Η Χριστίνα Μπαλάσκα μάς ταξιδεύει στην έβδομη τέχνη: Οι κινηματογράφοι του Αγρινίου
Ενότητα 1
Παιδικά χρόνια στο Αγρίνιο και το επάγγελμά της
00:00:00 - 00:10:21
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλημέρα σας. Καλημέρα σας. Θα μου πείτε τ’ όνομά σας; Λέγομαι Χριστίνα Μπαλάσκα. Είναι Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2022. Είμαι με την κυρί…ν ή γενικότερα να ‘χει κάνει, να εξασκηθεί πάνω στους υπολογιστές και να έχει κάνει και κάποια σεμινάρια για να μπορεί να τον λειτουργήσει.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Κινηματογράφοι στο Αγρίνιο και η Κινηματογραφική Λέσχη
00:10:21 - 00:23:28
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Πότε ιδρύθηκαν, πότε άνοιξαν οι δημοτικοί κινηματογράφοι; Το «Ελληνίς» και το «Άνεσις»; Το θερινό, «Ελληνίς», «Η Ελληνίδα μας», για μας του… 3 ευρώ. Είναι μια πολιτική απόφαση και μάλιστα με είσοδο ελεύθερη σε ανέργους, πολύτεκνους, ΑΜΕΑ, μαθητικά, φοιτητικά, με είσοδο ελεύθερη.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Περιστατικά με θεατές, η μεταφορά ταινιών άλλοτε και τώρα, η μπομπίνα, τεχνικές αναποδιές
00:23:28 - 00:36:22
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Θυμάστε κάποια περιστατικά από παλιότερα που εσείς μπορεί να μην ήσασταν παρούσα αλλά να σας τα έχουν διηγηθεί, σχετικά με ανθρώπους που έρχ…ούμε μια λύση» και τελικά όντως άντεξε ο άνθρωπος και μπράβο του, να γίνει η προβολή. Αυτά, ναι, είναι στο πλαίσιο όμως του κινηματογράφου.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 4
Η επιλογη των ταινιών, οι εταιρίες διανομής και το Σινεάκ
00:36:22 - 00:45:45
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Η επιλογή των ταινιών πώς γίνεται; Μπορείτε να μας περιγράψετε τη διαδικασία; Δηλαδή εσείς τις βλέπετε όλες; Πώς γίνεται αυτό; Κι αν έχει αλ…αθητές έγιναν εκατό χιλιάδες μαθητές κι αυτό λοιπόν έχω να πω ότι συνεχίζεται και η Δημοτική Αρχή κι εγώ αισθανόμαστε πολύ, πολύ περήφανοι!
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 5
Περιστατικά με απαγορεύσεις
00:45:45 - 00:56:46
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Έχετε ποτέ αναγκαστεί να σταματήσετε προβολή ταινίας ύστερα από πίεση, θεσμική για παράδειγμα στην πόλη; Ναι. Αυτό ήταν ένα ατυχές γεγονός,…ένα… τα δύσκολα –θα έλεγα– σε ένα πιο μικρό κουτάκι, κρατάω τα άλλα, τα μεγαλύτερα για να συνεχίσω αυτό το καράβι, να πιάνει ωραία λιμάνια.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 6
Η αδυναμία της στο «Ελληνίς» και μια μέρα της αφηγήτριας στον κινηματογράφο
00:56:46 - 01:05:10
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Θα θέλατε να μας διηγηθείτε μία μέρα σας στο σινεμά; Ποιο σινεμά προτιμάτε, εσείς προσωπικά πιο πολύ γιατί και με τα δύο έχετε ιδιαίτερη σχέ…πείτε μου», όλοι να βοηθήσουν, όλοι οι Αγρινιώτες. Είμαστε περήφανοι. Όχι πρέπει να είμαστε… Είμαστε περήφανοι γι’ αυτόν τον κινηματογράφο.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 7
Συναντήσεις με σκηνοθέτες, η περίοδος της καραντίνας και οι αγαπημένες της ταινίες
01:05:10 - 01:12:35
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Ποιες συναντήσεις υπήρξαν καθοριστικές για εσάς μέσα σ’ αυτό το ταξίδι στην έβδομη τέχνη; Άνθρωποι που ήρθαν εδώ, εκτός Αγρινίου, κι επισκέφ… μιλήσω και να εκφράσω την αγάπη μου γι’ αυτό το ταξίδι που ζω, στην έβδομη τέχνη. Καλή συνέχεια σας εύχομαι. Ευχαριστώ πολύ. Να ‘στε καλά.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]Καλημέρα σας.
Καλημέρα σας.
Θα μου πείτε τ’ όνομά σας;
Λέγομαι Χριστίνα Μπαλάσκα.
Είναι Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2022. Είμαι με την κυρία Χριστίνα Μπαλάσκα στο Αγρίνιο. Εγώ είμαι η Έλλη Παντελίδη και είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Πού γεννηθήκατε, κυρία Μπαλάσκα;
Γεννήθηκα εδώ, στην όμορφη πόλη του Αγρινίου, στο κέντρο του Αγρινίου.
Πότε;
Γεννήθηκα το 1974. Από τότε ζω –δεν έχω φύγει καθόλου από αυτήν εδώ την πόλη– και αισθάνομαι πολύ όμορφα γιατί είναι μια πόλη που είναι μεγάλη αλλά ταυτόχρονα δεν είναι πολύ μεγάλη. Δηλαδή κάνω πράγματα πολύ εύκολα, γνωρίζω πολύ κόσμο, μιας και από τη φύση μου είμαι κοινωνική και προσπαθούμε... Κι επειδή βλέπω αυτή η πόλη να κάνει πράγματα και να εξελίσσεται πάρα πολύ γρήγορα, με μεγάλη ταχύτητα, αυτό μου αρέσει, οπότε είναι κι αυτός ένας από τους λόγους που με κάνει να την αγαπώ, να το αγαπώ περισσότερο το Αγρίνιο.
Έχετε κάποιες αναμνήσεις από το Αγρίνιο των παιδικών σας χρόνων και των μαθητικών;
Ου! Έχω πάρα πολλές αναμνήσεις. Όπως σας προείπα, έχω μεγαλώσει στο κέντρο του Αγρινίου, που τότε ήταν βέβαια ένα Αγρίνιο γεμάτο αλάνες. Αυτό που έχω να πω επιγραμματικά είναι ότι μεγάλωσα γεμάτο παιχνίδι, παιχνίδι, παιχνίδι. Ήμουν ένα παιδί το οποίο μου άρεσε συνεχώς να παίζω. Παρόλο που είμαι κορίτσι μου άρεσε πολύ να παίζω με μπάλα ποδοσφαίρου, να κάνω ποδήλατο… Φίλους που είχα και έχω από τα παιδικά μου χρόνια. Αναμνήσεις… Το ότι κάποια κτίρια τα οποία ευτυχώς κάποια είναι ακόμη διατηρητέα στο Αγρίνιο· μέσα εκεί εμείς από κείνα τα χρόνια παίζαμε κρυφτό, κυνηγητό, διάφορα άλλα παιχνίδια. Στις καπναποθήκες που τότε –του Αγρινίου– που υπήρχαν στο κέντρο των αδερφών Παναγόπουλου που έχουν γκρεμιστεί εδώ, των αδερφών Παπαστράτου, που βέβαια το Αγρίνιο –ξέρετε– είναι γνωστό για τα καπνά του. Έχω αναμνήσεις εκεί μέσα που κρυβόμασταν κι εκεί ψάχναμε, βρίσκαμε, έτσι, πράγματα που είχαν σχέση με τον καπνό. Επίσης θυμάμαι τα καπνοτόπια που ήταν μέσα και στα πέριξ του Αγρινίου. Αυτά. Συγκεκριμένη ανάμνηση έχω… Θα πω μία. Τη θυμάμαι γιατί καθώς μεγαλώνουμε είναι, νομίζω, ναι μεν λίγες οι αναμνήσεις αλλά εγώ προσωπικά είμαι ένας άνθρωπος που από τις αναμνήσεις μου, μπορώ και συνεχίζω, χωρίς να σημαίνει ότι με κρατάει πίσω, απλά προσπαθώ την ιστορία μας να την φέρνω συνεχώς μπροστά. Είχα αλλάξει σχολείο κι είχα πάει… από τα μισά της πρώτης δημοτικού πήγαινα στο 3ο Δημοτικό Σχολείο. Εκεί λοιπόν… Που είναι στην περιοχή της Αγίας Τριάδος. Εκεί λοιπόν ήταν η κυρία Ζωή, την θυμάμαι με πολλή αγάπη, με πολύ ωραία μάτια και την πρώτη μέρα που πήγα στο σχολείο, με πήγε ο μπαμπάς μου, θυμάμαι όλη τη διαδρομή, μαζί με τ αδέρφια μου. Εκείνη την ημέρα το σχολείο είχε προγραμματισμένη εκδρομή σε ένα θεατρικό, σε μία θεατρική παράσταση στο ΔΗΠΕΘΕ και η κυρία Ζωή έλεγε στα άλλα τα παιδάκια: «Επειδή πρώτη φορά έρχεται, είναι πολύ μικρή, κρατήστε την από το χεράκι να μην πέσει». Καθώς μπήκαμε μέσα στο ΔΗΠΕΘΕ, στον χώρο του ΔΗΠΕΘΕ, και το θυμάμαι που με πρόσεχαν όλοι, πώς θα καθίσω, μου φαινόταν το ελάχιστο κατηφορικό διάδρομο που έχει το ΔΗΠΕΘΕ μου φαινόταν κατηφόρα εμένα, και ναι, θυμάμαι την προσοχή που μου έδιναν αλλά και τον χώρο που μπήκα. Αυτό.
Έχετε κάποιες αναμνήσεις από το σπίτι στο οποίο μεγαλώσατε; Μεγαλώσατε στην περιοχή της Αγίας Τριάδας λοιπόν;
Ακριβώς. Είναι μια πολυκατοικία που στην συγκεκριμένη μένουμε από τα τέλη του '70, αρχές '80. Μία πολυκατοικία μία οικογένεια. Δηλαδή είναι φοβερό, διότι και τώρα σε πολυκατοικία μένω, ότι αυτό που υπήρχε εκείνα τα χρόνια είναι καταπληκτικό. Δηλαδή μια πολυκατοικία πολύ μεγάλη στο κέντρο του Αγρινίου, ήμασταν είκοσι πέντε οικογένειες αλλά ήμασταν όλες λες και ήταν μία οικογένεια. Πολύ αγαπημένοι όλοι, πολύ δεμένοι. Φώναζε ο ένας, απαντούσε ο άλλος. Τα παιδιά, μεγαλώσαμε μαζί. Τώρα έχουν γίνει άλλοι επιστήμονες, άλλοι μένουν εδώ, ασχολούνται με το εμπόριο, άλλοι έχουν γίνει γνωστοί και, και, και… Κι όμως, εκεί ήμασταν όλοι σαν ένας. Όταν έχασα τον μπαμπά μου, που τον έχασα μικρή, όλη η πολυκατοικία ήταν λες κι ήμασταν μία οικογένεια. Μας στάθηκε, έτσι, κάναμε… ανταλλάζαμε ο ένας κι ο άλλος αυτά τα συναισθήματα, που τα νιώθαμε βέβαια.
Με τι ασχολείστε, κυρία Μπαλάσκα;
Είμαι… Δουλεύω στον Δήμο Αγρινίου τα τελευταία είκοσι δύο χρόνια. Είμαι στην Διεύθυνση του Πολιτισμού και είμαι θεσμικά υπεύθυνη, ασχολούμαι με τις εκδηλώσεις, τις πολιτιστικές του Δήμου Αγρινίου και θεσμικά υπεύθυνη, είμαι υπεύθυνη των Δημοτικών Κινηματογράφων, δηλαδή του θερινού Δημοτικού Κινηματογράφου «Ελληνίς» και του χειμερινού Δημοτικού Κινηματογράφου «Άνεσις» και επίσης είμαι υπεύθυνη της Κινηματογραφικής Λέσχης του Δήμου Αγρινίου.
Όταν λέτε «υπεύθυνη» τι εννοείτε ακριβώς; Ποιες είναι οι αρμοδιότητές σας;
Υπεύθυνη… Υπεύθυνη είναι… Μπορεί όπως ξαναείπα, υπεύθυνη θεσμικά, αλλά εγώ από τη φύση μου και μόνο δεν θεώρησα ποτέ τον… Υπεύθυνη ναι μεν στα κομμάτια τα «δύσκολα» σε εισαγωγικά, εννοώ υπεύθυνη, όχι απλά στο να μην μείνει κλειστός ο κινηματογράφος –δεν το συζητάμε– απλά στο να κλείσω τις ταινίες που επιθυμεί ο κόσμος, να καλύψω όλα τα «θέλω» του κόσμου, ή τουλάχιστον αν αυτό είναι αδύνατον, να προσπαθήσω να το προσεγγίσω, να ακούω και να πιάνω τον σφυγμό όλου του κόσμου· ηλικιωμένοι είναι αυτοί, μεσήλικες, νέοι, παιδιά, σινεφίλ, όλα, όλα, όλους τους κλάδους, και να καλύπτω τα γούστα τους, έτσι ώστε να φέρνω τις ταινίες γιατί είναι δημοτικοί κινηματογράφοι. Κι εκτός από το ότι δεν υπάρχουν άλλοι κινηματογράφοι, δυστυχώς, αυτή τη στιγμή στο Αγρίνιο, σ’ έναν χώρο που είναι γνωστός κι έχει μείνει στην ιστορία αυτή η πόλη για τους κινηματογράφους και για τις καπναποθήκες του. Δυστυχώς λειτουργούν μόνο αυτοί οι κινηματογράφοι, οπότε είναι ένας πολύ σοβαρός λόγος να φέρνουμε ταινίες που να καλύψουμε το μεγαλύτερο κοινό. Εκτός από αυτό, την εύρυθμη, λοιπόν, λειτουργία και όλα τα λειτουργικά, γενικότερα θέλω και με όλους, με όλο το προσωπικό, τους συναδέλφους και νομίζω και γι’ αυτό έχουμε, έτσι, μια ωραία αύρα και μια ωραία ομάδα, ότι εδώ είμαστε συνάδελφοι και ο καθένας έχει αναλάβει το κομμάτι του. Έχουμε... Κατόπιν συζητήσεως έχει αναλάβει ο καθένας το κομμάτι του, που του πρέπει και που του αναλογεί. Δηλαδή ο μηχανικός είναι υπεύθυνος στη σωστή λειτουργία, στο να προβάλλει πριν την ταινία, να δει ότι είναι εντάξει, μια σειρά τέλος πάντων διαδικασιών που πρέπει να κάνουμε. Οι ταμίες ακριβώς το ίδιο, οι καθαρίστριες ακριβώς το ίδιο, οι μεταφορείς το ίδιο, κι εγώ από τη μεριά μου το κομμάτι αυτό το οποίο μου αντιστοιχεί. Το οποίο ναι, είναι πολύ υπεύθυνο αλλά ταυτόχρονα είναι και πολύ ευχάριστο γιατί αν δεν μου άρεσε κιόλας, είμαι σίγουρη ότι δεν θα το έκανα.
Όταν λέτε αυτοί οι δύο οι κινηματογράφοι οι δημοτικοί έχουν απομείνει, αυτό σημαίνει ότι υπήρχαν περισσότεροι τα παλιά χρόνια στο Αγρίνιο;
Το Αγρίνιο όπως προείπα ήταν η πόλη με τους περισσότερους… Γενικότερα στην Ελλάδα είχαμε πάρα πολλούς κινηματογράφους αλλά στο Αγρίνιο είχαμε πάρα πολλούς. Είχαμε και θερινούς, είχαμε και χειμερινούς. Τη δεκαετία του '50, δεν θυμάμαι, και πιο πριν ίσως, είχαμε πάρα πολλούς κινηματογράφους. «Αττικόν», «Παλλάς», «Ολύμπιον», «Ετουάλ», «Ριάλτο», πολλά, πολλά, πολλούς κινηματογράφους και βέβαια με πολύ σινεφίλ κοινό. Δηλαδή, γενικότερα, σας ξαναείπα, σε όλη την Ελλάδα υπήρχε… πήγαινε πολύς κόσμος, αγαπούσε τον κινηματογράφο, ήταν και στις δόξες του. Ειδικά πριν κυκλοφορήσουν τα DVDs κτλ. Αλλά ναι… Αλλά με το πέρασμα των χρόνων, δυστυχώς, απομείναν, επειδή ήταν… τους είχαν ιδιώτες, άλλοι μεγάλωσαν, φύγαν από τη ζωή, τα παιδιά τους δεν ήθελαν να ακολουθήσουνε αυτό τον ίδιο δρόμο και μπορεί να μην το ‘χαν κιόλας. Και μάλιστα αυτή τη στιγμή, στο Αγρίνιο εναπομείναντες, εν ζωή, μηχανικοί κινηματογράφου, που να μπορούν να παίξουν την μπομπίνα, την τριανταπεντάρα, έχω να πω ότι είναι ελάχιστοι, δηλαδή μετρημένοι στα δάχτυλα, δύο, τρεις το πολύ. Δεν έχει μείνει, έχουν φύγει δυστυχώς όλοι από τη ζωή διότι και πλέον η [00:10:00]μπομπίνα έχει αντικατασταθεί με τον προτζέκτορα, τον 2D ή τον 3D, που σημαίνει ότι μπορεί να τον προβάλλει, να προβάλλει απ’ τον προτζέκτορα και κάποιος νέος ο οποίος μπορεί να ‘χει τελειώσει μηχανολόγος μηχανικών ή γενικότερα να ‘χει κάνει, να εξασκηθεί πάνω στους υπολογιστές και να έχει κάνει και κάποια σεμινάρια για να μπορεί να τον λειτουργήσει.
Πότε ιδρύθηκαν, πότε άνοιξαν οι δημοτικοί κινηματογράφοι; Το «Ελληνίς» και το «Άνεσις»;
Το θερινό, «Ελληνίς», «Η Ελληνίδα μας», για μας τους Αγρινιώτες που είμαστε πολύ υπερήφανοι για αυτήν, άναψε το πρώτο του καρβουνάκι το 1952. Ήταν επί ιδιοκτησίας Κονταξή. Αυτός λοιπόν λειτούργησε από τον ιδιώτη μέχρι, έως και το 1982 και τότε –αυτά μου τα λέγαν γιατί εγώ δεν είχα αναλάβει ακόμη– και τότε ήταν να τον κλείσει μάλιστα και να δοθεί αντιπαροχή για να χτιστεί εκεί άλλη μία πολυκατοικία στο κέντρο του Αγρινίου. Εκεί λοιπόν μια ομάδα ανθρώπων απευθύνθηκε στον αείμνηστο δήμαρχο, τον τότε Στέλιο Τσιτσιμελή, έγιναν οι κατάλληλες και οι άμεσες ενέργειες. Φτάσανε μέχρι το Υπουργείο Πολιτισμού που τότε ήταν η Μελίνα η Μερκούρη, και τελικά ο Δήμος Αγρινίου κατάφερε, και διεσώθη ο Δημοτικός Κινηματογράφος «Ελληνίς». Μπράβο εννοείται και στον δήμαρχο αλλά και σ’ αυτόν τον κόσμο. Ήταν μέλη της Κινηματογραφικής Λέσχης. Ήταν ο Κώστας ο Πατρώνης, ήταν η Γιούλα η Τζογάνη, ήταν πολλοί που μπήκαν μπροστά γι’ αυτό το πράγμα. Μπράβο που το Αγρίνιο έχει τέτοιους ανθρώπους που –γιατί έχω ακούσει και για άλλα γεγονότα, για άλλα κτίρια και συνεχίζουν ακόμη, για διατηρητέα– προσπαθούν να τα διασώσουν γιατί έτσι νομίζω ότι διασώζουμε την ιστορία μας, τις μνήμες μας, τις ρίζες μας, που είναι αυτές που δεν πρέπει να ξεχνάμε για να πάμε μπροστά. Οπότε το «Ελληνίς» λειτουργεί κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Το «Ελληνίς» ξεκινά από τον Μάη έως και τον Οκτώβρη με ταινίες και πρώτης προβολής αλλά και με ταινίες που είναι σε επανεκδόσεις. Ταυτόχρονα επειδή αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν πολλές αίθουσες για να φιλοξενήσουμε θέατρα, έρχονται και… περιορισμένες βέβαια γιατί είναι κινηματογράφος κι αυτό δεν θέλουμε ν’ αλλάξει με τίποτα, φιλοξενούμε δυο-τρεις θεατρικές παραστάσεις το καλοκαίρι και δυο-τρεις συναυλίες. Έχουμε φτιάξει και πολύ ωραίο μπαρ-κυλικείο το οποίο το έχουμε ονομάσει «Αποδίπλα», μια λέξη, γιατί εμείς εδώ στο Αγρίνιο είναι και η αργκό μας, έτσι, λίγο περίεργη και λέμε: «Πού πας; Πάω αποδίπλα», λοιπόν, το οποίο είναι ακριβώς από δίπλα από το «Ελληνίς», ένας υπέροχος, έτσι, πολύ γεμάτος χώρος, και κάθε χρόνο λοιπόν εκεί προσπαθούμε να κάνουμε κι από κάτι. Εννοείται ότι είμαι θεσμικά υπεύθυνη αλλά δεν θα μπορούσα… Εννοείται ότι η προϊσταμένη μου είναι η Δημοτική Αρχή, η εκάστοτε Δημοτική Αρχή κι εννοείται ότι έχω, πρέπει να έχω μια συνεργασία άψογη για να μπορούμε να το πάμε πιο κει. Έχω να πω ότι όλοι, όλοι δίνουν προτεραιότητα στον πολιτισμό. Οπότε επειδή βρίσκω ανταπόκριση, το πάμε. Το πάμε όλοι μαζί. Δεν είμαι μόνη μου. Το πάμε όλοι μαζί ένα βήμα πιο κει. Κάθε χρόνο λοιπόν προσπαθούμε να κάνουμε και κάτι και φέτος... Να, πέρυσι, πήραμε καινούρια τραπεζάκια, αυτά τα παλιά τα στρογγυλά, του καφενείου, αυτά τα όμορφα. Πρόπερσι μπορεί να πήραμε καινούρια καθίσματα. Παραπρόπερσι μπορεί να κάναμε κάτι στα καμαρίνια. Φέτος λοιπόν έχω να πω ότι ήταν ένας τοίχος, ένας γκρι τοίχος, έτσι, πολύ άσχημος, πολύ… και σκεφτόμουνα όλα αυτά τα χρόνια τι μπορούμε να κάνουμε. Είχαν έρθει, φώναζα διάφορους κατά καιρούς. Έλεγα να μου πουν κάποιους που έχουν σχέση με το θέατρο, τον κινηματογράφο, αρχιτέκτονες, τι θα μπορούσαμε να κάνουμε. Και τελικά έχω να πω ότι πριν… Φέτος λοιπόν, φιλοτεχνήθηκε από τον ζωγράφο τον Αγρινιώτη –το ένα από τα τρία αδέρφια γιατί είναι τρεις που μεγαλουργούν σε αυτό το κομμάτι– τον Δημήτρη, τον Κρέτση. Και έχω να πω –τον Αγρινιώτη βέβαια–, έχω να πω ότι όλο αυτό ξεκίνησε… Τον Δημήτρη τον Κρέτση τον ξέρω γιατί κι αυτός μεγάλωσε στην Αγία Τριάδα, μαζί παίζαμε λοιπόν στις αλάνες. Τέσσερα αδέρφια αυτά, τέσσερα αδέρφια εμείς, όλα μια παρέα. Πριν δυο-τρία χρόνια κι ενώ περνάει –μένει στην Αθήνα βέβαια ο Δημήτρης– ενώ περνάει απέξω ένα καλοκαίρι μαζί με τον γιο του, ακούγεται μέσα από το «Ελληνίς» η μουσική από την ταινία Σινεμά ο Παράδεισος. Του λέει: «Πάμε λίγο να μπούμε μέσα, έχω να μπω πολλά χρόνια». Και τελικά… Ήταν αργά, βέβαια, νύσταζε ο γιος του και κείνη τη στιγμή έτυχε και βγαίνω απέξω. «Δημήτρη τι κάνεις;», εκεί, μιλήσαμε λίγο, χαρήκαμε, οπότε τον κράτησα και λίγο παραπάνω. Και με αφορμή του λέω: «Ρε Δημήτρη, να, κοίταξε εκείνος ο τοίχος απέναντι… Θα μπορούσες κάποια στιγμή… Κάνεις τόσα σε όλη την Ελλάδα, ζωγραφίζεις παντού». Έχει ζωγραφίσει στην Αθήνα, σε κεντρικά σημεία, στη Θεσσαλονίκη, στην Αλεξανδρούπολη, στην Καλαμάτα, παντού. Λέω: «Εδώ;». Μου λέει: «Βέβαια, γιατί όχι… Μα… Κι εγώ θα το ήθελα πάρα πολύ γιατί είναι πόλη μου και ναι, θα το κάνω μετά χαράς, θα το κάνω μάλιστα δώρο». «Επικοινώνησέ το», μου λέει, «με την Αντιδήμαρχο, με τον Δήμαρχο και από μένα…». Και τελικά το είπε και το έκανε, κράτησε τον λόγο του και φέτος το καλοκαίρι ήρθε και φιλοτέχνησε τον Τσάρλι Τσάπλιν από τον ξένο κινηματογράφο και τον Θανάση Βέγγο, εδώ τον δικό μας, τον θρύλο της έβδομης τέχνης. Και οπότε έχει ομορφύνει περισσότερο το –ακόμη περισσότερο– άλλη μια πινελιά στο «Ελληνίς».
Και το «Άνεσις» πότε άνοιξε τις πόρτες του;
Το «Άνεσις»… Το «Άνεσις» άνοιξε τη δεκαετία του '60, ήταν ιδιοκτησίας του κυρίου Κατσίκη, είναι ένας κινηματογράφος που είναι από τους μεγαλύτερους στην Ελλάδα. Η χωρητικότητά του είναι εξακοσίων πενήντα θέσεων, έχει και τον εξώστη. Κι έχω να πω ότι λειτούργησε και δύο χρόνια περίπου και θερινός στην ταράτσα του «Άνεσις», απλά λόγω λειτουργικών προβλημάτων, δηλαδή πολλές σκάλες, δεν υπήρχε ανελκυστήρας, και μάλιστα δίπλα υπάρχει και η Χριστιανική Ένωση, υπήρχε και υπάρχει η Χριστιανική Ένωσις, οπότε υπήρχαν και κει κάποια προβλήματα –δεν ξέρω όμως τι ακριβώς– τέλος πάντων λειτούργησε μόνο για δύο χρόνια. Είναι ένα κινηματογράφος που εδώ μέσα έχει περάσει εκατομμύρια κόσμος, είναι ένας κινηματογράφος ο οποίος δούλευε καθημερινά κατά τους χειμερινούς μήνες εκτός από την Μεγάλη Παρασκευή, όπως και τώρα, δεν έκλεινε ποτέ. Δούλευε επίσης και το Σινεάκ εκείνα τα χρόνια το οποίο ξεκινούσε από το πρωί μέχρι και το βράδυ αργά. Μετά, επίσης τη δεκαετία του '90 πέρασε κι αυτό στα χέρια… Έμεινε για κάποια χρόνια κλειστό, μετά πήγε στην… Ήρθε τέλος πάντων μετά από μια σειρά διαδικασιών στον Δήμο Αγρινίου. Και ξεκίνησε να λειτουργεί αλλά τώρα ξεκίνησε να λειτουργεί πλέον στο φάσμα και στο πλαίσιο που λειτουργούν οι κινηματογράφοι στην Αθήνα. Δηλαδή προβολές, όπως σας είπα, καθημερινά, ταινίες πρώτης προβολής, εννοείται το Σινεάκ, αυτό είναι ένα κομμάτι από μόνο του που θα ‘θελα πολύ να αναφέρω. Μου αρέσει πολύ να αναφέρομαι σε αυτό και προχωράμε. Προχωράμε γιατί είναι ο κόσμος που το θέλει. Μπορεί να έχουν έρθει τα συνδρομητικά κανάλια, μπορεί να έχουν έρθει οι ταινίες που τις κατεβάζεις πια εύκολες, αλλά ναι, οι Αγρινιώτες έχουμε αγκαλιάσει τους κινηματογράφους. Απλά στο «Άνεσις» κάθε Τρίτη, η βραδινή προβολή ανήκει στην Κινηματογραφική Λέσχη. Το τρίτο κομμάτι λοιπόν. Κινηματογραφική Λέσχη. Όταν ανέλαβα κι όταν ξεκίνησα αυτό το ταξίδι στην έβδομη τέχνη, ήταν ένα κομμάτι που μπορώ να πω ότι με άγχωνε περισσότερο από όλα γιατί η Κινηματογραφική Λέσχη είναι μια μεγάλη ιστορία του Αγρινίου. Το 1977, αυτοί οι φίλοι που σας είπα και που μπήκαν μπροστά για να διασωθεί το «Ελληνίς», το 1977, μια ομάδα Αγρινιωτών που είχαν έναν κοινό στόχο και σκοπό, την αγάπη για τον κινηματογράφο και τον εθελοντισμό, δημιούργησαν το Κινηματογραφικό Εργαστήρι του Δήμου Αγρινίου. Μόνοι τους λοιπόν αυτή η ομάδα, επέλεγε τις ταινίες· δεν ήταν καθόλου απλή διαδικασία να έρθουν τότε οι ταινίες από την Αθήνα στο Αγρίνιο. Επίσης, εκτός από τον λόγο ότι η διαδικασία να κλείσεις με φαξ και τα λοιπά τις ταινίες και το οικονομικό και οι τράπεζες και όλο αυτό. Οι ταινίες έχω να πω ότι τώρα έρχονται σ’ έναν σκληρό δίσκο. Τότε οι ταινίες έρχονταν σε μπομπίνες. Που τι εννοούμε; Επειδή οι ταινίες ήταν οι περισσότερες και μεγάλε[00:20:00]ς σε διάρκεια, σημαίνει ότι έρχονταν πολλά κομμάτια ταινιών σε μπομπίνες. Ήταν πολύ βαριά. Οπότε, εκ περιτροπής ο καθένας, καθημερινά ή μια φορά την εβδομάδα όποτε προβάλλονταν, πήγαινε στο ΚΤΕΛ και έφερνε, αναλάμβανε αυτό το κομμάτι. Μετά έπρεπε να το πάρεις, να το ανεβάσεις, –ενώ, ξαναλέω, ήταν πολύ βαρύ– στην καμπίνα. Μόνοι τους έφτιαχναν χειροποίητες αφίσες, ζωγράφιζαν, έγραφαν κριτικές, ψάχναν για την κάθε ταινία. Κι έτσι είχε σαν αποτέλεσμα αυτό να το μεγαλώσουν και να… Οπότε κάποια στιγμή αυτό είχε σταματήσει για λίγο χρονικό διάστημα και στις αρχές του 2000, τότε που άρχισα κι εγώ, ξαναπήρε μπρος ως Κινηματογραφική Λέσχη του Δήμου Αγρινίου. Γι’ αυτό λέω, ήταν ένα κομμάτι το οποίο έχει μια πολύ μεγάλη ιστορία και της πρέπει της Κινηματογραφικής Λέσχης να υπάρχει και μία συνέχεια. Οπότε μαζεύτηκαν κάποιοι από το χθες, κάποιοι ήρθαν σήμερα και υπάρχει βέβαια και ανοιχτή πρόσκληση για όποιον επιθυμεί να συμμετάσχει στην ομάδα της Κινηματογραφικής Λέσχης. Η οποία τι κάνει; Βρισκόμαστε κάποιες φορές, όποτε θέλουμε, έχουμε γίνει πολύ φίλοι μεταξύ μας, μιλάμε πολύ για τον κινηματογράφο και επιλέγουμε ταινίες. Έχουμε κάνει τέτοιο ωραίο παρεάκι που ερχόμαστε εδώ, βλέπουμε τις ταινίες, έχουμε φέρει πολύ περισσότερο κόσμο μέσα, που μετά από το τέλος μιας ταινίας, χωρίς να έχει προγραμματιστεί κάτι, χωρίς να είναι κάτι στημένο, μιλάμε ακόμα στο φουαγιέ του κινηματογράφου, λέμε τις ιδέες μας, ρωτάμε: «Τι έγινε εκεί, πού, πώς». Κι έτσι, αυτό το κομμάτι, λοιπόν, έχει μεγαλώσει, έχει βρει τον χώρο του εδώ, στον Δημοτικό Κινηματογράφο «Άνεσις». Λειτουργεί, ξαναλέω, κάθε Τρίτη, ώρα εννέα και μισή, με πρόγραμμα το οποίο ξεκινάει την πρώτη Τρίτη του Νοεμβρίου και τελειώνει κάθε χρόνο την τελευταία Τρίτη του Μαρτίου. Αυτά.
Τι είδος ταινιών συνήθως επιλέγει η Κινηματογραφική Λέσχη;
Η Κινηματογραφική Λέσχη επιλέγει καθαρά ταινίες-αριστουργήματα θα έλεγα, αριστουργήματα. Ταινίες τις οποίες, είναι σινεφίλ καθαρά οι ταινίες. Μπορεί να είναι κάποιες ταινίες οι οποίες είναι… Είναι ταινίες πιο ψαγμένες, θα έλεγα, χωρίς να θέλω να χαρακτηρίσω κάτι ή να δείξω κάτι ιδιαίτερο. Είναι ταινίες οι οποίες είναι για λίγους. Δηλαδή είναι ταινίες οι οποίες δεν βγήκαν ποτέ σε αίθουσες, στα Village, στα λοιπά, από μεγάλες εταιρίες. Είναι ταινίες που τις φέρνουν εταιρίες διανομής πιο μικρής εμβέλειας. Είναι ταινίες οι οποίες έχουν βραβευτεί σε κάποια φεστιβάλ στο εξωτερικό. Είναι ταινίες οι οποίες μπορεί να βγήκε πριν από τριάντα χρόνια, πριν από πενήντα χρόνια αλλά να έχει… Δηλαδή πχ. ξέρω γω την Casablanca την οποία μπορεί να την έχουμε φέρει πέντε φορές αλλά να την φέρουμε άλλες πέντε και να έχει πολύ κόσμο γιατί μπορεί να την είδαμε και να μας άρεσε και θα ‘ρθούμε πάλι να τη δούμε ή μπορεί και κάποιοι άλλοι μεγαλώνοντας να θέλουν να τη δουν. Αυτές τις ταινίες. Και υπάρχει και ειδική τιμή για αυτό. Δηλαδή μόνο 3 ευρώ. Είναι μια πολιτική απόφαση και μάλιστα με είσοδο ελεύθερη σε ανέργους, πολύτεκνους, ΑΜΕΑ, μαθητικά, φοιτητικά, με είσοδο ελεύθερη.
Ενότητα 3
Περιστατικά με θεατές, η μεταφορά ταινιών άλλοτε και τώρα, η μπομπίνα, τεχνικές αναποδιές
00:23:28 - 00:36:22
Θυμάστε κάποια περιστατικά από παλιότερα που εσείς μπορεί να μην ήσασταν παρούσα αλλά να σας τα έχουν διηγηθεί, σχετικά με ανθρώπους που έρχονταν στο σινεμά να παρακολουθήσουν ταινία αλλά μπορεί να μην έμπαιναν μέσα, ήταν απέξω; Θυμάστε κάποια τέτοια ευτράπελα; Σας έχουν διηγηθεί κάτι τέτοιο;
Τόσα χρόνια ακούω πολλά. Πολλά, πολλά, πολλές ιστορίες. Και μ’ αρέσει και μάλιστα επιδιώκω πολλές φορές, κάποιοι άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει, να τους παίρνω τηλέφωνο και να τους λέω... π.χ. τον κύριο Θανάση, τον μηχανικό, τον Γαλαζούλα. Ο κύριος Θανάσης, ο Γαλαζούλας από μικρό παιδάκι είναι αυτός που όταν δούλευε, δηλαδή μιλάμε τώρα για τη δεκαετία του '60 που δούλεψε ο θερινός κινηματογράφος του «Άνεσις», ήταν που ο μπαμπάς του, λοιπόν, είχε το σνακ μπαρ τότε που φέρνανε πορτοκαλάδες και τις κουβάλαγε μικρό παιδάκι από το ισόγειο πάνω κι ανεβοκατέβαινε, μου λέει: «Ήμουνα πολύ αδύνατος, ανεβοκατέβαινα συνέχεια, ανεβοκατέβαινα συνέχεια». Αλλά κρυβόταν και ταυτόχρονα μέσα στην καμπίνα του μηχανικού για να δει την ταινία που προβάλλει. Ο κύριος Θανάσης, έχω ταυτίσει τον κύριο Θανάση με τον Alfredo, έχω ταυτίσει τον κύριο Θανάση με την ταινία Σινεμά ο Παράδεισος. Και πώς; Αυτό βέβαια, ο κύριος Θανάσης που μετά μεγάλωσε και δεν έφυγε… Μπορεί ταυτόχρονα να έκανε κι ένα δεύτερο επάγγελμα κάποια στιγμή για το προς το ζην, να πήγαινε και σ’ ένα ξυλουργείο, αλλά από δω μέσα δεν έφυγε ποτέ. Με κάποιον τρόπο, είτε έφτιαχνε τα ξυλουργικά αλλά ταυτόχρονα έμπαινε και στην καμπίνα είτε ήταν μεταφορέας κάποιων δεμάτων, τα έφερνε, έμπαινε και στην καμπίνα. Οπότε ήταν αυτός που έμαθε, που αγάπησε τον κινηματογράφο, που συνεργάστηκα μαζί του άψογα και που μου έχει διηγηθεί πάρα, πάρα πολλές ιστορίες. Μου έχει πει ότι πολλές φορές του φώναζαν όταν… Ξέρετε, παλιά οι μηχανές, οι μπομπίνες λειτουργούσαν με κάρβουνο. Που βέβαια το κάρβουνο δεν είναι παίρνω το κάρβουνο αυτό που ξέρουμε, που ανάβουμε φωτιά ας πούμε, είναι κάρβουνα, ηλεκτρόδια. Κι εγώ παλιά έλεγα: «Τι είναι αυτό το κάρβουνο;». Είναι κάτι ηλεκτρόδια, ας πούμε, το οποίο καίγεται και ανάλογα με την ένταση αυτή, ένταση του φωτός και της μηχανής και προβάλλονταν η ταινία. Φώναζε λοιπόν το κοινό όταν έπεφτε η δέσμη φωτός, φώναζε το κοινό: «Ρίξε κι άλλο κάρβουνο, χασάπη!». Αυτό είναι μια από τις, έτσι, φράσεις που έχει μείνει στον κινηματογράφο. Κάποια φορά είχε έρθει εδώ η Σαπουντζάκη, γιατί είχε λειτουργήσει και ως θεατρική σκηνή για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, η οποία Σαπουντζάκη ήταν πολύ όμορφη, ήταν έτσι πολύ… Είχε γεμίσει η αίθουσα, τέλος πάντων, άντρες για να απολαύσουν την Σαπουντζάκη και συνεχώς επειδή βέβαια ήταν σε εισαγωγικά «απαιτητική», με την έννοια ότι ήταν και το «νούμερο ένα» τότε και ο κύριος Θανάσης πήγαινε συνεχώς εκεί να την τρατάρει κάτι: «Σας φέραμε ένα αναψυκτικό, ένα ποτό», για να τη δει και να τη θαυμάσει. Αυτό ήταν ένα γεγονός. Άλλο ένα γεγονός που μου έχει πει, ήταν λίγο μετά τη Μεταπολίτευση, ήταν μια ταινία που… Με… Δεν θυμάμαι τον τίτλο… Μία πολεμική, τέλος πάντων, μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας. Ήταν εκείνη η εποχή νομίζω που στον κινηματογράφο έρχονταν και ασφαλίτες οι οποίοι ήταν ντυμένοι με πολιτικά, όμως, ρούχα ανάμεσα στο κοινό. Και κάποια στιγμή λοιπόν που η Ρωσία πολεμούσε και κέρδιζε υπέρ της Γερμανίας, σηκώθηκε κάποιος απάνω και από τη μεγάλη του ένταση κι από τη μεγάλη του λαχτάρα, φώναξε: «Μπράβο ρε, καλά να τους κάνετε!». Και τότε λοιπόν, σηκώθηκε ένας από την παρέα και πάει και του λέει: «Κύριε, ακολουθήστε με στο τμήμα!», του είπε ψέματα ότι είναι ασφαλίτης. Κι εκείνος σηκώθηκε πάνω πολύ ξαφνιασμένος και λέει: «Ρε παιδιά, ο μοναδικός κομμουνιστής είμαι εγώ εδώ μέσα;» και άρχισαν όλοι να γελάνε. Έχουν υπάρξει πολλές τέτοιες πλάκες. Αυτά όσον αφορά το «Άνεσις». Όσον αφορά το «Ελληνίς», εκεί τι να πω, εκεί κάθε φορά, και τώρα που ανοίγουμε κάθε καλοκαίρι, παππούδια τώρα, έρχονται στην είσοδο, μπαίνουν μέσα, ρίχνουν μια ματιά τριγύρω κι εγώ –άλλο που δεν θέλω– τους πιάνω κουβέντα. Είναι αυτά λοιπόν, είναι αυτοί οι κύριοι, οι κύριοι, οι οποίοι μεγάλωσαν στο «Ελληνίς», οι οποίοι πήγαιναν στην απέναντι σκαμνιά που υπήρχε τότε, σκαρφάλωναν –να, το λέω και συγκινούμαι– για να ρίξουν ματιές γιατί δεν είχαν λεφτά να μπουν για να δουν λίγο μία ταινία. Αυτοί λοιπόν περνάνε ακόμη από κει και μας δίνουν δύναμη. Αυτά.
Μου αναφέρατε πριν ότι παλιά η διαδικασία μεταφοράς της ταινίας ήταν πολύ διαφορετική απ’ ότι τώρα, που έρχεται σ’ ένα δίσκο. Πώς ήταν δηλαδή; Πώς γινόταν;
Ερχόταν πάντα, ήταν σε κομμάτια, δηλαδή ήταν οι μπομπίνες… Πείτε ότι μια ταινία είχε διάρκεια τρεις ώρες. Ήταν σε πέντε κομμάτια. Αυτή λοιπόν η μπομπίνα την έπαιρνε ο μηχανικός στην καμπίνα του, την έβαζε στη λεγόμενη αρουλέζα. Εκεί λοιπόν συνέδεε τα δυο τα κομμάτια, με φιλμ ήταν αυτά, είναι κομμάτια έτοιμα τα οποία τα είχαν οι μηχανικοί, αυτοί τα ξέραν καλύτερα, κι έτσι με την ίδια διαδικασία επέστρεφαν πάλι πίσω. Δηλαδή μεγάλη διαδικασία να τα αποδεσμεύσεις και μετά να τα τοποθετήσεις πάλι στα κουτιά ξανά κάτω, ξανά στο ΚΤΕΛ και ξανά πίσω. Το ΚΤΕΛ λοιπόν και ο μεταφορέας απ’ τον κινηματογράφο στο ΚΤΕΛ και από το ΚΤΕΛ της Αθήνας και πάντα έχουμε κι έναν μεταφορέα στην Αθήνα, στην πρωτεύουσα. Εγώ έχω συνεργαστεί με τρεις, πολλά χρόνια, δηλαδή ο ένας, μετά χρειάστηκε να φύγει, τώρα έχω κάποιον άλλον κι έτσι γινόμαστε και φίλοι γιατί αυτό είναι… Εγώ δεν μπορώ να λειτουργήσω χωρίς αυτόν, θα κλείσω την ταινία, έχει μια διαδικασία, όπως κι εσύ προείπες. Να κλείσουμε την ταινία η οποία είναι μία διαδικασία, να υπογράψεις τα συμβόλαια, μία [00:30:00]δεύτερη, αλλά και το να έρθει η ταινία σωστά στην ώρα της και τώρα, μιλάμε, είναι πιο εύκολη γιατί έρχεται μόνο σε έναν σκληρό δίσκο. Αλλά υπήρξαν και κάποια προβλήματα με ταινίες που κάποτε σπάγαν τα ταμεία κι επίσης τότε η διαδικασία ήταν πιο δύσκολη. Τι εννοώ; Εννοώ ότι για παράδειγμα όταν έβγαιναν κάποιες μεγάλες ταινίες, γνωστές στον κόσμο όπως ο Άρχοντας των Δακτυλιδιών, ο Χάρι Πότερ… Αυτές οι ταινίες λοιπόν, όταν μάλιστα ήταν παγκόσμια πρεμιέρα και ταυτόχρονα προβάλλονταν κι εδώ στο Αγρίνιολ, αυτή την φέρναν, μιλάμε τότε όμως ήταν εποχές πριν την κρίση, μιλάμε για πολλές χιλιάδες ευρώ στοίχιζε κάθε ταινία. Και η κάθε ταινία ερχόταν με σεκιούριτι, την οποία την φέρναν από την Αθήνα με μια ομάδα, έπρεπε να την παραλάβω εγώ την ίδια ημέρα για να ανέβει στην καμπίνα, για ποιον λόγο; Για να μην προλάβει κανείς να την αντιγράψει, να μην προλάβει κάποιος, μπει μέσα, την κλέψει, όλα αυτά. Έχει έρθει και ταινία από την Αθήνα πολύ αργά το βράδυ κι εγώ έπρεπε να την παραλάβω. Ήταν όμως, ναι, δύσκολο από τη μία. Είναι από τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε αλλά από την άλλη, στο πλαίσιο της αγάπης για τον κινηματογράφο, δεν μας πτοούν αυτά, ποτέ δεν μας κούρασαν.
Έχει συμβεί ποτέ καμία αναποδιά αναφορικά με αυτή τη διαδικασία τότε, παλιά; Θυμάστε κάποιο περιστατικό ή όχι;
Πολλά. Έχουν έρθει κάποιες ταινίες… Καλά, δεν μιλάω για τεχνικά προβλήματα, έχουν συμβεί πάρα πολλά. Έχει συμβεί… Έχω πάθει, σε εισαγωγικά, «εγκεφαλικά» πολλές φορές εδώ. Προσπαθώ –μάλλον η εμπειρία μου μ’ έχει βοηθήσει σε αυτό– να είμαι λίγο πιο ψύχραιμη. Δηλαδή έχει τύχει να είναι ο κινηματογράφος γεμάτος και να σταματάει η ταινία. Αυτό γιατί υπήρξε μια διακοπή από τον προτζέκτορα που έπρεπε… που επίσης θέλει μια διαδικασία για να ξεκινήσει. Έχει γίνει φέτος το καλοκαίρι, μάλιστα –πολύ πρόσφατα– έχει γίνει ένα λάθος από την εταιρία –θα το πω μηχανικό λάθος, δεν θα… τέλος πάντων ένα λάθος– και έκλεισε η ταινία. Οι ταινίες όταν μας έρχονται, μας έρχονται σε περιορισμένη χρονική διάρκεια, δηλαδή από τη στιγμή που θα υπογράψουμε το συμβόλαιο μέχρι τη στιγμή που λήγει. Έγινε λοιπόν ένα λάθος εκεί, στην τοποθέτηση, κι ενώ προβάλλαμε ταινία, παιδική μάλιστα, στον Δημοτικό Θερινό Κινηματογράφο «Ελληνίς», η ταινία σταμάτησε. Εκεί τι κάνεις; Εκεί... Γιατί δεν έχει να κάνει με μεγάλο κόσμο που θα τους πεις: «Σας ζητάμε συγγνώμη, υπάρχει ένα τεχνικό πρόβλημα, ελάτε να σας υπογράψουμε τα εισιτήρια, να ‘ρθείτε σε όποια άλλη προβολή ταινίας επιθυμείτε». Μάλιστα αν κάποιος είναι από μακριά, θα πάρουμε τα εισιτήρια, θα επιστρέψουμε τα χρήματα διότι, βέβαια, είναι ευθύνη δική μας και δεν το συζητάμε καν, αλλά όταν έχεις μικρούς θεατές, παιδιά νηπιαγωγείου και παιδιά δημοτικού, δεν μπορείς να τους εξηγήσεις κάτι να το αλλάξεις. Τέλος πάντων, να μην μπω σε διαδικασία τώρα; Μάλλον να μπω. Λοιπόν, ήταν μια ταινία, η οποία ευτυχώς για εμάς, ήταν μια ταινία, η οποία είχε κυκλοφορήσει ήδη σε DVD. Ήμασταν όταν λέω τυχεροί, πολύ τυχεροί γιατί συνήθως δεν το κάνουμε αυτό, παίζουμε τις ταινίες πριν προλάβουν να βγουν καν σε DVD, μετά τις φέρνουμε αυτές μόνο για κάποια σχολεία, για κάποιες ιδιαίτερες ειδικές προβολές. Λοιπόν… Με ενημερώνει ο Θύμιος: «Χριστίνα, έχουμε πρόβλημα». Έτυχε να είμαι στον κινηματογράφο κι ενώ με περίμεναν κάποιοι να φύγω, δεν ξέρω για ποιο λόγο έμενα εκεί, λες κι ήταν ένα προαίσθημα ότι κάτι θα συμβεί. Λοιπόν, η ταινία δεν έπαιρνε μπροστά, ήταν στο διάλειμμα και δεν έπαιρνε ξανά μπροστά. Ανεβαίνω πάνω, εγώ νομίζω ότι δεν υπάρχει αυτό που συμβαίνει και ταυτόχρονα λέω σε κάποιον άλλο συνάδελφο: «Σε παρακαλώ πάρα πολύ, πετάξου δίπλα στο… Σε πέντε λεπτά θα μου έχεις φέρει το DVD, ρώτα αν το έχουν κι αν δεν το έχουν, να μας το γράψουν τώρα, θα καθυστερήσουμε το διάλειμμα». Βγαίνω λοιπόν στο μικρόφωνο, λέω ότι: «Σας παρακαλούμε πολύ, μικροί μας φίλοι, σας αφήνουμε λίγο ακόμη ν’ απολαύσετε το ποπ κορν και το αναψυκτικό σας και τον υπέροχο χώρο. Θα μας δώσετε όμως πέντε λεπτά και σε λίγο θ’ αρχίσει…». Κάπως διευκόλυνα λίγο το διάλειμμα για να τους πείσω ότι: «Σε λίγο θα συνεχιστεί η προβολή σας». Ήρθε λοιπόν όντως ο συνάδελφος με το DVD στα χέρια, βγαίνω, πιάνω πάλι, βγαίνω στη βεράντα, κάνω νόημα σε ένα κοριτσάκι που ήταν πιο μεγάλο στην τάξη του δημοτικού, πέμπτη, έκτη. Του λέω: «Σε παρακαλώ, μπορείς ν’ ανέβεις λίγο πάνω να μας πεις πού ακριβώς είχε σταματήσει η ταινία;». «Βεβαίως», μου λέει, ανέβηκε πάνω, ολόκληρη διαδικασία και τελικά ξανασυνεχίστηκε η ταινία. Εντάξει, τέτοια περιστατικά υπάρχουνε άπειρα. Άπειρα. Μπορούν να συμβούν. Έχουμε να κάνουμε με μηχανήματα. Αλλά, ξαναλέω, την βρίσκεις την άκρη σου. Αυτά είναι από τα γεγονότα αγωνίας ή άλλο γεγονός είναι… Ο μηχανικός, για μένα, είναι μια μεγάλη αγάπη αλλά είναι κι ένα μεγάλο άγχος, με την έννοια του ότι είναι ένας μηχανικός, πρέπει πάντα να υπάρχει ένας δεύτερος, μην σας πω κι ένας τρίτος. Κι αυτό επαληθεύτηκε σ’ εμένα, που έλειπε εκτός Αγρινίου ο ένας ο μηχανικός κι ένα πρωί ήταν ο άλλος ο μηχανικός στη βάρδιά του, κανονικότατα, κι έχουμε μέσα εξακόσιους μαθητές σε ταινία, με είσοδο ελεύθερη. Και ξαφνικά λίγο πριν ξεκινήσει μου λέει: «Χριστίνα, δεν αισθάνομαι καλά». Κι εκεί βέβαια πάλι παθαίνεις ένα σοκ, λες: «Τι κάνω τότε;». Και τότε τον διαχειρίζεσαι κάπως και του λες: «Θα πάρεις μεγάλη ανάσα, θα σκεφτείς τα εξακόσια παιδιά που είναι τώρα εδώ, θα κρατηθείς για λίγο μέχρι να βρούμε μια λύση» και τελικά όντως άντεξε ο άνθρωπος και μπράβο του, να γίνει η προβολή. Αυτά, ναι, είναι στο πλαίσιο όμως του κινηματογράφου.
Η επιλογή των ταινιών πώς γίνεται; Μπορείτε να μας περιγράψετε τη διαδικασία; Δηλαδή εσείς τις βλέπετε όλες; Πώς γίνεται αυτό; Κι αν έχει αλλάξει με τα χρόνια κιόλας…
Λοιπόν. Η επιλογή των ταινιών. Η επιλογή των ταινιών γίνεται βέβαια με τη διαδικασία που γίνεται και στους περισσότερους κινηματογράφους. Δηλαδή εγώ ως υπεύθυνη κινηματογράφου έχω πάρει το πρόγραμμα… Ας πούμε τώρα έχουμε '22, έχω πάρει το πρόγραμμα μέχρι και το 2026, που αυτό δεν έχει κυκλοφορήσει, έχει κυκλοφορήσει μόνο σε εμένα και στους υπεύθυνους των κινηματογράφων, στους ιδιοκτήτες κινηματογράφων. Εγώ κάνω ήδη από τώρα μια προεργασία, μπαίνω ήδη μέσα, μου έχουν στείλει κάποια link, τα οποία μπορώ και βλέπω τα trailers. Ταυτόχρονα εγώ πρέπει να μπω, εκτός από τα αμερικάνικα, στο IMDB και σε άλλα cine sites τα οποία παρακολουθώ, κριτικές και πώς μπορεί να πάει αυτή η ταινία. Οπότε αυτή είναι μία διαδικασία την οποία την κάνω και είναι αδιαπραγμάτευτη αλλά πέρα από κει, όχι, δεν τις βλέπω όλες τις ταινίες. Τι εννοώ; Ότι βλέπω όμως τόσα πολλά trailer από όλες τις ταινίες, το οποίο trailer μπορεί να το χω δει, μια, δύο, τρεις κι επίσης ταυτόχρονα βλέπω και πάρα πολλές ταινίες. Βλέπω όμως ταινίες που θέλω εγώ. Αν έβλεπα και όλες τις ταινίες… Νομίζω ήδη προσπαθώ να διαχειριστώ λίγο το Alzheimer, με την έννοια του ότι να μην υπάρχει απόλυτα σύγχυση στο μυαλό μου γιατί έχω πιάσει τον εαυτό μου πολλές φορές που λένε για ταινίες, δηλαδή, ας πούμε, «Την Τζίλντα την έχεις δει;». Και να πω: «Την Τζίλντα, την Τζίλντα , για να δω, την έχω δει; Όχι μωρέ, δεν νομίζω να την έχω δει». Και μετά μόλις ξεκινάει: «Ρε παιδιά μιλάτε για την Τζίλντα τη γνωστή; Εννοείται». Δηλαδή αυτή έχει πάει σε άλλο επίπεδο. Προσπαθώ γενικότερα να μην τα συγχέω. Είναι μία διαδικασία που είναι δύσκολη με την έννοια, αυτό που σας είπα, ότι: «Κι αν φέρουμε μια ταινία η οποία δεν είναι καλή και αν φέρω μια ταινία η οποία θα ακούσω αυτό». Όχι, πια δεν έχω καμία αγωνία γι’ αυτό, γιατί είναι… Νομίζω ότι το ‘χω το κομμάτι, ξέρω λίγο-πολύ τι βγαίνει, τι λένε οι κριτικές, τι χρειάζεται το «Άνεσις», τι χρειάζεται η «Ελληνίδα», τι χρειάζεται ο κόσμος. Δηλαδή όταν είναι μια ταινία η οποία είναι πρώτης προβολής, περιμένει όλη η νεολαία του Αγρινίου, αρχίζουν mail, τώρα τα Facebook, Instagram κτλ., κτλ., εκεί που, βέβαια, είμαστε ενεργοί. Ρωτάνε: «Πότε θα ‘ρθει το τάδε, πότε θα ‘ρθει το τάδε;». Βοηθάει και το κοινό. Υπάρχει μια ροή. Οπότε εγώ πρέπει να επιλέξω την ταινία, να μιλήσω με την εταιρία, να υπογράψω το συμφωνητικό, να κανονίσω τις ώρες που θα έρθει και τις ημέρες. Έχω βέβαια κι εκεί πάρα πολλές δυσκολίες, έχω συγκρουστεί με εταιρίες πάρα πολύ. Δηλαδή, ας πούμε, έχω συγκρουστεί με το στυλ ότι, ας πούμε, πέρυσι, π.χ. πρόπερσι είχε βγει μία ταινία… Ποια είχε βγει; Είχε βγει… Τέλος πάντων, δεν θυμάμαι ποια ελληνική ήταν, μου λέγαν: «Θα την πάρεις τρεις εβδομάδες». Τους έλεγα: «Είναι τρεις εβδομάδες, δεν μπορούμε σε έναν κινηματογράφο ο οποίος είναι μέρες γιορτινές», ήταν περίοδος Χριστουγέννων, «να τον κλείσω με μία ταινία τρεις εβδομάδες. Στο Αγρίνιο θα έρθουν φοιτητές, θα έρθει ο κόσμος. Πρέπει να παίξω… Να την παίξω δύο εβδομάδες, ναι, εφόσον θα πάει καλά». Εκεί λοιπόν κάποια στιγμή συγκρούστηκα και δεν μου τη δώσαν την ταινία, στην αρχή. Είπα: «Χριστίνα, πρέπει να [00:40:00]ρισκάρεις εδώ». Τους λέω: «Όχι, δεν θα μπορέσω να την πάρω, δεν πειράζει», λέω, «θα την παίξω μετά από τρεις εβδομάδες». Σκέφτηκα ότι αυτή την περίοδο των εορτών θα έπαιζα πολλές ταινίες διαφορετικές, δεν θα έπαιρνα αυτή βέβαια που ήταν φοβερή. Αλλά έχω να πω ότι μετά από δυο-τρεις μέρες με πήραν τηλέφωνο και μου λένε: «Κυρία Μπαλάσκα, εντάξει, θα την προβάλετε δύο εβδομάδες». Οπότε, αυτό, ρισκάρεις. Κι αυτά τα παιχνίδια με τις εταιρίες. Κι αυτοί ρισκάρουν βέβαια. Είχαν μείνει κι αυτοί πίσω με τον Covid, λόγω του ότι δεν βγαίναν πολλές ταινίες, η Αμερική επίσης πήγε πίσω που βγαίνουν οι περισσότερες. Οπότε ναι, ρισκάρεις στον κινηματογράφο αλλά παντού όμως. Όπου ρισκάρεις και νομίζεις ότι «το ‘χω λίγο παραπάνω» σου βγαίνει σε λίγο… σου βγαίνει εύκολα, πιο θετικό το πρόσημο. Ναι. Νομίζω από ταινίες είμαστε… Προβάλλουμε τα πάντα, τα πάντα, τα πάντα. Αυτό. Αυτό που θέλουμε.
Οι εταιρίες δηλαδή βάζουν και ρήτρες; Θέλω να πω ότι μπορεί κάποιος να πιστεύει ότι η απόφαση αυτή, πόσο θα παιχτεί μια ταινία, είναι καθαρά απόφαση του κινηματογράφου. Τελικά όμως δεν είναι μόνο αυτό.
Ποτέ δεν ήταν αυτό. Ποτέ δεν υπήρξε κι είναι όντως το πιο δύσκολο κομμάτι. Κι ειδικά όταν υπήρχε και ο άλλος κινηματογράφος, το «Ετουάλ» στο Αγρίνιο, πριν κλείσει. Εκεί, για να πάρουμε τις ταινίες… και μάλιστα έβγαινε, η μία εταιρία λοιπόν, η ταινία της χρονιάς π.χ. ήταν ο James Bond. Αυτή την ταινία, λοιπόν, σφαζόμασταν για το ποιος θα την πάρει. Εμείς ή ο άλλος κινηματογράφος. Δηλαδή μου έλεγαν: «Για να πάρεις τον James Bond, θα πάρεις άλλες δέκα ταινίες, γιατί αλλιώς δεν σου δίνουμε τον James Bond». Κι έλεγα: «Ρε παιδί μου, γιατί να μην τον πάρω τον James Bond; Μα θα τον προβάλλω, ξέρω γω, δύο εβδομάδες αλλά ναι… Ή τουλάχιστον να πάρω τις δέκα ταινίες από την εταιρία σας αλλά αυτές που θέλω εγώ, όποτε θέλω εγώ». Και υπήρχε πολύ μεγάλη συζήτηση, υπήρχε… είχαμε πολλά προβλήματα, αλλά ακόμη και τώρα που είμαστε ένας κινηματογράφος… Δηλαδή να, τώρα, ας πούμε, τα Χριστούγεννα θα βγει το Αvatar σε παγκόσμια προβολή. Το Αγρίνιο είναι μέσα. Στις 15 Δεκέμβρη. Θα το παίξουμε δύο εβδομάδες, δύο εβδομάδες. Αλλά εκεί. Μου είπαν για τρεις εβδομάδες. Τους εξήγησα πάλι τους ίδιους λόγους, θα το προβάλλουμε για δύο εβδομάδες, αν πάει τόσο καλά κι ο κόσμος δεν έχει προλάβει να μπει μέσα, ναι, τότε ναι, να μείνει και μια τρίτη εβδομάδα. Αλλά δεν είναι εύκολο κομμάτι. Από την άλλη έχω γνωριστεί με όλους αυτούς τους ιδιοκτήτες και τις διευθύντριες ή διευθυντές πωλήσεων. Με φιλοξενούν, με καλούν κάθε χρόνο στις παρουσιάσεις των ταινιών τους, στην αρχή της σεζόν. Οπότε νιώθω μεγάλη οικειότητα μαζί τους. Έχουν υπάρξει μεταξύ μας πράγματα, δηλαδή μ’ έχει πάρει η διευθύντρια πωλήσεων μεγάλης εταιρίας και μου λέει: «Χριστίνα, έκανα ένα πολύ μεγάλο λάθος, σου έδωσα την τάδε την ταινία αλλά ταυτόχρονα την έχω κλείσει στην τάδε πόλη, και δεν έχω άλλο DCP, πες μου αν προλαβαίνεις εσύ να την αλλάξεις κι από μένα ό,τι θες». Βέβαια και το έχω κάνει. Ή εγώ έχω πάρει την τελευταία στιγμή και λέω, ενώ έχω υπογράψει το συμβόλαιο για την τάδε ταινία μέχρι τότε και θα πρέπει να κλείσει η ταινία, να παρακαλέσω και να πω: «Σας παρακαλώ, θα την αφήσετε δύο μέρες», γιατί πρέπει πρώτα να υπογράψουμε το συμβόλαιο, έτσι είναι οι κανονισμοί, μου την αφήνουν. Ή επίσης, τώρα έχουμε φτάσει σε άλλο επίπεδο, που παίρνω εταιρίες μεγάλες και τους λέω, στο πλαίσιο του Σινεάκ που θέλω λίγο να αναφερθούμε, τους λέω: «Σας παρακαλώ, είναι ταινίες με είσοδο ελεύθερη για παιδιά τα οποία δεν τους έχει δοθεί η δυνατότητα να πάνε ποτέ, μα ποτέ σε κινηματογράφο. Επρόκειτο για παιδιά από ειδικά σχολεία. Δώστε τη μου πολύ, πολύ οικονομικά κι όσο πιο οικονομικά μας την δώσετε αυτή την ταινία, εμείς τόσες περισσότερες θα φέρουμε». Και έχω να πω ακόμη και εκτός από τους διευθυντές που, βέβαια, είναι γνώστες, όλοι τους: «Πες μας τι θέλεις, κι εμείς θα το στείλουμε». Οπότε λειτουργούν όλοι θετικά σε αυτό κι όλα αυτά λοιπόν μου δίνουν το έναυσμα να συνεχίσω. Για το Σινεάκ. Για το Σινεάκ απλά θέλω να πω ότι είναι ένα στοίχημα το οποίο το έχουμε κερδίσει, έχει ξεκινήσει εδώ και περίπου δεκαπέντε χρόνια. Τι εννοώ; Ήταν ταινίες οι οποίες είναι εγκεκριμένες από το Υπουργείο Παιδείας, τις οποίες τις φέρνουμε κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Είναι με είσοδο ελεύθερη για όλο το κοινό κάθε Κυριακή πρωί. Κάθε Κυριακή πρωί και ταυτόχρονα την Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, μπορούν να επαναπροβάλλονται και έρχονταν εδώ μαθητές από όλο τον νομό Αιτωλοακαρνανίας και μπορούσαν να δουν ταινίες και να απολαύσουν τον χώρο. Και αυτό το οποίο με συγκλόνισε είναι το ότι όντως εκεί ανακάλυψα ότι είναι μαθητές που δεν έχουν πάει ποτέ σε κινηματογράφο, ήταν από ορεινά χωριά του νομού Αιτωλοακαρνανίας, που γέμιζαν τα μάτια τους έκπληξη, έτσι, έκαναν μια διαστολή, μεγάλωναν τα μάτια τους από τον χώρο, έλεγαν: «Ουάου, πού είμαστε, ω, θα πέσω, πω, τι θα δω, πω, ήχος». Είχαν δει ποπ κορν μηχανή να πετάει τα ποπ κορν πρώτη φορά άλλα παιδάκια στη ζωή τους και είχαν σοκαριστεί και κάθε χρόνο λέγαμε αυτό το στοίχημα: «Θα το μεγαλώσουμε, θα το μεγαλώσουμε, θα το μεγαλώσουμε». Κι αυτά τα ογδόντα χιλιάδες μαθητές έγιναν εκατό χιλιάδες μαθητές κι αυτό λοιπόν έχω να πω ότι συνεχίζεται και η Δημοτική Αρχή κι εγώ αισθανόμαστε πολύ, πολύ περήφανοι!
Έχετε ποτέ αναγκαστεί να σταματήσετε προβολή ταινίας ύστερα από πίεση, θεσμική για παράδειγμα στην πόλη;
Ναι. Αυτό ήταν ένα ατυχές γεγονός, ήταν ένα όμως γεγονός το οποίο είναι και αληθινό. Δηλαδή και μόνο που το θυμάμαι τώρα, έχω… στεναχωριέμαι. Ήταν η προβολή της ταινίας του Κώδικα Ντα Βίντσι. Πριν ξεκινήσω να πω, έχω να πω ότι επειδή είναι Δημοτικός Κινηματογράφος, ναι, ωραία, αν είναι κάτι ακραίο, αν είναι κάτι, εννοείται ότι… Κι αν πρέπει… που το έχω κάνει και θα σας πω μετά με τον Δήμαρχο που έχω μιλήσει. Ναι, ήταν η προβολή… Πρέπει να μιλάμε λοιπόν με τον προϊστάμενό μας, Αντιδήμαρχο ή Δήμαρχο αλλά από την άλλη ίσως και να μην χρειάζεται να μιλάμε, διότι όταν είσαι θεσμικά υπεύθυνος σε έναν κινηματογράφο θα φέρεις αυτές που νομίζεις εσύ. Γι’ αυτό ούτως ή άλλως είσαι. Αν… Τέλος πάντων, λοιπόν. Τότε είχε κλειστεί η ταινία ο Κώδικας Ντα Βίντσι για το «Άνεσις». Και την ημέρα πριν προβληθεί, που τι μιλάμε τώρα, καταρχήν για ποια ταινία μιλάμε, για τον Κώδικα Ντα Βίντσι, που όταν είχε βγει είχε γίνει σάλος σε όλο τον κόσμο. Την περιμέναμε πώς και πώς. Είχαν μπει αεροπανό. Εδώ απέξω, ας πούμε, περίμεναν τον προηγούμενο ένα μήνα πότε θα ‘ρθει ο Κώδικας Ντα Βίντσι. Κι εκείνη την ημέρα το μεσημέρι η Δημοτική Αρχή, η τότε Δημοτική Αρχή, παίρνει την απόφαση να κατεβάσει την ταινία διότι δέχθηκε μεγάλη πίεση από την Εκκλησία, από κάποιους ανθρώπους, τέλος πάντων, της Εκκλησίας θα πω εγώ. Οπότε ο Δήμαρχος πήρε την απόφαση, την πολιτική, να μην προβληθεί ο Κώδικας Ντα Βίντσι. Αυτό έγινε μόνο στο Αγρίνιο. Δεν το κρύβουμε, εννοείται. Ε, κι έχω να πω ότι μετά για τρία χρόνια η εταιρία δεν μας ξαναέδωσε ταινία κι εγώ προσωπικά ντρεπόμουνα να λέω ότι μόνο στο Αγρίνιο δεν προβλήθηκε ο Κώδικας Ντα Βίντσι. Κι έχω να πω ότι αυτό το ξέρουνε όλοι. Στην Ελλάδα, στις εταιρίες διανομής, είναι γνωστό, δηλαδή έγινε πολύ μεγάλο σούσουρο κι εγώ αισθάνομαι… Δεν αισθάνομαι θυμό μετά από τόσα χρόνια, έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια· πρέπει να ‘χουν περάσει είκοσι χρόνια, δεν θυμάμαι, δεν θυμάμαι. Αισθάνομαι λύπη. Λύπη. Και γι’ αυτό τον λόγο, επειδή είχα πάρει φόβο με όλα αυτά που συνέβαιναν τότε, πριν κάποια χρόνια, επίσης βγήκε μία άλλη ταινία, άλλου περιεχομένου. Είχε να κάνει με… Τέλος πάντων ήταν Κ15, δηλαδή ακατάλληλη, νομίζω, κάτω των δεκαπέντε ή δεκαοκτώ, δεν θυμάμαι. Ήταν το Πενήντα Αποχρώσεις του Γκρι. Δεν είχε να κάνει… Δεν ήταν περί θρησκευτικού περιεχομένου αλλά περί σεξουαλικού. Αλλά γι’ αυτό τον λόγο, για να είμαι ήσυχη και για να μη φάμε κάποια ρήτρα, μην εκτεθούμε και για να δω πώς επικοινωνείται το όλο θέμα, όταν ξεκίνησε λοιπόν κι έπρεπε να υπογράψω το συμβόλαιο αν θα την προβάλλουμε εδώ, χτυπάω την πόρτα του δημάρχου, λέω: «Δήμαρχε» –στον εκάστοτε δήμαρχο– λέω: «επειδή είχε γίνει μια ιστορία παλιά, μήπως τώρα υπάρξει κάποιο θέμα, να δούμε πού, πώς, θέλετε να το συζητήσουμε γιατί εγώ θέλω να φέρουμε αυτή την ταινία». Και προς έκπληξή μου, όχι προς έκπληξή μου, απλά μου λέει: «Όντως, εννοείται και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα και φέρε ό,τι εσύ νομίζεις». Και αισθάνομαι, γι’ αυτό σας λέω, ελευθερία. Οπότε, ναι, αυτά είναι από τα ατυχή γεγονότα που ‘χε συμβεί. Ένα αυτό κι ένα άλλο το οποίο για να διακόψω, δεν είχε ξεκινήσει η προβολή, απλά κάποια στιγμή βγήκα έξω, ωρυόμενη πια, κι είπα ότι δεν… «Σήμερα δεν θα προβληθεί ταινία». Όταν κάποια στιγμή, που είχαμε, δεν θυμάμαι ποια ταινία μπορεί να ‘ταν, Avengers, Batman, Spiderman, δεν θυμάμαι σε ποια, και ο κόσμος για να μπει μέσα… Ενώ βγαίνουμε από την αρχή έξω, τους το λέμε και από το ταμείο ότι: «Ο χώρος μας είναι πολύ μεγάλος, θα ‘ρθείτε σιγά-σιγά, και είναι πολύ [00:50:00]ωραίος ο κινηματογράφος, όπου κι αν καθίσετε δεν έχετε θέμα», ήταν ένας πατέρας ο οποίος ήθελε να μπει πρώτος κι έσπρωχνε το παιδί του στη τζαμαρία για να μπει πρώτος-πρώτος. Ήταν σε σημείο το παιδί να σφαχτεί από την τζαμαρία, να σπάσει και να πέσει πάνω του και γυρνάω και του λέω του πατέρα: «Δεν βλέπετε τι κάνετε; Δεν βλέπετε τι κάνετε, θέλετε να σκοτωθεί το παιδί σας για να μπείτε μέσα;», ο οποίος φυσικά και δεν καταλάβαινε. Και γι’ αυτόν τον λόγο τους λέω: «Σας παρακαλώ, κάνετε όλοι πίσω, εάν αυτή τη στιγμή δεν σταματήσει αυτή η πίεση, η προβολή δεν θα γίνει και θα το κλείσουμε τώρα». Και κάποιοι άλλοι κατάλαβαν, βέβαια, ότι απευθυνόμουν στον κύριο, στον πατέρα. Οπότε κάπως λίγο το πλήθος προσπάθησε κι έκανε λίγο πίσω κι έκαναν όλοι πίσω, αλλά δηλαδή όταν βλέπω να μπαίνει σε κίνδυνο κάποιο παιδί, οποιοσδήποτε, πόσο μάλλον ένα παιδί, εκεί λοιπόν παίρνεις πάλι τα ρίσκα σου, δεν γίνεται αλλιώς. Οπότε, μετά όμως ο πατέρας κατάλαβε, έτσι τουλάχιστον έδειξε το λάθος του, οπότε υπήρξε μια σειρά πολύ ήσυχη. Και έτσι προσπαθούμε σε όλες τις ταινίες που περιμένουμε πάρα πολύ κόσμο, από νωρίς, εδώ το προσωπικό έχει εκπαιδευτεί πάρα πολύ καλά, να μπαίνουν μέσα σε σειρά, με υπακοή για να καταλάβουν ότι εδώ είναι πολιτισμός. Έρχονται να δουν μία ταινία που σημαίνει ότι θα πρέπει να τη δουν… ή ένα θέατρο, μια συναυλία –αυτό ισχύει παντού νομίζω– ότι… σεβασμός σε ό,τι κάνουμε, σε αυτό που πάμε να δούμε, να παρακολουθήσουμε. Ναι. Νομίζω ότι το ‘χουμε μεταδώσει.
Μιας και αναφερθήκατε σε ταινίες που μπορεί να είναι ακατάλληλες για κάποια ηλικία, έχετε ποτέ βιώσει κάποια αναποδιά αναφορικά με αυτό, δηλαδή κάποιος να θέλει σώνει και ντε να τη δει ενώ δεν προβλέπεται; Κάποιος ανήλικος, ας πούμε;
Ναι.
Και τι κάνετε σε αυτή την περίπτωση; Πώς το διαχειρίζεστε;
Πολύ σωστά, αυτό, ναι, υπάρχει και αυτό υπάρχει από… ειδικά στις ταινίες… Παλιά έχω μάθει ότι μπαίνανε κρυφά, δηλαδή προσπαθούσαν, έτσι, τα παιδάκια χώνονταν… γιατί ήταν πάρα πολλές ταινίες οι οποίες ήταν ακατάλληλες… Μου τα λένε λοιπόν, όπως είπα, ο κύριος Θανάσης, ο κύριος Λευτέρης ο Τηλιγάδας, ο Κώστας ο Πατρώνης… Χώνονταν παιδάκια στις αίθουσες, κρύβονταν πίσω απ’ τις αίθουσες και έβλεπαν ταινίες. Τώρα όμως έχει αλλάξει το καθεστώς. Δηλαδή, ξέχασα να πω για τις εταιρίες, εμείς εδώ έχουμε έλεγχο, έχουμε κρυφό έλεγχο. Δηλαδή σε ταινίες –στις περισσότερες θα πω, δεν θα πω όλες– η εταιρία στέλνει κάποιον κύριο, κάποια κυρία, ο οποίος είναι πολίτης, έρχεται, κόβει κανονικά το εισιτήριό του, μπαίνει μέσα, κάνει καταγραφή στον αριθμό εισιτηρίων, με το μυαλό του μετρά αυτοί που είναι και κάθε βράδυ εμείς δίνουμε εισιτήρια στην εταιρία, η οποία εταιρία συνδέεται με τις άλλες εταιρίες κι αυτό είναι ένα πλαίσιο για να δούμε αν τα εισιτήρια κόβονται σωστά. Οπότε υπάρχει και η πληρωμή της εταιρίας, του τιμολογίου, και για να δουν αν γενικότερα στην Ελλάδα λειτουργούν σωστά τα εισιτήρια και τα ταμεία. Οπότε εγώ έχω έλεγχο ούτως η άλλως, εκ των πραγμάτων και για τον αριθμό εισιτηρίων αλλά έχω κι έλεγχο όταν… κυρίως γι’ αυτό, αλλά απ’ όταν έχει βγει η ανακοίνωση «ακατάλληλο κάτω των δεκαπέντε» ή «ακατάλληλο κάτω των δεκαοχτώ», εμείς ως Δημοτικός Κινηματογράφος οφείλουμε λοιπόν να είμαστε συνεπείς πόσο μάλλον σε αυτό. Θα μου πεις, όπως μου λέει και η κόρη μου: «Ρε μαμά, τα βλέπουμε στην τηλεόραση». Ναι στην τηλεόραση, αλλά εδώ είναι ένας δημοτικός χώρος και εδώ μπορεί να έρθει κάποιος και να μεταφερθούμε, να έχουμε τέλος πάντων άσχημες εξελίξεις, να γίνουν μηνύσεις, να έχουμε… να μας κλείσουν τον κινηματογράφο, να έχουμε πρόστιμα, να εκτεθεί ο Δήμαρχος, η Δημοτική Αρχή, όλοι μας. Δεν είναι σωστό, δεν θέλω εγώ προσωπικά, ως Χριστίνα Μπαλάσκα, να γίνεται αυτό. Θα μου πεις, είναι «ακατάλληλη των δεκαοχτώ», και μόνο με ταυτότητες. Τι θα κάνεις; Θα ζητάς ταυτότητες; Όχι, εγώ έχω επιλέξει να μη ζητάω ταυτότητες αλλά τουλάχιστον βλέπουμε ποια είναι τα παιδιά τα οποία… Επίσης από την εμπειρία μας, τα ρωτάμε κιόλας: «Πόσο χρονών είστε;», «Είμαστε δεκαεφτά ή δεκαοχτώ ή τώρα κλείνω τα δεκαοχτώ». Οπότε μπαίνουν. Κι εκεί είμαστε και λίγο ελαστικοί θέλω να πω. Όντως είμαστε λίγο ελαστικοί. Αλλά, μου έχει τύχει ένα γεγονός, μάλιστα πολύ πρόσφατα, που ήρθε μία μαμά με ένα παιδάκι το οποίο παιδάκι πήγαινε στην πέμπτη δημοτικού, είναι κορίτσι, ήταν κορίτσι, το οποίο η μητέρα του μου λέει: «Ήρθαμε να μπούμε στην ταινία». Λέω: «Απαγορεύεται να μπείτε στην ταινία διότι…», λέω, «Συγγνώμη για εσάς ή για την κόρη σας;». «Ναι», μου λέει, «για την κόρη μου», λέει, «όχι, η κόρη μου θέλει να τη δει γιατί βλέπει όλα τα θρίλερ». Λέω: «Συγγνώμη», λέω, «αλλά εδώ δεν μπορείτε να μπείτε διότι είναι ακατάλληλο κάτω των δεκαοχτώ». Και ταυτόχρονα το παιδί εκείνη τη στιγμή βάζει τα κλάματα: «Όχι, θέλω να το δω». Η μητέρα εν τω μεταξύ το εμψύχωνε ότι: «Κλάψε και θα μας βάλει η κυρία». Και της λέω: «Γλυκό μου κορίτσι είναι πρώτη μέρα, έχει πολύ κόσμο εδώ, σου εξήγησα για ποιο λόγο δεν μπορείς να μπεις, θα σ’ τα πει καλύτερα η μανούλα σου», λέω, «και ζητώ συγγνώμη, μπορείτε λίγο να σας πω κάτι ιδιαιτέρως». Και δυστυχώς, αισθάνθηκα άσχημα από τη μία αλλά από την άλλη αισθάνθηκα και καλά που την τράβηξα πιο κει και της λέω: «Τώρα δεν σας μιλάω ως υπεύθυνη του κινηματογράφου, σας μιλάω ως μητέρα καταρχήν και παίρνω αυτό τον ρόλο, να σας πω αυτό που κάνετε αυτή τη στιγμή, το ότι μου έχετε φέρει την κόρη σας η οποία είναι δέκα, έντεκα ετών, μπροστά στην είσοδο του κινηματογράφου η οποία κλαίει να μπει σε μια ταινία θρίλερ η οποία είναι ακατάλληλη κάτω των δεκαοχτώ και μου λέτε ότι “ναι, θα μπει, αλλά εγώ θα την συνοδεύω”, όχι κυρία μου, απαγορεύεται αλλά έχω να σας πω, σας παρακαλώ πολύ, επειδή είναι η δεύτερη φορά που το κάνετε», διότι ξέχασα να σας πω το έκανε και στον θερινό κινηματογράφο, ακριβώς την ίδια διαδικασία, «σας παρακαλώ πολύ, μην το κάνετε, σας μιλάω ξανά ως μάνα». Οπότε έφυγε. Αυτό ήταν ένα δυσάρεστο γεγονός, διότι όταν βλέπεις παιδί να κλαίει· δεν θέλω να μπω στη διαδικασία να πω για ποιον λόγο έκλαιγε, αλλά ένα παιδί να κλαίει, όχι, δεν μου άρεσε καθόλου. Αυτά είναι απ’ τα στενάχωρα ή σαν τον πατέρα που είπα με το παιδί του που δεν τον ένοιαζε αν θα σφαχτεί το παιδί του αλλά ήθελε να μπει μέσα. Όχι, δεν πρέπει να μπεις μέσα. Πρέπει εσύ που είσαι γονιός, πρέπει να τα σπείρουμε αυτά στα παιδιά μας, για να τα θερίσουμε μετά. Έτσι πιστεύω εγώ τουλάχιστον. Ναι. Αυτά είναι από τα άσχημα αλλά δεν ξέρω, τα άσχημα τα βάζω σε ένα… τα δύσκολα –θα έλεγα– σε ένα πιο μικρό κουτάκι, κρατάω τα άλλα, τα μεγαλύτερα για να συνεχίσω αυτό το καράβι, να πιάνει ωραία λιμάνια.
Ενότητα 6
Η αδυναμία της στο «Ελληνίς» και μια μέρα της αφηγήτριας στον κινηματογράφο
00:56:46 - 01:05:10
Θα θέλατε να μας διηγηθείτε μία μέρα σας στο σινεμά; Ποιο σινεμά προτιμάτε, εσείς προσωπικά πιο πολύ γιατί και με τα δύο έχετε ιδιαίτερη σχέση. Δεν έγκειται ο ρόλος σας μόνο στην επιλογή, έρχεστε κι εδώ φαντάζομαι στις προβολές αφού μου λέτε κι όλα αυτά, σ’ όλη τη διαδικασία είστε μέρος, αναπόσπαστο κομμάτι αυτών των κινηματογράφων. Ποια είναι τα συναισθήματά σας κατά τη διάρκεια των προβολών; Nα μας περιγράψετε μια μέρα, τι κάνετε.
Λοιπόν. Καταρχήν σαν γενικό, γενικό, να πω για τους κινηματογράφους και σαν… για όλη τη δουλειά μου, έχω να πω ότι δεν αρκεί να είσαι Δημοτικός Υπάλληλος για να είσαι υπεύθυνη των κινηματογράφων. Πρέπει να το αγαπάς. Εγώ προσωπικά για τους κινηματογράφους, έχω άλλα συναισθήματα για το «Άνεσις», άλλα για το «Ελληνίς». Το «Ελληνίς» το έχω πει και σε μία… το έχω δηλώσει κάπου αλλού για το «Ελληνίς», το νιώθω σαν το τρίτο παιδί μου. Νομίζω ότι, δεν ξέρω για ποιον λόγο, ίσως επειδή είναι εκτεθειμένο στον καιρό, χρειάζεται μεγαλύτερη φροντίδα. Οπότε πάντα πού έχουμε αδυναμία; Έχουμε πάντα στο αδύναμο. Οπότε στο «Ελληνίς» έχω μια μεγαλύτερη αδυναμία, ίσως επειδή το «Άνεσις» από τον όγκο του και μόνο είναι πιο, έτσι, μεγάλο και στεγασμένο και πιο γερό, να έχω άλλα όμως συναισθήματα. Γιατί εδώ στο «Άνεσις» έχω γνωρίσει, και θα σας πω μετά αν θέλετε να αναφερθώ λίγο κάποιον κόσμο που έχω γνωρίσει, το «Ελληνίς» όμως είναι για μένα το τρίτο μου παιδί. Όταν πριν από χρόνια χρειάστηκε εντελώς ξαφνικά να... θεσμικά μπήκα υπεύθυνη των κινηματογράφων, έχω να πω όμως ότι είχα σχέση με τον κινηματογράφο. Είχα σχέση με τον κινηματογράφο διότι καταρχήν εγώ όταν ήρθα στον Δήμο Αγρινίου έχω δουλέψει και στο ταμείο του κινηματογράφου και μου άρεσε να το κάνω. Πήγαινα στην καμπίνα του κύριου Θανάση κι έβλεπα πώς έφτιαχνε την μπομπίνα. Μου άρεσε να το κάνω. Μου άρεσε να είμαι στην πόρτα, να καλωσορίζω τον κόσμο, να μείνω ως το τέλος, να τραβάω τις κουρτίνες, να καληνυχτίζω, να εξυπηρετώ, να ρωτάω για τις ταινίες, να μαθαίνω. Το είχα από πριν γίνω υπεύθυνη. Το είχα όμως… Αλλά γιατί το είχα; Δεν το έκανα για κάποιο σκοπό. Μου άρεσε πολύ, το αγαπούσα. Όταν λοιπόν μου ανατέθηκε να γίνω θεσμικά υπεύθυνη ένιωσα ότι μπήκα καπετάνιος, οδηγός σ’ ένα πολύ μεγάλο καράβι. Έπρεπε λοιπόν αυτό το καράβι να το πάω σώο στον προορισμό του. Στην αρχή ένιωθα αυτό, ότι έχει μόνο ένα προορισμό κι θα έπρεπε να το φτάσω σώο. Δεν έβλεπα ότι αυτό το καράβι έχει πολλά λιμάνια να σταθεί, έχει πολλούς… πολλά νέα μέρη να δ[01:00:00]ει. Όταν λοιπόν μου έφυγε αυτό το πρώτο άγχος, ότι ναι, έπιασα καλά το τιμόνι και τώρα το πάω, φροντίζω, λοιπόν, στο μυαλό μου, να κάνει πολλές στάσεις, σε πολλά λιμάνια για να γεμίσει εμπειρίες, να είναι καλοταξιδεμένο και στο τέλος να το πάω σώο στον προορισμό του, στον τερματισμό του. Κάπως έτσι λοιπόν το έχω στο μυαλό του και κάπως έτσι το ταξιδεύω. Εγώ κι εμείς οι Αγρινιώτες. Και ναι, έχει γίνει αυτή η παρομοίωση, ειδικά στο «Ελληνίς» επειδή η καμπίνα είναι, έτσι, ψηλά πίσω. Εκεί είναι ο μηχανικός, ο καπετάνιος, ας πούμε, που οδηγεί το καράβι και η οθόνη μπροστά είναι το πανί που οδηγεί αυτό το καράβι. Ναι, έτσι μου φαίνεται και μένα. Ένα μεγάλο καράβι, με τις στάσεις του και τη συνέχεια του ταξιδιού του. Αλλά ναι, για το «Άνεσις». Για το «Ελληνίς» έχω να πω ότι έχω μια αδυναμία. Δεν είναι μόνο… Πώς είναι η μέρα μου. Καταρχήν μια μέρα στον κινηματογράφο, πώς είναι. Ψάχνω να βρω… Εγώ θα μπορούσα να πηγαίνω μόνο ως υπεύθυνη εφόσον έχω δρομολογήσει τη ροή και τίποτε άλλο. Ψάχνω να βρω αφορμή να διώξω την ταμία, ότι να μπω μέσα ξανά στο ταμείο μου. Ψάχνω να βρω αφορμή να πάω για να μπω στην πόρτα: «Ήρθα εγώ σήμερα να σας ξεκουράσω». Ψάχνω να βρω αφορμή να ανεβώ από πάνω στον Θύμιο, στην καμπίνα για να βάλω μουσική, να του πω: «Ν’ ανοίξω σήμερα εγώ τα φώτα». Αυτό το οποίο έκανα παλιά, δηλαδή ερχόμουνα πάντα μαζί με τον μηχανικό, ποτέ ένας μόνος του. Και πάντα εδώ στους κινηματογράφους, να ξέρετε, –δεν ξέρω αν αυτό γίνεται σε άλλη πόλη, εμείς το έχουμε εδώ στο Αγρίνιο– θα έρθει μαζί ο μηχανικός, μαζί με την ταμία ή τον πορτιέρη, τον υπεύθυνο αιθουσών, θα φύγουνε όλοι μαζί το βράδυ. Δεν θ’ αφήσει κανείς τον άλλον. Είναι μια παρέα η οποία είναι πολύ δεμένη και δεν ξέρω για ποιους λόγους, φεύγουν πάντα όλοι μαζί. Δηλαδή θα κλείσω επάνω, θα κλείσει ο άλλος. Κλείνουμε όλοι μαζί λες και φεύγουμε όλοι μαζί από τη βάρδιά μας. Θα έρθουμε, θ’ ανοίξουμε τα φώτα μας, τον κλιματισμό μας, ειδικά στο «Ελληνίς», θα περάσουμε όλες τις καρέκλες γιατί εκεί είναι σε ανοιχτό χώρο μήπως έχουν πέσει φύλλα, μου αρέσει να κλαδεύω τα λουλούδια, να φυτεύω βασιλικούς, να φυτεύω πετούνιες, να ξεβοτανίζω. Όλα, τα πάντα. Μου αρέσει μέσα σ’ αυτόν τον χώρο. Πηγαίνω πολλές φορές απόγευμα πιο νωρίς να πιώ έναν καφέ κι απλά ν’ ανασάνω, για να ψηλώσω περισσότερο κει μέσα.
Και το φροντίζετε αυτό το τρίτο παιδί σας καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου παρότι είναι κλειστό;
Βέβαια, γιατί θέλει φροντίδα και τον χειμώνα. Δηλαδή τα φυτά του… Κι είναι και πιο δύσκολο από το «Άνεσις» γιατί εκεί έχει τόσο… Εγώ έχω να πω κάτι και το εννοώ. Δεν είναι εγωιστικό αυτό. Ίσως μπορεί ν’ ακουστεί εγωιστικό. Λόγω της δουλειάς μου, έχω ταξιδέψει σε πάρα πολλούς κινηματογράφους, κυρίως θερινούς, σε πολλά μέρη της Ελλάδος. Νομίζω ότι ο δικός μας ο κινηματογράφος είναι από τους –δεν θα πω ο πιο ωραίος– θα πω από τους πιο όμορφους. Και αυτό είναι για δυο λόγους: πρώτον γιατί εκτός του ότι είναι ένας πνεύμονας οξυγόνου στο κέντρο του Αγρινίου, δηλαδή είναι τόσο μεγάλη η βλάστησή του που δεν υπάρχει σε κανένα άλλο στην Ελλάδα. Αυτό έχει το θετικό ότι είναι πανέμορφος, είναι το οξυγόνο που είπα κι επίσης το καλοκαίρι έχει το θετικό ότι είναι δυο-τρεις βαθμοί χαμηλότερη η θερμοκρασία απ’ ότι στο κέντρο της πόλης. Αυτό, από την άλλη, σημαίνει ότι τον χειμώνα θέλει μια φροντίδα, μια διαδικασία για να μας είναι… κλαδέματα, διάφορα, για να μας είναι πολύ πιο εύκολα τα πράγματα την άνοιξη, που το ανοίγουμε. Άλλοι περιμένουν, λοιπόν, έχω να πω, την άνοιξη… Περιμένουμε τι; Περιμένουμε τα πρώτα μας μπάνια; Περιμένουμε το Πάσχα; Εγώ περιμένω το opening του θερινού Κινηματογράφου «Ελληνίς». Το περιμένω εγώ, το περιμένουν κι όλοι οι Αγρινιώτες. Είναι ο χώρος μας, είναι ο δικός μας χώρος, είναι δικός μας. Όλοι μας, όλοι, όλοι οι Αγρινιώτες θέλουμε να τον φροντίζουμε. Είχα ανεβάσει κάποια χρονιά στα σόσιαλ ότι: «Άντε παιδιά, σε λίγο θα αρχίσουμε να φυτεύουμε λουλούδια στο «Ελληνίς»». Και από κάτω τα σχόλια… Είχε γίνει ένας βομβαρδισμός: «Θέλω να έρθω κι εγώ, να βοηθήσω εθελοντικά, πότε, πείτε μου», όλοι να βοηθήσουν, όλοι οι Αγρινιώτες. Είμαστε περήφανοι. Όχι πρέπει να είμαστε… Είμαστε περήφανοι γι’ αυτόν τον κινηματογράφο.
Ενότητα 7
Συναντήσεις με σκηνοθέτες, η περίοδος της καραντίνας και οι αγαπημένες της ταινίες
01:05:10 - 01:12:35
Ποιες συναντήσεις υπήρξαν καθοριστικές για εσάς μέσα σ’ αυτό το ταξίδι στην έβδομη τέχνη; Άνθρωποι που ήρθαν εδώ, εκτός Αγρινίου, κι επισκέφθηκαν τους χώρους.
Έχουν έρθει πολλοί, ξένοι. Εννοώ από άλλη πόλη. Έχει έρθει ο Κυριάκος ο Κατζουράκης, που έφυγε από τη ζωή πρόσφατα με την σύντροφό του την Αγρινιώτισσα, την Κάτια την Γέρου, που μας έχει διηγηθεί πολλές ιστορίες. Ο Περικλής ο Χούρσουγλου, ο Καφετζόπουλος, η Ευαγγελάτου. Πολλοί, πολλοί. Αλλά… Ο Βασίλης ο Ντούρος που έχει γυρίσει και ταινία εδώ κοντά, σε διάφορα χωριά, με τον Αγρινιώτη σκηνογράφο, τον Θανάση τον Βαλαώρα που ‘χε κάνει τα σκηνικά, αλλά θα σταθώ σε δύο προσωπικότητες. Ο ένας είχε έρθει μία φορά στο Αγρίνιο, ήταν ο Θόδωρος ο Αγγελόπουλος. Νομίζω, δεν είμαι σίγουρη, είχε έρθει με την ταινία Το Λιβάδι που δακρύζει, δεν θυμάμαι, δεν θυμάμαι καθόλου. Είχε έρθει με αυτή την ταινία, ήταν Απρίλης, είχε γενέθλια. Ήταν ένας άνθρωπος που μας μιλούσε πολλές ώρες πριν την προβολή της ταινίας και μετά το πέρας της προβολής και της συζήτησης. Ο κινηματογράφος είχε, εντάξει, δεν το συζητάμε, ο κόσμος εξακόσιες πενήντα θέσεις, ήταν γεμάτος. Ο κόσμος ήταν απέξω, περίμενε, ήταν επικοινωνιακός, μιλούσε με ηρεμία, μας ανέλυσε πολλά πράγματα, ήταν ένας συγγενής μας, θα ‘λεγα, έτσι μας έκανε να νιώθουμε. Είχε αμεσότητα. Έχω πολλά χαρακτηριστικά να πω γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Και μετά τον είχαμε πάει για ένα δείπνο και με αφορμή τα γενέθλιά του είχε σβήσει κεράκια και τραγουδούσε και το αγαπημένο του, την «Κοντούλα λεμονιά». Τραγουδούσε αυτό, δεν ήξερα ότι είναι το αγαπημένο του και μετά κάπου είχα ακούσει ότι ήταν το αγαπημένο του και διαπίστωσα ότι ήταν το αγαπημένο του, η «Κοντούλα λεμονιά», το δημοτικό, το παραδοσιακό. Αυτό ήταν μια συνάντηση και μια δεύτερη είναι ο Παντελής ο Βούλγαρης. Ο Παντελής ο Βούλγαρης ο οποίος πρέπει να τον κάνουμε επίτιμο δημότη του Αγρινίου. Έχει έρθει δυο-τρεις φορές στην πόλη του Αγρινίου, έχει έρθει και με την Ιωάννα την Καρυστιάνη, τη σύζυγό του. Να, βλέπεις αυτή εκεί την αφίσα Οι Νύφες; Αυτό το poster; Όταν είχαμε φέρει λοιπόν τις Νύφες, τότε είχε έρθει. Επίσης είχε πάρα πολύ κόσμο, είχε γίνει… είχε κόψει πολλά εισιτήρια, είχε κάνει πολλές εισπράξεις στην Ελλάδα. Ήταν κάτι το οποίο, είχε έρθει και η Βικτώρια, η πρωταγωνίστρια, η Χαραλαμπίδου και ήταν από τις ημέρες, ο Παντελής λοιπόν ο Βούλγαρης που έχει ξανάρθει μετά. Αυτός μας μιλούσε ώρες ατελείωτες για τα πέτρινα χρόνια, για τα παιδιά του. Τι να πω; Ναι. Με αυτούς τους ανθρώπους ξαναγεννιέσαι. Έχεις να πάρεις πολλά πράγματα. Νιώθω πολύ τυχερή.
Πώς βιώσατε την περίοδο του κορονοϊού και της απαγόρευσης κυκλοφορίας;
Δεν θέλω να μπω σε πολλά με την έννοια ότι την βίωσα όπως όλοι μας, όλος ο κόσμος και παρόλο που εγώ λόγω της δουλειάς μου είχα το χαρτί που μπορούσα να πηγαινοέρχομαι, έχω να πω ότι στεναχωρήθηκα πάρα πολύ για δύο λόγους. Στεναχωρήθηκα πολύ που ήταν μόνος του ο κινηματογράφος. Το «Άνεσις», εκείνη την περίοδο. Έχω βίντεο, μπορώ σε λίγο να σας βάλω, αν θέλετε να το δείτε κιόλας, να το προβάλλουμε, που ερχόμουν εδώ και με τον κύριο Θανάση ανοίγαμε να αεριστεί, να βάλουμε μπρος τη μηχανή. Νομίζω ότι μιλούσα, μιλούσα κι έλεγα ότι, μάλιστα το ‘χα τραβήξει: «Είμαστε στην εποχή του Covid, δεν είναι κανείς εδώ, αλλά εμείς είμαστε εδώ, ερχόμαστε, ανοίγουμε, σας φροντίζουμε», γιατί νομίζω ότι με τους χώρους δεν είναι ότι έχω συναισθηματισμούς με την έννοια των χώρων των εξωτερικών, ως οικία. Έχω ως κτίριο με γιώτα, σαν κτήριο με ήτα, δηλαδή την εσωτερικότητα του χώρου, δεν θέλω να είναι μόνοι τους. Οπότε ερχόμουνα και εισέπραττα αυτή τη θλίψη που έλεγα: «Πω, πω, τώρα ήτ[01:10:00]αν γεμάτος ο κινηματογράφος, τώρα γιατί; Και πόσο άλλο θα μείνει μόνος του;». Απλά αυτό. Έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου. Ερχόμουνα και κρατούσα έτσι ή τουλάχιστον έκανα αυτό, κάτι το οποίο νόμιζα ότι θα κάνει καλό σε μένα τελικά, γιατί σε μένα έκανε καλό. Το επισκεπτόμουνα όσο πιο συχνά μπορούσα.
Θα θέλατε, κλείνοντας, να μας μιλήσετε για κάποια αγαπημένη σας ταινία ή για κάποιες αγαπημένες σας ταινίες; Ποιες απολαμβάνετε να βλέπετε; Κάποια που σας έχει καθορίσει, μιας και μιλάμε για την έβδομη τέχνη.
Λοιπόν. Οι ταινίες –δεν θα πω αυτό το κοινό «Είναι πολλές»– ναι, ισχύει αυτό αλλά μου φαίνεται πολύ κοινό. Θα πω ότι είναι το… η ταινία –δεν θα το συζητήσω– η ταινία, θα την έχω πάντα πολύ ψηλά, το Σινεμά ο Παράδεισος. Ειδικά η τελευταία σκηνή, αυτό με τα φιλιά που έρχονται ο ένας μετά τον άλλον, από γενιά σε γενιά κι αυτό συνεχίζει, ο μικρός που μαθαίνει τη μηχανή… Έχει, ναι. Νομίζω ότι πολλά πράγματα τα ‘χω συνδυάσει γιατί κι εγώ από μικρή, ενώ έβγαινα έξω ως νέα για να πάω το απόγευμα για ένα αναψυκτικό με τους φίλους μου κτλ., πάντα κάτι με τράβαγε σ’ αυτούς τους χώρους. Ειδικά στο «Ελληνίς», το οποίο δεν ξέρω τι μπορεί να ήταν. Πάντα πήγαινα από κει, έβλεπα –που μετά έγιναν συνάδελφοί μου– τους ανθρώπους που ήταν στην πόρτα και έλεγα: «Πω, πω, τι ωραίοι αυτοί οι άνθρωποι δουλεύουν εδώ», αλλά μου ερχόταν χωρίς να κατανοήσω τότε για ποιο λόγο· μάλλον γιατί μ’ άρεσε αυτός ο χώρος. Νομίζω ότι είναι το Σινεμά ο Παράδεισος. Μετά είναι κάποιες ταινίες, εννοείται όπως, ας πούμε, να, εδώ απέναντι τώρα βλέπω τη Φρίντα. Η Φρίντα τώρα την είδα με την κόρη μου, την ξαναείδα τώρα με την κόρη μου που είναι στο λύκειο και λέω: «Κοίτα να δεις, μια από τις αγαπημένες μου, είναι τώρα αγαπημένη και της κόρης μου». Ή τι να πω; Η Κλέφτρα των Βιβλίων που ήρθαν σχολειά και ήρθε ο γιος μου και το είδε. Είναι για μένα… Ή εδώ, Ο Νονός, ας πούμε, θρύλος. Είναι όλες. Αλλά ναι, το Σινεμά ο Παράδεισος είναι η αγαπημένη μου ταινία.
Σας ευχαριστώ πολύ, κυρία Μπαλάσκα.
Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ που μου δόθηκε η δυνατότητα να μιλήσω και να εκφράσω την αγάπη μου γι’ αυτό το ταξίδι που ζω, στην έβδομη τέχνη. Καλή συνέχεια σας εύχομαι. Ευχαριστώ πολύ.
Να ‘στε καλά.
Φωτογραφίες

Το πρόγραμμα της Κινηματ ...

«Αποδίπλα»
Ο χώρος του κυλικείου «Αποδίπλα» στον Δημο ...

Φουαγιέ στο ισόγειο του ...

Το κυλικείο του Άνεσις

Η ισόγεια αίθουσα του Άν ...

Το ταμείο και ο υπαίθριο ...

Η ισόγεια αίθουσα του Άν ...

Παλιά μηχανή στο Άνεσις

Αφίσα του Κινηματογραφικ ...

Η ισόγεια αίθουσα του Άν ...

Χριστίνα Μπαλάσκα
Η αφηγήτρια στον θερινό Δημοτικό Κινηματογ ...

Το Ελληνίς

Χριστίνα Μπαλάσκα
Η αφηγήτρια στον θερινό Δημοτικό Κινηματογ ...

Δημοτικός Κινηματογράφος ...

Δημοτικός Κινηματογράφος ...

Το έργο-δωρεά του Δημήτρ ...

Δημοτικός Κινηματογράφος ...

Δημοτικός Κινηματογράφος ...
Περίληψη
Η Χριστίνα Μπαλάσκα είναι υπάλληλος στον Δήμο Αγρινίου στη Διεύθυνση Πολιτισμού και είναι θεσμικά υπεύθυνη των Δημοτικών Κινηματογράφων της πόλης, του χειμερινού «Άνεσις» και του θερινού «Ελληνίς». Μας αφηγείται την ιστορία των χώρων αυτών, ιστορίες για προβολές ταινιών, συναντήσεις της με σκηνοθέτες, τον τρόπο επιλογής των ταινιών αλλά και τεχνικές αναποδιές ή ακόμη και πώς γίνονταν άλλοτε οι μεταφορές ταινιών σε μπομπίνα. Μας ταξιδεύει λοιπόν στην αγαπημένη της έβδομη τέχνη, που δεν την βλέπει απλώς και μόνο επαγγελματικά, ενώ επίσης εξηγεί τη σημασία του Σινεάκ και της Κινηματογραφικής Λέσχης Αγρινίου.
Αφηγητές/τριες
Χριστίνα Μπαλάσκα
Ερευνητές/τριες
Έλλη Παντελίδη
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
17/11/2022
Διάρκεια
72'
Περίληψη
Η Χριστίνα Μπαλάσκα είναι υπάλληλος στον Δήμο Αγρινίου στη Διεύθυνση Πολιτισμού και είναι θεσμικά υπεύθυνη των Δημοτικών Κινηματογράφων της πόλης, του χειμερινού «Άνεσις» και του θερινού «Ελληνίς». Μας αφηγείται την ιστορία των χώρων αυτών, ιστορίες για προβολές ταινιών, συναντήσεις της με σκηνοθέτες, τον τρόπο επιλογής των ταινιών αλλά και τεχνικές αναποδιές ή ακόμη και πώς γίνονταν άλλοτε οι μεταφορές ταινιών σε μπομπίνα. Μας ταξιδεύει λοιπόν στην αγαπημένη της έβδομη τέχνη, που δεν την βλέπει απλώς και μόνο επαγγελματικά, ενώ επίσης εξηγεί τη σημασία του Σινεάκ και της Κινηματογραφικής Λέσχης Αγρινίου.
Αφηγητές/τριες
Χριστίνα Μπαλάσκα
Ερευνητές/τριες
Έλλη Παντελίδη
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
17/11/2022
Διάρκεια
72'