Ηλικιακός περιορισμός
Η συνέντευξη είναι διαθέσιμη μόνο για χρήστες άνω των 18 ετών.
Ψυχιατρείο Λέρου: Μια αποθήκη ψυχών για ανθρώπους που ήταν στα αζήτητα
Καλημέρα. Πώς ονομάζεστε;
Καλημέρα. Ονομάζομαι Αθανασία Τιβικέλη και ευχαριστώ για την πρόσκληση -που λένε- και την εμπειρία.
Εγώ ευχαριστώ! Είναι Δευτέρα 25 Ιουλίου του 2022, βρισκόμαστε με την Αθανασία Tιβικέλη στο Μελισσοχώρι Θεσσαλονίκης, εγώ ονομάζομαι Ραφαέλα Νίκα, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Θέλετε να μας πείτε λίγα πράγματα για εσάς; Πότε και πού γεννηθήκατε;
Γεννήθηκα στις 15 Ιουλίου του 1970 στο Αμβούργο της Γερμανίας από Έλληνες γονείς μετανάστες εκεί. Είκοσι ημερών η μητέρα μου με έφερε στο χωριό καταγωγής Μηλέα Ελασσόνας. Σαράντα ημερών αναγκάστηκε να φύγει πίσω στη Γερμανία για δουλειά και μεγάλωσα με τη γιαγιά και τον παππού μέχρι τα τέσσερά μου που πήγα δύο χρόνια -μαζί με την αδερφή μου- μαζί τους στο Αμβούργο, αλλά λόγω έλλειψης ελληνικών σχολείων και καθότι ο μπαμπάς ήθελε να μη χάσουμε την ελληνική μας ταυτότητα μας γύρισε στο χωριό και τελείωσα την εκπαίδευσή μου στη Μηλέα το δημοτικό και γυμνάσιο-λύκειο στο 2ο Γυμνάσιο και 2ο Λύκειο Ελασσόνας αντίστοιχα.
Το 1988 ήρθα στη Θεσσαλονίκη ως φοιτήτρια στη Φιλοσοφική Σχολή στο τμήμα Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής-Ψυχολογίας από επιλογή, καθότι από τα δεκατρία μου χρόνια είδα το βιβλίο του Παπανούτσου, το βιβλίο της ψυχολογίας της ξαδέρφης μου που μεγαλώναμε μαζί. Μου άρεσε και ήθελα να γίνω ψυχολόγος. Στα χρόνια που φοιτούσα στο Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής-Ψυχολογίας έμαθα ότι ετοιμαζόταν να χωριστεί η σχολή για να αρχίσει να βγάζει ψυχολόγους, γιατί, όπως είπαμε, ήθελα να γίνω ψυχολόγος. Παρ’ όλα αυτά, το 1993 λίγο πριν βγει το ΦΕΚ και μη έχοντας άλλη υπομονή να περιμένω να πάρω το πτυχίο μου, ορκίστηκα ως απόφοιτη -τελειόφοιτη τέλος πάντων- του Τμήματος Φ.Π.Ψ. με αποτέλεσμα να βγω φιλόλογος τυπικά. Να σας πω την ιστορία πώς πήρα και το πτυχίο ψυχολογίας;
Ναι, αν θέλετε, κανένα πρόβλημα.
Μάλλον πριν φτάσω εκεί να πω ότι κατά τη διάρκεια των σπουδών μου στο Φ.Π.Ψ. φοιτούσα σε τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας. Τον πρώτο χρόνο τα μαθήματα ήταν κυρίως Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής που εμένα μου φαινόντουσαν τότε κάπως ανιαρά, γιατί είχα πάει για την ψυχολογία. Τον δεύτερο χρόνο των σπουδών μου εκεί ήρθα σε επαφή με ένα μάθημα του κυρίου Κώστα Μπαϊρακτάρη –«Ψυχοκοινωνική περίθαλψη» νομίζω το λέγανε τότε;– και όταν άκουσα τις διαλέξεις, όταν -πώς το λένε;- πήγα στα μαθήματα και άκουσα για όλα αυτά που έλεγε ο κύριος Μπαϊρακτάρης -για ψυχιατρεία, ιδρύματα, για αντιμετώπιση των ψυχικά ασθενών και λοιπά- τότε είπα ότι «Ορίστε, εγώ σε αυτό το τμήμα για τέτοιου είδους μαθήματα ήρθα». Μου άρεσαν πάρα πολύ οι θεματικές και ο τρόπος που έβλεπε τα πράγματα.
Ταυτόχρονα, κάποια στιγμή είδα μία αγγελία μέσα στο τμήμα στο παλιό κτήριο της Φιλοσοφικής από την «Εταιρεία Σπαστικών Βορείου Ελλάδος» που ζητούσε εθελοντές για κατασκηνώσεις. Πήγα, λοιπόν, έκανα αίτηση και τα επόμενα χρόνια έκανα διάφορες… Ήρθα σε επαφή με τον χώρο των αναπήρων, της αναπηρίας, τέλος πάντων, και των ατόμων με διάφορες αναπηρίες και πολλές με σπαστικότητα, με εγκεφαλική παράλυση. Ο παππούς μου από τη μεριά της μαμάς μου ήταν ανάπηρος κινητικά, δηλαδή έσερνε το ένα πόδι και είχε μπαστούνι. Δεν ξέρω, αν αυτό πάντα με έκανε ιδιαίτερα ευαίσθητη σε ανθρώπους με κάποιου είδους σωματική αναπηρία.
Το ’91 πρέπει να παρακολούθησα τα πρώτα σεμινάρια για εθελοντές που στηρίζουν τους ανθρώπους με αναπηρία στην Εταιρεία Σπαστικών. Το 1991 βρήκα και ήξερα ότι γίνεται παρέμβαση με εθελοντές φοιτητές και φοιτήτριες από το Φ.Π.Ψ. για τη Λέρο, για το «Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρου». Ήθελα να πάω, αλλά διάφορες υποχρεώσεις με ανάγκασαν να μην πάω, γιατί σκέφτηκα ότι θα πάω μόνο για δεκαπέντε μέρες λόγω των υποχρεώσεων -παντρεύτηκε η αδερφή μου, είχα από δω σεμινάρια με την Εταιρεία Σπαστικών και λοιπά-. Έτσι, λοιπόν, δεν πήγα. Οι περισσότεροι γνωστοί μου -σε εκείνη τη φάση συμφοιτητές- πήγανε εκείνη την χρόνια και θεωρώ ότι με εκείνους ταίριαζα περισσότερο.
Πήγα, τελικά, το ’92 εθελόντρια μέσα από το πρόγραμμα του κυρίου Μπαϊρακτάρη. Ο κύριος Μπαϊρακτάρης έλειπε τότε, ήτανε στον Άγιο Δομίνικο με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Βρέθηκα με κάποιους συμφοιτητές και συμφοιτήτριες που ουσιαστικά δεν τους ήξερα, αλλά και βρέθηκα σε μια συγκυρία τέτοια που το πρόγραμμα της επανένταξης -όπως λεγότανε- ήτανε σε ένα τέλμα, γιατί είχε αλλάξει το ’92, αν θυμάμαι καλά, η κυβέρνηση, είχαν παραιτηθεί οι υπεύθυνοι ψυχίατροι και το πρόγραμμα ήταν στον αέρα, με αποτέλεσμα, ενώ κάθε χρόνο δικαιολογούσαν τη στέγη και την τροφή των εθελοντών και εθελοντριών για ένα μήνα, σε αυτήν τη φάση δεν αναλάμβανε αρχικά το ψυχιατρείο να παρέχει αυτού του είδους την παροχή.
Με τα χίλια ζόρια -ας πούμε- και με τα παρακάλια και των ψυχιάτρων του Γιάννη Λουκά και του Θεόδωρου Μεγαλοοικονόμου δέχτηκαν να μας φιλοξενήσουνε -το ψυχιατρείο-, δηλαδή το διοικητικό συμβούλιο του Κρατικού Θεραπευτηρίου Λέρου να μας παρέχει μόνο διατροφή και στέγη μόνο για δεκαπέντε μέρες. Οπότε, οι δεκαπέντε μέρες που δεν ήθελα να είναι το ’91, αλλά να είναι ένα μήνα, έγιναν πάλι δεκαπέντε μέρες. Να συνεχίσω, δηλαδή για το εθελοντικό κομμάτι για εκείνη την εμπειρία;
Ναι, ναι.
Βρεθήκαμε, λοιπόν, με κάποιους συμφοιτητές και συμφοιτήτριες. Φιλοξενούμασταν σε έναν χώρο σε ένα χωριό, στο Παντέλι, σε ένα γραφικό ψαροχώρι και να πηγαίνουμε στο Ψυχιατρείο -όπως το λέγαμε- με τους συναδέλφους, συμφοιτητές και συμφοιτήτριες. Βασικά, συμφοιτήτριες ήταν. Ένας μόνο ήταν ο συμφοιτητής. Ήμασταν δέκα άτομα νομίζω; Εννιά; Κάπου εκεί. Όλοι πήγαμε -αυτά τα συμφώνησαν, αν δεν απατώμαι, οι ψυχίατροι μεταξύ τους- στο 16ο περίπτερο, όπως λεγότανε, το λεγόμενο περίπτερο των γυμνών.
Κατ’ αρχάς, να μιλήσω για την εμπειρία όταν πρώτο-έφτασα στην Λέρο. Στο νησί φτάσαμε βράδυ, δεν βλέπαμε και πολλά πράγματα. Παρ’ όλα αυτά, βλέπαμε το λιμάνι του νησιού, το Λακκί, που είχε πανέμορφα κτήρια ιταλικής από ό,τι έμαθα μετά… Καθότι τα Δωδεκάνησα ήτανε ιταλική κτήση μέχρι το ’50 κάτι, νομίζω, οπότε επειδή, λέει, η Λέρος έχει πολύ ωραία φυσικά λιμάνια και το Λακκί είναι ένα από τα πιο ασφαλή λιμάνια της Μεσογείου, είχαν κατασκευάσει οι Ιταλοί τότε κτήρια για τη στέγαση. Κατ’ αρχάς, είχαν κάνει ναυτική βάση τη Λέρο και με βάση κυρίως το Λακκί έκτισαν τα κτήρια του λιμανιού εξωτερικά και εσωτερικά στον χώρο των Λέπιδων, όπως λέγεται. Στα Λέπιδα έκτισαν κατοικίες και βάσεις, κτηριακές δομές για το ναυτικό τους, το προσωπικό του ναυτικού.
Όταν έφυγαν, λοιπόν, οι Ιταλοί, τα κτήρια αυτά έμειναν άδεια και αν θυμάμαι… Για αυτό θα πρέπει να συμβουλευτείτε προφανώς και το βιβλίο του κυρίου Μπαϊρακτάρη «Ψυχική υγεία» και… Αυτό θα το βρω και θα σας το πω ακριβώς. Θα σας στείλω φωτογραφία του βιβλίου που κακώς δεν το έφερα μαζί μου σήμερα. Όταν άδειασαν οι χώροι αυτοί και έμειναν άδειοι, σκέφτηκαν οι ντόπιοι εκεί με πόσα θα μπορούσαν να τους αξιοποιήσουν. Αυτή την ιστορία δεν τη θυμάμαι πολύ καλά. Θα μπορούμε να τη βρούμε, είπαμε. Οι τοπικοί άρχοντες της Αθήνας, λοιπόν, βλέποντας ότι τα ψυχιατρεία στο Δαφνί και ανά την Ελλάδα έχουν γεμίσει μετά τον πόλεμο και με όλες… Την οικονομική δυσπραγία προφανώς σε όλη την Ελλάδα είχαν γεμίσει τα ψυχιατρεία με ανθρώπους.
Οπότε, κάνανε κάποια κίνηση το ’58 -αν θυμάμαι καλά- αυτή η ναυτική βάση των Ιταλών στο Λακκί ιδρύθηκε ως αποικία ψυχασθενών Λέρου. Και τι γινόταν τότε; Βάλανε με ποια κριτήρια θα αποσυμφόριζαν τα ψυχιατρεία τότε; Έβαλαν το κριτήριο να μην έχει ο ασθενής -ο τρόφιμος- επισκεπτήριο τα τελευταία δύο χρόνια! Κυρίως, δηλαδή, ήταν αυτό το κριτήριο που έκανε τις διοικήσεις των νοσοκομείων και των κλειστών ιδρυμάτων να στείλουνε τους περίσσιους -όπως λέγανε τότε- και τους αζήτητους. Για αυτό και υπάρχει και μια ταινία με τα αζήτητα και τους αζήτητους. Μπορείτε να τη βρείτε αυτή, νομίζω, ψάχνοντας. Να στείλουν, λοιπόν, στη Λέρο. Και πώς θα τους έστελναν; Με καράβια.
Έγιναν, λοιπόν, αυτές οι καραβιές. Αυτά τα διάβαζα και μέσα από τα τετράδια ψυχιατρικής και μέσα από τα μαθήματα του κυρίου Μπαϊρακτάρη. Γέμιζαν καράβια με ψυχασθενείς από όλη την Ελλάδα και τα στέλνανε στη Λέρο. Όσοι το έζησαν τότε περιγράφουν σκηνές φρίκης! Άνθρωποι αλυσοδεμένοι, άνθρωποι χαμένοι να φτάνουν στο νησί να πάνε. Βρέθηκαν οι άνθρωποι της Λέρου ξαφνικά να πρέπει να πάρουν από το λιμάνι και να τους μεταφέρουν μέσα στα κτήρια αυτά ανθρώπους που ούτε γνώριζαν και ανθρώπους με διάφορα προβλήματα. Ελάχιστοι άνθρωποι, οι οποίοι στην πορεία και ονομάστηκαν φύλακες, γιατί φύλακες ουσιαστικά ήτανε… Κάνανε φύλαξη των ανθρώπων που είχανε, όπως σήμερα θα λέγαμε, κάποιου είδους ψυχιατρικής εμπειρίας. Διαβάζοντας, λοιπόν, και ακούγοντας όλα αυτά, είχα στο μυαλό μου ένα πολύ άσχημο μέρος με ανθρώπους-τέρατα να κατοικούν στο νησί.
Φτάνοντας το πρώτο βράδυ εκεί, κοιτούσα περίεργα γύρω μου ότι ήταν, από ό,τι φαινόταν μέσα στη νύχτα, κυκλικά κτήρια. Κτήρια μοντέρνα της εποχής του Bauhaus και κοιτούσα να δω τι γίνεται. Ξυπνώντας το πρωί… Αφού μας φιλοξένησε κάποιος εργαζόμενος στο σπίτι του και τα δέκα άτομα, ξυπνάμε το πρωί και βλέπω γύρω μου ένα πανέμορφο νησί! Ένα νησί με δέντρα, με πράσινο! Ένα νησί με όμορφους κόλπους, πανέμορφα σπίτια, ανθρώπους να κυκλοφορούν συνηθισμένους να το πω! Έκανα τον σταυρό μου και έλεγα: «Θεέ μου πού ήρθα; Στον παράδεισο;». Από τότε με συνδέει μια βαθιά σχέση με το νησί, δηλαδή το αγάπησα! Αφού έλεγα ότι άνετα θα μεγάλωνα και την οικογένειά μου, παρότι είχε προβλήματα και έχει με γιατρούς, ειδικότητες και λοιπά. Την άλλη μέρα, όμως, πηγαίνοντας στον χώρο στα Λέπιδα, που και πάλι αν κοιτούσες τα κτήρια ήταν όμορφα, αλλά ήταν καθαρά έντονο το στοιχείο, πρώτον, των ανθρώπων με κουρελιασμένα ρούχα. Άνθρωποι που φαίνονταν κλεισμένοι στον εαυτό τους, παρατημένοι. Μπορεί να έψαχναν για τσιγάρο, να έτρεχαν από εδώ και από εκεί μέσα στον χώρο αυτόν τον κλειστό, κοιτώντας περίεργα ή ψάχνοντας δεν ξέρω κι εγώ τι.
Αλλά το πιο έντονο που θυμάμαι και που με στοιχειώνει ακόμη και σήμερα ήταν η μυρωδιά! Ήταν μια μυρωδιά δεν ξέρω από πού, δηλαδή ήταν μία μυρωδιά που εγώ την έλεγα σαν μυρωδιά κατουρλιού, να το πω έτσι. Ίσως είμαι και πολύ ευαίσθητη στις μυρωδιές. Ακόμη σας λέω με στοιχειώνει! Βλέπω στον ύπνο μου τα βράδια ότι πάω και μου μυρίζει τόσο έντονα αυτό. Βέβαια, αργότερα, όταν ήρθα και σε επαφή με το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, γιατί και από κει αργότερα στο οικοτροφείο που δούλεψα με το πρόγραμμα «Ψυχαργώς» -πήραμε ανθρώπους από το Ψ.Ν.Θ. και τους φέραμε στον Δρυμό σε ένα οικοτροφείο- ήταν πάλι η μυρωδιά έντονη. Το θέμα, όμως, στη Λέρο και στα Λέπιδα ήταν ότι αυτή η μυρωδιά μού μύριζε και έξω. Από ό,τι έλεγαν κάποιοι ήταν τώρα θέμα του βόθρου; Δεν ξέρω. Των λυμάτων; Δεν ξέρω. Αυτό δεν το έχω λύσει ακριβώς στο μυαλό μου. Έτσι ήρθα μέσα στον χώρο του Ψυχιατρικού Ιδρύματος. Δεν ξέρω τώρα, γιατί ξεκινήσαμε από τα βιογραφικά στοιχεία και βρεθήκαμε στην πρώτη μου επαφή με τον χώρο της Λέρου και του Ψυχιατρείου…
Ουσιαστικά, μας περιγράψατε μέχρι στιγμής τις πρώτες εντυπώσεις στον χώρο. Είπατε ότι γνωρίζατε τι συνέβαινε εκεί πέρα τα προηγούμενα χρόνια πριν πάτε. Αυτό είχε σταθεί προτρεπτικός ή ανασταλτικός παράγοντας για να πάτε εκεί πέρα, να συμμετάσχετε και εσείς εθελοντικά;
Αν υπήρξε παράγοντας ανασταλτικός ή όχι το ότι γνώριζα;
Ακριβώς.
Ίσως θα το έλεγα σκεπτόμενη τώρα και τα δύο! Δηλαδή από τη μια ήτανε η περιγραφή της φρίκης, όπως διάβαζα και άκουγα, που αυτήν τη φρίκη νομίζω ότι δεν θέλει ο άνθρωπος να τη συναντήσει. Από την άλλη, όμως, ήτανε μια τέτοιου είδους εμπειρία που ήθελα να έρθω σε επαφή. Ερχόμενη και από τον χώρο της αναπηρίας ήθελα να δω και το άλλο κομμάτι, γιατί στην Εταιρεία Σπαστικών που δούλευα, δουλεύαμε με παιδιά που μένανε στα σπίτια τους κυρίως με τους γονείς τους και τις οικογένειές τους. Αυτό το ίδρυμα ήταν κάτι που ήθελα να το ζήσω. Ο κύριος Μπαϊρακτάρης μάς είχε πει ότι η διδακτορική του διατριβή είχε να κάνει με την καταγραφή ανθρώπων από όλα τα ψυχιατρεία της Ελλάδας, κάτι που με ενδιέφερε και εμένα τότε πολύ να το δω και ανακάλυψα ότι ήδη υπήρχαν άνθρωποι που είχαν ασχοληθεί με αυτό το θέμα και με αυτά τα ζητήματα. Οπότε, ήταν και ανασταλτικός παράγοντας η περιγραφή και η αίσθηση της φρίκης που μπορεί να συναντήσεις, αλλά ήταν και προτρεπτικός.
Ουσιαστικά, πήγατε εκεί πέρα, ξεκινήσατε να δουλεύετε εθελοντικά, γνωρίζατε όμως τις συνθήκες που υπήρχαν προηγουμένως. Κάνατε μια σύγκριση ίσως στο μυαλό σας εκείνη τη στιγμή του τι συνέβαινε πριν με το «Τι αντικρίζω εγώ τώρα εδώ πέρα»;
Ναι. Το ’92 που πήγα εγώ είπαμε ότι ήταν μια φάση που το πρόγραμμα δεν είχε ξεκινήσει ακόμα. Ο κύριος Μπαϊρακτάρης, αν δεν απατώμαι, μαζί με άλλους ψυχιάτρους του λεγόμενου «Αντί-ψυχιατρικού Κινήματος» είχανε ξεκινήσει τη διαδικασία για την αναμόχλευση -πώς να το πω;- το να στηλιτεύσουν τις συνθήκες διαβίωσης και εγκλεισμού των ανθρώπων μέσα στο Ψυχιατρείο της Λέρου. Από αυτά που διάβαζα τότε και τα αποκόμματα των εφημερίδων που έχω δει, έγινε μια ολόκληρη κίνηση και δημιουργήθηκε ένα ρεύμα για συνθήκες ανθρώπινης διαβίωσης των ανθρώπων εκεί και όχι αυτών των συνθηκών «Κολαστηρίου», όπως το ονόμασαν, γιατί ήταν πραγματικά ένα κολαστήριο! Λοιπόν, άκουγα ότι υπήρχαν άνθρωποι ο ένας πάνω στον άλλον χωρίς ρούχα, χωρίς φαγητό αξιοπρεπές, χωρίς συνθήκες προσωπικού χώρου, προσωπικών δραστηριοτήτων. Όταν πήγα, λοιπόν, εκεί έβλεπα αυτά τα πράγματα το ’92…Τα έβλεπα σε όλο τους το μεγαλείο! Πέρα από τη μυρωδιά που φτάνοντας και μπαίνοντας μέσα στον κλειστό χώρο… Φτάσαμε κάποια στιγμή, όπως είπα πριν, μας είπαν πού θα πάμε να δουλέψουμε εθελοντικά και μας είπαν ότι «Εσείς θα πάτε στο περίπτερο δεκαέξι», το δέκατο έκτο που ήταν στην άκρη μα πολύ άκρη των Λέπιδων στον Άγιο Γεώργιο, όπως λεγόταν το σημείο –γιατί έχει και ένα εκκλησάκι εκεί– με τους γυμνούς στο περίπτερο των γυμνών. Το εντέκατο που σας περιέγραψα πριν ήταν ένα πολύ μεγαλύτερο περίπτερο, όπως το λέγανε, με διάφορα τμήματα μέσα, όπου δούλευαν ήδη κι άλλες ομάδες εθελοντών και από διάφορες χώρες. Ήτανε από την Ολλανδία και από την Ιταλία, θυμάμαι, σίγουρα. Ήτανε η ιταλική ομάδα, η ολλανδική ομάδα. Δεν θυμάμαι, αν υπήρχε και κάποια άλλη. Αν δεν απατώμαι και στο δέκατο έκτο που πήγα εγώ πρέπει να υπήρχαν και εκεί κάποιοι όχι Έλληνες. Δεν είμαι σίγουρη για αυτό, γιατί εγώ προερχόμενη από τον χώρο της αναπηρίας -όπως σας είπα- με το που άκουσα ότι υπάρχει και ένα τμήμα κατάκοιτων, θέλησα να πάω να δω αυτό το χώρο και αυτούς τους ανθρώπους!
Για μεγάλη μου έκπληξη ο χώρος αυτός δεν ήταν δίπλα στην πόρτα, όπως το φανταζόμουνα σύμφωνα και με αυτά που είχα μάθει και είχα ζήσει στην Εταιρεία Σπαστικών. Οι κατάκοιτοι -τα κατάκοιτα, όπως τα ονόμαζαν- ήταν στον πάνω όροφο με σκάλες, μη έχοντας τη δυνατότητα να βγουν από εκείνα τα δωμάτια. Τον περισσότερο χρόνο μου τον περνούσα δίπλα -κάπου έχω και σημειωματάκια- στους ανθρώπους. Δεν θυμάμαι αν ήταν πολλοί. Έναν, σίγουρα, θυμάμαι που πήγαινα κάθε μέρα εκεί σε σημείο που όταν το ’94 έστειλα τα χαρτιά μου για να κάνω αίτηση για αυτό, ο ψυχίατρος ο διευθυντής μου, ο Γιάννης ο Λουκάς, δεν με θυμόταν, γιατί ήμουνα πάνω με τους ανάπηρους. Οι περισσότερες συμφοιτήτριες βοηθούσανε στους ανθρώπους που ήτανε κάτω που οι περισσότεροι είχανε ψυχιατρική εμπειρία, ήταν άνθρωποι… Δηλαδή, αυτό που θα λέγαμε κάποτε «οι τρελοί». Αυτούς τους ανθρώπους που -πώς να το πω;- εγώ ασχολήθηκα ήταν αυτοί που θα ονομάζαμε «ανάπηροι σωματικά και νοητικά».
Αν θέλετε να σας περιγράψω στο δέκατο έκτο την πρώτη μέρα που πήγαμε πέσαμε πάνω στο μεσημεριανό φαγητό. Ήταν ένας χώρος πίσω από την αυλή, στην πίσω μεριά του κτηρίου με τσιμέντο κάτω, ο οποίος ήτανε παμβρώμικος. Οι περισσότεροι που τρώγανε, οι τρόφιμοι δηλαδή αυτού του περιπτέρου, ήτανε οι λεγόμενοι αυτοί που λέγαμε «γυμνοί». Χαρακτηριστικά, ήμασταν δίπλα σε έναν άνθρωπο που έτρωγε γυμνός με τα χέρια. Οι περισσότεροι τρώγανε με τα χέρια. Πέφτανε τα φαγητά… Τους πέφτανε τρώγοντάς τα με τα χέρια, πέφτανε στο πάτωμα, πέφτανε πάνω στα γεννητικά τους όργανα. Το έπαιρνε ο τρόφιμος και το έτρωγε. Ήτανε μια αίσθηση φοβερού πόνου, να το πω! Για μένα που -το ξαναλέω- είχα έρθει από τον χώρο της αναπηρίας και διαβάζοντας όλα αυτά που διάβαζα για τη Λέρο και ακούγοντας και για τους ανθρώπους εκεί περίμενα ότι θα έβρισκα ανθρώπους… Αυτό που λέγαμε τότε «τρελούς», δηλαδή τους ψυχιατρικούς που θα έχουν το παραλήρημα, που θα φωνάζουν -πώς το λένε;-, θα λένε τις ιστορίες τους, τις τρελές, τις παλαβές -τις λεγόμενες παλαβές- και λοιπά. Μπαίνοντας, λοιπόν, μέσα στον χώρο στα Λέπιδα στο Ψυχιατρείο που ήταν των ανδρών, γιατί εγώ δούλεψα στα Λέπιδα που ήτανε χώρος που ήτανε έγκλειστοι αποκλειστικά άνδρες. Ήταν ανδρικά τμήματα, εκτός από ένα πολύ μικρό στην είσοδο -μια βίλα όπως τη λέγαμε- που ήτανε λίγες γυναίκες. Όλες οι γυναίκες ήταν στο Λακκί στο λιμάνι και ήτανε εκεί.
Μπαίνοντας, λοιπόν, στο Ψυχιατρείο –το Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρου– είδα ότι οι περισσότεροι από αυτούς που έβλεπαν τα μάτια μου δεν ήταν αυτό που λέγαμε «ψυχιατρικοί ασθενείς». Ήτανε άνθρωποι σαν αυτούς που είχα γνωρίσει στην Εταιρεία Σπαστικών μεγαλύτεροι κυρίως σε ηλικία και άνθρωποι με σωματικές αναπηρίες, με νοητική καθυστέρηση, άνθρωποι που δούλευα μαζί τους στην κατασκήνωση στην Εταιρεία Σπαστικών και άνθρωποι που έβγαιναν βόλτες στη Θεσσαλονίκη, τους έβρισκα εκεί μέσα κλεισμένους σε ένα Ψυχιατρείο και στο χειρότερο λεγόμενο τμήμα τους που ήταν το τμήμα των γυμνών. Αυτό για μένα ήταν ένα μεγάλο σοκ και μια αίσθηση φοβερής αδυναμίας ότι δουλεύω, έχω κάποιους ανθρώπους που δεν έχουν οικογένεια από πίσω τους, δεν έχουν συγγενικό περιβάλλον, δεν έχουν κάποια κοινωνία να τους στηρίξει. Υπήρχαν μόνο οι ντόπιοι, οι λεγόμενοι φύλακες που είχαν στιγματιστεί ούτως ή άλλως και από τα χρόνια που πήγα εγώ το ’92 είπαμε ήδη είχε γίνει η κίνηση που είχε αναστατωθεί η Ευρώπη με τις εικόνες αυτές τις άθλιες που έβλεπα στο δέκατο έκτο περίπτερο κι εγώ. Ήδη υπήρχε μεγάλη κίνηση και πρωτοβουλία να γίνουνε εκεί δράσεις και να γίνει κάτι. Κάτι ήθελα να πω, αλλά το ξέχασα τώρα να συνεχίσω. Δεν ξέρω αν θες κάτι να ρωτήσεις εσύ τώρα.
Εγώ θέλω να ρωτήσω αρχικά γιατί λέγονταν, ουσιαστικά, γυμνοί αυτοί οι άνθρωποι; Γιατί ήτανε γυμνοί;
Μάλιστα, ναι. Πώς είχε προκύψει το Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρου, το λεγόμενο κολαστήριο μετά το ’84-’85 και λοιπά; Είχε προκύψει παίρνοντας τους λεγόμενους «πιο δύσκολους ασθενείς» από κάθε ψυχιατρείο και τους ασθενείς που δεν είχαν καθόλου επισκεπτήριο -όπως είπαμε- τα τελευταία δύο χρόνια και έτσι έγινε η αποικία ψυχοπαθών της Λέρου. Στο ψυχιατρείο της Λέρου -στο πώς το λέμε;- στην αποικία αυτή αρχικά, υπήρχανε σε κάθε περίπτερο -αν θυμάμαι καλά αυτή είναι η ιστορία του- κάποιων ανθρώπων εγώ να το πω τώρα με βαριά νοητική καθυστέρηση -με έντονη συμπτωματολογία να το πω;- και άνθρωποι που δεν κρατούσαν για οποιονδήποτε λόγο πάνω τους ρούχα. Αυτό οπτικά και με μια πολύ απλή λογική, βλέπεις έναν άνθρωπο κυρίως γυμνό. Οπότε, από κάθε τμήμα των Λεπίδων -να το πω έτσι- που υπήρχε άτομο που δεν κρατούσε πάνω του ρούχα, πήρανε για να μη χαλάει και την εικόνα των άλλων, τους πήρανε μεμονωμένα και τους βάλανε σε αυτό το περίπτερο στην άκρη του πουθενά. Έτσι, αν δεν απατώμαι, προέκυψε και αυτό το περίπτερο και για αυτό και τους λέγανε γυμνούς, γιατί δεν κρατούσαν πάνω τους τα ρούχα τους.
Και δεν μπορούσε κάπως να μεριμνήσει, ουσιαστικά, το Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρου εκείνη την εποχή, ώστε να βρει σε αυτούς τους ανθρώπους τουλάχιστον ένα ρούχο στον καθένα; Μια ενδυμασία;
Ναι. Υπήρξε ο κανονισμός 215 του ’84 -αν δεν απατώμαι- που ξεκίνησαν τα προγράμματα επανένταξης, το οποίο λεγόταν του ’85, αλλά προέκυψε μετά κρατική επιχορήγηση και η ευρωπαϊκή μάλλον επιχορήγηση ήρθε από το ’90 νομίζω και μετά.
Ουσιαστικά λέγατε το τι συνέβη με αυτό το πρόγραμμα-
Μπράβο! Άρχισαν, λοιπόν, να έρχονται κονδύλια και άρχισαν αυτά τα κονδύλια να σημαίνουν ότι αρχίζουνε να προσλαμβάνεται περισσότερος κόσμος. Οι εργαζόμενοι που αντιστοιχούσαν στους ασθενείς ήταν ελάχιστοι! Ήταν τόσο λίγοι που ουσιαστικά μόνο μια φύλαξη είπαμε μπορούσανε να κάνουνε και λέγονταν φύλακες. Άρχισαν, λοιπόν, να έρχονται τα κονδύλια και άρχισαν να έρχονται ρούχα, άρχισαν να έρχονται τα υλικά. Πιάτα, ποτήρια, πιρούνια. Πιρούνια δεν ξέρω, δεν θυμάμαι. Νομίζω τα κουτάλια, γιατί τα πιρούνια, επειδή είναι πιο επικίνδυνα, δεν προτιμούνταν γενικώς. Αργότερα το ’92, όμως, είχαν αρχίσει να έρχονται κάποια.
Είπαμε ότι όταν πήγα εγώ, προσπαθούσαμε να πείσουμε τις πρώτες μέρες ότι πρέπει να μας παρέχουνε, ως εθελόντριες, στέγη και τροφή και είπαμε ότι ήταν σε ένα τέλμα τα προγράμματα. Ήδη υπήρχαν εκεί ο κύριος Λουκάς και ο κύριος Μεγαλοοικονόμου, που σας είπα πριν, στα Λέπιδα. Υπήρχαν και κάποιοι άλλοι, αλλά αυτοί οι δύο ήταν κυρίως ψυχίατροι [Δ.Α.] προφανώς και με την ιστορία ψυχίατροι που δούλευαν πάνω σε ένα άλλο, σε μια άλλη οπτική του να πιστεύω ότι απέναντί μου δεν έχω έναν γυμνό, για παράδειγμα. Έχω έναν άνθρωπο με όλα τα δικαιώματα που έχει ως άνθρωπος στον προσωπικό χώρο, στην προσωπική αξιοπρέπεια, στην προσωπική ζωή, στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οπότε, και αυτοί με τη σειρά τους, έχοντας τα λίγα εφόδια που είχαν αρχίσει να τους δίνονται, προσπαθούσαν να κάνουν ό,τι περισσότερο μπορούσαν.
Εγώ κάπου εκεί τελειώνοντας σε δεκαπέντε μέρες, έφυγα και μαζί με τις συμφοιτήτριές μου και τον συμφοιτητή. Ήρθα στη Θεσσαλονίκη, συνέχισα τις δράσεις -ας πούμε- της εθελοντικής μου εργασίας στην Εταιρεία Σπαστικών, τα μαθήματά μου στο πανεπιστήμιο, περίμενα να δημιουργηθεί το τμήμα Ψ. Μετά εφόσον δεν πήρα το πτυχίο ως Ψ, αλλά ως φιλόλογος, ήθελα να δώσω για το μεταπτυχιακό της κλινικής. Τότε αν περνούσα το ’93 εκείνη τη χρονιά θα έπαιρνα την άδεια ασκήσεως. Δεν πέρασα, όμως. Το ’93 τελείωσα. Έδωσα το ’93; Ναι, έδωσα στην εξελικτική ψυχολογία για το μεταπτυχιακό. Δεν πέρασα. Σκεφτόμουνα τι να κάνω. Έβρισκα διάφορες δουλειές. Προσπαθούσα να κάνω ιδιαίτερα ως βοηθός ατόμων με αναπηρία -ξέρω γω- και από εδώ και από εκεί. Δεν είχα βρει κάτι μόνιμο και σταθερό.
Στην προσπάθειά μου να βλέπω και τι γίνεται με το μεταπτυχιακό της κλινικής, γιατί σκέφτηκα ότι μάλλον την επόμενη χρονιά θα έδινα το μεταπτυχιακό της κλινικής, και ρωτώντας τον κύριο Μπαϊρακτάρη μου είπε τον χειμώνα του ’94 ότι στη Λέρο ψάχνουνε προσωπικό, ψάχνουνε ανθρώπους να δουλέψουνε στο Ψυχιατρείο. Στην αρχή, επειδή η εμπειρία μου ήταν πολύ βαριά και αισθανόμουνα ότι δεν μπορώ να έρθω να συγκρουστώ τόσο πολύ και με τόσα πολλά πράγματα και μου φαινόταν αδύνατο αυτό το πράγμα. Αισθανόμουν ότι δεν μπορώ να ανταποκριθώ σε αυτήν τη μεγάλη δυσκολία που έχει ένα ίδρυμα και εμένα μου αρέσει να δουλεύω με ανθρώπους που έχουνε οικογένεια και ζουν σε σπίτια. Μου φάνηκε πολύ βαρύ! Σκεπτόμενη, όμως, ότι για το μεταπτυχιακό και λέγοντας ο κύριος Μπαϊρακτάρης ότι πολύς κόσμος πάει, ας πούμε, για την πρακτική, για να πάρει πράγματα και για το βιογραφικό του, για το μεταπτυχιακό και λοιπά, εγώ μην έχοντας και μια μόνιμη δουλειά, λέω: «Δεν πάω για το καλοκαίρι, αφού θα είναι και με πληρωμή, να πάρω και την εμπειρία μου. Και πάω όσο… Ξέρω γω, μέχρι Ιούνιο-Ιούλιο και φεύγω Αύγουστο, γυρνάω και διαβάζω για να δώσω για το μεταπτυχιακό τον Οκτώβριο».
Στέλνω τα χαρτιά μου. Η πρόταση από τον κύριο Μπαϊρακτάρη ήταν να πάω στον Δικαιάκο. Ο Δικαιάκος ήταν ο ψυχίατρος που δούλευε στο τμήμα των γυναικών στο Λακκί. Στέλνω, λοιπόν, τα χαρτιά μου με το βιογραφικό μου μέσα και μια μέρα -στο άσχετο να το πω έτσι- με παίρνει τηλέφωνο ο κύριος Λουκάς. Ο Λουκάς ήτανε στων ανδρών, που σας είχα πει. Μου λέει ότι «Βλέπω εδώ πέρα το βιογραφικό σου ότι έχεις έρθει εθελόντρια στο δεκαέξι σε μένα. Δεν μπορώ να πω ότι σε θυμάμαι, αλλά επειδή θέλουμε ανθρώπους να δουλέψουνε, θέλεις να έρθεις σε μένα;». Του είπα, βέβαια, τότε ότι «Εγώ ξεκίνησα για να πάω στον Δικαιάκο, αν και σε σας έχω δουλέψει. Δούλευα επάνω στα κατάκοιτα και λοιπά. Αν εσείς θέλετε τόσο να έρθω σε εσάς, αν το συνεννοηθείτε εσείς με τον κύριο Δικαιάκο, εγώ δεν έχω πρόβλημα, γιατί σε σας είχα έρθει και θα ήθελα να κάνω εκεί τη δουλειά, να συνεχίσω -τέλος πάντων- ως εργαζόμενη».
Όντως συνεννοήθηκε ο Λουκάς με τον Δικαιάκο και αρχές Μαΐου του 1994 με τη μαμά μου -παραμάσχαλα που λέμε- και λίγα πράγματα φτάσαμε στη Λέρο. Μείναμε σε ένα ξενοδοχειάκι και βρήκα μετά ένα σπίτι. Η αδερφή μου τότε ήταν σε ένα διπλανό νησί -στους Λειψούς, αν δεν απατώμαι- και η μαμά μου μετά από εμένα πήγε να δει και την αδερφή μου. Η αδερφή μου είναι δασκάλα, οπότε δούλευε εκεί. Ποτέ δεν πήγα στους Λειψούς, αν και ήταν τόσο κοντά. Το έχω μεράκι, τέλος πάντων. Δεν έτυχε, τέλος πάντων, δεν βόλεψε. Οπότε, βρήκα σπίτι στο Παντέλι, εκεί που είχα μείνει ως εθελόντρια. Πώς; Φτάνοντας λοιπόν, Δευτέρα νομίζω ήτανε το πρωί, παίρνω -δεν θυμάμαι τι πήρα- ταξί ή λεωφορείο και πάω στα Λέπιδα.
Μου είχε πει ότι θα πάω στο περίπτερο οκτώ. Ψάχνω ρωτάω στην είσοδο «Πού είναι το περίπτερο οκτώ;». Μου δείχνουν από εδώ από εκεί. Στην είσοδο της αυλής βλέπω μια κοπέλα με έναν νεαρό δίπλα της να μιλάνε. Τέλος πάντων, ήταν η […] με την οποία ήμασταν συναδέλφισσες και η οποία είχε δωμάτια, τα οποία όμως δεν βόλευαν για να μείνω, αλλά ήξερε δίπλα της κάποια σπίτια που νοικιάζονταν για αυτήν τη δουλειά. Οπότε, με την […] γίναμε και φίλες. Είχαμε και μια άλλη προσωπική ιστορία δύσκολη, τέλος πάντων, με ένα ταξίδι που κάναμε στην Αθήνα και ευτυχώς τελικά πήγαν καλά όλα. Ήταν αυτή που έδωσε, όταν πέθανε ο πεθερός της, τα ρούχα της και ντύσαμε έναν από τους παππούδες, τον παππού που είχα στα πρόσωπα αναφοράς μου.
Βλέποντάς με λοιπόν να μπαίνω στην αυλή η […] μού λέει «Ποια είστε;». Λέω: «Είμαι η καινούργια εργαζόμενη για το αυτό του κυρίου Λουκά, το όγδοο». Μου κάνει: «Επιτέλους! Ήρθες! Σε περιμένουν τα πρόσωπα αναφορά σου. Τέσσερα άτομα». Δεν ξέρω τι είχε γίνει. Ήδη το ’94 λοιπόν τον Μάιο που πήγα εγώ ήδη είχανε… Η […] ήταν ένα από τα άτομα του προγράμματος επανένταξης, ένα δηλαδή από τα άτομα συμβασιούχα, όπως θα λέγαμε τώρα. Υπήρχε το μόνιμο προσωπικό που ήταν ελάχιστοι, είπαμε. Ένας-δύο-τρεις, δεν ξέρω τι. Ίσα-ίσα να βγαίνουν οι βάρδιες στο κυκλικό ωράριο, σαν νοσοκομείο που θεωρούνταν οι βάρδιες. Και πλέον είχαν αρχίσει να προσλαμβάνονται άτομα από τη Λέρο –νέοι άνθρωποι– ως μέλη του προγράμματος αυτού που ονομάστηκε «Πρόγραμμα επανένταξης» και μέσα σε αυτούς ήμουνα και εγώ, η μη ντόπια, η ξένη, όπως λέγανε. Άλλο θέμα το ξένη. Ξένη στη Γερμανία από Έλληνες γονείς. Ξένη στο χωριό που ήρθα από τη Γερμανία. Ξένη στην Ελασσόνα, γιατί ήρθα από χωριό. Ξένη στη Θεσσαλονίκη, γιατί ήμουνα από Ελασσόνα. Ξένη στη Λέρο. Μετά, ξένη στο Μελισσοχώρι. Παντού ξένη, τέλος πάντων! Αλλά, όπως έλεγε και ο κύριος […], ο γεράκος των προσώπων αναφοράς που είχα, «Όπου γης και πατρίς».
Έτσι ακριβώς.
Ναι, και τι λέγαμε; Που πήγα εκεί στο όγδοο σαν εργαζόμενη πλέον. Σας λέω, ήδη είχαν αρχίσει τα λίγα άτομα που βλέπαμε ως εθελόντρια, είχα αρχίσει να βλέπω κι άλλα πολύ περισσότερα. Νέα άτομα, καινούργια άτομα, εργαζομένους. Κάποτε ένας συμφοιτητής μου είχε κάνει τη διπλωματική για το μεταπτυχιακό του -αν δεν απατώμαι πρέπει να ήταν αυτός, δεν ξέρω που την άκουσα την ιστορία-, πριν φτάσουμε εμείς ακόμη... Το ’92 που πήγαμε πλέον οι εργαζόμενοι φορούσαν τα ρούχα τους, αν θυμάμαι καλά. Μέχρι ένα σημείο όμως φορούσαν ποδιές, συγκεκριμένη στολή. Όταν, λοιπόν, ρώτησε ο συμφοιτητής τον γεράκο, ας πούμε: «Πώς ήταν τότε που φορούσαν στολές οι εργαζόμενοι και οι γιατροί;». Λέει: «Πολύ εύκολα. Τότε ήξερες ποιος είναι ο εργαζόμενος. Τώρα που δεν φοράνε, δεν ξέρεις. Τώρα είναι δύσκολο». Ναι, ναι.
Έτσι, λοιπόν, πολύς κόσμος ήδη υπήρχε. Το ’94 ήταν μια περίοδος άνθησης του προγράμματος. Το 815, αν θυμάμαι καλά, όπως το λέγανε το πρόγραμμα που έρχονταν χρήματα δηλαδή από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όταν πήγα εγώ ήδη μας λέγανε οι μόνιμοι υπάλληλοι από το μόνιμο προσωπικό ότι ήδη είχαν εμφανιστεί διάφοροι ψυχίατροι από όλη την Ελλάδα και παίρνανε -όπως λέγανε- τους καλύτερους -σε εισαγωγικά- για αυτούς, δηλαδή τους πιο λειτουργικούς, όπως θα λέγαμε τώρα. Τους παίρνανε για να φτιάξουν διάφορες δομές ανά τη χώρα. Η ουσία του προγράμματος -ο μακροπρόθεσμος στόχος- ήτανε η επανένταξη, όπως λέγαμε, αυτών των ανθρώπων, των τροφίμων, στις πόλεις τους, στα χωριά τους, στον τόπο καταγωγής τους. Η επανένωση με την οικογένεια και λοιπά. Θεωρώ ότι ελάχιστοι ήταν αυτοί που επανενώθηκαν με την οικογένεια. Από την εμπειρία και μετά… Φτιάχτηκαν διάφοροι χώροι ανά την Ελλάδα και όπως μας έλεγαν και οι μόνιμοι τότε ότι ήρθε ο τάδε ψυχίατρος και μας είπε ότι «Θα πάω μια έξοδο. Θα κάνω μια έξοδο». Έτσι λέγανε την έξοδο για καφέ, ας πούμε, ότι «Κάνω μια έξοδο». «Θα κάνουμε μια έξοδο με τον τάδε και τον τάδε», ας πούμε, και λέει έφευγαν και δεν γυρνούσαν ποτέ! Τους παίρνανε και φτιάχνανε δομές -ξέρω γω- σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Στην Άμφισσα, Στερεά Ελλάδα, άλλοι στην Αλεξανδρούπολη. Όταν αργότερα δούλεψα στο γενικών καθηκόντων σε ένα οικοτροφείο του «Ψυχαργώς» και βρέθηκα στην Αλεξανδρούπολη, οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που γνώρισα εκεί που στεγάζονταν σε κάποια κτήρια, σε κάποιες δομές -τέλος πάντων- εκεί, ήταν από τη Λέρο. Πρώην τρόφιμοι που είχαν έρθει από τη Λέρο, οι οποίοι βέβαια στη Λέρο είπαμε ότι βρέθηκαν με τους διάφορους τρόπους.
Από τη δικιά μου εμπειρία τώρα, αν με ρωτάτε, αν επανενώθηκαν τότε… Με τα πολλά λεφτά που ερχόντουσαν έγιναν πολλές επισκέψεις αποστολών, ας πούμε, σε κάποιων ανθρώπων το χωριό. Εγώ προσωπικά δεν έκανα κάποιου τέτοιου είδους εκδρομή, να το πω. Υπήρχαν άλλοι που είχαν κάνει. Αυτό που μου έτυχε εμένα, όμως, ήταν ότι υπήρξε ενδιαφέρον από μια οικογένεια ενός τροφίμου. Να βάλω μια τέλεια εδώ για να πω την ιστορία αυτή λίγο πιο μετά και να πω ότι εκτός από τα λεφτά για εξόδους με τον 815, υπήρχε και προοπτική και στόχος να γίνουν και κάποιες εξωνοσοκομειακές δομές, τα λεγόμενα διαμερίσματα.
Στα πρώτα διαμερίσματα είχε… Εγώ δεν το έζησα τόσο, γιατί ήδη είχαν γίνει, όταν πήγα εγώ το ’94, τα πρώτα. Ήδη υπήρχαν οι πρώτες αντιδράσεις. «Γιατί να τους βγάλετε έξω; Αφήστε τους εκεί μέσα να μη μας χαλάσουν -ας πούμε- την ομορφιά του νησιού. Είναι επικίνδυνοι!». Το στίγμα του τρελού, άρα επικίνδυνοι. Όταν, όμως, έπεφταν πάνω στους τροφίμους άνθρωποι που τους έβλεπαν ως ανθρώπους και υπήρχε αυτό το πνεύμα και αυτή η προοπτική -πώς να το πω;- ούτε επικινδυνότητα υπήρχε -που έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει-, ούτε προβλήματα υπήρξαν. Όταν πήγα εγώ, λοιπόν, το ’94 στο δικό μου στο μέτρο δύο -αν δεν απατώμαι λεγόταν το μέτρο του Λουκά του Γιάννη, όπου ήταν ο επιστημονικά υπεύθυνος– έγινε εκείνη την εποχή ένα διαμέρισμα, το πρώτο, αν θυμάμαι καλά. Όχι, είχε γίνει και στην Αγία Μαρίνα, αλλά εγώ έτυχε να είμαι εκεί στη φάση που ετοιμαζόταν το διαμέρισμα στο Κριθώνι. Το Κριθώνι είναι ένα χωριό, οπότε εκεί ήμουνα ομάδα στήριξης.
Μέσα στους ανθρώπους που έγιναν ένοικοι αυτού του διαμερίσματος ήταν και ένας μουσουλμάνος από την Κω. Κάποια στιγμή, λοιπόν, βρέθηκε... Βρέθηκε; Υπήρχε κοινωνική υπηρεσία τότε, δεν υπήρχαν κοινωνικοί λειτουργοί ακόμη. Οι πρώτοι κοινωνικοί λειτουργοί που βγήκαν στην Ελλάδα έβγαιναν εκείνη την εποχή και ήτανε φίλες μου και συνάδελφοι που ερχόντουσαν ως μέλη του προγράμματος επανένταξης των νέων ανθρώπων, δηλαδή, των συμβασιούχων που θα λέγαμε σήμερα. Την κοινωνική υπηρεσία την είχε -πώς το λένε;- την έφερνε εις πέρας μια διοικητικός. Ήρθε, λοιπόν, μήνυμα ότι τον […] που μένει στο Κριθώνι τον αναζητά η οικογένειά του και τον ψάχνει. Ως μέλος, λοιπόν, της ομάδας στήριξης αυτού του διαμερίσματος, κλήθηκα εγώ με μια συνάδελφο που δούλευε σε ένα άλλο περίπτερο του Γιάννη Λουκά, να πάμε να κάνουμε μια επαφή και να δούμε τι γίνεται. Ενδιαφέρεται η οικογένεια πραγματικά; Θέλουνε τον άνθρωπο να τον πάρουνε, να γυρίσει πάλι στο χωριό του, στο μέρος του και λοιπά;
Οπότε, τότε έκανα κάποιες επισκέψεις με την […] μαζί. Πρώτα οι δυο μας κάναμε μια διερεύνηση, γνωρίσαμε την οικογένεια. Τώρα με αυτήν την περίπτωση τι γινότανε; Ο […] ως μέλος της μουσουλμανικής μειονότητας στην Κω και με τα διάφορα ψυχιατρικού τύπου προβλήματα που εμφάνισε σε κάποια φάση στάλθηκε στη Λέρο, γιατί το Κρατικό Θεραπευτήριο της Λέρου, εκτός από αποικία ψυχοπαθών, ήτανε και μια βάση για τα Δωδεκάνησα και ανθρώπους που μπορεί να νοσούσαν κάποια στιγμή από ψυχιατρικού τύπου πάθηση -να το πω έτσι-. Οπότε ο […] έτσι βρέθηκε στη Λέρο και στο Ψυχιατρείο. Ήταν ψυχιατρικού τύπου ασθενής, ας πούμε.
Όμως ήταν μουσουλμάνος. Η μουσουλμανική μειονότητα στην Κω έχει το ονομαζόμενο «Βακούφ». Το Βακούφ -αν δεν απατώμαι- είναι η εκκλησιαστική περιουσία των μουσουλμάνων, το οποίο τι σημαίνει; Ότι εγώ έχω δύο χωράφια -ας πούμε- ως μουσουλμάνα στην περιοχή. Είναι δικά μου, αλλά ουσιαστικά αυτά τα καρπώνεται η μουσουλμανική μειονότητα και η θρησκευτική μουσουλμανική μειονότητα, το λεγόμενο «Βακούφ». Δεν ξέρω, αν το ονομάζω σωστά. «Βακούφ» το λένε σίγουρα, αλλά πώς ακριβώς είναι η νοηματοδότησή του δεν μπορώ να το πω ακριβώς με λεπτομέρεια. Γνωρίσαμε εκεί τους υπεύθυνους μουσουλμάνους των «Βακούφ», οι οποίοι μας ξενάγησαν στην Κω, μας τάισαν -ξέρω γω- και λοιπά. Γνωρίσαμε και την οικογένεια. Από τη μία καταλαβαίναμε ότι το «Βακούφ», αυτό το όργανο, θέλει να μη χαθεί η περιουσία του […], γιατί ο […] είχε, όπως φάνηκε και αποδείχθηκε, δικαιώματα σε χωράφια και σε κτήματα και στην οικογενειακή περιουσία. Αφενός το «Βακούφ» δεν ήθελε να χαθεί αυτή η εκκλησιαστική περιουσία, από την άλλη και η οικογένεια ήταν κάποια ανιψιά του -αν δεν απατώμαι, νομίζω ότι γνωρίσαμε και τον αδερφό του- τον θέλανε. Ξέρανε κιόλας -μάθανε- ότι και ο […] είναι ένας πολύ λειτουργικός άνθρωπος.
Πραγματικά, δηλαδή οι άνθρωποι σαν τον […], ας πούμε, και άλλοι πρόσφεραν πριν τα χρόνια του προγράμματος της επανένταξης ουσιαστικά μαύρη εργασία στο ψυχιατρείο. Τι είδους ήταν η μαύρη εργασία; Ήταν από το να μοιράσεις τα πιάτα, να μαζέψεις τα πιάτα, να πλυθούν τα πιάτα, να μεταφέρεις τα άπλυτα στα πλυντήρια, όπου τα πλυντήρια ήτανε γενικά -πώς το λένε;- δεν υπήρχαν προσωπικά πλυντήρια. Υπήρχαν τεράστια πλυντήρια όπου πήγαιναν τα ρούχα όλων των Λεπίδων εκεί, ανακατεύονταν και ποτέ δεν είχες το προσωπικό σου ρούχο. Για αυτό και γινόταν και ένας χαμός με τα ρούχα και έμεναν κιόλας και πολλοί άνθρωποι γυμνοί. Χαλούσαν πολύ εύκολα στα πλυντήρια και λοιπά. Με τα χρόνια άρχισαν να υπάρχουνε… Δημιουργήθηκαν τα διαμερίσματα, όπως είχαμε πει, δημιουργήθηκαν ενδονοσοκομειακές δομές, έκλεισαν χώροι μεγάλων περιπτέρων, όπως το ενδέκατο, έκλεισε το δεκάξι. Όταν πήγα εγώ τον Μάιο του ’94 μόλις είχε κλείσει το δεκάξι.
Έτσι λοιπόν λέγαμε ότι με αφορμή τον […] ότι ήταν ένας άνθρωπος πολύ λειτουργικός και έκανα μια παρένθεση εκεί να πω ένα σημαντικό θέμα για την μαύρη εργασία που πρόσφεραν άνθρωποι σαν τον […]. Θα κλείσω εδώ την παρένθεση για την μαύρη εργασία κι αν θέλετε επανερχόμαστε μετά και να κλείσω για τον […], λέγοντας ότι τελικά ο […] όντως ξαναγύρισε στην οικογένειά του. Πήγαμε λίγο καιρό μετά να δούμε πώς είναι. Αυτό που θυμάμαι τώρα είναι ότι συνέχιζε το κάπνισμα, ας πούμε. Δεν ξέρω κατά πόσο ήτανε -πώς να το πω;- πολύ δημιουργικό για εκείνον; Το θέμα είναι ότι ζούσε μια ήσυχη ζωή στην οικογένεια και ίσως ήταν από τους λίγους, είπαμε, που βρέθηκαν στην οικογένειά τους και από αυτούς που ξέρω εγώ τουλάχιστον.
Ξέρω για ανθρώπους που πήγαιναν στο χωριό τους -από συναδέλφους- επισκέψεις, οι οποίοι ή δεν αναγνώριζαν το μέρος, γιατί είχανε να το δούνε -ας πούμε- σαράντα χρόνια, πενήντα. Γιατί αν σκεφτείς ότι εγώ πήγα το ’94 τότε, αυτοί από το ’58 που βγήκε το διάταγμα για την ίδρυση της αποικίας και άρχισαν να έρχονται οι πολλοί ήδη είχαν κάποια χρόνια πίσω τους εγκλεισμού και οι ίδιοι έλειπαν από τα μέρη τους πόσα χρόνια. Ή υπήρχε άνθρωπος -ας πούμε- που βγήκε στο καφενείο του χωριού και του ζήτησαν τότε εκατό δραχμές να πληρώσει την πορτοκαλάδα και φώναζε. Έλεγε: «Εγώ μια δραχμή την πληρώνω την πορτοκαλάδα. Τι μου ζητάτε εσείς τώρα εκατό;».
Μια άλλη εμπειρία που είχα έτσι με ασθενή μας να το πω -γιατί τότε ασθενείς τους λέγανε- στο ψυχιατρείο, στο Κ.Θ.Λ. Είχαμε έναν ασθενή μας έναν παππούλη που μέσα στις ωραίες δυνατότητες που μας έδινε τότε το κονδύλι του προγράμματος ήταν ότι μπορούσαμε να κάνουμε και επισκέψεις για ιατρικούς λόγους. Όπως είπα πριν, η Λέρος δεν είχε πολλούς γιατρούς και προφανώς και τώρα δεν έχει ακόμα. Παρότι η Λέρος, λόγω του Κρατικού Θεραπευτηρίου, έχει και Κέντρο Υγείας και νοσοκομείο [Δ.Α.] εξυπηρετούσε τότε και γενικώς την περιοχή. Εμφάνισε ο παππούλης μας ίχνη καταρράκτη, να το πω κάπως έτσι, και έπρεπε να γίνει οφθαλμολογικός έλεγχος που δεν υπήρχε στο νησί. Ανέλαβα -μόνη μου τώρα; Δεν θυμάμαι αν ήταν και με κάποια άλλη συνάδελφο- να πάω τον παππούλη εκείνον, που δεν ήταν δικό μου πρόσωπο αναφοράς, στη Ρόδο.
Ήταν ένας παππούλης γαλανομάτης, έτσι γλυκός παππούλης. Προφανώς ψυχιατρικής φύσεως να ήταν λίγο η ψυχιατρική εμπειρία ήταν ο λόγος που τον οδήγησε στον εγκλεισμό του. Ήσυχος, πολύ ήσυχος. Βοηθούσε, έκανε τις δουλειές που μπορούσε και κατά τα άλλα ήταν ένας ήσυχος ανθρωπάκος που δεν πολύ-μιλούσε. Τον πάω, λοιπόν, στο νοσοκομείο της Ρόδου να τον ελέγξουν τα μάτια του και φεύγοντας από το νοσοκομείο λέει: «Εγώ δεν πάω πίσω. Εγώ θέλω εδώ και θέλω να πάω στο χωριό μου». «Βρε, καλέ μου. Βρε χρυσέ μου, δεν ξέρω πού είναι το χωριό σου. Δεν είναι εδώ το χωριό σου. Δεν ξέρω». Δηλαδή, ένας άνθρωπος ήσυχος που είχε πάρει απόφαση ότι η ζωή του ήταν εκεί μέσα, ας πούμε, ξαφνικά βρέθηκε έξω και ανακάλυπτε ότι υπάρχει μία ζωή εκεί έξω στην οποία έχει δικαίωμα! Για μένα πάλι αυτό ήταν ένα γερό χτύπημα. Ήταν ένας άνθρωπος που ήθελε να πάει… Έψαχνε τότε η κοινωνική υπηρεσία. Άρχισαν να έρχονται οι πρώτες κοινωνικοί λειτουργοί είπαμε και να ψάχνουνε να βρούνε συγγενείς και λοιπά και να μη γίνονται πολλά πράγματα. Οι εμπειρίες, δηλαδή, να είναι…
Εμένα έτυχε από το χωριό μου να μου πουν ότι «Ξέρεις, του τάδε η αδερφή κάποτε... Η τάδε, η χαζή -δεν ξέρω πώς τη λέγανε στο χωριό- ήτανε στην Πέτρα Ολύμπου και μας είπανε μας είπε ο αδερφός της είναι στη Λέρο. Θέλεις να πας να τη βρεις;». Κάποια στιγμή πήγα στα αρχεία του νοσοκομείου, επειδή δεν ήξερα πού… Ήξερα το όνομα. Μου είπαν οι δικοί της το όνομά της για να τη ψάξω. Έψαξα τα αρχεία και βρήκα ότι όντως ήτανε... Στα Λέπιδα σας είπα ότι ήτανε ανδρών, υπήρχαν, όμως, μια βίλα μπροστά που σας περιέγραψα και ακόμα μια πιο πέρα με πιο μεγάλη δομή μέσα στα Λέπιδα που εκεί βρήκα πραγματικά τη συγχωριανή μου. Ρώτησα ποια είναι, μου είπαν εκεί οι υπάλληλοι -ας πούμε- το προσωπικό ποια είναι. Της συστήθηκα.
Ήτανε μια κυριούλα γλυκούλα έτσι μικροκαμωμενούλα που τη θυμάμαι να κάθεται σε μια καρέκλα και να πλέκει. Της συστήθηκα ότι είμαι από το τάδε χωριό, είμαι από το χωριό από τη Μηλέα. Επίσης, ήταν έτσι συνταρακτικό και συγκλονιστικό, γιατί έδινε την εντύπωση ότι δεν καταλαβαίνει ή δεν θέλει να καταλάβει και δεν θέλει να θυμηθεί! Εγώ έμεινα λίγη ώρα και προσπάθησα, αλλά δεν βρήκα -να το πω έτσι- ανταπόκριση και κατά τα άλλα μου λέγανε νομίζω ότι γενικώς είπανε ότι δεν πολύ-μιλούσε. Αλλά αυτά που έμαθα και εκ των υστέρων είναι ότι κάποια στιγμή στον πόλεμο είδε να σκοτώνουνε οι Γερμανοί τους δικούς της -δεν ξέρω ποιους ακριβώς- και είχε αρχίσει να… Δεν μπόρεσε να το επεξεργαστεί, να το αποδειχθεί. Κάπως έτσι και κάπως έτσι, λοιπόν, λέγανε στο χωριό ότι τρελάθηκε, να το πω. Δεν ξέρω, αν ήταν και ένα άτομο με νοητική υστέρηση -ας πούμε- για αυτό λέω ότι και, όταν μου λένε ότι δεν υπήρχανε και ότι τώρα υπάρχουνε περισσότερα παιδιά με αυτισμό λέω ότι «Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Κάποτε ήταν κλεισμένοι και δεν τους βλέπαμε». Δεν ξέρω, λοιπόν, αν η συγκεκριμένη κοπέλα τη λέγανε τρελή, επειδή ήτανε από μικρή με νοητική υστέρηση; [Δ.Α.]. Κάτι τέτοιο, όμως, κατάλαβα. Η οποία, βέβαια, δεν μπόρεσε η οικογένεια να τη στηρίξει -δεν ξέρω τι-, την έστειλε στο Ίδρυμα, ενώ στο χωριό μου, ας πούμε, έτυχε να έχουμε ακόμη ένα-δύο ανθρώπους που είχαν διαφόρου τύπου αναπηρίες και, όμως, ήταν στο σπίτι τους! Αυτή η κοπέλα δεν είχε μπορέσει. Ήτανε μια από τις εμπειρίες που είπαμε ήτανε-
Συγκλονιστική;
Ναι, συγκλονιστική και δεν μπόρεσε να γίνει κάποια επαφή. Δηλαδή ούτε οι δικοί της είπαν ποτέ «Να πάμε να τη δούμε». Το νησί πριν φτάσεις στη Λέρο είναι η Πάτμος. Η Πάτμος είναι το νησί της Αποκάλυψης, που είναι εκεί το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, η σπηλιά και όλα αυτά. Εγώ πήγαινα συνήθως… Όχι. Πάντα με το καράβι από τον Πειραιά, το οποίο έκανε πρώτη στάση Πάτμο και μετά Λέρο συνήθως. Μέχρι την Πάτμο -ειδικά το καλοκαίρι- συνήθως το πλοίο ήταν φίσκα γεμάτο. Ξαφνικά στην Πάτμο άδειαζε και κατέβαινε κόσμος για να πάει να προσκυνήσει το μοναστήρι. Στη Λέρο δεν ερχόταν ούτε ένας! Σκεφτόμουνα και έλεγα μέσα μου: «Όλοι αυτοί που έρχονται και προσκυνούν στην Πάτμο το μοναστήρι, κάποιος από όλους αυτούς έχει κάποιον δικό του μέσα στο Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρου. Δεν έρχεται κανείς τους! Δηλαδή, πάντα ένιωθα πάλι ένα -να τον πω- θυμό; Έγραφα και έλεγα κάποτε ότι κουβαλούσαμε όλοι το στίγμα.
Ήθελα να πω πριν -αυτό που εννοούσα- είναι ότι και με τις καραβιές αυτές που κατέβαιναν στην Πάτμο των προσκυνητών -να το πω έτσι- εμείς αισθανόμασταν… Εγώ δηλαδή από τη δικιά μου μεριά τι αισθανόμουνα; Κατ’αρχάς, αισθανόμουνα ότι κουβαλάω τις ενοχές όλης της κοινωνίας, της οικογένειας που τους παράτησε, της οικογένειας που δεν ήρθε ποτέ να τους δει, της οικογένειας που δεν τους θέλει πίσω, της κοινωνίας που δεν θέλει να ακούει ότι φτάνει μέχρι το δίπλα νησί, αλλά δεν θέλει να πάει παραπέρα. Και αυτό που αισθανόμουνα είναι ότι προσπαθώ εγώ και τα άλλα μέλη του προγράμματος και πολλές φορές και μαζί και με το μόνιμο προσωπικό, γιατί ουσιαστικά η δουλειά ήταν τότε… «Τι να γίνει; Να ενημερωθεί; Να πάρει ανατροφοδότηση το μόνιμο προσωπικό και εμείς να αποσυρθούμε κάποια στιγμή με στόχο να γυρνούσαν όλοι αυτοί στις οικογένειές τους;».
Έτσι, λοιπόν, αισθανόμουνα ότι προσπαθώ να αναπληρώσω και εγώ και οι άλλοι συνάδελφοι τις συναισθηματικές σχέσεις, τις χαμένες στιγμές της φωτεινής πραγματικότητάς τους, της παλιάς τους ζωής. Και εδώ θέλω να πω αυτό ότι εδώ μπερδεύονταν πολλές φορές οι ρόλοι και οι προσωπικές πορείες. Πώς μπερδεύονταν; Ήταν τόσο… Εκεί δεν αισθανόμουνα ότι είναι δουλειά πέντε ωρών και θα σηκωθώ να φύγω. Ήταν η προσωπική ζωή συνυφασμένη με την επαγγελματική. Δηλαδή, βγαίναμε! Μέρος της δουλειάς μας ήταν η απογευματινή έξοδος για καφέ, η βραδινή έξοδος για φαγητό, η πρωινή έξοδος για να πάμε στην αγορά να διαλέξουν οι άνθρωποι με τα δικά τους λεφτά, γιατί μιλούσαμε πριν για την κοινωνική -πώς το λένε;- υπηρεσία, η οποία ήτανε αρμόδια να διαχειριστεί και ένα κομμάτι προσωπικών κονδυλίων για τους ανθρώπους.
Μέσα στη δουλειά της κοινωνικής υπηρεσίας -από τα πρώτα που γίνονταν- ήταν να βγάλουν αυτοί οι άνθρωποι ταυτότητες! Βγάζοντας ταυτότητα άρχιζε να είναι υπαρκτό πρόσωπο κάποιος, γιατί μέχρι τότε, μέχρι το ’90 και ’94-’95, αυτοί οι άνθρωποι δεν είχανε το απλό που κάνουμε όλοι μας μόλις φτάσουμε στα δεκαπέντε μας, να βγάλουμε την ταυτότητά μας. Βγάζοντας ταυτότητα και ακολουθώντας κάποιες διαδικασίες η τότε η κοινωνική υπηρεσία, πρώτον, κατόρθωνε να βγάλει κάποια, έστω μικρή και υποτυπώδη, αλλά μια σύνταξη για τους ανθρώπους αυτούς που ήταν οι περισσότεροι υπερήλικοι και μια μικρή σύνταξη υπερηλίκων δικαιούνταν όλοι από τον ΟΓΑ σχεδόν. Εδώ να πω ότι ο κύριος […] που ήταν ο ένας από τα τέσσερα πρόσωπα αναφοράς μου και ο γηραιότερος, δεν κατορθώσαμε ποτέ να του βγάλουμε ταυτότητα. Αυτό είναι πάλι μια μεγάλη ιστορία!
Πρέπει να σας πω την ιστορία του κυρίου […], ο οποίος βρέθηκε το ’22 στην Πάτρα. Έψαχνε η κοινωνική υπηρεσία να βρει τα χαρτιά του, δεν έβρισκε πουθενά σε επίσημα αρχεία και λίγο καιρό πριν φύγω τελικά το ’95 κάποια στιγμή μου ήρθε μια φλασιά. Πήγα στον ΟΤΕ του νησιού και βρήκα το τηλέφωνο της οικογένειάς του, η οποία όντως μου επιβεβαίωσε όλα αυτά που είχε πει ο κύριος […]. Βρήκα εν ζωή τότε ακόμη την αδερφή του, την οποία όμως φρόντιζε η κόρη της και μου είπε η κόρη ότι «Δυστυχώς η μαμά μου είναι με άνοια. Αυτήν τη στιγμή με πετυχαίνετε σε μια φάση που δε μπορώ να σας βοηθήσω». Κάπου εκεί ενώ πραγματικά επιβεβαιώθηκε όλη αυτή η ιστορία που έλεγε ο κύριος […] με την Πάτρα και λοιπά δεν μπορέσαμε να βγάλουμε… Είχαν καεί τα χαρτιά του και δε μπόρεσε ποτέ να βγάλει μια σύνταξη. Για τους ανθρώπους, λοιπόν, που δεν βγάζανε σύνταξη -και ίσως για όλους στην αρχή, αλλά με την πορεία βγαίνοντας συντάξεις- για κάποιους υπήρχε κονδύλι ειδικό από το πρόγραμμα για τους ανθρώπους για να καλύπτουν προσωπικά τους έξοδα και να αρχίσουν να αποκτούν τον προσωπικό τους χρόνο και τις προσωπικές τους δραστηριότητες και αυτήν την αίσθηση ανεξαρτησίας που μπορεί να σου παρέχει το οικονομικό, κάποιοι οικονομικοί πόροι.
Οπότε, λέγαμε ότι στα πλαίσια αυτής όλης της δράσης και της ζωής ήτανε συνυφασμένη η προσωπική με την επαγγελματική ζωή. Ενώ είχα πάει με προοπτική να μείνω ένα-δύο άντε το πολύ τρεις μήνες ως εργαζόμενη στο Κρατικό Θεραπευτήριο και ενώ ήτανε και αισθανόμουν ότι ήταν πολύ δύσκολη η δουλειά και δύσκολο το ψυχολογικό κομμάτι με την έννοια ότι δούλευες μόνο με έναν άνθρωπο που δεν είχε από πίσω την οικογένεια να τον στηρίζει. Έβλεπες ανθρώπους που τα πηγαίνανε φοβερά και η εξέλιξή τους… Έλεγες: «Καλά είναι ο ίδιος άνθρωπος αυτός που μου περιγράφετε ότι πετούσε τα ρούχα του και δεν ξέρω και εγώ τι με αυτόν που κυκλοφορεί τώρα έξω και πάει πίνει τον καφέ του και λοιπά;». Έβλεπες άνθρωποι πολλές φορές που είχαν αυτήν την τόσο θετική εξέλιξη, να φεύγει για κάποιον λόγο ο άνθρωπος που είχαν πρόσωπο αναφοράς και να γκρεμίζεται όλη αυτή η δουλειά μέσα σε μια νύχτα! Αυτό ήταν και ένα από τα δύσκολα κομμάτια και αισθανόσουν ότι εδώ τώρα γίνεται κάτι πολύ ωραίο.
Ενώ, όπως είπαμε, είχες αυτήν την… Αυτός ήταν ο φόβος ότι θα φύγω και τι θα γίνουν αυτοί οι άνθρωποι; Τώρα που το συζητάμε, δηλαδή, σκέφτομαι ότι να ήταν ένας από τους λόγους που έμεινα; Πήγα τρεις μήνες και έμεινα είκοσι στο τέλος! Και ίσως θα έμενα κι άλλο; Ίσως δεν ξέρω τι θα είχα κάνει, γιατί ήταν σε μια φάση το ’95 που έκλεινε το 815 το πρόγραμμα εκείνο, θα ξεκινούσε ένα άλλο και ήμασταν απλήρωτοι αρκετό καιρό. Ήταν και η φάση αυτή: «Τι κάνουμε σε ένα ίδρυμα που λέγαμε ότι οι άνθρωποι αυτοί θα φύγουν, θα πάνε στις οικογένειές τους και τελικά δεν πάνε στις οικογένειές τους. Δεν γίνονται πράγματα εκτός του νησιού. Τι θα γίνει;». Παρ’όλα αυτά -όπως έλεγα πριν- προσπαθούσαμε να βοηθήσουμε αυτούς τους ανθρώπους και βέβαια ήταν και η αίσθηση της οικονομικής ανεξαρτησίας που είχα για εκείνα τα δεδομένα. Πρώτον, το οικονομικό ήταν πολύ καλό. Εντάξει, το ξοδεύαμε ως νέοι σε εξόδους και σε ταξίδια να έρθουμε στην πατρίδα -ξέρω γω- και λοιπά. Παρ’ όλα αυτά, ήταν πολύ δυνατές και οι σχέσεις που κάναμε με τους ανθρώπους μέσα εκεί! Δηλαδή, εγώ όταν έφυγα, έφυγα και έμεινα… Είπαμε πήγα για τρεις μήνες και τελικά αισθανόμουν ότι προσφέρω τόσο πολύ και ανταμείβομαι κιόλας για αυτό ok, αλλά προσφέρω τόσο πολύ που έμεινα είπαμε. Είπα: «Άι στο καλό και το μεταπτυχιακό. Εδώ πέρα θα καθίσω και θα προσπαθήσω το καλύτερο».
Όντως έζησα δηλαδή τη φάση που από εκεί που το μεγάλο περίπτερο με τον αχανή χώρο -ας πούμε- μοιράστηκε στα δύο με δωμάτια με σωστό εξοπλισμό και λοιπά. Με τα σπίτια, με τα διαμερίσματα που γίνονταν έξω και ζούσαμε τους ανθρώπους και βλέπαμε και ήμασταν κομμάτι αυτής της πραγματικότητας. Να κυκλοφορούμε στο νησί με τους ανθρώπους μας. Να παίρνω στο μηχανάκι μου, ας πούμε, τον κύριο […] για να πάμε βόλτα, να παίρνω τον κύριο […] για να πάμε βόλτα πρώτη φορά μετά από πενήντα χρόνια να βλέπει πώς είναι έξω ο κόσμος -ας πούμε-, το νησί. Έτσι, λοιπόν, έμεινα πολύ καιρό.
Αφορμή στάθηκε ουσιαστικά και το ότι έμεινα έγκυος στην Μαρία, την πρώτη μου κόρη. Εκεί αισθάνθηκα μια φοβερή ανασφάλεια ότι δεν υπάρχει γιατρός. Είχα κάποιες ενοχλήσεις και έφυγα μόλις επιβεβαιώθηκε ότι είμαι έγκυος. Έφυγα από το νησί να έρθω να δω τι θα γίνει με τα ιατρικά μου, με τον μπαμπά της και λοιπά, γιατί εκείνος ήταν Θεσσαλονίκη, εγώ ήμουνα στη Λέρο. Να δούμε τι θα γίνει. Πέρα από τις φίλες μου που μέναμε και μαζί, ο μόνος άνθρωπος που ενημέρωσα πριν φύγω ήταν ο κύριος […]. Είπαμε ήταν τότε ενενήντα ενός στα ενενήντα δύο και για αυτό. Τον […] που είχα -ας πούμε- ο οποίος τι ήταν; Ήταν ένα παιδί με αυτισμό. Σωματικά ίσως να είχε κάποιου είδους εγκεφαλική παράλυση; Δεν θα το έλεγα. Κινητικά πήγαινε. Ήτανε, όμως, ένα παιδί που θα δεις τώρα σε ένα ειδικό σχολείο με αυτισμό που δεν έχει προφορικό λόγο. Το μόνο που έλεγε ήταν «Μαλάκα-μαλάκα-μαλάκα», «Σκατά-σκατά», «Μαλάκα-μαλάκα». Αυτή λοιπόν η… Αυτό το δέσιμο. Είπαμε, όταν έφυγα είπα τον κύριο […]; «Κύριε […], να ξέρεις εγώ θα φύγω, γιατί είμαι έγκυος». Παρασκευή ήτανε θυμάμαι. Αυτός δεν άκουγε και καλά κιόλας και μου λέει: «Τι; Τι μου λες; Είσαι γκαστρωμένη;». Του έλεγα: «Σςςς. Θα τα πούμε!». Εν τω μεταξύ, έφυγα από εκεί άρον-άρον. Μέρα των Φώτων ξημέρωνε και ο γιατρός δεν με άφησε να γυρίσω πίσω. Εγώ τα επόμενα Χριστούγεννα που είχα ήδη του ετοίμασα… Δηλαδή, έφυγα κάποια στιγμή και πάλι αισθανόμουν ότι ένα κομμάτι μου είναι πίσω. Ότι αυτούς τους ανθρώπους τους άφησα, ας πούμε. Τα επόμενα Χριστούγεννα του έστειλα... Πήγα στην αγορά δίπλα στην Αριστοτέλους εκεί που έχει διαφορά είδη, ας πούμε, έτσι και του έφτιαξα ένα κουτί με παπούτσια, ρούχα και διάφορα. Έφυγα, είπαμε, ούσα έγκυος από εκεί και μάλιστα ήτανε τότε… Μου ήρθε και μια απόλυση ως τύπου συμβασιούχα. Μου ήρθε απόλυση, επειδή λόγω εγκυμοσύνης είχα επαπειλούμενη κύηση, οπότε μου έδινε αναρρωτικές ο γιατρός μου και λόγω της σύμβασης, λέει, δεν είχα δικαίωμα πάνω από δύο-τρεις εβδομάδες -δεν ξέρω τι, πώς το λένε;- αναρρωτικής. Κάποια στιγμή χωρίς να με ενημερώσουν μου ήρθε εκ των υστέρων κάποιου είδους απόλυση.
Παρ’όλα αυτά, σε λίγο καιρό, παρότι είχα απολυθεί, επειδή ήμουνα στο πρόγραμμα με πήραν τηλέφωνο από τη Λέρο, μου είπαν ότι «Ξέρουμε ότι έχεις παιδί και λοιπά κι αυτά», γιατί ποτέ ουσιαστικά δεν σταμάτησα να έχω σχέση, γιατί έμειναν και φίλοι πίσω. «Γίνεσαι και εσύ. Είσαι μέσα στη λίστα με αυτούς που γίνονται αορίστου». Ο άντρας μου δεν μπορούσε τότε να φύγει για χ-ψ λόγους. Τέλος πάντων. Μου λέει: «Άμα θες, πάνε. Άσε εδώ το παιδί». Εγώ το παιδί δεν το άφηνα. Δεν χώριζα την οικογένεια, γιατί εγώ μεγάλωσα, είπαμε, με παππούδες και λοιπά, χωριστά από τους γονείς και δεν ήθελα. Δεν το σκέφτηκα τότε να δεχτώ τη θέση και να παίρνω άδειες μητρότητας. Αυτό μέχρι εκεί… Με έκοψε, τέλος πάντων. Εν πάση περιπτώσει.
Και εντέλει αποφασίσατε να-
Ναι, έφυγα. Είπαμε, τα Χριστούγεννα είχα στείλει το δέμα στον κύριο […]. Το καλοκαίρι που ήταν ενός χρόνου η κόρη μου ξάπλωσα ένα μεσημέρι να κοιμηθώ και είδα μια φλασιά, έτσι μίνι όνειρο, μια γέννηση και ένα θάνατο. Περίμενα μια φίλη από το χωριό να γεννήσει και όντως γέννησε εκείνη την ημέρα. Αλλά είδα έναν θάνατο και σκέφτηκα ότι «Τι κάνει ο κύριος […];» Και πήρα τηλέφωνο στο περίπτερο που ζούσε. Ο κύριος […] δεν μπόρεσε να βγει σε διαμέρισμα, γιατί κατουρούσε το βράδυ και δεν ήθελαν. Ίσως κακώς για εμένα. Ήταν ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να… Και ξέρεις, αυτές ήταν οι συγκρούσεις που γινότανε μέσα στις ομάδες. Ποιος θα βγει να ζήσει έξω στο διαμέρισμα. Είχα συγκρουστεί τότε και έλεγα ότι «Είναι ένας άνθρωπος που έχει τόσα να ζήσει και πρέπει να βγει».
Εν πάση περιπτώσει, δεν βγήκε ποτέ. Πήρα, λοιπόν, τηλέφωνο στο περίπτερό μας που είχε χωριστεί στα δύο. Εγώ ήμουνα υπεύθυνη του προγράμματος στο ένα από τα δύο, που ζούσε όντως ο κύριος […] και τους ρώτησα. Παίρνω τηλέφωνο το απόγευμα και τους ρωτάω: «Τι κάνει ο κύριος [...];» Γιατί, εν τω μεταξύ, μου είχαν πει ότι όσο εγώ ήμουνα έγκυος είχε πεθάνει ο […] -το παιδί με τον αυτισμό που σας έλεγα πριν-, αλλά δεν μου το είχαν πει τότε, γιατί ήμουνα έγκυος και δεν ήθελαν να με στεναχωρήσουν. Εκείνο το απόγευμα, λοιπόν, του Αυγούστου -πρέπει να ήταν η Αύγουστος ή Σεπτέμβριος κάπου εκεί φθινοπώριαζε- τους πήρα τηλέφωνο και έπαθαν σοκ, γιατί μόλις είχε πεθάνει ο κύριος […] και μάλιστα μου είπαν ότι όταν θα τον θάβανε με πήραν τηλέφωνο ως συγγενή του ότι «Να ξέρεις, ως συγγενή, σε ενημερώνουμε ότι…». Εντάξει… Τώρα, άμα θέλεις να σου πω για το ότι κάπως έτσι δηλαδή έφυγα, να το πω, πολύ γεμάτη μεν και με πολλά ερωτηματικά στην πορεία. Πολύ συναισθηματικά φορτισμένη. Για τα τέσσερα άτομα που είχα ως πρόσωπα αναφοράς, αν θέλεις να σου πω.
Αν θέλετε να μου πείτε λιγάκι, ναι, για την καθημερινότητά σας εκεί. Κάποια περιστατικά με αυτά τα άτομα.
Λοιπόν, εγώ είχα τέσσερα άτομα ως πρόσωπα αναφοράς, έτσι το λέγανε. Ήταν ο […] ένα άτομο με εγκεφαλική παράλυση ουσιαστικά που δεν μπορούσε να περπατήσει. Μπουσουλούσε, στέκονταν όρθιος, όταν πιάνονταν από τον τοίχο, αλλά δεν μπορούσε να περπατήσει αυτόνομα. Είχα τον […], ο οποίος πάλι είχε νοητική υστέρηση και τύπου αυτισμό πιστεύω, αλλά κινητικά ήταν αυτόνομος. Είχε μια μανία. Έκοβε τα μπλουζάκια τα μακό σε στενές λωρίδες. Δεν ξέρω γιατί. Τις βουτούσε μέσα στο πετρέλαιο και τις έπαιζε με τα χέρια του. Έφτιαχνε διάφορα. Ο […], ο […], ο άλλος […] ο μικρούλης που από τριών χρονών -τεσσάρων;- τον είχαν πάει σε ίδρυμα. Ήταν ένα παιδί που λες ότι αυτό είναι ένα παιδί -τώρα όπως τα λέμε- με αυτισμό. Για αυτό λέω ότι κάποτε υπήρχαν παιδιά με αυτισμό, αλλά δεν τα βλέπαμε. Δεν υπήρχαν έρευνες να καθίσουν να μετρήσουν και τώρα τα βλέπουμε που κυκλοφορούν και -δόξα τω Θεώ- που υπάρχουν και τα σχολεία και πάνε και σε σχολεία και λοιπά. Και είχα τον κύριο […]. Τον γνώρισα, όταν ήταν ενενήντα χρονών. Ήταν από τους ανθρώπους που πλέον τουλάχιστον η κυρία […], όπως τη λέγανε, η ψυχίατρος που συνταγογραφούσε… Ο κύριος Λουκάς ήταν ο υπεύθυνος και η […] νομίζω ήταν για όλα. Εν πάση περιπτώσει, δεν ήθελε να του δώσει φάρμακα. Δεν του έδινε φάρμα φάρμακα. Ο κύριος […] τι είχε; Χαρακτηρισμένος από ένα σημείο και μετά ως μανιοκατάθλιψη. Πήγαινες, ας πούμε, στο περίπτερο και του έλεγα: «Καλημέρα, κύριε […]. Τι κάνεις;». «Φςςς. Μεγαλείο! Μεγαλείο, μεγαλείο!». Μέσα στα σκατά, ξέρεις αυτά όλα. «Μεγαλείο!».
Κάποιες φορές τον έπιαναν τα καταθλιπτικά του και μάλιστα ένα καλοκαίρι τον χάσαμε. Βγήκαμε να τον ψάχνουμε. Πολλοί πνίγονταν στα Λέπιδα, επειδή ήταν δίπλα η θάλασσα, ο κόλπος. Είδες τις φωτογραφίες. Πνιγόντουσαν. Ψάχναμε από άκρη σε άκρη που πήγε. Τελικά, εμφανίστηκε μόνος του λίγες μέρες μετά. Κάνα δύο μέρες. Αλλά ήταν στη φάση της κατάθλιψης, ας πούμε. Δεν έπαιρνε φάρμακα. Παρ’ όλα αυτά, ήτανε… Αυτό τον έπιασε έτσι μία φορά στο τόσο, ας πούμε, στα δύο χρόνια που ήμουν εκεί σχεδόν. Γενικώς, όμως, πλέον ήταν ένας παππούλης, ο οποίος από ό,τι λέγανε οι μόνιμοι -το μόνιμο προσωπικό- είχε δουλέψει πολύ. Αυτού του είδους η μαύρη εργασία που λέγαμε πριν. Δηλαδή, θα μετέφεραν το φαγητό, θα το γυρνούσαν πίσω, θα μετέφεραν τα ρούχα, θα τα γυρνούσαν. Επειδή ήταν και παππούλης ήταν μάλλον από τους ανθρώπους σε εκείνη τη φάση ήταν και γέρος άνθρωπος, γιατί είχαμε και λίγο νεότερους παππούδες, βέβαια, και εκείνοι, οι οποίοι τότε είχαν αρχίσει να παίρνουν μέρος σε διάφορες δράσεις της λεγόμενης εργοθεραπείας… Όχι ακριβώς εργοθεραπείας. Πώς το λέμε; Ας πούμε, δίπλα στο όγδοο υπήρχε το χωράφι. Το χωράφι, ο αγροτικός συνεταιρισμός ονομάστηκε αργότερα. Μάλιστα πολύ μετέπειτα και το 2015 που πήγα ήδη εκτός από τον αγροτικό συνεταιρισμό και τον συνεταιρισμό αυτά έχουν μια ονομασία -πώς τα λένε;- τα [Δ.Α.] έγιναν κάπως σαν νομικά πρόσωπα, σαν τύπου επιχειρήσεις. Θα το θυμηθώ αργότερα ή σε άλλη φάση. Θα στο πω. Υπήρχαν, λοιπόν, άνθρωποι που δούλευαν στο χωράφι, στον αγροτικό συνεταιρισμό. Καλλιεργούσαν ντομάτες, αγγουράκια, διάφορα αγροτικά προϊόντα και τα πουλούσαν και εκτός. Μετά έγινε και ζαχαροπλαστείο και διάφορες τέτοιες δομές. Όταν πήγα το ’15 υπήρχε και τουριστικό γραφείο που ξεκινούσε από τους ανθρώπους που ήτανε στο ψυχιατρείο και λοιπά.
Λοιπόν, ο κύριος […] δεν είχε αυτού του είδους τη δραστηριότητα. Ήταν ένας καταπληκτικός άνθρωπος! Όταν βγήκα στην πρώτη έξοδο μαζί του στον Παντέλι –εκεί που έμενα κιόλας– είχε ένα ωραίο ταβερνάκι –από τις πρώτες φορές– και κάναμε μία βόλτα έτσι εκεί στο λιμανάκι, μου ανέφερε φράσεις και λέξεις από τα μέρη του κάθε καραβιού. Έβλεπε -ξέρω γω- τον στύλο αυτό που λέμε που μπορεί να στηρίζεται το πανί και μου έλεγε: «Αυτό είναι το τάδε. Το άλλο είναι το τάδε». Και έλεγα εγώ: «Τι λέει αυτός ο άνθρωπος τώρα; Είναι σωστά αυτά; Ξέρει; Από πού; Πώς τα ξέρει;». Άρχισα να τον ρωτάω: «Από πού είσαι;». Έλεγε χωρίον [Δ.Α.]. Έλεγε και ένα άλλο. Το έψαξα. Το χωρίον [Δ.Α.] δεν το βρήκα στους χάρτες, αλλά η άλλη πόλη που μου έλεγε, η περιοχή, την βρήκα ότι όντως ήταν έτσι όπως τα έλεγε. Υπήρχε εκείνη η περιοχή που μου έλεγε. «Και τι έκανες κύριε […];» Αυτός μιλούσε για την Πρίγκιπο, ότι πήγε στο ορφανοτροφείο της Πριγκήπου, ότι εκεί έμαθε την τέχνη του ξυλουργού. Υπήρχαν άνθρωποι που στους φακέλους τους είχανε ελάχιστα πράγματα γραμμένα ή μόνο τη φαρμακευτική αγωγή που παίρνανε. Ο κύριος […] θυμάμαι ότι είχε ένα μεγάλο φάκελο σχετικά για τα δεδομένα και ψάχνοντας τον φάκελό του αυτόν, βρήκα και από το Δαφνί τις σημειώσεις των κάποιων λίγων ψυχιάτρων που υπήρχανε. Μάλιστα πριν τον Λουκά και Μεγαλοοικονόμου που λέω και λοιπά, ο ψυχίατρος που ήτανε για όλον αυτόν τον πληθυσμό που μαζεύτηκε στη Λέρο από όλη την Ελλάδα, για τους τροφίμους, υπήρχε μόνο ένας ψυχίατρος για 8.000 ασθενείς. Νομίζω. Δεν θυμάμαι πόσοι ήταν. Όταν ήμουν εδώ δηλαδή ήτανε πολύ λιγότεροι, γιατί ήδη είχαν πεθάνει και ήδη πεθαίνανε. Άσε που υπήρχαν και διαρροές με την έννοια ότι φτιάχνανε αυτές τις τύπου εξωνοσοκομειακές δομές ανά την Ελλάδα, οπότε έπαιρναν κόσμο. Τι έλεγα πριν;
Για τον κύριο […].
Ναι, και βρήκα, λοιπόν, ψάχνοντάς τα αρχεία του βρήκα ότι από σημειώσεις γιατρών κυρίως, γιατί τότε είπαμε ούτε κοινωνικοί λειτουργοί υπήρχαν, μόνο νοσηλευτές και κανένας ψυχίατρος, αν βρίσκονταν. Και θα είχε πάρα πολύ ενδιαφέρον ο φάκελός του, δηλαδή, αν τον είχα ή αν υπήρχαν τα αρχεία και αν τα έχουν κρατήσει -δεν ξέρω τι-. Γεννήθηκε πραγματικά σε αυτό το χωριό που έλεγε. Ο πατέρας του τότε ήταν Έλληνας και ήταν η εποχή του Κεμάλ –νομίζω έτσι τη λένε εκείνη την εποχή με τους Νεότουρκους δεν ξέρω τι– που στείλανε τον πατέρα του στα κάτεργα στα βάθη, λέει, της Ανατολίας, αν θυμάμαι καλά το έλεγε. Εκεί ο πατέρας του πέθανε στα κάτεργα. Αυτός είχε μία αδερφή με τη μαμά του και γύρισαν πίσω και αυτός βρέθηκε και αυτό μου το έλεγε και ο ίδιος.
Δεν μιλούσε καθόλου εύκολα για τις δύσκολες φάσεις της ζωής του. Αυτά που σας λέω τώρα, δηλαδή, τα είδα μέσα από τον φάκελό του από διηγήσεις που τυχόν είχε κάνει μικρότερος. Βρέθηκε στην Πρίγκηπο στο ορφανοτροφείο. Όντως έκανε εκεί πέρα ξυλουργός. Μετά με την ανταλλαγή των πληθυσμών του ’22 έφτασε στην Πάτρα -αν θυμάμαι καλά-. Πολύς κόσμος είχε βρεθεί και στο ψυχιατρείο όντας άνθρωπος της ανταλλαγής των πληθυσμών, αλλά για τους περισσότερους βρίσκονταν κάποια στοιχεία, γιατί όταν κατέβαιναν από τα καράβια, τους κατέγραφαν. Για κάποιον λόγο του κυρίου […] δεν μπορούσαν να βρεθούνε.
Όπως είπα και πριν ότι δεν μπόρεσε ποτέ ούτε ταυτότητα να βγάλει όσο ήμουν εγώ και δυστυχώς θα το ήξερα μάλλον ότι δεν μπορούσαμε να του βγάλουμε ταυτότητα, δεν μπορούσαμε να βρούμε κάποιο αποδεικτικό ύπαρξης. Ήταν ένας άνθρωπος, όχι απλά από τους αζήτητους, να το πω από τους ανύπαρκτους! Δεν υπήρχε για κανένα θεσμό πέρα από το ψυχιατρείο που έμενε. Ένα φοβερό που να το πω ότι το είχα πάρει μέσα μου και εγώ; Ως προσωπική αποτυχία; Δεν ξέρω.
Σας είπα ότι κάποια στιγμή σας έλεγα για την ιστορία του που όλα όσα έλεγε επιβεβαιώνονταν από τα έγγραφα που έπαιρνα, που έβρισκα στον φάκελό του και την ιστορία ότι μετά από την Πάτρα έγινε ο πόλεμος το ’40, πήγε στο μέτωπο, τον έπιασαν αιχμάλωτο και βρέθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ιταλία. Από την Ιταλία, όταν έληξε ο πόλεμος, ευτυχώς σώθηκε από το στρατόπεδο συγκέντρωσης και γύρισε στην Πάτρα. Δούλευε. Εμένα με έλεγε «Θαλεία». Με φώναζε «Θαλεία». Δούλευε σε έναν φούρνο νομίζω και εκεί ήτανε μια Θάλεια που δεν ξέρω, αν την είχε ερωτευτεί ή αν του θύμιζα εγώ και με φώναζε «Θάλεια». Νομίζω ότι δούλευε σε ένα φούρνο τον πρώτο καιρό, δεν ξέρω τι. Προσπάθησε, έκανε κάποιες δουλειές, αλλά μετά τον πόλεμο προφανώς δεν μπόρεσε να ξανασταθεί στα πόδια του -να το πω έτσι-. Δηλαδή, να γίνει αυτόνομος! Κάτι έγινε και βρέθηκε να είναι στο πτωχοκομείο του Αγίου Ανδρέα και αυτό το πτωχοκομείο, λέει -διάβαζα στα χαρτιά στον φάκελο του-, ότι κάποια στιγμή πήρε φωτιά, κάηκε, και ο κύριος […] από εκεί βρέθηκε στο Δαφνί. Από το Δαφνί δεν είχε για δύο χρόνια επισκεπτήριο και έτσι μετά βρέθηκε στη Λέρο.
Αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, ήταν ο παππούλης μου, το πρόσωπο αναφοράς μου, ο μεγάλος μου ο παππούς -ας πούμε-. Όχι ότι δεν είχα και εγώ εν ζωή τότε και δικό μου παππού. Θα σας πω τι μου είπε. Βρέθηκε αυτός ο άνθρωπος, ο κύριος […] σχεδόν σε όλα τα -όπως λέει ο Γκόφμαν- ολοπαγή ιδρύματα. Βρέθηκε σε ορφανοτροφείο... Πιο πριν στα κάτεργα, ορφανοτροφείο. Πώς το λέγαμε μετά; Στρατόπεδο συγκέντρωσης. Μόνο φυλακή δεν, αλλά θα μου πεις το στρατόπεδο συγκέντρωσης... Ευτυχώς δεν ήταν άνθρωπος να κάνει μαμουνιές! Από το στρατόπεδο συγκέντρωσης στο πτωχοκομείο, από το πτωχοκομείο στο ίδρυμα το ψυχιατρικού τύπου. Έλεγα ότι αυτός ο άνθρωπος έχει περάσει από όλα τα ολοπαγή ιδρύματα -ας πούμε-.
Τι έλεγα για τον παππού μου; Είχα πάει, λοιπόν, στη Λέρο για τρεις μήνες και έμεινα πόσο και με ρωτούσε ο παππούς μου ο συγχωρεμένος –πέθανε στα ογδόντα του, αδυναμία που με μεγάλωσε και λοιπά και όλα αυτά–: «Τι κάνεις, ρε παιδί μου; Τι κάνεις εκεί πέρα και δεν έρχεσαι εδώ;». «Α, ρε παππού, τι να κάνω; Δουλεύω. Φροντίζω έναν παππού». Με κοιτάει και μου λέει: «Και γιατί δεν έρχεσαι να φροντίσεις εμένα;». Άλλες ενοχές που ξέρεις και με τους παππούδες τους δικούς μας... Τέλος πάντων! Αυτά ήταν τα τέσσερα πρόσωπα αναφοράς μου που σου έλεγα πριν και έλεγες, αν έχω καμία ιστορία;
Προσωπικές στιγμές σας, ουσιαστικά.
Προσωπικές στιγμές;
Ναι, εμπειρίες μαζί τους.
Πώς ήταν η μέρα, είχες πει; Ξυπνούσαμε το πρωί πηγαίναμε… Τι ώρα είχαμε; 8:15 συνήθως το πρωί, 8:20 έρχονταν ο Γιάννης ο Λουκάς, ο διευθυντής μας, ο επιστημονικός υπεύθυνος στο περίπτερο και κάναμε μια συνάντηση όλο το προσωπικό το πρωινό. Μόνιμοι και της επανένταξης. Δηλαδή, τότε οι μόνιμοι αν ήταν στη βάρδια -ας πούμε τι να πω τώρα;- να ήταν έξι άτομα; Ένα-δύο-τρία-τέσσερα-πέντε, ας πούμε, να ήμασταν και εμείς. Κάποια στιγμή είχαμε φτάσει τα οκτώ, μπορεί και τα δέκα άτομα το έκτακτο προσωπικό -ας πούμε- του προγράμματος της επανένταξης. Κάναμε συνάντηση κάθε πρωί το τι θα κάνουμε μέσα στη μέρα, τι θα γίνει, προγραμματισμός...
Εκεί, ξέρεις, μπορεί να γινότανε από συζητήσεις απλές μέχρι και πολύ δύσκολες. Κλεινόμασταν στο γραφείο του υπεύθυνου με τζαμαρία γύρω-γύρω, γιατί κάποτε ούτε, από ό,τι λέγανε κιόλας, ούτε καν τζαμαρία υπήρχε. Υπήρχαν κάτι παραθυράκια μικρά σιδερένια που άνοιγαν, κοιτούσαν και έκλειναν -ξέρω γω-. Κάπως έτσι μας τα περιέγραφαν. Ή, ας πούμε, κάποιες εικόνες που έχω μέσα από το εντέκατο, όταν είχα μπει ως εθελόντρια. ήταν επίσης τραγικές. Τραγικές καταστάσεις μέσα εκεί με κάτι πόρτες -που θυμάμαι εγώ στο μυαλό μου, μπορεί να κάνω και λάθος- σιδερένιες, βαριές που να μην έχουν επαφή καμία οι χώροι των εργαζομένων με τους χώρους των τροφίμων. Κλειδωμένες πόρτες και διάφορα τέτοια.
Τι άλλο να σας πω; Προσωπική εμπειρία; Προσωπικές εμπειρίες πολλές! Δηλαδή, ήρθε η φίλη μου από δω που μέναμε μαζί πριν φύγω από τη Λέρο, για να με δει, ας πούμε, καλοκαίρι μαζί με έναν φίλο μας, με προβλήματα όρασης και εκείνος έτσι πολλά, ο οποίος έπαιζε και τουμπερλέκι. Ήρθαν να με δούνε και θέλανε να δούνε να γνωρίσουν και τους ανθρώπους που φρόντιζα και ερχόμουν σε επαφή κάθε μέρα, τον χώρο εργασίας μου και λοιπά. Ήρθανε. Τελικά, η φίλη μου, αφού έφυγε το καλοκαίρι, μέσα στον χειμώνα, τελικά, πήρε απόφαση και ήρθε και αυτή, ως εργαζόμενη, στη Λέρο και μάλιστα αυτή μονιμοποιήθηκε. Ήρθαν, λοιπόν, οι φίλοι μου να με δουν το καλοκαίρι. Έρχονται μέσα, γνωρίζουν τον κύριο […]. Ο κύριος […] είπαμε δεν είχε νοητική υστέρηση, δεν ήτανε ούτε ανάπηρος, είχε χαρακτηριστεί ως διπολικός που τώρα λέγεται. Αλλά ήταν [...] στα κέφια του. «Πώς περνάς;». «Μεγαλείο!». «Τι κάνετε;». «Ρε παιδιά, εδώ να γνωρίσετε τα παιδιά, αυτά. Να βγούμε». «Να βγούμε [...]». Πάει Σάββατο. Ετοιμαζόμαστε εμείς, πάμε, τον παίρνουμε με ένα ταξί να βγούμε έξω για φαγητό Σαββάτου. Βραδινό φαγητό στην ταβέρνα στην άκρη στον φάρο στην Αγία Μαρίνα στην άκρη ένα πολύ ωραίο μέρος -ξέρω γω-. Βγαίνουμε έξω, περνάμε υπέροχα εκεί. «Άντε, κύριε […]», φτάνοντας ξέρω γω 23:00-22:00 -τι ώρα ήταν- το βράδυ. «Άντε, [...], να σε γυρίσουμε. Να φύγουμε». «Όχι», λέει ο κύριος […], «Εγώ δεν φεύγω σήμερα! Δεν πάω στο περίπτερό μου». «Και πού θα πας;» «Εγώ θέλω να έρθω στο σπίτι σου σήμερα».
Ξέρεις, αυτό, αν μου το έλεγε, ενώ ήμουνα μόνη μου, προφανώς και δεν θα το δεχόμουν. Να πάρω και την ευθύνη από μόνη μου -ξέρω γω- και τέτοια. Τώρα ήτανε μια φάση που ήτανε και η […]η φίλη μου και ο […] που ήταν άντρας. Όλοι οι φόβοι και όλα -δεν ξέρω και φόβοι και ό,τι θες-... Παρ’ όλα αυτά, προσπάθησα να τον πείσω. «Όχι, πρέπει να πάμε». «Όχι, εγώ δεν γυρνάω στο περίπτερό μου». Τους παίρνω τηλέφωνο κάποια στιγμή, τους λέω: «Ρε παιδιά, δεν θέλει. Ενημερώστε λίγο, σας παρακαλώ, κάτω στο αυτό ότι δεν μπορώ να τον πείσω να γυρίσει σήμερα τον κύριο […]. Θα μείνει στο σπίτι μου. Είμαι με παρέα».
Πραγματικά ο κύριος [...] έμεινε εκείνο το βράδυ σπίτι μου. Κοιμήθηκε. Κατούρησε κιόλας. Το τελευταίο ας πούμε αυτό, άσ’ το. Έπαιξε τουμπερλέκι. Όχι, ότι ήξερε, του άρεσε όμως. Δηλαδή, πέρασε τόσο ωραία! Περάσαμε τόσο ωραία, τόσο ανέμελα, ας πούμε, που έλεγα: «Ρε γαμώτο, αυτός ο άνθρωπος δεν ξέρω πόσα χρόνια –είναι ενενήντα χρόνων– άρα πάνω από πενήντα χρόνια σίγουρα έχει να μείνει σε σπίτι. Χαλάλι του!». Τη Δευτέρα η ψυχίατρος η κυρία [...] με επέπληξε. Όχι ο Λουκάς και ο επιστημονικά υπεύθυνος και ο δικός μου, τέλος πάντων. Να ’ναι καλά. Λέει ότι «Μπερδεύονται τα όρια» ας πούμε και λοιπά. Λέω: «Το καταλαβαίνω ότι ναι είναι αντιδεοντολογικό θεωρητικά και τυπικά ή δεν ξέρω και εγώ τι, αλλά αυτός ο άνθρωπος είχε να μείνει σε σπίτι δεν ξέρω και εγώ πόσα χρόνια». Ήτανε μια με όλα τις αντιφάσεις... Ήτανε μια χαρά ότι κάτι λίγο έστω, ας πούμε. Έζησε λίγο σε ένα, ας πούμε, σπίτι.
Ένα άλλο γεγονός που... Είπαμε, κάθε πρωί γινόταν οι συναντήσεις. Μετά προσπαθούσαμε να… Ο αρχικός στόχος ήταν να εκπαιδεύσουμε το μόνιμο προσωπικό. Ο Λουκάς ήταν από τους διευθυντές από τους ψυχιάτρους που έλεγαν ότι «Εσείς εδώ δεν είστε…»… Εμείς όλοι οι επαγγελματίες του Ψ, γιατί τότε δούλευα ως προσωπικό ψυχολόγου, ας πούμε. Δεν υπήρχαν ακόμα… Δεν είχαν βγει οι πρώτοι ψυχολόγοι από την Ελλάδα ακόμα. Όσοι είχαν έρθει ψυχολόγοι ήταν με πτυχία εξωτερικού. Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας… Πώς να το πω τώρα; Θα μου έρθει και αυτό κάποια στιγμή. «Δεν είστε εδώ, ας πούμε, για να το παίζετε ότι και καλά ήρθατε εδώ να τους πείτε τι να κάνουνε το μόνιμο προσωπικό και εσείς να κάθεστε και αυτοί να τα κάνουνε. Όχι! Θα συμμετέχετε σε όλα! Στα μπάνια, στη φροντίδα του χώρου, στη φροντίδα των ανθρώπων και μετά έξοδοι». Γιατί υπήρχανε από ό,τι κατάλαβα και σε άλλα αυτά που έλεγαν: «Ντύστε τους μας, τους παίρνουμε και φεύγουμε εμείς».
Αφού εγώ, όταν έκανα μπάνιο τον κύριο […] έλεγε: «Α, καλέ, τι ωραίο μπάνιο κάνετε εσείς;». Γιατί, ξέρεις, τα πλυσίματα πώς γίνονταν; Με το λάστιχο το πρωί. 5:00 η ώρα -δε ξέρω τι ώρα- ή 6:00 γίνεται η αλλαγή της βάρδιας; Τους ξέπλεναν με τις μάνικες, ας πούμε, με κρύο νερό και γεια σας. Αφού, όταν πήγα το ’94 στο όγδοο, που θεωρούνταν και ένα από τα καλά πάντα περίπτερα, ας πούμε, σε σχέση με το έντεκα -το ενδέκατο- είχαν βάλει και -όχι απλά τούρκικες τουαλέτες- τις χέστρες αυτές τις κανονικές που λέμε, τέτοιου τύπου τουαλέτες.
Ναι, μπορεί να κάναμε, λοιπόν, όπως είπα ότι ο κύριος Λουκάς έλεγε: «Θα συμμετέχετε στα πάντα». Μπορεί να σκουπίζαμε. Βέβαια, στο τέλος εγώ είμαι και άνθρωπος που δεν θα πω και στον άλλον: «Κάνε αυτό». Στο τέλος βρισκόμουνα εγώ να καθαρίζω και άλλοι να κάνουν… Τέλος πάντων. Εν πάση περιπτώσει, μετά συμμετείχαμε σε όλα και ήταν πάρα πολύ καλό να το πω!
Καλό, αλλά και ψυχοφθόρο δεν ήταν; Γιατί βιώνατε και τέτοιες σοκαριστικές εικόνες.
Ναι, βέβαια, πολύ ψυχοφθόρο. Άσε που πηγαίναμε να τους ετοιμάσουμε, ας πούμε, για να βγούμε το βράδυ βόλτα ή το απόγευμα καλοκαίρι -ας πούμε- π.χ. όπως είναι τώρα ζέστη. Εκεί τότε ούτε -πώς τα λένε;- κλιματιστικά, ούτε τίποτα. Μέσα στη ζέστη, μέσα στο μεσημέρι. Κάψα. Ανοιχτά όλα. «Έλα κύριε […] να πάμε να κάνουμε το μπάνιο σου». Ετοίμαζα -και όχι μόνο εγώ και οι άλλοι δηλαδή- έναν κύριο […], ο οποίος ήταν στην τρίχα και εγώ ήμουνα σαν λέτσος και εμείς δηλαδή που τους ετοιμάζαμε. Μπορεί να γινόταν και αυτή η φάση να ήμασταν κουρασμένοι, ιδρωμένοι -ξέρω γω- και λοιπά και έλεγα: «Ρε παιδιά, τι γίνεται;». Έτσι που λες με τον κύριο […] έντονη στιγμή ήταν αυτή.
Με τον […], ο οποίος είχε εγκεφαλική παράλυση μια έντονη στιγμή ήταν όταν… Εγώ, είπαμε, είχα προέλθει από τον χώρο της αναπηρίας. Ήξερα από άτομα με εγκεφαλική παράλυση. Όταν φτιάξαμε -όταν χωρίσαμε- το όγδοο περίπτερο στα δύο και επειδή είχαμε σωματικά ανάπηρους, γνωρίζοντας από εδώ και τον Βουλγαρόπουλο και κάποιους ανθρώπους που ασχολούνταν με ζητήματα σωματικής αναπηρίας, ήξερα και ανθρώπους που είχανε πρόσβαση σε αντικείμενα που εξυπηρετούν και βοηθούν τους αναπήρους για να κάνουν ευκολότερη τη ζωή τους. Ήξερα για ράμπες, για χερούλια σε ανηφόρες, σε τέτοια διαφορά και παραγγείλαμε διάφορα είδη από εκεί.
Βλέποντας, λοιπόν, τον […] να κάνει μια -πώς το λένε;- να στέκεται τοίχο-τοίχο και να περπατάει και τις άλλες ώρες να μπουσουλάει ή να προσπαθεί να μείνει όρθιος και να πάει να φύγει προς τα πίσω, έχοντας, είπαμε, την εμπειρία από τον χώρο της αναπηρίας, λέω μια μέρα: «Για να κάνω μια δοκιμή». Δεν ξέρω αν τον είχα δει να μεταφέρει έναν ανάπηρο με την αναπηρική καρέκλα. Κάποια στιγμή, ρε συ, λέω... Ναι, πρέπει να τον είχα δει και νόμιζα ότι μπορεί να σταθεί για λίγο να τον πάει από το κρεβάτι στην τραπεζαρία και πάλι πίσω, δηλαδή που ήτανε μια απόσταση τόση, δέκα μέτρα, ας πούμε. Λέω: «Θα δοκιμάσω!». Κάθομαι εγώ ένα απόγευμα, μεσημέρι -τι ήτανε-. Κάθομαι ένα μεσημέρι στην αναπηρική καρέκλα εγώ και του λέω: «Έλα εδώ. Πάνε με λίγο μέχρι πιο εκεί». Έρχεται. Και αυτός δεν μιλούσε. Δεν είχε προφορικό λόγο.
Καθόλου;
Όχι. Εκτός από την αναπηρία τη σωματική την εγκεφαλική παράλυση. Καθόλου. Μιλούσε μόνο με «α-α-α». Έτσι, δηλαδή, έβγαζε κραυγές. Του λέω: «Για πάνε με λίγο πιο πέρα με το καροτσάκι». Έρχεται, πιάνει το καροτσάκι. Ξέρεις, ούτε να του εξηγήσω τίποτε άλλο, τα καταλάβαινε όλα ο άνθρωπος. Αφού δεν είχε προφορικό λόγο, είχε κάποιου τύπου νοητική υστέρηση, ας πούμε, αλλά τα καθημερινά τα άτομα με νοητική υστέρηση τα καταλαβαίνουν όλα! Άλλο θέμα αυτό. Με παίρνει, λοιπόν, με πάει μέχρι την είσοδο. Λέω: «Δεν με πας και λίγο μέχρι πιο πέρα;». Με πάει και πιο πέρα. «Δεν με πας και μέχρι την καντίνα;». Τώρα να είμαστε παρέα, ας πούμε, να κάθομαι εγώ στο καρότσι και ο […] από πίσω να με κάνει βόλτα. Ένας άνθρωπος, ο οποίος δεν είχε περπατήσει άλλο εκτός από εκείνη τη διαδρομή, ας πούμε, με το καρότσι ή τον έβλεπες μόνο μπουσουλούσε ή πήγαινε τοίχο-τοίχο.
Με πήγε μέχρι την καντίνα. Η καντίνα… Άλλο θέμα το ότι η καντίνα, όταν βγήκε στο ψυχιατρείο έγινε χαμός, γιατί βρήκαν οι άνθρωποι τρόπο να πίνουν μια πορτοκαλάδα, να πίνουν μια λεμονάδα, να βρίσκονται λίγο όλοι μαζί σε ένα άλλο είδος. Ήδη υπήρχε η καντίνα το ’92, όταν είχα πάει εγώ. Με πήγε, λοιπόν, μέχρι το κυλικείο. Το πρώτο κυλικείο, το παλιό. Μετά χτίστηκε καινούργιο αργότερα. Στον δρόμο με βλέπει τότε ήτανε, λέει, πρόεδρος του ΔΣ ένας… Με βλέπει, λοιπόν, ο […] και λέω στους συναδέλφους: «Παιδιά, αυτός τώρα… Κάτι θα γίνει εδώ!». Έρχεται σε λίγο ένα μήνυμα από έναν υπάλληλο και μου λέει: «Ο κύριος […] θέλει να σας δει» -ξέρω γω-…
Στο γραφείο του;
Ναι, το οποίο ήτανε στην τεχνική υπηρεσία -ξέρω γω- κάπως έτσι το λέγανε, γιατί το γραφείο του ήτανε στο Λακκί, εμείς ήμασταν στα Λέπιδα. Εγώ το ψυλλιάστηκα. Τέλος πάντων. Πήγα. Βέβαια, δεν ήταν εκεί και ούτε καν με ενόχλησε. Δηλαδή, φαντάζομαι θα είπε: «Καλά, αυτή είναι εργαζόμενη που βάζει τον ασθενή να την κουβαλάει; Τι είναι αυτή; Τι φρούτο είναι αυτό εδώ;». Ίσως μετά, βέβαια, να του είπαν, να το σκέφτηκε, δεν ξέρω και εγώ τι...
Έτσι που λες… Ένας άνθρωπος που δεν είχε περπατήσει. Αυτός ήτανε ο μόνος από αυτούς που ξέρω εγώ και που είχα άμεσα επαφή που ήρθε να τον δει δικός του άνθρωπος. Ήταν νομίζω το καλοκαίρι του ’94. Ήρθε ένας κύριος -δεν θυμάμαι το μικρό του- που μας ονομάστηκε τάδε, το ίδιο επίθετο -τέλος πάντων- και μας είπε ότι είναι αδερφός του. Όντως ο άνθρωπος είχε φύγει, λέει, αυτός στην Αμερική, είχε έρθει με τη γυναίκα του και ήτανε, σου λέω, ο μόνος που ξέρω εγώ που ήρθε εκεί να δει πώς είναι και αν ζει και πώς ο αδερφός του. Μάλιστα, ήτανε με μια… Ποια κοπέλα ήμουνα που είχαμε βγει έτσι μαζί τους και με τον… Όχι τον […] δεν πρέπει να τον πήραμε, γιατί ίσως ήτανε από τα άτομα που δεν βγήκαν! Δεν είμαι σίγουρη. Ενώ τον […] τον άλλο τον ψηλό που σου έλεγα με τα σχοινάκια που έφτιαχνε από τις μπλούζες-
Από πετρέλαιο, ναι.
Βγήκαμε και στην αγορά πήγαμε μαζί. Τον […] είχα βγει μαζί του με το λεωφορείο, παρακαλώ, που επίσης δεν είχε ιδέα από… Αλλά τον […] δεν θυμάμαι, αν είχαμε, γιατί ήτανε δύσκολη η μετακίνησή του. Έπρεπε να έχει καρότσι και ξέρω γω και λοιπά.
Ποια ήταν η αντίδρασή του, όταν είδε τον δικό του άνθρωπο; Ήσασταν μπροστά;
Η αντίδραση δεν ήταν ιδιαίτερη, γιατί ο […] ήταν επίσης από τους ανθρώπους που μεγάλωσε σε ίδρυμα. Δηλαδή, πολύ μικρό τον πήγανε. Εκείνος ο αδερφός του είχε στο μυαλό του... Δηλαδή, πιο πολύ τον θυμάμαι να συζητάει μαζί μας παρά ο […] ας πούμε να δείχνει κάτι ιδιαίτερο. Τι να πω; Τώρα που το λέμε μοιάζει και η αντίδραση με αυτής της κοπέλας από το χωριό μου που εντάξει... Ήρθε ο άνθρωπος, είδε, άφησε -ξέρω γω- κάποια αρκετά χρήματα για τον αδερφό, αυτό. Σου λέω, ήταν ο μόνος. Υπήρχε ένας χώρος στο όγδοο περίπτερο πίσω-πίσω που το λέγανε «ο χώρος της εργοθεραπείας». Τότε ούτε εργοθεραπευτές -δεν το συζητάμε- δεν υπήρχανε. Εκεί πια τι ήταν η εργοθεραπεία; Μπορεί εκεί πέρα να σιδερώνονταν κανένα ρούχο. Ήτανε στα πλαίσια του προγράμματος της επανένταξης, όπως λέμε, δηλαδή και των κονδυλίων που ήρθαν και της φιλοσοφίας ότι πρέπει. Αρχίσανε να γίνονται τα λεγόμενα θεραπευτικά μπάνια, που σου έλεγα ότι βοηθούσα. Έπρεπε να τους μάθουμε να κάνουν μπάνιο και τους δείχναμε και τους βοηθούσαμε. Τα θεραπευτικά λεγόμενα ξυρίσματα, δηλαδή το να μαθαίνει ο ίδιος να ξυρίζει τον εαυτό του, γιατί τους ξύριζαν προφανώς στη σειρά. Καμιά ζωγραφική, επίσης. Τέτοιου τύπου. Και το έλεγαν έναν χώρο, είχε δύο σκαλάκια νομίζω και ήταν η εργοθεραπεία.
Την πρώτη φορά που πήρα τον κύριο […] να τον πάω να τον βοηθήσω να μάθει να ξυρίζεται τέλος πάντων… Για να μάθει να ξυρίζεται ένας άνθρωπος τι πρέπει να έχει απέναντί του; Έναν καθρέφτη! Τον βάζω λοιπόν μπροστά στον καθρέφτη και ποια ήταν η αντίδρασή του; Πετάχτηκε! Τρόμαξε από τον εαυτό του, από το είδωλό του! Δεν ήξερε, είχε ξεχάσει πώς ήτανε δηλαδή! Τι σημαντικό πράγμα που είναι αυτός ο καθρέφτης. Αφού πολλές φορές και στη δουλειά, λέω: «Εδώ βάλτε έναν καθρέφτη». Έχει σημασία να βλέπει ο άνθρωπος! Τα τελευταία χρόνια βέβαια με τα κινητά και λοιπά ανακάλυψα ότι το selfie και η φωτογραφία-
Λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο.
Μπράβο, ναι! Δηλαδή, τα τελευταία χρόνια που δουλεύω σε σχολεία, ας πούμε, τους βάζω και βλέπω ότι βοηθάει πάρα πολύ οι selfie και οι φωτογραφίες που βγαίνουμε να τις βλέπουν τα παιδιά και να τις ξαναβλέπουν. Είναι μια δραστηριότητα που τους αρέσει πολύ. Έτσι που λες με τον κύριο […]. Τώρα, με τον […] ήτανε ένας από τους ανθρώπους από τους «γυμνούς». Ήταν ένας άνθρωπος που ήρθε από το δέκατο έκτο περίπτερο στο όγδοο. Ήρθε μετά, αφού πήγα εγώ. Ήταν ένα παιδί που, σου λέω, τώρα τον έχω στο μυαλό μου, όταν μιλάω για παιδιά με αυτισμό χωρίς προφορικό λόγο ή με ελάχιστο, τέλος πάντων. Έπαιρνε φάρμακα. Του δίνανε φάρμακα -δεν θυμάμαι-.
Με τον […] είχε δουλέψει πιο πριν ο -πώς τον λένε;- ένας συνάδελφος που ήμασταν μαζί -ο μοναδικός άντρας-, ο [...], αλλά έφυγε κάποια στιγμή και ήρθε στην ομάδα μου, ας πούμε, ο […] μετά. Μεγάλη -πώς το λένε;- μεγάλες ενοχές πάλι για τον τρόπο φροντίδας και τη ζωή του, ας πούμε. Σου είπα πριν ότι όταν έμεινα έγκυος και πνίγηκε, δεν μου το είπανε για να μη στεναχωρηθώ, όταν πέθανε.
Ο […] είπαμε ότι γυμνός από το περίπτερο δεκάξι ήρθε στο όγδοο μετά από κάπου αλλού, δεν θυμάμαι τι. Προσπαθούσα να δουλέψω όσο καλύτερα προλάβαινα, μπορούσα και λοιπά, γιατί και η φροντίδα ήταν πολύ μεγάλη. Προσπαθούσα να κάνουμε βόλτα, να τον παίρνω μαζί μου στην καντίνα. Η καντίνα τότε ήταν ένας χώρος σε απόσταση ανάμεσα από το όγδοο περίπτερο που δούλευα εγώ και έμενε ο […] με το δέκατο έκτο, το περίπτερο των γυμνών! Ήταν κάπου ανάμεσα. Εγώ με τον […] πηγαίναμε βόλτα στην καντίνα. Μου συνέβη μια μέρα κάτι που δεν περίμενα ότι θα το ζήσω και με τον […], γιατί [...] ήταν ένα παιδί που φαίνονταν ότι είχε βαριά νοητική υστέρηση.
Μια μέρα ξεκινήσαμε να πάμε βόλτα προς την καντίνα. Έλα ντε όμως που αυτός ήξερε τη διαδρομή για την καντίνα και άρχισε να με τραβάει από το όγδοο προς την καντίνα. Εγώ θεώρησα ότι θέλει να πάμε βόλτα στην καντίνα. «Ok, πάμε!». Αν και είχα μια δουλειά εκείνη την ώρα νομίζω πάλι. Κάτι έτρεχε ταυτόχρονα. Του έλεγα: «Έλα να γυρίσουμε πίσω, γιατί έχω να τελειώσω κάτι». Αυτός, παρ’ όλα αυτά, με τραβούσε. «Όχι, όχι, όχι». Με τραβούσε. Λέω: «Εντάξει, θα πάμε στην καντίνα». Φτάνουμε στην καντίνα και να μην σταματάει. Να προχωράει και να λέω: «Παναγία μου, πού πας; Τι θες τώρα εκεί πέρα;». Του έστριψε του ανθρώπου, ας πούμε. «Τι κάνει;». Περίεργο! Να λέω: «Ρε παιδιά, ελάτε λίγο να τον προλάβουμε, γιατί άρχισε να τρέχει μπροστά μου και να μην τον προλαβαίνω». Ήταν και αδύνατος πολύ. Τι τρώγανε; Που έτρωγε τα σκατά του, που λέμε; Αδύνατος πολύ, ελάχιστα ρούχα επάνω του, ήλιος και να τρέχει. Να προσπαθώ να τον σταματήσω και να μη σταματάει. Να μη γυρνάει πίσω, τίποτα. Εγώ εκείνη την ώρα κουβαλούσα όλους τους φόβους ότι του έστριψε ή ότι δεν ξέρω τι. Ξέρεις κάτι φόβοι και κάτι ενοχές που είναι πολύ βαθιά κρυμμένοι μέσα. Όχι, ενοχή, πώς το λέμε;
Ανασφάλεια; Τι;
Πέρα από την ανασφάλεια. Προκατάληψη! Ότι είναι ο τρελός, ο νοητικά καθυστερημένος που είναι επικίνδυνος και κάτι μπορεί να μου κάνει, γιατί ήτανε ερημιά από την καντίνα και πέρα. Έτρεχε. Έτρεχα και εγώ από πίσω. Από ένα σημείο και μετά είπα: «Εντάξει. Τι να κάνουμε; Αυτή ήταν η μοίρα μου. Εδώ θα αφήσω τα κόκαλά μου» και δε ξέρω τι. «Αλλά δεν τον αφήνω και μόνο του». Και λέω: «Σε ένα ταξίδι που δεν έχει νόημα, τι νόημα να έχει να πάει στην ερημιά;», γιατί το δέκατο έκτο, σου είχα πει ότι ήταν… Εγώ εκείνη την ώρα όμως δεν πίστευα ότι [...] μπορεί να ήθελε να δει τον χώρο που ζούσε πριν. Δεν περνούσε από το μυαλό μου. Κάπου ίσως στο βάθος έλεγα ότι κάτι θέλει. Θέλει να εκτονωθεί, ρε παιδί μου, να πάει να τρέξει. Τον άφησα, τον άφησα. Αφού περνούσαμε τη μια στροφή μετά την άλλη, τον ένα κολπίσκο μετά τον άλλον στη διαδρομή, γιατί έχει κάνει κάτι ζικ-ζακ ο δρόμος, λέω: «Εντάξει. Να δούμε τι θα γίνει».
Πού θα καταλήξει...
Πού θα καταλήξει. Φτάνουμε και λέω: «Άντε, μπορεί να θέλει να το δει από μακριά από ένα σημείο και μετά -είπα-, να θέλει το εκκλησάκι που είναι πιο πριν;». Όχι. Ούτε στο εκκλησάκι σταμάτησε. «Να θέλει να δει;». Ούτε εκεί σταμάτησε. Με πήγε... Πήγε μάλλον και εγώ ακολούθησα, ακριβώς στο προαύλιο -θα σου δείξω- στον μαντρότοιχο να δει από κοντά, αν μένει κανείς ακόμα εκεί μέσα. Ένας χώρος που ήταν οι συνθήκες κατά εμάς και σαφώς και είναι, δηλαδή, μία φοβερή αντίφαση... Για αυτόν τον άνθρωπο ήταν ο χώρος του πόσα χρόνια. Προφανώς είχε κάποιους ανθρώπους εκεί που ήτανε μαζί.
Είχε δεσμούς γενικά.
Μπράβο. Λοιπόν, πήγαμε, είδε ότι αυτό ήταν πραγματικά άδειο και τότε μετά γυρίσαμε κανονικά, όχι τρέχοντας. Ησύχασε -να το πω έτσι- και γυρίσαμε κανονικά στο περίπτερο. Για αυτό λέω σε μαμάδες που έχουν παιδιά με νοητική καθυστέρηση ή σε συναδέλφους, μπορεί να νομίζουμε ότι δεν καταλαβαίνει, αλλά τι είναι νοητική υστέρηση; Νοητική υστέρηση σημαίνει ότι δεν μπορεί ο άλλος να σου λύσει εξισώσεις, όχι ότι δεν καταλαβαίνει. Γιατί το ποιος τον αποδέχονταν τον […], ας πούμε, μπορούσε να το καταλάβει. Το ποιος δεν τον θέλει μπορεί να το καταλάβει οποιοσδήποτε όση νοητική υστέρηση και να έχει! Αυτό ήτανε μια από τις πολύ δυνατές εμπειρίες, ας πούμε. Άλλο δεν ξέρω. Τα είπα-
Και με τον τελευταίο; Νομίζω πάλι […] λεγόταν.
Ο […] ήταν μια περίεργη περίπτωση. Ήταν ένας άνθρωπος που μερικές φορές με έφτανε στα όριά μου, από την ομάδα μου, ας πούμε. Έτσι και έλεγε «Όχι», όχι! Δεν μπορούσα να τον καταφέρω πολλές φορές, δηλαδή. Είχε μια μανία έλεγα, όταν πήγα είχε μια μανία να κόβει μπλουζάκια. Φουξ θα ήτανε; Ειδικά στα φουξ! Δεν ξέρω γιατί το φουξ αυτό το έχω στο μυαλό μου. Έκοβε μπλουζάκια, τα βουτούσε στο πετρέλαιο. Πού το έβρισκε; Από την πετρελαιόσομπα; Από μπουριά που έτρεχαν; Δεν ξέρω τι. Έπαιζε μαζί τους. Έλεγα όταν πήγα ότι «Εγώ θα του το κόψω αυτό!». Δεν μπόρεσα. Και αυτός δεν είχε προφορικό λόγο. Μέσα στα πετρέλαια πήγαινε, χώνονταν, μέσα στα αυτά. Ήταν από την Κάσο, αν θυμάμαι καλά, και αυτός πολύ μικρός τον έδιωξαν οι γονείς από η οικογένεια. Τέλος πάντων.
Με τον […] αυτό που καταφέραμε, τέλος πάντων, είναι να πάμε μια φορά και να διαλέξει τα ρούχα του, να αγοράσουμε μαζί τα ρούχα του, ας πούμε. Να κάνουμε τέτοιου είδους έξοδο. Εντάξει στη θάλασσα -ξέρω γω- και τέτοια. Αλλά γενικώς είχε κάποιες να το πω εμμονές. Και αυτός με αυτισμό ουσιαστικά. Νοητική υστέρηση και αυτισμό. Κάποιες εμμονές που δεν -πώς το λένε;- δουλεύτηκαν; Εντάξει, δηλαδή και αυτό μας έλεγε ο διευθυντής μας, ο Γιάννης, ο επιστημονικός υπεύθυνος ο Λουκάς ότι είναι σημαντικό και το κοινωνικό, το μικροκοινωνικό, το μακροκοινωνικό, αλλά είναι σημαντικό και το προσωπικό στοιχείο του καθενός! Ο προσωπικός χώρος! Τα προσωπικά του αντικείμενα. Η δική του ντουλάπα, ας πούμε. Δηλαδή, σε εκείνη τη φάση της ανάπτυξης όλου αυτού, δίνονταν κονδύλια για τέτοιου είδους...
Τώρα μια ιστορία που την άκουσα πρόσφατα. Κάποιος από τους υπεύθυνους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ευαισθητοποιήθηκε και κινητοποιήθηκε τόσο πολύ και έγινε μετά το πρόγραμμα 815 και όλα αυτά, ήταν πατέρας παιδιών με αναπηρία. Βλέποντας αυτό με συγκλόνισε, γιατί δεν το είχα ξανακούσει για τους ανθρώπους με αναπηρία σε εκείνη τη φάση με αυτόν τον τρόπο. Έτσι, λοιπόν, είδε εκείνος ο άνθρωπος τα παιδιά του ας πούμε στη φωτογραφία και είπε ότι «Εδώ πρέπει να γίνει κάτι!».
Πρόσφατα… Πρόσφατα; Δηλαδή το ’14 και ’15 δούλεψα στην Εταιρεία Σπαστικών από όπου είχα ξεκινήσει ως ψυχολόγος της Εταιρείας και τότε ήτανε το ’15 το καλοκαίρι πήγα στη Λέρο για τα είκοσι πόσα χρόνια από την παρέμβαση και πήρα -αυτό ξέχασα να το φέρω- ένα λεύκωμα με τις φωτογραφίες από τότε. Είχανε οι κυρίες του Διοικητικού Συμβουλίου μαμάδες δηλαδή ουσιαστικά της Εταιρείας. Ήταν θυμάμαι Διοικητικό Συμβούλιο την ημέρα που επέστρεψα εγώ, γιατί επέστρεψα σε απογευματινή βάρδια και πάω με το λεύκωμα παραμάσχαλα και τις λέω αυτές κάτι… Δεν ξέρω, ήταν σε μια ένταση εκείνη την ώρα και τους δείχνω τις φωτογραφίες: «Αυτά να βλέπετε! Ότι είστε αξίες που τα παιδιά σας είναι εκτός ιδρυμάτων και ότι έχετε κάνει πάρα πολλή δουλειά!».
Και ότι έχουν ένα επίπεδο ζωής!
Μπράβο. Αυτά. Δεν ξέρω τι…
Έχω κι άλλες ερωτήσεις. Όσο μιλάτε μου γεννιούνται ερωτήσεις. Ήθελα να σας ρωτήσω…
Για πες τις απορίες σου.
Ήθελα να ρωτήσω εγώ ουσιαστικά… Είπατε ότι μένανε όλοι αυτοί μαζί σε έναν ενιαίο χώρο. Οι σχέσεις μεταξύ τους ποιες ήταν;
Ναι, μπορεί να δημιουργούνταν… Ήτανε οι σχέσεις που μπορεί να έχουμε οι άνθρωποι μεταξύ μας σε πρώτο επίπεδο, να το πω. Δηλαδή, υπήρχανε συμπάθειες, υπήρχανε αντιπάθειες μεταξύ τους. Υπήρχαν συμπάθειες με μέλη του προσωπικού -των μονίμων ειδικά-, αλλά υπήρχαν και αντιπάθειες. Δηλαδή, μπορεί ο τάδε μόνιμος -ας πούμε- να είχε τον αγαπημένο του τάδε και να τον φρόντιζε πιο πολύ, να τον περιποιόταν ή να φρόντιζε να έχει -ξέρω γω- περισσότερα κάποια πράγματα. Κάπως έτσι βγήκαν και οι λεγόμενοι «δύσκολοι ασθενείς», οι οποίοι δεν τα πήγαιναν καλά με το προσωπικό ίσως ή με τους άλλους. Ας πούμε, ο κύριος […] που δεν ήταν δικό μου πρόσωπο αναφοράς, αλλά επειδή κοιμόταν δίπλα στον κύριο […] στην άκρη μπροστά. Ήταν ένας άνθρωπος που διατηρούσε μεν την αυτονομία του, τάιζε τα πουλάκια του, δηλαδή ήθελε την καθαριότητά του, δεν ήθελε να τον πολύ-ενοχλείς και αυτά, αλλά αν κάποιος αισθανόταν ότι του διαρρηγνύει τον προσωπικό του χώρο –αυτόν τον νοητικό, ας πούμε, που είχε– μπορεί να τα έκανε Ανάστα ο κύριος!
Υπήρχε ο λεγόμενος -πώς να το πω τώρα;- το «οικονομικό αφεντικό». Αν διαβάσεις, δηλαδή, τον Γκόφμαν είναι ένα αυτό που λέει «Τα άσυλα» ο τίτλος του. Ήταν και μια εργασία την οποία ήθελα να κάνω σε μάθημα του Μπαϊρακτάρη, αλλά δεν είχα χρόνο σε εκείνη τη φάση να κάτσω να ασχοληθώ. Τέλος πάντων. Εν πάση περιπτώσει, δεν έκανα την εργασία τη βιβλιογραφική, αλλά έζησα αυτά που περιέγραφε με τη μαύρη εργασία. Υπήρχε ένας ο οποίος -να το πω ότι- ήταν το «αφεντικό»; Το «οικονομικό αφεντικό», δηλαδή είχε την σύνταξή του από πάντα, ήταν ανάπηρος και όσο προχωρούσε γινόταν ακόμη περισσότερο. Ήταν αυτός που μετέφερε ο […] ο δικός μου στην τραπεζαρία και πάλι πίσω. Δηλαδή, πλήρωνε, άμα χρειάζονταν, για να του κάνουν έξτρα δουλειές. Εκείνος είχε μανία με τις γάτες -τώρα που το θυμάμαι-, δηλαδή ήθελε να ταΐζει τις γάτες του, οι οποίες έμπαιναν βέβαια μέσα και γινόταν ο χαμός!
Φαντάζομαι.
Ο καθένας προσπαθούσε να επιβιώσει -ξέρω γω- με τον δικό του τρόπο. Τι να πω; Να βρει δηλαδή… Δημιουργούνταν έτσι μέσα στο περίπτερο σου λέω αντιπάθειες- συμπάθειες. Έτσι κι αλλιώς τα ζούσανε όλοι μαζί. Πώς είναι τώρα… Δεν ξέρω, αν έχεις πάει ποτέ κατασκήνωση, αλλά επί πόσα άτομα βάλε το αυτό και σε μόνιμη βάση.
Είπατε ουσιαστικά ότι εσείς αναπτύξατε συναισθηματικούς δεσμούς με αυτούς τους ανθρώπους. Αυτό συνέβαινε και με τους άλλους υπαλλήλους-εθελοντές;
Ναι, συνέβαινε πάρα πολύ. Δηλαδή, έβλεπες, ρε παιδί μου, υπήρχαν και συμπάθειες και ιδιαίτερες σχέσεις και με συγκεκριμένους... Φαντάζομαι πώς βλέπανε εμένα με τον κύριο […] πιο συχνά, ας πούμε έτσι και εγώ έβλεπα την τάδε πιο συχνά με τον τάδε. Σου έλεγα, νομίζω, πριν ότι έβλεπες δουλειά που γινότανε επί ένα χρόνο να γκρεμίζεται μέσα σε μια μέρα, όταν έφευγε το πρόσωπο αναφοράς που είχανε αναπτύξει ιδιαίτερο συναισθηματικό δεσμό. Και πολλές φορές, γιατί γινόταν αυτή η μεγάλη τόσο διάφορα; Πέρα από το ότι τους έδινες τα βασικά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και τους αναγνώριζες ως ισότιμους ανθρώπους, ήτανε και το συναισθηματικό δέσιμο που έδινε ένα κίνητρο επιπλέον στον άνθρωπο να ξεπεράσει τη μιζέρια, ας πούμε, που ζει και να βγει λίγο και να κάνει κάποια βήματα παραπάνω! Ναι, υπήρχε σε πάρα πολλούς...
Υπήρχαν, βέβαια, και αυτοί που δεν άντεξαν πολύ καιρό. Εγώ θεωρώ ότι ήμουνα μέσα σε αυτούς μεν. Θα ήμουνα… Έτσι πίστευα, αλλά, όπως είπαμε, δεν έγινε κάτι τέτοιο. Δηλαδή, άντεξα αρκετό καιρό. Βέβαια, όταν έφυγα, σκεφτόμουνα: «Τι θα γίνει; Θα πάω στη Γερμανία, ας πούμε, να κάνω το πτυχίο ψυχολόγου; Γιατί φαίνεται ότι δεν βλέπουμε εξέλιξη. Δεν γυρνάνε αυτοί οι άνθρωποι». Στο είπα και πριν αυτό ότι δεν γίνονται επανενώσεις με οικογένειες. Δεν κινείται κάτι, ας πούμε, πέρα από τέτοιου τύπου ιδρύματα και βέβαια όλοι μιλάνε για μια «Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση» που δεν έγινε ποτέ!
Να σας ρωτήσω και κάτι άλλο. Η αντιμετώπιση της κοινωνίας του νησιού απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους ποια ήταν και γενικά και απέναντι στο Ψυχιατρείο, το Κρατικό Θεραπευτήριο, όπως λεγόταν τότε;
Ναι, αυτά ήταν πολύ δύσκολα! Υπήρχαν έντονες -πώς το λένε;- αντιδράσεις και ένα δύσκολο ζήτημα γενικώς και για την κοινωνία το νησιού. Από τη μια, υπήρχε κάποια δουλειά και το νησί ζούσε από το Ψυχιατρείο. Οπότε, υπήρχε οικονομικό όφελος, από τη μια. Από την άλλη, ίσως να είχανε μάθει ότι αυτό είναι ένα κλειστό πράγμα και όταν άρχισαν να βγαίνουνε οι πρώτοι άνθρωποι, οι πρώτοι ασθενείς λεγόμενοι, από το Ψυχιατρείο για βόλτα στο νησί, υπήρχαν αντιδράσεις! Υπήρχανε σφοδρές αντιδράσεις που δεν τις έζησα τόσο εγώ προσωπικά, γιατί εγώ όταν πήγα το ’92 ήδη υπήρχαν κάποια χρόνια που είχανε αρχίσει και κινούνταν τα πράγματα. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι υπήρχαν μαγαζιά που ξέραμε –την έκφραση όπως τη λέγαμε– ότι «Δεν δέχονται ασθενείς». Υπήρχαν τα μαγαζιά που οι άνθρωποι -ξέρω γω- έλεγαν ότι «Όχι, εμείς θα δεχόμαστε». Υπήρχαν τέτοιου είδους πάρα πολλά…
Θυμάμαι όταν είχα πάει και ήμουνα εθελόντρια στο δεκαέξι, ένα πρωί μάλωνε μια ντόπια του προγράμματος επανένταξης με μια ντόπια του μόνιμου προσωπικού, γιατί λέει άγγιξε τώρα ή έβαλε καφέ στο -πώς το λένε;- έπιασε το μπρίκι του καφέ ο ασθενής! Και έλεγε -φώναζε θυμάμαι- ότι «Σιχαίνομαι που τον έπιασε εκείνος». Τέλος πάντων, να της λέει ότι «Εγώ και από εσένα θα σιχαινόμουνα». Γιατί «Όχι, να μην αγγίξει», «Όχι, να μην ακουμπήσει». Βέβαια, θα μου πεις, όταν οι συνθήκες υγιεινής είναι τέτοιες; Αυτό που λέω ότι ακόμα με στοιχειώνει η ενοχή ότι μπαίνω το πρωί στο περίπτερο και είναι γεμάτο σκατά στο πάτωμα και σιχαίνομαι να πάω να πιάσω τον άνθρωπο, ας πούμε! Είναι… Τι να πω; Από τη μία σιχαινόμαστε, ας πούμε, και κακώς, από την άλλη πρέπει να είναι οι συνθήκες υγιεινής... Δεν ξέρω. Σου λέω, είναι κάτι αντιφατικό ακόμη και τώρα.
Ένα άλλο επεισόδιο έτσι που με είχε στεναχωρήσει μεν ήταν, όταν χωρίζαμε το τμήμα στα δύο. Ξέρεις, ήτανε οι άνθρωποι που είχαμε τις συμπάθειές μας, είχαμε και τους ανθρώπους που συμπαθούσαμε περισσότερο. Θυμάμαι κάποια στιγμή προσπαθούσαμε να χωρίσουμε… Ξέρεις, να είναι κάπως ισομερείς κατανεμημένοι οι άνθρωποι με τέτοιο τρόπο που ούτε το ένα να γίνεται πολύ δύσκολο στη φροντίδα των ανθρώπων. Να είναι κάπως, ρε παιδί μου, ευχάριστη ατμόσφαιρα και στα δύο. Ειπώθηκε ότι εκείνο που άγχωνε πολύ ήτανε οι άνθρωποι που είχανε ηπατίτιδα. Ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι; Ναι, δηλαδή είχε ο τάδε και ο τάδε, ο οποίος «Πρέπει να κάνει το εμβόλιο» -δεν ξέρω τι-. Αυτά ήταν νοσοκομειακά πράγματα, αλλά υπήρχε και το στίγμα! Αυτό το ότι «Δεν θέλω να με ακουμπήσει, γιατί φοβάμαι μην τυχόν και άμα με ακουμπήσει, θα πάθω ηπατίτιδα».
Είχανε πει, ας πούμε, το μόνιμο προσωπικό κάποια στιγμή: «Μη βάζετε τέσσερις από δω και έναν από εκεί ή κανέναν από εδώ, γιατί υπάρχει αυτό». Σε εκείνη τη φάση θεώρησα ότι από τη μία μόνο ξέροντας το στίγμα που υπάρχει να μη δημιουργηθεί ένα τμήμα που θα έχει πάλι περισσότερο στίγμα, ας πούμε. Βέβαια, βγήκε μια συνάδελφος από το πρόγραμμα και είπε ότι «Ρε παιδιά, και τι σημαίνει, ας πούμε, αν έχει ο άλλος ηπατίτιδα και τέτοιο;». Εν πάση περιπτώσει, μια άλλη συνάδελφος που ήταν υπεύθυνη στο διπλανό τμήμα άρχισε να λέει: «Και τι είσαι εσύ; Δεν είπες κάτι» και δεν αυτό και ιστορίες και λοιπά. Αλλά εκ του αποτελέσματος πάλι, δηλαδή πήγαινε να δημιουργηθεί μία τέτοια κατάσταση. Από δω, ας πούμε, το High, από δω και λοιπά.
Η άλλη σύγκρουση, όταν θα χωρίζαμε είπα: «Ρε παιδιά, καλύτερα στο δικό μας να μην είναι ενιαία η κουζίνα με το σαλόνι, να είναι ένας χώρος που μπορεί να εκεί θα είναι το φαγητό και εδώ θα καθόμαστε και λοιπά μετά όλοι μαζί και με το προσωπικό και οι ασθενείς και λοιπά». Και έγινε έτσι. Πάω ένα πρωί, αφού έγινε το καινούργιο τμήμα που χωρίστηκαν και τους είχαν κλειδώσει μέσα στην κουζίνα το μόνιμο προσωπικό, οι υπεύθυνοι. Δηλαδή, χωρίς να το σκεφτώ δημιουργήθηκε ένας χώρος εκεί που κλειδώθηκε. Με ποια λογική θα μου πεις; Ότι «Καθίστε εκεί μέσα τώρα μια χαρά και εμείς κάνουμε εδώ πέρα…». Άσε που εκεί μπορώ να πω ότι γνώρισα το χειρότερο δημόσιο υπάλληλο, ας πούμε. Ένα απόγευμα τους βρήκα τους είχε κλειδωμένους έξω από το περίπτερο και αυτός είχε φύγει από τη βάρδια, από τη δουλειά του.
Τέλος πάντων, λέγαμε για τις αντιδράσεις πριν. Ήταν πολλές. Ειδικά στην αρχή. Όσο, όμως, ο κόσμος έβλεπε ότι «Τι γίνεται εδώ;» και χρήματα έρχονται στο νησί και επιπλέον από αυτό και ότι… Εγώ, δηλαδή, έζησα σε εκείνη τη φάση που όλο και περισσότερος κόσμος είχε αποδεχθεί. Αφού μέσα στις φωτογραφίες εδώ, έχω μια φωτογραφία νομίζω από το πάρτι των εγκαινίων του διαμερίσματος στο Κριθώνι που έγινε. Ναι, σου λέω και τότε ακόμα υπήρχαν τα μέρη που δεν δέχονταν ασθενείς. Λίγα ήταν βέβαια σε εκείνη τη φάση, αν θυμάμαι καλά, γιατί πλέον στα περισσότερα μας δεχόντουσαν. Ξέρεις μαζί με τους ασθενείς το στίγμα το παίρνει… Όπως γίνεται πιστεύω και στους ανθρώπους που έχουνε σχέσεις με την αναπηρία. Δηλαδή, δουλεύοντας κιόλας και στα ειδικά σχολεία στην ειδική αγωγή πολλές φορές παίρνεις ένα στίγμα ή έχοντας ανθρώπους με… Δεν ξέρω, εγώ το ζω κάπως έτσι πολλές φορές. Για πες.
Πλέον το κτήριο αυτό λειτουργεί;
Δεν ήταν ένα κτήριο. Ήταν πολλά κτήρια.
Ναι, τα κτήρια. Ναι.
Λοιπόν, το τραγικό της υπόθεσης είναι ότι η Λέρος ήταν ένα νησί που πέρα από τους ναυτικούς Ιταλούς που είχε… Άσ’ το αυτό το κομμάτι. Ήτανε στρατιωτικό… Είχε ταυτόχρονα ήδη το ’58 που ιδρύθηκε… Δεν ξέρω, αν ήταν πριν δηλαδή κιόλας το ’58 θα σε γελάσω αυτό δεν το θυμάμαι ακριβώς… Εν πάση περιπτώσει, η Λέρος στάθηκε ένα από τα νησιά της -πώς το λέμε;- πώς ήταν η Μακρόνησος;
Για την εξορία;
Ήταν ένα νησί εξορίας. Ο Ρίτσος πολλά από τα ποιήματά του τα έχει γράψει στο Παρθένι και το οποίο το αναφέρει κιόλας. Το Παρθένι είναι ένα άλλο χωριό που είναι και το αεροδρόμιο του νησιού εκεί. Ήταν χώρος εξορίας πολιτικών κρατουμένων, έγινε μετά για τροφίμους ψυχιατρείου. Εγώ σου είπα ότι έζησα στην ακμή, ας πούμε, του 815. Το 2015, όμως, έγινε από τον Λουκά ένα κάλεσμα και μια γιορτή μνήμης, ας πούμε, για τα είκοσι πέντε χρόνια της παρέμβασης; Ήταν το ’15, δηλαδή το ’90… Κάπου εκεί. Όταν πήγαμε πλέον εκτός από αυτούς που ήδη είχαν φύγει στην αρχή -είπαμε τους τροφίμους και είχαν φύγει σε δομές σε όλη την Ελλάδα-, πλέον είχε συρρικνωθεί απίστευτα το Ψυχιατρείο, γιατί απλά οι άνθρωποι είχαν γεράσει και είχαν πεθάνει! Υπήρχε το ’15, όταν πήγα, μια έτσι κλινική οξέων και μάλιστα υπήρχε και μια κινητή μονάδα οξέων ανά τα Δωδεκάνησα που ήταν έτσι πολύ ενεργή από αυτά που μάθαινα, αλλά τα περισσότερα κτήρια του ψυχιατρείου είχανε κλείσει. Ήταν λίγες οι δομές που...
Το ’15, λοιπόν, στο κάλεσμα του Λουκά μαζεύτηκε εκεί πολύς κόσμος. Μια από αυτούς ήμουν και εγώ, γιατί έτυχε να δω από νωρίς την πρόσκληση και στο Facebook, ας πούμε. Οπότε είχα καιρό να το προετοιμάσω. Πήγα και εγώ μαζί τους και έγινε μια μεγάλη εκδήλωση και μια ξενάγηση ας πούμε στους χώρους που τυχόν δουλέψαμε και εμείς. Είχαν έρθει μέλη από όλη την Ευρώπη και άνθρωποι που είχαν περάσει όλα αυτά τα χρόνια με κάποιον τρόπο ας πούμε στο νησί. Μαζευτήκαμε, λοιπόν, ένα τσούρμο το πρωί του Σαββάτου -αν θυμάμαι καλά- να μας ξεναγήσει ο Λουκάς στα διάφορα μέρη στα Λέπιδα, όπου είχαμε λάβει και εμείς μέρος σε διάφορες δράσεις.
Μέσα σε αυτούς ήταν και μέλη της ιταλικής ομάδας, η Carlotta [Δ.Α.], η ψυχίατρος που την είχα γνωρίσει εγώ τότε ως εθελόντρια, ας πούμε. Είχα πάει σε μία πολύ έντονη συζήτηση που είχε γίνει στο κλείσιμο κάποιου τμήματος του ενδεκάτου και υπήρξε μια διαφωνία Ιταλών και Ολλανδών –ιταλικής και ολλανδικής ομάδας– προφανώς για τους ανθρώπους του ο καθένας προσπαθούσε, δεν ξέρω τι. Η΄ διαφωνία ιδεολογική, τέλος πάντων, που δεν μπορούσα να καταλάβω και πολλά πράγματα, γιατί και ολόκληρη τη συζήτηση δεν την είχα παρακολουθήσει και δεν ήμουν και εγώ εκεί. Εν πάση περιπτώσει, μετά από τα τόσα χρόνια και αφού η κυρία [Δ.Α.] ήρθε κι αυτή να δει και να ζήσει πάλι αυτό το κάλεσμα από την Ιταλία, από την Τεργέστη νομίζω. Εκεί είχε δουλέψει χρόνια με τον [Δ.Α.].
Βλέποντας, λοιπόν, στα λεπίδα έναν άδειο χώρο χωρίς ανθρώπους και λοιπά… Ήτανε και μάλιστα και ένας Υφυπουργός Υγείας τότε -δεν θυμάμαι πώς τον λέγανε- και λέγανε: «Ο υπουργός», ξέρω γω. Ο υπουργός και από δω και από κει. Σε αυτήν την ξενάγηση, λοιπόν, και βλέποντας τους άδειους χώρους, κάνει κάποια στιγμή η κυρία Carlotta: «Ευτυχώς, παιδιά, που στην Ελλάδα υπάρχει αυτή η οικονομική κρίση και δεν έχουν λεφτά να φτιάξουν αυτά τα κτήρια, τα τόσο ωραία κατά τα άλλα, γιατί θα βλέπαμε εδώ μέσα πρόσφυγες!». Εν τω μεταξύ, κοιτιόμαστε όλοι σε εκείνη τη φάση που το λέει και λέμε: «Παναγία μου! Τι θα γινόταν;». Πόσο δίκιο είχε, ας πούμε, ότι πλέον μετά τους ψυχιατρικούς, νοητικά καθυστερημένους και αυτά, σειρά ποιοι θα έχουνε; Οι πρόσφυγες!
Φεύγουμε, λοιπόν, από αυτήν τη συνάντηση και τι μαθαίνουμε τους επόμενους μήνες; Ότι η Λέρος βρήκε τρόπο να φιλοξενήσει πρόσφυγες! Αυτό το κομμάτι δεν το έχω ζήσει. Το ’15 που πήγα εγώ βλέπαμε μέσα στην αστυνομία στην Αγία Μαρίνα, γιατί περνάει ο δρόμος απέξω από το κτήριο, κυρίες με μπούρκες και τέτοια, με πολύχρωμα ρούχα και αυτά, με οικογένειες και παιδιά. Ήταν τότε οι Σύριοι που έρχονταν πρώτοι. Στα μαγαζιά στη Λέρο το ’15 ο κατάλογος είχε από τη μια στήλη ελληνικά και από την άλλη τουρκικά. Από απέναντι, γιατί είναι πολύ κοντά –δηλαδή εγώ από το σπίτι μου στο Παντέλι έβλεπα τα φώτα το βράδυ– έρχονταν οι Τούρκοι τουρίστες με τα ταξί.
Ναι, τα κτήρια, είπαμε, ότι τα τελευταία χρόνια έχει συρρικνωθεί κατά πάρα πολύ το Ψυχιατρείο από ό,τι μαθαίνω. Ήδη το 2015 ήταν πολύ λίγοι ασθενείς και μετά βέβαια, όταν φύγαμε από το ’15 και μετά έγινε ο χώρος φύλαξης ουσιαστικά προσφύγων. Κλειστή δομή. Αυτό το τραγικό...
Και μια τελευταία ερώτηση έτσι για το κλείσιμο. Η εμπειρία που είχατε γενικά στο Κρατικό Θεραπευτήριο της Λέρου σας επηρέασε έντονα σε επαγγελματικό αλλά και σε προσωπικό επίπεδο; Είπατε προηγουμένως ουσιαστικά για αυτούς τους εφιάλτες που βλέπατε.
Και βλέπω ακόμα…
Και βλέπετε, ναι!
Νομίζω ότι με επηρέασε πάρα πολύ! Κατ’αρχάς, πέρα από τις πολύ δυνατές εμπειρίες που έζησα με τους ανθρώπους, τα πρόσωπα αναφοράς μου, αλλά και με τις προσωπικές σχέσεις που ανέπτυξα και με συναδέλφους, με επηρέασε πάρα πολύ στην προσωπική μου ζωή. Ακόμη κρατάω φιλικές σχέσεις. Με επηρέασε πάρα πολύ και στις επιλογές μου και στη ζωή μου. Ήτανε εμπειρία όχι μιας ζωής, πολλών ζωών να το πω! Τώρα, σε επαγγελματικό επίπεδο, επίσης, με επηρέασε θεωρώ πάρα πολύ! Όλη αυτή η αντίφαση που ζούσα εκεί πέρα, η σύγκρουση, ήρθε να τη γλυκάνει, ας πούμε, η εμπειρία που είχα με τη δουλειά μέσα σε σχολεία. Όταν πήρα το πτυχίο μου σαν ψυχολόγος το 2005 και την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος μια φίλη και συμφοιτήτρια από την πρακτική στο 4ο ειδικό που ήταν ο Παντελής Μπιτζαράκης ψυχολόγος και είναι μεγάλος δάσκαλος, επίσης μου είπε για μια αγγελία που είχε δει για τη Σταυρούπολη. Έκανα τα χαρτιά μου. Εκεί ζητούσαν προϋπηρεσία σε χώρους αναπηρίας σε ευρωπαϊκά προγράμματα και διάφορες τέτοιες εμπειρίες. Εγώ ένα από τα τεκμήρια, ας πούμε, που είχα να παρουσιάσω τότε σαν υποψήφια στη συγκεκριμένη θέση ήτανε και την προϋπηρεσία μου στο Ψυχιατρείο της Λέρου που ήτανε μέσα από ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Οπότε βρέθηκα με πολλά από τα κριτήρια που έθεταν, με πάρα πολλά… Τέτοιες εμπειρίες και τότε μοριοδοτούνταν και ηλικία άνω των τριάντα πέντε που εγώ μόλις είχα περάσει τα τριάντα πέντε και το να είσαι μητέρα παιδιών που ήδη είχα δύο παιδιά και εκεί τα παιδιά, ας πούμε, πρώτη φορά σαν κριτήρια, δηλαδή, με βοήθησαν.
Οπότε, πηγαίνοντας να δουλέψω σε σχολεία του δήμου Σταυρούπολης, γιατί στην αρχή νόμιζα ότι ζητούσανε ψυχολόγο στο ψυχιατρείο της Σταυρούπολης, ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Πρωτόγνωρο; Πάντα μου άρεσε το σχολείο πάρα πολύ από μικρή και σαν μαθήτρια. Πηγαίνοντας, λοιπόν, στα σχολεία να δουλέψω μέσα από τον Δήμο Σταυρούπολης και δουλεύοντας και με παιδιά που ήταν στα τμήματα τότε ένταξης –που επίσης ήταν ένα σχετικά νέος θεσμός τα τμήματα ένταξης το 2006 στην Ελλάδα– έβλεπα παιδιά με παρόμοιες δυσκολίες με αυτές που είχαν οι άνθρωποι που είχα δουλέψει στο ψυχιατρείο της Λέρου και έλεγα ότι κάτι έχει γίνει, ας πούμε. Κάποτε αυτά τα παιδιά θα τα έδιωχναν οι γονείς τους στα ιδρύματα και με τους γιατρούς ξέρω γω και λοιπά και τώρα τα βρίσκω στα σχολεία με τις οικογένειές τους.
Οπότε, έβλεπα το πόσο εύκολη μου φαινόταν η δουλειά στα σχολεία, γιατί είχα και τους εκπαιδευτικούς σαν μέλη ομάδας, ας πούμε, και όταν ερχόταν οι γονείς, που ερχόταν πολύ συχνά, κατά κύριο λόγο. Λίγες φορές ήτανε να τους καλούσαμε και δεν ερχόντουσαν, γιατί μιλάμε για δυτική Θεσσαλονίκη, οπότε οι γονείς παρ’ όλες τις δυσκολίες τις οικονομικές και όλα αυτά θέλανε να έρθουν να συμβουλευτούν ειδικούς ψυχικής υγείας, παρόλο το στίγμα που πάλι υπήρχε ότι «Αχ ποιος είναι αυτός που πάει στον ψυχολόγο; Ο τρελός. Ο χαζός», ξέρω γω και τέτοια. Έβλεπα, λοιπόν, ότι η δουλειά γινόταν πάρα πολύ εύκολη. Εκεί που πάσχιζα σαν άτομο -ως μέλος βέβαια μιας ομάδας- του προγράμματος στη Λέρο και πάσχιζε ένα άτομο μόνο του ας πούμε συν ένα-δύο χωρίς οικογένεια, έβλεπα ότι στα σχολεία με την οικογένεια από πίσω, που όταν ήθελε η οικογένεια να κάνει αλλαγές γινόταν θαύματα, τα οποία θαύματα κρατούσαν! Όχι όπως στη Λέρο, σε εκείνη την εμπειρία στην ιδρυματική που έφευγε ο άνθρωπος και δεν κρατούσαν τα θαύματα! Αυτό. Και το λέω πολλές φορές και στους συναδέλφους και στους εκπαιδευτικούς και στους γονείς ότι «Αξιοποιήστε μας, γιατί όλοι μαζί και εμείς από τη μεριά μας μια τρίτη ειδικότητα μπορούμε να προσφέρουμε και να βιώσουμε όλοι μαζί έτσι φοβερές αλλαγές».
Πολύ ωραία. Κυρία Αθανασία, ευχαριστώ πάρα πολύ για αυτήν τη συνέντευξη!
Αχ παρακαλώ. Να είσαι καλά. Ό,τι καλύτερο!
Ελπίζω να μη σας κούρασα πολύ.
Μακάρι να είναι χρήσιμη -δεν ξέρω- με διάφορους τρόπους αυτή η συνάντησή μας. Και εγώ ευχαριστώ πάρα πολύ. Ήσουνα πάρα πολύ καλή και εσύ. Πολύ γρήγορη και κατευθείαν τα έπιανες τα θέματα. Να ’σαι καλά. Ευχαριστώ.
Ευχαριστώ. Το κλείνω.
Φωτογραφίες

Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρ ...
Το 11ο περίπτερο του Κρατικού Θεραπευτηρίο ...

Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρ ...
Φωτογραφία από την εκδήλωση του Γιάννη Λου ...

Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρ ...
Φωτογραφία από την εκδήλωση του Γιάννη Λου ...

Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρ ...
Ο προαύλιος χώρος του 8ου περιπτέρου. Φωτο ...

Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρ ...
Κτήρια του ΚΘΛ. Φωτογραφία που τραβήχτηκε ...
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Περιεχόμενο διαθέσιμο για ενήλικους
Περίληψη
Η Αθανασία Τιβικέλη γεννήθηκε στις 15 Ιουλίου του 1970 στο Αμβούργο της Γερμανίας, αλλά μεγάλωσε στη Μηλέα Ελασσόνας. Το 1993 αποφοίτησε από το τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έκτοτε εργάστηκε ως ψυχολόγος σε διάφορους φορείς και σχολεία. Στη συνέντευξή της εστιάζει στο χρονικό διάστημα που έζησε στο νησί της Λέρου, δουλεύοντας για το «Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρου». Πιο συγκεκριμένα, εξιστορεί την κατάσταση που αντίκρυσε εκεί πηγαίνοντας για πρώτη φορά ως εθελόντρια το 1992, ενώ μοιράζεται τις εντυπώσεις της για αυτές τις πρώτες εικόνες του ψυχιατρείου, συγκρίνοντάς τες με όσα είχε ακούσει ή διαβάσει προηγουμένως. Στη συνέχεια, μας περιγράφει τις άσχημες συνθήκες διαβίωσης των τροφίμων, αλλά και τις προσπάθειες του μόνιμου και έκτακτου προσωπικού -στο οποίο ανήκε και η ίδια από το 1994- για να βελτιωθεί η όλη κατάσταση. Μέσα από την αφήγησή της μπορούμε να αντλήσουμε σημαντικά στοιχεία για τις σχέσεις μεταξύ τροφίμων, τις σχέσεις ανάμεσα σε τρόφιμους και μόνιμο ή έκτακτο προσωπικό, αλλά και τις αμοιβαίες σχέσεις του προσωπικού. Η αφήγηση ολοκληρώνεται με έναν σύντομο σχολιασμό της τωρινής λειτουργίας των κτηρίων του Κρατικού Θεραπευτηρίου Λέρου.
Αφηγητές/τριες
Αθανασία Τιβικέλη
Ερευνητές/τριες
Ραφαέλα Νίκα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
24/07/2022
Διάρκεια
143'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Περιεχόμενο διαθέσιμο για ενήλικους
Περίληψη
Η Αθανασία Τιβικέλη γεννήθηκε στις 15 Ιουλίου του 1970 στο Αμβούργο της Γερμανίας, αλλά μεγάλωσε στη Μηλέα Ελασσόνας. Το 1993 αποφοίτησε από το τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έκτοτε εργάστηκε ως ψυχολόγος σε διάφορους φορείς και σχολεία. Στη συνέντευξή της εστιάζει στο χρονικό διάστημα που έζησε στο νησί της Λέρου, δουλεύοντας για το «Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρου». Πιο συγκεκριμένα, εξιστορεί την κατάσταση που αντίκρυσε εκεί πηγαίνοντας για πρώτη φορά ως εθελόντρια το 1992, ενώ μοιράζεται τις εντυπώσεις της για αυτές τις πρώτες εικόνες του ψυχιατρείου, συγκρίνοντάς τες με όσα είχε ακούσει ή διαβάσει προηγουμένως. Στη συνέχεια, μας περιγράφει τις άσχημες συνθήκες διαβίωσης των τροφίμων, αλλά και τις προσπάθειες του μόνιμου και έκτακτου προσωπικού -στο οποίο ανήκε και η ίδια από το 1994- για να βελτιωθεί η όλη κατάσταση. Μέσα από την αφήγησή της μπορούμε να αντλήσουμε σημαντικά στοιχεία για τις σχέσεις μεταξύ τροφίμων, τις σχέσεις ανάμεσα σε τρόφιμους και μόνιμο ή έκτακτο προσωπικό, αλλά και τις αμοιβαίες σχέσεις του προσωπικού. Η αφήγηση ολοκληρώνεται με έναν σύντομο σχολιασμό της τωρινής λειτουργίας των κτηρίων του Κρατικού Θεραπευτηρίου Λέρου.
Αφηγητές/τριες
Αθανασία Τιβικέλη
Ερευνητές/τριες
Ραφαέλα Νίκα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
24/07/2022
Διάρκεια
143'