«Η αγροτική ζωή είναι ένα "ξεσκέπαστο μαγαζί"»: Ένας βαμβακοκαλλιεργητής αφηγείται
Ενότητα 1
Μια αγροτική οικογένεια
00:00:00 - 00:08:26
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλησπέρα! Καλησπέρα! Πώς ονομάζεστε; Λέγομαι Μάριος Μακρής. Γεια σου, Μάριε. Γεια σου, Ειρήνη. Είμαι η Ειρήνη Μακρή. Είμαι Ερευνήτρ…λοβιτούρες που είχαν σχέση με τις επιδοτήσεις. Οπότε, είχαν ξυπνήσει οι πάντες και δηλώναν βαμβάκι, για να πάρουν λεφτά πιο πολύ, ας πούμε.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Η πρώτη καλλιέργεια
00:08:26 - 00:28:42
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Άρα εσύ δεν είχες εμπειρία νωρίτερα από βαμβάκι; Όχι, πολύ λίγη. Ναι, γιατί είχαμε τα ζώα πιο πριν, οπότε δεν μας άφηνε, δεν έμενε χρόνος γ…ειά, ας πούμε, έτσι, πάρα πολλή δουλειά... Είχε δουλειά, εντάξει, αλλά όχι όπως ένας, ο οποίος είναι καθημερινά στο γραφείο του, ας πούμε.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Το εκκοκκιστήριο βάμβακος, οι εργασίες και η πυρκαγιά
00:28:42 - 00:54:19
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Μετά από παρέλευση αρκετών, αρκετών ετών και ενώ βρισκόταν σε ανάπτυξη εδώ η βαμβακοκαλλιέργεια, μου έγινε μια πρόταση σε ένα εκκοκκιστήριο …’ την Ελλάδα έφευγε πολύς βαμβακόσπορος και πήγαινε κάτω στα Εμιράτα. Δεν το ‘ξερα αυτό. Ναι. Και ήτανε αυστηρές προδιαγραφές για μη GMO.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 4
Ο κύκλος εργασιών του βαμβακιού
00:54:19 - 01:16:11
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Θες να μου περιγράψεις μία... Τι χρειάζεται, δηλαδή, από την αρχή μέχρι το τέλος. Για το βαμβάκι. Για το βαμβάκι. Παλιά, υπήρχε ο μύθος, …ικο. Δεν έχει 200 ευρώ. Ή λάδια ή ένα παρελκόμενο πίσω να σου σπάσει κάτι, ας πούμε, να πάθεις, να κάνεις... Αυτά κοστίζουν, ας πούμε. Ναι.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 5
Το βαμβάκι στην τοπική κοινωνία και οι νέες τεχνολογίες
01:16:11 - 01:27:22
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Δεν ξέρω αν θυμάσαι κάτι, έτσι, πιο χαρακτηριστικά ή έχεις κάτι ακόμα να προσθέσεις... Πάλι μπαίνουμε στον αστάθμητο παράγοντα, ας πούμε. Κ…εύω να αποδώσει στις επόμενες γενιές. Μπορεί να έχουν κάτι να πουν, να πάρουν, βασικό, και να το καλλιεργήσουν. Ναι. Το κλείνω εδώ. Ωραία!
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]Καλησπέρα!
Καλησπέρα!
Πώς ονομάζεστε;
Λέγομαι Μάριος Μακρής.
Γεια σου, Μάριε.
Γεια σου, Ειρήνη.
Είμαι η Ειρήνη Μακρή. Είμαι Ερευνήτρια για το Istorima. Βρισκόμαστε στην Καρδίτσα. Είναι Δευτέρα 25 Απριλίου του 2022 και θα σε ακούσουμε στην ιστορία σου... Ιστορία ζωής.
Έτσι θα τη χαρακτήριζα κι εγώ. Είμαι 69 χρονών, αγρότης τώρα, γεωπόνος, εδώ και αρκετά χρόνια και παντρεμένος, με δύο κορίτσια υπέροχα, τα οποία μου δίνουν τη χαρά για να συνεχίζω και τη δουλειά και το να είμαι εντάξει απέναντι, θα ‘λεγα, στην κοινωνία εδώ την τοπική, που με ξέρουν και τους ξέρω.
Πού γεννήθηκες;
Γεννήθηκα Σοφάδες, Καρδίτσας. Τελείωσα δημοτικό και το γυμνάσιο-λύκειο στους Σοφάδες και, μετά, έφυγα για να σπουδάσω στην Ιταλία, γεωπόνος. Μου άρεσε πάρα πολύ η σχολή και γενικά η ασχολία μου με τους αγρούς, καθότι από τον πατέρα μου είχα, που ήταν καθαρά –η οικογένεια, βασικά, θα ‘λεγα– ήταν καθαρά αγροτική, ασχολούμασταν με την καλλιέργεια –μεγάλες καλλιέργειες, εννοώ, τότε, εκείνη την εποχή, όταν εγώ ήμουνα ακόμη γυμνάσιο–, με σιτηρά και είχαμε ολόκληρο το χρόνο ασχολία με τα ζώα. Είχαμε έναν μεγάλο στάβλο, όπου ασχολούνταν όλη η οικογένεια. Και όταν λέω «όλη η οικογένεια», όλη η οικογένεια. Εγώ, ο αδερφός μου, ο πατέρας μου και η μητέρα μου. Βέβαια, το διάστημα που εμείς που εμείς σπουδάζαμε ήταν πολύ δύσκολα γι’ αυτούς, γιατί τα ζώα ήταν πάρα πολλά και τα ζώα σε χρειάζονται τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες το χρόνο. Είναι ό,τι πιο, θα ‘λεγα... Όχι επίπονο. Η παρουσία στην εκμετάλλευση αυτή σε θέλει τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες το χρόνο. Εν αντιθέσει, ας πούμε, με τις αγροτικές καλλιέργειες, οι οποίες έχουν ένα κενό το χειμώνα. Όπως και οι μεγάλες καλλιέργειες, μπορούσαν ή τα χειμερινά– Είναι οι εαρινές καλλιέργειες και οι φθινοπωρινές. Οι φθινοπωρινές έχουν έναν διάστημα μικρό το χειμώνα που δεν μπορείς να παρέμβεις και δεν κάνεις κάτι, όπως επίσης και το καλοκαίρι –αφού γίνει η συγκομιδή, δεν κάνεις κάτι–, ενώ οι εαρινές σε χρειάζονται το καλοκαίρι, την άνοιξη και το καλοκαίρι. Βέβαια, μετά, όταν εγώ τελείωσα, ασχολήθηκα με τις μεγάλες καλλιέργειες, με το βαμβάκι και για το λόγο ότι υπήρξανε παρεμβάσεις εδώ, γεωτρήσεις. Ο νομός Καρδίτσας έχει τρεις λίμνες. Οι δύο είναι εκμεταλλεύσιμες, με την έννοια ότι δεν είναι μόνο... Οι λίμνες αυτές παρέχουνε άρδευση. Και τώρα τελευταία και η δεύτερη του Σμοκόβου, είναι η λίμνη του Πλαστήρα, η οποία αρδεύει και υδρεύει την Καρδίτσα και δέκα κοινότητες τότε –τώρα θα είναι πέντε κωμοπόλεις– και το ίδιο και η λίμνη του Σμοκόβου τώρα, που αρδεύει ένα μεγάλο κομμάτι νότιο του νομού Καρδίτσας και υδρεύει τον δήμο Σοφάδων και μέχρι Παλαμά. Τώρα... Όπως είπα, μου άρεσε πάρα πολύ αυτή η δουλειά. Υπήρχε το V0 από τον πατέρα μου, με την έννοια ότι ήτανε από τους σύγχρονους, για την εποχή του, παραγωγούς. Είχαμε τα απαραίτητα μηχανήματα, λίγα, αλλά για την εποχή ήταν απ’ τους πρώτους, πρωτοπόρους, που είχαμε το τρακτέρ και τα παρελκόμενα.
Ποια;
Τα παρελκόμενα.
Δηλαδή;
Δηλαδή το αλέτρι, τον καλλιεργητή, την καρότσα, τις μεταφορές, τη δισκοσβάρνα, όλα αυτά που παρέλκονται από το τρακτέρ, είναι τα λεγόμενα παρελκόμενα. Και βέβαια, ερχόμενος εγώ από την Ιταλία και επειδή, βέβαια, μου άρεσε, αλλά ήθελα και να ασχοληθώ και θα μπορούσα να ακολουθήσω την τετριμμένη να διοριστώ, αλλά την εποχή εκείνη, όταν εγώ τελείωσα το ‘80 –‘79 καλοκαίρι, ‘80–, δεν υπήρχε σειρά. Δηλαδή, να πω μια λεπτομέρεια ότι όταν έπαιρνα τηλέφωνο στο υπουργείο για να δω τι σειρά έχουν, έλεγα ότι ρωτάω για κάποιον Μακρή, τι νούμερο έχει και μου ‘λεγε: «Τι να σας πω; Τριψήφιος». Και να φανταστείτε τώρα, εγώ είχα 1230 νούμερο και παίρνανε πενήντα το χρόνο. Δεν υπήρχε, δεν μπορούσε να υπολογίσει κάποιος πότε θα... Βέβαια και με αυτό μετά εγώ ξεκίνησα και εκσυγχρόνισα όλο τον εξοπλισμό με καινούργιο τρακτέρ, με καινούργιο τρακτέρ, με δεύτερο τρακτέρ, με όλα τα παρελκόμενα, καθότι η ιπποδύναμη μεγάλωσε, δεν κάναν αυτά, ήρθανε καινούργια, με πιο ισχυρά και, βέβαια, άλλα πιο σύγχρονα. Όντας αγχώδης, έφτασα να πάρω μέχρι και συλλεκτική μηχανή, η οποία ήτανε αρκετά λεφτά για την εποχή. Ίσως ήταν η πιο ακριβή αγορά για εκείνη την εποχή, αλλά επειδή ασχολούνταν πάρα πολύς κόσμος με το βαμβάκι, ήταν μια εποχή η οποία είχε φοβερή εξέλιξη, γιατί ήταν συνδεδεμένη η καλλιέργεια με τις επιδοτήσεις, είχε αποτέλεσμα... Δεν υπήρχε, θα ‘λεγα, επάγγελμα, ετεροεπαγγελματίας που να μη βάζει βαμβάκι. Γιατρός –δεν ξέρω, κάνω πλάκα–, γιατρός, ο οποίος νοίκιαζε τα χωράφια του για βαμβάκι. Δάσκαλοι, δικηγόροι, οι πάντες ασχολούνταν, όσοι είχαν κλήρο μεγάλο και είχανε... Ήταν η εποχή που το βαμβάκι πήγαινε πάρα πολύ και οι επιδοτήσεις πήγαιναν πάρα πολύ και ως λαός βασανισμένος εμείς, είχαμε μεγάλη πρόσβαση σε όλες τις λοβιτούρες που είχαν σχέση με τις επιδοτήσεις. Οπότε, είχαν ξυπνήσει οι πάντες και δηλώναν βαμβάκι, για να πάρουν λεφτά πιο πολύ, ας πούμε.
Άρα εσύ δεν είχες εμπειρία νωρίτερα από βαμβάκι;
Όχι, πολύ λίγη. Ναι, γιατί είχαμε τα ζώα πιο πριν, οπότε δεν μας άφηνε, δεν έμενε χρόνος για να καλλιεργήσουμε καλοκαίρι. Ελάχιστη εμπειρία, ναι, είχαμε, είχα. Ο πατέρας μου είχε, ας πούμε, δειλά-δειλά είχε βάλει, είχανε απ’ το πρώτο αρδευτικό συγκρότημα που πότιζε με τεχνική βροχή, εκείνα τα χρόνια που εγώ... Δηλαδή το θυμήθηκα, τα λεγόμενα «μπεκ». Και έκτοτε, έχει πλημμυρίσει ο κάμπος της Θεσσαλίας από συστήματα αρδευτικά, τα οποία είτε κάνανε γεωτρήσεις, είτε ήτανε από παρόχθια. Ξεκίνησε αυτή η εποχή μετά το ‘81, το ΠΑΣΟΚ, ας πούμε, που ξεκινήσαν και παίρνανε γεωπόνους παντού, οι συνεταιρισμοί, οι ομάδες παραγωγών, υπήρχανε εταιρείες οι οποίες θέλανε... Και αφού είδαν ότι πήγαιναν οι καλλιέργειες πάρα πολύ καλά... Αλλά εγώ επειδή είχα κάνει όλη αυτή την αγορά και επειδή όντως ήτανε, η υπόθεση ήταν ότι... Τα λεφτά ήταν πάρα πολλά. Δηλαδή, εννοώ, όταν είχες όλα τα εργαλεία αυτά, έκανες μεγάλη καλλιέργεια, την έκανες σχετικά ψι[00:10:00]λοξεκούραστα, είχε ένα φόρτο τέσσερις μήνες, αλλά, εντάξει, άξιζε ο κόπος. Συλλέγαμε το βαμβάκι, όλη εδώ η περιοχή, είχαμε μάθει να το αποθηκεύουμε με καλής ποιότητας πρώτη ύλη, διατηρούτανε και μέναν αρκετά λεφτά, θα ‘λεγα, ας πούμε. Με αποτέλεσμα να μην πάω. Και με είχαν δεχτεί οι πάντες, αφού σας είπα αφού μέχρι όλοι οι δάσκαλοι και όλοι οι δικηγόροι καλλιεργούσαν, πόσο μάλλον, ας πούμε, εμείς –κι εγώ– για να μην καλλιεργήσω και να μην αφοσιωθώ όσο γίνεται περισσότερο. Να βάλω περισσότερα χωράφια. Αυτό συνεχίστηκε σήμερα για μεγάλο διάστημα, δεν άλλαξε κάτι στη– Γίναν αναθεωρήσεις της Κ.Α.Π, η Κοινή Αγροτική Πολιτική, η οποία άρχιζε, βέβαια, να μπαίνει ένα φρένο και πήγαινε προς την κατεύθυνση –και πάει προς την κατεύθυνση, τώρα– να επιδοτείται το προϊόν, δηλαδή η παραγωγή μάλλον. Εάν παράξεις, θα πάρεις επιδότηση. Αν δεν παράξεις, δεν... Έχουν φύγει σε μεγάλο βαθμό οι λοβιτούρες, με την έννοια ότι θα το σπείρω και θα πάρω την επιδότηση και θα κάθομαι. Οπότε, αυτό αρχίζει και τα φέρνει σε ευθεία και εξισορροπεί, ας πούμε, το σύστημα των καλών παραγωγών και όχι. Βέβαια, είναι γραμμένο με τα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ευνοεί πάντα τους μεγάλους. Τα προγράμματα –έχουν μπει ένα σωρό προγράμματα– πάντα είναι υπέρ των μεγάλων. Δίνει τη δυνατότητα στο κάθε μέλος-κράτος να κάνει μια κατάτμηση και να τα προσαρμόσει προς τις ανάγκες εδώ του κράτους-μέλους, αλλά δεν παύει η ντιρεκτίβα, να είναι ντιρεκτίβα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και στο τέλος να πει ότι: «Εμείς, ας πούμε, δίνουμε συνδεδεμένες», συνδεδεμένη να τονίσω ότι είναι μια επιδότηση, η οποία την παίρνουνε οι παραγωγοί οι οποίοι παράγουν ένα συγκεκριμένο. Δηλαδή, για να πάρεις μία συνδεδεμένη στο βαμβάκι ή στα φασόλια ή στη σόγια ή στον αραβόσιτο –στο καλαμπόκι–, θα πρέπει να παράξεις ένα μίνιμουμ. Εφόσον το παράξεις αυτό, θα πάρεις και τη συνδεδεμένη, η οποία είναι... Βέβαια, αυτά τα ‘χουνε συνδέσει όλοι, όλα αυτά τα ‘χουνε συνδέσει με την προστασία του περιβάλλοντος, οπότε περνάει πιο εύκολα απ’ την Ευρωπαϊκή Ένωση και εμείς, ας πούμε, απολαμβάνουμε αυτό που αναλογεί, σε μικρό βαθμό βέβαια, αλλά, εντάξει, είναι μία βοήθεια. Με αυτή την έννοια εγώ συνέχισα. Όπως είπα, είχα πάρει και το κολάι, το ήξερα το αντικείμενο πάρα πολύ καλά, τα χρήματα ήταν αρκετά και δεν– Έτσι θεώρησα ότι θα μπορούσα να πάω να διοριστώ, ας πούμε. Για αυτό και όχι ότι δεν μου άρεσε, ας πούμε, να έχω το ωράριο. Αλλά ήμουνα, ήθελα να είμαι, θα ‘λεγα, πιο ελεύθερος. Όλα αυτά γίνανε την παλιά εποχή, εκείνη την εποχή, μέχρι τώρα, αλλά καλλιεργώντας όλα αυτά τα χρόνια, υπάρχει –να αναφερθώ τώρα, έτσι, και ειδικά στις καλλιέργειες–, υπάρχει ένα μεγάλο ρίσκο για όλες τις καλλιέργειες, για όλες, για όλες. Γι’ αυτό, άλλωστε, επικρατεί και η άποψη εδώ στον κάμπο ότι είναι ένα «ξεσκέπαστο μαγαζί». Δηλαδή, ενώ περιμένεις να καλλιεργήσεις, να συλλέξεις, να αλωνίσεις, να θερίσεις, υπάρχουν απρόοπτοι παράγοντες, οι καιρικοί, οι οποίοι μπορεί να σε πετάξουν έξω, ας πούμε, και να πάθεις μεγάλη ζημιά. Δεν αποζημιώνεσαι σε βαθμό που θεωρείς ότι έπαθες τη ζημιά, αλλά, εν πάση περιπτώσει, έχεις ένα μίνιμουμ, θα ‘λεγα, ασφάλειας, αν μπορεί να θεωρηθεί, που μερικές φορές, δεν είναι καθόλου, δεν σε καλύπτει ούτε τα έξοδα. Και αυτό τώρα σκεφτόμενος, τώρα που το ανέφερα, ήταν ότι διέφερε πολύ η θεωρία απ’ την πρακτική. Ναι. Πολύ! Εντάξει. Έλειπε η εμπειρία η δικιά μου. Δηλαδή, τι θέλω να πω; Στη γεωργο-οικονομία είναι –και θα τα ακούσετε τώρα, είναι λογικό– λέμε: «Σπέρνουμε το βαμβάκι. Εντάξει, χρονικά τότε, θερμοκρασιακά τότε, σε βάθος τόσο...». Κάνουμε ένα πότισμα, ούτως ώστε να είναι αρκετό, για να μη χρειαστεί δεύτερο πότισμα και αυξήσουμε τα έξοδα». Γιατί ένα πότισμα έχει έξοδα αρκετά. Ειδικά εκείνη την εποχή, τα οποία ποτίζαμε με μηχανές με ντίζελ. Εγώ εφαρμόζοντας αυτό, έκανα ένα πότισμα καλό, περίμενα για το βαμβάκι, έριχνε μια βροχή καλή και χανότανε. Και άντε απ’ την αρχή πάλι... Κι έχανες δέκα-δεκαπέντε μέρες, παραπάνω, πήγαινες πιο πίσω, με αποτέλεσμα να έχεις περισσότερους εχθρούς, να είναι –εχθρούς, εννοώ, στην καλλιέργεια–, να έχεις όψιμη συλλογή...
Τι σημαίνει εχθρούς στην καλλιέργεια; Ζιζάνια;
Όχι, τα ζιζάνια, εντάξει, παραμένουν τα ίδια. Αλλά το ζωικό βασίλειο όλο, ας πούμε, που... Οι διάφορες ασθένειες εμφανίζονται αργότερα και εμφανίζονται σε στιγμές που το φυτό–Tον Ιούνιο φερειπείν, όλα τα άλλα φυτά ήτανε– Όταν κάποιος –θα το πάρω απ’ την αρχή–, όταν κάποιος έσπερνε 10 Απριλίου κι ο άλλος έσπερνε 10 Μαΐου, γιατί είχε πέσει βροχή και, και, και, το ένα φυτό, του ενός με του αλλουνού, είχανε τριάντα μέρες διαφορά, ένα μήνα. Στον ένα μήνα αυτό, όταν εμφανιζόταν το Μάιο, τα ζωύφια όλα και τα έντομα ψάχνουν να βρουν ό,τι πιο τρυφερό υπάρχει. Εκεί θα γεννούσανε, εκεί θα καθότανε, εκεί θα πολλαπλασιαζότανε. Με αποτέλεσμα, να ψάχνουν την πιο όψιμη, γιατί επιλέγουνε ό,τι πιο πράσινο υπάρχει. Οπότε εσένα σε βρίσκανε πολύ πιο φρέσκο, πολύ πιο πράσινο, πολύ πιο λοχερό, που λέγανε, και πέφταν όλα στη δικιά σου και είχες αποτέλεσμα να κάνεις παρεμβάσεις περισσότερες, περισσότερα έξοδα. Άρα–
Ζιζανιοκτόνα;
Ζιζανιοκτόνα είναι για τα ζιζάνια. Εντομοκτόνα.
Εντομοκτόνα.
Ναι. Και την εποχή εκείνη τα εντομοκτόνα ήτανε θανατηφόρα, με την έννοια ότι έμπαινες μέσα και ρίχνανε κάτι μπόμπες, που σε μερικά χωράφια λέγανε ότι και πουλί να περάσει από πάνω έπεφτε, ας πούμε. Τόσο πολύ, ας πούμε, τέτοιες παρεμβάσεις κάναν. Διότι είχαν αγανακτήσει. Και αφού βλέπαν να μην πάει καλά, μη χάσουν τη χρονιά, κάνανε παρεμβάσεις και επεμβάσεις πολύ δυνατές και αυτές ήταν και κοστόζες. Και έλεγα, αυτό που είπα πριν, ότι είχε μία διαφορά η πράξη, αυτό αποκτάται με την εμπειρία. Τώρα, βέβαια, τελευταία, ήτανε με τις προβλέψεις, που υπάρχουνε δορυφόροι, υπάρχουνε συστήματα τα οποία παρακολουθείς και, και, και... Κάνεις πρόβλεψη μεγάλη, φοβερή, και με αποτέλεσμα να επεμβαίνεις καίρια και να μειώνεις τον κίνδυνο, ας πούμε, της επανασποράς ή τον κίνδυνο του να μην σε φυτρώσουν καλά, ας πούμε, και να έχεις απώλειες. Και πάλι, έτσι, σκεπτόμενος απ’ τις χαρές που έχω δει, ήτανε την πρώτη χρονιά που έβαλα, που δεν είχαμε... Το μόνο που είχαμε ήταν τρακτέρ και δυο-τρία μικρά παρελκόμενα, όταν τελείωσα... Ναι, όταν τέλειωσα, πριν πάω φαντάρος.
Πόσο χρονών ήσουνα;
Το ‘80... Το ‘80! Καλοκαίρι του ‘80, το ‘79 το καλοκαίρι. Έβαλα βαμβάκι και... Νερό μας έδωσε κάποιος γείτονας εκεί, φίλος, που το πότισα μία φορά. Και, βέβαια, πότιζα εγώ όταν αυτός μπορούσε να μου δώσει, γιατί ήταν δικό του το νερό, δεν είχαμε κάνει, δεν είχαμε[00:20:00] ανοίξει γεώτρηση, δεν, δεν, δεν. Και είχα σχέση, δηλαδή... Περίμενα με αγωνία φοβερή, φοβερή, να δω να βγαίνουν τα βαμβάκια απ’ το έδαφος.
Να ρωτήσω κάτι; Επέστρεψες εσύ από την Ιταλία.
Ναι. Το ‘79.
Η οικογένειά σου έβαζε σιτάρι, ας πούμε, τότε;
Ναι, ναι. Πολύ λίγα.
Και τι είπες; Πήγες στον πατέρα σου και είπες: «Θα βάλω βαμβάκι».
Ναι. «Θα βάλω βαμβάκι».
Σου έδωσε χωράφι; Πώς, δηλαδή; Τι έγινε;
Ναι. Αφού είχαμε χωράφια.
Τι σου είπε; Σου είπε: «Πάρε ένα»;
Ναι. Δηλαδή, τα βάζαμε. Έκανα συγκαλλιέργεια με τον πατέρα μου και με τον αδερφό μου στην αρχή, ναι. Και βάζαμε, είπαμε: «Αυτό θα το βάλουμε βαμβάκι». Βέβαια, όλη η γειτονιά, είχαμε νοικιασμένα χωράφια σε χωριανούς, οι οποίοι τους είπαμε ότι: «Φέτος, μέχρι φέτος, δεν θα συνεχίσουμε». Αυτοί βάζαν, ας πούμε. Και στο Παλαιοφάρσαλο, που είχαμε ένα μεγάλο κομμάτι, υπήρχε μία γεώτρηση, τότε οι λεγόμενες «κρατικές», γιατί τις άνοιγε μία υπηρεσία κρατική και είχες μία συμμετοχή όσον αφορά το πότισμα. Πλήρωνες ανά στρέμμα, αλλά δεν είχες συμμετοχή στις βλάβες. Οπότε θεωρούνταν ότι ήτανε κάτι καλό. Δεν ήθελες και κεφάλαιο να ανοίξεις γεώτρηση. Με αυτά ξεκινήσαμε και ποτίζαμε, γιατί το βασικό ήταν εκεί. Όλη η επιτυχία ήταν εκεί. Ήταν και οι λεγόμενες, αυτές, οι εαρινές καλλιέργειες, οι οποίες το καλοκαίρι, Ιούλιο-Αύγουστο, εκεί που σκάει ο τζίτζικας, θέλαν νερό. Και να αναφέρω τώρα τη λέξη «νερό». Το πτυχίο μου, η διπλωματική, την έκανα πάνω στο βαμβάκι και διάβαζα το Χρηστίδη. Ο Χρηστίδης ήταν εδώ ένας απ’ τους πολύ καλούς καθηγητές του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει βγάλει και ποικιλίες, ήταν γενετιστής. Και αναφέρει– Αυτό το βιβλίο είναι 1.240 σελίδες. Απ’ τις χίλιες διακόσιες σαράντα σελίδες, έχει δεκαπέντε σελίδες μόνο για το πότισμα. Και απ’ τις δεκαπέντε σελίδες που λέει, ότι: «Για ένα φυτό, για να το ποτίζουμε, θα πρέπει το δεύτερο φύλλο απ’ την κορυφή είναι, να μην είναι γυαλιστερό... Πας το μεσημέρι και τα βλέπεις και τα φυτά μεσημεριάζουν –λέγονται–, κατεβάζουν τα φύλλα τους...». Και, και, και... Έχει διάφορες κατηγορίες που χρειάζεται το φυτό νερό. Και όλο αυτό το επικεντρώνει και λέει ότι– Όλο αυτό το βιβλίο το επικεντρώνει και το λέει σε μία φράση ότι: «Το φυτό θέλει πότισμα, όταν καταλάβει ο παραγωγός ότι θέλει πότισμα». Τώρα, ένα βιβλίο που είχε από αναφορές, δηλαδή, και από διάφορα συγγράμματα –τα έχει κάνει ο Χρηστίδης, πολύ καλό– και αυτό επικεντρωνόταν στο γεγονός των δέκα σειρών. Ναι, ούτε δέκα. Τριών σειρών, ας πούμε, για το πότισμα, που ήταν βασικό. Τώρα, δεν μιλάμε για λίπανση, δεν μιλάμε για ζιζανιοκτονία, φυτοπροστασία και, και, και... Όλα αυτά τα πράγματα. Τώρα τα πράγματα έχουνε γίνει πολύ πιο σύγχρονα, ελέγχονται τα πάντα ηλεκτρονικά, υπάρχουνε σύμβουλοι, συνάδελφοι, οι οποίοι λόγω του ότι κι αυτοί μπήκαν στο εμπόριο και ιδιωτεύουνε, επισκέπτονται και φροντίζουνε να βρίσκονται στο χωράφι για να πουλήσουν. Όντως πουλάνε, αλλά δεν πουλάνε μόνο «πάρ’ το και φύγε». Έρχονται, σ’ το παρακολουθούνε, τους ενδιαφέρει να έχουμε μια καλή συνεργασία, γιατί τους κάνεις το τζίρο... Και είναι γεγονός ότι τώρα τελευταία, που έχουν φύγει όλοι αυτοί που έλεγα στην αρχή, οι ετερο-επαγγελματίες, έχουν μείνει μεγάλοι παραγωγοί και σύγχρονοι παραγωγοί και ξύπνιοι παραγωγοί. Οι οποίοι θα απαιτούνε πολλά πράγματα. Οι εταιρείες είδαν ότι τα συμφέροντα πού είναι και γίνεται ενημέρωση από τις εταιρείες και μέσω των γεωπόνων πάνω και έτσι βρίσκονται στο χωράφι, ας πούμε, όταν προκύψει. Ήμουνα, καθόμουνα στο χωράφι με τα γόνατα και σκάλιζα με το δάχτυλο και τα ‘βρισκα ίσα-ίσα κι έλεγα: «Τώρα θα βγει επάνω; Πότε θα βγει;». Και μου λέγαν, ας πούμε «Κοίταξε να δεις, εντάξει...». Ήξερα και τις μέρες, αλλά οι μέρες παίζουνε... Έχει σημασία η θερμοκρασία, η υγρασία, εντάξει, αυτή που είναι –να μην πέσει υγρασία–, η θερμοκρασία πρέπει να ανέβει... Και αυτά, βέβαια, εγώ πήγαινα και δύο φορές τη μέρα, οπότε δεν έβλεπες διαφορά! Και, εντάξει, μετά από λίγο διάστημα, λέει: «Άμα θες να δεις διαφορά, δεν θα πας κάθε μέρα. Θα πας μετά από δυο μέρες». Και, όντως, ας πούμε, όταν άρχιζε να ξεχωρίζει η γραμμή πάνω στο έδαφος, ήταν απ’ τις μεγαλύτερες χαρές που έχω πάρει, ας πούμε! Ειδικά, σαν καλλιεργητής. Ναι, φοβερή εμπειρία. Ένα πράγμα να το βλέπεις, να είναι, να βγαίνει και να είναι δικό σου, δηλαδή το έκανες εσύ, ας πούμε, ότι αυτό που βγαίνει από κάτω... Γιατί σπέρναμε σιτάρι, αλλά δεν ήτανε τόσο... Το ‘σπερνες το σιτάρι, έφευγες, δεν πήγαινες, μετά από ένα μήνα, πρασίνιζε όλο, έβλεπες ήτανε πολύ πράσινο, λίγο πράσινο, πιο πράσινο... Δεν σου ‘δινε μια τέτοια χαρά. Αλλά εκεί που ήταν η παρέμβαση δικιά σου και το έκανες εσύ και το πότισες εσύ και το ‘σπειρες εσύ και άρχισε να βγαίνει και ξεχώριζε το πράσινο μέσα στο χώμα, ήτανε μια φάση, μια συγκλονιστική, έτσι, εμπειρία. Και μου έχει μείνει η πρώτη, πρώτη, πρώτη φορά!
Πόσα κιλά;
Δεν είναι κιλά, τι κιλά;
Έβγαλε;
Α! Μετά, αυτό ήτανε όταν φύτρωσε. Οι παραγωγές στην αρχή ήτανε, εντάξει, ανάλογα τα χωράφια. Σοφάδες είναι πιο φτωχά τα χωράφια, είναι άλλη η σύσταση, είναι τα λεγόμενα «γκερένια». Γκερενοειδή, είναι προς το λευκό και σφίγγουνε και δεν δίνουνε πολλά κιλά. Προς την περιοχή της Λάρισας, εκεί, στο Παλαιοφάρσαλο, είναι πολύ καλύτερα, είναι πολύ καλά χωράφια. Εκεί είχε παραγωγές μεγάλες 400 τότε, 380-400 κιλά. Τώρα 450-500, είναι έτσι, πιάνουν πάρα, πάρα πολλοί.
Στο σύνολο εννοείς;
Το στρέμμα. 450 κιλά το στρέμμα, ναι.
Έτσι κι αυτό, για αυτό λέω, αυτή η πρώτη πόσα ήτανε, η συγκομιδή;
Η πρώτη ήτανε, εντάξει, 300 κιλά. Και το οποίο ήτανε... Η πρώτη συγκομιδή, επειδή ήμουνα και όψιμος και, και, και... Δεν μπόρεσα να το πάρω με μηχανή. Υπήρχαν δυο τύποι μηχανών –συλλεκτικές μηχανές–, οι οποίες μαζεύουνε και υπάρχει κι ένα τύπου stripper, το οποίο είναι απ’ το «strip», στριπτίζ, strip, το ξεγυμνώνει όλο το φυτό και τα παίρνει... Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην σου βγάζει ποιότητα, αλλά βγάζει ποσότητα. Και έβγαλα αρκετή ποσότητα. Με αποτέλεσμα, εκείνο το χωράφι το οποίο δεν το είχαμε και το πήραμε με... Μία χρονιά, αγόρασα το μεγάλο το τρακτέρ, το οποίο έκανε 3 εκατομμύρια 150 χιλιάδες. Και ένας δημόσιος υπάλληλος έπαιρνε 1,5 εκατομμύριο το χρόνο, 1,5 εκατομμύριο όλο το χρόνο δούλευε, ο καθηγητής. Εγώ από κείνο, από 60 στρέμματα, πήρα 3 εκατομμύρια και. Και τα οποία, εντάξει, δεν μπορώ να πω ότι είχε την ανάλογη δουλειά, ας πούμε, έτσι, πάρα πολλή δουλειά... Είχε δουλειά, εντάξει, αλλά όχι όπως ένας, ο οποίος είναι καθημερινά στο γραφείο του, ας πούμε.
Μετά από παρέλευση αρκετών, αρκετών ετών και ενώ βρισκόταν σε ανάπτυξη εδώ η βαμβακοκαλλιέργεια, μου έγινε μια πρόταση σε ένα εκκοκκιστήριο εδώ –απ’ τις μεγαλύτερες εταιρείες που υπάρχουνε στον κλάδο– του ομίλου «ΑΚΚΑ», οι οποίοι ζητάγαν έναν γεωπόνο να είναι απ’ την περιοχή, που να κατέχει περισσότερο το αντικείμενο σαν βαμβάκι, αλλά και τον κόσμο. Θα ‘λεγα ότι πήγα με μία συνέντευξη, έτσι, και ενώ –συγγνώμη– υπήρχε, ήταν η εποχή του ΠΑΣΟΚ και υπήρχε το μέσον... Και από γνωστούς πήγανε και μου λέγανε: «Έμαθα ότι πήγες». «Ναι, βεβαίως πήγα». «Ποιον είχες;». «Κανέναν δεν είχα». Αυτός είχε τρελαθεί, ήταν ΠΑΣΟΚ, ας πούμε, χρόνια και, πραγματικά, αν είχε περάσει κόσμος... Κι εγώ ήξερα. Και όντως, πήραν εμένα, που εγώ δεν ήμουνα ΠΑΣΟΚ και μείναν απ’ έξω κόσμος, ο οποίος είχαν παρέμβαση. Παρεμβάσεις, όχι παρέμβαση. Εκεί έμεινα δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια. Είχα απ’ τις καλύτερες εμπ[00:30:00]ειρίες και τη χειρότερη. Έτυχε μέσα στα πρώτα πέντε χρόνια, πήραμε μια φωτιά μεγάλη. Και επειδή όντως ο όγκος ήταν τεράστιος, η φωτιά ήταν τεράστια και...
Όγκος;
Ο όγκος του βαμβακιού που είχαμε. Είχαμε εκείνη την ημέρα μέσα, είχαμε 7,5 εκατομμύρια κιλά. 7,5 εκατομμύρια είναι 7,5 χιλιάδες τόνοι, σα σου δώσω να καταλάβεις, τόνους πόσο είναι. Ήταν ένα εργοστάσιο γεμάτο βαμβάκι και από πάνω μέχρι κάτω και απέξω είχαμε. Είχαμε μεγάλη προσέλευση από βαμβάκι, ήταν και η εποχή καλή και η χρονιά καλή. Και πήραμε φωτιά και χάθηκε ο διευθυντής τότε, που ήτανε πολύ φίλος και περνούσα –πήγαινα 7:00 η ώρα το πρωί στη δουλειά και έφευγα 7:00-8:00 το βράδυ, ας πούμε– και ήμασταν μαζί περισσότερο εκεί, παρά στο σπίτι, ας πούμε. Εδώ ερχόμουνα για φαγητό, ύπνο και ξαναέφευγα. Και χάθηκε αυτός μες τη φωτιά... Δεν θέλω να το θυμάμαι, αλλά δυστυχώς μου έχει μείνει χαραγμένο, τις κινήσεις που κάναμε...
Τι; Αν θες κιόλας...
Ναι, εντάξει...
Επειδή λες σου είναι χαραγμένο. Πότε ήταν;
Ήτανε το ‘05, το 2005. 19 Οκτωβρίου, 3:00 η ώρα το μεσημέρι. Εκεί που καθόμασταν και ήταν 3:00 και είχαμε ροή μεγάλη... Η μεγαλύτερη εισαγωγή βαμβακιού που είχε εκκοκκιστήριο στην Ελλάδα, στην Ελλάδα. Είχαν στείλει συνεργείο απ’ τον... Οργανισμός Βάμβακος τότε... Να ελέγξουν, πώς γίνεται και παίρνουν, μήπως βάζουν, μήπως δεν ζυγίζουμε καλά, μήπως κάνουμε κάτι άλλο. Γιατί τόσο βαμβάκι! Και όντως, ήρθανε εκεί, ας πούμε, επιτροπή και είχαν πάθει πλάκα, γιατί βλέπανε, ας πούμε, δεν σταματούσαμε, τρέχαν όλοι, τρέχαν μέσα για να πάρουν βαμβάκι. Και από σπινθήρα, ο οποίος, προφανώς, από παλιό ελκυστήρα που θα πέταξε, πήρε φωτιά πάνω. Ήμασταν στο γραφείο και οι δύο μαζί. Πετάγεται αυτός μπροστά, εγώ πίσω, φεύγει αυτός για να κάνουμε ακριβώς αυτό που πρέπει να κάνουμε. Είχαμε κάνει και ασκήσεις, είχαμε κάνει, τι δεν είχαμε κάνει! Φεύγει για να πάει να σβήσει, να ανοίξει τις βάνες για να πέσει νερό με τα splingers, καταιονισμός... Εγώ φεύγω να πάω απ’ την πίσω μεριά, για να ανοίξω τις πίσω βάνες για το νερό... Μπήκε, άνοιξε τη μία και πήγε να ανοίξει τη δεύτερη– Αλλά είχαμε πολύ βαμβάκι και δεν υπολόγισε καλά και έπεσε ανάμεσα εκεί που έρχεται το βαμβάκι και δεν μπορούσε να βγει πάνω. Με την έννοια ότι βγαίνεις, ρίχνεις βαμβάκι, πατάς, κάνεις σκαλί, πατάς... Αλλά αυτό γύρισε ο καπνός μέσα και δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Και έχασε τις αισθήσεις του και τελικά... Δεν μπορώ... Τι να περιγράψω... Κάηκε, τον βρήκαμε 11:00 η ώρα...
Το βράδυ;
Το βράδυ. Απ’ τις 03:00. Εγώ –θα ήταν 4:00-5:00 η ώρα– είχα ανέβει απάνω στη σκεπή, είχα τρελαθεί!
Ναι, πώς έγινε;
Ανέβηκα απ’ τις σκάλες που έχουμε, να ανεβώ πάνω και έλεγα: «Πού μπορούμε να ανοίξουμε τρύπα;». Πού υπολόγιζα ότι μπορεί να είναι, ας πούμε. Ήρθε η ΕΜΑΚ, να μην μπορεί η ΕΜΑΚ, με φιάλες οξυγόνου... Μπαίναν μέσα και μόλις έφτανε... Ήτανε για μισή ώρα –τα ‘μαθα όλα– για μισή ώρα ΕΜΑΚ Λάρισας... Και με το πήγαιναν είκοσι λεπτά, βγαίναν έξω. Και ξαναέμπαινε ο άλλος με άλλη φιάλη μέσα και δεν μπορούσαν. Τελικά, οι μπουλντόζες να βγάζουν έξω. Έγινε η μεγαλύτερη κινητοποίηση, καιγόμασταν για εφτά-οχτώ μέρες. Ναι, ρίχναμε νερό, καιγότανε. Και θυμάμαι ότι ήτανε– Τι οχτώ μέρες; 19 Οκτώβριο και 28 είχαμε παρέλαση. 28 παρέλαση, έρχεται διαταγή να φύγουνε για να κάνουν παρέλαση τα της πυροσβεστικής, οι πυροσβεστήρες. Ναι. Τα πυροσβεστικά οχήματα. Και για καλή μας τύχη, αρχηγός Πυροσβεστικού Σώματος, αρχηγός, ήταν ένας φίλος μου από Σοφάδες. Και τον παίρνω τηλέφωνο και του λέω: «Νίκο, αυτό και αυτό». Μου λέει: «Μάριε, μπαίνω τώρα στον πρόεδρο, γιατί κάνουμε για τις...», στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, «κάνουμε, να παρουσιαστούμε, γιατί αύριο θα γίνει η παρέλαση». Του λέω: «Δεν θα φύγουν από δω». Μου λέει: «Θα σ’ αφήσω δύο». Και όντως, άφησε δύο, δεν κάναν παρέλαση. Και, εντάξει, τη σβήσαμε. Μας ευνόησε, βέβαια, ο καιρός και δεν χάσαμε πάρα πολύ. Λέω «χάσαμε», γιατί, τελικά, αφού χάθηκε ο άνθρωπος, τι να πεις για το βαμβάκι τώρα. Αποζημιώθηκε, βέβαια, αυτό το πράγμα όλο. Ανακαινίστηκε όλο το εργοστάσιο, το εργοστάσιο έγινε καινούριο. Όταν λέω «καινούργιο», καινούριο. Τα αλλάξαν όλα. Βάλαν στην οροφή springels να γίνεται καταιονισμός, ένα τέτοιο σύστημα είχαμε εμείς και η ΕΒΟ, Ελληνική Βιομηχανία Όπλων, όταν πάρει φωτιά να ψεκάζουν από πάνω, όπως είναι τα ξενοδοχεία. Αλλά αυτό ήταν σε όλο το εργοστάσιο. Αυτό ήταν από τα δυσάρεστα. Τα ευχάριστα ήταν ότι είχα συναλλαγή, κάναμε «παρτίδες», λέγονταν, όταν κάποιος παραδίδει. τρεισήμισι χιλιάδες, τέσσερις χιλιάδες παρτίδες. Αυτό αναλογούσε σε δυόμισι χιλιάδες κόσμο. Δηλαδή, έβλεπα δυόμισι χιλιάδες κόσμο. Δεν υπήρχε άτομο, το οποίο να μπει, να παραδώσει, να, να, να... Διότι, αν ερχόταν μία μέρα –που εγώ δεν έλειψα ούτε ώρα– και δεν τον πετύχαινα όταν παρέδιδε, ερχόμουνα, τον έβρισκα την επόμενη μέρα ή μου έλεγε αυτό και αυτό, ας πούμε. Ή έβλεπα εκατό παρά μεσίτες, πληρωμές όλες, αυτά. Ανέλαβα τη θέση αυτουνού εγώ μετά, ήμουνα διευθυντής. Ήταν και ο ιδιοκτήτης, ερχότανε κάθε στο μήνα δύο φορές. Εντάξει, κύλησε, θα ‘λεγα, όλη αυτή η παρένθεση... Τι παρένθεση; Είναι ζωή ολόκληρη, δεκαοχτώ χρόνια εκεί, στο εκκοκκιστήριο. Φοβερή εμπειρία. Ήμουν απ’ τους συναδέλφους που, θα ‘λεγα, ότι είχα εμπειρία, ας πούμε, παραγωγού, με τον κόσμο που συναναστρεφόμουνα εκεί ποιος ερχόταν... Εκκοκκιστού, είχα...
Δεν σε διέκοψα νωρίτερα, γιατί μπήκαμε στην ιστορία, αλλά τι κάνει ένα εκκοκιστήριο βάμβακος;
Το εκκοκκιστήριο είναι ο δευτερογενής παράγων... Μάλλον, είναι το δεύτερο στάδιο μεταποίησης. Πρώτο είναι η παραγωγή. Δεύτερο είναι η μεταποίηση, εκκοκκίζει, βγάζει τον σπόρο, ξεχωρίζει το σπόρο από την ίνα και από τα υλικά, τα φύλλα, ξύλα και αυτά. Και δεματοποιείται και μετά από το εκκοκκιστήριο, αφού ταξινομηθεί, πάει στο κλωστήριο. Το κλωστήριο το κλώθει και το κάνει τι νήμα θες, χοντρό, σινιέ, μαλακό, έτσι, σκληρό, πιο χοντρό, πιο λεπτό... Και πάει στο υφαντήριο. Να πω ότι ο όμιλος που δούλευα εγώ, είχε τρία εκκοκκιστήρια, είχε υφαντήριο, την «Ελληνική Υφαντουργία», εισηγμένη στο χρηματιστήριο, είχε φινιστήριο... Ναι, αυτό που περνούσε μετά το ύφασμα και το ‘βλεπες... Είχε, το ύφασμα όπως περνάει, για να δεις αν είναι αντοχής και να φύγουν όλα τα μικρά, περνάει από ένα σημείο το οποίο σαν να καίγεται. Και ό,τι έχει λεπτό, λεπτό, ελάχιστο, αυτό φεύγει όλο. Και είχε βαφείο, έβαφε, και είχε, θα ‘λεγα, και το πλεονέκτημα ότι έκανε τζιν. Τροφοδοτούσε, έκανε είκοσι πέντε τύπους τζιν, με άλλο υφή, σύσταση, για τα γυναικεία τζιν, που έχουνε περισσότερο ελαστικό για να εφαρμόζουνε, αλλιώς είναι τα αντρικά, τα πολύ σκούρα, τα λίγο... Έκανε τύπους και είχε πελάτες, θα ‘λεγα, μεγάλους...
Εξήγαγε κιόλας.
Ναι, ναι, μόνο. Ναι, στη «Levi's» και στη «Benetton» έδινε, ας πούμε. Αλλά, εντάξει, όλα αυτά τώρα έχουν παρακμάσει, φύγαν[00:40:00] όλες οι ποιότητες, γιατί υπάρχουν ανταγωνιστές οι Κινέζοι κι οι Βιετναμέζοι, βρίσκουνε βαμβάκι, ας πούμε, ανταγωνιστικό. Το μόνο που ανταγωνιζόμαστε εμείς τώρα, όλους τους –τα κλωστήρια, φύγαν και τα κλωστήρια απ’ τη Γερμανία και πήγαν στην Τουρκία– είναι το κόστος μεταφοράς. Επειδή είμαστε κοντά εμείς, κοστίζει πιο λίγο, ας πούμε, να πάει το βαμβάκι από την Ελλάδα στον Εύξεινο Πόντο, απ’ ό,τι να πάει απ’ την Αυστραλία ή απ’ το Τέξας, για να ‘ρθει στην Τουρκία, για να γίνει t-shirt. Μόνο εκεί ανταγωνιζόμασταν, γιατί ποιοτικά, εντάξει, δεν... Τα μηχανήματα ήταν όλα ίδια, ας πούμε, ξέρω ‘γω, παντού. Δηλαδή, ό,τι μηχανήματα είχαμε εμείς εδώ, είχαν και οι Αμερικάνοι. Αμερικάνικα ήταν όλα. Οι Αυστραλοί... Υπήρχε μια ενημέρωση, δεν... Γινόταν η εκκόκκιση όπως έπρεπε να γίνει.
Και εσύ τι δουλειά έκανες εκεί;
Εγώ ήμουνα επικεφαλής σε όλο αυτό. Ό,τι έμπαινε μέσα στο εκκοκκιστήριο είχα τον έλεγχο, με την έννοια αν υπήρχε κάτι που δεν ήταν εκτός ποιότητας που εμείς θέλαμε... Γίνονταν μια ταξινόμηση, διότι ήταν γεγονός, δεν μπορούσες να διαχειριστείς μια τέτοια μεγάλη ποσότητα. Οπότε, έπρεπε να κάνεις ένα καταμερισμό ότι... Τους παραγωγούς που γνώριζες και θα σου λέγαν την αλήθεια, ότι: «Το βαμβάκι, ας πούμε, είναι λίγο νωπό, το μάζεψα το πρωί». Άρα αυτό έπρεπε να πάει σε ένα σημείο, αν είναι λίγο, το οποίο θα έπρεπε να εκκοκκιστεί σε τρεις μέρες. Αν ήταν πολύ, γιατί όντως έτυχε έτσι και δεν ξέρω, η μοίρα η κακή και δεν ξέρω τι έγινε και, και, και, το πήρε το βαμβάκι και ήτανε υγρό, άρα αυτό έπρεπε να φύγει αμέσως. Γιατί ήταν πελάτης, γιατί, για πολλούς λόγους. Αυτά όλα εγώ τα διαχειριζόμουνα και έλεγα ότι: «Θα πάρουμε αυτό το κομμάτι σήμερα, αύριο θα πάρουμε εκείνο και μετά μεθαύριο...», γιατί βγάζαμε, εκκόκκιζε την ημέρα 600 τόνους. Βέβαια, δεν μπορείς να καταλάβεις πόσοι είναι 600 τόνοι. Επί εικοσιτετραώρου βάσεως δεν σταματούσαμε καθόλου, καθόλου. Μιλάμε για τρεις μήνες συνέχεια, μέρα-νύχτα, τρεις βάρδιες...Έλεγα– Είχαμε συνάδελφο γεωπόνο, ο οποίος έκανε ταξινόμηση τα δέματα. Έβγαινε κάθε δέμα, παίρναμε δείγμα και το κάναμε ταξινόμηση, για να ξέρουμε τι ποιοτικά χαρακτηριστικά έχει το βαμβάκι αυτό. Και ανάλογα με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, ταξινομούνταν και γινόταν οι ντάνες. «Χίλια δέματα αυτή η ποιότητα. Άλλα χίλια δέματα εκείνα». Και πήγαινε έτσι.
Και το κοστολογούσατε κιόλας;
Όχι, όχι, όχι. Υπήρχε άλλος. Για κοστολόγηση θα ‘λεγα ότι δεν... Είχε μια... Το βαμβάκι είναι χρηματιστηριακό προϊόν. Και καθημερινά... Καθημερινά. Κανονικά έτσι είναι το χρηματιστήριο, καθημερινά, παίρναμε τιμές Liverpool και ανάλογα έλεγες: «Πέσαν...». Αλλά αυτό, βέβαια, πάει να πει ότι δεν... Μάλλον, όταν λες ότι παίζεις χρηματιστήριο, καθημερινά αγοράζεις και πουλάς. Πρέπει να πουλάς. Και ναι μεν πήρες το βαμβάκι και τώρα εσύ πουλάς. Θα το πουλήσεις τώρα; Και βρήκες μια καλή τιμή, πουλάς, παίρνεις δολάρια, γιατί σε δολάρια... Τα δολάρια τα χαλάς τώρα ή τα κρατάς για το Δεκέμβριο; Τι άποψη έχεις, ας πούμε, για το όταν παίζεις χρηματιστήριο, τι λες για το δολάριο; Θα ανέβει έναντι του ευρώ ή καλά είναι να τα αλλάξουμε τώρα; Έχεις έξοδα. Αλλάξει-δεν αλλάξει, πάρει-δεν πάρει το δολάριο, πρέπει να πληρώσεις. Άρα, πρέπει να ευρωποιήσεις μερικά –δεν ξέρω πόσα– δολάρια, για τα έξοδά του. Οπότε, αυτή η ιστορία, το προσωπικό όλο, άδειες, αυτά, πώς θα δουλεύει, ποιοι θα είναι στους φορτωτές, ποιοι στο κλαρκ, ποιοι από δω, ποιοι από κει, ήτανε ολόκληρη διαδικασία.
Τι ειδικότητες άλλες;
Είχε ειδικότητες. Ερχόμενος το φορτηγό ή το τρακτέρ με το βαμβάκι, είχε ζυγιστές. Είχε τους φύλακες, οι οποίοι ταξινομούσαν απ’ έξω. Έπαιρναν το νούμερο, αυτός έμπαινε μέσα, έκανε τα χαρτιά του, ό,τι χρειαζότανε, ζυγιζότανε στο ζυγιστήριο, πήγαινε μέσα. Υπήρχε ένα γκρουπ δέκα ατόμων, οι οποίοι άδειαζαν. Αυτοί είτε βγάζαν το μουσαμά και άνοιγε το φορτηγό, είτε πήγαιναν στον απορροφητήρα και έπαιρνε το βαμβάκι. Μετά, από κει έφευγε το φορτηγό, ερχόταν να ζυγιστεί, έπαιρνε το απόβαρο και έβγαζε την τιμή. Και μέσα υπήρχαν ειδικότητες, φορτωτές, οι οποίοι ταΐζανε την ταινία, για να πάρει το βαμβάκι να το πάει μέσα στο εργοστάσιο. Οι μηχανικοί μέσα στο εργοστάσιο που ελέγχαν τις μηχανές τις εκκοκκιστικές. Υπήρχανε αυτοί οι οποίοι ήταν στα δέματα που, στην πρέσα εκεί, τέσσερα-πέντε άτομα που κοιτάγανε πώς έρχονταν και δένονταν αυτόματα τα δέματα, 220-240 κιλά το κάθε δέμα, με την πίεση που είχε. Υπήρχαν τα άτομα, τα οποία περνούσε μες τη σακούλα και βάζανε το barcode, που έβγαινε με τα κιλά και την ημερομηνία, όλα, το κάθε δέμα. Είχε ο κλαρκίστας που έπαιρνε τα δέματα και τα πήγαινε και τα έβγαζε έξω, τα ‘κανε μία ντάνα. Και υπήρχε, μετά, ξανά πάλι, άλλος ο κλαρκίστας, ο οποίος έπαιρνε τα αποτελέσματα από το HVI, που ήταν ο γεωπόνος, και τα ταξινομούσε. Ας πούμε, το 13.285 και το 13.294 είναι ίδια ποιότητα, τα παίρνεις και τα κάνεις άλλη μία ντάνα. Τα προηγούμενα νούμερα τα πας αλλού, ας πούμε. Και ταξινομείς ντάνες-ντάνες. Οπότε, όταν ερχότανε αυτός που ερχότανε, ο αγοραστής, του ‘λεγες ότι: «Έχω απ’ αυτή την ποιότητα δυο ντάνες, δυο χιλιάδες δέματα, τρεις χιλιάδες δέματα από κει και πέντε χιλιάδες δέματα από κείνο». Και έπαιρνε τα δείγματά του αυτός... Βέβαια, όταν λέμε «ταξινόμηση», ήτανε αυτά, δεν πειράζαμε τίποτα. Ό,τι έγραφε, έγραφε και ήτανε αξιόπιστα πάρα πολύ. Και τα μηχανήματα που είχαμε. Ναι. Αυτά τα μηχανήματα που κάναμε την ταξινόμηση, τα έχει και το Εθνικό Κέντρο Βάμβακος στην Καρδίτσα που είναι μοναδικό στην Ελλάδα. Και είναι το HVI, High Volution Instruments, κάπως, δεν θυμάμαι ακριβώς πώς λέγεται... HVI. Και αυτό ταξινομεί για λογαριασμό, τώρα, των εκκοκκιστών. Ήτανε μια εταιρεία, μια... Τι να πω τώρα; Ένα εργοστάσιο, πραγματικά... Επιχειρήσαμε και κάναμε βιολογικό βαμβάκι... «Βιολογικό» λέγεται ένα προϊόν όταν καλλιεργείται σε βιολογικό χωράφι, δηλαδή όταν το χωράφι σου είναι βιολογικό, οτιδήποτε βάλεις πάνω τη δεύτερη χρονιά, είναι βιολογικό. Δεν είναι ότι το παίρνεις βαμβάκι και το κάνεις βαμβάκι βιολογικό. Με αυτή την έννοια, ας πούμε, είχαμε καλλιεργήσει βαμβάκι, φτάσαμε σε σημείο να πάρουμε και το Ecolabel, το σήμα, και να φτάσουμε να υφάνει, γιατί έβγαζε, η «BMW» έβγαζε καθίσματα για τα μωρά με βαμβάκι βιολογικό, bio, αλλά το ψάχναμε τόσο πολύ –κι εγώ, αλλά και εταιρείες, οι οποίες ερχόταν, αλλά με τη βοήθειά μου–, το ψάχναμε –το ψάχνανε και το ψάχναμε–, γιατί για να πληροίς τις προϋποθέσεις όλες αυτές και τους όρους, έπρεπε ακόμα, να φανταστείς ότι έπρεπε στα μπλουζάκια μέχρι και το κουμπί να είναι βιολογικό. Τρία κουμπάκια εδώ, πρέπει τρία κουμπάκια να είναι βιολογικά. Το βάψιμο! Ψάχναν και ήταν πιο εύκολο να κάνεις άσπρο, γιατί έπρεπε, αν το έκανες ένα άλλο χρώμα, θα έπρεπε το χρώμα αυτό να είναι βιολογικό. Βέβαια υπήρχανε, αλλά ήταν κοστόζο, ας πούμε.
Και οι μεσίτες που είπες;
Οι μεσίτες ήτανε οι παραγωγοί, ήτανε αυτοί οι οποίοι μεσολαβούσαν μεταξύ παραγωγού και εκκοκκιστηρίου, να παν να πάρουν το βαμβάκι, να δώσουνε, να βρουν το φορτηγό, είχανε μια ομάδα από τέσσερα-πέντε άτομα που είχε η δαγκάνα και φόρτωνε το βαμβάκι απ’ το χωράφι πάνω στο φορτηγό. Και ερχόταν και μεσολαβούσε και έλεγε, ας πούμε, ότι: «Έχω 800, 500 τόνους, ας πούμε, βαμβάκι καλό». Και τουλάχιστον σε διασφάλιζε αυτός στο βαθμό που μπορούσε και ήθελε –και ήθελε, γιατί πληρωνότανε για αυτό και έπρεπε– σε διασφάλιζε μια ποιότητα, πέρα απ’ την ποσότητα... Αν ήταν αποκλειστικός και έφερνε μόνο σε σένα, θα τα ‘φερνε μόνο σε σένα. Υπήρχαν αρκετοί, οι οποίοι πηγαίναν και σε ένα εκκοκκιστήριο και σε άλλα εκκοκκιστήρια. Εδώ ήταν πάρα πολλά τα εκκοκκιστήρια... Και, τουλάχιστον, οι περισσότεροι, θα ‘λεγα, επιλέγαν δύο. Ούτως ώστε, όταν εσύ ήσουνα φουλαρισμένος και δεν ξέρω τι γινότανε και δεν μπορούσες να πάρεις άλλα, πήγαινε κάπου[00:50:00] αλλού και δεν έμενε το βαμβάκι στο χωράφι, που με μια τυχαία βροχή να χάσει την ποιότητά του, ας πούμε.
Ναι. Και εσύ υπήρξες και παραγωγός...
Και παραγωγός, ακριβώς. Κάναμε και... Ήμασταν ιδρυτές μιας ελληνικής, μιας εταιρείας, «Ελληνική Σποροπαραγωγή», με την οποία πήραμε σπόρια από την Ισπανία. Κάναμε εδώ σπορόκεντρα, δυο ποικιλίες, τρεις ποικιλίες. Πήγαν πάρα πολύ καλά. Εγώ, σαν επικεφαλής εδώ στο εργοστάσιο, πούλησα τον περισσότερο σπόρο απ’ όλα τα εργοστάσια, 120 τόνους σπόρο, που αν το πολλαπλασιάσεις αυτό επί 3, βγάζεις τα στρέμματα, 3 κιλά το κάθε στρέμμα. Καταλαβαίνεις πόσα στρέμματα καλλιεργηθήκαν. Και μου κάναν δώρο οι Ισπανοί ταξίδι στην Ισπανία, πέντε μέρες. Πήγα με τη Μυρτώ, πέντε μέρες στην Ισπανία, όλα πληρωμένα. Και αγώνα Betis με τη –με ποια ομάδα ήταν;–, με την ίδια ομάδα που παίζουν στην ίδια πόλη.
Πού πήγατε;
Κάτω, προς την Ανδαλουσία, μετά την Κόρδοβα είναι Σεβίλλη! Sevilla-Betis. Πήγα δύο φορές Ισπανία. Είδαμε τα εργοστάσια, για τα οποία αυτοί με την τελευταία αναθεώρηση της ΚΑΠ, υπήρξε μπόνους να εγκαταλείψουνε τη βαμβακοκαλλιέργεια, οπότε τους δίνανε μπόνους απόσυρσης. Σαν κράτος, αυτοί επιλέξαν αυτό, να φύγουν και φύγαν. Στην Ευρώπη, βαμβάκι παράγουμε μόνο εμείς και η Ισπανία. Γύρω στους 200 χιλιάδες τόνους παράγει η Ισπανία και εμείς εδώ παράγουμε 1 εκατομμύριο... Ναι, 1 εκατομμύριο 100 χιλιάδες τόνους. Είμαστε η μόνη βαμβακοπαραγωγική χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η μόνη ευρωπαϊκή χώρα, η οποία δεν χρησιμοποιεί μεταλλαγμένα σπόρια. Έχουμε στο πλαίσιο της μη μετάλλαξης, με μηδενικό GMO, μη μεταλλαγμένους οργανισμούς, το ’χουμε κρατήσει εμείς. Και, δυστυχώς, δεν το ‘χουμε εκμεταλλευτεί αυτό. Γιατί πουλάμε σπόρια για ζωοτροφή στην Ιταλία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για το γάλα. Επειδή έχουν αρκετό λάδι ο σπόρος, ο βαμβακόσπορος, εκεί το παίρνουνε οι κτηνοτρόφοι, εμπλουτίζουν το σιτηρέσιο των ζώων με βαμβακόσπορο, σε βαθμό δεν ξέρω την ποσότητα επί τοις εκατό, την ανάμειξη, και ανεβάζουν τα λιπαρά στο γάλα. Και είναι πάρα πολύ καλό αυτό. Και βέβαια αυτό, θα μπορούσαμε να το εκμεταλλευθούμε εμείς, γιατί παίρνουν και απ’ την Αφρική αυτοί, οι Ιταλοί, βέβαια, το κάνουν αυτό, Ιταλοί, Γερμανοί. Ενώ οι άλλοι κάτω, οι οποίοι έχουν και πληρώνουν... Γιατί φέρνουν– Από εδώ, απ’ την Ελλάδα έφευγε πολύς βαμβακόσπορος και πήγαινε κάτω στα Εμιράτα.
Δεν το ‘ξερα αυτό.
Ναι. Και ήτανε αυστηρές προδιαγραφές για μη GMO.
Θες να μου περιγράψεις μία... Τι χρειάζεται, δηλαδή, από την αρχή μέχρι το τέλος.
Για το βαμβάκι.
Για το βαμβάκι.
Παλιά, υπήρχε ο μύθος, και όντως ήταν– Είναι γεγονός ότι τον μεγαλύτερο κύκλο εργασιών τον έχει το καπνό. Δώδεκα μήνες. Δηλαδή, δώδεκα μήνες μέχρι τη στιγμή που θα το πουλήσεις. Έτσι, να μη σ’ το περιγράψω πώς είναι. Μετά, έρχεται –αν εξαιρέσουμε τις θερμοκηπιακές, μεγάλες καλλιέργειες, δηλαδή– είναι το βαμβάκι. Ξεκινάμε από την ώρα που έχει συλλεχθεί το βαμβάκι και έχει πάει στην αποθήκη, έχει πουληθεί. Σ’ τα λέω ανάποδα έχει τελειώσει το βαμβάκι. Ξεκινάς και παίρνεις και κόβεις τα στελέχη που έχουν μείνει απ’ το βαμβάκι στο χωράφι. Κόβεις τα στελέχη του. Οργώνεις τον Οκτώβριο, γιατί τότε μαζεύεται συνήθως –με τέλη Οκτωβρίου, όταν ο καιρός είναι καλός, έχουν τελειώσει τα βαμβάκια όλα– οργώνεις, για να καταπολεμήσεις πολλά έντομα τα οποία διαχειμάζουν είτε στα στελέχη, είτε στο έδαφος σε 10 πόντους. Και τα ανατρέπεις αυτά, για να τα αποπροσανατολίσεις, για να τα μειώσεις τον πληθυσμό. Το αφήνεις όλο αυτό το διάστημα και πας τον Μάρτιο. Ξαναπερνάς με εδαφοκαλλιεργητές και το κάνεις όσο γίνεται πιο ψιλό για να είναι έτοιμο για να καλλιεργηθεί.
Το χώμα;
Το χώμα. Αφού το ετοιμάσεις το χώμα, ρίχνεις το ζιζανιοκτόνο, το ανακατεύεις, περνάει το ψεκαστικό, ψεκάζει ζιζανιοκτόνο, το ανακατεύεις, το σκεπάζεις και έρχεται η μηχανή και το σπέρνει. Σπέρνοντας η μηχανή, αφού έχει ό,τι έχει διαταραχτεί, για να μην φυτρώσει κάτι, περνάει ένα δεύτερο επιφανειακό φάρμακο για να πιάσει ό,τι υπάρχει πάνω –ακόμα και αυτά που άνοιξε η μηχανή– τα πιάνει όλα σε βαθμό που να μην υπάρχει ζιζάνιο. Μετά από αυτό, ποτίζεις.
Σε πόσες μέρες;
Το φάρμακο το επιφανειακό μέσα σε μια εβδομάδα πρέπει να πέσει νερό. Ή θα ποτίσεις ή θα βρέξει. Οπότε με το που κάνεις αυτό, ποτίζεις ή βρέχει και περιμένεις και βγαίνει. Ή μπορεί να χρειαστεί να ξαναποτίσεις πάλι, δυο φορές. Αφού βγει το βαμβάκι, το αφήνεις, δίνεις ένα νερό ακόμη, ποτίζεις ακόμη μια φορά για ανάπτυξη, για να πάρει μια ανάπτυξη, και σταματάς. Αναπτύσσεται το βαμβάκι.
Πόσο καιρό;
Κανένα εικοσαήμερο; Ναι τόσο, μήνα; Και βγάζει τα λεγόμενα «χτένια», όπως ανοίγει το βαμβάκι έτσι, αρχίζει και χτενίζει, βγαίνουν τα χτένια. Το κλαδί του. Και βγάζει όπως είναι η χτένα, πάνω-κάτω, έτσι και τα λεγόμενα χτένια. Αφού, μόλις βγάλει τα χτένια αυτά, επεμβαίνεις με λίπασμα. Ρίχνεις λίπασμα γραμμικό. Και αφού ρίξεις το λίπασμα, ρίχνεις νερό για να πιει το λίπασμα... Μεγαλώνει το βαμβάκι και δεν ξαναρίχνεις λίπασμα, δεν μπαίνεις μέσα, γιατί αρχίζει και πυκνώνει. Και μετά ποτίζεις. Δεν κάνεις και τίποτα άλλο. Μετά, επεμβαίνεις όταν αυτά τα χτένια αρχίζουν και βγάζουν μπουμπουκάκια, μην τυχόν, ας πούμε, χρειαστεί και υπάρχει κάποιο έντομο που το επηρεάσει, που επέμβει στο βαμβάκι και το κάνει ζημιά. Οπότε ψεκάζεις, αν χρειαστεί. Παλιά ψεκάζανε –παλιά εννοώ, πριν από, μέχρι πριν από δυο-τρία χρόνια– με τα ψεκαστικά, κάναν και ζημιά, πατούσαν μέσα και... Τώρα ψεκάζουν με drones. Δεν πατάν καθόλου μέσα και περνάν πάνω-πάνω και κάνουν και δουλειά πολύ καλή, με μηδέν απώλεια στο να πατήσεις, να φέρεις μέσα με το ψεκαστικό. Ποτίζεις, συνεχίζεις.
Ποιο διάστημα, τώρα; Πού είμαστε;
Είμαστε στον Ιούλιο, ξέρω ‘γω. Ναι, Ιούνιο-Ιούλιο ποτίζεις, φτάνει στο σημείο που βγαίνουν τα πρώτα λουλούδια, αρχές Ιουλίου προς το... Ανάλογα πότε έχεις σπείρει. Δεν είπαμε ότι μέσα στον Απρίλιο με αρχές –ή όπως ο καιρός θα επιτρέψει– με αρχές Μαΐου έχουν σπείρει όλοι, ας πούμε, εκεί μέσα. Οπότε προς το τέλος του Ιουλίου έχουν σχηματιστεί και τα μικρά τα καρυδάκια. Από τον Ιούλιο μέχρι τον Αύγουστο είναι συνέχεια καρύδια, λουλούδια-καρύδια, λουλούδια-καρύδια. 10, 15, 18 του μήνα, 20 βία, σταματάς το πότισμα.
Του Ιουλίου;
Αυγούστου.
Αυγούστου.
Ναι. Σταματάς το πότισμα και περιμένεις. Θέλει ένα διάστημα το φυτό να αρχίζει να διψάει λίγο, να μην... Εντάξει, αν βρέξει, έβρεξε. Αν δεν βρέξει, είναι καλύτερο. Και αρχίζουν, ας πούμε, και γίνεται το καρύδι, αρχίζει και ανοίγει, σκάει... Και προς τα τέλη Σεπτέμβρη... Είναι και οι ποικιλίες τώρα πολύ πιο πρώιμες, διαχειρίσιμες, τις κάνεις ό,τι θες, με λίγο νερό, πολύ νερό, έτσι από δω, επεμβαίνεις, περνάς με διάφορα φυτο-ορμόνες που τα κρατάς τα φυτά κόκκαλο και μεγαλώνουν μόνο τα καρύδια. Οπότε ναι, το ρυθμίζεις εσύ. Ρυθμιστές ανάπτυξης λέγονται. Ψεκάζεις και το φυτό μένει εκεί. Εσύ ό,τι και να κάνεις και να ρίξεις νερό, για να κάνεις, αυτό μένει κόκαλο και φτιάχνει καρ[01:00:00]ύδια. Ναι, έχει προχωρήσει πάρα πολύ και είναι πολύ πιο εύκολη, ας πούμε, αν το πας όπως είναι πώς πρέπει να πάει. Τέλος πάντων. Φτάνεις στη συλλογή, μπαίνουν οι μηχανές μέσα, το συλλέγουνε ή το πας στην αποθήκη σου και το αποθηκεύεις και το πας και το διαχειρίζεσαι, πας και το διαπραγματεύεσαι με τον εκκοκκιστή... Προφανώς, τώρα, που έχουν μείνει οι μεγάλοι ή με τον μεσίτη που λέγαμε, τον έμπορο, που λένε, ή το πας κατευθείαν. Το δίνεις, ναι. Όπως το συλλέγεις, το πας κατευθείαν, το δίνεις. Ναι. Όπως το συλλέγεις, το πας και το δίνεις... Και φτάνεις σε ένα σημείο, αφού ξεκινήσαμε στην αρχή, να μείνουν μόνο οι βαμβακιές, οι οποίες είναι έτοιμες για κόψιμο. Που είχαμε ξεκινήσει με το κόψιμο των βαμβακιών... Άρα αυτό πάει, αν ο καιρός πάει καλά, πάει Νοέμβριο, τέλος Σεπτέμβρη, γιατί το βαμβάκι συλλέγεται σε δύο φάσεις. Δεν γίνεται όλο αμέσως. Είναι τα λεγόμενα «πρώτο χέρι» και «δεύτερο χέρι». Το «πρώτο χέρι» είναι το 70% και το «δεύτερο χέρι» είναι το υπόλοιπο, ας πούμε. Ναι. Καλό είναι να μην πάρει βροχή όταν είναι ανοιχτό, γιατί πρώτον χάνει το χρώμα το βαμβάκι. Όπως είναι ανοιχτό, παίρνει το χρώμα απ’ την κάψα μέσα, ανοίγει και εδώ αρχίζει και βγάζει τα πρασινάκι, όποτε χάνει τη λευκότητα. Όταν δεν βρέχεται και όταν, ναι, μαζεύεται χωρίς βροχή, είναι απ’ τα καλύτερα ποιοτικά. Μετά απ’ αυτό, αφού θα κόψεις και οργώσεις, είσαι έτοιμος για την επόμενη χρονιά, ας πούμε. Οπότε ο κύκλος, μένει ένα διάστημα Δεκέμβρης είναι, μέσα Νοέμβρη, αν είναι καλή χρονιά. Υπάρχουν και περιπτώσεις που εάν δεν– Μπορεί να παίξει χαλάζι, οπότε αυτό οψιμίζει. Λέγοντάς «οψιμίζει», του κόβει τις κορφές όταν πέφτει το χαλάζι, ας πούμε –ανάλογα τι ποσότητα θα πέσει και πόσο έντονο θα ‘ναι–, που το βαμβάκι, ενώ περιμένεις να γίνει τον Αύγουστο, δεν γίνεται, δεν έχει ωριμάσει, δεν, δεν, δεν... Και πάει πιο πίσω. Και αν σε πάρουν δυο-τρεις βροχές μετά στο τέλος, μπορεί να φτάσεις και Δεκέμβρη μήνα, να μην έχεις μαζέψει βαμβάκι.
Τόσο πολύ!
Ναι, βέβαια, ναι. Ναι. Και αν ο καιρός, δηλαδή, δεν σου επιτρέπει να μπει το χωράφι μετά. Το βαμβάκι μπορεί να είναι έτοιμο, αλλά δεν μπαίνει μηχανή μέσα, βουλιάζει. Οπότε πας και φτάνεις μέχρι τέλος Δεκεμβρίου. Άλλες φορές, Γενάρη, όταν κάνει παγωνιές, όταν γίνεται πάγος και πατάει μηχανή και δεν βουλιάζει, μπαίνουν μέσα και μαζεύουν.
Εσένα σου έχει τύχει να μαζέψεις Δεκέμβρη;
Όχι, αλλά πολλοί, ας πούμε. Τώρα, αρκετοί. Ειδικά, πέρσι με τις πλημμύρες, μ’ αυτά, πολύς κόσμος μάζεψε μέχρι τώρα, πριν από είκοσι μέρες μαζέψαν. Ναι, το αφήσαν έτσι και ό,τι είχε μέσα, το μαζέψαν. Αποζημιωθήκαν, βέβαια, σ’ ένα βαθμό, αλλά, εν πάση περιπτώσει, είχε μείνει βαμβάκι μέσα που δεν ήταν αμελητέο, γιατί έχει τιμή τώρα, οπότε το μαζέψανε.
Πάντως αυτές οι περίοδοι και του ποτίσματος και της συγκομιδής είναι δύσκολες, έτσι δεν είναι; Εννοώ επειδή λες ότι...
Βασικά, είναι η αρχή του η σπορά και μέχρι να αναπτυχθεί. Γιατί η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Δηλαδή, το σπέρνεις, το ποτίζεις για να βγει. Αν βρέξει πιο πολύ, αν δεν βρέξει, εάν φυσήξει αέρας, ποτίζεις και στεγνώσει και γίνεται πέτρα και δεν μπορεί να βγει επάνω το φυτό και μένει μέσα και τελειώνει. Είναι παράγοντες, οι οποίοι πρέπει να τους ξέρεις, γιατί πρέπει να ξέρεις την υφή του χώματος, αν σφίγγει, αν, αν, αν, αν, ας πούμε. Και πόσο νερό θα ρίξεις. Θα ρίξεις νερό τώρα λίγο, είδες ότι φύσηξε και στέγνωσε, ξαναεπεμβαίνεις πάλι με νερό, για να το βοηθήσεις να γίνει πιο αφράτο το χώμα, για να πεταχτεί το φυτό πάνω. Δεν έχει δύναμη το φυτό. Αφού περάσει ένα διάστημα που έδωσε, έδωσε και δεν μπόρεσε να βγει πάνω, μετά τα παρατάει. Ναι.
Το λέω και για τα ποτίσματα. Εννοώ ότι–
Τα ποτίσματα έχουν μια συνέχεια.
Εσύ πήγαινες στο χωράφι 4:00 η ώρα το πρωί, δεν ήτανε...
Ναι. Όταν είναι να κάνεις τις λεγόμενες «αλλαγές», δηλαδή τελειώνει το πότισμα με το καρούλι σου και έρχεται πίσω και το ετοιμάζεις να το πας δίπλα, όποτε βγαίνει, ας πούμε, πρέπει να πας... Ναι.
Γιατί πρέπει;
Γιατί πρέπει να το μετακινήσεις. Δηλαδή, το βάζεις, το απλώνεις, το βάζεις στο νερό και αυτό αρχίζει και μαζεύει το καρούλι –το λεγόμενο «καρούλι»–, μαζεύει το μπεκ που είναι στο τέλος του χωραφιού και το φέρνει εκεί. Με το που το φέρνει εδώ, τελειώνει. Το σταματάς. Το παίρνεις, πας δίπλα. Το ξαναπλώνεις. Ξαναέρχεται αυτό μετά από δεκαπέντε ώρες. Ανάλογα το χωράφι, μπορεί να κάνει είκοσι δύο ώρες. Το πας... Είναι χωράφια τα οποία είναι 250-300 μέτρα. Το απλώνεις, το βάζεις εκεί, αρχίζει ποτίζει και μετά από είκοσι δύο ώρες, έρχεται –μετά από μία μέρα– έρχεται πίσω στη βάση του. Το παίρνεις από κει, το πας δίπλα. Αν φανταστείς, αυτό το στήνεις μία, δύο, τρεις, τέσσερις –τελειώνεις– πέντε. Άντε πάλι, ξαναβάζεις. Κάνεις πέντε μέρες για να το τελειώσεις, λέω εγώ. Αυτό σε οχτώ-εννιά μέρες πρέπει να ξαναρχίσει πάλι, δεν αντέχει. Οπότε, με το που πας τελειώνεις, αρχίζει εδώ και γίνεται λίγο ξερό, ξαναέρχεσαι πάλι, ξαναπάς, ξαναέρχεσαι, ξαναπάς.
Άρα το να πας, ας πούμε, την ώρα που θα βγει το καρούλι, που πας άγρια χαράματα είναι–
Ή βράδυ να το τελειώσεις, να το κλείσεις, ας πούμε.
Βασικό.
Ναι, βέβαια. Ναι, είναι περίοδοι που δεν πρέπει να πέσει πολύ νερό. Πρέπει να πέσει κανονικά δηλαδή, δεν είναι να πεις: «Έπεσε λίγο παραπάνω και δεν...». Άμα πέσει πολύ νερό και λιμνάσει, θα κιτρινίσει το βαμβάκι, δεν θα έχει σύστημα ριζικό, δεν θα μπορείς να προχωρήσει από κάτω και θα δεις δεν θα ψηλώσει, θα μείνει έτσι. Ναι. Οπότε πρέπει να είσαι απίκο, στην ώρα, να μην τελειώσει και δεν... Δηλαδή, τελειώσει το καρούλι και εσύ δεν έχεις σβήσει. Θα πρέπει με το που τελειώνει, μετά από πέντε λεπτά, τακ, να σβήνει. Για αυτό και γίνεται αυτό, ας πούμε. Ότι πρέπει... Και τα παρακολουθούν, ας πούμε. Ο αέρας, αν φυσάει αέρας. Πώς φυσάει. Μήπως δεν φτάνει... Δηλαδή, έχει μια ακτίνα 25 μέτρα. Εάν είσαι 25 μέτρα προς το Βορρά και φυσάει βοριάς, αυτά τα 25 μέτρα γίνονται 15. Από την άλλη, γίνονται 35. Τώρα, άμα πας εσύ εκεί στα 25 και το βάζεις ξανά πάλι, δεν φτάνει να ποτίσει αυτό που πότισες. Άρα πρέπει να ξέρεις πού έμεινε απότιστο και πώς. Δεν είναι, βάζεις, μετράς 25 μέτρα, άλλα 25, άλλα 25 και μετά από δεκαοχτώ ώρες πας και το βλέπεις...
Και το μάζεμα εξίσου απαιτητικό μετά.
Το μάζεμα, ναι, είναι μαστοριά, με την έννοια ότι θα πρέπει να δεις πότε έχει γίνει. Έγινε το βαμβάκι, θα πρέπει να πας, να μην πας νύχτα που έχει υγρασία. Πρέπει να κάνεις, πριν μπεις μέσα, τη λεγόμενη αποφύλλωση. Κι αυτή γίνεται με drone.
Τώρα.
Όχι, αποφύλλωση είναι όταν τελειώνει το βαμβάκι.
Ναι, τώρα γίνεται με drone.
Ναι, ναι. Έμπαινες μέσα με ψεκαστικό και ψέκαζες. Πέφταν τα φύλλα και έμενε μόνο το βαμβάκι και έβγαινε καθαρό. Αυτό πληρωνότανε. Έπαιρνες ποιοτικά χαρακτηριστικά. 2 λεπτά το κιλό, ας πούμε. Έκανε 62 λεπτά το κιλό και σου δίναν 64, ας πούμε, συν 2 λεπτά για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, γιατί είναι καλό το βαμβάκι. Όπως ανάλογο ήταν και το αν το βαμβάκι ήταν βρεγμένο είχε ψαλίδι. Σου ‘κοβε, 3 λεπτά, ξέρω ‘γω, γιατί είχε νερό. Εντάξει, εκεί θέλει προσοχή, γιατί θα πρέπει να το διαχειριστείς με την έννοια ότι θα το πάρεις, είναι δικό σου προϊόν... Και πες ότι το παίρνεις και δεν συμφωνείς. Πού το πας; Πας κάπου και του λες: «Το βαμβάκι το έφερα. Έχω 50 τόνους. Λοιπόν, πόσο έχει;». «70 λεπτά». Δεν συμφωνείς. Πού θα το πας; Άμα είναι καλό, το πας στην αποθήκη σου και λες: «Ούτε με νοιάζει καθόλου. Θα το πουλήσω μετά από δεκαπέντε μέρες, μετά από είκοσι...». Είναι μερικά προϊόντα, τα οποία δεν επιδέχονται παράταση. Το βαμβάκι επιδέχεται. Όταν είσαι ποιοτικά, ας πούμε, ξέρω ‘γω, είναι ξερό και μπορεί να αποθηκευτεί. Το σιτάρι το ίδιο. Η ντομάτα; Δεν γίνεται. Πρέπει με το που τη μάζεψες, να πάει στο εργοστάσιο, κατευθείαν.
Όχι, έτσι το λέω για αυτές τις περιόδους, γιατί λείπεις απ’ το σπίτι, ρε παιδί μου. Είσαι όλη μέρα εκεί.
Ναι, ναι, ναι.
Είσαι ένα εικοσαήμερο τουλάχιστον, δεν ξέρω πόσο.
Πρέπει να το παρακολουθείς με την έννοια ότι είναι κρίσιμο το πότισμα, πότε θα κάνεις, πότε θα ρίξεις τα λιπάσματα. Αλλά το βασικό είναι οι καιρικές συνθήκες. Πριν από μία ώρα, τρεις ώρες, φύσαγε, τώρα δεν φυσάει. Δεν ξέρεις πού θα πάει. Πολύ μακριά; Πάει πολύ κοντά; Δεν είναι να πεις... Βέβαια, τώρα έχει βγει η σταγόνα, η οποία είναι στάγδην άρδευση. Απλώνεις τη σταγόνα και στάζει. Οπότε δεν έχεις θέμα τόσο πολύ από τον αέρα, όχι τόσο πολύ, δεν έχεις καθόλου. Το μόνο μειονέκτημα που έχει η σταγόνα είναι ότι είναι ακρι[01:10:00]βή. Όλα τα άλλα είναι πολύ καλά. Ναι. Αλλά και εκεί σε θέλει. Θέλει συστήματα, φίλτρα και κόντρα φίλτρα και λίπανση και έτσι. Αλλά είναι απ’ τα πλέον, ας πούμε, θα ‘λεγα τελευταίου τύπου συστήματα άρδευσης.
Είναι μία δουλειά που μπορείς να την κάνεις μόνος σου;
Εντάξει, στην αρχή, εάν είναι... Όπως σου είπα και στην αρχή, εξαρτάται τα μηχανήματα που έχεις. Όταν σου είπα ότι παλιά πηγαίναν, είχαν το ζευγάρι και οργώναν 6 στρέμματα –που δεν τα θυμήθηκα ούτε εγώ, ας πούμε– 6 στρέμματα την ημέρα, τώρα βγάζει 10 στρέμματα την ώρα το τρακτέρ, ας πούμε. Και όταν το τρακτέρ είναι μεγάλο και έχεις όλα τα άλλα, λες: «Εντάξει». Όταν, δηλαδή, άμα φτάσεις σε σημείο... Όχι μόνος σου, είναι πολλά πράγματα που δεν μπορείς... Να ρίξεις τα λιπάσματα. Δεν μπορείς να ρίξεις λίπασμα μόνος σου! Ή να κάνεις μερικά πράγματα, να πας από δω, από κει, να βάλεις αυτά τα συστήματα, τα λάστιχα. Θες προσωπικό να τα απλώσεις. Αυτά απλώνονται και αυτά, μένουν μέσα μόνιμα, τα κουμπώνεις και μετά βάζεις νερό. Μετά, εντάξει, μπορεί να πας και να... Κι εκεί θέλει έλεγχο, έτσι; Να δεις, πόσο νερό έριξες; Δεκαπέντε ώρες; Αλλάζεις. Βάζεις δέκα ώρες, οχτώ, δεκατρία. Εντάξει, είναι πιο άνετα, γιατί μπορεί να κουμαντάρεις πολλά. Αλλά συνήθως, τώρα είναι στο μεταβατικό στάδιο όλοι αυτοί που μένουν, να βάλουνε λάστιχα, αλλά είναι το πιο ακριβό σύστημα. Καλό, αλλά ακριβό. Εάν, μετά από ένα διάστημα και μετά, μπορείς να κουμαντάρεις. Αλλά σπορές, καλλιέργεια, για να το φτάσεις να καλλιεργηθεί, ας πούμε, δεν γίνεται να πας τώρα, εντάξει, να είσαι μόνος.
Το έκανες και με τον αδερφό σου και με βοηθό.
Ναι. Και τώρα το κάνω με βοηθό, ας πούμε. Ναι. Δεν γίνεται. Πολλά πράγματα, ας πούμε, γιατί ενώ σου φαίνονται ότι μερικά πράγματα είναι εύκολα να γίνουνε, πρέπει να κανονίσεις και τις εξωγεωργικές δουλειές. Δηλαδή, άμα σου πω ότι: «Πρέπει να πας να πάρεις τα λιπάσματα, να πας να συμφωνήσεις τα λιπάσματα». Δεν είναι: «Φόρτωσέ τα και φέρ’ τα», ας πούμε, ξέρω ‘γω. Τι λιπάσματα θα πάρεις; Πότε θα τα κάνεις αυτά; Θα τα κάνεις το χειμώνα; Εντάξει, μπορεί να τα κάνεις το χειμώνα. Αλλά αυτά πρέπει να ‘ρθούνε στην αποθήκη. Η αποθήκη πρέπει να είναι ασφαλισμένη, γιατί γίνεται χαμός με τα... Σκέφτεσαι κι αυτά τώρα. Παλιά δεν τα ‘χαμε, ναι.
Το κλέψιμο;
Βέβαια. Είναι πανάκριβα και τα φάρμακα και τα σπόρια. Μετά, είναι να πάρεις μηχανή, να κλείσεις μηχανή, να πεις στη μηχανή να ‘ρθεί να σπείρει: «Πότε μπορείς;». «Δεν μπορώ αύριο το πρωί, το μεσημέρι». «Ωραία, να ‘ρθεί το μεσημέρι». Να ‘ρθεί το ψεκαστικό, για να ψεκάσει. Να ‘ρθεί το πρωί που δεν φυσάει, πολύ άνετα, αλλά άμα δεν μπορεί αυτός το πρωί και σου πει το απόγευμα, δεν γίνεται απόγευμα, γιατί έχει αέρα πολύ. Δεν μπορεί να ψεκάσεις. Έχουμε παρέμβαση μετά με το λεγόμενο «σκουλήκι», το πράσινο σκουλήκι. Αυτό πρέπει να ψεκάζεις νύχτα, γιατί απαγορεύεται τη μέρα με τις μέλισσες. Όταν ψεκάσεις, παθαίνει– Και όταν λέω «απαγορεύεται», απαγορεύεται σε μεγάλο βαθμό. Ναι. Μέχρι κατάσχεση του ψεκαστικού μπορούν να του κάνουν, ναι, γιατί καταστρέφει τις μέλισσες. Δηλαδή, θέλω να πω ότι πολλά πράγματα, τα οποία σε τρώνε χρόνο. Και το ένα είναι μετά το άλλο. Δεν είναι να πεις ότι: «Εντάξει, ψέκασα τώρα και...». Δηλαδή, τώρα αύριο που θέλω να πάω να ψεκάσω στο ένα το κομμάτι, θα μπει, θα ‘ρθεί η μηχανή, θα ξαναρθεί πάλι αυτός να ψεκάσει από πάνω και θα πρέπει να ετοιμάσω για πότισμα. Για να φυτρώσει, γιατί έχουν ξεραθεί τα χωράφια, δεν φυτρώνουν μόνα τους. Θέλουν νερό. Με το που του ρίξεις ένα νερό και αρχίζει αυτό και ρίχνει το κεντρί του και αρχίζει να φουσκώνει, που λένε, πρέπει να ξαναπεράσεις πάλι να το ελαφρώσεις, δεύτερη φορά, ας πούμε. Κι αυτά πρέπει να τα ρυθμίζεις εσύ, αλλά είναι και το θέμα του καιρού. Δηλαδή, αν φυσάει όλη την ημέρα, πότε θα ποτίσεις; Και με το που δεν ποτίζεις, γιατί περιμένεις, ξεραίνεται το άλλο. Δεν είναι εύκολα τα πράγματα.
Σκεφτόμουνα, έτσι, πώς είναι, ρε παιδί μου, πώς είναι η ζωή δηλαδή, ενός αγρότη;
Εκείνο το θυμάσαι που είπα, ότι είναι ένα «ξεσκέπαστο μαγαζί». Υπάρχει, ειδικά τώρα τελευταία –τελευταία, εννοώ κάνα-δυο χρόνια, ας πούμε– μεγάλη ανέχεια. Δεν έχουν οι παραγωγοί, έχουν ακριβύνει τα πάντα. Πέρσι μόνο, είχε τιμή το βαμβάκι, το οποίο, εντάξει... Υπήρχε μια νοοτροπία παλιά, η οποία δεν έχει εξαλειφθεί, με την έννοια ποια, ας πούμε; Ότι υπήρχε η Αγροτική Τράπεζα, η οποία σε κάλυπτε τα έξοδα για να ξεκινήσεις, να κάνεις την καλλιέργειά σου. Πήγαινες, έπαιρνες ένα δάνειο και σου ‘δινε τα σπόρια και τα λιπάσματα. Και έπαιρνες και το δάνειο για να καλλιεργήσεις και τα μηχανήματα, να πληρώσεις τις μηχανές και πετρέλαια. Έφυγε η Αγροτική Τράπεζα. Δεν υπάρχει πλέον. Υπάρχουνε οι έμποροι τώρα. Έρχεται ο έμπορος και σου λέει: «Πόσα λιπάσματα θέλεις;». «Τόσα». Βέβαια, με το αζημίωτο. Και η τράπεζα με το αζημίωτο ήτανε. Και σου λέει ότι: «Θα σου φέρω εγώ λιπάσματα και σπόρια και φάρμακα». Ναι, αλλά το πετρέλαιο ποιος θα το βάλει; Δεν μπορεί να σου δώσει ο άλλος 5 χιλιάδες ευρώ, για να... Θα μου πεις: «Δεν έχεις 5 χιλιάδες;». Οι περισσότεροι δεν έχουνε. Και εδώ που έχουν πάει, ας πούμε, να αλλάξεις λάστιχα στο τρακτέρ κάνει 1,5 χιλιάρικο. Δεν έχει 200 ευρώ. Ή λάδια ή ένα παρελκόμενο πίσω να σου σπάσει κάτι, ας πούμε, να πάθεις, να κάνεις... Αυτά κοστίζουν, ας πούμε. Ναι.
Δεν ξέρω αν θυμάσαι κάτι, έτσι, πιο χαρακτηριστικά ή έχεις κάτι ακόμα να προσθέσεις...
Πάλι μπαίνουμε στον αστάθμητο παράγοντα, ας πούμε. Και σε μένα έχει τύχει και σε όλο τον κόσμο τυχαίνει, οι διάφορες θεομηνίες, οι οποίες τώρα τελευταία, τα φαινόμενα είναι πολύ έντονα. Δηλαδή είχαμε τον Ιανό που πέρασε και δεν υπήρχε μέρος και χωράφι στη Θεσσαλία –θα ‘λεγα, εντάξει όχι στη Θεσσαλία, αλλά γενικότερα στην Καρδίτσα και στον νομό Φαρσάλων– που να μη σκεπάστηκε με νερό ας πούμε. Είχαμε απώλεια, μεγάλη απώλεια, ας πούμε. Δεν καλύφθηκε, ας πούμε, η ζημιά, πάντα, όπως λεν, δεν καλύφθηκε. Αυτά είναι, έτσι, γεγονότα και παράγοντες, οι οποίοι είναι απρόβλεπτοι τελείως. Δηλαδή, περιμένεις μια βροχή, η οποία μπορεί να σε κρατήσει και πέντε μέρες πίσω. Αυτό, τα φαινόμενα αυτά, τα οποία είναι τόσο έντονα τώρα ή μια χαλαζόπτωση, η οποία έγινε πέρσι στον Παλαμά και δεν άφησε τίποτα, ας πούμε. Ήταν τόσο έντονο, που άφησε μόνο κλωνάρια. Αυτοί δεν πήραν τίποτα, ας πούμε! Και έτυχε να έχει και καλή τιμή το βαμβάκι. Και ο ΕΛΓΑ σε αποζημιώνει με την προηγούμενη, την τιμή της προηγούμενης χρονιάς. Δηλαδή, την προηγούμενη χρονιά είχε 47,43 και το ‘21, το ’20... Και το ’21 το βαμβάκι είχε 75. Δηλαδή 30 λεπτά, διπλάσια τιμή. Όπως και το σιτάρι. Έπεσε ένας παγετός και χάθηκε αρκετό σιτάρι απ’ τον παγετό. Δεν αποζημιώθηκε ο κόσμος όσο έπρεπε. Δηλαδή, αυτοί είναι οι εξωγενείς παράγοντες, οι οποίοι, εντάξει, είναι απρόβλεπτοι. Αλλά δεν είναι μόνο το απρόβλεπτο, είναι το έντονο. Έχουμε έντονα φαινόμενα, που δεν είχαμε παλιά, ας πούμε. Ο καύσωνας. Κάθε ζωντανός οργανισμός έχει ένα όριο, δεν μπορεί τώρα να έχει 45 βαθμούς και να κάθεται το φυτό μόνο του στον ήλιο, ας πούμε, ξέρω ‘γω. Σοκάρεται πάρα πολύ, ας πούμε. Και εκεί που το περιμένεις, ας πούμε, ότι εγώ πότισα και έκανα και έφτιαξα, δυστυχώς, βλέπεις ότι αυτό δεν ανταπέδωσε, έχασε τη γονιμοποίησή του και δεν έγιναν τα καρύδια. Πέσαν καρυδάκια, τα οποία δεν αντέξαν, ας πούμε. Ενώ φυσιολογικά, τα φυσιολογικά, όπως όλοι οι οργανισμοί, έχουν ένα όριο, ας πούμε. Όπως κι εμείς. Αντέχεις, σε ένα σημείο, ας πούμε. Από κει και ύστερα, λες: «Δεν υπάρχει».
Πρέπει να είσαι συνέχεια alert.
Ναι, αλλά δεν μπορεί να επέμβεις, ας πούμε. Μπορεί να επέμβεις γενικά. Τώρα, αν πεις ότι γίνουνε έργα υποδομής για να ποτίζεις και να είσαι πολύ πιο ξεκούραστος, ναι. Να γίνονται έργα υποδομής, να έχουμε αρδευτικά κανάλια εκεί, στραγγιστικά κανάλια, και ανοιχτά τα ποτάμια και τα κανάλια όλα να μην είναι βουλωμένα, ούτως ώστε να μετριάσουμε το κακό, ναι. Από κει και ύστερα, άμα πέσει ένα χαλάζι, υπάρχει αντιχαλαζική προστασία, αλλά αυτή δεν ξέρω πόσο μπορεί να καλύψει και σε τι βαθμό, ας πούμε. Τα άλλα, θα ‘λεγα, έτσι ψιλο-ελέγχονται, ας πούμε, απ’ τους παραγωγούς. Είναι και η εμπειρία. Πάνω απ’ όλα είναι η εμπειρία, ας πούμε.
Και επηρεάζει και τη ζωή σου, όμως, αυ[01:20:00]τό.
Ναι, βέβαια.
Έτσι δεν είναι;
Ναι. Σίγουρα.
Γιατί σκεφτόμουνα ότι ξεκινήσαμε και λέγαμε ότι είναι μία ιστορία ζωής.
Ναι.
Αυτό.
Αν θέλεις να δεις μία διαφορά, έτσι, να εντοπίσεις, ας πούμε, ότι το γεγονός δυστυχώς ότι ο κόσμος ό,τι βλέπει απ’ την τηλεόραση και λέει ότι: «Τι έκανε η Ρούλα;», τώρα, στα χωριά άμα πας, ας πούμε, και αναφέρονται όλοι στα βαμβάκια! Μα όλοι! Η νεολαία, η οποία ασχολείται. Ότι: «Εγώ μία χρονιά έκανα έτσι. Μια χρονιά πήγα έτσι. Πέρυσι έκανα αυτό, έκανα εκείνο εκεί...». Δηλαδή, τα πάντα τα φέρνουν γύρω απ’ το βαμβάκι, σε βαθμό, ας πούμε, που, εντάξει, θα αρχίσω να μην αντέχω να ακούω. Δεν έλεγα ότι... Συζητάω κι εγώ πάντα, αλλά δε μπορεί, ας πούμε, να κάνει δυο ώρες κουβέντα, όπως η δικιά μας εδώ, και να είναι συνέχεια για το βαμβάκι και να το έχεις αυτό καθημερινά στην καφετέρια. Ή σε ένα καφέ που πας και, δυστυχώς, τα χωριά τώρα έχουν ένα καφενείο, όλα τα χωριά. Και οπότε, μοιραία, πρέπει να είσαι εκεί και η κουβέντα να γίνεται: «Τι έκανε;». «Τι κάνεις;». «Ποτίζεις;». «Δεν ποτίζω». Συνέχεια όλο αυτό το πράγμα που γίνεται και έγινε και πέρσι και φέτος και τώρα και μπορεί να συμβεί και του χρόνου τι θα γίνει, ας πούμε, ναι. Τέτοια εποχή. Ναι. Ναι, ο κόσμος είναι πάρα πολύ δεμένος με αυτό το προϊόν... Ειδικά εδώ υπάρχει τεχνογνωσία, βασικό. Σε όλους. Σε πολλούς. Οι νεαροί, οι νέοι, οι οποίοι μείναν στα χωριά, εντάξει, όσο και να μην τα παίρνουν, έχουνε μία εμπειρία η οποία... Και επηρεάζονται ο ένας με τον άλλον, διαβάζουν, κάνουν, φτιάχνουν. Εντάξει. Έχουν βγει τα μηχανήματα. Τώρα αυτός που με πήρε τηλέφωνο –ήρθε πέρσι και φέτος θα ‘ρθεί να με σπείρει– έχει GPS. Και λέγοντας ότι μόλις σταμάτησε, εγώ ήμουνα στο χωράφι απ’ τη μία άκρη, αυτός πήγε απ’ την άλλη. Του λέω –τα σπόρια ήταν δικά του, φίλος είναι, έμπιστος– και μου λέει, έρχεται αυτός –ο γιος του ήταν πάνω στο χωράφι–, μου λέει: «Ξέρεις αυτό», λέει, «πάει μόνο του. Έχει GPS». Λέω: «Εντάξει μωρέ», λέω. Θεώρησα κι εγώ, όπως είναι τα GPS στα αυτοκίνητα, ας πούμε. Μου λέει: «Ανέβα πάνω». Του λέω: «Τέλος πάντων», δεν θέλω να τον προσβάλω, «ν’ ανεβώ πάνω...». Δεν είχα ανεβεί εγώ πάνω σε τρακτέρ, ας πούμε. Ανεβαίνω πάνω, τι να δω; Αυτός δεν έπιανε καθόλου τιμόνι, είχε την οθόνη, είχε το χωράφι όλο μπροστά του. Το τρακτέρ πήγαινε, γύριζε μόνο του και ξανάμπαινε πάλι. Κι εγώ να είμαι, αυτός να είναι στο κινητό, συνέχεια. Ήταν στο ΥouTube και κοίταζε, δεν ξέρω τι έβλεπε, τραγούδια μέσα κανονικά και να πάει να έρχεται, όλα τα εντόπιζε με φωτοκύτταρα. Εάν δεν έριχνε σπόρο, αν, αν, αν... Και δεν έβλεπε στο χωράφι. Τώρα φέτος αυτός το ξαναέχει πάλι. Αυτό πληρώνεται έξτρα βέβαια, 200 ευρώ το μήνα και με απόκλιση ένα πόντο.
Πολύ καλά.
Πολύ καλά. Επιπλέον είναι 200... Αλλά το μηχάνημα αυτό κάνει 100 χιλιάδες, όλο το τρακτέρ με το GPS με το ραντάρ πάνω, το GPS πάνω, με, με, όλα αυτά. Αλλά θέλω να πω, όμως, ότι γίνεται πού πιο άνετη η δουλειά του, ας πούμε. Πολύ πιο άνετη... Εάν εξαιρέσεις το υπόλοιπο κομμάτι που είπαμε, τα ποτίσματα, πώς θα βγει και τι θα κάνει, ας πούμε. Αυτό το κομμάτι, τώρα, που το πας και θες να σπείρω και πρέπει να είσαι καρφωμένος στο γραμμοχαράκτη επάνω... Αυτό που ό,τι χαράσσει, πρέπει να είσαι εκεί. Αυτός δεν χαράσσει καθόλου. Τίποτα. Και το βλέπεις και το χωράφι είναι ραμμένο ακριβώς.
Είναι ένα πράγμα που τροφοδοτεί ολόκληρη νομίζω την τοπική κοινωνία. Το σκεφτόμουνα και πριν που έλεγες για το εκκοκκιστήριο, πόσες θέσεις εργασίας μπορεί να άνοιξαν σε ένα τόπο... Αντίστοιχα και αυτός κάνει μία επένδυση που ξέρει ότι θα πιάσει τόπο. Και γίνεται μια αλυσίδα ολόκληρη.
Ναι, να, ναι. Τώρα, βέβαια, είναι οι επενδύσεις οι οποίες γίναν, βέβαια, δεν ήταν να πεις ότι έδωσε δουλειές σε είκοσι, σε εκατό άτομα που ήμασταν στο εκκοκκιστήριο. Έχει να κάνει με πεντακόσιους φορτηγατζήδες, με τα τρακτέρ, με τα λάστιχα, με τις μπαταρίες, τι να σου πω; Με, με, με τα πετρέλαια, ό,τι υπήρχε ας πούμε, ξέρω ‘γω, όλο αυτό κινήθηκε, γιατί κινηθήκαν όλοι να παν προς το εκκοκκιστήριο, ας πούμε. Τώρα, βέβαια, αυτό, οι πάντες τώρα ψάχνουν να βρουν ποιος έχει drone, για να κάνουν αυτό. Εγώ ψάχνω και βρήκα αυτόν, ο οποίος θα με σπείρει, γιατί βλέπεις ότι είναι ένα χωράφι το οποίο να το χαίρεσαι, ας πούμε. Όλα αυτά έχουν να κάνουν. Και αυτό το πληρώνεις. Το πλήρωσε αυτός, μπήκε στη ζωή, του χρόνου θα τον ψάχνουν όλοι. Και μπορεί να αναγκαστούν κι άλλοι να το κάνουν και θα το κάνουν. Και κατά συνέπεια, ξέρω ‘γω, η εξέλιξη περπατάει, αλλά βρίσκει και άτομα τα οποία... Και να πληρώνεται αυτό, έτσι; Δεν είναι να πεις ότι θα το σπείρω με αυτή τη μηχανή, ας πούμε, και θα κάνει διπλάσια τιμή απ’ την άλλη.
Όχι μόνο, νομίζω. Δηλαδή και με το Σταύρο που συνεργάζεσαι τόσα χρόνια, δεν είναι μόνο, θέλω να πω, οικονομική η σχέση.
Όχι βέβαια.
Βασίζεσαι. Έχεις έναν άνθρωπο, έναν συνεργάτη...
Βέβαια, εμπιστοσύνης. Αν δεν έχεις εμπιστοσύνη, ας πούμε, και πεις ότι... Το αυτό που σου ‘λεγα, ότι: «Πήγαινε να το δεις», ας πούμε και λες ότι: «Δεν πιάνει καλά το νερό από δω». Όταν κάνω την αλλαγή, σου λέει ότι: «Κοίταξε να δεις, εδώ δεν έφτανε το νερό, πρέπει να το πάμε λίγο πιο κει». Ενώ άμα πούμε ότι: «Δεν πήγες εσύ...». Είναι θέμα εμπιστοσύνης με το συνεργάτη που έχεις, σε οτιδήποτε κάνεις. Σε αυτούς που σπέρνουν, που ψεκάζουν, που, που, που... Βλέπεις αυτόν με το ψεκαστικό, τρέχεις από δω εσύ, τρέχεις από εκεί, του λες: «Τα φάρμακα τα ‘χω εκεί, δίπλα στο σπιτάκι, πήγαινε». Πάει, έχει το νερό και έχεις εμπιστοσύνη ότι αυτός θα τα ρίξει αυτά. Και την ταχύτητα, είσαι-δεν είσαι εσύ εκεί, με αυτή ταχύτητα θα τα κάνει. Ναι, ναι. Πρέπει να υπάρχει μια εμπιστοσύνη. Και αυτό αποκτιέται, ας πούμε, εντάξει, με τα χρόνια που έχεις και τσεκάρεται ο καθένας συνέχεια.
Ωραία! Εγώ είμαι καλυμμένη.
Κι εγώ. Νομίζω ότι είπα πάρα πολλά, με την έννοια ότι δεν σταμάτησα και δεν ξέρω πώς θα γραφεί αυτό, εντάξει.
Δεν ήτανε, κι όμως. Γιατί είναι πάρα πολύ μεγάλο κομμάτι. Τι να–
Ναι. Εννοώ δεν σ’ άφησα κι εσένα να πάρεις–
Καλύτερα.
Ναι;
Αυτό χρειάζεται. Μια ιστορία απ’ την αρχή μέχρι το τέλος. Εγώ σκέφτομαι μήπως δεν είναι και τόσα πολλά οι λεπτομέρειες για τα χωράφια...
Πού να φτάσεις σε λεπτομέρειες; Θέλαμε άλλο τόσο χρόνο.
Ευχαριστώ πάρα, πάρα πολύ.
Χαρά μου που βοήθησα κι εγώ σ’ αυτό το έργο, ας πούμε, και πιστεύω να αποδώσει στις επόμενες γενιές. Μπορεί να έχουν κάτι να πουν, να πάρουν, βασικό, και να το καλλιεργήσουν.
Ναι. Το κλείνω εδώ.
Ωραία!
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Ο Μάριος, βαμβακοπαραγωγός στην περιοχή των Σοφάδων Καρδίτσας, αφηγείται τη ζωή του ως αγρότης. Ξεκινώντας από μια εξ ολοκλήρου αγροτική οικογένεια, σπουδάζει Γεωπονική και αναλαμβάνει τις καλλιέργειες της οικογένειας. Αφηγείται όλο τον κύκλο εργασιών μιας καλλιέργειας βάμβακος από την εμπειρία και τη σκοπιά ενός έμπειρου πλέον παραγωγού. Τα παλιά στελέχη, το όργωμα, η σπορά, το πότισμα, η φροντίδα, η συγκομιδή και η πώληση. Περιγράφει, επίσης, τα δεκαοχτώ χρόνια της ζωής του στο εκκοκκιστήριο βάμβακος του Ομίλου «Ακκά», που περιλαμβάνει πολύτιμες εμπειρίες, νέες καλλιέργειες, πιστοποιήσεις, ευθύνες, αλλά, πάνω απ' όλα, μια φονική πυρκαγιά που τον στιγμάτισε. Οι αγροτικές εργασίες και οι καλλιέργειες στην Καρδίτσα και τα χωριά της είναι συνυφασμένες με την τοπική κοινωνία και τη ζωή των κατοίκων. Νέοι και μεγαλύτεροι ασχολούνται με τα χωράφια τους και εξελίσσονται συνεχώς με νέες τεχνολογίες και συντηρώντας έτσι την τοπική οικονομία, αλλά και μια παράδοση του Θεσσαλικού κάμπου και της Ελλάδας, της μόνης πλέον βαμβακοπαραγωγικής χώρας στην Ευρώπη.
Αφηγητές/τριες
Μάριος-Γρηγόριος Μακρής
Ερευνητές/τριες
Ειρήνη Μακρή
Θέματα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
24/04/2022
Διάρκεια
87'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Ο Μάριος, βαμβακοπαραγωγός στην περιοχή των Σοφάδων Καρδίτσας, αφηγείται τη ζωή του ως αγρότης. Ξεκινώντας από μια εξ ολοκλήρου αγροτική οικογένεια, σπουδάζει Γεωπονική και αναλαμβάνει τις καλλιέργειες της οικογένειας. Αφηγείται όλο τον κύκλο εργασιών μιας καλλιέργειας βάμβακος από την εμπειρία και τη σκοπιά ενός έμπειρου πλέον παραγωγού. Τα παλιά στελέχη, το όργωμα, η σπορά, το πότισμα, η φροντίδα, η συγκομιδή και η πώληση. Περιγράφει, επίσης, τα δεκαοχτώ χρόνια της ζωής του στο εκκοκκιστήριο βάμβακος του Ομίλου «Ακκά», που περιλαμβάνει πολύτιμες εμπειρίες, νέες καλλιέργειες, πιστοποιήσεις, ευθύνες, αλλά, πάνω απ' όλα, μια φονική πυρκαγιά που τον στιγμάτισε. Οι αγροτικές εργασίες και οι καλλιέργειες στην Καρδίτσα και τα χωριά της είναι συνυφασμένες με την τοπική κοινωνία και τη ζωή των κατοίκων. Νέοι και μεγαλύτεροι ασχολούνται με τα χωράφια τους και εξελίσσονται συνεχώς με νέες τεχνολογίες και συντηρώντας έτσι την τοπική οικονομία, αλλά και μια παράδοση του Θεσσαλικού κάμπου και της Ελλάδας, της μόνης πλέον βαμβακοπαραγωγικής χώρας στην Ευρώπη.
Αφηγητές/τριες
Μάριος-Γρηγόριος Μακρής
Ερευνητές/τριες
Ειρήνη Μακρή
Θέματα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
24/04/2022
Διάρκεια
87'