© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Ο κύριος Γιώργος μιλά για το Μέτσοβο: «Είχα από μικρός αυτή τη σκέψη να προσφέρω στον τόπο μου για την παράδοση»
Κωδικός Ιστορίας
23153
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Γεώργιος Μέτσιος (Γ.Μ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
18/09/2022
Ερευνητής/τρια
Καλλιόπη Γιαννούκα (Κ.Γ.)
[00:00:00]Καλησπέρα σας.
Καλησπέρα.
Θα μας πείτε το όνομά σας;
Γιώργιος στο μικρό, Μέτσιος στο επίθετο.
Είναι Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2022, είμαι με τον κύριο Γιώργο στο Μέτσοβο, εγώ ονομάζομαι Γιαννούκα Καλλιόπη, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Κύριε Γιώργο, θα μας πείτε λίγα λόγια για τη ζωή σας, για το πού γεννηθήκατε και πώς μεγαλώσατε;
Πού γεννήθηκα; Λοιπόν, γεννήθηκα στο Μέτσοβο στις 14 Οκτωβρίου του 1964. Μια εποχή που ήταν λίγο μεταβατική, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και πριν τη δικτακτορία. Οι γονείς μου ήταν ο Τριαντάφυλλος και η Γουλίτσα, και η αδερφή μου η Μαρία μεγαλύτερη. Γεννηθήκαμε στη συνοικία του Κουλάκη, που λένε εδώ στο Μέτσοβο, κοντά στο πατρικό του Ευαγγέλου Αβέρωφ και του Μιχαήλ Τοσίτσα. Εποχή… Μεγαλώσαμε λίγο δύσκολα, αλλά ωραία χρόνια. Φτώχεια, αλλά γλυκιά φτώχεια. Αγαπούσε ο ένας τον άλλον, υπήρχε στοργή μεγάλη από την οικογένεια και ήμασταν πολλές ώρες μαζί με την οικογένεια σε σχέση με τη σημερινή ζωή.
Πήγατε σχολείο; Ήσασταν καλός μαθητής;
Στο σχολείο ξεκίνησα και πήγα το 1969 στο Νηπιαγωγείο. Τότε τα Νηπιαγωγεία, θα μπορούσαμε να πούμε, είχαν διαφορετική μορφή. Κοιμόμασταν εμείς το μεσημέρι στο Νηπιαγωγείο, τρώγαμε εκεί και ήμασταν πολλές ώρες με τις δασκάλες στο Νηπιαγωγείο εκεί. Μετά πήγα στο Δημοτικό σχολείο, στο Αβερώφειο Δημοτικό σχολείο εδώ στο Μέτσοβο. Τότε ήταν δωδεκαθέσιο το σχολείο σε σχέση με σήμερα που έχουν μειωθεί τα παιδιά και είναι εξαθέσιο και επταθέσιο. Και μετά πήγα τις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου στο Μέτσοβο, τις 3 πρώτες τάξεις. Και εκείνη την εποχή υπήρχαν κατατακτήριες εξετάσεις κι απ’ το Δημοτικό στο Γυμνάσιο κι απ’ το Γυμνάσιο στο Λύκειο και από το Λύκειο –όπως γίνεται τώρα– και στο Πανεπιστήμιο. Στις κατατακτήριες του Λυκείου εγώ πέρασα Τεχνικό Λύκειο και πήγα στα Γιάννενα, φοίτησα στο Τεχνικό και Επαγγελματικό των Ιωαννίνων. Μαθητής, δεν θα ‘λεγα και καλός μαθητής. Ήμουν έξυπνος κατά κάποιον τρόπο. Δηλαδή, παρακολουθούσα το μάθημα στο σχολείο, δεν μελετούσα στο σπίτι και ό,τι συγκρατούσα απ’ το σχολείο, αυτά τα τύπωνα στο μυαλό μου και πιστεύω ότι ως σήμερα τα πήγα καλά.
Όταν ήσασταν παιδί, ποιες ήταν οι δραστηριότητες στο χωριό; Είχατε φίλους, παρέες;
Αυτή την εποχή ήμασταν όλα τα παιδιά πολλές ώρες μαζί –όπως προείπα– και απ’ το σχολείο. Αλλά τότε υπήρχανε πάρα πολλά παιδιά στο χωριό, και πληθυσμός ήταν μεγαλύτερος απ’ ό,τι είναι σήμερα. Και είχαμε παρέες οι γειτονιές. Κάναμε παρέες στις γειτονιές και παίζαμε όλη μέρα τα παιχνίδια τα παλιακά, όπως το «μπήκα τενεκέ». Δηλαδή είχαμε, μ’ έναν τενεκέ, μπορούσαμε να παίξουμε ώρες. Το «αμήν» παίζαμε, στο ποδόσφαιρο πηγαίναμε και παίζαμε σε χωράφια. Ακόμα και στον κεντρικό δρόμο, τότε που δεν περνούσαν πολλά αυτοκίνητα, παίζαμε ποδόσφαιρο. Είχα, είχα φίλους αρκετούς και ήμασταν αγαπημένοι σαν αδέρφια όλοι και είχαμε παιχνίδια πολλά.
Υπήρχε φτώχεια τότε; Ήτανε γενικά εύκολη η ζωή; Θυμάστε κάποια περιστατικά να μας περιγράψετε;
Φτώχεια, υπήρχε φτώχεια. Υπήρχε φτώχεια, γιατί οι γονείς μας βιοπαλαιστές. Παλεύανε για το μεροκάματο, σπίτια δεν υπήρχαν, όπως υπάρχουν σήμερα. Οι οικογένειες ήταν πατριαρχικές τότε και μένανε όλοι σ’ ένα σπίτι, όλα τα αδέρφια μαζί με τα παιδιά τους. Εμείς φύγαμε απ’ το πατρικό του Μέτσιου το 1966, για να φτιάξουμε το δικό μας το σημερινό σπίτι, ο πατέρας μου το ’66. Με δάνεια, με στερήσεις πολλές, αλλά τ’ αγ[00:05:00]αθά υπήρχανε πάντα στο σπίτι, παρόλη τη φτώχεια. Και κήπους έφτιαχνε η μητέρα μου κι ο πατέρας μου. Βοηθούσαμε όσο μπορούσαμε κι εμείς με την αδερφή μου. Ήταν, ήταν χρόνια με αγάπη. Φτωχά, αλλά θα ‘λεγα εγώ δεν στερήθηκα κάτι.
Πώς πήρατε την απόφαση να σπουδάσετε; Γιατί επιλέξατε αυτό το επάγγελμα;
Από μικρός ήμουνα πολύ δραστήριος με τα ομαδικά παιγνίδια κι ήμουν πάρα πολύ καλός στον αθλητισμό και σε αγώνες που βάζαμε με τα παιδιά, και στο ποδόσφαιρο που παίζαμε εκείνη την εποχή, και μου άρεσε. Είχα και πρότυπο έναν ξάδερφό μου, τον Χρήστο, που κι αυτός πήγε Γυμναστική Ακαδημία και σπούδασε και με παρακίνησε κι αυτός, θα ‘λεγα, να πάω να σπουδάσω στο Βελιγράδι, που πήγα το 1984, να σπουδάσω Γυμναστική Ακαδημία και να βγω καθηγητής Φυσικής Αγωγής.
Ήταν εύκολο για ένα παιδί απ’ το Μέτσοβο να σπουδάσει στο εξωτερικό; Πώς μάθατε τη γλώσσα;
Εύκολο δεν ήταν. Το 1984 που πήγα εγώ, λίγοι φεύγανε στο εξωτερικό για να σπουδάσουνε. Πρώτα στο εξωτερικό έπρεπε να μάθεις ένα χρόνο τη γλώσσα και μετά να μπεις στο Πανεπιστήμιο, με εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Εμείς τότε, θυμάμαι, στη Γυμναστική Ακαδημία του Βελιγραδίου δώσαμε 15 αγωνίσματα για να περάσουμε, για να μπούμε στο Πανεπιστήμιο. Εντάξει, υπήρχε θέληση, υπήρχε θέληση, οι φοιτητές του εξωτερικού τότε, ο ένας βοήθαγε τον άλλον, να τον στηρίξει, να τον βοηθήσει, και μ’ άρεσε πάρα πολύ ο αθλητισμός. Μ’ άρεσε ο αθλητισμός και αυτό με παρακίνησε για να κάνω αυτό το επάγγελμα. Και ως τη σημερινή ημέρα, που μιλάμε, είμαι ευχαριστημένος και το κάνω με μεράκι και κέφι.
Η πρώτη εργασία μετά τις σπουδές;
Η πρώτη εργασία μετά τις σπουδές… Επέστρεψα στο Μέτσοβο, πήγα φαντάρος το 1990, να τελειώσω τη στρατιωτική μου θητεία και είχα αρκετές προτάσεις πάλι απ’ τον ξάδερφό μου τον Χρήστο. Δούλευε σε συγκροτήματα γυμναστηρίων στην Αθήνα. Τον πρώτο χρόνο δεν τόλμησα να φύγω απ’ το χωριό μου, απ’ το Μέτσοβο. 'Εμεινα στο Μέτσοβο κι ήμουν προπονητής εδώ στην ομάδα ποδοσφαίρου του ΠΑΣ Μέτσοβο. Αλλά τη δεύτερη χρονιά… Εντάξει, τα λεφτά αυτά ήταν λίγα, και με παρότρυνε ο ξάδερφός μου να πάω και δούλεψα στα "Silhouette" στην Αθήνα, σε συγκροτήματα αισθητικής και γυμναστικής των "Silhouette". Κι εκεί τα πήγα καλά. Μ’ άρεσε, μ’ άρεσε κι αυτό το επάγγελμα, αλλά δύσκολη η ζωή στην Αθήνα. Και μένα η νοσταλγία μου ήταν το Μέτσοβο.
Πώς καταφέρατε να έρθετε στο Μέτσοβο;
Αυτό που προείπα, ότι μ’ άρεσε, θα ‘θελα να ζήσω εδώ στο Μέτσοβο. Μετά ένα χρόνο που δούλεψα στην Αθήνα, αποφάσισα κι εγώ με τη σύντροφό μου να επιστρέψουμε στο χωριό, να φτιάξουμε κάτι εδώ στο Μέτσοβο δικό μας. Και εντάξει, νοσταλγία, ήθελα κοντά στους γονείς μου να ‘μαι. Κι οι γονείς μου ήταν μόνοι, δεν ήθελα να τους αφήσω μόνους, γιατί ήταν και σε μεγάλη ηλικία. Και οι λόγοι αυτοί πιστεύω… Επέστρεψα στο Μέτσοβο για τους λόγους αυτούς.
Είχατε εργαστεί και σε μεγάλα γυμναστήρια της Αθήνας;
Στην Αθήνα, ναι. Υπήρχαν τότε 2 συγκροτήματα γυμναστηρίων που πήγαινε πολύς κόσμος και περισσότερο γυναικείος πληθυσμός, για αδυνάτισμα, γι’ αυτά. Ήταν τα "Body Line" και τα "Silhouette", ήταν η ίδια εταιρία, θα ‘λεγα. Και δούλεψα εκεί, απέκτησα μεγάλες εμπειρίες, γιατί δούλεψα με παιδιά που είχαν χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά. Με βοηθήσανε τα αφεντικά, που δούλευα εκεί. Εγώ δούλευα στην Αγία Παρασκευή, στα "Silhouette" της Αγίας Παρασκευής. Είχα επαφή με πάρα πολύ κόσμο. Ήταν ένα σχολείο μεγάλο για μένα για το επόμενο στάδιο της δουλειάς μου.
Γνωρίζετε και σκι; Ασχοληθήκατε μ’ αυτό το είδος γυμναστικής;
Επειδή το Μέτσοβο είναι ορεινό χωριό, πάντα είχαμε χιόνι τον χειμώνα. Και τα παιχνίδια τον χειμώνα περιορίζονταν λόγω χιονιού σχεδόν σε τίποτα. Δεν παίζ[00:10:00]αμε. Και παίζαμε με το χιόνι, είτε χιονοπόλεμο με τα παιδιά... Εδώ αναπτύχθηκε πάρα πολύ νωρίς το σπορ με τα σκι. Θα λέγαμε το χιονοδρομικό στο Μέτσοβο έγινε, μετά το Σέλι, το δεύτερο χιονοδρομικό στην Ελλάδα. Και εδώ υπήρχε ένας σύλλογος, Ορειβατικός Σύλλογος Μετσόβου, που είχε ιδρυθεί απ’ το ’55 και γίναμε μέλη στον Ορειβατικό και ασχολήθηκα με το σκι. Μ’ άρεσε πάρα πολύ, γιατί είναι ένα στοιχείο του αθλητισμού κι αυτό και τα πήγαινα καλά κι εκεί.
Κάνατε μαθήματα και σε παιδιά;
Ναι. Έκανα μαθήματα και σε παιδιά. Σαββατοκύριακα, επειδή είχαμε και πολλούς τουρίστες εδώ, κάναμε περισσότερο τουριστικό μάθημα για τα πρώτα στάδια. Στον σύλλογο δούλεψα έναν χρόνο σαν δάσκαλος του σκι και μαθαίναμε τα μικρά παιδιά του Μετσόβου το σπορ των σκι.
Είχατε πάρει ποτέ μέρος σε αγώνες σκι;
Σε αγώνες σκι είχα πάρει μέρος το 1987-'88. Το σκι έχει δύο, θα έλεγα, σπορ το σκι. Είναι το σκι δρόμων αντοχής και το αλπικό σκι, που είναι το σκι κατάβασης. Είχα πάρει μέρος σε αγώνες σκι στο αλπικό, δηλαδή, στην κατάβαση και στο δρόμων αντοχής, εδώ στο Μέτσοβο, που γίνανε πανελλήνιοι αγώνες.
Η αγάπη σας για την παράδοση πώς συνδέεται με το επάγγελμά σας;
Η αγάπη μου για την παράδοση έρχεται περισσότερο, θα ‘λεγα, από τη ζωή και τον τρόπο ζωής που ζούνε οι Μετσοβίτες. Οι Μετσοβίτες έως και σήμερα, θα ‘λεγα, όχι σε τόσο μεγάλο ποσοστό όσο παλιά, ο τρόπος ζωής τους είναι μέσα απ’ την παράδοση και απ’ τα ήθη και έθιμα να ζούνε. Εμένα οι γονείς μου και η οικογένεια των γονιών μου, ο τρόπος ζωής τους ήταν αυτός. Είχα από μικρός αυτή τη νοσταλγία και τη σκέψη, ότι θα ‘θελα ν’ ασχοληθώ και να προσφέρω στον τόπο μου για την παράδοση. Μετά ήταν κι ο σύλλογος εδώ, ο Χορευτικός Σύλλογος Μετσόβου, που είχε ιδρυθεί από το 1980 κι όταν επέστρεψα εγώ εδώ, μου κάνανε πρόταση ν’ αναλάβω και δάσκαλος του χορού. Και με την παρότρυνση αυτή είχα ένα κίνητρο παραπάνω για ν’ ασχοληθώ.
Ήσασταν ο πρώτος δάσκαλος του Χορευτικού ή υπήρχαν κι άλλοι πριν από σας;
Όχι, όχι. Υπήρχαν κι άλλοι. Εγώ τα τελευταία 20 χρόνια είμαι δάσκαλος στον σύλλογο. Υπήρχαν άνθρωποι που είχαν βιώσει την παράδοση απ’ τους γονείς τους. Δάσκαλοι –δεν θα λέγαμε δάσκαλοι πανεπιστημιακοί– όπως ο Βασίλης ο Φάφαλης, που ακόμα και προσφέρει, παρόλα τα γεράματα που έχει, κι ακόμα μας δίνει συμβουλές για την παράδοση, κι άλλοι πολλοί. Η Ελένη η Φούφα, ο Βασίλης ο Κατσώρας ήταν δάσκαλοι πριν από μένα.
Οι χοροί που διδάσκετε είναι κατεξοχήν παραδοσιακοί;
Ναι. Τον πρώτο λόγο έχουν οι παραδοσιακοί χοροί. Και θα ‘λεγα πρώτα οι μετσοβίτικοι χοροί, που πρέπει οι νέοι να μαθαίνουν του Μετσόβου τους μετσοβίτικους χορούς. Και μετά διδάσκω και χορούς απ’ όλη την Ελλάδα, απ’ την Κρήτη μέχρι τον Έβρο κι απ’ τη Λευκάδα μέχρι τη Σαμοθράκη θα ‘λεγα.
Πώς μαθαίνατε τα βήματα;
Τα βήματα… Δυστυχώς επειδή εγώ διδάχτηκα χορούς στο Πανεπιστήμιο της Γιουγκοσλαβίας, ξένους χορούς, δεν είχα διδαχτεί ελληνικούς στο Πανεπιστήμιο, σε ελληνικό Πανεπιστήμιο. Συμμετείχα σε πάρα πολλά σεμινάρια για να μάθω τους χορούς και για να μπορέσω να διδάξω εύκολα.
Θυμάστε την πρώτη μέρα που αναλάβατε τον Χορευτικό Σύλλογο; Πώς ήταν; Πώς σας υποδέχτηκαν τα παιδιά;
Την πρώτη μέρα που ανέλαβα, εγώ δεν ήθελα ν’ αναλάβω. Ήμουν χορευτής, αλλά επειδή η Ελένη η Φούφα που ήτανε δασκάλα, ήταν δασκάλα μου και χορεύαμε, για τους λόγους τους δικούς της δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο κι έμεινε ο σύλλογος έτσι, θα ‘λεγα, ξεκρέμαστος. Τότε ο τότε Δήμαρχος με παρακάλεσε [00:15:00]πολύ να ξεκινήσω εγώ για να βοηθήσω, για να μην μείνει ακέφαλος ο σύλλογος. Και με την παρότρυνση αυτή... Και στο μυαλό μου δεν ήταν να μείνω σαν δάσκαλος, γιατί είχα πολλές ασχολίες και τότε. Ασχολούμουν και με το ποδόσφαιρο και μ’ αυτά. Αλλά τελικά μ’ άρεσε πάρα πολύ, τα παιδιά με δεχθήκανε πάρα πολύ καλά, γίναμε μία μεγάλη οικογένεια. Από 30 και 40 μέλη που έχει ο σύλλογος, γίναμε γύρω στα 150 μέλη. Κι αυτό με κράτησε για να μείνω. Δεν μπορούσα έτσι ν’ αφήσω έτσι όλον αυτόν τον κόσμο –ξέρεις– μόνο και να φύγω. Και μακάρι τώρα η συνέχεια η δικιά μου να βρεθούνε άλλοι δάσκαλοι, είτε αρσενικού, είτε θηλυκού γένους να συνεχίσουν αυτό το έργο.
Έχετε κάνει ταξίδια με τον Χορευτικό Σύλλογο;
Με τον Χορευτικό Σύλλογο έχουμε κάνει αρκετά ταξίδια, τόσο στο εσωτερικό, όσο στο εξωτερικό. Τα ταξίδια του Χορευτικού Συλλόγου στο εσωτερικό έχουνε σκοπό να προβάλλουν το Μέτσοβο, βέβαια και στο εξωτερικό. Αλλά στο εσωτερικό, επειδή ο κόσμος γνωρίζει περισσότερα για την παράδοση, πρέπει να ‘μαστε λίγο ταπεινοί και αυτό που προβάλλουμε, να το προβάλλουμε όπως πρέπει και όπως μας το παραδώσανε οι παλαιότεροι. Αρκετά ταξίδια σχεδόν σε όλη την Ελλάδα έχουμε πάει, αλλά έχουμε ταξιδέψει και στο εξωτερικό σε πολλά κράτη. Και πιστεύω ότι ήμασταν αρκετά καλοί για να ‘μαστε πρεσβευτές αυτής της παράδοσης και αυτών των χορών του Μετσόβου. Όχι μόνο, γιατί στο εξωτερικό που πηγαίναμε, χορεύαμε και χορούς απ’ όλη την Ελλάδα.
Στο εξωτερικό υπήρχαν ποτέ Ηπειρώτες που να σας περίμεναν να σας παρακολουθήσουν;
Ναι. Όταν μαθαίνανε γενικότερα Έλληνες ότι θα συμμετέχει ελληνικό χορευτικό σε φεστιβάλ, ερχόταν από κοντά για να μας αγκαλιάσουν, μας βοηθήσανε αρκετές φορές σε όσα μέρη πήγαμε. Οι Ηπειρώτες σ’ ένα μέρος, θυμάμαι, που είχαμε πάει, στην Ιταλία, και βρήκαμε Ηπειρώτες εκεί που ήρθανε και με χαρά έτσι να μας υποδεχτούν, να παρακολουθήσουν τις παραστάσεις μας. Υπάρχουν παντού Ηπειρώτες σ' όλον τον κόσμο, που είναι η ζωή τους η παράδοση κι οι χοροί.
Δυσκολίες έχετε αντιμετωπίσει στη διάρκεια αυτών των ετών, όσον αφορά τον Χορευτικό Σύλλογο;
Δυσκολίες πάντα υπάρχουν. Επειδή έχεις να κάνεις με πολλά άτομα, πρέπει να βρεις μία φόρμα που να τους βάλεις όλους σ’ ένα καλούπι και να μπορείς να λειτουργήσεις. Βέβαια, έχεις βρει, αλλά ντάξει. Περισσότερες είναι οι χαρές, τις λύπες τις ξεχνάς εύκολα, επειδή οι χαρές και η φλόγα της παράδοσης είναι έντονη.
Ποιες δραστηριότητες κάνετε για τη διάσωση της παράδοσης ετησίως;
Λοιπόν, σαν σύλλογος οι 4 κύριες εκδηλώσεις, που κάνουμε... Ας ξεκινήσουμε απ’ τις αρχές του χρόνου. Η μία εκδήλωση είναι 17 Μαΐου. 17 Μαΐου το Μέτσοβο γιορτάζει τον Άγιο Νικόλαο τον εκ Μετσόβου, τον Μπασδάνη. Ο Άγιος Νικόλαος, τον κάψανε οι Τούρκοι στην πλατεία των Τρικάλων, αυτός έγινε μάρτυρας, και τον γιορτάζουμε με μεγάλη επισημότητα. Ντυνόμαστε όλοι, μικροί και μεγάλοι, πηγαίνουμε παραμονή στη λιτανεία του Αγίου Νικολάου και ανήμερα, μετά την δοξολογία χορεύουμε στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου όλα τα τμήματα παραδοσιακούς μετσοβίτικους χορούς. Συμμετέχει κι ο κόσμος μαζί, τραγουδάμε, άλλες φορές εκείνη την ημέρα έχουμε καλέσει και συλλόγους από άλλα μέρη της Ελλάδος να συμμετέχουνε. Μετά η επόμενη, έτσι, μεγάλη γιορτή είναι 26 Ιουλίου της Αγίας Παρασκευής. Κι αυτή σημαντική, μάλλον η πιο σημαντική μέρα για το Μέτσοβο. Όπου όλος ο κόσμος ντύνεται με τις παραδοσιακές φορεσιές. Περισσότερες οι γυναίκες για να κάνουν και το έθιμο, το τραγούδι των γυναικών, την κούνια των γυναικών. Τις απογευματινές ώρες έρχονται πολλοί επισκέπτες απ’ όλη την Ελλάδα να παρακολουθήσουν τα δρώμενα. Αλλά τα τελευταία χρόνια, θα ‘λεγα, έρχονται κι απ’ το εξω[00:20:00]τερικό να παρακολουθήσουν την Αγία Παρασκευή. Κι αυτό έχει να κάνει με τα σεμινάρια, που πηγαίνουμε εμείς και μεταλαμπαδεύουμε την παράδοση και τους χορούς του Μετσόβου. Η τρίτη εκδήλωση είναι 15 Αυγούστου. 15 Αυγούστου ο σύλλογος στην κεντρική πλατεία στρώνει τραπέζια και καρέκλες, και βάζει ψησταριές και ψήνει για όλο τον κόσμο, για να γλεντήσει εκείνη τη μέρα, τη μέρα της Παναγίας. Αυτή είναι μεγάλη μέρα. Εκείνη την ημέρα και ο σύλλογος θα βγάλει κάποια έσοδα για να συντηρηθεί όλο τον χρόνο. Και ως τώρα ο κόσμος έχει μείνει ευχαριστημένος κι απ’ αυτό το γλέντι. Και η μέρα η τέταρτη που γιορτάζουμε έτσι επίσημα, είναι 31 Οκτωβρίου, είναι η απελευθέρωση του Μετσόβου. Η απελευθέρωση του Μετσόβου έγινε το 1912, 31 Οκτωβρίου από Ηπειρώτες και Κρήτες εθελοντές, που βοηθήσανε στην απελευθέρωση του Μετσόβου. Αυτή την ημέρα τη γιορτάζουμε, την παραμονή καταθέτουμε στεφάνια στους ανδριάντες και στα μνημεία των πεσόντων και ανήμερα μετά τη δοξολογία ο Χορευτικός Σύλλογος στο μουσείο Τσανάκα παραθέτει μπουφέ και δεξίωση για όλον τον κόσμο και μαζί με τους φίλους Κρητικούς που συμμετέχουν πολλές φορές σ’ αυτές τις εκδηλώσεις –έρχονται αποστολές απ’ την Κρήτη–, γιορτάζουμε αυτή την ημέρα επίσημα. Δεν είναι μόνο αυτές οι 4 μέρες που ο σύλλογος έχει δραστηριότητες. Εντάξει, αυτές οι 4 μέρες είναι σπουδαίες για το Μέτσοβο και τις τιμάμε και ο σύλλογος, και όλος ο κόσμος θα ‘λεγα. Αλλά ο σύλλογός μας έχει δραστηριότητες όλο τον χρόνο. Να φέτος ακόμα δεν έχουμε τελειώσει το έτος του 2022, συμμετέχει σε πολλά φεστιβάλ ανά την Ελλάδα. Φέτος έχουμε ένα φεστιβάλ στα Γιάννενα, το πρώτο φεστιβάλ της Περιφέρειας Ηπείρου στα Γιάννενα, που οι δραστηριότητες είναι πολλές. Θα ‘λεγα ότι ο σύλλογος έχει μία αποστολή να ‘ναι πάντα ζωντανός και ενεργός, γιατί χρειάζεται για τον τόπο, σαν κίνητρο, για να μην χαθούν ήθη, έθιμα, χοροί, τραγούδια κλπ.
Πέρα από τις χορευτικές εκδηλώσεις έχετε πραγματοποιήσει εκδηλώσεις που να παρουσιάζουν την καθημερινή ζωή, στοιχεία από τη ζωή των παλιών;
Βεβαίως. Σε πολλές εκδηλώσεις –όπως προανέφερα 15 Αύγουστου ή 26 Ιουλίου ή 31 Οκτωβρίου–, με διάφορα δρώμενα θέλουμε να παρουσιάσουμε τη ζωή του Μετσόβου όπως ήταν παλιά ή ακόμα κι όπως είναι σήμερα. Και αυτό στις παραστάσεις τις χορευτικές το βάζουμε, αυτό το… Βάζουμε μια φορά ένα δρώμενο, ούτως ώστε μέσα απ’ αυτό το δρώμενο να περάσουμε στοιχεία που θα παρακινήσουν τον κόσμο ν’ ασχοληθεί με την παράδοση, με τα ήθη και με τα έθιμα.
Όταν κάνετε μια τέτοια παράσταση, από πού παίρνετε πληροφορίες εσείς σαν δάσκαλος;
Πληροφορίες είναι η ζωή που έχω ζήσει. Εντάξει, είμαι 58 χρονών, έχω ζυμωθεί με τον παλιό τρόπο ζωής. Και μέσα από τα πράγματα που έβλεπα στους γονείς μου, την καθημερινή ζωή, πώς η μητέρα μου έφτιαχνε στον αργαλειό υφαντά, πώς μαγείρευε, πώς συμπεριφερόταν κι όταν πηγαίνανε στα χωράφια, όταν πηγαίνανε για ξύλα, όλα αυτά είναι στοιχεία της ζωής, τα οποία σε μία παράσταση μπορείς να τα δώσεις στον κόσμο. Για να δείξεις ότι ο τρόπος ζωής αυτός μπορεί να εφαρμοστεί και σήμερα κατά κάποιον τρόπο. Μέσα απ’ αυτά, και βέβαια από τους παλιούς, ρωτώντας, μαθαίνοντας. Κάθε μέρα μαθαίνεις για να μπορέσεις να δείξεις και να προβάλλεις στους νεότερους.
Απ’ όλες αυτές τις εκδηλώσεις που έχετε κάνει, ποια είναι αυτή που θα σας έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη πιο έντονα;
Εντάξει, δεν είναι μία, είναι αρκετές. Μία εκδήλωση που έχουμε κάνει: Κάναμε την αναπαράσταση του παραδοσιακού γάμου το 2002. Και αναπαραστήσαμε γάμο όπως γινόταν ακριβώς παλιά, με όλη τη διαδικασία του διημέρου. Αυτή ήτανε πιστεύω μία παράσταση που μπόρεσε στον κόσμο να δώσει πράγματα και ν’ αγγίξει. Κι εγώ το βλέπω σήμερα ότι κι οι γάμοι που γίνονται σήμερα, έστω και λίγο παρακινηθήκανε απ’ αυτή την παράσταση. Και χαίρομαι που ο κόσμος στους γάμους έχει α[00:25:00]ρκετά στοιχεία από τον παλιό τρόπο ζωής. Και να κάνει έναν γάμο, ρε παιδί μου, εφαρμόζει πολλά παλιά στοιχεία. Αυτό είναι καλό νέο, γιατί οι νέοι άνθρωποι θέλουν να μην αφήσουν αυτά τα ήθη κι έθιμα. Άλλη μία παράσταση που θα μπορούσα να την χαρακτηρίσω, έτσι, αρκετά, έτσι, καλή και που στάθηκε σημείο αναφοράς, ήταν μια εκδήλωση που είχαμε κάνει στο κλειστό γυμναστήριο για την απελευθέρωση του Μετσόβου, που αντιπροσωπευτικά όλα τα παιδιά χορέψαμε χορούς απ’ όλη την Ελλάδα, και κυρίως τιμήσαμε τους Κρητικούς τότε με τους κρητικούς χορούς και τους χορέψαμε, θα ‘λεγα, αξιοπρεπέστατα.
Παράλληλα, έχω μάθει ότι έχετε γράψει κι ένα βιβλίο. Μπορείτε να μας πείτε τι είναι αυτό; Πώς πήρατε το κίνητρο; Τι περιέχει μέσα;
Ναι, έχω γράψει ένα βιβλίο για τη μουσικοχορευτική παράδοση του Μετσόβου. Αυτό εκδόθηκε το 2020 τον Ιούλιο. Είναι όλα τα χρόνια, όσα πράγματα έχω μαζέψει από τραγούδια, από πληροφορίες, από τους μουσικούς. Τα κατέγραφα κάθε χρόνο όλα αυτά τα χρόνια και ήθελα, επειδή δεν υπήρχε γραπτός λόγος σε τραγούδι ή ακόμα και συμμαζεμένη όλη η μουσική σε ένα CD, αποφάσισα –θα ‘λεγα και με την ευκαιρία της πανδημίας–, στρώθηκα και είπα ότι πρέπει να μείνει σε κάθε σπίτι μετσοβίτικο αυτό το βιβλίο. Να μπορούν να έχουνε βήμα ο κόσμος και κίνητρο, για να μάθει τα τραγούδια, ν’ ακούσει τη μουσική όπως παιζόταν και ήτανε. Και η επιθυμία μου, πιστεύω, έγινε πραγματικότητα. Μπήκε σε όλα τα σπίτια του Μετσόβου αυτό το βιβλίο. Το βιβλίο αυτό έχει όλα τα τραγούδια του Μετσόβου, τα επιτραπέζια, τα συγκαθιστά, τα χορευτικά, του γάμου, της αγάπης, της φύσης. Περικλείει όλο το φάσμα των τραγουδιών και των χορών του Μετσόβου.
Πώς συνδέεστε με το μουσείο Τσανάκα; Τι περιέχει; Πώς έγινε μουσείο; Πώς βρήκατε τα πράγματα;
Το μουσείο Τσανάκα πάλι ήταν μια παρακίνηση από τον τέως Δήμαρχο και νυν Περιφερειάρχη. Επειδή αυτό το μουσείο… Να πούμε δυο λόγια, ποιοι κατοικούσαν σ’ αυτό το σπίτι, το αρχοντόσπιτο θα ‘λεγα εγώ. Ήταν το σπίτι των Βενέτηδων, έτσι το λέγανε. Είναι ένα σπίτι αρχοντικό του 17ου αιώνα, το οποίο οι Βενέτηδες το δωρίσανε στην οικογένεια Τσανάκα. Επειδή δεν είχανε παιδιά οι Βενέτηδες, το δώσανε στην οικογένεια Τσανάκα. Αυτή η οικογένεια ήταν οικογένεια εμπόρων που δραστηριοποιούνταν στο εξωτερικό, κυρίως στην Αλεξάνδρεια, στην Κωνσταντινούπολη και στο Βουκουρέστι. Έμποροι, οι οποίοι καταγράφαν όλες τις εμπορικές συναλλαγές από τότε, απ’ τον 17ο αιώνα μέχρι και τον 18ο-19ο. Η επιθυμία του τελευταίου Τσανάκα, του Ιωάννη Τσανάκα ήταν να γίνει κάποτε μουσείο. Αυτή την επιθυμία ήθελε να την κάνει πράξη ο τότε Δήμαρχος. Ξεκίνησε αυτό το μουσείο, μπήκε σ’ ένα πρόγραμμα στο ΠΕΠ 1. Αναπαλαιώθηκε, σχεδόν έφτασε στο στάδιο της καλύτερης κατάστασης της λειτουργίας. Αλλά είχε μείνει έτσι έρημο 2-3 χρόνια, δεν είχαν πάρει απόφαση να το στολίσουν, να ξεκινήσουν τη λειτουργία. Και τότε με παρότρυνε ν’ ασχοληθώ μ’ αυτό, μιας και ασχολούμουν με τον Χορευτικό Σύλλογο και με την παράδοση. Και τότε πήρα την απόφαση, με παρακίνηση σε δύο-τρία άτομα και πολλές φορές και όλα τα παιδιά του Χορευτικού να βοηθήσουνε. Μαζέψαμε πράγματα. Πολλά εκθέματα που έχει είναι της οικογένειας Τσανάκα και Βενέτη, αλλά και πολλά είναι δωρεές των Μετσοβιτών. Δώσανε πολλά και δίνουν πολλά κάθε μέρα ο κόσμος και στολίσαμε το μουσείο το 2013 αυτό. Και λειτουργεί απ’ το 2013 σαν μουσείο λαϊκή[00:30:00]ς τέχνης. Βασικά θα έλεγα σαν ένα παλιό σπίτι, όπως ήτανε εκείνη την εποχή. Έχει όλα τα πράγματα, όπως ήτανε εκείνη την εποχή, καλοδιατηρημένο, και υπάρχουν και 2 εκθεσιακοί χώροι, οι οποίοι… Έχουμε βάλει αργαλειούς, και στη σκέψη μας, μαζί πάλι με τον Περιφερειάρχη, είναι να κάνουμε μια υφαντική σχολή εδώ στο Μέτσοβο.
Ο κόσμος μπορεί να το επισκεφτεί;
Ο κόσμος μπορεί να το επισκεφτεί. Επειδή είναι όλοι οι εργαζόμενοι που είναι, θα ‘λεγα δεν είναι εργαζόμενοι, είναι εθελοντές. Δύο γυναίκες απ’ το Χορευτικό, η Ερμιόνη κι η Ελισάβετ, εθελοντικά πηγαίνουν, ούτε πληρώνονται. Ανοίγει Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο απ’ τις 09:00 ως τις 14:00. Και μπορεί να το επισκέπτεται όλος ο κόσμος. Για τους Μετσοβίτες είναι δωρεάν, για τους επισκέπτες εκτός Μετσόβου υπάρχει μια μικρή συνδρομή 3 ευρώ.
Πιστεύετε γενικά ότι το Μέτσοβο είναι ένας τόπος όπου μπορούν να ζήσουν οι νέοι;
Κοιτάξτε, είναι η εποχή που μιλάμε, είναι δύσκολη. Δεν υπάρχουν πολλές δουλειές, ο νέος εύκολα παρακινείται και δεν έχει ζυμωθεί στον παλιό τρόπο ζωής. Τα προηγούμενα 20 χρόνια δόθηκαν πολλά πράγματα στους νέους απ’ τους γονείς, που αυτό για μένα είναι λάθος μεγάλο, γιατί θα έλεγα –με την καλή έννοια– καλομαθημένοι οι νέοι. Ότι πρέπει να μην δουλεύουν πολύ και να αμείβονται. Βασικά δεν υπάρχουν και πολλές δουλειές. Φταίνε κι άλλα πράγματα, φταίνε οι φορείς που δεν σκύψανε το κεφάλι πάνω σ’ αυτό το θέμα. Αλλά πιστεύω ότι το Μέτσοβο με την υποδομή που έχει και με λίγη προσπάθεια απ’ όλους μπορεί να είναι προκομμένο μια ζωή και οι νέοι να βρουν δουλειά. Και θα ‘λεγα και τ’ άλλο, ότι οι δρόμοι είναι πάρα πολύ κοντά και με τα Γιάννενα, και τώρα με τα Τρίκαλα που τελειώνει η Ε65, που ακόμη κι η διασκέδαση είναι πάρα πολύ κοντά, για να μπορεί να μείνει ο νέος στο Μέτσοβο. Αλλά, εντάξει, το πρόβλημα με τη δουλειά είναι πλέον πολύ ορατό και στο Μέτσοβο. Εκεί πρέπει να βρεθεί λύση απ’ όλους μας.
Ξέχασα ν’ αναφερθώ στο δημοτικό γυμναστήριο Μετσόβου. Εσείς είστε τώρα μόνιμα δάσκαλος στο δημοτικό γυμναστήριο;
Εγώ είμαι απ’ το 1994 εργαζόμενος γυμναστής και υπεύθυνος στο αθλητικό κέντρο και δημοτικό γυμναστήριο Μετσόβου. Αυτό είναι ένα στολίδι. Στην ερώτηση που είχαμε και πριν, ότι οι νέοι έχουν ένα κλειστό γυμναστήριο που περιέχει και αίθουσα με βάρη, αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, γήπεδο ποδοσφαίρου. Έχουν ν’ ασχοληθούν με δραστηριότητες, δεν λείπουν αυτά. Είναι ένα συγκρότημα το οποίο εκτός απ’ τον ντόπιο πληθυσμό, μπορεί να έρθει ν’ αθληθεί ο καθένας δωρεάν, δεν πληρώνει τίποτα. Το επισκέπτονται πολλοί σύλλογοι από την Ελλάδα για το στάδιο της προετοιμασίας τους, εθνικές ομάδες μπάσκετ, βόλεϊ, ομάδες μπάσκετ όπως ο Ολυμπιακός τόσα χρόνια που ήταν εδώ, ο Άρης, ο ΠΑΟΚ και πάρα πολλές ομάδες.
Προγράμματα γυμναστικής γίνονται;
Υπάρχουν προγράμματα. Είναι και 2 σύλλογοι που έχουν έρθει εκεί και κάνουν μαθήματα. Ένας σύλλογος Tae Kwon Do, ένας σύλλογος ενόργανης γυμναστικής για μικρά παιδιά, κάνουμε προγράμματα άθλησης γυναικών. Υπάρχει δραστηριότητα.
Εσείς από τη μέχρι τώρα πορεία σας, είστε ευχαριστημένος απ’ όσα έχετε καταφέρει να κάνετε;
Ευχαριστημένος δεν είσαι ποτέ. Πιστεύω ότι κατά ένα ποσοστό μεγάλο είμαι ευχαριστημένος. Είμαι ευχαριστημένος γιατί ασχολούμαι με αυτό που αγαπάω. Αυτό φτάνει. Τώρα αν η προσφορά ή αυτό που κάνω στη δουλειά μου πιάνει, ακουμπάει τον κόσμο, αυτό το κρίνει ο κόσμος, δεν μπορώ να το κρίνω εγώ. Εγώ για μένα πιστεύω ότι προσπαθώ και κάθε μέρα κάνω πράγματα. Και βέβαια και λάθη θα κάνεις, αρκεί στα λά[00:35:00]θη να υπάρχει βελτίωση.
Υπήρχε ποτέ κάποια στιγμή που να είπατε ότι «τώρα τα παρατάω, κουράστηκα»;
Ναι. Αλλά καθόμουν και σκεφτόμουν πάλι κι έλεγα: «Αν το κάνουν όλοι αυτό, δεν θα υπάρχει τίποτα». Μετά με τόσο κόσμο που έχεις συναναστροφή, πιστεύω ότι τον απογοητεύεις, αν το κάνεις αυτό, αν πεις κουράστηκα, τα παρατάω. Εντάξει, πολύ λίγες φορές, αλλά εντάξει, υπήρχαν στιγμές. Αλλά δεν αξίζει να το κάνεις αυτό.
Αν γυρνούσατε τον χρόνο πίσω, θα θέλατε ν’ αλλάξετε κάτι;
Ν’ αλλάξεις κάτι... Μπορείς να προσθέσεις πολλά πράγματα. Απ’ αυτά που ‘χω κάνει, όχι δεν θ’ άλλαζα τίποτα. Αρκεί να προσθέσεις κάποια πράγματα που ίσως δεν μπόρεσες να τα κάνεις, ίσως σου ξεφύγανε εκεί στην πορεία για πολλούς λόγους, για οικονομικούς, για συγκεκριμένες καταστάσεις. Δεν μετανιώνω για ό,τι τέτοιο, αλλά μπορείς, μπορείς να βελτιώσεις πράγματα και να κάνεις πράγματα. Και σίγουρα κάποια έχω λησμονήσει να κάνω.
Θα θέλατε να συμπληρώσετε κάτι άλλο;
Να συμπληρώσω κάτι άλλο... Πολλά πράγματα. Θέλω να συμπληρώσω, θέλω. Βασικά στην εποχή αυτή που ζούμε, ένα πράγμα, ας πούμε, που θα ‘θελα, θα ‘θελα να ζούσα στην εποχή την πιο πολύ παλιά, να ‘χα πάρει περισσότερα στοιχεία, για να μπορούσα να τα δώσω τώρα στον κόσμο, στα παιδιά βασικά, που ασχολούμαι, είτε με τον χορό, είτε με τη γυμναστική και με τον αθλητισμό. Απλώς πρέπει να προσπαθήσουμε όλοι όσοι ασχολούμαστε έτσι πιο δραστήρια με πράγματα όπως ο αθλητισμός, γιατί ο αθλητισμός είναι το μεγαλύτερο σχολείο, θα ‘λεγα. Δηλαδή δεν είναι μόνο να κλωτσάς μια μπάλα, είναι πειθαρχία, είναι ταπεινότητα, είναι πάρα πολλά.
Οι νέοι γενικά ενδιαφέρονται για τον χορό, για τη γυμναστική; Είναι έτσι δραστήριοι;
Εντάξει, αυτό εξαρτάται, πιστεύω, από τους γονείς, απ’ το σπίτι και απ’ το σχολείο βέβαια. Σ’ ένα πράγμα που με ρώτησες και πριν και θα στο πω τώρα, είμαι έτσι απογοητευμένος, ότι η ηλικία των Μετσοβιτών από 40 μέχρι 60 δεν είχαν στο μυαλό τους, έτσι, τα παιδιά να τα σπρώξουν και στον αθλητισμό, και στον χορό, και σ’ αυτά. Τα θεωρούσαν δευτερεύοντα πράγματα. «Ή θα διαβάσεις για να σπουδάσεις, να φύγεις ή θα πας στη δουλειά». Ενώ παράλληλα μπορείς να κάνεις, και να διαβάσεις, και ν’ αθληθείς, και να χορέψεις, και να πας στη δουλειά, και ν’ αθληθείς, και να χορέψεις κι αυτά. Η καινούρια γενιά των μανάδων και των πατεράδων βοηθάει τα παιδιά, τα στέλνει τα παιδιά και στον χορό, και στον αθλητισμό, και γενικά σ’ όλα, σ’ όλες τις δραστηριότητες.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.
Κι εγώ ευχαριστώ και ό,τι καλύτερο για σας.
Έχω ακούσει ότι στο παρελθόν έγινε μία αρπαγή μιας κοπέλας του Αβέρωφ. Μπορείτε να μας πείτε γι’ αυτόν τον μύθο;
Ναι. Αυτό έγινε τον 18ο αιώνα. Το 1864 η Ευδοκία Τζοανοπούλου μετέπειτα, ή Δούκου του Κουλάκη, Δούκου του Κουλάκη λόγω του... Ήταν Ευδοκία του Νικολάκη Αβέρωφ. Ο Νικολάκης Αβέρωφ ήτανε ο αδερφός του Γεωργίου Αβέρωφ, του εθνικού ευεργέτη και ζούσε εδώ στο Μέτσοβο. Η Ευδοκία τότε, κοπέλα, είχε μία φίλη Λενούσω και κάναν βόλτες. Τότε παλιά η βόλτα εδώ στο Μέτσοβο γινόταν στην περιοχή του Αγίου Γεωργίου, των Αγίων Αναργύρων, στη Στεργιάνω που λέγαμε εμείς, στη Γκούρα. Αυτός δεν είναι μύθος, είναι πραγματικότητα. Το Κουλτούκι στην Αγία Παρασκευή, το χοροστάσι σήμερα, όπου γίνεται και το πανηγύρι το μεγάλο, ήτανε χώρος που πηγαίνανε οι τσιφλικάδες και καθότανε τ’ απογεύματα και οι αρχοντάδες του [00:40:00]Μετσόβου. Εκεί μια μέρα ήτανε ο Νικολάκης ο Αβέρωφ, ο πατέρας της Δούκως, της Ευδοκίας που λέμε, με παρέα του. Κι ήταν ο Φλέγγας, ένας Μετσοβίτης, Αμπντάλη τον λέγανε. Αμπντάλη γιατί ήταν οξύθυμος και έτσι ζωηρό παιδί, με μια παρέα, τον Θυμιογάκη και τον Τακοβαγγέλη. Αυτοί ήταν από την Άρτα. Και δεν επιτρεπόταν να περάσουν εκεί οι φτωχοί άνθρωποι, παιδιά. Και λέει ο Φλέγγας: «Εγώ θα περάσω και δεν θα μου κάνει κανένας τίποτα». Και πήγε να περάσει απ’ το Κουλτούκι και σηκώθηκε ο Νικολάκης Αβέρωφ και του λέει: «Γιατί περνάς από δω; Δεν ξέρεις ότι από δω δεν περνάνε;». Και του ρίχνει έναν μπάτσο. Και με τη ντροπή κοκκίνισε ο Φλέγγας και του παν οι άλλοι: «Είδες τι έπαθες;». Και το ινάτι αυτό, αυτοί το εκμεταλλευτήκανε το ινάτι του Φλέγγα, ο Τακοβαγγέλης και ο Θυμιογάκης και του προτείνανε να κάνουν αρπαγή τη Δούκω, όταν πηγαίνει βόλτα προς τον Άγιο Γεώργιο μαζί με τη Λενούσω. Κι έτσι έγινε εκείνη την εποχή. Ιούλιος μήνας ήτανε. Όταν βγήκαν το απόγευμα βόλτα τα κορίτσια να πάνε προς τον Άγιο Γεώργιο, τις αρπάξανε και πήγαν και τις κρύψανε στο Μαυροβούνι. «Λα πάτε, λα Δούκα» που λέμε εμείς, δηλαδή, στην πεδιάδα... Έχει μια μικρή πεδιάδα πάνω στο Μαυροβούνι, που εκεί την κρατάγανε. Και στείλανε παραγγελία εδώ στον Κουλάκη, ότι «για να γυρίσεις, να πάρεις την κοπέλα πίσω πάλι, τη Δούκω, πρέπει να μας φέρεις λίρες χρυσές και ασήμι». Λέγεται τότε, μπορεί να είναι μύθος αυτός: «Όσο σε βάρος το χρυσό της Δούκως και της Λενούσως -κλέψανε μαζί και τη φίλη, την αρπάξανε-, σε ασήμι». Ο Κουλάκης τι να κάνει; Αναγκάστηκε να μαζέψει αυτά τα χρήματα και με τον υπηρέτη να στείλει σε μουλάρι φορτωμένο τα λεφτά. Απελευθερώσανε τη Δούκω τότε κι ήρθε στο σπίτι η Δούκω. Βέβαια, μετέπειτα ιστορικά στοιχεία που έχουμε, τον Τακοβαγγέλη και τον Θυμιογάκη τον πιάσανε στα βουνά της Άρτας και τους φυλακίσανε. Βέβαια, η Δούκω ήθελε να τους δοθεί χάρη, να μην τους βάλουν μέσα, αλλά τελικά απ’ ό,τι ξέρουμε από την ιστορία, πεθάνανε στη φυλακή. Αυτή ήταν μια αρπαγή της εποχής εκείνης που ταρακούνησε όλη την Ελλάδα. Οι Μετσοβίτες για τη Δούκω φτιάξανε μοιρολόι: Δεν είναι κρίμα κι άδικο, δεν είναι κι αμαρτίανα ‘ναι Βασίλω μ’ σ’ ερημιά, σε κλέφτικα λημέρια. Τη λένε Βασίλω. Γιατί τη λένε Βασίλω; Βασιλαρχόντισσα, σαν αρχόντισσα. Το όνομά της είναι Ευδοκία, η οποία παντρεύτηκε έναν πλούσιο άνθρωπο, τον Τζοανόπουλο. Και ο Τζοανόπουλος τότε κι η Ευδοκία στρώσανε κι όλο το πλακόστρωτο της πλατείας εδώ και λέγεται «Πλατεία Τζοανοπούλου» και μετέπειτα «Τοσίτσα». Ήτανε ιστορία οι οποίοι οι Μετσοβίτες την τραγουδάγανε αυτή την ιστορία σε μοιρολόι, και αργότερα μετά το ’55 έγινε και χορός, η Βασιλαρχόντισσα.