© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Οι γονείς μου εμπόδιο στον νεανικό μου έρωτα
Κωδικός Ιστορίας
23635
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Αναστασία Πολυχρόνη (Α.Π.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
24/08/2022
Ερευνητής/τρια
Μαρία Χαλάντα (Μ.Χ.)
Καλησ[00:00:00]πέρα σας.
Καλησπέρα.
Θα μας πείτε το όνομά σας;
Αναστασία.
Λοιπόν, είναι 25 Αυγούστου του 2022. Βρισκόμαστε με την κυρία Αναστασία στο χωριό Καλυθιές της Ρόδου. Εγώ ονομάζομαι Μαρία Χαλάντα, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Λοιπόν, κυρία Αναστασία, εσείς πού μεγαλώσατε;
Στο χωριό Καλυθιές. Η οικογένειά μου ήμασταν τέσσερα άτομα, οι γονείς μου, ένας αδερφός και εγώ. Στα 17 μου ο αδερφός μου ήταν 19, τον χάσαμε. Σκοτώθηκε από ατύχημα. Έμεινα εγώ μόνη. Όταν μετά από κάνα δυο χρόνια είχα δεσμό εγώ τότε με τον τωρινό τον σύζυγο, όμως οι γονείς ήταν αρνητικοί. Τι να κάνουμε; Στα κρυφά έμπαινε απ’ το παράθυρο να με βλέπει, γιατί δεν με αφήναν τότε. Εκείνα τα χρόνια δεν ήταν όπως τώρα. Έμπαινε από το παράθυρο. Τελικά τον πήρε η μητέρα μου χαμπάρι, έκλεισε το παράθυρο με τη σίτα. Αλλά στο τέλος έφυγα εγώ από την πόρτα μαζί με τον σύζυγο, μαζί με τον σύζυγο. Πήγα τον βρήκα. Κλεφτήκαμε που λένε εδώ στον τόπο μας. Κλεφτήκαμε. Τέλος πάντων, αφού φύγαμε, προσπάθησε ο πατέρας μου να με βρει. Έπιασε όπλα να πάει να καθαρίσει ανθρώπους, γιατί θεωρούσε ότι ήτανε πολύ φρέσκο το να γίνει αυτό, αφού χάθηκε ο αδερφός μου. Πήρε όπλο, πήγε να καθαρίσει. Έπιασε έναν παππά από τα γένια, γιατί θεώρησε ότι αυτός μας βοήθησε. Τέλος πάντων, δεν βοήθησε κανείς από αυτούς και ξεκίνησαν βάσανα από εκεί και έπειτα. Γύρισα ξανά εγώ πίσω στο σπίτι. Τον άφησα μόνο του [Δ.Α.], αλλά ήτανε δύσκολα, πάρα πολύ δύσκολα. Δηλαδή σήκωναν χέρι και με χτυπούσαν. Καλούσα αστυνομία… Ήταν και τότε που ψηφιζόταν ο νόμος η ενηλικίωση στα 18 και έτσι και αλλιώς εγώ ήμουν ακριβώς 18. Καλούσα αστυνομία, η αστυνομία δεν έκανε τίποτα. Τέλος πάντων, βρήκαμε λύση να πάω να μείνω στου παππού το σπίτι, στο Φαληράκι. Αφού αυτά είχανε γίνει Νοέμβριο, πέρασε ο καιρός. Εντάξει, εγώ έμενα εκεί με τον παππού. 28 Δεκέμβρη παντρευτήκαμε. Βγήκε ο αείμνηστος ο παπα-Βαγιανός, που ήταν στο Φαληράκι στην μέση, και έβγαλε άδειες… Τέλος πάντων, αποφασίστηκε να παντρευτούμε. Δεν υπέγραφε ο πατέρας μου. Πήγαμε στο δικαστήριο και, αφού ο δικηγόρος ενημέρωσε ότι είχε βγει η άδεια να παντρευτούμε, πήγε στον παπά τότε στο χωριό και υπέγραψε ο πατέρας μου την άδεια γάμου. Και έτσι παντρεύτηκα με τον Πολυχρόνη. Και ο γάμος ήταν λίγο επεισοδιακός, γιατί απειλούσε ότι θα έρθει με όπλο να μας καθαρίσει όλους. Να φανταστείς, αφού ο παπάς έψελνε και έβλεπε την πόρτα μη τυχόν και γίνει τίποτα και τα είπε να τελειώνει. Τέλος πάντων, δεν έγινε τίποτα. Ήταν όλα απειλές. Εντάξει, μετά από εκεί και έπειτα ήρθε το παιδί. Δεν ήρθε ο πατέρας να μου πει: «Να σου ζήσει το μωρό». Εντάξει, ούτε η μάνα μου. Μετά από ενάμιση χρόνο πήγα εγώ στο σπίτι, πήρα το παιδί… λίγο συμφιλιωθήκαμε έτσι. Ήρθε το δεύτερο παιδί, ούτε στο δεύτερο ήρθε. Η μάνα μου ήρθε. Εκείνος όχι. Ήτανε πολύ πεισματάρης και πολύ, πολύ των παλαιών χρόνων. Τέλος πάντων, ήρθε και το δεύτερο παιδί… είχαμε… τα βρίσκαμε, διαμάχες και έτσι και αλλιώς. Τέλος. Εντάξει, τώρα πια μεγάλωσαν τα παιδιά. Με τον σύζυγο περάσαμε καλά. Εντάξει, δεν… τα συνηθισμένα. Όλα τα ζευγάρια έχουν και τα πάνω τους και τα κάτω τους. Μέχρι τώρα είμαστε μαζί, αποκτήσαμε και ένα εγγονάκι και ήρθε και έδεσε πια η οικογενειακή μας ευτυχία.
Ο άντρας σας τότε πόσων χρονών ήταν;
27. Εγώ ήμουνα 18.
Και πώς γνωριστήκατε;
Ήταν απ’ το χωριό και εκείνος. Τότε γινόντουσαν πάρτι. Δεν υπήρχανε οι δισκοθήκες, τα μπαράκια που υπάρχουν τώρα. Γινόταν πάρτι. Τον γνώρισα σε ένα πάρτι. Εκεί, εντάξει, τον ερωτεύτηκα. Παιδάκι, όμως ήμουνα, ήμουνα μικρούλα. Με τα τωρινά δεδομένα ήμουνα πάρα πολύ μικρή. Με εκείνα τα δεδομένα, σαράντα χρόνια πριν, ήτανε αλλιώς. Εντάξει.
Ο λ[00:05:00]όγος που ήταν αντίθετοι ήταν το πένθος μόνο;
Όχι μόνο το πένθος, γιατί ήταν αντίθετοι και πριν το πένθος. Υποτίθεται ότι εγώ ήμουνα στο Λύκειο, ήμουνα κάπως αυτό, ο άντρας μου ήταν ράφτης… Θεωρούσαν ότι ήταν από υποδεέστερη οικογένεια και δεν ήταν κατάλληλος για εμένα. Αφού μέχρι και τις αδερφές του ο πατέρας μου τους έδωσε άδεια να ’ρθουν να με χτυπήσουν, γιατί να έχω σχέση με αυτόν. Ήρθε μία θεία ένα απόγευμα, ενώ εγώ διάβαζα η καημένη, και άρχισε και με χτυπούσε. Την άρπαξα και εγώ από τα μαλλιά όμως, την έβαλα κάτω. Δεν μιλούσαμε για κάποιο διάστημα μετά, αλλά στο τέλος ήμουνα η καλύτερη ανιψιά. Τι να κάνουμε; Έτσι ήτανε το σόι του πατέρα μου λίγο τραβηγμένο. Από το σόι της μάνας μου ήταν δίπλα μου όλοι. Η οικογένεια της μάνας μου ήταν δίπλα εκτός από την ίδια.
Ποιος σας υποστήριξε;
Το σόι της μάνας. Είχα στήριξη. Εντάξει, και το σόι του συζύγου ήταν όλοι, ήταν δίπλα μας και μετά που παντρευτήκαμε πια, που τους γνώρισα, γιατί δεν τους ήξερα εγώ πριν. Δεν είχαμε κάνει αρραβώνα να τους γνωρίσω και έτσι. Τους γνώρισα, αφού παντρεύτηκα, αλλά ήταν το σόι της μάνας μου. Ο αδερφός της ο ένας είναι στην ηλικία του συζύγου και οπότε καταλάβαινε πιο πολλά. Ήτανε δίπλα μου. Ήτανε πάντα. Βέβαια.
Θυμάστε συγκεκριμένα γεγονότα, όταν πρωτοκλεφτήκατε;
Δηλαδή;
Ας πούμε, τον καιρό που βγαίνετε ακόμα, πριν παντρευτείτε, τι γινόταν; Πώς πηγαίνατε να τον βρείτε;
Πριν, πριν; Με ραντεβού. Εγώ δούλευα σε ένα γραφείο του συνεταιρισμού και έλεγα: «Πάω στον συνεταιρισμό». Έφευγα. Πηγαίναμε σε σπίτια συνήθως, βρισκόμασταν. Δεν είχε και αυτός αυτοκίνητο ούτε μηχανάκι για να πας λίγο… Στην Καλλιθέα πες ήτανε ένα μέρος που πηγαίναμε ραντεβού και σε σπίτια γνωστών. Εγώ έλεγα ψέματα: «Πάω στο γραφείο του συνεταιρισμού» και πήγαινα τον συναντούσα και δεν κάναμε τίποτα. Εντάξει, τότε δεν είχε σχέσεις όπως τώρα. Ήταν πλατωνικές πιο πολύ οι σχέσεις.
Πόσον καιρό κράτησε αυτό; Να φεύγετε κρυφά απ’ το σπίτι;
Τρία χρόνια. Ήτανε οι δικοί μου οι γονείς, ήτανε λίγο πιο αυστηροί. Των άλλων φίλων μου ήτανε πιο μαλακοί, πιο ελεύθεροι. Οι δικοί μου ήταν πάρα πολύ αυστηροί και ο πατέρας μου μέχρι και που πέθανε, πριν οχτώ χρόνια, ήταν αυστηρός. Γιατί αφού γέννησα εγώ τα κορίτσια μου απέκτησα άλλη μία αδερφή μετά, έναν χρόνο πιο μικρή απ’ τη δεύτερη την κόρη μου. Είκοσι δύο χρόνια διαφορά έχουμε. Και με αυτήνα ήταν πολύ αυστηρός. Δυστυχώς ήτανε πολύ παλαιών αρχών. Όχι παλαιών... Αυτά.
Υπήρξε κανένας στο χωριό που μπορεί να σας είχε προδώσει, να σας είχε καρφώσει στον μπαμπά;
Δεν ξέρω. Εκείνος δεν… Τι μάθαινε, από πού μάθαινε, δεν ξέρω ποτέ. Δεν μου έλεγε. Η μάνα μου τον είχε δει το σύζυγο που είχε μπει μέσα στο δωμάτιο και…
Τι έγινε;
Αυτός είχε κρυφτεί και κάτω από το κρεβάτι και φαινόντουσαν τα πόδια του του καημένου. Τότε εκείνα τα χρόνια ήτανε πολύ διαφορετικά.
Τι έκανε η μαμάς σας;
Τίποτα.
Εκείνη την ημέρα;
Τίποτα. Βγήκε έξω, έκατσε, έκλαιγε, γιατί φώναζε κιόλας τα βράδια. Ήτανε… εντάξει, το θέμα του αδερφού μου. Δεν ξέρω γω τι είπε μετά στον πατέρα μου και έτσι. Ποτέ δεν είχαμε συζητήσεις έτσι εμείς. Τώρα είναι αλλιώς τα πράγματα. Και έκλεισε το παράθυρο. Μου το έκλεισε να μην μπαίνει, αλλά εγώ ένα βραδάκι έφυγα απ’ την πόρτα. «Πάω να αγοράσω –της λέω– κόκα κόλα από το μπακάλικο» και από την κόκα κόλα έφυγα.
Οριστικά.
Ναι, οριστικά πες. Πες οριστικά, γιατί μετά, εντάξει, ξαναγύρισα με το ζόρι. Έκατσα στο σπίτι, αλλά έπεφτε ξύλο. Και αυτά. Μετά από ενάμιση μήνα παντρεύτηκα. Έφυγα πια, πήγα στο σπίτι μου. Νοικιάζαμε σπίτι. Μετά από ενάμιση χρόνο μας έδωσαν το σπίτι μου τώρα που έχω, αλλά εντάξει. Οι σχέσεις μας πάντα ήταν μία καλή μία κακή.
Η μέρα του γάμου πώς ήτανε;
Η μέρα του γάμου δεν είχε και τίποτα το ιδιαίτερο. Πήγα εγώ στο σπίτι εκε[00:10:00]ί που θα μέναμε, λούστηκα, με χτένισαν κάποιες κοπέλες. Δεν είχε τότε και κομμωτήρια. Πήγαμε στην εκκλησία. Εντάξει, με συνόδευσε ο παππούς και ο θείος, ο μπαμπάς της μαμάς μου δηλαδή, και ο αδερφός της. Γι’ αυτό σου είπα ότι το σόι της μάνας μου με στήριξε. Αυτοί με συνόδευσαν στην εκκλησία. Από εκεί και έπειτα το θείο μου πάλι πήρα σε ένα τραπέζι που κάναμε οικογενειακό, γιατί δεν κάναμε κάτι όπως κάνουν τώρα δεξιώσεις και τέτοια και αυτό.
Και ποιοι ήταν παρόντες στο γάμο;
Να σου πω ότι η εκκλησία ήταν γεμάτη από κόσμο. Είχε μπόλικο κόσμο, γιατί, εντάξει, έχω και φωτογραφίες από τότε. Αλλά ήταν μόνο η οικογένεια της μάνας μου παρόντες. Η οικογένεια, βέβαια, του συζύγου ήταν όλοι εκεί. Ήτανε φίλοι… Δεν είχαμε καλέσει εμείς κανέναν. Όποιος μάθαινε ότι γινόταν γάμος, ήρθε. Ποτέ δεν κάναμε προσκλητήρια. Είχαμε πάει να βρούμε νυφικό. Η μάνα μου δεν ήθελε να το φορέσω. Έστειλε μήνυμα: «Θα το βάλει, δεν θα το βάλει; Δεν θα το βάλει. Θα βάλει αυτό το νυφικό που θα της δώσω εγώ». Το έβαλα. Τι να κάνω και εγώ; Έβαλα αυτό το νυφικό που ήθελε και πήγα παντρεύτηκα όμως.
Γιατί δεν ήθελε;
Ποτέ δεν ξέρω. Δεν έμαθα ποτέ. Ούτε ρώτησα. Δεν σκάλισα έτσι τα πράγματα να μάθω για ποιον λόγο.
Ποιος σας έδωσε την ευχή του τότε;
Ο παππούς.
Η μαμά σας;
Ποτέ. Ποτέ. Έτσι κρατήσαν κακία μαζί μου, αλλά δεν πειράζει. Δεν πειράζει. Όλα γίνονται για κάποιον λόγο. Ίσως ήταν και λίγο βιαστικό από μένα βέβαια, αλλά παιδάκι τότε, 18 χρονών. Δεν νομίζω ότι και το τωρινό παιδί 18 χρονών θα ένιωθε τόσο ένα πένθος. Δεν το νομίζω. Και μετά από έναν, ενάμιση χρόνο πια. Τέλος πάντων, έτυχε σε μένα.
Φοβηθήκατε την ημέρα του γάμου;
Εγώ; Όχι. Καθόλου. Δεν… Είχαμε πολλές διαφορές με τον πατέρα μου. Είπαμε και λόγια. Είπαμε λόγια, αλλά δεν θέλω ούτε να τα θυμάμαι αυτά. Πολύ δυσάρεστα. Αυτά.
Με το όπλο που πήγαινε τι έκανε; Πού πήγαινε; Ποιον απειλούσε;
Τους πάντες. «Μην πάτε στον γάμο, θα σας καθαρίσω». Η οικογένειά του δεν ήρθε κανένας. Από τα αδέρφια του, τα ανίψια του κανείς. Ευτυχώς που ήταν οι θείοι μου οι άλλοι.
Σκεφτήκατε ποτέ να το εγκαταλείψετε; Πριν παντρευτείτε.
Τι να εγκαταλείψω;
Να πείτε ότι: «Θα χωρίσω με τον άντρα μου. Δεν θα συνεχίσω, αφού δεν τον θέλουνε».
Όχι, όχι. Ποτέ δεν το σκέφτηκα να τον αφήσω. Το σκέφτηκα, αφού παντρεύτηκα. Αφού παντρευτήκαμε το σκέφτηκα πολλές φορές πάνω στον τσακωμό, αλλά εντάξει. Ήτανε περαστικά αυτά. Είναι δύσκολο να συμβιώνεις με έναν άλλο άνθρωπο αρμονικά αρμονικά.
Πώς ήταν, όταν ξαναμιλήσατε με τους γονείς σας;
Εντάξει. Ξαναμιλήσαμε, λίγο τυπικά ήτανε. Δεν ένιωθα ποτέ έτσι δέσιμο. Με την αδερφή μου ποτέ, γιατί δεν ζήσαμε ποτέ μαζί. Οπότε δεν… Λίγο πολύ αισθήματα δεν υπήρχαν.
Πριν τη σχέση σας, πριν τον θάνατο, πώς ήσασταν;
Εντάξει, όπως είναι… όχι όπως τώρα. Εντάξει, ζούσαμε μέσα στο σπίτι. Εντάξει, εγώ πήγαινα και σχολείο. Έλειπα τις ώρες συνήθως τις πρωινές. Εκείνος, ο πατέρας μου, ήταν ταξιτζής, έλειπε και αυτός πάρα πολλές ώρες είτε πρωί ήτανε είτε βράδυ ήτανε. Ήσυχα ήτανε. Δεν δημιουργούσα εγώ θέματα. Τα πιο πολλά θέματα τα δημιουργούσε ο αδερφός μου που ήταν μικρός, ζωηρός. Εκείνος ήτανε ζωηρός. Εγώ δεν τους δημιουργούσα θέματα. Το μόνο θέμα ήταν αυτό με τη σχέση μου. Τι να κάνουμε;
Θυμάστε κάτι άλλο; Κάποια έτσι έντονη στιγμή που δεν θα ξεχάσετε;
Από ποιο; Από τη ζωή τη δική μου; Όχι δεν θυμάμαι κάτι άλλο. Αυτό ήταν. Από το γάμο, πες έναν μήνα πριν τον γάμο, από όταν κλέφτηκα με τον σύζυγο και έπειτα ήταν όλα. Πριν το μόνο έτσι που ήρθε μια-δυο φορές η θεία να με χτυπήσει. Κατά τ’ άλλα δεν έδινα και εγώ –πώς να τ[00:15:00]ο πω;– αφορμές για να δημιουργηθεί κάτι. Να φανταστείς, έφευγα απ’ το σπίτι πιτσιρίκι και πήγαινα στην ξαδέρφη μου που ήταν 100-150 μέτρα παρακάτω και, όταν έβαζε η μάνα μου τη φωνή από την ταράτσα, έτρεχα και γύριζα πίσω. Δεν έφερνα αντίρρηση, ενώ ο αδερφός μου ήταν αντιρρησίας σκέτος. Και ξέραν πού ήμουνα, γιατί παιδάκι πού να πάω; Είχε και μικρά παιδιά εκεί, ήθελα να πάω στα παιδιά να τα δω λιγάκι. Και εγώ όντως πήγαινα εκεί, γιατί ήμουνα και μικρό και, μόλις έβαζε τη φωνή η μάνα, πίσω η Αναστασία έτρεχε.
Οι άλλες οι κοπέλες πώς παντρευόντουσαν; Ήταν τα προξενιά τότε;
Ναι, είχε και προξενιά. Οι άλλες οι κοπελίτσες που ήμασταν μαζί με προξενιό παντρευτήκαν οι περισσότερες. Δεν ήταν η σχέση τους.
Οι γονείς σας προσπάθησαν ποτέ να σας παντρέψουνε εσάς με προξενιό;
Γι’ αυτό δεν θέλανε τον σύζυγο. Να με παντρέψουν, λέει, με προξενιό. Μα εγώ δεν… ήμουνα αντίθετη σε αυτό. Ήταν το μόνο θέμα που τους έφερα αντίρρηση.
Υπήρχε κανένα πρόσωπο κομβικό που σας βοήθησε να προχωρήσετε με τον άντρα σας; Μπορεί να σας έδωσε το σπίτι του, ας πούμε, μπορεί να… όχι.
Όχι. Ένα πρόσωπο μας πήρε μόνο με το αυτοκίνητό του, όταν κλεφτήκαμε. Κατά τ’ άλλα, όχι. Στα σπίτια που βρισκόμασταν ήταν φιλικά σπίτια. Μία στο ένα, μία στο άλλο, μία στο παράλλο. Δεν είχε. Όταν παντρευτήκαμε πια, ο νονός του μας έδωσε ένα σπίτι και μέναμε. Μετά νοικιάσαμε ένα σπίτι εκεί στο χωριό και μετά από ενάμιση χρόνο πια, δύο, αφού τα βρήκαμε με τους γονείς μου, μου δώσανε το σπίτι μου που μένω πες μέχρι τώρα.
Τώρα πώς είστε;
Καλά είμαι. Πολύ καλά είμαι τώρα. Έχω και το εγγονάκι μου. Μία χαρά τώρα.
Και με τους γονείς πια είστε… είχανε φτιάξει οι σχέσεις.
Ναι. Τυπικά όμως. Όχι, μη φανταστείς ότι σαν γονιός που θα πας… Γονιός με παιδί, που θα μιλήσει το παιδί στο γονιό για τα προβλήματά του και τέτοια. Ποτέ. Ποτέ δεν ζήτησα τη βοήθειά τους. Μία φορά μόνο ζήτησα οικονομική βοήθεια και μου τα ζήτησαν πίσω με τόκο. Φαντάσου. Τέλος πάντων. Περάσαν, ξεχαστήκαν, ήρθαν άλλα προβλήματα στη ζωή. Έχει. Τι να κάνουμε; Όταν η κόρη μου ήταν 9 χρονών, η μεγάλη μου η κόρη, έπαθε σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1. Ο γιατρός δεν την πρόσεξε πολύ. Δεν ήξεραν και οι γιατροί τότε πολλά πράγματα. Της δίναμε σιρόπια να φτιάξει, γιατί ήταν, λέει, λόγω ηλικίας, αλλά αντί να φτιάξει χαλούσε. Τέλος πάντων, την πήγαμε στο νοσοκομείο, όπου εκεί το βρήκαν ότι ήταν σακχαρώδης διαβήτης, και οι γονείς μου έριξαν ευθύνες στον σύζυγο. Ακόμα και τότε. Αυτός φταίει, ενώ τα δικά τους τα λόγια δεν έφταιγαν ποτέ.
Τι έφταιγε δηλαδή αυτός; Γιατί έφταιγε;
Αυτός έφταιγε που αρρώστησε το παιδί. Έφταιγε αυτός. Πικραμένη έτσι, αλλά, εντάξει, μόνο με εκείνους. Με τον υπόλοιπο κόσμο είμαι μία χαρά.
Εσείς τότε τι κάνατε, ας πούμε; Όταν ο μπαμπάς σας σήκωνε το χέρι, τι κάνατε;
Τίποτα δεν μπορούσα να κάνω. Τίποτα. Απλώς πήγαινα στην ξαδέρφη μου, γιατί μία φορά με χτύπησε στο σπίτι. Τίποτα δεν έκανα. Πήγα κλείστηκα στο δωμάτιο. Την επόμενη ήταν στης ξαδέρφης μου το σπίτι. Αυτή είχε τηλέφωνο. Τηλεφωνώ την αστυνομία, έρχεται η αστυνομία, του υποδεικνύει ότι δεν πρέπει να το κάνει αυτό αλλά τότε τα κάνανε πλακάκια. Τίποτα, το κάλυψε το θέμα. Του λέγανε: «Πήγαινε και υπόγραψε να παντρευτεί, αφού θέλει να παντρευτεί το παιδί σου αυτόνα» και έτσι πήγαμε δικαστικώς. Την έχω την απόφαση. Ακόμα την κρατάω. Και αφού ο δικηγόρος μας, γιατί τον γνώριζε και τον πατέρα μου, τον ενημέρωσε ότι η απόφαση βγήκε απ’ το δικαστήριο, πριν να υπογραφεί πήγε υπέγραψε να μην έχει… Θα γινόταν ρεζίλι, δηλαδή, αν πήγαινα και έλεγα ότι: «Με την απόφαση δικαστηρίου παντρεύομαι, όχι με τη θέληση του πατέρα μου». Και έτσι πήγαμε στον παπά, υπέγραψε την άδεια και παντρεύτηκα. Ήτανε… να μην τύχει σε κανέναν άλλον. Τώρα πια δεν γίνονται, βέβαια, τέτοια πράγματα αλλά εκεί πάνω σε κάτι χωριουδάκια ίσως να γίνονται ακόμα, να υπάρχουν τέτοια μυαλά.
Μάλιστα.
Μεγάλη ιστορία. Περιληπτικά σου την είπα τώρα, γιατί, αν την πούμε εκτενέσ[00:20:00]τερα… Μας έγραψαν οι εφημερίδες τότε. Ναι. Και τα αποκόμματα ακόμα της εφημερίδας έχω. Σαράντα χρόνια τα κρατώ.
Τι γράφανε;
«Η Αναστασία –με γράφαν και Μαρία τότε– πήγε στο δικαστήριο να πάρει την άδεια να παντρευτεί» και έτσι. Δεν έχει αυτές οι εφημερίδες με τι να ασχοληθούν.
Αν θέλετε, μπορείτε να μας πείτε πιο αναλυτικά τι είχε συμβεί.
Ήτανε τόσα πολλά που δεν νομίζω ότι θα τα θυμηθώ όλα τώρα. Σου λέω αποσπασματικά, ό,τι μου έρχεται τώρα στο μυαλό τα λέω. Για να τα βάλω στη σειρά δύσκολο.
Τα πράγματά σας τα είχατε πάρει από το σπίτι, όταν φύγατε;
Όχι. Τίποτα δεν πήρα και πριν να γυρίσω πίσω τα μοίρασαν σαν να είχα πεθάνει. Πώς είναι όταν πεθαίνει κάποιος και μοιράζουν τα πράγματά του; Έτσι τα είχαν κάνει.
Τα μοίρασε ποιος;
Πήγαν εκεί οι συγγενείς και τους έδωσε ό,τι πράγματα είχα. «Πάρτε τα». Τι να κάνουμε; Σαν να είχα πεθάνει, έτσι; Θεωρούσαν ότι δεν υπήρχα πια. Δεν ένιωθαν και αυτοί εμένα, δεν ένιωθα και εγώ αυτούς, βέβαια. Ίσως ήτανε λίγο λάθος, αλλά είχε γίνει. Θα μπορούσαν να δείξουν κατανόηση, πιο πολλή κατανόηση σε ένα παιδί. Εκείνοι ήτανε και πιο μεγάλοι άνθρωποι. Μεγάλοι… 50 και 40. Εντάξει, ώριμοι άνθρωποι. Εγώ ένα παιδάκι 18 χρονών. Θα μπορούσαν να δείξουν μία άλλη κατανόηση, να μιλήσουν πιο μαλακά, δεν ξέρω πώς να το πω κιόλας. Αλλά ήτανε του ξύλου και του ύψους.
Μένατε στο ίδιο χωριό;
Ναι.
Συναντιόσασταν ποτέ;
Στο λεωφορείο μόνο. Όταν πηγαίναμε, γιατί εμείς φεύγαμε από το χωριό. Πηγαίναμε στη Ρόδο Λύκειο και Γυμνάσιο. Γυμνάσιο, βέβαια, δεν τον γνώριζα, όταν ήμουνα Γυμνάσιο. Στο Λύκειο πια, στο λεωφορείο μέσα συναντιόμασταν, αλλά καθόμασταν δίπλα δεν μιλούσαμε. Εντάξει φαντάσου να δεις… Μετά το πρωί που φεύγαμε και το μεσημέρι πάλι που γυρνούσαμε. Αυτό ήταν. Τα δύο πρώτα χρόνια αυτό ήτανε. Και σε κανένα πάρτι, αν βρισκόμασταν, και έτσι. Δύσκολα, δύσκολα τότε. Τώρα είναι τα παιδιά ζουν ελεύθερα πια. Τότε δεν ζούσαν τα παιδάκια ελεύθερα.
Είχε τύχει ποτέ να τσακωθούν με τον άντρα σας, πέρα από σας δηλαδή;
Μετά τον γάμο, ναι. Όταν ο θείος μου, αυτός που με είχε συνοδεύσει στην εκκλησία, μας είχαν καλέσει στο γάμο και εν τω μεταξύ ο αδερφός του έπαιζε κλαρίνο στους γάμους και, ενώ τον είχαν καλέσει να πάει, η μάνα μου είπε στον θείο μου: «Εάν έρθει, εγώ δεν θα έρθω. Αν έρθει αυτός στον γάμο, εγώ δεν θα έρθω» και ο θείος μου προτίμησε να του πει: «Ξέρεις, Γιώργο, δεν θα έρθεις, γιατί η αδερφή μου δεν θα έρθει στον δικό μου γάμο». Και όταν το έμαθε ο άντρας μου, γιατί την ώρα που τους ντύνανε πήγαμε, δεν τον είδε εκεί τον αδερφό του να παίζει κλαρίνο και έμαθε ότι τον διώξανε και έγινε Τούρκος. Φύγαμε. Δεν πήγαμε τελικά στον γάμο του θείου. Ενώ ήταν ο μόνος που μου στάθηκε, τελικά στον γάμο του δεν πήγαμε.
Και τι έκανε ο άντρας σας;
Τίποτα. Πήγαμε σπίτι, γιατί ήμουνα έγκυος τότε στη μικρή μου την κόρη και είχα και τη μεγάλη μου. Μας πήρε και φύγαμε. Πήγαμε στου αδερφού του το σπίτι, καθίσαμε και ήρθε το λεωφορείο και φύγαμε και πήγαμε στο σπίτι μας. Δεν μιλούσαμε ξανά με τους [Δ.Α.]. Ενώ μιλούσαμε λίγο, τα τσουγκρίσαμε. Γεννήθηκε η μικρή η κόρη, θα τη βγάλουμε Κυριακούλα. Εγώ δεν ήμουνα και τόσο… Κυριακούλα από τον πατέρα μου. Ήταν Κυριάκος. Σε λίγους μήνες μάθαμε ότι είναι έγκυος η μάνα μου και λέω: «Δεν θα το βγάλω Κυριακούλα. Αφού κάναν παιδί δικό τους, ας το βγάλουν εκείνοι Κυριακούλα. Εγώ θα το βγάλω Αργυρώ, που είναι της πεθεράς μου το όνομα». Και δεν ήρθαν στη βάπτιση. Δεν ήρθαν… Στης μεγάλης ήρθαν. Στης μικρής τη βάπτιση δεν ήρθαν. Τη μεγάλη δε, την έβγαλα Μαρία, της μάνας μου το όνομα. Στα βαφτίσια πια συναντηθήκαν με την πεθερά μου. Πήγε η πεθερά μου να την πει τη συμπεθέρα: «Καλορίζικο, συμπεθέρα, το μωρό[00:25:00]» και έγινε πόλεμος. Αυτά εγώ δεν τα πήρα χαμπάρι τότε. Τα έμαθα την άλλη μέρα πια, τι είχε γίνει. Γι’ αυτό ήμουνα και εγώ λίγο κρύα. Ναι. Στη βάφτιση της δεύτερης κόρης ήτανε πόλεμος. Της πρώτης. Στη δεύτερη δεν ήρθαν καθόλου. Αλλά σε καμία κόρη δεν ήρθε να πει ο πατέρας μου: «Καλορίζικο το παιδί». Έπειτα που αρρώστησε η μεγάλη έφταιγε ο μπαμπάς της. Δεν έφταιγε καθόλου η συμπεριφορά του ή τα λόγια του που μου είπε. Τέλος πάντων.
Το χωριό τότε τι στάση κράτησε; Τι έλεγαν;
Τίποτα. Να φανταστείς οι περισσότεροι ήρθαν στον γάμο μου. Γέμισε η εκκλησία χωρίς να καλέσουμε. Πολλοί παρεξήγησαν. «Να δεν μας καλέσατε». «Μα δεν καλέσαμε εμείς κανέναν. Δεν προλάβαμε». Σαββάτο… Παρασκευή υπογράφτηκαν τα χαρτιά, Σαββάτο πήγαμε νυφικό, Δευτέρα έγινε γάμος.
Εσείς πόσων χρονών ήσασταν τότε;
18. Ήτανε Σεπτέμβριος είναι τα γενέθλιά μου. Είχα κλείσει τα 18 και τον Δεκέμβριο παντρεύτηκα.
Αν θυμάστε κάτι άλλο, μπορείτε να το προσθέσετε.
Άμα θυμηθώ κάτι. Τι άλλο να πούμε; Τα παιδικά μου χρόνια καλά ήτανε. Δεν είχα θέμα. Δεν είχα θέμα, όχι. Και στο σχολείο πήγαινα. Ήμουνα καλή μαθήτρια. Να φανταστείς, τελείωσα το Λύκειο με 14 χωρίς φροντιστήρια, που ήταν ένα γενικό Λύκειο, όχι τεχνικό πού ήταν εύκολο. Το γενικό Λύκειο. Ήμουν ένα καλό παιδί. Μόνο η σχέση που έγινα κακό. Κάτι άλλο δεν ξέρω. Τι να πω; Βοήθησέ με. Δεν ξέρω τι να σκεφτώ να σου πω.
Κάτι που δεν θα ξεχάσετε ποτέ;
Όλα αυτά δεν ξεχνιούνται. Όλα αυτά που σου είπα δεν ξεχνιούνται με τίποτα.
Φοβηθήκατε;
Όχι. Ποτέ. Όταν είσαι 18 χρονών, δεν νιώθεις τον κίνδυνο ποτέ. Εγώ βλέπω και τα μικρά τα παιδιά θα τρέξουν και τον δρόμο απέναντι, γιατί έχουν άγνοια κινδύνου. Και εγώ δεν φοβήθηκα, όχι. Ήμουνα και εγώ λίγο πεισματάρα σε αυτό το θέμα.
Ο άντρας σας τι σας έλεγε;
Τίποτα. Αφού δεν τον έβρισκα. Συναντηθήκαμε… συναντιόμασταν στον παππού που έμενα εγώ, αλλά ήταν εκεί ο παππούς, η γιαγιά… τι να; Δεν μιλούσαμε, τίποτα. Ερχόταν, με έβλεπε, τον έβλεπα, έφευγε. Μετά τίποτα. Παντρευτήκαμε. Τελείωσε από εκεί και έπειτα, δεν είχαν δικαιώματα τίποτα. Αυτά.
Ωραία. Ευχαριστούμε πάρα πολύ.
Τώρα δεν θυμάμαι κάτι άλλο πια. Η ζωή μου στα παιδικά μου χρόνια ήτανε νορμάλ, μέχρι που έφτασα στα 18 και άλλαξε όλη η ζωή μετά. Πολλές φορές πήγαινα την Κυριακή στην εκκλησία. Λέω: «Θα πάω στην εκκλησία». Εν τω μεταξύ, δίναμε ραντεβού, βρισκόμασταν σε μία αποθήκη και αφού είχαν γίνει πια όλα αυτά, λέει: «Θέλεις να φύγουμε;». «Και δεν φεύγουμε;» λέω. «Τι τώρα; Τι τα κάνουμε;» Εκείνη την ημέρα ήτανε και Σαββάτο, αν θυμάμαι καλά, είχαμε πάει στις ελιές, γυρίσαμε. Εγώ τι να κάνω; Της λέω: «Πάω να πάρω κόκα κόλα». «Εντάξει». Πήγα να πάρω κόκα κόλα και δεν γύρισα ποτέ. Με ψάχνανε. Τους άφησα σημείωμα στο μαξιλάρι «Εγώ έχω φύγει με τον Πολυχρόνη. Μην ψάχνετε άδικα». Και έτσι φύγαμε. Εκείνη περίμενε, περίμενε να γυρίσω απ’ την κόκα κόλα, εγώ δεν γύρναγα.
Και τι έγινε;
Τίποτα. Την άλλη μέρα μας ψάχνανε. Πήγανε, εκείνη την ημέρα, πήγανε στην πεθερά μου, στον κουνιάδο μου. Ήταν και οι δύο οι κουνιάδοι στο χωριό. Η κουνιάδα μου: «Πού ’ν’ τη; Πού ’ν’ τη;». «Δεν ξέρουμε εμείς τίποτα. Τώρα εμείς τα μαθαίνουμε αυτά». Και έβγαλε, λέει, όπλο: «Θα σας καθαρίσω όλους». Πήγε, λέει, ο αδερφός του, ήταν Κοινοτάρχης ο αδερφός τότε του Πολυχρόνη, και πήγαινε εκεί να τον καλμάρει με τον άλλον τον αδερφό μου. Τους πέταξε και τους καφέδες κάτω, λέει, εμένα μου τα λέγανε, δεν τα έζησα. «Πήγαμε –λέει– εκεί και μας πέταξε και τους καφέδες. Αναποδογύρισε το τραπέζι». Μετά πια τι να κάνουμε; Μέχρι τότε πήγαμε σ’ ένα ξενοδοχείο, η αλήθεια, και ο αδερφός του και η αδερφή του χορεύανε σε μπαλέτο. Όταν ήρθε ο φίλος μας να μας δει, τον είδανε αυτοί και σου λέει: «Αυτός πού πάει;» και τον πιάσανε: «Έλα εδώ –του λένε–, Γιώργο. Πού πηγαίνεις εσύ εδώ;» και αυτός τους τα είπε και έτσι μαθεύτηκε πού ήμασταν. Πήγαμε στο αδερφού του το σπίτι την άλλη μέρα. Γνωρίσαμε τα αδέρφια του, γιατί ο ένας του αδερφός έμενε στη Ρόδο και είπανε: «Πήγαινε –λέει– στον πατέρα σου πίσω». Με κάνανε και γύρισα πίσω, που κακώς, δεν έπρεπε, γιατί υπέφερα μετά έναν μήνα, ενάμιση. Πήγα πίσω, αλλά έπεφτε [00:30:00]ξύλο. Άνοιγαν μύτες, αίματα. Δύσκολα. Μετά, εντάξει, αφού παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, αφοσιώθηκα στην οικογένειά μου. Οι γονείς μείνανε πίσω πια. Όπως σου είπα έτσι, μία καλά και μία κακά ήμασταν. Άμα σπάσει, άμα ραγίσει το γυαλί, τέλος, ναι.
Αφού επιστρέψατε πίσω, πώς μετά ξαναβρεθήκατε με τον άντρα σας;
Δεν βρισκόμασταν, γιατί… μετά που πήγα στον παππού. Αφού έμενα στο σπίτι και έτρωγα ξύλο ήρθε και μπήκε στη μέση και η αστυνομία και έτσι. Λέει: «Να φύγει από εδώ, να πάει να μένει αλλού. Πού μπορεί –λέει– να πάει να μείνει;». Λέει ο παππούς: «Να έρθεις στο σπίτι μου». Εντάξει. Και κατέβηκα από τις Καλυθιές, πήγα στο Φαληράκι. Εκεί ερχόταν κρυφά το βράδυ πια, ερχότανε για κάνα μισάωρο να μας δει και έφευγε.
Ο παππούς τι έλεγε;
Τι να πει ο παππούς; «Ερωτευμένο είναι το παιδί», αλλά δεν του περνούσε τίποτα του παππού. Αφού δεν μπορούσε να κάνει κουμάντο παππούς. Μέχρι και τον παπά φέρανε εκεί και ήρθε και ο πατέρας μου να μιλήσουνε. Τίποτα δεν καταλάβαινε, τίποτα δεν καταλάβαινε. Αφού, σου λέω, μέχρι και τη μικρή την αδερφή μου της έκανε τη ζωή της πατίνι.
Η μαμά σας τι έλεγε στις συγχωριανές;
Τίποτα. Στις ξαδέρφες του, του συζύγου: «Είστε μάγισσες! Μάγισσες» τους φώναζε. Μέχρι τώρα, άμα τις ρωτήσεις, θα σου τα πούνε. Και τι να κάνουν αυτές; Βάζαν κάτω το κεφάλι και φεύγανε. Λένε: «Εμείς τι φταίγαμε; Τι φταίγαμε;». Τις έριχνε και αυτές ευθύνες. Σε όλους. Αφού και για τον θάνατο του αδερφού μου έριχνε ευθύνες σ’ αυτούς, όχι στους δικούς μας, σε αυτούς που παρευρέθηκαν εκεί και δεν τον βοήθησαν όπως έπρεπε. Ενώ τις εξήγησαν πώς και τι. Με το που έπεσε, σκοτώθηκε το παιδί. Δεν φταίνε οι άνθρωποι σε τίποτα. «Όχι, φταίνε! Φταίνε!». Έτσι έριχνε φταιξίματα και μετά σε όλους τους υπόλοιπους. Άνθρωποι που δεν τους γνώριζα εγώ, τους γνώρισα εκ των υστέρων. Τι να πεις; Αυτά.
Ωραία. Ευχαριστούμε.
Δεν ξέρω αν είναι αρκετά αυτά που σου είπα, τι θα κόψεις, τι θα κάνεις, πώς θα το δεις, αν σου άρεσε ή δεν σου άρεσε. Εσύ αποφασίζεις.
Εντάξει, ευχαριστούμε.