© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Βασίλης Νταράλας: Μουσικές αναμνήσεις από μια ζωή στο δημοτικό τραγούδι

Κωδικός Ιστορίας
21442
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Βασίλης Νταράλας (Β.Ν.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
25/02/2022
Ερευνητής/τρια
Μαρία Βερρή (Μ.Β.)
Μ.Β.:

Σήμερα, Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2022, είμαι στην Καρδίτσα με τον κύριο Βασίλη Νταράλα, εγώ η ερευνήτρια του istorima Μαρία Βερρή. Γεια σας, κύριε Βασίλη!

Β.Ν.:

Γεια σας!

Μ.Β.:

Θα θέλατε να μου πείτε λίγα λόγια για σας, για τη ζωή σας;

Β.Ν.:

Εγώ ξεκίνησα από μικρό παιδί από τον πατέρα μου, που ήταν όλοι οι συγγενείς του πατέρα μου, οι πατεράδες του, οι παππούδες μου όλοι- ήταν μουσικοί. Όλοι, αδέρφια του παππού μου... Εγώ ξεκίνησα με τον πατέρα μου... μάθαινε τα παιδιά όργανο στο σπίτι. Ήταν δάσκαλος. Μάθαιναν βιολί τα παιδιά. Και ξεκίνησα κι εγώ με βιολί. Αφού μάθαιναν αυτοί κι εγώ μαζί ξεκίνησα. Στα δεκατέσσερα χρονών, στα δεκατέσσερα με δεκαπέντε, το '59, πήγα στον πρώτο γάμο στο Μύρος Καρδίτσας και παίρναμε νύφη από το Μακρυχώρι. Και τότες, για να πάμε την άλλη μέρα να κάνουμε τα στέφανα, έπρεπε να πάμε με τα κάρα. Ο γαμπρός στα κάρα ανεβασμένος με το άλογο και πηγαίναμε στο άλλο το χωριό. Γινόταν τα στέφανα και ξαναγυρίζαμε πάλι στο σπίτι της νύφης. ΄Κείνο το βράδυ όλο το γλέντι της Κυριακής το βράδυ, μέχρι τη Δευτέρα. Ήμουν στην πρώτη δουλειά αυτή. Εγώ έπαιζα βιολί τότες και πήρα 80 δραχμές. Χαρά εγώ!

Τα πήρα και τα πήγα στη μάνα μου. Η μάνα μου, μόλις τα είδε, την πήγα ογδόντα δραχμές! Από κει ξεκίνησα σιγά-σιγά, μπήκα μέσα στον μουσικό τομέα, πήρα την κιθάρα. Μετά πήρα... είχε πιο πέραση το λαούτο και πήρα το λαούτο. Άφησα την κιθάρα και πήρα το λαούτο. Και όλες οι δουλειές μου, ας πούμε, με το λαούτο. Ήμαν ένας καλός λαγουτιέρης, καλός λαγουτιέρης, έκανα τη δουλειά μου. Και σιγά σιγά ξεκίνησα, γνωρίστηκα με μουσικούς, ο πατέρας μου άρχισε και μ' έπαιρνε κι αυτός στις δουλειές σιγά σιγά ν' ανεβούμε. Άκουγα τον πατέρα μου που τραγουδούσε, που ήταν ένα ένα αηδόνι -τον λέγαν αηδόνι στην Καρδίτσα- κι από κει ξεκίνησα κι εγώ κι έγινα ένας μουσικός που θα τα δούμε αργότερα, θα τα δούμε μπροστά μας.

Λοιπόν, όλοι οι συγγενείς μου, της μάνας μου οι συγγενείς... Η μάνα μου είναι απ' την Αργιθέα, απ' τα Καμπουριανά, το γένος Κίσσα. Ο παππούς μου, της μάνας μου ο πατέρας, ήτανε από την Φίλια Καρδίτσας. Λοιπόν, και κάναν πολλά παιδιά κι αυτοί, ΄καναν μουσικούς. Ο αδερφός της, της μάνας μου πάλι μουσικός. Ο παππούς μου, ο Νταράλας ο Νικόλας, ο Χρήστος ο Νταράλας, ο πατέρας του Λουκά του Νταράλα κι αυτός έπαιζε βιολί. Αργότερα έφυγε και πήγε στην Αθήνα κι έκανε τον Λουκά, τον Βαγγέλη και τα άλλα παιδιά. Κι έπαιζε με τον Καρακώστα τον μεγάλο τότες από κει. Έχουμε και δίσκους, έχει δίσκους και πολλά τραγούδια τού φωνάζουν και τ' όνομά του. Και το οικογενειακό μας αυτό είναι όλοι μουσικοί. Αλλά ένα είναι το ότι θέλω να πω για το όνομα το Νταράλα. Το όνομα του Νταράλα είναι μια λέξη τούρκικη. Τότες στους παππούδες μας δεν ΄παιζαν όργανα. Δεν ΄παιζαν όργανα, δουλεύανε στα χωράφια. Φύγανε, η καταγωγή μας είναι από τα χωριά του Αβέρωφ ως την Ήπειρο. Αυτοί οι δύο οι παππούδες μου φύγαν και ήρθαν στα Γρεβενά. Στα Γρεβενά δουλεύανε στα χωράφια, δεν παίζανε όργανα.

Ο προπάππος μου μιλάμε τώρα, που ήρθανε. Κι αφού δουλεύαν στα χωράφια εκεί, τους τυραννούσαν αυτοί εκεί. Τους τυραννούσαν στα χωράφια, δουλεύαν 300 άτομα; Επί Τουρκοκρατίας. Και μαθαίναν και τούρκικα. Το - εδώ προ πάντως στη Θεσσαλία - το «φοβάσαι», όταν λέμε «φοβάσαι ρε;», δε λέγαν φοβάσαι... «Νταράλα;», «Νταράλα;». Όποιον να πεις στην Καρδίτσα εδώ και τώρα ακόμη τους παλιούς, όσους μιλάς, ξέρουν τη λέξη αυτή: «Νταράλα; Νταράλα;» Λένε αυτοί τότες εκεί... Υπήρχε κάτι στους Έλληνες ότι, όταν θέλουν να εκδικηθούν κάποιον τον λένε: «Θα σε κάνω αφορισμό στην εκκλησία». Ο αφορισμός τότες ήταν ο τρόμος κι ο φόβος! «Μη με κάνεις αφορισμό! Τι θες; Να σε πληρώσω! Μη με κάνεις αφορισμό στην εκκλησία!». Φόβος κι ο τρόμος! Κάποια μέρα λένε αυτοί: «Α, μας τυραννάει αυτός ο παλιάνθρωπος! Θα τον κάνουμε αφορισμό». Με τον αφορισμό που είπαν αυτοί, κάτι άλλοι ρουφιάνοι εκεί, και τα είπαν σ' αυτόν και σηκώνονται και φεύγουν αυτοί από κει και κατεβαίνουν Τρίκαλα. Μετά από τρεις μήνες γεννάει η γυναίκα απ' αυτόνε τον κύριο, που είχε τα πολλά τα στρέμματα, τα χωράφια που δουλεύαν, και πεθαίνει το παιδάκι τους. Και λέει: «Τρέξτε να τους βρείτε να τους σκοτώσετε! Αυτοί μάς ΄καναν αφορισμό κι έχασα το παιδί μου!».

Τους κυνηγούσαν να τους βρουν, από Τρίκαλα φύγανε κι ήρθανε στην Καρδίτσα. Σ' ένα χωριό της Καρδίτσας εδώ. Τώρα δεν το θυμάμαι, θα το θυμηθώ. Ήρθαν στο χωριό αυτό στην Καρδίτσα κι όπως κάθε μέρα, τι είπαν; «Να ερχόμαστε εδώ. Μας κυνηγάνε αυτοί οι Τούρκοι. Ήρθαμε να δουλέψουμε εδώ στα χωράφια». Και κάθονταν κάθε μέρα, που βγαίναν στο καφενείο, κι αυτοί από τη λέξη: «Νταράλα ε; Νταράλα; Νταράλα;», λεν αυτοί: «Δεν το αλλάζουμε το όνομα εδώ στο χωριό να το βάλουμε Νταράλα;» Λεγόμασταν Βίτσας εμείς. Ο Βίτσας ο υπουργός... είμαστε μακρινο-συγγενείς.  Όταν ήρθε στην Καρδίτσα κάποτε του είπα. «Είναι», λέει, «είμαστε διαλυμένοι, σκορπισμένοι πολλοί», λέει, «Λοιπόν, λεγόμασταν Βίτσας και με το όνομα αυτό λέει: «Δεν το βάζουμε Νταράλας δε μας...». Αυτοί έψαχναν να βρουν το «Βίτσας». Βάλανε το όνομα, το γραφτήκαν στο χωριό -στο χωριό εδώ στην Καρδίτσα- κι έμεινε το «Νταράλα». Κι έμεινε κι ο Λουκάς ο Νταράλας με τον παππού μου τον Χρήστο, που ο παππούς μου ο Χρήστος έφυγε από δω, από την Καρδίτσα και πήγε στην Αθήνα. Παντρεύτηκε εδώ κάποια κοπέλα, που ήταν από τη Λαμία από ένα χωριό έξω και έμεινε εδώ σ' ένα χωριό και την παντρεύτηκε και πήγαν στην Αθήνα κι έκανε τον Λουκά, τον Βαγγέλη κι άλλα παιδιά. Κι ονομάζονταν Νταλάρα. Έγινε το όνομα Νταλάρα. Αυτό είναι το οικογενειακό μας.

Έπειτα παντρεύτηκα εγώ. Έκανα τον γιο μου να παίζει όργανο, δεν έμαθα άλλο παιδί όργανο να παίζει. Ξεκίνησα εγώ, έγινα... Έγινα ένας καλλιτέχνης καλά στην Καρδίτσα. Μ' αγάπησε πάρα πολύ η Καρδίτσα! Έχω παίξει μέχρι τώρα 4.200 γάμους. Γιατί έπαιζα Πέμπτη στη νύφη, Παρασκευή στον γαμπρό στο σπίτι, Σάββατο στο κέντρο, Κυριακή βράδυ άλλο γάμο στο κέντρο. Έπαιζα τέσσερις γάμους την εβδομάδα τέσσερις γάμους! Δεκάξι τον μήνα, έπαιζα δεκάξι με δεκαοχτώ γάμους. Λοιπόν, έπαιξα τόσους πολλούς γάμους στην Καρδίτσα, με αγάπησαν, με πληρώσανε, πήρα πάρα πολλά λεφτά και με τέτοια αγάπη, όπως ο πατέρας μου. Αλλά, η αγάπη αυτή κατά πενήντα τοις εκατό ήρθε από τον πατέρα μου, που δεν τον ήξερε κανένας στο επίθετο πώς λέγονταν. Είχαν τον πατέρα μου μεγάλη αγάπη: «Αχιλλάκο κι Αχιλλάκο κι Αχιλλάκο!». «Ποιον θα πάρεις στον γάμο;», «Τον Αχιλλάκο», «Ποιον έχεις στον γάμο;», «Τον Αχιλλάκο». Τώρα: «Ποιον θα πάρεις στον γάμο;», «Τον γιο του Αχιλλάκου», «Ποιον θα ... στο πανηγύρι;», «Τον γιο του Αχιλλάκου έχω». Ήταν μεγάλη υπόθεση ο πατέρας μου! Μ' άφησε μεγάλη ιστορία σε αυτό! Καλός καλλιτέχνης με μεγάλο ρεπερτόριο κι επειδή δεν τον άφησε... παντρεύτηκε μετά ο πατέρας μου, έκανε τέσσερα κορίτσια κι εμένα πέντε. Αν τυχόν έφευγε και τον ζητούσαν στην Αθήνα να πάει τότες, που ήταν αυτοί όλοι οι παλιοί οι καλλιτέχνες που τους είπα θα χώριζε κι αυτός. Θα 'φευγε απ' την Καρδίτσα, θα έμενε στην Αθήνα και... θα έμενε στην Αθήνα κι εδώ ή θα χώριζε ή δε θα παντρεύονταν και καθόλου. Λοιπόν, και μείναμε εμείς, μείναμε το Νταραλέικο στην Καρδίτσα με τον πατέρα μου. Εσείς ποια ερώτηση άλλη θέλετε να κάνετε τώρα; Πες μου κι εσείς κάτι.

Μ.Β.:

Τότε που ήσασταν μικρός θυμάστε να πηγαίνατε με τον πατέρα σας μαζί στα πανηγύρια;

Β.Ν.:

Πηγαίναμε σε πανηγύρια κι έβλεπα τον πατέρα μου, την αγάπη, έβλεπα τι τραγούδια ήθελε ο κόσμος... Μη νομίζετε ότι ήξερε ο κόσμος να χορέψει τότες όλος ο κόσμος. Χάρη στα χορευτικά, που βγήκανε, χάρη στα χορευτικά όλα έμαθε ο κόσμος να χορεύει. Πρώτα πατούσαν σταφύλια, γιατί εγώ τους χόρευα. Μετά που άρχισαν να πληρώνουνε... Με πληρώνανε, γιατί... για να τους παίξω, να χορέψουνε. Αφού τον έβλεπα εγώ ότι χορεύει καλά, τον πρόσεχα, με πλήρωνε, γιατί τον πρόσεχα και με πλήρωνε. Κοιτούσα τα πόδια του. Όλοι οι μουσικοί ήτανε συγκροτημένοι, όπου θα βάλω την οξεία, θα με ρίξουν την μπότα... Αυτή λέγεται μπότα. Το ντραμς. Ό, τι να ακούσω ένα ντραμς να ακούσω: «παμ παρά παμ πουμ παμ παμ παρά παμ μπουμ παμ παμ». Αυτή είναι ο χρόνος, αυτή είναι η μπότα, όλα τα όργανα κι όποια μουσική. Κι όποια μουσική να βάλεις, θα ακούσεις από τα όργανα τη μπότα. Άμα ακούσεις τη μπότα και θα κουνήσεις να βάλεις την οξεία. Κατάλαβες;

«Ωρε να 'χει καεί

να 'χει καεί, να 'χει καεί,

αχ»

Είναι η μπότα. Άμα είμαστε συγχρονισμένοι με την μπότα και με το πόδι, βλέπαμε το πόδι του χορευτή μπαμ την μπότα στο πόδι και στην οξεία τη δική μου, ήμασταν μες στον χορευτή. Αν, όμως, δεν ήξερε να χορέψει και πατούσε σταφύλια, κοιτούσαμε στον ουρανό. Αλλά ο άνθρωπος μάς πλήρωνε και ήμασταν υποχρεωμένοι να τον προσέχουμε τότες. Μας πλήρωνε, γιατί μη νομίζεις ότι ήταν μικρά τα μικρά τα μεροκάματα του κόσμου, χόρευε ο άνθρωπος, κεφάντωνε και μας πλήρωνε. Και εντάξει απ' αυτήν την πλευρά, ας πούμε, από την καλλιτεχνική πλευρά. Είχα είχα πράγματα πολλά απ' τον πατέρα μου που χόρευαν με το όργανο και με τον χορευτή. Γιατί οι περισσότεροι δεν ξέραν, σας είπα, πατούσαν σταφύλια. Πηγαίναμε στον γάμο -σε μερικά χωριά, δεν θέλω να τα πω τα χωριά αυτά- παίζαμε, ας πούμε, οκτακόσια τραγούδια στον γάμο;

Τα πεντακόσια τραγούδια ήταν η Καραγκούνα. Τα πεντακόσια τραγούδια ήταν η Καραγκούνα! Έμπαινε μπροστά ο άλλος... γιατί τότες σηκώνονταν στον γάμο κατά οικογένειες οικογένειες στον γάμο τότες. Δε χορεύαν όλοι μαζί στην πίστα, όπως γίνεται τώρα. Ερχόνταν οι οικογένειες, ήξερε... οι βλαμάδες ποιοι ήρθαν, τους σήκωναν οι βλαμάδες, χορεύαν σπίτι με σπίτι. Και τους χορεύαμε όλη τη νύχτα. Και βλέπαμε τώρα οι παραγγελίες που ερχόταν: «Παίξε με την Καραγκούνα». Την Καραγκούνα, έπαιζε ο άλλος την Καραγκούνα, την Καραγκούνα, την Καραγκούνα. Σουξέ η Καραγκούνα τότες στη Θεσσαλία εδώ. Αλλά είχαμε κι άλλα τραγούδια μετά που άρχισαν άλλοι, που έβγαιναν έξω από τη Θεσσαλία, που έβγαιναν προς Άρτα, Αγρίνια, εδώ εκεί, Λαμία... Άλλο μοτίβο. Τότες άρχισαν και 'μάθαν και να χορεύουν. Κι έπρεπε κι εμείς τότες ν' αλλάξουμε κι εμείς μοτίβο. Να πάρουμε, να πάρουμε του καθένα... που τραγούδησε η Φιλιώ η Πυργάκη. Έπρεπε να πάρουμε. Να πάρουμε του Καρναβά, να πάρουμε του Κιτσάκη τραγούδια...

Έπρεπε να τα πάρουμε όλα αυτά, για να έχουμε το ρεπερτόριό μας. Γιατί ερχόντανε πολλοί που παίρναν κοπέλες από την Καρδίτσα κι ερχόνταν εδώ να κάνουν τον γάμο και μετά φεύγανε. Ερχόνταν αυτοί οι Ηπειρώτες. Πώς θα τους παίξουμε τους Ηπειρώτες εμείς; Έπρεπε να 'χουμε ηπειρώτικα. Έπρεπε να τα περάσουμε, να 'χουμε ρεπερτόριο! Αυτό. Και ξεκίνησα καλά με ένα καλό ρεπερτόριο, μετά με τα μοντέρνα, με τα τραγουδάκια μου τα ωραία... Έβγαλα κι εγώ κάτι τραγούδια καλά, τραγούδησα πάρα πολύ ωραία. Θα ακούστηκε. Αυτό για μένα. Ξεκίνησα καλά, πήγα καλά εδώ στη Θεσσαλία και δεν έφυγα από δω. Αλλά γύρισα όμως με την Καραγκούνα. Γύρισα με την «Καραγκούνα» όλον τον κόσμο. Γύρισα με την Καραγκούνα όλον τον κόσμο.

Μ.Β.:

Και θυμάστε-

Β.Ν.:

Πανηγύρια καλά γινότανε εδώ στη Θεσσαλία... Γινότανε και στην Αργιθέα καλά, απάνω στα Βλαχοχώρια: Γαρδίκι, Δέση, Μπίρα. Όλα αυτά τα Βλαχοχώρια που είναι απάνω, γίνονταν πολλά, πάρα πολλά καλά πανηγύρια δυο και τρεις-τέσσερις μέρες. Ένα καλό πανηγύρι που γινόταν πάλι εδώ ήτανε στα Κανάλια Καρδίτσης, που ακόμα το βαστάνε αυτό το έθιμο στα Κανάλια Καρδίτσης. Στα πανηγύρια αυτά ήμαν εγώ και πήγαινα κάθε καλοκαίρι απάνω στο... με τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου έφευγε, έφευγε τον Μάιο μήνα και γύριζε τον Σεπτέμβριο, γιατί πήγαινε απάνω στα Βλαχοχώρια κι έπαιζε όλα τα πανηγύρια εκεί πάνω.

Μ.Β.:

Θυμάστε εκεί με τον πατέρα σας κανένα πανηγύρι να... κανένα γεγονός που να είχε γίνει εκεί πέρα;

Β.Ν.:

Έγιναν τότες... Θυμάμαι όταν πήγαμε με τον πατέρα μου, γιατί ο πεθερός μου έπαιζε κλαρίνο και πήγαμε σ' ένα χωριό εδώ στην Καρδίτσα και τότες, όταν έβλεπαν γυναίκα μέσα... Τότες απαγορεύονταν η γυναίκα το βράδυ στο μαγαζί. Η γυναίκα απαγορεύονταν στο μαγαζί. Έτσι κι έφερνε γυναίκα κάποιος μες στο μαγαζί, γινόταν σκοτωμός. Ρεύμα δεν είχαμε, είχαμε λουξ. Και σ' ένα χωριό ήρθε, έφερε ο άνθρωπος μια φίλη του και την έφερε και καθίσανε μέσα. Εκεί όλοι να δείξουν τη μαγκιά τους, όλοι μέσα στο τέτοιο να δείξουν την μαγκιά, την εξυπνάδα τους, την παλικαριά τους, ήθελαν να τη δείξουν στην κοπέλα. Με το ένα με το άλλο, πείραξαν κάτι έγινε... Ξύλο! Να βλέπεις να τραβάνε μαχαίρια και να βλέπεις εμά τα μαχαίρια, άλλος έσπαζε λουξ, να βλέπεις πού θα καρφωθεί. Εμείς κρυφτήκαμε στο πατάρι από κάτω. Να βλέπεις, να λες: «Τι γίνεται εδώ;». Και τότες ήμαν και μικρός θυμάμαι και πήρα φόβο, φοβάμαν πολύ! Γυναίκα δεν έμπαινε μέσα.

Γι' αυτό αγαπήθηκε πολύ ο πατέρας μου, όταν δούλευε στα Καφέ Σαντάν δεν ήταν οι γυναίκες, όπως ήταν σήμερα στις καφετέριες, απαγορεύονταν η γυναίκα. Την άλλη μέρα στο πανηγύρι, όμως, μετά την εκκλησία έβγαιναν οι γυναίκες έξω στο καφενείο, κάθονταν με τους άντρες. Το βράδυ στο γλέντι γυναίκα απαγορεύεται μέσα. Αν θα χορεύαν, θα χορεύαν την ημέρα στο πανηγύρι έξω απ' την εκκλησία ή έξω απ' το μαγαζί που θα ήμασταν. Μέσα στο κέντρο το βράδυ απαγορεύονταν γυναίκα. Γι' αυτό βγάλαν τότες, όταν ήρθανε από την Κωνσταντινούπολη τότες το...  Αυτοί ήρθαν εδώ και ζητούσαν τραγούδια, έβγαλαν την Ναζού, μια κοπέλα όμορφη, ναζού. Ναζού, όταν λέμε ναζού είναι... Τι θα πει ναζού για μια γυναίκα; Ναζιάρα. Καμωματού; Καμώματα. Λοιπόν, κι έβλεπες τώρα αυτοί όλοι οι μάγκες μέσα στα κέντρα, αυτά στα Καφέ Σαντάν που λέει κι ο κύριος Λιάβας... Στα Καφέ Σαντάν έφευγε και πήγαινε ο πατέρας μου και του 'λεγαν: «Αχιλλάκο, παίξε μου τη Ναζού. Και η Ναζού ήτανε ένα τραγουδάκι... Να σ' το πω, να πω ένα στιχάκι να το καταλάβουν λιγάκι.

«Τρελή, ναζού μου,

εσύ με σκλάβωσες τον νου μου.

Πού με αφήνεις μόνο,

πικρό φαρμάκι πόνο,

μαράζι να 'χω στην καρδιά.

Ρεφρέν:

«Πες μου τι σου 'φταιξα,

πες μου, κακιά,

σε άλλον δίνεις τα θερμά σου τα φιλιά.

Άιντε, ναζού μου, καμωματού μου

κι έλα στην πρώτη μας φωλιά»

Αυτό ήταν το τραγουδάκι τότες που ζητούσαν απ' τον πατέρα μου αυτοί όλοι που αγαπούσαν μια κοπέλα, όχι όπως ήταν αυτή μέσα εκεί, γιατί εκεί γυρνούσαν οι κοπέλες, μέσα στα Καφέ Σαντάν. Τώρα άμα ρωτήσεις μεγάλους από ηλικία, θα σας πουν τι είναι τα Καφέ Σαντάν. Και...

Μ.Β.:

Εσείς θυμάστε τα Καφέ Σαντάν μικρός;

Β.Ν.:

Όχι, εγώ δεν το θυμήθηκα. Εγώ έψαξα και βρήκα πού ήταν. Είχε τέσσερα Καφέ Σαντάν η Καρδίτσα, τέσσερα κι η Λάρισα. Δούλεψε και στην Λάρισα ο πατέρας μου στα Καφέ Σαντάν. Δούλεψε κι εκεί δούλεψε... Στα Τρίκαλα δεν είχαν κανένα Καφέ Σαντάν. Τότες. Η Καρδίτσα και η Λάρισα είχε. Και δούλευε ο πατέρας μου κάθε βράδυ. Γι' αυτό, δεν είχε ευκαιρία να πάει, να πάει... Και μας τραγούδησε ο Ρούκουνας. Το τραγούδι αυτό τότες που το φέραν από... εκείνοι οι μουσικοί που 'ρθαν από την Τουρκία τότες, ο πατέρας μου ήταν είκοσι χρονών, ήταν είκοσι χρονών, και μόλις ΄παίζαν οι μουσικοί αυτοί που τ' άκουσε ο πατέρας μου, το έκανε τέλειο. Και μετά αφού το πήρε, το πέρασε ο Ρούκουνας, έβαλαν μουσική άλλη. Ο Ρούκουνας το 'χει, δηλαδή, το 'χει πολύ άσχημα όπως το είχε ο πατέρας μου.

«Τρελή, ναζού μου,

εσύ με σκλάβωσες τον νου μου» 

Καμία σχέση, σαν να το λες ποίημα. Ο πατέρας μου μύριζε Σμύρνη!

«Τρελή ναζού μου»

Ήτανε άλλη η ιστορία του πατέρα μου. Ήταν καλό λαιμό, είχε πολύ καλό λαιμό! Λοιπόν, αυτά με τα τραγούδια.

Μ.Β.:

Ναι. Κι εσείς πότε ξεκινήσατε να τραγουδάτε μικρός που ήσασταν;

Β.Ν.:

Τότες όλοι οι μουσικοί που ήτανε... πηγαίναμε στη δουλειά τραγουδούσανε όλοι, μόνο το κλαρίνο... Κι αυτός με το βιολί κι αυτός με το λαούτο τραγουδούσαμε. Και τραγουδούσανε ψηλούς τόνους! Γιατί τα τραπέζια ήταν απλωμένα στα τριάντα - σαράντα μέτρα, χωρίς μηχανήματα, δεν υπήρχαν μηχανήματα. Κι έπρεπε ν' ακουστεί ο άλλος τώρα... για να ακούσω εγώ το τραγούδι που λέω, να τ' ακούσει ο άλλος στα τριάντα - σαράντα μέτρα. Άμα το πω τώρα το τραγούδι αυτό εγώ τώρα πω, να πω την

Ιτιά:

«Ω ιτιά, ιτιά

λουλουδιασμένη»

στα δυο μέτρα θα ακούγομαι. Ή όμως το Ιτιά θέλει:

«Ω ιτιά, ιτιά

ω ρε λελουδιασμένη»

Ήθελες τόνο ψηλό, για να ακουστεί κάτω! Τώρα με τα μηχανήματα, με τις μικροφωνικές, παίζουμε με χαμηλόν τόνο και βγαίνει έξω η ένταση του μικροφώνου, βγαίνει έξω δυνατά. Τότες χωρίς μηχανήματα, για να ακουστείς έπρεπε να δώσεις φωνή. Γι' αυτό, οι χορδές εμένα ακόμη είναι ανοιχτές, οι δικές μου οι χορδές, και βγαίνω τώρα και τραγουδάω. Στην ηλικία τη δική μου δεν μπορεί να τραγουδήσει ο άλλος, έτσι εύκολα, να φτάσει αυτούς τους τόνους, που τραγουδάω εγώ. Αλλά, εμένα είναι οι χορδές μου είναι από τότες που δούλεψα χωρίς μηχανήματα κι άνοιξαν οι χορδές μου. Ανοιχτές οι χορδές μου, κατάλαβες; Γι' αυτό. Και ξεκίνησα σιγά σιγά, σιγά σιγά, μπήκαμε μες στις μικροφωνικές, φτιάξαμε τη φωνή μας όπως έπρεπε, αλλάξαμε μοτίβα, κλέψαμε μοτίβα πώς τραγουδάει ο Ζάχος, πώς τραγουδάει εκείνος, πώς τραγουδάει ο άλλος, πώς τραγουδάει εκείνος... Κλέψαμε μοτίβα απ' όλους και κάναμε τα τραγούδια τους. Εγώ έχω τραγούδια εγώ που άλλοι μού λέγανε τραγουδιστές φίρμες, που δουλέψαμε μαζί..., Μ' όλες τις φίρμες δούλεψα, τα ονόματα τα μεγάλα: τον Ζάχο, τον Κάβουρα, τον Σκαφίδα, τον Κάβουρα. Δούλεψα με τα παιδιά αυτά... τον Γιάννη τον Κωνσταντίνου, που ήταν καλοί μεγάλοι τραγουδιστές. Κι άλλος τραγουδούσα εγώ τον Ζάχο, ας πούμε, τραγούδια και τον μιμούμαν τον Ζάχο. Και κλέβαμε εμείς. Κλέβαμε, κατάλαβες τι γίνεται; Και μου έλεγαν αυτοί εμένα: «Έλα ρε Ζάχο! Έλα ρε Ζάχο!» Γιατί μ' ακούγανε. Έκλεβαν... κλέβαμε και τραγουδούσαμε τα τραγούδια όλα. Είχαμε πολλά μοτίβα. Είχαμε τον Καρναβά:

«Άιντε σαράντα μέρες,

Πανώρια μου,

σαράντα μέρες»

Το 'κλεβα αυτό εγώ, το έκανε έτσι ο Καρναβάς και τα 'κλεβα. Τραγουδούσε το μιμούμαν και το 'φερνα κι εγώ σωστό. Αφού και ο κόσμος έτσι το έχει ακούσει από τον Καρναβά. Και μ' αγαπούσαν, γιατί έλεγα τα τραγούδια τους. Ό, τι ήθελαν το 'λεγα.

Μ.Β.:

Τότε που τραγουδούσατε στα πανηγύρια μικρός χωρίς τα μικρόφωνα-

Β.Ν.:

Ναι-

Μ.Β.:

πώς σας φαινότανε αυτό έτσι;

Β.Ν.:

Δεν ξέραμε τι θα γίνει μετά αργότερα με τα μηχανήματα εμείς και να είμαστε καλοί. Λέγαμε ότι εγώ είμαι τραγουδιστής, να αυτός, χωρίς μικρόφωνα σκέτα έτσι.

Μ.Β.:

Θυμάστε-

Β.Ν.:

Και τραγουδούσαμε.

Μ.Β.:

Θυμάστε κανένα πανηγύρι έτσι πάνω στα βουνά εκεί στην Καρδίτσα-

Β.Ν.:

Ναι-

Μ.Β.:

Πώς ήτανε τότε;

Β.Ν.:

Ωραία πανηγύρια! Αν πήγαινες απάνω στα Βλαχοχώρια, πήγαινες εδώ στα Κανάλια. Στα Κανάλια τα δικά μας ήτανε... εδώ στα Κανάλια είναι το πρώτο τραγούδι που έχουν βγάλει είναι

Η βρύση μου μαλαματένια. Πας στην πλατεία στα Κανάλια κι είναι όλο βρύσες γύρω γύρω κι είναι το τραγούδι Βρύση μου μαλαματένια. Όπου να πας εκεί, μόλις ξεκινάς στα Κανάλια πας και λες τη Βρύση μου μαλαματένια. Ξεκινάς με τη «Βρύση μου...». Ή εκεί στην Αργιθέα, άμα δεν έκανες «Κλειστό» στην Αργιθέα δεν πήγαινες. Απάνω στα βλαχοχώρια, πήγαινες και... Απάνω ήθελαν τη Σιάνα. Η Σιάνα, ένα τραγούδι... Η Σιάνα τη λεν στα βλάχικα. Το κανονικό της όνομα είναι Αλεξάνδρα. Κι αντί... δεν τη λέγαν την άλλη Αλεξάνδρα, τη λέγαν Σιάνα. Κι έλεγαν, ας πούμε: «Πάμε λίγο την Σιάνα». Κι έλεγες, ας πούμε, εσύ:

«Ω, ρε Σιάνα, μου τα

Σιανα ματάκια μου»

Το τραγουδί αυτό ξεκινούσες πρώτο πρώτο. Κλέφτικο είναι της τάβλας. Έλεγες τη Σιάνα:

«... τα ματάκια μου κοιμούνται δακρυσμένα

για μια μικρή γειτόνισσα, μικρή γειτονοπούλα,

που είδα χθες στον ύπνο μου, είδα και στ' όνειρό μου»

Ένα τραγουδάκι πολύ ωραίο, που το 'παίζαν πάνω στα Βλαχοχώρια. Ήταν βλάχικο τραγούδι αυτό και το ΄θέλαν οι μερακλήδες. Ήταν δικό τους. Σιάνα. Έπειτα στην Καρδίτσα εδώ ήταν η Χατζίνα. Στην Καρδίτσα μόλις καθόσουν κάτω έπρεπε να πεις τη Χατζίνα. Η Χατζίνα ήταν ένα τραγούδι... Η Χατζίνα. Έλεγες τη Χατζίνα... Καθιστικά αυτά όλα. Προτού ξεκινήσει ο γάμος έπρεπε να πεις τρία με τέσσερα κλέφτικα έτσι καθιστικά και μετά θα ξεκινούσε ο γάμος ή το πανηγύρι. Δεν ξεκινούσε κατευθείαν χορό, θα 'λεγες τραγούδια. Μετά άρχισα εγώ, αφού βγήκαν τα μηχανήματα, αφού βγήκαν τα μηχανήματα όλα και πήγαινα στα κέντρα και δούλευα... Μουσικός, κανένας τραγουδιστής δεν κατέβαινε από το πατάρι. Στο πατάρι από απάνω εκεί που παίζανε στην πίστα δημοτικός. Οι λαϊκοί κατεβαίνανε, αυτοί που είναι με τα μπουζούκια. Δημοτικός εγώ ξεκίνησα στην Καρδίτσα. Ξεκίνησα με δυο τραγούδια. Βρήκα το Σ' αγαπώ γιατί είσαι ωραία και τη Βοσκοπούλα. Κατάλαβες; Κι έβγαινα στην πίστα. Από πότε βγήκα στην πίστα εγώ όλοι οι μουσικοί της Ελλάδος βγήκαν στην πίστα. Ντρέπονταν οι μουσικοί της... οι δημοτικοί, αυτοί που τραγουδούσαν δημοτικό τραγούδι, ντρεπόταν στην πίστα να κατεβούν. Δεν είχαν τι να κάνουν, τι να πουν στην πίστα. Εδώ, όμως, εγώ ξεκίνησα ας πούμε με το:

«Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, γιατί είσαι ωραία,

σ' αγαπώ, γιατί είσαι ωραία,

σ' αγαπώ, γιατί είσαι ωραία,

σ' αγαπώ, γιατί είσαι εσύ»

Το 'λεγα αυτό στην πίστα, ο κόσμος άρχισε και χειροκροτούσε. Χειροκρότημα εμείς δεν παίρναμε οι μουσικοί οι δημοτικοί. Οι λαϊκοί έπαιρναν χειροκρότημα απ' τον κόσμο. Εμείς... εγώ τον ξεκίνησα τον κόσμο να δώσει, να χειροκροτάει, γιατί βγαίναμε στην πίστα. Άμα κάθομαν και τραγουδούσα, δε μ' έδουνε κανένας. Έπαιρνα ή τραγουδούσα με το μικρόφωνο και κάθομαν στην καρέκλα, δεν μ' έδωναν σημασία από κάτω. Μετά έλεγα τη Βοσκοπούλα.

«Μια βοσκοπούλα αγάπησα, μια ζηλεμένη κόρη,

μα την αγάπησα πολύ κι ήμουν αλάλητο πουλί

κι ήμουν αλάλητο πουλί, δέκα χρονών αγόρι»

Κι όταν εγώ το τραγουδούσα πήγαινα στα τραπέζια γύρω, γιατί ήταν όλοι - οι περισσότεροι - ήταν γνωστοί μου. Και πήγαινα στο τραπέζι τους εγώ πάνω και τραγουδούσαν κι αυτοί μαζί μου. Ή η γυναίκα ή κάποιος άντρας, το τραγουδούσαμε μαζί. Το Σ' αγαπώ γιατί είσαι ωραία πήγαινα στο τραπέζι εγώ και πήγαινα τώρα στην κοπέλα απ' τον νεαρό και της έλεγα το Σ' αγαπώ. Το γκαρσόν ήταν από πίσω μου. Έλεγε στο γκαρσόν να ανοίξει μια σαμπάνια. Άνοιγε σαμπάνια. Άρχισαν να ανοίγουν σαμπάνιες τότες. Άνοιγε σαμπάνια, γιατί έλεγα το τραγούδι αυτό, το Σ' αγαπώ. Και σε κάθε γάμο ξεκίνησαν αυτό.

Μετά, μετά άρχισα με τη Φεγγαροπρόσωπη, ένα τραγουδάκι έφαγα είκοσι χρόνια ψωμί, έβαζα με τη σειρά τους γάμους. Εσύ παντρευόσουν τον άλλον χρόνο, μ' έκλεινες για τον άλλον χρόνο. Γιατί; Έπαιρνα τη νύφη απ' την πόρτα και τους έφερνα μες στην πίστα μ' ένα τραγούδι. Προτού, όμως, τους φέρω μέσα τους έλεγα, τους εξηγούσα: «Τα λόγια που λέω εγώ τώρα δεν τα λέω εγώ σαν τραγουδιστής, τα λες εσύ ο γαμπρός και η νύφη». Το 'χω το τραγούδι αυτό, θα το ακούσεις. Θα σ' το πω. «Λοιπόν, θα χαμογελάτε, σας παίρνει η κάμερα. Θα γυρίσετε ένα έργο». Και μπαίναμε... Αυτά τα λέγαμε απ' έξω το μαγαζί. και μόλις έδειχνα να μπουν μες στο μαγαζί, να μπουν μες στο μαγαζί στο:

«Κόρη φεγγαροπρόσωπη,

του ήλιου η θυγατέρα,

αχ αμάν αμάν,

ωχ αμάν αμάν για σένανε»

Κι έδειχνα και το χέρι στη νύφη, ότι αυτό είναι για σένανε. Έλεγε ο γαμπρός, γελούσε. Κι έλεγε πάλι:

«Να πα να πεις στη μάνα σου να κάνει κι άλλη γέννα,

να κάψει κι αλλουνού καρδιές όπως έκαψες κι εμένα»

Ο κόσμος από κάτω τ' άκουσε. Σε κάθε στιχάκι τούς σταματούσα. Έκανα τρία-τέσσερα βήματα μια μικρή εισαγωγή κι έμπαινα πάλι.

«Συ μ' έκανες κι αρνήθηκα και μάνα και πατέρα,

αχ αμάν αμάν,

ωχ αμάν αμάν

για σένανε»

Αυτό ήταν ηπειρώτικο τραγούδι ερωτικό. Αλλά αυτοί δε το λέγανε ότι «για σένανε», λέγαν: «ωχ αμάν αμάν αμανέ».

Όχι. Δεν μιλάει... μιλάει για μια κοπέλα. Όπως μιλάει τώρα το παιδί αυτό. Και λέω: «Δεν το τραγουδάω εγώ. Αυτά τα λόγια τα λέει ο γαμπρός για τη νύφη, ό, τι λέει». Και όποιος ήταν αρραβωνιασμένος μέσα στο κέντρο, έλεγε η νύφη: «Πήγαινε κλείσ' τον». «Για πότε βρε; Μεθαύριο έχουμε τον γάμο!», «Κλείσ' τον για μεθαύριο!». Είκοσι χρόνια δεν έμενα Σαββάτο βράδυ από δουλειά, Κυριακή. Δεν είναι αυτό μονάχα, είχα 09:00 η ώρα, 09:00 η ώρα ο γάμος θα 'ρχοταν στο κέντρο που δούλευα, στην «Κέντια».Μέχρι τις 09:00 η ώρα εγώ έβαζα δυο γάμους μέσα, έβαζα τη νύφη με τον γαμπρό μέσα σε άλλο κέντρο κι έφευγα γρήγορα -πληρωνόμουνα- να φέρουν τη νύφη μέσα, να πω τα λόγια αυτά, να πω το τραγούδι και να φύγω. Έπαιρνα λεφτά. Αλλά ήταν και το τραγούδι άξιζε! Τα λόγια αυτά ήτανε...! Άμα το ακούσεις τώρα που το λέω, θα το ακούσεις στο τηλέφωνό μου... Και με παίρνουν και τώρα ακόμα, που τ' ακούνε, μου δίνουν συγχαρητήρια! Λοιπόν... Αυτά ξεκίνησα εγώ σαν καλλιτέχνης εδώ στην Καρδίτσα.

Μ.Β.:

Θυμάστε κανένα γάμο τι... Θυμάστε κανένα γάμο πώς μπορεί να ήτανε; Κανένα περιστατικό που μπορεί να έγινε σε κανένα γάμο;

Β.Ν.:

Όχι, δεν είχαμε περιστατικά. Περιστατικά δεν είχαμε στα χωριά μας εδώ πέρα στα δικά μας δεν είχαμε, δεν είχαμε. Παρεξηγήσεις είχαμε λίγο. Κάτι μπορεί να γίνονταν παρεξηγήσεις, αλλά ήταν συγγενείς όλοι. Α! Κάτι άλλο σε άλλους μουσικούς γινόταν αυτό, όχι σε μένα ούτε στον πατέρα μου μας έτυχε, σε άλλοι μουσικοί έτυχε. Δηλαδή, αυτοί που ήταν στον γάμο καλεσμένοι ήταν απ' τη νύφη κι απ' τον γαμπρό, καλεσμένοι συγγενείς. Λοιπόν, κι όποιος μεθούσε και ήθελε να ξεθυμάνει, ήθελε να δείξει λίγο μαγκιά, ήθελε να δείξει ότι εγώ είμαι παλικάρι σε ποιον θα ξεθυμάνει; Στα όργανα. «Παίξτε καλά, ρε! Δεν παίζετε καλά! Μ' έπαιξες το τραγούδι εκείνο, δεν το 'παιξες καλά». Και ήτανε σε μας... μας κάνει μανούρα, να κάνει φασαρία, για να πουν την άλλη μέρα στο χωριό: «Ακούς, μαρή, ξέρεις του Κώστα ο γιος τσακώθηκε με τους οργανοπαίχτες!». Να το πουν στο χωριό. Κατάλαβες τι γίνεται; Αυτά ήταν... ήτανε στο χωριό. Αλλά, αυτοί ήταν οι συγγενείς, δε μάλωναν αυτοί. Αν αρχίζαν κάτι να λέγαν, μπαίναν οι μεγάλοι οι συγγενείς και λέγανε. Αλλά, όμως, αυτοί ερχόνταν στα όργανα, ξεθύμαιναν στα όργανα! Πιωμένοι ήταν στο κάτω-κάτω! Δεν έπιναν νερό. Και ποιον να ξεθυμάνουμε; Στα όργανα. «Παίξτε καλά, ρε! Έλα, δεν παίζετε καλά! Παίξε, δείξε!». Έλεγαν και κουβέντες. Ερχόνταν, μας έλεγαν: «Άφησέ τον, είναι μεθυσμένος!», «Ναι, αλλά εγώ τι φταίω;», «Ε, εντάξει, άντε πέρασε!» Αυτά... Είχαμε πολλά προβλήματα με μουσικούς, που μου λέγαν μουσικοί. «Μας επιτέθηκαν!». Άλλος τον χτύπησε χαστούκι τον μουσικό. Αλλά όχι σε μένα και τον πατέρα μου δεν έτυχαν τέτοια πράγματα. Είχαμε μεγάλη αγάπη όπου πηγαίναμε!

Γιατί μας παίρναν στον γάμο από αγάπη, γιατί μας αγαπούσαν. Ξέραν γιατί παίρναν. Δε μας έλεγαν: «Άντε, βρήκαμε όργανα...». Δε βρήκαμε όργανα και πάμε να πάρουμε όργανα να παίξουμε. Δε μας παίρναν στον γάμο εμάς... Δε μας παίρναν στον γάμο εμάς, γιατί δεν έβρισκαν όργανα. Μας παίρνανε, γιατί μας θέλανε, μας αγαπούσαν και μας παίρναν στους γάμους. Άμα, όμως, δεν έβρισκαν όργανα και ήταν κλεισμένα όλα κι έπαιρναν μουσικούς, τους έκαναν ό, τι ήθελαν. Αλλά εμάς, όμως, δεν είχε τέτοια πράγματα. Είχαμε μεγάλη αγάπη. Ε, ήταν μερικοί, ας πούμε, που τα πίνανε, αλλά δεν προλάβαιναν να κάνουν φασαρία σε μας, γιατί βλέπανε οι βλαμάδες, αυτοί που είχαν το γάμο, τους κλείναμε το μάτι, τους λέγαμε: «Έτσι κι έτσι. Έρχεται εδώ και μας πειράζει». Τον άρπαζαν αυτοί και τον ΄διωχναν απ' τον γάμο.

Μ.Β.:

Στους γάμους τις προηγούμενες μέρες πώς ήταν;

Β.Ν.:

Από τις... Ο γάμος ξεκινούσε τότες από δω, ξεκινούσε από την Δευτέρα. Κι όλη την εβδομάδα στο χωριό έβλεπες, ας πούμε, απ' το χωριό αυτό έβλεπες τα κορίτσια όλα και τ' αγόρια -τα κορίτσια προ πάντων- για να παν στον γάμο ερχότανε και ψώνιζαν. Θα πάρουνε φόρεμα, παπούτσια, θα πάρουνε εκείνο, για να το δείξουν στον γάμο. Τότες απαγορεύονταν να χορέψει η κοπέλα , να χορέψει όπως είναι σήμερα, πιάνονται τα χέρια τώρα και χορεύουνε, πιάνουνε στα χέρια και χορεύουνε. Απαγορεύονταν τότε. Μαντήλι. Θα είχαμε μαντήλι, αφού δεν άφηνε ο πατέρας να πιάσεις εσύ, εσύ το να πιάσω το χέρι το δικό σου και να χορέψουμε στην πίστα. Όχι! Και τότες που αγαπιόνταν τα παιδιά, αν δυο παιδιά αγαπιόνταν και το 'χαν κρυφό, αγαπιόνταν με τα λόγια τα δικά μας, με τα λόγια των μουσικών. Όταν εγώ έλεγα τραγούδια ερωτικά, αυτά κάθονταν απέναντι ο ένας με τον άλλον, ας πούμε, και κοιτιόνταν στα μάτια. Κι έλεγα εγώ:

«Μάτια σαν και τα δικά σου

δεν υπάρχουν στον ντουνιά.

Κι όποιος τα γλυκό...»

Όπως λέει αυτά τα τραγούδια. Και τότες ήτανε... Αυτοί αγαπιόντανε με τα τραγούδια τα δικά μας! Ό, τι λόγο διαλέγαμε εμείς:

«Συ μου χάρισες μαντήλι και το πήρα ο φτωχός»

Γιατί είχαν μαντήλια τότες. Κι έλεγε η κοπέλα: «Πάρε το μαντήλι».

«Μα δεν ήξερα πως ήταν της αγάπης χωρισμός

αχ αχ αχ αχ,

της αγάπης χωρισμός»

Σου είπα ότι χόρευαν με μαντήλια. Δεν πιάνονταν χέρι με χέρι. Απαγορεύονταν τότες. Και τα ερωτικά τα τραγούδια που λέγαμε εμείς, βλέπαμε τους νεαρούς, που ήταν ερωτευμένοι και ήταν κρυφά απ' τον πατέρα, απ' τη μάνα, με τα μάτια τους κάνανε... την αγάπη τους την κάνανε με τα μάτια τους χάρη στα λόγια τα δικά μας. Όταν θα λέγαμε εμείς ένα ερωτικό τραγούδι. Κατάλαβες; Αυτά ήταν στους γάμους.

Μ.Β.:

Και τις άλλες μέρες;

Β.Ν.:

Τις άλλες μέρες όλες ψώνιζαν στην Καρδίτσα. Ψώνιζαν τα κορίτσια... τώρα και το Σάββατο θα παν στον γάμο. Θα παν στον γάμο ντυμένα τα κορίτσια όλα, να τα δουν τα παιδιά, να κάνουν εκείνο, να βγουν. Αλλά υπήρχε και το άλλο τότες. Τότες υπήρχε το... Δεν παντρεύονταν τα παιδιά... ένα λίγο τοις εκατό ήταν από έρωτα ας πούμε. Τα πάντρευαν πολύ και μικρά. Έλεγε οι συμπεθέροι ας πούμε. Παντρεύει το παιδί του ο άλλος: «Έχω εγώ διακόσια στρέμματα και διακόσια, τετρακόσια. Θα παντρέψουμε τα παιδιά μας, κάνουμε τώρα τετρακόσια στρέμματα, θα 'χουμε εδώ στο χωράφι, θα γίνουμε εμείς οι πιο πλούσιοι. Χωράφια κι εκείνος στο χωριό». Και παντρεύονταν τα κορίτσια... Άλλου κορίτσι ήταν εικοσιπέντε χρονών κι ο γαμπρός ήταν δεκαεφτά. Τα πάντρευαν. Πηγαίναμε εμείς και βλέπαμε τον γαμπρό τώρα κι έπαιζε τσούζι έξω. Και τι είναι; Έλεγα τον πατέρα μου εγώ σε μια: «Τι είναι; Αυτός είναι;», «Ναι» μου λέει εμένα. «Να δεις τη νύφη», μου λέει. Τότες λέγανε ο πατέρας: «Έλα παιδί μου, θα σε παντρέψω εγώ και θα σε δώσω μια γυναίκα νταϊλιάνα! Χοντρή και ψηλή!» για να δουλέψει στα χωράφια. Για να δουλέψει στα χωράφια, δεν είχαν άλλη δουλειά να κάνουν τότες. Όχι, όπως λέγαμε σήμερα... Σήμερα που λέγαμε: «Αχ αυτή τι ωραία γυναίκα νταϊλιάνα!» και βγάλαμε το τραγούδι τότες, που το έχω γραμμένο εδώ, θα το δεις:

«Μωρέ, δεν μπόρεσα, μωρέ νταϊλιάνα μου!

Δεν μπόρεσα να βρω καμιά σαν τη δική σου την ομορφιά»

Έλεγε ο πατέρας: «Θα σε παντρέψω εγώ», στο παιδί μου, «θα σε δώσω μια νταϊλιάνα, ψηλή γυναίακα, ωραία!». Τότες. Κατάλαβες; Ναι. Και τις θέλανε τότες, όλες τις γυναίκες, τις θέλανε χοντρές. Σώμα το δικό σου δεν υπήρχε στους... Όταν ήταν σώμα σαν το δικό σου, που είσαι αδύνατη εσύ, να 'χεις το σώμα σου αυτό, ξέρεις τι λέγανε; Έλεγαν οι γυναίκες, άκουγα στα χωριά εγώ: «Ούι γιε μ', τι είναι αυτή; Αυτό είναι φθισικό!». Το «φθισικό» τότες δεν ήξεραν να το πουν «φθιματικό», «Α! Αυτό είναι φθιμάτικο». «Α! Όχι, γιε μ', αυτό είναι φθισικό! Κοίτα το πώς είναι!». Όσοι ήθελαν να πάρουν χοντρές γυναίκες και ψηλές, για να δουλεύουν στα χωράφια και να είναι γερή. Να σε λέει: «Τι να δουλέψει τώρα αυτό; Να μπει στο χωράφι μέσα να δουλέψει τώρα;». Έτσι ήταν τότες στα χωριά τα παλιά τα χρόνια. Μεγάλη ιστορία αυτή. Δεν ξέραν την ιστορία αυτή να σ' την πουν άλλοι.

Εγώ την ξέρω, γιατί την έζησα. Κι ακόμη, γιατί με την «Καραγκούνα», που ήμουνα... Με την «Καραγκούνα» ψάξαμε και βρήκαμε τα τραγούδια όλα. Ακούς ένα τραγούδι τώρα που λένε: «Άιντε μπήκαν κλέφτες στο μαντρί και μας πήραν το λάγιο το αρνί». Το «λάγιο το αρνί»... Οι άλλοι τώρα οι τραγουδιστές λεν κάτι χαζαμάρες σ' αυτό το τραγούδι. Εμείς λέμε... Το τραγούδι αυτό είναι, όταν έρχεται ο γαμπρός τότες κάναν στο σπίτι τα στέφανα, δεν κάνανε στην εκκλησία. Ερχόνταν ο γαμπρός στο σπίτι, ερχόνταν ο παπάς στο σπίτι και ΄κάναν τα στέφανα στη νύφη. Αλλά προτού, όμως, ο γαμπρός περίμενε απ' έξω απ' την αυλή, για να τελειώσει ο χορός, που θα χορέψει η νύφη με τον πατέρα της και τελειώσουμε, έλεγε... έπιανε ο πατέρας της νύφης... η νύφη έπιανε τον πατέρα της και τη μάνα της κι έλεγε, έλεγε η μάνα της νύφης:

«Άιντε μπήκαν κλέφτες στο μαντρί και μας πήραν το λάγιο τ' αρνί».

Το λάγιο, το καλό μας το αρνί.

«Που είχε το χρυσό μαλλί. Άιντε που είχε το χρυσό μαλλί,

τ' ασημένιο χαϊμαλί

μου το πήρανε και πάνε, πάνε το πήρανε και φύγανε.»

Τώρα, όμως, αυτοί το γύρισαν και λεν: «Και πηραν το λάγιο τ' αρνί,

άλογα δε βρήκανε απ' τον τσομπάνο πήρανε και δε βρήκαν άλογα»

Τι άλογα και τέτοια πράγματα; Δε μιλάει, η ιστορία μιλάει αυτό ότι: Μπήκε ο γαμπρός στο σπίτι αυτό και πήρε το καλύτερο κορίτσι. Μας πήρε το καλύτερο κορίτσι ο γαμπρός. Δε μιλάν. Πήγαν, μπήκαν, δε βρήκαν, πήραν το... «Άλογα δεν βρήκαν, τον τσομπάνο πήρανε». Και τι τσομπάνο; Αφού μιλάει... Μιλάει η μάνα: «Άιντε μπήκαν κλέφτες στο μαντρί και μάς πήραν το λάγιο τ' αρνί».

«Άιντε και μας πήραν το λάγιο τ' αρνί» -τ' άλλο στιχάκι-

«που είχε το χρυσό μαλλί, που είχε το χρυσό μαλλί, τ' ασημένιο χαϊμαλί..

Η κοπέλα, η νύφη. Κι αυτοί τώρα το γυρίσαν και λέγαν ό, τι θέλουν. Εγώ τους μαλώνω τους μουσικούς, αυτοί που βάζουν αυτά τα λόγια. Δεν ξέρουν την ιστορία. Αλλά εγώ με την «Καραγκούνα» πηγαίναμε στο εξωτερικό. Όπου πηγαίναμε στο Ανατολικό Μπλοκ... Πήγα δεκατρείς φορές στην Πολωνία, εφτά φορές στην Μόσχα... Όπου πηγαίναμε εδώ, Ρουμανία, Ουγγαρία, πηγαίναμε στην εκκλησία. Εγώ έψελνα. Έψελνα το Υπερμάχω. Πάντα έψελνα στην εκκλησία το Υπερμάχω. Όχι μονάχα εδώ, και στη Γαλλία, έξω όπου υπήρχε Ελληνισμός. Ή όπου πηγαίναμε στην εκκλησία στη Γαλλία, ήμασταν πολλά συγκροτήματα, και κάθε Κυριακή που θα μας πήγαιναν στην εκκλησία, θα λέγαμε κάτι, ένα δικό τους εκκλησιαστικό μέσα στην εκκλησία. Κι αφού έλεγα εγώ το τάδε, έλεγαν αυτό, έλεγε εκείνο, εγώ έλεγα το Υπερμάχω μες στην εκκλησία. Κι έβγαζα εγώ μέσα πάρα πολύ ωραία! Κι έλεγα παντού το Υπερμάχω.

Μ.Β.:

Και εκεί στα σπίτια που πηγαίνατε και γινόταν οι γάμοι, στα σπίτια, θυμάστε τραγουδούσατε κιόλας στον δρόμο;

Β.Ν.:

Ναι. Όταν πηγαίναμε, παίρναμε τη νύφη να την πάμε στην εκκλησία. Στον δρόμο θα τραγουδήσουμε. Κι αν ήταν τα κορίτσια που χορεύανε, αλλιώς κάναμε την πατινάδα μόνο. Αλλά άμα ήταν τα κορίτσια της νύφης και οι βλαμάδες έμπαιναν μπροστά και χορεύαμε εμείς, μέχρι που φτάσουμε απ' έξω στην εκκλησία. Στην εκκλησία απ' έξω σταματούσαμε, την έπαιρνε ο γαμπρός τη νύφη, τελειώναμε εμείς. Τελειώναμε ας πούμε.

Μ.Β.:

Τι τραγούδι λέγατε;

Β.Ν.:

Συρτά, συρτά και τέτοια. Μόνο συρτά και καλαματιανά λέγαμε, γιατί χορεύαν τα κορίτσια να τρέχουν στον δρόμο. Λοιπόν, κι ερχότανε ο κόσμος από πίσω. Αλλά αν δεν χόρευε κανένας κάναμε την πατινάδα. Πώς λένε; «ταν ταρα τα τα τα ταν». «Πάμε την πατινάδα». Αλλιώς τον λέγαμε καλαματιανά, συρτά και χόρευαν τα κορίτσια. Κι είχανε οι βλαμάδες του γαμπρού, οι βλαμάδες είχαν τα τσίπουρα κι έδιναν και τσίπουρο κι έπιναν κι άλλοι κι άντε «θα φτάσουμε στην εκκλησία». Ήταν πολύ ωραία τα εθίματα! Ναι! Πολύ ωραία εθίματα! Και οι βλαμάδες που ήταν με τα μαντήλια, όλοι μαντήλια! Οι βλάμισσες, οι κοπέλες βλάμισσες της νύφης.

Μ.Β.:

Θυμάστε έτσι κανένα γάμο... που να τον θυμάστε, που να σας έχει μείνει κανένας γάμος;

Β.Ν.:

Πού να θυμηθώ, ρε κορίτσι μου, σου λέω έχω παίξει 4200 γάμους! Τι να θυμηθώ; Όλοι οι γάμοι για μένα ήταν αυτοί οι ίδιοι, γιατί τους έφτιαχνα κι εγώ ίδιους και ξέραν αυτοί τι θέλαν από μένα κι εγώ ήξερα... για να με πάρουν εμένα, ξέραν τι θέλαν από μένα. Κι έκανα τα ίδια πράγματα. Και δεν μπορούσα και να τους χαλάσω το χατίρι. Ή να με πουν κάτι το διαφορετικό. Δε με παίρναν για κάτι διαφορετικό εμένα. Με παίρναν, γιατί με ήξεραν αυτό που θέλουν. Μέχρι εκεί έφτανα. Κατάλαβες; Άλλο τώρα που γυρίζουμε και λέμε: «Θα πάρουμε, θα κάνουμε το δημοτικό και μετά θα κάνουμε λαϊκό». Είμαστε υποχρεωμένοι τώρα να παίρναμε και μπουζούκι, να παίρναμε λαϊκό τραγουδιστή ή τραγουδίστρια λαϊκή να τραγουδήσουμε τα ζεϊμπέκικα τα λαϊκά. Τότε δεν είχαμε λαϊκό. Και στο κέντρο, που ήταν, λαϊκό δεν υπήρχε μπουζούκι. Λέγαμε όλο δημοτικό. Τώρα πας, πας στη δουλειά απάνω, πας στη δουλειά και... Εγώ στους γάμους, αφού τελείωνα με τη

Φεγγαροπρόσωπη που έλεγα, καθόσουν, κάθονταν η νύφη με τον γαμπρό, κάθονταν στο τραπέζι τους. Εγώ έφευγα με το ασύρματο το μικρόφωνο που έβγαλα ο πρώτος ασύρματο μικρόφωνο πήρα εδώ. Το πήρα τότε 495 χιλιάδες! Χιλιάρικα! Το μικρόφωνο το ασύρματο.

Έφευγα απ' το πατάρι και πήγαινα στο τραπέζι τους. Και πήγαινα εκεί στη μητέρα της νύφης και της έλεγα, γιατί την προηγούμενη, τη βδομάδα όλη, με καλούσαν στο σπίτι εμένα και μου έλεγαν: «Βασίλη, τι θα μου πεις εμένα; Ποιο τραγούδι θα χορέψω;». Εγώ της έλεγα: «Θα σε κάνω να κλάψεις!», «Δε θα με κάνεις να κλάψω!», «Θα σε κάνω να κλάψεις! Θα το δεις». «Καλά». Λέγαμε, ας πούμε, τα τραγούδια, που θα κάνουμε. Αφού εγώ τώρα τελείωνα, έλεγα τη Φεγγαροπρόσωπη, χόρευε το μπλουζ ο γαμπρός με τη νύφη και καθόνταν, τους έλεγα: «Θα καθίσετε ένα δεκάλεπτο». Θα καθίσουμε μαζί στο τραπέζι όλοι οι κουμπάροι, όλοι... Εγώ επήγαινα στο τραπέζι κι επήγαινα στη μάνα της νύφης:

«Μια Παρασκευή και ένα Σάββατο βράδυ, μάνα -με-

καλέ μάνα, μ' έδιωχνε».

«Μάνα μ' έδιωχνε κρυφά απ' το σπιτικό της».

Κι έφευγα από κει πήγαινα στον πατέρα της:

«Κι ο πατέρας...»

Αλλά προτού να πάω στον πατέρα, πήγαινα στη μάνα της νύφης κι έπαιρνα χαρτοπετσέτα και της έλεγα: «Πάρε! Πάρε για το παιδί...». Την έκανα κι έκλαιγε, έκλαιγε! Ήταν συγκινητικό το τραγούδι. Πήγαινα στον πατέρα:

«Κι ο πατέρας μου κι αυτός μου λέει φεύγα.

Φεύγω κλαίγοντας, φεύγω παρακαλώντας»

Έλεγε η νύφη. Και το χειροκροτούσαν το δικό μου. Από κει πήγαινα στον κουμπάρο:«Αχ! Σήμερα λάμπει ο ουρανός, αχ σήμερα λάμπει η μέρα,

σήμερα στεφανώθηκε ο αητός την περιστέρα»

Στον κουμπάρο.

«Αχ! Κουμπάρε που, κουμπάρε που στεφάνωσες τα δύο κυπαρίσσια

να σ' αξιώσει ο Θεός να κάνεις και βαφτίσια»

Το 'κλεινα το κομμάτι με φινάλε... Έκλεινα το κομμάτι με το φινάλε. 

Έκανα φινάλε, έκλεινα, για να πάρω το χειροκρότημα. Αφού ήξερα ότι ο κόσμος θα με χειροκροτήσει. Έτοιμος ήταν, με περίμενε το φινάλε, μόλις τέλειωνα:

«Να κάνεις και βαφτίσια»

Ο κόσμος τα χειροκροτήματα πάλι! Στα χειροκροτήματα ο κόσμος. Δηλαδή, μας άρεσε κι εμάς να πάρουμε το χειροκρότημα. Τον συνηθίσαμε τον κόσμο. Αφού έκανα όλα τα πράγματα αυτά εγώ, δεν μπορούσε ο κόσμος, που ήταν μέσα, να μη με αγαπήσει. Εσύ πώς το βλέπετε; Έτσι δεν είναι; Δεν ήταν ένα παραδοσιακό στον γάμο; Τώρα, όμως, γιατί γίναν το αντίθετο; Τι γίνεται τώρα; Μπαίνει η νύφη να χορέψουν... κι έλεγε εμένα: «Γιατί δε με παίρνεις, Βασίλη;». Θα σου παίξω το τραγούδι:

«Απόψε που μανούλα μου,

απόψε που κοιμόμουνα...»

Έλεγε η νύφη κι η μάνα χόρευε.

 «...απόψε που κοιμόμουνα

συχνά ονειρευόμουνα.

Είδα ένα όνειρο καλό,

εξήγα το μάνα μ' τ' όνειρο:

Είδα σε πύργο ανέβαινα

σε περιβόλι έμενα»

 Κι από κει λέει η μάνα ύστερα:

«Ο πύργος είναι κόρη μου,

ο πύργος είναι ο άντρας σου

 και το περιβόλι ο γάμος σου»

Το 'κλεινα το κομμάτι, τελείωνε. Αυτό. Κατάλαβες; Μετά έμπαινε η νύφη στον χορό:

Ωραία που είναι η νύφη μας... Τώρα τι γίνεται κορίτσι μου; Τώρα μόλις μπαίνει η νύφη, μπαίνει η πεθερά στον χορό: «Παίξε μου Το μαντήλι». «Το μαντήλι». Όχι, Το μαντήλι» το λέει η νύφη. Το... πώς το λεν; «Τα καγκέλια». «Παίξε μου Τα καγκέλια» λέει. Και λέει την άλλη μέρα στο χωριό η μάνα της νύφης: «Αχ χτες εγώ στο γάμο το κορίτσι μου χόρευα Τα καγκέλια!» Άιντε να δεις... που τότε χορεύανε τα παραδοσιακά τραγούδια. Η νύφη τώρα τη λες: «Ωραία που είναι η νύφη μας», «Όχι -λέει- παίξε μου Το μαντήλι».

«Πάρε το μαντήλι από τα μαλλιά

κι έλα να χορέψεις μια γυροβολιά»

Να... τι τραγούδια αυτά; Εγώ τι να πάω να πω στον γάμο τώρα; Να πω «Το μαντήλι»; Δεν κάνει να πάω να πω... Δε μ' αρέσει. Όπως εκεί έλεγε με τον Λιάβα. Με τον Λιάβα που έκανα την άλλη φορά «Το Αλάτι της γης», που έκανα «Το Αλάτι της γης», έρχεται μια κυρία και μου λέει: «Κύριε Νταράλα, παίξε μου σε παρακαλώ -λέει- το...»

«Παίξε με σε παρακαλώ λίγο Θ' αλλάξω γειτονιά. Παίξε με λίγο Θ' αλλάξω γειτονιά». Δεν κατάλαβα κι εγώ και λέω: «Και τι με νοιάζει εμένα αν θ' αλλάξεις γειτονιά;». Πατάει κάτι γέλια ο Λιάβας. Το 'χω γραμμένο και μέσα θα το δεις εδώ. «Θ' αλλάξω γειτονιά», δεν τα λέω τα τραγούδια αυτά εγώ. Τι «Θ' αλλάξω γειτονιά» και τέτοια... Αυτά τα λεν οι σημερινοί τραγουδιστές. Το ρεπερτόριο που έχω εγώ δεν το 'χουν αυτοί να τραγουδήσουν. Χιλιάδες τραγούδια! Και δεν μπορούν να τα προσφέρουν, όχι να τα πουν. Πάνε να τα πουν τώρα και λέω: «Μπράβο -λέω- δεν τα ξέρουν να τα τραγουδήσουν». Λοιπόν, και αυτά με τους γάμους.

Μ.Β.:

Και ο κόσμος εκεί πέρα τότε παλιά στους γάμους τι σας έλεγε μετά τελειώνοντας;

Β.Ν.:

Τελειώνοντας στον γάμο: «Μείναμε ευχαριστημένοι! Ευχαριστούμε πάρα πολύ!». Κι εκείνο και τ' άλλο... «Και ξέρεις έχουμε και τον ανηψιό μου. Τον άλλον τον μήνα θα κάνει τον γάμο ο ανιψιός μου, Βασίλη να 'χεις υπόψη σου! Να παίξουμε και τον γάμο εκεί!» Χαρά κι εγώ, γιατί παίρναμε και καλά λεφτά! Μας πληρώνανε! Αφού μας αγαπούσαν μας πληρώνανε καλά, παίρναμε και καλά λεφτά. Άμα δεν έπαιρνες λεφτά, δεν θα πήγαινες. Λοιπόν, έτσι...

Και μένανε ευχαριστημένοι ο κόσμος. Ερχόνταν άλλοι κι έλεγαν: «Χτες είχαμε κάτι όργανα στον γάμο! Πω πω!» μού τα λέγανε εμένα. «Ε, καλά ρε παιδιά, δε φταίω εγώ... Πού να πρωτοπάω; Ένας είμαι, δεν μπορώ να πάω να παίξω στους γάμους όλους!» Και κρύβομαν! Ερχόταν γάμος κι έλεγα: «Τι να κάνω; Είμαι κλεισμένος», «Έκλεισες;», «Έκλεισα. Τι να κάνω;». Να 'μαι κλεισμένος για έναν χρόνο! Για όλον τον χρόνο να είμαι κλεισμένος. Κάθε Σάββατο κλεισμένος!

Η ορχήστρα μου... Η ορχήστρα μου τώρα μερικά παιδιά -θα το πω αυτό, γιατί είναι... Τους είχα εξασφαλισμένοι κάθε εβδομάδα δουλειές! Κάθε εβδομάδα, και καλά λεφτά παίρνανε και τώρα άμα τους χρειαστώ, για να κάνω αυτό, «Τη ναζού» -το σμυρνέικο θέλω να το κάνω... Το 'δωσα σε πολλούς τραγουδιστές να το τραγουδήσουν και δεν μπορούν να το φέρουνε και δεν... Και τους λέω: «Ελάτε, ρε παιδιά, να με βοηθήσετε λίγο να το κάνουμε λίγο πρόβα, να κάνουμε...». Δεν έρχεται κανένας. Όμως, λένε: «Αχ τι περάσαμε εμείς με τον Βασίλη τον Νταράλα! Τι περάσαμε εμείς! Τι παίξαμε εμείς! Τι κάναμε!» Τα λέτε, αλλά τώρα που σας χρειάζομαι εγώ να 'ρθειτε να με βοηθήσετε, δεν έρχεται κανένας! «Α», λέει, «που να πάμε τώρα;», «Γιατί;», «Να πάμε σ' ένα στούντιο εκεί πέρα να περάσουμε το τραγουδάκι. Να μείνει για μένα.» Το 'χω το τραγούδι αυτό. Έπειτα έκανα ένα άλλο ερωτικό τραγούδι. Ένα πάρα πολύ ερωτικό τραγούδι, γιατί ήμαν πολύ, ήμαν πολύ ερωτευμένος! Πρέπει να το πούμε κι αυτό έτσι δεν είναι; Ήμουν πολύ ερωτευμένος με μια κοπέλα κι αφού χωρίσαμε - κάναμε οχτώ χρόνια δεσμό - κι αφού χωρίσαμε, εγώ στεναχωρέθηκα, και μετά έκανα το τραγούδι αυτό - το ΄χω εδώ μέσα - με τα τριαντάφυλλα, άμα το δεις. Λοιπόν, ένα τραγουδάκι πάρα πολύ ωραίο, ερωτικό.

«Τραγουδώ τον ερωτά μου,

τραγουδώ κι όλο πονώ,

τραγουδώ τον ερωτά μου

που 'χα χρόνια να τον δω»

Κι ήταν ένα ρεφρέν ωραίο:

 «Αυτός ο έρωτας ήταν μεγάλος

και στη ζωή μου μοναδικός.

Γι' αυτόν τον έρωτα κλαίει η καρδιά μου

σαν μαυρισμένος ουρανός»

Είναι στίχοι και μουσική δικοί μου. Τα 'χω εδώ μέσα, θα τ' ακούσεις. Θα πατήσεις, όπου θα δεις κάτι τριαντάφυλλα που τα έχω μπροστά, θα πατήσεις εκεί, θα σε βγει το τραγούδι αυτό. Μου το ζητήσαν όλοι. Το 'δωσα σε μερικούς τραγουδιστές κι εγώ να το τραγουδήσουν, όπως έκανα στη Ναζού. Την έδωσα στην κυρία... σε κάποια λαϊκή τραγουδίστρια να το πει, μου λέει: «Είναι δύσκολο. Δεν μπορώ να το φέρω με τον λαιμό». Η Ναζού είναι πολύ καλό τραγούδι κι όποιος θα το τραγουδήσει, θα αφήσει ιστορία πίσω. Αυτά για την ιστορία που έχω εγώ.

Μ.Β.:

Ναι. Και με τους συνεργάτες σας εκεί που μου είπατε, πώς ήταν οι σχέσεις σας;

Β.Ν.:

Ήταν αδερφικές! Όλοι! Αφού μ' αγαπούσαν και τους αγαπούσα, γιατί τρώγαμε το ξενύχτι μαζί, την κούραση μαζί... Όλα τα πάντα! Τα λεφτά τα μοιράζαμε μαζί... Ό, τι παίρναμε, τα μοιράζαμε. Όλη την ημέρα στο καφενείο. Δεν κάναμε άλλη δουλειά εμείς. Όλη την ημέρα θα παίξουμε τάβλι μες στο καφενείο και θα καθίσουμε και θα πούμε πώς περάσαμε χθες στον γάμο, τι έγινε χθες στον γάμο. Πειράζαμε ο ένας τον άλλον: «Τι έγινε χθες στον γάμο;», «Τι έγινε; Περάσατε καλά δεν περάσατε;» Λέγαμε αυτά την εβδομάδα, πώς περάσαμε στους γάμους και πάλι το Σάββατο στη δουλειά μας. Τετάρτη που ήταν το παζάρι ερχόνταν και οι μουσικοί όλοι απ' τα χωριά - γιατί είχαμε πάρα πολλούς μουσικούς στα χωριά - και ανταμώναμε όλοι μαζί και λέγαμε ιστορίες, λέγαμε κείνο, πώς περάσαμε, τι τραγούδια είπαμε η κάναμε εκείνο, μικροφωνικές. «Εγώ πήρα μια μικροφωνική καινούργια...». Εγώ άλλαξα δέκα μικροφωνικές. Έβγαινε μια καινούργια, την έπαιρνα. Μοντέλο καινούργιο το έπαιρνα. Άιντε πάλι. Μετά από δυο-τρία χρόνια την άλλαζα, έπαιρνα άλλη καλύτερη. Αγοράζαμε μηχανήματα και λέγαμε με τους συναδέλφους... Αυτά με την καθημερινότητα...

Μ.Β.:

Μετά έξω απ' τη δουλειά βρισκόσασταν για γιορτές στα σπίτια σας;

Β.Ν.:

Ναι, βεβαίως. Όταν κάναμε τη γιορτή στα σπίτια μας, είχαμε τη γιορτή. Εγώ επειδή γιόρταζα εγώ ή θα γιόρταζα τη γυναίκα μου ή το παιδί μου, ας πούμε. Κάναμε τις γιορτές στο σπίτι μας. Εντάξει, ο κόσμος ερχόταν, φιλαράκια μου, ερχόταν οι γαμπροί μου, ερχότανε τα κορίτσια μου, το εγγόνι μου τώρα τώρα που έχω, έρχονται πολλά άτομα.

Μ.Β.:

Κρατήσατε σχέσεις κι εκτός απ' τη δουλειά με τους συνεργάτες;

Β.Ν.:

Ναι, βεβαίως, βεβαίως. Βεβαίως, έχουμε καλές σχέσεις με τα παιδιά όλα, με αγαπάνε, γιατί με μένα πέρασαν καλά. Πέρασαν καλά, γιατί τους είχα εξασφαλισμένες δουλειές κάθε βδομάδα. Είχαν το κεφάλι τους ήσυχο πού θα πάμε. Λέγαν άλλοι: «Αχ! Δεν έχω δουλειά εγώ το Σάββατο, θα καθίσω. Θα καθίσω.» Εμένα οι δικοί μου δεν έλεγαν. Ήταν εξασφαλισμένοι, κάθε Σάββατο ήξεραν. Μονάχα μου λέγαν ποιο κέντρο είναι. «Σε ποιο κέντρο είσαι; Σε ποιο χωριό θα πάμε; Τι ώρα θα φύγουμε;» Τι ώρα θα φύγουμε; Κατάλαβες;

Μ.Β.:

Απ' τα κέντρα που πήγατε ποιο σας άρεσε πιο καλά; Πού περάσατε πιο καλά απ' τα κέντρα;

Β.Ν.:

Στα κέντρα άφησα ιστορία στην «Κέντια», στην «Κέντια». Δούλεψα πέντε χρόνια στην Θεσσαλονίκη. Δούλεψα στον «Έλατο» στην Θεσσαλονίκη, δούλεψα στην Καλλιγοπούλου, δούλεψα στο... κάτω στο πώς λέγονταν; Στον «Φάνη» στην Καλαμαριά κάτω παραθαλάσσια, στην ψαροταβέρνα, δυο σεζόν. Άλλα πέντε χρόνια δούλεψα στον «Έλατο» στην Θεσσαλονίκη. Γνώρισα πάρα πολύ καλό κόσμο. Γνώρισα πολύ καλά παιδιά, που όταν πήγα στην Θεσσαλονίκη τότες που... λέω το αφεντικό... είπα κάτι καλαματιανά, ας πούμε, και σηκώθηκαν από το τραπέζια τρία-τέσσερα κορίτσια, απ' τ' άλλα τα τραπέζια τρία-τέσσερα-πέντε παιδιά στην πίστα και πιάστηκαν και χορεύαν μαζί! Και του λέω εγώ του αφεντικού, και του έλεγα: «Απόψε θα γίνει σκοτωμός, απόψε εδώ μέσα!» Μου λέει: «Έτσι είναι τα έθιμα εδώ Μακεδονία», λέει, «Μακεδονία χορεύουν όλοι μαζί.» Όχι όπως εδώ. Εδώ να σηκωθείς να χόρευες τώρα με κορίτσια τώρα και να πάει άλλος να πιαστεί μέσα, θα γινόταν σκοτωμός. Σκοτωμός! Και φοβήθηκα και μου λέει έτσι κι έτσι: «Όχι» μου λέει. Και πέρασα καλά στην Θεσσαλονίκη, γιατί γνώρισα πολύ καλά παιδιά, πολύ καλές κοπέλες, μάς αγαπήσανε, ερχόνταν στο κέντρο. Ναι. Ερχόνταν πολλοί Θεσσαλοί, που ήταν τα πανεπιστήμια. Ερχόνταν απ' όλες τις περιοχές, γιατί ήξεραν ότι το ρεπερτόριο το είχαμε εμείς. Κατάλαβες; Ερχόνταν από δω που ξέραν τα «Μπεράτια». Έπαιζα «Μπεράτια» από πάνω απ' τα Χάσια. Χασιώτικα από κει, τα παίζαμε. Παίζαμε ηπειρώτικα, παίζαμε ηπειρώτικα! Τα παίζαμε τα πάντα. Στα κέντρα γι' αυτό δουλεύαμε στα κέντρα. Δούλεψα πολύ καιρό κι εγώ στην Θεσσαλονίκη. Ναι, δούλεψα πολύ καιρό. Και μετά δούλεψα εδώ στην «Κέντια» στην Καρδίτσα. Στην Καρδίτσα ανέβηκα πάρα πολύ στην «Κέντια» χάρη στο αφεντικό που με αγαπούσε. Όπως ήταν η Τσικνοπέμπτη προχθές. Τότες εμείς την Τσικνοπέμπτη δουλεύαμε στο κέντρο, στην «Κέντια». Γεμάτο, γεμάτο! Τότες που ήταν για τους ερωτευμένους, που είχαν τα λουλούδια πάλι, κάναμε πάλι γλέντια. Γεμάτο το μαγαζί μέσα τότες! Ερχόταν ο κόσμος, ακολουθούσε. Κι εμένα μ' αγαπούσαν και σαν «Κέντια» στο μαγαζί ήταν καλό. Το καλύτερο κέντρο εδώ. Και δούλευα και σε όλα τα κέντρα δούλεψα. Με καλούς καλλιτέχνες, καλούς καλλιτέχνες και ξένους όλους που δούλεψα. Μ' όλους τους τραγουδιστές, με τα καλύτερα κλαρίνα! Είμαι πολύ ευχαριστημένος από το επάγγελμα! Είμαι πολύ ευχαριστημένος.

Έπειτα γύρισα όλον τον κόσμο! Γύρισα όλον τον κόσμο! Πήγα δυο φορές στην Κίνα, πήγα... πήγα όλη την Νότιο Αμερική: Βραζιλία, Αργεντινή... Όλη την Ασία! Όλη την Ασία τη γύρισα! Στην Μπανγκόκ έχω φωτογραφίες εκεί που έγιναν οι πλημμύρες, τότες που έγινε ο σεισμός κι έγινε το τσουνάμι. Εκεί εγώ έχω φωτογραφίες, προτού γίνει το τσουνάμι απάνω. Ήμαν στην Ινδία. Στην Ινδία πήγαμε... Άμα με λέγαν τον άλλον χρόνο να πήγαινα πάλι, δεν πήγαινα. Δεν υπήρχε. Ήταν πολύ χάλια! Χάλια! Αλλά εγώ πήγα στην Ινδία, γιατί ήθελα να ακούσω τη μουσική, μ' άρεσε η μουσική η ινδική και τότες είχαμε ένα έργο, όταν ήμαν μικρός, Η γη ποτισμένη με ιδρώτα. Ήταν ένα έργο δικό τους από κει και το 'χε μια βδομάδα, το 'χε εδώ ο κινηματογράφος. Κάθε βράδυ πήγαινα και το 'βλεπα! Και κλαίγαμε! Κι άκουγα το τραγουδούσε η Ναργκίς. Γη ποτισμένη με ιδρώτα, ένα πάρα πολύ ωραίο έργο, καλό και το βλεπα κι έκλαιγα. Κι ήθελα να πάω, είχα μεράκι να πάω στην Ινδία και πήγα. Πήγα και στην Ινδία. Πήγαμε και στην Μπανγκόκ μετά. Άλλο ταξίδι. Δεκαέννια φορές πήγαμε στο Παρίσι! Γιατί στο Παρίσι ήμασταν υποχρεωμένοι να πηγαίνουμε κάθε φορά που πηγαίναμε στην Γαλλία, πηγαίναμε ας πούμε όπως στην Καρδίτσα κάναμε τη γιορτή των Καραϊσκακίων εδώ κι ερχόνταν είκοσι συγκροτήματα απ' όλον τον κόσμο. Αυτά τα συγκροτήματα, αφού ερχόνταν στην Καρδίτσα έπρεπε να πάνε και στην Αθήνα. Να μην πάνε να δούνε την Ακρόπολη; Αφού ΄παίρναν και τουρίστες κοντά και πλήρωναν τα έξοδα, έπρεπε υποχρεωτικά εμείς, για να γίνουν τα ταξίδια στη Γαλλία, οι Γάλλοι μάς πλήρωναν από τότε που θα μπούμε τα σύνορα τα γαλλικά και είμαστε μες στη Γαλλία, αυτά είναι όλα τα έξοδα τα γαλλικά. Όσο να φτάσουμε από δω όμως στη Γαλλία ήταν έξοδα δικά μας. Τα πλήρωναν αυτοί οι τουρίστες που παίρναμε κοντά. Παίρναμε είκοσι τουρίστες κοντά και πλήρωναν καλά και βγάζαμε τα έξοδα όλα. Ήταν υποχρεωμένοι αυτοί να τους πάμε στο Παρίσι. Να πάνε να δουν τον Πύργο, να πάνε να δουν τα... πώς τα λεν; Τις ζωγραφιές στα τέτοια. Πώς το λεν; Δεν τα θυμάμαι τώρα.

Μ.Β.:

Στο Λούβρο.

Β.Ν.:

Στο Λούβρο. Πήγαιναν στο Λούβρο και τους ξεναγούσα εγώ. Τρελαινόμουνα! Πού να πηγαίναμε; Εκεί που βγάζαν... που σε κάνουν, που σε ζωγραφίζουν απάνω; Έχω πάει πολλές φορές! Ήμασταν υποχρεωμένοι να πάμε όπου θα πάμε. Στην Νάντ, στην Νανσί, στην Λυών, στην Μασσαλία! Θα καταλήγαμε Παρίσι. Γιατί τα έξοδα τα πλήρωναν αυτοί, που θα ερχόνταν κοντά μας. Παίρναμε τουρίστες να μας καλύψουμε τα έξοδα.

Μ.Β.:

Από κει απ' το Παρίσι θυμάστε πώς ήτανε η αντίδραση του κόσμου;

Β.Ν.:

Ο κόσμος ερχόταν κι έβλεπαν, βλέπανε. Βλέπανε τα ωραιότερα τραγούδια τα δικά μας. Γιατί όχι μόνο το Παρίσι, εντάξει αυτοί μπορεί να μην καταλάβαιναν και τόσο πολλά, αλλά εμείς όταν ήμασταν στην Μόσχα βγαίναμε μετά από ένα συγκρότημα. Ήμασταν έτοιμοι πίσω πίσω από την αίθουσα, βγαίνει τώρα χορεύει το ρώσικο το συγκρότημα και μετά θα χορεύαμε εμείς. Εμείς βλέπαμε το ρώσικο συγκρότημα στις κάμερες, στις τηλεοράσεις, που βλέπαμε τώρα μέσα και μόλις άναβε το πράσινο φως, το λαμπάκι, φεύγαν αυτοί, τελειώναν, κι έπρεπε να μπούμε εμείς μες στη σκηνή. Δευτερόλεπτα! Κι όπως τους βλέπαμε αυτούς εμείς, λέγαμε εμείς... Πηδούσαν τρία μέτρα και πέφταν με το κεφάλι κάτω και τελευταία στιγμή βρίσκονταν με τα πόδια. Λέγαμε εμείς: «Τι πάμε να κάνουμε τώρα κι εμείς; Να χορέψουμε την Καραγκούνα στα τρία; Τι να δείξουμε εμείς;»

Κάποιος από την πρεσβεία, από κει που ήτανε, έρχεται -Γάλλος που ήξερε τα ελληνικά- και μας κατάλαβε και λέει: «Ακούστε να δείτε. Εμείς», λέει, «που σας φέραμε εδώ, δε σας φέραμε για τα μπαλέτα. Τα βλέπουμε κάθε μέρα εμείς αυτά. Εμείς θέλαμε να δούμε εκείνο», λέει, «που λέτε», λέει, «Άιντε Καραγκούνα για σου μωρέ Καραγκούνα. Αυτό θέλαμε να δούμε εμείς», λέει. Και μας ανέβασε ψυχολογικά, για να βγούμε να τραγουδήσουμε κι εμείς μέσα. Λέγαμε εμείς: «Τι θα δείξουμε τώρα εμείς;» Στα τρία βήματα. Βηματάκια αυτά. Τέτοιο ήταν και το μοτίβο των τραγουδιών. Και μας έδωσε και μας ανέβασε ψυχολογικά και βγήκαμε, βγήκαμε απάνω. Εμείς δεν το είχαμε καταλάβει, όμως, ότι αυτοί μας καλέσαν εμάς γι' αυτήν την παράδοση, μας καλέσαν. Αυτά τα μπαλέτα τα βλέπαν κάθε μέρα αυτοί. Γι' αυτό μας καλέσαν εκεί. Μας ανεβάζαν ψυχολογικά. Και [Δ.Α.] έξω. Μας βλέπαν ότι εμείς χορεύαμε αυτό το πράγμα. Όταν είχαμε... χόρευε ο πρωτοχορευτής το Τσάμικο και έκανε τα ψαλίδια είχαμε κάποιον που τον έπιανε -ήταν δυνατός- κι αυτός που χόρευε ήταν πιο ελαφρός λίγο. Κι αφού έκανε τα ψαλίδια και τον σηκώναμε απάνω, τον άρπαζε ο χορευτής απ' τη μέση και τον είχε όρθιο απάνω και το πήγαινε γύρω γύρω στον κόσμο κι ο κόσμος χειροκροτούσε. Τρέλα! Μια βραδιά ήτανε γιορτή κρασιού, στην Ναντ; Γιορτή κρασιού. Στην πλατεία ήταν όλος... Μοιράζαν κρασιά δωρεάν και ήμασταν και για τα συγκροτήματα όλα εμείς εκεί. Ήταν μια ορχήστρα που ανέβαινε σε κάτι τέσσερα-πέντε σκαλιά... μια σκάλα κι από κει ανέβαινε απάνω κι έπαιζε η ορχήστρα μέσα. Την φτιάξαν ειδικά για εκείνη τη βραδιά. Κι αφού έπαιζε η ορχήστρα γαλλικά τα τραγούδια όλα, φεύγω κι εγώ, ανεβαίνω τα σκαλοπάτια τάκα τάκα, θα πάω στην πόρτα μπροστά σ' αυτούς, μ' ανοίγουν την πόρτα: «Oh!», «Greek, Greece -λέω εγώ-», «Oh Greek, Greece, Greece! μου λένε» Και κάναν φινάλε... «Greece?», «Greece.» Λέω: «τα ρα λα λα λα λα λα λα λα λα...», «Yes! Oui, oui, oui! Oui, Oui!» Αυτοί οι Γάλλοι: «Oui! Oui!» Κι αρχίζω εγώ λέω τώρα:

 «Πώς θα ήθελα να είχα ένα και δύο και τρία...»

Η Μαίρη, η αρχηγός της «Καραγκούνας»: «Ο τρελός... είναι απάνω... αυτός τραγουδάει», η Μαίρη για μένα. «Πάει και τραγούδησε εκεί μέσα» λέει. Μ' άρεσε κι εμένα να τα κάνω αυτά! Κι άρεσε και σ' όλους... Έβλεπες όλοι ήρθαν σε μας, άρπαζαν τα παιδιά και τα κορίτσια όλοι οι Γάλλοι, για να τους δουν να χορεύουν το συρτάκι. Χόρευαν συρτάκι και έγινε όλη η πλατεία ένας κύκλος με συρτάκι! «Πού το βρήκες αυτό;», μου λέει, «Πού το βρήκες αυτό;» Σκέφτηκα, ανέβηκα απάνω και πήγα μόνος μου κι ανοίγω και με κοιτάν αυτοί: «Τι ζητάει αυτός από κει;» Ανοίγω την πόρτα: «Greece», λέω, «musique, musique.», «Ah musique, musique!» Λέω: «τα ρα λα λα λα λα λα...», «Oui, oui, oui». Το παίρνουν αυτοί... το παίρνω και το τραγουδάω κι έγινε κάτω... όργιο! Όργιο! Χορεύαν συρτάκι όλοι! Κοντά στα συγκροτήματα όλα μπλέχτηκαν με το ένα το άλλο. Ναι. Πέρασα πολύ καλά έξω, εξωτερικό. Γύρισα όλον τον κόσμο. Εδώ Ευρώπη εδώ, Γερμανία, εδώ αυτά μέσα Σουηδίες εδώ, όλα αυτά από είκοσι φορές! Έπειτα πήγαιναμε για καφέ, στην Τουρκία πηγαίναμε για καφέ. Βουλγαρία πηγαίναμε για καφέ. Τελείωνα... Κάναμε ρεπό το Σάββατο, την Τρίτη, την Τρίτη κάναμε ρεπό ή Δευτέρα και μόλις το κάναμε το ρεπό φεύγαμε εμείς, πηγαίναμε στην Τουρκία, πηγαίναμε κοιμόμασταν και σηκωνόμασταν το βράδυ πηγαίναμε ακούγαμε στα κέντρα καλές μουσικές, τραγουδίστριες καλές! Τελειώναμε και κοιμόμασταν και την άλλη μέρα το απόγευμα μπραφ, γιατί το βράδυ δουλεύαμε στο κέντρο. Ψωνίζαμε και κάτι πραγματάκια απ' την Τουρκία φτηνά, κάνα δερμάτινο, κανά τέτοιο και βγαίναμε και πηγαίναμε πάλι στο κέντρο. Στα ρεπό. Γυρίζαμε, γυρίζαμε! Γι' αυτό και δε μ' έμειναν και λεφτά. Δε μ' έμειναν και λεφτά. Γιατί τα χαλούσα.

Μ.Β.:

Στην Τουρκία πώς ήτανε εκεί τα μαγαζιά;

Β.Ν.:

Τα μαγάζια. Ήξεραν. Πηγαίναμε στην αγορά. Πήγαμε με την «Καραγκούνα»... Με την «Καραγκούνα» πήγα και παίζαμε σ' ένα θέατρο, σ' ένα γήπεδο και ήταν και δικτατορία τότες. Και, απ' τη μία τη μεριά που ήταν οι Τούρκοι, απ' την άλλη τη μεριά ήταν αυτοί οι «Λύκοι». Αυτοί με τους... Οι «Λύκοι» μάς έριχναν από κει κουβέντες άσχημες, μας έβριζαν. Οι άλλοι οι Τούρκοι ακούγαν, ας πούμε, βλέπαν την παράδοση τη δική μας. Εγώ αυτό το ρεπερτόριο που είχα, είχα μερικά τραγούδια από ακουστική και είπα μερικούς φίλους μου που ήξεραν τούρκικα -ας πούμε εκείνο-: «Πες μας τι θέλει να πει αυτό το τραγούδι;» και μου τα 'λεγαν στα τούρκικα και τα 'μαθα εγώ. Και αφού το χορευτικό μας έπρεπε τώρα να αλλάξει στολή, να βγάλουν τα τσολιάδικα, να βάλουν τα μπορεζάνια, άλλη στολή. Την ώρα εκείνη, όσο ν' αλλάξουν το δεκάλεπτο ή ένα τέταρτο, εγώ έπρεπε τη σκηνή να μην την αφήσω κενή. Έπρεπε να βγω και να πω μερικά τραγούδια. Να πω την

Βοσκοπούλα, να πω κάτι, κάτι άλλα... Εγώ τι σκέφτηκα εκεί; Και λέω: «Αφού τα ξέρω αυτά, δυο τραγούδια τούρκικα...». Ήξερα το Νινανάι, το εξηγώ. Και λέω: «Πάμε», του λέω, «Κάνε το Νινανάι », λέω το όργανο και: «τα ρα ρα ρα ρα να να να να να να να»

«Kalenin bedenleri

Yar yar yar yandim

Derdinden kibrit oldum

Sinanay yavrum sina nay nay»

Βλέπεις αυτοί οι Τούρκοι οι «Λύκοι», οι «Λύκοι» από κει το παπί! Το 'κλεισαν το στόμα... Έκλεισαν το στόμα οι «Λύκοι» και δεν ακούστηκε κουβέντα. Χειροκρότημα; Μπαίνω στο δεύτερο... «Κι άλλο! Κι άλλο!» Να πάμε κι άλλο. Λοιπόν:

«Kimseyi sevmedim ben seni sevdimğim kadar... αγάπη μου για σένα»

Το λέει και στα ελληνικά το τραγούδι. Λέει:

«Κλαμένα μάτια ρώτησα», έλεγε το τραγούδι, [Δ.Α.]

«Κλαμένα μάτια ρώτησα τι έχουν και δακρύζουν.

Και μου 'πανε "αγάπη μου για σένανε δακρύζουν"»

Εγώ το 'λεγα στα τούρκικα. Έγινε κάτω όργιο στην Τουρκία! Τελειώσαμε, έρχονται κοπέλες κι έρχονται απάνω μου να μιλήσουν με μένα και να μιλήσουν τούρκικα. Εγώ τώρα δεν ξέρω λέξη τούρκικα. Καλώ την κόρη της Μαίρης, που ήξερε λίγα αγγλικά, μου λέει: «Do you speak English?» Λέω: «No, no», λέω, «Greece, Greece.», «A Greece?» Λέω... μιλούσαμε και τους λέε: «Γιατί δε μας μιλάει τούρκικα;» Λέει: «Δεν ξέρει», λέει, «Αφού τραγουδούσε τούρκικα», λέει, «τώρα», λέει, «Μας τραγουδούσε τούρκικα.», «Όχι», λέει. Αυτό τραγουδούσα στην Τουρκία... αυτό στους «Λύκους» και τους έκλεισα το στόμα με δυο τραγούδια που είπα εγώ τούρκικα. Τα 'χα μάθει από δω πέρα και τα είπα. Σκέφτηκα στο μυαλό μου! Το άλλο; Στην Κίνα την πρώτη φορά που πήγαμε ήρθε... Τότες είχαμε εδώ πέρα τα επεισόδια που ΄γιναν για την Μακεδονία. Οι παπάδες βγήκαν τότες εκεί κάνανε, κάναν φωνές, κακό στις πλατείες γεμάτες, αν θυμάσαι τότε, είχαμε επεισόδια. Στην Θεσσαλονίκη που γίνανε για την Μακεδονία.

Μ.Β.:

Το '90;

Β.Ν.:

Το '90 ναι. Που έγιναν τώρα αυτό το... Εμείς πήγαμε στην Κίνα, την πρώτη φορά. Το βράδυ που βγαίναμε μέσα στο θέατρο, λέω την αρχηγό, την Μαίρη: «Με τι το κάνουμε το πρόγραμμα εμείς εδώ Μαίρη;» Λέω: «Τι; Αφού θα βγούμε, όπως είναι τώρα εδώ η πίστα, είναι ο κόσμος κάτω εδώ και είμαστε η πίστα πάνω εμείς οι μεγάλοι, για να χορεύουν...». Είμαστε τότε σε μια στιγμή εμείς λέω: «Μαίρη, κάνουμε κάτι;», «Τι;», «Θα πούμε

Μακεδονία ξακουστή τώρα για εδώ;», «Τι λες;» μου λέει, «Ναι.», «Θα μπουν οι κοπέλες από κει, οι άντρες από δω». «Πάμε», λέει.

«Μακεδονία ξακουστή του Αλεξάνδρου η χώρα

που έδιωξες τους βάρβαρους και...»

Είπα το τραγούδι αυτό εγώ. Σηκώνεται ο πρέσβης, βγάζει το σακάκι του, σηκώνεται όρθιος, το 'φερνε γύρω-γύρω έτσι και τ' αμόλησε απάνω κι έπεσε κάτω! Και με λέει η Μαίρη, μου λέει: «Θέλω να το γράψω αυτό», λέει, «σ' ένα βιβλίο. Μην το ξεχάσεις!» Πέθανε η καημένη και δεν πρόλαβα να το γράψω. Τους είπα όμως, τους τα είπα. Κι έγινε όργιο μέσα με την Μακεδονία! Όλη η πρεσβεία επί είκοσι μέρες μάς είχε πού και πού, γιατί είπα την «Μακεδονία» την ώρα εκείνη. Γιατί από δω ήμασταν ενθουσιασμένοι, μας είχαν... Θυμάσαι τι γίνονταν εδώ τότες! Ναι. Αυτά έκανα έξω.

Μ.Β.:

Οι ομογενείς...

Β.Ν.:

Οι ομογενείς... Οι ομογενείς ήταν στην Μόσχα όταν πήγαμε, την πρώτη... Πολωνία. Την πρώτη φορά που πήγαμε στην Πολωνία. Κλάμα! Όταν περνούσαμε από δω πήγαμε Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία, για να φτάσουμε στην Πολωνία. Καθόμασταν ή μέναμε, μέναμε μια βραδιά εκεί, την άλλη μέρα το πρωί φεύγαμε. Ερχόνταν όλοι οι Έλληνες που ήταν εκεί, ερχόνταν να μας δουν. ΄Μάθαν ότι θα 'ρθει ένα συγκρότημα απ' την Καρδίτσα, οι περισσότεροι ήταν Θεσσαλοί που φύγαν με τ' αντάρτικα τότες, με το παιδομάζωμα, με τέτοια... κι ερχόνταν όλοι σε μας! «Μας φέρατε... Μας φέρατε λίγο χώμα ελληνικό;» Κλαίγανε! Μας αγκαλιάζανε! Στην Μόσχα... Στην Μόσχα τότες ήταν Σιδηρούν Παραπέτασμα, την πρώτη φορά. Σιδηρούν Παραπέτασμα μιλάμε έξω. Στο Ανατολικό Μπλοκ, όταν λέγαμε, ήταν Σιδηρούν Παραπέτασμα! Κι ο Ελληνισμός πώς έκανε μόλις μας έβλεπε! Πω πω πω! Να μας αγκαλιάζει, όπου παίζαμε ερχόταν, έκλαιγαν κοντά μας! Και περισσότεροι τότες είχαν πολλά λεφτά και δεν μπορούσαν να 'ρθουν στην Ελλάδα. Δεν μπορούσαν να 'ρθουν στην Ελλαδα, γιατί δεν τους άφηναν από κει. Κι εδώ υπήρχαν χρήματα εδώ. Τότες, όταν ήταν αντάρτες, είχαν τα λεφτά... ρίχναν βαρέλια! Και τα παίρναν τα βαρέλια να τα παν εκεί κάπου και τα 'βαζε... Τα παίρναν και τα παράχωναν σε γεφύρια, σε πίσω από εκκλησίες, βάζαν στα φτελιάδια τα ψηλά, βάζαν όπως σκάβαν και τ' αφήναν εκεί και φεύγανε. Αυτοί τα παράχωναν και τ' άφηναν εκεί τα λεφτά. Αλλά αφού φύγαν έξω στο εξωτερικό, δεν προλάβανε, μείναν τα λεφτά εδώ. Και σου λέγανε: «Κάντε με πρόσκληση να 'ρθω στην Ελλάδα, αν μπορείτε. Θα σας κάνω πλούσιο εγώ.» Αλλά εμείς δεν τα καταλαβαίναμε αυτά. Κι όσοι ήρθαν εδώ, ήρθαν, βρήκαν τα μέρη, σκάψαν, βρήκαν τα βαρέλια με τις λίρες. Ναι! Βρήκαν λεφτά τότες! Ήρθαν πολλοί απ' έξω, που ήρθαν, βρήκαν λεφτά εδώ.

Μ.Β.:

Εκεί στο εξωτερικό οι Έλληνες τι τους άρεσε πιο πολύ, τι τραγούδια να ακούνε;

Β.Ν.:

Αυτοί, μόλις ακούγαν τα δικά μας τα τραγούδια, κλαίγανε. Όλα τα δημοτικά τα δικά μας, μόλις ακούγανε κλαίγανε.

Μ.Β.:

Ήταν κανένα που σας ζητούσαν πολύ; Κανένα τραγούδι;

Β.Ν.:

Όλα τα τραγούδια αυτά, αφού τι νομίζεις. Αφού τα λέγαμε εμείς. Προτού μας ζητήξουν τα λέγαμε. Εκεί μόνο τραγούδια ελληνικά λέγαμε εμείς. Θα πούμε την

Καραγκούνα, θα πούμε τα Γιούργια, θα πούμε την Νταϊλιάνα, θα πούμε τα... τέτοια τραγούδια που ήταν από δω, που τα χορεύαν αυτοί, οι πατεράδες τους, οι μανάδες τους, τα χορεύανε.

Μ.Β.:

Στην Αμερική πήγατε;

Β.Ν.:

Στην Αμερική... Στην Αμερική, Νότιο Αμερική που πήγαμε, Νότιο Αμερική. Δε βρήκαμε πολύ Ελληνισμό, ας πούμε, εντάξει. Δεν ήταν και τόσο μεγάλο ενδιαφέρον. Δεν ήταν και τόσος πολύς κόσμος τότες. Τότε ανοίχτηκαν... Ήταν και αραιωμένος ο κόσμος. Αραιωμένος.

Μ.Β.:

Με την κυρία την Θεολόγη, την Μαίρη την Θεολόγη, πώς ήταν εκεί που ήσασταν μαζί τόσα χρόνια;

Β.Ν.:

Η δεύτερη μάνα μου. Όλα τα παιδιά που... Μπορεί να περάσαν χιλια παιδιά απ' την «Καραγκούνα», αυτή η γυναίκα είχε χίλια παιδιά! Χίλια παιδιά! Ναι! Μεγάλη προσοχή στα παιδιά. Άφηνε ο κάθε πατέρας κι η μάνα το παιδάκι του να φύγει στο εξωτερικό, να 'ναι παρέα με παιδιά, με κείνο με τ' άλλο και τ' άφηνε ελεύθερο χάρις... γιατί ήξεραν πού τ' άφηναν και πήγαιναν. Ήταν η Μαίρη! Σ' αυτά τα πράγματα η Μαίρη ήτανε...! Δε χωρούσε. Το ξέρω πολύ καλά καλά εγώ. Γιατί εγώ μέσα στην «Καραγκούνα» ήμουνα πενήντα χρόνια. Πενήντα χρόνια μέσα στα κορίτσια και, όπως μ' αγαπάν τα κορίτσια σήμερα, με βρίσκουν τα κορίτσια και παντρεμένα με παιδιά, με τους άντρες τους και μ' αγκαλιάζουν και με φιλάνε. Με φιλάνε: «Βασίλη μου, να σε φιλήσω!», «Να με φιλήσεις.» Λέει ο άντρας τους: «Γιατί με φιλάς;», «Αυτός», λέει, «ήταν σαν αδερφός μου», λέει. Ήμασταν μικροί, ήμασταν εντάξει, λέει, σε μια ηλικία τέτοια, αλλά ήταν αδερφός μου!» Δεν έδωσα δικαίωμα σε παιδί, σε κορίτσι. Τα παιδιά μπορεί να είχαν δεσμούς με κορίτσια, να κάναν δεσμούς κρυφούς, ας πούμε, χωρίς να τα ξέρει η Μαίρη. Αλλά εγώ που ήμαν μέσα με τα παιδιά, τα μαθαίναμε.

Αλλά η Μαίρη δεν τους άφηνε. Άσχημο. Ήτανε... Γι' αυτό, δεν έδωσε δικαίωμα σε κορίτσι κανένα. Και μετά όταν γυρίσαν εδώ και τα κορίτσια παντρευτήκαν... Τα περισσότερα παιδιά με τα κορίτσια είναι παντρεμένα απ' την «Καραγκούνα». Ερωτευτήκανε εκεί που ήτανε, παντρευτήκανε. Ναι. Δεν υπήρχε κι άλλο χορευτικό εδώ. Τώρα η κυρία Κωστάμη, η καθηγήτρια που πέθανε τώρα, που θα κάνει τα σαράντα της, ήταν η κυρία αυτή η Κωστάμη. Καθηγήτρια και μάθαινε και χορό. Αυτήν έμαθε χορό εδώ στην Καρδίτσα και η Μαίρη. Σταφύλια πατούσαν! Αυτή η κυρία, η Κωστάμη, θέλει να την τραγουδήσω η κόρη της, θέλει να την τραγουδήσω την «Νταϊλιάνα», γιατί ήταν μια νταϊλιάνα η γυναίκα αυτή. Και της είπα προχθές, με σταμάτησε στον δρόμο, και μου λέει: «Κύριε Βασίλη, θέλω - λέει- θα με πεις το τραγούδι, την Νταϊλιάνα», λέει, «στα σαράντα της μάνας μου;», «Θα σ' το πω», λέω, «αν με καλέσεις και θέλεις να σ' το πω, θα σ' το πω στην εκκλησία», λέω, «στα σαράντα.» και πατάει κάτι κλάματα! «Κι αν με καλέσεις και θα το πω, θα το πω». Γιατί αυτή η γυναίκα, μόλις τελείωνε τον χορό, γύριζε στους μουσικούς, έκανε υπόκλιση και μας έλεγε «Ευχαριστώ!». Εξήντα τρία χρόνια μουσικός, δεν το έκανε καμία γυναίκα αυτό το πράγμα, να τελειώσει, να κάνουμε το φινάλε... χόρεψε το Τσάμικό της και γύριζε σε μας: «Ευχαριστώ πολύ», έκανε και υπόκλιση και μας έλεγε... Η μοναδική γυναίκα! Που αν θα μπορέσω τώρα, γιατί δεν ξέρω να γράφω καλά, είπα σε κάποιον να τα τα πω εγώ και να μου τα γράψει καθαρά, για να τα βάλω στην εφημερίδα. Αυτή η γυναίκα ήταν που έμαθε χορό της... εδώ με τη Μαίρη. Σταφύλια πατούσαν! Δεν ξέραν από χορό. Χάρη στα χορευτικά αυτά έμαθαν τώρα και χορεύουν τώρα τα παιδιά. Άμα δεν ήταν τα χορευτικά, σταφύλια θα πατούσαν όλοι. Σου το λέω εγώ με την πείρα που έχω. Αυτές οι δύο, η κυρία Κωστάμη αυτή, η Μαίρη πρώτα και η κυρία Κωστάμη. Και αρχίσαν τα χορευτικά όλα τώρα. Και να πουν τα χορευτικά όλα που έχουν πολλά παιδιά, πολλά βγήκαν και έμαθαν χορό ο κόσμος. Τότε δεν ήξερε χορό. Η Κωστάμη, η κυρία Κωστάμη αυτή ήταν τότες καθηγήτρια εδώ και ήξερε κι από χορό, γιατί έκανε... σε Γυμναστική Ακαδημία ήταν, και μάθαινε και χορό στις γυναίκες. 

Μ.Β.:

Εσείς κάνατε χορό μαζί με την κυρία την Μαίρη;

Β.Ν.:

Βεβαίως, χόρευα εγώ τα παιδιά εγώ πώς τα χόρευα. Μ' είχαν εμπιστοσύνη στον χορό, στο παίξιμο. Γι' αυτό μ' αγαπούσε και η Μαίρη, δεν μ' άφηνε, γιατί ήξερε ότι θα πάμε να κάνουμε το ρεπερτόριο αυτό. Τα παιδιά ήξεραν πότε θα στρίψουν, πότε θα κάνουν, πότε σταματήσουν, πότε θα κλείσουμε το κομμάτι, πότε είμαστε έτοιμοι... Αφού δεν είχαμε φάτσα στον κόσμο, δεν ήρθαμε φάτσα στον κόσμο κι είμαστε ακόμα εκεί. Θα περιμένουμε, θα κάνουμε μια πάρτι ακόμα μισή εγώ, για να 'ρθουμε εκεί, για να κλείσουμε. Να μην είμαστε πλάτη στον κόσμο. Μην έχουμε γυρισμένο τον κώλο στον κόσμο. Πως θα κάναν την υπόκλιση; Έπρεπε... αφού δεν είναι... Είμαστε εκείνο τον χορό τώρα που πιάνονται κι είμαστε σ' αυτό το στιλ τώρα. Πρέπει να 'ρθούμε εκεί φάτσα στον κόσμο και θα πούμε το «ευχαριστώ» και θα κάνουμε φινάλε εμείς, ήξερα. Δεν το 'κοβα εγώ να τους αφήσω, γιατί άλλοι μουσικοί το κόβανε και τους άφηναν με τον κώλο γυρισμένο στον κόσμο. Ε, τι ε; Είναι πράγματα αυτά; Πρέπει να είσαι φάτσα με τον κόσμο. Και περιμέναν. Θα κάνω μια παρτούλα ακόμα, όσο να σας φέρω φάτσα. Άμα είμαστε εκεί. Δεν μπορώ... Κι εκεί πάλι δε θέλω να σας κόψω. Θέλω να σας κόψω ακριβώς εκεί. Να είστε φάτσα στον κόσμο. Γι' αυτό, ήμουνα εδώ και μ' είχαν εμπιστοσύνη τα παιδιά. Γιατί με χορτάσαν, χορτάσαν, πολλά χρόνια! Πενήντα χρόνια! Ήξερα απ' έξω τι θα πω.

Μ.Β.:

Εσείς χορεύατε καμιά φορά;

Β.Ν.:

Δεν χόρευα, όχι. Ό, τι έμαθα απ' τον χορό, ας πούμε, έμαθα απ' τα παιδιά, ας πούμε, που μπερδεύομαν κι εγώ, μ' έπαιρναν, μ' άρπαζαν τα παιδιά, μ' έβαζαν να χορέψω έτσι, κάτι να κάνω, αλλά από την πείρα, από τους χορευτές που είχαμε, ας πούμε, έχω κλέψει κι εγώ μερικά βήματα ή ξέρω εκείνο, να κάνεις κάτι καθισιές, να κάνεις κάτι εκεί, να κάνεις κάτι μπόρεσα να χορέψω. Δεν ήμουνα σκράπας στον χορό. Μουσικός και να μην ξέρεις και να χορεύεις κιόλας; Χορεύω καλά, εντάξει.

Μ.Β.:

Και αυτά τα χρόνια με τι άλλο ασχοληθήκατε;

Β.Ν.:

Με τίποτα άλλο.

Μ.Β.:

Κάνατε... με το ποδόσφαιρο που μου λέγατε;

Β.Ν.:

Με το ποδόσφαιρο σταμάτησα, με το ποδόσφαιρο γιατί; Όταν πάω στον ΟΤΕ και παίρνω 2800 τον μήνα και κάθε μέρα χτυπάω κάρτα, για να μην πάω στον γάμο, να μην είμαι ξενύχτης, να παίξω ποδόσφαιρο. Όταν η ομάδα, όμως, εμένα πάει στο σπίτι το Σάββατο και ρωτάει: «Πού είναι ο Βασίλης;», «Ο Βασίλης είναι στον γάμο». Mε πιάνουν εμένα την άλλη μέρα: «Έλα δω! Τι θα γίνει; Εμείς σε βάλαμε δουλειά εκεί να μην πας στον γάμο να ξενυχτήσεις. Πώς θα παίξεις μπάλα την Κυριακή, άμα είσαι ξενύχτης; Ή τραγουδιστής ή ποδοσφαιριστής!», Και λέω κι εγώ: «Τραγουδιστής». Αφού όλη την εβδομάδα κάθομαν κι έπαιζα τάβλι στο καφενείο κι έπαιρνα πέντε χιλιάδες. Πηγαίναμε στον γάμο τρία άτομα τότες, κλαρίνο, λαούτο και βιολί. Φτιάχναμε δεκαπέντε χιλιάδες! Παίρναμε πέντε χιλιάδες! Κι ο άλλος έπαιρνε τρεις χιλιάδες τον μήνα κι εγώ έπαιρνα πέντε χιλιάδες το Σάββατο. Εγώ έπαιρνα είκοσι χιλιάδες τον μήνα εγώ! Και θα καθίσω τώρα στον ΟΤΕ να πάρω 2800 τον μήνα; Έφυγα κι έμεινα στο επάγγελμα κι όλη την ημέρα έπαιζα τάβλι. Και τι τάβλι; Δεν μπορεί κανένας στην Καρδίτσα να παίξει καλύτερο τάβλι από μένα, παίζω καλό τάβλι! Παίζω κάθε μέρα τάβλι κι έγινα καλός ταβλαδόρος! Όπως εγώ... όχι μονάχα εγώ, αλλά και πολλοί - θα πω έτσι, για καλαμπούρι θα το πω - και πολλοί πυροσβέστες. Πυροσβέστες και οι μουσικοί παίζουν καλό τάβλι απ' το καθισιό, απ' το καθισιό! Κατάλαβες;

Μ.Β.:

Με το ποδόσφαιρο...

Β.Ν.:

Ήμαν καλός ποδοσφαιριστής, ήμαν πολύ γρήγορος, γι' αυτό μ' αγαπούσαν και μ' ήθελαν. Ήμαν πολύ γρήγορος! Πολύ ταχύς! Μέσα στους πέντε ποδοσφαιριστές που ήμασταν από... μες στους πέντε καλύτερους, τους πιο γρήγορους. Γιατί το ποδόσφαιρο τότες δεν ήταν μόνο η τέχνη πώς θα παίξεις τη μπάλα και θα κάνεις, ήταν το γρήγορο, να είσαι γρήγορος πολύ. Και γρήγορος και με τη μπάλα. Όχι να κάνεις τσικλιμάκια, ας πούμε, τώρα που βλέπεις. Τότες εμείς έπαιρνε τη μπάλα το μπακ και την πετούσε πίσω απ' τον άλλον το μπακ, για να φύγω εγώ ή ο άλλος που ήμασταν γρήγοροι. «Είναι ταχύτατος», λέει. Κατάλαβες; Όταν είσαι γρήγορος, τότες ήταν το ποδόσφαιρο αυτό. Τώρα αρχίζουν το ποδόσφαιρο «τακ τακ τακ τακ τακ τακ τακ τακ» φτάνεις στη μεγάλη περιοχή. Τότες όποιος έπαιρνε την μπάλα από δω, την πετούσε μπροστά να φύγουμε εμείς. Ήμασταν γρήγοροι. Αυτό ήταν το ποδόσφαιρο τότες. Αλλά ήμασταν γρήγοροι, ήμασταν καλοί ποδοσφαιριστές, την κατείχαμε την μπάλα, αυτό που ήταν τότες, σαν τότες.

Μ.Β.:

Μέχρι πότε παίζατε;

Β.Ν.:

Έπαιζα μέχρι 20-25 χρονών. Άλλαξα κάτι ομαδούλες, πήγα και στον Παλαμά, έπαιξα και στον Παλαμά σε κάτι ομαδούλες. Εδώ έπαιξα στον «Εθνικό», την «Αναγέννηση»... Σε ομαδούλες έπαιξα. Έπαιξα σε ομάδες. Ήμουν καλός, αλλά το αγαπούσα το ποδόσφαιρο, γιατί δεν έκανα και καταχρήσεις. Δεν είχα ποτό, δεν είχα ναρκωτικό, δεν είχα τίποτας. Ήμαν ένας ερωτικός! Ένας ερωτικός τύπος! Δηλαδή προχθές, αν άκουσες στην τηλεόραση τον Πάριο... Μέχρι τις 02:00 η ώρα κάθισα και άκουσα τον Πάριο, ο πιο ερωτικός τραγουδιστής. Είπε τα τραγούδια απ' όλους τα ερωτικά, που είπαν όλοι οι τραγουδιστές και οι τραγουδίστριες. Τα είπε ο Πάριος, γιατί ήταν αυτός ο ερωτικός. Και τα είπε όλα! Μ' άρεσε! Αυτός ο άνθρωπος είναι τώρα μεγάλος καλλιτέχνης! Μεγάλος καλλιτέχνης ο Πάριος ερωτικός! Κι εγώ... ερωτικά τραγούδια πάρα πολλά! Όταν έκανα το

Σ' αγαπώ γιατί είσαι ωραία έγινε σουξέ στην Καρδίτσα. Δεν το ξέραν πουθενά. Το πήραν όλοι οι μουσικοί στην Ελλάδα κι έλεγαν το Σ' αγαπώ γιατί είσαι ωραία στην πίστα. Εγώ εβγήκα στην πίστα πρώτα. Το Σ' αγαπώ και την Βοσκοπούλα. Έκανα τα δυο αυτά σαν πρόγραμμα και μετά... Γιατί οι άλλοι έκαναν πρόγραμμα κι έκαναν άλλοι ας πούμε... Έκαναν λαϊκά, λαϊκά. Έλεγε ο άλλος, δημοτικός τραγουδιστής τώρα, έλεγε τον βιολίστα: «Παίξε μου...». Κι έλεγε ο άλλος:

«Νυχτερίδες κι αράχνες, γλυκιά μου,

έχουν χτίσει φωλιά»

Αυτά είναι λαϊκά και δεν είχαν σε μας καμιά δουλειά, με το δημοτικό. Εμείς έπρεπε να πούμε τραγούδια δικά μας, δημοτικά και ερωτικά, άμα ήθελες να κάνεις πρόγραμμα. Και καθιστός στην πίστα, όχι όρθιος. Όχι! Με το μικρόφωνο και καθιστός. Εγώ έπαιρνα το μικρόφωνό μου και έβγαινα στην πίστα. Πήγαινα στα τραπέζια, γιατί οι περισσότεροι ήταν φίλοι μου και πήγαινα στις γυναίκες τους και τους έλεγα το Σ' αγαπώ και το αφεντικό πίσω έλεγε το γκαρσόν: «Σήκω, πήγαινε από κοντά». Να 'σαι κει από κοντά από μένα γιατί; Αφού έλεγα εγώ τώρα σε σένα, έλεγα το: «Σ΄αγαπώ...».

Ο δικός σου που ήταν δίπλα έλεγε το γκαρσόν: «Φέρε σαμπάνια!» Εγώ με τη σαμπάνια: «Στην υγειά σας!» Έφευγα από σένα, στο άλλο το στιχάκι πήγαινα στ' άλλο το τραπέζι. Άλλη σαμπάνια! Και το μαγαζί μ' έλεγε την άλλη μέρα, το άλλο το Σάββατο: «Βασίλη, έλα! Κάνε καμιά βόλτα ν' ανοίξουμε σαμπάνια!». Ήμουν και σαμπανάς! Άνοιγα και σαμπάνιες, κατάλαβες; Σαν δημοτικός. Αφού κανένας δημοτικός δεν άνοιγε σαμπάνιες, οι λαϊκοί άνοιγαν σαμπάνιες με τα ζεϊμπέκικα και με κείνα. Κι εγώ έγινα και σαμπανάς. Και μου λέγαν τα μαγαζιά: «Ο μοναδικός δημοτικός [Δ.Α.] σαμπανάς». Είχα το γκαρσόν από πίσω μου, σταυρωμένα τα χέρια, κοιτούσε και περιμένε τώρα, μόλις έλεγα το «Σ' αγαπώ» εγώ... «Απ» το άλλο το στιχάκι έλεγα σε σένα, έφευγα από κει πήγαινα στο άλλο το τραπέζι, στον άλλον από κει. Κι έβλεπα όλη την ώρα που ψοφούσαν όλοι για... λίγο να παινέψουν τη γυναίκα τους. Πήγαινα λίγο τους έλεγα το τραγούδι: «Το παράθυρο κλεισμένο» σ' αυτόν, στον άλλον από κει άλλη σαμπάνια από δω, άλλη σαμπάνια από κει... Άντε πάλι, η Βοσκοπούλα. Τραγουδουσε μαζί μου κοπέλα. Πήγαινα εγώ στο μικρόφωνο και το 'βαζα να τραγουδήσει. «Μπατ» σαμπάνια η κυρία, μια κυρία. Μια κυρία. Ήμαν τέτοιος τραγουδιστής, σηκωνόμουν μέσα στα όλα! Είχα πολύ θάρρος! Αλλά, όμως, θάρρος, γιατί ήξερα τι κόσμο είχα κάτω, όμως. Δεν μπορώ να...

Με ποιο θάρρος θα πήγαινα στο τραπέζι εγώ των άλλων να τραγουδήσω στην κοπελιά τους. Αλλά με ξέραν εμένα σαν Βασίλη, σαν ποδοσφαιριστή, σαν εκείνον... κάθε μέρα μαζί. Με ξέραν, ας πούμε, κι είχα θάρρος και ότι δεν πήγαινα πονηρά εγώ στην κοπέλα του, δεν πήγαινα πονηρά. Πήγαινα με ανοιχτή καρδιά να πω το τραγούδι. Ναι. Και στα Κανάλια, στα Κανάλια πάνω! Ερχόντανε προτού ακόμη να βάλουμε μπρος, τρώγαμε οι μουσικοί. Εγώ είχα -την ώρα εκείνη εκεί που τρώγαμε- είχα σημειώματα με παραγγελίες τραγούδια με πενηντάρικα ή με κατοστάρικα. Τα κατοστάρικα τότες που ήταν... κατοστάρικο και... Κι έβλεπες είχα ένα χιλιάρικο παραγγελίες! Με πενηντάρι και το χαρτάκι. Κατοστάρικο άλλος με το χαρτάκι: «Παίξε με το τάδε τραγούδι». «Τάδε τραγούδι», «Τάδε τραγούδι», «Τάδε τραγούδι». Εγώ τι έκανα όμως; Σαν επαγγελματίας που ήμουν... Και μου λέγαν οι μουσικοί: «Βασίλη, δουλέψαμε μ' όλους τους μουσικούς, αυτό το πράγμα που έκανες εσύ», λέει, «τρώγαμε κι έχουμε ένα χιλιάρικο ακόμα προτού ανεβούμε στο πατάρι απάνω. Έχουμε ένα χιλιάρικο χαρτούρα!» Εγώ τι έκανα; Άρχιζα το τραγούδι... Κάτω τώρα είναι 700 άτομα, η πλατεία γεμάτη! Έλεγα εγώ ας πούμε:

 «Ώρε Χατζίνα μ' δε, ώρε δεν στολίζεσαι»

Το χαρτάκι ήξερα το όνομα. «Γιάννη, δικό σου!». Του Γιάννη. Σηκωνόταν ο Γιάννης μες στα 700 άτομα να 'ρθει στο πατάρι, για να με δώσει κι άλλο πενηντάρι να δείξει στον κόσμο ότι εγώ... είναι δικό μου το τραγούδι. Κι έπαιρνα κι άλλο πενηντάρι! Και κατοστάρικο! Το εφέ του έκανε, έκανε εφέ ο άνθρωπος, ρε παιδάκι μου. Κι έπαιρνα κι άλλο πενηντάρι κι άλλο κατοστάρικο η κατοστάρικο. Στο άλλο το τραγούδι πάλι, έλεγα:

 «Βγήκα ψηλά μάνα μ' στον Όλυμπο...»

«Χρήστο, δικό σου!» Σηκωνόταν ο Χρήστος μέσα σε 700 άτομα να πει ότι ήταν δικό μου το τραγούδι. Από εγωισμό. Έπαιρνα κι άλλα ο κόσμος. Δηλαδή ήμαν τέτοιος που έπαιρνε χαρτούρα. Καταλαβαίνεις; Ήμαν τόσο επαγγελματίας. Κι αυτό γινόταν στα Κανάλια, γιατί τους πιο μερακλήδες απ' όλα στα Κανάλια ή απάνω στα βλαχοχώρια δεν υπήρχαν. Αυτοί ήταν οι μερακλήδες. Στ' άλλα τα δικά μας τα Καραγκουνοχώρια κάτω δεν ήταν τέτοια πράγματα. Δεν είχαμε. Ήταν στα ορεινά απάνω ήταν μερακλήδες. Ήταν με τα τραγούδια τους και ήταν εγωισταί: «Πάω να χορέψω!» Τώρα με τα δεκαχίλιαρα. Με τα δεκαχίλιαρα. Παίρνει ο άλλος και μ' έδινε δεκαχίλιαρο. «Κάτσε! Τι γίνεται εδώ; Δεκαχίλιαρο;» Το πεντοχίλιαρο τότες που έδιναν τα πεντοχίλιαρα δεν ήταν τίποτα. Δεκαχίλιαρο! Κοιτούσα! «Παίξε μου ένα τσάμικο μεγάλο δικό σου Βασιλάκη!», «Απ» δεκαχίλιαρο! Έλεγα: «Τι γίνεται εδώ;». Οι μουσικοί έλεγαν: «Τι έγινε ρε Νταράλα; Τι έγινε ρε Νταράλα;», «Το παπί», λέω. Το παπί! Μη μιλάτε!». Ναι. Ήμαν καλός επαγγελματίας. Καλός επαγγελματίας.

Μ.Β.:

Και πώς τέλειωνε η βραδιά;

Β.Ν.:

Ωραία! Δεν είχαμε προβλήματα. Τελείωνε η βραδιά... Στο τέλος, στο τέλος όταν βλέπαμε λίγο... ήταν λίγο, ήταν καλοί να πάρουμε... Μας πλήρωναν και μας βαστούσαν λίγο, γιατί ήταν... στο τέλος θα ήταν και λίγο φτιαγμένοι, θα ήταν λίγο μεθυσμένοι, θα ήταν εκείνο... Να μην κάνουμε και καμιά παρεξήγηση και κάνουμε και ράνουμε... Τους κάναμε τα χατίρια, τους κάναμε λίγο το χατίρι τάκα τάκα, για να φύγουμε. Κατάλαβες; Είχαμε κάτι τραγουδιστές άλλοι στο κέντρο στην «Κέντια». Οι μουσικοί λέγανε: «Βασίλη, τι θα γίνει τώρα; Αυτός ο τραγουδιστής...». Ανέβαινε αυτός, για να δικαιολογήσει και το μεροκάματό του, είχαμε δυο παρέες τώρα μέσα και κάθονταν και τους έκανε παραγγελίες, έκανε εκείνο κι έλεγαν οι μουσικοί: «Άει, ρε Βασίλη, να τελειώνουμε!», «Ναι. Περιμένετε», λέω εγώ, «περιμένετε.» Του λέω εγώ του τραγουδιστή: «Κοίταξε να δεις, μόλις κλείσεις μ' αυτό βγαίνω εγώ. Βγαίνω εγώ», «Άσε ρε, Νταράλα...», «Βγαίνω εγώ», λέω. Τελείωσε». Έβγαινα εγώ:

«Απορώ με μένα, απορώ

που σε θέλω ακόμα,

απορώ»

Έκανα το φινάλε εγώ. «Καλημέρα σας!» Οι μουσικοί: «Γεια σου, ρε Νταράλα!». Ε, τι; Αυτός τους βαστούσε μια ώρα, για να κάνει την πλάκα και να κερδίσει το μεροκάματο. Κάθονταν οι μουσικοί τώρα περιμέναμε τώρα σου λέει: «Τι να κάνουμε;». Κι όλοι οι μουσικοί μόλις χαίρονταν με μένα. Μόλις με βλέπαν εκεί μου λέγαν: «Έλα δω, Βασίλη, έλα! Έλα, έλα, έλα! Κάνε φινάλε εσύ!» Πιάνω λίγο τον τραγουδιστή του λέω: «Κοίταξε να δεις! Μόλις κάνεις εσύ φινάλε», του λέω, «βγαίνω εγώ. Βγαίνω», λέω, «να...». Ήξερε... Μ' έχουν οι μουσικοί εμένα. Ε, και ήταν και για τους μουσικούς καλό, γιατί μας τυραννάν τώρα, ας πούμε, κάνουν... Αφού τελειώσαμε και τελειώσαμε. Ναι.

Μ.Β.:

Τι ώρα τελειώνατε;

Β.Ν.:

Αναλόγως, αναλόγως τι κόσμο είχαμε, πόσο κόσμο είχαμε και τι καλόν κόσμο είχαμε. Αν άνοιγαν σαμπάνιες. Τώρα τελευταία, αν άνοιγαν και σαμπάνιες, άμα δεν άνοιγαν και σαμπάνιες κάναμε και λίγο το παπί να τελειώνουμε. Να κάνουμε και το χατίρι και του αφεντικού και του μαγαζιού. Και τα γκαρσόνια κουραστήκαν κι αυτά: «Α ρε Βασίλη, να φύγουμε τώρα! Ά, ρε Βασίλη! Οι μουσικοί πίσω εντάξει». Άμα είχαμε χαρτούρα, όμως; «Κάτσε εδω, Νταράλα!» φώναζαν όλοι πίσω, χαρτούρα όταν είχαμε, χαρτουρίτσα! Φώναζαν όλοι: «Κατέβα κάτω, κατέβα! Μπες στην πίστα!» Να και με βάζαν πενηντάρια εμένα στο τσεπάκι, πενηντάρια. Ναι, ευρώ.

Μ.Β.:

Και είχατε συνεργασίες με γνωστούς τραγουδιστές άλλους-

Β.Ν.:

Ναι, βεβαίως-

Μ.Β.:

Στην Αθήνα; 

Β.Ν.:

Βεβαίως, βεβαίως! Λέγαν ας πούμε: «Ξέρεις τίποτα;». Έλεγαν τον τραγουδιστή. Έκλειναν τον γάμο εμένα: «Βασίλη, θα πάρουμε τον τάδε τραγουδιστή;». Εγώ τώρα, για να μην προσβαλθώ στον μουσικό αυτόν τον... που είναι φίλος μου, να πω: «Ξέρεις δεν τον θέλω. Αφού θέλεις εμένα τραγουδιστή, τι τον θες αυτόνε;». Δεν μπορούσα να το πω αυτό εγώ τώρα, γιατί θα με μισούσε ο μουσικός. «Θα 'ρθει ο Παναγιώτης που είναι φίλος μου; Με τον Παναγιώτη πάμε καλά εμείς!». Δεν μπορούσα να του χαλάσω το χατίρι, γιατί αυτός... Θα τον έλεγα εγώ: «Τι δεν μπορώ, δεν τον θέλω τον Παναγιώτη. Τι τον θες;» Θα τον έλεγε: «Παναγιώτη κοίταξε, κάτσε, μείνε, γιατί δε σε θέλει ο Νταράλας». Δε θα με μισούσε εμένα το παιδί αυτό; Εγώ: «Έλα κι εσύ Παναγιώτη να τη μοιράσουμε τη δουλειά! Εντάξει;». Ή Γιάννη ή εκείνον ή τάδε... Ήμαν επαγγελματίας, ήμαν πολύ επαγγελματίας. Καλός επαγγελματίας. Δούλεψα με όλα τα παιδιά. Κανένας δεν έχω παράπονο. Ναι. Και τώρα απ' το, τώρα τελευταία που βγήκαν τα τραγούδια τα λίγο πιο μοντέρνα, όπως βγήκαν τώρα αυτά... Είχαμε κι εμείς μοντέρνα τραγούδια, που οι τραγουδισταί οι μεγάλοι, ας πούμε, δεν τα λέγανε, λέγαν τα δικά τους. Παίρνανε του Ζάχου παράδειγμα. Ερχόταν ο Ζάχος εδώ...: «Αφού μ' έφερες σαν όνομα, σαν φίρμα εμένα, εγώ θα σου πω τα τραγούδια τα δικά μου».

«Ώρε μια μάνα απόψε, μια μάνα...»

Γι' αυτό μ' έφερες εμένα για το τραγούδι μου. Εγώ το τραγουδάω, ο Ζάχος», λέει. «Ναι. Σ' έφερα να το πεις». Αλλά ερχόνταν άλλοι κι έλεγαν: «Παίξε με το... ένα τραγούδι του Σκαφίδα». Απ' άλλον τραγουδιστή. Αυτός, η φίρμα, δεν τραγουδάει τραγουδιστή για τους άλλους: «Αφού μ' έφερες εμένα, θα πω τα τραγούδια μου. Βασίλη, έλα πάρε το μικρόφωνο!» Εγώ είχα ρεπερτόριο απ' όλους τους τραγουδιστές κι έλεγα και μ' έπαιρναν για δουλειά. Δεν έμενα από δουλειά, αν δεν είχα δουλειά. Μ' έπαιρναν όλες οι φίρμες εμένα για δουλειά! «Βασίλη, πες εκείνο του Σκαφίδα». Πήγαινα με τον Καρναβά, μ' έλεγε: «Παίξε μου του Κάβουρα». Έλεγα του Κάβουρα. Πήγαινα με τον Κάβουρα κι έλεγα του Ζάχου. Μ' αυτούς, όλες τις φίρμες, τα ονόματα που ήταν τότες εδώ πέρα -ονόματα και τραγουδισταράδες - μ' είχαν από κοντά. Μ' είχαν από κοντά και μ' αγαπούσαν. Αλλά εμείς βασιλιά, όμως, τώρα εδώ... Βασιλιά τραγουδιστή των δημοτικών έχουμε τον Γιάννη τον Κωνσταντίνου! Ο βασιλιάς του δημοτικού τραγουδιού σήμερα εμείς η γενιά η δική μας, δεν πέρασε κανένας σαν τον Γιάννη τον Κωνσταντίνου. Τον έχουμε βασιλιά εμείς. Ο κόσμος εντάξει δεν καταλαβαίνει, δεν φτάνει το μυαλό του μέχρι εκεί, εντάξει.

Αλλά εμείς σαν μουσικοί όλοι έχουμε τον Γιάννη τον Κωνσταντίνου. Και λαϊκή τραγουδίστρια, όπως έχουμε τον Καζαντζίδη βασιλιά -βασιλιάς- έχουμε και τη βασίλισσα! Ποια είναι η βασίλισσα; Η Χάρις Αλεξίου! Η Χαρούλα είναι η βασίλισσά μας! Και οι άλλες καλές τραγουδίστριες, στοματάρες! Η Παπαδοπούλου, στοματάρα! Όλοι! Η Γλυκερία, στοματάρα! Αλλά η Χαρούλα ήταν η βασίλισσα! Δούλεψα πολύ καιρό κι εγώ. Δούλεψα με την Χαρούλα. Δούλεψα με την Χαρούλα, μ' αγαπούσε η Χαρούλα πολύ! Μ' αγαπούσε πάρα πολύ! Δούλεψα με την Χαρούλα. Ναι. Και τώρα μ' αγαπάει. Άμα τη δεις μέσα σ' όλα τα τραγούδια της, που λέει, εγώ τη λέω «βασίλισσα», «Γεια σου, βασίλισσα!», «Γεια σου βασίλισσα!». Λέει αυτή: «Ευχαριστώ, Βασίλη μου!». Με παίρνει τηλέφωνο: «Ευχαριστώ, Βασίλη μου, ευχαριστώ!». Καλή! Και ψυχή ψυχάρα! Η Χαρούλα, η βασίλισσα! Αλλά, ο βασιλιάς στο δημοτικό τραγούδι έχουμε τον Κωνσταντίνου. Βασίλισσες στο δημοτικό τραγούδι έχουμε τρεις. Έχουμε την... η πρώτη είναι η τέτοια η Βέρα, η Τασία Βέρα, η Σοφία Κολλητήρη και η Πυργάκη. Τρεις έχουμε βασίλισσες. Δημοτικό. Όλα τα κορίτσια τραγουδάν καλά όλα. Αλλά, αυτές οι τρεις είναι οι βασίλισσες στο δημοτικό τραγούδι. Ναι.

Μ.Β.:

Με την Χαρούλα την Αλεξίου θυμάστε καμιά έτσι μαζί της συναυλία;

Β.Ν.:

Ναι. Μου λέει... Τη βραδιά που δουλεύαμε, την πρώτη βραδιά που δουλέψαμε, μου λέει... Την ακούω εγώ να κάνει κάτι, ένα ωραίο, έβαλε κάτι στον λαιμό ωραία και λέω: «Ρε Χαρούλα», λέω, «τι ωραίο ήταν αυτό που έκανες τώρα δα;». Μου λέει: «Περίμενε, περίμενε», μου λέει. «Καλά». Τελειώνω, χόρευαν μερικοί και τους λέει: «Καθίστε τώρα κάτω όλοι!» Στο κέντρο. Στο, αυτό που το 'χει απ' τα Κανάλια κάποιος, στον «Κεραμεικό», στον «Κεραμεικό» στην Αθήνα. «Καθίστε όλοι κάτω τώρα να πούμε μερικά τραγούδια». Για μένα. Χωρίς να ξέρω εγώ ότι τώρα θα... «Να σε κάνω τώρα εγώ» λέει. Αυτήν αγαπάει, αγαπούσε πολύ μία τέτοια -πώς το λεν- Αιγύπτια. Φαράχ; Πώς τη λένε; Μία Αιγύπτια τραγουδίστρια που τη διώξανε από κει και ήταν στην Γαλλία, έφυγε. Και αυτή πήγαινε στην Αίγυπτο κι έκλεβε κασέτες, κασέτες μέσα στα χαμόσπιτα να βρει κασέτες απ' αυτήν την τραγουδίστρια, για να κλέψει το λαιμό της. Κι αρχίζει τώρα η Χαρούλα μου λέει: «Πες στο βιολί να 'ρθει μαζί μου». Λέει: «Κοίταξε να δεις, θα μ' ακουλουθήσεις κοντά. Θ' αλλάξω μερικούς δρόμους με το στόμα, θ' αλλάξω μερικούς δρόμους κι, όταν στον δρόμο πέφτω εγώ, θα πέφτεις κι εσύ στον δρόμο μου». Κι αρχίζει η Χαρούλα, ας πούμε:

«Χαραμί εν- αλ αλ- αγου ει ει γουα - ει γο»

Εγώ χάζεψα! «Φτάνει ο λαιμός σου μέχρι εκεί μωρέ» της λέω, «Θα σε κάνω τώρα», με λέει. Και μ' έκανε... επί ένα τέταρτο έλεγε τέτοια στα ξένα τα 'λεγε, τ' αράβικα. Χάζεψα! Γι' αυτό είναι καλλιτέχνις μεγάλη! Μεγάλη καλλιτέχνις! Έκανε αράβικα. Αυτήν την τραγουδίστρια τη μεγάλη, την Κάλσουμ, την Κάλσουμ. Η Κάλσουμ είναι η καλύτερη Αράβισσα τραγουδίστρια. Κι είχε απ' αυτή κομμάτια! Δεν μπορώ να τη βγάλω απ' το μυαλό μου τώρα αυτή την Χαρούλα! Δεν μπορώ να την βγάλω απ' το μυαλό μου! Μ' έκανε αυτά τα πράγματα, για να τ' ακούσω εγώ! Και ψυχάρα, ψυχάρα! Κι όταν τέλειωνε, λέει το αφεντικό: «Κοίταξε να δεις τώρα», του λέει στ' αφεντικό, όταν τελειώσαμε το πρωί 06:00 η ώρα, «κοίταξε να δεις δώσε κι ένα χιλιάρικο δικό μου στα παιδιά!». Μ' έμεινε αυτό! «Κι ένα χιλιάρικο δικό μου στα παιδιά! Δικό μου!». Απ' το μεροκάματο το δικό της να μας δώσει. «Δώσε κι ένα χιλιάρικο δικό μου», λέει, «στα παιδιά!» Για μας, για μένα. Ναι, μ' αγαπούσε πάρα πολύ, είναι πολύ καλή! Δούλεψε και δούλεψε και με τον άλλον εκεί. Αλλά την... καλή! Ήμασταν και στην Αλβανία είκοσι δύο μέρες, στην Αλβανία με την «Καραγκούνα» εμείς, αυτή την έστειλε το Υπουργείο Πολιτισμού. Το '82, επί τέτοιον, αυτόν που ήταν τότε ο δικτάτορας στην Αλβανία. Και εκεί γνωριστήκαμε καλά, το '82. Κι εγώ έβαζα λίγο έκο στο μηχάνημα. Μ' άρεσε να κάνει το «ένα-ένα-ένα-ένα», που βάζουν αυτοί έκο και μ' άρεσε. Εμείς οι δημοτικοί βάζαμε. Αυτοί οι λαϊκοί βάζαν μόνο βάθος. Μονάχα βάθος μόνο. Εγώ έβαζα έκο και σε μια πρόβα: «Νταράλα! Κόψε το έκο, δεν είσαι στο πανηγύρι εδώ!» μου φώναξε η Χαρούλα από μέσα. Λέει: «Κόψε το έκο απ' το μηχάνημα», απ' τη μικροφωνική που κάναμε δοκιμή με τη μικροφωνική, ναι.

Μ.Β.:

Και με τον Κωνσταντίνου-

Β.Ν.:

Τον Γιάννη τον-

Μ.Β.:

Συνεργαστήκατε; Ναι.

Β.Ν.:

Τον Γιάννη τον Κωνσταντίνου; Τον παίρνω τώρα που γιόρταζε τ' Αϊ Γιαννιού, τον πήρα τηλέφωνο, με πήρε τηλέφωνο κι εμένα, τον είπα κι εγώ χρόνια πολλά... «Βασιλάκο μ'» με λέει, «Βασιλάκο μ'». Μιλάει... αυτός είναι από τα Γιάννενα... απ' την Πρέβεζα. Κι έμενα αντί να με πει «Βασίλη μου» μου λέει «Βασιλάκο μ'». «Ώρε Βασιλάκο μ', τι κάνεις; Καλά; Χρόνια πολλά!», «Χρόνια πολλά, Γιάννη μου, βασιλιά μου!» Εγώ τον έχω εκεί. Πολύ καλός τραγουδιστής! Αλλά κουράζονταν πολυ! Και μόλις... ήθελε να πάει... τελειώναμε τη δουλειά τη δική μας κι ήθελε να πάει αλλού. Κι έκανε λίγο το κορόιδο και μ' έλεγε εμένα για να με ανεβάσει, για να τραγουδάω... Εγώ ντρέπομαν να τραγουδήσω μπροστά του, φοβόμουνα.

Και μου 'λεγε: «Βασίλη, εδώ στην Θεσσαλία εγώ δούλεψα μ' όλους τους τραγουδιστές, δούλεψα μ' όλους. Ένας τραγουδιστής που υπάρχει καλός εδώ μέσα είσαι εσύ!», για να μην κωλώνω εγώ να τραγουδάω, για να πάει αυτός να ξεκουράζεται, γιατί είχε δουλειά. Ναι. Και σε μια στιγμή μου λέει μια παρέα: «Βασίλη» ήρθαν απ' την Αμερική αυτοί να κάνουν τα βαφτίσια εδώ κι έφεραν και τον Γιάννη. «Βασίλη, πες του Κωνσταντίνου να μας κάνει Ένα ένα κεραμίδί!», τραγούδι δημοτικό. Ε, πήγα εγώ λέω: «Γιάννη», λέω, «έχω μια παραγγελιά, κάτι να κάνεις» λέω. Λέει: «Βασίλη, πες το εσύ», μου λέει, «για να πάω λίγο, να πάω λίγο...». Το είπα εγώ «Το κεραμίδι». Μετά που ήλθε ο Γιάννης με λέει εμένα: «Το 'πες καλά!» μου λέει. «Το 'πες καλά!», «Το 'πα καλά», λέω, «Γιατί», λέω, «με ανεβάζεις ψυχολογικά;». «Όχι», μου λέει, «το είπες καλά», μου λέει, «Εντάξει!». Ναι. Ήταν λίγο τεμπελάκος. Γιατί; Γιατί ήθελε να φύγει, να πάει αλλού να τραγουδήσει. Δε σταματούσε με τίποτα! Κι έπαιρνε πολλά λεφτά εδώ, πολλά λεφτά! Ο γιος του, ο γιος του είναι μεγάλος καλλιτέχνης, ο Μάκης ο Κωνσταντίνου, πολύ μεγάλος καλλιτέχνης! Παίζει και πολλά όργανα τώρα, είναι σ' όλα τα στούντια μέσα! Και μ' ευχαρίστησε κι ο Μάκης και μου είπε: «Βασίλη μου, θέλω να σε ευχαριστήσω κι εσένα κι έναν κλαρινίστα που πέθανε, που δουλεύαμε μαζί. Δεν μπορώ -γιατί πέθανε- θέλω να τον ευχαριστήσω, αλλά πέθανε. Ευχαριστώ εσένα, γιατί», λέει, «τα λεφτά που πήρε ο πατέρας μου από σας«, λέει, «στην Καρδίτσα, εμείς», λέει, «ήμαν μικρός και τα 'φερνε σπίτι στη μάνα μου», λέει, «εκεί. Μας έλεγε ότι παίρνει πολλά λεφτά στην Καρδίτσα χάρη σε σένα», λέει, «και στον κλαρινίστα.» Γι' αυτό τον αγαπούσα τον Γιάννη. Και δούλεψα μ' όλους τους τραγουδιστές, αλλά αυτός... αυτόν τον τρέμαμε αυτόν. Μέλι, μέλι τραγουδιστής! Τον αγαπούσαν πολλοί! Όλοι οι τραγουδιστές! Και τώρα έχουμε καινούργιους τραγουδιστές, βγήκαν.

Είναι κάποιος φίλος μου τώρα, ο Σιώλος, ο Σπύρος Σιώλος. Έκανε κάτι τραγουδάκια ωραία προχθές και τον έδωσα κι εγώ το τραγούδι Τον ερωτά μου, τον δικό μου, το έδωσα να το τραγουδήσει αυτός. Αλλά δε μου το τραγουδάει ακόμα και θέλω να το πάρω. Θέλω να το τραγουδήσει αυτός! Του είπα: «Παρ' το, τραγούδησέ το!». Γιατί δεν το τραγουδάει; Κι είναι καλός τραγουδιστής, καλός τραγουδιστής! Μοιάζει πολύ του Κωνσταντίνου, κυνηγάει τον [Δ.Α.] του Κωνσταντίνου, έχει διαβάσει βυζαντινή μουσική, ναι. Έχει διαβάσει βυζαντινή μουσική. Κι αύριο, που θα δεις, αν βάλει αύριο ή την άλλη Κυριακή ή αύριο στις 13:00 η ώρα που θα με βάλει το κανάλι εδώ, θ' ακούσεις την κασέτα μου όλη που έχω - προ είκοσι χρόνια είναι αυτό, ναι πάρα πολύ νέος- θα τ' ακούσεις τα τραγούδια αυτά κι άμα θέλεις να βγάλεις τίποτα από κει, βγάλε κάτι να το δείξεις. Είναι πάρα πολύ ωραίο το βίντεο και καλά τραγούδια! Τα καλύτερά μου τραγούδια! Κι αφού μου λεν όλοι, με παίρνουν τηλέφωνο και μου λένε: «Διαβάζεις βυζαντινή μουσική;», «Όχι -λέω- δεν διαβάζω». Δεν ξέρω γράμμα. Αλλά όμως ψέλνω. Ψέλνω.

Στην Αργεντινή, ο δεσπότης που ήτανε... Έφυγε μετά από έναν χρόνο και πήγε στην Αμερική κι έγινε ο δεσπότης της Αμερικής. Μου λέει εμένα, μου λέει: «Βασίλη» αφού πήγαμε εκεί και πήγαμε στην εκκλησία... μες στην εκκλησία ήτανε κουτί από πεθαμένο και ήταν μέσα η Ωνάση, η Χριστίνα Ωνάση πεθαμένη. Και την άλλη μέρα τη φέραν στην Ελλάδα να τη θάψουμε, την Χριστίνα την Ωνάση. Στην Αργεντινή έγινε αυτά εκεί. Αυτή έγινε... εκεί έγινε ο Ωνάσης. «Κι εκεί τι είναι μέσα;», «Εκεί είναι πεθαμένη» λέει, «η τέτοια». «Αλήθεια;», «Ναι. Αφού παίζεις...». Είπα εγώ το Υπερμάχω μέσα. Πάμε το Υπερμάχω μέσα κοιτάει ο δεσπότης... «Πω, πω -μου λέει- τι όργανο παίζεις;», «Παίζω βιολί -λέω- παίζω λαούτο, παίζω κιθάρα», «Σε θέλω. Σε θέλω να 'ρθεις εδώ για δυο χρόνια. Θα σ' έχω στο σχολείο το δικό μου κάθε απόγευμα να διδάσκεις: Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά - όπως λέγαμε πιτσιρικάκια στο σχολείο. Θα τα έχεις τα παιδιά να τραγουδάνε. Όργανα θα σου φέρω βιολιά, λαούτα να μάθουν τι θέλουν τα παιδιά.

Θα σε βάλω απ' το πρωί μέχρι το μεσημέρι να δουλεύεις στην πρεσβεία να παίρνεις 500 χιλιάδες τον μήνα και θα δουλεύεις μέχρι το μεσημέρι και θα φεύγεις. Το απόγευμα θα δουλεύεις εκεί. Παρασκευή βράδυ θα δουλεύεις στο καλύτερο κέντρο στην Αργεντινή, στο Μπουένος Άιρες, θα δουλεύεις στο καλύτερο κέντρο και θα πληρώνω εγώ, όχι το μαγαζί, εγώ», λέει, «τα παίρνω τα λεφτά. Αλλά θα φέρεις και τη γυναίκα σου μαζί. Τα λεφτά, που θα παίρνεις εσύ να τα παίρνω εγώ, να τα βάζω στην τράπεζα. Δυο χρόνια θα παίρνεις τρεις δώδεκα, τριάντα έξι και τριάντα έξι, εβδομήντα δύο εκατομμύρια θα πάρεις στα δυο χρόνια και θα φύγεις. Θα τρώτε τα λεφτά που θα βάλω με τη γυναίκα σου για δουλειά, αυτά θα περνάτε τον μήνα». Λέω κι εγώ: «Άμα θα πάμε -μου λέει- την Κυριακή το πρωί, θα ‘ρθεις να ψάλλεις στην εκκλησία». Λέω: «Δεν ξέρω. Κάτι μερικά πράγματα ξέρω», «Θα 'ρθεις να τα πεις.» Κι εγώ τι λέω; Λέω το «Άγιος ο Θεός», που το 'χω κλεμμένο από το μαγνητόφωνο. Πήγαινα στον Κυριαζή στη Λάρισα στον Άγιο Αχίλλειο, πήγαινα πίσω απ' το ψαλτήριο και με το μαγνητόφωνο και μόλις τον άκουγα εγώ τα 'γραφα και κάθομαν σπίτι και τα περνούσα μετά. Και τα περνούσα εγώ αυτά. Αφού τα περνούσα ήξερα εγώ να του πω. Κι έκανα τώρα αυτό το Άγιος ο Θεός εγώ από έναν δύσκολο τραγουδιστή. Οι άλλοι το κάναν ας πούμε απλά:

«Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς»

 Κι αρχίναγα εγώ: 

«Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς»

Τι διαφορά έχει το ένα με το άλλο ε; «Να μείνεις εδώ», μου λέει. «Να 'ρθεις εδώ.» Λέω: «Θα 'ρθω.», «Με τη γυναίκα σου.»

Λέω: «Εντάξει». «Πάρε την τώρα τηλέφωνο». Έρχομαι στην Ελλάδα λέω τη γυναίκα μου: «Κοίταξε εμάς -λέω- θα φάμε και την Αμερική», λέω,  «Πάμε στην Αργεντινή.», «Αργεντινή;» λέει, «Θ' αφήσω εγώ τα εγγόνια μου και τα παιδιά μου και θα 'ρθω στην Αργεντινή; Σήκω φύγε από δω», με λέει εμένα. Παίρνω τηλέφωνο εγώ, λέω: «Σεβασμιότατε», «Ναι», λέει, «Βασιλάκη μου, τι έγινε;». Λέω: «Δεν έρχεται η γυναίκα, να πάρω μια φίλη μου και να 'ρθω;», «Όχι με γκόμενα! Όχι με γκόμενα, Βασίλη μου! Όχι, όχι μην έρχεσαι!». Ήθελε και τη γυναίκα μου κοντά. Γιατί θα ήταν άχρηστα τα λεφτά που θα 'παιρνα, θα τα χαλούσα, θα τα 'τρωγα. Ναι. Και δεν πήγα στην Αργεντινή που θα πήγαινα εκεί δυο χρόνια και θα ήταν εβδομήντα δύο εκατομμύρια, τρεις δώδεκα τριάντα έξι και τριάντα έξι, εβδομήντα δυο. «Θα στα έχω εγώ μαζεμένα τα λεφτά», λέει, «Θα καθίσεις δυο χρόνια και θα φύγεις». Δεν πήγα. Ήταν ωραία η ζωή μου! Ήταν ωραία! 

Μ.Β.:

Και τα όργανα όλα τα μάθατε μόνος σας;

Β.Ν.:

Από τον πατέρα μου έμαθα το βιολί και μετά με τους άλλους μουσικούς έμαθα... πήρα κιθάρα μετά από τον πατέρα μου. Με μάθαινε κιθάρα. Έμαθα λίγο κιθάρα... Δεn με βοηθούσε η κιθάρα στον γάμο, γιατί ήθελα να είναι λαούτο στον γάμο και πήρα λαούτο. Πήρα το λαούτο κι έμαθα καλό λαούτο κι εντάξει. Πήγαινα και ήμαν καλός και... Δεν είναι αυτό. Αφού μ' άκουγαν κι άλλοι οι μουσικοί και με παίρναν σαν νέο σαν νέο... «Είναι καλό λαούτο ο Βασίλης», λέει, «Τραγουδάει κιόλας, ξέρει και λαούτο, τραγουδάει κιόλας! Ουρλιάζει, ουρλιάζει, όταν τραγουδούσε!». Και τότες, όταν ξεκινήσαμε εμείς, δεν τραγουδούσαμε όπως είμαι και τραγουδάω σήμερα, ουρλιάζαμε στο [Δ.Α.]. Δεν ξέραμε... Νέος ήμουνα. Λέει: «Ωραίος, τραγουδάει», λέει, «κι εκείνο κι ακούει στον κόσμο». Και ξεκίνησα. Και σιγά-σιγά σιγά-σιγά ως τραγουδιστής έφτιασα τη φωνή μου, έφτιασα τις χορδές μου, έφτιασα εκείνο, μπήκα στην αρμονία και τραγουδάω πολύ καλά, ξέρω τους δρόμους... Ξέρω τους δρόμους, ας πούμε, απ' έξω... Ναι. Κάνω τους αμανέδες, θα κάνω αμανέ που θα μ΄ ακούσουν όλοι οι ... εδώ στην Καρδίτσα που παντρευτήκαν όλοι οι ψαλτάδες και παντρευτήκανε εμένα πήραν στον γάμο. Εμένα έπαιρναν στον γάμο, γιατί ήξεραν, ας πούμε, θα ακούσουν ωραία πράγματα. Και όταν εγώ ήθελα να τους πειράξω τους έκανα έναν αμανέ, έναν σε δρόμο χιτζάζ, ας πούμε, και το έκανα εγώ. Ήταν ψαλτάδες κάτω, όλοι καλεσμένοι στον γάμο, ψαλτάδες και παπάδες θα είναι εκεί. Κι έκανα εγώ, ας πούμε τώρα, το «Πατέρα μάς μεγάλωσες»:

«Πατέρας μάς μεγάλωσες αμάν, αμάν

Πατέρα μάς μεγάλωσες με πίκρες και με πόνους

με πόνους, ωχ»

Άλλαξα δρόμο. Άλλαξα δρόμο τώρα. Κι αυτοί αμέσως τα κεφάλια, όπως κάνουν τα φίδια! Με τα κεφάλια όλοι απάνω! Σου λέει: «Άλλαξε δρόμο τώρα δα!». Για να καταλήξω πάλι σ' αυτόν που ξεκίνησα στον πρόδρομο, έπρεπε πάλι να καταλήξω εκεί.

 «Αχ Αλλάχ»

Έτσι είπα πάλι άλλον δρόμο, περαστικόν, το σαμπαδάκι και μετά πηγαίνω, κατεβαίνω στο χιτζάζ πάλι, στους δρόμους αυτούς που ήταν της μουσικής. Γιατί είδες που μου είπες τώρα εσύ εμένα: «Άμα δεν πάρεις αυτόν τον δρόμο, θα 'ρθεις εκεί». Αμ πώς θα ξέρω; Άμα δεν ήξερα τον δρόμο... δεν ήξερα τον δρόμο εγώ... Μου τον έδειξες τον δρόμο εσύ κι ήρθα. Έτσι δεν είναι; Αυτοί είναι και οι δρόμοι. Άμα δεν ξέρεις τους δρόμους πού θα πάω;

Μ.Β.:

Από ποιους τους μάθατε;

Β.Ν.:

Από τους μουσικούς, από τον έναν με τον άλλον. Λέγαν εκείνο είναι εκείνο, τι είναι το άλλο... Έχουμε τώρα αυτός που έχει το Καφενείο, που έχει το Μουσικό... ο Βασίλης παίζει ακορντεόν, έπαιζε αρμόνιο παίζει κι ακορντεόν καλό, είναι καλός μουσικός με σολφέζ με κείνα και ό, τι θέλαμε τον ρωτούσαμε, ας πούμε. «Τι δρόμος είναι αυτός;», «Είναι χιτζάζ. Αυτό είναι χιτζασκιάρ. Αυτό είναι ουσάκ, αυτό είναι μινόρε, αυτό είναι εκείνο, αυτό είναι εκείνο». Μας τα δείχνει όλα. «Πώς είναι εκείνο;» Ακούγαμε. Αφού είναι χιτζάζ αυτό. «Μπαπ» το καταλαβαίναμε. Κάνεις τώρα χιτζάζ εσύ, ξέρω ότι είναι χιτζάζ. Κάνεις χιτζασκιάρ, είναι χιτζασκάρ. Κείνο το τραγούδι είναι έτσι, είναι έτσι. Τ' ακούμε τώρα τα μόρια... Και βάζεις εσύ δικά σου μόρια, ό, τι θέλεις εσύ βάζεις μέσα. Θα μπορούσες να κάνεις, ας πούμε... βάζεις ό, τι θέλεις εσύ. Γιατί θα κάνεις:

«Μωρή κακιά, μωρή κακιά»

Μπορούμε να το κάνουμε:

«Μωρή κακιά»

Μπορώ να βάλω δικό μου... Άλλος το κάνει:

«Μωρή κακιά γειτόνισσα»

Εγώ:

«Μωρή κακιά γειτόνισσα»

Βάζω δικά μου όσα θέλω, στον δρόμο απάνω! Να μην αλλάξω δρόμο. Γιατί από δω τώρα είδες τ' αυτοκίνητα ανεβαίνανε, από τον άλλον δρόμο να κατεβείς. Απαγορεύεται. Να κατεβώ κάπου που απαγορεύεται; Δεν μπορώ να μπω. Από δω τώρα εσύ είδες τ' αμάξια που κατεβαίνουνε, δεν μπορεί ν' ανεβεί. Είναι λάθος, άμα ανεβεί. Έτσι είναι και οι δρόμοι της μουσικής. Αλλά δεν κάθονται οι νέοι, όμως. Δεν κάθονται να τα μάθουν αυτά. Γιατί θα τους ωφελήσουν, αλλά δεν τα καταλαβαίνουν. Αλλά ξέρουν, όμως, να βγουν στην πίστα να πουν το «Λάι λάι» και να πατάν σταφύλια τα παιδάκια εκεί... Και δε βλέπεις άνθρωπο από 35 χρόνων κι απάνω δε βλέπεις στην πίστα. Όλο από 35 χρονών κάποιοι πατάν σταφύλια κι έρχεται όλη η νεολαία και χορεύουν «Λάι λάι». Όλη τη νύχτα «Λάι λάι, Θ' αλλάξω γειτονιά, Πάρε το μαντήλι... Θα κάνουν αυτά. Ναι, εμείς είχαμε ωραία τραγούδια. Έμπαινες στον χορό, άλλος με καμάρι χόρευε τσάμικο, έκανε ψαλίδια, έκανε κείνο, έκανε εκείνο, έλεγες: «Τι ωραίος!». Ή να βλέπεις γυναίκες... Όπως μπαίνουν μερικές γυναίκες, εδώ έρχονταν από Άρτα, από... και την έβλεπα μ' έλεγε: «Κάνε ένα τσάμικο!» κι αργά, αργά και να χορεύει αντρικά και να λέω: «Τι ωραία είναι αυτή!». Ωραία! Έβλεπες άλλες πατούσαν σταφύλια, γελούσες. Έλεγες: «Τι να κάνω τώρα;».

Μ.Β.:

Εσείς μέχρι πότε τραγουδούσατε επαγγελματικά; Μέχρι πότε;

Β.Ν.:

Κι ακόμα τώρα, μέχρι τώρα! Τα δυο χρόνια αυτά τώρα είναι που σταμάτησα. Σταμάτησα μ' αυτήν την επιδημία. Τώρα σταμάτησα εγώ δυο χρόνια. Δε θέλω να πάω, φοβάμαι, εκείνο. Δεν έχουμε και δουλειές, δεν γίνονταν. Αλλά και να πήγαινες στη δουλειά, φοβάμαν. Αφού τώρα κοίταξε να δεις έχουμε τις μάσκες, έχουμε τις μάσκες τώρα και πού να πάω τώρα εγώ στο κέντρο μέσα τώρα; Είναι και η ηλικία τέτοια. Έκανα και δυο μπαλονάκια. Είναι και η ηλικία μου τέτοια, πού να πάω να κολλήσω τέτοια πράγματα; Να κολλήσω και στο σπίτι, να κολλήσω κι όλους τους δικούς μου; Να, ο γιος μου δεν έκανε το εμβόλιο ο γιος μου κι είμαστε σε προβλήματα. Φοβάμαι. Πώς να πάω για δουλειά; Η φωνή μου είναι μια χαρά! Δεν είναι στρωμένη να καθίσω να τραγουδήσω πολλή ώρα να στρώσει η φωνή να ανοίξουν. Δεν μπορείς αμέσως αμέσως. Όλοι οι τραγουδιστές στα κέντρα, όταν βαίνανε - το έλεγε και η Χάρις και όλοι- «Βασίλη μου, δεν μπορείς... παίρνεις το μικρόφωνο κατευθείαν μπαμ μπαμ, βγαίνεις στο μαγαζί να τραγουδήσεις. Όχι», λέει, «Ο λαιμός πρέπει ν' ανοίξει, να στρώσει ο λαιμός. Προτού βγούμε -λέει- στην πίστα, στα καμαρίνια μέσα, ουρλιάζαμε! Ουρλιάζαμε, για να ανοίξει η φωνή, ν' ανοίξουν οι χορδές ν' ανοίξουν. Ουρλιάζαμε! Και μετά βγαίναμε και ήμασταν σωστοί στην αρμονία!». Δεν μπορείς κατευθείαν μπαμ, μπαμ. Θα βγεις φάλτσος, θα βγεις... Δε θα βγεις σωστός. Κατάλαβες; Αυτοί ουρλιάζανε όσο να βγεις. Κι εμένα ο λαιμός μου τώρα, για να αρχίσω εγώ να γράψω τώρα εγώ κάτι, να πάω να κάνω, πρέπει να τραγουδήσω πολλή ώρα, για να στρώσει ο λαιμός μου, για να πάω ν' αρχίσω να γράψω τώρα κάτι, ένα κομμάτι. Δεν μπορώ κατευθείαν μπαμ μπαμ να πάω γράψω.

Μ.Β.:

Μετά, έξω με φίλους σας τραγουδάτε σε παρέες-

Β.Ν.:

Ναι.

Μ.Β.:

Μεταξύ σας;

Β.Ν.:

Μεταξύ μας οι παρέες, φιλαράκια; Ναι, κάναμε. Τώρα κάνουμε... έχω κάτι φίλους γιατρούς στο νοσοκομείο που παίζει όργανο ο ένας παίζει όργανο μπουζούκι, φέρνουμε και κάποιον άλλον με κιθάρα, παίρνω κι εγώ το λαούτο και μαζευόμαστε καμιά δεκαριά άτομα. Τώρα με είπαν λέει: «Θέλουμε να κάνουμε», με λέει ο γιατρός προχθές, «Βασίλη, τι θα κάνουμε; Θα βγούμε;», «Πού να βγούμε γιατρέ;», λέω. «Φοβάσαι, ρε;» μου λέει. «Θα βγούμε.» Είναι πολλά δέκα άτομα. Γιατί εμείς τότε, όταν βγαίναμε, λέμε θα βγούμε δέκα άτομα-δώδεκα και γινόμασταν πενήντα! Δεν μπορούσες να πεις στον άλλον: «Φύγε!». Λέμε: «Θα το βαστάμε μυστικό. Θα πάμε στο τάδε, θα πάμε να φάμε, θα πάρουμε τα οργανάκια, κάνουμε μια πλακούλα ωραία, θα φύγουμε». Το βαστούσαμε μυστικό. Άμα το λέγαμε; Θα ξεκινούσαμε για δέκα άτομα μέχρι δεκαπέντε και γινόμασταν πενήντα και δεν μπορούσαμε να ευχαριστηθούμε.

Άρχιζε τα 'πινε ο άλλος, έλεγε: «Παίξε κι εμένα εκείνο, παίξε κι εμένα εκείνο, παίξε εκείνο!» Μας ενοχλούσαν. Κατάλαβες; Και τώρα θέλουμε να το κάνουμε. Μου είπε ο γιατρός προχθές που πήγα, μου λέει... Εγώ τώρα θέλω να πάω να κάνω ένα τρίπλεξ και μ' είπε ο γιατρός μου λέει: «Θα κάνουμε κάτι». Αρχίζουν και τα πόδια μου και κρυώνουν. Κυκλοφοριακό. Ναι. Και θέλω να πάω να κάνω ένα τρίπλεξ. Και μου λέει ο γιατρός: «Τι θα κάνουμε, θα βγούμε;», «Θα βγούμε», λέω, «Άντε κανονίστε! Θα βγούμε. Λίγα άτομα», «Λίγα, λίγα, καμιά δεκαριά». Να κάνουμε και καλό παρεάκι, τραγουδάμε. Κάνουμε την πλάκα μας.

Μ.Β.:

Πιο καλά σας αρέσει να τραγουδάτε με την παρέα ή σε μαγαζί;

Β.Ν.:

Παντού μ' αρέσει όπου να 'ναι! Δεν το εξετάζω εγώ. Μ' αρέσει να τραγουδάω παντού. Όπου πάω τραγουδάω, μ' αρέσει! Χθες την Τσικνοπέμπτη, την Τσικνοπέμπτη, όπως καθόμασταν απ' έξω απ' το καφενείο και πήρε το ακορντεόν ο Βασίλης κι ήρθε βγήκε απ' έξω απ' το μαγαζί βγήκε απ' έξω στην Νέα Αγορά και ήταν τα καφενεία έτσι είχε κόσμο και βγήκε ο Βασίλης και του λέω: «Βασίλη», του λέω, «κάνε μου κανένα σι» του λέω και μ' έκανε ένα σι. Με κάνει ο Βασίλης και μπαίνω:

«Σ' αγαπώ»

Και γυρνάν όλοι τα κεφάλια όλοι από εκεί και: «Ε, Βασίλη! Βρε Βασίλη!» όλος ο κόσμος! Μας άρεσε πάρα πολύ, ωραίο αυτό που έκανα. Ναι και... «Μπράβο, μπράβο!» μου έδωσαν όλοι. Ψυχολογικά, ας πούμε, με ανεβάζουν, γιατί κι εμένα έπεσε η ψυχολογία μου τώρα. Περνάν τα χρόνια κι έπεσε η ψυχολογία μου.

Μ.Β.:

Και τώρα κλείνοντας σε σας τι σας δίνει το τραγούδι στη ζωή σας; Τι σας δίνει το τραγούδι, όταν τραγουδάτε;

Β.Ν.:

Τι μας δίνει;

Μ.Β.:

Τι σου δίνει στη ζωή σας; Τι σας δίνει αυτό;

Β.Ν.:

Ε, τώρα τι να με δίνει... Όταν το τραγουδάω σε κόσμο...

Μ.Β.:

Όχι, σε εσάς.

Β.Ν.:

Ανεβαίνω ψυχολογικά! Όταν είμαι στο σπίτι με αυτά τα βάσανα, με τη γυναίκα μου τώρα που την έχω χάλια. Θέλω να πάω να την κάνω εγχείρηση σπονδυλοδεσία. Προ δυο χρόνια, την πήγα στην Πελοπόννησο. Στον δρόμο που την πήγαινα, είχα ωραίο αυτοκίνητο, μου άρπαξε φωτιά, κάηκε. Φώναξε το ασθενοφόρο, μας πήρε και μας πήγε στο Ρίο. Την πήγα από τον δρόμο.. άρπαξε φωτιά το αυτοκίνητό μου κι έμεινα και χωρίς αυτοκίνητο. Λοιπόν. Βάσανα. Την κάναμε την εγχείρηση, την κάναμε, απέτυχε. Και τώρα θέλω να την κάνω σπονδυλοδεσία δεύτερη. Και την έχω τώρα σπίτι την καημένη κι αυτή τώρα ταλαιπωρείται κι αυτή. Ταλαιπωρείται. «Τι ώρα θα ’ρθεις;» μου λέει. «Θα ’ρθω -λέω- θα 'ρθω, θέλω...».

Μ.Β.:

Οπότε τώρα... τελειώνοντας κλείνοντας, όταν τραγουδάτε τι σας δίνει αυτό σε σας, στον εαυτό σας, στην καρδιά σας, όταν τραγουδάτε με τον κόσμο μαζί; Τι σας χαρίζει αυτό πράγμα;

Β.Ν.:

Τον βλέπω τον κόσμο ότι και σκέφτεται κι αυτός, σου λέει: «Μέχρι πότε ο Βασίλης θα τραγουδάει;». Και σκέφτομαι κι εγώ μέχρι πότε θα τραγουδάω. Ήρθε η ηλικία τέτοια που πρέπει να σταματήσω. Να μην τον ενοχλώ και τον κόσμο. Γιατί δεν είναι αυτό μονάχα, θέλω να τραγουδήσω, αλλά θα μπορέσω ή θα ενοχλώ τον κόσμο; Θέλω να τραγουδάω, αλλά να τραγουδάω καλά. Άμα καταλάβω ότι δεν τραγουδάω καλά, θα σταματήσω. Δε θα μπορώ να τον κοροϊδεύω τον κόσμο. Δε θα τον κοροϊδεύω. Θα λέω: «Ευχαριστώ».

Τι να κάνουμε αυτά είναι, αυτά έχει η ζωή. Ήρθα σε τέτοια ηλικία που μακάρι όλοι οι μουσικοί να παίξουν τόση, να παίξουν τόσα λεφτά που έβγαλα εγώ... Έπαιρνα ένα εκατομμύριο την εβδομάδα και το διαμέρισμα είχε 720 χιλιάδες κι εγώ έπαιρνα ένα εκατομμύριο την εβδομάδα. Κι έπρεπε να έχω τώρα, έπρεπε να έχω τριάντα πέντε διαμερίσματα. Κι όλα μαύρα αυτά τα λεφτά. Καταλαβαίνεις; Και τώρα δεν έχουμε φράγκο! Γιατί; Γιατί δεν είχα μυαλό καλό. Δεν είχα καλό μυαλό. Ο κόσμος με αγάπησε, με πλήρωσε, με πλήρωσε και πολύ καλά, κι ακόμα με αγαπάει! Βγαίνω έξω στην πλατεία και βρίσκω 300 άτομα, στο είπα, τα 295 θα μου πουν: «Βασιλάκη! Γεια σου Βασίλη! Κάτσε να σε κεράσουμε καφέ. Γεια σου, Βασίλη. Γεια σου, Νταράλα, γεια σου!»

Ο γιος μου, ωραίος τραγουδιστής, ωραίος τραγουδιστής και περίμενα πολλά από… από κάποιον μεγάλο μάνατζερ που τον γράφω μάνατζερ εδώ. Δε θέλω να πω το όνομά του. Το σιχαίνομαι να το πω το όνομά του. Λοιπόν, μας γέλασε κι αυτός και η γυναίκα του που εμείς κάναμε θυσίες και μας γέλασε. Και ο γιος μου ήταν ένας τραγουδισταράς, καλός τραγουδιστής κι αρρώστησε από αυτή την βλακεία, από αυτούς. Να το πω το 'χω παράπονο. Το ξέρουν. Αρρώστησε από αυτούς, γιατί περίμενε να κάνουν πολλά κι αυτός δεν έκανε. Και με το 'στειλε το παιδί κι έκανε... έκανε αυτά τα τραγούδια αυτά κι είπανε: «Είναι ωραίος». Ο κόσμος ξέρει, κατάλαβε ο κόσμος ποιος είναι. Αλλά εγώ δε θέλω να το πω το όνομά του. Άλλο;

Μ.Β.:

  Όχι... Τώρα έτσι τελειώνοντας, εσείς πώς θα θέλατε να τελειώσουμε; Θα θέλατε να μου πείτε κάτι; Ένα τραγούδι, κάτι, ένα τελευταίο;

Β.Ν.:

Όχι.

Μ.Β.:

Ωραία. Ευχαριστώ πάντως πάρα πολύ για όλη αυτή την...

Β.Ν.:

Κι εγώ κορίτσι μου ευχαριστώ κορίτσι μου, ευχαριστώ.

Μ.Β.:

Ευχαριστώ. Να είστε καλά!

Β.Ν.:

Ευχαριστώ πολύ!