© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
«Πετάει η ψυχή μου από χαρά, όταν χαρά χαρίζω!»: Αναβιώνοντας ήθη κι έθιμα από τους Μπαουσιούς Ιωαννίνων
Κωδικός Ιστορίας
22233
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Δημήτρης Ξαξίρης (Δ.Ξ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
25/05/2022
Ερευνητής/τρια
Κωνσταντίνος Παπαβασιλείου (Κ.Π.)
Καλησπέρα σας, θα ήθελα, αρχικά, να μου πείτε το όνομά σας.
[00:00:00]
Λέγομαι Ξαξίρης Δημήτριος του Θεοφάνους.
Είναι Πέμπτη, 26 Μαΐου 2022, είμαι με τον κύριο Δημήτρη Ξαξίρη, βρισκόμαστε στα Ιωάννινα, εγώ ονομάζομαι Παπαβασιλείου Κωνσταντίνος, είμαι Ερευνητής στο Istorima και με τον κύριο Ξαξίρη θα μιλήσουμε για τα έθιμα της ευρύτερης περιοχής των Ιωαννίνων. Κύριε Δημήτρη, μπορείτε να μου πείτε κάποια πράγματα για εσάς;
Γεννήθηκα στους Μπαουσιούς, στον κάμπο των Μπαουσιών, που τώρα λέγεται Τύρια, γιατί το χωριό μας είναι σεισμόπληκτο, το 1963 είχαν γίνει μεγάλοι σεισμοί, κι έφυγαν μετά, το χωριό μας σκόρπισε, αλλά μείναν μερικές οικογένειες κι έτσι δημιουργήθηκε η Τύρια. Σχολείο, Δημοτικό, πήγαινα στους Μπαουσιούς, το σχολείο μας τότε είχε... θυμάμαι ο τελευταίος εγγεγραμμένος μαθητής ήταν Φαρμάκης και είχε ενενήντα εφτά αύξοντα αριθμό. Εκεί μεγάλωσα. Αυτά.
Μπορείτε να μου περιγράψετε το χωριό σας των δεκαετιών του '50 και του '60;
Έσφυζε από ζωή, χωριό κτηνοτροφικό και γεωργικό, μεγάλη έκταση, μάλιστα και η ονομασία του χωριού, ανέφερα γρηγορότερα «Μπαουσιοί», είναι παραφθορά της λέξης «μπαξές», είχε πολλούς μπαξέδες και κυρίως πολλές κερασιές. Είχε συνοικισμούς, ο πυρήνας του χωριού, γιατί, είπα γρηγορότερα, είχαμε χωριό – χωριό το λέγαμε εμείς, άνω και κάτω, εμείς ήμασταν στο κάτω και εκεί ήταν δύο συνοικισμοί: οι Κωλυζαίοι και οι Ζανναίοι. Εγώ ζούσα και μεγάλωσα και άνηκα στον συνοικισμό Κολυζαίων, που ήταν αραιοκατοικημένο και η ζωή μας ήταν η κτηνοτροφία. Εγώ, παράδειγμα, μεγάλωσα και ζυμώθηκα με γιδοπρόβατα ή να σπέρνω, ο πατέρας μου έσπερνε καλαμπόκι, καλλιεργούσε τα χωράφια κι εγώ έριχνα –αυτό που θα πω τώρα δεν το ξέρει–, έριχνα σπυριά κοντά απ’ την αυλακιά, και μάλιστα στη δευτέρα τάξη παραλίγο να μείνω στην ίδια από απουσίες, γιατί με κρατούσε ο πατέρας μου να ρίχνω σπυριά. Εν ολίγοις, αυτά.
Μπορείτε να μου περιγράψετε το πατρικό σας σπίτι;
Το τώρα. Ο πατέρας μου κουράστηκε πολύ, μάλιστα είχε βγάλει κι ένα σημάδι στην πλάτη του, κουβάλησε την πέτρα όλη και έγινε σπίτι το '59, αν θυμάμαι καλά, το οποίο είναι έτοιμο να πέσει, επαναλαμβάνω, ενώ το πριν ήταν χαμηλό. Το δεύτερο με υπόγειο, καλό σπίτι, εκεί, στον κάμπο των Μπαουσιών.
Πώς περνούσατε τον ελεύθερο χρόνο σας στο χωριό ως μικρό παιδί;
Α! Μη σου πω τώρα ότι ή όλος ελεύθερος ήταν ο χρόνος ή καθόλου ελεύθερο δεν είχαμε, γιατί πηγαίναμε με τα ζώα! Δεν είχαμε γειτονόπουλα. Δεν παίζαμε, δεν έζησα, δεν χάρηκα τα παιδικά μου χρόνια με παιδικά παιχνίδια, δεν είχαμε γειτονόπουλα. Είχαμε δυο-τρία ξαδέρφια μας αλλά ήταν μεγαλύτερα από μας, και μάλιστα οι γονείς μας, λυπάμαι που το λέω και λυπάμαι που το θυμάμαι, ήταν και μαλωμένοι μεταξύ τους, πρωτοξάδερφα εκείνοι, δεύτερα ξαδέρφια εμείς. Τέλος πάντων, δεν είχα.... δεν είμαι ευχαριστημένος από τον ελεύθερο χρόνο μου ή από τα παιδικά μου χρόνια, αυτό που λέμε: να παίζεις, να ζήσεις, να χαρείς τα παιδικά σου.
Στο σχολείο πώς πηγαίνετε;
Το σχολείο, είπαμε, εγώ ήμουνα στον κάμπο και –τώρα θυμήθηκα πολλά πράγματα αλλά θα συνοψίσω όσο γίνεται–, πήγαινα πάνω από μία ώρα σίγουρα, δεν είχαμε ρολόι, κοιτούσαμε πότε βγαίνει ο ήλιος στο απέναντι βουνό, στην πλάτη μας, το χωριό μου είναι σύρριζα στην Ολύτσικα και απέναντι είναι η Βρυτζάχα, μόλις φαίνονταν ο ήλιος, χτύπαγε ο ήλιος στην κορυφή της Βρυτζάχας, ξεκινούσαμε για το σχολείο, γύρω στη μία και τέταρτο με μιάμιση ώρα απόσταση. Και τότε κάναμε πρωί-απόγευμα, στα πρώτα μου χρόνια, όχι δεν πρόλαβα το πενθήμερο σαν μαθητής εγώ, ήταν και το Σάββατο, και παίρναμε φαγητό μαζί μας, καθόμασταν, δίπλα από το σχολείο μας ήταν πουρνάρια, καθόμασταν εκεί όλα από τον κάμπο και τρώγαμε όλα μαζί. Ξέρεις τώρα, κοιτάζαμε τι έχει ο ένας, τι έχει ο άλλος, ψιλοζηλεύαμε αν είχε κάτι, όλοι στο ίδιο καζάνι βράζαμε αλλά ψιλοζηλεύαμε σαν παιδάκια αν είχε κάποιος κάτι καλύτερο. Αυτά.
Και όταν χιόνιζε πώς πηγαίνατε στο σχολείο;
Εάν χιόνιζε πολύ –μου ’ρθε κάτι άλλο στο μυαλό να το πω τώρα–, εάν χιόνιζε πολύ, δεν θα πηγαίναμε, αυτό θεωρώ πως εννοείται, αλλά το μεγάλο μας λάθος, των γονιών μας λάθος, το λέω αλλά είναι λάθος, έπρεπε το πρωί που πηγαίναμε σχολείο να έχουμε και ένα ξύλο μαζί μας για να ανάβουμε τις σόμπες. Εντωμεταξύ, εγώ έχω κάτι στη ζωή μου, είμαι γεννηθείς το '46 και με ’χουν ότι γεννήθηκα το '48, που σημαίνει ότι εγώ, όταν τα άλλα παιδάκια ήταν 12 στο Δημοτικό, εγώ ήμουν 14, ήμουν άντρας δηλαδή. Και με έβαζε ο δάσκαλος περισσότερο να κόβω τα ξύλα έξω και στεναχωριόμουν, γιατί δεν ήθελα να χάσω ώρα, και όταν πήγα στο Γυμνάσιο δεν ήθελα να χάσω ώρα από την παράδοση, πολύ περισσότερο τότε. Και όχι μόνο με έβαζε να κόβω τα ξύλα, με έβαζε να τα ποστιάζω κιόλας κάτω από την... και αυτός από πάνω έκανε μάθημα. Τι είπα γρηγορότερα, ότι ήταν λάθος των γονιών μας. Θα μπορούσε να πάρει ο πατέρας μου το άλογό του –είχε άλογο πάντα–, να πάρει το άλογο να το φορτώσει ξύλα και να πάει για έναν μήνα και τον άλλον μήνα ξανά, να μην υποχρεώνεται το παιδάκι, που ήμουν εγώ το παιδάκι, ή και όλα τα παιδάκια, όλοι το ίδιο, να πάρουν... κάθε πρωί να είναι υποχρεωμένα να πάνε με ένα ξύλο στο σχολείο. Και ένα άλλο φοβερό: Ήταν και οι δάσκαλοι άγριοι τότε. Ένα πρωί αργήσαμε να πάμε στο σχολείο και ο δάσκαλός μάς έβαλε κουτσό – συγγνώμη, μπορεί εσείς οι νέοι να τα ακούτε ότι αυτά «Είναι δυνατόν»; Και όμως, είναι δυνατόν, το έζησα εγώ αυτό. Με έβαλε κουτσό να κοιτάζω τον πίνακα και βρεγμένος, βρεγμένος μιάμιση ώρα δρόμος, κι αυτός έκανε μάθημα. Τώρα αυτά δεν ξέρω πώς μπορεί να τα διανοηθεί και να τα εννοήσει κάποιος.
Τέτοια περιστατικά γινόντουσαν συχνά στο σχολείο;
Ναι. Ξύλο. Μάλιστα, τύχαινε, εγώ είχα συμμαθήτρια την κόρη του δασκάλου, να μην πω όνομα, δεν έχει σημασία, και μια μέρα τής έριξε τόσο ξύλο που κλαίγαμε εμείς οι άλλοι –βούρκωσα τώρα–, κλαίγαμε τα άλλα παιδιά. Ή έναν άλλον μαθητή, μια μέρα τον έδειρε, τον έδειρε, το παιδάκι δεν τα ’παιρνε τα γράμματα, ρε παιδί μου, μιλάμε για ξύλο. Ή μια φορά –πωπώ! Συγγνώμη, κουράζω τώρα είναι προσωπικά μου, αλλά... Μια μέρα, καθόμουν με τον πιο αγαπημένο μου ξάδερφο, ήμασταν σαν αδέρφια, ίσως και καλύτερα από αδέρφια, δεν ξέρω αν λέγεται, καθόμασταν και γράφαμε και είχαμε τα χεράκια μας, τα άλλα δυο χεράκια που δεν ήταν απασχολημένα, πιασμένα στο ίδιο θρανίο, κι έρχεται και μας ρίχνει από μία καρπαζιά, από μία σβερκιά, ο άνθρωπος και χτύπησε το κεφάλι μας στο θρανίο: «Αχ, τα ξαδερφάκια μου», λέει, «είναι αγαπημένα!». Αντί να το χαρεί, μας καρπάζωσε. Τι να πω τώρα; Βουρκώνεις ή δεν βουρκώνεις; Δεν είναι καλά ενθυμήματα αυτά. Δηλαδή, αυτά –συγγνώμη–, αυτές τις δύο λεπτομέρειες είπα, καταλαβαίνεις τώρα η καθημερινότητα πόσα μπορεί να είχε.
Οι γονείς πώς αντιδρούσαν σε αυτές τις καταστάσεις;
Α! Δεν αντιδρούσαν, δεν έφταναν στα αυτιά των γονέων, δεν τα λέγαμε, δεν τολμάγαμε. Αλλά, τώρα θα σου πω, γιατί έγινα εγώ δάσκαλος μετά, και να σου πω τι άκουγα, δεν θα σου πω πού, δύο εκφράσεις θα σου πω. Μία είναι: «Βαρ' δάσκαλε, βαρ'» – όχι «βάρε, δείρε», «βαρ΄»! Και η άλλη: «Μην το αγγίξεις αυτό το παιδί ρε, ξέρεις πώς το έχω εγώ μεγαλωμένο; Άντε δούλεψε εσύ!». Δεν μιλάμε για τα σημερινά χρόνια, πριν, εγώ διορίστηκα το '70, καταλαβαίνεις τώρα τι μιλάω.
Όμορφες στιγμές υπήρχανε στα παιδικά χρόνια ή μόνο...
Ε, υπήρχαν, πάλι ενδο... –συγγνώμη σαρδάμ–, ενδοοικογενειακές: η αγκαλίτσα της μάνας, της μανούλας μας, το μπράβο, ένα φαγητό που θα επινοούσε, τέτοια ψιλοπράγματα. Γιατί, σου είπα, δεν είχαμε γειτονόπουλα, δεν έζησα, δεν χάρηκα, σαν γειτονιά, ίσως και για αυτό χαιρόμουν το σχολείο, για να παίξω κιόλας. Ε, άλλες ιδιαιτερότητες δεν είχα.
Για χριστουγεννιάτικα κάλαντα πηγαίνατε;
Σπάνια, γιατί ήμασταν αραιοκατοικημένοι, δεν το πολυείχαμε. Εκείνο που είχαμε, ένα καλό που μου ’ρχεται στο μυαλό, ένα έθιμο της Πρωτοχρονιάς, που το ’πα κι αλλού και δεν το βρήκα αλλού, ερχόταν τα κοριτσάκια –κορίτσια, όχι κυρίως, κορίτσια οπωσδήποτε, αγόρι όχι–[00:10:00] με ένα κλαδί πουρνάρι. Το πουρνάρι μάλλον έχει ρετσίνι, τα φύλλα του πουρναριού, κι άμα το βάλεις στην φωτιά πετάει τσίκες, σπίθες. Ερχόταν αμίλητη, θυμάμαι τώρα –καλή της ώρα–, η Αλεξάνδρα –μακάρι να το ακούσει, θα καταλάβει, αν ακούσει αυτό που μιλάμε–, χωρίς να πει «Καλημέρα», έβαζε αυτήν την τούφα πουρναριού στο τζάκι κι έκανε «τσικ, τσικ, τσικ, τσικ», σπίθες, κι έλεγε ταυτόχρονα: «Τόσα αρνιά, τόσα κατσίκια. Τόσα αρνιά, τόσα κατσίκια». Τι σήμαινε; Οι άνθρωποι στο χωριό ήταν κτηνοτρόφοι, να αυγατίσει το κοπάδι. Αυτό ήταν της Πρωτοχρονιάς. Τώρα, χριστουγεννιάτικα κάλαντα δεν νομίζω πως λέγαμε.
Την ημέρα των Χριστουγέννων πώς την περνούσατε;
Καταρχάς, εμείς δεν ξέραμε τι σημαίνει γουρούνι. Τα Χριστούγεννα δεν σφάζουμε τα γουρούνια; Εγώ γουρούνι είδα όταν πήγα στο Γυμνάσιο. Δεν είχαμε γουρούνια. Τίποτα, μια συνηθισμένη μέρα ήταν, μπορεί να κάναμε κάτι ιδιαίτερο σαν φαΐ, τίποτα άλλο. Μα οπωσδήποτε, το πρωί σηκώθηκα, αν δεν ευκαιρούσε να πάει ο πατέρας μου, θα πήγαινα εγώ στα πρόβατα. Είχε γίδια, είχε και γίδια πολλά – μάλλον λάθος το είπα, γίδια έχει πιο πολλά, λίγα πρόβατα.
Η μητέρα σας δεν έκανε κάποιες ιδιαίτερες προετοιμασίες και ετοιμασίες για εκείνη την ημέρα;
Για τις γιορτές; Όχι μωρέ, όχι ιδιαιτερότητες, αυτό που γίνεται σήμερα, περιμένουν τα Χριστούγεννα ή, ξέρω γω, βάζουμε το δώρο στο τζάκι και θα ’ρθει ο Άγιος Βασίλης, δεν ξέραμε τέτοια εμείς. Μπορεί να είναι κακό που το λέω – κακό που γίνονταν, έτσι ήταν όμως.
Επισκέψεις μεταξύ των συγχωριανών εκείνες τις μέρες γινόντουσαν;
Αυτή η τυπική που... όχι. Μια καθημερινότητα ήταν και τα Χριστούγεννα. Βέβαια! Α, για την Πρωτοχρονιά –συγγνώμη πήδησα–, επειδή μίλησα γρηγορότερα για την Πρωτοχρονιά, μπορώ να πω κάτι ακόμα για την Πρωτοχρονιά; Βάζαμε κι εμείς φλουρί, αλλά δεν φτιάχναμε αυτήν τη βασιλόπιτα που κάνουμε σήμερα, μια μακαρονόπιτα έκανε η μανούλα μου, με φύλλο από τα χεράκια της εννοείται –τώρα αυτό περιττό είναι που το είπα– κι έβαζε και φλουρί μέσα. Και όποιος έβρισκε το φλουρί τρελή χαρά, αφού αυτό ήταν, αυτή ήταν η χαρά μας και η απολαβή.
Κέρδιζε κάτι ή η απολαβή ήτανε το ίδιο φλουρί, δηλαδή;
Το φλουρί. A, ναι, να πάει καλά η χρονιά, ξέρεις, αυτά. Αλλά όχι ότι επειδή κέρδισες το φλουρί, θα μου δώσει ο πατέρας μου ένα πενηντάρι!
Την ημέρα των Θεοφανίων, πώς την τιμούσατε;
Παρόλο που ο πατέρας μου λεγόταν Θεοφάνης, ουδόλως, δεν τιμούσαμε, ούτε σταυρούς ούτε τέτοια. Μετά, μετά ναι –για τα παιδικά μου μιλάμε–, μετά είχαμε στο ποτάμι σταυρό και μάλιστα εγώ ήμουν αυτός που, επειδή το ποτάμι δεν είχε γούρνα μεγάλη να κολυμπήσω, έμπαινα περπατώντας με το μαγιό και τον έπαιρνα τον σταυρό, και το ’χουν αποθανατίσει. Αυτά.
Εκεί στο ποτάμι συγκεντρωνόταν πολύς κόσμος;
Ναι, ναι. Το ’χουν αποθανατίσει, μαζεύονται στη γέφυρα από πάνω και ο παπάς το ρίχνει – έχει χρόνια τώρα, νομίζω, δεν το ρίχνει, μάλλον μετά τον κορονοϊό δεν το ξανάκανε. Γι’ αυτό κι εγώ –καλά, τώρα γέρασα κιόλας– δεν ξαναπήγα να τον πάρω από το νερό... Με ένα σκοινί τον ρίχνει –δεν το είπα αυτό–, με ένα σκοινί τον ρίχνει από την γέφυρα από πάνω κι εκεί μαζεύεται ο κόσμος. Ε, και κατέβαινα, τον έπαιρνα εγώ τον έλυνα και πήγαινα τον σταυρό.
Εσείς γιατί πηδούσατε για τον σταυρό;
Για τον λόγο του εθίμου, αφού έτσι. Τώρα, αυτό πριν δέκα χρόνια, όχι όταν ήμουν παιδί. Όταν ήμουν παιδί ουδέν. Ναι, ναι.
Τις απόκριες τις γιορτάζετε;
Α! Τις απόκριες τις γιορτάζαμε εδώ που τα λέμε, εκεί μαχαλάς-μαχαλάς, αραιοκατοικημένοι-αραιοκατοικημένοι, αλλά το παλεύαμε. Ντυνόμασταν μασκαράδες, βαφόμασταν με κάρβουνα απ’ το τζάκι. Στολή; Τα ρούχα μας ανάποδα. Ω, τι θυμάμαι! Ήταν ένας απ’ το άλλο χωριό, το διπλανό χωριό, αλλά ήταν πολύ, όχι πολύ γειτονιά, όπως ήταν τα άλλα σπίτια, είπα γρηγορότερα ότι ήταν αραιοκατοικημένος ο συνοικισμός, αλλά ήταν κι εκείνος κοντά. Κι έβγαινε σε μια ραχούλα – ούτε ραχούλα, κι είχε ένα –πώς το λένε;–, ένα κοχύλι. Τώρα, που το είχε βρει το κοχύλι και πώς και ποιο, περιμέναμε, και δεν ρώτησα ποτέ ούτε το ’χα δει. Ο πατέρας μου το ήξερε και εγώ σαν παιδάκι τότε, ποιος ξέρει πώς χάθηκε, έδινε και βούιζε αυτό, πώς κάνουν τα καράβια όταν ξεκινάνε –πώς λέγεται των καραβιών, κόρνα;–, εκείνος ο ήχος, ας πούμε, κόρνα του αυτοκινήτου, του καραβιού είναι βαριά, έναν τέτοιο ήχο έκανε εκείνο το πράγμα. Και το περιμέναμε πότε θα βγει: «Α! Βγήκε ο τάδε», να μην πω όνομα.
Αυτός γιατί το έκανε αυτό; Έτσι;
Έτσι επικράτησε και χρόνια, χρόνια το έκανε, από παιδάκι εγώ μέχρι που μεγάλωσα, κάθε... το βράδυ των απόκρεων το έκανε αυτός.
Τζαμάλες ανάβατε;
Α, βέβαια! Ανάβαμε τζαμάλες και μάλιστα εμείς το λέγαμε, δεν το λέγαμε μόνο τζαμάλες, ή θα το λέγαμε... και τζαμάλες, αραιότερα το λέγαμε τζαμάλες –ανέφερα μία λέξη «τζαμάρα», να θυμηθούμε μετά τι είναι η τζαμάρα–, το λέγαμε και τζαμάλες, το λέγαμε και φωτιές, αλλά το λέγαμε, άκου λέξη που δεν την ξανάκουσα αλλού: «αλλαούζες» ή «αλλαγούζες». Ναι, ανάβαμε. Με κέδρα που βγάζουν και πολύ φλόγα, μαζεύαμε κέδρα, ναι, και πολύ φλόγα και πολύ σπίθα, σαν αυτό που είπα γρηγορότερα με το πουρνάρι, και είχε χαβαλέ, πολύ χαβαλέ, γιατί εμείς τα παιδιά αυτά τα λίγα εκεί μαζευόμασταν, τρελαινόμασταν να βλέπουμε τις σπίθες, είναι σαν τα σημερινά –πώς τα λέμε αυτά;–, αυτά που πετάνε οι νέοι το Πάσχα...
Τα βεγγαλικά.
Τα βεγγαλικά. Μικρογραφία βεγγαλικών.
Τις τζαμάλες αυτές ποιος τις διοργάνωνε;
Ε, εκεί οι γονείς μας, οι μεγάλοι, ναι, ναι. Εντάξει, ο πατέρας μου δεν ήταν τόσο μερακλής, δεν έμπαινε πολύ σε αυτά, αλλά, εντάξει, παρακινούνταν, για το έθιμο, ίσως και για εμάς τα παιδιά. Ναι, ναι, γίνονταν τζαμάλες.
Η τζαμάρα που μου είπατε τι είναι;
Η τζαμάρα είναι φλογέρα του βοσκού, ο λεγόμενος πλαγίαυλος, πλαγίαυλος. Αυτή που φαίνεται ο Πάνας, νομίζω, φαίνεται με πλαγίαυλο, οι φωτογραφίες που σώζονται, οι φωτογραφίες... τα καρτ ποστάλ αυτά που φαίνονται του Πάνα, νομίζω με πλαγίαυλο τον έχουν, τέλος πάντων, πλαγίαυλος. Και μάλιστα, οι πιο πολλοί τσοπάνηδες τότε παίζαν φλογέρα. Συγγνώμη, θα πω λίγο, μπορεί να πω και καμιά κουβέντα παραπάνω για φλογέρα, γιατί παίζω φλογέρα και το παράπονό μου είναι ότι, επειδή είμαι και ορειβάτης, γύρισα μη σου πω τα περισσότερα βουνά της Ελλάδας, βρήκα βοσκό να φυλάει τα πρόβατα στην κορυφή στα Άγραφα και δεν άκουσα βοσκό να παίζει φλογέρα! Τότε, λοιπόν, και οι νέοι, τη δεκαετία του '60, είχε γίνει μεγάλη φυγή των νέων, μεγάλη μετανάστευση, που πήγαιναν στο εξωτερικό και κυρίως απ’ τα χωριά μας στη Γερμανία. Ήθελαν τα παιδιά, οι νέοι να πάρουν και μια τζαμάρα μαζί τους, και οι Γιαννιώτες τούς κορόιδευαν, αυτό ήταν το.... Έπαιρνε καμιά φλογέρα και: «Άει παλικάρι», του έλεγε ο Γιαννιώτης, «καλοδούλευτη», θίγονταν το παιδί, θίγονταν ο νέος και προσπαθούσε... την αγόραζε μεν, αλλά την έκρυβε κάτω απ’ το σακάκι του να μην τη δουν οι άλλοι. Ήθελε να την πάρει μαζί του, γιατί αυτό ήξερε και αυτό ήθελε να συνεχίσει να παίζει κι εκεί που πήγε.
Εσείς πώς ξεκινήσατε να παίζετε φλογέρα;
Μου άρεσε ο ήχος της, και μάλιστα είδες πώς έρχονται στα πανηγύρια οι μικροπωλητές, ερχόνταν και τότε. Είχαν πολύ λιγότερα πράγματα απ’ ό,τι έχουν σήμερα, σήμερα έχουν... Μεταξύ των άλλων είχαν και κάτι φλογερίτσες κόκκινες, τις οποίες δεν θα ξεχάσω ποτέ, με τέσσερις τρυπούλες μικρούλες, κι εγώ τρελαινόμουν πότε να ’ρθει το πανηγύρι για να πάρω αυτήν τη φλογέρα. Άρα, συμπεραίνω εγώ ότι μου άρεσε από μικρός. Μεγαλώνοντας, τη φτιάχνω κιόλας, οπότε... Ίσως ο ήχος, ίσως επειδή είναι ποιμενικό όργανο κι επειδή μεγάλωσα φυλάγοντας πρόβατα, ίσως, ίσως, ίσως, όλα με έκαναν και σήμερα παίζω. Και μάλιστα όχι παίζω αλλά γλεντάμε κιόλας! Μετά από κάθε ορειβασία, γυρνάμε, καθόμαστε και μ’ αυτό γλεντάμε, είναι και το όργανο του βουνού, έχει πολλά υπέρ και γι’ αυτό ασχολήθηκα μ’ αυτό.
Και πότε ξεκινήσατε να παίζετε φλογέρα;
Από μικρός, [00:20:00]απ’ το Δημοτικό, όχι ότι έπαιζα, αλλά κείνο, με τα δάχτυλά μου, τέσσερις τρύπες επαναλαμβάνω είχε αυτή η κόκκινη που είπα νωρίτερα, πάφλας, τσίγκινη ήταν. Και μετά, σιγά-σιγά... Εντάξει, τώρα φτιάχνω φλογέρα με αξιώσεις, σωστή στους τόνους κτλ., παίζει με ορχήστρα, δηλαδή μπορεί να βασιστεί ένα κλαρίνο επάνω στον τόνο μου.
Την ημέρα των αποκριών παίζατε πάλι όργανα; Υπήρχε μουσική;
Όχι. Αχ τι μου ’πες τώρα –συγγνώμη για τον ενικό!–, θυμάμαι λέγανε στο τάδε χωριό ήταν κομπανία, ζύγια που τα λέμε εδώ, ο τάδε και ο τάδε, ο τάδε με το κλαρίνο και ο τάδε με το ντέφι, τότε κλαρίνο, ντέφι, βιολί, αλλά κυρίως κλαρίνο και ντέφι και γίνονταν το γλέντι. Κι εγώ τους καλοτύχιζα και μετά ήμουν εγώ αυτός που έπαιζα στις απόκριες κτλ. Δηλαδή, ήτανε διπλή χαρά μεν, αλλά έβγαλα και το απωθημένο που χαιρόμουν που γλεντούσαν οι άλλοι στο άλλο χωριό κι εμείς δεν είχαμε και ήμουν εγώ αυτός που θα πρόσφερα το γλέντι.
Στις τζαμάλες που ανάβατε τότε στο χωριό τι άλλο κάνατε;
Ε, χορεύαμε γύρω, πειραζόμασταν... Α! Είχαμε κι ένα καλτσόν με στάχτη, προσπαθούσαμε, όμως, να μη στα μάτια, αυτό το θυμάμαι, σεβόμασταν, αλλά μπορεί να το κάναμε έτσι για να μη σε πλησιάζει ο άλλος. Ε, τίποτα άλλο το ιδιαίτερο, να περάσει. Α, θα είχαμε και λίγο φαγοπότι, καμιά τηγανιτά, καμιά πίτα, τι άλλο; Είπαμε, γουρούνια και τέτοια δεν ξέραμε, και κανένα ψητό, λίγα αυτά, γιατί δεν τα πολυέσφαζαν για να πάρουν... Και μάλιστα, τα έσοδα ήταν απ’ τα ζώα, όχι απ’ τα χωράφια. Τα χωράφια ήταν για την επιβίωση, για το ψωμί μονάχα, καλαμπόκι και σιτάρι. Τα έσοδα της οικογένειας ήταν απ’ τα ζώα, απ’ τις κότες, τα αυγά, το γάλα, το μαλλί, τότε ήταν ακριβό το μαλλί, τώρα μην κοιτάς το πετάνε στο ποτάμι, το γάλα και τα παράγωγα του γάλακτος. Ερχόταν στα Γιάννενα, πάλι θα το πω, οι γονείς μας με τα πόδια στο γαϊδουράκι καβάλα, φορτωμένο το γαϊδουράκι με ξύλα, με ξύλα και με βούτυρο και με αυγά και με τυρί και με τέτοια –έτσι;–, και στα Γιάννενα τους κορόιδευαν πάλι οι Γιαννιώτες εδώ οι πρωτευουσιάνοι. Άλλος του έλεγε: «Α, ξέρεις...», τον ανάγκαζε να το ανοίξει το βούτυρο, δεν το αγόραζε κάνεις και ήταν συνεννοούμενοι –αυτό συμπεραίνω εγώ κι εύχομαι να μην είναι κακία–, ώσπου περνούσε η ώρα κι έβγαινε ο ήλιος, ενώ έφευγαν από το χωριό νύχτα για να προλάβουν να είναι το πρωί εδώ, και δεν τους το ’παιρναν μέχρι που να πάει 23:00-00:00, οπότε και το βούτυρο θα έλιωνε, αλλά και δεν προλάβαιναν να πάνε στο χωριό και τους το έπαιρναν όσο-όσο. Μην πω και άλλες λεπτομέρειες. Και τα ξύλα, τον άφηνε εκεί ώρες-ώρες, αναγκαστικά τα πούλαγε φθηνότερα. Αυτά τράβαγε ο χωρικός και ο ξωμάχος.
H μητέρα σας μαγείρευε–
Κυρίως το μαγειρειό –συγγνώμη, δεν σε άφησα να μιλήσεις–, η μανούλα μου δεν προλάβαινε να μαγειρέψει, αν θα μας έφτιαχνε καμιά πίτα, καμία ιδιαιτερότητα. Το μαγείρεμα και το νοικοκυριό είχε πέσει στη γιαγιά, στη μάνα του πατέρα, στην πεθερά της μάνας μου, η οποία ήταν σκληρή στη μάνα μου, αλλά εκείνη μας μεγάλωσε όσον αφορά το υπηρέτειο το ενδοοικογενειακό, το ενδοσπιτικό, να πω. Δηλαδή, το μαγείρεμα και αυτά ήταν της γιαγιάς και στον κήπο. Η μανούλα μου είχε άλλες δουλειές, στα ζώα, πολλές δουλειές, σκληρή δουλειά. Μάλιστα, για τη μάνα μου λέγανε, η οποία θα το πω, ήταν αγία, κατά γενική ομολογία, δεν το λέω εγώ που ήταν μάνα μου, «Καλά αυτή η γυναίκα», λέει, «δεν ξέρει να περπατάει;». Για να προλάβει όλες τις δουλειές και όλα, όλα, όλα, το περπάτημά της δεν ήταν περπάτημα, ήταν τρεχάλα. Όλα τα έκανε βιαστικά και τρέχοντας να τα προλάβει όλα, και στα 81 της τελείωσε. Αυτά.
Σήμερα συμμετέχετε στην αναβίωση αποκριάτικων εθίμων;
Α, βέβαια! Και στο χωριό συνεχίζουμε κάνουμε φωτιές, χορεύουμε, αλλά και στα Γιάννενα, γιατί εγώ έζησα στο Αγρίνιο χρόνια και ήρθα, το 2000 ήρθα στα Γιάννενα, και ήμουν τυχερός, θεωρώ εγώ τον εαυτό μου τυχερό, γιατί απ’ τους πρώτους ανθρώπους που γνώρισα και γίναμε και φίλοι, με την έννοια της φιλίας, Δάμων και Φιντίας, με τον Γιώργο τον Μακρίδη, ο οποίος είναι γέννημα θρέμμα των Ιωαννίνων και ο όποιος ασχολείται πολύ με αυτά, με τα δρώμενα, και προσπαθώ πάντα να τα παντρέψω τα δύο. Πάω, δηλαδή, και στο χωριό τις απόκριες, επειδή εκεί τελειώνουμε γρηγορότερα, το υπόλοιπο είμαι στα Γιάννενα, στο Κάστρο, εκεί είναι η έδρα του Γιώργου, και ξημερώνουμε γλεντώντας, τραγουδώντας, χορεύοντας.
Πώς τον γνωρίσατε τον κύριο Μακρίδη;
Τον Γιώργο τον γνώρισα στο βουνό και μάλιστα θυμάμαι που τον πρωτοείδα: Είχαμε πάει στην Γραμμένη Οξυά, είναι ένα βουνό πάνω από Ναύπακτο, τέλος πάντων, δεν έχει σημασία, και περνούσε ο Γιώργος και μου είπαν: «Αυτός είναι ο Μακρίδης». Τέλος πάντων, δεν ξέρω, δέσαμε με τη μία, δέσαμε με τη μία, με τη μία. Ίσως έχουμε κοινά –όχι κοινά βιώματα, δεν έχουμε με τίποτα–, κοινά ενδιαφέροντα, κοινούς πόθους, κοινές ασχολίες, δεν ξέρω ποια άλλη λέξη να πω. Και ναι, με τη μία δέσαμε, κι εγώ επειδή έπαιζα φλογέρα, ο Γιώργος λέει μία λέξη η οποία δεν ταιριάζει, το έχω πει και με τον Γιώργο, ο Γιώργος το έβαλε στόχο αμέσως να μάθει ντέφι και τουμπερλέκι, κρουστό δηλαδή, και έμαθε κι έλεγε ο Γιώργος: «Θα μάθω», λέει, «για να πάω κόντρα στον Μήτσο» – όχι κόντρα, δεν είναι κόντρα αυτό, για να συνοδέψει, ας πούμε. Και τώρα στα γλέντια είμαστε «Ο Μήτσος και ο Γιώργος», με ντέφι και με φλογερά. Και όμως γίνεται γλέντι!
Όταν λέτε ότι έχετε κοινά, ας πούμε, μπορείτε να γίνετε πιο συγκεκριμένος;
Κοινά ενδιαφέροντα. Του αρέσει ο χορός, του αρέσει το νταραβέρι, του αρέσει η αναβίωση των εθίμων, του αρέσει η ορειβασία. Δηλαδή, είναι τα πάντα κοινά. Δεν μπορώ να πω άλλα, δηλαδή, κοινά. Και δέσαμε. Μιλάμε για δέσιμο, δύσκολο να βρεις τέτοιο δέσιμο σε ανθρώπους.
Μπορείτε να μου αναφέρετε κάποια από τα αποκριάτικα έθιμα τα οποία αναβιώνετε;
Α, Ο Γιώργος αναβιώνει πολλά, ένα εκ των οποίων είναι... πολλά-πολλά, στα οποία συμμετέχω πάντα εννοείται. Δύο θα αναφέρω, θα αναφέρω τον «Τζάρα». Ο Τζάρας ήταν ένα παλικάρι των Ιωαννίνων και τον υποδύομαι εγώ απάνω σε μία καρότσα αγροτικού ειδικά διαμορφωμένη, με ένα όπλο στα χέρια – όπλο, όχι όπλο, ένα ψεύτικο όπλο, ρε παιδί μου, και βγαίνανε στα μπαλκόνια, στα παράθυρα άνθρωποι και μας βλέπαν κι εγώ πυροβολούσα τις όμορφες και το χαίρονταν και κάναμε και χαβαλέ και αστεία! Και μια φορά –πωπώ!–, μια φορά έκανα τον μικροπωλητή, τον μπολιάρη –μπολιάρηδες ήταν οι ζητιάνοι από την Ορεινή Ναυπακτία, αν διαβάσουμε τον Καρκαβίτσα, εκεί θα τα βρούμε όλα περί μπολιάρηδων–, έκανα λοιπόν τον μπολιάρη, είχα –πώς το λένε;– μόστρα. Δηλαδή, είχα μπροστά μου μια τάβλα κρεμασμένη εδώ και απάνω είχα διάφορα μικροπράγματα, μικροπωλητής, να πουλάω, δεν είχα τίποτα κι έλεγα: «Πάρε». Το έκανα και μπολιάρικα εγώ, παραποιούσα και λίγο τη φωνή μου κι εκεί είδα: «Αχ, δεν έχω ψιλά...». Πωπώ! Τι γέλιο έκανα, αφού μου έρχεται τώρα και γελάω: «Δεν έχω ψιλά, μωρέ, παιδί μου», μου ’λεγε ο άλλος, με απόφευγε, νόμιζε ότι είμαι πραγματικός μικροπωλητής. Ναι, ναι, αυτές οι δυο περιπτώσεις ή, ξέρω γω... Αυτές οι δυο εικόνες μού έμειναν: του Τζάρα και του μικροπωλητή. Ή, άλλες φορές, ανεβαίνουμε διασχίζοντας, από το Κάστρο ξεκινάμε, γιατί είπαμε ότι ο Γιώργος είναι... είπαμε ότι κάνω στα Γιάννενα, σημαία είναι ο Γιώργος κι εγώ συμμετέχω πάντα. Ξεκινάμε απ’ το Κάστρο, λοιπόν, και τελειώνουμε στην πλατεία, που γίνεται μετά η μάζωξη όλων των... ντυμένων, δεν μου έρχεται η λέξη τώρα να το πω, γιατί από κάθε γωνιά βγαίνουν και άλλοι. Από κάθε γωνιά, από κάθε δρόμο, από κάθε συνοικία. Διασχίζουμε τα Γιάννενα απ’ το Κάστρο μέχρι την πλατεία τραγουδώντας, κι άλλα συγκροτήματα, αλλά εμείς με το δικό μας ντέφι και φλογέρα. Αυτό.
Το έθιμο του Τζάρα πώς ακ[00:30:00]ριβώς προετοιμάζεται;
Α, εγώ δεν ξέρω πώς προετοιμάζεται, εγώ απλά μου λέει ο Γιώργος: «Θα κάνεις τον Τζάρα;», «Θα τον κάνω», δεν υπήρχε περίπτωση να του πω όχι. Και απλά μου ’λεγε ο Γιώργος τι θα φορέσω, μου τα ’χε έτοιμα ο Γιώργος και ανέβαινα στην καρότσα και ήμουν ο Τζάρας.
Εσείς τι φορούσατε;
Φουστανέλα, τη στολή εκείνης της εποχής και απλά κι ένα όπλο, γιατί, αν θυμάμαι, δεν θυμάμαι καλά την ιστορία του Tζάρα, ο Tζάρας ήταν αυτός που υπερασπίζονταν τις κατώτερες τάξεις, τους φτωχούς. Το είπα εν ολίγοις, αλλά νομίζω αυτός ήταν ο Tζάρας
Ο κόσμος πώς σας υποδέχεται;
Τι να σου πω;! Δηλαδή, είναι ανάταση ψυχής, ρε παιδί μου, όταν το υποδύεσαι, όταν διασχίζουμε, είπαμε διασχίζουμε τα Γιάννενα επάνω στην καρότσα, και γύρω-γύρω φίλοι και ο κόσμος χειροκροτούσε απέξω μαζεύονταν, ξέρω γω, πολλοί, δηλαδή στιγμές ευχάριστες, στιγμές ευχάριστες. Για γέλιο, για χαβαλέ, απόκριες γαρ, αυτά.
Ευτράπελα περιστατικά έχετε δει να συμβαίνουν;
Όχι, δεν θυμάμαι κάτι, μπορεί να είδα, δεν θυμάμαι τώρα. Γιατί μπορεί να πέρασαν και ξώπετσα, να τα παραβλέπαμε, ξέρω γω, δεν θυμάμαι κάτι.
Τα κάλαντα του Λαζάρου τα λέγατε μικρός στο χωριό;
Α, ναι! Όχι μόνο τα λέγαμε στο χωριό, αυτό περιμένουμε περισσότερο. Είδες που είπαμε γρηγορότερα για Θεοφάνια και τέτοια δεν είχαμε, αλλά τα κάλαντα του Λαζάρου ήταν.... Καταρχάς, επειδή, είπα γρηγορότερα, το χωριό μας είχε μεγάλη έκταση, δεν υπήρχε περίπτωση να μην πάμε σε όλα τα σπίτια και στα σπίτια του διπλανού χωριού, που είπαμε ήταν κοντά, ήμασταν στα σύνορα προς τα δικά μας κι ήμασταν ίσως και πιο κοντά με εκείνους παρά με τους άλλους χωριανούς. Βέβαια! Και τα θυμάμαι κιόλας, λέγαμε πολλά «λαζάρια», πολλά τραγούδια γύρω απ’ τον Λάζαρο. Θυμάμαι, χαρακτηριστικά, εγώ πήγαινα με τον φίλο μου και ξάδερφο, αλλά όχι πολύ ξάδερφο, φίλο, τον Μάνθο. Και ή θα ερχόταν αυτός στο σπίτι μου να κοιμηθεί και να ξεκινήσουμε από κει το πρωί ή θα πήγαινα εγώ στο σπίτι του. Και θυμάμαι μία φορά πήγα εγώ στο σπίτι του και θα ξεκινάγαμε το πρωί, και το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε, είτε γιατί αρχίσαμε τα αστεία, κοιμηθήκαμε μαζί στο ίδιο... πού κρεβάτι; Όχι κρεβάτι, στρωματσάδα εννοείται, κρεβάτι δεν είχαμε τότε –κρεβάτι δεν είχαμε στα πρώτα μου χρόνια, μετά όταν μεγάλωσα είχαμε κρεβάτι, τα θυμάμαι τα κρεβάτια, υπάρχουν ακόμα στο παλιό μου σπίτι, δεν είπα μέχρι τώρα–, και όλο το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε, ή γιατί λέγαμε αστεία και γελούσαμε, ή γιατί είχαμε την αγωνία πότε θα ξημερώσει να πάμε στον «Λάζαρο», ή γιατί και τα δύο, ή γιατί έσωσε και ξαγρυπνήσαμε και δεν μας κόλλησε ύπνος. Πάντως δεν κοιμηθήκαμε όλο το βράδυ. Και τι παίρναμε; Αυγά. Κι όπου ευχαριστιόταν τον «Λάζαρο» ή όποιος είχε πιο πολλές κότες μάς έδινε δυο αυγά, και ήταν και –επειδή γυρνάγαμε όλη μέρα, κάπου έπρεπε να φάμε–, ήταν κάποια σπίτια, τους θυμάμαι τώρα, παράδειγμα στην Μητρομπάσαινα, είπα όνομα τώρα εγώ, θα τρώγαμε οπωσδήποτε όλα τα «λαζαρούδια» –λαζαρούδια, μας έλεγαν–, θα τρώγαμε όλα τα λαζαρούδια και στη γιαγιά μου, η γιαγιά μου ήταν αυτή. Στο χωριό –συγγνώμη, δεν θέλω να θίξω, ρε παιδί μου–, δεν θυμάμαι που τρώγαμε στο χωριό επάνω, γιατί είπαμε ήταν χωριό και κάμπος, άνω και κάτω, δηλαδή εμείς το λέγαμε χωριό το απάνω, εκεί δεν θυμάμαι που τρώγαμε, ήταν κάποιες οικογένειες, επαναλαμβάνω, που οπωσδήποτε εκεί θα έτρωγες, γιατί όλη μέρα τα λαζαρούδια κουράζονταν κι έπρεπε κάπου να φάνε. Και θυμάμαι μία άλλη λεπτομέρεια: Είχαμε τα κυπριά και ο ένας το καλάθι, και θυμάμαι, μια φορά ένας ξάδερφος –τώρα αυτό που θα πω είναι και λίγο σιχαμερό αλλά θα το πω– σκούπισε τη μύτη του και η μύξα έπεσε μες στο καλάθι κι εμείς νομίζαμε κάποιο αυγό έσπασε όπως είναι σαν το ασπράδι απ’ το αυγό και βγάζουμε τα αυγά και ψάχνουμε και ψάχνουμε και δεν ήταν κανένα αυγό σπασμένο και καταλάβαμε ότι τελικά ήταν από αυτόν! Καλά, να μην το πω πάλι.
Υπήρχε μακρά παράδοση στο χωριό σε ό,τι αφορά τα κάλαντα του Λαζάρου;
Ναι, από παλιότερους, και μάλιστα λέγαμε και τα ίδια. Τώρα είναι ένας 85 και μου το λέει όπως το λέω εγώ, ναι, ναι, αυτά, πολλή παράδοση. Και ο πατέρας μου και ο παππούς μου τον «Λάζαρο» τον είχαν. Γιατί εγώ θα δώσω κι άλλη ερμηνεία, τώρα μου ’ρχεται, γιατί ήταν και η κονόμα, έπαιρναν δεκάρες, πενηνταράκια τότε ή και δεκαρούλες, και αυγά, κάνα καρυδάκι, κανένα αμυγδαλάκι, τέτοια. Άρα, ισχύει η λέξη κονόμα τώρα, αλλά για την εποχή και για την ηλικία μας ήταν κονόμα. Ίσως, λοιπόν, μπορεί να ήταν το τερπνόν μετά του ωφελίμου!
Αυτά που σας έδιναν, είτε τα φαγητά είτε τα χρήματα, εσείς τι τα κάνατε;
Τα χρήματα τα κρατούσαμε εμείς. Τώρα, τι τα κάναμε: παίρναμε κανένα μολύβι και κανένα τετράδιο, τα αυγά τα δίναμε στην οικογένεια, τα καρύδια τα τρώγαμε. Αυτά. Μπορεί να περνάγαμε και από κανέναν κήπο, γιατί ήταν πάντα εποχή άνοιξη και παίρναμε και κανένα σκόρδο, το θυμάμαι σαν τώρα. Εντάξει, όχι να το κλέψουμε, ή ρωτούσαμε, εντάξει, σιγά, περνάμε ένα σκόρδο, δεν μας έλεγε κάνεις όχι γιατί όλοι είχαν, ναι.
Το τραγούδι των καλάντων από πού το διδαχτήκατε; Από ποιον;
Από γενιά σε γενιά. Άκουσα εγώ τον μεγαλύτερο, τον αδερφό μας, να πω, εκείνος το άκουσε από τον άλλον μεγαλύτερο, ο άλλος το άκουσε από τον πατέρα μου, από γενιά σε γενιά αυτό, από στόμα σε στόμα, δεν γράφτηκαν ποτέ. Εγώ επιχείρησα να τα γράψω και είναι λάθος μου που δεν τα ’γραψα για να μείνουν, γιατί τώρα... Εδώ θέλω να πω κάτι: Η γενιά μας κουβαλάει μεγάλη ευθύνη, γιατί είναι η τελευταία γενιά που έζησε στο χωριό, μετά τα χωριά ρήμαξαν, εμείς είμαστε που έχουμε βιώματα απ’ το χωριό, κι έπρεπε αυτά να τα γράψουμε να μείνουν. Γιατί τώρα, άμα τελειώσω εγώ, άμα δεν υπάρχω, άμα πεθάνω εγώ, δεν θα πει άλλος τον «Λάζαρο» απ’ το χωριό μου, οπότε θα χαθεί. Μάλλον έκανα λάθος κι έπρεπε να τα γράψω, γιατί δεν γράφω γενικά στη ζωή μου, δεν άφησα κάτι, όμως αυτά θα έπρεπε να γραφτούν έστω και ελαφρώς, αυτά γύρω απ’ αυτά, όχι κάνα βιβλίο, δηλαδή, καμιά πραγματεία. Θα μπορούσα να τα γράψω.
Τα κάλαντα που λέγατε ήταν συγκεκριμένα του δικού σας χωριού ή τα έλεγαν και σε άλλες περιοχές;
Ναι, που, τώρα με ρώτησες, ωραίο πράγμα! Θα μιλήσω και λίγο ευρύτερα. Εγώ έλαχε να είμαι και χορευτής και θα πω και σε αυτό. Ξέρεις, έναν χορό, ας πούμε –θα φτάσω, δεν ξεφεύγω για τα κάλαντα–, ξέρεις, εμείς έχουμε έναν χορό, ρε παιδί μου, και λέει: «Α, εμείς στο χωριό μας το χορεύουμε έτσι», ή λέμε ένα τραγούδι: «Εμείς στο χωριό μας το λέμε έτσι», δηλαδή θέλουν να ’χει τη σφραγίδα του χωριού τους. Το ίδιο και για τον «Λάζαρο». Παράδειγμα, η σύντροφός μου είναι από διπλανό χωριό και όμως λεπτομέρειες, μικρολεπτομέρειες και μικροδιαφορές υπάρχουν και στα κάλαντα του Λαζάρου. Δηλαδή, μία λεξούλα. Υπάρχει ένα χωριό εδώ έξω η Κοπάνη, η οποία αναβιώνει όχι τα κάλαντα του Λαζάρου, στον Λάζαρο πάνε, τα Πάθη της Μεγάλης Παρασκευής, αυτό έχει βγει, το διέσωσαν, το βγάλαν έξω, το διέσωσαν, για να μη λέω άλλα, και πάμε κι εκεί και συμμετέχουμε με τον Γιώργο. Λένε ένα τραγούδι για τα Πάθη της Μεγάλης Παρασκευής, στο οποίο κατά 60-70% μοιάζει με το δικό μας, αλλά έχουμε και μικροδιαφορές. Είναι αυτό που είπα γρηγορότερα, ότι: «Ξέρεις, εμείς στο χωριό μας το λέμε έτσι». Ήθελε, δηλαδή, ο καθένας –συγγνώμη, λέω τα ίδια– να βάλει τη σφραγίδα του δικού του χωριού στο καθετί.
Εσείς μπορείτε να μου απαγγείλετε ένα απόσπασμα από τα κάλαντα που λέγατε;
Α, καταρχάς, θέλω να σου πω πως τα λέμε με τον Γιώργο. Με τον Γιώργο τα λέμε κάθε χρόνο, έχουμε απ’ το 2007 που τα λέμε ανελλιπώς, έναν χρόνο μόνο, νομίζω... όχι, όχι, το είπαμε, πήγαμε στον νομάρχη και στον δήμαρχο και το είπαμε και τώρα που περνάγαμε τον κορονοϊό. Εγώ έζησα χρόνια στο Αγρίνιο και το είχα μεράκι, δεν υπολόγιζα να έρθω εγώ στα Γιάννενα, άλλοι λόγοι, για άλλους λόγους ήρθα, είχα, όμως, μεράκι να πω τον «Λάζαρο», τα κάλαντα του Λαζάρου και τώρα που μεγάλωσα, μεγάλος [00:40:00]δηλαδή. Όταν ήρθα στα Γιάννενα και μετά από μερικά χρόνια λέω στον Γιώργο: «Ήθελα ρε Γιώργο», λέω, «να πω τα κάλαντα του Λαζάρου και είχα έναν ξάδερφο» –εκείνον που σου είπα νωρίτερα που ήμασταν αγαπημένα και μας έδωσε την καρπαζιά ο δάσκαλος– «είχα έναν ξάδερφο...», του λέω, δεν πρόλαβα να του πω του Γιώργου, δεν τελείωσα τη φράση μου: «Εγώ», μου λέει ο Γιώργος και δεν το σκέφτηκα: «Εγώ», με τη μία δέσαμε κι εκεί. Και μου λέει, άρεσε το τραγούδι να το πω τώρα, τα λόγια, δηλαδή, του Λαζάρου, άρεσαν κιόλας στο Γιώργο και μάλιστα μου ’πε και γιατί, γιατί έχει δυο ρυθμούς, έναν λυπητερό-καθιστικό ρυθμό και έναν ρυθμικό. Και γι’ αυτό αρέσουν πολύ στον κόσμο. Κι εγώ το εισπράττω αλλά περισσότερο το εισπράττει ο Γιώργος, γιατί ο Γιώργος δεν ήξερε, δεν έλεγε «Λάζαρο», και συγγνώμη, είπα πολλές φορές τον Γιώργο, τώρα θα έχει λόξιγκα ο Γιώργος, να είναι καλά! Ναι, ναι, και το λέμε, φτιάξαμε και λαζαρίνα δική μας, λαζαρίνα είναι τα κυπριά, σε μια σανίδα, δεν ξέρω πόσοι ξέρουν ή πόσοι δεν ξέρουν τι είναι η λαζαρίνα ή πώς λέμε τον Λάζαρο. Ο Λάζαρος τραγουδιέται, τα κάλαντα του Λαζάρου τραγουδιώνται με συνοδεία κυπροκούδουνων. Εμείς φτιάξαμε δικά μας, δικιά μας ζυγιά, δικιά μας λαζαρίνα. Και πήγαμε στην Παραμυθιά, τα αγοράσαμε, γιατί η Παραμυθιά φημίζεται για αυτά, για τα κυπριά. Και μάλιστα είχα και μία κουδούνα εγώ, η κουδούνα δεν την αγοράσαμε, την είχα εγώ απ’ τον πατέρα μου, ο οποίος είχε βρει, και είναι ένα θηρίο πράγμα, δεν την κουβάλαγε κριάρι, ο πατέρας μου είχε πει ότι είναι από αγελάδια. Θηρίο κουδούνι, μία αγκαλιά κουδούνι, κουδούνα.
Μπορείτε να μου πείτε περιγράψετε ακριβώς πώς είναι η λαζαρίνα και πώς τη φτιάξατε εσείς, με ποιον τρόπο;
Α! Εγώ την έφτιαξα: Μία σανίδα φαρδιά, στις τέσσερις γωνίες είναι τέσσερα κυπριά, άλλο κύπρος άλλο το κουδούνι, ίσως αυτά χάνονται – θα γυρίσω, να βάλω μια παρενθεσούλα εδώ: Όταν ήμουν δάσκαλος και υπηρετούσα ακόμα, έλεγα στις μανάδες να δίνουν στα παιδιά τους να διαβάσουν Κρυστάλλη και οι ίδιες να διαβάσουν Κρυστάλλη, γιατί πιστεύω ότι η γλώσσα μας φτωχαίνει, λείπουν οι λέξεις «του βουνού και της στάνης», γιατί έτσι το λέει και ο Κρυστάλλης. Στις τέσσερις γωνίες, λοιπόν, της σανίδας βάζουμε τέσσερα κυπριά και στη μέση το κουδούνι. Και τα χτυπάμε ρυθμικά, όταν είναι ρυθμικό και ανά τρεις χτύπους... Άμα θέλεις, την έχω τη λαζαρίνα, εδώ την έχω, το χτυπάμε κιόλας μετά για λίγο, σαν άκουσμα, κι αυτό είναι... Συγγνώμη, τώρα το έχω στο υπόγειο.
Η διαφορά που είπατε μεταξύ των κουδουνιών και τα κυπριά, τέλος πάντων, ποια είναι;
Τι εννοείς; Δεν κατάλαβα. Αν είναι μεγάλα ή μικρά;
Δεν κατάλαβα, νομίζω αναφέρατε ότι είναι άλλο πράγμα οι κουδούνες, τα κουδούνια και άλλο τα κυπριά.
Ναι, συγγνώμη, άλλο είναι το κουδούνι, άλλο ο κύπρος, αυτό, γιατί πολλοί: «Τι είναι τα κυπριά;», λένε. Άμα δεν είδαν κοπάδια... το άλλο είναι το κουδούνι και μάλιστα το κουδούνι το φόραγαν στον τράγο, είχαν έναν τράγο που πήγαινε μπροστά και κουβάλαγε το κοπάδι και ο τράγος, επειδή έχω τέτοια βιώματα, έχω τέτοια βιώματα, δηλαδή το λέω και μου ’ρχονται τώρα εικόνες μπροστά μου, περνάνε εικόνες μπροστά, μάλιστα ο ίδιος ο τράγος έσερνε καμάρι, ήξερε ότι είχε καμάρι, ήξερε ότι κουβάλαγε το κοπάδι, του φώναζε μία φορά ο πατέρας, ο τσομπάνος, ο πατέρας μου λέω εγώ τώρα, του φώναζε μια φορά, μπορεί να ήξερε και το όνομά του και «παπ» έβγαινε μπροστά και τράβαγε το κοπάδι, φοβερά πράγματα αυτά. Αυτά δεν μπορεί να τα νιώσει κάποιος, ρε παιδιά, άμα δεν έχει βιώματα τέτοια, άμα δεν τα έζησε αυτά. Να, τώρα μου ’ρθαν εικόνες, πόσες εικόνες! Ευχαριστώ!
Αν θέλετε, μπορείτε να τις περιγράψετε τις σκέψεις σας.
Ε, τι να πω πολλά, πολλά, πολλά, πολλά! Ναι! Μάλιστα, θυμάμαι είχε έναν τράγο ο πατέρας μου, και τώρα τον έχω εικόνα, ήταν το πιο όμορφο τραγί που είχε όσο ήμουν εγώ παιδί και όσο είχε αυτός γίδια, γιατί όταν, μεγάλος εγώ, γύρω στα 20 μου, τότε ο πατέρας μου τα πούλησε τα γίδια κι έκανε λίγα πρόβατα, άρχισε να μεγαλώνει κι αυτός, να γεράζει, αλλά θυμάμαι είχε έναν κόκκινο τράγο, όχι κόκκινο, κοκκινο-καφε-πορτοκαλί, δεν μπορώ να το αποδώσω καλά, τον έχω εδώ εικόνα. Ε, εκείνο ήταν και του πατέρα μου το καμάρι, το είχε και το καμάρωνε, και μάλιστα θα μίλαγε με άλλους γύρω απ’ το κοπάδι ή τα βόδια. Πωπώ! Για χωράφια δεν είπαμε, είχε το καλύτερο ζευγάρι ο πατέρας μου και θυμάμαι άφηναν το αλέτρι και το ’χαν καμάρι ποιο ζευγάρι είναι καλύτερο – συγγνώμη, δεν είναι εγωιστικό αυτό, είναι γεγονός, δηλαδή άφηνε το αλέτρι και τα βόδια έβγαζαν την αυλακιά πέρα χωρίς να κρατήσει το αλέτρι, και οι άλλοι τον θαύμαζαν και του έλεγαν «Μπράβο» –ο πατέρας μου λεγόταν Θεοφάνης, αλλά Φώτη τον φώναζαν–, του ’λεγαν: «Μπράβο, Φώτη, αυτό είναι ζευγάρι!», ναι.
Τελικά, θα θέλατε να μου πείτε ένα απόσπασμα από τον «Λάζαρο»;
Τον «Λάζαρο»; Να το τραγουδήσω ή λόγια;
Ναι, όπως προτιμάτε.
Δεν έχω θέμα, ναι, θα πω όχι όλο με τη σειρά...
Αν το τραγουδήσετε καλύτερα, αλλά όπως θέλετε.
...όχι όλο με τη σειρά, θα πω τη μελωδία απ’ το ρυθμικό κι ένα κομμάτι του τραπεζιού που λέμε, το αργό. Δεν είπα καλές... ναι, το ρυθμικό καλά το λέω, αλλά η άλλη λέξη δεν μ’ αρέσει, τέλος πάντων: «Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγιαήρθε και μια γιορτή μεγάλη και άγια». Έτσι ξεκινάει –συγγνώμη τώρα–, αυτό είναι το ρυθμικό, και παρακάτω λέει ότι πήγαν και του είπαν ότι πέθανε ο Λάζαρος και τους ζήτησε ο Χριστός να του δείξουν τον τάφο –να μην το πω όλο τώρα γιατί θα πάρει χρόνο, είναι γύρω στα εφτά λεπτά–, και το καθιστικό, λοιπόν, το μη ρυθμικό, τέλος πάντων, είναι: «Τότε ο Χριστός δακρύζει («νταν», «νταν», «νταν», η λαζαρίνα)και τον Άδη φοβερίζει («νταν», «νταν» κτλ.) Άδη, Τάρταρε και Χάρεδεύρω έξω, Λάζαρε μου...». Αυτή η φράση έχει μείνει και παροιμιώδης, το λένε: «Δεύρω έξω» λέμε καμιά φορά σε κάποιον, ναι.
Ωραίο.
Δεν είμαι και σε φόρμα τώρα να το πω, γιατί η φωνή μου δεν πάει.
Την πρώτη φορά που βγήκατε με τον φίλο σας να πείτε τα κάλαντα στα Γιάννενα τη θυμάστε;
Θυμάμαι, όχι δεν μπορώ να πω ότι θυμάμαι συγκεκριμένα, αλλά θυμάμαι ότι χάρηκε πολύ ο Γιώργος γιατί δεν είχε ξαναπάει. Κι εκείνο, δηλαδή η χαρά του Γιώργου είναι διπλή χαρά για μένα –λέω τα ίδια–, είμαστε τόσο δεμένοι και τόσο φίλοι. Και το χαιρόμουν πολύ εγώ που χαιρόταν αυτός. Ναι.
Εσείς γιατί θέλατε συγκεκριμένα να ακουστούν τα κάλαντα του Λαζάρου στην πόλη των Ιωαννίνων;
Α, όχι στην πόλη των Ιωαννίνων δεν το είχα τόσο μεράκι, απλά μας βγήκε για την πόλη των Ιωαννίνων, απλά να λέω τον «Λάζαρο», έστω και στο χωριό μου. Παρόλο που είχε ήδη διαλυθεί, είχε ρημάξει, πώς ρήμαξαν τα χωριά, αλλά μας βγήκε να το λέμε στα Γιάννενα. Πήγαμε και στο χωριό, πήγαμε και στο χωριό μου, πήγαμε δυο-τρεις φορές, από το '07, επαναλαμβάνω, αρχίσαμε, πήγαμε δυο-τρεις φορές και στο χωριό. Είχαμε πάει στον πατέρα μου, στον παπά του χωριού, στην ξαδέρφη, θυμάμαι, στις δυο ξαδέρφες εκεί, και σε άλλους νομίζω πήγαμε και σε όλο το χωριό τότε, τα πρώτα χρόνια, αν όχι το '07 που ήταν πρώτη φορά, ίσως και την πρώτη φορά, τέλος πάντων, δεν θυμάμαι, πήγαμε όμως και στο χωριό. Εκεί είχα εγώ την επιθυμία να τα αναβιώσω. Εντάξει, μας βγήκε μετά στα Γιάννενα, μας βγήκε στα Γιάννενα. Και πάμε σαν Σύλλογος του Κάστρου.
Πριν το '07, στο χωριό σας είχαν σταματήσει να λέγονται τα κάλαντα του Λαζάρου;
Δεν ξέρω, για να μην λέω ανεύθυνα πράγματα, δεν ξέρω γιατί δεν ζούσα στο χωριό. Του Λαζάρου δεν ήμουν στο χωριό, ώσπου να τελειώσουμε το σχολείο, η γυναίκα μου ήταν από το Μενίδι – είναι συγγνώμη, οπότε μέναμε εκεί κάνα δυο μέρες, οπότε ερχόμασταν μετά τη Μεγάλη Εβδομάδα. Δηλαδή, «Λάζαρο» δεν είχα ζήσει στο χωριό, απλά είχα την επιθυμία να τον αναβιώσω.
Εκεί πώς σας υποδέχτηκαν στο χωριό οι συγχωριανοί σας;
Α, μετά χαράς, εννοείται, μετά χαράς και τίποτα άλλο. Δεν ξέρω, καλύπτει το «μετά χαράς».
Στα Ιωάννινα τώρα, σε ποια σημεία της πόλης πηγαίνετε και λέτε τα κάλαντα;
Καταρχάς, οπωσδήποτε κάναμε μια παρατυπία, να πω, πάμε την Παρασκευή, ενώ του Λαζάρου είναι το Σάββατο, πάμε την Παρασκευή[00:50:00] για να πάμε σε υπηρεσίες. Είχαμε πάει στην αστυνομία κάνα δυο φορές, οπωσδήποτε όμως θα πάμε στον νομάρχη, οπωσδήποτε θα πάμε στον δήμαρχο, οπωσδήποτε θα πάμε σε φίλους μας που μας το ζητάνε, μας το ζητάνε, στην τράπεζα, σε τράπεζες και σε άλλες υπηρεσίες. Σε σχολείο – ω, τι είπα τώρα! Σε σχολεία. Και μάλιστα, βγαίνουν και παραπονεμένοι, δεν προλαβαίνουμε όλα. Θα πάμε σε πέντε, οχτώ, δέκα επιλεκτικά. Του χρόνου θα πάμε σε άλλα και αν δεν πάμε μας παραπονιόνται, μας μαλώνουν, καλοπροαίρετα εννοείται, το αποζητάνε. Εκεί. Και μετά, το Σάββατο, πάμε σε φίλους που κάνουμε λίστα: «Εκεί, εκεί, εκεί θα πάμε» ή, ξέρω γω, περνώντας: «Δεν θα το πείτε σε μας;». Δηλαδή, και πάλι και απ’ τον κόσμο. Συγγνώμη, αυτή είναι η μία πλευρά του νομίσματος, η άλλη πλευρά είναι: ο άλλος μπορεί να περάσουμε στο μαγαζί και να κοιτάξει αλλού, υπάρχουν και τέτοιοι, αλλά οι πιο πολύ, γιατί αν ήταν... Είδες που λέει: «Αν είσαι αποδεκτός από παντού είναι πρόβλημα, αν δεν είσαι αποδεκτός από κανέναν πάλι είναι πρόβλημα». Εντάξει, περνάς απ’ το μαγαζί απέξω, ο διπλανός λέει: «Ρε παιδιά, δεν θα πείτε σε μένα;», ο άλλος αδιαφορία. Έτσι είναι η κοινωνία.
Στα σχολεία τα παιδιά πώς αντιδρούν όταν σας βλέπουν ντυμένους να λέτε τα κάλαντα;
Ναι, το χαίρονται, το χαίρονται, πολύ το χαίρονται, αλλά να πω ένα άλλο δρώμενο: Πήγαμε πολλές φορές σε σχολεία τον «καλαντζή» ή τον «γανωτσή», γανωτή. Γανωτής είναι αυτός που καλάλιζε τα χαλκώματα. Κάποτε δεν είχαμε ανοξείδωτα, τα καλαλίζαμε, ακόμα και το κουτάλι, θυμάμαι εγώ κουτάλια καλαλισμένα. Και δεν είναι προ Χριστού, 75 χρόνων άνθρωπος είμαι, οπότε χθεσινά πράγματα μιλάμε. Τέλος πάντων, τι ήταν ο γανωτσής; Ένας υποδύεται τον γανωτή, γανωτσή τον λέμε εμείς, και πάνε διάφοροι να γανώσουν τα αγγειά τους, ταψιά, κατσαρόλες κτλ., τέντζερες – τέντζερη τη λέγαμε εμείς, δεν ξέραμε κατσαρόλα τότε, και δεν δίνει και τόσο σημασία ο γανωτής, κι έρχεται μία ωραία κοπέλα και τρελαίνεται, σκοτώνεται να την εξυπηρετήσει. Το είπα πολύ συνοπτικά, αυτό είναι απαθανατισμένο, αλλά θέλω να το βρω, να το δω, κακώς δεν το... Τέλος πάντων, αυτό.
Αυτό ποια μέρα γίνεται;
Στις απόκριες εδώ στα Γιάννενα, ναι. Αυτόν τον υποδύθηκα αρκετές φορές, χρόνια πολλά, και, σου είπα, παρόλο που δεν είχα ζήσει στα Γιάννενα, δεν με ήξερε κανείς και δεν ένιωσα καλά, γιατί έχασα τους φίλους μου, τις παρέες μου, τις δραστηριότητές μου, τις εκεί, αλλά τις βρήκα εδώ σιγά-σιγά. Και σε αυτό –και το τονίζω και το χρωστάω– με βοήθησε πολύ ο Γιώργος, ο Γιώργος ο Μακρίδης, τελείωσε.
Σε γηροκομεία ή άλλα φιλανθρωπικά ιδρύματα πηγαίνατε για να πείτε τα κάλαντα του Λαζάρου;
Να το πω με κεφαλαία: ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ! Κι άμα σου πω πώς μας περιμέναν! Αλλά εκείνο που... και βούρκωσα κιόλας, ο Γιώργος έχει έναν αδερφό στην Αμερική, ο Γιώργος επί τριάντα πέντε χρόνια πάει κάθε Χριστούγεννα στην Αμερική στον αδερφό του. Το '13 ή το '17 πήγαμε μαζί και έκτοτε πήγαμε τέσσερις φορές μαζί, όχι απανωτά, το '13, το '17 και το '19, τρεις φορές και άλλη μία ενδιάμεσα, τέλος πάντων, πήγαμε τέσσερις φορές. Και πάντα εκεί πηγαίναμε σε ένα... εκεί λέγαμε τα κάλαντα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, πηγαίναμε σε φίλους, όπου μας πήγαινε ο αδερφός του Γιώργου, σε συλλόγους. Αλλά εκείνο που θα μας μείνει αξέχαστο, και επαναλαμβάνω, ήταν το γηροκομείο. Πωπώ! Όχι υποδοχή, όχι χαρά, δεν περίμεναν στη ζωή τους να ακούσουν κάλαντα ελληνικά... Α, εντωμεταξύ πηγαίναμε και με στολές, εγώ την ηπειρώτικη, όχι φουστανέλα, την τσακτσίρα, δεν ξέρω πόσοι ξέρουν, την μπουραζάνα, τέλος πάντων, ή τσακτσίρα, όπως τη λέμε, την ηπειρωτική και ο Γιώργος τη μετσοβίτικη, γιατί ο Γιώργος, η ρίζα του Γιώργου, ο πατέρας του είναι Πόντιος και η μάνα του Μετσοβίτισσα και έχει φτιάξει στολή μετσοβίτικη. Ναι, τέλος πάντων, μιας και αναφέραμε γηροκομεία, και εδώ το χαίρονταν αλλά εκεί πολύ πολύ πολύ περισσότερο!
Μπορείτε να μου περιγράψετε μερικές αντιδράσεις των ανθρώπων, κάποιες εικόνες;
Να μας αγκαλιάζουν. Α, εντωμεταξύ εγώ πάντα είχα και τη φλογέρα μου στο ζωνάρι μου, καθόμασταν και γλεντούσαμε –για την Αμερική μιλάω–, το εισπράττεις, το ευχαριστώ που σου λένε δεν είναι ευχαριστώ κρύο, είναι ζεστό, είναι αγκαλιά, είναι ζέστη που βγαίνει από την ψυχή μέσα, δεν μπορώ να πω άλλα.
Αυτό τι σας κάνει να αισθάνεστε εσείς;
Εγώ έχω ένα δικό μου ρητό, νομίζω πως είναι δικό μου γιατί δεν... «Πετάει η ψυχή μου από χαρά όταν χαρά χαρίζω!». Νομίζω πως είναι δικό μου, εκτός αν το άκουσα και το έκλεψα, ζητώ συγγνώμη, αλλά δεν το άκουσα αλλού. Κι αλλού που το είπα λέει: «Πού το άκουσες αυτό;», άρα είναι δικό μου, ναι. Υπάρχει κι ένα άλλο, το οποίο δεν το οικειοποιούμαι: «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από τη χαρά που δίνεις». Βέβαια! Άρα, μπορεί να χαίρονταν εκείνοι, εμείς εισπράτταμε και ζούσαμε και βιώναμε μεγαλύτερη χαρά ίσως από εκείνους, από τους απέναντί μας, από αυτούς που μας άκουγαν, αυτούς που μας αισθάνονταν.
Ουσιαστικά τα έθιμα, δηλαδή, μας φέρνουν πιο κοντά; Είναι αυτός ο σκοπός;
Εδώ μπορεί να ισχύει: «Ο λαός που ξεχνάει την ιστορία του είναι καταδικασμένος προς αφανισμό και ο λαός που ξεχνάει τα ήθη και τα έθιμά του!», μπορεί να ισχύει και σε αυτό, να είναι καταδικασμένος προς αφανισμό. Ε, βέβαια, πρέπει να μείνουν αυτά. Και το άλλο μεγάλο λάθος είναι αυτό που είπα γρηγορότερα, χάνουμε λέξεις, χάνονται λέξεις της επαρχίας, του χωριού, μην κοιτάς που τις λένε χωριάτικα οι άνθρωποι του χωριού, όμως η ρίζα είναι αρχαιοελληνική στις πιο πολλές λέξεις, δεν είναι αυτό μονάχα, αλλά στην κουβέντα μας, σε μια συζήτηση, ξέρω γω, σε μια κουβέντα φιλική, ακόμα και στο ανέκδοτο, ο άλλος αμολάει και δυο-τρεις ξένες μέσα για να δείξει επίπεδο, για να δείξει... εγώ διαφωνώ κάθετα. Και θυμάμαι, μάλιστα –τη γλώσσα μας, πρότεινε την, πρόβαλλέ την, μιλά την–, θυμάμαι κάποτε ένας δημοσιογράφος μίλησε στον αέρα, ήταν λέει στην Ισπανία και ρώτησε μια κυρία στον δρόμο, κάτι τη ρώτησε στα αγγλικά. «Σας παρακαλώ, κύριε», του είπε εκείνη, «στη γλώσσα μου». Εμείς δεν το λέμε ποτέ αυτό, εμείς προσπαθούμε να μην είναι στη γλώσσα μας, δεν ξέρω αν το είπα, δεν θέλω να πω άλλα, δεν μου αρέσει και μου στοιχίζει αυτό. Γι’ αυτό, λοιπόν, τα ήθη και τα έθιμά μας θα μας κρατήσουν – όχι γι’ αυτό, και για αυτό. Είναι πολλά που προσφέρει η αναβίωση των εθίμων μας.
Αποτελεί προσωπικό σας χρέος, δηλαδή, το βλέπετε έτσι;
Και χρέος, όχι προσωπικό μου, της γενιάς μου. Μιας και είπα γρηγορότερα ότι η γενιά μας είναι αυτή που κουβαλάει βιώματα. Από κει και μετά, τα παιδιά μας, τα εγγόνια μας τι; Ουδέν. Βέβαια, υπάρχουν νέοι, είπα επειδή χορεύω κιόλας και είδα λίγο περισσότερο νέους που αγαπάν την παράδοση, χορευταράδες, θέλουν τον χορό, θέλουν να συμμετάσχουν σε τέτοια δρώμενα, αυτό είναι παρήγορο, αλλά αυτό σιγά-σιγά φθίνει, όσο πάει και φθίνει, μπορεί να σβήσει κιόλας.
Συγκεκριμένα για τα κάλαντα του Λαζάρου, αποτελεί πάλι ένα χρέος και απέναντι στον τόπο σας, το χωριό σας, το να διαιωνιστεί, κατά κάποιον τρόπο, το έθιμο;
Όχι, δεν το θέλω, δεν κατάλαβα να είναι χρέος. Κατάλαβα ότι... να μείνει, όχι σαν χρέος, σαν πόθος, [01:00:00]σαν μεράκι.
Να μεταφερθούμε λίγο πάλι στο παρελθόν. Τη Μεγάλη Εβδομάδα πώς τη γιορτάζατε στο χωριό σας;
Πηγαίναμε στην εκκλησιά, τίποτα άλλο. Τη Μεγάλη Παρασκευή ψωμί και νερό, νηστεύαμε εννοώ. Α, τίποτα το ιδιαίτερο, θα βάφαμε τα αυγά, αυτά τα συνηθισμένα που γίνονται και σήμερα, θα βάφαμε τα αυγά τη Μεγάλη Πέμπτη, μάλιστα οι μανάδες μας τα έλεγαν μεγαλοπεφτίσια. Εγώ θυμάμαι είχα φτιάξει και ζωγραφιστά αυγά με ένα καλτσόν, βάλαμε ένα φυλλαράκι εκεί, τέλος πάντων, έτσι. Ε, αυτά, τίποτα το ιδιαίτερο, δηλαδή.
Πραγματοποιούνταν περιφορά του επιταφίου;
Ναι, πάντα, βέβαια, και τώρα. Επειδή τυχαίνει να ψέλνω, ήμουν πάντα μπροστά, γιατί μπροστά είναι ο ψάλτης, πίσω ο παπάς και πίσω οι τέσσερις άνθρωποι που κρατάν τον επιτάφιο, ναι, ναι. Ψέλνω, δε, από 12 χρόνων, απλά για να –τι θυμάμαι μια φορά!–, απλά να υπηρετώ την εκκλησία και να εξυπηρετώ το χωριό. Μια φορά ήταν ένα μνημόσυνο στο χωριό, δεν έχει σχέση αυτό που θα πω, απλά και ήμουν 12-13, τόσο, ήταν να φέρουν το σιτάρι που φέρνουν στο μνημόσυνο και αργούσε να ’ρθει η νοικοκυρά και στο τέλος υπάρχει το «Κοινωνικό», τέλος πάντων, ένας ύμνος πολύ αργός, και μου λέει ο παπάς: «Συνέχισέ το», μπορεί να τραγούδαγα και μισή ώρα αυτό το αργό τροπάριο. Καλά, ήρθε καμιά φορά, τέλος πάντων, τελειώσαμε, απλά το θυμάμαι πολλές φορές.
Την ημέρα της Ανάστασης, δηλαδή το βράδυ της Ανάστασης, τι κάνετε;
Αχ αδερφέ μου, πωπώ, τι μου θύμησες τώρα! Δεν προλαβαίναμε να κοιμηθούμε, 00:00 γινόταν η Ανάσταση, σου είπα γρηγορότερα –συγγνώμη που μιλάω ενικό, να ’σαι καλά!–, το σχολείο ήταν μιάμιση ώρα που πήγαινα. Άρα, νύχτα που πηγαίναμε εμείς ήταν δύο ώρες να ανέβουμε στην εκκλησία και... Τι τραγικό! Μια φορά αργήσαμε να πάμε και ο παπάς θεώρησε καλό να κάνει Ανάσταση χωρίς να πάμε εμείς στην εκκλησία, δεν μπορούσε να περιμένει, και μόλις πήγαμε απέναντι, είναι, όχι λόφος –πώς να σου πω;–, απέναντι είναι ένα ρέμα ανάμεσα και από κείνη τη μεριά είναι η εκκλησία κι εμείς ήμασταν απέναντι, πηγαίναμε ακόμα. Κοιτάμε, είχαν τελειώσει, γιατί είχε περάσει 00:00, δηλαδή οι του χωριού, του επάνω δηλαδή, εμάς μας είχαν λίγο παρακατιανούς –συγγνώμη, δεν ξέρω αν το εισέπραξες αυτό που λέω–, τελείωσε, έκανε Εκκλησία κι εμείς γυρίσαμε πάλι, πήγαμε στο χωριό επάνω και γυρίσαμε χωρίς να πάμε στην εκκλησία. Είπαν οι μεγάλοι τότε, παιδάκι εγώ δεν έψελνα ακόμα, γιατί αν έψελνα θα ήμουν εκεί, άρα θα ήμουν 7-8 χρόνων κι είπαν οι μεγάλοι: «Α, τελείωσε ο παπάς, πάμε πίσω». Φτάσαμε μέχρι εκεί και γυρίσαμε πίσω. Πήγαμε δύο ώρες δρόμο, δηλαδή, επειδή μετά ήταν κατηφόρα, άλλη μιάμιση ώρα σου λέω εγώ, γυρίσαμε πίσω και δεν μας περίμενε ο παπάς να κάνει την Ανάσταση! Αυτό δεν μπόρεσε να το χωρέσει, παρόλο που ήμουν παιδάκι τότε – καλά, κανενός δεν του χώρεσε το μυαλό, αλλά πολύ περισσότερο εμάς που ήμασταν παιδάκια. Κάναμε τόση ώρα δρόμο και δεν πήγαμε στην εκκλησία! Αυτά.
Και την επόμενη μέρα, την Κυριακή του Πάσχα; Υπήρχε αυτό που λέμε πασχαλινό τραπέζι;
Ενδοοικογενειακό. Θα πηγαίναμε στην εκκλησία τότε και πηγαίναμε οπωσδήποτε ένα κουλούρι και ένα ή περισσότερα αυγά, τα μάζευε, λέει, ο παπάς για να τα δώσει στη Μητρόπολη. Τώρα, η Μητρόπολη μπορεί να τα έδινε σε ιδρύματα, απλά θυμάμαι αυτό, ότι πηγαίναμε αυγό και κουλούρι, αυγά ή αυγό και κουλούρι ή κουλούρια. Όχι, μη φανταστούμε δυο-τρία αυγά, ένα-δυο κουλούρια, αλλά λέγανε ότι οπωσδήποτε πρέπει να πάμε τη δεύτερη μέρα του Πάσχα.
Τα κουλούρια τα έφτιαχνε η μητέρα σας;
Ναι, ναι, σίγουρα. Τα κουλούρια η μάνα μου τα ’φτιαχνε, δεν θυμάμαι να έφτιαχνε η γιαγιά. Η γιαγιά, είπαμε, είχε το άλλο νοικοκυριό, της καθημερινότητας.
Αρνιά ψήνατε;
Όχι, άλλο τώρα να δεις, είπαμε, γουρούνι δεν είχαμε το Πάσχα – τα –συγγνώμη–Χριστούγεννα, εγώ γουρούνι είδα όταν πήγα στο Γυμνάσιο και στο Γυμνάσιο πήγα 14 χρόνων, μιας και δεν ήμουν σωστά γραμμένος στα δημοτολόγια, στα μητρώα τι ήταν. Δεν ψήναμε. Πρώτη φορά που ψήσαμε εμείς σε σούβλα ήταν όταν ήρθε ο πεθερός μου στο χωριό, και ο πατέρας μου δεν ασχολήθηκε κιόλας, ο πεθερός μου έκατσε τα έφτιαξε όλα, απλά έβαλε το αρνί ο πατέρας μου το έσφαξε, το ετοίμασε και τα υπόλοιπα τα έκανε ο πεθερός μου. Τότε φάγαμε πρώτη φορά αρνί ψητό στη σούβλα, ναι, δηλαδή εμάς τι ήταν; Δηλαδή, το Πάσχα ήταν μια καθημερινότητα, πώς θα έψηνε, παράδειγμα, τον Φλεβάρη, ξέρω γω, τον Αύγουστο, ένα αρνί η μάνα μου στη γάστρα, έτσι ήταν και την ημέρα του Πάσχα. Ε, θα είχαμε όμως, η ιδιαιτερότητα, θα είχαμε και το αυγό να τσουγκρίσουμε σίγουρα, χαιρόμασταν να σπάσουμε τον άλλον, το κουλούρι, αυτά. Αλλά ψητό αρνί στη σούβλα όχι.
Αυτό ίσχυε γενικότερα για όλο το χωριό ή για την οικογένειά σας;
Για όλους, νομίζω, δεν έψηνε κάνεις στη σούβλα. Αν κανένας στο πάνω χωριό, αν είχε ξενιτευτεί κι έφερνε από κάπου αλλού το νέο – το έθιμο να πω, όχι το νέο, εμείς πάντως στον κάμπο ΟΥΔΕΙΣ!
Για εσάς, τα μικρότερα παιδιά, τι σήμαιναν αυτές οι μέρες του Πάσχα, οι γιορτινές;
Ε, ότι θα φάμε καλά, ότι θα νταραβεριστούμε λίγο ευρύτερα – για το Πάσχα μόνο ή και για τις άλλες;
Για το Πάσχα και γενικότερα.
Για τις μεγάλες γιορτές και γενικά... Ότι θα νταραβεριστούμε λίγο περισσότερα μετά, παρόλο που είπα δεν ήμασταν και γειτονιά κοντά-κοντά, αλλά ήταν ευκαιρία να ξεβγούμε λίγο από το καβούκι μας, από την καθημερινότητα. Βέβαια!
Εκείνη την εποχή πανηγύρια τον Δεκαπενταύγουστο κάνατε;
Εμείς πανηγύρι ένα είχαμε τον Δεκαπενταύγουστο, αλλά είχαμε ένα κουσούρι στο χωριό μας, που ντρέπομαι και να το πω, μάλωναν πάντα, αφού μας είχαν με το όνομα τα άλλα χωριά, μάλωναν. Θα σου πω τι με ρώταγε η γιαγιά μου και θα το πω όπως με ρώταγε, όπως με ρώταγε. Όταν γύρναγα από το πανηγύρι, αυτόν που δεν θυμάμαι ποτέ να μάλωνε ήταν ο πατέρας μου – όχι συγγνώμη, όχι μόνο ο πατέρας μου, δεν το... Ήταν τέσσερις-πέντε θα ήταν σε όλο το χωριό που αυτοί έκαναν όλη τη φασαρία, όλη την αντράλα, έβλεπες κεφάλια ανοιγμένα με πέτρα.... Α, να σου πω ένα φοβερό –φεύγω από κουβέντα σε κουβέντα–, ένας είχε τα χέρια του κομμένα, δεν μπορούσε να τα κλείσει τα χέρια του, γιατί πήγε κάποιος να τον σφάξει, δεν πιστεύετε αυτό που λέω παιδιά, δεν το πιστεύει κανείς αυτό, τώρα πέθανε – τώρα, έχει δεκαπέντε χρόνια που πέθανε, είχε τα χέρια του κομμένα εδώ, γιατί πήγε κάποιος να τον σφάξει και του έπιασε το μαχαίρι από την κόψη –το λέω και ανατριχιάζω, συγγνώμη ρε παιδιά–, τι φοβερά πράγματα ήταν! Τέλος πάντων, γύρναγα εγώ από το πανηγύρι στο σπίτι και άκου ερώτηση η γιαγιά: «Ποιοι τσακώθηκαν;»! Δεν με ρώτησε αν μάλωσαν, δεν με ρώτησε αν τσακώθηκαν, «Ποιοι τσακώθηκαν;», όπως σ’ το λέω! Δηλαδή, ήταν δεδομένο ότι τσακώθηκαν. Τι να πω τώρα, το λέω και ντρέπομαι.
Μπορείτε να μου περιγράψετε λίγο τι εικόνες έβλεπε κανείς στα πανηγύρια τον Δεκαπενταύγουστο στο χωριό σας;
Κόσμος πολύς. Α, βέβαια, ήταν! Καταρχάς, ήταν στο μόνο πανηγύρι που φέρναμε κλαρίνα, όργανα. Γιόρταζαν και σε κατά τόπους αγίους, τον Άγιο Αθανάσιο ας πούμε, στον Αϊ-Θανάση, στον Άγιο Κωνσταντίνο, στον Αϊ-Γιώργη, σ’ αυτά τα εξωκλήσια, αλλά, εντάξει, μεταξύ τους έλεγαν κάνα τραγουδάκι, εκεί δεν μάλωναν, δεν μπορούσαν να μαλώσουν, γιατί δεν έπιναν – και τι έπιναν; Άλλο πράγμα –φεύγω λίγο απ’ το θέμα αλλά θα γυρίσω–, έπιναν κούμαρο, όχι τσίπουρο, τσίπουρο μεν από κούμπαρα δε, όχι το τσίπουρο που πίνουμε σήμερα από σταφύλια. Κι εκείνο βάραγε στο κεφάλι και μετά δεν ήξεραν τι έκαναν αυτοί οι συνηθισμένοι. Τι λέγαμε πριν, όμως;
Για τα πανηγύρια, ας πούμε, τι εικόνες έβλεπε κανείς;
Α, ναι, κόσμος πολύς, κι επειδή δεν έπαιρναν σειρά χορού... κόσμος, μιλάμε, τώρα, θυμάμαι έναν κύκλο τεράστιο και θυμάμαι ποιος ήταν τελευταίος, ένας Γιώργος που τον έχω εικόνα, δεν ζει ο άνθρωπος τώρα, τον έχω εικόνα εδώ μπροστά μου και φόραγε και ένα –παιδάκι εγώ– [01:10:00]φαρδύ πουκάμισο και μου ’μεινε εικόνα, τεράστιος κύκλος. Κι επειδή δεν έπαιρναν σειρά, γι’ αυτό έβγαινε ο γραμματέας κι έλεγε: «Δυο χορούς και ένα γύρισμα». Τι ήταν; Δυο χοροί ήταν δυο τραγούδια, έτσι; Το γύρισμα ήταν δυο τραγούδια και λίγο ακόμα, για να χορτάσουν ή για να χορέψουν όλοι το ίδιο, ναι, ναι. Εκείνον που δεν είχα δει ποτέ να χορεύει ήταν ο παπάς μας, παρόλο που ήταν ωραίος παπάς, δεν τον είχα δει ποτέ στον χορό. Ξέρεις γιατί τον ανέφερα; Είχε έρθει μια φορά ένα παιδάκι από άλλο χωριό – όχι παιδάκι, φοιτητής, και χόρεψε έναν χορό μάλλον συγκαθιστό –παιδάκι εγώ, δεν κατάλαβα τότε, αλλά τώρα λέω μπορεί να ήταν συγκαθιστός γιατί χόρεψε πολύ έντονα–, και είδα τον παπά, σηκώθηκε από τη θέση του και πήγε και τον αγκάλιασε μες στο χοροστάσι! Και οι άλλοι το απόλαυσαν κι εγώ ψιλοζήλεψα, δεν χόρευα ακόμα, εγώ πρέπει να ήμουν 7-8 χρόνων, εκείνα τα χρόνια που είπα νωρίτερα. Αυτά. Παρόλα αυτά, όμως, έβρισκαν τρόπο αυτοί να μαλώσουν και στον χορό. Βέβαια! Μας είχαν με τον μύθο παιδί μου: «Α, εσείς οι Μπαουσίτες, εσείς οι Μπαουσίτες μαλώνετε», τελείωσε. Και είπαμε, αυτοί τέσσερις-πέντε ήταν που κάναν τη φασαρία.
Από άλλα χωριά ερχόντουσαν στα πανηγύρια σας;
Κι ερχόνταν και τους προτιμούσαμε, τους βάζαμε πρώτους στον χορό. Βέβαια! Και κυρίως από το διπλανό χωριό, Ασπροχώρι να το πω, από κει ερχόταν πολλοί. Και από άλλα. Και οπωσδήποτε θα χόρευαν πρώτοι, θα τους προτιμούσαμε, και μετά θα χορεύαμε εμείς. Το πολύ-πολύ, σε αυτό που τους παραδέχομαι, ας ήταν μεταξύ τους, αλλά τους άλλους ξενοχωρίτες τους προτιμούσαν, τους υποδέχονταν, τους σέβονταν, τους προτιμούσαν στον χορό, προηγούνταν κτλ.
Τα πρώτα χρόνια τα διοργανώνατε μεταξύ σας ή υπήρχε κάποιος σύλλογος;
Α, πού, δεν υπήρχαν σύλλογοι τότε, μεταξύ το χωριό, το ίδιο το χωριό. Εντάξει, τώρα, ο πρόεδρος, ο γραμματέας, αυτοί, σύλλογοι δεν υπήρχαν, όπως λέμε σήμερα «πολιτιστικός σύλλογος» κτλ., δεν υπήρχαν – για τα χωριά μας μιλώ, σε άλλα χωριά μπορεί να είχαν συλλόγους, δεν ξέρω.
Και πώς στηνόταν ένα πανηγύρι;
Δεν μπορώ να... εικασίες θα κάνω, γιατί εγώ παιδάκι ήμουν, δεν καταλάβαινα, αλλά τώρα πιστεύω ότι θα κανόνιζαν ο γραμματέας και ο πρόεδρος, γιατί εμείς μόνιμα ένα συγκρότημα είχαμε, κλαρίνο, φοβερό κλαρίνο μας έλεγαν, αυτόν ξέραμε, αυτόν ήξεραν, αυτός έρχονταν, δεν ήξεραν κι άλλον, τέλος πάντων, ερχόταν μόνιμα ένας με κλαρίνο, μια κομπανία μόνιμα, ο οποίος, μετά, ο καημένος είχε πάθει από τα πνευμόνια του, γιατί το κλαρίνο είναι και εγκεφαλικό και θέλει και πνευμόνια, βαρύ όργανο, χωρίς μικρόφωνα τότε, και μετά δεν μπορούσε να παίξει άλλο, ο Θόδωρος ο Ντράβαλος, να πω τώρα, καλή του ώρα, και εγκατέλειψε το κλαρίνο κι έπαιζε ντέφι. Γιατί αυτή ήταν η δουλειά του, δεν έκανε κάτι άλλο, οπότε σου λέει: «Για να ζήσω τώρα πρέπει να πάω σε άλλο όργανο, αφού δεν μπορώ», και έμαθε ντέφι.
Κύριε Δημήτρη, πριν κλείσουμε–
Συγγνώμη, για τους γάμους, με συγχωρείς σε διέκοψα, για τους γάμους δεν είπαμε.
Ελεύθερα.
Α! Η ιεροτελεστία, βεβαίως, όλα. Πωπώ... Σε διέκοψα, όμως.
Όχι, ελεύθερα.
Να ’σαι καλά. Για τους γάμους και για δρώμενα που γίνονταν σε όλα τα χωριά, να πω για τους γάμους. Ήτανε στην εντέλεια τα πάντα, πότε θα γίνουν τα προζύμια, πότε θα δώσουν λόγο, πότε θα πάρει την προίκα, οπωσδήποτε προίκα, οπωσδήποτε προίκα, γλέντι στον γάμο, κι εκεί τα χάλαγαν, κι εκεί μάλωναν. Θυμάμαι έναν μια φορά, στον χορό, στον χορό, παιδί μου, ένας μια φορά έκανε φασαρία και τον παρακάλαγε ο άλλος, αυτός που έκανε τον γάμο, αυτός που πάντρευε το παιδί του: «Σε παρακαλώ, μη μου χαλάς τον γάμο, σε παρακαλώ!», και, ξέρεις, τόσο αυτός φορτίζονταν και φούντωνε όσο του έλεγε ο άλλος: «Σε παρακαλώ μη μου χαλάσεις τον γάμο», τόσο αυτός! Ε, μπορεί να τον έπαιρναν άλλοι και να τον παραμέριζαν, τέλος πάντων. Αυτά περί γάμου. Ιεροτελεστία, επαναλαμβάνω, με όλες τις λεπτομέρειες. Θυμάμαι εγώ μια φορά που πήγα με το άλογο, είχα ένα άλογο, όταν ήμουν παιδί ο πατέρας μου είχε πάρει ένα άλογο, πολύ μικρούλι, πολύ μικρούλι, βυζανιάρικο, το πήρε από την αδερφή του και το μεγάλωσα εγώ, στη χούφτα μου του έδινα ψωμί κι έγινε ένα θηρίο ζωντανό σαν τον Βουκεφάλα. Βουκεφάλα τον έλεγαν στο χωριό, δεν θυμάμαι πώς το έλεγα εγώ όμως, ξέχασα το όνομά του, τέλος πάντων. Έχω πολλά σημάδια στο κεφάλι που με έριχνε, το καβαλίκευα χωρίς σαμάρι, χωρίς σέλα, τίποτα, έτσι όπως είναι και... τέλος πάντων, με αυτό μεγάλωσα. Και θυμάμαι που πήγα συχαρικάριος –δεν την ξέρεις τη λέξη, ε; Βέβαια! Πας στα συχαρίκια, είναι εκείνοι που πάνε στη νύφη ότι έρχεται ο γαμπρός–, και θυμάμαι πήγα με το άλογο και είχα βγει και πρώτος, έκαναν κόντρα οι συχαρικαρίοι, ποιος θα φτάσει πρώτος, αυτά. Εγώ βγήκα πρώτος, γιατί ήταν φοβερό μεν το άλογο και δεν μου έκανε και ζαβολιά, γιατί άλλες φορές μού έκανες ζαβολιές και, σου είπα, έχω τα σημάδια στο κεφάλι. Αυτά. Συγγνώμη, πάμε στην κουβέντα που ρώταγες.
Όχι, εντάξει. Αναφερθήκατε πριν στην προίκα που δινόταν, τι ακριβώς περιλάμβανε;
Λίρες, λίρες. Πέρα από το ότι έπρεπε να έχει η νύφη τόσες φλοκάτες, τόσα σεντόνια, δεν θυμάμαι τι άλλο, μπορεί να είχε, αν ήταν τσέλιγκας ο πεθερός, έπρεπε, μπορεί να είχε και κάπα, αυτό φαίνεται λίγο μύθος, κι όμως, ναι, ναι, έπρεπε, δηλαδή, να έχει τόσα μαξιλάρια, τόσες μαξιλαροθήκες και η προίκα ήταν λίρες. Βέβαια! «Άμα δεν δώσεις τόσες λίρες, δεν την παίρνω την τσούπρα σου, φέρε». Δεν τα έλεγε ο γαμπρός αυτά, ο πεθερός, ο πεθερός της νύφης, που θα έκανε πεθερό, όχι ο άντρας, εκείνος έλυνε και έδενε: «Αν δεν μου δώσεις τόσες λίρες, δεν παίρνω την τσούπρα σου στο παιδί μου». Άκου τώρα εκφράσεις, τι να σου πω τώρα; Αυτά.
Γνωρίζατε περιπτώσεις εκεί στο χωριό να παντρεύτηκαν κοπέλες χωρίς τη θέλησή τους, μέσω προξενιού, με το ζόρι που λέμε;
Θα το τολμήσω να το πω: οι πιο πολλές! Αν ήταν κάποια που κλώτσαγε, τι να σου πω, τις έδιωχναν απ’ το σπίτι, τις έδερναν. Οι πιο πολλές, τα πιο πολλά κορίτσια έπαιρναν όχι αυτόν που ήθελαν. Συγγνώμη, είναι βαρύ που το λέω και να μην επεκταθώ περισσότερο αλλά γίνονταν, αυτό γίνονταν, ναι. Και στα αγόρια σύμβαινε ότι: «Εκείνη θα πάρεις, αυτή θα πάρεις, εκείνη είναι γυναίκα για σπίτι», ξέρεις γιατί, γιατί θα σκάλιζε, γιατί θα... Άσε, τι να πω τώρα, γιατί είχε προίκα, γιατί είχε λίρες, λίρες ήταν η προίκα, αυτά. Παράδειγμα, οι δικοί μου είχαν μαλώσει, οι δικοί μου –να μην επεκταθώ τώρα–, στον γάμο είχαν μαλώσει με τα συμπεθέρια. Αυτά.
Σε ό,τι αφορά την προετοιμασία του γάμου, ακολουθούσατε διαφορετικές διαδικασίες σε σχέση με σήμερα;
Ναι, φαγοπότι οπωσδήποτε, αρνιά τρώγαμε πάντα, ο αδερφός μου πάντρεψε την κόρη του και είχε σφάξει οχτώ πρόβατα ο πατέρας του, γιατί ήταν η πρώτη αγγονιά που πάντρευε και γιατί, εντάξει, αυτό ήτανε. Ναι, τα στέφανα γίνονταν. Παράδειγμα, όταν παντρεύτηκε ο αδερφός μου, τα στέφανα έγιναν στο σπίτι μας, όχι στην εκκλησία, άρα γινόταν και αλλού. Είχε η διαδικασία και η τελετή του γάμου είχε διαφορές απ’ τα σημερινά. Στα χωριά, άλλο πράγμα στην πόλη. Νομίζω είπα, ήρθαν στο σπίτι μας και τα στέφανα έγιναν στο σπίτι. Ήρθε η νύφη στο σπίτι για να παντρευτούν και αν ο γαμπρός έλεγε όχι, θα γύρναγε πίσω, όπως γυρίσαμε εμείς στην Ανάσταση!
Υπήρχαν και ακραίες περιπτώσεις, δηλαδή να μην έχει ιδωθεί καν το ζευγάρι και να ιδωθεί για πρώτη φορά στην τελετή;
Θα σου πω συγκεκριμένο πράγμα: Η μανούλα μου είχε ένα σημάδι στο πόδι της. Κάποτε, έλαχε να βρεθεί μπροστά, μπάλα με μπάλα, φάτσα με φάτσα με τον πατέρα μου κι έκοψε πέρα να φύγει και κάπου της μπήκε ένα ξύλο και το είχε σημάδι, το ’χα δει εγώ το σημάδι της μανούλας μου. Αυτό, νομίζω σου απάντησα. Αυτό ήταν και όχι στην ημέρα μου, ε, στα χρόνια μου όχι τόσο, αλλά στα χρόνια των γονιών μας σίγουρα. Τώρα, είπα η μάνα μου είχε σημάδι, το ’δειχνε κι έλεγε: «Βρήκα τον πατέρα σου μπροστά και...», όχι ντράπηκε, δεν ξέρω τι, δεν μπορείς να απαντήσεις σήμερα το γιατί, απλά δεν ήθελε – όχι δεν ήθελε, ήθελε να τον δει, αλλά δεν έπρεπε, ξέρω γω, δεν μπορώ να απαντήσω, τέλος πάντων. Είχε σημάδι γιατί έφυγε πέρα και της μπήκε ένα ξύλο στο πόδι. Βέβαια, σήμερα τα λες αυτά, λέγονται αυτά και δεν πιστεύονται, κι όμως είναι γεγονότ[01:20:00]α!
Σκληρές εποχές.
Τι σκληρές, δύσκολα χρόνια. Στο σχολείο, το σχολείο μας ήταν διτάξιο και είχε, είπα γρηγορότερα, ενενήντα εφτά παιδιά, τώρα, ξέρεις, πώς μπορούσε να κρατήσει; Ίσως και γι’ αυτό έδερναν κιόλας οι δάσκαλοι, γιατί έπρεπε να κρατήσουν την τάξη. Άμα ήταν χαλαρός, μπορεί να μην μπορούσε να κάνει τη δουλειά. Δύσκολα είναι, αυτό που λέμε «πέτρινα» είναι, με την έννοια του όρου, πολύ δύσκολα χρόνια, τέλος πάντων.
Αναφέρατε προηγουμένως ότι κάνατε και κάποια άλλα δρώμενα στο χωριό, μου είπατε εκτός από τους γάμους.
Είπα κάτι;
Εκτός αν δεν το κατάλαβα εγώ σωστά.
Μπα. Δρώμενα δεν κάναμε, τα παιχνίδια μας δεν είπα. Τα παιχνίδια μας ήταν... Α! Μπάνιο ξέρεις που έμαθα; Στο ποτάμι. Έχει ποτάμι το χωριό και, ξέρεις, πηγαίναμε όλα τα παιδάκια – όλα τα παιδάκια, ε, μαζευόμασταν ας ήταν αραιά στο ποτάμι πηγαίναμε όλα μαζί καμιά δεκαριά-δεκαπέντε και τώρα στο ποτάμι, καταλαβαίνεις, όλα μέσα στη γούρνα, σήκωνε λάσπη, τώρα όχι μπάνιο κάναμε, μάλλον βρωμάγαμε εκεί που μπαίναμε και όχι πλενόμασταν. Αυτά όσον αφορά για το μπάνιο. Τι άλλο είπαμε –συγγνώμη–, τι άλλο λέγαμε νωρίτερα;
Για δρώμενα.
Όχι, δρώμενα, όχι, δρώμενα δεν κάναμε. Να αναπαραστήσουμε κάτι; Όχι, όχι, μπορεί να μην το είπα καλά.
Ή στις εθνικές εορτές πάλι.
Α, στις εθνικές θα είχαμε σκετσάκια, ποιήματα, όχι μόνο στις εθνικές, και στις εξετάσεις. Βέβαια! εξετάσεις θα λέγαμε ποιήματα, σκετς κλπ. Εγώ είχα λίγο το μικρόβιο και πάντα είχα καλό ρόλο, και αφενός μπορεί να είχα την κλίση, ξέρω γω, αλλά ήμουν και μεγαλύτερος. Και θυμάμαι ένα κωμικό, μου είχε μείνει μια έκφραση: Πως καθόμασταν κάπου σε ένα σκετς, ρε παιδί μου, καθόμασταν σε ένα τραπέζι και φάγαμε με έναν φίλο και πίσω μου καθόταν ένας άλλος και μάλιστα εκείνος ήταν δικηγόρος και εμείς ήμασταν χωριάτες και φάγαμε στο τραπέζι, τάχα πως φάγαμε –στο σκετς μιλάω– και του λέω: «Τα κόκκαλα πού τα πετάμε;», «Πίσω, πού αλλού;», μου λέει. Τα πετάω πίσω και πέτυχα τον δικηγόρο στο κεφάλι και γέλασε ο κόσμος, τέλος πάντων. Αυτό και άλλη φορά έπαιζα τον Αλή Πασά. Αυτά τα δυο μού ’μειναν, αλλά πάντα είχα καλόν ρόλο.
Ωραία! Πριν κλείσουμε, θα ήθελα να σας κάνω δύο ερωτήσεις. Η πρώτη είναι η εξής: Τι σημαίνει για σας και τον τόπο σας η διατήρηση όλων αυτών των εθίμων;
Νομίζω πως το είπαμε γρηγορότερα: λαός που ξεχνάει τα ήθη και έθιμά του και την ιστορία του είναι καταδικασμένος προς αφανισμό, να μην πω άλλα.
Από τη συμμετοχή σας σε όλα αυτά τα έθιμα και κυρίως σήμερα που τα αναβιώνετε, τι κρατάτε περισσότερο, τι είναι αυτό που μένει στο τέλος της ημέρας;
Η αποδοχή απ’ τον περίγυρό μας, η αποδοχή απ’ αυτούς που τα βλέπουν, η χαρά τους, και είναι και αμοιβαία και η χαρά μας. Αφενός γιατί το χαίρονται εκείνοι, αφετέρου γιατί το διαιωνίσαμε, αφε-τρίτου, δεν ξέρω τώρα, είναι πολλά!
Έχετε να προσθέσετε κάτι άλλο για το οποίο δεν σας έδωσα την ευκαιρία να μιλήσετε;
Δεν ξέρω, αυτά μου ήρθαν, τώρα πολλά μπορεί.... Ξέρεις, αν καθίσουμε τώρα ώρα και συζητήσουμε, μπορεί να ’ρθουνε και άλλα, αλλά μπορεί να γίνει και κουραστικό μετά, να μπούμε σε λεπτομέρειες. Τέλος πάντων, αυτά σε χοντρές γραμμές, νομίζω είπα και πολλά.
Ωραία. Οπότε σας ευχαριστώ πάρα πάρα πολύ για τον χρόνο σας και όλα αυτά τα ενδιαφέροντα πράγματα που μας είπατε!
Να είσαι καλά! Κι εγώ χάρηκα πολύ, σε ευχαριστώ πολύ! Αν θέλεις να κατέβουμε στο υπόγειο να ακούσεις έναν ήχο απ’ τη λαζαρίνα. Να είσαι καλά!
Βεβαίως, ναι, εννοείται, εννοείται! Να είστε καλά, σας ευχαριστώ και πάλι!
Ευχαριστώ πολύ, να είσαι καλά!
Να είστε καλά!