και η μητέρα λέει: «Καλά ρε παιδί μου, τόσο μίσος;». Γιατί ήξερε, ο ένας ειδικά ήταν συγγενής, είχε πάρει μία ξαδέρφη μας και ναι. Επίσης, υπήρχε τώρα ένας γείτονας, που έμενε στην Πουλίτσα όταν ήτανε παιδί. Και τότε μπήκαν οι αντάρτες μέσα στο σπίτι γιατί ήταν οικογένεια που είχε το χρήμα, κι όταν λέμε αντάρτες, δεν ήσαν όλοι οι άνθρωποι που είχανε πιστεύω και πιστεύανε στον κομμουνισμό. Ήσαν… Ένα κομμάτι από αυτούς, ήσαν άνθρωποι οι οποίοι είχαν μίσος για τους πλούσιους, για τους παπάδες, τους δασκάλους, γενικά για μία άλλη κατηγορία ανθρώπων γιατί αυτοί αισθανόσανε πάντα μειονεκτικά. Και όταν έγινε το... πλέον το αντάρτικο, αυτοί εισχωρήσανε μέσα εκεί, μπήκανε και αρχίσανε και βγάλανε τα προσωπικά τους πάθη. Αυτός ο γείτονας ήτανε μικρό παιδί στην Πουλίτσα, επειδή είχανε πολύ μεγάλη περιουσία, μπήκε ένας και σκότωσε τον πατέρα του, τη μητέρα του και δύο αδέλφια. Αυτό το παιδί έπαθε… έκανε οικογένεια αλλά ποτέ δεν μπόρεσε να συνέλθει. Στο Σούλι, που έμενε η μητέρα μου, ένα βράδυ μπήκε στο σπίτι λέει ένας ξάδερφος με κάποιον που τον συνόδευε. Καθίσαν στο τζάκι και αυτός βγάζει ένα σημείωμα, λέει: «Εδώ πέρα έχω -λέει- μια κατάλογο με ποιους θα συλλάβω». Και λέει ένα όνομα, λέει τα ονόματα και μέσα στο όνομα αυτό είναι και ο αδελφός της μητέρα μου που ήτανε γιατρός. Ξαφνιαστήκανε όλοι. Αυτός που τον είχε φέρει, ο συγγενής, τον πήρε με τρόπο και φύγαν από το σπίτι και τους είπε: «Κρύψτε τον Βασιλάκη», έτσι τον λέγανε τον θείο μου. Το χαϊδευτικό του μέχρι που μεγάλωσε, τον λέγαμε και Βασιλάκη, ενώ είχε φτάσει εξήντα πέντε χρονών που πέθανε. Αλλά τι είχε γίνει; Είχαμε μάθει ότι τον θέλανε κάποιες, κάποια για γαμπρό και για να τον τιμωρήσει που δεν είχε ενδώσει -τώρα μικρό παιδί ήτανε και αυτός- τον είχε για να τον σκοτώσουνε. Μία άλλη περίπτωση, μαζέψαν τα παιδιά απ' το χωριό, απ' το Σούλι, μία μεγάλη ομάδα και τον άλλο τον αδελφό της μητέρας μου, για να τους πάνε λέγανε για μία ανάκριση. Όμως, το χωριό εκεί τότε, σαν αρχηγός, ήταν ένας θείος της μητέρας μου και είπε: «Θα 'ρθω και εγώ μαζί σας». Του είπανε: «Όχι, δεν χρειάζεται. Μία ανάκριση λίγο πιο πάνω θα πάω τα παιδιά και θα γυρίσουμε». Άνθρωποι δεν τους ξέρανε αλλά το παίζανε αντάρτες και μεγάλοι ιδεολόγοι. Ο θείος ο Σωτήρης, για καλή τους τύχη, δεν τους άφησε και φτάσανε λέει στην Τρίπολη που ήταν το αρχηγείο, ο οποίος εκεί ο αρχηγός ήξερε τον θείο της μητέρας μου. Του λέει: «Σωτήρη, τι δουλειά έχεις εσύ εδώ;»: «Ρε παιδί μου -του λέει- πήραν τα παιδιά απ’ το χωριό ότι για ανάκριση», «Τι;» είπε αυτός. «Καμία εντολή δεν έχει δοθεί. Τώρα να γυρίσουν τα παιδιά στο χωριό» και δεν ξέρω τι τιμωρία έβαλε σ' αυτόνε. Και όταν γύρισε στο χωριό ο θείος, είπε αυτό το πράγμα στους… εκεί στους κατοίκους και στα σπίτια που είχανε πάρει τα παιδιά τους, ότι μόνο αριστεροί δεν ήσανε και μόνο κομμουνισταί. Ήσανε άνθρωποι οι οποίοι είχαν μίση προσωπικά και κοιτάγανε για τα παιδιά γύρω γύρω ποιο… ποιος έχει περιουσία, ποιος ήταν μορφωμένος. Βγήκανε προσωπικά μίση πάρα πολλά την εποχή εκείνη. Έλεγε η μητέρα μου για κάτι, μια ξαδέρφη που 'ταν αμόρφωτη, λέει ξυπόλητη. Τότε οι δρόμοι δεν είχαν ασφάλτους, είχανε χώμα και είχαν ξεκινήσει ένα μεγάλο μπουλούκι από τα πάνω χωριά, σταμάτησαν στο Σούλι, [02:10:00]λέει κάναν σημειωτόν, τας είχανε και: «Πού πάτε;» τους είπανε. «Πάμε να σκοτώσουμε τον Φλοίσβο στην Κόρινθο». Είχαν τόσο ασχετοσύνη… Ο Φλοίσβος είναι εκεί που σκάει το κύμα, μία περιοχή στην Κόρινθο και θα… έτσι τους είχανε πει: «Θα πάμε να σκοτώσουμε τον Φλοίσβο» και έτσι το καταλάβανε αυτοί. Θα παν να σκοτώσουν τον Φλοίσβο. Ποιον Φλοίσβο; Δηλαδή άνθρωποι, δυστυχώς, ανεξέλεγκτα εκείνα τα χρόνια. Γίνανε πάρα πολλά άσχημα πράγματα που ήτανε προσωπικά μίση και όχι ιδεολόγοι, ιδεολόγοι. Και η μητέρα μου έλεγε αυτό το πράγμα, ότι στο χωριό ευτυχώς βρεθήκανε δύο άνθρωποι που προστατέψαν το χωριό. Ενώ υπήρχανε άλλοι οι οποίοι μισούσανε και λέγανε ναι, θα πάει να σκοτώσει. Υπάρχουνε μαρτυρίες που μπορούνε να σ’ τις πούνε. Όσον αφορά αυτό.
Είχαμε μείνει λοιπόν στο...
Στα κουλούρια τ' άσπρα;
Α ναι. Λέγαμε για τα κουλούρια τ' άσπρα. Εδώ πέρα;
Το πόσο δύσκολο ήταν να γίνει το κουλούρι το άσπρο, που έχει πολύ μεγάλη στεναχώρια. Η μητέρα μου έκανε πολλή χαρά, εκείνη τη φουρνιά της πετύχανε τα κουλούρια. Η γειτόνισσα από κάτω όμως δεν της πετύχαν τα κουλούρια και η αδελφή της θύμωσε τόσο πολύ γιατί τα κάναν… Αυτά τα κουλούρια είχαν πάρα πολύ μεγάλη διαδικασία. Επειδή ήτανε πολύ σκληρή η ζύμη, τα κάνανε παρέα, δύο-τρεις γειτόνισσες μαζί και τα ψήνανε στον φούρνο της μιανής ή της αλληνής, ανάλογα που είχε τον φούρνο, γιατί δεν είχαν όλες φούρνο εκείνη τη… τα χρόνια εκείνα. Λοιπόν, εκείνη τη φορά ήταν να φτιάξουνε κουλούρια στη γειτόνισσα. Πήγαν, τα φτιάξαν τα κουλούρια, είχε έρθει και η αδερφή της απ’ το διπλανό χωριό, η οποία είναι πάρα πολύ μυστήρια και τα θέλει όλα να 'ναι τέλεια. Ε τα κουλούρια αρπάξανε και αυτή απ' τα νεύρα της έβαλε τα πόδια μες στο ταψί και τα πάταγε. Κοντέψαν να τη σκοτώσουνε γιατί χάλασε ένα ταψί κουλούρια. Η άλλη περίπτωση, πάλι τα κουλούρια αρπάξανε λίγο στην άλλη τη γειτόνισσα και τώρα είναι ένας πιτσιρικάς εδώ πέρα που είναι πολύ πειραχτήρι, τους λέει: «Βάλτε μια εφημερίδα, βρέξτε τη και βάλτε τη επάνω». Εκεί ήτανε το χάλι το μαύρο, τα κουλούρια βγήκανε με γράμματα, εκεί έπεσε το ξύλο της αρκούδας! Ο Κώστας το 'λεγε μέχρι που… μέχρι που γέρασε. Τον πανικό που γινότανε λέει, τη Χριστίνα να βάζει την εφημερίδα πάνω στα κουλούρια και την κυρά Ντίνα να ουρλιάζει και να τραβάει τα μαλλιά της απ' τα νεύρα της γιατί τα κουλούρια βγήκαν με γράμματα λέει, και τα κουλούρια διαβασμένα. Είχανε… τότε οι άνθρωποι κουραζόσανε πάρα πολύ αλλά είχανε πάρα πολλές ιστορίες να λένε και ο ένας διασκέδαζε με τον άλλονε. Ερχόταν η γειτόνισσα και μας έλεγε: «Πω πω κι ήταν ένα φίδι σαν στοιχειό, σαν το χέρι μου!». Εντωμεταξύ, αυτή ήτανε πάρα πολύ παχιά η γυναίκα και είχε ένα μπράτσο τεράστιο και εγώ γούρλωνα το μάτι μου! Όλη τη νύχτα θυμόμουνα το φίδι, το στοιχειό.
Τέτοιες δοξασίες υπήρχανε γενικότερα και προκαταλήψεις;
Πάντα, ναι. Υπήρχανε ότι υπήρχανε οι νεράιδες, τις λέγανε μάλιστα οι πρεγιάσμες, πρεσγιάσμες. Τώρα αυτό η πρεγιάσμα ήτανε αρβανίτικο; Οι νεράιδες που βγαίνανε τη νύχτα και κάνανε χορούς και… Αλλά τι είχανε πει μετά και γελάγανε μετά που τα κουβεντιάζανε και εμείς παιδιά τα ακούγαμε; Ότι βγαίνανε ραντεβού και για να μην τους πιάσουνε, κάναν παλαβομάρες για να φύγουνε και να εξαφανιστούν οι άλλοι, για να μην προδοθούνε, γιατί τότε τα ραντεβού… πού να βρεθούν τα μαύρα τα παιδιά στα χωριά; Κρυβόσανε. Άμα τους πιάνανε χαμπάρι, κάναν τις νεράιδες, ότι μπήκε η νεράιδα, βγήκε ο νεράιδος, ενώ ήταν το ζευγάρι που είχε πάει ραντεβού. Έτσι το εξηγούσανε αυτοί. Τώρα δεν ξέρω κατά πόσο... Α έλεγε, που λέτε, και σε μία τέτοια περίπτωση, λέει η μητέρα μου: «Είναι μία βοσκοπούλα σε έναν ψηλό βράχο και έχει τα πρόβατα. Κι όπως είναι στο βράχο -λέει- και έτσι κάθεται ψηλά στον λόφο και είναι πολύ όμορφη και έχει και τη ρόκα, είναι κάποιος από κάτω -λέει- λίγο αγαθός πιο… από κάτω στο χωράφι και τη βλέπει έτσι ψηλά επάνω στον βράχο και λέει: “Α η Παναγία!” και αρχίζει να προσκυνάει. Και τρέξαν όλοι στο χωριό -λέει- προσκύναγαν αυτοί, προσκύναγε αυτή, προσκύναγαν αυτοί από κει, προσκύναγε κι αυτή». Οπότε κάποιος πιο έξυπνος λέει: “Κάτσε ρε παιδιά -λέει-, τι Παναγία είναι αυτή -λέει- με ρόκα;». Γιατί είχε τη ρόκα και έγνεφε με το κοπάδι της. Οπότε πήγε από πίσω και τελικά ήταν η βοσκοπούλα και δεν ήταν η Παναγία. Είχανε πάρα πολλές ιστορίες τότε. Ήτανε τότε οι άνθρωποι… φεύγανε για τα ξένα η… Και θεωρούσαν η απόσταση ήτανε πολύ μεγάλη και μπορεί να 'ταν και στο διπλανό χωριό. Την εποχή εκείνη, στο χωριό της μητέρας μου ήτανε το Σούλι. Φέρνανε τα παιδιά και πηγαίναν στο Πάσο. Το Πάσο τώρα με τη συγκοινωνία, με το αυτοκίνητο, είναι είκοσι λεπτά; Είναι δεν είναι. Εκείνα τα χρόνια όμως με το πόδια ήταν μεγαλύτερη διαδρομή. Και επειδή τότε το λέγανε ξενιτιά, με το που έφευγε το άλλο το παιδί απ’ το χωριό λέγανε: «Πού πήγε το παιδί;», «Στην ξενιτιά». Τώρα αν πήγε στο διπλανό χωριό, αν πήγε στην Αμερική ή αν πήγε στον Καναδά, στην ξενιτιά λέγανε. Οπότε τι είχε γίνει τότε; Υπήρχε ένα άλλο επάγγελμα, οι μουσικοί, που πηγαίναν στα χωριά και τραγουδάγαν τα βάσανα του καθενός. Ε πήγε και μια γιαγιά: «Τι θες γιαγιά;», «Αχ παιδί μου, το παιδί μου πήγε στην ξενιτιά» του λέει, «Σοβαρά; Σε ποια πόλη γιαγιά;», «Στο Πάσο», «Στο Πάσο;» της λέει. Εντωμεταξύ το Πάσο ούτε είκοσι λεπτά με το αυτοκίνητο δεν είναι. Αλλά η γιαγιά ήτανε κάτι… τρέλα! Το παιδί της στην ξενιτιά. Κι άρχισε κι αυτός κι έλεγε: «Πάσο καημένο Πάσο, που 'σαι πάνω από το Κιάτο;». Και έγινε και αυτό σλόγκαν στο χωριό. Δεν είχα οι άνθρωποι ούτε και τα χρήματα να μετακινηθούνε. Υπήρχε περίπτωση που παντρεύτηκε το παιδί της, η γυναίκα ήταν από την Τρίπολη, ο γιος πήγε στον Πειραιά και γνώρισε την κοπέλα γιατί δούλεψε εκεί και αποφάσισε να κάνει τον γάμο στον Πειραιά γιατί δεν είχε τα χρήματα να πάει και Τρίπολη. Και απ’ την οικογένεια, ενώ είχε αδέλφια, είχε πατέρα, είχε μάνα, πήγε μόνο η μάνα στον Πειραιά. Ένα εισιτήριο. Όλα ήσανε με πάρα πολλή οικονομία. Οπότε μετά βγάζαν και καμία ιστορία.
Για να περάσουμε και στα χρόνια μετά το σχολείο. Τελειώνουμε το Γυμνάσιο πότε;
Εγώ τελειώνω το Γυμνάσιο το ‘70, ‘71 φεύγω και πάω Αθήνα. Τελευταία τάξη την κάνω στο 8ο Γυμνάσιο, στο 8ο Γυμνάσιο Πατησίων.
Συνηθιζόταν αυτό; Η τελευταία τάξη του Γυμνασίου να γινόταν στην Αθήνα;
Η τελευταία τάξη φεύγαν τα παιδιά για να κάνουν φροντιστήριο και να δώσουν εισαγωγικές. Στην επαρχία υπήρχε το φροντιστήριο που σου είπα, που πηγαίναμε για να κάνουμε το… να δώσουμε Φεβρουάριο και Ιανουάριο και Ιούνιο, να δώσουμε τις εξετάσεις για να περάσουμε την τάξη. Για να πας στο πανεπιστήμιο, δεν υπήρχαν εδώ φροντιστήρια. Όλοι μετακινιόσανε, όσοι ήταν να δώσουν, πηγαίναν Αθήνα να κάνουν φροντιστήρια στα μεγάλα φροντιστήρια, στον «Όμηρο», στον «Ηράκλειτο» και διάφορα. Τα περισσότερα ήσαν γύρω γύρω απ’ το Κάνιγγος τα χρόνια εκείνα. Οπότε και εγώ φεύγω, είναι αδερφή μου στην Αθήνα, δουλεύει. Πάω και εγώ στην Αθήνα να τελειώσω το σχολείο και να δώσω εξετάσεις, να κάνω και φροντιστήριο. Έχω φύγει από ένα χωριό, από μια μικρή επαρχιακή πόλη και πάω σε μια μεγάλη πόλη, σε ένα τεράστιο σχολείο. Το όγδοο είναι ένα τεράστιο κτίριο που εκεί συστεγαζόσαν νηπιαγωγεία, Δημοτικά, νυχτερινά, πρωινά, απόγευμα, γινότανε κομφούζιο μέσα εκεί, έχανες… τεράστιες αίθουσες. Έχουμε βρεθεί τώρα να είναι μία αίθουσα με ογδόντα παιδιά, τρεις μεγάλες σειρές και μία πιο μικρή. Λοιπόν, σε αυτή τη μικρή είναι όλη η επαρχία. Όταν τελικά συστηθήκαμε, έχουμε βρεθεί είναι όλα τα παιδιά απ' της επαρχίας. Εκείνο που μου έκανε εντύπωση όμως τι είναι στην Αθήνα; Ότι τα παιδιά είναι πιο δοτικά, είναι πιο φιλότιμα και το ένα βοηθάει το άλλο. Μπορεί να ήσανε πιο -όσον αφορά στη σχέση- πιο προχωρημένα, πιο ανοιχτό, μιλάγανε πιο ελεύθερα συγκριτικά με εδώ που τελικά απ' ό,τι αποδείχτηκε και εδώ πέρα ήταν τόσο καλά τα παιδιά όλα. Εκεί υπήρχε αυτή η σύμπνοια. Εδώ δεν τόλμαγες να κοιτάξεις, σου 'κρυβε το γραπτό. Εκεί πώς να σου δείξουμε, να προχωρήσεις την τάξη. Μια αγκαλιά! Έχω… κράτησα φιλία από το σχολείο αυτό, που παρόλο που κάθισα έναν χρόνο Αποφάσισα, έδωσα, δεν πέρασα την πρώτη χρονιά γιατί η αδελφή μου έπαθε διάσειση και κάθισα να τη γιατροπορεύσω. Οι γονείς δεν μπορούσαν να μετακινηθούν. Λαι δίνω την επόμενη χρονιά και πετυχαίνω στα ΚΑΤ.Ε, τότε λεγότανε ΚΑΤ.Ε, στη Λάρισα, Σχολή Λογιστών. Έχω φύγει με το λεωφορείο και τι μου έχει κάνει εντύπωση; Το κόκκινο χώμα, γιατί εμείς εδώ τώρα στην Κορινθία είχαμε άσπρο χώμα και ένα… μια κοκκινίλα και κάτι μεγάλα τραχτέρ και μεταφέρουν κάτι μεγάλες πατάτες. Και λέω: «Τι πατάτες είναι αυτές εδώ;». Τελικά, ήτανε ζαχαρότευτλα. Τότε είχε εργοστάσιο ζαχάρεως η Λάρισα και ήτανε μεγάλη παραγωγή. Πήγα σ' αυτήν την πόλη, μου άρεσε που ήτανε άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Την περπάτησα λίγο αλλά [02:20:00]χώθηκα πάλι στο ξενοδοχείο. Ε κατά τύχη στη σχολή, εντωμεταξύ έχω πάει με ελάχιστα χρήματα. Επειδή δεν ήξερα πού να πάω, βρίσκω ένα ακριβό ξενοδοχείο, σε δυο μέρες έχω χαλάσει τα λεφτά! Πολυτέλεια μέσα, αλλά εγώ εντωμεταξύ… Μου 'χουνε βρει τώρα δύο συγκάτοικες για να μείνω, αλλά όπως είμαι στον διάδρομο, με πλησιάζει μία κοπέλα άλλη, πιάνουμε την κουβέντα και μέσα εκεί στον διάδρομο βρίσκω τη συγκάτοικο την καινούργια, που τελικά μένω μ' αυτήνε. Έχει και αυτή, έχει μία άλλη συγκάτοικο που δεν τη θέλει, δεν της… δεν ταιριάζουνε. Τώρα πώς γίνεται με μία κοπέλα που τη γνωρίζεις να μην τη θέλει και βρίσκει εμένα στον διάδρομο και γινόμαστε οι καλύτερες φιλενάδες. Για ένα διάστημα τότε, η Λάρισα είχε λίγα διαμερίσματα. Έμεναν και αυτές σε ξενοδοχείο αλλά πιο φθηνό και το μοιραζόσανε. Οπότε με πήρανε και εμένανε και τα μοιραστήκαμε το… τα χρήματα, γιατί δεν υπήρχαν διαμερίσματα, έχουνε κλείσει διαμέρισμα που θα το παίρνανε το Γενάρη. Θα 'φευγε κάποιος αξιωματικός με μετάθεση και θα μπαίνανε αυτές. Καινούργια πολυκατοικία, ωραία. Και μένουμε μέχρι τον Γενάρη στο δωμάτιο εκεί στο ξενοδοχείο, το οποίο εκεί τα είδαμε όλα. Κατά τη νύχτα ακούγαμε φωνές δίπλα, μια φασαρία, ένα κακό! Δεν καταλαβαίναμε. Μια μέρα πάμε σε κομμωτήριο να κόψουμε τα μαλλιά γιατί η συγκάτοικός μου, αυτή που με βρήκε και κατόπιν κουμπάρα μου, ήταν από την Αθήνα. Η άλλη κοπέλα που έχει βρει είναι καταγωγή και μεγαλωμένη στην Καρδίτσα και μάλιστα ορεινή Αργιθέα. Οι γονείς της είχανε κοπάδι και μετακινιόσανε Αργιθέα-Αγρίνιο. Και ήθελε τώρα η κουμπάρα μου κατόπιν, να την κάνει όμορφη την Σούλα και πάμε σ' ένα κομμωτήριο να κόψει τα μαλλιά η συγκάτοικος. Όπως καθόμαστε εκεί στις καρέκλες και περιμένουμε να 'ρθει η σειρά να κόψει τα μαλλιά η κοπελιά, είναι κάτι ξανθιές, εύσωμες με κάτι έξαλλα ρούχα και μας λένε: «Ε εσείς κορίτσια μένετε στο ίδιο ξενοδοχείο με μας; Σας έχουμε δει». Είναι οι κοπέλες των μπουζουκιών. Η Λάρισα εκείνη την εποχή ήταν φουλ μπουζούκια και πολλές γυναίκες που δουλεύαν στα μπουζούκια. Εμείς δαγκωθήκαμε, μας έκανε πολλή εντύπωση και κάπου και σιχαθήκαμε τώρα: «Πω πω, με αυτές τις σκυλούδες είμαστε στα ίδια ξενοδοχεία;». Μας ήρθε κάπως αλλά τι να κάνουμε; Το προσπεράσαμε. Ε πήγαμε μείναμε στο σπίτι αυτό, το δωμάτιο, το διαμέρισμα. Πλέον μας το...πολύ ωραία πολυκατοικία, ζέστη, πολύ ωραία. Ένα βράδυ έριχνε χιόνι. Εμείς με την κουμπάρα μου κάναμε πολλή χαρά! Χάσαμε την Σούλα την άλλη συγκάτοικο: «Πού είναι; Πού είναι;». Ανοίγουμε και τι να δούμε; Έχει βγει έξω στο μπαλκόνι, έχει καθίσει κάτω και κλαίει. «Γιατί κλαις -της λέμε- βρε παιδί μου;». Λέει: «Εμένα μου θυμίζει τραγικές στιγμές». Γιατί; Ήταν η οικογένεια καθώς σας είπα που είχε πρόβατα, μένανε ορεινή Αργιθέα. Το φθινόπωρο παίρναν τα πρόβατα με τα πόδια και κατέβαινανε στο Αγρίνιο. Εκείνα τα χρόνια είχε χιόνια, περνάγανε ποτάμια, στον δρόμο σταματούσανε τη νύχτα, κάνανε μια πρόχειρη σκηνή, παίρναν το γάλα, πίνανε… Φτιάχναν εκεί γάλα και ψήνανε και ένα ψωμί στη θράκα. Δηλαδή αλεύρι, το ανακατεύανε και το ψήνανε και το τρώγαν επί τόπου. Αυτό ήταν το φαγητό τους. Ώσπου να φτάσουν στο Αγρίνιο, φτιάχνανε σκηνές έξω από το Αγρίνιο, απ' το χωριό, και πήγαιναν τα παιδιά σχολείο εκεί. Ήσανε τέσσερα παιδιά και οι γονείς τα… εκεί, στα κοπάδια τους. Και μάλιστα, λέει μια φορά η μητέρα της έχει πάει στο Αγρίνιο να πάρει φάρμακα, πού να δέσει τον γάιδαρο; Βρήκε ένα αυτοκίνητο και το 'δεσε στον προφυλακτήρα. Όπως πάει να γυρίσει να πληρώσει, κάνει έτσι και βλέπει τον γάιδαρο να μετακινείται και αρχίζει, βγαίνει έξω τρέχοντας: «Μου κλέψανε τον γάιδαρο!». Ο καημένος ο άλλος δεν είχε δει ότι του 'χε βάλει η άλλη στον προφυλακτήρα, του 'χε δέσει τον γάιδαρο και έφυγε με τ' αυτοκίνητο. Το 'λεγε μετά η κόρη της και γέλαγε. Τέλος πάντων, αυτή ήτανε παρένθεση. Και μας είπε το κορίτσι, λέει: «Εμένα το χιόνι μού θυμίζει άσχημες εικόνες. Ήμαστε μικρά παιδιά, να περνάμε το ποτάμι. Μια χρονιά μας πήρε το ποτάμι τα πρόβατα, αρρώστησαν οι γονείς μας και δεν είχαμε να φάμε. Δεν είναι για μένα αναμνήσεις καλές». Να φανταστείτε ότι αυτά τα παιδιά σπουδάσανε, η αδελφή της φόρεσε, φόραγαν παπούτσια κανονικά όταν πήγε φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη. Πήγε Γεωπονική η αδερφή της. Η Σούλα λέει: «Εγώ φόρεσα νωρίτερα παπούτσια. Φόρεσα όταν πήγα στο Γυμνάσιο. Ενώ η αδελφή μου...». Φοράγανε τσαρούχια, χειροποίητα, τα 'φτιαχνε ο πατέρας τους. Ο δε αδερφός της ήταν ο πρώτος που μπήκε, ο πρώτος. Μπήκε στην Αθήνα στο Μαθηματικό και έμενε έναν χρόνο, έναν μήνα συνέχεια στο παγκάκι. Κοιμότανε και μάλιστα τον πηγαίναν στην αστυνομία μέσα για αλητεία εκείνα τα χρόνια. Απαγορευότανε να υπάρχει άνθρωπος έξω στους δρόμους. Τον πηγαίνανε πολλές φορές στο κρατητήριο. Αυτό το παιδί το πρωί πήγαινε μοίραζε εφημερίδες και μετά στο πανεπιστήμιο. Τελείωσε την… αφού μάζεψε για έναν μήνα τα λεφτά ένα μικρό δωματιάκι και σιγά-σιγά βοήθησε και όλη την οικογένεια, και έκανε και μεγάλο φροντιστήριο μετά αυτός. Βοήθησε την οικογένεια όλη. Και όταν η μητέρα της μετά μαζευτήκαν στην Αθήνα και πήγαν τα παιδιά, έλεγε: «Ποιος παράδεισος; Αυτό είναι ο παράδεισος» γιατί η γυναίκα είχε ζήσει αυτήν τη ζωή. Τέλος πάντων, η ζωή στη Λάρισα πώς ήτανε; Η γυναίκα δεν ήτανε, δεν κυκλοφορούσε στη Λάρισα, ήταν απαγορευτικό. Οι βιτρίνες ήταν μόνο με ανδρικά ρούχα την εποχή εκείνη, μιλάμε τώρα για ‘76. Ε μόνο οι άντρες κυκλοφορούσανε, μόνο ανδρικά ρούχα πανάκριβα, γυναικεία κάτι τίποτα, σε ελάχιστα, και μόνο οι μπουζουξούδες. Και εμείς πήγαμε μετά τα… ήμαστε την πρώτη, δεύτερη χρονιά που είχανε γίνει τα ΚΑΤΕ στη Λάρισα και τα… Πήγαν τα νέα κορίτσια, κυκλοφορούσαν στους δρόμους. Οπότε βγάλαν, μας βγήκε και το όνομα ότι εμείς είμαστε οι ελαφριές, είμαστε σαν κατετζούδες, σκυλούδες. Δηλαδή μία στην ίδια ευθεία είμαστε και στην ίδια ομάδα. Ε είχαμε γνωρίσει μία κοπέλα που έλεγε: «Ας με πάρει εμένα και του είχα πει κι ας γυρίζει με τις κατετζούδες», τέτοια θέση είχαμε. Υπήρχε μόνο το φρούριο, ένα σαν… και εστιατόριο ήτανε και καφετέρια για τα χρόνια εκείνα και μία καφετέρια υπήρχε στον ΟΤΕ από πάνω. Ήτανε χειμώνας και πήγαμε με την κουμπάρα μου, τη μετέπειτα κουμπάρα μου και τη συγκάτοικό τότε, πάνω στην καφετέρια να πιούμε έναν καφέ κανένας άντρας, εμείς. Όπως κάθομαι, κάποια στιγμή δίπλα μου βλέπω στο κάθισμα δίπλα όπως ήταν που καθόμουν στον καναπέ ένα εικοσάρικο, είκοσι δραχμές. Της λέω: «Λουΐζα τι είναι αυτό;» μου λέει: «Το έχει πετάξει ο από πίσω». Δηλαδή πετάγανε λεφτά για να τσιμπήσουμε. Τέτοιοι ήσανε. Περπάταγες στον δρόμο; Σε παίρναν από πίσω να σε φτάσουν μέχρι το σπίτι σου.
Νιώθατε ασφάλεια σ' ένα τέτοιο περιβάλλον;
Ε ναι γιατί 'ντάξει, κυκλοφορούσες, δεν πήγαμε τη νύχτα. Αν και έχουμε κάνει αργότερα, κάναμε και τις νυχτερινές μας εξορμήσεις αλλά ήσανε τα παιδιά τότε, ήμαστε σε μία πλατεία είχε, την κεντρική και την πλατεία ταχυδρομείου. Γύρω γύρω, τα παιδιά όλα αυτά που ερχόμαστε από όλες τις επαρχίες, ήταν από όλες τις επαρχιακές πόλεις εκεί, Λαρισαίικα δεν υπήρχαν παιδιά, εγώ δεν είδα, δεν θυμάμαι συμμαθήτρια απ’ τη Λάρισα, Λάρισα μέσα. Δεν σπουδάζανε αυτά, ήσανε οι χωραφάδες που λέγανε ή πηγαίνανε στα πανεπιστήμια τότε. Τα ΚΑΤΕ ήταν ό,τι είχανε πρωτοξεκινήσει. Οπότε δεν είχαμε, φοβόμαστε να μας πειράξουνε. Απλώς γινόσανε πολύ ενοχλητικοί. Να πηγαίναν από πίσω και να σε πειράζουνε και να σου λένε κουβέντες.
Βίωσες την Αθήνα περίπου στο τέλος της δικτατορίας, αλλά στη δικτατορία ωστόσο. Και φοιτητικά χρόνια στην περίοδο της μεταπολίτευσης. Διαπίστωσες κάποια αλλαγή στα πολιτικά πράγματα ή στην ελευθερία; Σε τι καθεστώς ας πούμε ήσουνα;
Υπό παρακολούθηση. Υπήρχαν αστυνομία με συμβατά αυτοκίνητα, τα Lada συγκεκριμένα. Εμείς, σαν παρέα, εμείς τότε επειδή ήμαστε παιδιά σε συγκεκριμένο χώρο, στα ΤΕΙ, γνωριζόμαστε με όλες τις σχολές και κάναμε παρέα. Δηλαδή τον πρώτο χρόνο δεκαπέντε-είκοσι παιδιά ήμαστε μία ομάδα. Και επειδή η συγκάτοικός μου ήτανε και υπήρχε στα αριστερά, στον χώρο, χώθηκα και εγώ για να 'χω παρέα πιο πολύ, γιατί εντάξει είχα βιώσει επί Χούντας να κρύβουμε άνθρωπο, αλλά εγώ δεν είχα μπει στα συνδικαλιστικά, αλλά τότε στη Λάρισα μπήκα λόγο και μόνο για να έχω παρέα, έτσι το είδα. Οπότε αυτοί μας είχαν εντοπίσει. Εμείς πηγαίναμε στις ταβέρνες, θα πηγαίναμε τσιπουράδικα, αυτά δεν τα ξέραμε κάτω, και πάντα είχαμε και την παρακολούθηση. Πολλές φορές μάλιστα είχανε μπει και στον χορό που χορεύαμε εμείς, ερχόσανε και αυτοί και χορεύανε. Το καταλαβαίναμε ότι μας παρακολουθούσαν την πρώτη χρονιά. Τη δεύτερη χρονιά εμείς τα εγκαταλείψαμε τα συνδικαλιστικά και δεν ξέρουμε αν συνεχίσανε. Όμως πιάνανε τα παιδιά, είχανε συνέχεια. Είχαμε κάνει ένα λέσχη, μία λέσχη είχε γίνει και κατά καιρούς αυτούς που κάνανε αφισοκόλληση, τους πιάνανε. Και μάλιστα, ήτανε προεκλογική εκστρατεία και πήγαμε σαν ομάδα στο... Φάρσαλα ήτανε; Σε ένα μέρος που είχανε πάει λέει το… η αριστερά από τον εμφύλιο. Δεν είχε πατήσει αριστερός, αλλά δεν θυμάμαι τώρα ποια πόλη ήτανε. Πιθανόν… δεν θυμάμαι τώρα. Πρώτη φορά είχε πάει.
Και τι αντιμετώπιση είχατε;
Εχθρική. Ή αδιάφοροι ή εχθρικοί ήσανε. Λες και είχες ψώρα ας πούμε, λέπρα.
Κάποιο περιστατικό έτσι που να σου έχει μείνει σχετικά με όλα αυτά;
Όχι γιατί δεν... Απλώς ήμαστε λίγο χαζά παιδιά που λέει, χαζά παιδιά. Είχαμε στην πρώτη χρονιά πολύ χωριστήκαμε σε παρατάξεις και αυτό ήτανε εις βάρος μας καμιά φορά γιατί διαπιστώσαμε ότι πολλές φορές και μέσα σε αυτόν τον χώρο τάχα τον προοδευτικό, πολλοί ήσανε συμφεροντολόγοι και τζαμπατζήδες και όχι ιδεολόγοι. Αυτό που λέμε και στο παρελθόν, έτσι έγινε και στο μέλλον. Ενώ υπήρχανε παιδιά σε παρατάξεις συντηρητικές ας πούμε, δεξιές και τέτοια, που ήσαν πάρα πολύ καλύτερα. Βρεθήκαμε μια φορά να μην πάμε να φάμε γιατί ήταν ο δεξιός μέσα και μείναμε νηστικές και μετά αυτόν τον κάναμε παρέα που ήτανε καλό παιδί και οι άλλοι που 'ρχόσανε και μας κοροϊδεύανε… Παίρναν τα κουπόνια τάχα γιατί ήσανε φτωχοί και τους λυπόμαστε, για αυτό και την άλλη χρονιά δεν ασχοληθήκαμε καθόλου με αυτούς τους χώρους. Αλλά παιδιά είσαι, όλα τα δοκιμάζει ο άνθρωπος και όλα τα… δηλαδή κρίνεις ανθρώπους και βλέπεις. Υπήρχαν και σωστοί άνθρωποι μέσα εκεί.
Κάποιος που σου έμεινε; Κάτι που σου έμεινε ίσως;
Ιδεολόγος;
Ναι, κάτι ναι.
Υπήρχαν και πολλοί απογοητευμένοι άνθρωποι εκεί, μέσα σε αυτόν τον χώρο, που δουλέψανε και τους προδώσανε. Αυτήν τη στιγμή δεν μπορώ να θυμηθώ όμως.
Στην δικτατορία που λες ότι κρύβατε κόσμο με την αδερφή σου;
Ναι. Υπήρχε άτομο και εντωμεταξύ εγώ πήγαινα φροντιστήριο και δεν είχα καταλάβει ότι με παρακολουθούσανε, μετά μου το 'πανε
Σε παρακολουθούσε η ασφάλεια δηλαδή;
Ναι, γιατί είχανε ψιλοεντοπίσει ότι τον κρύβαμε αυτόν.
Παρόλα αυτά, δεν έγινε ποτέ κάποια επέμβαση;
Όχι. Ο Θεός μας φύλαξε και δεν είχαμε.
Άρα, πιθανόν ο φάκελος σας ακολούθησε και στη Λάρισα εν τέλει.
Σίγουρα. Γιατί όταν εγώ την πρώτη χρονιά που έκανα παρέα και με... όταν μάλιστα κατέβηκα για διακοπές, ήταν η αδελφή μου η...
Πότε;
Τη χρόνια την πρώτη, '76, '75… το '74 κατεβαίνω για διακοπές. Ήδη εγώ τώρα έχω συνδικαλιστεί μαζί με την κουμπάρα για να 'χω την παρέα μου, αλλά δεν είμαι και... Τους έχω πει: «Εγώ δεν πάω σε αφισοκολλήσεις, δεν πάω σε τέτοια», τους το 'χω ξεκόψει. Απλώς θα πηγαίνω στις συγκεντρώσεις τους μόνο. Το δεχτήκανε γιατί ήμουνα καλό παιδί και κάποιος μου είχε πει μάλιστα ότι: «Είσαι και έτσι εμφανίσιμη κοπέλα και θα παρασύρεις και κόσμο», γιατί είχαν και μία κακή νοοτροπία, αυτό το στρατολογούμε και με ό,τι μέσο μπορούμε. Δεν ήσαν όλοι πάντα καθαροί άνθρωποι. Τέλος πάντων, έχω όμως, έχω ανακατευτεί και εγώ, με ξέρουνε λίγο-πολύ τώρα γιατί κάνεις με συγκεκριμένους ανθρώπους παρέα, πας σε συγκεκριμένα στέκια, επομένως ήδη έχεις χαρακτηριστεί ότι είσαι σε αυτόν τον χώρο. Εκεί έρχομαι τώρα κάτω διακοπές Πάσχα, Πάσχα πιθανόν, και η αδερφή μου η μία είναι έξαλλη. «Τι έγινε της λέω;», «Μας εθέτεις, μας κάνεις...» λέω: «Τι συμβαίνει;» μου λέει: «Ξέρεις, συνάντησα στο λεωφορείο μία κοπέλα και μου είπε ότι ήτανε στη σχολή επάνω και της είπα είναι και η αδερφή μου και λέει: “Ποια; Αυτή η ψηλή που είναι αριστερή;”». Και έγινε ένας πανικός εδώ πέρα! Και μου είπανε υπήρχε ένας από δω, από το χωριό, που ήτανε στη σχολή, σε άλλη σχολή διπλανή, που με ήξερε και τον ήξερα. Και συνεργαζότανε με κάποιονε που ήτανε στον στρατό και είχανε δώσει στοιχεία κάτω ότι εγώ είμαι σε κείνο τον χώρο. Μου το είπαν εκ των υστέρων. Δηλαδή υπήρχανε φακελώματα. Σε συνόδευσε ο φάκελος λέει μέχρι κάτω. Ε την επόμενη χρονιά έφυγα εγώ. Πήρα, παρέσυρα και την κουμπάρα μου που ήτανε και αυτή πολύ χωμένη μέσα στον χώρο γιατί αυτή ήταν ο θείος της, ήταν ο πατέρας της αριστερός, ήτανε από την Ικαρία. Μητέρα της απ’ την Ικαρία, ο πατέρας της από το Δομοκό και ήταν αριστερή. Αυτή ήταν πολύ φανατική αλλά στην πορεία με έβαλε μέσα, την έβγαλα εγώ απέξω μετά και πορευτήκαμε πλέον μόνο με τη σχολή, με τις παρέες. Πλέον περιοριστήκαμε, τελειώσαν αυτές οι ατελείωτες παρέες που ήταν πραγματικά, ήταν όμορφα όμως γιατί πήγαινες στο τσιπουράδικο είκοσι παιδιά, τραγουδάγαμε, γελάγαμε, χορεύαμε, ξενυχτάγαμε. Ανέμελα χρόνια. Πηγαίναμε και στη σχολή ήτανε... Το καλό ήταν που τελειώσαμε, ήταν υποχρεωτικά τα εργαστήρια. Διαφορετικά θα μας έτρωγε η μαρμάγκα εδώ που τα λέμε. Χαλάγαμε πολλά λεφτά, είχαμε λεφτά, τα χαλάγαμε. Έφτανε το τέλος του μήνα, μπορεί να μην είχαμε λεφτά. Κάποια στιγμή, φτιάξαμε καφέ με μέλι, αμ δεν πινότανε! Δεν τον πίναμε καλύτερα τον καφέ σκέτο; Και κοιτάγαμε να βγάλουμε το τσιγάρο, γιατί είπαμε από τότε που με είχε πιάσει ο πατέρας μου, μετά δεν κάπνισα. Κάπνισα εκεί, με έμαθε η Λουΐζα. Λοιπόν βγάζαμε τα ψιλά και λέγαμε: «Πόσο έχουμε σήμερα; Αυτά είναι για το τσιγάρο, για τα εισιτήρια δεν φτάνει δεν θα πάμε στη σχολή, θα πάμε στα εργαστήρια τ’ απόγευμα». Γιατί η σχολή ήταν έξω από τη Λάρισα, απ' την πόλη και έπρεπε να περπατήσεις. Αν και είχαμε καθηγήτρια η οποία μάλιστα βγήκε σε σύνταξη, έβγαινε και περπατούσε από την κεντρική πλατεία και έφτανε στα ΚΑΤΕ.
Τι απόσταση μιλάμε;
Έξι-εφτά χιλιόμετρα. Και έμενε στο «Divani Palace», δεν ήταν ότι το 'κανε από οικονομία η γυναίκα. Το 'κανε για την άσκησή της, αλλά εμείς τι; Μας άφηναν τη νύχτα τα τσιπουράδικα; Τη νύχτα τσιπουράδικα, το πρωί... Εντωμεταξύ, η κουμπάρα μου είχε και το στομάχι, κόντεψε να πάθει γαστρορραγία. Απόκριες έχουμε κάνει ρεφενέ, φτιάξαμε κοτόπουλα, πήραμε τα σκαμπό μας και πήγαμε σε ένα σπίτι που ήσαν κι άλλα παιδιά να κάνουμε την τσικνοπέμπτη μας. Αυτή επειδή τραγούδαγε πάρα πολύ σ' όλα τα τσιπουράδικα που πηγαίναμε, επειδή τραγούδαγε, μας κερνάγανε και κάνα τσίπουρο. Έχουμε πάρει δύο-τρία τσίπουρα, μας τα 'χανανε χαρίσει, πάμε στο σπίτι των παιδιών εκεί. Ήταν και καταγωγή από Πόντο, προσπαθούσαμε να μάθουμε και τους ποντιακούς, μεγάλη παρέα. Κάποια στιγμή με φωνάζει η Λουίζα, βγαίνω έξω, άρχισε να κάνει εμετούς, νοσοκομείο, ορούς. Στον διάδρομο, να περιμένουμε τον όρο και να περνά ο γιατρός: «Τι ήπιατε κορίτσα;» και εγώ να 'χω πιει και να λέω: «Λευκό, ξηρό Τυρνάβου». Ζήσαμε αυτά τα ανέμελα τα χρόνια. Σου λέω, δεν νομίζω, δεν ξέρω τώρα αν τα παιδιά… τόσο οι φοιτητές. Ήταν μία μικρή, για τότε ήτανε η Λάρισα ήτανε μικρή για μας γιατί ήτανε τα παιδιά συγκεκριμένα. Να ‘ταν δύο χιλιάδες παιδιά; Ένας διάδρομος ήτανε, η σχολή τότε ήταν ένα κτίριο που στη μέση είχε τον διάδρομο και από δω και από κει είχε τις αίθουσες. Οπότε βλεπόμαστε. Και δεν ξέρω κι αν… λιγότερα θα 'μαστε μωρέ. Δηλαδή αν ήταν δύο χιλιάδες, χίλια πεντακόσια άτομα όλα τα τμήματα, τέσσερα τμήματα.
Μετά;
Μετά τη Λάρισα; Μετά τη Λάρισα εργάστηκα στην Αθήνα. Στην Αθήνα ένα φεγγάρι δούλευα, ήτανε εμπορικό μαγαζί, στην Ερμού, επάνω στο λογιστήριο. Δούλεψα κάτι καλοκαίρια και έκανα και την πρακτική μου εκεί. Τα χρόνια ήταν τότε τόσο πολύ ακίνδυνα! Δεν ξέρω τόσο, τι να πω; Παρόλο που ήμουνα τότε μικρή, με στέλνανε κάθε πρωί να πάρω από τους χρηματιστές τα λεφτά και να τα πάω κατάθεση στην τράπεζα. Μιλάμε για εκατομμύρια μέσα σε μία τσάντα που μου δίναν συνοδό μόνο έναν εμποροϋπάλληλο από κάτω από την πώληση. Εγώ μικρό παιδί και πηγαίναμε στους χρηματιστές γύρω γύρω να πάρω τα λεφτά και να τα πάω σε κατάθεση στην τράπεζα. Άγνοια κινδύνου; Δεν υπήρχε… δεν ξέρω. Εγώ φυσικά τους εκδικιόμουνα γιατί ζεσταινόταν τα πόδια μου επειδή ήτανε πολύ καυτή η άσφαλτος και ζέστη καλοκαίρι, γιατί το καλοκαίρι πήγαινα μόνο εκεί. Όταν πήγαινα στο γραφείο, έπλενα τα πόδια μου και σκούπιζα τα πόδια μου με την πετσέτα που την είχαν για τα χέρια τους οι άλλοι. Αλλά η αδερφή μου με κάρφωσε. Γιατί δούλευε και η αδερφή μου, λέει: «Μην σκουπίζεστε στην πετσέτα γιατί η μικρή σκουπίζει τα πόδια της». Αλλά δεν άντεχα γιατί δεν ξέρω πόσες ώρες στο λιοπύρι να μαζεύω λεφτά εγώ και να τα πηγαίνω στην τράπεζα. Οπότε και εγώ τακτοποίησα. Ε μετά πήγα στην ΕΒΕΠΥ, μεγάλη εταιρεία πλαστικών. Εκείνη την εποχή ήταν η πρώτη των Βαλκανίων. Εξαγωγές, αντιπροσωπείες. Ξεκίνησα απ' το λογιστήριο, μετά πήγα στην Εμπορική Διεύθυνση. Οργανωμένη για κείνα τα χρόνια, καλούς μισθούς, μας παρείχε καφέ, γάλα, σάντουιτς, σε καθημερινή βάση αυτό. Και μιλάμε εκ[02:40:00]δρομές, είχε ένα πρόγραμμα όποιος ήθελε να σπουδάσει του πλήρωνε τα φροντιστήρια. Αγγλικά πλήρωνε τα φροντιστήρια, έδινε δάνεια για να πάρουν σπίτι όποιος ήθελε. Μία πολύ βιώσιμη εταιρεία. Είχαμε αντιπροσώπους στην Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία. Χώρια στην εσωτερική αγορά. Ήταν η πρώτη εταιρεία που έφερε το δίχτυ ελαιοσυλλογής, η πρώτη εταιρεία που έφερε τα πανιά που είναι σκέπαστρα στα θερμοκήπια και όλα αυτά τα… στα χτήματα. Το '78 έγινε η πρώτη έκθεση και το σκέπασμα στα σταφύλια. Mεγάλες μηχανές που έβαζες το πλαστικό και το πλαστικό είναι σε ρευστή μορφή αλλά με το PVC σταθεροποιείται. Και υπήρχε μια μεγάλη, τη λέγανε καλάνδρα, που έβαζες το πλαστικό και σου έβγαζε το δίχτυ ελαιοσυλλογής. Μετά με άλλα εξαρτήματα το γυρίζαν, κάναν το πλαστικό το φύλλο, μετά πλακάκια, πατώματα. Ήτανε πάρα πολύ βιώσιμη εταιρεία αλλά το αφεντικό ήτανε… Ήταν να βγει ο Παπανδρέου που είπε θα τις κάνει θα τις κρατικοποιήσει. Τότε τα πήρε τα λεφτά, τα πήγε έξω και σιγά σιγά ήρθε η πτώση. Πολύ καλή εταιρεία, καλά τα ωράρια, το προσωπικό πάρα πολύ ευγενικό, σεβασμός. Αυτό είχε επιβάλλει όμως ο ιδιοκτήτης. Δύο ήσαν οι ιδρυτές, αλλά ο κύριος ο μέτοχος, ο μεγάλος ο πρώτος, ήτανε φοβερός άνθρωπος παρόλο που ήτανε μεγάλος σε ηλικία, αυστηρός. Κάποτε σ' έναν διάδρομο σχολιάστηκε η προσωπική ζωή μιας συναδέλφου και έκανε πάρα πολύ αυστηρή σύσταση σε ένανε μεγάλο εξίσου υπάλληλο, πωλητή, με την… και σε υψηλόβαθμο άνθρωπο για να μη… ότι τα προσωπικά είναι σεβαστά του καθενός και δεν είναι… Μέσα στο γραφείο απαγορεύεται. Της μίλησε πάρα πολύ αυστηρά, που μιλάμε ένας άνθρωπος πενήντα χρονών και έγινε κατακόκκινος σαν παντζάρι, και θεόρατος. Και ο Ηλιάδης ήταν ένας κοντός ανθρωπάκος 1,40-1,50, παραπάνω δεν γινότανε. Και έβλεπες έναν γίγαντα που να κάθεται προσοχή. Υπήρχε πολύ καλή συνεργασία. Υπήρχαν και θλιβερά γεγονότα. Υπήρχανε δύο παιδιά που είχαν την ιδιαιτερότητα να το πούμε; Ήταν ομοφυλόφιλα τα παιδιά, όμως σεβαστά μέσα εκεί, κανένας δεν τα… Είχαμε αριστερούς. Υπήρχε όμως και ένας άλλος αξιοπρεπής ο κύριος Καραλής -Θεός συχωρέσ’ τονε- γελαστός, ευγενής. Αυτός είχε γνωριστεί με τη γυναίκα του στην εξορία. Γελαστός. Και μια φορά τον χρόνο φόραγε πάντα κουστούμι και γραβάτα, και κάποτε τον ρωτήσαμε, γιατί κι εγώ σ' αυτήν την εταιρεία δούλεψα έξι χρόνια: «Για ποιον λόγο φοράτε τη γραβάτα και το κουστούμι σήμερα;». Δεν ήτανε γιορτή, ήτανε μια οποιαδήποτε μέρα ας πούμε του χρόνου μια μέρα. Και μας είπε ότι σαν εκείνη την ημέρα είχανε σκοτώσει τον συγκρατούμενό του και για τη… στη μνήμη του τον τιμάει εκείνη την ημέρα με το κουστούμι. Πάρα πολύ καλός, και η σύζυγός του. Και μπορώ να πω ότι διατηρώ ακόμα σχέσεις από κείνο το… απ' αυτήν τη δουλειά η οποία τελικά την… Ενώ ήταν μια βιώσιμη και μεγάλη εταιρεία, δυστυχώς έκλεισε, Εγώ είχα προλάβει, είχα μπει πλέον στην τράπεζα. Και μάλιστα, μου είχε πει ο γαμπρός μου: «Καλύτερα να ‘μενες στην ΕΒΕΠΥ, γιατί στην τράπεζα δεν θα παίρνεις τόσα λεφτά». Είναι γεγονός ότι ξεκίνησα με πολύ λιγότερα λεφτά όταν μπήκα στην τράπεζα, ήρθα στο Κιάτο. Το περιβάλλον δεν ήτανε καμία σχέση με αυτό που πίστευα εγώ πως θα ήτανε η τράπεζα, γιατί τη θεωρούσα κάτι ότι ήσαν οι άνθρωποι αξιοπρεπείς και ευγενείς όπως ήταν στην ΕΒΕΠΥ. Καμία σχέση. Η επαρχία ο ένας κριτικάρει πολύ άσχημα τον άλλονε, υποβαθμίζει, υποτιμάει. Με είχε ξαφνιάσει πάρα πολύ. Δεν είχα καλή στην αρχή συνεργασία. Στην πορεία όμως, μπόρεσα και συνεργάστηκα, αλλά μετά από πολλή δυσκολία. Με τον διευθυντή σε κακή σχέση που μάλιστα έγινε και κουμπάρος μου μετά. Τόση μεγάλη αντίθεση! Οι συνθήκες πολύ διαφορετικές εργασίας. Το μόνο ότι εντάξει, ήτανε τράπεζα, ήτανε μια ασφάλεια για μένανε. Το χωριό δεν μου άρεσε, είχα μάθει στην Αθήνα, δεν είχα σχέσεις εδώ. Ήρθα όταν ήμουνα τριάντα τριών χρονών, για αυτούς εδώ ήμουνα μεγάλη και γιατί δεν είχα παντρευτεί κάτι κουσούρι είχα, δεν μπορούσα να κάνω εύκολα φιλίες. Ευτυχώς βρέθηκε τελικά αυτός ο διευθυντής που λέμε με τη γυναίκα του και κάναμε πολύ… και μου φερθήκανε πολύ καλά. Ε μέχρι που γνώρισα και έκανα την οικογένειά μου εδώ. Είχα μετακινήσεις μέσα στην τράπεζα, σε καταστήματα, περιφερειακή. Με όλους έχω καλές σχέσεις, διατήρησα καλές σχέσεις. Επίσης, ένα τραγικό γεγονός είναι ότι ο ένας περιφερειακός μου έχασε τα δύο παιδιά σε δύο χρόνια, και τα δύο σε ατύχημα. Το τραγικό είναι ότι και στα δύο ατυχήματα όλοι οι άλλοι ζήσανε που ήσανε μαζί. Μόνο αυτά τα παιδιά σκοτωθήκανε. Πολύ τραγικό. Τελειόφοιτοι μηχανολόγοι ηλεκτρολόγοι και οι δύο του Πολυτεχνείου και βρεθήκαν οι γονείς χωρίς την οικογένειά τους, τα παιδιά τους. Αλλά οι γονείς με μεγάλη αξιοπρέπεια περάσαν τον πόνο τους, με πάρα πολλή αξιοπρέπεια. Ήταν ένα πολύ δύσκολο κομμάτι. Μία δύσκολη περίοδος.
Κλείνοντας τη συνέντευξη, υπάρχει κάτι που θα ‘θελες να συμπληρώσεις ή να πεις;
Πλέον είμαι συνταξιούχος της τράπεζας. Πολλές φορές αναπολώ τη δουλειά, αλλά πάλι μου φαίνεται ένα πολύ ξένο κομμάτι προς εμένανε γιατί ο τρόπος έφυγα ήτανε πολύ βιαστικός. Επειδή αρχίσανε και γίνανε οι πλειστηριασμοί, ήταν ένα πάρα πολύ δύσκολο κομμάτι και μη διαχειρίσιμο πλέον. Με αποτέλεσμα να φύγω απ’ την τράπεζα. Γενικά αυτή είναι η ζωή μου, εν ολίγοις.
Σε ευχαριστούμε πολύ για αυτές τις ωραίες εμπειρίες και αναμνήσεις και σου ευχόμαστε τα καλύτερα στην πορεία της ζωής σου.
Ευχαριστώ πάρα πολύ! Έχω δύο καλά παιδιά και είμαι και γιαγιά και δοξάζω τον Θεό.
Ευχαριστούμε!