Ένας συγγραφέας από τη Νέα Βύσσα μοιράζεται τις παιδικές του αναμνήσεις
[00:00:00]Ωραία, ξεκινάμε! Καλησπέρα! Πώς ονομάζεστε;
Καλησπέρα σας! Ονομάζομαι Γιώργος Φαρμακίδης.
Ονομάζομαι Νικολέτα Λασκίδου, βρισκόμαστε στην Ορεστιάδα Έβρου με τον κύριο Γιώργο Φαρμακίδη, είναι 23 Μαρτίου 2022 και είμαι ερευνήτρια για το Istorima. Ωραία, κύριε Γιώργο! Θέλετε να μου πείτε λίγα πράγματα για σας;
Βεβαίως! Να αρχίσω από τα παιδικά μου χρόνια. Γεννήθηκα στο χωριό Νέα Βύσσα, στην κωμόπολη Νέα Βύσσα, περιοχής Ορεστιάδας νομού Έβρου, το 1950. Ήταν ακριβώς τα χρόνια μετά από τον Εμφύλιο πόλεμο. Δύσκολα χρόνια για όλους, επομένως και για όλους τους χωριανούς μας και για εμένα προσωπικά, για την οικογένειά μου. Το σπίτι μας να θυμηθώ ήταν ένα μικρό σπίτι το οποίο είχε δύο δωματιάκια ένα σαλόνι το οποίο ονομάζουμε χαγιάτι. Χαρακτηριστικά θυμάμαι τόση φτώχεια υπήρχε, ούτως ώστε το ένα δωμάτιο είχε ένα παράθυρο με ένα τζάμι ενώ το άλλο το δωμάτιο το οποίο ήταν το επίσημο, το καλό για τους επισκέπτες κτλ., αυτό είχε δύο παράθυρα. Ήταν πολυτελείας. Γεννήθηκα το 1950 16 Μαΐου. 16 Ιουνίου, συγγνώμη! Και μου έλεγε η μάνα μου ότι όταν γεννήθηκα, επειδή υπήρχαν εργασίες, συγκεκριμένα το σκάψιμο της σκούπας, μια επίπονη εργασία και δύσκολη τέλος πάντων, με το που γεννήθηκα τις πρώτες μέρες με πήραν και με βάλανε στο χωράφι. Και η μάνα μου έκανε τις εργασίες κι εγώ ήμουν κάτω από το κάρο, με άφησαν εκεί πέρα μόνος. Δηλαδή οι δυσκολίες άρχισαν από τα πολύ μικρά, βρεφικά μας χρόνια. Είχα τον παππού και τη γιαγιά τους οποίους δεν ευτύχισα από πλευράς της μάνας μου. Δεν… Τη γιαγιά δεν τη θυμάμαι και πολύ. Τον παππού έχω κάποιες μικρές, αμυδρές εικόνες. Ενώ από την πλευρά του πατέρα μου δεν θυμάμαι ούτε τον παππού ούτε τη γιαγιά. Εκείνο που μου κάνει εντύπωση και δεν θα το ξεχάσω ποτέ, ότι τη θυμάμαι τη γιαγιά σαν να κοιμάται ενώ όπως μου έλεγε η μάνα μου αυτήν την εικόνα που είχα που την είχαν βάλει στο κρεβάτι ήταν πεθαμένη. Ο παππούς είχε μια ιστορία η οποία ήταν λίγο παράξενη, διότι όταν ζούσαμε στο χωριό είχε γίνει ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος το 1878, όπου οι Ρώσοι είχαν έρθει πολιορκήσει την Αδριανούπολη και τελικά την πήραν. Και το χωριό μας που είναι προάστιο της Αδριανούπολης που ήταν το Μπουσνοχώριο, προάστιο της Αδριανούπολης, είχαν καταλάβει αυτό. Είχε έναν αδελφό ο οποίος, δεν ξέρω για ποιον λόγο, είχε πάει στον ρωσικό στρατό. Και ήρθαν στο σπίτι, περικύκλωσαν ο ρώσικος στρατός το σπίτι, όπου έμενε ο παππούς με τη μάνα του, και ήθελαν να πάρουν και τον παππού μου στον ρώσικο στρατό. Και έλεγε μάλιστα ότι «θα τον πάρουμε, θα τον μεγαλώσω εγώ, θα τον σπουδάσω κτλ.». Η μάνα του έκλαιγε και τον παρακαλούσε: «Μην το πάρεις το παιδί. Έχασα εσένα, θα χάσω κι αυτό;». Και τελικά, έφυγε ο αδερφός του και βεβαίως μέχρι και σήμερα δεν έτυχε… Παρ’ όλες τις προσπάθειες που κάναμε δεν μπορέσαμε να μάθουμε τι απέγινε. Τον χάσαμε. Αυτή ήταν η μόνη ιστορία από πλευράς του παππού. Αυτός ο παππούς μας, που τον οποίον θυμάμαι τον μόνο, ήτανε στο σπίτι και όπως όλοι οι παππούδες ασχολούνταν με τα εγγόνια. Όμως ήταν λίγο αυστηρός και πολλές φορές μας μάλωνε, μας κυνηγούσε. Εμείς ήμασταν ζαβολιάρικα παιδιά. Ήμασταν τρία αγόρια, τρία αδέρφια. Ο Παναγιώτης που ήταν μεγαλύτερος από μένα, εγώ και ο αδερφός μου ο μικρότερος ο Στέλιος, που ήταν δύο χρόνια μικρότερος. Έτσι λοιπόν, αυτός ο Παναγιώτης, όπως θα πω και παρακάτω, είχε κάποιες ικανότητες να κατασκευάζει διάφορα πράγματα. Το πρώτο που θυμάμαι μικρός που έκανε ήταν ένα τσαρντάκι το λέγαμε εμείς, σήμερα λέγεται δεντρόσπιτο, όπου υπήρχε μια τεράστια ακακία στο κέντρο της αυλής μας και εκεί επάνω έκανε αυτό το δεντρόσπιτο και ανέβαινε επάνω. Και αφού ανέβαινε επάνω το έκανε το σπίτι αυτό, ήτανε… Είχε δάπεδο και είχε γύρω γύρω παραπέτα και δεν είχε μόνο… Δεν είχε πάνω σκεπή. Ένα παρόμοιο έκανε ένας φίλος του Γιάννης, ο οποίος σε απόσταση περίπου πεντακοσίων χοντρικά μέτρων, αυτός ακόμα πιο ψηλά είχε ανεβεί το δεντρόσπιτο. Και οι δυο τους ανέβαιναν επάνω και επικοινωνούσαν τηλεφωνικά. Φώναζε ο ένας: «Μ’ ακούς; Ένα, δύο, τρία», απαντούσε ο άλλος: «Ναι, σε ακούω!» και επειδή δεν ακούγαν τι λέγανε, μόνο τη φωνή, ένας φώναζε, έβριζε κτλ. όπως σαν παιδιά ήταν και γινόταν η επικοινωνία η ασύρματη. Μοντέρνα πράγματα! Λοιπόν, κάποτε εμείς ήμασταν μικροί, δηλαδή εγώ θα ήμουν 6 χρονών, ο αδερφός μου 4, θέλαμε να ανεβούμε κι εμείς απάνω. Δεν υπήρχε σκάλα, έπρεπε να σκαρφαλώσεις επάνω. Πήγε, μας ανέβασε επάνω. Μάλιστα θυμάμαι εγώ δυσκολευόμουν ενώ ο άλλος ο αδερφός μου που ήταν πιο μικρός ανέβηκε σαν αγριόγατος επάνω. Ανεβήκαμε απάνω στο δεντρόσπιτο, ο παππούς είδε εκεί, άρχισε να φωνάζει: «Τι θέλεις τα ανέβασες τα παιδιά; Θα πέσουν, θα χτυπήσουν!». Ο Παναγιώτης που ήταν σε κόντρα με τον παππού άρχισε να τον κοροϊδεύει: «Φύγε από εδώ, γεωπόνε!». Η φράση αυτή, η λέξη «γεωπόνε» έχει το νόημά της. Επειδή ο παππούς δεν αγαπούσε και πολύ τη δουλειά, κοροϊδευτικά τον ονομάσαμε εμείς γεωπόνο. Όπως οι γεωπόνοι αφ’ υψηλού ασχολούνται με τις γεωργικές εργασίες και έτσι ακριβώς τον φωνάζαμε γεωπόνο. Και όσο τον φωνάζαμε γεωπόνο αυτός φώναζε, αγρίευε. Τελικά, θύμωσε τόσο πολύ που δεν ήξερε τι να κάνει. Και πήγε και πήρε ένα σίδερο που λέγεται συντράφτο, γιατί ήταν ένα μακρύ σίδερο με το οποίο έτριβαν τους φούρνους, όταν έβαζαν φωτιά έτριβαν κάτω το δάπεδο του φούρνου για να πυρακτωθεί. Πήρε, λοιπόν, το συντράφτο και ήρθε από κάτω και προσπάθησε να διεμβολίσει το πάτωμα κι εμείς από πάνω χοροπηδούσαμε χωρίς να πετύχει τίποτα. Βέβαια, μετά κατεβήκαμε με κάποια δυσκολία και με προσοχή του αδερφού μου και από κει και πέρα δεν ανεβήκαμε επάνω στο τσαρδάκι, μολονότι θέλαμε πάρα πολύ να ανεβούμε. Όταν ήταν πρώτη τάξη να πάω στο δημοτικό σχολείο ένιωθα έναν φόβο. Οι μεγάλοι, αλλά ήταν και γεγονός αυτό, φοβόταν να πάνε στο σχολείο, διότι οι δάσκαλοι τότε ρίχνανε πολύ ξύλο. Και όλοι έλεγαν: «Πώς θα πας στο σχολείο, θα φας ξύλο! Θα φας δαρμό, θα σε δείρουν», λέγανε. Κι εμείς με έναν φίλο μου εκεί λέγαμε: «Πώς θα πάμε; Τι θα κάνουμε;», σκεφτόμασταν μέρες πολλές πώς θα πάμε. Εν πάση περιπτώσει, πήγαμε και αφού πήγαμε στο σχολείο και είδαμε μαζεμένα παιδιά, εγώ θυμάμαι ήμουνα σαν να βρισκόμουν σε ένα μέρος όπου υπήρχε μια απεραντοσύνη και «πού θα πάω; Τι θα κάνω; Τι μας περιμένει; Τι ξύλο θα φάμε;» και όλα αυτά. Όταν όμως θυμάμαι χαρακτηριστικά μας κάλεσαν, ήρθε μια δασκάλα, μας έβαλε… Μας πήρε με το χέρι, μας έβαλε εκεί στη σειρά, μας αγκάλιασε, τότε είδα ότι δεν δέρνουν και λέω: «Τι καλά, τι καλά! Τα πράγματα δεν είναι όπως μας τα έλεγαν!». Και μετά άρχισαν οι πρώτες μέρες, πήγαινα σχολείο, δεύτερη, τρίτη κτλ. Αφού πέρασε καμιά βδομάδα, δέκα μέρες μού λέει η δασκάλα: «Γιωργάκη, εσύ καλά πας, σε βλέπω σου αρέσει κτλ., αλλά δεν θα ‘ρθεις σχολείο, γιατί δεν είσαι για την πρώτη τάξη». Εγώ η αλήθεια είναι χάρηκα, γιατί έλεγα «Εντάξει, θα γλυτώσω φασαρίες», το ξύλο που έμαθα ότι τρώγανε τα άλλα παιδιά στις άλλες τάξεις. Πηγαίνω στη μάνα μου, της λέω: «Μάνα, δεν θα πάω αύριο σχολείο», «γιατί, παιδάκι μου;». «Μα δεν θα πάω, γιατί με είπε η δασκάλα ότι δεν πρέπει να πάω». «Γιατί είπε να μην πας;», «γιατί δεν είμαι γραμμένος. Είμαι μικρός, του χρόνου πρέπει να πάω». «Μα τι λες, παιδί μου; Με τον Χρήστο είστε συνομήλικοι, κράνια. Πώς δεν θα πας;». Την άλλη μέρα πήγα πάλι. Αφού μου είπε να πάω η μάνα μου, πήγα. Η δασκάλα δεν είπε τίποτα, με κράτησε δυο-τρεις μέρες και μου λέει: «Γιωργάκη, δεν θα ‘ρθεις». Επειδή εγώ όμως έκανα παρέες και φιλίες κτλ., αρέστηκα και συνέχισα να πηγαίνω. Τελείωσα πρώτη, δευτέρα, τρίτη, τετάρτη, έφτασα στην έκτη τάξη. Όταν ήταν να πάω στο γυμνάσιο χρειαζόταν ένα πιστοποιητικό από την κοινότητα για να εγγραφώ, για να δώσω εξετάσεις στο Γυμνάσιο της Ορεστιάδος. Ο δάσκαλος που φρόντιζε αυτά τα… Τις γραφειοκρατικές αυτές εργασίες πήγε να πάρει πιστοποιητικό, δεν υπήρχε Φαρμακίδης Γιώργος γραμμένος στην κοινότητα να υπάρχει γεννημένος το 1950 κτλ. Πιάνει τον πατέρα μου και του λέει: «Δημήτρη, Νουτιό, να πας να γράψεις το παιδί, γιατί δεν είναι γραμμένο». «Τι; Δεν είναι γραμμένο;», «βέβαια δεν είναι γραμμένο», «το δικό μου το παιδί δεν είναι γραμμένο;», «σαν να μην υπάρχει!». Και κοντολογίς, εγώ όταν ήμουνα 12 χρονών για πρώτη φορά εγγράφηκα στα δημοτολόγια της Νέας Βύσσας και βέβαια συνέχισα αυτά που έπρεπε να κάνω. Όταν ήμουνα στην τρίτη τάξη, είχαμε έναν δάσκαλο ο οποίος ήταν πολύ καλός αλλά πάρα πολύ αυστηρός. Και επειδή υπήρχε το λεγόμενο ερβαρτιανό σχολείο, δηλαδή αυστηρό σχολείο έπεφτε, όπως σε όλην την Ελλάδα, πάρα πολύ ξύλο. Και θυμάμαι το εξής χαρακτηριστικά, όταν μπαίναμε μέσα στην τρίτη τάξη, για πρώτη φορά που το βίωσα, γράφαμε ορθογραφία. Οι περισσότεροι… Τα περισσότερα παιδιά, επειδή οι γονείς ασχολούνταν με τις γεωργικές εργασίες, δεν ασχολούνταν κανένας με τα μαθήματα κτλ., δεν μπορούσαν να γράψουν ορθογραφία. Έκαναν πολλά λάθη. Περνούσε ο δάσκαλος και διόρθωνε τα λάθη. Όποιος είχε ένα λάθος τον έβαζε μισό, ένα λάθος 1, τρία λάθη 1μιση, τέσσερα λάθη 2. Μέχρι 2. Και μετά αφού έβαζε τη βαθμολογία απάνω στο τετράδιο, έπαιρνε μια βέργα η οποία ήταν μικρό μήκους αλλά ήταν πάρα πολύ σκληρή. Και έπιανε τα δάχτυλα του χεριού και χτυπούσε. Περνούσε μπροστά από τα θρανία και έλεγε: «1», σήμαινε δύο βεργιές, «Μισό», μία βεργιά, «2», τέσσερις βεργιές. Αλλά ήταν τόσο δυνατά τα χτυπήματα που πρηζόταν τα χέρια και το πρώτο τέταρτο έως μισή ώρα μέσα δεν άκουγες τίποτε άλλο παρά κλάματα από τα παιδιά. Είναι κρίμα, εγώ είμαι εκπαιδευτικός και το καταγγέλλω αυτό. Δηλαδή ήταν σε υπερβολικό βαθμό. Υπήρχε η αυστηρότητα, αλλά αυτό ξεπερνούσε τα όρια. Μετά… Το κτήριο μάλλον, να πούμε το κτήριο του σχολείου μας, ήταν εντυπωσιακό. [00:10:00]Ήταν πέτρινο, πάρα πολύ όμορφο, μεγαλοπρεπές, κτίστηκε το 1950 και εκτός του ότι μέσα είχε τους χώρους που είχε, έξω επίσης υπήρχε μια άλλη ομορφιά. Υπήρχαν τα παρτέρια. Ήταν μικροί χώροι χωρισμένοι σε παρτέρια όπου τα παιδιά της τρίτης, τετάρτης, πέμπτης και έκτης τάξης έκαναν μάθημα τα απογεύματα. Είχαμε σχολείο και τα απογεύματα. Τι κάνανε; Ασχολούνταν με την καλλιέργεια του κήπου. Αυτό για εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ σημαντικό, γιατί σχεδόν όλοι οι μαθητές μελλοντικά γινόταν γεωργοί. Και σε κάθε παρτέρι υπήρχε ένας μαθητής έκτης, ένας πέμπτης, τετάρτης, τρίτης κτλ. και με αυτόν τον τρόπο ήταν κάτι πολύ σημαντικό και πολύ ζωντανό, κάτι που λείπει σήμερα από τα σχολεία. Ένα άλλο γεγονός που μπορούμε να θυμηθούμε είναι το συσσίτιο. Εκείνα τα χρόνια υπήρχε μια από την Αμερική, η UNRRA μου φαίνεται λεγόταν, όπου πρόσφερε κάποια συσσίτια στα παιδιά. Και πραγματικά στο δικό μας σχολείο γινόταν συσσίτιο. Το πρωί δηλαδή είχαν έναν μάγειρα, πήγαινε από τα χαράματα. Μέσα σε ένα καζάνι έβραζε, σκόνη γάλα, έβαζε και νερό. Επίσης, είχαν κουτιά με κασέρι το λέγαμε, τυρί, κίτρινο τυρί και βούτυρο, φυτικό βούτυρο, αυτό που το λένε εμείς σήμερα βιτάμ. Και όλα τα παιδιά είχαν ένα αλουμινίου κατσαρόλι, το οποίο είχαν χαραγμένα επάνω τα ονόματά τους. Τα κρεμούσαν σε ένα μέρος μες στην αποθήκη και πήγαιναν το πρωί παίρνανε. Έμπαιναν στη σειρά όλοι, περνούσαν τους έβαζαν μία κουταλιά, μεγάλη κουτάλα γάλα και τους δίνανε ένα κομμάτι κασέρι και ένα κομμάτι αυτό το βούτυρο. Αυτό το κασέρι που το λέγαμε εμείς ήταν κίτρινο, ήταν τόσο νόστιμο όπως δεν είχαμε φαί και τρελαινόμασταν, αλλά ουδέποτε χορτάσαμε. Και εγώ βέβαια θυμάμαι το εξής, ότι είχα έναν συμμαθητή ο οποίος συμμαθητής δεν έτρωγε το κασέρι. Το έβαζε μέσα σε ένα φύλλο από το τετράδιο του και έβγαζε και επειδή ήτανε μελάνι γραμμένα τετράδια τότε, το φύλλο έβγαζε επάνω και τα γράμματα. Αποτυπώνονταν απάνω στο κασέρι. Και το μεσημέρι όταν πηγαίναμε στο σπίτι και έλειπαν οι γονείς μας, συνήθως τις καλοκαιρινές εποχές, βγαίναμε έξω όλοι, παίρναμε ένα κομμάτι ψωμί, ένα φελί ψωμί, μια φέτα και επάνω βάζαμε ένα λίπος χοιρινό που είχαν οι περισσότεροι ή βάζαμε ζάχαρη και τη βρέχαμε τη ζάχαρη με νερό. Αυτός έβγαινε με ψωμί και κασέρι, τον βλέπαμε και τρελαινόμασταν. Κι έλεγα: «Αύριο θα το κάνω κι εγώ!». Και πάλι όμως δεν μπορούσα να κρατηθώ και με αυτόν τον τρόπο συνέχιζα να έχω τη λαχτάρα να μπορέσω να φάω το μεσημέρι κασέρι, αλλά να μην μπορέσω να το κάνω. Σε αυτό το συσσίτιο, λοιπόν, ο αδερφός μου ο Παναγιώτης ήταν βοηθός του μάγειρα. Σηκωνόταν πάρα πολλή νύχτα, πήγαινε μαζί με τον άλλο τον φίλο του τον Γιάννη που είχαν το τσαρδάκι, και τι έκαναν; Βοηθούσαν, έβαζαν νερό. Από το πηγάδι έβγαζαν νερό για να συνεχίσουν, άνοιγαν τα κουτιά. Ήταν κουτιά πέντε λίτρων περίπου. Και έκοβαν το κασέρι σε μικρά κομματάκια για να το μοιράσουν κι όλα αυτά. Και βέβαια, το καλό ήταν ότι αυτοί ήταν τυχεροί, γιατί έτρωγαν όσο ήθελαν κασέρι και κάτι κομματάκια που περίσσευαν και βέβαια και γάλα κτλ. Είχαν, λοιπόν, ανοίξει ένα κουτί πέντε λίτρων σημερινών και το είχαν για κατσαρόλι, δεν είχαν άλλο μικρό κατσαρόλι. Και εκεί μέσα βάζανε ψωμί και τρώγανε. Αυτοί τρώγανε… Επειδή ήταν σε ιδιαίτερη θέση, τρώγανε μέσα στην αποθήκη στο μαγειρείο όπου μαγείρευαν. Σε κάποια φάση… Μάλλον, είχαν φτιάξει κι ένα μικρό τραπεζάκι ξύλινο και καθόταν εκεί οι δυο τους και τρώγανε. Και κάποια φάση είχε έρθει επιθεωρητής και αυτοί ανέμελοι τρώγανε εκεί, χαλβουρίζανε κτλ. Όπως τρώγανε φωνάζει ο Γιάννης: «Πάνο, επιθεωρητής!». Με το που είπε επιθεωρητής, πετάχτηκε πάνω ο Πάνος. Όπως πετάχτηκε ο Πάνος απάνω χτυπάει το τραπέζι, πέφτει κάτω το κατσαρόλι, γεμίζει κάτω γάλατα. Έμειναν αυτοί αποσβολωμένοι! Ο επιθεωρητής κοίταξε, κοίταξε το γάλα, κοίταξε το τραπέζι, κοίταξε τα κουτιά. Σοβαρός, σοβαρός. Σε κάποια φάση βάζει τα γέλια και σηκώνεται και φεύγει. Και αυτοί ήταν έτοιμοι να φάνε ξύλο, γιατί τότε οποιαδήποτε αταξία έκανε ο μαθητής, περίμενε το ξύλο. Ο επιθεωρητής έφυγε γελώντας, κι έτσι γλύτωσαν από αυτό το ξύλο που περίμεναν. Θα μπορούσαμε να πούμε για τα παιχνίδια κάποια πράγματα που παίζαμε σαν παιδιά. Τα κυριότερα ήταν στο σχολείο, ήταν ένα παιχνίδι που το λέγανε μπας. Αυτά τα… Αυτό ήταν μπίλιες, στρόγγυλες μπίλιες οι οποίες ήταν μολύβι από βόμβες. Πώς τα έβρισκαν αυτά τώρα. Υπήρχε μια πλαγιά στο χωριό μας απέναντι από την Αδριανούπολη. Σε κάποιους πολέμους που έγιναν προφανώς βομβαρδίζανε από την Αδριανούπολη προς το χωριό μας και σε αυτήν την πλαγιά είχαν πέσει πάρα πολλές τέτοιες βόμβες όπου είχαν αυτά τα μολύβια. Πηγαίνουν λοιπόν τα παιδιά, μαζεύανε τα μολύβια τα λέγανε κορσούμια, είναι τούρκικη λέξη αυτή. Και με αυτές τις μπίλιες τις στήνανε κάτω και είχαν μια πιο μεγάλη μπίλια, τη φτιάχνανε, πάλι λιώνοντας το μολύβι από το οποίο ήταν αυτό, και παίρνανε φόρα ποιος θα χτυπήσει να πάρει. Ένα λοιπόν ήταν αυτό, το πιο σημαντικό που σχεδόν σε κάθε διάλειμμα τα παιδιά παίζανε αυτό το παιχνίδι. Άλλο παιχνίδι ήταν, επίσης που έπαιζαν πάρα πολύ, τα καπάκια από τα αναψυκτικά. Εκείνα τα χρόνια όπως υπάρχουν αναψυκτικά έχουν καπάκια. Τα, πετούσαν λοιπόν, στα μπακάλικα που υπήρχαν και πηγαίνανε, τα μάζευαν παιδιά, τα στήνανε και παίζανε πάλι αυτά τα καπάκια. Επίσης, παίζανε σανέδες τα λέγανε. Αυτά ήτανε κομμάτια από πιάτα πορσελάνης τα οποία έσπαζαν κτλ. τα πιάτα και τα μάζευαν κι επειδή τα πιάτα πορσελάνης ήταν σπάνια, ήταν είδος πολυτελείας, και αυτά τα κομματάκια θεωρούνταν πολυτελείας. Τα περισσότερα πιάτα ήτανε μιας άλλης κατασκευής εν πάση περιπτώσει και δεν ήταν όπως είναι και σήμερα από πορσελάνη. Ένα άλλο παιχνίδι ήταν το τσιλίκι, ξυλίκι. Οι περισσότεροι σε όλην την Ελλάδα το λένε ξυλίκι, όπου είχαν ένα ξύλο και το χτυπούσαν. Ένα άλλο ήταν, γρούνια τα λέγανε, γουρούνια δηλαδή, που ήταν ένα κουτί το οποίο το χτυπούσανε με ξύλα μεγάλα και το πηγαίνανε μια εδώ και μια εκεί. Ήταν λίγο επίφοβο αυτό, γιατί μπορούσες να χτυπήσεις. Και επίσης, υπήρχε ένα άλλο, 45 λεγότανε, όπου έκαναν τρύπες μέσα στο… Απάνω στο έδαφος μάλλον, και χτυπούσαν τις μπάλες αυτές με… Μπίλιες μάλλον ήταν, γυάλινες μπίλιες, και προσπαθούσαν να τις βάλουν μες στην τρύπα. Και το πιο σημαντικό ήταν τα γκουγκουρέλια. Είχαν ένα κουτί μέσα σε έναν κύκλο, ένας τα φύλαγε και οι άλλοι είχαν μια μεγάλη πέτρα και χτυπούσαν αυτοί αυτό το κουτί το τενεκεδένιο. Και μόλις έφευγε το κουτί έπρεπε αυτός που τα φυλάει να πάει να το πάρει να το βάλει πάλι μέσα στον κύκλο. Στο διάστημα αυτό οι παίκτες τρέχανε να πατήσουν απάνω στην πέτρα την οποίαν πετάξανε. Αν προλάβαιναν να την πατήσουν συνέχιζε. Αν προλάβαινε να πιάσει κάποιον άλλον τον έπιανε. Αυτό το παιχνίδι ήτανε λίγο επικίνδυνο, γιατί πολλές φορές με το που πετούσαν τις πέτρες, έτρεχε αυτός που τα φύλαγε να προλάβει να πιάσει κάποιον και του ερχόταν κάποια πέτρα ή στο σώμα και βέβαια και στο κεφάλι. Και έτυχα και μια φορά έναν που τον χτυπήσαν στο κεφάλι. Εντάξει, πήγε στο σπίτι, εκείνα τα χρόνια δεν έδιναν και σημασία, «Μη φοβάσαι, παιδί μου. Θα σου βάλουμε λίγο χώμα, θα γίνεις καλά!». Τον έβαλαν χώμα και ήταν το φάρμακο! Τα κορίτσια το κυριότερο παιχνίδι που παίζαν είναι το κουτσό. Ήταν, και σήμερα το ξέρουμε αυτό το παιχνίδι, σημάδια κάτω και πηδούσαν απάνω, με το κεραμίδι ζωγράφιζαν κάτω στο έδαφος. Και εν περιπτώσει ήταν το κουτσάλο, ήταν η καμάρα, δηλαδή ένα σκοινί που δυο παιδιά κινούσαν και πηδούσαν απάνω. Έμπαιναν κι έβγαιναν μέσα καθώς γύριζε η καμάρα. Τα γκουγκουρέλια τα είπαμε, και γενικά αυτά ήταν τα παιχνίδια τα οποία έπαιζαν τα μικρά παιδιά. Τώρα κάτι άλλο που πρέπει να πούμε, ότι στο σχολείο όταν πηγαίναμε πρέπει… Έπρεπε να φοράμε παπούτσια. Αλλά το καλοκαίρι ήμασταν όλοι ξυπόλυτοι! Μόλις τελείωνε το σχολείο πετούσαμε τα παπούτσια και ήμασταν όλο το καλοκαίρι τελείως ξυπόλυτοι. Μέρα νύχτα, όπου κι αν πηγαίναμε. Κάτω βέβαια, οι δρόμοι ήταν ανώμαλοι, με πέτρες, χτυπούσαν τα πόδια μας, ήταν γεμάτα πληγές. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζαμε και μας άρεσε να είμαστε ξυπόλυτοι. Και βέβαια, όταν… Τον χειμώνα εμείς τα παιδιά φορούσαμε μικρές μπότες, επειδή είχε χιόνια και λάσπες και πάγους και όλα τα αγόρια μέχρι έκτη δημοτικού φορούσαν υποχρεωτικά κοντά παντελόνια. Δεν υπήρχε κάποιος να φοράει μακρύ παντελόνι. Και από κάτω φορούσαν μάλλινες πλεκτές κάλτσες. Όταν ένας τελείωνε το δημοτικό θεωρούνταν όταν ενηλικιώθηκε εν μέρει και έχει το δικαίωμα να φορέσει μακρύ παντελόνι. Εγώ θυμάμαι μόνο έναν που ήταν συμμαθητής μου, αλλά ο οποίος είχε μείνει στάσιμος κάνα δυο έως και τρία χρόνια. Δηλαδή ήταν 15 χρονών όταν ήμουν εγώ 12 και ήταν και μεγαλόσωμος και ήταν αυτός σχεδόν άντρας. Οπότε αυτού του επέτρεπαν οι δάσκαλοι να φοράει μακρύ παντελόνι. Έκαναν μία εξαίρεση. Οι άντρες βέβαια κι αυτοί είχαν τις μπότες και μάλιστα παλικάρια, μπότες μέχρι το γόνατο. Λαστιχένιες μπότες μέχρι το γόνατο. Και για να δείξουν κάπως έτσι, να είναι ομορφιά το δίπλωναν το τέρμα, το διπλώνανε λίγο κάτω από το γόνατο και ήταν αυτό μια ένδειξη ομορφιάς και… Στα χωράφια φορούσαν τσαρούχια. Τα τσαρούχια ή ήταν αγοραστά φτιαγμένα από δέρμα αγελάδας, αλλά πάρα πολλοί τα έφτιαχναν μόνοι τους από τα γουρούνια, από δέρμα γουρουνιών που τα σφάζανε. Πάνω από τα τσαρούχια είχανε υφάσματα, τα λέγανε σαριά, τα οποία τυλίγανε το πόδι μέχρι το γόνατο για να το προστατεύουν και γύρω γύρω ήταν σχοινιά τα οποία τύλιγαν και κρατούσαν τα πανιά αυτά, τα σαριά, και τα έλεγαν μαυρόσχοινα. Δηλαδή μαύρο σκοινί, επειδή ήταν μαύρου χρώματος. [00:20:00]Τα κορίτσια, επίσης, στο σχολείο τα κυριότερα παπούτσια που φορούσαν ήταν τα λεγόμενα γκαλέτσια, δηλαδή τσόκαρα. Ήταν πέδιλα, ξύλινα πέδιλα, και γι’ αυτό όταν ήσουν έξω σχολείο περπατούσαν τα παιδάκια, έτρεχαν κτλ. άκουγες θόρυβο από τα γκαλέτσια τα οποία χτυπούσαν κάτω. Έναν χαρακτηριστικό θόρυβο. Εκείνο που θυμάμαι, επίσης, ότι όπως τρέχαμε ξυπόλυτοι, χτυπούσαμε τα πόδια μας, τα δάχτυλά μας γινόταν πληγές δεν μας φοβέριζε. Το μόνο που φοβόμασταν είναι κάτι στρογγυλά αγκάθια τα οποία φυτρώνουν στις άκρες των χωραφιών και είναι σαν μικροί βόλοι, αλλά έχουν μύτες πολύ σκληρές. Τα λέγαμε ντραγκόπια. Αυτά όταν τα πατούσαμε εισχωρούσαν μες στο δέρμα μας, δημιουργούσαν πληγές και τα μόνα που φοβόμασταν. Αλλιώς, και στα αγκάθια ακόμα περπατούσαμε, από κάτω οι πατούσες μας είχανε σκληρύνει και δεν είχαμε πρόβλημα. Κάτι άλλο που μπορώ να θυμηθώ από την παιδική μου ηλικία ήταν ότι ο κουμπάρος μας, που ήταν στη Γερμανία, γύρω στην εποχή του ‘60 περίπου, μου έφερε δώρο ένα ρολόι. Αυτό το ρολόι όταν εγώ το είδα τρελάθηκα, γιατί σχεδόν κανένας δεν είχε ρολόι. Και μάλιστα, επειδή είχε κίτρινο χρώμα, ήταν επίχρυσο, εγώ νόμιζα ότι είναι χρυσό. Και έλεγα: «Χρυσό ρολόι!». Και έλεγα στη μάνα μου: «Να το πάρω να το φοράω, να το δείξω στο σχολείο κτλ. να δουν τα παιδιά!», αλλά η μάνα: «Όχι, παιδί μου, θα το χαλάσεις!» κτλ. Δεν με άφηνε. «Όχι, θα το πάρω!». Το πήρα στο σχολείο. Όταν πήγα μέσα στην τάξη όλην την ώρα κοίταζα το ρολόι. Ο δάσκαλος με εντόπισε! «Γιωργάκη, τι κοιτάς;». «Να, κύριε, το ρόλοι μου! Να, έχω ένα…». «Τι ρολόι;», «έχω ένα χρυσό ρολόι, μου το έφερε ο κουμπάρος μας!», «για να το δω!». Ήρθε, το περιεργάστηκε ο δάσκαλος, λέει: «Ναι, είναι ρολόι καλό είναι, αλλά δεν είναι χρυσό, είναι επίχρυσο. Δηλαδή είναι…». Δεν ξέρω τι είναι επίχρυσο, μας το εξήγησε, ίσον μια μπογιά βαμμένη από πάνω, μας είπε. Εγώ μετά από αυτό πέσανε τα φτερά μου. Δεν είχα χρυσό ρολόι και είχα επίχρυσο. Βέβαια, το ρολόι δεν έχει και πολύ μεγάλη διάρκεια ζωής γιατί, από τις καταπονήσεις κι από τα τρεξίματα κι από τα κατρακυλήματα και αυτό κάποτε έπαψε να δουλεύει. Το φορούσα ώσπου… Ενώ δεν δούλευε το κρατούσα στο χέρι, ώσπου ένα κοριτσάκι με κορόιδεψε, «καλά, Γιωργάκη, γιατί το έχεις; Αφού δεν δουλεύει το ρολόι σου!». Κι από τότε αναγκάστηκα να το αποχωριστώ και το άφησα το ρολόι! Επίσης, θα πρέπει να πούμε ότι στο σχολείο όταν τελείωναν τα κορίτσια της έκτης τάξης έκαναν μια γιορτή. Ήταν συνέχεια της γιορτής του Κλήδονα των Ρωμαίων, η οποία λεγόταν Κανελίτσα. Ήταν στην ουσία αποχαιρετιστήρια γιορτή για τα κορίτσια, τα οποία τελείωναν έναν κύκλο και μετά άρχιζε ένας άλλος κύκλος όπου θα αρραβώνιαζαν, θα παντρεύονταν, θα ετοίμαζαν τις προίκες. Και ήταν, λοιπόν, ένα μεταίχμιο μεταξύ της σχολικής ζωής και της εφηβικής και μάλλον της ενήλικης ζωής. Συγκεντρώνονταν, λοιπόν, σε έναν χώρο και εκεί μεταξύ των άλλων που έκαναν, τραγουδούσαν διάφορα τραγούδια τα οποία τα λέγαμε μανέδες, από το αμανέδες. Ήταν τετράστιχα με ομοιοκαταληξία, και αυτά τα τραγουδούσαν και κυρίως ήταν ερωτικού περιεχομένου όλα αυτά. Ο αδερφός μου ο Παναγιώτης μαζί με τον Γιάννη και κάποιους άλλους ήθελαν να εντυπωσιάσουν. Και τι κάνανε; Πήγαν σε έναν γείτονα με τον οποίον μας χώριζε ένας φράχτης, ο οποίος φράχτης ήταν τσίτι το λέγαμε. Δηλαδή ήταν ένας φράχτης φτιαγμένος από πλεγμένα κλαδιά ιτιάς. Και ο γείτονας αυτός εκεί δίπλα είχε έναν κήπο, είχε μέσα μηλιές, αχλαδιές, φρούτα. Βέβαια, την εποχή που γινόταν αυτά, τον Ιούνιο, το τέλος της σχολικής χρονιάς, τα φρούτα ήταν ανώριμα. Δεν ήταν… Ήταν μήλα μικρά, δεν τρωγότανε. Αυτοί πήγαν, πήραν ένα πριόνι, κάτω κάνανε μια τρύπα 40x40 περίπου, σύρθηκαν από κάτω, μπήκαν, πήραν μήλα πολλά κι έβαλαν πάλι… Το κομμάτι αυτό του φράχτη το έβαλαν εκεί πέρα και πήγαν εκεί. Κι όπως έκαναν εκεί, τέλος πάντων τραγουδούσαν τα κορίτσια κτλ., άρχισαν να πετάνε μήλα. Βέβαια, τα κορίτσια φώναζαν, έκαναν κτλ., και τελικά κάπως έτσι χάλασαν κατά κάποιον τρόπο τη γιορτή, η οποία είχε τελειώσει βέβαια. Όμως, μετά από κάνα δυο μέρες ακούμε τον γείτονα που ήταν ένας καλόβουλος, καλός άνθρωπος και έρχεται στο πίτι και φωνάζει: «Μουτιό, μουτιό! Πού είσαι;». Βγήκε ο πατέρας μου, «τι είναι, βρε Παναγιώτη;». Πάνο, Παναγιώτης, Πάνο. «Έλα να δεις τι έκανε το παλικάρι σου!». «Τι έκανε πάλι;», λέει ο μπαμπάς μου. «Πάλι έκανε;», γιατί όλο κατορθώματα ήτανε. «Έλα να δεις, έλα να δεις! «Τον πονηρό! Τι έκανε;», λέει. «Πήγαν μήλα έκλεψαν. Δεν είναι που έκλεψαν μήλα. Πήγαν κι έκαναν μια τρύπα από κάτω εκεί πέρα σαν την αλεπού, από κάτω πήγαν τα άφησαν». Και βέβαια μετά γελούσαν οι δυο τους, γιατί ήταν πολύ καλός άνθρωπος αυτός και δεν έκανε τίποτα. Θα πρέπει να πούμε τις γιορτές άλλες που γινόταν, σχολικές γιορτές όπως και σήμερα συνεχίζουν τα παιδιά να κάνουν. Τα Χριστούγεννα το κυριότερο, πέρα από τα ποιήματα που απήγγειλαν τα παιδιά, ήτανε τα δώρα τα οποία γινόταν κλήρωση. Όλα τα παιδιά έπρεπε να πάνε εκείνη την εποχή μισή δραχμή, μια δραχμή, δεν θυμάμαι, καθόριζαν οι δάσκαλοι. Αγόραζαν κάποια δώρα και μεταξύ αυτών ήταν κάποιο δελεαστικό δώρο, κάπως εντυπωσιακό, και μετά γινόταν κλήρωση στο τέλος της γιορτής. Το πρόβλημα ήταν ότι πολλά παιδιά δεν είχαν χρήματα να πάνε και δυστυχώς μερικοί δεν συμμετείχαν στην κλήρωση. Και ήταν ό,τι πιο τρομερό μπορούσαν να βιώσουν εκείνα τα παιδιά! Εγώ ήμουν από τους τυχερούς έστω μπορούσα να πάω εκείνα τα λίγα χρήματα για να πάρω ό,τι μου τύχει, αλλά υπήρχαν και παιδιά και τα θυμάμαι μέχρι σήμερα, ότι τι βιώματα ήταν αυτά, να νιώθει ότι «ξέρεις, εγώ δεν μπορώ να πάρω έστω κάτι ενώ παίρνουν όλοι». Έτσι, λοιπόν, γινόταν η κλήρωση, αλλά υπήρχαν όλο ευτελή δώρα εμείς που παίρναμε. Καμιά φορά δεν έτυχα το δώρο που επιζητούσα να πάρω, δεν ήμουν από τους τυχερούς δηλαδή. 25η Μαρτίου ήταν η γιορτή, εθνική γιορτή, όπου δίνανε πάρα πολύ μεγάλη σημασία οι δάσκαλοι, διότι πέρα από τα τραγούδια και τα ποιήματα υπήρχε ένα σκετς, το οποίο κινούσε το ενδιαφέρον όλων των κατοίκων του χωριού και όλοι περίμεναν να ‘ρθει η εποχή να πάνε, να παρακολουθήσουν αυτήν τη γιορτή, να συγκινηθούν. Έτσι λοιπόν, κι εγώ όταν ήμουν έκτη τάξη ήταν να ανεβάσουν ένα σκετς, θεατρικό έργο, το οποίο λεγόταν «το Νερό του Διψασμένου». Αναφερόταν στον αγώνα που έκαναν οι Μεσολογγίτες όταν ήταν πολιορκημένοι για να μπορέσουν να κρατήσουν και την έλλειψη νερού που είχαν. Εγώ ήμουν ο Ραγικότσικας, ένας καπετάνιος και δέχτηκα την επίσκεψη τριών Τούρκων μπέηδων, οι οποίοι ήρθαν τρεις μπέηδες αυτοί για να διαπιστώσουν σε τι κατάσταση βρίσκεται τάχατες το Μεσολόγγι. Εγώ είχα συνεννοηθεί ως καπετάνιος ότι θα τους δώσω πρώτα ένα βρόμικο νερό και μετά θα τους δώσουμε ένα καθαρό νερό το οποίο είχαμε στραγγίσει. Γιατί υπήρχε βρόμικο νερό, δεν είχε καθαρό νερό το Μεσολόγγι. Αλλά θα γινόταν αυτό τα περιστατικό. Πράγματι, ήρθανε τρεις συμμαθητές μας εκεί, φορούσαν τα παλιά ρούχα των παππούδων που ήταν με αυτά τα πουτούρια που τα λέγανε τα τούρκικα κι αφού έκαναν τεμενάδες κι όλα αυτά που έπρεπε να γινόταν, ζήτησαν νερό επίτηδες για να διαπιστώσουν αν έχουμε νερό. Έφερε ένας βοηθός που είχα εκεί πέρα το νερό κι εγώ σύμφωνα με το έργο δίνω μια κλωτσιά στο λαγήνι για να φύγει το νερό και να πω: «Αυτό το νερό που έχουμε να δίνουμε να πίνουν τα ζώα μας το δίνεις στους μπέηδες; Φέρε καθαρό νερό!». Όπως το έδωσα μια κλωτσιά μέσ’ το λαγήνι, πάει και καθόταν ο μπέης, όπως καθόταν, πάει και άρχισε το νερό να χύνεται απάνω στα παντελόνια αυτού του συμμαθητή μου. Αυτός ο συμμαθητής πετάχτηκε απάνω κι όπως πετάχτηκε άρχισαν να τρέχουν νερά από πάνω και άρχισε φωνάζει ένας από κάτω: «Κατουράει, κατουράει!». Και άρχισαν να γελάνε όλοι, να γελάνε, γελούσα κι εγώ. Ο δάσκαλος μέσα από πίσω από τη σκηνή φώναζε: «Συνέχισε, συνέχισε το έργο, συνέχισε!». Εγώ κοίταζα τον φίλο μου που πάλι αυτός κοιταζόταν και πώς βράχηκε και άρχισα να γελάω. Κι ο δάσκαλος φώναζε: «Θα ‘ρθω κι αλίμονό σου!». Κι ήταν κι αυστηρός. Και προσπαθούσα να κρατηθώ, και τέλος πάντων τελείωσε το έργο το οποίο το έργο δεν ξέρω από τραγωδία μάλλον είχε μεγάλη επιτυχία ως κωμωδία, γιατί ο κόσμος πραγματικά γελούσε με αυτά τα οποία έβλεπε κτλ. Άλλο που πρέπει να πούμε, ότι ήταν ένα έθιμο το Πάσχα που και σήμερα ακόμα συνεχίζεται από τον σύλλογο τον πολιτιστικό του χωριού μας, που λέγονται Τεμπελέκια. Είναι μια ομάδα παιδιών που γυρνάν από σπίτι σε σπίτι, έχουν στα χέρια τους ένα ντέφι, το οποίο το λέγαμε εμείς νταϊρέ, και αφού κάνουν προετοιμασίες από καιρό, περνάνε λοιπόν την ημέρα του Πάσχα, περνάνε από σπίτι σε σπίτι και τραγουδάνε αυτά τα τραγούδια. Πρέπει να σας πω ότι για να γίνει αυτό χρειαζόταν κάποιες προετοιμασίες, τα παιδιά να μάθουν τα τραγούδια. Έτσι, λοιπόν, τις νύχτες πριν από το Πάσχα σε διάφορα σπίτια όλων των παιδιών της τσέτας πηγαίνανε και μαθαίναν τα τραγούδια. Έτσι λοιπόν, είχαν έρθει στο δικό μας σπίτι μια βραδιά. Η μάνα μου ετοίμασε εκεί πέρα μπακλαβά, για να δώσει στα παιδιά να τα κεράσει, και τραγουδούσαν τα τραγούδια. Όμως εκείνα τα χρόνια υπήρχαν οι πασβάντηδες, δηλαδή νυχτοφύλακες. Ήταν έμμισθοι από την κοινότητα για να γυρίζουν τη νύχτα μήπως κάνει κάτι. Όμως αυτοί ήταν οι μεγαλύτεροι παραβάτες στην ουσία, δεν επέβλεπαν δηλαδή την τήρηση του νόμου παρά οι ίδιοι ήταν παραβάτες. Ήρθαν, λοιπόν, στο παράθυρο και φώναζαν, αγρίευαν: «Και τι κάνετε εδώ;» και δεν ξέρω τι ακριβώς έλεγαν. Τότε ο αδερφός μου ο Παναγιώτης είχε ένα όπλο το οποίο είχε κατασκευάσει μόνος του. Εμείς το λέγαμε αυτό τσουφτέ. Είναι μια λέξη τούρκικη θα πει «διπλό», δηλαδή δίκαννο. Δεν ήταν δίκαννο, ήταν μονόκαννο, θα σας πω τι ακριβώς ήτανε μετά. [00:30:00]Και τι κάνει; Πηγαίνει και ρίχνει έναν πυροβολισμό στον αέρα. Εξαφανίστηκαν όλοι κτλ. Την άλλη μέρα, όμως, έρχεται ο κλητήρας της κοινότητας, φωνάζει στο σπίτι, βγαίνει η μάνα μου. Λέει: «Η αστυνομία είπε ότι πρέπει να πάρει το όπλο που έχει ο Παναγιώτης», γιατί ο Παναγιώτης ήταν τότε ηλικίας 14-15 χρονών. Μικρός. Να το πάει στην αστυνομία. Τώρα ο Παναγιώτης αυτό το όπλο ήτανε μεγάλη υπόθεση, μεγάλη ιστορία είχε αυτό το όπλο γι’ αυτόν. Και ήθελε… Πώς να το πάει; Σκέφτηκε να πάει την κάννη, να τη σπάσει ούτως ώστε να κάνει ένα… Να πάει το όπλο, αλλά με το υπόλοιπο της κάννης να κάνει ένα άλλο όπλο. Πήγε λοιπόν, το έβαλε σε μια μόρσα που είχε πρόχειρη εκεί πέρα, μια ξύλινη που είχε κάνει μόνος του. Το στράβωσε, δεν το έσπασε, οπότε αναγκάστηκε το πήγε. Όταν το πήγε στην αστυνομία μαζί με όλην την τσέτα εκεί περά ο αστυνόμος το είδε, το περιεργάστηκε. Ήταν μια κάννη, ήταν ένα ξύλινο κοντάκι κακότεχνο, κάποια λάστιχα που τραβούσες. Το είδε, το πέταξε προς τα κει, «τι είναι αυτό;», λέει, «βλακείες! Με αυτό πυροβόλησες;», λέει. «Ναι, με αυτό». «Αποκλείεται!», το πέταξε προς τα εκεί. Κι έτσι, δεν τους έκανε τίποτα. Όμως, αυτό πώς έγινε το όπλο; Ο Παναγιώτης είχε συνήθως βοηθούς. Είχε λοιπόν δυο βοηθούς, είχαν εντοπίσει ένα σπίτι στην άκρη του χωριού, ένας νεροχύτης όπου έτρεχαν τα νερά κι είχε έναν σωλήνα. Και τους λέει τους βοηθούς «Να πάτε να φέρετε αυτόν τον σωλήνα». Πήγαν, λοιπόν, τράβηξαν κι έβγαλαν τον σωλήνα, τον έφεραν, έκανε το όπλο. Αφού το έκανε το όπλο, έπρεπε να το δοκιμάσουν. Βρήκε και φυσίγγια, ήθελε μπαρούτι. Μπαρούτι για να βάλεις στα φυσίγγια μέσα, να τα γεμίσεις, εκείνα τα χρόνια ελάχιστοι ήταν που ήταν κυνηγοί, δεν πουλούσαν ούτε μπορούσες να αγοράσεις ούτε πουλούσε στη Βύσσα κανένας. Υπήρχε ένας συμμαθητής του που ήταν ο γιος του προέδρου της κοινότητας και είχε αυτός και όπλο και του λέει: «Θα φέρεις μπαρούτι για να βάλω μέσα να γεμίσουνε». Πράγματι! Έφερε μπαρούτι, πήραν τώρα το όπλο, γέμισαν τα φυσίγγια πήγαν έξω, τραβούσαν τη σκανδάλη, ακουγόταν. Έσκαζε η σκανδάλη… Έσκαζε καψούλι, το καψούλι που είχε, αλλά δεν πυροβολούσε. Νόμιζε ότι απέτυχε, πήγε στο σπίτι. Τον φούρνο που είχαμε, είχε ένα υπόστεγο μπροστά ο φούρνος για να φουρνίζουν τα ψωμιά κτλ., είχε ένα υπόστεγο. Το οποίο είχε σαν γκαράζ αυτός, όπως το λέμε σήμερα γκαράζ, δηλαδή κάποια εργαλεία που είχε ο Παναγιώτης. Ήταν και η μάνα μου να ζυμώσει εκείνη την ημέρα, να φουρνίσει. Κι ήρθε εκεί πέρα, τον είδε τον Παναγιώτη. Ο Παναγιώτης έβγαλε το μπαρούτι, το περιεργαζόταν. Πηγαίνει και του λέει: «Πάνο, τι κάνεις αυτόν τον μαρουλόσπορο;», λέει: «Ποιον μαρουλόσπορο;». «Να, αυτό! Τι θα τον κάνεις αυτόν; Θα τον σπείρεις; Τι τον έχεις εδώ;». Λέει: «Δεν είναι μαρουλόσπορος», «τι είναι;», «μπαρούτι», «μπα, για να δω!». Πήρε στα χέρια της, περιεργάστηκε. Ως έμπειρη γεωργός κτλ., «ό,τι και να μου πεις μαρουλόσπορος είναι!», λέει: «Τι λες;» κτλ., «Μαρουλόσπορος είναι». Ο Παναγιώτης πηγαίνει έξω, βγαίνει, βάζει λίγο εκεί περά κάτω, παίρνει ένα σπίρτο, βάζει φωτιά, δεν παίρνει φωτιά. Την άλλη την ημέρα βρίσκει αυτό το παιδί που έφερε τον μαρουλόσπορο, του δίνει ένα ξύλο. Γιατί τότε το ξύλο ήταν στην ημερήσια τάξη μεταξύ των παιδιών και του λέει: «Θα φέρεις οπωσδήποτε μπαρούτι!». Έφερε μπαρούτι. Τα γέμισαν, το δοκίμασαν, πυροβολούσε κανονικά κτλ. κτλ. Και μια μέρα ως συνήθως πήγαιναν έξω από το χωριό όπου εκεί πετούσαν τενεκέδες κτλ., διάφορα. Ήταν ένας μεγαλύτερος από τον αδερφό μου, καμιά 18 χρονών παλικαράκι, ο οποίος του λέει: «Ρε Πάνο, αυτό το όπλο εδώ που έχεις πυροβολεί;», λέει: «Βεβαίως πυροβολεί!». «Δηλαδή εγώ τώρα άμα καθίσω μπροστά σου εσύ θα μπορείς να με χτυπήσεις;». «Μπορώ να σε χτυπήσω, αλλά μην κάθεσαι μπροστά μου». «Ρε άντε, μωρέ, δεν μπορεί να κάνει. Τι είναι αυτά, τα σκοινάκια και τα αυτά, λάστιχα εκεί που κρέμονται; Σιγά που πυροβολεί!». «Θες να κάνουμε μια δοκιμή;», λέει: «Να κάνουμε». «Σταμάτα στα δέκα βήματα, δεκαπέντε», δεν ξέρω, μια απόσπαση του λέει, «Ναι», λέει, «εντάξει». Του λέει ο Παναγιώτης: «Κοίταξε, πάρε κι ένα δεμάτι καλάμια μπροστά, γιατί δεν σε βλέπω καλά». «Έλα, μωρέ, δεν χρειάζεται!». «Πάρε, πάρε!». Πήρε κι ένα δεμάτι καλάμια, τραβάει, πυροβολεί μια φορά, άρχισαν τα σκάγια να πηγαίνουν ανάμεσα από τα καλάμια. «Σταμάτα, σταμάτα!», άρχισε να φωνάζει αυτός. Πράγματι, έβλεπες ότι πυροβολούσαν. Ένα άλλο περιστατικό με αυτό το όπλο ήταν θυμάμαι το εξής. Ήταν των Φώτων και έκανε και κρύο. Ο Παναγιώτης ως συνήθως πήγε έξω στα χωράφια κι εγώ βγήκα έξω εκεί πέρα μικρός περίπου, θα ήμουν 6-7 χρονών. Κοιτάζω τον Παναγιώτη να έρχεται και να κρέμεται ένα πτηνό, ένα πουλί, από εδώ από το ζωνάρι του, το κρέμασε κατά κάτω. Μόλις το είδα άρχισα να φωνάζω: «Μάνα! Μάνα, έλα! Μια ψόφια κότα έφερε, μια ψόφια ορνίθα!». «Τι λες, παιδάκι μου; Τι…». «Ναι, ναι, ναι! Ο Πάνος έφερε μια ψόφια ορνίθα!». «Τι να την κάνω την ψόφια ορνίθα;». Γιατί έλεγα ψόφια ορνίθα; Διότι εκείνα τα χρόνια τα κοτόπουλα αρρώσταιναν, δεν υπήρχαν φάρμακα κτλ. Πάρα πολλά! Και όλοι δυστυχώς έτσι γινόταν, τα πετούσαν έξω από το χωριό κι όταν έβγαινες από το χωριό μύριζε κοτόπουλα τα οποία ήταν σε αποσύνθεση. Επομένως, ήταν κάτι το οποίο ήταν συνηθισμένο σε μας και λέγαμε «ψόφια ορνίθα». Ήρθε ο Πάνος χαμογελαστός κτλ., «Τι είναι;», «σκότωσα μια χήνα, έχω αγριόχηνα». Τι είχε γίνει; Πράγματι, ήταν μια αγριόχηνα. Όπως ήταν έξω στα χωράφια ήταν ένα κοπάδι χήνες, οι οποίες χήνες κατέβηκαν πάρα πολύ χαμηλά και ο Παναγιώτης είχε μια σφεντόνα όπως περίπου περιγράφονται… Δηλαδή ήταν δυο σχοινιά και ένα κομμάτι δέρμα. Έβαζες μια πέτρα επάνω, γύριζες τη σφεντόνα, απελευθέρωνες το ένα σκοινί, οπότε η πέτρα εκσφενδονίζονταν με πολύ μεγάλη δύναμη. Έτσι λοιπόν, από περιέργεια χωρίς να περιμένει τίποτα έριξε απάνω στις χήνες, όμως μια χήνα χτυπήθηκε. Και έβλεπε ότι σιγά σιγά… Δεν έπεσε αμέσως, πήγαινε σιγά σιγά έπεφτε. Είχαμε ένα σκυλί το οποίο… Τσακάλι το λέγαμε, το οποίο δεν ήταν βέβαια κυνηγόσκυλο. Μόλις είδε τη χήνα να πέφτει προς τα κάτω κτλ., έτρεχε να πάει να τη φάει. Ο Παναγιώτης έτρεχε πρόλαβε, πήγε την πήρε, την έκοψε. Ήξερε να κόψει τότε, στρίβαμε τον λαιμό, ξέρανε πως να το κόψουν, την πήρε και την έφερε. Και θυμάμαι ότι την έκανε η μάνα μου μια σούπα που η οποία μου φάνηκε τόσο νόστιμη, ότι δεν έχω φάει στη ζωή μου τόσο πιο νόστιμη σούπα! Θα πρέπει να πούμε, επίσης, για τα Χριστούγεννα μια και είμαστε γύρω στα Χριστούγεννα κι άλλα δρώμενα. Ανάλογα με τι ηλικία ήταν τα παιδιά. Είπαμε, τα Τεμπελέκια που είπαμε γινότανε από παιδιά που είχαν τελειώσει το δημοτικό σχολείο και ήταν περίπου 15-16 χρονών ηλικίας ας πούμε, ελεύθεροι κτλ. Τα πολύ μικρά παιδιά, δηλαδή πριν να πάνε στο σχολείο, έκαναν τη λεγόμενη Καμήλα. Τι ήταν αυτό; Είχαν ένα κουδούνι, ένα σκοινί περασμένο στην πλάτη και πηγαίνανε στο σπίτι και κουνούσαν το σώμα τους, οπότε κουνιόταν και το κουδούνι, έβγαζε τον θόρυβο κι έλεγαν: «Καμήλα, παρά! Καμήλα, παρά!». Δηλαδή «Κάνω καμήλα και θέλω χρήματα». Και έδιναν ό,τι μπορούσαν να δώσουν. Βασικά έδιναν δεκάρες και εικοσάρες, αυτά ήταν τα χρήματα. Δεν ήταν μεγάλης αξίας. Άλλο ήταν τα Κόλινδρα. Τα Κόλινδρα, από το καλένδι ήτανε αυτό. Από το καλένδι, Κόλινδρα, από τη λέξη που βγαίνει. Καλένδι των Ρωμαίων και των Βυζαντινών. Ήταν για παιδιά ηλικίας, σχολικής ηλικίας δηλαδή, από δευτέρα δημοτικού, τρίτη δημοτικού και πάνω. Κυρίως των τριών τελευταίων τάξεων του δημοτικού. Είχαν μια μεγάλη βέργα μήκους περίπου τριών μέτρων, ετοίμαζαν από μέρες. Και βέβαια με αυτήν τώρα δύο-τρία άτομα μαζί πηγαίναν τη νύχτα, τα ξημερώματα των Χριστούγεννα και της Πρωτοχρονιάς. Νύχτα, όταν λέω νύχτα σκοτάδι. Γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι, χτυπούσαν τις βέργες ρυθμικά και οι δυο-τρεις μαζί που ήταν κι έλεγαν: «Κο, κο, κο! Μπι, μπι, μπι! Τικ, τικ, τικ! Κόλινδρα! Να την φαν τα σκυλιά και την αλεπού, που έφαγε τα μισά τα πουλιά και έναν κουτσοπέτεινο!». Αυτό ήταν. Και μετά φώναζαν: «Άντε, θεία! Άντε, θεία!». Περίμεναν να βγει η θεία και έβγαινε τους έδινε… Έδιναν καρύδια, κάποιοι έδιναν φιρίκια, μήλα τα οποία υπάρχουν και σήμερα, δεν πολυκυκλοφορούν. Και ο πιο πολύς κόσμος έδινε ξυλοκέρατα. Αγόραζαν ειδικά για τα Χριστούγεννα ξυλοκέρατα που ήταν πάμφθηνα, πάρα πολύ ευτελούς αξίας φθηνά, και να δώσουν στα παιδιά που θα κάνουν Κόλινδρα. Τα Χριστούγεννα πολύ σημαντικό ήταν το κόψιμο του γουρουνιού. Όλοι, επειδή ήταν γεωργικό χωριό, όλην τη χρονιά έπαιρναν κι έτρεφαν ένα γουρούνι, το τάιζαν όσο μπορούσαν καλύτερα για να κάνει πολλά κιλά, να μεγαλώσει για να βγάλει πολύ κρέας. Την παραμονή των Χριστουγέννων ήταν το κόψιμο του γουρουνιού. Δεν άκουγες στο χωριό τίποτα άλλο παρά από τσιρίδες γουρουνιών. Ήταν όπως οι σειρήνες χτυπάνε σε εμπόλεμες καταστάσεις σήμερα, κάτι τέτοιο. Παντού άκουγες τσιρίδες γουρουνιών. Για να κόψουν το γουρούνι συγκεντρωνόταν δυο-τρεις-τέσσερις μαζί από τη γειτονιά και πήγαινε ένας, πήγαινε άλλος. Εγώ θυμάμαι το δικό μας γουρούνι που θέλαμε να κόψουμε. Είχαμε ένα μεγάλο γουρούνι, είχε μεγαλώσει αρκετά, το είχε παραγγείλει ο πατέρας μας και φώναξαν άλλα τρία άτομα να ‘ρθουν, και μάλιστα ο ένας ήταν ειδικός ο σφάχτης, γείτονας κτλ. Ήρθαν, παίρνουν το γουρούνι, το ξαπλώνουν κάτω… Το ξαπλώσανε κάτω κι εμείς με τον αδερφό μου τον μικρό, τον Στέλιο, κοιτάγαμε από εκεί πέρα. Το ξαπλώσανε κάτω, το πιάνανε τα πόδια κι ένας έμπηξε το μαχαίρι να το κόψει. Όμως το γουρούνι ενώ φώναζε κτλ. κτλ. και έπρεπε να κόψει τον λάρυγγα για να μην αυτώσει, αλλά δεν μπόρεσε να το πετύχει και το γουρούνι σε μια απέλπιδα προσπάθεια πετάγεται απάνω κι άρχισε να τρέχει με αίματα κτλ. Κι άρχισε να τρέχει, τρέχαμε κι εμείς, φοβόμασταν. Και το κυνηγούσαν γύρω από σπίτι και πήραν το τσεκούρι κι άρχισαν να το χτυπούν και το σκότωσαν με το τσεκούρι αντί να το σφάξουν. Μετά από εκεί πέρα καθόταν να το γδάρουν. Έβαζαν το γουρούνι ανάσκελα, με τα μαχαίρια έγδερναν πρώτα το δέρμα, το οποίο δέρμα μετά το έβαζαν να αποξηραθεί για να κάνουν τα τσαρούχια. Εγώ βέβαια τα χρόνια που ήμουνα είχαν καταργηθεί τα τσαρούχια, απλώς θυμάμαι μια φορά μού έκανε ο πατέρας μου, γιατί ήθελα να βάλω τσαρούχια. Είχα λαχτάρα να βάλω τσαρούχια, αλλά δεν φορούσαμε τσαρούχια τα δικά μας χρόνια, όμως τα προηγούμενα χρόνια φορούσανε λίγο πιο μπροστά. Και αφού, λοιπόν, το γδέρνανε, μετά ανοίγανε την κοιλιά, το καθαρίζανε και από το γουρούνι δεν πετούσαν σχεδόν τίποτα. [00:40:00]Δηλαδή αφού τα έντερα τα παίρνανε τα γεμίζανε για να τα κάνουν λουκάνικα, για να τα κάνουν μπουμπάρι το λέγανε, ένα είδος γεμιστό ας πούμε με κρέας και αυτό. Το συκώτι φυσικά το κάνανε, το ταΐζανε. Το κρέας και το λίπος. Το μεν λίπος που τα γουρούνια εκείνα τα χρόνια ήταν κάποιας, μιας άλλης ράτσας, μαύρα γουρούνια, έκαναν πολύ λίπος επάνω, το οποίο λίπος ήταν πάνω στην ράχη. Ήταν… Ως και δέκα εκατοστά λίπος είχαν επάνω. Αυτό το παίρνανε το κάνανε κομμάτια μεγάλα σαν σαπούνια να φανταστείτε, μεγάλα σαπούνια, άσπρα παλιά που είχαν, και το χρησιμοποιούσαν κυρίως για να κόβουν κομμάτια και να το τηγανίζουν. Το κυριότερο που έκαναν στη Βύσσα κι ήταν πολύ χαρακτηριστικό και πολύ νόστιμο μπορώ να πω ήταν η λεγόμενη ουσμάνκα. Έπαιρναν λοιπόν κρέας, το κομμάτιαζε μικρά κομμάτια όπως τα σουβλάκια σήμερα, τέτοια κομμάτια. Όμως το κρέας περισσότερο ήταν λιπαρό και λίγο ήταν ψαχνό, κι επειδή και τα γουρούνια ήταν λιπαρά αλλά κι επειδή έπρεπε να το αξιοποιήσουν όλο. Το έβαζαν μέσα σε καζάνια, έβαζαν μέσα μαύρο πιπέρι, κόκκινο πιπέρι, πιπεριές. Έβαζαν τι άλλα καρυκεύματα δεν ξέρω και το έβραζαν. Κι αφού το έβραζαν γινόταν μια παχύρευστη ουσία η οποία όμως είχε μέσα κομμάτια κρέατος. Μετά το βάζανε μέσα σε δοχεία και το άφηναν αυτό. Όταν το άφηναν έπηζε και γινόταν πλέον μια κατάσταση όπου ήταν όλο λίπος, παραπάνω λίπος, και κομμάτια κρέατος. Πριν όμως να πήξει, επειδή είχε πάρα πολύ λίπος μέσα, στραγγίζανε μια ποσότητα λίπους και σε άλλα δοχεία βάζανε μόνο λίπος. Το οποίο αυτό λίπος που βάζανε όμως ήτανε κόκκινο χρώμα και είχε καρυκεύματα μέσα, αλάτι, πιπέρι, όλα αυτά που έβαζαν μέσα, και ήταν πολύ νόστιμο. Αυτό ήταν η λίγδα που εμείς τα παιδιά κάθε μεσημέρι ήταν το μεσημεριανό μας φαγητό όταν οι γονείς μας λείπανε στα χωράφια το καλοκαίρι. Την άνοιξη, το καλοκαίρι όταν πηγαίναν στα χωράφια κι εμείς όταν πηγαίναμε σπίτι δεν υπήρχε κανένας. Όλοι παίρναμε μία φέτα ψωμί, βάζαμε αυτήν τη λίγδα πάνω και βγαίναμε έξω με τους άλλους να τους δούμε κτλ. Λοιπόν, αυτή η ουσμάνκα ήταν πάρα πολύ. Άλλο που έκαναν ήταν τα λουκάνικα, τα οποία βέβαια λουκάνικα δεν χορταίναμε καθόλου, καμιά φορά γιατί ποιος πρώτα να φάει κτλ. Και θέλω να πω το εξής, ότι το γουρούνι για την εποχή εκείνη, όπου οι γεωργοί δουλεύανε σκληρά κτλ., ήταν πάρα πολύ σημαντικό, γιατί την εποχή των εργασιών, την άνοιξη και το καλοκαίρι, όπου έπρεπε οι άνθρωποι δουλεύανε σκληρά και χρειαζόταν πρωτεΐνες, τέλος πάντων, να δυναμώσουν να φάνε κρέας, δεν υπήρχε η δυνατότητα να πάρουν κρέας. Όμως έπαιρναν αυτήν την ουσμάνκα που σας είπα και με αυτόν τον τρόπο πραγματικά ήταν πολύ σημαντικό και συντηρούνταν, επειδή είχε μέσα πολύ αλάτι και μπορούσαν να φάνε για να καλύψουν τις ανάγκες τους τις διατροφικές. Ένα άλλο πάλι περιστατικό που κάναμε ήτανε των Φώτων, το λέγαμε Εν Ιορδάνη, το λέγαμε. Το λέγαμε Εν Ιορδάνη, διότι είναι όταν… Αυτό το κάνανε πάλι τα παιδιά της σχολικής ηλικίας, γιατί όταν ήταν να κάνουν τον Ιορδάνη… Μάλλον, να πω το περιστατικό που είχα εγώ ο ίδιος και φαίνεται μέσα ακριβώς πώς γινόταν. Με τον φίλο μου τον Χρήστο ήταν να κάνουμε Ιορδανή. Για να κάνουμε Εν Ιορδάνη θα έπρεπε να περιμένουμε να τελειώσει η εκκλησία, να πάρουμε αγιασμό και μετά να τον βάλουμε μέσα σε ένα δοχείο που είχαμε, ένα μπακιρτσούδι το λέγαμε, ένα δοχείο. Και με ένα κομμάτι βασιλικό να πάμε στα σπίτια να κάνουμε Ιορδάνη. Όμως εμείς ανυπομονούσαμε πότε θα σχολάσει η εκκλησία, γιατί την ημέρα των Φώτων αργούσε πολύ. Και ο Χρήστος μου δίνει την ιδέα «Γιώργη, δεν πάμε να πάρουμε νερό από εδώ από τον Ντερέ;», ένα ρέμα που έτρεχε νερό. «Ρε συ, αυτό δεν είναι καλό». «Έλα, μωρέ! Τι πειράζει; Και πού θα καταλάβουν από πού είναι το νερό κτλ., άμα είναι αγιασμένο;». Πείστηκα εγώ, πήραμε. Λοιπόν, πηγαίνουμε στο πρώτο σπίτι, εγώ ήξερα και το Εν Ιορδάνη, γι’ αυτό το λέγαμε Ιορδάνη. «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε, η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις» κτλ. κτλ. Το έλεγα αυτό και τα περισσότερα παιδιά δεν το ήξεραν. Εμείς που το λέγαμε είχε και τα τυχερά, δηλαδή μας έδιναν και εικοσάρες και μισαδάκια, μισή δραχμή, επειδή το ξέραμε και μας έλεγαν: «Μπράβο, παιδί μου, τον είπατε όλον τον Ιορδάνη!» κτλ. κτλ. Μαζέψαμε αρκετά τα οποία τα βάζανε μέσα στο νερό. Λοιπόν, μου δίνει… Μια ιδέα μού δίνει ο Χρήστος, «Δεν πάμε σε εκείνο στο σπίτι εκεί», ένα σπίτι μου είπε, «που είναι πλούσιοι; Θα μας δώσουν πολλά λεφτά. Εκεί δίνουν πολλά λεφτά», λέω: «Πάμε!». Κατευθείαν πηγαίνουμε εκεί, μπαίνουμε μέσα. Μας καλοδέχτηκε η νοικοκυρά, «ελάτε, παιδάκια μου! Καλώς ήρθατε!», και όλα αυτά. Λοιπόν, μόλις αρχίζω εγώ Εν Ιορδάνη… Εγώ έλεγα εν Ιορδάνη, ο Χρήστος ράντιζε με τον βασιλικό, εν Ιορδάνη, ραντίζει τον τοίχο. Οι τοίχοι εδώ σε όλα τα σπίτι ήταν κόκκινοι, εδώ ήταν άσπροι, ασβεστωμένοι. Εν Ιορδάνη, λεκέδες γέμισε ο τοίχος. «Δεν ντρέπεστε; Τι είναι αυτά; Φύγετε από εδώ! Δρόμο! Μου κάνατε τον τοίχο… Το ντουβάρι το κάνατε μαύρο, κατάμαυρο! Φύγετε από εδώ!». Οπότε φύγαμε άρον άρον και επί δεκαπέντε-είκοσι μέρες από το σπίτι μακριά περνούσαμε μη μας μαλώσει κτλ. Θα πρέπει να σας πω για το σκυλί αυτό, λίγο να επανέλθουμε που είπαμε. Το λέγαμε Τσακάλ, ήταν ένα πολύ έξυπνο σκυλί, αλλά δεν ήταν βέβαια κυνηγόσκυλο όπως είπα. Ήταν φύλακας πραγματικός. Γιατί η αυλή που είχαμε εκείνα τα χρόνια ήταν… Δεν είχε φράχτη, ήταν ανοιχτή. Το ίδιο ήταν και σχεδόν όλων των κατοίκων. Συνήθως αυλές είχαν φράχτη με καλάμια από σκούπες, σκουπόχορτο καλλιεργούσαν στη Βύσσα. Έβγαζαν καλάμια, αυτά τα καλάμια τα έβγαζαν στους φράχτες και τα είχαν και καύσιμη ύλη. Επειδή όμως ο Μάρτης, πώς λέγανε, γδάρτης και παλουκοκαύτης, σε μας ήταν καλαμοκαύτης. Δηλαδή αναγκαζόταν να κάψουν και τα καλάμια που είχαν γύρω από το σπίτι, δεν έφτανε και καίγανε τα καλάμια του φράχτη, από τον φράχτη. Και ήξεραν ότι τον Οκτώβριο-Σεπτέμβριο θα βγάλουν καινούρια καλάμια, θα κάνουν φράχτη. Επομένως, από την άνοιξη θα έλεγα μέχρι τον Οκτώβριο πολλά σπίτια δεν είχαν φράχτες, είχαν αφαιρέσει τα καλάμια. Έτσι ,λοιπόν, σε όλη τη γειτονιά τα κοτόπουλα που είχαμε στην αυλή εμείς έβοσκαν μες στην αυλή, ερχόταν και από τη γειτονιά. Ο σκύλος ο Τσακάλης μόλις έβλεπε κατευθείαν κοτόπουλα από τη γειτονιά το εντόπιζε και το κυνηγούσε. Όσο κι να φαινόταν παράξενο το έζησα, πραγματικά καταλάβαινε τα ξένα κοτόπουλα και τα κυνηγούσε. Αυτόν τον αγαπούσαμε τον σκύλο, τον φροντίζαμε. Είχαμε διάφορα περιστατικά, όμως θα σας πως το τέλος. Κάποια φάση πηγαίνω στο σπίτι και βλέπουμε τον σκύλο να είναι ξαπλωμένος και να βγάζει αφρούς. Τι είχε γίνει; Γύριζε η αστυνομία, επειδή υπήρχε επιδημία λύσσας και γύρισε η αστυνομία και πετούσε φόλες στα σκυλιά, αυτά που ήταν έξω, που ήταν όλα τα σκυλιά ελεύθερα τέλος πάντων, να ψοφήσουν μήπως μεταδώσουν τη λύσσα. Έτσι, λοιπόν, πήρε και ο δικός μας ο σκύλος ο Τσακάλης τη φόλα. Εμείς τότε τον βλέπαμε να βγάζει αφρούς, δεν ξέραμε τι να κάνουμε, τι κάναμε, δεν κάναμε τίποτα, και μου έμεινε μια εικόνα από τα παιδικά μου χρόνια η οποία μέχρι σήμερα μου φαίνεται κάπως παράξενη. Δηλαδή το σκυλί τελευταία τελευταία πριν να ξεψυχήσει πετάγεται προς τα πάνω, προς το παράθυρο του σπιτιού μας. Έκανε μια τελευταία απόπειρα απάνω να πάει και μετά έπεσε κάτω και ξεψύχησε. Κι αυτό μου φάνηκε εμένα ότι ήταν κάτι που ήθελε να κάνει. Κάτι έτσι με τα παιδικά μου μάτια, στο παιδικό μου μυαλό ότι ήταν κάτι, τελευταία απέλπιδα προσπάθεια να μείνει μαζί μας. Ήταν, λοιπόν, αυτή η δύσκολη για εμένα στιγμή. Θα πρέπει να πούμε και κάποια πράγματα για την ενδυμασία ίσως. Είπαμε για τα παιδιά τι φορούσαν κτλ. Κυρίως οι μεγάλοι, οι άντρες η ενδυμασία τους ήταν συνηθισμένη όπως σήμερα, παντελόνια, πουκάμισα, το καπέλο οπωσδήποτε που ήταν τραγιάσκα. Σάπκα τη λέγανε, λέξη μάλλον ρώσικη κι όχι τούρκικη που νομίζουν μερικοί. Και στα πόδια τους είπαμε φορούσαν αυτές τις μπότες μέχρι το γόνατο τα παλικαράκια. Και οι παππούδες όμως, οι γέροι, φορούσαν την παραδοσιακή στολή, που ήτανε το πουτούρι, που ήταν ένα παντελόνι με εξογκωμένο πίσω τον πισινό, που το έλεγαν σέλα, κι απάνω φορούσαν γιλέκο με διάφορα κουμπιά και χαρακτηριστικό ήταν το καλπάκι, ένα στρόγγυλο καπέλο, καλπάκι το λέγαμε. Εκείνο όμως που ήτανε πάρα πολύ όμορφο ήταν η πανέμορφη φορεσιά της Νέας Βύσσας. Μάλλον, δεν ήταν φορεσιά, ήταν φορεσιές. Για κάθε εποχή και για κάθε εργασία ίσως είχαν και την ανάλογη ενδυμασία. Δηλαδή… Επίσης, κάθε ηλικία είχε την ανάλογη ενδυμασία. Άλλη ενδυμασία ήταν των κοριτσιών που ήταν για αρραβώνα, άλλα των παντρεμένων, άλλα των μεσήλικων κι άλλα για τις γριές. Όλες είχαν μια ομορφιά, όλες ήταν φτιαγμένες στο χέρι, το ύφασμα στον αργαλειό υφασμένο και ραμμένο είτε από τις ίδιες νοικοκυρές είτε από κάποιες μοδίστρες που ήταν στο χωριό. Εκείνη, όμως, που ξεχώριζε ήταν η φορεσιά η νυφιάτικη. Την ονόμαζαν και γκούγκο εξαιτίας του στολίσματος που υπήρχε απάνω στο κεφάλι. Το ύφασμα ήταν ένα ύφασμα το οποίο ήταν… Όπως λένε υπήρχε κάπου που το κάνουνε εισαγωγή. Δεν υπήρχε δηλαδή, το αγοράζανε μεν, αλλά γινόταν εισαγωγής από άλλα μέρη. Πανέμορφο, στολισμένο και επάνω στο κεφάλι ο γκούγκος που σας είπα ήτανε λουλούδια, τεχνητά λουλούδια. Όμως ήταν εκείνα τα χρόνια απομίμηση πάρα πολύ καλή, εντυπωσιακή. Όπως σήμερα είναι τα πλαστικά λουλούδια που είναι εντυπωσιακή, εκείνα τα χρόνια όμως που δεν υπήρχαν πλαστικά και αυτά ήταν πάρα πολύ εντυπωσιακά και πανέμορφα στολισμένα. Για να γίνουν αυτά, ο γκούγκος για να στολιστεί, να μπούνε χτένια και όλα αυτά που βάζανε χρειαζόταν πάρα πολύ, ήταν πανέμορφο! Μπορώ να κάνω μια αναδρομή και να πω ότι κάποια φάση είχα διαβάσει ένα βιβλίο τα μεταγενέστερα χρόνια για κάποιον περιηγητή του 1930. Είχε περάσει και από τη Βύσσα και είχε ένα σχόλιο το οποίο μου έμεινε. Έλεγε: «Περνώντας από τη Βύσσα είδα τις γυναίκες να φοράνε κρινολίνο». Το κρινολίνο ήταν στολή που φορούσαν οι γυναίκες ακόλουθοι του Λουδοβίκου 14ου κτλ. [00:50:00]Και διερωτώμαι, οι γυναίκες από τη Γαλλία ήρθαν και είδαν το κρινολίνο ή οι Βυσσιώτισες πήγαν στη Γαλλία και είδαν το κρινολίνο και το αντέγραψαν; Αυτό μου έμεινε! Αυτή, τέλος πάντων, η παρατήρηση αυτού του περιηγητή που έδειχνε πραγματικά πόσο εντυπωσιάστηκε. Εκείνα τα χρόνια πόσο εντυπωσιάστηκε αυτός ο άνθρωπος. Ο αργαλειός, λοιπόν, είναι ένας ξύλινος αργαλειός και χρησιμοποιείται για την ύφανση υφασμάτων. Όλα τα υφάσματα, ό,τι φορούσαν άντρες και γυναίκες και παιδιά, ήταν υφασμένα στον αργαλειό. Αλλά αυτό είχε πάρα πολλή δουλειά. Δηλαδή έπρεπε να στήσουν τον αργαλειό, έπρεπε να περάσεις κλωστές όλες μία μία κλωστή στο στημόνι που το λέγατε μέσα από ένα χτένι. Έπρεπε να τις διασταυρώσουν, μετά να τις τυλίξουν. Υπήρχε μια διαδικασία δύσκολη, επίπονη και βέβαια μετά η ύφανση επίσης πάρα πολύ δύσκολη. Μέρες ολόκληρες! Μέρες ολόκληρες ύφαινε όταν έβαζαν πανί. Βέβαια, όταν έβαζε μια νοικοκυρά, βάζω πανί έλεγαν, δηλαδή ετοίμαζε πανί, να βάλει πανί το λέγανε, θεωρούνταν ότι είναι ευλογία γιατί θα κάλυπτε τις ενδυματολογικές ανάγκες της οικογένειας. Όμως ήταν και πάρα πολλή δουλειά. Και θυμάμαι όταν η μάνα μας έβαζε πανί, δηλαδή είχε να υφάνει στον αργαλειό, ήμαστε στεναχωρημένοι. Γιατί; Γιατί η μάνα μας από το πρωί ως τη νύχτα ήταν στον αργαλειό. Σχεδόν καθόλου, δούλευε και για μας ποιο ήταν; Ότι δεν μας μαγείρευε. Και βέβαια, προσπαθούσε η καημένη, ήταν πάρα πολύ καλή, να μας καλοπιάσει, να μας κάνει. «Να, θα σας κάνω αβγουλάκια, θα σας κάνω αυτά!». Γιατί ήθελε να τελειώσει, περίμεναν κι άλλες εργασίες πίσω που έπρεπε να κάνει. Εκεί, λοιπόν, στον αργαλειό ύφαιναν τα πάντα τα υφάσματα και εν πολλοίς οι ίδιες νοικοκυρές ράβανε τα παντελόνια, ράβανε τα πουκάμισα των αντρών, τα δικά τους τα ρούχα, τα εσώρουχα των γυναικών. Όλα αυτά ήταν ραμμένα στο χέρι. Θυμάμαι πολύ μικρός ότι με είχε ράψει η μάνα μου ένα παντελόνι, είχε υφάνει, το ύφασμα ήταν υφαντό, με έραψε παντελόνι και το φορούσα. Και μέχρι που μεγάλωσα δεν μπορούσα να καταλάβω, διότι τα παντελόνια είχε και τιράντα, τιράντες. Εμένα είχε μόνο μία τιράντα δεν είχε δύο και έλεγα γιατί. Και μετά όταν μεγάλωσα τη ρώτησα τη μάνα μου, λέω: «Μικρός που ήμουνα θυμάμαι είχα ένα παντελόνι με μια τιράντα. Άλλοι είχαν δύο τιράντες, εγώ είχα μία. Γιατί είχα μία;». Και το παντελόνι η μια τιράντα δεν το κρατάει και καλά. Λέει: «Τι να σε κάνω, παιδάκι μου; Το ύφασμα δεν έφτανε». Μπορούμε να πούμε ένα άλλο έθιμο που ήταν ο Μπέης. Ένα παλιό έθιμο από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου αυτό το έθιμο βέβαια ήθελε κατά κάποιον τρόπο να δείξει ότι ο άρχοντας γυρίζει στο χωριό και ευλογεί το χωριό. Και υπάρχουν διάφορες εκδοχές για τον Μπέη κτλ. Εκείνο όμως που θυμάμαι όπως είπα τι ήταν; Ότι ο Μπέης φορούσε έναν μανδύα εντυπωσιακό. Στο κεφάλι αντί για καπέλο είχε ένα καλάθι πλεγμένο δηλαδή από αυτό. Καλάθι, το οποίο αυτό καλάθι ήταν από κυψέλη μελισσών. Οι κυψέλες μελισσών ήταν κάτι καλάθια παλιά, δεν υπήρχαν όπως είναι οι κυψέλες τετράγωνες σήμερα. Ήταν ένα καλάθι μυτερό όπως είναι ένα καπέλο φανταστείτε και αυτό το έβαζαν για καπέλο. Στο δε χέρι του είχε ένα κομπολόι του οποίου οι χάντρες ήταν μεγέθους να σας πω ξέρω ‘γώ ίσα με… Η κάθε χάντρα μεγέθους ξέρω ‘γώ ενός ποτηριού κρασιού. Και εντυπωσιακό με αυτό. Τον έβαζαν απάνω στο κάρο, στο αμάξι το λέγαμε στη Βύσσα, και με τις αγελάδες που έσερναν γύριζε στο χωριό. Και όπου πήγαινε, πήγαινε για να ευλογήσει, τέλος πάντων, τους κατοίκους. Και ο Μπέης είχε και συνοδούς που ήταν οι λεγόμενες κοκόνες. Τι ήταν κοκόνα; Κοκόνα θα πει γυναίκα ας πούμε, εννοεί τη γυναίκα. Ήταν άντρες ντυμένοι γυναίκες. Και ντύνονταν με γυναικεία ρούχα όσοι ήταν στον Μπέη και έβαζαν κοκκινάδι, κόκκινα μάγουλα και γενικά προσπαθούσαν να κάνουν… Να μιμηθούν τη συμπεριφορά και την εμφάνιση των γυναικών. Ήτανε ακόλουθοι του Μπέη. Και στον δρόμο βέβαια έκαναν διάφορα δρώμενα, αστεία για να γελάει ο κόσμος κτλ. Όταν πήγαινε σε ένα σπίτι ο Μπέης πετούσε στάρι κάτω και έδινε ευχές, «πολλή παραγωγή να βγάλετε! Να είστε γεροί, δυνατοί!». Έδινε ευχές και η νοικοκυρά κι ο νοικοκύρης ήταν υποχρεωμένοι να δώσουν κάποια προϊόντα, είτε σιτάρι είτε σκούπες, που υπήρχαν εκείνη την εποχή για το γλέντι που θα ακολουθούσε όπως θα δούμε. Όποιος όμως υπήρχε… Είχε και ένα δεκανίκι το οποίο είχε ένα εξόγκωμα δίπλα, το λέγαμε τοπούζα εμείς. Είχε στην άκρη ένα στρόγγυλο, ένα εξόγκωμα στρόγγυλο και όπου πήγαιναν σε ένα σπίτι που ήταν κάποιος πλούσιος ήθελαν να βγάλουν κάτι παραπάνω. Έπαιρναν λοιπόν… Έλεγε ο Μπέης «Φέρτε αυτόν να τον δικάσω!». Έτρεχαν, λοιπόν, οι κοκόνες, οι συνοδοί του Μπέη, πιάνανε τον νοικοκύρη και τον φέρνανε. Και τον στήναν εκεί και τον χτυπούσαν στα πόδια και του έλεγαν: «Δώσ’ μου τώρα! Τι θα μας δώσεις;». Έλεγε αυτός ξέρω ‘γώ: «Θα σας δώσω μισό τενεκέ σιτάρι», «δεν φτάνει!», χτυπούσε κι άλλο. «Πόσο;», «έναν τενεκέ», «όχι!», «κι ένα δεμάτι σκούπες, φκάλια!», «εντάξει τώρα!». Βέβαια αυτό γινόταν τύπου αστείου, δεν τον χτυπούσε, λίγο τον ακουμπούσε και όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Μετά από αυτό τα χρήματα τα οποία συγκέντρωνε ο Μπέης έκανε ένα γλέντι την ίδια μέρα. Και βέβαια αργότερα, δηλαδή του Αγίου Γεωργίου, γινόταν από τη συνοδεία του Μπέη, αυτή η ομάδα, γινόταν η παλαίστρα. Με τα χρήματα που είχε συγκεντρώσει και τα προϊόντα κτλ., τα πουλούσαν, αγόραζαν διάφορα δώρα. Τα δώρα που αγόραζαν ήταν πουκάμισα, άλλα μικρά δώρα για τα μικρά τα παιδιά, κάτι σουγιές, κάτι τέτοια πράγματα, μαντίλια και ένα αρνί το οποίο θα ήταν για τον αρχιπαλαιστή. Το αρνί το είχαν κάνει έναν σταυρό κόκκινο απάνω το έκαναν, το έσερναν με το σκοινί και μαζευόταν όλοι στο γήπεδο του χωριού για να δουν την παλαίστρα. Η παλαίστρα είχε κάποια σειρά. Πρώτα πρώτα ήταν παλαίστρα για τα μικρά τα παιδιά, της σχολικής ηλικίας. Παλεύανε και όποιος κέρδιζε κανονικά τους δίνανε και τους δύο, τα δυο παιδιά που παλεύανε τους έδιναν δώρα, μικρά δώρα. Αλλά συνήθως αυτός που κέρδιζε από τα παιδιά τού δίνανε λίγο μεγαλύτερο, υποτίθεται καλύτερο δώρο. Ήθελα κι εγώ να παλέψω για να πάρω δώρο, γιατί έβλεπα κάτι σουγιές που είχε απάνω. Πηγαίνω σε έναν φίλο μου τον Βαγγέλη, του λέω: «Βαγγέλη, έλα να παλέψουμε». «Δεν θέλω». Του λέω: «Δύο σουγιές έχει εκεί, δεν τις βλέπεις; Να πάρουμε καμιά σουγιά;». «Δεν θέλω, εγώ αγόρασα στο πανηγύρι». Πηγαίνω βρίσκω έναν άλλον, λέω: «Να παλέψουμε;». «Να παλέψουμε, αλλά εγώ θα σε ρίξω κάτω!». Υπήρχαν κι οι εγωισμοί, ποιος θα κερδίσει. Λέω: «Όποιος θ; κερδίσει». «Όχι, άμα θες να παλέψουμε θα σε ρίξω κάτω!». Λέω: «Εντάξει, άντε!». Εγώ προκειμένου να πάρω τον σουγιά, εντάξει. Πάμε να παλέψουμε, πριν να με πιάσει τον αγκαλιάζω εγώ, πέφτω κάτω, ξαπλώνω κάτω με την πλάτη. Ο κόσμος άρχισε να γελάει, γιατί κατάλαβαν ότι ήταν πλαστό. Εν πάση περιπτώσει, μας σήκωσαν τα χέρια, κι εμένα και τον άλλον, μας έδωσε και μια σουγιά. Που η σουγιά ήταν ο Κολοκοτρώνης, έτσι λεγόταν. Ήταν μια ξύλινη σουγιά, την ξέρουν οι παλαιότεροι, που… Δηλαδή ήταν σουγιά μεταλλική φυσικά, αλλά το στιλάρι, η λαβή του, ήταν ξύλινη και λεγόταν Κολοκοτρώνης. Και πήρα τον Κολοκοτρώνη και ήμουν υπερευχαριστημένος εγώ, γιατί στην παλαίστρα πάλεψα και πήρα τον Κολοκοτρώνη! Αυτό το έθιμο του Μπέη γινόταν μια βδομάδα πριν, αν θυμάμαι καλά, από τις Αποκριές. Το διάστημα των Αποκριών, πριν τις Αποκριές και την ημέρα των Αποκριών έπρεπε να γίνουν καρναβάλια. Να ντυθούμε καρναβάλια. Καρναβάλι ντυνόταν τότε κυρίως τα μικρά παιδιά, δηλαδή της σχολικής ηλικίας και λίγο οι έφηβοι κάποιοι. Κυρίως της σχολικής ηλικίας. Βέβαια το πρόβλημα ήταν τι θα ντυθείς. Όλοι έβρισκαν παλιά ρούχα ή του πατέρα τους ή της μάνας τους και ντυνόταν με αυτά. Έτσι κι εγώ, λοιπόν, ήθελα να ντυθώ, αλλά ήθελα να πάρω και μάσκα. Υπήρχαν τότε… Είχαν βγει κάποιες μάσκες χάρτινες, τις πουλούσαν στα μαγαζιά. Πάω στη μάνα μου, «θέλω να πάρω μάσκα», «δεν έχω, παιδί μου, λεφτά». Δεν πήρα. Λέω: «Πώς θα γίνει;». «Δεν πειράζει, παιδί μου. Εγώ θα σε τυλίξω με τη μαντίλα και δεν θα φαίνεσαι, δεν θα σε γνωρίζουν». Γιατί το όλο μυστικό ήταν όταν γίνεις καρναβάλι να μη σε γνωρίζουν οι άλλοι. Εντάξει, πήγα, με έδωσε μια φούστα. Μου έβαλε μια φούστα η μάνα της… Η μάνα μου, με έβαλε και πάνω αυτό και με τύλιξε καλά. Πήγα προς τα κει τα καρναβάλια, και άρχισα να τρέχω κτλ. Κοίταζα όμως με λαχτάρα αυτούς που είχαν τη μάσκα. Τη μάσκα αυτήν τη λαχταρούσα, «τι καλά να είχα μάσκα κι εγώ!», δεν είχα. Τα περισσότερα παιδιά… Λίγοι ήταν οι τυχεροί που είχαν μάσκες. Πήγαινες στον άλλον, τον έλεγες, τον φοβέριζες «Θα σε φάω!», έλεγες. «Ο λύκος είμαι!» κτλ. «Κι εγώ θα σε φάω! Ποιος είσαι; Τι είσαι; Δεν σε γνωρίζω, δεν με κάνεις». Σε κάποια φάση κατέβαζες το μαντίλι εκεί και γνωριζόσασταν κτλ. Αφού παίξαμε λίγο, μετά αρχίσαμε να τρέχουμε, ο ένας κυνηγούσε τον άλλον, τραβούσε τον άλλον. Το αποτέλεσμα ήταν αυτοί που είχαν τις μάσκες να γίνουν κομμάτια και εμείς νιώθαμε κατά κάποιον τρόπο μια εκδίκηση. Λέει: «Καλά να πάθει!» Εμείς δεν είχαμε μάσκα, αυτοί είχαν μάσκες, πλούσιοι είναι. Να, και τώρα από μας καταστράφηκε!». Τις Απόκριες… Κάποιες Απόκριες, ήταν γύρω στο ‘58 πρέπει να ήταν, στο κάτω χωριό στον μύλο του Μανώλη, ήταν… Ο συνιδιοκτήτης που λέμε ήταν ο Φουρλίκας. Έκανε τη λεγόμενη Σάντα Μαρία. Τι κάνανε αυτοί; Από μέρες κατασκεύασαν ένα ομοίωμα καραβιού. Το έβαλαν απάνω σε μια πλατφόρμα, όμως δεν φαινόταν η πλατφόρμα. Την κάλυψαν ούτως ώστε να φαίνεται σαν καράβι από κάτω. Και μπροστά τρακτέρ και το έσερναν. Ήταν όμως μια πολύ καλή απομίμηση καραβιού. Και για εκείνα τα χρόνια ήταν πάρα πολύ εντυπωσιακό. Γιατί; Για μας ήταν κάτι που επειδή ήμασταν και περιοχή που δεν είχαμε δει καράβια, μόνο στις φωτογραφίες βλέπαμε. Ούτε στις φωτογραφίες, στις εικόνες των σχολικών βιβλίων βλέπαμε κάποια καράβια. [01:00:00]Λοιπόν, ήταν ομοίωμα καραβιού με κατάρτια, με ξάρτια κτλ. και το παράξενο ήταν αυτό το καράβι γύριζε στο χωριό, όπως γύριζε ο Μπέης, και του δίνανε κάποια πράγματα και πετούσε καραμέλες. Αυτό ήταν πάλι για μας τρέλα ας πούμε, να πάρουμε έστω και μια καραμέλα. Και ήταν απάνω ντυμένοι αυτοί στα άσπρα. Φορούσαν άσπρο καπέλο όπως το φορούσαν οι ναύτες. Και μάλιστα θυμάμαι «έλα! Όβερ, Όβερ!», φώναζαν, «έλα! Πάμε!». Και εμείς νομίζαμε ότι λένε ξένες λέξεις, ξέρουν και τα αγγλικά και δεν ξέρω, την ορολογία, το αυτό. Το αποτέλεσμα είχε εντυπωσιάσει όλο το χωριό. Πίσω από το χωριό μικροί-μεγάλοι ακολουθούσαν τη Σάντα Μαρία, έτσι λεγότανε, και μάλιστα αυτό μεταφέρθηκε στη γειτονική πόλη την Ορεστιάδα, όπου επίσης είχε κάνει μεγάλο πάταγο αυτή η Σάντα Μαρία. Η Σάντα Μαρία είναι… Το όνομα το δώσανε, ήτανε το καράβι του Κολόμβου, το πρώτο καράβι όταν πήγε να ανακαλύψει την Αμερική. Το καράβι του Κολόμβου λεγόταν Σάντα Μαρία, γιατί έγινε συζήτηση μετά στη λόντζια… Θα δούμε τι είναι κι αυτή η περιβόητη λόντζια. Έγινε μεγάλη συζήτηση τι είναι, έλεγαν στη λόντζια. «Μωρέ, τι είναι αυτή η Σάντα Μαρία; Ξέρεις κανένας σας;», έλεγε μια. Η άλλη απαντούσε: «Ξέρω κι εγώ; Πρέπει να είναι της Δόμνας Βισβίζη». «Όχι, βρε, εκείνο. Καλομοίρα το έλεγαν εκείνο εκεί πέρα. Εκείνο ήτανε… Στο σχολείο κάναμε, παίξαμε διάλογο, σκετς δηλαδή». «Ποιο ήταν;», «ξέρω ‘γώ; Να ρωτήσουμε κανέναν δάσκαλο, μπορεί να ξέρει, κανένα αυτό». Δεν ήξεραν, ώσπου την άλλην τη μέρα ρώτησαν κάπου και μάθανε τι ήταν αυτό. Μεγάλη… Τι ακριβώς ήταν αυτή, τέλος πάντων, η Σάντα Μαρία. Σιγά σιγά, βέβαια, μετά τις Αποκριές πάμε προς το Πάσχα. Την Μεγάλη Πέμπτη, όπως ξέρουν όλοι, βάφανε τα κόκκινα αβγά κι ήταν σημαντικό αυτό για μας. Ακόμη πιο σημαντικό ήταν την επόμενη, η Μεγάλη Παρασκευή, εμείς τα παιδιά πηγαίναμε σε μια περιοχή που είναι κάτω από τις σιδηροδρομικές γραμμές, όπου εκείνα τα χρόνια υπήρχαν λιβάδια. Λιβάδια, γιατί δεν ήταν καλλιεργήσιμα αυτά τα εδάφη, γιατί τον χειμώνα γέμιζε νερά. Αυτά ήταν καλυμμένα με νερά. Και εκεί φύτρωναν κάτι πανέμορφα αγριολούλουδα, άσπρα αγριολούλουδα. Όπως είναι τα ζουμπούλια, αλλά σε άσπρο χρώμα με ένα καταπληκτικό άρωμα. Τα λέγαμε κιρκιτζέκια. Κιρκιτζέκια! Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό, αλλά ήταν πάρα πολύ ωραία. Πηγαίναμε, λοιπόν, εμείς τα παιδιά, κόβαμε τα κιρκιτζέκια και τα πηγαίναμε στον Επιτάφιο, για να στολίσουν τον Επιτάφιο. Και μας δίνανε… Οι γυναίκες που ήταν εκεί επιφορτισμένες με τον στολισμό τους Επιταφίου μάς δίνανε ευχές. «Μπράβο, παιδάκια μου! Η Παναγία να σας φυλάει! Ο Θεός να σας φυλάει! Να είσαι γερός!» και τέτοια. Κι εμείς χαιρόμασταν, γιατί πηγαίναμε τα πανέμορφα αυτά αγριολούλουδα στον στολισμό του Επιτάφιου. Την Ανάσταση όταν ήταν ο παπάς να πει: «Δεύτε λάβετε το φως» γινόταν ο χαμός! Τα παιδιά εκείνα τα χρόνια που ήταν και πιο ζωηρά, τρέχανε απάνω, ριχνότανε, κατρακυλούσαν κάτω, γινόταν ένας χαμός! Κι εγώ πάντα λαχταρούσα να πάρω πρώτα το φως από τον παππά, αλλά καμιά φορά δεν το πέτυχα, ουδέποτε το πέτυχα. Και μετά όταν ήτανε ο παπάς να πει το «Χριστός Ανέστη» βγαίναμε έξω από την εκκλησία. Η μάνα μου η καημένη δεν έβγαινε καμιά φορά, έμενε μες στην εκκλησία, ίσως και δυο-τρεις άλλες γυναίκες. Γιατί; Γιατί φοβόταν υπερβολικά από τους θορύβους των όπλων. Γιατί όταν έλεγε ο παπάς το «Χριστός Ανέστη», αμέσως οι Μάηδες, οι εθνοφύλακες δηλαδή, με τα όπλα που είχαν πυροβολούσαν στον αέρα. Και η μάνα μου φοβόταν πάρα πολύ και ουδέποτε βγήκε έξω. Από μέσα καθόταν στην εκκλησιά, φοβόταν να αυτώσει. Κι εμείς τα παιδιά βέβαια μόλις έλεγε ο παπάς το «Χριστός Ανέστη» βγάζαμε τα αβγά τα οποία τα είχαμε μέσα στις τσέπες μας και τσουγκρίζαμε λέγοντας ο ένας «Χριστός Ανέστη!», ανταπαντούσε… Απαντούσε ο άλλος «Αληθώς Ανέστη!». Και βέβαια, είχαμε και αλατάκι μαζί μας για να φάμε αλατισμένα αβγά. Τα τρώγαμε εκεί. Δεν μας άφηναν να φάμε Μεγάλη Βδομάδα, αυστηρή νηστεία, απαγορευόταν και τώρα τρώγαμε με μεγάλη λαχτάρα. Την άλλην την ημέρα, τη μέρα του Πάσχα δηλαδή, γινόταν τσίγκαρ και πάρσιμο. Τσίγκαρ, ηχομιμητική λέξη από το χτυπώ, τσίγκαρ που ακούγεται. Και πάρσιμο, να πάρει ο ένας τον άλλον. Στην πλατεία του χωριού, είχαμε δύο πλατείες, το πάνω κάτω είχαν. Οπότε και στις δύο πλατείες του χωριού συγκεντρωνόταν όλα τα αγόρια σχολικής ηλικίας και άνδρες μέχρι ξέρω ‘γώ 40 χρονών όλοι για να τσουγκρίσουν αβγά. Αλλά δεν τσούγκριζαν αβγά ως έθιμο. Τσούγκριζαν αβγά… Ήταν… Όταν χτυπούσαν τα αβγά έλεγαν… «Τσίγκαρ και πάρσιμο» θα πει το εξής: τσούγκριζαν τα δυο αβγά, όποιος κέρδιζε, όποιου αβγό κέρδιζε έπαιρνε ένα αβγό σπασμένο από τον άλλον. Σπασμένο. Αν δεν είχε να δώσει σπασμένο αβγό κι ήταν ολόκληρο, άσπαστο, αυτό είχε αξία δύο σπασμένων αβγών. Δηλαδή μπορεί άλλος αν δεν είχε σπασμένο έδινε ένα γερό ολόκληρο κι εσύ του έδινες ένα σπασμένο πίσω ρέστα. Και όλοι έκαναν αυτό. Προσπαθούσαν να κερδίσουν, να πάρουν σπασμένα αβγά για να τα ρευστοποιήσουν. Θα δούμε πώς τα ρευστοποιούσαν μετά. Ο αδερφός μου ο Παναγιώτης… Κι άλλοι το έκαναν αλλά κι ο δικός μου μέσα στους πονηρούς ήταν. Τι έκανε; Έκανε το λεγόμενο πισσένιο αβγό, έτσι το έλεγαν. Το έκανε όμως με διαφορετικό τρόπο. Από μέρες ακόμα, από τη Μεγάλη Πέμπτη, τα παλικαράκια, τα παιδιά ας πούμε μεγάλης ηλικίας που ήθελαν να κάνουν το αβγό πισσένιο, έπαιρναν ένα αβγό, έκαναν μια τρύπα πίσω στο πίσω μέρος του αβγού, αφαιρούσαν το αβγό, έπαιρναν από κάποιες μπαταρίες των φακών που υπήρχαν εκείνα τα χρόνια… Που οι μπαταρίες, τέλος πάντων, είχαν εξασθενήσει, δεν είχαν ρεύμα. Έλιωναν την πίσσα που είχε απάνω σε ένα κουτί, την έλιωναν και την πετούσαν στη μύτη του… Στο τσόφλι του αυγού. Μετά με πολύ κόπο από την τρύπα έβαζαν μέσα και το αβγό και το έβραζαν. Όχι το έβραζαν, το έβαζαν μέσα να βάψει μαζί με τα αβγά. Οπότε ήταν κόκκινο αβγό, όμως πίσω φαινόταν η τρύπα ότι ήταν πισσένιο. Το λέγανε πισσένιο αυτό, επειδή στη μύτη είχε πίσσα. Και στην μύτη αφού είχε πίσσα ήταν πολύ σκληρό, δεν έσπαζε. Ο αδερφός μου ο Παναγιώτης τι έκανε; Δεν του έκανε την τρύπα στη μύτη, το έκανε… Προς τα πίσω. Το έκανε στο πλάι και προς τα μπροστά. Οπότε έβαλε εκεί απάνω ένα τσόφλι, δεν υπήρχαν κόλες τότε να βάλουν, αλλά φαινόταν άμα τα προσέξεις, αλλά δεν είχε πίσω τρύπα. Οπότε όταν πήγαν κι έκαναν τσίγκαρ άρχισε να κερδίζει αρκετά. Όμως μαθεύτηκε, «ξέρεις, ο Πάνος κερδίζει πολλά». Οπότε κάποια πονηριά θα έκανε, επειδή τον ήξεραν κτλ. Και από ένα σημείο κέρδιζε μεν μερικά, αλλά μετά κατάλαβαν ότι είναι γερό το αβγό, από πίσσα, πισσένιο δηλαδή, και δεν κέρδιζε άλλα. Εγώ με τον μικρότερο αδερφό μου δεν είχαμε τέτοια… Να κάνουμε τέτοια πονηριά, αλλά είχαμε άλλη πονηριά. Όταν έβαφε η μάνα μας τα αβγά, επειδή ήξερε ότι πηγαίνουμε τα παίρνουμε τα αβγά και τα τελειώνουν κι έπρεπε να έχει κάποια αβγά, να μείνουν, υπήρχε και έλλειμμα, δεν υπήρχε αφθονία αβγών ας πούμε. Τι κάναμε; Σκεφτόμασταν να δούμε πού θα βάλει τα αβγά η μάνα μας να τα κρύψει. Γιατί τα έκρυβε τα κόκκινα αβγά. Η μάνα μου όμως το ήξερε αυτό κι εγώ που ήμουν πιο μεγάλος, ο Στέλιος που ήταν πιο μικρός, λέει αυτός δεν θα πολυκαταλάβει. Μου λέει: «Πήγαινε, ρε… Γιώργη, δεν πας εκεί στην Ευγένη τη γειτόνισσα να σε δώσει ένα ποτήρι ρύζι που θέλω δανεικό;», λέω: «Καλά!». Του λέω τον Στέλιο: «Κοίταξε, καλά τα μάτια σου!». «Ναι, ναι! Ξέρω!», λέει αυτός. Πήγα εγώ να πάρω το αυτό. Ο Στέλιος πίσω από την πόρτα, που η πόρτα ήταν ξύλινη, είχε χαραμάδες. Δεν ήταν ξύλινη, είχε χαραμάδες τα ξύλα και τα αυτά. Κοίταζε, κοιτάει στη μάνα μας τα αβγά τα παίρνει τα πηγαίνει μέσα στο χαγιάτι. Στο σαλόνι είχαμε ένα αμπάρι, ένα κιβώτιο ξύλινο δηλαδή, και είχαμε σιτάρι εκεί μέσα. Τα έριξε, τα έβαλε βαθιά μες στο σιτάρι. Λοιπόν, εμείς τώρα την πρώτη μέρα του Πάσχα κουβαλούσαμε συνέχεια και τη δεύτερη μέρα. Τη δεύτερη μέρα ήρθε ένας γείτονας εκεί, ένα παιδάκι γείτονας, και υπήρχε το έθιμο η μάνα μου κι όλοι όταν πήγαινες σε άλλο σπίτι και ήταν γνωστός να σου δώσουν ένα αβγό κι ένα κομμάτι τσουρέκι. Πάει η μάνα μου, ψάχνει, ψάχνει μέσα. Βάζει τα χέρια της, ψάχνει εδώ, ψάχνει εκεί να βρει, αβγό δεν έχει! Κατάλαβε τι έγινε, «Δεν ντρέπεστε; Τι είναι αυτό; Τι θα κάνω εγώ; Ένα αβγό να μην έχω στο παιδί; Τα πήρατε όλα τα αβγά, πηγαίνετε να τα δώσατε κατά εκεί;». Εμείς φύγαμε, ξέραμε ότι η μάνα μας μάς μάλωνε, έκανε, δεν θα μας έκανε τίποτα. Πού ρευστοποιούσαν τα αβγά; Την ημέρα του Πάσχα υπήρχε ένα χωριανός μας, απάνω, στο πάνω χωριό που ήμουν, εγώ που έκανε μαλεμπί. Το λέγαμε μουχαλεμπί. Είναι μια κατασκευή από αμυλάλευρο και έχει ένα σιρόπι κόκκινου χρώματος. Βάζουν μια μπογιά μέσα κόκκινη και ζάχαρη και μάλλον στο σιρόπι μέσα βάζουν, τι βάζουν, και γαρίφαλα. Οπότε έχει κι ένα πολύ ωραίο άρωμα, αλλά είναι πάρα πολύ ωραίο. Πάρα πολύ! Ένα γλυκό πάρα πολύ ωραίο. Λοιπόν, αυτός είχε ένα τραπεζάκι και πήγαινες εκεί πέρα και έλεγες: «Θέλω μια μερίδα ας το πούμε έτσι, θέλω μαλεμπί». Έπρεπε να του δώσεις ή δύο αβγά σπασμένα ή ένα ολόκληρο, αν θυμάμαι καλά. Ή τέσσερα σπασμένα αβγά, δυο ολόκληρα. Λάθος! Τέσσερα σπασμένα πρέπει να ήτανε και δυο ολόκληρα για να πάρεις ένα πιάτο μαλεμπί. Βέβαια, και σου έδινε κι ένα κουτάλι και το έτρωγες. Και γύρω γύρω όλοι κρατούσαν στο χέρι, αυτοί που ήταν γύρω εκεί πέρα, κι αυτά τα αβγά τα μάζευε αυτός για να πουλήσει. Είχε και ένα σύστημα αυτόματου πλυσίματος. Ανακάλυψε το πλυντήριο πιάτων πριν να το ανακαλύψει η τεχνολογία! Είχε έναν κουβά με νερό. Μόλις τελείωνες το πιάτο, το έδινες εσύ, το βουτούσε μια φορά μες στο νερό, το έβγαζε κι ήταν πεντακάθαρο! Ιδού και η τεχνολογία! Έτσι λοιπόν, με αυτόν τον τρόπο φάγαμε… Με τα αβγά που κλάψαμε από εκεί από το αμπάρι της μάνας μας φάγαμε αρκετά μαλεμπί, χορτάσαμε εκείνη τη χρονιά. Και βέβαια δεν επαναλήφθηκε, γιατί άλλη φορά τα έκρυβε ακόμη πιο καλά η μάνα μας και δεν μπορούσαμε να το κάνουμε. [01:10:00]Θα πρέπει να πούμε ότι θυμάμαι, επίσης, κάποιο που γινόταν έτσι που έκανε εντύπωση, όταν γινόταν τα καλέσματα στον γάμο. Καλέσματα τα λέγανε. Ερχότανε… Συνήθως κορίτσια αναλάμβαναν αυτό να πάνε στους συγγενείς να τους καλέσουν στον γάμο που επίκειται να κάνει κάποιος συγγενής. Είχαν στα χέρια τους ένα μπουκάλι με ένα κονιάκ, τι ήταν. Ένα λικέρ ας πούμε, ένα γλυκό και έδινε στη νοικοκυρά να πιει από το μπουκάλι. Έπινε τρεις ρουφηξιές και έδινε ευχές. «Να είναι γεροί! Να είναι καλότυχοι! Να είναι ευτυχισμένοι!» κτλ. κτλ. Έτσι, λοιπόν, γυρνούσαν και στο γάμο θα πήγαιναν αυτοί οι οποίοι ήταν καλεσμένοι. Δεν μπορούσαν να πάνε άλλοι. Δεν πηγαίνανε. Μη καλεσμένοι στον γάμο δεν πήγαιναν εκείνα τα χρόνια. Θυμάμαι στη γειτονιά που έγινε ένα γάμος, που μας κάλεσαν, που πήγαμε που εμάς τα παιδιά μάς έδωσαν να φάμε και όλους πρώτα είχαν φαγητά. Το πρώτο φαγητό ήταν ρεβίθια με ρύζι, που είναι ένα φαγητό όχι και πολύ μεγάλης αξίας, αλλά στο τέλος όμως είναι το καλό φαγητό. Πρώτα δίνανε το φαγητό που ήταν και νηστικοί τέλος πάντων, τρώγανε με όρεξη ό,τι να ‘ναι. Το καλό φαγητό το δίνανε στο τέλος που ήταν κοτόπουλο, ανάλογα την εποχή είτε τουρσί κοτόπουλο ή κοτόπουλο με πατάτες κτλ. Θυμάμαι, λοιπόν, εγώ που πήγα που ήρθαν εκεί πέρα, μας έδωσαν φάγαμε, κάναμε κτλ. Η νύφη ήταν στη γωνία όρθια συνέχεια. Τα όργανα μέσα παίζανε, χορεύανε κτλ. και η νύφη έπρεπε, ήθελε δεν ήθελε, να κάνει την κλαμένη. Κι όσο η νύφη… Όταν μια νύφη έκλαιγε πάρα πολύ, προκαλούσε και το ενδιαφέρον και τη συμπάθεια των γυναικών κυρίως που σχολίαζαν: «Αχ, καημένο! Τι πολύ κλάμα έριξε!», έλεγαν. Γιατί έπρεπε να κλάψει η νύφη; Έπρεπε να κλάψει η νύφη, διότι ήξερε ότι αποχωρίζεται την πατρική εστία. Αποχωρίζεται τους γονείς και θα πάει σε ξένο σπίτι και όσο και να είναι αγαπητό δεν θα είναι σαν το σπίτι. Και έπρεπε, ήταν το έθιμο αυτό, και να δυσκολευτεί ακόμα, κι έτσι γινόταν, να κλαίει για να δείξει ότι είναι μια νύφη που αγαπάει τους γονείς και κλαίει που τους αποχωρίζεται. Αυτό μου έμεινε. Τα άλλα τα περιστατικά δεν έχουν και πάρα πολύ μεγάλη σημασία να πούμε. Εμείς σαν παιδιά το σχολείο που πηγαίναμε, πηγαίναμε το πρωί ως το μεσημέρι. Μετά το μεσημέρι είχαμε ένα διάλειμμα και το απόγευμα είχαμε πάλι σχολείο. Και τα Σάββατα βέβαια! Εκτός Τετάρτη και Σάββατο που δεν είχαμε τα απογεύματα. Τις άλλες μέρες είχαμε και τα απογεύματα. Και κατά κανόνα, ειδικά την άνοιξη όταν πηγαίναμε σπίτι, δεν υπήρχε κανένας στο σπίτι, γιατί γεωργικό χωριό όλοι ήταν στα χωράφια. Παίρναμε, όπως είπαμε κι άλλη φορά προηγουμένως, μια φέτα ψωμί με απάνω τη λίγδα και τρέχαμε να φάμε. Αλλά μόλις άρχιζαν οι ζέστες τρέχαμε στο κανάλι. Ήταν ένα αρδευτικό κανάλι κατά μήκος… Διέσχιζε, μάλλον, το χωριό και είχε νερό. Και εμείς εκεί πέρα, γύμνια ολόγυμνοι, τα αγόρια κάναμε μπάνιο. Τσαλαβουτούσαμε, κάναμε… Μπάνιο δεν κάναμε, γιατί δεν έμαθα μπάνιο εγώ. Δεν μπορούσες να μάθεις, γιατί δεν είχες τον χρόνο να ασχοληθείς να μάθεις πώς κάνεις μπάνιο. Απλώς τσαλαβουτούσαμε, γεμίζαμε λάσπες. Υπήρχαν και οι βδέλλες, αυτό είναι πιο τρομερό. Όταν έμπαινες μέσα κολλούσε η βδέλλα απάνω σου και δεν έβγαινε με τίποτα! Την τραβούσες και πονούσε, δεν έβγαινε. Και αυτό ήταν, κυρίως πώς θα μας απασχολούσαν οι βδέλλες. Και βέβαια, οι δάσκαλοι μάς απαγόρευαν να πάμε να κάνουμε μπάνιο, γιατί ήταν περιπτώσεις που πήγαν σε άλλα μέρη, που ήταν πιο βαθιά νερά, κι ίσως πνιγήκαν κάποια παιδιά, δεν ξέρω τι μπορεί να είχε γίνει. Απαγορευόταν. Κι όταν πήγαιναν σχολείο κάποιοι δάσκαλοι, όχι όλοι, κάποιοι που ήξεραν, μας έκαναν έλεγχο, λέει: «Πήγες για μπάνιο;». Εσύ τώρα άμα πεις όχι, υπήρχε ένα κόλπο. Με το δάχτυλο χάραζε απάνω στο δέρμα. Άμα είχες κάνει μπάνιο φαινόταν μια γραμμή και μετά, αν δεν είχες κάνει, δεν γίνεται αυτή η γραμμή. Οπότε αναγκαζόσουν να πεις: «Ναι, πήγα» και ακολουθούσε βέβαια το ανάλογο ξύλο. Ήξερες ότι άμα πεις ότι έκανες κάποια παράβαση είπαμε ότι έπεφτε αυτό το ξύλο που γινόταν. Θα πρέπει να πούμε ότι… Να επαναλάβουμε, μάλλον, ότι το χωριό μας η Νέα Βύσσα ήταν μια κωμόπολη καθαρά γεωργική. Όλοι οι άνθρωποι είχαν ένα ζευγάρι αγελάδες, τουλάχιστον ένα ζευγάρι αγελάδες. Για αυτούς βέβαια οι αγελάδες ήταν κάτι το πολύ σημαντικό, γιατί με το κάρο που το λέγαμε, αμάξι από το αρχαίο «άμαξα», που είναι πιο σημαντικό από τη λέξη «κάρο», που είναι ιταλική. Με το αμάξι, λοιπόν, ζεύανε δυο αγελάδες, είναι χωριό πεδινό, οπότε μπορούσαν να έχουν τις αγελάδες, και κάνανε όλες τις γεωργικές εργασίες. Μετά πηγαίνανε στο χωράφι τους. Οργώνανε το χωράφι, σβαρνίζαν το χωράφι, σκίζανε, δηλαδή μια άλλη εργασία γεωργική. Μεταφέρνανε, είχανε… Παίρνανε το γάλα από τις αγελάδες, παίρνανε μοσχαράκια τα οποία πουλούσαν και παίρναν… Ήτανε σύντροφοι του ανθρώπου πραγματικοί, του γεωργού. Δεν νοούνταν γεωργός χωρίς το ζευγάρι και τα αγαπούσαν τα ζώα και τα φρόντιζαν όπως φρόντιζαν και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Εμείς είχαμε δύο μεγάλα χωράφια και ένα μικρό. Τα λέγαμε πρώτη κατηγορία και δεύτερη κατηγορία. Στην πρώτη κατηγορία κυρίως καλλιεργούσαν διάφορα προϊόντα που στο χωριό μας κυρίως ήταν… Σημαντικό προϊόν ήταν η σκούπα, σκουπόχορτο, από το οποίο γινόταν η παραδοσιακή σκούπα για τα σπίτια. Και άλλα προϊόντα της εποχής εκείνης, επειδή ήταν κάμπος και ευφορότατος, που καλλιεργούσαν, πατάτες, φασόλια, ρεβίθια, φακές. Όλα τα προϊόντα, σχεδόν όλα τα προϊόντα που μπορούν να καλλιεργηθούν. Θεωρούνταν ένα από τα πλούσια χωριά σχετικά… Συγκριτικά με τα άλλα χωριά τα οποία δεν είχαν τον ανάλογο… Βέβαια, το μειονέκτημα στο χωριό ήταν ότι ο γεωργικός κλήρος, τα χωράφια δηλαδή που είχε κάθε οικογένεια, ήτανε μικρής έκτασης. Δηλαδή ένας που είχε τριάντα στρέμματα θεωρούνταν πλούσιος. Οι περισσότεροι είχαν δέκα-δεκαπέντε. Παρ’ όλα αυτά όμως, επειδή ήταν κάμπος, ήταν παραγωγική γη και επομένως παρήγαγαν με πολλή δουλειά και με πολύ κόπο. Όμως, ανταμείβονταν ο κόπος τους λόγω του ότι ήταν ευφορότατη η γη όπως προαναφέραμε. Στην άλλη κατηγορία, στη δεύτερη κατηγόρια, ο πατέρας μου που δούλευε στον μύλο και ήταν της πιάτσας όπως λέγανε τότε, είχε γνωρίσει κάποιον γεωπόνο και είχε παραγγείλει στον γεωπόνο αυτόν πρωτοποριακά για την εποχή φρούτα. Δηλαδή έφεραν μήλα Στάρκιν εκείνη την εποχή, που ήταν σημαντικό, ενώ στην περιοχή υπήρχαν τα ντόπια μήλα. Ροδάκινα τα οποία δεν πιστεύαμε, δαμάσκηνα. Τι άλλο είχε; Αχλάδια. Και τα έβαλαν… Τα έβαλε σε αυτήν την κατηγορία και βέβαια για εμάς ήταν πολύ μεγάλη η χαρά και πηγαίναμε να φάμε τα φρούτα και όλα αυτά που υπήρχαν. Όλα… Όλοι μα όλοι και εμείς ανεξαιρέτως όλοι ο γεωργοί είχαν κι ένα χωράφι το οποίο το λέγανε μποστάνι. Κι όταν έλεγαν μποστάνι δεν εννοούσαν ένας κήπος, γιατί αυτό εννοούνε σήμερα μποστάνι. Εννοούσαν ένα χωράφι σπαρμένο αποκλειστικά με καρπούζια. Όταν έλεγαν μποστάνι εννοούσαν χωράφι με καρπούζια. Αυτό ήταν σημαντικό, γιατί το καρπούζι για τους γεωργούς που δουλεύουν σκληρά είναι το πιο δροσιστικό και το πιο καλό φρούτο αλλά και γεύμα, θα δούμε, μαζί με ψωμί και τυρί κτλ. για τους γεωργούς. Έτσι λοιπόν, κι εμείς είχαμε στην κατηγορία ένα μποστάνι με καρπούζια. Ο πατέρας μου μάλιστα, επειδή τότε δεν υπήρχε άρδευση των χωραφιών, είχε ανοίξει έναν μεγάλο λάκκο και με έναν κουβά έβγαζε νερό και τα πότιζε αυτά τα καρπούζια, τις ρίζες της μποστανιάς για να κάνουν καρπούζια. Εκείνο που θυμάμαι ότι όταν τα καρπούζια μεγάλωσαν, πριν να ωριμάσουν, πήγαιναν με το μαχαίρι επάνω και χάραζαν ονόματα. Και έλεγαν, παραδείγματος χάρη θυμάμαι, «αυτό είναι Γκιόγκης». Γκιόγκης ήταν το χαϊδευτικό του Γιώργης. Ο μπαμπάς μου με φώναζε Γκιόγκη. Τσέλιος ήταν το χαϊδευτικό του Στέλιος. Και ένα άλλο πάλι που ήταν μεγάλο μεγάλο το ονόμασε, το έδωσε στον εαυτό του, το ονόμασε Μουτιός. Δημήτρης! Για τον εαυτό του. Και εμείς μας δεν μας άφηναν να μπούμε μες στο μποστάνι, γιατί έλεγαν ότι από τη στιγμή που αυτό απλώνει τις σαΐτες του από ένα σημείο και μετά δεν πρέπει να μπαίνεις μέσα να το πατάς, γιατί δημιουργεί πρόβλημα. Έτσι λοιπόν, εμείς τα κοιτάζαμε τα καρπούζια, τα αυτά από μακριά και λέγαμε: «Πότε θα φάμε;». Μια μέρα, λοιπόν, πήγαμε εκεί πέρα. Εκεί είχαμε μία καλύβα στο χωράφι που είχε ένα τραπεζάκι ξύλινο με… Ξύλινο όχι με σανίδια αλλά βέργες ξύλινες, και έναν πάγκο δίπλα. Καθόμασταν εκεί. «Θα σας κάνω σήμερα μια έκπληξη!», «τι;», «θα φάμε σήμερα τον Μουτιό!». Εννοούσε φυσικά θα φάμε το καρπούζι. Χαρά κι εμείς! Περιμέναμε! «Αλλά σας πήρα και άλλο πράγμα μαζί», «τι;». Είχε σταματήσει στο μαγαζί της Νταμάλας, ένα από τα παντοπωλεία, όταν κατεβαίναμε με τις αγελάδες και είχε πάρει και τυρί. Που για μας το τυρί ήταν κάτι το σπάνιο. Έτσι λοιπόν, πηγαίνει και φέρνει χαμογελαστός τον Μουτιό, τον βάζει απάνω. Με το που βάζει το μαχαίρι ανοίγει, «κρατς!». Ένα κρατς ακούστηκε! Εμείς τρέχανε τα σάλια μας. Ένα κόκκινο, σχεδόν κόκκινο, καρπούζι μπροστά μας! Λοιπόν, και μας έκοψε, μας έδωσε μία ντοντόνα, έτσι το λέγαμε, ίσον μια πολύ ψιλή φέτα την οποίαν την τρως… Την κρατάς από τη φλούδα και την τρως. Και καθώς την τρως γεμίζουν… Όλο το πηγούνι σου και τα πόδια σου γεμίζουν με ζουμιά, αλλά το απολαμβάνεις! Κι έτσι λοιπόν, μας έδωσε μια ντοντόνα και ριχτήκαμε φάγαμε και ξανά κι άλλο! Και τυράκι μαζί κι ήταν κάτι πάρα πολύ, πολύ ευχάριστο από το μποστάνι που είχαμε! [01:20:00]Εκεί στη γειτονιά υπήρχε κι ένας άλλος ο οποίος ήταν μπαξεβάνης. δηλαδή οπωρολαχανοπώλης. Παρήγαγε, τέλος πάντων, λαχανικά. Παρήγαγε, καλλιεργούσε λαχανικά. Και ξεκινήσαμε με τον αδερφό μου τον Στέλιο που ήμασταν σχεδόν συνομήλικοι, για αυτό πάντα μαζί πηγαίναμε, δυο χρόνια διαφορά είχαμε, να πάμε εκεί να δούμε. Πηγαίνουμε και είχε ένα μεγάλο πηγάδι, διαμέτρου τριών μέτρων περίπου, το οποίο το λέγανε ντουλάπι. Αυτό ήταν κτισμένο με τσιμέντο, είχε και σκαλιά να κατεβείς κάτω αυτός άμα ήθελε, δεν ξέρω πώς κατέβαινε. Και εμείς κοιτάζαμε μέσα και είχε γεμάτο βατράχια, τα οποία βατράχια μόλις πήγαμε πηδούσαν μέσα, μετά έβγαιναν και χαζεύαμε. Και ξαφνικά που χαζεύαμε, «Εδώ… Τι κάνουν τα παιδούδια εδώ, τα Μαειρούδια;». Πεταχτήκαμε απάνω! Κοιτάζουμε ένας άγριος, έτσι χοντρός, κάτι μουστάκες προεξείχαν, κάτι… Και μια καπέλα εκεί πέρα κτλ., φοβηθήκαμε. «Δεν με ξέρετε εμένα;». «Όχι, ποιος;». «Να, είμαι ο τάδε». Εμείς ο τάδε ξέραμε. Τον ξέραμε ότι ήταν παρέα με τον πατέρα μας, αλλά δεν τον είχαμε δει, δεν τον γνωρίζαμε. Αλλά μιλούσε άγρια και φωνή κτλ. «Ελάτε εδώ να δείτε τι θα σας δώσω!». Εμείς φοβόμασταν, νομίζαμε ότι θα μας δείρει. Πηγαίνει και κόβει σαλατικά, τουτέστιν αγγούρια τα οποία τα λέγαμε σαλατικά, και μας δίνει από ένα σαλατικό. Και το φάγαμε με πολλή όρεξη! Και τι νόστιμο, και τι ωραίο! Αν και στην άκρη πίκριζε λίγο, αλλά εμάς μας φάνηκε πολύ ωραίο, πολύ νόστιμο! Αυτό ήταν λοιπόν το χωράφι, τα δυο μεγάλα χωράφια τα οποία είχαμε. Είχαμε κι ένα μικρό χωραφάκι το οποίο ήταν κοντά στο χωριό και το λέγαμε κομματούδι. Και σε αυτό το χωράφι οι γονείς μας καλλιεργούσαν διάφορα προϊόντα τα οποία τα ήθελαν να τα φάνε έτσι φρέσκα. Παραδείγματος χάριν, φασολάκια φρέσκα, κολοκυθάκια βάζανε, μπάμιες, πατάτες, έτσι για να τα βγάζουν φρέσκα, κρεμμύδια. Αυτά, λοιπόν, το λέγανε κομματούδι. Ήτανε τέταρτο του στρέμματος και για αυτό το έλεγαν κομμάτι, κομματούδι ας πούμε. Λοιπόν, μια μέρα η μάνα μας μάς είπε: «Θα πάμε να βγάλουμε πατάτες». Ξεκινήσαμε, εγώ θα ήμουνα 6-7 χρονών, ο Στέλιος πιο μικρός, 5. Η καημένη η μάνα μας, επειδή είχε και δυο παιδιά, πήρε και μια λαγήνα με νερό, γιατί θα διψούσαμε για νερό. Πηγαίναμε στον δρόμο, ξεκινήσαμε. Μόλις περάσαμε τις γραμμές ο Στέλιος κάθισε κάτω. «Θέλω αγκαλιά!». «Βρε παιδάκι μου, έλα!». «Θέλω αγκαλιά!». Κάθισε κάτω, δεν σηκωνόταν με τίποτα, ούτε κουράστηκε. «Βρε παιδάκι μου!», όχι, δεν σηκωνόταν με τίποτα. «Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου!», όχι. Αναγκάστηκε τον πήρε αγκαλιά και θυμάμαι η καημένη η μάνα μου με τη στάμνα, μεγάλη στάμνα με νερό, και αγκαλιά και τον Στέλιο και πήγαμε απόσταση ξέρω ‘γώ τριών χιλιομέτρων περίπου μέχρι το χωράφι. Εκεί που πήγαμε στο χωράφι εμείς δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Η μάνα μας μάζεψε κάποια φασολάκια, ήθελε να βγάλει κάποιες πατάτες. Έβγαζε τις πατάτες. Ξαφνικά όπως έβγαζε τις πατάτες ακούει ένα σφύριγμα, δυνατό σφύριγμα. Εμείς δεν καταλάβαμε τίποτα, πετάχτηκε απάνω! Καταλάβαμε, διαισθανθήκαμε ότι φοβήθηκε, αλλά δεν ξέρουμε γιατί. Μετά από λίγο πάλι το σφύριγμα πάλι αυτή. Για να μη φοβηθούμε αυτή έδειχνε ότι… Να μη μας πει τίποτα, αλλά… Και μετά από λίγο πάλι ένα σφύριγμα ακόμη πιο κοντινό. Και εμφανίστηκε ένας γέρος, που ήταν τυλιγμένος με μια μαντίλα απάνω, άσπρη μαντίλα όπως φορούσαν να τους προστατεύει από τον ήλιο, και ήρθε κοντά και έκανε κάτι κινήσεις. Σφύριζε κι έκανε κάτι κινήσεις. Εμείς φοβηθήκαμε βέβαια, γιατί είδαμε τη μάνα μας φοβήθηκε, πήγαμε στην αγκαλιά της. Ο γέρος έκανε αυτά και σηκώθηκε κι έφυγε. Καταλάβαμε ότι φοβήθηκε. Και τι είχε γίνει; Αυτός ο γέρος ήταν… Είχε το όνομα ότι είναι τρελός στο χωριό και έλεγαν ότι υπάρχει ο τρελός ο Γιώργης τάδε και τον φοβόταν. Ότι ξέρεις, από στόμα σε στόμα έλεγαν ο ένας στον άλλον, μεγαλοποιούσαν τα πράγματα ότι αυτός κάνει κτλ. κτλ. Παρ’ όλα αυτά, έφυγε. Αμέσως η μάνα μας, «φεύγουμε!». Τα μαζέψαμε τα αυτά, ξεκίνησε φύγαμε και δεν έλεγε τίποτα στον δρόμο. Δεν μιλούσε κι όταν φτάσαμε στο σπίτι είπε: «Τον λένε Χαζογιώργη, αλλά καλός άνθρωπος. Δεν κάνει τίποτα, μόνο σφυρίζει». Κι από εκεί καταλάβαμε και εκ των υστέρων που το σκεφτόμουν ότι είχε φοβηθεί πάρα πολύ. Αλλά βέβαια αυτός ο άνθρωπος δεν ενοχλούσε κανέναν, απλώς όπως γινόταν στα χωριά εκείνες τις εποχές, εκείνες τις κοινωνίες τις κλειστές, μεγαλοποιούσαν τα πράγματα και υπήρχε αυτή η κατάσταση. Μια και λέμε στα χωράφια θα σας πω ένα άλλο περιστατικό, όπου μετά από χρόνια… Εμείς δεν είχαμε αγελάδες και βέβαια θέλαμε, αγαπούσαμε και θέλαμε να πηγαίνουμε στα χωράφια, γιατί ακούγαμε τους συμμαθητές μας που πηγαίναν στα χωράφια και βοσκούσανε αγελάδες. Εμείς δεν είχαμε τη δυνατότητα αυτήν. Ο μπαμπάς, ο πατέρας μου δούλευε σε έναν μύλο σαν υπάλληλος, εργάτης και δεν είχαμε. Και μια μέρα ένας συμπέθερος μάς είπε ότι «Θα πάμε στο χωράφι να βοσκήσουμε τις αγελάδες». Χαρήκαμε εμείς πάρα πολύ! Ξεκινήσαμε, πήγαμε στο σπίτι του συμπέθερου. Αυτός ο συμπέθερος λεγόταν Γκίντας και μας υποδέχτηκε εκεί επάνω κι ήρθε η γυναίκα του η οποία η καημένη ήταν τυφλή. Ξέραμε εμείς που ήταν τυφλή, αλλά την είδαμε έρχεται προς εμάς και νομίσαμε… Λέει: «Τι τυφλή; Αυτή έρχεται κανονικά». Ήξερε όλα, πώς κυκλοφορεί μες στην αυλή κτλ. Ήρθε εκεί πέρα, «τι έγινε; Ήρθαν τα συμπεθερούδια;», «ναι, ήρθαν τα συμπεθερούδια». «Τι κάνετε, παιδιά μου; Καλά είστε;», «καλά», ξέρω ‘γώ. Εντάξει, εμείς μας έκανε εντύπωση που μας κατάλαβε. Δεν μπορούσαμε να συνειδητοποιήσουμε τι γινόταν. Ανεβήκαμε στο κάρο, στο αμάξι, έζεψε τις αγελάδες ο παππούς, πήρε τα αυτά, ξεκινήσαμε πηγαίναμε στο χωράφι. Στον δρόμο που πηγαίναμε μας εξηγούσε: «Αυτό το χωράφι είναι αυτού, το άλλο αυτό. Αυτός καλός άνθρωπος» κι «ο άλλος καλός άνθρωπος» κι «εκείνος καλός άνθρωπος» κι όλοι καλοί οι άνθρωποι ήταν για τον γέρο. Τόσο καλός ήταν αυτός που για αυτόν όλοι καλοί άνθρωποι ήταν! Δεν υπήρχε κι ένας κακός. Φτάσαμε στο χωράφι, πήγαμε εκεί πέρα στην κατηγορία την πρώτη που ήταν ένα χωράφι το οποίο ήτανε χωράφι το οποίο είχανε φασόλια. Είχαν μαζέψει τα φασόλια και είχαν φυτρώσει μέσα χόρτα και επομένως, ήταν κατάλληλο μέρος να βοσκήσουν τις αγελάδες. Μου λέει εμένα: «Έλα, Γιώργη, εσύ που είσαι πιο μεγάλος να βοσκήσεις τις αγελάδες εδώ πέρα». Τις πήρα εγώ τώρα, τις πήγα, χαρά! Κρατούσα το σκοινί. Δυο αγελάδες ήταν δεμένες με ένα σκοινί, το ίδιο σκοινί δυο αγελάδες. Και χαζεύαμε και παίζαμε κτλ. Κάποια στιγμή βαρέθηκα όπως ήταν φυσικό, παιδί. Τις κρατάω στο χέρι, τις τυλίγω γύρω από το χέρι να μην τις κρατάω, το έβαλα το σκοινί γύρω από το χέρι μου, από τον καρπό. Ναι, αλλά οι αγελάδες καθώς βοσκούσανε η μια αγελάδα σε κάποια στιγμή είδε χόρτα προς κάπου αλλού κι άρχισε να τραβάει, κι όπως τραβούσε η άλλη κρατούσε κόντρα κι άρχισε να σφίγγει το χέρι μου. Κι ένιωθα έναν πόνο τρομερό να με σφίγγει. Φώναζα: «Έλα, έλα!», τίποτα. Σε μια στιγμή έβαλα φωνή, φώναξα δυνατά. Η αγελάδα φοβήθηκε και με απελευθέρωσε. Ευτυχώς, γιατί έχουν τρομερή δύναμη οι αγελάδες. Θα μπορούσε να μου κόψει το χέρι το σκοινί όπως ήταν τυλιγμένο. Τελείωσε αυτό, πάμε το μεσημέρι να φάμε. Καθίσαμε κάτω, έστρωσε ο παππούς ένα τσόλι το λέγανε, ένα υποτυπώδες τέλος πάντων χαλί. Καθίσαμε εκεί πέρα κι είπε τώρα: «Η γιαγιά η μπάμπου μάς έβαλε σήμερα ουσμάνκα. Την είπα να διαλέξει όλο ψαχνό κρέας, να μην έχει παχύ και καμπόσο που είναι παχύ θα το φάω εγώ». Λέμε: «Καλά!» κτλ.. Μας έβαλε και γιαούρτι να κάνουμε αριάνι. Τι σημαίνει αυτό; Εκείνα τα χρόνια το γιαούρτι το αραίωναν με νερό, γινόταν ένα αραιό πράγμα κι αυτό το λέγαμε αριάνι. Αριάνι, αραιό. Και μέσα έβαζες ψωμί και ήταν ένα είδος σούπας ας πούμε. Λοιπόν, «Άντε να φάμε πρώτα την ουσμάνκα και μετά να φάμε κι αριάνι σαν επιδόρπιο». Φάγαμε την ουσμάνκα, την ευχαριστηθήκαμε, πάμε να φάμε αριάνι. «Τι έκανε η γιαγιά; Τι έκανε;». «Τι έκανε;». «Ξέχασε να βάλει χουλάρια». Κουτάλια δηλαδή, χουλάρια. «Τώρα τι θα κάνουμε, παππού;». «Κατσείτε, κατσείτε! Εγώ θα σας βρω τώρα! Θα βρω!». Κάνει μια βόλτα ο παππούς στα χωράφια και έρχεται με δυο μεγάλα κρεμμύδια, στενόμακρα μεγάλα κρεμμύδια. «Τι κρεμμύδια, ρε παππού;». Το κόβει το κρεμμύδι στη μέση, τα κάνει δυο ημισφαίρια, βγάζει δυο φύλλα από το κρεμμύδι το έκανε ημισφαίρια, τρία μάλλον, και με το κρεμμύδι το βουτούσαμε μέσα στη σούπα, μες στο αριάνι, και το φάγαμε το αριάνι. Αυτό, βέβαια, δείχνει ότι οι γεωργοί που ζουν στα χωράφια και έχουν και κατάν κάποιο τρόπο κι έναν τρόπο να ανταπεξέρχονται σε όποιες δυσκολίες. Βρίσκουν εύκολα λύσεις από ανάγκη, πάρα πολλές φορές βρίσκουν τέτοια λύση στα προβλήματά τους. Μια και λέμε για τα χωράφια θα πρέπει να πούμε ότι στο χωριό μας, στην άκρη του χωριού, υπήρχε μια περιοχή χωραφιών που λεγόταν Δουτλούκια, όπου ήταν… Στην ουσία δουτλούκι θα πει μορεώνας. Δηλαδή ήταν μουριές, πάρα πολλές μουριές. Τα πιο παλιά χρόνια εξέτρεφαν, έτρεφαν μεταξοσκώληκες κι επομένως είχαν αυτές τις μουριές. Οι οποίες μουριές όμως τώρα δεν χρειαζόταν, γιατί σχεδόν έχει εγκαταλειφτεί η εκτροφή των μεταξοσκώληκων. Όμως, την άνοιξη έκαναν τα μούρα. Εμείς την άνοιξη μόλις τελειώναμε το σχολείο ούτε καν πηγαίναμε στο σπίτι. Ή πηγαίναμε να αφήσουμε ίσως την τσάντα, να πάρουμε ένα κομμάτι ψωμί και τρέχαμε να πάμε να φάμε μούρα. Σε αυτήν την περιοχή μαζεύονταν όλα τα παιδιά από όλο το χωριό, από όλην την Βύσσα. Όλα τα αγόρια, τα παιδιά όταν λέω τα αγόρια, και φανταστείτε σε μια περιοχή σχετικά μικρή να μαζεύονται διακόσια-τριακόσια αγόρια. Γιατί το σχολείο τότε μέχρι εξακόσια παιδιά μπορεί να είχε, τα τρία δημοτικά σχολεία που είχαμε. Λοιπόν, γινόταν ο χαμός! Τρώγανε μούρα, κάνανε… Προσπαθούσαν να βρουν, έλεγαν: «Εγώ ξέρω εκείνα, πιο καλά», άλλος ανέβαινε απάνω. Γινόταν ο χαμός! Ήταν ένα πανηγύρι που γινόταν με τα μούρα τα οποία τα λέγαμε ασκάμνα, από το συκαμιά-συκάμνα-ασκάμνια, και μας άρεσε πάρα πολύ! Για τις αγελάδες, που αναφέραμε, είπαμε ότι δεν είχαμε. Γιατί δεν είχαμε αγελάδες; Είχαμε δύο αγελάδες. Μάλιστα, όπως όλοι, στις αγελάδες δίνανε ονόματα όπως δίνουν και στους ανθρώπους. [01:30:00]Έτσι λοιπόν, είχαμε δυο αγελάδες εμείς, τη μια τη λέγαν Αμπράζω και την άλλη Κάτσικα. Η μία αγελάδα από αυτές είχε ένα ελάττωμα, ήταν στείρα, δεν γεννούσε ο Κάτσικας. Η Αμπράζω γεννούσε, οπότε έκανε ένα μοσχαράκι στα δύο χρόνια και παίρναμε και γάλα. Οι γονείς μου, όπως όλοι οι κάτοικοι, αγαπούσαν πάρα πολύ τις αγελάδες, τις λάτρευαν, τις φρόντιζαν υπερβολικά, γιατί τους διευκόλυναν όπως είπαμε στις διάφορες γεωργικές εργασίες. Μια μέρα μάλλον η Αμπράζω αυτή, η οποία και γεννούσε και μας έδινε και το γάλα, είχε αρρωστήσει. Και την έδιναν τροφή να φάει, δεν έτρωγε. Την έδιναν εκλεκτή τροφή, λιτσέρνα, τριφύλλι που θεωρούνταν καλό, πάλι δεν έτρωγε. Και στεναχωριόταν και δεν ήξεραν τι να κάνουν. Δεν υπήρχαν εκείνα τα χρόνια κτηνίατροι για να ελέγξουν την ασθένεια και προσπαθούσαν με διάφορα γιατρικά να ανταπεξέλθουν. Όμως, δεν γινόταν τίποτα. Μια μέρα, καθώς σχολάσαμε, πήγα στο σπίτι. Το σπίτι μας έχει μια πλαγιά. Σε αυτήν την πλαγιά είδα ο πατέρας μου, η μητέρα μου να είναι εκεί πέρα. Πλησιάσαμε, καταλάβαμε κάτι γίνεται. Είδαμε την αγελάδα αυτήν την Αμπράζω να είναι κάτω ξαπλωμένη, να κουνάει τα πόδια λίγο κτλ., λίγο ό,τι είδαμε, και η μάνα μου έκλαιγε. Αράδιαζε, έκλαιγε με αναφιλητά. Στη Βύσσα όταν κλαίει ένας με αναφιλητά λέει αραδιάζω. Λέγοντας: «Τι θα κάνουμε τώρα; Πώς θα ζήσουμε; Τι θα κάνουμε; Ορφανέψαμε, δεν έχουμε αγελάδες. Πώς θα πάμε στη δουλειά μας να την κάνουμε;». Και για πρώτη φορά στη ζωή μου είδα τον πατέρα μου να κλαίει, να δακρύζει. Δεν τον είχα δει άλλη φορά. Γιατί; Για την απώλεια της αγελάδας. Ήταν συγκλονιστικό! Πραγματικά δείχνει τι εκτίμηση έτρεφαν οι άνθρωποι προς τα ζώα και πώς τα φρόντιζαν και πώς τα αγαπούσαν. Μετά από αυτό την πήραν την αγελάδα, τη δέσανε με ένα σκοινί και την πήγαν έξω και την θάψανε τότε σε ένα μέρος. Το πρόβλημα ήταν ότι εμείς τώρα είχαμε μια αγελάδα. Βρήκαν και έναν άλλον ο οποίος είχε μια αγελάδα και κάναν συνεταιρισμό. Δηλαδή μερικές φορές εμείς κουβαλούσαμε τα πράγματα, μερικές φορές οργώναμε, μερικές αυτοί, αλλά ήταν πολύ δύσκολα και από ένα σημείο και μετά αναγκάστηκαν πούλησαν και την άλλην αγελάδα κι ο πατέρας μου πλέον δεν ήταν γεωργός με την παραδοσιακή έννοια, αλλά δούλευε ως εργάτης σε έναν μύλο. Τον μύλο του Μανώλη που λεγόταν στη Βύσσα. Στη Βύσσα υπήρχε σιδηροδρομικός σταθμός. Αυτό ήταν ένα πλεονέκτημα, γιατί με το τρένο μπορούσε να ταξιδέψει εύκολα και να πάει μέχρι την Αθήνα. Πράγμα το οποίο δεν είχαν περιοχές άλλες της Ελλάδας, φερ’ ειπείν η Ήπειρος παραδείγματος χάρη, αλλά και τη δικιά μας περιοχή, χωριά τα οποία δεν περνούσε ο σταθμός κι ήταν απομακρυσμένα. Το Τρίγωνο, το Ορμένιο κάποιες περιοχές δηλαδή εδώ τις δικές μας περιοχές και ήταν απομονωμένοι και δύσκολα μπορούσαν να… Δεν είχαν πρόσβαση σε μεγάλες πόλεις. Εμείς λοιπόν με το τρένο που υπήρχε εδώ πέρα είχαμε πρόσβαση πρώτα πρώτα στην γειτονική πόλη την Ορεστιάδα, αλλά και Αλεξανδρούπολη και Θεσσαλονίκη και Αθήνα, όποιος χρειαζόταν κι αν χρειαζόταν κτλ. Ο σταθμός είχε πάρα πολλή κίνηση, γιατί οι Βυσσιώτες εκείνα τα χρόνια συνολικά θεωρούνταν πλούσιο χωριό, ήταν εργατικοί, παρήγαγαν πολλά προϊόντα, έβγαζαν πολλά χρήματα, οπότε ξοδεύανε πολλά λεφτά. Τα λεφτά τα περισσότερα τα ξοδεύανε στη γειτονική πόλη την Ορεστιάδα. Πηγαίνανε κυρίως το Σάββατο που ήταν η αγορά το παζάρι και ψωνίζανε από τα διάφορα μαγαζιά της Ορεστιάδας. Δηλαδή οι Ορεστιαδίτες επαγγελματίες περίμεναν πότε θα ‘ρθουν οι Βυσσιώτες να ψωνίσουν, γιατί και λεφτά είχανε και πολυπληθές χωριό ήταν, πέντε-έξι χιλιάδες πληθυσμό. Κάθε Σάββατο γινόταν ο χαμός στον σταθμό. Θυμάμαι ξεκινήσαμε να πάμε, ήτανε Μεγάλη Εβδομάδα που λογικά τότε πηγαίναν πάρα πολλοί να ψωνίσουν, και ξεκινήσαμε με τη μάνα μου να πάμε. Πήγαμε στον σταθμό και ήταν ουρά για να βγάλεις εισιτήριο, ο σταθμάρχης δεν προλάβαινε να δίνει εισιτήρια εκεί πέρα για να βγάλει. Υπήρχε τόσος πολύς κόσμος που το τρένο, τα βαγόνια είχαν γεμίσει. Και μας έβαλαν σε ένα βαγόνι το οποίο δεν είχε καθόλου θέση, ήμασταν όρθιοι. Και θυμάμαι τη συζήτηση που έκαναν η μάνα μου με μια γειτόνισσα. Έλεγε τώρα η γειτόνισσα: «Κοίταξε, κοίταξε πού μας έβαλαν εδώ μέσα! Τι κατάσταση είναι αυτή! Να είμαστε όρθιοι;». «Ναι, βρε! Ναι, βρε Ευταλία! Γιατί μας έβαλαν; Κάτι χαλκάδες κρέμονται. Τι θέλουν αυτοί οι χαλκάδες;». «Καλά, δεν ξέρεις, Αναστασία;». «Τι είναι;». «Να βάζουν εδώ τα μοσχάρια, όταν τα βάζουν και τα μεταφέρουν τα δένουν από τους χαλκάδες εδώ να μη φεύγουν». «Καλά, δεν ντρέπονται; Εδώ που βάζουν τα μοσχάρια και κουβαλούν, βάζουν κι εμάς;». Τόσος πολύς κόσμος υπήρχε λοιπόν. Τόση πληθώρα που πραγματικά έβαζαν και βαγόνια τα οποία ήταν εμπορικά, και μάλιστα για μεταφορά ζώων έβαζαν τους ανθρώπους να πάνε στην Ορεστιάδα. Εδώ στον σταθμό γινόταν και άλλα γεγονότα. Ήταν η περιβόητη βόλτα. Κάθε Κυριακή γινόταν βόλτα. Όταν λέμε βόλτα εννοούμε νυφοπάζαρο, κυρίως νυφοπάζαρο. Γιατί περιφέρονταν σε μια απόσταση ξέρω ‘γώ ενός χιλιομέτρου πήγαιναν κι ερχόταν, πηγαινοερχόταν συνέχεια. Αυτοί οι οποίοι περιφέρονταν ήταν τα νεαρά κορίτσια, τα νεαρά αγόρια, ελεύθεροι, αρραβωνιασμένοι και παντρεμένοι νεαρής ηλικίας. Δεξιά κι αριστερά αραδιασμένοι και εν στάσει ήτανε οι μεγάλης ηλικίας γυναίκες. Ήταν οι παρατηρητές. Κι όπως έλεγε κι ένας φίλος μου οι Ερινύες, ειρωνικά τις έλεγε. Γιατί; Γιατί αυτές δεν τις ξέφευγε τίποτα. Σχολίαζαν και το παραμικρό. Ποιος περνούσε, ποια περνούσε, ποιος κοίταξε ποιαν, ποια κοίταξε ποιον κι άμα έβλεπε ότι παρακοιταζόταν, ότι «ξέρεις, εκείνος κοίταζε εκείνη, επομένως θα αρραβωνιάσουν». Και χωρίς να είναι τίποτα, το έβγαζε κιόλας. «Ξέρεις, θα αρραβωνιάσουν» και κυκλοφορούσε στο χωριό και υπήρχε αυτό στη βόλτα κτλ. Ήταν δηλαδή ένας τρόπος να γνωρίσουν τα παλικάρια τις κοπέλες και επομένως, άμα δουν ότι εκεί, να πάνε οι προξενήτρες, που αναλάμβαναν πλέον τον ρόλο του προξενητή, να κάνουν το προξενιό. Όταν τελείωνε η βόλτα… Μάλλον, κατά τα διάρκεια της βόλτας όλοι μα όλοι μασούσαν σπόρια. Τα σπόρια που υπήρχαν στη Βύσσα ήταν μόνο ο κολοκυθόσπορος, που υπήρχαν δικοί μας κάποιοι άνθρωποι από τη Βύσσα που τα ψήνανε και τα πουλούσαν. Και έβλεπες ότι ακουγόταν «τσικ τσικ». Πέρα από τις φωνές άμα έστηνες λίγο αφτί άκουγες ένα «τσικ τσικ» από τα σπόρια που έτρωγαν. Και την άλλη μέρα κάτω στο δάπεδο εκεί που γινόταν βόλτα ήταν γεμάτο από τα σπόρια αυτά, από τον κολοκυθόσπορο. Όταν τελείωνε η βόλτα πήγαιναν στον μπουφέ. Ήταν ένα κυλικείο του σταθμού όπου εκεί ο καταστηματάρχης είχε ένα πικάπ, έβαζε πλάκες, δίσκους δηλαδή με τραγούδια, και στα τραπέζια καθόταν τα νεαρά ζευγάρια, οι αρραβωνιασμένοι και οι παντρεμένοι, μόνο αυτοί. Οι άλλοι όλοι παρακολουθούσαν γύρω γύρω, κύκλο παρακολουθούσαν, κι αυτοί παρήγγειλαν τους μεζέδες εκεί, τους έφερναν τη ρετσίνα που τη λέγαν Μαλαματίνα ρετσίνα, από τότε υπήρχε, και βάζαν τις πλάκες και χορεύανε. Και πολλές φορές γινόταν και παρεξηγήσεις, γιατί άλλος κοίταξε την αρραβωνιαστικιά του άλλου και γιατί τον κοίταξε και εκείνη και μαλώνανε, και γινόταν και χαμός! Και ήταν τα χρόνια αυτά της μεγάλης θα λέγαμε βοήθειας, αλληλοβοήθειας που υπήρχε μεταξύ των κατοίκων αλλά και οι τσακωμοί για ασήμαντες αιτίες. Αυτά γινόταν στον σταθμό και ήταν ένας χώρος πραγματικά που μπορούμε να πούμε ότι όλοι περνούσαν από εκεί, όλοι ζούσαν εκεί. Οι δε γυναίκες είχαν να ασχοληθούν μια βδομάδα να σχολιάζουν διάφορα γεγονότα, πώς έγινε το ένα, πώς έγινε το άλλο στις λόντζιες. Λόντζιες! Κάποια έρευνα που έκανα τα μεταγενέστερα χρόνια, γιατί πάντα προσπαθούσα να βρω τι είναι η λόντζια. Δεν είναι ούτε τούρκικη λέξη ούτε… Δεν μπορούσα να βρω τίποτα. Είχα βρει ότι στην Κρήτη τα χρόνια της Ενετοκρατίας οι Βενετοί αριστοκράτες καλούσαν τους άρχοντες σε ένα κτήριο το οποίο το ονόμαζαν λόντζα. Να κάνουν μια συγκέντρωση, συγκέντρωση λόντζα. Και από εκεί πιθανόν, δεν ξέρω με ποιον παράξενο τρόπο, έφτασε στη Βύσσα η λέξη «λόντζια». Γιατί η λόντζια είναι μία συγκέντρωση. Οι γυναίκες μετά τον κάματο της ημέρας κουρασμένες, αφού κάναν τις τελευταίες εργασίες, έπρεπε να ξεκουραστούν. Βγαίνανε στη γειτονιά, όλες οι γυναίκες βγαίνανε στη γειτονιά, καθόταν κάτω σε ημικύκλιο και συζητούσαν. Σχολίαζαν τα προσωπικά τους προβλήματα, σχολίαζαν τις άλλες γυναίκες, σχολίαζαν τα γεγονότα που έγιναν, τα ευχάριστα ή δυσάρεστα, και η λόντζια σήμαινε λόγος. Δεν υπήρχε περίπτωση να περνάς από λόντζιες και να μην ακούσεις κάποια να μιλάει. Και μάλιστα, μας έκανε εντύπωση εμείς που αργότερα κάπως μεγαλώσαμε πώς τα βρίσκανε και δεν τσακωνόταν. Έλεγε μια, σταματούσε, έπαιρνε η άλλη. Λες και ήτανε κουρδισμένες και διαμερισμένος ο ρόλος της καθεμιάς. Όλοι μιλούσανε και έλεγαν. Και βέβαια, υπήρχανε κάποιες οι οποίες ήταν φίρμες για τις λόντζιες, οι οποίες ήξεραν πολλά γεγονότα, πολλά νέα, τα έλεγαν με ωραίο τρόπο. Και αυτές οι φίρμες ήταν περιζήτητες, γιατί όταν πήγαινες στη γειτονιά, παραδείγματος χάρη στη δικιά μας τη γειτονιά όταν ερχότανε, «ήρθε αυτή, μας είπε αυτά τα πράγματα», ας πούμε. Σπουδαία θεωρούνταν αυτή, σημαντική για τη λόντζια. Ήταν, λοιπόν, ένας τρόπος να ξεδώσουν οι γυναίκες από τις πολλές εργασίες που κάνανε, από τη μεγάλη κούραση και να συνεχίσουν την άλλη μέρα πάλι με όρεξη τον αγώνα. Το καλοκαίρι, βέβαια, εκτός από τις εργασίες που αναφέραμε υπήρχαν κι άλλες. Υπήρχε θερισμός των σιταριών, γιατί το σιτάρι την εποχή εκείνη ήταν το πιο σημαντικό από όλα τα προϊόντα. Ήταν το ψωμί της χρονιάς. Όταν έλεγαν ότι έβγαλα το ψωμί της χρονιάς εννοούσαν ότι έβγαλα τόσο σιτάρι που μπορώ να έχω ψωμί για όλη τη χρονιά. Ήταν πάρα πολύ σημαντικό. [01:40:00]Λοιπόν, καλλιεργούσαν σιτάρι. Στη Βύσσα καλλιεργούσαν κυρίως σιτάρι στα ημιορεινά μέρη που είχαμε κάποια, γιατί στον κάμπο προτιμούσαν τα άλλα προϊόντα τα οποία μπορούσαν να τα πουλήσουν. Ο θέρος γινότανε με τα δρεπάνια. Ο ένας βοηθούσε τον άλλον. Και γενικά όταν θέριζαν μετά είχε μια διαδικασία. Δηλαδή μαζεύανε το σιτάρι, το κάνανε δεμάτια και το κάνανε μια θημωνιά, ίσον ένα ημικύκλιο που βάζανε το σιτάρι με τέτοιον τρόπο που προς τα έξω να είναι το σιτάρι με το κοτσάνι του, προς τα έξω με το κοτσάνι και μέσα στάχια. Και όσο πήγαιναν προς τα πάνω το κλείνανε. Και αν τύχαινε και πιάσει μια βροχή να μη βραχούν οι σπόροι του σιταριού, να βραχούν τα εξωτερικά, τα κοτσάνια του σιταριού και αυτά τα λέγανε θημωνιές. Αφού λοιπόν θερίζανε, τα κάνανε θημωνιές, τα φορτώνανε επάνω σε ένα κάρο και γινόταν ένας σωρός μεγάλος, ψηλός. Τις θημωνιές αυτές με τα κάρα τις κουβαλούσανε στα αλώνια. Τι ήταν αυτά τα αλώνια και πώς τα κάναν τα αλώνια; Έξω από το χωριό άτυπα… Υπήρχαν μάλλον… Υπήρχαν εδάφη τα οποία δεν ανήκαν σε κανέναν. Ήταν δημοτικά, δημόσια ή κοινοτικά, δεν ξέρω τι ήτανε. Και ο καθένας έχει ένα μέρος το οποίο το έλεγε αλώνι. Αυτό έπρεπε να το προετοιμάσουν για το καλοκαίρι, για να κάνουν τις διάφορες εργασίες που χρειαζόταν. Πήγαιναν, λοιπόν, πρώτα πρώτα κόβανε τα χόρτα και αγκάθια που φύτρωναν συνήθως εκεί πέρα τα κόβανε. Μετά πηγαίνανε με το κάρο βάζανε πάνω δυο βυτία, βουτσά τα λέγαμε, βυτία, βουτσά και πηγαίναν φορτώναν νερό. Αφού τα γέμιζαν αυτά με νερό, πηγαίναν στο αλώνι το περνούσαν και το καταβρέχανε όλο το αλώνι με μπόλικο νερό, πάρα πολύ νερό. Μετά πετούσαν απάνω άχυρο και είχαν έναν κύλινδρο μεγάλο, μεγάλο κύλινδρο, πέτρινο κύλινδρο. Κύλινδρο με ύψος να το πούμε έτσι περίπου ενάμισι μέτρο και πολύ βαρύ τον οποίον τον βάζανε πίσω από τις αγελάδες και περιστρέφανε γύρω στο αλώνι και το πατούσαν με τον τρόπο αυτόν. Αφού γυρνούσαν γύρω γύρω από το αλώνι, πατούσαν το αλώνι όπως ήταν βρεγμένο με το άχυρο γινόταν σκληρό, ας πούμε σαν τσιμέντο κατά κάποιον τρόπο. Έτσι, θα μπορούσαν να επεξεργαστούνε εκεί εύκολα τα διάφορα προϊόντα ούτως ώστε να μπορούν να σκουπίσουν και να μην υπάρχουν χώματα κτλ. Αυτό ήταν το άνοιγμα του αλωνιού. Λεγόταν άνοιγμα του αλωνιού. Αφού λοιπόν θερίζανε, εκεί στα αλώνια πηγαίνανε και αφήνανε τις θημωνιές. Και μετά ήταν το αλώνισμα. Το αλώνισμα γινόταν με τη δουκάνη. Ήταν ένα εργαλείο ξύλινο με σανίδια φανταστείτε που είχε κάτω πέτρες, ενσωματωμένες πέτρες. Μυτερές πέτρες, ανώμαλες. Και αυτές οι πέτρες ανέβαινε πάνω ο νοικοκύρης, οι αγελάδες έσερναν αυτήν τη δουκάνη και καθώς περιστρέφονταν μέσα στο αλώνι κομμάτιαζαν το σιτάρι. Και περιστρέφονταν, περιστρέφονταν, κομμάτιαζαν το σιτάρι. Και μάλιστα, για να μην τρώνε οι αγελάδες από το σιτάρι κάτω τους είχαν κάτι καλάθια βάζανε, κάτι πλέγματα στο στόμα, τα οποία τα λέγανε και καλάθια. Είδος καλαθιού από σύρμα για να μην μπορούν τρώνε το σιτάρι. Όταν η αγελάδα ήθελε να κοπρίσει, αμέσως έτρεχαν με έναν κουβά να βάλουν από κάτω από την αγελάδα ή να ουρήσει, γιατί θα γέμιζε το σιτάρι. Επομένως, ήταν σε επιφυλακή πάντα μήπως η αγελάδα ουρήσει ή κοπρίσει και να κρατήσουν να μη λερωθεί το σιτάρι. Αφού το αλώνιζαν, έπρεπε να το λιχνίσουν. Παίρνανε, λοιπόν, ένα φτυάρι ξύλινο που το έλεγαν φτυαράκι. Και πετούσαν στον αέρα το λίχνισμα, πετούσαν στον αέρα το σιτάρι με το άχυρο. Όταν είχε ένα απαλό αεράκι το σιτάρι ως πιο βαρύ έπεφτε κάτω κατευθείαν, το άχυρο πιο ελαφρύ πήγαινε πιο μακριά. Έτσι ξεχώριζαν με το λίχνισμα το σιτάρι με το άχυρο. Το άχυρο αυτό δεν το πετούσαν, ήταν πολύτιμο για αυτούς. Το συγκεντρώνανε, το κουβαλούσαν με τα κάρα, το πηγαίναν στο σπίτι το βάζανε στο λεγόμενο χάνι, δηλαδή αποθήκη, και αφού το βάζαν εκεί πέρα στην αποθήκη το είχαν για τον χειμώνα, για να ταΐζουν τα ζώα τους. Το ανακατεύανε με πίτουρα, με ζωοτροφές τέλος πάντων, και ήταν ζωοτροφή επομένως, και το άχυρο ήταν πολύτιμο για τους γεωργούς. Αργότερα, εμφανίστηκαν οι μπατόζες. Είναι οι λεγόμενες θεριζοαλωνιστικές… Όχι, αλωνιστικές μηχανές. Οι μπατόζες ήταν αλωνιστικές, μόνο για αλωνισμό. Ήταν ένα συγκρότημα ολόκληρο με τροχαλίες. Είχε και ένα τρακτέρ το οποίο τρακτέρ είχε μια ρόδα δίπλα, έδινε κίνηση το τρακτέρ κι ένα λουρί τεράστιο έδινε κίνηση στην μπατόζα, κινούνταν διάφορα κόσκινα κτλ. κτλ. και πετούσαν μέσα το σιτάρι και αμέσως αυτή δηλαδή τι έκανε; Έβγαζε το σιτάρι από το άχυρο. Το σιτάρι το πετούσε κάπου αλλού, το βάζανε στα σακιά και το άχυρο το πετούσε κάπου αλλού. Ήτανε μια μαγική μηχανή που χωρίς κόπο έβγαζε… Ήταν για την εποχή εκείνη κάτι το φανταστικό. Αυτές οι μπατόζες ερχόταν στο χωριό από άλλα μέρη. Δεν είχαμε στο χωριό μας κάποιον που να είχε μπατόζα και καθόταν μεγάλο διάστημα και δούλευαν μέρα νύχτα. Και μάλιστα, επειδή δούλευαν τη νύχτα, είχαν φωτισμό, είχαν λάμπες. Είχαν μια σειρά από λάμπες που έπαιρναν φωτισμό, ρεύμα από το τρακτέρ με γεννήτρια. Και εμείς τα παιδιά είχαμε μεγάλη χαρά, γιατί πηγαίναμε εκεί όλη τη νύχτα. Ήταν και καλοκαίρι, που δεν είχαμε σχολείο, όλη τη νύχτα σχεδόν δεν κοιμόμασταν. Παίζαμε, κυνηγιόμασταν εκεί μέσα στα άχυρα που ήταν μαλακό το άχυρο και αφράτο, και κατρακυλούσαμε και κυνηγητό και κρυφτό κι ήταν χαρά για μας! Και μάλιστα, θυμάμαι ένα περιστατικό όπως παρακολουθούσαμε εκεί, θαυμάζαμε, θεωρούσαμε ότι είναι σημαντικό αυτός που έκοβε τα δεμάτια και αυτός που διέλυε τα δεμάτια να βάλει μες στη μηχανή, να τα αρπάξει να τα βγάλει πέρα άχυρο. Όπως κοίταζα εκεί πέρα, όταν τελείωναν αυτοί οι εργάτες αλλάζανε, ήταν βάρδιες. Είχαν έναν μάγειρα που τους μαγείρευε διάφορα φαγητά. Δυο-τρία φαγητά έκανε συνήθως ας πούμε. Εμείς τώρα κοιτάζαμε. Αν και τρώγαμε στα σπίτια μας, δεν μπορώ να πω ότι ήμασταν νηστικοί. Αλλά σαν παιδιά θυμάμαι κοίταζα εκεί πέρα, λαχταρούσα, είχαν κάνει πατάτες φαγητό γιαχνί, μπλουμ. Και κοίταζα εγώ, έτρεχαν τα σάλια μου, μοσχοβολούσε. Με βλέπει ένας, «έλα εδώ, έλα! Έλα εδώ!», «τι είναι;», «ποιος είσαι εσύ; Ποιο παιδί είσαι;», «του Μάειρα». «Θες πατάτες;», «θέλω», φοβισμένα, φοβισμένα! «Έλα να σου δώσω», μου έβαλε. «Έλα να σου βάλω ένα πινάκι». Με έβαλε ένα πινάκι και το έφαγα με όρεξη! Ακόμα θυμάμαι τι νόστιμες πατάτες ήταν αυτές, δεν θα τις ξεχάσω! Αργότερα βέβαια, η τεχνολογική εξέλιξη προχώρησε πάρα πολύ. Φτάσαμε στις θεριζοαλωνιστικές μηχανές, που τις λένε και κομπίνες εδώ στην περιοχή μας, που τα πράγματα είναι ακόμα πιο εύκολα και, τέλος πάντων, έχουν ξεκουράσει πάρα πολύ τους γεωργούς από το αλώνισμα και από το θέρισμα και όλα αυτά, τις γεωργικές εργασίες. Για τους μύλους που είπαμε, υπήρχαν δυο μύλοι στη Βύσσα. Υπήρχε ένας στο πάνω χωριό κι ένας κάτω, στο κάτω χωριό. Αυτός που ήταν στο πάνω χωριό… Και οι δυο οι μύλοι ήταν… Δούλευαν με μηχανές που καίγανε πετρέλαιο, έδιναν την κίνηση. Πετρελαιομηχανές. Ο μύλος που ήταν απάνω έβγαζε μαύρο αλεύρι και για αυτό δεν τον προτιμούσαν, διότι δεν είχε. Ο κάτω μύλος έβγαζε ούτε μαύρο ούτε άσπρο, κάτι ενδιάμεσο, ημίλευκο που το λέμε σήμερα, και επειδή είχε κάποιους κυλίνδρους και έκανε καλύτερη επεξεργασία. Όχι μόνο πέτρες, κυλίνδρους, κι έτσι δούλευε πολλά χρόνια. Σε αυτόν τον μύλο, λοιπόν, του κάτω χωριού δούλευε ο πατέρας μου, και βέβαια ήταν εργάτης. Όταν έβαζαν μπρος τον μύλο να δουλέψει βοηθούσε εκεί να τροφοδοτήσουν με σιτάρια κτλ. κτλ. Όταν τελείωνε έπρεπε να κάνει τη διανομή στο χωριό. Ο μύλος είχαν ένα άλογο και μια νταλίκα, ένα κάρο δηλαδή για άλογα, και έβαζε εκεί απάνω το σιτάρι… Το αλεύρι. Έβαζε και τα πίτουρα, γιατί τα αλεύρια έχουν και πίτουρα, έπαιρναν και πίτουρα αυτοί που ήταν, και γύριζε στο χωριό. Για να καταλάβουν ότι περνάει είχε κρεμασμένη στο άλογο μια μεγάλη, τεράστια κουδούνα. Κουδούνα, δεν ξέρω πού την είχε βρει, ήτανε μισό μέτρο κι ακουγόταν. Με το που πήγαινε το άλογο ακουγόταν αυτή η κουδούνα, οπότε έλεγαν: «Μάειρας έρχεται». Ήταν Μάειρας το παρατσούκλι του πατέρα μου. Οπότε φώναζαν: «Έλα, Μουτιό», Δημήτρη δηλαδή, Μουτιό. «Έλα να σε δώσουμε στάρι ή…». Πήγαινε ο πατέρας μου, άφηνε το αλεύρι. Αυτή ήταν η δουλειά του και τον ήξεραν όλοι. Και ήταν και λίγο καλαμπουρτζής και περνούσε καλά και όλοι τον ήξεραν κτλ. Αυτή ήταν η δουλειά που έκανε ο πατέρας μου στον μύλο αυτόν του Μανώλη. Ένα σημαντικό γεγονός μέσα στις 26 Ιουλίου… 25 Ιούλιου το βράδυ ήταν το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής. Η Αγία η Παρασκευή ήταν ένα ξωκλήσι, και είναι ένα ξωκλήσι, που είναι στην άκρη του χωριού στην κορυφή ενός λόφου που αγναντεύει πέρα στον κάμπο. Και χτίστηκε… Είναι μήκος περίπου πέντε με τέσσερα μέτρα και χτίσθηκε γύρω στην εποχή του ‘30-‘32 μου φαίνεται, 1932. Αυτό ήτανε κάτι σημαντικό για τους γεωργούς που καθώς κουραζόταν κι αγωνιζόταν όταν περνούσαν από εκεί πήγαιναν να δουν, να κάνουν τον σταυρό τους, να ανάψουν ένα κεράκι. Και ήταν πραγματικά μια παρηγοριά για τους ανθρώπους αυτούς, έτσι τις δυσκολίες που περνούσαν όπως όλοι οι γεωργοί εκείνη την εποχή. Και το αγαπούσαν πάρα πολύ και το φρόντιζαν. [01:50:00]Αλλά πιο πολύ όμως περίμεναν πότε θα ‘ρθει η μέρα της 25ης Ιουλίου που ήταν το πανηγύρι, που γιόρταζε η Αγία Παρασκευή. Το τι γινόταν τότε δεν περιγράφεται! Από όλα τα χωριά, από όλην την περιοχή της Ορεστιάδας είτε με κάρα, είτε με τα πόδια, είτε με το τρένο είτε… Οπωσδήποτε κουβαλιόταν κι ερχόταν το πανηγύρι. Το πανηγύρι ήταν νυχτερινό. Ξεκινούσε το βράδυ και διαρκούσε ως το πρωί. Μόνο τη νύχτα. Οι δε κάτοικοι της Βύσσας όταν πλησίαζε ετοίμαζαν το κάρο, το στόλιζαν, τις αγελάδες τις φρόντιζαν κι αυτές. Έβαζαν απάνω και ένα μπινέκι πάνω μόνο για αυτήν την ημέρα. Μπινέκι είναι ένα σκέπαστρο που έβαζαν επάνω στο κάρο και ετοιμαζόταν να πάνε στο πανηγύρι. Όλοι ήθελαν να πάνε. Εμείς τα παιδιά, βέβαια, τρελαινόμασταν που θα πάμε στο πανηγύρι, γιατί ήταν η μόνη εποχή του χρόνου που μας έδιναν χρήματα για να ψωνίσουμε από το πανηγύρι. Η μόνη. Και ίσως λίγο και το Πάσχα ήταν τα αβγά, τα Χριστούγεννα κάναμε κάλαντα κτλ. Οπότε η μόνη εποχή που μας έδιναν κάπως έτσι για να ψωνίσουμε κάτι παραπάνω ήτανε αυτή. Έτσι λοιπόν, θυμάμαι και εμείς πήγαμε με το κάρο, ανεβήκαμε απάνω. Η μάνα μας έβαλε και το πάπλωμα, ετοίμασε και ντολμάδες, γεμιστά δηλαδή. Αλλά δυστυχώς τα γεμιστά ήτανε νηστίσιμα, μόνο με ρύζι, δεν είχανε μέσα… Και ξεκινήσαμε και πήγαμε στο πανηγύρι. Μόλις πήγαμε μας πήρε η μάνα μας από το χέρι να πάμε να προσκυνήσουμε στο Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής. Πήγαμε εκεί μέσα, προσκυνήσαμε, μας έδωσε κι ένα κομμάτι βασιλικό που είχε το έθιμο τον καθέναν. Μετά κατεβήκαμε κάτω στο άγιασμα. Στους πρόποδες του λόφου αυτού είναι ένα άγιασμα που υπάρχει νερό. Και βγάζουν νερό και μας έβαζαν στο μέτωπο για να μην αρρωσταίνουμε. Εμάς μας άρεσε, γιατί είχαμε ιδρώσει. Έκανε ζέστη τον Ιούλιο και μας άρεσε πάρα πολύ. Αφού το κάναμε κι αυτό, η μάνα μας μάς έδωσε από ένα δίφραγκο, που ήταν πολλά λεφτά για την εποχή εκείνη. Δίφραγκο ολόκληρο, το πήραμε, ένα εμένα κι ένα τον Στέλιο. Και άρχισε να δίνει συμβουλές, «να προσέχετε! Να μη χαθείτε! Εδώ είναι το αμάξι μας. Να, από εδώ θα βλέπετε εκείνο το σαλάτσι, θα ‘ρθειτε κατά εκεί. Και να μην κλέψετε όπως κλέβουν κάτι κακά παιδιά, γιατί κλέβουν. Εσείς δεν θα κλέψετε, θα είστε καλά παιδιά!». Εμείς τα λέγαμε, κουνούσαμε το κεφάλι, λέγαμε: «Άντε τώρα, πότε θα μας αφήνει;». Και σε κάποια στιγμή μάς απελευθέρωσε. Αμοληθήκαμε κι εμείς μες στο πανηγύρι. Τι γινόταν δεν λέγεται! Φώτα τα οποία για μας ήταν εκθαμβωτικά. Ήταν τα λεγόμενα λουξ. Κάποιοι είχαν στήσει κάποια υπαίθρια μαγαζιά, κέντρα διασκέδασης, τα οποία τα λέγανε σαλάτσια, και εκεί έβαζαν αυτό το φως το λουξ. Ήτανε μια λάμπα η οποία με πίεση, από ό,τι πρέπει να είναι φωτιστικό αέριο ή οινόπνευμα, έδινε ένα δυνατό φως σε σχέση με όλες τις γκαζόλαμπες που είχαμε, και επομένως τα φώτα έλαμπαν παντού. Πραγματευτάδες. Πολλοί πραγματευτάδες με λογιών λογιών πραμάτεια. Άλλοι πουλούσαν διάφορα είδη, καρπούζια. Γιατί ήταν η εποχή που βγάζανε τα πρώτα πρώιμα καρπούζια, πουλούσανε. Και κόσμος πολύς, ένας απάνω στον άλλον να χάνεται. Εμείς πιασμένοι από το χέρι, γιατί μπορούσες να χαθείς. Δεν γνώριζες ποιος είναι, τι είναι. Πρώτη φορά στη ζωή μας βλέπαμε τόσο πλήθος, τόσον κόσμο, δεν ξέραμε τι θα γίνει. Τρέξαμε κατευθείαν εκεί στους πραγματευτάδες. Εγώ εντόπισα μια σουγιά, τσακού τη λέγαμε, η οποία όμως δεν ήταν όπως ο Κολοκοτρώνης που ήταν ένας ψευτοσουγιά με ένα ξύλινο αυτό. Ήταν μια σουγιά, ένας σουγιά. Σουγιά το λέγαμε, μια σουγιά το λέγαμε εμείς, που όταν άνοιγες το σουγιά και τον έκλεινες είχε σούστα κι έκλεινε, ακουγόταν «τρικ». Ακουγόταν. Κι αυτό ήταν για μας. Ρωτάω εκεί τον αυτόν: «Θιόκα, πόσο κάνει αυτό το τσακού;», «ενάμιση δραχμή και άμα θες την αλυσίδα δυο». Εννοούσε ότι άμα θέλω να πάρω και μια αλυσίδα που να κρεμάσω τον σουγιά έπρεπε να δώσω δύο. Ακριβώς τα λεφτά που είχα. Δίνω το δίφραγκο και παίρνω τον σουγιά. Περνάω το θηλύκι του παντελονιού την αλυσίδα, περνάω και τον σουγιά και άρχισα να τον ανοίγω και να τον κλείνω και «τρικ» και «τρικ». Και ο Στέλιος μαζί, κι αυτός, «έλα, έλα! Κι εγώ να ψωνίσω θέλω!». Εγώ δεν έδινα σημασία. «Έλα! Κι εγώ θέλω να ψωνίσω!». Δεν χρειάστηκε και πολύ να ψάξει ο Στέλιος. Πήγε και πήρε μια φλογέρα μεταλλική. Υπήρχαν κάτι φλογέρες μεταλλικές και δεν ξέρω πόσο πλήρωσε, δεν θυμάμαι. Και αμέσως μετά αυτός σε μηδέν χρόνο έγινε μεγάλος οργανοπαίχτης, άρχισε να σφυρίζει, να κάνει. Φυσικά με αυτόν κι άλλοι σφύριζαν, άλλοι φώναζαν, άλλοι τραγουδούσαν. Γινόταν ο χαμός, ένα πανηγύρι μεγάλο, πολύ αυτό. Μετά αφού χορτάσαμε αυτά, πήγαμε εκεί στα σαλάτσια που λέγαμε, τα υπαίθρια κέντρα διασκέδασης όπου καθόταν σε προσωρινούς πάγκους κάποιοι άνθρωποι, παρήγγελναν μεζέδες. Υπήρχε μια μυρωδιά από κεφτεδάκια που ψήνανε, κεφτέδες. Που εμάς τα γεμιστά της μάνας μας τα νηστικάρικια που τα έλεγε, δηλαδή τα νηστίσιμα, μας φαινόταν τιποτένια. Και λέγαμε: «Τι καλά να έχουμε έναν κεφτέ;», αλλά βέβαια δεν μπορούσαμε να πάρουμε. Και παρακολουθούσαμε εκεί που γλεντούσαν αυτοί, χόρευαν τα παλικάρια. Και βέβαια, ένα περιστατικό θυμάμαι από εκείνα τα χρόνια. Όπως χορεύανε ήταν και ένας συντοπίτης μας εκεί ο οποίος ήτανε γνωστός σαματατζής. Μεθούσε εύκολα και δημιουργούσε διάφορα προβλήματα. Έτσι λοιπόν, σηκώθηκαν δύο παλικαράκια να χορέψουν εκεί πέρα, πάει κι αυτός να χορέψει. Του λένε: «Φύγε από εδώ!», δεν έφευγε. «Φύγε από εδώ!». Οι άλλοι τώρα τι να κάνουν, δεν ήξεραν. Τον αρπάζουν με το αυτό, τον πετάνε κατά εκεί και οι δύο και άρχισαν να χορεύουν και άρχισαν να λένε… Να χειροκροτάει ο κόσμος, «μπράβο, μπράβο! Καλά τον έκανες!», γιατί ήταν ένα άτομο το οποίο δημιουργούσε προβλήματα. Βέβαια, εμάς που ήμαστε μικροί μάς έκανε εντύπωση αυτό το πράγμα και καθόμασταν και βλέπαμε πώς χορεύανε και τις φιγούρες που κάνανε και λέγαμε: «Κι εμείς να μάθουμε να χορεύουμε!». Τέλος πάντων, ήταν κι ένα μάθημα χορού για μας τα πρώτα που βλέπαμε. Έτσι λοιπόν, το πανηγύρι όλη τη νύχτα, υπήρχε γλέντι, υπήρχε κόσμος πολύς. Κατά τα ξημερώματα, δεν ξέρω, κάποτε που ο ύπνος άρχισε να βαραίνει στα βλέφαρά μας, ξεκινήσαμε πήγαμε στο αμάξι, καθίσαμε, μας σκέπασε η μάνα μου με το πάπλωμα, κοιμηθήκαμε και το πρωί όταν ξυπνήσαμε είδαμε σιγά σιγά τα κάρα αποχωρούσαν. Άρχισε μια ουρά από κάρα να επιστρέφουν στο χωριό. Ξεκινήσαμε κι εμείς κι έτσι τελείωσε το πανηγύρι όπως το είχα βιώσει, που ήταν πάρα πολύ σημαντικό για μας βέβαια. Περιμέναμε, όπως είπαμε, κάθε χρόνο για να γίνει αυτό το πράγμα. Οι γεωργοί, όπως πολλές φορές αναφέραμε, έχουν και καλά και στραβά. Έχουν και ευχάριστες μέρες και δυσάρεστες μέρες. Ήταν σαν χωριό που πραγματικά όταν υπήρχε ένας δυσκολία, ξεχνούσαν όλες τις διαφορές και τους βοηθούσαν. Παραδείγματος χάριν αν… Και μέχρι σήμερα συμβαίνει και πρόσφατα, αυτά τα χρόνια που μιλάμε. Άπαξ για τον άλφα ή βήτα λόγο ένα σπίτι καιγόταν όλοι μα όλοι πηγαίνανε και χτίζανε καινούριο σπίτι. Δηλαδή οι κτίστες δούλευαν δωρεάν, κάποιοι πηγαίνανε τούβλα. Μάλλον όχι τούβλα, πλίνθους. Κιρπίτισα, πλίνθους. Κάποιοι πηγαίνανε τα ξύλα, κάποιοι πηγαίναν κεραμίδια. Όλοι βοηθούσαν με τον τρόπο τους κι έκτιζαν σε μηδέν χρόνο. Πραγματικά βοηθούσαν! Υπήρχε μια αλληλεγγύη, ένας αλτρουισμός μεταξύ των κατοίκων πάρα πολύ σημαντικός. Επίσης, στις γεωργικές εργασίες που κάνανε, επειδή κάποιες εργασίες έπρεπε να τελειώσουν γρήγορα… Παραδείγματος χάριν, οι σκούπες, τα φκάλια που τα λέγανε, έπρεπε να τα σκάψουν. Μια εργασία δύσκολη, επίπονη. Πήγαινε ο καθένας, κάποιες μέρες δούλευε σε αλλουνού τα χωράφια ξέρω ‘γώ μέρες, γιατί εκείνου τα χωράφια τα είχε σπείρει πιο μπροστά κι επομένως πρέπει να γίνουν εργασίες. Κι έλεγε: «Έβαλα δέκα μέρες». Τι εννοούσε; Ότι εγώ δέκα μέρες δούλεψα σε σένα. Μετά όταν ήταν τα δικά του προϊόντα να γίνουν για σκάψιμο, τα δικά του φκάλια, ερχόταν να βγάλει τις δέκα. Ερχόταν δέκα μέρες δούλευε ή τρεις ή πέντε μέρες, ανάλογα πόσες ήταν. Έτσι λοιπόν, υπήρχε πραγματικά αλληλοβοήθεια χωρίς να δημιουργούνται προβλήματα και πολύ σημαντικό ήταν αυτό που υπήρχε μεταξύ των κατοίκων. Τα προϊόντα τα οποία καλλιεργούνταν στη Βύσσα ήτανε, όπως είπαμε, διάφορα λόγω του κάμπου. Το πιο σημαντικό ήτανε τα φκάλια, έτσι τα λέγαμε. Σκουπόχορτο. Το επίσημο όνομα είναι σόργο. Είναι ένα προϊόν, ένα φυτό μάλλον να το πούμε… Ένα το οποίο κάνει καλάμι με ψίχα μέσα, γίνεται ύψος δυόμισι-τρία μέτρα και μετά δημιουργεί έναν θύσανο που έχει απάνω σπόρους. Από αυτό το φυτό παίρνουν αυτόν τον θύσανο, τον οποίον αφού τον επεξεργάζονταν κάνανε τις παλιές τις σκούπες τις παραδοσιακές. Στη Βύσσα κάποια χρόνια, που κυρίως είχαν τα χρόνια που ήμουνα εγώ και λίγο μετά, η παραγωγή ήταν κυρίως τα φκάλια, γιατί ήταν αποδοτικές. Αν πήγαινες έξω στα χωράφια αντίκριζες ένα απέραντο δάσος ύψους δυόμισι-τριών μέτρων από σκούπα. Τέτοιο που μπορούσες να χαθείς μέσα. Αν δεν ήξερες πού βρίσκεσαι και βρεθείς κάπου, δεν ήξερες πού θα πας. Χανόσουνα, γιατί ήσουν μέσα σε ένα δάσος από σκούπα. Αυτή η σκούπα ήταν πάρα πολύ δύσκολη δουλειά, κουραστική. Τόσο κουραστική που πολλά χωριά απέφευγαν να το κάνουν. Κάποια χωριά έκαναν. Τι απαιτήσεις είχε; Ξεκινούσε από τη σπορά. Ήταν το σκάψιμο που γινόταν μες στον Ιούνιο, που έπρεπε οι άνθρωποι να πάνε εκεί πέρα να αραιώσουν τα φυτά και να σκάψουν, να βγάλουν τα χόρτα γύρω γύρω και να σκάψουν όλο το χώμα. Ήταν πάρα πολύ κουραστικό. Κι εμείς που πηγαίναμε κάπως μεγάλοι που ήμασταν, πηγαίναμε στο γυμνάσιο, θεωρούσαμε τον εαυτό μας τυχερό, γιατί πηγαίναμε στο σχολείο κι επομένως ξεφεύγαμε από το σκάψιμο. Μερικές φορές που είχαμε κάποιες σκούπες που ήταν πιο όψιμες, τότε πηγαίναμε σκάβαμε και υποφέραμε βέβαια. Δεν ήμαστε και μαθημένοι τόσο στις γεωργικές εργασίες. Ήταν πάρα πολύ δύσκολες. Όταν μεγάλωναν αυτά, αφού τελείωναν, έφταναν σε ένα σημείο όπου ο σπόρος από πράσινος που ήταν κοκκίνιζε. [02:00:00]Σήμαινε ότι ωρίμασε η σκούπα, έπρεπε να το κόψουν. Αυτή η εργασία γινόταν από Αύγουστο, 15 Αυγούστου και μετά αρχίζανε. Ήταν πάρα πολύ δύσκολη. Γιατί; Γιατί πρώτα πρώτα, όπως είπαμε, το δάσος αυτό που κάλυπτες όλη αυτήν την περιοχή υπήρχε πλήρης άπνοια. Τρομερή ζέστη μέσα. Και επίσης, η δουλειά ήταν κουραστική. Ήταν… Το καλάμι είναι αρκετά χοντρό, δηλαδή φανταστείτε με διάμετρο ξέρω ‘γώ δύο πόντους, περίπου δυο πόντους. Θα έπρεπε το δρεπάνι να χτυπάς κάτω, να πέφτουν, να κάνεις, να μαζεύεις πολλά, να τα ξανακόβεις στη μέση και περνάνε μάκρος περίπου ένα μέτρο μαζί με τον θύσανο. Να τα κάνουν δεμάτια αυτά, να τα φορτώσουν απάνω στο κάρο και να το πάνε στο αλώνι. Και δεν τελείωνε εδώ η εργασία. Στο αλώνι συνήθως ήταν ο παππούς, η γιαγιά, εμείς τα παιδιά και οι μάνες μας κτλ. και έπρεπε να κάνουν πρώτα το καθάρισμα. Δηλαδή να βγάλουν τα φύλλα από το καλάμι. Ήταν κι αυτή δύσκολη δουλειά, κοβόταν τα χέρια μας και αυτά. Αφού το καθάριζαν έπρεπε μετά να ξύσουν τη σκούπα. Η μάνα μας κι όλες οι γυναίκες είχαν ένα επικλινές σανίδι κι ένα πριόνι το οποίο πριόνι όμως, τα δόντια του πριονιού δεν ήταν κοφτερά, ήταν άγρια ούτως ώστε να μην κόβει, απλώς να ξύνει. Και αυτό το λένε να ξύσω τη σκούπα, πραγματικά αυτό που λέει η λέξη, το ξύνανε. Ξύνανε τον σπόρο, βγάζανε τον σπόρο σε αυτό ο επικλινές σανίδι και περνάνε μετά τη σκούπα όπως την ξέραμε. Αυτόν τον σπόρο τον απλώνανε κάτω. Τον αραδιάζανε, κάνανε δηλαδή γραμμές, και μας άρεσε αυτό εμείς ξυπόλυτοι να πηγαίνουμε να κάνουμε γραμμές εμείς μέσα γύρω γύρω με το αυτό. Το ανακατεύαμε ανά διαστήματα, κόντρα περνούσαμε πάλι με τα πόδια μας το κάναμε όπως ήμασταν ξυπόλυτοι για να στεγνώσει, γιατί ήταν μια πολύτιμη ζωοτροφή για τα ζώα. Η σκούπα, αφού την ξύνανε, θα έπρεπε να την απλώσουν. Την απλώνανε στα χωράφια έξω και το πρόβλημα ποιο ήταν; Από Αύγουστο… Κυρίως τον Σεπτέμβριο έπιανε κάποιες βροχές. Θα έπρεπε… Άπαξ και βραχεί η σκούπα αχρηστευόταν. Μαύριζε και οι έμποροι την έπαιρναν σε μηδαμινή τιμή να πούμε. Θα έπρεπε να μη βραχεί. Κι επομένως, ήταν όλο σε ετοιμότητα μήπως βραχεί η σκούπα, τρέχανε να μαζέψουν τη σκούπα. Και τρέχανε και κουραζόταν! Και θυμάμαι μια φορά, δεν θα το ξεχάσω, ήμουν εγώ, η μάνα μου, οι δυο μας. Κι ο μικρός αδερφός, αλλά αυτός πιο μικρός ήταν τότε, δεν έκανε και πολλές δουλειές. Και όπως ήμουν στο σπίτι άρχισε να μπουμπουνίζει όπως λέγανε εκεί πέρα και μαύρισε ο τόπος. Αμέσως η μάνα μου τα παράτησε όλα, «τι δουλειές; Πάμε! Τρέχουμε, τρέχουμε!». Πήρε και μένα, «πάμε!». Πήγαμε στο χωράφι με αγωνία εκεί να πάμε. Πήγαμε μέσα να μαζέψουμε τις σκούπες με τα χέρια, είχε αγκάθια κάτω. Μαζεύαμε με τα χέρια. Είχαν πληγωθεί και τα δικά μου και της… Τα μαζέψαμε, άρχισε να ψιχαλίζει, τα πήγαμε μέσα στην καλύβα κι άρχισε να βρέχει και γλιτώσαμε και ήμασταν ευχαριστημένοι με ματωμένα τα χέρια, γιατί γλυτώσαμε την παραγωγή και δεν βράχηκε. Και δεν έφτανε αυτό, μετά ερχόταν η εποχή που πρέπει να ‘ρθει ο έμπορας. Θυμάμαι ήρθε ένας έμπορας, ήταν και γνωστός του πατέρα μου, και ήρθε και έκανε τώρα να αγοράσει τη σκούπα. Όπως ήταν δεμάτια έβγαζε… Τραβούσε μια χεριά σκούπα, την εξέταζε, την έσπαζε να δει άμα είναι ξερή, γιατί αν δεν είναι ξερή υποτίθεται ότι δεν ξεράθηκε καλά, επομένως κατώτερη τιμή. Και θυμάμαι πράγματι εκείνη τη χρονιά είχαμε ωραία σκούπα, με ωραίο θύσανο, τέλι το λέγαμε, ωραίο θύσανο. Είχαν ξεραθεί καλά κτλ. Και αυτό, «να, δεν είναι και πολύ, Μουτιό. Δεν είναι και πολύ ξερά». «Τι δεν είναι ξερά, βρε; Στα χέρια σου σπάζουν», του λέει. «Να, κι αυτά είναι τσιλίκια», δηλαδή μικρά, «δεν είναι και πολύ μεγάλα». «Βρε, δεν τα βλέπεις τόσο; Δυο… Ενάμισι-ένα μέτρο το έχω». Ο κάθε έμπορος το είχε σύστημα να προσπαθεί να υποτιμήσει το προϊόν για να το πάρει σε φθηνή τιμή. Και μετά άρχιζε τα παζάρια: «Πόσο θες, Μουτιό;», «τέσσερις δραχμές». «Πολλά είναι, πολλά είναι! Εγώ θα σε δώσω τρεις και πολύ, επειδή είμαστε γνωστοί και φίλοι» και ξέρω ‘γώ. «Τι τρεις, βρε;», του λέει ο άλλος, «τρεισήμισι τα πούλησε». «Τώρα εκείνος δεν ξέρω, εγώ δεν μπορώ, δεν κάνω». Κοντολογίς, με τα πολλά αυτά πάλι γινόταν αυτό περίπου που υπολόγιζε ο έμπορας, γιατί έδινε μια μεγάλη τιμή, κατέβαινε λίγο κτλ. Θέλω να πω δηλαδή ότι μέχρι τελευταία, μα μέχρι τελευταία, υπήρχε μια αγωνία, ένας πόνος τι θα γίνει, πώς θα γίνει, αν μπορέσουν να πάρουν προϊόν, αν θα μπορέσουμε να το πουλήσουμε και τι τιμή θα το πουλήσουμε. Ήταν έρμαιο κυρίως των έμπορων οι οποίοι το εκμεταλλεύονταν. Κι ένα άλλο που θα έλεγα… Θα ήθελα να πω είναι τα παράνομα στη Βύσσα. «Παράνομα» λέξη, δίπλα από το όνομα, «παρά-όνομα», είναι το παρατσούκλι. Όλοι οι Βυσσιώτες, μα όλοι, έχουν ένα παράνομο, ένα παράνομα. Έτσι το λέγαμε, ένα παράνομο, παράνομα. Γιατί αυτό; Υπάρχει λόγος. Ότι στη Βύσσα υπάρχουν πολλά άτομα με το ίδιο επώνυμο. Παραδείγματος χάριν, άμα πεις Μαρασλής Γεώργιος, Μαρασλής Νίκος, Μαρασλής Γεώργιος μπορεί… Μαρασλήδες Γιώργηδες μπορεί να είναι σαράντα-πενήντα. Δεν μπορείς να εντοπίσεις ποιος είναι αυτός. Τα επώνυμα ανάλογα με τον πληθυσμό είναι λίγα και ταυτίζονται όλα. Οπότε βγήκε η ανάγκη εκ των πραγμάτων να δίνουν παρατσούκλια. Και τα παρατσούκλια, τα παράνομα, τα έδιναν οι ίδιοι οι γονείς στα παιδιά. Δηλαδή πολλές φορές οι ίδιοι οι γονείς στα παιδιά τον έναν τον γιο τον ονόμαζαν ξέρω ‘γώ Γκιαούρης, παραδείγματος χάρη. Έτσι, «Γκιαούρη εσύ», έμενε Γκιαούρης. Τον άλλον τον έλεγαν Λιουριά. Έμενε Λιουριά και διάφορα άλλα επώνυμα. Τον άλλον τον ονόμαζαν ξέρω ‘γώ Καναβάτσα. Ή τα παιδιά μεταξύ τους στο σχολείο ή … Πάντως θα έπρεπε… Ήταν παραδείγματα… Εγώ, παραδείγματος χάρη, στη γειτονιά μας είχαμε κάποιους γείτονες που είχαν διαφορετικό παρατσούκλι. Και μέχρι που μεγάλωσα δεν ήξερα ότι είναι αδέρφια αυτοί. Δεν το ήξερα, γιατί είχαν άλλο παρατσούκλι, εγώ δεν ήξερα. Γείτονας αυτός. Μετά που μεγάλωσα και είπαν αυτός Πουλίδης κι αυτός Πουλίδης και αδέλφια, λέει. Παράξενο, πολύ παράξενο, γιατί δεν το ξέραμε. Δηλαδή όλοι γνωρίζονταν από το παρατσούκλι. Το επώνυμο, το επίθετο ήταν μόνο για την κοινότητα. Μόνο η κοινότητα ήταν… Και η κοινότητα, οι γραμματείς της κοινότητας, βέβαια ήξεραν όλα τα παρατσούκλια, γιατί άμα δεν το ήξερε δεν μπορούσε να βρει κάποιον. Ερχόταν ένα χαρτί, ένα έγγραφο κι έλεγε: «Φαρμακίδης Γιώργος», πού να τον ξέρουν; Άμα έλεγες Μάειρας, «τον ξέρουμε όλοι». Το δικό μου παρατσούκλι, Μάειρας. Εκείνο που έχω να πω είναι για τα παρατσούκλια άλλο ότι υπήρχαν πάρα πολλά, μα πάρα πολλά, παρατσούκλια που καλύπτουν όλην την γκάμα. Δηλαδή… Λοιπόν, παραδείγματος χάρη Μάειρας, έτσι Μάειρας. Ο πατέρας μου Μάειρας, στον στρατό ήταν μάγειρας, τον ονόμασαν Μάειρα. Ήταν μάγειρας, έπειτα βυσσιώτικο το έκαναν Μάειρας. Φεύγει το -γ-, γίνεται Μάειρας. Τώρα ένας μάγειρας για να μαγειρέψει θέλει, παραδείγματος χάρη, πράσο. Πράσος είναι παρατσούκλι κι όλα αυτά που θα πω είναι παρατσούκλια. Είναι ο Πράσος, είναι ο Λάχανος, είναι ο Πατατάς είναι κι ο Μελιτζάνας. Όλοι αυτοί είναι για να αυτώσουν. Αλλά μην ξεχνάμε και το φαγητό το εθνικό μας, είναι και Φασολάς, είναι και Σκορδάς, γιατί άμα δεν βάλεις σκόρδο μέσα δεν γίνεται. Είναι κι ο Κρομιδάς, και κρεμμυδάκι. Όλα αυτά παρατσούκλια. Βέβαια, να βάλουμε και κάνα καρύκευμα. Είναι κι ο Μπαχάρης, είναι και η Παντσάρα, να βάλουμε και παντζάρια, είναι κι ο Ζουμής, να βάλουμε και ζουμάκι. Είναι κι ο Τραχανάς, άμα θέλουμε να φάμε κάτι πρωινό. Είναι κι ο Κουρκούτης, δηλαδή κουρκούτι είναι ένα μείγμα κτλ. Ο Πατσάκος, θα μαγειρέψει τον πατσά, Μιλίνα, είναι μια πίτα δηλαδή. Ο Αβγός κι ο Κρόκος που θα μπούνε μέσα στη μιλίνα για να γίνει καλή η πίτα μας. Μπορεί να βάλουμε και σπανάκι για να κάνουμε… Και Σπανάκα μας λέει, μπορούμε να βάλουμε σπανάκι. Μακαρόνης, πάλι από εκεί μας λέει ότι μπορούμε και μακαρόνι να μαγειρέψουμε. Η Μηλιά, η Σταφυλιά κι ο Μελίδης κι ο Ρόδης είναι αυτοί που μπορούμε να φάμε άμα θέλουμε. Άμα αρρωστήσουμε υπάρχει και ο Γιατρός. Γιατρός ο οποίος βέβαια όμως δεν ξέρει ούτε τι είναι η ένεση. Αλλά ο Γιατρός θέλει και τον Νοσοκόμο. Έχει και τον Νοσοκόμο δίπλα. Με τις γυναίκες όμως άμα γεννήσουν ποιος είναι; Η Μαμή, έχουμε και τη μαμή. Όμως έχουμε και τη Μαύρη, μαύρος, κατάμαυρος είναι. Έχουμε και τη Λέρα, βρομιάρη. Έχουμε τον Τσιμπούρα, όλο τσιμπούρια. Έχουμε και τον Ψύλλο, όλο ψύλλους. Τώρα για αυτούς που πετούν τα μυαλά τους είναι ο Αέρας, υπάρχει κι ο Αστρής που τα μυαλά του πηγαίνουν κατά τα αστέρια. Αστρής. Υπάρχει ο Ναύτης στη θάλασσα, αλλά κι ο Καΐκης, κι ο Ψάρακης με τα ψάρια, κι ο Ψαράς, κι ο Κάβουρας, όλα. Κι Τσίρος, όλοι αυτοί. Κι ο Γεγίνης, γεγίνι είναι γουλιανός, ψάρι. Κι η Καραβίδα υπάρχει. Και για όλους αυτούς τελικά έρχεται ο Ψαροφάγος, τα τρώει όλα. Ο Ψαροφάγος! Για τους μορφωμένους έχουμε την Εφημερίδα. Έτσι Εφημερίδα, ούτε ξέρει να διαβάσει η Εφημερίδα βέβαια, αγράμματος ήταν. Και αυτοί που ξέρουν γλώσσες είναι η Γκαζέτα. Γκαζέτα! Ξένη εφημερίδα, γκαζέτα. Χρειαζόμαστε κι άλλα πράγματα. Χρειαζόμαστε ράφτη, ο Ράφτης.Τζαμπάζης, Κουνελάς για κουνέλια, Μυλωνάς, Μουλεμπιτζής για μπουλεμπί. Κλητήρας, Κτηνίατρος, καμιά σχέση με τον κτηνίατρο. Κασάπης, Οδοντίατρος, Μπούγιας, Ράφτης, Νταουλτζής. Έχουμε και έναν που κάνει πολλά νούμερα και λέγεται Παλιάτσος και έχουμε και τον Τότο που λέει τα ανέκδοτα. Έχουμε και τον Σπίκερ που μεταδίδει και έχουμε και τα Τσικό που παίζουν και μπάλα. Έχουμε τον Γκαζό, πετρέλαια, γκάζι-πετρέλαιο. Έχουμε πιο μεγάλο, τον Σεΐχη, που βγάζει πολλά πετρέλαια. Και άμα κανένας πεθάνει υπάρχει ο Παπάς, υπάρχει ο Ψάλτης, υπάρχει κι ο Νεκροθάφτης, για να τους θάψουμε και να τους ψάλουμε και να τους κάνουμε. [02:10:00]Ο Τενεκές λέει ότι ο Γκόρης είναι μπουμπούνας. Και η Τιρλή, δηλαδή τρελή, και η Πονηρή κι ο Λοιπός κι ο Βουβός. Όλοι αυτοί κάθονται ακούν ποιον; Τον Κεκέ, που τα λέει πολύ γλαφυρά. Υπάρχει η Κουτάλα, υπάρχει κι η Σκούρια, υπάρχει κι η Σταλιά, υπάρχει αι ο Τουμούλης που φουσκώνει, υπάρχει και η Μπουκάλα η μεγάλη, υπάρχει κι η Καναβάτσα. Με τη Μασιά θα πάρουμε τον Ντάκο και με την Παπάρα. Υπάρχει η Πανταλόνα, μεγάλη παντελόνα. Υπάρχει και η Παρτσάλα, το κουρέλι δηλαδή. Υπάρχει η Τσουράπα. Όλα αυτά μεγεθυντικά. Υπάρχει η Τσέπη που έχει μέσα πολλά λεφτά, η Φορεσιά που τη φοράμε. Η Τσατάλω, ο Κουτούκης και η Χρία. Αν πάμε τώρα στο ζωικό βασίλειο θα δούμε την Αλεπού, παρατσούκλι αυτό, θα δούμε τη Χήνα, τον Παπί, τον Αλαό, τον Αλαόηρο, αλαγόγυρο. Τη Νυφίτσα, την Κατσίκα, την Νταμάλα, τον Σκουληκά, τη Φαρμάκα, την Σκουντρίκα, τον Κόρακα, τον Καστόρη, τον Λιόνταρη. Μέχρι λιοντάρια έχουμε εμείς εκεί πέρα. Και τον Μαϊμούνη, να μην έχουμε μόνο λιοντάρια, να έχουμε και μαϊμούνια. Και όλοι αυτοί γέμιζαν τι; Τους γεμίζει κάτι, η Ψώρου. Ψώρου. Στο χωριό δεν έχουμε γαϊδούρια, τα οποία τα λέμε γκατζόλια. Έχουμε όμως Γαϊδάρα, έχουμε Γκάτζο, έχουμε Γκατζόλα, έχουμε Γκταζολά κι όλα αυτά τα εμπορεύεται ο Γκατζολοέμπορας. Στο χωριό μας ζουν και μερικοί διάσημοι άντρες, όπως ο Μακάριος, ο Νταγιάν, ο Κάρτερ, ο Γιαγκούλας, από το χωριό μας είναι ο Γιαγκούλας! Ο Κεμάλς! Βρε τον Κεμάλ! Από το χωριό μας ήταν κι αυτός; Δεν το ξέραμε. Έχουμε κι άλλους που είναι Πακιστανός, από το Πακιστάν ήρθε, ο Γάλλος, Αρβανίτης, Γερμανός. Τι μας λείπει, Γερμανός; Ο Γιόχαν, ο Καρακατσάνης, ο Σλάβης, ο Τσέτσενης, ο Αρμένος και να μη μας λείπει κι αυτός ο μακρινός ο Ρούσος, ο Ρώσος δηλαδή. Και όλοι αυτοί δεν είναι κακοί άνθρωποι, είναι καλοί. Μας το βεβαιώνει ποιος; Η Ψυχή. Έχουμε και την Ψυχή. Υπάρχουν και μερικά παρατσούκλια στο χωριό μας, παρανόμια όπως τα λέμε, τα οποία δεν είναι καθόλου εύηχα και μας οδηγούν και σε βωμολοχίες. Βέβαια, το παράξενο ότι οι χωριανοί μας τα συνήθισαν και τα λένε και δεν ντρέπονται, δεν το θεωρούν ντροπή. Και οι γυναίκες δηλαδή ακόμα τα λένε χωρίς να ντρέπονται. Έτσι, παραδείγματος χάριν, υπάρχει ο Κωλαράς, η Κουπρίτσκα, η Μυξαρού, ο Μισόβρακος, ο Κοτσιλάρης, η Πουτσιρίγκα, η Πόστια, ο Πουρδαλάς, η Πουρδού, η Πουτιλιάνου, ο Σκατέλης, ο Σκατικάς, ο Σκατακάτσιος, ο Στραβοκούλου, ο Τσίρλαγκας, ο Τασάκης. Και επίσης, έχουμε και τον Παπά που δεν είναι καθόλου παπάς κι έχουμε και την Παπαδιά που είναι ένας καλοκάγαθος ρωμιόγυφτος, αλλά δεν έχει καμιά σχέση, ούτε η παπαδιά κτλ. Και τέλος, θα μπορούσαμε να πούμε ότι στο χωριό έχουμε και την Παναΐα, που τον λένε Παναΐα, αλλά το όνομά του είναι… Ήτανε Ζήσης, δεν ήταν… Είναι της Παναΐας ο Ζήσιος. Φυσικά υπάρχει κι ο Χριστός, ο οποίος Χριστός μόνο σε μας είναι παντρεμένος κι έχει και παιδιά, έχει κι εγγόνια.
Μιας και μου διαβάζετε πράγματα από το βιβλίο σας θέλετε να μου πείτε λίγο για τη συγγραφή των βιβλίων; Πώς έτυχε να γράψετε κάποια βιβλία που αφορούν το χωριό;
Μάλιστα! Ως δάσκαλοι με τη σύζυγό μου είχαμε πάει στη Γερμανία με απόσπαση, πενταετή όπως πηγαίνουν όλοι. Εκεί για πρώτη φορά είχα πάρει έναν υπολογιστή κι ένας συνάδελφος, φίλος εκεί πέρα ήρθε και μου έδειχνε κάποια πράγματα, τα βασικά αυτά στον υπολογιστή επάνω. Εγώ τώρα επειδή έπρεπε να μάθω να γράφω κιόλας… Αν και ήξερα να γράφω, ήξερα από τον στρατό τυφλό σύστημα να γράφω. Τέλος πάντων, να εκπαιδεύομαι εκεί πέρα να μάθω κι είχα μια ευχέρεια στη γραφή όμως. Σκέφτηκα να γράψω κάτι, έτσι να εκπαιδευτώ και λέω να γράψω κάποια γεγονότα έτσι από αυτά που θυμόμουν. Και λίγο νοσταλγούσα. Κατά κάποιον τρόπο οι Έλληνες αυτό το έχουμε, όταν λείπουμε από την πατρίδα μας τη νοσταλγούμε, όταν είμαστε εδώ τη βρίζουμε. Λοιπόν, άρχισα έγραψα κάποια πράγματα, λίγα πράγματα από αυτά που έχω στο βιβλίο. Ήρθε αυτός ο φίλος, ο συνάδελφος και τα είδε εκεί πέρα, λέει: «Τι είναι αυτά;». «Να, έγραψα κάτι βλακείες εδώ», λέω, «από το χωριό που κάναμε, ιστορίες που λέγαμε κτλ.». «Για να τα δω!». Τα διάβασε. Αυτός ήτανε… Κατ’ αρχήν, ήταν ένα παιδί πάρα πολύ μορφωμένο, πάρα πολύ διαβασμένος ο συνάδελφος, με δύο πτυχία. Πάρα πολύ αυτός. Και του έκανε εντύπωση. Λέει: «Ρε Γιώργο, αυτά είναι καλά», λέω: «Καλά, εντάξει. Καλά είναι. Βιώματα είναι της παιδικής ηλικίας κάποια πράγματα». Λέει: «Να σου πω κάτι;», λέω: «Τι;». «Να τα πάρω», λέει, «να τα αντιγράψω να τα δείξω στα παιδιά στο σχολείο», λέει, «να τα βάλω να τα δουν. Να τα δείξω κάτι, εκεί τα παιδιά να τα βάλω κάτι να κάνουν». Πράγματι τα πήρε, και πήγε στο σχολείο, μες στην τάξη ας πούμε, και τα έβαλε εργασία. Και βασικά τα διάβασε κτλ. Τους άρεσε πάρα πολύ τα παιδιά. Και μετά μου λέει: «Γιώργο, έχεις κι άλλα τέτοια;», λέω: «Έχω τέτοια. Έχω πολλά, ιστορίες πολλές όπως όλοι από τα παιδικά μας χρόνια». Λέει: «Να τα γράψεις σε βιβλίο!», λέω: «Τι βιβλίο τώρα; Βιβλία εμείς τώρα; Εγώ ούτε καν! Τι βιβλίο; Αυτά που έγραψα φτάνουν», λέω, «ή κάτι άλλο να συμπληρώσω». «Όχι», λέει, «να τα γράψεις βιβλίο!». Επέμενε. Επέμενε, επέμενε, τελικά με έπεισε αυτός, ώρα του καλή ο Βαγγέλης, να το γράψω. Το έγραψα κι όταν επέστρεψα εδώ το εξέδωσα. Είχε σχετικά καλή επιτυχία, γιατί πραγματικά είναι βιώματα μέσα της παιδικής ηλικίας τα οποία είναι βιώματα όλων των κατοίκων αλλά κι όλων των ανθρώπων της δικής μου περίπου γενιάς. Και βέβαια, είχε απήχηση καλή, γιατί είχαν… Όλοι λίγο πολύ είχαν παρόμοια βιώματα. Ζούσαν δηλαδή ένα κομμάτι του εαυτού τους. Αυτό, βέβαια, μου έδωσε το θάρρος κι έγραψα κι ένα άλλο βιβλίο με πολύ κόπο κτλ., όπου ήταν τελείως διαφορετικό. Ενώ αυτό το πρώτο ήταν λαογραφικού περιεχομένου, το άλλο ήταν ιστορικού περιεχομένου. Έψαξα και βρήκα έναν ήρωα που καταγόταν από τη Βύσσα και λεγόταν Γεώργιος Παπά ή Καραγιώργης, ο οποίος βέβαια αυτός ο ήρωας έχει μεγάλη ιστορία και πράγματι είναι ισάξιος των μεγάλων ηρώων του ‘21 που γνωρίζουμε. Μπορούσε να μπει ισάξια, να μπει δίπλα στον Καραϊσκάκη. Γιατί ήταν μια οικογένεια που καταγόταν από τη Βύσσα, λεγόταν Γεώργιος Παπά. Ήταν τρία αδέρφια και έφυγαν από τη Βύσσα και πήγαν στη Μολδοβλαχία ως έμποροι. Πλούτισαν εκεί πέρα, έκαναν ένα στρατιωτικό σώμα πεντακόσια πενήντα άτομα ο Γεώργιος Παπά. Ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας φυσικά και πήρε μέρος στην εξέγερση που έγινε στη Μολδοβλαχία. Μάλιστα, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης τον διόρισε εκατόνταρχο εκεί όταν άρχισε ο αγώνας. Τον έστειλαν να πάει στα βόρεια, όπου ήταν το Σκουλένι και τα βόρεια της Μολδοβλαχίας, γιατί από εκεί θα ερχόταν κάποια στρατεύματα τούρκικα. Εν πάση περιπτώσει, έδωσε δυο μάχες μαζί με άλλους ήρωες. Εκείνη που είναι σημαντική όμως είναι η μάχη του Σκουλενίου, στο Σκουλένι, όπου οι περισσότεροι ήταν στον Προύθο ποταμό. Από τη μια πλευρά ήταν το ρώσικο έδαφος, από την άλλη πλευρά ήταν οι Τούρκοι που ήρθαν πολέμησαν εκεί το Σκουλένι. Όλοι έφευγαν και εγκατέλειπαν τον αγώνα. Τριακόσια πενήντα άτομα, μεταξύ αυτών και ο Γεώργιος Παπά ή Καραγιώργης που τον ονόμασαν Καραγιώργη οι συναγωνιστές του, έμεινε εκεί να πολεμήσει ο ίδιος, τα τρία του αδέλφια, ο μοναχογιός του κι ο ανιψιός του. Και στο Σκουλένι όπως πολεμούσαν με μεγάλη γενναιότητα είχαν επιτυχία. Σε κάποια φάση ο Καραγιώργης που ήταν υπαρχηγός τραυματίστηκε στο πόδι. Οι άλλοι νομίσανε ότι σκοτώθηκε. Υπήρχε μια αναταραχή, αμάν, φοβήθηκαν, τον πήραν όμως οι συναγωνιστές, τον πέρασαν τον Προύθο ποταμό απέναντι. Στην μάχη αυτή σκοτώθηκαν και τα τρία του αδέρφια, σκοτώθηκε ο μοναχογιός του, Μιχάλης λεγόταν, και σκοτώθηκε κι ο ανιψιός του ο Μανώλης. Και ο Καραγιώργης λυπήθηκε πάρα πολύ βέβαια και όταν πήγε στη Ρωσία δεν έμεινε άπραγος. Το διάστημα που ήταν στην ανάρρωση, μαζί με τον Ιγνάτιο που ήταν Επίσκοπος της περιοχής και με άλλους εκεί, θέλησαν να κάνουν… Να συγκεντρώσουν στρατεύματα στη σημερινή Βουλγαρία, δηλαδή στην Ανατολική Ρωμυλία, Έλληνες και Βούλγαροι. Συνεννοήθηκαν με οπλαρχηγούς, παίρνανε στρατιώτες από εκεί από τη Ρωσία, τους πληρώνανε για να ‘ρθουν εδώ πέρα να συγκεντρώσουν τα αυτά. Δυστυχώς προδόθηκε το σχέδιο τους και αναγκάστηκαν να φύγουν και ο Καραγιώργης με αρχηγός επικεφαλής ενός σώματος εκστρατευτικού διέσχισε όλη τη Βαλκανική, με τα πόδια φυσικά εκείνα τα χρόνια, και πήγανε στην επαναστατημένη Ελλάδα. Η μάχη του Σκουλενίου έγινε 30 Ιουνίου, δεν το είπα, του ‘21. Αυτοί όταν ήρθαν είχε αρχίσει η Επανάσταση δηλαδή κανονικά εδώ πέρα. Στην αρχή πήγε στο Μεσολόγγι και πολέμησε στην Πρώτη Έξοδο του Μεσολογγίου. Μετά βρέθηκε να πολεμάει και στην Πελοπόννησο με διάφορους οπλαρχηγούς. Με τον Κολοκοτρώνη, τον Γενναίο Κολοκοτρώνη, που ο Γενναίος Κολοκοτρώνης το όνομά του ήταν Ιωάννης κανονικά, αλλά τον ονόμασαν Γενναίο, επειδή τέλος πάντων σε μια μάχη ανδραγάθησε και ήταν γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Πολέμησε, επίσης, με τον Καραϊσκάκη σε πολλές μάχες, πάρα πολλές μάχες με τον Καραϊσκάκη. Και τελικά, έφτασε με ένα σώμα μέχρι την Κρήτη, ένα σώμα όπου πήγαν πολέμησαν στο Φραγκοκάστελλο. Που είναι κι ο θρύλος με τους Δροσουλίτες που τη νύχτα, μάλλον τα ξημερώματα βγαίνουν… Υπάρχει ένας θρύλος στην Κρήτη. Τα ξημερώματα βγαίνουν κάποιοι… Κάποιες σκιές με άλογα καβαλάρηδες, που είναι οι ψυχές των ανθρώπων που σκοτώθηκαν σε αυτήν τη μάχη. Από τα εκατό άτομα που πήγαν στην Κρήτη να πολεμήσουν μαζί με άλλους που πήγαν εκεί μόνο γλύτωσαν είκοσι άτομα. [02:20:00]Μεταξύ αυτών ήταν και ο Καραγιώργης. Επέστρεψε, πήγε σε άλλες μάχες να τα λέμε τώρα συνοπτικά και τελικά τελικά όταν ήταν να βραβευθεί, ή τέλος πάντων να αναγνωριστούν οι αγώνες του, δεν έγινε τίποτα όπως έγινε σε άλλους αγώνες. Όταν έγινε πρωτεύουσα… Από το Ναύπλιο μεταφέρθηκε η πρωτεύουσα στην Αθήνα, ο Καραγιώργης πήγε στην Αθήνα. Δεν μπορούσε να επιστρέψει εδώ στη Θράκη, στην πατρίδα του, γιατί εδώ ήταν περιοχή τουρκοκρατούμενη κτλ. Εκεί δυστυχώς, όπως γνωρίζουμε από την ιστορία, κάποιοι από τους στρατιωτικούς που πολέμησαν είχαν άδοξο τέλος. Δηλαδή γυρνούσαν έξω και ζητιάνευαν, κατάντησαν να ζητιανεύουν. Δεν είχαν τρόπο να ζήσουν. Έχυσαν το αίμα τους. Ο Καραγιώργης το ίδιο, έζησε με αξιοπρέπεια. Αναγκάστηκε να κάνει το επάγγελμα του ρακοσυλλέκτη, ρακοσυλλέκτης σήμερα το λέμε παλιατζής. Αυτό που λέμε παλιατζής. Έπαιρνε διάφορα πράγματα, τα πουλούσε και υπέφερε. Και μάλιστα, κάποιοι που τον επισκέφτηκαν εκεί πέρα αναφέρουν ότι «θρηνήσαμε για την κατάντια του Καραγιώργη όταν μας έδειξε τα έγγραφα των αγώνων που πήρε μέρος». Το τέλος του ήταν άδοξο, γιατί το 1844, αν θυμάμαι καλά, ενέσκηψε μια πανδημία πανώλης. Ξεκίνησε από τα στρατεύματα… Τα αγγλογαλλικά είχαν κάνει κατάληψη στην Αθήνα, με Όθωνα κτλ. Μια ιστορία, πού να στα λέω; Και η πανώλη μεταφέρθηκε από τον Πειραιά στην Αθήνα. Πέθαναν πάρα πολλοί. Τον Σεπτέμβριο πέθανε κι αυτός σε ηλικία περίπου 70 χρονών, πρέπει να ήταν τότε. Ήταν άδοξο τέλος αυτού του ήρωα που διέθεσε όλην την περιούσια του. Διέθεσε… Θυσίασε τα αδέρφια του, τον μονάκριβο γιο του, δεν υπάρχει πιο πολύτιμο, και αυτός βέβαια αντί για ευγνωμοσύνη δέχτηκε, τι να πω, αγνωμοσύνη.
Ήτανε δύσκολη η έρευνα;
Για μένα ήτανε αυτό ένα είδος μνημόσυνου το βιβλίο αυτό για αυτόν τον ήρωα και για αυτούς που σκοτώθηκαν. Δηλαδή ένιωθα και νιώθω ότι και έστω και κατόπιν εορτής τώρα που αναδεικνύεται είναι κάτι το σημαντικό, κάτι που κάνουμε για αυτούς. Από τα πολλά που πρόσφεραν να τους ανταποδώσουμε την τιμή και τη δόξα που τους αξίζει, αλλά εντάξει.
Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ιστορία.
Ναι, συνοπτικά. Συνοπτικά αυτή.
Κύριε Γιώργο, ευχαριστώ πάρα πολύ! Έχετε κάτι άλλο να προσθέσετε;
Αρκετά νομίζω είναι. Ευχαριστώ πολύ κι εγώ!
Ίσως γίνει και δεύτερο μέρος, αυτό θα συζητήσουμε τώρα.
Ναι, γιατί όχι;
Τέλος συνέντευξης.
Περίληψη
Ο Γεώργιος Φαρμακίδης, με την εντυπωσιακή του μνήμη, ανακαλεί αναμνήσεις κι εμπειρίες από τα παιδικά του χρόνια. Μοιράζεται τα βιώματά του ως παιδί στη Νέα Βύσσα Έβρου. Μέσα από τη συνέντευξή του παραθέτει πληθώρα πληροφοριών λαογραφικού χαρακτήρα και μας αφηγείται τη ζωή της ελληνικής επαρχίας του παρελθόντος, με μία δόση νοσταλγίας για την απλότητά του.
Αφηγητές/τριες
Γεώργιος Φαρμακίδης
Ερευνητές/τριες
Νικολέτα Λασκίδου
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
22/03/2022
Διάρκεια
143'
Περίληψη
Ο Γεώργιος Φαρμακίδης, με την εντυπωσιακή του μνήμη, ανακαλεί αναμνήσεις κι εμπειρίες από τα παιδικά του χρόνια. Μοιράζεται τα βιώματά του ως παιδί στη Νέα Βύσσα Έβρου. Μέσα από τη συνέντευξή του παραθέτει πληθώρα πληροφοριών λαογραφικού χαρακτήρα και μας αφηγείται τη ζωή της ελληνικής επαρχίας του παρελθόντος, με μία δόση νοσταλγίας για την απλότητά του.
Αφηγητές/τριες
Γεώργιος Φαρμακίδης
Ερευνητές/τριες
Νικολέτα Λασκίδου
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
22/03/2022
Διάρκεια
143'