© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Η εμπειρία από τη θητεία ως πρόεδρος στο Ραδιοταξί «Λευκός Πύργος» της Θεσσαλονίκης
Κωδικός Ιστορίας
22715
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Δήμος Καραδήμος (Δ.Κ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
17/07/2022
Ερευνητής/τρια
Χριστίνα Καραδήμου (Χ.Κ.)
[00:00:00]Είναι Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2022, είμαι με τον Δήμο Καραδήμο, βρισκόμαστε στη Θεσσαλονίκη, εγώ ονομάζομαι Χριστίνα Καραδήμου, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Θείο, καλησπέρα.
Γεια σου, κορίτσι μου.
Θα ήθελες να μας πεις, αρχικά, λίγα λόγια για εσένα;
Για μένα, γεννήθηκα πριν αμνημονεύτων ετών το 1959, σε ένα χωριό του Κιλκίς έξω από τη Θεσσαλονίκη, βέβαια, είναι και πέρασα εκεί τα πρώτα 12 χρόνια της ζωής μου, και μετά ήρθα Θεσσαλονίκη, για να πάω γυμνάσιο και όλα τα υπόλοιπα.
Από το χωριό στην πόλη πώς σου φάνηκε η μετάβαση;
Δεν είχα... Ερχόμουν στην πόλη κάθε καλοκαίρι κι έτσι είχα μία εικόνα πώς είναι η πόλη και δεν, εντάξει δεν δυσκολεύτηκα καθόλου. Εξάλλου, τότε άρχισα να πηγαίνω γυμνάσιο και η δουλειά μας ήτανε γυμνάσιο, φροντιστήριο, ξένη γλώσσα και σπίτι. Και λίγο-λίγο το Σαββατοκύριακο παίξιμο με τις παρέες που ήδη γνώριζα από τα προηγούμενα χρόνια στη γειτονιά.
Μου είχες πει, όμως, ότι έφυγες και για σπουδές έτσι;
Ναι. Αφού τελειώνοντας το γυμνάσιο και το λύκειο, μάλλον γυμνάσιο εξατάξιο ήταν τότε, τελευταία χρονιά νομίζω έγινε λύκειο; Έφυγα απ’ τη Θεσσαλονίκη γιατί πέρασα στα ΤΕΙ της Καβάλας σαν ηλεκτρολόγος. Εκεί πέρασα 3 χρόνια ζωή χαρισάμενη, τα καλύτερα χρόνια της ζωής βέβαια, παρακολουθώντας τη σχολή ανελλιπώς. Αλλά, επειδή άρχισα μετά να δουλεύω, ερχόμουν τα Σαββατοκύριακα και δούλευα τα καλά χρόνια του ταξί, το ταξί που υπήρχε στην οικογένεια, μάζευα αρκετά χρήματα και πήγαινα στην Καβάλα. Και περνούσα καλά με τον τότε φίλο μου και μετέπειτα κουμπάρο μου, ο οποίος ήτανε από μια οικογένεια που ήταν πάρα πολύ ευκατάστατοι και ήταν ο μόνος σε 1.200 άτομα που είχε τότε αυτοκίνητο, ένα Autobianchi, για όσους θυμούνται. Αυτά όσον αφορά τη σχολή.
Στο ταξί εσύ πότε ανέβηκες πρώτη φορά;
Στο ταξί ανέβηκα πρώτη φορά το 1979; Ναι, τον Οκτώβριο, που ερχόμουν από τη σχολή, δούλευα και ερασιτεχνικά, βέβαια, δούλευα. Δεν δούλευα σε καθημερινή βάση, μόνο το καλοκαίρια και τα Σαββατοκύριακα. Και βέβαια, φαντάρος πάλι δούλευα, γιατί ήμουν Θεσσαλονίκη, εκτός από τους 5 μήνες στην Πάτρα. Τους άλλους ήμουν εδώ Θεσσαλονίκη κι έβγαινα σχεδόν, σχεδόν κάθε μέρα έξω. Η υπηρεσία πήγαινε πολύ καλά, αλλά και τις ημέρες που είχα υπηρεσία έπαιρνα υπηρεσιακό κι έβγαινα έξω. Yπηρεσιακό έπαιρνα, γιατί είχα γραφτεί σε μια σχολή, αφού είχα τελειώσει των ηλεκτρολόγων, μετά γράφτηκα ηλεκτρονικών και έπαιρνα υπηρεσιακό να παρακολουθώ τα μαθήματα στα ΤΕΙ των ηλεκτρονικών, της σχολής ηλεκτρονικών. Και αφού τελείωνα εκεί την παρακολούθηση τις πρώτες ώρες τις απογευματινές, μετά δούλευα ταξί και πήγαινα το πρωί μέσα στο στρατόπεδο. Αυτά, το 1979 τον Οκτώβριο ανέβηκα.
Θυμάσαι πώς ήτανε οι πρώτες και η πρώτη κούρσα που έκανες;
Ναι, βέβαια! Βέβαια, πριν ανέβω στο ταξί δεν υπήρχαν σήμερα τα συστήματα αυτά, το Google να βρίσκεις εύκολα τους δρόμους. Υπήρχαν μόνο οι οδηγοί πόλης τότε και οι χάρτες. Εγώ πριν ανέβω στο ταξί, παρόλο όταν ήμουν εδώ στο γυμνάσιο ε, γνώριζα βέβαια την γειτονιά, την περιοχή μου και το κέντρο της πόλης. Και μάλιστα το κέντρο το, δεν ξέρω σαν να κάτι μου ‘λεγε να μάθω τους δρόμους. Γιατί η παρέα μου, αν τον έλεγες Μητροπόλεως και Αγίας Σοφίας ραντεβού, δεν ήξερε πού είναι, δεν γνώριζε που ήτανε, ενώ αν τον έλεγες ξέρω ‘γώ στο τάδε μαγαζί, τότε καταλάβαινε που θα πήγαινε. Εγώ όμως μάθαινα τους δρόμους από τότε. Γνώριζα το κέντρο και την περιοχή της Αρετσούς, που πηγαίναμε συχνά τα χρόνια εκείνα. Την άλλη πόλη δεν τη γνώρισα, αλλά κάθισα πριν ανέβω στο ταξί και διάβασα. Είδα τους χάρτες, πώς είναι η πόλη, πώς τους κεντρικούς δρόμους της Τούμπας, ξέρω ‘γω, της Σταυρούπολης ή της Καλαμαριάς, είχα μια εικόνα από το χάρτη. Και με έμαθε να δουλεύω πάρα πολύ καλά το να χειρίζομαι τον οδηγό πόλης. Αλλά ήμουν από αυτούς που ρωτούσα, όταν δεν γνώριζα, για να μην εκτεθώ στον πελάτη, τον ρωτούσα αν γνώριζε. Αν δεν γνώριζε, τότε με τον οδηγό πόλης κατευθυνόμουν και τον πήγαινα όπως έπρεπε να τον πάω.
Και η πρώτη σου κούρσα; Τη θυμάσαι;
Βέβαια! Πρώτη κούρσα ήταν, βγήκα απ’ τη γειτονιά, έκανα κάπου στο 1,5 χιλιόμετρο και με ξαναγύρισε πάλι στη γειτονιά που τη γνώριζα πολύ καλά! Λοιπόν, εκεί έσπασε ο πρώτος ο πάγος. Ε, από κει και πέρα ύστερα, εντάξει, ρωτούσα, έκανα και όπως προείπα με τον οδηγό πόλης.
Μου έχεις πει, όμως, ότι γράφτηκες κι από νωρίς στο σωματείο, έτσι;
Στο ραδιοταξί, ναι. Στο ραδιοταξί γράφτηκα ναι, γράφτηκα έγκαιρα, γιατί ήτανε άλλοι συνάδελφοι που καταγόμασταν από το ίδιο χωριό... Σημειωτέον να σας πω ότι το χωριό μου ίσως είναι φαινόμενο στην Ελλάδα. Παρόλο που δεν έχει πολύ πληθυσμό, την εποχή εκείνη, ναι, την εποχή εκείνη, τη δεκαετία του ‘90 δηλαδή, αριθμούσε 75 ταξί μέσα στη Θεσσαλονίκη. Δεν υπήρχε οικογένεια που να μην έχει ταξί ή κάποιος από την οικογένεια να δουλεύει σε ταξί. Σε ποσοστό δηλαδή 80% με 90% είχανε, κάποιος δούλευε ή ήταν υπάλληλος ή είχε δικό του ταξί. Σ’ ένα χωριό το οποίο ήτανε, αριθμούσε ψηφοφόρους 600, ένα μικρό χωριό. Κι ήτανε πολλοί συνάδελφοι χωριανοί στο ραδιοταξί. Βέβαια, τότε ήτανε σε... το ραδιοταξί που είχε δημιουργηθεί τα χρόνια εκείνα ήταν σε μια κατάσταση με τα CB για όσους γνωρίζουν, που έχουν τα φορτηγά. Και τέλος πάντων, μετά έγινε η μετάβαση από τα CB στα UHF, πιο επαγγελματικά μηχανήματα και τότε μπήκα εγώ. Tο ‘90, ‘90… Το ‘90, το ‘90 μπήκαμε στο ραδιοταξί.
Θα ήθελες λίγο να μας εξηγήσεις τον λόγο δημιουργίας του ραδιοταξί;
Ναι, το ραδιοταξί δημιουργήθηκε... Βέβαια, ήταν ένα δημιούργημα των μικρών πόλεων και μετέπειτα, αν πω ότι η Θεσσαλονίκη θεωρείται μεγάλη πόλη, το πήρε και η Θεσσαλονίκη. Η Αθήνα πολύ αργότερα άρχισε να δουλεύει το ραδιοταξί. Και δημιουργήθηκε το ραδιοταξί ώστε να... Οι ομάδες, αυτοί που ήταν στα ραδιοταξί να έχουνε, να παίρνουν πιο πολλούς πελάτες. Να μην τον ψάχνουν μόνο στο δρόμο, ώστε να τους καλούν και να πηγαίνουν στον τόπο που ήταν ο πελάτης. Και ο τόπος αυτός ήταν είτε τα μπουζούκια, είτε τα μπαρ, είτε και τα σπίτια ακόμα άρχισαν σιγά-σιγά ύστερα να καλούν. Και βόλευε τον κόσμο, δεν έβγαινε τη νύχτα έξω να περιμένει και πηγαίναμε εμείς στην πόρτα του και τον παραλαμβάναμε. Αυτός ήταν ο λόγος της δημιουργίας, ώστε να δουλεύουν, να παίρνουν πιο πολλές κούρσες αυτοί οι οποίοι είναι σε αυτά τα club.
Η ενασχόλησή σου με τα διοικητικά του ραδιοταξί πότε ξεκίνησε;
Ξεκίνησε πάρα πολύ σύντομα. Είμαι απ’ τους τύπους που και στη σχολή ακόμα στα ΤΕΙ, ήμουν από αυτούς τους οργανωτικούς και ασχολήθηκα γρήγορα με, τέλος πάντων, επειδή είχα τελειώσει και τη σχολή, τέλος πάντων είχα πάει σε ανώτερη εκπαίδευση. Τα [00:10:00]χρόνια εκείνα δεν είχε πολλούς που είχανε κάποια εκπαίδευση στο ταξί. Με πλησίασαν και με εντάξανε στα ψηφοδέλτιά τους. Τον πρώτο καιρό, 2 χρόνια έκανα απλό μέλος, 3 χρόνια ταμίας, μετέπειτα ταμίας και 6 χρόνια πρόεδρος και μερικούς μήνες μετά σαν πάλι απλό μέλος, γιατί δεν είχα δικαίωμα να ξαναβάλω για πρόεδρος.
Θα ήθελες να μας μιλήσεις για τις εμπειρίες σου ως πρόεδρος;
Εμπειρίες ως πρόεδρος... Δουλειά, με αποτέλεσμα δουλειά στο ραδιοταξί, με αποτέλεσμα να σταματάμε τη δουλειά, για να πάμε χρήματα στο σπίτι! Λοιπόν, όταν ανέλαβα το, όταν μπήκα στο ραδιοταξί, όλες οι κλήσεις που γινότανε έπρεπε να καταγράφονται. Και γραφόταν από τα κορίτσια στο εκφωνητήριο χειρόγραφα σε τετράδια. Τώρα, αν είναι δυνατόν, τώρα η σημερινή εποχή όποιος το ακούει σου λέει τι κάναν τότε. Να γράφονται όλα στα τετράδια, ξέρω ‘γω, έπαιρνε παράδειγμα κάποιος από, ο Ιωαννίδης από την Ελευθερίας και έλεγε: «Ιωαννίδης, Ελευθερίας 12, τάδε ώρα πήγε ο τάδε», ώστε να ξέρουμε ποιος πήγε. Όλα αυτά γραφόταν όλα στο τετράδιο. Ήταν μια, η εποχή βέβαια τις αρχές του ‘90, μάλλον όχι αρχές γύρω στα ’95, ήταν η εποχή των κομπιούτερ. Και ήτανε μια επίμονη δουλειά να μεταβούμε τώρα από τα τετράδια στα κομπιούτερ. Εκπαίδευση των κοριτσιών να χειρίζονται τα κομπιούτερ, κομπιούτερ βέβαια σε μια, όποιος μπορεί, όποιος τα θυμάται σε μια αρχέγονη κατάσταση, αλλά τέλος πάντων, κάναν τη δουλειά πολύ καλύτερα από τετράδια. Και συνεργαστήκαμε μ’ έναν, είχαμε έναν τεχνικό Θεσσαλονίκη για τα μηχανήματα τα UHF που περάσαμε αρχές του ‘90 και μετά άρχισαν τα κομπιούτερ και σε συνεργασία με έναν τεχνικό – κομπιουτερά μπορώ να πω – Αθηναίο κάναμε τη μετάβαση απ’ το τετράδιο στα κομπιούτερ. Εντάξει, ήταν ένα πράγμα δύσκολο. Τέλος πάντων, είχε δουλειά πολλή, επίμονη δουλειά και συνέχεια έπρεπε να ήσουν στο ραδιοταξί. Πήγαινα το πρωί μερικές ώρες, μετά ξανά το απόγευμα. Το απόγευμα ειδικά όταν ερχόταν κι ο τεχνικός από Αθήνα τρώγαμε ολόκληρα 7ωρα εκεί πέρα. Όλη νύχτα καθόμασταν, για να φτιάξουμε αυτά που ήταν να φτιάξουμε. Τώρα, τι να πω τώρα άλλο για το προεδριλίκι; Αυτά εδώ δεν, εντάξει, δεν πρέπει να λέγονται, αλλά τέλος πάντων, ήτανε μια επίμονη δουλειά όλα αυτά τα χρόνια, μια δεκαετία, επίμονη, αλλά ευχάριστη για μένα. Όταν ανέλαβα, έβλεπα ότι ό,τι δίναμε, ερχόταν ένα μέλος να γραφτεί και όλοι οι κανονισμοί, τα αυτά, τα δίναμε όλα σε φυλλάδια. Τέλος πάντων, λέω: «δεν είναι δουλειά αυτή να μοιράζονται φυλλάδια», τα φυλλάδια χανόταν και δεν ήξεραν ούτε τον κανονισμό, δεν μπορούσαν να το διαβάσουν και προσπάθησα, τα οργάνωσα όλα αυτά και έβαλα: κανονισμός λειτουργίας του ραδιοταξί – μάλλον δεν υπήρχε και κανονισμός λειτουργίας. Από τους νόμους που τότε διέπανε τα ραδιοταξί, κάθισα, έκανα έναν κανονισμό λειτουργίας, τέλος πάντων και κάποια άλλα προβλήματα που είχαν και παρατηρούσα ότι καθυστερούσαν οι συνάδελφοι το κέντρο, είχα εντάξει μέσα χιλιομετρικές αποστάσεις. Τώρα, πάλι θα πω ότι σήμερα χιλιομετρικές αποστάσεις δεν χρειάζεται να εντάξεις, ανοίγεις το τηλέφωνό σου βάζεις το Google και σε βγάζει σε δευτερόλεπτα πόσα χιλιόμετρα είναι οποιοδήποτε σημείο θέλεις στην Ευρώπη. Τότε δεν υπήρχαν αυτά. Αυτά έπρεπε να καθίσεις, να σου ‘λεγε κάποιος χιλιόμετρα, έπρεπε να καθίσεις να μετράς στο χάρτη, για να βγάλεις τα χιλιόμετρα. Ήξερες ότι τα Γιάννενα είναι τόσα χιλιόμετρα και άμα ήταν κανένα χωριό πιο έξω απ’ τα Γιάννενα έπρεπε να μετρήσεις πόσα χιλιόμετρα είναι το χωριό αυτό, για να βγάλεις τιμή, για να τον πας, γιατί ζητούσαν πάντα πόσο γράφει μέχρι οποιοδήποτε σημείο της Ελλάδος. Όλα, όλοι οι οδηγοί πόλης είχανε μόνο τις πρωτεύουσες των νομών πόσα χιλιόμετρα είναι από τη Θεσσαλονίκη. Είχαν ένα σύστημα εκεί όπου μπορούσες να το κάνεις, να βρεις πόσα χιλιόμετρα είναι απ’ τη Θεσσαλονίκη οι πρωτεύουσες των νομών, αλλά οποιοδήποτε άλλο σημείο, κωμοπόλεις, αυτά, ήταν να τα βγάλεις από μόνος σου. Κάθισα, έκανα μια δουλειά, έγραψα όσα πιθανά σημεία στη Βόρεια Ελλάδα μπορούσε να πάει το ταξί και τα είχα εντάξει τότε σε ένα βιβλίο, όπως τον κανονισμό λειτουργίας που έκανα, τις χιλιομετρικές αποστάσεις, η Χαλκιδική, που είχαν πολύ πρόβλημα οι συνάδελφοι, ρωτούσαν συνέχεια πόσα χιλιόμετρα είναι τα διάφορα χωριά της Χαλκιδικής. Πολλοί δεν γνώριζαν και πού είναι τα χωριά αυτά της Χαλκιδικής, με ποια σειρά υπήρχαν στο δρόμο τους. Τέλος πάντων, τα έγραψα όλα εκεί, για να διευκολύνω τους συναδέλφους και ακόμα υπάρχουν και σήμερα, άμα πάει να γραφτεί κάποιος και του δώσουν τον κανονισμό λειτουργίας είναι σχεδόν ο ίδιος. Το βιβλίο αυτό εδώ. Βέβαια το βιβλίο αυτό το φτιάξαμε, χωρίς να δώσει το ραδιοταξί ούτε μια δραχμή τότε. Τα πλήρωσαν όλα οι διαφημιζόμενοι, γιατί έβαλα διαφημίσεις μέσα και είναι ένα βιβλίο το οποίο ήμουν και είμαι περήφανος που έγινε, γιατί το αντιγράψανε και τα υπόλοιπα 4 ραδιοταξί που υπήρχαν στην πόλη την εποχή εκείνη και μάλιστα με τα ορθογραφικά λάθη που υπήρχαν. Τέτοια αντιγραφή έγινε. Εντάξει, βέβαια, πήραν την άδεια από μένα και το αντιγράψανε.
Νομίζω, έχει πολύ ενδιαφέρον να πεις για το μοίρασμα της πιάτσας, πώς το έκανες.
Εντάξει! Ένα άλλο πρόβλημα που παρατηρούσα στο εκφωνητήριο τα βράδια, είχαμε, επειδή εκφωνούσε τις πιάτσες η εκφωνήτρια και όταν παίρναμε κάποια καινούρια εκφωνήτρια, άνοιγε τον οδηγό πόλης, έβλεπε πού είναι ο δρόμος, για να φωνάξει την αντίστοιχη πιάτσα, γιατί είχαν κάνει με το μαρκαδόρο εκεί κάτι γραμμές και έλεγε ότι αυτή η περιοχή ανήκει σε αυτή την πιάτσα. Και έβλεπα ότι καθυστερούσαν οι εκφωνήτριες να εκφωνήσουν ένα δρόμο, γιατί μέχρι να βρουν σε ποια πιάτσα ανήκει αυτός ο δρόμος. Και λέω: «Δεν γίνεται δουλειά έτσι». Και θυμάμαι πριν φύγουμε διακοπές, πριν το καλοκαίρι, λέω τα παιδιά της διοίκησης, λέω: «Έτσι και έτσι – λέω – πρέπει να κάνουμε αυτό το πράγμα, να μοιράσουμε τους 6.300 δρόμους που υπήρχαν τα χρόνια εκείνα στην πόλη, να τους εντάξουμε – λέω – στις πιάτσες. Να μοιραστούμε τα γράμματα της αλφαβήτου και να καθίσει ο καθένας και να δουλέψει και να εντάξει τους δρόμους που θα έχει μπροστά του στις πιάτσες». Κι η απάντηση ήταν ότι: «Καλή η ιδέα σου, αλλά άμα θες να το κάνεις, κάν’ το». Με αποτέλεσμα πήγα τότε τα καλά χρόνια 1 μήνα διακοπές με το τροχόσπιτο και δούλευα 4 ώρες το πρωί και 3 το βράδυ, για να εντάξω όλους τους δρόμους στις πιάτσες. Και, αφού δεν θα ξεχάσω χαρακτηριστικά που μια γειτόνισσα εκεί που δεν με γνώρισε, ήρθε για πρώτη φορά στον κάμπινγκ, στην αρχή να πέρασε για πολιτικό μηχανικό ανοίγοντας κάθε πρωί με το που ξημέρωνε τους χάρτες. Και αυτό μου το είπε βέβαια η ίδια όταν μετά γνωριστήκαμε. Μου λέει: «Για πολιτικό μηχανικό – λέει – σε πέρασα». Τέλος πάντων, έγινε μια στη δουλειά και μετά το πέρασε η γραμματεία στο κομπιούτερ και αλλάζαμε κοπέλες, ερχόταν νέα κορίτσια και δεν καταλάβαινες ότι είναι καινούρια, δεν καθυστερούσε καθόλου. Εκφωνούσε κατευθείαν την πιάτσα. Και το θέμα είναι να εκφωνηθεί σωστά η πιάτσα στον αέρα. Από κει και πέρα ύστερα, υπήρχαν συνάδελφοι που μπορούσαν να κατευθύνουν τους άλλους συναδέλφους. Το πρόβλημα ήταν πώς θα εκφωνηθεί στον αέρα. Λοιπόν, ένα, τέλος πάντων το έφτιαξα και όλα πήγαν καλά. Ένα άλλο πράγμα που στην αρχή, που έπρεπε να πω, ήτανε το ακίνητο που κληρονόμησα, τότε το είχαμε αγοράσει σαν… ήμουν ταμίας θυμάμαι και με προβλήματα του εργολάβου, είχαμε κάποιο πρόβλημα. Τέλος πάντων, αφού ανέλαβα μετά 1 χρόνο έτρεχα, για να το φέρω στα σωστά του, για [00:20:00]να μπορέσω να πάρω ρεύμα. Τέλος πάντων, τα κατάφερα και είμαι περήφανος γι’ αυτό, γιατί είχαμε αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα εξαιτίας του εργολάβου. Λοιπόν, τι άλλο να πω; Ένα άλλο, πάλι παρακολουθώντας εκεί το εκφωνητήριο έβλεπα ότι έστελνε η εκφωνήτρια ένα συνάδελφο από την πιάτσα να πάει σε κάποιο δρόμο και δεν πήγαινε 100 μέτρα, ξεχνούσε είτε το νούμερο είτε το δρόμο που τον έστελνε. Και ξαναρωτούσε και ξαναρωτούσε. Λέω: «δεν είναι δουλειά αυτή!». Μιλάμε από τους 10 οι 8 ξεχνούσαν που πηγαίνανε, ξεχνούσαν ή το νούμερο ή το δρόμο και ενοχλούσαν το κέντρο ύστερα, «Κέντρο που με στείλατε; Κέντρο που με στείλατε;». Τέλος πάντων, αυτό το παράπονο το έκανα στον τεχνικό από την Αθήνα, τον Γιάννη και λέω: «Ρε Γιάννη, αυτό κι αυτό γίνεται, τι μπορούμε να κάνουμε;», λέει: «Άσε μου να το σκεφτώ και θα σου απαντήσω τον επόμενο μήνα που θα 'ρθω». Και τον επόμενο μήνα ήρθε με έτοιμο το, τι έκανε εκεί πέρα τέλος πάντων, το μηχανάκι που μας έβαλε, και μετέπειτα όταν έπαιρνε ο συνάδελφος μια κλήση, αν ξεχνούσε το δρόμο ή το νούμερο που τον έστειλε, τον έστελνε τον κέντρο, άλλαζε συχνότητα, πατούσε μόνο το press στο μικρόφωνο και τον επαναλάμβανε το κέντρο, άκουγε δηλαδή την μαγνητοφωνημένη, μαγνητοφωνημένο το μήνυμα που τον έλεγε το κέντρο, το δρόμο και το όνομα του δρόμου και τον αριθμό. Και απαλλαχτήκαμε από αυτή την καθυστέρηση. Τέλος πάντων, αυτό το βαφτίσαμε «παπαγάλο» κι ήταν ένα πρωτοποριακό πράγμα για τα χρόνια εκείνα. Βέβαια το φτιάξανε ύστερα όλοι, όλα τα ραδιοταξί. Κι ήταν απ’ τις ιδέες που, από, που είχα τέλος πάντων και τις συζητήσεις που είχα με τον τεχνικό. Κι ήταν ένα πάρα πολύ καλό αυτό το οποίο έγινε. Εντάξει, τώρα αυτά βέβαια ακούγονται λίγο παράξενα, γιατί τώρα με τα tablet είναι τελείως διαφορετικά. Δεν σβήνονται, βλέπεις την κλήση σου, βλέπεις όλα. Αλλά για τα χρόνια εκείνα ήταν πρωτοποριακά!
Και για ένα άλλο πράγμα που, όσον αφορά τη θητεία του προέδρου ήτανε το... Τότε είχε δώσει ο ΟΤΕ τα τετραψηφία νούμερα σε μερικούς που θέλανε να, που είχαν εταιρείες, που είχαν επικοινωνία πολύ με κόσμο τα είχε, αλλά τα είχε πανάκριβα. Είχε τα χρόνια εκείνα 400.000 δραχμές τη μία γραμμή και θυμάμαι πήραμε 3 γραμμές τετραψήφιο νούμερο, το 1300. Βέβαια, για να το περάσω αυτό, για να το πάρουμε, το τι πόλεμο έφαγα δεν θα το ξεχάσω! «Τι το θέλουμε εμείς, έχουμε αυτό το νούμερο το οποίο είναι γνωστό». Τέλος πάντων, είχα την πλειοψηφία, το πήρα και, βέβαια, μετά αυτοί οι οποίοι ήταν πολέμιοι ήτανε, έγιναν φανατικοί αργότερα, μετά μια δεκαετία στο νούμερο αυτό. Ήταν φανατικοί υπέρ. Το οποίο σήμερα πάλι υπάρχει και ακόμη υπάρχει και είναι το 18300, μας πρόσθεσε ο ΟΤΕ το 8 πίσω από το 1, έγινε 18300 από 1300. Τέλος πάντων και αυτό φάνηκε, δηλαδή το 1300 που το πήρα, το πήρα σαν, ο στόχος που το πήρα ήτανε και για εύκολο νούμερο, αλλά ο σκοπός ήταν μαζί με το ραδιοταξί «Κόσμος», που το είχε τότε, να το εξαπλώσουμε σε όλη την Ελλάδα, ώστε όποιος θέλει ταξί και βρίσκεται οπουδήποτε επισκέπτης, σε οποιαδήποτε πόλη της Ελλάδος, να ξέρει για ταξί είναι το 1300. Και έχει εξαπλωθεί σε πάρα πολλές πόλεις σήμερα της Ελλάδος. Το έχουνε πάρα πολλές πόλεις της Ελλάδας το 18300. Τότε ήμασταν, τα πρώτα χρόνια θυμάμαι ήμασταν 5-6 πόλεις που το είχαμε, αλλά με την πάροδο του χρόνου το πήραν πάρα πολλές πόλεις. Τώρα δεν είμαι σε θέση να ξέρω πόσες το πήραν, γιατί έχει πολλά χρόνια που τα εγκατέλειψα. Αλλά, δεν είναι μόνο αυτό, το εύκολο νούμερο και να το έχουν το ένα νούμερο για ταξί σε όλη την Ελλάδα. Ήταν ότι η δουλειά στην επόμενη, στο επόμενο τρίμηνο ανέβηκε κάθετα. Δηλαδή, απ’ τις κλήσεις που δεχόμασταν με τα παλιά εξαψήφια νούμερα και όταν πήραμε το 1300, ανέβηκε γύρω στο 25% με 30% επάνω η δουλειά μας. Ήταν ένα, τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν μια πάρα πολύ σωστή κίνηση και όσον αφορά τη δουλειά και όσον αφορά το εύκολο νούμερο. Βέβαια, τα παλιά νούμερα δεν καταργήθηκαν ποτέ, ακόμα υπάρχουν, δηλαδή από τη δεκαετία του ‘90 που δημιουργήθηκε το ραδιοταξί. Μάλλον το ‘90 πήγα εγώ, τα νούμερα υπήρχαν 2 χρόνια πιο μπροστά, το 214 900 και το 218 600, για τους καλούς πελάτες τότε το 218. Λοιπόν, άλλο τώρα όσον αφορά τα διοικητικά του ραδιοταξί δεν μπορώ να θυμηθώ αλλά... Α, είναι τα τηλέφωνα, τα εταιρικά τηλέφωνα που πήραμε. Τέλος πάντων, δεν πιστεύω να υπάρχει άλλη εταιρεία να έχει τόσα σήμερα εταιρικά τηλέφωνα. Εμείς, που μας πλησίασε ο ΟΤΕ – τότε είχανε βγει τα εταιρικά τηλέφωνα – και είχαμε πάρει πάρα πολύ καλά, καλό πακέτο. Δηλαδή με – Να φανταστείτε, όταν τα πήρα εγώ από την Cosmote, όταν έκανα σύνδεση, πλήρωνα... Μάλλον όχι, απ’ τη Vodafone το ‘90 όταν πήρα τηλέφωνα εταιρικό, το όχι το ‘90, το ‘93 βγήκε η Vodafone το καλοκαίρι. Εγώ πήρα το ‘94 τον Γενάρη τηλέφωνο, πλήρωνα 10.000 δραχμές πάγιο. Τα χρόνια εκείνα 10.000 δραχμές ήταν τρομερό ποσόν, αλλά εντάξει χρειαζόταν όμως, γιατί εκεί πήγαινε η δουλειά, έπρεπε να έχεις ένα τηλέφωνο. Και τώρα όσες φορές, τα τελευταία χρόνια η Vodafone μου κάνει δώρο πάγια, «γιατί – λέει – είστε από τους πιο παλιούς πελάτες, που δεν έχουν φύγει ποτέ από τη Vodafone», δεν έχω αλλάξει, δηλαδή, εταιρεία, παραμένω στη Vodafone, της Panafone τότε, Vodafone σήμερα και με έχουν κάνει αρκετές φορές δώρο το λογαριασμό. Και μας, τότε μας είχε πλησιάσει θυμάμαι η Cosmote, όταν βγήκε Cosmote και μας έδωσε εταιρικό πακέτο το οποίο ήτανε πάρα πολύ δελεαστικό, με πάγια χαμηλά, τέλος πάντων. Τέλος πάντων, μια χρονιά, θυμάμαι, πήγαμε να ανανεώσουμε, ήρθαν από Αθήνα διευθυντάδες και βρεθήκαμε κάπου στην Τούμπα, να ανανεώσουμε θυμάμαι τη συνεργασία. Και ευτυχώς είχα τότε ένα ταμεία, εκεί ο 10 να μην πω τώρα το ονόματα, που και ο Τούρκος αγανακτούσε στο παζάρι! Τους πίεζε, τους πίεζε, αφού αγανάκτησαν, να έχουμε πιο χαμηλά πάγια, μας προτείνατε, μας πρότειναν κάτι το οποίο ακόμα δεν το είχαν βγάλει έξω, στον αέρα, δηλαδή ότι, να το πουλήσουν. Λέει: «Είμαστε στα σκαριά να βγάλουμε με δωρεάν χρόνο ομιλίας». Τώρα αυτά φαίνονται βέβαια… Σου λέει: «Τι μας λέει αυτός. Τότε μην το, άμα ήσασταν στην εποχή εκείνη θα το βλέπατε. Τους πιέζει για πιο χαμηλό πάγιο, για πιο χαμηλό πάγιο, τελικά αγανακτεί ο διευθυντής λέει: «Έχουμε σκοπό, λέει, αυτό το πράγμα. Τον δωρεάν χρόνο ομιλίας». Με κλείνει το μάτι ο ταμίας, το δεχόμαστε κι ήμασταν οι πρώτοι που θυμάμαι είχαμε τα πρώτα 3 λεπτά σε κάθε τηλεφώνημα να μην χρεωνόμαστε. Εμείς δεν θέλαμε και πολύ, 3 λεπτά ήταν υπεραρκετά για τα χρόνια τότε της κινητής τηλεφωνίας, να πεις κάτι. Γιατί χρεωνόσουν και την κλήση και τα πάγια μεγάλα, μη βλέπετε τώρα που είναι, έχεις δωρεάν χρόνο ομιλίας 15 ώρες το μήνα και πληρώνεις ένα πάγιο ξέρω ‘γώ 30 ευρώ και 35 ευρώ, και έχεις απεριόριστα. Είχα μέχρι πρόσφατα απεριόριστο με 80 ευρώ, δεν πα να μιλούσες και 100 ώρες, δεν χρεωνόσουν τίποτα. Έδινες κάθε χρόνο, κάθε μήνα τα 80 ευρώ και τελείωνες. Τότε ήταν αλλιώς τα πράγματα, τέλος πάντων ήταν, ο δωρεάν χρόνος ομιλίας ήταν πάρα πολύ καλός. Και έγιναν πάρα [00:30:00]πολλές εγγραφές, φτάσαμε να έχουμε τα χρόνια εκείνα, ενώ είχαμε 300 αυτοκίνητα δύναμη, να έχουμε φτάσει στα 900 τηλέφωνα. Γιατί πήραν και οι γυναίκες μας, πήραν και τα παιδιά των συναδέλφων τέλος πάντων, περήφανος και γι’ αυτό εδώ. Τώρα τίποτα άλλο δεν έχω, δεν μου ‘ρχεται να πω. Εντάξει, έχει ιστορίες πολλές φορές το ραδιοταξί, μέχρι που ήρθε το πέρασμα του χρόνου και αποσύρθηκα από το ραδιοταξί.
Νομίζω, ξεχάσαμε να πούμε κάτι πολύ σημαντικό, δεν είπες σε ποιο ραδιοταξί είσαι.
Α, ναι! Ραδιοταξί ήμουν στο «Λευκό Πύργο». Την εποχή εκείνη τα ραδιοταξί ήτανε 5: «Λευκός Πύργος», «Θεσσαλονίκη», «Μακεδονία» το οποίο ήταν μαζί με το «Λευκό Πύργο», ήταν στην ίδρυσή τους κάνα 2 χρόνια και μετά έγινε διάσπαση και έγινε ο «Λευκός Πύργος» και το «Μακεδονία». Μετά έγινε διάσπαση απ’ το «Μακεδονία» έγινε το «Θεσσαλονίκη», δημιουργήθηκε ένα άλλο ραδιοταξί, το «Ωμέγα» και τα τελευταία χρόνια είχε δημιουργηθεί από το σωματείο του ταξί, είχε δημιουργηθεί το «Μέγας Αλέξανδρος». Και, βέβαια, ήμασταν 5, τα τελευταία χρόνια προσπάθησα με ένα ραδιοταξί, το «Ωμέγα», να κάνω ενοποίηση τον «Λευκό Πύργο», μιλούσα άτυπα, βέβαια, με συναδέλφους απ’ τη διοίκηση. Τέλος πάντων, το είχα βάλει θέμα τότε σε εμάς, να κάνουμε κάτι για να γίνουμε, βέβαια δεν είχανε πολλά αυτοκίνητα, αλλά έστω είχαν κάποια δουλειά οι άνθρωποι. Είχαμε κάποια, εμείς είχαμε 350 αυτοκίνητα, 400 την εποχή εκείνη, αυτοί είχαν άλλα 150-200, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, γινόμασταν μια δύναμη. Ήμασταν το πιο μεγάλο ραδιοταξί εμείς σε πληθυσμό αυτοκινήτων, αλλά όταν παίρναμε κι ένα ολόκληρο ραδιοταξί να το ενσωματώσουμε εκεί– και μπήκε θέμα τι όνομα να το βάλουμε από τους δικούς μας. Βέβαια, εμένα δεν με ενδιέφερε το όνομα, εμένα με ενδιέφερε να έχουμε δύναμη. Τέλος πάντων, δεν πέρασε, δεν πέρασε και μετέπειτα, όταν ενοποιήθηκαν τα 2 μεγάλα ραδιοταξί, όταν είχα φύγει βέβαια από τα διοικητικά εγώ, έγινε ενοποίηση του «Λευκού Πύργου», που είχε 600-550 αυτοκίνητα την εποχή εκείνη; Ενοποιήθηκε με το Μέγα Αλέξανδρο, ο οποίος είχε άλλα 400 τόσο κι έγινε μια δύναμη 1.100 αυτοκίνητα. Λοιπόν, οι άνθρωποι οι οποίοι ήταν εναντίον της ενοποίησης κάποτε, μετά ήταν φανατικοί υπέρ της ενοποίησης. Και λέω τι γίνεται εδώ ρε συ, εδώ... Άρα είμαι 10 χρόνια μπροστά από τους συναδέλφους, στις ιδέες. Μου έκανε εντύπωση που τους άκουγα να μιλάνε στη γενική συνέλευση με τέτοιο φανατισμό υπέρ της ενοποίησης. Βέβαια εντάξει, εγώ πάντα ήμουν θετικός και τώρα ακόμη που δουλεύω δεν, είναι απαράδεκτο να υπάρχουν 3 ραδιοταξί τώρα σήμερα στην πόλη, το «Mercedes», το «Taxiway» και το «Μακεδονία», είναι απαράδεκτο. Το «Mercedes» βέβαια δημιουργήθηκε, τον είπα τότε τον πρόεδρο, τον Θεόφιλο, τον πρώτο πρόεδρο εκεί, λέω: «Δεν θα σε αφήσω να το δημιουργήσεις γι’ αυτό το λόγο, γιατί βάζεις κάποια λέξη που δεν πρέπει να τη βάλεις, τη λέξη “Mercedes”». Τέλος πάντων, ήταν φίλος, λέει: «Μην με κάνεις ζημιά, μη με βάλεις φρένο». Τέλος πάντων, το λάθος μου ήταν, επειδή ήταν φίλος μου, δεν τον έβαλα εμπόδια και δημιουργήθηκε το «Mercedes». Εγώ είμαι εναντίον αυτών των διαχωρισμών, έπρεπε σήμερα τα ραδιοταξί να είναι ένα. Αλλά πού να συνεννοηθείς τώρα... Εδώ για να τους… Θυμάμαι χαρακτηριστικά, παραμονή Χριστουγέννων πηγαίναμε απ’ το αεροδρόμιο φύγαμε, ακυρώθηκε μια πτήση για την Κέρκυρα και φύγαμε 5 ταξί μαζί, για να πάμε στην Ηγουμενίτσα. Χειμώνας, παραμονή Χριστουγέννων. Λοιπόν, και πάμε – τότε πηγαίναμε από την Κατάρα – και πάμε στην Κατάρα, βέβαια εγώ ήμουν οργανωμένος πάντα με αλυσίδες και αυτά, δεν είχα προβλήματα τέτοια. Φτάνουμε στην Κατάρα και να έχει χιόνι η Κατάρα, και να μην μπορούμε να μιλήσουμε μεταξύ μας. Τέλος πάντων, αντιμετώπισα και όχι μόνο να βοηθήσει ο ένας τον άλλον, αλλά και να σε κρατάει παρέα, να μιλάς συνέχεια στην επιστροφή, γιατί υπάρχει κούραση μετά από ένα τέτοιο ταξίδι. Για να πας Ηγουμενίτσα ήθελε ώρες ολόκληρες, δεν είναι τώρα, που λες, φεύγεις απ’ την πόλη και λες: «Θα είμαι στην Ηγουμενίτσα σε 3 ώρες παρά ένα τέταρτο και είσαι 3 ώρες παρά ένα τέταρτο στην Ηγουμενίτσα ή 2 ώρες και ένα τέταρτο είσαι στα Γιάννενα. Τότε είχες απρόβλεπτες καταστάσεις, χειμώνα ειδικά, και καλοκαίρι βέβαια έκανες πολλές ώρες, αλλά το χειμώνα με τα χιόνια ακόμα χειρότερα. Λοιπόν, και μαζεύω όλους τους προέδρους στα γραφεία τα δικά μας τότε, γιατί είχαμε αγοράσει και το ακίνητο κι είχαμε χώρους εκεί, για να μπορέσουμε να βάλουμε μία κοινή συχνότητα, ώστε να μπορούμε να μιλάμε όταν βγαίνουμε εκτός Θεσσαλονίκης μεταξύ μας. Για να μην... Το βασικότερο, να μπορούμε να γυρίσουμε, να μη μας πάρει ο ύπνος στο δρόμο και να βοηθήσει ο ένας τον άλλον, άμα χρειαστεί κάτι. Για να συνεννοηθούμε τότε τους μάζεψα 4 φορές θυμάμαι, στο επάνω και τελικά τη βάλαμε. Ήταν τότε η συχνότητα 0 που λέγαμε. Τέλος πάντων, αυτό ένα άλλο πράγμα. Πού να συνεννοηθούν τώρα να και να ενοποιηθούν τα ραδιοταξί; Είναι λίγο δύσκολο. Θέλει πολύ πολύ τρέξιμο από κάποιους φανατικούς, για να γίνει ενοποίηση. Και όλοι δένονται με τα ονόματα, τα ονόματα είναι, για να σβήνονται δεν είναι, υπάρχουν στην ιστορία μόνο. Το βάζεις όπως θες και τελειώνει η ιστορία. Αρκεί να γίνεις, πρέπει να γίνει ενοποίηση, για να είσαι δύναμη. Ειδικά τώρα, με αυτές τις εταιρικές εφαρμογές που βγαίνουν, αν είσαι δύναμη και έχεις, η Θεσσαλονίκη έχει 2.000 ταξί, τα 1.500 είναι ενταγμένα στα ραδιοταξί. Θα είσαι με 1.500 αυτοκίνητα να είσαι δύναμη, δεν μπορεί να σε κάνει κανένας τίποτα. Aλλά εντάξει, τώρα, ποιον να βάλεις μυαλό; Αυτά όσον αφορά την περίοδο του ραδιοταξί.
Ωραία, οπότε εσύ, μετά από τόσα χρόνια στο επάγγελμα, θα ήθελα έτσι να μάθω αν υπάρχουν κούρσες που σου έχουν μείνει αξέχαστες.
Κούρσες έχουν μείνει, όντως, πάρα πολλές, αλλά έτσι χαραγμένες στο μυαλό δεν είναι, είναι τέλος πάντων, έρχονται κατά διαστήματα, τις θυμάμαι βέβαια. Αλλά, δεν θα ξεχάσω κούρσες που, βέβαια δεν ξεχνάω την πρώτη κούρσα, εντάξει, αλλά έτσι ιδιαίτερες κούρσες ήταν... Θυμάμαι που είχα πάρει ένα Σάββατο μία κοπέλα, την είχε βάλει ένας νεαρός μέσα και την πήγα, απ’ το κέντρο την πήρα και την πήγα Χαριλάου, και μάλιστα σ’ ένα δρόμο παράλληλο της Μαρτίου γωνία με νέα Εγνατία την πήγα, και τυχαίνει το επόμενο Σάββατο να την ξαναπάρω κατά τύχη. Μπήκε μέσα, αλλά δεν ξέρω τι πρόβλημα είχε και δεν μου είπε που πάω. Ξεκίνησα εγώ και πήρα τη διαδρομή για το σπίτι της. Την ώρα που έστριβα για το στενό θυμήθηκε ότι δεν μου είπε πού πάω. Και τέλος πάντων, λέω: «Εντάξει, λέω, γνωρίζω που πηγαίνετε, γι’ αυτό δεν σας ρώτησα». Και εντάξει, τώρα γιατί, πώς τη θυμάσαι; Εντάξει ήταν τότε, ήταν μια εντυπωσιακή κοπέλα και τη θυμόμουν, επειδή ήταν εντυπωσιακή κοπέλα, νεαρός τότε κι εγώ, τη θυμόμουν. Άλλη διαδρομή... Θύμισε μου λιγάκι τώρα ποια διαδρομή είχαμε πει.
Από την Νεάπολη;
Α, μάλιστα, ναι. Ήμουν έξω απ’ τα μπουζούκια, πρέπει να λεγόταν «Αναμνήσεις» τα χρόνια εκείνα. Πάνω απ’ τη Νεάπολη που είχε ένα μπουζουξίδικο, εκεί στο ύψος στα Μετέωρα. Θυμάμαι, όταν ήμουν νεαρός δούλευα μέχρι τα ξημερώματα, όλη τη νύχτα, μέχρι που ξημέρωνε. Ήμουν έκτος, έβδομος στη σειρά; Βλέπω έναν μέσα στο κρύο έρχεται, ρωτάει τον έναν [00:40:00]φεύγει, ρωτάει το δεύτερο φεύγει, ρωτάει τον τρίτο φεύγει, λέω: «Τι θέλει αυτός;» λέω, να πούμε. Τέλος πάντων, ήρθε σε μένα και μου το είπε, λέει: «Φίλε, λέει, δεν έχω λεφτά, λέει, θα με κατεβάσεις μέχρι τον Βαρδάρη;». Λέω: «Θα σε κατεβάσω». Και τον έβαλα μέσα και τον πήγα στο σπίτι του στο Βαρδάρη και μου λέει στο δρόμο, λέει: «Κοίταξε να δεις, εγώ επειδή είμαι – λέει – χαρτοπαίκτης και γυρνάω στα μπουζούκια. Ήθελα να δω, λέει, αν μείνω από χρήματα, λέει, κάποιος θα βρεθεί χριστιανός θα με πάει στο σπίτι μου;». Λεφτά είχε πολλά και με χρυσοπλήρωσε τότε, μου έδωσε τα τριπλάσια, θυμάμαι, ποσά δε θυμάμαι βέβαια. Λέω: «Κοίταξε να δεις τώρα, παιδευόταν μες στο κρύο πόση ώρα να ρωτάει, για να δει αν βρεθεί κάποιος». Ε, πάντα θα βρεθεί κάποιος σε όλους, να τον εξυπηρετήσει να πούμε. Δεν θα τον ξεχάσω αυτόν εδώ. Και έναν άλλον, πάλι απ’ το ίδιο μαγαζί συγκεκριμένα, ο οποίος ήταν φωτογράφος τα χρόνια εκείνα και παίρναμε θυμάμαι 12:00 με 1:00 5 δραχμές νυχτερινό, 1:00 με 5:00 ήτανε διπλή ταρίφα και 5:00 με 6:00 ήταν πάλι 5 δραχμές. Παίρνω το φωτογράφο εγώ απ’ το μπουζουξίδικο, πάλι στο Βαρδάρη – Παπαρηγοπούλου, θυμάμαι, με είχε πει να πάμε – και την ώρα που έφτασα στο σπίτι του, το λέω ξέρω ‘γω γράφει 30 δραχμές και 5 το νυχτερινό, 35. Το 30 το λέω έτσι σαν, ενδεικτικά, δεν θυμάμαι τι έγραφε τα χρόνια εκείνα. Και μου κάνει μια φασαρία για το τάλιρο, εντάξει, αλλά ήταν τόσο επιθετικός, που από μόνος του λέει: «Πάμε στην αστυνομία, τι τάλιρο είναι αυτό;». Βέβαια, ήταν η τελευταία κούρσα, εγώ θα πήγαινα στο σπίτι και η αστυνομία ήταν και δίπλα και ήθελε ντε και καλά να πάμε αστυνομία. Ε, τέλος πάντων, πάω εκεί στην τροχαία που ήταν στη Δωδεκανήσου κι είναι ακόμα η αστυνομία εκεί, λέω τον φύλακα, λέω αυτό κι αυτό λέω: «Θέλει να λύσουμε τη διαφορά μας, γιατί τον είπα – λέω – θέλω τόσα συν 5 το νυχτερινό». Τέλος πάντων, λέει: «Aνέβα πάνω στο αξιωματικό υπηρεσίας», ανεβαίνουμε στον πρώτο όροφο, ξαναλέω πάλι το πρόβλημα, κοιτάζει ο αξιωματικός υπηρεσίας, είχε το τιμολόγιο εκεί κάτω από το τζαμί στο γραφείο του, βλέπει ότι, όντως, σωστά… Τον ρωτάει, λέει: «Έγραψε τόσα;», λέει: «Ναι», «Και σου είπε 5 το τέτοιο;», λέει: «Ναι», λέει: «Καλά σου είπε».
Σε αυτή τη δουλειά τι έχεις αγαπήσει περισσότερο;
Την ανεξαρτησία. Μπορείς να βγεις... Τα χρόνια τα πρώτα, τώρα έχουμε άγχος αρκετό, γιατί έχουμε αλλάξει τρόπο δουλειάς εδώ και πολλά χρόνια βέβαια, με τα ραντεβού μας. Αλλά, τα πρώτα χρόνια ήταν ανεξαρτησία. Ό,τι ώρα ήθελες έβγαινες, ό,τι ώρα ήθελες σταματούσες, ό,τι ώρα ήθελες έκλεινες. Είναι βασικό σε μια δουλειά να είσαι, να έχεις αυτή την ανεξαρτησία, να μην έχεις την κάρτα, να τρέξει να προλάβουμε, να μη μου πει τίποτα το αφεντικό. Ήσουν αφεντικό του εαυτού σου. Ό,τι ήθελες έκανες και όσο ήθελες δούλευες. Όπου 2 και εγώ τρίτος άμα ήθελα πήγαινα για καφέ, για ποτό, για οτιδήποτε. Ένα απ’ τα καλά είναι αυτό. Βέβαια, εντάξει έχει πολλά κακά το ραδιοταξί, το ταξί. Έχει το καυσαέριο της πόλης, έχει τη καθιστική ζωή που είναι ό,τι χειρότερο, ειδικά για τον άνδρα, και η μέση του και όλα τα άλλα που έχει, θέλει, δεν θέλει πολλές ώρες να είσαι καθισμένος. Πρέπει να βγαίνεις απ’ το αυτοκίνητο, να περπατάς, αν θες να έχεις την υγεία σου. Εντάξει, έχει και καλά, βέβαια. Έχει, ή αν είσαι τύπος επικοινωνιακός και μιλάς είναι μια ευχάριστη δουλειά, ο κόσμος ανοίγεται πάρα πολύ στο ταξί. Ειδικά τα πρώτα χρόνια, όχι τώρα με τα προβλήματα που έχει, είτε κρίσεις, είτε κορονοϊούς, είτε οτιδήποτε άλλο. Τα πρώτα χρόνια ήταν πιο ανέμελα χρόνια και καλά χρόνια. Ανοιγόταν αρκετά και γι’ αυτό λένε: «Οι ταξιτζήδες τα ξέρουν όλα!» Και υπάρχουν διάφορα σλόγκαν γι’ αυτά εδώ ή στα σημερινά YouTube ή στο Tik Tok που ψιλοκοροϊδευόμαστε μεταξύ μας που τα ξέρουμε όλα.
Όταν με το καλό βγεις στη σύνταξη, τι είναι αυτό που θα σου λείψει περισσότερο από τη δουλειά σου;
Η επικοινωνία με τον κόσμο. Αυτό μου αρέσει πολύ. Δεν θα με λείψει βέβαια η οδήγηση! Μέχρι στιγμής έχω κάνει με τα αυτοκίνητα, τα χιλιόμετρα που απέσυρα το αυτοκίνητο που πέρασαν απ’ τα χέρια μου και τα μέτρησα εκεί, 3.500.000 χιλιόμετρα, τώρα πόσες φορές τη γη δεν θυμάμαι πόσες φορές τη γη την έχω γυρίσει! 3.500.000 χιλιόμετρα. Έφτασε χρονιά που, μαζί με τον αδερφό μου που δουλεύουμε ταξί, να κάνουμε 220.000 χιλιόμετρα σε ένα χρόνο και θυμάμαι μπαίνανε κάτι, όταν ήμουν πιτσιρικάς βέβαια, μπαίναν κάτι πιο μεγάλοι σε ηλικία και λέει: «Έχω δίπλωμα από το ‘47». Από το ‘47 ξέρω ‘γω μέχρι με 10.000 χιλιόμετρα το χρόνο να έκανε αυτός, εμείς αυτά τα χιλιόμετρα που έκανε εκείνος, τα φτιάχναμε σε 2 μήνες. Σε όλη τη ζωή όσα χιλιόμετρα έκανε, εμείς τα φτιάχναμε τότε σε 2 μήνες! Πολλά χιλιόμετρα. Αλλά είναι μια δουλειά που, αν είσαι τύπος επικοινωνιακός, είναι ευχάριστη. Ο κόσμος μιλάει, λέει προβλήματα, αυτά, μαθαίνεις πολλά πράγματα, αυτό θα μου λείψει. Θα μου λείψει και... Εντάξει, θα μου λείψει, σίγουρα θα μου λείψει, αλλά τέλος πάντων, μπορείς να δημιουργήσεις παρέες και να μιλάς αν θες. Αλλά εντάξει, αυτό στο ταξί είναι πάρα πολύ, μου αρέσει πολύ.
Εντάξει, θείο μου. Εγώ έχω τελειώσει με τις ερωτήσεις. Αν θες εσύ να μοιραστείς κάτι άλλο, ελεύθερα.
Τίποτα, εντάξει. Ήρθε πια ο χρόνος... Κάποια στιγμή θα σταματήσω, γιατί ήδη κατέθεσα για σύνταξη, αλλά δουλεύοντας κατέθεσα. Εντάξει, όσο είμαστε όρθιοι θα και βλέπουμε, θα δουλεύω, δεν μπορώ να καθίσω. Δεν υπάρχει λόγος, δηλαδή, να καθίσω. Γιατί βλέπω όσοι σταματάνε και βγαίνουν στη σύνταξη, σταματάνε να δουλεύουν, όλοι γυρίζουν μ’ ένα σακουλάκι του φαρμακείου και περνάνε απ’ τις πιάτσες και με ρωτάνε: «Δεν θα βγεις στη σύνταξη;». Λέω: «Τι να βγω; Να κυκλοφορώ σαν κι σένα με το σακουλάκι απ’ το φαρμακείο; Να μην βγω καμιά φορά!» τους λέω και γελάνε! Εντάξει, θα δουλεύω, γιατί δεν είμαι άνθρωπος του καφενείου. Μακάρι να είμαστε όρθιοι να δουλεύουμε, μέχρι εκεί που επιτρέπεται. Γιατί έχουμε κάποιο όριο, που μας αφήνουν να δουλέψουμε, αυτά.
Θείε μου, σε ευχαριστώ πάρα πολύ! Ήταν πολύ όμορφα όλα όσα είπες.
Μακάρι! Λοιπόν, έγινε αγάπη μου. Άντε.