© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Η γειτονιά των ναυτικών στον Πειραιά της δεκαετίας του ’50, τα φοιτητικά χρόνια στην δικτατορία και το μεγάλο πάθος για το θέατρο

Κωδικός Ιστορίας
23677
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Μοσχούλα Κοντοσταύλου (Μ.Κ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
19/12/2022
Ερευνητής/τρια
Κωνσταντίνα Ζουμή (Κ.Ζ.)
Κ.Ζ.:

[00:00:00]Καλησπέρα σας, θα μπορούσατε να μου πείτε το όνομά σας;

Μ.Κ.:

Μοσχούλα Κοντοσταύλου.

Κ.Ζ.:

Είναι Τρίτη 20 Δεκεμβρίου. Είμαι με τη Μοσχούλα Κοντοσταύλου. Βρισκόμαστε στον Κριό της Πάρου. Εγώ ονομάζομαι Κωνσταντίνα Ζουμή, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε με γενικές ερωτήσεις, όπως πού γεννηθήκατε, πού μεγαλώσατε;

Μ.Κ.:

Στην Πάρο γεννήθηκα, το ‘47. Και μεγάλωσα στον Πειραιά.

Κ.Ζ.:

Στον Πειραιά μάλιστα. Και πώς ήτανε οι συνήθειες τότε στον Πειραιά, πώς ήταν τα μαθητικά σας χρόνια;

Μ.Κ.:

Να αρχίσουμε με τον Πειραιά. Έφυγα από την Πάρο, έφυγα. Έφυγα, όχι με πήρανε. Πώς να φύγεις όταν είσαι 2 χρονών; Έφυγα λοιπόν 2 ετών από την Πάρο και εγκατασταθήκαμε στον Πειραιά. Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, γιατί ο πατέρας μου ήταν ναυτικός και έπρεπε να βλέπει την οικογένεια και η οικογένεια να βλέπει αυτόν. Μείναμε λοιπόν στον Πειραιά, στην Πειραϊκή, που ήταν κοντά στο λιμάνι και τότε οι ναυτικοί και οι νησιώτες −νομίζω και τώρα− προτιμάνε αυτή τη γειτονιά και αυτή την πόλη. Και εκεί στη γειτονιά όλοι ήταν νησιώτες, ήταν Συμιακοί, Καρπάθιοι, Καλύμνιοι, Υδραίοι, ήταν μια καταπληκτική γειτονιά και, εν πολλοίς, παραμένει ακόμα. Παίζαμε στα βράχια. Τα βράχια ήταν η αυλή μας, εκεί ήταν όλα τα παιχνίδια και εκεί έχω κάνει και όλα τα μπάνια της ζωής μου. Σχολείο βέβαια πήγα εκεί. Όλα γίνανε − Δημοτικό Θέατρο, Τερψιθέα... Δηλαδή το σχολείο μου ήταν ο «Παπαϊωάννου», Τερψιθέα, το Γυμνάσιο ήταν η «Ράλλειος», Δημοτικό Θέατρο. Έγινα δικηγόρος, στην αρχή για συμβολαιογράφος, μετά στο Δημοτικό Θέατρο. Και γύρω στα 38-40 −38 μάλλον− έχοντας κάνει τα δύο παιδιά, ζήτησα μετάθεση και γυρίσαμε στον τόπο των προγόνων, στην Πάρο. Από τότε μένουμε εδώ.

Κ.Ζ.:

Μάλιστα. Θα ήθελα να γυρίσουμε λίγο πίσω −

Μ.Κ.:

Ναι.

Κ.Ζ.:

Στον Πειραιά και στις καθημερινότητες που είχατε τότε.

Μ.Κ.:

Ναι.

Κ.Ζ.:

Δηλαδή φαντάζομαι ότι ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Θα μπορούσατε να μου περιγράψετε −

Μ.Κ.:

Ήτανε, από σήμερα; Βέβαια, πολύ, ήτανε υπέροχα. Επειδή ο μπαμπάς μου έλειπε, χρόνια τότε οι ναυτικοί λείπανε, δεν… ήταν με τα μεγάλα καράβια και τους μεγάλους ωκεανούς. Και έπρεπε να έχει μια βοηθό στο σπίτι η μαμά μου, γιατί δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Ήταν νησιώτισσα Παριανή με δύο παιδάκια. Είχαμε λοιπόν τη Μερσίνα στο σπίτι μας και η Μερσίνα μας έφερε σε πραγματικά μεγάλη και στενή σχέση και επαφή με τη γειτονιά. Γιατί η Μερσίνα έμενε στη γειτονιά, εμείς ήμαστε ξένοι. Ήμαστε Παριανοί. Θυμάμαι λοιπόν να μπαίνω στο σπίτι της, έμενε όλη μέρα μαζί μας και το βράδυ επειδή ήταν κοντά, γύριζε στο σπίτι της. Θυμάμαι λοιπόν να μπαίνω στο σπίτι, να βλέπω τα παιδιά της, τις συνήθειες τις Πειραιώτικες τις είδα στο σπίτι της, οι γυναίκες μαγείρευαν με γκαζιέρα. Έχω − νομίζω το πρώτο ή το δεύτερο− έχω γράψει ένα βιβλίο, το προτελευταίο, Η γυναίκα με το καθρεφτάκι, και εκεί μέσα περιγράφω την ζωή. Μακάρι να το είχα εδώ μπροστά μου να διάβαζα τις σελίδες παρά να τα διηγόμουν από την αρχή, τις συνήθειες στον Πειραιά. Θυμάμαι γυναίκα να καίγεται από την γκαζιέρα. Να παίρνει φωτιά η ρόμπα της, ας πούμε, και να μαζεύεται όλη η γειτονιά εκεί σαν αρχαία τραγωδία. Πραγματικά σαν αρχαία και εκεί τραγωδία, ο χορός και να συμμετέχουν στο γεγονός, στην τραγωδία. Στο δράμα, στους θανάτους. Θυμάμαι τη γριά. Η γριά. Η γριά ήταν η γριά, δεν είχε όνομα, ήταν η γριά. Έμενε, ακουμπούσε το σπίτι της στο πίσω μέρος της αυλής μας. Ο μπαμπάς μου μας εγκατέστησε αμέσως σε ένα δικό μας, δικό του σπίτι. Δεν είχαμε αλλαγές, οπότε η γριά ήταν πάντα γειτόνισσά μας. Όταν η γριά απέθανε, πήγαμε και εμείς τα παιδιά. Ή μάλλον είχε προηγηθεί ο γέρος −επειδή με ρωτάτε τι− είναι καταπληκτικές εικόνες! Καταπληκτικές! Πέθανε πρώτα ο γέρος, δεν ξέρω καθόλου τα ονόματά τους. Η γριά έκλαιγε, αλλά έκλαιγε μαζί και όλη η γειτονιά. Ήμαστε, όλη η γειτονιά ήταν στο σπίτι της και στην αυλή της. Δεν θα πηγαίναμε σπίτι μας, και εμείς τα παιδιά ήμαστε εκεί και παίζαμε. Θυμάμαι λοιπόν τη γριά να τραβάει τα μάγουλά της, κάτι εικόνες που τις −. Δεν ξέρω αν τις έχουν δει οι σκηνοθέτες, ρε παιδί μου, να τις κάνουνε.. Στην αρχαία τραγωδία δεν, τα κάνουνε λίγο ψέμα, όχι όλοι, αλλά ιδίως αυτοί οι τελευταίοι τώρα τελείως ψεύτικα, δεν έχουν ιδέα πώς είναι ένα να οδύρεσαι. Τράβαγε έτσι τα μάγουλά της η γριά, τα ‘γδερνε και φώναζε την κόρη της. Ενώ είχε πεθάνει ο άντρας της, μας έκανε εντύπωση. Τώρα εγώ πρέπει να ήμουνα 6 χρονών. Όταν πήγα στον Πειραιά ήμουνα 2. Άρα είχαν περάσει χρόνια, την ήξερα καλά τη γριά, αλλά δεν ήξερα ότι έχει κόρη, ήτανε η γριά και ο γέρος. Αυτή λοιπόν φώναζε την κόρη της και έλεγε: «Πού είσαι να ‘ρθεις να δεις», να συμμετέχει −συγκινούμαι που τα θυμάμαι− στο δράμα της οικογένειας και έχωνε τα χέρια της μέσα, τα νύχια μέσα στα μάγουλά της και φώναζε την κόρη της και οι γειτόνισσες «ψου ψου» ψουψουρίζανε, δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει με αυτή την κόρη. Βγήκαμε λοιπόν στην αυλή να παίξουμε και εγώ που ήμουνα έτσι −ποιος ξέρει, η πιο ζωηρή− είχα ξεριζώσει ένα μικρό δεντράκι από τη δική μας την αυλή και είπαμε: «Αφού καθόμαστε που καθόμαστε, δεν την φυτεύουμε στην αυλή της γριάς;». Και αρχίσαμε να σκάβουμε με πετρούλες, σιγά το σκάψιμο. Και σκάβοντας άρχισαν και βγαίνανε κάτι χαρτιά. Χαρτιά λιωμένα. Τι ήτανε; Ήτανε αριστερές εφημερίδες. Φαντάζομαι, νομίζω ότι ήταν −κάπου τι να διαβάσεις, παιδάκι!− ο «Ριζοσπάστης» της εποχής του εμφυλίου και η κόρη τη νύχτα που θα την πιάνανε −γιατί άρχιζε ο εμφύλιος− πήγε και τις έθαψε, άνοιξε ένα λάκκο και έθαψε τις εφημερίδες μέσα και τις ανακαλύψαμε εμείς. Δηλαδή εγώ γεννήθηκα το ‘47. Θα πρέπει να ήμουνα τότε το ‘53 πως, ούτε 10 χρόνια μετά, βρήκαμε τις εφημερίδες επειδή η γριά − και σιγά-σιγά μεγαλώνοντας άρχισα να καταλαβαίνω γιατί η γριά έκλαιγε την κόρη της, φώναζε την κόρη της, να δει τον πατέρα που πέθανε γιατί η κόρη έθαψε τις εφημερίδες και χάθηκε. Τώρα σκοτώθηκε στον εμφύλιο; Πέρασε στις άλλες χώρες που φεύγαν τότε οι αριστεροί και δεν ξαναγύρισε; Γύρισε μετά όταν πια εμείς είχαμε φύγει; Αυτή ήταν η γειτονιά μου και αυτή είναι η ιστορία. Η ιστορία της Ελλάδας στην Πειραϊκή, στον Πειραιά. Τα έχω γράψει σε αυτή Η γυναίκα με το Καθρεφτάκι νομίζω, στο δεύτερο βιβλίο. Ναι, καταπληκτικά πράγματα. Άλλα, η μαμά μου ήταν έτσι μια κομψή γυναίκα που ο πατέρας μου της έφερνε ωραία ρούχα και όταν έβγαινε από την πόρτα του σπιτιού μας −έτσι ήταν ένα διώροφο σπίτι− βγαίνανε οι άλλες γειτόνισσες να δούνε τι φοράει. Αλλά η μαμά μου αυτά που φορούσε, τα φορούσε ίσα-ίσα για να πάει στον «Οίκο του Ναύτου!». Δεν μπορούσε μια γυναίκα ναυτικού να πάει πουθενά αλλού, πού να πάει, στον «Οίκο του Ναύτου». Ο «Οίκος του Ναύτου» ήταν τα ιατρεία των ναυτικών, οπότε θα πήγαινε ή να πάρει φάρμακα ή να δουν την ίδια ή να μιλήσει στον κύριο… Γιατί ο μπαμπάς μου, εκτός από τη Μερσίνα, μας είχε αφήσει και ένα γιατρό να μας φροντίζει, πώς τον λέγανε; Ο κύριος Αρβανίτης; Δεν θα ζει. Οπότε η μαμά μου θα πήγαινε στον «Οίκο του Ναύτου» να ζητήσει τα φάρμακα, τα οποία ο κύριος Αρβανίτης θα είχε εγκρίνει γιατί θα μας είχε δει προηγουμένως εμάς τα παιδιά. Αυτή ήτανε η έξοδος και ο μπαμπάς μου ερχότανε, περίμενε και εκείνη να μας βγάλει έξω ο μπαμπάς μου. Και θυμάμαι τον μπαμπά μου, ο οποίος έλεγε ούτε λίγο ούτε πολύ ότι: «Πού να σας πω ρε παιδιά τώρα εγώ εσάς; Εγώ έχω γυρίσει όλο τον κόσμο». Επειδή εκείνος είχε γυρίσει όλο τον κόσμο, δυσκολευόταν να δει τα φτωχά εκεί τα δικά μας τα… Αυτή ήταν η ζωή των ναυτικών. Έχω δει την ταινία... Η μικρά Αγγλία; Ναι, και έβλεπα ένα σωρό πράγματα να μοιάζουνε, αλλά με τη − νομίζω ότι η συγγραφέας και ο σκηνοθέτης δεν πρέπει να είχαν σχέση με ναυτικούς. Δεν θα ήταν οι μπαμπάδες τους, άλλα πράγματα θα γράφανε αν ήταν οι μπαμπάδες τους ναυτικοί. Δεν ήταν αυτό το... Είναι πολύ πιο βαθιά πράγματα, πολύ πιο σύνθετα πράγματα.

Κ.Ζ.:

Δηλαδή;

Μ.Κ.:

Σύνθετα πράγματα. Να, όπως αυτό. Ο μπαμπάς μου δυσκολευόταν να μας βγάλει έξω και δεν ήταν εγωισμός, ήταν ότι[00:10:00] δεν ήξερε να κινηθεί και στη στεριά. Έπρεπε να κουνιέται το σκάφος για να περπατάει ο μπαμπάς μου και όταν επρόκειτο να αγοράσει το σπίτι μας για να εγκαταστήσει την Παριανή του οικογένεια, είχε τεθεί θέμα, αφού είμαστε στην Πειραϊκή να πάει στην παραλία μια και ήταν νησιώτης και το σπίτι μας εδώ είναι στην παραλία στην Πάρο. Η μαμά μου αρνήθηκε με ένα τρόπο έτσι πολύ κατηγορηματικό, διότι δεν θα μπορούσε να ακούει το κύμα και να σκέφτεται ότι ο άντρας της ταξιδεύει και να μην κοιμάται τις νύχτες. Τώρα σήμερα βέβαια είναι άλλο να έχεις ένα σπίτι στην παραλία της Πειραϊκής, κι άλλο στο επάνω μέρος! Όλα αυτά δε, έχουν και το αστείο τους, έχουν και το δραματικό τους. Εγώ που είμαι νησιώτισσα και θα πρέπει να ταξιδεύω −. Μάλιστα πήρα και μετάθεση για να έρθω στην Πάρο, ήμουνα συμβολαιογράφος Πειραιώς και θα έπρεπε −τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια− να ταξιδεύω και συχνά δεν είχαν κλείσει όλες οι υποθέσεις που είχα αναλάβει στον Πειραιά. Και τώρα ακόμα. Και δεν μπορώ να μπω σε καράβι. Εγώ, εγώ η νησιώτισσα, εγώ η γυναίκα −η γυναίκα−, η κόρη μηχανικού του εμπορικού ναυτικού. Γιατί… Κι όταν ο Δημήτρης ακόμα, ο άντρας μου, λέει να ταξιδέψουμε −αυτός έχει λόγους να πηγαίνει συχνά από το Παρίσι, διδάσκει εκεί στη Σορβόννη μία φορά το χρόνο− ο κόσμος με ζηλεύει γιατί εγώ θα πάω στο Παρίσι και εγώ είμαι πάρα πολύ δυστυχισμένη κάνα-δυο μήνες πριν. Γιατί το ταξίδι για μένα είναι μια τραγωδία. Το ταξίδι ήταν, δεν ήταν χαρά, δεν ήταν εκδρομή, ήταν αυτό που έπαιρνε τον μπαμπά μου. Περίπου αυτός ήταν ο Πειραιάς, περίπου και αυτή ήτανε η ζωή των οικογενειών των ναυτικών, ξέρω. Όταν ερχότανε ας πούμε, όλα τα ζαχαροπλαστεία του… όλα, τέλος πάντων, ήταν «Οι Πυραμίδες» ήταν ξέρω ΄γω το «Ακροπόλ» −πώς το λένε;− φτιάχνανε πάστες για τη γιορτή, γιατί αυτή ήταν γιορτή και γράφαν και το όνομά του πάνω στις πάστες «Σπύρος». Το θυμάμαι και να απλώνονται στα τραπέζια, αλλά ήτανε η μοναδική γιορτή. Δεν υπήρχαν άλλες γιορτές, ήταν αυτή, όταν ερχόταν ο μπαμπάς μου. Δεν μοιάζει με τη ζωή των παιδιών των δικηγόρων, ξέρω ‘γω, ή των εργατών του λιμανιού που τους ξέρω πάρα πολύ καλά γιατί η γειτονιά μου ήταν γεμάτη. Και της Μερσίνας ο άντρας ήταν εργάτης στο λιμάνι. Ήτανε άλλο πράγμα. Λίγο.... ναι, λίγο άνετο από άποψη οικονομική σε σχέση με την εποχή και με τη γειτονιά και τα περίχωρα, αλλά ήταν και δραματική.

Κ.Ζ.:

Και πόσο καιρό έλειπε; Που− μου είπατε ότι τα ταξίδια ήτανε αλλιώς, ήτανε χρόνος.

Μ.Κ.:

Ναι, χρόνος. Ένα διάστημα είχε εγκατασταθεί και στην Ιαπωνία, δεν ξέρω γιατί, νομίζω ότι φρόντιζε τις μηχανές των καραβιών που αγόραζε ο… πώς το λέγανε αυτόν τον, έναν τύπο. Τι τύπο, ο άνθρωπος ήταν μεγαλοαστός. Λιβανός; Αυτός ήταν ο πεθερός του Ωνάση; Ναι, ένας μεγάλος εφοπλιστής εκείνης της εποχής, νομίζω ο Λιβανός, φρόντισε τις μηχανές, κάτι γινόταν γιατί έλειπε πολύ στην Ιαπωνία και την αγαπούσε την Ιαπωνία ο πατέρας μου, πράγμα που δεν άρεσε καθόλου στη μαμά μου. Θυμάμαι ότι δεν της άρεσε. Αυτά. Κάτι με ρωτήσατε;

Κ.Ζ.:

Σας ρώτησα για την περιγραφή του ταξιδιού που ήταν ένα χρόνο.

Μ.Κ.:

Ναι.

Κ.Ζ.:

Και ότι ήταν τελείως διαφορετικά τα πράγματα –

Μ.Κ.:

Ναι και όταν γύριζε. Όταν γύριζε, πηγαίναμε να τον παραλάβουμε. Το καράβι έφτανε − ή θα είχε φύγει από κάποιο λιμάνι και το καράβι θα συνέχιζε τα ταξίδια, οπότε αυτός αποχωρούσε και έτσι ερχόταν με αεροπλάνο οπότε πηγαίναμε στο αεροδρόμιο. Ή, το πιο συνηθισμένο, ερχότανε μαζί με το καράβι πίσω και τότε εμείς πηγαίναμε στο Πέραμα να τον παραλάβουμε. Υπήρχαν κάτι περίεργες σκάλες που τους κολλάγανε στο πλάι του −τις κολλάγανε ή τις κατεβάζανε, κάτι− του καραβιού, κάτι πανύψηλες γιατί τα καράβια ήταν τεράστια. Δεν υπήρχανε τότε... ο τρόπος που μπαινοβγαίνουμε στα καράβια τώρα, πώς τον λένε;

Κ.Ζ.:

Με τις μπουκαπόρτες.

Μ.Κ.:

Ναι, στο πλάι. Και ήταν ένα δράμα για να ανέβεις εκεί, αλλά πώς να αντισταθείς, να περιμένεις να κατέβει ο μπαμπάς σου; Ανεβαίναμε εμείς! Ναι, θυμάμαι ακόμα, ίσως γι' αυτό έχω ακόμα υψοφοβία. Αν μου χάριζαν ένα σπίτι, θα ήθελα να είναι στο ισόγειο, επ’ ουδενί λόγω στο ρετιρέ! Ναι. Και τον παραλαμβάναμε και τον φέρναμε στο σπίτι και μια φορά μέσα στο ταξί, δεν ήτανε από άγνοια, το ‘ξερε γιατί όλη την ώρα με τη μάνα μου γράμματα και κάρτες, τις έχω ακόμα κρυμμένες για τα γράμματα του. Ίσως ήταν ένας τρόπος για να πιάσει την κουβέντα με το παιδί του. Υπήρχε και μια αμηχανία. Υπήρχε και μια μικρή αποξένωση μέχρι να ξανασυνδεθούμε, να ξαναγίνουμε οικογένεια. Οπότε ήτανε, δεν ξέρω για ποιο λόγο, καθόμουνα εγώ από πίσω με τον μπαμπά μου στο ταξί και μπροστά η μαμά μου, δεν μπορώ να φανταστώ. Πάντως ήταν δίπλα μου ο μπαμπάς μου. Ίσως είχε καθίσει ο μπαμπάς μου με τα παιδιά πίσω για να είναι με τα παιδιά του από νωρίς, να μην περιμένει να έρθουμε στο σπίτι. Ναι, ίσως για αυτό, γιατί ήμαστε δύο τα − και θυμάμαι ότι έσκυψε ο μπαμπάς μου και: «Και τώρα εσύ σε ποια τάξη πας;». Μου έχει μείνει ένας καημός. Είναι δυνατόν ο μπαμπάς σου να σε ρωτάει σε ποια τάξη πας; Γι' αυτό μιλάω για τη Μικρά Αγγλία. Σαχλαμάρες, δηλαδή εντάξει, έργα τέχνης πολύ σπουδαία, μιλάνε για άλλα πράγματα, αλλά αν είχανε μπαμπά ναυτικό άλλα θα… άλλη θα ήταν η ταινία. Ναι. Έχει κολλήσει μέσα μου αυτό. Δεν το κάνει ο άνθρωπος από−. Αν είναι δυνατόν να μην ξέρεις σε ποια τάξη; Του έγραφε η μάνα μου. Ήθελε να πιάσει κουβέντα. Ήταν αμήχανος, δεν ήξερε πώς. Αυτό το παιδάκι ήταν εκεί και δεν ήτανε, ήτανε λίγο ξένο, ήτανε… Τι ήξερε από αυτό το παιδάκι; Αυτός ο νέος βέβαια άντρας. Ναι, όταν εγώ λέω ότι ήμουνα, ξέρω’ γω, δευτέρα τάξη, τότε ήμουν 8. Ο μπαμπάς μου τι ήτανε, λίγο πάνω από 30, 34. Αυτός ο νεαρός, πώς να ξανασυνδεθεί; Απορώ πώς ξανασυνεδέετο και με τη γυναίκα του. Όταν μεγάλωσα πολύ, γιατί το σπίτι μας ήταν ένα μοναστήρι, αργήσαμε πολύ εμείς να καταλάβουμε τις σχέσεις ανδρών και γυναικών, τις ψυχανεμιζόμαστε αλλά δεν τις ξέραμε. Εγώ όταν μεγάλωσα και άρχισα να καταλαβαίνω τι συμβαίνει με τις σχέσεις των ανδρών και των γυναικών, θυμάμαι ότι απορούσα: «Πώς αυτή η παρθένα κοπέλα ξανακοιμότανε με έναν άντρα;». Που ήταν και αυτή η κοπέλα, έτσι, όταν εγώ ήμουνα 8 αυτή ήταν 28. Όλα αυτά. Αυτά για το σπίτι και δεν ξέρω αν έχουν ενδιαφέρον για την ιστορία, για το σπίτι –

Κ.Ζ.:

Πολύ.

Μ.Κ.:

Η γειτονιά πρέπει να ήταν περίπου έτσι. Παραμονές Χριστουγέννων, τέτοιο καιρό − ελπίζω να μην… έτσι, γιατί και τα μελό είναι άσχημα, μη με ξαναπιάσουν πάλι τα κλάματα. Για πάρα πολλά χρόνια και πάρα πολλές φορές, όχι μία και δύο και οχτώ, ξυπνούσαμε το πρωί, συνήθως γινόταν πρωί, δηλαδή νύχτα, ξημερώματα, από στριγγλιές. Σας είπα ότι όλη η γειτονιά ήταν –όλοι, οι περισσότεροι, το μεγαλύτερο μέρος− ήταν ναυτικοί. Η Πειραϊκή είναι κοντά στο λιμάνι, είναι η είσοδος −δεν ξέρω αν ξέρετε− η είσοδος του λιμανιού. Ένας ναυτικός πού θα πήγαινε να μείνει, στην Κηφισιά; Να του χαρίζανε, δεν θα έμενε! Οπότε ξυπνούσαμε χαράματα, μεσάνυχτα. Πώς γινόταν πάντα έτσι, με στριγγλιές. Στριγγλιές και βογκητά και − κάποιο ναυάγιο είχε γίνει. Πώς γινότανε Παραμονές Χριστουγέννων, ήτανε που πιάνανε οι μεγάλες φουρτούνες φαίνεται. Ήτανε που άρχιζε ο χειμώνας. Τα καράβια εκείνη την εποχή − υπήρχε η υποψία σ' εμάς τους… Βέβαια τίποτα από αυτά δεν τα λέμε, ούτε έχουν αποδειχθεί, ούτε παίρνω θέση εναντίον των εφοπλιστών, με κανέναν τρόπο. Από εκεί ζήσαμε και ο μπαμπάς μου δεν τους μισούσε. Αλλά υπήρχε διάχυτη, έτσι, η γνώμη[00:20:00] στον Πειραιά ότι οι εφοπλιστές παίρνανε παλιοκάραβα και εισπράττανε ασφάλειες και έτσι γίνανε οι μεγαλοεφοπλιστές αργότερα. Πνιγόντουσαν άνθρωποι όμως έτσι. Γιατί θυμάμαι τις γυναίκες και τις κραυγές αυτές που σας λέω να στριγκλίζουν οι γυναίκες και να λένε κατάρες στους εφοπλιστές. Τώρα ήταν δίκαιες, ήταν άδικες, δεν θέλω να πάρω θέση, ούτε έχω κάνει έρευνα πάνω στο θέμα. Αυτή τη στιγμή δεν με ενδιαφέρει κιόλας, τα έχω ξεχάσει. Όμως γινόταν έτσι. Αυτός ο σταυρός που υπάρχει στην Πειραϊκή, έχετε δει ένα σταυρό; Δεν − Είσαστε Πειραιώτισσα;

Κ.Ζ.:

Όχι.

Μ.Κ.:

Όχι. Στην Πειραϊκή, στα βράχια, κάπου εκεί, υπάρχει ένας τεράστιος τσιμεντένιος σταυρός. Θα τον έχετε δει ίσως από καρτ ποστάλ. Είχε χτιστεί επ’ ευκαιρία ή μετά λίγο ενός τέτοιου ναυαγίου και θυμάμαι ότι είχε γίνει, είχαν γίνει τα εγκαίνια, ένα είδος μνημόσυνου μετά από ένα τέτοιο ναυάγιο και είχαν συγκεντρωθεί όλες οι γυναίκες των τελευταίων ετών που –γιατί σχεδόν κάθε χρόνο γινόντουσαν ναυάγια− και καταριόντουσαν όλες μαζί. Άλλη αρχαία, μέσα στην αρχαία τραγωδία έχω ζήσει! Ίσως γι' αυτό προσπαθώ να γελάω. Καταριόντουσαν όλες μαζί τους εφοπλιστές. Ήτανε σίγουρες ότι έχουν πνίξει τους άντρες τους. Τώρα, ό,τι και να είχε γίνει, αυτούς θα θεωρούσαν υπεύθυνους. Αφού στα δικά τους τα καράβια είχαν πνιγεί οι άντρες τους, τα παιδιά τους. Δηλαδή η διπλανή μας είχε χάσει το παιδί της ή από πίσω δίπλα στο σπίτι της γριάς που λέγαμε είχε χάσει το παιδί της. Λίγο πιο πέρα, είχε χάσει τον άντρα που τον λέγανε και Ιδομενέα, θυμάμαι και το όνομά του. Πιο κει το γιο της που ήταν και φίλος μας, η κυρία Αρετή. Ένα πρωί ξυπνήσανε και «Πνίγηκε ο Λάκης στην Κωνστάντζα», ξέρω ‘γω, κάπου εκεί. Ο Λάκης. Ο Λάκης όμως, μας έπαιζε καραγκιόζη εμάς στην αυλή του και μαζευόμαστε τα παιδιά και βλέπαμε καραγκιόζη με αμοιβή. Δηλαδή είχαμε μια πεντάρα, τη δίναμε στο Λάκη και ο Λάκης −. Ο Λάκης δε γύρισε από εκείνο το ταξίδι, ήταν ένας πανέμορφος και η μάνα του βέβαια, η μάνα του τον περίμενε μέχρι που πέθανε. Νομίζω πέθανε πριν 5-6 χρόνια και τον περίμενε και αρνιότανε να αλλάξει σπίτι. Της δίνανε αντιπαροχή το οικόπεδο της για να πάει να μείνει λίγο πιο ‘κει μέχρι να χτιστεί και να πάρει το διαμέρισμα και αρνιόταν να φύγει γιατί αν γύριζε ο Λάκης θα… θα κουραζόταν να τη βρει. Σιγά μη γύριζε ο Λάκης. Επειδή δεν βρήκαν το σώμα του, η κυρία Αρετή −. Τέτοια γινόντουσαν στην γειτονιά μας. Ο Λάκης, βέβαια δεν γύρισε. Και πολλοί άλλοι.

Κ.Ζ.:

Ωραία. Θέλω να σας ρωτήσω κάτι. Μου είπατε ότι η μαμά σας δεν έβγαινε.

Μ.Κ.:

Ναι.

Κ.Ζ.:

Εγώ καταλαβαίνω γιατί, αλλά δεν είναι αυτονόητο. Να πούμε γιατί μια γυναίκα δεν έβγαινε, ενώ ο άντρας της ήτανε −

Μ.Κ.:

Εκείνη την εποχή −

Κ.Ζ.:

Εκείνη την εποχή, ναι.

Μ.Κ.:

Υπήρχε και μια προκατάληψη βέβαια για τις γυναίκες των ναυτικών. Πάντα κάνεις κακές σκέψεις, ακόμα και όταν δεν πρέπει. Οι άνθρωποι έχουν μια τάση προς τα εκεί. Μια γυναίκα ναυτικού δεν... Ένας που έχει την πονηρία, την κακία και την ανηθικότητα μέσα του θα την αποδώσει και στον άλλο, έτσι δεν είναι; Αφού αυτό ξέρει. Οπότε δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι μια γυναίκα μπορεί να αγαπάει τον άντρα της και να τον περιμένει. «Είναι ναυτικός και λείπει; Κάποιον πάει να βρει». Οπότε δεν θα θέλει, ίσως και να μην είχαν και όρεξη όμως γιατί μόνες τους πού να πάνε, αλλά σίγουρα θα ήταν και το άλλο, ότι δεν πρέπει να δώσουν δικαιώματα για να προσβάλουν τον άντρα τους και τέτοια. Άλλωστε η μάνα μου και ο πατέρας μου είχαν παντρευτεί από ένα τέτοιο έρωτα, απαγωγές και τέτοια ας πούμε. Ναι, που δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση. Αλλά οι πιο πολλές, δεν ήταν η μαμά μου μόνο. Βεβαίως θα υπήρχαν και οι πιο θερμόαιμες. Ποιος να τις κατηγορήσει; Η μάνα μου και οι γυναίκες της γειτονιάς που ήξερα δεν ήταν απ' αυτές, καμία. Όλες σαν τη μάνα μου ήταν.

Κ.Ζ.:

Για το σχολείο θέλω να μου πείτε που τα πρώτα εκείνα χρόνια που −

Μ.Κ.:

Ναι. Ύστερα πήγα −. Ήρθε η ώρα να πάμε στο σχολείο. Στην πρώτη τάξη πήγα σε ένα σχολείο της γειτονιάς για να με έχει μάνα μου κοντά και ήταν και δημόσιο. Μετά, δεν ξέρω πώς σκέφτηκε η οικογένεια, ότι θα έπρεπε να πάω σε ένα καλό σχολείο και όχι στης γειτονιάς και πήγα στο «Παπαϊωάννου». Το ξέρετε το σχολείο; Είναι το Λύκειο «Πλάτων» που λέγεται. Πράγματι ήταν πολύ καλό σχολείο. Σε αυτό το σχολείο μπαίναμε το πρωί, ερχόταν το αυτοκίνητο και μας έπαιρνε με τον κύριο Μιλτιάδη, τον οδηγό. Πω, πω, πώς θυμήθηκα τον κύριο Μιλτιάδη! Δεν έχω ξανά αναφέρει το όνομά του. Ο κύριος Μιλτιάδης, ο οποίος αποκλείεται να ζει. Είχε και μια κοπέλα συνοδηγό, η οποία μας ανέβαζε τα σκαλιά του αυτοκινήτου, πούλμαν, το λέγαμε. Δεν ξέρω αν ήταν πούλμαν. Καθόμαστε τα παιδιά, μας μαζεύανε δηλαδή όσα παιδιά πηγαίναμε στου «Παπαϊωάννου», γύρω-γύρω στην Πειραϊκή και στην Φρεαττύδα, στο Πασαλιμάνι και πηγαίναμε στην Τερψιθέα που ήταν του «Παπαϊωάννου». Αφού σχολάγαμε, δεν πηγαίναμε σπίτι γιατί έπρεπε να γίνει μελέτη. Και μας διαβάζανε μέσα −δεν κάναμε τίποτα στο σπίτι−, τρώγαμε. Θυμάμαι εκείνα τα μακαρόνια με τον κιμά, τι ωραία που ήτανε! Ποτέ μου δεν ξανάφαγα πιο ωραία μακαρόνια με κιμά! Τρώγαμε μέσα, πετάγαμε και λουλούδια. Υπάρχει μια σκηνή στο − αυτή είναι αληθινή. Σε ένα έργο. Εντάξει, απ’ αυτά τα ευχάριστα, πώς το λένε, «Το ξύλο βγήκε απ τον παράδεισο» που τα κορίτσια πετάνε κάτι λουλούδια. Αυτή η σκηνή μου είναι πολύ οικεία. Το κάναμε στην τραπεζαρία. Παίρναμε τα λουλούδια και τα πετάγαμε και παίζαμε μέσα. Ναι, αυτή είναι αληθινή. Μου φαίνεται ο Σακελλάριος, ο Σακελλάριος τα ήξερε αυτά, ήταν πιο – Ωραία, και στη συνέχεια ερχόταν ο κύριος Κράκαρης και μας έκανε χορό κάποιες μέρες και ο κύριος Καζάσογλου και μας έκανε μουσική. Καζάσογλου. Ναι. Νομίζω ότι αυτός είναι που έχει μελοποιήσει τον ολυμπιακό ύμνο. «Αρχαίο πνεύμα αθάνατο αγνέ πατέρα». Αν τα θυμάμαι καλά. Δεν… δεν κάνουμε τώρα εδώ. Νομίζω ναι και ο κύριος Κράκαρης και μας έκανε χορό. Που μας έλεγε: «Αλλάξτε ντάμα» και εγώ χόρευα με τον Καλαμπόκα. Ο Γιάννης ο Καλαμπόκας ήταν γιος ενός που είχε μια επιχείρηση στο Πασαλιμάνι, ζαχαροπλαστική αρτοποιία, ξέρω ‘γω, μια μεγάλη επιχείρηση και ήταν ο καβαλιέρος μου. Ο Γιάννης ο Καλαμπόκας. Ελπίζω να ζει. Ο Καλαμπόκας. Αυτά στο σχολείο και το βράδυ ξαναμπαίναμε πάλι στο πούλμαν του κύριου Μιλτιάδη, του οδηγού του σχολειού και μας γύριζε πίσω. Όταν ήρθε η ώρα να πάω στο Γυμνάσιο, δίναμε εξετάσεις τότε. Δεν έπρεπε να είμαι σε ιδιωτικό γιατί έπρεπε να αποδείξουμε ότι είμαστε και καλοί μαθητές και πήγα στη «Ράλλειο». Η «Ράλλειος» ήταν πολύ καλό σχολείο, τότε έγραφε: «Ράλλειον Παρθεναγωγείον», ή κάτι τέτοιο. Και φορούσαμε μπλε ποδιά και ένα ρόμβο εδώ, ένα σχήμα με ένα «Ρω» και μέσα ένα «Γάμα» και από κάτω κεντημένος ένας αριθμός. Ήμαστε αριθμημένα τα παιδιά, −πω πω πω! − ενώ ήταν τόσο καλό σχολείο. Και δηλαδή αν κάποια μαθήτρια εθεάτο σε μέρος που δεν έπρεπε να είναι, στο σινεμά ή δεν ξέρω… όποιος μας έβλεπε, δεν είχε, δεν είχε παρά να σημειώσει τον αριθμό.

Κ.Ζ.:

Γιατί φορούσατε και εκτός σχολείου την… το συγκεκριμένο ρούχο;

Μ.Κ.:

Όχι, εκτός σχολείου. Από τη στιγμή που... Όλη μέρα ήμαστε εκτός σχολείου, ήταν περίεργα τα πράγματα. Τα συζητώ καμιά φορά με μια φίλη μου. Μετά θα πηγαίναμε στο φροντιστήριο. Και αμέσως μετά θα πηγαίναμε στα γαλλικά, στα αγγλικά. Εγώ πήγαινα στα γαλλικά, εντάξει, με είχανε γράψει και στα αγγλικά, αλλά δεν τα αγάπησα ποτέ μου. Νομίζω πως είμαι η μοναδική Ελληνίδα που δεν μιλάω αμερικάνικα. Δεν μιλάω αγγλικά. Ναι. Δεν έδωσα ποτέ σημασία στα αγγλικά, αλλά πήγαινα στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Τότε το λέγαμε Γαλλική Ακαδημία. Όλη μέρα ήτανε. Στα ενδιάμεσα −γιατί δεν πηγαίναμε στο σπίτι εδώ, τώρα δεν υπήρχε κύριος Μιλτιάδης να με πάει σπίτι μου− οπότε γινόταν μια βόλτα ή τρώγαμε ένα σουβλάκι για να πάμε στο φροντιστήριο και αμέσως μετά στα γαλλικά. Βράδυ πηγαίναμε σπίτι. Μη γινόταν −. Αν γινόταν κανένα σκασιαρχείο από όποιο, οποιαδήποτε από αυτές τις δραστηριότητες ή από το ίδιο το σχολείο, κάποιος θα μας σημείωνε τον αριθμό και την άλλη ημέρα… κτλ., κτλ. Δεν ήταν απλά τα πράγματα. Δηλαδή ακόμα και στον Πειραιά τα ακούω να τα λένε για την Πάρο, κάτι περίεργα. Τέλος πάντων, τελευταία στο σπίτι μου το πατρικό στον Πειραιά που μένει−. Είναι δύο, εμείς τότε το κρατούσαμε το σπίτι, τώρα το θεωρούμε μεγάλο[00:30:00] και μένει επάνω ο γιος μου και μένω κάτω εγώ. Βρήκε ο γιος μου σε κάτι ντουλάπια κάτι πράγματα και μου κατέβασε κάτω για να βάλει τα δικά του τώρα το παιδί. Και μου βρήκε κάτι μπλούζες, κάτι φούστες, κάτι τέτοια. Μερικά ήταν πάρα πολύ ωραία και εμένα μου αρέσουν τα παλιά ρούχα, τρελαίνομαι, τα κράτησα − τι χαρά−, ήταν και ένα άλλο που δεν μπορούσα να καταλάβω τι είναι. Είναι δυνατόν ρε παιδί μου να φορούσα αυτό το πράγμα; Τι φουστάνι είναι αυτό, ένα σαν σεμιζιέ, σαν... Ένα χρώμα περίεργο, μαύρο-μπλε, ούτε ξέρεις τι ήτανε. Και έλεγα: «Δεν πρέπει να είναι δικό μου Σπύρο αυτό». «Τι λες -λέει- αφού είναι μαζί με τα υπόλοιπα ρούχα σου και στα είχε κρύψει η μαμά σου». Η μαμά μου το είχε κρύψει, γιατί εγώ δεν το είχα δει τα τελευταία 23 χρόνια που δεν έχω τη μαμά μου. Και ξαφνικά μου ήρθε μια λάμψη! Ένα πράγμα που άρχισα να κλαίω γιατί ήταν η ποδιά μου. Μου την είχε κρύψει η μαμά μου και την ανακάλυψε το παιδί μου −ετών 40 τώρα− και μου την κατέβασε κάτω και ήταν η ποδιά μου. Είναι το πιο πολύτιμο πράγμα που έχω! Δεν ξέρω τι να το κάνω, πού να το βάλω, σκέφτομαι να το κάνω ένα κάντρο, να το βάλω στον τοίχο, έτσι να το βάλουμε μέσα σε μία βιτρινούλα με τζάμι. Είναι εκείνη η ποδιά. Λείπει το σήμα. Δεν τον έχω τον ρόμβο με το Ράλλειο Γυμνάσιο και με τον Πειραιά. Υπάρχουν λοιπόν και τέτοιοι Πειραιώτες που μέσα στο σπίτι τους, μισό αιώνα και παραπάνω αργότερα, τι; 75 είμαι. Καλέ τι μισό αιώνα λέω; 55 και 2, 57 χρόνια αργότερα βρήκαν την ποδιά τους! Ναι, ένα μπλε-μαύρο, ένα περίεργο με κουμπάκια, όνειρο. Και αυτά για τα σχολεία. Ύστερα πήγα στο πανεπιστήμιο, με είχε γράψει η μαμά μου στο φροντιστήριο. Στην Αθήνα, − πώς το λένε αυτό;− [Δ.Α.] ήταν ένα διάσημο φροντιστήριο. Είχε γράψει και τη φίλη μου την Άννα η δική της η μαμά, αλλά εμείς δεν θέλαμε να πηγαίνουμε στο φροντιστήριο και την αράζαμε στο… στα σκαλιά της Ακαδημίας απέναντι από το φροντιστήριο. Και δεν σταματούσαμε να κουβεντιάζουμε, δεν σταματούσαμε να κουβεντιάζουμε και όταν σχόλαγε το φροντιστήριο γυρίζαμε στον Πειραιά. Ουδέποτε πατήσαμε το πόδι μας στο φροντιστήριο. Περάσαμε όμως, περάσαμε, εγώ στη Νομική και εκείνη στη Θεολογία Θεσσαλονίκης. Δεν την ήθελε, αλλά εκεί πέρασε. Και συναντηθήκαμε στο παρκάκι, τηλέφωνο: «Πέρασες Μοσχούλα;», «Ναι, πέρασα», που τώρα είναι το μετρό του Πειραιά. Εκεί σε ένα παγκάκι για να δούμε τι θα κάνουμε, πώς θα μείνουμε, πού θα... Α ναι, είχα περάσει στην Θεσσαλονίκη και εκείνη στη Θεσσαλονίκη, να συνεννοηθούμε αν θα μείνουμε μαζί και βέβαια μαζί μείναμε, αλλά σε μένα είχε γίνει λάθος, γιατί ήταν λέει οι αρχές του μηχανογραφικού κάτι… Μια μηχανογράφηση γινόταν τότε, που δεν μπορώ να φανταστώ τι σόι μηχανογράφηση ήτανε 200 χρόνια πριν και είχε γίνει λάθος και είχα περάσει στην Αθήνα. Αλλά γράφτηκα στη Θεσσαλονίκη, το αναγνωρίσανε, δεν ξέρω πόσο διάστημα μετά κάνα-δυο μήνες και κατέβηκα στην Αθήνα. Έζησα όμως με την Άννα δυο μήνες στη Θεσσαλονίκη. Και κάποτε μας κάλεσε ο γιος, ο αδελφός της νοικοκυράς μας −σε ένα σπίτι, σε μια οικογένεια κρατήσαμε ένα δωμάτιο − να πάμε στον κινηματογράφο και πήγαμε στον κινηματογράφο και είδαμε το Πρόσωπο με Πρόσωπο, μια καταπληκτική ταινία του Ροβήρου Μανθούλη. Από τα σπουδαία έργα τέχνης αυτά. Νομίζω πέθανε προσφάτως ο Μανθούλης. Και μας κάλεσε τώρα ο αδερφός της… αλλά εμείς οι δύο, καθόταν ο Λάκης μετά την Άννα, εγώ εδώ, η Άννα στη μέση, εμείς είχαμε γυρίσει έτσι με την Άννα και κουβεντιάζαμε ώρες και το παιδί βαρέθηκε. Δεν του δώσαμε καμιά σημασία και όταν γυρίσαμε να τον δούμε είχε φύγει! Αυτά με τον Λάκη. Σας είπα και τα ευτράπελα του πανεπιστημίου!

Μ.Κ.:

Κατέβηκα ύστερα στην Αθήνα. Εγώ κατέβηκα. Η Άννα συνέχισε και μετά πήγε και Φιλολογία, είναι γυμνασιάρχης κάπου στην Κόρινθο. Και ήτανε οι παραμονές πια της δικτατορίας. Όταν ήρθα στην Αθήνα, είδα μια κίνηση, φοιτητές, γινόντουσαν κάτι διαδηλώσεις στα Προπύλαια. Χαρά εγώ, πρωτοετής, ήμουνα πια στην πόλη μου. Δεν ήμουν μετανάστρια στη Θεσσαλονίκη. Δεν το πολυχάρηκα γιατί 21 − δεν ξέρω αν, δεν θα μιλήσουμε πολιτικά, δεν είναι, αυτή τη στιγμή δεν με ενδιαφέρει ιδιαιτέρως. Μήπως πρέπει να σταματήσω εδώ. Πώς βίωσα εκείνο το πρωινό.

Κ.Ζ.:

Ναι, μπορούμε να το συζητήσουμε κι αυτό −

Μ.Κ.:

Θυμάμαι και τι φορούσα.

Κ.Ζ.:

Βεβαίως, όλα να τα πούμε –

Μ.Κ.:

Σκεφτείτε ότι δε θέλω να πω ούτε, αυτή τη στιγμή δεν είναι το θέμα μου εμένα το πολιτικό. Θυμάμαι όμως τα ρούχα μου, θυμάμαι τι φορούσα, σκεφτείτε ναρκισσισμός ε! Ξύπνησα το πρωί να πάω στο πανεπιστήμιο. Πηγαίναμε, βγαίναμε Ομόνοια, μερικές φορές πηγαίναμε στον «Πανελλήνιο» και κάναμε γυμναστική για να πάρουμε υπογραφή, να μπορέσουμε να δώσουμε γραπτά. Μερικοί καθηγητές θέλανε την υπογραφή αυτή από τον «Πανελλήνιο», ότι είχαμε κάνει ορισμένες παρουσίες στη γυμναστική. Ωραία. Εκείνη όμως την ημέρα φαίνεται ότι θα έβγαινα Ομόνοια, γιατί θυμάμαι ότι βγήκα Ομόνοια και όχι στην επόμενη στάση για να πάω στον «Πανελλήνιο». Έβαλα λοιπόν το φουστάνι που ήταν ένα πανέμορφο φουστάνι κόκκινο. Ένα μάλλινο τσόχα, έτσι ένα τέτοιο και με ένα πράγμα εδώ, ξέρω ΄γω, γιακά, γιακαδάκι, ή τρέσα, ή πώς το λένε άσπρο. Ήταν άνοιξη και ήτανε, ενώ ήταν μάλλινο φόρεμα, ήταν κοντό το μανίκι και ένα ζακετάκι όπως –. Α, το κάτω ήτανε ναι, το κάτω ήτανε κόκκινο, το πάνω ήταν άσπρο και εδώ είχε το κόκκινο που σας είπα την τρέσα και το ζακετάκι ήταν επίσης κόκκινο όπως η φούστα και το κρατούσα λοιπόν στο χέρι καμαρωτά. Τα βιβλία, τότε, ίσως για να κάνουμε φιγούρα ότι είμαστε φοιτήτριες, τα κρατούσαμε στο χέρι. «Συνταγματικό Δίκαιο». Μπορείτε να φανταστείτε τώρα; «Συνταγματικό Δίκαιο» στο χέρι, συνταγματικό όταν είχε αφανιστεί το σύνταγμα! Στο χέρι λοιπόν τα βιβλία, έτσι, θα ήταν και ένα είδος, σίγουρα θα ήταν μόδα να τα κρατάμε στο χέρι. Δεν ήταν και πολλά, χοντρά 2 ή 3 και το κρατούσαμε έτσι τα δέναμε με ένα περίεργο λάστιχο που δενότανε έτσι κάπου που να τα συγκρατεί και πηγαίναμε. Δεν άκουγα −. Εγώ επειδή μόλις ξυπνάω το πρωί αρχίζω και τραγουδάω, το έχω ακόμα, τότε με διευκόλυνε πάρα πολύ να ανοίγω και το ραδιόφωνο και να τραγουδάω μαζί. Άνοιξα το ραδιόφωνο, όπως κάθε πρωί, για να τραγουδήσω όση ώρα ετοιμάζομαι για το πανεπιστήμιο, αλλά δεν υπήρχαν τραγούδια. Υπήρχαν κάτι εμβατήρια, τα οποία δεν μου είναι εμένα αντιπαθή γιατί στις εθνικές γιορτές τα άκουγα και μου αρέσανε. Ξέρω ΄γω: «αεροπόρος θα γινώ στη γη να μην πατήσω» και κάτι τέτοια. Τώρα γιατί γίνονται εμβατήρια δεν αναρωτήθηκα, ήμουνα απασχολημένη να ντυθώ για να φύγω. Και βγαίνουμε στην Ομόνοια. Και στην Ομόνοια ήταν μία καταχνιά, ένα πράγμα. Κόσμος δεν υπήρχε και κάτι τανκς πηγαίνανε και ερχόντουσαν στην Πανεπιστημίου. Αυτό ήταν, πέρασα όλα τα φοιτητικά χρόνια μέσα σε αυτή την κατάσταση. Αυτή ήταν η αρχή. Ναι, πέρασα όλα τα φοιτητικά χρόνια μέσα στην… σε αυτή την καταχνιά. Και επειδή όλα ήρθαν λίγο αργά στη ζωή μου, αργούσα να μεγαλώσω γιατί η μαμά μου με κρατούσε μωρό στο σπίτι για να κινδυνεύω λιγότερο. Και το ’69, τέλος πάντων, εκεί το ‘69 ήμουνα ήδη μεγάλη −τι πήγαινα, τρίτο έτος, κάτι πήγαινα− εκεί ερωτεύτηκα και επειδή όλα ήταν δραματικά, έτσι, όλα είχαν ένα θεατρικό αυτό στη ζωή μου, μια θεατρικότητα, κατέληξε και αυτό σε τραγωδία, οπότε άργησα να τελειώσω το πανεπιστήμιο. Γιατί το λέω αυτό. Δεν θέλω να πω για τον έρωτα. Θέλω να πω ότι όταν έγινε το Πολυτεχνείο ήμουν ακόμη φοιτήτρια, ενώ δεν έπρεπε να είμαι. Καθυστέρησα λόγω του δράματος, γιατί σχεδόν αρρώστησα, δηλαδή κάτι τέτοια. Και επομένως καθυστέρησα να τελειώσω και ήμουνα φοιτήτρια. Ήμουνα φοιτήτρια επί πτυχίω, δεν είχαμε στενή επαφή με το πανεπιστήμιο εμείς οι επί πτυχίω, πηγαίναμε και δίναμε τα μαθήματα για να… κάποτε να τελειώσουμε[00:40:00]. Μου φαίνεται ότι ήταν τα τελευταία μαθήματα εκεί γιατί την άνοιξη ορκίστηκα. Ναι, την άνοιξη που ήταν μετά εκείνο το Νοέμβρη, εκείνη την άνοιξη. Και δεν είχαμε πολύ στενή επαφή ώστε να είμαστε μέσα στο Πολυτεχνείο, ήμουνα όμως μαζί με το λαό της Αθήνας απ’ έξω. Αυτά ως προς το πολιτικό σκέλος. Ύστερα έγινα δικηγόρος και μετά έγινα συμβολαιογράφος. Πρέπει να με ρωτήσετε κάτι εσείς τώρα γιατί −

Κ.Ζ.:

Θα ήθελα λίγο να μου περιγράψετε πριν από το Πολυτεχνείο τις −

Μ.Κ.:

Στην τάξη.

Κ.Ζ.:

Ναι. Τις στιγμές εκείνες, αν υπήρχε η λογοκρισία, αν υπήρχαν κάποια πράγματα. Αυτά −

Μ.Κ.:

Ναι, ναι, ναι. Και θυμάμαι εκείνο τον υπέροχο καθηγητή μας, τον Μαγκάκη. Τι μας έκανε ο Μαγκάκης, Ποινικό; Α, ναι, θα σας πω και κάτι αστείο μέσα, στην… μέσα σε αυτήν… Δεν ήταν ευχάριστη η κατάσταση, ναι. Στη σειρά καθόμαστε, δεν ξέρω, τη νομική θα την… η πιο γνωστή σχολή γιατί είναι στο κέντρο της Αθήνας. Η γραμματεία, μόλις μπούμε μέσα σε εκείνες τις ωραίες σιδερένιες πόρτες, τσακ, απέναντι είναι τα παραθυράκια της γραμματείας. Σ΄ όλη αυτή την ουρά που καθόμαστε για να πάρουμε το βιβλιάριο, όλα αυτά τα πράγματα που γινόντουσαν τότε, ήμασταν υποχρεωμένοι να καθόμαστε οι φοιτητές στην ουρά για να τακτοποιήσουμε τις δουλειές μας στη γραμματεία, ξέραμε ότι κάπου θα είναι κάποιος και θα μας κοιτάει. Ναι. Έπρεπε να υπογράψουμε και μια δήλωση ότι δεν είμαστε −για να γίνει η εγγραφή μας− ότι δεν είμαστε μέλος, μέλη κόμματος ή οργανώσεων, ξέρω ‘γω, αλλιώς δεν μπορούσαμε να γραφτούμε. Μέσα στο αμφιθέατρο ξέραμε ότι κάποιος μάγκας είναι εκεί κοντά και κοιτάει τι θα πούμε και εκείνη την ημέρα που συλλάβανε τον Μαγκάκη, ήμουνα μέσα στο αμφιθέατρο. Τον λατρεύαμε! Ήταν υπέροχος, ήταν όμορφος, ήταν υπέροχος άνθρωπος. Είχαμε σπουδαίους καθηγητές, τον Ηλία τον Κρίσπη. Είχαμε και τον Τριανταφυλλόπουλο που μετά έγινε Υπουργός της Χούντας και ήταν μια απογοήτευση. Τριανταφυλλόπουλος δεν ήτανε; Νομίζω ο Τριανταφυλλόπουλος, μας έκανε Ρωμαϊκό Δίκαιο. Ναι, ήτανε ένα σκοτάδι, δεν... Όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα που κάνουν και οι φοιτητές. Παρόλα αυτά εμείς σμίγαμε στα καφενεία απέναντι, στο «Ντόλτσε», το περιγράφω και αυτό στο τελευταίο μου, το τελευταίο βιβλίο, πώς οι φοιτητές συναντιόμαστε στο «Ντόλτσε». Τώρα το λένε «Φίλιον», δεν ξέρω αν πηγαίνετε στον Άγιο Διονύσιο. Τότε το λέγανε «Ντόλτσε» και εμείς της Νομικής ήταν κοντά μας, πηγαίναμε. Παρ’ όλα αυτά, πηγαίναμε εκεί. Ύστερα με κάτι συμφοιτητές μου, πώς να την πω τη λέξη τώρα έτσι για να… προϊόντος του έρωτος και προϊούσης της ασθενείας, εξαιτίας του έρωτος… έγινε της πουτάνας το κάγκελο, δηλαδή συνέβησαν πράγματα και θάματα! Πω πω τι είπα! Και για να με παρηγορήσουν, η συμφοιτήτριά μου, η αγαπημένη μου φίλη −το τελευταίο μου βιβλίο της το αφιερώνω− είπανε «Θέλεις να πάμε στην Πάρο μαζί; Αλλά θα σηκωθείς από το κρεβάτι!». Γιατί εγώ είχα τεζάρει στο κρεβάτι για να αναγκάσω τον μπαμπά μου να πει «ναι» στο γαμπρό. Και ναι, αυτό. Και σηκώθηκα από το κρεβάτι, το πήρα απόφαση. Και η φίλη μου η αγαπημένη και ο αρραβωνιαστικός της. Τότε δεν υπήρχε λέξη φίλος της, σύντροφός της και τέτοια. Άμα τα ακούω, τρελαίνομαι. Ή θα ήταν ο αρραβωνιαστικός της ή δεν ήταν τίποτα. Ήταν λοιπόν ο αρραβωνιαστικός της, ο Γιώργος. Ο Γιώργος, η Βασιλική και εγώ και ο Αντώνης Σαμαράκης ο οποίος ήταν στην Πάρο, ήταν −. Τον ξέρεις τον Αντώνη Σαμαράκη; Ο μεγάλος συγγραφέας, ο τεράστιος. Αυτόν τον βρήκαμε στην Πάρο. Άστον. Εμείς ξεκινήσαμε οι 3 και πήγαμε στην Πάρο. Συνεχίζω να λέω για τη Χούντα. Και ήτανε ‘72. Αυτοί οι δύο ήταν όλο περιποίηση, μέναμε σε εκείνο το υπέροχο ιστορικό μας σπίτι. Ιστορικό γιατί έχω δει κάτι συμβόλαια που είναι 300 χρόνια. Και μέναμε σ’ αυτό το σπίτι και όσους φίλους αποκτούσαμε στο μεταξύ, εκείνη την εποχή μιλούσα αγγλικά. Δεν ξέρω πώς γινόταν, οπότε είχαμε κάτι φίλους Αμερικάνους και τα λοιπά, κάτι ηθοποιούς, κάτι τέτοιους, μουσικούς, όλοι μέσα στο σπίτι. Η Βασιλική μαγείρευε μπάμιες, γιατί δεν ήξερε κάτι άλλο, και τρώγαμε μπάμιες και ήμαστε πανευτυχείς και πηγαίνουμε στα μπάνια στην Πάρο. Ήταν μαγεία η Πάρος! Εγώ μπορώ να σας πω για την Πάρο εκείνη του ’72, την πριν δεν ξέρω. Ήτανε... Ήταν ο παράδεισος επί της γης. Κολυμπούσαμε στις Κολυμπήθρες. Και όταν θέλαμε να τραγουδήσουμε γιατί στο σπίτι μας κρυφά τραγουδούσαμε. Είχαν προηγηθεί οι κηδείες του Παπανδρέου, του Γεωργίου Παπανδρέου, του Γεώργιου Σεφέρη όπου είχαμε πάει. Εκείνες δεν ήταν κηδείες, ήτανε… Δεν ξέρω τι ξέρετε για αυτά τα γεγονότα. Όλη η Αθήνα –

Κ.Ζ.:

Είχατε πάει −

Μ.Κ.:

Βέβαια, αστεία πράγματα, κρατούσα και το στεφάνι −

Κ.Ζ.:

Μπορείτε να μας το περιγράψετε;

Μ.Κ.:

Βέβαια. Η κηδεία του… στην κηδεία του Παπανδρέου, πήγαμε, καταλαβαίνετε με τι κίνδυνο έτσι, δεν ήτανε τα πράγματα απλά, ήταν η πρώτη διαδήλωση. Ήμαστε ακουμπισμένοι στον απέναντι τοίχο από τη Μητρόπολη. Τώρα ποιος τοίχος, όλη εκείνη η πλατεία ήταν γεμάτη, δεν έβλεπες μπροστά. Έβλεπες όμως τα στεφάνια που είχαν στείλει οι εξόριστοι, δηλαδή ο Θεοδωράκης, όλοι αυτοί... Είχανε φύγει στο εξωτερικό, όσοι λείπανε στο εξωτερικό τότε, και είχαν στείλει στεφάνια και βλέπαμε στον τοίχο της Μητρόπολης τα στεφάνια. Οι χωροφύλακες μπροστά μας αλυσίδα, έτσι, μπροστά σε μας. Εμείς πίσω από την αλυσίδα και φωνάζαμε μαζί με όλο τον κόσμο. Τι, θα συλλάβουνε 400.000, ξέρω ΄γω πόσοι ήτανε; Όλη η Αθήνα ήταν. Όταν βγήκε ο νεκρός στον Άγιο Ελευθέριο, τον είχαν στον Άγιο Ελευθέριο, τον πήρανε, τον πήγανε στη Μητρόπολη νομίζω και τον ψάλανε. Τον είχαμε προσκυνήσει στον Άγιο Ελευθέριο δίπλα, αποβραδίς, αποβραδίς ήμαστε εκεί. Αποβραδίς τον είχαμε προσκυνήσει. Δεν έχει σημασία αν είμαστε με τον Παπανδρέου ή όχι, παρόλο που ο Παπανδρέου εκείνη την εποχή και πριν από το ’63 που άρχισα να έχω έτσι κάποια πολιτική αντίληψη, ναι, ήτανε… για τους δημοκράτες ήταν κάτι τι. Δεν έχει σημασία τι, πόσοι και γιατί αλλάξανε μετά. Όμως εκείνη την εποχή ο Παπανδρέου ήτανε μια φωνή δημοκρατική και μια φωνή αντίστασης. Οπότε φωνάζαμε ενωμένοι όλοι στη μνήμη του Παπανδρέου, αλλά κυρίως ήταν μια ευκαιρία για να γίνει διαδήλωση εναντίον της Χούντας. Φωνάζαμε λοιπόν όλοι μαζί, οι χωροφύλακες εκεί μετά μας ακούγανε, τι, ποιους θα συλλάβουν, ίσως να συλλάβαν κάποιους, δεν ξέρω. Όταν βγήκε ο νεκρός και άρχισε να προχωρεί η Κυβέλη, γυναίκα του με το −δεν θα την ξεχάσω ποτέ− εμφανίστηκε ως χήρα. Αυτοί ήτανε, είχανε χωρίσει νομίζω από τραπέζης και κοίτης, αλλά ήταν χήρα του και θυμάμαι να φοράει εκείνο το… Την πλερέζα και πίσω να είναι τα παιδιά, αυτά τα παιδιά Γεώργιος και πάλι Γιωργάκη, πώς το λένε. Ήτανε πίσω και η μητέρα τους. Όχι ο Αντρέας. Αυτούς τους θυμάμαι και προχωρήσαν λοιπόν προς τα πάνω και τα στεφάνια είχαν μείνει εκεί και λες ρε παιδί μου και έγινε μια συνεννόηση, τι συνεννόηση να γίνει, είναι δυνατόν; Οι φοιτητές που ήμαστε έτσι όλοι −δεν ξέρω αν ήμαστε όλοι οι φοιτητές, η παρέα, η δική μου ήταν φοιτητές− μπουκάραμε πάνω στους τοίχους, δεν μπορέσανε −. Όταν είναι απροετοίμαστες οι κινήσεις σου και αποφασιστικές δεν μπορεί κανένας να σταματήσει, ξέρεις. Ανοργάνωτα, τελείως ανοργάνωτα. Και τι να προβλέψουν αυτοί, αφού ήταν ανοργάνωτες οι κινήσεις μας. Φύγαμε όλοι λες και ήμαστε συνεννοημένοι και πήγαμε και αρπάξαμε από ένα στεφάνι ο καθένας, οπότε πίσω από το φέρετρο εμείς −οι πιο πολλοί φοιτητές θα πρέπει να ήταν κι άλλοι που δεν ήταν φοιτητές− και κρατούσαμε τα στεφάνια. Τα πήραμε όλα τα στεφάνια και έγινε όλη αυτή η πομπή η τεράστια μέχρι το νεκροταφείο που τα ακουμπήσαμε πάνω. Εγώ κρατούσα του Μίκη Θεοδωράκη. Έτυχε. Η κορδέλα έγραφε: «Μίκης Θεοδωράκης» στον… δεν ξέρω πώς τον έλεγε, της Δημοκρατίας και τα λοιπά. Αυτά για την κηδεία. Είχε... Μετά έγινε... Πότε ήταν η κηδεία του Σεφέρη; Τα ίδια και αυτή[00:50:00]. «Πήραμε τη ζωή μας λάθος κι αλλάξαμε ζωή». Τραγουδούσαμε μέχρι που πήγαμε πάνω.

Μ.Κ.:

Και μετά ήρθαμε στην Πάρο, όπως σας είπα με τους φοιτητές. Τότε λοιπόν, θέλαμε να τραγουδάμε όπως και τραγουδούσαμε. Εμείς τραγουδούσαμε τα τραγούδια του Θεοδωράκη, δεν τα είχαμε σταματήσει. Η χωροφυλακή όμως εδώ είναι πολύ κοντά, δεν είναι στην Πειραϊκή, στα σπίτια μας, που κλεινόμαστε και τραγουδούσαμε. Και μπαίναμε, είχαν φέρει μαζί τους ένα αυτοκίνητο που το λέγανε «Κίτσο», το λέγαμε «Κίτσο», δηλαδή ήτανε αντί για ένα γαϊδούρι, τέτοιο αυτοκίνητο. Του σκοτωμού. Μπαίναμε μέσα και πηγαίναμε στον Άγιο Φωκά. Εκεί που πήγατε περίπου που ήτανε σκοτεινά και μοναξιά, καθόμαστε, βγαίναμε από τον «Κίτσο», μπαίναμε στο εκκλησάκι −δεν το κλείναν τότε− και τραγουδούσαμε του σκοτωμού από «‘Αξιον εστί», από «τη Ρωμιοσύνη τι την θες, μην την κλαις», τη «Ρωμιοσύνη» του Ρίτσου. Δεν ξέρω αν τα άλλα είχαν βγει. Ό,τι του Θεοδωράκη υπήρχε, τα πάντα, τα τραγουδούσαμε άνετα και δυνατά και στεντόρεια και δεν φοβόμαστε τίποτα. Ήτανε η αντίστασή μας στην Πάρο, εμείς οι φοιτητές. Ύστερα συναντιόμαστε με τον Σαμαράκη, πηγαίναμε στην ταβέρνα του Θανάση και τρώγαμε κεφτεδάκια κάθε βράδυ, τι λεφτά είχαμε, αγοράζαμε. Εντάξει, ο Σαμαράκης ήταν με τη γυναίκα του, ήταν νοικοκύρηδες άνθρωποι, αλλά εμείς οι φοιτητές παίρναμε μια μερίδα κεφτέδες και τους μοιραζόμαστε και περνούσαμε. Ήταν ένα υπέροχο καλοκαίρι με τον Σαμαράκη και εκεί μιλούσαμε, τα πάντα γιατί ήταν πολύ δημοκράτης. Περιμέναμε, περιμέναμε και έγινε η μεταπολίτευση. Στο μεταξύ, είχα γίνει συμβολαιογράφος. Ναι, τα πράγματα ήταν αλλιώς.

Κ.Ζ.:

Θέλω να μου περιγράψετε εκείνο το μάθημα –

Μ.Κ.:

Ναι.

Κ.Ζ.:

Που με τον καθηγητή σας −

Μ.Κ.:

Με τον… Ναι.

Κ.Ζ.:

Αν γίνεται –

Μ.Κ.:

Είπε ότι ό,τι θυμάμαι −αν θυμάμαι καλά, αν θυμάμαι καλά, υπάρχει και μία αυτή στο μυαλό μας− ότι είπε ότι: «ότι είμαι εδώ μαζί σας», όλα αυτά που μας έλεγε πάντα όρθιος ο Μαγκάκης: «ό,τι μου συμβεί ή συμβεί ή γίνει -κάπως έτσι, το είπε- θα είναι για τη δημοκρατία». Τον συλλάβανε εκεί. Εκεί, επί τόπου. Τον περιμένανε, δηλαδή αυτός το είπε στην έδρα και οι άλλοι ήτανε στις πόρτες, το αμφιθέατρο έχει κάτι πόρτες μπροστά και τον συλλάβανε και έφυγαν. Δεν τον ξαναείδαμε, δεν τον είδαμε ποτέ. Ανέλαβε άλλος, δεν θυμάμαι ποιος μετά. Δηλαδή εμένα με εξήτασε στα πτυχιακά, ποιος με εξήτασε, ο Μπέη; Δεν θυμάμαι ποιος πήρε τη θέση του. Θυμάμαι όμως αυτόν που μας έκανε −αυτό είναι το αστείο− Εγκληματολογία. Εγώ νόμιζα ότι θα πάω στο Παρίσι να σπουδάσω ή Εγκληματολογία ή Φιλοσοφία του Δικαίου. Έτσι νόμιζα, μετά να κάνω μεταπτυχιακά. Παντρεύτηκα. Είχα μεγαλώσει πια και είπα: «Τώρα τι κάνω;». Ήταν και καλός άνθρωπος αυτός, εγώ έσερνα μια ερωτική τραγωδία από πίσω. Τέλος πάντων, παντρεύτηκα, ουδέποτε έκανα Φιλοσοφία του Δικαίου, ούτε Εγκληματολογία. Στην Εγκληματολογία όμως στις προφορικές, μπαίναμε 11-11 μέσα, τους πιο πολλούς τους έκανε ερώτηση, τους έκοβε. Και ήρθε και η δική μου, νομίζω ότι τους έκοψε όλους εκτός από μένα που μου έβαλε 6. Σιγά το βαθμό, αλλά 6! Ήμουνα η μόνη, νομίζω, δεν θυμάμαι αν ήταν και κάνα-δυο που πέρασαν. Πάντως οι πιο πολλοί τους έκανε στα γρήγορα μια ερώτηση που δεν είχε να κάτσει να αναπτύξει θεωρίες για να τα καλύψει τα πράγματα. Εδώ μια ερωτησούλα την απάντησες, τέρμα, έφυγες. Και τη δική μου την ενδεκάδα θυμάμαι, σας είπα ότι πήγαινα στη «Ράλλειο». Η «Ράλλειος», το πίσω μέρος της «Ραλλείου» −δεν ξέρετε από Πειραιά καθόλου− το πίσω μέρος της είναι στο Δημοτικό θέατρο. Μπροστά είναι η πλατεία, αυτή η τεράστια πλατεία του Πειραιά, Κοραή. Το πίσω μέρος της «Ραλλείου» είναι η Κολοκοτρώνη, Κολοκοτρώνη, Φίλωνος και τα λοιπά μέχρι τον Άγιο Νικόλαο ήταν η Τρούμπα. Έχετε ακούσει για Τρούμπα; Ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα συνοικία. Κάτι ξέραμε από Τρούμπα εμείς, εντάξει, όχι πολλά πράγματα, αλλά εντάξει περίπου, δηλαδή είχε τύχει να περάσω να πάω να αγοράσω παπούτσια. Ήταν ένας δρόμος, η Φίλωνος νομίζω, που αγοράζαμε παπούτσια απέναντι από τον Άγιο Σπυρίδωνα. Τις είχαμε δει τις κυρίες αυτές, δεν μας ήταν άγνωστες. Και την κίνησή τους, και το ένα τους ποδαράκι έτσι να ακουμπάει στον τοίχο της προσόψεως του κτιρίου τους και το άλλο στο πεζοδρόμιο και να καπνίζουν και εντάξει, δεν ήταν ενοχλητικές. Ήταν ένα ένας τρόπος ζωής που να μη σ’ αξιώσει ο Θεός να τον κάνεις. Αυτές ήταν, ξέραμε τι είναι η Τρούμπα, δεν ήμαστε τόσο. Ε, οπότε ήταν και το σινεμά, νομίζω ότι τότε είχε παιχτεί αυτή η «Λόλα» κάτι τέτοιο και η ερώτηση του… πώς τον λέγανε αυτόν; Δασκαλόπουλο; Ή του Δασκαλόπουλου ήταν το βιβλίο ή αυτόν λέγαν, τέλος πάντων, ένας πολύ καλός άνθρωπος, ο καθηγητής και λέει: «Τι είναι αυτό που κάνει τον οίκο ανοχής να είναι οίκος ανοχής;». Αυτή, ερώτηση. «Εσείς». «Τι είναι αυτό που κάνει, που κάνει τον οίκο ανοχής να είναι οίκος ανοχής και να μην είναι κάτι άλλο, να μην είναι…». Με ρωτάει εμένα, ούτως ή άλλως ό,τι είχαν απαντήσει οι άλλοι δεν ήταν σωστό, άρα λίγα πράγματα μένανε. Δεν ήμουν η πιο έξυπνη, αλλά είχα δει και τις κυρίες περίπου, είχα ψυχανεμιστεί τι γίνεται και λέω: «Η οργάνωση». Αυτό είναι που κάνει έναν οίκο ανοχής, να είναι… δηλαδή μια κυρία που είναι στο σπίτι της και δέχεται πελάτες και από μοναχή της η κακομοίρα δεν είναι οίκος ανοχής. Στο οίκο ανοχής υπάρχει η οργάνωση, υπάρχει διευθύντρια, γυναίκα που κάνει την καθαριότητα. Οργάνωση ολόκληρη, προσωπικό, χαρτιά στην εφορία φαντάζομαι. Αυτό είναι οργάνωση και αυτό λέγεται πια οίκος ανοχής. Και πέρασα! Αυτό μου χαρίστηκε, ας πούμε, χωρίς κόπο, χωρίς τίποτα, μου χαρίστηκε στη διάρκεια των σπουδών που ήταν μες στη Χούντα. Αυτά! Ερώτηση.

Κ.Ζ.:

Στην επαγγελματική ζωή τώρα.

Μ.Κ.:

Ναι. Όταν ορκίστηκα σε αυτό το κεντρικό κτίριο του πανεπιστημίου και με το… πήγα κατευθείαν στη γραμματεία, θυμάμαι, πήρα αντίγραφο του πτυχίου και έτρεξα στον Πειραιά μετά την ορκωμοσία και πήγα στο δικηγορικό Σύλλογο Πειραιώς και γράφτηκα την ίδια στιγμή, την ίδια μέρα γιατί είχα καθυστερήσει να τελειώσω –όπως σας είπα– λόγω του ότι πενθούσα, τον έρωτα. Οπότε κέρδισα πάρα πολύ χρόνο με αυτή την κίνηση, γιατί ενώ χρειαζόντουσαν δύο χρόνια άσκησης σε δικηγόρο για να δώσουμε εξετάσεις στον Άρειο Πάγο και να γίνουμε δικηγόροι, δεν ξέρω πώς είχε γίνει τότε και από μία ημερομηνία και ύστερα και πριν αν είχες γραφτεί, χρειαζόταν ένας χρόνος μόνο, μ’ αυτή την κίνηση. Δεν μπορούσα να τη φανταστώ. Έκανα μόνο ένα χρόνο άσκηση σε έναν καταπληκτικό δικηγόρο. Κάνω μνεία και στο – ενώ είναι μυθιστόρημα αυτό το τελευταίο, όλα είναι μυθιστορήματα, τον εντάσσω μέσα και αυτόν τον δικηγόρο που έκανα άσκηση. Έκανα λοιπόν μόνο ένα χρόνο και στον ένα χρόνο έδωσα εξετάσεις στον Άρειο Πάγο εκεί που τώρα είναι Νομισματικό Μουσείο νομίζω, το Μέγαρο Σλήμαν στην Πανεπιστημίου, και έγινα δικηγόρος. Ήταν πολύ ενδιαφέρουσα η δικηγορία και νομίζω ότι οι δικαστές, φίλοι του δικηγόρου που μου έκανε άσκηση, είχαν πει πάρα πολύ καλά λόγια για μένα, αλλά εγώ ήθελα να μην –. Να ανεξαρτητοποιηθώ από τους γονείς μου, με τη δικηγορία θα αργούσε, θα έπρεπε να πιάσω πελάτες. Νόμισα λοιπόν ότι θα είναι καλύτερα και πιο εύκολα να κερδίσω τη ζωή μου αν γίνω συμβολαιογράφος. Και έκανα λίγη δικηγορία και έδωσα εξετάσεις για να γίνω συμβολαιογράφος, αλλά ήταν πάρα πολύ δύσκολο να γίνεις συμβολαιογράφος στον Πειραιά – Πειραιάς, Αθήνα ήτανε… όταν ήσουν συμβολαιογράφος Πειραιώς έκανες συμβόλαια στην Αθήνα και αντιστρόφως. Και για να μην περιμένω να προκηρυχθεί διαγωνισμός στον Πειραιά που θα αργούσε, προκηρύσσεται διαγωνισμός στον Πόρο και πήγα και έδωσα εξετάσεις,[01:00:00] βγαίνουν, συμβολαιογράφος έστω στον Πόρο. Και δυστυχώς-ευτυχώς για μένα πέρασα, είχανε, ήμασταν 8 υποψήφιοι νομίζω. Για μια θέση. Και πέρασα. Και πήγα στον Πόρο, αλλά δεν με ενδιέφερε ο Πόρος. Πήγα στον Πόρο γιατί, δεν ξέρω γιατί, θεωρείτο, δεν ξέρω αν ακόμα, παραμεθόριος περιοχή. Ο Πόρος παραμεθόριος. Και όταν υπηρετούσες ως συμβολαιογράφος σε παραμεθόριο περιοχή, σου έδινε ένα βοήθημα το Υπουργείο, δηλαδή σου έδινε ένα μισθό. Λοιπόν, εγώ λέω: «Θα πάω στον Πόρο, θα παίρνω τον μισθό και θα διαβάζω για να δώσω στον Πειραιά όταν προκηρυχθεί διαγωνισμός», δεν πήγα για να μείνω στον Πόρο. Όμως ήταν πολύ ωραία εμπειρία γιατί ήταν πολύ καλοί άνθρωποι, ήταν Αρβανίτες και φαίνεται τα πάω καλά με τους Αρβανίτες γιατί είχαν μια ντομπροσύνη, έτσι μονοκόμματοι, ωραίοι. Έσμιγα με κάτι βαρκάρηδες, τον κύριο –πώς τον λένε– «τον καπετάνιο» τον έλεγα εγώ, τον Μάκη, έναν ηλικιωμένο άνθρωπο, βαρκάρη. Κάτι άλλοι, τον αδερφό του που τον έλεγαν Ανδρέα, έναν που είχε ένα εργοστάσιο και λιγάκι, έτσι νομίζω, ότι έστειλε τον καπετάνιο να με ζητήσει σε γάμο και έφτιαχνε μια βιοτεχνία, κάτι είχε εκεί, δεν ξέρω. Και αυτός στην παρέα, κάτι άλλοι και πηγαίνουμε κάθε βράδυ σε ένα μια ταβέρνα που το έλεγαν «Μεταξά» και εγώ έτρωγα μόνο μπριάμ, γιατί δεν θα φτάνανε τα λεφτά. Ο μισθός που μου έδινε, ο μισθός, το βοήθημα που έδινε το Υπουργείο Δικαιοσύνης, έπρεπε να ‘χω νοικιάσει γραφείο, γιατί πώς θα αποδείξω ότι είμαι συμβολαιογράφος; Πηγαίναμε λοιπόν εκεί στο «Μεταξά» και εγώ έτρωγα μπριάμ, γιατί έπρεπε να… και κάθε –τότε δουλεύαμε και τα Σάββατα– κάθε Σάββατο ερχόμουνα και ρωτούσα το Υπουργείο: «Προκηρύχθηκε διαγωνισμός στον Πειραιά;». Κάποια – πέρασα πάρα πολύ ωραία, ήταν υπέροχοι άνθρωποι, με αγαπήσανε όλοι και τους αγάπησα πάρα πολύ. Είχα και μια πρόταση για υιοθεσία! Με βλέπανε ότι ήμουν μόνη μου εκεί. Οι γονείς μου στο μεταξύ είχαν, ο μπαμπάς, μου είχε πάρει σύνταξη και είχαν εγκατασταθεί στην Πάρο. Είχαν προηγηθεί εμού στην εγκατάσταση στην Πάρο. Και ερχότανε ο κύριος Γιώργος –Παναγία μου, δεν πρέπει να ζει, τι γλυκός! – με παίρνανε από το γραφείο και με πηγαίναν στο σπίτι τους, είχαν ένα σπίτι στην παραλία με ένα μπαλκόνι και τάχα με τη θάλασσα μου κάναν το τραπέζι, με αγαπούσαν και ούτε λίγο ούτε πολύ δεν είχαν παιδιά και τους είπα: «Εγώ δεν είμαι καλή κόρη για τους γονείς μου, θα είμαι για εσάς; Άθλια κόρη είμαι, θα σας αγαπώ και θα με αγαπάτε και δεν θα είμαι κόρη σας». Ναι, ήταν, δηλαδή θέλω να πω πόσο ωραία πράγματα είχαν συμβεί και πολύ αγαπητικά στο Πόρο, αλλά έπρεπε να φύγω. Έδωσα εξετάσεις, πέρασα στον Πειραιά, εκεί ήτανε δύσκολα τα πράγματα, πάρα πολλοί υποψήφιοι. Τέλος πάντων, πέρασα και άρχισα τη συμβολαιογραφία στον Πειραιά. Αλλά συγχρόνως, επειδή δεν μπορούσα –είναι ένα επάγγελμα πολύ πληκτικό– ναι, προσαρμόστηκα. Μάλιστα πολλοί λένε ότι δεν με αναγνωρίζουν έτσι με τα μαύρα μου μαλλιά και με τα γυαλιά μου. Ήταν μια κατάσταση… ήταν σαν να παίζω ένα ρόλο στο θέατρο–. Είχα δώσει εξετάσεις και στη Δραματική Σχολή, αυτό δεν σας το ΄πα, ξέχασα. Είχα μια μανία με το θέατρο. Στη Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου.

Κ.Ζ.:

Ας το πούμε τώρα.

Μ.Κ.:

Αυτό, τη μανία με το θέατρο;

Κ.Ζ.:

Βεβαίως, να το πούμε –

Μ.Κ.:

Ναι, αλλά κέρδισε η Νομική, τι νόημα έχει αφού τελικά... Θα σας πω όμως γιατί υπάρχει μια πορεία στο θέατρο, θα την πούμε στη συνέχεια, πολύ μεγάλη πορεία στο θέατρο.

Κ.Ζ.:

Τέλεια.

Μ.Κ.:

Έλεγα λοιπόν ότι πια εγκαταστάθηκαν σαν… Ναι, οι γονείς μου είχανε πάει στην Πάρο και εγώ άρχισα να είμαι συμβολαιογράφος στον Πειραιά. Επειδή όμως δεν θα άντεχα αυτή την κατάσταση, εκεί το «Ενώπιον εμού της συμβολαιογράφου ενεφανίσθησαν…», έχω και μια ψιλο-περιφρόνηση στην ιδιοκτησία. Στη μανία της ιδιοκτησίας, όχι στην ιδιοκτησία. Ο άνθρωπος πρέπει να έχει το σπίτι του για να είναι αξιοπρεπής, δεν το συζητάμε, αλλά αυτή τη μανία εκεί με τα–. Φανταστείτε τώρα να κάνω αυτή τη δουλειά και να έχω αυτές τις ιδέες! Και έπρεπε να βρω μια διέξοδο και γράφτηκα, όχι γράφτηκα, με γράψανε, κάποια κυρία –επειδή είναι πολιτικό το περιεχόμενο δεν θα το πω– και με έγραψε, μάλιστα αντιπροσώπευα και λίγο έτσι αυτή την παράταξη στην Πανελλήνια Πολιτιστική Κίνηση. Εκείνη την εποχή η Π.Π.Κ, ήτανε πάνω από… τι να σας πω; Τουλάχιστον ήταν πολύ πιο σοβαρή από το Υπουργείο Πολιτισμού. Όταν πήγα εγώ ήτανε πρόεδρος ο χαράκτης, ο Τάσος, ο μεγάλος χαράκτης, προηγουμένως ήταν η Μελίνα Μερκούρη. Και έγραφα στο περιοδικό «Τέχνη και Πολιτισμός» και είχα να κάνω πια με τον πολιτισμό και εκεί μέσα οργανώναμε ό,τι πολιτιστικό, τα Αισχύλεια στην Ελευσίνα, ό,τι φαντάζεστε. Η πρώτη παρουσία της Μαρίας Φαραντούρη που είχε έρθει πια στην Ελλάδα στο θέατρο Βουκουρεστίου –ήταν εκεί ένα θέατρο– την παρουσίασα εγώ, η Π.Π.Κ δηλαδή με έβαλε. Έγραφα στο περιοδικό. Είχα να κάνω πια με τον Θεοδωράκη, με το Σαμαράκη – καλά ο Σαμαράκης ήταν φίλος μου– με τους σκηνοθέτες. Ανάσαινα και ύστερα πήγαινα στο συμβολαιογραφείο και έλεγα: «Ενώπιον εμού του συμβολαιογράφου…», αλλά ήταν το ψωμί μου. Από κει κέρδισα τη ζωή μου, έχτισα το σπίτι μου και έβαλα τα παιδιά μου. Δεν το συζητάμε. Ήταν μια δουλειά που σου έδινε όσα χρήματα ήθελες. Εγώ δεν ήθελα πολλά. Αλλά όσα ήθελες. Μιλάμε για πάρα πολλά λεπτά. Τα οποία δεν ήθελα. Όταν τελείωσα μάλιστα το σπίτι, είπα: «Δηλαδή τώρα γιατί είμαι εδώ; Για να μαζεύω λεφτά και να κάνω κι άλλο; Πρέπει να πάρω σύνταξη». Και πήρα σύνταξη και στην Πάρο νομίζαν ότι είμαι τρελή, γιατί την ημέρα που έστειλα με το ταχυδρομείο τη μία από τις γραμματείς μου –είχα 3– να ταχυδρομήσει την αίτηση μου για συνταξιοδότηση–. Δεν τα παράταγα, έπαιρνα σύνταξη γιατί είχα ανήλικο παιδί. Νομίζαν ότι έχω ζουρλαθεί γιατί η πελατεία ήταν μέχρι το λιμάνι. Άρχιζε από το συμβολαιογραφείο και τελείωνε... Και όλα αυτά ήτανε δεκάδες χιλιάδες, δεν ήταν, αλλά φοβήθηκα ότι πάω να πέσω σε αυτή τη λούμπα, να γίνω, θα γινόμουνα αυτό που περιφρονούσα. Δεν έγινα, έμεινα φτωχιά, εντάξει. Για να αγοράζω βιβλία έχω. Και έγινα συμβολαιογράφος Πειραιώς. Και ύστερα ένα βράδυ στην Πολιτιστική ετοιμάζαμε μια… την ταινία «Μεγαλέξανδρος» του Αγγελόπουλου και είχαμε φωνάξει όλους τους σκηνοθέτες εκεί και τους κριτικούς του κινηματογράφου. Ο Δανίκας, ο Αγγελόπουλος, ο Παπαγιαννίδης, όλοι, όλους όσους ξέρετε ήταν εκεί και είχαμε και κοινό και μέσα στο κοινό ήταν ο Δημήτρης, αυτός που πήρε τώρα τηλέφωνο. Και εμείς με… σαν άνθρωποι εκεί της ΠΑΠΟΚ θα πηγαίναμε να συμφάγουμε και έρχεται μια φιλη και μου λέει: «Τι πας με τους σαλταρισμένους; Πάμε στο Γεροφοίνικα». Υπήρχε μία αυτή, «Ο Γεροφοίνικας» τότε στο Κολωνάκι, να φάμε και ήτανε και ο Δημήτρης και είπε να πάμε να ντυθούμε για να πάμε στην… Ήταν Οκτώβριος και το Νοέμβριο γινόταν η εκδήλωση για το Πολυτεχνείο. Ήταν τότε που είχε σκοτωθεί εκείνη η κοπέλα σε εκείνη τη γωνία, ναι, και ήταν το πρώτο μου ραντεβού με τον Δημήτρη και πάει το Παρίσι και πάει η Φιλοσοφία του Δικαίου και η Εγκληματολογία και παντρεύτηκα και έκανα τα παιδιά και μόλις έκανα τα παιδιά και έλεγα: «Εγώ θα – το γραφείο μου ήταν στο Δημοτικό Θέατρο– εγώ θα είμαι τώρα στο Δημοτικό Θέατρο και τα παιδιά θα είναι στην Πειραϊκή, με ποιον;». Η μάνα μου είχε φύγει, είχε έρθει στην Πάρο με τον μπαμπά μου. «Τι κάνω; Τι θα κάνω εγώ τώρα; Θα έχω τα παιδιά με μια που δεν θα την ξέρω και πότε θα τα βλέπω;». Εγώ σε ένα συμβολαιογραφείο από το πρωί ως το βράδυ ήμουνα. Και ήμουνα πρώτης κατηγορίας, όχι εγώ, όλοι οι συμβολαιογράφοι Πειραιώς είναι συμβολαιογράφοι πρώτης κατηγορίας, γιατί είναι Έδρα Εφετείου, ο Πειραιάς. Ανάλογα με την έδρα των δικαστηρίων είναι και… Στην Πάρο που είναι έδρα Ειρηνοδικείου, είναι τρίτης κατηγορίας συμβολαιογράφοι. Από πρώτης κατηγορίας αν ζητήσεις μετάθεση σε τρίτης, στη δίνουνε και σε παρακαλάνε. Αν ήμουνα Πάρου και ζητούσα να πάω στον Πειραιά, δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση, από τρίτης να γίνεις πρώτη. Και έτσι από πρώτης σε τρίτης μου τη δώσανε τη μετάθεση και από τότε ζω στην Πάρο. Πάλι όμως είπα ότι: «Εγώ πώς θα ζήσω εδώ; Η Πανελλήνια Πολιτιστική Κίνηση τέρμα πια, οι συγγραφείς και οι ηθοποιοί και οι σκηνοθέτες μακριά μου. Τι κάνω εγώ εδώ;». Και έκανα ένα θέατρο[01:10:00] εδώ! Και παίξαμε πάρα πολύ σπουδαία έργα, νομίζω και λένε όλοι, αλλά νομίζω και εγώ να μην κάνω τη σεμνή, γιατί νομίζω η σεμνότητα είναι η μεγαλύτερη αλαζονεία. Νομίζω ότι ήτανε κάτι πάνω από αυτά τα ερασιτεχνικά που κάνανε και κάνουν ακόμα και που είναι συμπαθέστατα, αλλά έκανα δύσκολα πράγματα. Είχα βρει ανθρώπους που με εμπιστευτήκανε. Απορώ πως! Τους τυράννησα, τους βασάνισα, αλλά κάναμε κάτι καταπληκτικές παραστάσεις, ώσπου ήρθε η κόρη μου εδώ και θέλει να κάνει και έφυγα εγώ για να της αφήσω το πεδίο ελεύθερο. Ό,τι θέλει ας κάνει. Αυτά. Κάναν πολύ ωραία έργα.

Κ.Ζ.:

Αυτό που θα ήθελα να σας ρωτήσω είναι ότι μια γυναίκα η οποία μεγαλώνει στην Αθήνα –

Μ.Κ.:

Στον Πειραιά.

Κ.Ζ.:

Στον Πειραιά. Θέλει να ανεξαρτητοποιηθεί, γνωρίζει τον άντρα της, κάνει τα παιδιά της και γυρίζει στην Πάρο. Δεν νομίζω ότι ήταν και τόσο εύκολο…

Μ.Κ.:

Ήταν πολύ δύσκολο. Άλλη γλώσσα μιλούσα και άλλη άκουγα. Στην αρχή είπα θα μουρλαθώ. Φαίνεται ότι είχα πάθει και λίγο σαν κατάθλιψη, αλλά δεν είμαι από αυτές που θα βουλιάζανε. Έπαθα, έπαθα, δεν βούλιαξα. Οι άνθρωποι δεν αποκλείεται να με καταλάβαιναν τώρα μια γυναίκα που ξυπνάει το πρωί και τραγουδάει και είναι μουρλή και… Πάντως, με εμπιστευτήκανε. Ήρθανε όλοι στο συμβολαιογραφείο. Νομίζω –. Είχα ένα υπέροχο συνάδελφο. Τον λέω ακόμα κύριο, ενώ είναι νεκρός, ο κύριος Γκίκας. Του άρεσε να ανεβαίνω τη σκάλα, να κλείνουμε την πόρτα και να αρχίζουμε να κουβεντιάζουμε γιατί και αυτός ζωγράφιζε. Ούτε αυτός ήθελε να είναι συμβολαιογράφος. Ήταν γλυκύτατος άνθρωπος, γλυκύτατος, τον λάτρευα. Και μου λέει μια μέρα: «Ρε Μοσχούλα, δεν πας να γίνεις τραγουδίστρια, να κάνουμε και εμείς κανένα πληρεξούσιο;» γιατί όλοι ερχόντουσαν σε μένα. Θέλω να πω ότι ναι μεν δεν τους κατάλαβα και ήμουνα σίγουρη ότι δεν με καταλάβαιναν, όμως με εμπιστεύτηκαν. Δηλαδή σε εκείνους οφείλω και όχι στη δική μου την μεγαλοσύνη και την καλοσύνη. Το ότι έζησα και έζησα καλά. Βέβαια έκανα το εξής, είπα: «Αυτοί οι άνθρωποι δεν λένε καλημέρα. Σε βλέπουνε, αλλά δεν έρχονται, καλά, μες στην τρελή χαρά να σου πούνε τι καλή που είσαι και πόσο σ’ αγαπώ. Κάτσε να το κάνω εγώ». Ήταν λίγο θεατρικό, την αμαρτία μου τη λέω. Νομίζω ότι όταν υποδύεσαι τον κάλο, στο τέλος γίνεσαι καλός. Αυτή την εντύπωση έχω. Φαίνεται ότι έπεσα στην παγίδα που είχα στήσει τον εαυτό μου! Κι ενώ πήγαινα κάτω απ' τη μύτη τους σαν να τους έβλεπα να έρχονται από απέναντι και να τους λέω: «Γεια σας, τι κάνετε; Χαχαχα και χουχουχου». Μετά το κάνανε αυτοί. Κι όλα πήγαν υπέροχα. Δεν έχω κανένα παράπονο, είναι μαζί μου καλύτεροι όλοι τους από ό,τι είμαι εγώ για αυτούς. Πέρασα υπέροχα μαζί τους, υπέροχα μαζί τους. Είπα δε και αυτό, αφού πήγαινα κάτω από τη μύτη τους και έλεγα: «Τι κάνετε και γεια σας», είπα: «Εγώ στο γήπεδο σας, καλοί είσαστε, καλοί καγαθοί, αλλά εγώ στο γήπεδο σας δεν θα παίξω. Αν θέλετε να παίξετε στο γήπεδο μου, ωραίο ματς θα γίνει». Οπότε εγώ συνέχισα την τρέλα μου. Δεν ήμουν και πολύ σοβαρός άνθρωπος με αυτή τη… σοβαρή κυριούλα με το ταγέρ και την καρφίτσα και τέτοια. Συνέχισα να είμαι αυτή που είμαι, με δεχτήκανε και με αγαπήσανε και μερικοί γίναν και σε μένα. Είναι υπέροχοι άνθρωποι, υπέροχοι άνθρωποι. Εάν σκοπεύετε να μείνετε εδώ ή να περνάτε μεγάλο διάστημα εδώ, μην σας τρομάξει αυτή η παγωνιά που έχουν και η έλλειψη έτσι φιλικότητας και τέτοια. Είναι εξαιρετικοί άνθρωποι, θάρρος θέλουνε. Και σε δέχονται, όπως εμένα με έχουνε δεχτεί. Δεν είμαι και πολύ… δεν είμαι μία κυρία συμβολαιογράφος εγώ τώρα. Έχω μία λόξα. Τέτοια.

Μ.Κ.:

Εντοπίσατε διαφορές στο πώς μεγάλωσαν τα παιδιά σας, με το πώς μεγαλώσατε εσείς; Η διαφορά Πάρου και Πειραιάς τότε; Υπήρχε;

Μ.Κ.:

Γυρίσανε αυτά… Ειδικά τώρα ναι, τώρα να μιλήσουμε για το Σπύρο. Δεν ξέρω, φύγανε. Τους έλεγα εγώ ότι: «Παιδιά, στην Πάρο δεν έχουνε τις σπουδές πρώτη προτεραιότητα, έχουν τα λεπτά». Εκεί δεν μ’ άρεσε, αλλά και αυτό το ξεπέρασα. Το δέχτηκαν μια χαρά το ότι εμένα δεν μου γουστάρανε αυτά, ενώ σ’ αυτούς γουστάρουν. Μπράβο, με γεια τους και με χαρά τους. Ήτανε τζάμι; Ό,τι θέλεις ας ήτανε. Άκουσα κάτι. Και τους έλεγα πάντα: «Παιδιά πηγαίνετε να σπουδάσετε. Μη μείνετε εδώ. Μην αποκτήσετε αυτή τη νοοτροπία που έχουν οι άνθρωποι που δεν φταίνε γιατί δεν τους έδωσε η ζωή μεγάλες ευκαιρίες. Εμείς, εγώ και ο πατέρας σας, σας δίνουμε ευκαιρίες, μη μείνετε εδώ. Πηγαίνετε, ανοίξτε τα φτερά σας, δείτε πώς σκέπτεται ο άλλος κόσμος και γυρίστε πουλάτε σουβλάκια. Δεν με νοιάζει εμένα, κάντε ό,τι θέλετε». Τους είχα επηρεάσει σε αυτό και φύγανε. Καλέ ο άνθρωπος που με εμπόδισε να σπουδάσω να κάνω μεταπτυχιακά. Χωρίς να το θέλει. Φύγανε. Και η κόρη μου έγινε ηθοποιός, πήγε στο πανεπιστήμιο και όταν τελείωσε μας είπε: «Εγώ για σας πήγα. Δεν με ενδιαφέρει το πανεπιστήμιο, θέλω να παίξω στο θέατρο». Πήγε Δραματική Σχολή, άρχισε να παίζει θέατρο. Και ο γιος μου έγινε ψυχολόγος, ύστερα πήγε στην ιατρική και τώρα είναι νευροψυχολόγος. Άκου τώρα, κάνανε αυτό... Ο γιος μου λατρεύει τον Πειραιά και το σπίτι, είναι αυτός που ανακάλυψε την ποδιά μου. Κι εγώ τον βλέπω να θέλει να γυρίσει πίσω τώρα. Δηλαδή τον βλέπω. Έχει γίνει καλός επιστήμονας, πήγα να πω διακεκριμένος, αυτές οι μεγαλομανίες των γονιών. Βραβεύτηκε και κάνα-δυο φορές. Αυτός τρελαίνεται –αύριο έρχεται– και όταν έρθει δεν του κάνει καρδιά. Το βλέπεις και υποφέρει το παιδί, λιώνει όταν είναι η ώρα να γυρίσει, είναι πια 40 χρονών, να γυρίσει πίσω. Αγαπάει τον Πειραιά, είναι διχασμένος. Τώρα αν αυτό είναι λάθος μου, φταίω εγώ, έκανα ένα παιδί που είναι διχασμένο ανάμεσα – Η άλλη ήρθε να διαβάσει ένα ρόλο εδώ. Πήγαινε στην παραλία, διάβασε τον ρόλο «Η Κυρά της θάλασσας», θα παίζανε εδώ στο θέατρο. Έπαιζε γιατί ήταν καλή ηθοποιός και έχει παίξει σε καλά θέατρα, σε θέατρα που κάνανε σοβαρά έργα, όχι εμπορικά. Κι εκεί που διάβαζε το ρόλο, εμφανίστηκε μπροστά της ένα απλό παιδί από ‘δω που δεν θα το σκεφτόσουνα να τον κάνεις προξενιό στην κόρη σου, δεν θα το σκεφτόμουνα. Και το παντρεύτηκε. Μια χαρά παιδί είναι, ωραιότατος είναι, απλοϊκός, μια χαρά άνθρωπος είναι. Η κόρη μου θα ζήσει φτωχά. Δεν θα μπορέσει να ζήσει όπως έζησε, δεν, έζησε πλούσια σε μας. Ναι, κάπως. Λίγο παραπάνω από το ψωμί, δηλαδή. Είχε κάτι παραπάνω απ’ το ψωμί της. Δεν θα το έχει τώρα, αλλά μια χαρά είναι, ευτυχισμένη. Τη βλέπω και γελάει. Έχει ένα παιδάκι, μια χαρά είναι. Και ο Σπύρος, μάλλον δεν πολύ υπολογίζει τα βραβεία και σκέφτεται πώς θα τα καταφέρει να γυρίσει στην Πάρο. Αυτά.

Κ.Ζ.:

Και μια τελευταία ερώτηση θα ήθελα να σας κάνω για το θέατρο εδώ στην Πάρο.

Μ.Κ.:

Ναι.

Κ.Ζ.:

Το ξεκίνημα του, ξαφνικά, φαντάζομαι και οι Παριανοί δεν θα ήταν και τόσο έτοιμοι. Πώς το παλέψατε –

Μ.Κ.:

Και ερχόντουσαν οι άνθρωποι και βλέπανε έργα που όταν έλεγα, έπαιρνα τα παιδιά και τους λέω: «Παιδιά, εγώ δεν μπορώ να...» Στην αρχή πήγα στον «Αρχίλοχο» που είναι ένας Πολιτιστικός Σύλλογος και έκανε, ήθελε να κάνει μια θεατρική ομάδα, μετείχα. Νομίζω το ανέβασα πάρα πολύ υψηλά, τους έκανα τη Μήδεια του Μποστ, ούτε εγώ δεν ξέρω τι έγινε, γέμιζε το θέατρο. Έκανα Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα με 10 γυναίκες. Πώς τις συντόνιζα τώρα πάνω στη σκηνή, γιατί σκηνοθετούσα και έπαιζα και μετά είπα ότι: «Δεν μπορώ αυτό το στυλ τώρα εδώ του Συλλόγου, θέλω να κάνω κάτι πράγματα πολύ, πολύ δύσκολα. Δεν μπορεί ένας Σύλλογος τώρα που είναι μια τεράστια αίθουσα. Να κάνω ένα θέατρο δωματίου, ας πούμε». Και μια κυρία που τότε κάτι ήτανε στο Δήμο, ούτε ξέρω, εγώ δεν ασχολούμαι με τα... Είμαι βαθύτατα πολιτικό ον, με τα ψιλοπολιτικά και με τα κομματικά, δεν τα χωνεύω. Η κυρία όμως κάτι ήτανε και φαίνεται ότι ήτανε ανοιχτόμυαλη και μια μέρα συζητούσα σε ένα… Το λένε, ένα ουζερί που είναι εκεί πίσω από την Αγροτική Τράπεζα. Πώς το λένε μωρέ, «Κουκούτσι». Εκεί και δεν ξέρω με ποιον συζητούσα, με τον Γκίνη τον Άλκη; Ο Γκίνης ο Άλκης είναι ζωγράφος, είναι φίλος μου. Και του ‘λεγα: «Μωρέ Άλκη μου» αυτά και αυτή άκουσε και μου λέει: «Έχουμε το κτίριο Δημητρακόπουλου, είναι ένα αρχοντικό…». Το περίεργο είναι ότι είχα κάνει και το συμβόλαιο εγώ στον άρχοντα που το δώρισε στο Δήμο, γιατί δεν μπορούσε να το συντηρήσει. Ένα αρχοντικό που έχει ένα… δηλαδή ένα αρχοντικό [01:20:00]στο νησιώτικο στυλ. Μη φαντάζεστε το Μέγαρο του Σλήμαν. Κι έχει ένα μεγάλο σαλόνι. Και μου λέει: «Δεν θα ήθελες εκεί μέσα;» Πρέπει να έχει πολύ ανοιχτό μυαλό. Το είδε αυτή, πώς το είδε! Μπήκα μέσα και είδα το σαλόνι. Λέω: «Μια χαρά, δεν θα κάνω σκηνή που δεν θα είναι ξεχωριστή από την πλατεία, θα είναι μια σκηνή από όπου ο κόσμος θα παίζει πάρα πολύ κοντά με τους θεατές». Πόσους χωράνε , καμιά 70, 70 όταν ήταν στριμωγμένα, 50 άνθρωποι ήταν ωραίοι και άνετοι. Και με πλησιάσανε κάτι παιδιά και μου λένε: «Εμείς θέλουμε μαζί σας» και τέτοια και τους λέω: «Αν είσαστε μαζί μου θα περάσετε πάρα πολύ άσχημα γιατί θα κάνουμε δύσκολα πράγματα. Θα ξεχάσετε ότι πάτε να αντικαταστήσετε το καφενείο με το θέατρο για να περνάει η ώρα, εδώ δεν θα ερχόσαστε για να περνάει η ώρα. Και αν θέλετε ελάτε». Ήρθαν μερικά, δεν μπορούσαν να ‘ρθουν πολλά. Πριν να ‘ρθουν αυτά, έκανα εγώ τη Σονάτα του Σεληνόφωτος μέσα σε αυτό το χώρο μόνη μου. Του Ρίτσου. Αυτά είδανε τι μπορεί να γίνει εκεί μέσα, με κάλεσαν στην Αθήνα, το έπαιξα στην Αθήνα μπροστά στην κόρη του Γιάννη Ρίτσου. Ήτανε… για μένα είναι το έργο της ζωής μου. Και έρχονται εκεί και αρχίζω και παίζω: Αλμπέρ Καμύ, Ζαν Πωλ Σαρτρ, Τους τρομερούς γονείς του Κοκτώ, κάτι έργα που κάθεσαι και λες: «Είναι δυνατόν, στην Αθήνα να τα παίζανε…». Θα τα δουν οι Παριανοί; Τι θα καταλάβουν τώρα οι άνθρωποι από την Παρεξήγηση του Αλμπέρ Καμύ; Ερχόντουσαν οι άνθρωποι. Και μάλιστα είχε γίνει και ένας καυγάς, γιατί αυτή που κανόνιζε εκεί το χώρο δεν άφησε μια κυρία να μπει γιατί δε χώραγε και άρχισε να φωνάζει η κυρία, απ’ έξω. Θέλω να πω όλες τις παραστάσεις όμως τις έκανα, δεν ήθελα να… Εγώ ήμουνα συνταξιούχος συμβολαιογράφος, δεν… Με ενδιέφερε η τέχνη και να μπορέσω να εκπαιδεύσω τα παιδιά. Τους μιλούσα επί ένα χρόνο για να κάνουμε τις παραστάσεις την άνοιξη. Μαθήματα, αρχίσαμε από φιλοσοφία, δηλαδή για να καταλήξουμε στο Σαρτρ να παίξουν Σαρτρ, εγώ είχα αρχίσει από τους προσωκρατικούς να τους μιλάω. Ερχόντουσαν οι Παριανοί. Ήρθανε, το τιμήσανε και είπα ότι: «Αφού ο δήμος μου δίνει το χώρο και εγώ θέλω να κάνω κάτι για το δήμο» και μου λέει ο δήμος: «Δεν θέλουμε να μας δίνεις λεπτά, κάνε κάτι για τα Αμεα». Και λέω: «Όλες οι παραστάσεις θα είναι με εισιτήριο», γιατί είμαι της θεωρίας του Φρόιντ, που είπε ότι για να δέχεσαι θα σε πληρώνει και στα 40 λεπτά θα τον διώχνεις για να δει πόσο σπουδαίο είναι αυτό που κάνετε! Λοιπόν, με εισιτήριο θα μπαίνουνε, δεν… τσάμπα. Αλλά εγώ δεν θα έχω καμία δουλειά με αυτό το εισιτήριο. Θα φέρετε ένα δικό σας άνθρωπο, θα κόβει τα εισιτήρια με εφορία, με όλα και θα τα δίνετε στα ΑμεΑ. Είναι παιδιά με ειδικές ανάγκες, Μου λένε: «Δεν θα τα παίρνουμε εμείς -μου λένε από το δήμο- θα έρχονται οι κυρίες που έχουν τον σύλλογο». Ερχόντουσαν οι κυρίες, φέρανε ένα ωραίο τραπεζάκι –μα δεν μπορείτε να φανταστείτε τι ευτυχισμένα ήταν τα χρόνια αυτά– έβγαζαν τα εισιτήριά τους, μας κουβαλάνε γλυκά. Εμείς ήμαστε μέσα στα παρασκήνια και ετοιμαζόμαστε και βαφόμαστε και αυτές φέρνανε γλυκά, φέρνανε σούμα, φέρνανε μετά στην πρεμιέρα, φέρναν τα δώρα τους που τα είχαν φτιάξει μόνες τους, κάτι τσαντάκια πλεκτά, κάτι… Τι ωραία που ήτανε! Δεν είδαμε ποτέ λεπτά. Τα έξοδα του θεάτρου τα κάναμε όλοι εμείς, έλεγα στα παιδιά: «Θέλετε να κάνετε τα έξοδα ή να τα κρατήσω απ’ τα εισιτήρια;». «Όχι, όχι», τέτοια αξιοπρέπεια. Εμείς, τι είναι τα έξοδα; Τα φουστανάκια που θα ράψουμε, τα οποία θα κρατήσουμε ύστερα και στη γκαρνταρόμπα μας και τα make-up. Ε θα τα αγοράσουμε εμείς. Η καθεμία από μας λοιπόν τα αγόραζε μόνη της για τον εαυτό της. Αν βρίσκαμε κάτι στο μπαούλο μας για ρούχα το βάζαμε, αλλιώς είχαμε μια μοδίστρα. Δηλαδή… ένας υπέροχος ηλεκτρολόγος, ερχότανε και έφτιαχνε κάτι υποτυπώδη, τι κατέβαζε ο νους μας για να φωτιζόμαστε! Ήτανε η ωραιότερη περίοδος της ζωής μου. Ήτανε… Μετά το ‘κοψα για να αφήσω το περιθώριο στην κόρη μου. Ό,τι θέλει ας κάνει, το ‘κοψα εγώ. Ήταν καταπλή–. Έκανα μια παράσταση με την κόρη μου, ναι, Την ψεύτρα έκανα εγώ, του Κοκτώ. Ναι, μετά έκανε το μωρό της. Πιστεύω ότι θα το ξαναξεκινήσει. Ερχόντουσαν, είναι απίστευτο 400 άνθρωποι μέσα σε αυτό το νησί που δεν έχουν δει θέατρο στη ζωή τους οι περισσότεροι, που δεν ξέρουν τι πάει να πει Αλμπέρ Καμύ, δεν έχουνε δει… Οι άνθρωποι είναι φιλόσοφοι, δεν είναι… 400 θεατές κάθε χρόνο βλέπανε αυτά τα πάρα πολύ δύσκολα έργα, μέσα σε ένα σαλόνι ενός αρχοντικού. Το ξέρετε το κτίριο Δημητρακόπουλου; Εκεί μέσα. Μέσα σε αυτό το σαλόνι γινόντουσαν τα θαύματα. Αυτά!

Κ.Ζ.:

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Ήταν τιμή μου –

Μ.Κ.:

Εγώ σας ευχαριστώ! Εγώ ψοφάω να μιλάω, είμαι και πολυλογού. Πριν ενάμιση χρόνο περίπου, μου προτάθηκε να πάρω μέρος σε έναν Πανελλήνιο Διαγωνισμό που έκανε η Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών με διήγημα, δεν ξέρω αν το είπα, με διήγημα. Νομίζω ότι μου τηλεφώνησε η Γραμματέας εάν θέλω να γράψω ένα διήγημα και να τους το δώσω. Τους είπα ότι σε εκείνη την περίοδο της ζωής μου ήταν αδύνατον να καθίσω, να γράψω, όμως πιθανόν να έχω ένα διήγημα το οποίο δεν μπήκε μέσα στο προτελευταίο μου βιβλίο που ήταν διηγήματα. «Αν το έχω –γιατί δεν είμαι και πολύ τακτική– ευχαρίστως θα στο στείλω. Κοίταξα εκεί πάνω στο στη βιβλιοθήκη που είδατε του άλλου δωματίου και υπήρχε και μάλιστα έτοιμο και δακτυλογραφημένο κτλ. λέω: «Το βρήκα, τι ωραία, σας το στέλνω!». Με το ταχυδρομείο το έστειλα, ούτε την ήξερα την εταιρεία, ούτε ήξερα τη γραμματέα, ούτε ήξερα κανέναν. Παρόλο που είναι πάρα πολύ σημαντικοί άνθρωποι, τους γνώρισα μετά. Το έστειλα και πέρασε πάρα πολύς καιρός, πέρασαν τα περυσινά Χριστούγεννα, λέω: «Εντάξει, θα γίνει διαγωνισμός, σιγά τώρα, ένα έτοιμο διήγημα…». Και μια μέρα μετά τις γιορτές τις περυσινές, με παίρνει η κυρία Μωραΐτη η γραμματεύς, μια εξαιρετική κυρία, εξαιρετικής μορφώσεως και μου λέει –ήταν 23:00 το βράδυ– και λέει: «Τελείωσε η επιτροπή τώρα και έχετε πάρει το πρώτο βραβείο!». Το διήγημα έχει τίτλο «Σκιπερία», έχω έναν εξαίσιο εκδότη, ο οποίος θέλησε αμέσως να το εκδώσει, αλλά μου ζήτησε να γράψω και κάτι άλλο, γιατί ένα διήγημα μόνο του δεν μπορεί να γίνει βιβλίο. Στο επόμενο, στο βιβλίο που του είχα πει ότι έχω αρχίσει να γράφω, θα το ενσωματώσουμε και θα βάλουμε την ετικέτα «1ο βραβείο», που θα είναι ωραίο. Ήτανε η εγκυμοσύνη και η γέννα της κόρης μου, δεν έχω κατορθώσει να… και έτσι το διήγημα δεν έχει εκδοθεί, αλλά θα εκδοθεί. Θα το γράψω το βιβλίο. Να, βλέπετε, όλα εκείνα τα χαρτιά είναι. Και λέγεται: «Σκιπερία». Σκιπερία είναι το όνομα που δίνουν για τη χώρα τους οι Αλβανοί. Έγινε μία πολύ ωραία και σεμνή τελετή βράβευσης στα γραφεία της εταιρεία την άνοιξη –είναι η φωτογραφία που σας έδειξα– πάρα πολύ με εξαιρετικούς ανθρώπους. Επιτροπή, πανεπιστημιακοί, υπέροχη, υπέροχη ήταν η πιο… από τις πιο ωραίες στιγμές της ζωής μου. Και ήταν και εκδότης εκεί ο εκδότης μου. Και με ρώτησαν γιατί τον τίτλο, δεν ήθελα να βγάλω λόγους και λογύδρια, όμως έπρεπε να απαντήσω στην ερώτηση. «Γιατί –είπα- ότι εδώ και πάρα πολλά χρόνια ζούμε με αυτούς τους ανθρώπους που έχουν έρθει από μια άλλη χώρα, είναι και η πολυπληθέστεροι των άλλων νομίζω οι Αλβανοί. Τι ξέρουμε γι' αυτούς τους ανθρώπους; Ποιοι είναι; Πώς ήτανε στη χώρα τους; Πώς ερωτευόντουσαν; Τι νιώθανε; Πώς φεύγανε και πώς ερχόντουσαν και πού; Τι γίνεται με αυτούς τους ανθρώπους που ζούμε τόσο κοντά;». Έγραψα λοιπόν ένα διήγημα γι αυτούς και τη χώρα τους και το ονόμασα «Σκιπερία». Αυτό βραβεύτηκε από την Εθνική Εταιρεία Ελλήνων λογοτεχνών.

Κ.Ζ.:

Τέλεια.